Αναγνώστες

Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2009

Οι πρώτοι θεοί

Οι πρώτοι θεοί

Στην αρχή κάθε παραμυθιού και κάθε αλήθειας, για τη δημιουργία του σύμπαντος, ήταν πάντα το Χάος, έτσι και στη γέννηση του αρχαίου ελληνικού κόσμου, το Χάος θεοποιήθηκε. Από το Χάος λοιπόν, γεννήθηκε αρχικά το 'Ερεβος και η Νύχτα που είχαν παιδιά τον Αιθέρα και την Ημέρα.
Ωστόσο η Νύχτα η σκοτεινή, γέννησε τον Θάνατο, τον 'Ύπνο, τα 'Όνειρα, τις Μοίρες κι ακόμα τις Εσπερίδες και την Έριδα. Μετά, η Γη, η πλατιά και στερεή, γίνεται η βάση και η έδρα, απ' όπου πηγάζει κάθε ζωή. Ο Ουρανός που την περιέβαλε ήταν με την απεραντοσύνη του ο πιο μεγάλος θεός στην αρχή του κόσμου.
Τιτάνες
Η Γη υπήρξε η μεγάλη πρωταγωνίστρια της κοσμογονίας. Ενώθηκε με τον Ουρανό και έφτιαξαν το πρώτο θεϊκό ζευγάρι. Από την ένωση αυτή γεννήθηκαν οι Τιτάνες:
Ο πρωτότοκος Ωκεανός και η Τηθύς που με την ένωσή τους έδωσαν τους Ποταμούς και τις Ωκεανίδες.
Ο Υπερίωνας και η Θεία, ταίριασμα που έδωσε τον 'Ήλιο, τη Σελήνη και η Ηώ (Αυγή).
Ο Κοίος και η Φοίβη, που από το γάμο τους γεννήθηκε η Λητώ και η Αστερία.
Ο Κρείος που παντρεύτηκε την Ευρυβία (κόρη της Γης από τον Πόντο) και απόχτησαν τον Αστραίο, τον Πάλλαντα και τον Πέρση.
Ο Ιαπέτος, που έσμιξε με την Ωκεανιδα Κλυμένη (κόρη του Ωκεανού και της Τηθύος ) και γέννησαν τον Άτλαντα, τον Μενοίτιο, τον Προμηθέα και τον Επιμηθέα.
Τέλος, ο Κρόνος και η Ρέα, ο Τιτάνας και η Τιτανιοα που η ένωσή τους έμελλε να φέρει στον κόσμο τους μελλοντικούς κυρίαρχους του.
Από το ζευγάρι αυτό γεννήθηκαν η Δήμητρα, η Εστία η 'Ήρα και ο Άδης, ο Ποσειδώνας και ο Δίας, που αργότερα μοιράστηκαν την εξουσία και κυβέρνησαν τον κόσμο:
Ο Δίας τον Ουρανό και τη Γη, ο Ποσειδώνας τη θάλασσα και ο Άδης (Πλούτωνας) τον Κάτω Κόσμο.
Ο Αιθέρας, ο γιος της Νύχτας και του Ερέβους ήταν η προσωποποίηση της λεπτής και λαμπρής αέριας ύλης, ζωντανής και θεϊκής, που οι αρχαίοι πίστευαν ότι υπάρχει και αιωρείται πάνω στον αέρα που περιβάλλει τη Γη.
Η Ασία μια κόρη του Ωκεανού και της Τηθύος έδωσε το όνομά της στη γνωστή ήπειρο. Η Ασία ταυτίζεται ή συγχέεται με την Κλυμένη. Από το γόμο της με τον τιτάνα Ιαπετό, γέννησε τον 'Άτλαντα, τον Προμηθέα, τον Επιμηθέα και τον Μενοίτιο.
'Αλλα παιδιά της Γης. Εκτός από τις τιτανίδες που αναφέραμε στα θεϊκά ζευγάρια, η Γη απόκτησε ακόμα τη Θέτιδα και τη Μνημοσύνη. Οι Κύκλωπες και οι Εκατόγχειρες ήταν τα τερατώδη παιδιά που γέννησε πολύ αργότερα, ενώ σαν γιος της αναφέρεται ο πανίσχυρος Ανταίος, από τον Ποσειδώνα.
Στην αρχή, Ουρανός και Γη ήταν ενωμένοι, όμως μετά χώρισαν. Μετά τον ακρωτηριασμό του Ουρανού από το φοβερό παιδί του τον Κρόνο, η Γ η ενώθηκε με τον Πόντο και η ένωση αυτή έφερε στον κόσμο τον Θαύμαντα, τον Φόρκη, την Κητώ, την Ευρυβία και τον Νηρέα.
Ο Θαύμαντας έσμιξε με την Ωκεανίδα Ηλέκτρα και γέννησαν την Ίριδα και τις φοβερές Άρπυιες (Αελλώ, Ωκυπέτη, Κελαινώ).
Ο Φόρκης και η Κητώ έδωσαν με το ταίριασμά τους Τις δυο Γραίες που ήταν γριές εκ γενετής και Τις τρομερές γοργόνες, Σθεννώ, Ευρυάλη και Μέδουσα. Ο Νηρέας ενώθηκε με την Ωκεανιδα Δωριδα και απόχτησε 50 κόρες, τις Νηρηίδες.

Ο Κρόνος και η Ρέα

Ο Κρόνος που ανήκει στην πρώτη θεϊκή γενιά, ήταν ο μόνος γιος της Γ ης που τη βοήθησε να εκδικηθεί τον πατέρα του τον Ουρανό. Αφού τον ακρωτηρίασε κόβοντάς του τα γεννητικά του όργανα, πήρε τη θέση του και έριξε στα Τάρταρα τα αδέρφια του τους Εκατόγχειρες και τους Κύκλωπες, που άλλοτε ήταν φυλακισμένοι από τον πατέρα τους.
'Έπειτα, παντρεύτηκε την αδερφή του Ρέα, αλλά δεν ήθελε να ζήσει κανένα από τα παιδιά που γεννούσε. Οι γονείς του του είχαν πει, πως κάποιο από αυτά θα του έπαιρνε την εξουσία. Μόλις γεννιόντουσαν τα παιδιά, τα έτρωγε αμέσως. Είχε καταβροχθίσει με τη σειρά την Εστία, τη Δήμητρα, την 'Ήρα, τον Πλούτωνα (Άδη) και τον Ποσειδώνα.
Τότε η Ρέα, μόλις έμεινε έγκυος τον Δία, πήγε στην Κρήτη και τον γέννησε κρυφά. Άφησε το μωρό να το μεγαλώσει η Ωκεανίδα Μήτιδα και στον Κρόνο έδωσε μια πέτρα τυλιγμένη στις φασκιές, την οποία αμέσως καταβρόχθισε, νομίζοντας πως είναι το νεογέννητο. 'Έτσι διασώθηκε ο Δίας.

Νηρηίδες

Ο Ωκεανός είχε πενήντα εγγονές, ίσως να έφταναν και Τις εκατό, κατά άλλη άποψη, κόρες του Νηρέα και της Δωρίδας που προσωποποιούσαν τα κύματα της θάλασσας. Οι Νηρηίδες αυτές, ζούσαν στο βυθό της θάλασσας, στο παλάτι του πατέρα τους και περνούσαν τη μέρα τους κολυμπώντας και παίζοντας με δελφίνια, ή καθισμένες σε χρυσούς θρόνους τραγουδώντας και υφαίνοντας. Οι πιο γνωστές από αυτές είναι η Αμφιτρίτη, η Θέτιδα (η μελλοντική μητέρα του ήρωα Αχιλλέα), η Ψαμάθεια (μητέρα του Αιακού) και η Γαλάτεια.

Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2009

Κένταυροι

Κένταυροι

Μυθολογικά όντα, από τη μέση και πάνω άνθρωποι και κατά το υπόλοιπο άλογα. Κατά την παράδοση κατοικούσαν στα ορεινά της θεσσαλίας, της Αρκαδίας και στο ακρωτήριο Μαλέας. Είναι τα πνεύματα της καταιγίδας, που συσσωρεύονται γύρω από τις κορυφές των βουνών.
Η παράδοση αναφέρει οτι ο Ιξίων ήταν βασιλιάς των Λαπίθων στη Θεσσαλία. Έταξε στο Δηΐονα πολλά δώρα για να του δώσει οε γάμο τη θυγατέρα του Δία. Μετά το γάμο, όταν ο Δηΐονας ζήτησε τα δώρα που του είχε τάξει, ο Ιξίων τον έρριξε σε τάφρο με αναμμένα κάρβουνα. Αυτό θεωρήθηκε μεγάλο έγκλημα χωρίς εξαγνισμό. Ο Δίας όμως τον λυπήθηκε. Τον κάλεσε στον Όλυμπο, τον εξάγνισε και του πρόσφερε μάλιστα και αμβροσία που τον έκανε αθάνατο. Αχάριστος όμως όπως ήταν ο Ιξίων, τόλμησε να ερωτευθεί την Ήρα και μάλιστα δοκίμασε να την βιάσει. Ο Δίας εξοργίστηκε και μαζί με την Ήρα κατασκεύασαν ένα σύννεφο με τη μορφή της θεάς. Ο Ιξίων ήλθε σε ερωτική επαφή με το φάντασμα και απόκτησε πολλά αγόρια, τους Κενταύρους. Οι Κένταυροι θεωρούνταν άγρια τέρατα και κατέστρεφαν τους αγρούς. Ο Κένταυρος Φώλος ήταν γιος του Σιληνού (Σειληνού) και μίας Μελιάδας Νύμφης. Ο Δίας για την υπερβολική αχαριστία του Ιξίονος, που τόλμησε να προσβάλει τη μητέρα των θεών, τον έδεσε σε ένα φλεγόμενο τροχό και τον πέταξε στους αιθέρες να περιστρέφεται αιώνια. (Αλλος μύθος αναφέρει πως τον έρριξε στα τάρταρα με τον περιστρεφόμενο και φλεγόμενο τροχό).
Περίφημη κατα την παράδωση είναι η κενταυρομαχία, δηλ. η μάχη μεταξύ των Κενταύρων και των Λαπιθών, που ήταν και αυτοί μυθικά πλάσματα της ίδιας οικογένειας με τους Κένταυρους. Η συμπλοκή μεταξύ τους ξέσπασε, όταν ο βασιλιάς των Λαπιθών Πειρίθοος νυμφεύτηκε την Ιπποδάμεια. Στις γιορτές του γάμου είχε προσκληθεί και ο Κένταυρος Ευρυτίωνας, ο οποίος μέθυσε τόσο, ώστε:
«με το πιοτό τυφλώθηκε, και στου Πειρίθοου τότες έργα φριχτά η μανία του τον έκαμε να πράξει» (Ιλιάδ. Φ 297).
Οι ήρωες τότε εξοργίστηκαν, τον έσυραν έξω και του έκοψαν τα αυτιά και τη μύτη. Οι αδελφοί του Κένταυροι έτρεξαν να εκδικηθούν οπλισμένοι με πελώριους βράχους και τεράστια δέντρα, που τα κρατούσαν σαν ακόντια. Όρμησαν με Θόρυβο στην αίθουσα του συμποσίου, προσπάθησαν να αρπάξουν τους νέους και τις νεανίδες και σκότωσαν πολλούς Λαπίθες. Αυτοί όμως με αρχηγό τον Πειρίθοο και με την ενίσχυση του ανίκητου Θησέα συνήλθαν γρήγορα και αντεττιτέθηκαν. Ακολούθησε μάχη σώμα με σώμα· σκότωσαν πολλούς Κένταυρους και άλλους καταδίωξαν μέχρι τους πρόποδες της Πίνδου. Ο ασυνήθιστος, θορυβώδης και τραγικός στη λύση του αυτός γάμος έδωσε αφορμή για αναρίθμητες παραστάσεις στην αρχαία ελληνική τέχνη. Άλλες θεσσαλικές παραδόσεις παριστάνουν τους Κένταυρους με εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά. Γνωρίζουν τα θεραπευτικά βότανα και γιατρεύουν μ' αυτά διάφορες ασθένειες. Με τον καιρό το προνόμιο αυτό περιορίζεται μόνο στον Κένταυρο Χείρωνα. Ο ήπιος χαρακτήρας του σοφού αυτού Κένταυρου και παιδαγωγού ηρώων, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το χαρακτήρα των αδελφών του.

Γενεαλογικός ιστός του Κένταυρου Χείρωνα

ΚΡΟΝΟΣ (θεός) και ΦΙΛΥΡΑ (θυγατέρα του Ωκεανού) γέννησαν : ΧΕΙΡΩΝ (κένταυρος σοφός δάσκαλος, γιατρός και αστρονόμος)
ΧΕΙΡΩΝ και ? γέννησαν : ΙΠΠΩ ή ΙΠΠΗ
ΙΠΠΩ και ΒΟΡΕΑΣ γέννησαν : ΜΕΛΑΝΙΠΠΗ
ΜΕΛΑΝΙΠΠΗ και ΠΟΣΕΙΔΩΝ γέννησαν : ΑΙΟΛΟΣ και ΒΟΙΩΤΟΣ

Ο Κένταυρος Χειρών.

Ο Κρόνος πήρε μορφή αλόγου και έσμιξε με τη Φιλύρα. Από αυτή την ένωση γεννήθηκε ο Χειρών με σώμα αλόγου αλλά με ανθρώπινα χέρια. Ανήκει στην ίδια γενιά με τους θεούς του Ολύμπου και ήταν αθάνατος. Ζούσε στο Πήλιο της Θεσσαλίας σε ένα μεγάλο σπήλαιο, που το χρησιμοποιούσε ως πανεπιστημιακό νοσοκομείο και Ιατρική σχολή. Δίδασκε μουσική, ηθική, ιατρική -ιδιαίτερα χειρουργική, γεωγραφία, αστρονομία, την τέχνη του κυνηγιού, του πολέμου και άλλα όσα του είχε διδάξει ο δικός του δάσκαλος, ο Απόλλων. Μαθητές του υπήρξαν οι Ασκληπιός, Ορφεύς, Ιάσων, Αχιλλεύς και πολλοί άλλοι ένδοξοι ήρωες. Προστάτευε τους φιλήσυχους ανθρώπους από τους άλλους κακούς κενταύρους του Ιξίονος, που κατέστρεφαν ζώα, κήπους και ανθρώπους της Θεσσαλίας. Ο Χείρων έδωσε στον Ιάσονα, προτού ξεκινήσει για την Αργοναυτική εκστρατεία, μία γυάλινη σφαίρα. Πάνω σε αυτήν ήταν χαραγμένος ο Ουράνιος θόλος με όλα τα αστέρια για προσανατολισμό μέρα και νύχτα σε όποιες θάλασσες και στεριές και αν βρισκόταν. Επίσης του έδωσε χάρτες της Γης και όλες τις οδηγίες για τα μεγάλα ταξίδια της Αργοναυτικής. Κάποτε ο Χείρων πολέμησε -σύμμαχος με τον Ηρακλή- τους άλλους κενταύρους και πληγώθηκε θανάσιμα από ένα βέλος του ίδιου του Ηρακλή. Αποσύρθηκε στη σπηλιά του και προσπάθησε να επουλώσει την πληγή με θεραπευτικά βότανα. Τα βέλη όμως του ήρωα ήταν αγιάτρευτα και έτσι ο Χείρωνας υπέφερε. Ο Προμηθεύς που ήταν θνητός τον λυπήθηκε. Αντάλλαξε με το Χείρωνα την αθανασία και με αυτόν τον τρόπο ο Προμηθεύς έγινε αθάνατος και η ψυχή του Χείρωνος ησύχασε με τον θάνατο.

Οι πιο σημαντικοί Κένταυροι

Αβας , Βιάνωρ , Εμμάχιας , Κλάνις , Νέσσος , Ριφεύς , Αγριος , Βραβήνωρ, Ενοπίων , Κρίεων , Νύκεων , Ροίκος , Αγχιος , Βρήεος , Ερύγδουπος , Κύλλαρας , Οδίεης , Ροίεος , Ανφαχος , Βρόμιος , Ευρυνσμος , Κυρηναίος , Όϊκλος , Ετίφυλος , Αμφίων , Γρυνεύς , Εύρυεος , Λατρεύς , Όμαδος , Αμύδας , Γρυφαίος , θαύμας , Λυκάβας , Όρειος , Τηλεβόας , Αμύκος , Δάφνις , θούριος , Λυκίδας , Ορνεύς , Ύλης , Αοβολος , Δημολέων , θηράμων , Λύκητος , Φαιοκομης , Αργεύς , Δίκτυς , θηρεύς , Λυκόδας , Παιάντωρ , Φρύξος , Αρήος , Δόρπος , Βηροκτόνος , Λύκος , Πειοήνωρ , Χθόνιος , Αρκεος , Δορύλας , Ξόνιος , Μέδων , Περιμπδης , Χρόμις , Αρμανδίυν , Λούπων , Ιμβρεύς , Μελαγχαίεης , Πεεραίος , Αρπαγος , Δρύαλος , Ίππασος , Μελανεύς , Παλύνωρ , Φολόε , Αστυλος , Δυναίος , Ιπποείων , Μέρμερος , Πραξίων , ΧΕΙΡΩΝ , Αφείδας , Έλιμος , Ισοπλής , Μίμος , Πυράκμων , Αφαρεύς , Έλοψ , Ιφίνοος , Μόνυχος , Πύρηΐος

Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2009

Θησέας

Θησέας

Οι μύθοι για το Θησέα ήταν η απάντηση της "ιωνικής" Αθήνας στον άλλο σπουδαίο ήρωα του αρχαίου κόσμου, τον Ηρακλή, Ο Θησέας θεωρούνταν ιδρυτής της πόλης των Αθηνών, μια και ο ίδιος συνοίκισε τους δήμους της Αττικής σε ενιαία πόλη που ονομάστηκε Αθήνα προς τιμή της προστάτιδάς του θεάς Αθηνάς.
Ήταν γιος του Αιγέα και της Αίθρας και γεννήθηκε στην Τροιζήνα απ' όπου καταγόταν η μητέρα του. Ο Αιγέας έφυγε από την Τροιζήνα πριν γεννηθεί ο Θησέας, αλλά άφησε παραγγελία, αν το παιδί που θα γεννιόταν ήταν αγόρι, μόλις μεγάλωνε να πήγαινε στην Αθήνα. Η μοίρα του ήταν προδιαγεγραμμένη.
Σε ηλικία δεκάξι ετών ξεκίνησαν οι άθλοι του, που πιστοποιούσαν ότι ήταν ένας εξαιρετικός και διαλεχτός ήρωας. ΄Έμαθε από τη μητέρα του ότι έπρεπε να κυλήσει ένα βράχο όπου ήταν κρυμμένα τα σανδάλια και το μαχαίρι του πατέρα του που θα τον συντρόφευαν στην πορεία του προς την Αθήνα και θα βοηθούσαν στην αναγνώρισή του από τον Αιγέα. Η πορεία αυτή αφορούσε το δρόμο από την Τροιζήνα προς την Αθήνα μέσω της επικίνδυνης στεριάς, αφού εκεί παραμόνευαν διάφοροι διαβόητοι ληστές. ΄Όλα αυτά, όμως, ήταν στα πλαίσια των απαραίτητων δοκιμασιών του νεαρού Θησέα που επρόκειτο να παίξει τόσο σημαντικό ρόλο.

Ο Δρόμος γία τήν Αθήνα

Κοντά στην Επίδαυρο είχε το λημέρι του ο ληστής Περιφήτης, γιος του Ήφαιστου. Αυτός ήταν ονομαστός γιατί σκότωνε τα θύματά του μ' ένα ορειχάλκινο (μπρούντζινο) ή σιδερένιο ρόπαλο. Γι' αυτό λεγόταν και Κορυνήτης από τη λέξη "κορύνη", αρχαία ονομασία για το ρόπαλο. Ο Θησέας τιμώρησε τον Περιφήτη με το ίδιο του το όπλο. ΄Ύστερα από μονομαχία του πήρε το ρόπαλο και τον σκότωσε μ' αυτό.
Ο δεύτερος άθλος του πραγματοποιήθηκε στην περιοχή του Ισθμού της Κορίνθου. Εκεί ενέδρευε ο Σίνης ο πιτυοκάμπτης. Ο Σίνης εφάρμοζε μια ανατριχιαστική τακτική για να εξοντώνει τους διαβάτες. Λύγιζε δυο ψηλά δέντρα, "πίτυς", γι' αυτό ονομαζόταν πιτυοκάμπτης, είτε πεύκα, είτε κουκουναριές, και στο σημείο όπου οι κορυφές τους πλησίαζαν, έδενε το πάνω μέρος του σώματος του θύματός του στη μια κορυφή και το κάτω μέρος στην άλλη. Κατόπιν άφηνε ελεύθερα τα δέντρα, με φυσικό επακόλουθο το φριχτό διαμελισμό του διαβάτη. Άλλοι μύθοι διαφοροποιούν κάπως τον τρόπο θανάτωσης των θυμάτων του Σίνη. Αναφέρουν ότι ο Σίνης κατόρθωνε να λυγίζει ένα δέντρο ως το έδαφος, να δένει τα θύματά του σ' αυτό και κατόπιν να το αφήνει ελεύθερο, με αποτέλεσμα να εκσφενδονίζονται μακριά. Ο Θησέας, όπως και στην περίπτωση του Περιφήτη, πλήρωσε τον Σίνη με το ίδιο νόμισμα. Ο ληστής γνώρισε τον τρόμο των θυμάτων του.
Στην ίδια περιοχή, στον Κρομμυώνα, ο Θησέας εξοντώνει τη Φαιά, που ήταν ένας θηλυκός αγριόχοιρος, και κατόπιν το διαβόητο Σκίρωνα, που αποτελούσε μάστιγα των διαβατών. Ο ληστής δρούσε στους βράχους που ονομάστηκαν Σκιρωνίδες πέτρες κοντά στα Μέγαρα. Εκεί ο Σκίρωνας υποχρέωνε τους περαστικούς να του πλένουν τα πόδια και καθώς εκείνοι έσκυβαν, τους πετούσε με μια κλοτσιά στη θάλασσα, όπου καραδοκούσε μια πελώρια χελώνα που τους κατασπάραζε. Ο Θησέας άρπαξε τον Σκίρωνα από τα πόδια και τον έστειλε να συναντήσει τα θύματά του.
Οι δοκιμασίες όμως του Θησέα συνεχίστηκαν. Περνώντας από την Πελοπόννησο στη Στερεά μέσω του Ισθμού, αντιμετώπισε στην Ελευσίνα τον Κερκυόνα. Ο Κερκυόνας ήταν παντοδύναμος και προκαλούσε τους διαβάτες να παλέψουν μαζί του, με τη συμφωνία, αν τον νικούσαν, να συνέχιζαν το δρόμο τους. Φυσικά κανείς δεν τα κατάφερνε, ο ληστής τους συνέθλιβε όλους στα μπράτσα του, εκτός του Θησέα που σήκωσε με άνεση τον Κερκυόνα ψηλά και τον έστειλε να "σκάσει" στο έδαφος.
Υστερα ήρθε η σειρά του Προκρούστη. Ο τρομερός ληστής και φονιάς ήταν γνωστός και με άλλα ονόματα, όπως όλοι οι εγκληματίες άλλωστε. Τον ονόμαζαν και Δαμάστη ή Πολυπήμονα. Ο Προκρούστης υποδυόταν το ξενοδόχο. Είχε στήσει δυο κρεβάτια στο δρόμο που οδηγούσε για την Αθήνα και όποιον ταλαιπωρημένο οδοιπόρο έβλεπε να περνά τον προσκαλούσε να ξεκουραστεί. Τα κρεβάτια αυτά όμως, είχαν μια ιδιομορφία. Το ένα ήταν μακρύ και το άλλο κοντό. Ο "φιλόξενος" Προκρούστης πρόσφερε στους κοντούς το μακρύ κρεβάτι και στους ψηλούς το κοντό. Όπως ήταν επόμενο οι άνθρωποι δε χωρούσαν σε κανένα κρεβάτι. Ο Προκρούστης τότε αποκαθιστούσε τις "ισορροπίες". Τραβούσε ή χτυπούσε με σφυρί τους κοντούς για να προσαρμοστούν στο μήκος του κρεβατιού και ακρωτηρίαζε τα επάνω ή κάτω άκρα του σώματος των ψηλών με τον ίδιο σκοπό. Όπως και οι προηγούμενοι ληστές, ο Προκρούστης γνώρισε το θάνατο από τον Θησέα, επάνω σ' ένα από τα κρεβάτια του.

Μήδεια

Μετά απ' όλα αυτά τα κατορθώματα η φήμη του Θησέα ταξίδευε πολύ γρήγορα. Φτάνοντας στην Αθήνα τον ήξεραν πολλοί. Ο Αιγέας είχε ξαναπαντρευτεί τη Μήδεια, τη κόρη του Αιήτη του βασιλιά της Κολχίδας, η οποία ακολούθησε τον Ιάσονα αφού πήρε το χρυσόμαλλο δέρας, και δε γνώριζε ότι ο ήρωας ήταν γιος του. Έτσι υπέκυψε στις παραινέσεις της Μήδειας, που ήθελε να εξασφαλίσει το μέλλον του γιου της Μήδου, τον οποίο είχε αποκτήσει από τον Αιγέα, να φοβάται το νεαρό και προσπάθησε να τον ξεφορτωθεί.
Του ανέθεσε να απαλλάξει την Αθήνα από τον ταύρο του Μαραθώνα, που ήταν πάρα πολύ άγριος, με την ελπίδα ότι ο ταύρος θα τον κατασπαράξει. Ο Θησέας όμως, θανάτωσε τον ταύρο και γύρισε θριαμβευτής στον Αιγέα. Ο βασιλιάς τον κάλεσε σε γεύμα για να γιορτάσουν, δήθεν, τα επινίκια, αλλά με απώτερο στόχο να τον δηλητηριάσει με δηλητήριο που παρασκεύασε η προικισμένη με μαγικές ικανότητες Μήδεια. Μόλις ο Θησέας αντιλήφθηκε το τι συμβαίνει, αποφάσισε να χρησιμοποιήσει το μεγάλο του όπλο: να δείξει στον πατέρα του τα σημάδια που αποδείκνυαν ότι ήταν γιος του. Έτσι έβγαλε, δήθεν τυχαία, το μαχαίρι που είχε αποσπάσει κάτω από το βράχο στην Τροιζηνία για να το χρησιμοποιήσει στο τραπέζι. Ο Αιγέας το αναγνώρισε, συνειδητοποίησε ότι προσπαθούσε να δηλητηριάσει το γιο του και αφού πέταξε μακριά το δηλητήριο, αγκάλιασε τον Θησέα και τον κάλεσε να συμβασιλεύει μαζί του. Παράλληλα έδιωξε τη Μήδεια, η οποία πήρε το γιο της Μήδο και κατέφυγαν στη Φοινίκη.
Μετά τη δραματική αναγνώριση ο Θησέας κλήθηκε να πραγματοποιήσει το μεγαλύτερο από τους άθλους του, που τον έκανε γνωστό σ' όλο τον αρχαίο, αλλά και το σύγχρονο κόσμο. Έπρεπε να απαλλάξει την Αθήνα από το δυσβάσταχτο φόρο απέναντι στην Κρήτη και τον Μινώταυρο.

Ο Μινωικός φόρος

Στον καιρό του Αιγέα και πριν ακόμα γεννηθεί ο Θησέας, ο Ανδρόγεος, γιος του ονομαστού βασιλιά της Κρήτης Μίνωα, νίκησε στους ιερούς αγώνες της Αθήνας, τα Παναθήναια. Τότε ζηλόφθονοι ανταγωνιστές του τον σκότωσαν για να μην προλάβει να πρωτεύσει και σ' άλλα αγωνίσματα. Άλλη εκδοχή του μύθου αναφέρει ότι ο Ανδρόγεος σκοτώθηκε αντιμετωπίζοντας τον ταύρο του Μαραθώνα, τον οποίο εξόντωσε αργότερα ο Θησέας. Ο Μίνωας, σίγουρος για τη δολοφονία του γιου του, εκστράτευσε με το ναυτικό του, που θεωρούνταν πάρα πολύ ισχυρό, εναντίον των Αθηνών. Κατέλαβε τα Μέγαρα, δεν μπόρεσε, όμως, να κυριεύσει την Αθήνα. ΄Ήταν, όμως, γιος του Δία. Ο θεός για να τον ευχαριστήσει έστειλε επιδημίες και πείνα στην Αθήνα. Η πόλη για να γλιτώσει έπρεπε να στέλνει κάθε εννιά χρόνια επτά νέους και νέες ως βορά στον Μινώταυρο, το τέρας με τη μορφή ταύρου που ζούσε στο βάθος του πολύπλοκου Λαβύρινθου, κατασκευή του τεχνίτη Δαίδαλου, στον οποίο όποιος έμπαινε δεν έβρισκε την έξοδο.

Ο Μινώταυρος

Ο Μινώταυρος ήταν καρπός της ένωσης της γυναίκας του Μίνωα Πασιφάης μ' έναν ταύρο! Τον ταύρο αυτόν είχε στείλει από τη θάλασσα σαν σημάδι ο Ποσειδώνας στον Μίνωα, που ήθελε να αποδείξει την κυριαρχία του σ' όλη την Κρήτη. Ζήτησε, όμως, από τον Μίνωα να θυσιάσει τον ταύρο προς τιμή του. Ο Μίνωας όμως δεν το έπραξε και έτσι η οργή του Ποσειδώνα πήρε πρωτότυπη μορφή. Προκάλεσε τον έρωτα της Πασιφάης για τον ωραίο ταύρο και τη σφοδρή επιθυμία της για ένωση μαζί του. Βέβαια κάτι τέτοιο δεν ήταν διόλου εύκολο. Ο πολυτεχνίτης, όμως, Δαίδαλος βρήκε τη λύση. Έφτιαξε μια ξύλινη αγελάδα, κούφια εσωτερικά για να χωράει η Πασιφάη, την οποία έντυσε εξωτερικά με δέρμα από αληθινή αγελάδα και με τροχούς την έσυρε ως το λιβάδι όπου έβοσκε ο ταύρος.
Προϊόν αυτού του αφύσικου ζευγαρώματος ήταν ο Μινώταυρος, τέρας με κεφάλι ταύρου και σώμα ανθρώπου. Το ταυρόμορφο τέρας ο Μίνωας έκλεισε στο βάθος του Λαβύρινθου και το έτρεφε με ανθρώπινο αίμα. Όταν έφτασε το πλήρωμα του χρόνου η Αθήνα να πληρώσει για τρίτη φορά τον αιματηρό της φόρο στον Μίνωα, ο Θησέας ζήτησε από τον πατέρα του να περιληφθεί στην ομάδα των θυμάτων. Οι νέοι και οι νέες που θα πήγαιναν στην Κρήτη επιλέγονταν με κλήρο. Ο Θησέας ήταν εθελοντής.
Ξεκίνησε, λοιπόν, μ' ένα καράβι με μαύρα πανιά και υποσχέθηκε ότι θα σήκωνε άσπρα πανιά κατά την επιστροφή, όταν θα είχε απαλλάξει την Αθήνα από το βαρύ της φόρο. Ακολουθεί μια έντονη λογομαχία μεταξύ του Μίνωα και του Θησέα όπου ο τελευταίος ισχυρίζεται ότι κι αυτός είναι γιος θεού, του Ποσειδώνα. Για να το αποδείξει αποδέχεται την πρόκληση του Μίνωα και πέφτει να πιάσει το δαχτυλίδι που πέταξε στη θάλασσα. Εκεί τον υποδέχεται η Αμφιτρίτη που του χαρίζει έναν πορφυρό μανδύα και ένα στεφάνι από ρόδα οδηγώντας τον στο παλάτι του θεού. Ο Θησέας επιστρέφει από το βυθό με το δαχτυλίδι και αποδεικνύει τη θεϊκή του καταγωγή.

Ο Λαβύρινθος και ο μίτοσ τής Αριάδνης

Στην Κρήτη ο Θησέας βρίσκει σύμμαχο την κόρη του Μίνωα και της Πασιφάης, την Αριάδνη, η οποία ερωτεύεται το νεαρό και όμορφο βασιλόπουλο από την Αθήνα. Η Αριάδνη συναντάει τον Θησέα και του προσφέρει τη βοήθειά της με την προοπτική, όμως, φεύγοντας να την πάρει μαζί του και να την κάνει γυναίκα του. Ο Θησέας, βέβαια, δεν έπρεπε μόνο να σκοτώσει τον Μινώταυρο, αλλά και να βγει από τον Λαβύρινθο. Ποιος άλλος μπορούσε να δώσει τη λύση σ' αυτόν το γρίφο εκτός από τον κατασκευαστή του;
Η Αριάδνη κατέφυγε στον Δαίδαλο και αυτός της συνέστησε ένα έξυπνο κόλπο. Όποιος έμπαινε στον Λαβύρινθο έπρεπε να πάρει μαζί του ένα κουβάρι κλωστή. Δένοντας τη μια άκρη της κλωστής στην άκρη του Λαβύρινθου θα προχωρούσε προς το βάθος του ξετυλίγματος το νήμα. Έτσι η επιστροφή θα γινόταν εύκολη. Τυλίγοντας το νήμα και ακολουθώντας την πορεία του θα έβρισκε την έξοδο του Λαβύρινθου.
Ο Θησέας μπαίνοντας στον πολύπλοκο Λαβύρινθο ακολούθησε τη συμβουλή του Δαίδαλου. Μάλιστα λέγεται ότι η ίδια η Αριάδνη καθόταν στην άκρη του Λαβύρινθου βαστώντας το σωτήριο νήμα. Έτσι έμεινε παροιμιώδης ο "μίτος της Αριάδνης".
Ο Θησέας μέσα στον Λαβύρινθο συνάντησε το τέρας, πάλεψε μαζί του και με το σπαθί του του 'κοψε το λαιμό προσφέροντάς το ως θυσία στον Ποσειδώνα, κάτι που θα 'πρεπε να κάνει, όπως είπαμε, ο Μίνωας με τον ταύρο, πατέρα του τέρατος. Με το μύθο του Μινώταυρου συμπλέκεται και ο μύθος του κατασκευαστή του Λαβύρινθου Δαίδαλου.

Η επιστροφή

Μετά την εξόντωση του Μινώταυρου ο Θησέας, μαζί με την Αριάδνη πλέον, φεύγει από την Κρήτη με το ίδιο πλοίο που είχε φτάσει εκεί. Πρώτος σταθμός το νησί της Νάξου, όπου Θησέας και Αριάδνη συνευρέθηκαν. Καρπός του έρωτά τους ήταν δυο παιδιά, ο Δημοφώντας και ο Ακάμαντας, οι οποίοι έλαβαν μέρος και στον Τρωικό πόλεμο, ή σύμφωνα με άλλους ο Στάφυλος και ο Οινοπίωνας. Αυτή ήταν και η τελευταία φορά που συναντήθηκαν Θησέας και Αριάδνη. Ενώ το ζευγάρι κοιμόταν εμφανίστηκε στον Θησέα η θεά Αθηνά και του είπε να εγκαταλείψει την Αριάδνη. Άλλοι υποστηρίζουν ότι ο Θησέας είχε το νου του σε μια άλλη κοπέλα στην Αθήνα, την όμορφη Αίγλη. Τέλος μια άλλη εκδοχή μιλάει για τον έρωτα ενός θεού για την Αριάδνη, του Διόνυσου, που μη αντέχοντας να τη βλέπει στο πλευρό του Θησέα, την άρπαξε και αφού την καλόπιασε, προσφέροντάς της και ένα χρυσό στεφάνι, την έπεισε να μείνει μαζί του.
Ο μεγαλύτερος άθλος του Θησέα, όμως, τελείωσε τραγικά. Κατά την επιστροφή του στην Αθήνα ο Θησέας ξέχασε ν' αλλάξει τη μαύρη σημαία του καραβιού του. Στη θέα της ο Αιγέας, που περίμενε με αγωνία στα βράχια του Σουνίου, πιστεύοντας ότι ο γιος του έγινε τροφή του Μινώταυρου, έπεσε απελπισμένος στη θάλασσα. Από τότε η θάλασσα αυτή ονομάστηκε "Αιγαίο" πέλαγος.

Η βασιλεία

Μετά το τέλος του Αιγέα ο Θησέας έγινε βασιλιάς της Αθήνας, αφού πρώτα εξουδετέρωσε τα πενήντα ξαδέλφια του, παιδιά του αδερφού του Αιγέα, Πάλλαντα, που δεν τον θεωρούσαν νόμιμο διάδοχο του θρόνου.
Η βασιλεία του Θησέα σημαδεύτηκε από τη συνένωση των δήμων της Αττικής και τη θεμελίωση των πρώτων θεσμών της Αθηναϊκής πολιτείας. Σύμφωνα με κάποιους μύθους ο Θησέας είχε εμπλακεί και στην εκστρατεία των επτά εναντίον των Θηβών. Η εμπλοκή αυτή, βέβαια, ήταν έμμεση και είχε σχέση με τη διαφυγή του Αργείου βασιλιά Άδραστου και την ταφή των υπόλοιπων Αργείων. Ο Θησέας μόλις έμαθε την ανεπιτυχή έκβαση της εκστρατείας, τέθηκε επικεφαλής των πιο διαλεχτών παλικαριών της Αθήνας και έφτασε έξω από τα τείχη της Θήβας. Εκεί απαίτησε τους νεκρούς, κάτι το οποίο αρνήθηκαν οι υπερασπιστές της Θήβας.
Έτσι άρχισε μια φοβερή σύγκρουση ανάμεσα στις δυνάμεις του Θησέα από τη μια μεριά και του Κρέοντα και τους "σπαρτούς" από την άλλη. Η μάχη ήταν σκληρή, αλλά ο Θησέας ανέβασε το φρόνημα των αντρών του, πείθοντάς τους ότι μάχονται για την ίδια την υπόσταση της Αθήνας. Η νίκη έστεψε τον Θησέα και οι Αθηναίοι πήραν τα πτώματα των Αργείων, τα οποία έθαψαν ή έκαψαν είτε στην περιοχή της Θήβας, είτε στην Αθήνα.
Ο μύθος θέλει στην εκστρατεία εναντίον των Αμαζόνων, των θρυλικών πολεμόχαρων γυναικών, να συνεργάζονται οι δυο κορυφαίοι ήρωες της ελληνικής μυθολογίας, ο Ηρακλής και ο Θησέας. Βέβαια, ο Θησέας φαίνεται πως έπαιξε κάπως υποδεέστερο ρόλο σ' αυτή την ιστορία η οποία είχε πρωταγωνιστή τον Ηρακλή. Παρόλα αυτά ο Θησέας βγήκε κερδισμένος απ' αυτή την εκστρατεία.
Ο Ηρακλής του έδωσε, κατ' άλλους την πήρε μόνος του, την περίφημη "ζώνη" της Αμαζόνας Ιππολύτης . Απ' αυτή την εκστρατεία κέρδισε για γυναίκα του και την αμαζόνα Αντιόπη, που σύμφωνα με κάποιες παραλλαγές του μύθου ήταν η ίδια η Ιππολύτη. Οι Αμαζόνες για να εκδικηθούν τον Θησέα οργάνωσαν εκστρατεία εναντίον της Αθήνας, η οποία, όμως, δεν πέτυχε. Σ' αυτή την αναμέτρηση σκοτώθηκε η Αντιόπη πολεμώντας στο πλευρό του άντρα της.
Μετά το θάνατο της Αντιόπης ο Θησέας παντρεύτηκε μια άλλη κόρη του Μίνωα, τη Φαίδρα. Η Φαίδρα, όμως, ερωτεύτηκε το γιο του Θησέα από την Αντιόπη, τον Ιππόλυτο. Ο Ιππόλυτος ήταν ένας όμορφος νέος και επιδέξιος κυνηγός, γι' αυτό και τον προστάτευε η Άρτεμη. Απέκρουσε τον παράφορο έρωτα της μητριάς του Φαίδρας, η οποία απελπισμένη αυτοκτόνησε αφήνοντας ένα γράμμα στο οποίο περιέγραφε τους λόγους της πράξης της. Ο Θησέας επιστρέφοντας από μακρινό ταξίδι βρήκε το γράμμα και κατηγορώντας τον Ιππόλυτο ως συνυπεύθυνο τον καταράστηκε. Ο Ιππόλυτος προσπάθησε να φύγει μακριά, αλλά στο δρόμο του συνάντησε έναν ταύρο που έστειλε ο Ποσειδώνας και ο οποίος αφήνιασε τα άλογα του άρματος του νέου. Έτσι ο Ιππόλυτος βρήκε τραγικό θάνατο.

Η Συμμετοχή του θησέα στή σύγκρουση κενταύρων και λαπηθών

Ο Θησέας είχε έναν πολύ καλό φίλο, τον Πειρίθου, βασιλιά μιας μυθικής θεσσαλικής φυλής, των Λαπήθων. Ο θρύλος αναφέρει ότι η βαθιά αυτή φιλία ξεκίνησε με πρωτοβουλία του Πειρίθου, που ήθελε πάση θυσία να γνωρίσει τον Θησέα. Έκλεψε, λοιπόν, ένα κοπάδι αγελάδες του Θησέα από τον Μαραθώνα και περίμενε τον ήρωα να τον κυνηγήσει. Η συνάντησή τους ήταν συγκλονιστική. Ο Πειρίθους τον περίμενε ήσυχα και όταν ήρθαν αντιμέτωποι, άρχισαν να θαυμάζουν ο ένας τον άλλον. Στο τέλος, έγιναν φίλοι μια και ο Πειρίθους αναγνώρισε το λάθος του και δήλωσε έτοιμος να δεχτεί οποιαδήποτε ποινή, πράγμα το οποίο εκτίμησε ο Θησέας. ΄Όπως συνηθιζόταν ανάμεσα στους ήρωες εκείνη την εποχή, η φιλία τους σφραγίστηκε από όρκους για μελλοντική βοήθεια σε οποιοδήποτε πρόβλημα αντιμετώπιζαν είτε ο ένας είτε ο άλλος. Έτσι ο Θησέας έτρεξε να βοηθήσει το φίλο του όταν ξέσπασε ο πόλεμος μεταξύ των Λαπήθων και των Κενταύρων μισών ανθρώπων, μισών αλόγων που κατοικούσαν στο Πήλιο.
Ο μύθος λέει ότι οι Κένταυροι, καλεσμένοι στους γάμους του Πειρίθου με την Ιπποδάμεια, επιχείρησαν να κλέψουν τις γυναίκες των Λαπήθων. Η προσβολή ήταν μεγάλη και έπρεπε να ξεπλυθεί μόνο με αίμα. Πράγματι, ο Πειρίθους με τη βοήθεια του Θησέα εξόντωσε πολλούς Κένταυρους. Η φιλία των δυο ηρώων συνδέεται και με την προσπάθεια ν' αρπάξουν δυο από τις ωραιότερες γυναίκες της εποχής, τις κόρες του Δία, Ελένη και Περσεφόνη. Την Ελένη, τη γνωστή "ωραία Ελένη", που έγινε αιτία για τον Τρωικό πόλεμο, άρπαξαν όταν ήταν μόλις δώδεκα χρονών και την έφεραν στην Αττική, στην περιοχή των Αφιδνών. Ο Θησέας είχε θαμπωθεί από την ομορφιά της και σκόπευε να την παντρευτεί. Έπρεπε, όμως, να "νοικοκυρευτεί" και ο Πειρίθους. Αυτός είχε βάλει στο μάτι την Περσεφόνη, την κόρη της Δήμητρας που είχε αρπάξει ο Πλούτωνας και την είχε πάει στον Κάτω Κόσμο. Έτσι, λοιπόν, οργάνωσαν μια κάθοδο στον Άδη για να πάρουν την όμορφη κόρη.

Ο Θάνατος του Θησέα

Όμως οι περιπέτειές τους δεν είχαν τέλος. Οι αδελφοί της Ελένης, ο Κάστορας και ο Πολυδεύκης, οι γνωστοί Διόσκουροι, βρήκαν την ευκαιρία και άρπαξαν την Ελένη από την Αττική, ενώ παράλληλα ο Θησέας με τον Πειρίθου πιάστηκαν αιχμάλωτοι στον Κάτω Κόσμο. Ο Θησέας κατάφερε να γλιτώσει με τη βοήθεια του Ηρακλή, ο οποίος στην κάθοδό του στον Άδη τον απελευθέρωσε.
Στην Αθήνα, στο μεταξύ, οι Διόσκουροι είχαν εγκαταστήσει στο θρόνο τον Μενεσθέα, ο οποίος, όπως ήταν φυσικό, αρνήθηκε να τον εγκαταλείψει για τον Θησέα. Έτσι ο ήρωας κατέφυγε στο νησί της Σκύρου με την ελπίδα να πείσει το βασιλιά Λυκομήδη να τον βοηθήσει να ξαναπάρει το θρόνο του. Ο Λυκομήδης φέρθηκε πονηρά. Με την πρόφαση της ξενάγησης του σπουδαίου καλεσμένου του, τον οδήγησε σε μια απόκρημνη περιοχή του νησιού, απ' όπου τον γκρέμισε στη θάλασσα. Αυτό ήταν και το τέλος του μυθικού ήρωα.

Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2009

Ηρακλής

Ηρακλής

Το όνομα του Ηρακλή έχει ταυτιστεί με τη δύναμη τον ηρωισμό και τη μεγαλοπρέπεια. Αυτός ημίθεος που έγινε σύμβολο μια και η φήμη του έφτασε σε κάθε άκρη του γνωστού ως τότε κόσμου, αντιπροσωπεύει οτιδήποτε υπεράνθρωπο και μεγάλο. Δεν υπήρξε κατόρθωμα που να μην το κάνει Ηρακλής. Τα προβλήματα που παρουσιάζονταν στης κοινωνίες όλης σχεδόν της Ελλάδας αλλά και πέρα από αυτήν , ένας μόνο άνθρωπος μπορούσε να τα λύσει αυτός ήταν πάντα ο Ηρακλής. Πάλεψε με κακούργους , τέρατα, στρατούς, θεούς, στοιχεία της φύσης, αρρώστιες, ακόμα και με το θάνατο και βγήκε νικητής! Ο φημισμένος ήρωας που ήταν προικισμένος με υπερφυσικές χάρες αλλά και ανθρώπινες αδυναμίες, ανήκει στη γενιά των Περσειδών. Γεννήθηκε στη Θήβα από Αμφιτρύωνα και την Αλκμήνη. Ο αληθινός του πατέρας όμως ήταν ο Δίας που επωφελήθηκε κάποια νύχτα από την απουσία τον Αμφιτρύωνα, πήρε τη μορφή του και κοιμήθηκε με την Αλκμήνη. Όταν ο Ηρακλής γεννήθηκε, δεν ήρθε μόνος του στον κόσμο, αλλά με το δίδυμο αδερφό του Ιφικλή, που ο μύθος τον αναφέρει σαν γνήσιο γιο του Αμφιτρύωνα, αφού η σύλληψη του έγινε το επόμενο βράδυ με την επιστροφή του πατέρα του. Η θεά 'Ηρα, δεν άργησε να εκδηλώσει τη ζήλια της για το βρέφος το οποίο απέδειξε σε ηλικία οκτώ μηνών τη θεϊκή του καταγωγή. Κάποιο βράδυ που η Αλκμήνη είχε βάλει τα δίδυμα να κοιμηθούν, η 'Ηρα έστειλε στην κούνια τους δύο τεράστια φίδια που τυλίχτηκαν γύρω τους. Ενώ ο Ιφικλής άρχισε να κλαιει, ο Ηρακλής χωρίς να φοβηθεί, άρπαξε ένα φίδι από κάθε χέρι και τα έπνιξε.

Ο Ηρακλής έφηβος
Σαν έφηβος ο ημίθεος ήταν δυνατός, ζωηρός ανυπάκουος και με ασυνήθιστη ανάπτυξη. Στα δεκαοχτώ του χρόνια είχε κιόλας πραγματοποιήσει τον πρώτο του άθλο: σκότωσε το λιοντάρι του Κιθαιρώνα που ήταν τόσο άγριο ώστε προξενούσε τεράστιες ζημιές στα κοπάδια χωρίς κανείς να μπορεί να το εξοντώσει. Την ίδια περίπου εποχή καθώς αυτός ο ψηλός Kι ωραίος έφηβος περπατούσε, είδε το δρόμο στον οποίο βάδιζε, να χωρίζεται στα δύο. Ο ένας δρόμος ήταν αρχικά πλατύς όμορφος, αλλά μακριά στο βάθος στένευε. Στην αρχή αυτού του δρόμου ήταν μια όμορφη γυναίκα ντυμένη φανταχτερά. Ο άλλος δρόμος στην αρχή ήταν στενός, γεμάτος αγκάθια που όμως πέρα μακριά, γινόταν πλατύτερος κι ανθοστόλιστος. Στη στενή του είσοδο στεκόταν μια γλυκιά και σεμνή γυναίκα ντυμένη απλά κι αρχοντικά. -Ποιες είστε; ρώτησε ο Ηρακλής. -'Έλα μαζί μου, του είπε η πρώτη. Θα σε κάνω ευτυχισμένο. Το όνομα μου είναι Κακία. -Ακολούθησε με, του είπε η δεύτερη. Θα κερδίσεις την εκτίμηση, το σεβασμό και την αγάπη των ανθρώπων. Με λενε Αρετή. Ο Ηρακλής σκέφτηκε για λίγο κι αποφάσισε να ακολουθήσει την Αρετή.

Ο Ημίθεος Ηρακλής
Τα επόμενα χρόνια, η φήμη του Ηρακλή άρχισε να εξαπλώνεται παντού και κανείς δεν μπορούσε να τον συναγωνιστεί στη δύναμη και την ανδρεία. Ο βασιλιάς της Θήβας Κρέοντας, τον παντρεύει με την κόρη του Μεγάρα για να τον τιμήσει για την γενναιότητά του. Όμως η θεά 'Ηρα που ζητά πάντα ευκαιρία να του κάνει κακό, του στέλνει την Τρέλα που τον κυριεύει. Σε μια κρίση του ο ήρωας σκοτώνει τα παιδιά που είχε αποκτήσει με τη Μεγάρα. Όταν συνήλθε ο Ηρακλής και συνειδητοποίησε αυτά που είχε κάνει, θέλησε να αυτοκτονήσει. Τελικά αποφάσισε να ζητήσει συμβουλή από το μαντείο των Δελφών. Ο χρησμός της Πυθίας έλεγε, πως για να εξαγνιστεί από το φόνο των παιδιών του, έπρεπε να πάει στο Άργος και να μπει στην υπηρεσία του εξάδελφου του βασιλιά Ευρυσθέα για δώδεκα χρόνια, Με εντολή του Ευρυσθέα ο Ηρακλής έπρεπε να εκτελέσει τους άθλους που θα του χάριζαν το τίμημα της αθανασίας και την είσοδό του στον Όλυμπο. 'Έτσι ο αγαπημένος αυτός ήρωας παρουσιάστηκε στον βασιλιά του Άργους ο οποίος από προσωπική εμπάθεια για τον ήρωα, εξάντλησε με τις διαταγές του κάθε επικίνδυνη και ακατόρθωτη αναμέτρηση με τέρατα και υπερφυσικά φαινόμενα της εποχής.
Ο οπλισμός του Ηρακλή περιλάμβανε το χαρακτηριστικό ρόπαλο που έφτιαξε ο ίδιος για την πραγματοποίηση του πρώτου του άθλου, το ξίφος που του το έδωσε ο Ερμής, το τόξο και τα βέλη δώρα του Απόλλωνα, ενώ ο 'Ήφαιστος του είχε χαρίσει έναν χρυσό θώρακα κι ο Ποσειδώνας τα άλογά του, Λενε πως η Αθηνά είχε προσθέσει ένα πέπλο στο θώρακα του Ηφαίστου ή ακόμα ότι εκείνη είχε προσφέρει όλα τα δώρα εκτός από το ρόπαλο.

Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2009

Βελλεροφόντης

Βελλεροφόντης

Ο Βελλεροφόντης ήταν γιος του Ποσειδώνα, αλλά ανάμεσα στους ανθρώπους πατέρας του θεωρείται ο Γλαύκος ο γιος του Σίσυφου, από το βασιλικό οίκο της Κορίνθου. Μητέρα του ήταν η Ευρυνόμη κόρη του βασιλιά Νίσου των Μεγάρων. Ο ήρωας αυτός, ονομάστηκε έτσι μετά από το φόνο ενός τυράννου της Κορίνθου, του Βέλλερου, που έγινε από καθαρή σύμπτωση.
( Βελλεροφόντης = ο φονιάς του Βέλλερου ). Μετά από το φόνο αυτό, αναγκάστηκε να φύγει από την Κόρινθο και να πάει στην Τίρυνθα στο βασιλιά Προίτο για να εξαγνιστεί. Κατά την εκεί διαμονή του όμως, η Άντεια η γυναίκα του Προίτου ερωτεύτηκε αυτό τον νέο κι όμορφο άντρα ο οποίος όμως από σεβασμό για τη φιλοξενία του συζύγου της αρνήθηκε τον έρωτά της. Τότε εκείνη διέβαλε τον Βελλεροφόντη στον Προίτο ότι προσπάθησε να την αποπλανήσει και του ζήτησε να σκοτώσει τον καβαλάρη του Πήγασου.
'Έτσι ο Προίτος αποφάσισε να στείλει τον Βελλεροφόντη στη Λυκία, στον πεθερό του Ιοβάτη, γιατί δεν ήθελε σύμφωνα με τους άγραφους νόμους της φιλοξενίας να τον σκοτώσει ο ίδιος. Ο Ιοβάτης δέχτηκε τον Βελλεροφόντη με γιορτές και τον φιλοξένησε εννιά μέρες κατά τη διάρκεια των οποίων θυσίασε και εννιά ταύρους για τις τελετές που έκανε προς τιμήν του και τη δέκατη μέρα άνοιξε το γράμμα του γαμπρού του.
Εκείνο που σκέφτηκε ο Ιοβάτης όταν διάβασε την εντολή του Προίτου να σκοτώσει τον Βελλεροφόντη, ήταν να του αναθέσει να εξοντώσει το φοβερό ζώο τη Χίμαιρα που είχε αναθρέψει ο βασιλιάς της Καρίας Αμισοδάρης ο Βελλεροφόντης δέχτηκε την εντολή του Ιοβάτη. Η μεγαλύτερη δυσκολία που είχε η επιχείρηση αυτή, ήταν οι φλόγες που έβγαζε η Χίμαιρα και που τις εκσφενδόνιζε σε μεγάλη απόσταση. 'Όμως σε αυτό βοήθησε ο περίφημος Πήγασος που πέταξε ψηλά με τον αναβάτη του κι έτσι ο ήρωας έριχνε από το ύψος που ήθελε τα βέλη του στη Χίμαιρα.
Μετά την εξόντωση της Χίμαιρας ο Ιοβάτης έστειλε τον Βελλεροφόντη εναντίον του λαού των Σολύμων που ήταν άγριοι και πολεμόχαροι. Όταν ο ήρωας νίκησε και τους Σόλυμους, πήρε εντολή να πολεμήσει τις Αμαζόνες. Το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο νικηφόρο.
Τελικά, μην ξέροντας τι να κάνει για να τον εξοντώσει ο Ιοβάτης, συγκρότησε μια ομάδα επίλεκτων ανδρών οι οποίοι έστησαν μια ενέδρα για να τον σκοτώσουν. Ο Βελλεροφόντης τους νίκησε και αυτούς. Τότε ο βασιλιάς της Λυκίας πείστηκε ότι ο ήρωας αυτός είχε θεϊκή καταγωγή, του φανέρωσε την εντολή που είχε πάρει από τον Προίτο και από θαυμασμό και εκτίμηση τον κράτησε κοντά του τον έκανε γαμπρό του και του άφησε αργότερα το Βασίλειο του.
Από τη Φιλονόη την κόρη του Ιοβάτη ο Βελλεροφόντης απόκτησε τον Ίσανδρο και τον Ιππόλοχο και μια κόρη τη Λαοδάμεια. Από τον Ιππόλοχο γεννήθηκε ο Γλαύκος και από τη Λαοδάμεια ο Σαρπηδόνας οι οποίοι διοικούσαν το στράτευμα των Λυκίων στον τρωικό πόλεμο.
Οι δυο εγγονοί του Βελλεροφόντη ξεχώρισαν ανάμεσα στους ήρωες των Τρώων, όπως αναφέρει στην Ιλιάδα ο 'Όμηρος. Αυτό είναι ένα ακόμα από τα στοιχεία που αποδεικνύουν την κοινή ελληνική καταγωγή των πολεμιστών Αχαιών και Τρώων.
Λένε για το τέλος του Βελλεροφόντη, ότι πολύ αργότερα από έπαρση θέλησε ν' ανέβει στον 'Όλυμπο να δει την κατοικία του Δία με το φτερωτό του Πήγασο ή ακόμα να πάρει μέρος στο συμβούλιο των θεών. Ο Δίας όμως οργίστηκε από τη ματαιοδοξία και έτσι με δική του εντολή το θεϊκό άλογο γκρέμισε από τα ύψη τον αναβάτη του και τον σκότωσε.
Ο Πήγασος επέστρεψε στον Όλυμπο όπου ανήκε. 'Έφερνε την αστραπή στο Δία κι υπηρετούσε τη θεά Ηώ (Αυγή) που ξημέρωνε τη μέρα. Στην Κόρινθο και στη Λυκία τιμούσαν τον Βελλεροφόντη σαν ήρωα, ενώ ο Όμηρος αναφέρει στην Ιλιάδα τις φιλικές σχέσεις του με τον Οινέα, το βασιλιά της Καλυδικίας.
Η Χίμαιρα
Γεννήθηκε από τον Τυφώνα και την 'Εχιδνα κι έμοιαζε με κατσίκα και λιοντάρι, Λένε πως είχε πολλά κεφάλια κατσίκας κι ένα λιονταριού και ένα φίδι για ουρά. 'Ήταν φοβερή στην όψη κι έβγαζε φλόγες από τα στόματα και τα ρουθούνια της. Λεηλατούσε τις καλλιέργειες κι έκανε πολλές καταστροφές. Η Χίμαιρα ήταν όμως τόσο επικίνδυνη που ο Ιοβάτης πίστεψε πως έστελνε τον Βελλεροφόντη σε βέβαιο θάνατο, ζητώντας του να την εξολοθρέψει.
Ο Πήγασος
0 πήγασος ήταν το θαυμαστό φτερωτό άτι που σύμφωνα με το μύθο ξεπήδησε από το λαιμό της Μέδουσας, όταν ο Περσέας της έκοψε το κεφάλι, μαζί με τον ήρωα Χρυσάορα που ήταν κι αυτός όπως κι ο Βελλεροφόντης γιος του Ποσειδώνα, με τη διαφορά ότι ο απόγονος του Σίσυφου ήταν θνητός. Ο Βελλεροφόντης ζήτησε από τον πατέρα του ένα φτερωτό άλογο κι εκείνος του το δώρισε. Δεν είχε όμως ακόμα βρεθεί το χαλινάρι για να πιαστεί αυτό το υπέροχο ζώο. Τότε η θεά Αθηνά του χάρισε ένα χρυσό χαλινάρι που μ'αυτό μπόρεσε να δαμάσει τον φτερωτό πήγασο. Μετά από αυτό ο ήρωας θυσίασε στον Ποσειδώνα και στην Αθηνά για να τους τιμήσει.

Το τέλος και η αποθέωση του Ηρακλή

Το τέλος και η αποθέωση του Ηρακλή

Ο Ηρακλής έκανε πολλά ακόμα κατορθώματα και άθλους, ξεκίνησε εκστρατείες, έκανε πολέμους και εξολόθρεψε ληστές και θηρία της εποχής του. Υπάρχουν πολλές διηγήσεις και θρύλοι που τα περιγράφουν σε διάφορες εκδοχές.
Το τέλος του μύθου του όμως συνδέεται με το μοιραίο γάμο του με τη Δηιάνειρα που την ένωση μαζί της αποφάσισε στο ταξίδι του στον Άδη, όταν συνάντησε τον αδελφό της Μελέαγρο και του το υποσχέθηκε, θα λέγαμε πως η συμφωνία αυτή ανάμεσα τους σ' ένα τόπο όπως ο Κάτω Κόσμος έπαιξε αποφασιστικό ρόλο.
Σε κάποιο ταξίδι του ο ήρωας με τη Δηιάνειρα, έπρεπε να περάσουν τον ποταμό Εύηνο, όπου ο Κένταυρος Νέσσος που έμενε εκεί κοντά έκανε τον βαρκάρη. Ο Νέσσος πέρασε απέναντι πρώτα τον Ηρακλή και έπειτα γύρισε για να μεταφέρει τη Δηιάνειρα. Τότε ήταν που ο Κένταυρος προσπάθησε να τη βιάσει κι ο Ηρακλής ακούγοντας τις φωνές της που τον καλούσε σε βοήθεια τον χτύπησε μ' ένα βέλος στην καρδιά, τοξεύοντας τον από την όχθη.
Ο Κένταυρος τότε για να εκδικηθεί, είπε στη Δηιάνειρα ότι θα κρατούσε τον Ηρακλή νια πάντα κοντά της, σε περίπτωση που θα φοβόταν πως τον έχανε, αν έφτιαχνε ένα μαγικό φίλτρο από το αίμα της πληγής του. Η Δηιάνειρα τον πίστεψε, μάζεψε το αίμα του Νέσσου και το πήρε μαζί της.
Αργότερα όταν ο Ηρακλής, μετά από την νίκη κατά του Εύρυτου για την κατάληψη της Οιχαλίας, θέλησε να χτίσει βωμό στο Δία και να του προσφέρει θυσία, έστειλε τον σύντροφο του Λίχα στην Τραχίνα όπου έμενε τότε η Δηιάνειρα, να ζητήσει καθαρά καινούρια ρούχα για την τελετή. Τότε η Δηιάνειρα φοβήθηκε μήπως ο Ηρακλής την ξεχάσει κοντά στην Ιόλη, την κόρη του Εύρυτου που είχε κάνει ερωμένη του και βούτηξε το χιτώνα στο αίμα του Νέσσου.
Ο Ήρωας τον φόρεσε κι άρχισε την τελετή της θυσίας. Όμως το δηλητήριο από το αίμα του Κενταύρου άρχισε να του καίει το δέρμα. Το μαρτύριο ήταν αβάσταχτο. Ο ήρωας προσπαθούσε να βγάλει το θανατηφόρο χιτώνα αλλά ξεκολλούσαν κι οι σάρκες του μαζί. Έτσι διέταξε να τον μεταφέρουν στην Τραχίνα.
Η Δηιάνειρα όταν συνειδητοποίησε τι είχε κάνει, αυτοκτόνησε. Ο Ηρακλής τότε, αφού εμπιστεύτηκε την Ιόλη στο γιο του Ύλλο και απέσπασε την υπόσχεση του να την παντρευτεί όταν θα μεγάλωνε, ανέβηκε στο βουνό Οίτη, μάζεψε ένα σωρό ξύλα και διέταξε να βάλουν φωτιά για να τον κάψουν. Κανείς όμως δεν υπάκουσε. Μόνο ο Φιλοκτήτης δέχτηκε τελικά να τον λυτρώσει από το μαρτύριο.
Σ' αυτόν ο ήρωας χάρισε το τόξο και τα βέλη του που ήταν ποτισμένα με το δηλητήριο της Λερναίας Ύδρας.
Όταν η φωτιά ψήλωσε αρκετά, ανάμεσα σε κεραυνούς και βροντές, ένα σύννεφο πήρε τον Ηρακλή και τον ανέβασε στον ουρανό. Έτσι πέρασε στην αθανασία κι ανέβηκε στον Όλυμπο όπου παντρεύτηκε την Ήβη τη θεά της αιώνιας νεότητας.

Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2009

Μούσες

Μούσες

Οι Μούσες στην ελληνική παράδοση.
Μούσες Ετυμ. = μάω ή μώομαι ή μώσις (επιθυμώ) ή ομού ούσαι. Την ονομασία Μούσες έδωσε ο Πίερος, όπως αναφέρει ο Ησίοδος. Γεννήθηκαν από τους θεούς στα πανάρχαια χρόνια. Ήσαν φύλακες της γνώσης στα Μουσεία (βιβλιοθήκες και διδακτήριο), που διαιώνιζαν τον Ελληνικό Λόγο. Ιστορικά οι Μούσες του Παρνασσού ήσαν μεγάλες δασκάλες και δίδαξαν την πανάρχαια ελληνική ιστορία και την γενεαλογία των θεών του Ολύμπου, μέσα από τα κείμενα του Ησιόδου.

Όλοι σχεδόν οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς τις επικαλούνται στην αρχή των έργων τους σαν υπαρκτά και διαχρονικά πρόσωπα και τις ικετεύουν να τους βοηθήσουν να αποδώσουν σωστά τον προφορικό ή γραπτό λόγο τους. Στις ζωγραφικές και γλυπτικές απεικονίσεις οι καλλιτέχνες τις παρουσιάζουν ως αέρινες μορφές με στοχασμό και θεϊκή ομορφιά, που κρατούν δάφνες
και μουσικά όργανα και απαγγέλλουν ή τραγουδούν ολόγυρα από το μεγάλο δάσκαλο Απόλλωνα. Εντύπωση κάνει στον αναγνώστη των αρχαίων λόγων, ότι κανείς δεν αμφισβητεί την ύπαρξη τους. Οι Μούσες ήταν δεμένες με τη γνώση, το λόγο, τα γράμματα και τις τέχνες. Στην πρώτη γενιά των Μουσών ανήκουν οι επτά θυγατέρες του Ουρανού και της Γης (όσα και τα φωνήεντα του ελληνικού αλφάβητου). Στη δεύτερη γενιά οι εννέα θυγατέρες της Μνημοσύνης και του Δία.

Η καταγωγή.
Η παράδοση αναφέρει, ότι ο Ζευς ξεγέλασε την όμορφη και πανέξυπνη Μνημοσύνη και κοιμήθηκε μαζί της εννέα νύχτες. Η Μνημοσύνη γέννησε τις εννέα Μούσες, που ήσαν όμοιες σε όλα. Η Μνημοσύνη τις έδωσε να πς αναθρέψει η νύμφη Εύφημη και όρισε δάσκαλο τους τον Απόλλωνα,Οι εννέα Μούσες ήσαν: Κλειώ, Ευτέρπη, Θάλεια, Μελπομένη, Τερψιχόρη, Ερατώ, Πολυμνία, Ουρανία και η Καλλιόπη η ξεχωριστή σε όλο από τις άλλες. Οταν μεγάλωσαν έγιναν πολύ έξυπνες και ωραιότατες. Είχαν ιδιαίτερη αγάπη στη μουσική, δεν τις ενδιέφεραν οι ανθρώπινες ασχολίες και αναζητούσαν ήσυχο τόπο για να αφιερωθούν στις Καλές Τέχνες. Ο Απόλλων τις έφερε στο μεγάλο και όμορφο όρος Ελικώνα, στην τοποθεσία που ήταν και ο παλαιότερος
βωμός του Δία. Περνούσαν δε τον καιρό τους ως εξής: «Ο Απόλλων στεκόταν στη μέση και έπαιζε τη λύρα του. Ολόγυρα οι Μούσες τραγουδούσαν και έπαιζαν και αυτές τα μουσικά τους όργανα. Ύστερα χόρευαν ολόγυρα από το βωμό και αργότερα κάθονταν πάνω σε δάφνες και τραγουδούσαν. Ο μεγάλος δάσκαλος Απόλλων πάντα στη μέοη με τη λύρα του. Ό,τι έψαλλαν ήσαν ύμνοι στο θεό και πατέρα τους Δία. Πολλές μέρες περνούσαν και στον Παρνασσό, επειδή και αυτό το βουνό ήταν θεϊκό και βρισκόταν εκεί το μεγάλο μαντείο του Απόλλωνος. Έκαναν περιπάτους και λούζονταν στις πηγές Ιπποκρήνη,
την ωραιότερη πηγή στην κορυφή του Ελικώνος, Κασταλία, στον Παρνασσό, Αγανίππη, στη Βοιωτία και Αειβήθρα στη Μακεδονία- γι αυτό ονομάζονταν και Λειβηθρίδες.Οι αρχαιότερες Μούσες εμφανίζονται επί βασιλείας του Κρόνου.

Οι Μούσες και οι «Τέχνες».
Η παράδοση αναφέρει: δύο Μούσες εφεύραν τη θεωρία και την πράξη στη μάθηση. Τρεις Μούσες εφεύραν τους τρεις μουσικούς τόνους αδρόν, μέσον και ισχνόν τις τρεις χορδές της Λύρας, τις τρεις προσωδίες οξεία, βαρεία, περισπωμένη και τους τρεις χρόνους παρεληλυθότα, ενεστώτα, μέλλοντα τα τρία πρόσωπα, τους τρεις αριθμούς, το τρίγωνο των αστέρων και άλλα τριάριθμα. Τέσσερις Μούσες εφεύραν τις τέσσερις διαλέκτους: ατ-τική, ιωνική, αιολική και δωρική. Πέντε Μούσες τις πέντε αισθήσεις: όραση, γεύση, όσφρηση, αφή και ακοή. Επτά Μούσες εφεύραν τις επτά χορδές της λύρας, τις επτά Ουράνιες ζώνες, τους επτά πλανήτες και τα επτά φωνήεντα του ελληνικού αλφάβητου.

1. Η Μούσα Κλειώ ανακάλυψε την Ιστορία (και την κιθάρα). Η ιστορία ονομαζόταν Κλειώ, επειδή αναφέρεται στο Κλέος (που ανήκει στους ήρωες του παρελθόντος), που μας διηγούνται οι συγγραφείς μέσα από τα βιβλία. Σύμφωνα με την παράδοση, η Κλειώ κατηγόρησε την Αφροδίτη επειδή ερωτεύθηκε τον 'Aδωνι. Η Αφροδίτη ανταπέδωσε: Την οδήγησε στο σπίτι του Πίερου και την έκανε να τον ερωτευθεί. Η Κλειώ με τον Πίερο γέννησε τον Υάκινθο. Με το Μάγνητα (πατέρα του Πίερου) γέννησε τον Ιάλεμο, τον Υμέναιο και το Λίνο. Ζωγράφιζαν την Κλειώ δαφνοστεφανωμένη και με πορφυρό ένδυμα. Στο δεξί της χέρι κρατούσε μία σάλπιγγα και στο αριστερό ένα βιβλίο, που έγραφε Κλειώ Ιστορία. Στα πόδια της υπήρχε το Κιβώτιο της Ιστορίας.

2. Η Μούσα Ευτέρπη ανακάλυψε διάφορα μουσικά όργανα, τα μαθήματα, και τη διαλεκτική. Τα μαθήματα τέρπουν τους ανθρώπους, αλλά και..«είναι εύτερπεϊς οί λόγοι των πεπαιδευμένων». Η Ευτέρπη με το Στρυμόνα γέννησε το Ρήσσο. Τη ζωγράφιζαν δαφνοστεφανωμένη να παίζει αυλό ή να τον κρατά. Δίπλα της βρισκόταν όργανα μουσικά και κείμενα, ο Έρωτας και δένδρα με τον τραγουδιστή Τέττιγα (τζιτζίκι).

3. Η Μούσα θάλειαήιαν Έφορος της Κωμωδίας. Ανακάλυψε την κωμωδία, τη γεωμετρία, την αρχιτεκτονική και τη γεωργία. Ηταν προοτάτισσα και των Συμπο-σίων, Το όνομα Θάλεια = θάλλειν τα φυτά, ή από του Θάλεια στα (συμπόσια) ή... επειδή θάλλουσιν εις πολλούς αιώνας οί έπαινούμενοι δια των ποιημάτων... Έλεγαν πως ο Παλαίφατος ήταν γιος της. Τη ζωγράφιζαν στεφανωμένη με κισσό, νέα και χαμογελαστή, να κρατά κωμική μάσκα. Άλλες φορές δαφνοστεφανωμένη με πράσινο πανωφόρι και τηνεπιγραφή Θάλεια Κωμωδίαν.

4. Η Μούσα Μελπομένη ήταν προστάτισσα της Τραγωδίας, επειδή αυτή την επινόησε, της ρητορικής και της μουσικής μελωδίας (μολττήν). Ονομάστηκε Μελπομένη από την λέξη μολττήν ... επειδή δι αυτής μέλπουσιν οί άνθρωποι όλοι τους αγαθούς. Η Μελπομένη με τον Αχελώο, κατά μία παράδόση, γέννησε τις Σειρήνες Τη ζωγράφιζαν να φορεί μάσκα τραγωδίας, θυμωμε νη, δαφνοστεφανωμένη με σκήπτρο, ρόπαλο στα χέρια και την επιγραφή Μελπομένη Τραγωδίαν.

5. Η Μούσα Τερψιχόρη επινόησε το χορό, την άρπα και την παιδεία. Ονομάστηκε Τερψιχόρη, επειδή ετέρπετο, ευχαριστιόταν με το χορό. Ίσως και από τη μάθηση (που τέρπει τους ακροατές). Στην παράδοση αναφέρεται πως γέννησε με το Στρυμόνο το Ρήσο και με τον Άρη το Βίστωνα ή ακόμη με τον Αχελώο τις Σειρήνες. Την Τερψιχόρη ζωγράφιζαν δαφνοστεφανωμένη και με προμετωπίδιο να κρατά άρπα και. να χορεύει χαρούμενη, ενώ τα πόδια της μόλις να ακουμπούν τη γη και με την επιγραφή Τερψιχόρη λΰραν.

6. Η Μούσα Ερατώ είναι η ευρετρια των ερωτικών ποιημάτων, του γάμου, (και της ποιήσεως, της μουσικής και της διαλεκτικής). Το όνομα Ερατώ* από το ερεσθαι και από τη λέξη έρως και εραστής. Τη ζωγράφιζαν καθιστή, να φορά ροδοστέφανο (στεφάνι από τριαντάφυλλα), με τη λύρα και το τόξο του έρωτος στα χέρια και την επιγραφή « Έρατφ Ψάλτριαν. Ο Απολλώνιος ο Ρόδιος ξεκινά το τρίτο κεφάλαιο του τέταρτου μέρους στα Αργοναυτικά με: ...«Και τώρα Μούσα Ερατώ, έλα κοντά μας και πες μας ηώς ο Ιάσονας ... έφερε το χρυσόμαλλο Δέ-ρας... από τον ερωτά του στη Μήδεια ... γιατί έχεις τις χάρες της Κύπριδας Ι\· φροδίτης.,. και φέρνεις τη μαγεία στα ανύπαντρα κορίτσια,.,».

7. Η Μούσα Πολυμνία (ή Πολυάμνια). Το όνομα Πολυμνία από το πολύς και ύμνος, επειδή υμνεί πολλούς ανθρώπους ή από το πολλών και μνήμη, επειδή μνημονεύει πολλοϋς στην ιστορία. Ηταν προστάτισσα των θεϊκών ύμνων αλλά και της υποκριτικής μίμησης, της γεωμετρίας, της ιστορίας, της γραμματικής κ.ά. Τη ζωγράφιζαν να κοιτά προς τον Ουρανό με στεφάνι από δάφνη και μαργαριτάρια στο κεφάλι, λευκό φόρεμα, με τη λύρα στα χέρια της και την επιγραφή Πολυ-μνίςκ Μύθους.

8. Η Μούσα Ουρανία ήταν προστατισσα των Ουρανίων Σωμάτων και γενικά της ο-ατρονομίας που ανακάλυψε. Σύμφωνα με την παράδοση με το Διόνυσο γέννησε τον Υμέναιο και με τον Απόλλωνα το Λίνο. Ζωγράφιζαν την Ουρανία στεφανωμένη με αστέρια και προμετωπίδιο, μπλε φόρεμα, μπροστά της τρίποδα που επάνω είχε την ουράνια σφαίρα και διαβήτη.

9. Η Μούσα Καλλιόπη ήταν η ανώτερη και επισημότερη από τις άλλες αδελφές της Μούσες. Συνόδευε τους βασιλείς και τους ανώτατους άρχοντες για να επιβάλλει με τα λόγια της υποταγή και δικαιοσύνη. Η Καλλιόπη ήταν προστατισσα των ηρωικών ποιημάτων και της ρητορικής. Ονομάστηκε Καλλιόπη, επειδή είχε καλή δπα =ωραία όψη, πρόσωπο. Την ονόμαζαν και Καλλιέπειαν, επειδή ήταν ευρέτρια της ποίησης. Σύμφωνα με την παράδοση η Καλλιόπη γέννησε τον Ορφέα, τις Σειρήνες, τον Κυμόθεο κ.ά. Ζωγράφιζαν την Καλλιόπη νέα και ωραία, με άνθη στο κεφάλι ή κισσό, στο δεξιό χέρι να κρατά δάφνες και στο αριστερό δύο βιβλία, πολλές φορές την Ιλιάδα και την Οδύσσεια.

Εχετλαίος ή Εχέτλος ο ήρωας με το αλέτρι...

Εχετλαίος ή Εχέτλος ο ήρωας με το αλέτρι...

Με το όνομα αυτό τιμούσαν οι Αθηναίοι τον άγνωστο ήρωα που εμφανίστηκε στη μάχη του Μαραθώνα, και τους βοήθησε να αντιμετωπίσουν την περσική εισβολή. Στη μάχη εκείνη είχε εμφανιστεί ξαφνικά στο ελληνικό στρατόπεδο κάποιος άγνωστος άνδρας ντυμένος με στολή χωρικού κρατώντας στα χέρια του εχέτλη (= λαβή αρότρου), αντί για όπλο. Με την εχέτλη χτυπούσε τους εχθρούς κι εξόντωσε πολλούς από αυτούς.

Μετά τη μάχη, ο άγνωστος άνδρας εξαφανίστηκε, με τον ίδιο τρόπο που είχε εμφανιστεί και κανείς δεν γνώριζε το παραμικρό γι' αυτόν, ούτε το όνομά του.

Οι Αθηναίοι ρώτησαν το Μαντείο των Δελφών να μάθουν ποιος ήταν ο άγνωστος ήρωας που πολέμησε μαζί τους και το Μαντείο τους έδωσε την απάντηση πως έπρεπε να τιμούν τον ήρωα Εχετλαίο.

Οι Αθηναίοι από ευγνωμοσύνη προς αυτός, όρισαν την επίσημη λατρεία του ως ήρωα.

Ο ζωγράφος Πάναινος τον απεικόνισε σε τοιχογραφία της ποικίλης Στοάς, με το όνομα Έχετλος, να μάχεται με τη λαβή του αρότρου εναντίων των Περσών.

Πέμπτη, 15 Οκτωβρίου 2009

Σίσυφος, ο πιο πονηρός άνθρωπος του κόσμou

Σίσυφος, ο πιο πονηρός άνθρωπος του κόσμou

Παιδί του Αιόλου και της κόρης του Άτλαντα, Εναρέτης, ήταν και ο Σίσυφος, μυθικός βασιλιάς της Κορίνθου και ιδρυτής της Εφύρας (μετέπειτα Κορίνθου), Ήταν αυτός που καθιέρωσε τα Ίσθμια, ενώ φέρεται να σκοτώθηκε από το Θησέα. Ο Όμηρος τον χαρακτηρίζει ως τον σοφότερο και πονηρότερο των ανθρώπων.

Κάθε πρωί πήγαινε σ’ ένα ψηλό βράχο, στον Ακροκόρινθο, και από εκεί αγνάντευε πέρα μακριά με το αετίσιο του μάτι, από το οποίο τίποτα δεν ξέφευγε.
Γνώριζε μυστικά όχι μόνο των ανθρώπων, αλλά και των θεών. Ο ποταμός Ασωπός, ζητώντας να του αποκαλύψει αν γνώριζε κάτι για την αρπαγή της κόρης του, Αίγινας, του προσέφερε μια αστείρευτη πηγή νερού, για να χορταίνει τη δίψα του στο ψηλό βουνό.
Τότε ο Σίσυφος, ξεχνώντας τους ενδοιασμούς που είχε, του αποκάλυψε ότι την Αίγινα την είχε αρπάξει ο Δίας.
Ο Δίας, όμως, οργίστηκε και του έστειλε το Θάνατο, τον οποίο όμως κατάφερε να δέσει με χοντρές και σιδερένιες αλυσίδες στα Τάρταρα. Από τη μέρα εκείνη μέχρι και την ημέρα της αποδέσμευσής του από το θεό Άρη, λέγεται ότι κανένας στη γη δεν πέθαινε, με αποτέλεσμα να υπάρχουν προβλήματα υπερπληθυσμού, αλλά και έλλειψης ανανέωσης, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια κατάσταση τόσο περίεργη, που ακόμη και φρικτά σακατεμένοι άνθρωποι και ζώα περιφέρονταν παντού σαν να μη συνέβαινε τίποτα. Τότε, ο Άρης, ο μόνος από τους θεούς που είχε φιλικές σχέσεις με το Θάνατο, αποφάσισε να δώσει ένα τέρμα σε αυτή την κατάσταση.


Όταν ο Σίσυφος οδηγήθηκε από τον Άρη στον Άδη, με τη βία, του ζήτησε μια τελευταία χάρη, την οποία ο ανύποπτος Θάνατος του επέτρεψε: να αποχαιρετίσει τη γυναίκα του. Στην πραγματικότητα, όμως, ο Σίσυφος ζήτησε απ’ αυτήν να αφήσει άταφο το σώμα του και να μην του ρίξει χοές. Αργότερα, επιχειρηματολογώντας ότι ήταν άταφος και θα έπρεπε να ταφεί, ζήτησε να μπορέσει να επιστρέψει στον πάνω κόσμο, δήθεν για να τιμωρήσει τη γυναίκα του, που δεν του είχε αποδώσει τις απαιτούμενες τιμές (μετά από δική του προτροπή). Παρουσιαζόμενος μπροστά στην Περσεφόνη, έδωσε υπόσχεση ότι θα επέστρεφε αμέσως πίσω, γι’ αυτό και του επέτρεψε τη φυγή για τρεις μόνο μέρες. Όμως, ο Σίσυφος ξεγέλασε και την Περσεφόνη, αρνούμενος να επιστρέψει πίσω. Τελικά, όταν σκοτώθηκε από το Θησέα, τον μετέφερε παρά τη θέλησή του ο Ερμής, όπου και καταδικάστηκε στο ατέρμονο βασανιστήριο να σπρώχνει μια τεράστια πέτρα σε ένα πανύψηλο και, μόλις έφτανε την κορυφή του, αυτή να γλιστρά και να πέφτει, έχοντας ως συνεπακόλουθο ο Σίσυφος να αναγκάζεται να επαναλαμβάνει από την αρχή τη δοκιμασία, αιώνια ...


Μαζί με τον Τάνταλο, θεωρούνται ως οι πιο τιμωρημένοι νεκροί στον Άδη. Την τιμωρία τους την επέβαλαν οι Κριτές των Νεκρών. Ομολογουμένως, πολύ παράξενη ιστορία ...


Το έγκλημα του Σίσυφου ήταν ότι κατόρθωσε να νικήσει το θάνατο και να ανατρέψει τη φυσική τάξη. Κατόρθωσε να κάνει πραγματικότητα ένα από τα πιο ουτοπικά όνειρα ολόκληρης της ανθρωπότητας, χωρίς όμως να σκέφτεται τις συνέπειες της πράξης του. Ίσως στο μέλλον να είναι εφικτό αυτό, χωρίς όμως αρνητικά αποτελέσματα. Το όνομά του φέρει ο αστεροειδής αρ. 1866. Στο Σίσυφο αποδίδεται η καθιέρωση των «Ίσθμιων», μιας από τις σπουδαιότερες αθλητικές συναντήσεις της αρχαίας Ελλάδας, που γίνονταν κάθε 3 χρόνια και περιελάμβαναν περισσότερα αθλήματα και από τους Ολυμπιακούς Αγώνες.


Ο μύθος μας λέει ότι, όταν ο Μελικέρτης, γιος της Ινώς και του Αθάμαντα, ανηψιός του Σίσυφου, σώθηκε από θαύμα από τον πνιγμό και τον έφερε ένα δελφίνι πάνω στη ράχη του, στην ακτή έξω από την πόλη της Κορίνθου, ο Σίσυφος αναγνώρισε τον αδελφότεκνό του και, για να ευχαριστήσει τον Ποσειδώνα, που δεν τον άφησε να πεθάνει και να πνιγεί, καθιέρωσε τα Ίσθμια, που ήταν αφιερωμένα στο θεό της θάλασσας, Ποσειδώνα.
Γιος του Σίσυφου και της Μερόπης ήταν ο Γλαύκος, πατέρας του Ιππόνοου (Βελλερεφόντη) και του Αλκιμένη (Βέλλερου). Η Μερόπη, κόρη του Άτλαντα και της Πλειόνης, ήταν η μόνη κόρη του Άτλαντα που παντρεύτηκε θνητό άνδρα, έτσι όταν έγινε αστέρι (μια από τις έξι Πλειάδες) είναι αυτή που έχει το ασθενέστερο φως στον αστερισμό των Πλειάδων.


Ονομαστά ήταν τα όμορφα και πολυάριθμα άλογα του Γλαύκου, τα οποία μια φορά έθρεψε με ανθρώπινο κρέας, για να τα καταστήσει ταχύτερα. Οι θεοί οργίστηκαν από την πράξη του αυτή και τον τιμώρησαν κατά τη διάρκεια του επικήδειου αγώνα προς τιμήν του Πελία στην Ιωλκό, όπου κατακρήμνισαν το Γλαύκο από το άρμα του. Σύζυγος του Γλαύκου ήταν η Ευρυνόμη ή Ευρυμήδη, κόρη του βασιλιά Νίσου των Μεγάρων.

Φάλαγγα

Φάλαγγα

Στα αρχαία ελληνικά στρατιωτικά σώματα, η μέγιστη στρατιωτική μονάδα ονομαζόταν φάλαγγα ή τετρσφαλαγγίο. Είχε κανονική δύναμη 16.384 οπλιτών και αποτελείτο από δύο διφαλαγγαρχιες ή κέρατα, καθεμία από τις οποίες διοικείτο από τον κέραρχο. Η παρατεταγμένη φάλαγγα (συνήθως σχηματισμός μάχης)αποτελείτο από 8 ή 16 γραμμές, ή ζυγούς, είχε δηλαδή βάθος 8 ή 16 ασπίδων, και διαιρείτο σε δεξιό και αριστερό κέρας. Το μέσο ονομαζόταν ομφαλός ή αραρός.
Η πρώτη γραμμή, ή το πρώιο ζυγό, αποτελείτο από τους λοχαγούς, και η τελευταία, ή το τελευταίο ζυγό, από τους ουραγούς. Κυριότεροι σχηματισμοί της ήταν: η πλάγια φάλαγγα (το μήκος του μετώπου ήταν μεγαλύτερο του βάθους), η όρθια (το βάθος ήταν μεγαλύτερο του μετώπου), η αμφίστομος (αποτελείτο από δύο όρθιες, που βάδιζαν κοντά και παράλληλα) και η αντιστομος (πλάγια φάλαγγα που αντιμετώπιζε τονεχθρό εμπρός και πίσω). Αργότερα, στη μάχη των Λεύκτρων (371 π.Χ.), ο Θηβαίος στρατηγός Επαμεινώνδας δημιούργησε τη λοξή φάλαγγα, η οποία άλλοτε προέβαλλε το δεξιό κέρας και άλλοτε το αριστερό. Οι οπλίτες της φάλαγγας ήταν οπλισμένοι με μακρύ δόρυ, που κρατώντας το, τη μετέτρεπαν σε αγκαθωτό επιθετικό κριό. Κατά την επίθεση, οι κλασικές φάλαγγες βάθους 8 ασπίδων, επέτρεπαν στις τρεις πρώτες σειρές να φθάνουν τον εχθρό με τα μήκους 2,4-2,7 μ. δόρατα τους, τα οποία οι φαλαγγίτες κρατούσαν οριζόντια. Οι φάλαγγες έπλητταν κυρίως το ιππικό του εχθρού.

Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2009

Αρχαία Σπαρτιατικά Έθιμα και Παραδόσεις (Ι)

Αρχαία Σπαρτιατικά Έθιμα και Παραδόσεις (Ι)


Συστατικό στοιχείο της ζωής της Σπαρτιατικής κοινωνίας, υπήρξε η λιτότητα. Χαρακτηριστικό γνώρισμα αυτής, αποτελούσαν τα φιδίτια ή συσσίτια. Επρόκειτο για κοινά γεύματα που κατ' ουσία αποτελούσαν συνεστιάσεις στρατοπέδου, ένας θεσμός πολιτικοστρατιωτικός ο οποίος στόχευε στην τόνωση των δεσμών μεταξύ των Λακώνων. Ο λιτός βίος, σφυρηλάτησε το σωματικό αλλά πρώτιστα το ψυχικό σθένος των Σπαρτιατών, επιτυγχάνοντας τη σκληραγώγησή τους.
Σύμφωνα με τον Πλούταρχο (Λυκούργος, 12. 3) τα κοινά γεύματα επιβάρυναν έκαστο των πολιτών, στη δωρική δε διάλεκτο ονομάζονταν "ανδρεία" διότι απευθύνονταν αποκλειστικά στον ελεύθερο άρρενα πληθυσμό. Τα συσσίτια διεξάγονταν με την προσφορά του "μέλανος ζωμού", η δε συμμετοχή τους σ' αυτά ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για την απονομή σε έναν Λάκωνα πολιτικών δικαιωμάτων, όπως θα δούμε και παρακάτω. Η λιτότητα ήταν ένα στοιχείο σύμφυτο προς τους Δωριείς, η οποία κυριαρχούσε σε όλες ανεξαιρέτως τις εκφάνσεις του δημόσιου αλλά και του ιδιωτικού βίου των Λακεδαιμονίων. Οι κατοικίες των Λακώνων ήταν λιτές, καθώς κατασκευάζονταν με ένα μόνο πέλεκυ και ένα πριόνι.
Η χλιδή ήταν άγνωστη στη σπαρτιατική κοινωνία και ως εκ τούτου δεν υφίστατο και διαφθορά.
Οι γυναίκες δεν επιτρεπόταν να έχουν κοσμήματα, ενώ επίσης η κραιπάλη αποτελούσε φαινόμενο ενάντιο προς τα λακωνικά ήθη.
Εν γένει οι Λάκωνες ήταν λιτοί, τόσο στη ζωή όσο και στον θάνατο. Οι νεκροί θάβονταν μέσα στην πόλη, αλλά η επίδειξη υπέρμετρης λύπης και οιμωγών, δεν ήταν επιτρεπτή. Ο νεκρός θαβόταν τυλιγμένος σε έναν κόκκινο μανδύα, με λίγα φύλλα ελιάς, χωρίς συνοδεία άλλων αντικειμένων.
Οι ιερείς και οι ιέρειες που σκοτώνονταν κατά την διάρκεια πολέμου, δικαιούνταν την αναγραφή των ονομάτων τους επί των μνημάτων.
Μοναδική εξαίρεση γινόταν για τους βασιλείς, οι οποίοι κηδεύονταν με τιμές ηρώων, εν μέσω υπερβολικού πένθους.
Η αποστολή του ανδρός στην Λακωνική Πολιτεία ήταν να εκπαιδευθεί κατά τρόπο ώστε να γίνει ένας καλός στρατιώτης, της δε γυναίκας να ανταποκριθεί στον φυσικό της προορισμό, εκπληρώνοντας τα καθήκοντα της καλής μητέρας, της τροφού νέων οι οποίοι θα αναδεικνύονταν σε καλούς και σε άξιους στρατιώτες.
Βασική αντίληψη των Λακεδαιμονίων ήταν ότι ο Σπαρτιάτης ανήκει στην Πολιτεία, η οποία και είναι υπεύθυνη για την διαπαιδαγώγηση και εν γένει για την εκπαίδευσή του.

Η ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ

Ο Νόμος στην Αρχαία Σπάρτη, ίσταται υπεράνω όλων, προσδιορίζοντας με σαφήνεια τα καθήκοντα, τις υποχρεώσεις αλλά και τα δικαιώματα των Λακεδαιμονίων.
Η αυστηρότητα των Νόμων εναρμονίζεται προς το λιτό και αυστηρό πρότυπο ζωής το οποίο η Λακωνική Πολιτεία εμφορεί στα μέλη της, διαμορφώνοντας μία κοινωνία υποδειγματικών πολιτών και συνάμα αφοσιωμένων στρατιωτών.
Η σπαρτιατική νομοθεσία εδράζεται στους κανόνες του Λυκούργου, ο οποίος, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη ( «Απολογία» Fr 533 και «Πολιτικά» 1270 b) έζησε και νομοθέτησε κατά την περίοδο τελέσεως της πρώτης Ολυμπιάδας (777 π.Χ.). Από κοινού με τους βασιλείς Ίφιτο των Ηλείων και Κλεισθένη των Πισατών, ο Λυκούργος καθιερώνει την Ολυμπιακή εκεχειρία, την κατάπαυση δηλαδή των εχθροπραξιών, κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Λυκούργος δεν ήταν ένας απλός άνθρωπος, αλλά μία Θεϊκή μορφή, ενώ κατ' άλλους αποτελούσε διαβιβαστή των Θεϊκών εντολών. Κατά τον Πίνδαρο (514-438), οι Νόμοι της Σπάρτης δόθηκαν στον Λυκούργο από τον Πύθιο Απόλλωνα. Σχετική προς αυτή την παράδοση, αποτελεί η ρήση του δελφικού μαντείου "Θεοφιλής και Θεός μάλλον ή άνθρωπος" αποδίδοντας την κυρίαρχη αντίληψη περί του Λυκούργου.
Το νομοθετικό έργο που εισήγαγε, οδήγησε την Σπάρτη στην Ευνομία, γι' αυτό και οι συμπολίτες του τον τίμησαν δεόντως, ανεγείροντας του μάλιστα και Ναό ("τω δε Λυκούργω τελευτήσαντι ιερόν εισάμενοι σέβονται μεγάλως"). Οι ημέρες αποδόσεως τιμών προς τον Λυκούργο ονομάσθηκαν "Λυκουργίδες".
Κυρίαρχο γνώρισμα του νομοθετικού έργου του, είναι ότι δεν εισήγαγε στην πόλη πληθώρα νόμων, αλλά θεσμών, με το σκεπτικό ότι οι νόμοι είναι ευμετάβλητοι, ενώ οι θεσμοί, συνιστώντας παραδόσεις, θα αποτελέσουν συνήθειες που θα καταστούν σύμφυτες προς τη ζωή των Λακώνων και θα εδραιωθούν αιώνια.
Στα νομοθετήματά του εντάσσεται ο αναδασμός της γης καθώς και η κατάργηση των χρυσών και αργυρών νομισμάτων, έχοντας επίγνωση του γεγονότος ότι αυτά αποτελούν αντικείμενο διενέξεων, καθώς και ότι ο πολύς πλούτος και η υπερβολική φτώχεια, αποτελούν το μέγιστο των νοσημάτων μίας Πολιτείας.
Πραγματικά, η αντίληψη αυτή του Λυκούργου δικαιώθηκε από το γεγονός ότι μόλις ο Λύσανδρος απεκατέστησε την χρήση των πολυτίμων μετάλλων, το μεγαλείο της Σπάρτης σαρώθηκε, καθώς κυριάρχησε πλέον η απληστία και συνακόλουθα η διαφθορά.
Η όλη φιλοσοφία του αποσκοπούσε να καταστήσει τη Σπάρτη πεδίο εφαρμογής μίας αντιλήψεως στη φύση της απλής, αλλά πρακτικής.

ΠΟΛΙΤΕΣ

Οι Λάκωνες που έφεραν την ιδιότητα του πολίτη, κατοικούσαν σε πέντε κώμες, οι οποίες συγκροτούσαν την Λακωνική Πολιτεία: Αμύκλαι, Κόνουρα, Λίμναι, Μεσόα και Πιτάνα. Ο υπόλοιπος πληθυσμός ήταν κατανεμημένος σε εκατό "πολίσματα", αποτελώντας τους περιοίκους.
Οι Λάκωνες δεν επιδίδονταν σε αγροτικές και γενικότερα σε βιοποριστικές εργασίες, αλλά γυμνάζονταν ώστε να βρίσκονται σε ετοιμοπόλεμη κατάσταση. Ενίοτε, όπως βεβαιώνει ο Ξενοφών («Ελληνικά» 6.5.28), η Πολιτεία ανακήρυσσε ελεύθερο έναν είλωτα, όταν αυτός είχε πολεμήσει για τους σκοπούς της Σπάρτης και είχε επιδείξει στο πεδίο της μάχης γενναιότητα.
Στη Λακωνική Πολιτεία, προέχει το θάρρος και η Τιμή. Η απονομή των πολιτικών δικαιωμάτων σε έναν Σπαρτιάτη δεν γίνεται αυτοδικαίως. Αντίθετα, πρέπει ο Σπαρτιάτης να αποδείξει με το ήθος και τη γενικότερη στάση ζωής του ότι είναι άξιος να τα κατέχει.
Για την απόκτηση των δικαιωμάτων που πολίτη, ο νεαρός σπαρτιάτης έπρεπε να διέλθει με επιτυχία μία εκπαιδευτική διαδικασία και επιπλέον όφειλε να εναρμονίζεται με τον λακωνικό τρόπο ζωής.Κατά τη νεανική του ηλικία, ο Λάκων ήταν υποχρεωμένος να αποτελεί μέλος ενός "συσσιτίου", επιδεικνύοντας παράλληλα το επιβεβλημένο θάρρος σε κάθε πολεμική εκστρατεία.
Μέσα από αυτές τις δοκιμασίες, ο σπαρτιάτης κατανοούσε ότι τα δικαιώματα απορρέουν από ανάλογης εκτάσεως υποχρεώσεις.
Έχοντας επίγνωση των προνομίων και των καθηκόντων του, λειτουργούσε πλέον ως ισορροπημένος πολίτης, έχοντας πραγματική επίγνωση της αποστολής του πολίτη, οπότε και ο τίτλος αυτός είχε ουσιαστικό περιεχόμενο, μη παρεχόμενος ασυλλόγιστα σε κάθε αλλότριο.
Η επίδειξη δειλίας στη μάχη, αποτελούσε τη χείριστη ατιμωτική πράξη. 0ι ριψάσπιδές αποκλείονταν από τη Λακωνική Πολιτεία, στερούμενοι παράλληλα του δικαιώματος να διεκδικήσουν κάποιο αξίωμα, ενώ όπως μαρτυρεί ο Πλούταρχος (Αγησίλαος, 30.3-4), ουδείς παραχωρούσε την κόρη του για γάμο με έναν ατιμασμένο. Ωστόσο, ακόμη και γι' αυτούς, η Πολιτεία είχε προνοήσει, παρέχοντάς τους μία ευκαιρία για εξιλέωση.
Η αποκάθαρσή τους μπορούσε να συντελεσθεί, εφ' όσον επιδείκνυαν σε κάποια μεταγενέστερη πολεμική σύρραξη γενναιότητα και στρατιωτικό ήθος.

ΣΠΑΡΤΙΑΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ

Ο Σπαρτιάτης, από της γεννήσεώς του μέχρι και τη στιγμή του θανάτου, ήταν ταγμένος να υπηρετεί την Πολιτεία. Με γνώμονα αυτή την αρχή, η αγωγή την οποία λάμβανε αποσκοπούσε στην προετοιμασία του γι' αυτόν τον σκοπό. Όταν ένα αγόρι ερχόταν στη ζωή, ο πατέρας του είχε την υποχρέωση να το στείλει για επιθεώρηση. Τα γηραιότερα μέλη της φυλής, διαπίστωναν την ευρωστία και την αρτιμέλεια του παιδιού, επιτρέποντας στους γονείς του να το αναθρέψουν. Σε εναντία περίπτωση, το εγκατέλειπαν στον Καιάδα, επαφιέμενο στην τύχη. Το βάραθρο στο οποίο εγκαταλείπονταν τα μη αρτιμελή νεογέννητα, στον Ταΰγετο, λεγόταν "Αποθέτες". Πρέπει δε να διευκρινιστεί ότι δεν θανατώνονταν, απλώς εγκαταλείπονταν ώστε είτε να πεθάνουν από έλλειψη φροντίδας, είτε να τα βρει κάποιος και να τα αναθρέψει, εκτός όμως του λακωνικού γένους.
Η επιθεώρηση των νεογέννητων, γινόταν σε έναν χώρο ο οποίος ονομαζόταν "Λέσχη". Επρόκειτο για την περιοχή όπου οι Σπαρτιάτες συγκεντρώνονταν προκειμένου να επιδοθούν στις στρατιωτικές και αθλητικές τους ενασχολήσεις. Η συγκατάθεση των επιθεωρούντων, ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για την ένταξη ενός παιδιού στη λακωνική φυλή. Όπως αναφέρει ο Πλούταρχος (Αγησίλαος, 12), ουδείς γονέας δεν εδικαιούτο να αναθρέψει το παιδί του, εάν δεν υπήρχε προηγουμένως έγκριση της Πολιτείας.
Εφ' όσον το αγόρι αποδεικνυόταν ότι ήταν αρτιμελές, οι γονείς το ανέτρεφαν έως τα επτά του έτη. Ακολούθως εντασσόταν σε ένα σύστημα δημοσίας εκπαιδεύσεως, η οποία ήταν γνωστή ως "Αγωγή". Έκτοτε, τα παιδιά ζούσαν σε ομάδες, οι οποίες διαρθρώνονταν σε ίλες και αγέλες και "βούες". Στην ηλικία των είκοσι ετών, η εκπαίδευση κορυφωνόταν και οι νέοι αποκαλούνταν πλέον "είρενες".
Η σκληρή και συνεχής εκγύμναση, η λιτή διατροφή και ο λιτός ιματισμός, η διδαχή της καρτερικότητας και του σεβασμού, αποτελούσαν συστατικά στοιχεία της "αγωγής" των Λακώνων. Οι στόχοι της εκπαιδευτικής αυτής διαδικασίας δεν ήταν αμιγώς στρατιωτικοί, αλλά και ευρύτερα κοινωνικοί. Οι νέοι Σπαρτιάτες επιδίδονταν στην απόκτηση των αρετών, στην εμπέδωση δηλαδή της "αιδούς" (του σεβασμού) αλλά και της "πειθούς", δηλαδή της υπακοής. Για την εμπέδωση της αγωγής, η Πολιτεία είχε ορίσει υπευθύνους οι οποίοι ονομάζονταν "Παιδονόμοι" και ασκούσαν ηθοπλαστικό, μορφωτικό και εποπτικό έργο επί των παίδων. Το αξίωμα αυτό καταλάμβαναν άτομα διακεκριμένα από ηθικής, πνευματικής και σωματικής απόψεως.
Οι παιδονόμοι στο έργο που καλούνταν να επιτελέσουν, επικουρούνταν από τους "μαστιγοφόρους", οι οποίοι ασκούσαν ρόλο φυλάκων και ελεγκτών της συμπεριφοράς των εκπαιδευομένων νέων. Σημαντικό ρόλο επίσης διαδραμάτιζαν οι είρενες, οι οποίοι ασκούσαν καθήκοντα βοηθού παιδονόμου. Ο αρχηγός όλων των ομάδων, μεριμνούσε για την στρατιωτική αγωγή, τις σωματικές ασκήσεις, τον χορό, τη μουσική και τη γραφή των νέων, εν ολίγοις μεριμνούσε για την σωματική, πνευματική και ηθική τους διάπλαση, με γνώμονα τις επιταγές της Πολιτείας.
Κάθε ίλη νέων, επέλεγε ως αρχηγό της τον, κατά γενική παραδοχή, άριστο μεταξύ των εκπαιδευομένων, ο οποίος επιφορτιζόταν με το έργο της οργανώσεως των αγώνων και των συσσιτίων. Προεξάρχουσα θέση στην ιεραρχία, έναντι των παιδονόμων, των μαστιγοφόρων και των ειρένων, κατείχαν οι Άρχοντες, οι οποίοι ήταν πολίτες Σπαρτιάτες, άνω των τριάντα ετών, με αντικείμενο των καθηκόντων τους την άσκηση γενικής εποπτείας και διοικητικού ελέγχου. Η νωχελικότητα, η φυγοπονία και η επίδειξη αδιαφορίας προς την πατρίδα, ήταν φαινόμενα άγνωστα στην αρχαία Σπάρτη, τα οποία και εάν ακόμη ενέσκηπταν, αντιμετωπίζονταν εν τη γενέσει τους με την στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων του αμφισβητία.
Ένα μέτρο το οποίο εδραζόταν σε μία βάση απολύτως λογική, σύμφωνα με την οποία δεν ήταν ηθικό και δίκαιο να αποφαίνεται περί των ζητημάτων της Πολιτείας, κάποιος ο οποίος εμπράκτως την υπονομεύει ή στην καλύτερα των περιπτώσεων αδιαφορεί για την τύχη αυτής. Αξίζει να σημειωθεί ότι η πόλη της Σπάρτης πάντοτε παρέμενε ατείχιστη, και αυτό προκειμένου να μην εφησυχάζονται οι πολίτες της, και να μην παραμελούν τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις και το έργο της εκγυμνάσεως. Ο νέος εκείνος ο οποίος θα έφευγε από την Πολιτεία δίχως να έχει εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις και επέστρεφε αργότερα, θα αντιμετώπιζε την θανατική ποινή.
Στην Αρχαία Σπάρτη, η αγωνιστική αντίληψη της ζωής έβρισκε την αποθέωσή της μέσα από την αντίληψη ότι η υπηρεσία και η προσφορά προς την Πατρίδα, έχει ισόβια διάρκεια και δεν εξαντλείται σε μία τυπική θητεία, όπως συμβαίνει σήμερα. Οι άρρενες υποχρεούνταν να επιδίδονται σε στρατιωτική αγωγή, και να τίθενται σε στρατιωτική υπηρεσία έως και τα 60 τους έτη. Μέχρι αυτή την ηλικία, είχαν καθήκον να γυμνάζονται, και γενικά να τελούν σε καλή φυσική κατάσταση και ετοιμότητα, πρόθυμοι να αγωνισθούν "υπέρ βωμών και εστιών" μόλις κληθούν υπό τα όπλα. Τον πυρήνα του σπαρτιατικού στρατού, αποτελούσαν οι άρρενες μεταξύ 20 και 30 ετών. Από κάθε ομάδα, επιλέγονταν τρεις από αυτούς, στους οποίους και απονέμετο ο τίτλος του "υπαγρέτου". Καθένας από αυτούς, είχε το δικαίωμα να επιλέξει εκατό άνδρες, τους οποίους και έθετε υπό τις διαταγές του.
Έτσι συγκροτήθηκε ένα σώμα από τριακόσιους άνδρες, οι οποίοι αποτελούσαν την επίλεκτη δύναμη της στρατιωτικής μηχανής της Σπάρτης. Κατά τον 4ο π.Χ. αιώνα, το σώμα αυτό ήταν και έφιππο. Αυτό ακριβώς το σώμα του Λακωνικού στρατού, έμεινε θρυλικό στην ιστορική μνήμη με την επωνυμία "Οι Τριακόσιοι", όταν υπό την αρχηγία του Βασιλιά Λεωνίδα, αντιτάχθηκαν στα περσικά στίφη, και μαζί με 700 Θεσπιείς, πολέμησαν "υπέρ βωμών και εστιών" και έπεσαν μέχρις εσχάτου, στην μάχη των Θερμοπυλών.

Χαραλαμπόπουλος στο "Απολλώνειο Φως", Ιανουάριος - Φεβρουάριος 1998

Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2009

Αρχαία Σπαρτιατικά Έθιμα και Παραδόσεις (IΙ)

Αρχαία Σπαρτιατικά Έθιμα και Παραδόσεις (IΙ)


ΔΟΜΗ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

Η Πολιτεία των Λακεδαιμονίων είχε αναδείξει ως φορείς εξουσίας δύο βασιλείς, τη γερουσία με 28 μέλη, καθώς και το σώμα των 5 εφόρων.
Η βασιλεία είχε κληρονομικό χαρακτήρα, σε αντίθεση προς τη γερουσία, η οποία αναδεικνυόταν από τον λαό. Οι βασιλείς ή "αρχαγέται", προέρχονταν από τα δύο γένη των Αγιαδών και των Ευρυπωτιδών. Το σύστημα της διπλής βασιλείας, αναγόταν στο απώτατο παρελθόν, ήταν δε αποτέλεσμα συμβιβασμού των Αχαιών και των Δωριέων, διασφαλίζοντας τη συνύπαρξή τους. Χαρακτηριστικά αναφέρεται από τον Ηρόδοτο (Ε' 72), ότι όταν ο Σπαρτιάτης βασιλιάς Κλεομένης ο Α' ανήλθε στην Ακρόπολη, δήλωσε στην ιέρεια ότι έχει αχαϊκή και όχι δωρική καταγωγή .
Τα μέλη της γερουσίας επιλέγονταν με γνώμονα την ηθική τους αρετή. Η αρμοδιότητά τους συνίστατο στην επιλογή των θεμάτων εκείνων, τα οποία θα συζητούσε η εκκλησία του δήμου, γνωστότερη ως Απέλλα. Η Απέλλα οφείλει την ονομασία της στον Απέλλωνα Απόλλωνα. Τέλος υπήρχαν οι πέντε Έφοροι, χωρίς ιδιαίτερα προσόντα, οι οποίοι είχαν ένα ευρύ φάσμα αρμοδιοτήτων, και η θητεία τους διαρκούσε για ένα έτος. Η διαφθορά των κρατικών λειτουργών ήταν σχεδόν άγνωστη, δεδομένου ότι ο χρυσός δεν είχε αξία στη Σπάρτη, διότι ίσχυε ένα καθεστώς ανταλλαγής προϊόντων, και δεν είχαν ιδιαίτερη επίδραση οι "αξίες της αγοράς".

ΣΠΑΡΤΙΑΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΚΑΙ ΞΕΝΟΙ

Όπως γνωρίζουμε από τις διασωζόμενες μαρτυρίες, η φιλοξενία ξένων, αρχικά, ήταν γνώρισμα ολοκλήρου του Ελληνικού Κόσμου, ιδιαιτέρως δε των Σπαρτιατών. Μάλιστα, όμνυαν και όρκο στον Ξένιο Δια. Όταν όμως οι Λακεδαιμόνιοι διαπίστωσαν ότι το μέτρο αυτό ενείχε κινδύνους αλλοιώσεως της φυσιογνωμίας, των ηθών και των εθίμων της Σπαρτιατικής Πολιτείας, θέσπισαν την ξενηλασία, δηλαδή την απαγόρευση φιλοξενίας ξένων στην πόλη τους. Το σκεπτικό υπό το οποίο επεβλήθη αυτό το μέτρο, εξηγεί ο Ξενοφών (Λακεδ. Πολιτεία, 14.4), αναφέροντας ότι υπαγορεύθηκε από την θέλησή τους να διαφυλαχθεί αμίαρος ο χαρακτήρας της Σπάρτης, και ανεπηρέαστος από ξένες συνήθειες.
Ο Ηρόδοτος, αναφέρει ότι καθ' όλον τον ιστορικό βίο της Σπάρτης, κατεγράφησαν δύο και μόνο πολιτογραφήσεις αλλοδαπών. Αντίστοιχα, η έξοδος από την πόλη-κράτος ήταν εξαιρετικά δύσκολη για τους Σπαρτιάτες, προκειμένου να μείνουν ανεπηρέαστοι από ξένα ήθη.
Σε σπάνιες περιπτώσεις, η Πολιτεία χορηγούσε ειδική άδεια αποδημίας.

Η ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΤΗΝ ΣΠΑΡΤΗ

Ο γυναικείος πληθυσμός της Σπάρτης αποκλειόταν από το στρατιωτικό λειτούργημα, διότι οι νόμοι της πόλεως προσδιόριζαν ως καθήκον τους την γέννηση και ανατροφή υγιών τέκνων. Η αγωγή των γυναικών δεν άγγιζε, ούτε καν προσέγγιζε, τα όρια αυστηρότητας εκείνης των ανδρών, διότι ο προορισμός και η αποστολή τους εντός της Πολιτείας ήταν διαφορετικής φύσεως. Αυτό βεβαίως δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί ως μία καταπίεση του γυναικείου φύλου, το αντίθετο μάλιστα.
Η γυναικεία ελευθερία σε καμία άλλη πόλη του αρχαίου Ελληνικού Κόσμου δεν εκδηλώθηκε τόσο έμπρακτα, όσο στην Λακωνική Πολιτεία. Στη Σπάρτη, οι γυναίκες είχαν το αποκλειστικό προνόμιο, απ' όλες τις άλλες ελληνίδες, να γυμνάζονται ισότιμα με τους άνδρες και να κυκλοφορούν άνευ περιορισμών. Όπως γνωρίζουμε, ευγονικές μέθοδοι ίσχυαν και ως προς τις γυναίκες, οι οποίες άπτονταν του καθορισμού της υγείας των γυναικών και της καταλληλότητάς τους να φέρουν στον κόσμο υγιή παιδιά.
Η ανατροφή των κοριτσιών εναπόκειτο στην κρίση και στη βούληση των γονέων τους, η μόνη δε υποχρέωσή τους ήταν να γυμνάζονται. Ουκ ολίγα κορίτσια, διακρίνονταν στο ακόντιο, στη ρίψη του δίσκου, στην πάλη, στο τρέξιμο και σε λοιπές αθλητικές δοκιμασίες, ενώ ενεργός ήταν η συμμετοχή τους, σε θρησκευτικά και καλλιτεχνικά δρώμενα. Σε όλες αυτές τις δραστηριότητες, τα κορίτσια συμμετείχαν και γυμνά, γεγονός πρωτόγνωρο και ασύλληπτο για άλλη πόλη-κράτος.
Ο γάμος ήταν θεσμός υποχρεωτικός, για όλο τον ελεύθερο και υγιή πληθυσμό. Οι νόμοι προέβλεπαν την τιμωρία όσων παντρεύονταν σε μεγάλη ηλικία, καθώς και των γυναικών εκείνων, που παντρεύονταν σε μικρή ηλικία. Ειδικές ποινές προβλέπονταν για τον "οψιγάμιον", καθώς και για τον "κακογάμιον". Ο Πλούταρχος (Λύσανδρος, 2), αναφέρεται στην περίπτωση του βασιλιά Αρχιδάμου, τον οποίο τιμώρησαν οι 'Έφοροι, διότι νυμφεύθηκε γυναίκα πολύ μικρής ηλικίας και συνεπεία τούτου του γεγονότος, δεν ήταν δυνατόν να γεννηθούν άρτια τέκνα.
Οι άνδρες που έμεναν ανύπανδροι, αντιμετώπιζαν ποινές και επιτιμήσεις, ενώ παράλληλα αποκλείονταν από την παρακολούθηση των "Γυμνοπαιδιών", τον δε Χειμώνα η Πολιτεία τους υποχρέωνε να βαδίζουν εντός κύκλου επί της αγοράς. Εκεί τραγουδούσαν ένα, μειωτικού χαρακτήρα τραγούδι, το οποίο ανέφερε ότι δικαίως υφίστανται αυτή την αντιμετώπιση.
Χαρακτηριστική των ηθών και των αντιλήψεων που επικρατούσαν στην Σπάρτη περί των αγάμων, είναι η περίπτωση του Στρατηγού Δερκυλίδα. Ο Δερκυλίδας, αν και διακεκριμένος στο πεδίο της μάχης, αντιμετωπιζόταν αρνητικά ως άγαμος, γεγονός το οποίο δικαιολογούσε την επίδειξη μειωμένου σεβασμού προς το πρόσωπό του. Όταν λοιπόν ο στρατηγός Δερκυλίδας, θέλησε να καθίσει κάπου και τα καθίσματα ήταν κατειλημμένα από νέους, ο νέος στον οποίο απευθύνθηκε για να σηκωθεί, δεν του παραχώρησε τη θέση του, λέγοντάς του επιγραμματικά "Στρατηγέ δεν έχεις το γιο που θα δώσει το κάθισμά του σε εμένα".
Επειδή η αποστολή της οικογένειας στην Σπάρτη ήταν η γένεση υγιών παιδιών, ο άνδρας μπορούσε να συγκατατεθεί ώστε η γυναίκα του να συνευρεθεί με έναν άλλο Σπαρτιάτη, προκειμένου να προκύψει από την ένωσή τους ένα υγιές τέκνο, χωρίς αυτό να θεωρείται καθόλου επιλήψιμο.
Χρέος των νέων γενεών, ήταν να υπερβούν τους πρεσβυτέρους, σε γενναιότητα και σε πολεμικά κατορθώματα, όσο και σε ειρηνικά έργα. Υπόμνηση αυτού του στόχου, αποτελούσε και η υπόσχεση "Αμες δε γεσόμεθα, πολλώ κάρρονες" (εμείς θα γίνουμε πολύ καλύτεροί σας), την οποία έδιδαν οι έφηβοι στις μεγαλύτερες γενεές. Στα ειρηνικά έργα, εντάσσεται και η ανάπτυξη του Πολιτισμού, περί του οποίου ελάχιστα έχουν γίνει γνωστά, καθώς η αρχαία Σπάρτη κείται θαμμένη κάτω από τη σύγχρονη πόλη, όχι βέβαια τυχαία...
Επιγραμματικά μπορεί να υποστηριχθεί, ότι τα χαλαρά έως και ελεύθερα ήθη, εντός φυσικών πάντοτε όμως πλαισίων, που ίσχυαν στην Αρχαία Σπάρτη, είχαν καταστήσει την πορνεία φαινόμενο άγνωστο, η δε ομοφυλοφιλία απαγορευόταν αυστηρώς δια νόμου. Ο εντοπισμός ομοφυλοφιλικού ή παιδεραστικού κρούσματος, είχε βαριές συνέπειες, και ο πέλεκυς του νόμου ήταν αμείλικτος. Η διάπραξη ομοφυλοφιλικών διαστροφών, είχε ως συνέπεια την απώλεια των πολιτικών δικαιωμάτων, και την εξορία ή την θανάτωση του διαπράξαντος τούτο. Ο Ξενοφών (Λακεδαιμονίων Πολιτεία, 2. 13) αναφέρει ότι ο Λυκούργος είχε θεσπίσει αυστηρότατους νόμους, με σκοπό την αποτροπή εκδηλώσεως διατροφικών έξεων και "αισχρών επιθυμιών", χαρακτηρισμός με τον οποίο αποδίδεται κάθε παιδεραστικό φαινόμενο. Αναλόγως αποφαίνεται και ο Πλούταρχος (ΗΘικά, 237γ).

Χαραλαμπόπουλος στο "Απολλώνειο Φως", Ιανουάριος - Φεβρουάριος 1998

Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2009

ΔΕΛΦΟΙ..

ΔΕΛΦΟΙ..

Σύμφωνα με τον μύθο, οι Δελφοί, το πιο σημαντικό ιερό της Ελλάδος, ήταν το κέντρο του κόσμου, γιατί σ' αυτό εδώ το μέρος συναντήθηκαν οι δύο αετοί, όταν ο Δίας τους άφησε ελεύθερους, τον έναν από την ανατολή και τον άλλον από την δύση.
Το μαντείο αρχικά ανήκε στην θεά Γαία, και μόνο όταν ο Απόλλων σκότωσε το παιδί της, το ερπετό Πύθων, έγινε ο δικός του οίκος λατρείας.
Ένας άλλος μύθος μας λέει, ότι ο Απόλλων μεταμορφώθηκε σε δελφίνι και οδήγησε ένα Κρητικό πλοίο στο μέρος αυτό, καθοδηγώντας τους ναυτικούς να χτίσουν εκεί το ιερό του (οι Δελφοί πήραν το όνομα τους από την αρχαϊκή λέξη δελφίς = δελφίνι ή όπως υποστηρίζουν άλλοι από την ξενική λέξη delf, που σημαίνει κοίλος και η οποία χαρακτηρίζει την τοποθεσία).
Οι Δελφοί αναδείχθηκαν κατά τον έβδομο αιώνα π.Χ., όταν έγινε το κέντρο της Αμφικτιονικής Συμμαχίας.
Το 585 π.Χ., ο τύραννος Κλεισθένης της Σικυώνος απελευθέρωσε τους Δελφούς από την πόλη της Κρίσσας και την κώμη της Κίρρας, οι οποίες επέβαλαν υπέρογκα ποσά στους επισκέπτες που έφθαναν στο λιμάνι τους, για να ζητήσουν την βοήθεια του μαντείου και πολλές φορές τους λήστευαν.
Με την βοήθεια της Αμφικτιονικής Συμμαχίας (Αθηναίων, Θεσσαλών κτλ.), ο Κλεισθένης απέκλεισε το λιμάνι της με τον στόλο των Σικυωνίων και μετά από μακρά πολιορκία, η οποία κράτησε δέκα χρόνια, κατέλαβε και κατέστρεψε ολοσχερώς την Κίρρα (πρώτος ιερός πόλεμος 595-585 π.Χ.).
Ο Κλεισθένης έχτισε καινούργιο θησαυροφυλάκιο και διοργάνωσε τους Πυθικούς Αγώνες μεγαλειωδώς, κάθε τέσσαρα χρόνια, σαν τους αγώνες της Ολυμπίας (από ένα μόνο μουσικό άθλημα, πρόσθεσε αρματοδρομίες, πυγμαχία, τρέξιμο, κλπ.). Το ιερό ανατέθηκε στην προστασία της Συμμαχίας, η οποία τώρα ονομάσθηκε και Δελφική Αμφικτιονία.
Όταν οι Πέρσες εισέβαλαν στην Ελλάδα, ο Ξέρξης έστειλε μεγάλη δύναμη στους Δελφούς (Σεπτέμβριος του 480 π.Χ.), με σκοπό να τους λεηλατήσουν. Όταν το έμαθαν οι κάτοικοι των Δελφών, προσπάθησαν να απομακρύνουν τους θησαυρούς του ιερού, αλλά αυτό απαγορεύτηκε από τον θεό.
Τα ιερά όπλα, τα οποία ήταν κρεμασμένα σε ένα κελί μέσα στο εσωτερικό του ναού και ήταν μεγάλη ιεροσυλία να τα αγγίξεις, βρέθηκαν έξω από την πόρτα του κελιού, σαν ο θεός να επενέβη, για να δώσει τα όπλα στους υπερασπιστές.
Όταν όμως οι Πέρσες ανέβηκαν την πλαγιά του Παρνασσού και έφθασαν στον ναό της Προνοίας Αθηνάς, ξέσπασε ραγδαία βροχή και μια θύελλα τρομακτική, με δυνατές βροντές και κεραυνούς και ένας τρομερός θόρυβος ακούστηκε από δύο πελώριους βράχους, που ξεκόλλησαν από τις Φαιδριάδες. Πελώρια κομμάτια βράχων κατρακύλησαν από τον Παρνασσό και δυνατές κραυγές ακούστηκαν από το ιερό της Αθηνάς. Οι βράχοι πέφτοντας επάνω στους Πέρσες, προκάλεσαν μεγάλη καταστροφή και οι επιζώντες έφυγαν με πανικό, κυνηγημένοι όπως είπαν αργότερα από δύο υπερφυσικούς πολεμιστές. Οι ιερείς αργότερα βεβαίωσαν ότι οι δύο πολεμιστές ήταν οι ήρωες Φύλακος και Αυτόνους, των οποίων τα ιερά ήταν πλησίον. Ολόκληρη η Ελλάδα έμαθε ότι ο Απόλλων επενέβη και έσωσε το ιερό.
Το 356 π.Χ., οι Φωκείς κατέλαβαν την περιοχή και έκλεψαν τα κειμήλια του, μέχρις ότου ο Φίλιππος, βασιλιάς της Μακεδονίας, δέκα χρόνια αργότερα το 346 π.Χ., το απελευθέρωσε.
Τα γεγονότα αυτά λεπτομερώς έχουν ως εξής: οι Θηβαίοι κατηγόρησαν τους Φωκείς στην Αμφικτιονική Συμμαχία, ότι κατέλαβαν μια μεγάλη περιοχή από το μαντείο. Η Συμμαχία τους βρήκε ένοχους και τους διέταξε να πληρώσουν ένα μεγάλο πρόστιμο.
Οι Φωκείς οι οποίοι δεν μπορούσαν να πληρώσουν το πρόστιμο, πήραν τα όπλα και διάλεξαν ως αρχηγό τους τον ληστή Φιλόμηλο, ο οποίος κατέλαβε τους Δελφούς και σκότωσε πολλούς από τους ιερείς. Για να δικαιολογήσει τις πράξεις του, διέταξε την Πυθία να βγάλει ένα χρησμό που να λέει, ότι όλα αυτά που έγιναν, ήταν πεπρωμένο να γίνουν.
Όταν η Πυθία αρνήθηκε, την ανέβασαν με την βία στο τρίποδο και όπως ήταν τρομοκρατημένη από τις λόγχες των στρατιωτών, είπε:
"είσθε ελεύθεροι να κάνετε ότι θέλετε".
Μετά από αυτό, ο Φιλόμηλος λεηλάτησε το θησαυροφυλάκιο των Δελφών. Με τα χρήματα που πήρε (αξίας εξήντα εκατομμυρίων Αττικών δραχμών της εποχής), δημιούργησε ένα στρατό με μισθοφόρους και δωροδόκησε πολλούς αρχηγούς Ελληνικών πόλεων. Η Αμφικτιονική Συμμαχία τους πολέμησε όλους αυτούς, σε ένα πόλεμο που κράτησε δέκα χρόνια. Τον δεύτερο χρόνο του πολέμου, ο Φιλόμηλος αυτοκτόνησε, πέφτοντας σε μια χαράδρα για να αποφύγει την σύλληψη του.
Την θέση του πήρε ο αδελφός του Ονόμαρχος, ο οποίος πολέμησε τον βασιλιά Φίλιππο σε πολλές σκληρές μάχες και τον νίκησε, αλλά στο τέλος νικήθηκε από τον Φίλιππο στον Ορχομενό και ξανά στην μεγάλη μάχη του Παγασητικού κόλπου. Έξι χιλιάδες Φωκείς σκοτώθηκαν στην μάχη και άλλους τρεις χιλιάδες αιχμάλωτους, τους πέταξαν στην θάλασσα για να πνιγούν, τιμωρία για την ιεροσυλία.
Άλλες χρήσιμες πληροφορίες για την ιστορία των Δελφών είναι:
Ο Μέγας Αλέξανδρος παραβίασε την ιερότητα των Δελφών και ανάγκασε την Πυθία να δώσει τον χρησμό που αυτός ήθελε.
Κατά την περίοδο της Ρωμαϊκής κατοχής, το ιερό υπέστη ζημιές αλλά και ευεργετήθηκε από διάφορους αυτοκράτορες.
Ο στρατηγός Σούλα λεηλάτησε την περιοχή, για να πληρώσει τα έξοδα που έκανε για την κατάληψη των Αθηνών.
Ο Αύγουστος και Αδριανός το ευεργέτησαν και ο Ηρώδης ο Αττικός ξανάκτισε το στάδιο.
Ο Νέρων πήρε μαζί του στην Ρώμη, 500 αγάλματα από τους Δελφούς.
Ο Μεγάλος Κωνσταντίνος μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη τα καλύτερα έργα.
Ο αυτοκράτωρ Θεοδόσιος έκλεισε το μαντείο και απαγόρευσε την αρχαία λατρεία.
Όταν ο Ιουλιανός ο Αποστάτης προσπάθησε να επαναφέρει πίσω την Ελληνική θρησκεία και ζήτησε την συμβουλή του μαντείου, η Πυθία του έδωσε τον ακόλουθο χρησμό:
"Πες στον βασιλιά ότι οι τοίχοι έχουν πέσει σε σήψη;
Ο Απόλλων δεν έχει πλέον ναό, ούτε προφητείες,
ούτε Κασταλία πηγή. Το ρυάκι, που είχε τόσα να πει,
έχει στερέψει."
Οι Γότθοι και Σλάβοι εισβολείς λεηλάτησαν τους Δελφούς, που είχαν επίσης την ατυχία να το χτυπήσουν και πολλοί καταστρεπτικοί σεισμοί.
Το 1891 έως 1893μ.Χ., έγιναν ανασκαφές στους Δελφούς και επαναφέρθηκαν στο φως το Θέατρο, το Στάδιο, το ιερό του Απόλλωνα, τα θησαυροφυλάκια και άλλα κτίρια, μαζί με 6000 επιγραφές από αγάλματα και άλλα έργα.

Παρασκευή, 9 Οκτωβρίου 2009

Ταφή

Η ταφή τών νεκρών
Οι αρχαίοι Έλληνες, πίστευανv πως η ψυχή του ανθρώπου που πέθανε, έπρεπε να φτάσει στον Κάτω Κόσμο. Όμως, αυτό ήταν αδύνατο να γίνει εάν ο νεκρός δεν είχε ταφή. Η ψυχή του θα περιπλανιόταν, κάποια στιγμή θα χανόταν και θα λησμονιόταν για πάντα.

Πριν την Ταφή

Το σώμα του νεκρού πλενόταν κι αλειφόταν μ' αρωματικά λάδια και το έντυναν με λευκό ένδυμα. 'Έμενε εκτεθειμένο για μια μέρα, έτσι ώστε οι φίλοι κι οι συγγενείς να του αποδώσουν το σεβασμό τους. Ο οβολός έπρεπε να τοποθετηθεί στο στόμα του νεκρού, για να πληρώσει το ναύλο του στον Κάτω Κόσμο. Χωρίς οβολό η ψυχή του θα παρέμενε περιπλανώμενη. Οι πενθούντες φορούσαν μαύρα ρούχα, έκοβαν κοντά τα μαλλιά τους και θρηνούσαν φωναχτά. 'Έκλαιγαν και βογκούσαν και χτυπούσαν τα χέρια τους σε ένδειξη βαθιάς θλίψης.

Η τελετή
Την επόμενη μέρα, την αυγή, οδηγούσαν το σώμα στην ταφή. Το μετέφεραν τους ώμους τους οι συγγενείς. Αν η οικογένεια ήταν πλούσια, το σώμα του νεκρού μεταφερόταν πάνω σ' άμαξα με άλογα. Τη σορό ακολουθούσαν οι φίλοι και η οικογένεια , κλαίγοντας. Οι οικογένειες που είχαν ευχέρεια, μίσθωναν επαγγελματίες για να θρηνήσουν το νεκρό.

Η Ταφή
Ο νεκρός ή καιγόταν ή ενταφιαζόταν στο νεκροταφείο που βρισκόταν έξω απ' τα τείχη της πόλης. Εκεί η κάθε οικογένεια είχε το δικό της χώρο ταφής. Προσωπικά αντικείμενα θάβονταν συνήθως μαζί με το σώμα του νεκρού. Διάφορα αντικείμενα προσωπικής χρήσης και τροφή, τοποθετούνταν μέσα στον τάφο για να χρησιμοποιηθούν στη μεταθανάτια ζωή.

Τρίτη, 6 Οκτωβρίου 2009

Σπάρτη

Σπάρτη

Κατά τον 10ο αι. Π.χ. οι Δωριείς εγκαταστάθηκαν στη Σπάρτη. Οι Δωριείς διατήρησαν τη φυλετική τους ενότητα και ίδρυσαν ένα ισχυρό στρατιωτικό κράτος το οποίο έδειξε επεκτατική διάθεση και κατάφερε να επιβάλει τον έλεγχο του ανάμεσα στα 740-720 π.χ. σχεδόν στη μισή Πελοπόννησο.
Εμπόριο και ευημερία
Η Σπάρτη γρήγορα προόδευσε κι έγινε μια από τις ένδοξες και ισχυρές πόλεις της Ελλάδας. Η αρκετά εύφορη γη της εξασφάλιζε επάρκεια προϊόντων. Στην αρχή της αρχαϊκής περιόδου έχει εμπορικές συναλλαγές με τις άλλες πόλεις κι εισάγει αγαθά πολυτελείας, όπως ελεφαντόδοντο, κεχριμπάρι και υφάσματα. Οι ίδιοι οι Σπαρτιάτες παρήγαγαν εξαιρετικά είδη μεταλλουργίας και διάφορα δοχεία. Λέγεται ότι η Σπάρτη έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της Ελληνικής μουσικής.

Η Σπαρτιατική κοινωνία
Οι πολίτες της Σπάρτης διαιρούνταν σε τρεις τάξεις: στους Σπαρτιάτες στους Περίοικους και στους Είλωτες. Σπαρτιάτες ήταν οι πραγματικοί απόγονοι των Δωριέων. Κατοικούσαν μέσα στη Σπάρτη κι ήταν ελεύθεροι πολίτες. Είχαν μοιραστεί την γη σε ίσα μερίδια και μόνη τους ασχολία ήταν ο πόλεμος , μέχρι την ηλικία των εξήντα ετών. Έπαιρναν μέρος στην Απέλλα στη συνέλευση των πολιτών, κι είχαν δικαίωμα να αποφασίζουν για το πόλεμο ή και για τους νόμους του κράτους. Τη διοίκηση της πόλης είχαν δυο βασιλιάδες , η γερουσία, οι έφοροι και η Απέλλα. Οι Γερουσιαστές (28 Σπαρτιάτες) μαζί με τους βασιλείς, ρύθμιζαν τις υποθέσεις του κράτους και δίκαζαν τους πολίτες. Οι Έφοροι ήταν η ανώτατη εξουσία της Σπάρτης. Οι Περίοικοι ήταν οι πολίτες που κατοικούσαν έξω από την Σπάρτη, δεν είχαν δικαίωμα να εκλέγονται γερουσιαστές ή Έφοροι, όπως οι σπαρτιάτες. Οι περσότεροι ήταν τεχνίτες. Οι είλωτες ήταν δούλοι με κύρια ασχολία την καλλιέργεια των κτημάτων.

Οι Νόμοι του Λυκούργου
Η Σπάρτη όφειλε την περίοδο και την δύναμη της στους νόμους του Λυκούργου. Νεότερες ιστορικές έρευνες αμφισβητούν την ύπαρξη του Λυκούργου, η παράδοση αναφέρει πως ήταν βασιλιάς ή αδελφός κι επίτροπος βασιλιά. Η ηγεσία της Σπάρτης προσπαθώντας να επιβάλει στους πολίτες σεβασμό για τους νόμους, δημιούργησε το πρόσωπο αυτό.

Η Εξασθένηση της Σπάρτης
Στα 668 π.χ., η Σπάρτη νικήθηκε από το Αργός. Ο Μεσσηνιακός πόλεμος που κράτησε από το 630 π.χ. δεκαεπτά ολόκληρα χρόνια , εξασθένησε την Σπάρτη κι επέφερε δραματικές αλλαγές . Έπρεπε παράλληλα με την εσωτερική τάξη, να φροντίζουν και την άμυνα της πόλης από ξένες επιδρομές.

Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2009

Η βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας (IΙ)

Η βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας (IΙ)

Ο επικεφαλής της Βιβλιοθήκης ονομαζόταν διευθυντής και πιθανότατα δεν είχε καμιά σχέοη με αυτούς του Μουσείου. Υπό την επίβλεψη του είχε ένα μεγάλο αριθμό επιστημόνων, από αντιγραφείς και μεταφραστές μέχρι καταγραφείς και συλλέκτες. Ο πρώτος διευθυντής που αναφέρεται ήταν ο Ζηνόδοτος ο Εφεσιος (325-260 π,Χ.), γνωσιός φιλόσοφος κι ένας από τους πρώτους λεξικογράφους. Πολλά του έργα χάθηκαν κατά τη διάρκεια των καταστροφών. Τα πιο γνωστά από αυτά είναι το Γλώσσαι, που αναφερόταν στην καταγωγή των τότε γνωστών ελληνικών γλωσσών (διαλέκτων), στις διαφορές μεταξύ τους αλλά και στις ομοιότητες τους, καθώς και το Λέξεις Εβνικαί με κεντρικό του θέμα τις ξένες λέξεις που χρησιμοποιούσαν οι Έλληνες της εποχής.
Κατά τη διάρκεια της θητείας του ο Πτολεμαίος ο Β' ο Φιλάδελφος κάλεσε τον Καλλίμαχο (310-240 π.Χ.) για να τον βοηθήσει στις εργασίες της Βιβλιοθήκης. Ο Καλλίμαχος ήταν φιλόσοφος και φιλόλογος από την Κυρήνη κι ανταποκρίθηκε αμέσως στο κάλεσμα του βασιλιά, αφού του δινόταν η μοναδική ίσως ευκαιρία να συμμετάσχει στη φιλόδοξη προσπάθεια συγκέντρωσης όλων των λογοτεχνικών και μη έργων Ελλήνων και ξένων συγγραφέων. Ο Καλλίμαχος βοήθησε στο συντονισμό και στον καταμερισμό των βιβλίων γράφοντας έναν κατάλογο με τον τίτλο Πίνακες, στον οποίο κατέγραψε περίπου 120.000 τίτλους βιβλίων κάθε είδους, τα ονόματα των συγγραφέων, τον αριθμό των στίχων, αλλά και τη χρονολογία συγγραφής του κά8ε έργου. Είναι γνωστό ότι οι αρχαίοι Αιγύπτιοι, αλλά και οι λαοί της Μεσοποταμίας, όπως οι Σουμέριοι και οι Ασσύριοι, είχαν ανεπτυγμένη την έρευνα στην Αστρονομία, χωρίς ωστόσο να υπάρχει ένα ολοκληρωμένο έργο, που θα μπορούσε με τις θεωρίες και τους κανόνες του να στηρίξει την ύπαρξη μιας ολόκληρης επιστήμης. Ο Ευκλείδης, που είχε εγκατασταθεί στην Αλεξάνδρεια γύρω στο 300 π.Χ., συγκέντρωσε όλα τα γεωμετρικά ευρήματα κι έγραψε το περίφημο βιβλίο του Σιοιχεία, δίνοντας έτσι τη βάση για τη Γεωμετρία, αλλά και το έναυσμα στις υπόλοιπες, σχετικές επιστήμες. Αλλος επιφανής ερευνητής ήταν ο ιατρός Ηρόφιλος (355-280 ττ.Χ.) από τη Χαλκηδόνα. Ο Ηρόφιλος άρχισε να κάνει ανατομικές μελέτες κι έρευνες, θεμελιώνοντας έτσι την επιστήμη της Ανατομίας. Ίδρυσε μια σχολή και μέσα από τις έρευνες του συμπέρανε ότι οι αρτηρίες μεταφέρουν αίμα και όχι αέρα, όπως μέχρι τότε ισχυριζόταν ο Πραξαγόρας. Μπόρεσε να διαχωρίσει τα νεύρα σε αισθητήρια και κινητικά, ενώ περιέγραψε κι ονόμασε τον αμφιβληστροειδή χιτώνα και το άνω τμήμα του λεπτού εντέρου, ως δωδεκαδάκτυλο. Ο μαθητής του, ο Ερασίστρατος από την Κέα, έκανε τη διάκριση ανάμεσα στον κυρίως εγκέφαλο και στην παρεγκεφαλίδα, αλλά παρατήρησε και τη διαφορά των πτυχώσεων του εγκεφάλου ίων ζώων και των ανθρώπων και υποστήριξε ότι οι περισσότερες πτυχώσεις δηλώνουν ανώτερη νοημοσύνη. Ο Ερασίστρατος, έχοντας αντίθετες απόψεις σχετικά με τις αρχές και τις μεθόδους της Ιατρικής από αυτές του δασκάλου του, ίδρυσε μια άλλη σχολή και θεμελίωσε τη Φυσιολογία. Εκτός αυτών όμως ιδρύθηκαν κι άλλες κλινικές-οίκοι, όπως του Καλλίμαχου και του Φιλίνου του Κώου, οι οποίες ξεχώριζαν μεταξύ τους από τον τρόπο άσκησης της θεραπείας. Τον Ηροφίλειο Οίκο και την Εμπειρική Ιατρική Σχολή του Φιλήνου, τις ένωσε αργότερα ο Ηρακλείδης του Ταραντίνου σε μία σχολή. Η εξέλιξη αυτών των ιατρικών τομέων διακόπηκε απότομα, γεγονός που έκανε την ιατρική επιστήμη για πάρα πολλούς αιώνες να θεωρείται μυσακιστική τέχνη και τους λειτουργούς της να κατηγορούνται ως μάγοι κι άθεοι. Σύμφωνα με τις αιγυπτιακές δοξασίες, το νεκρό σώμα έπρεπε να παραμένει ανέπαφο για να ακολουθήσει τη μεταθανάτια πορεία του. Έτσι, όταν οι Αιγύπτιοι έμαδαν ότι δάσκαλοι και μαθητές των σχολών «έπρατταν ανόσια» ατά σώματα των νεκρών, βγήκαν στους δρόμους και μαζί με τους ιερείς διαμαρτυρήθηκαν κατευθυνόμενοι προς τα ανάκτορα. Ο Πτολεμαίος βρέθηκε σε δύσκολη δέση, βλέποντας ότι στα αιτήματα της θιγμένης θρησκοληψίας του λαού πρωτοστατούσαν οι ιερείς και, γνωρίζοντας την ειαρροή των κληρικών, αποφάσισε αμέσως τη διακοπή των ιατρικών ερευνών και την αποπομπή ορισμένων δασκάλων, για να αποφύγει πιθανή εξέγερση μέσα στην πρωτεύουσα του βασιλείου του. Όταν ανέβηκε στο θρόνο ο Πτολεμαίος Β' ο Φιλάδελφος, η φιλοσοφική και η τεχνολογική εξέλιξη έφθασαν σε μοναδικά ύψη ακμής και προόδου. Διευθυντής της Βιβλιοθήκης ήταν ο Απολλώνιος ο Ρόδιος (270-235 π.Χ.) στον οποίο αποδίδονται τα Αργοναυτικά. Ο Έρμιππος, μαθητής του Καλλίμαχου, έγραψε ένα έργο για το Ζωροασιρισμό και τις περσικές δοξασίες που ξεπερνούσε τα δύο εκατομμύρια στίχους. Εκείνη την εποχή έγινε και η πρώτη μετάφραση της Παλαιάς Διαβήκης, επειδή οι Εβραίοι είχαν εξελληνιστεί σε τέτοιο βαθμό, που όχι μόνο μιλούσαν σχεδόν αποκλειστικά Ελληνικά, αλλά και χρησιμοποιούσαν ελληνικά ονόματα. Ο ιερέας Μανέδων μετέφρασε πολλά έργα των Αιγυπτίων, ενώ ο Βήρωσσος ο Χαλδαίος έγραψε στα Ελληνικά την Ιστορία των Βαβυλώνιων. Τέλος, μεταφράστηκαν και ινδικά βιβλία, τα περισσότερα από αυτά βουδιστικού περιεχομένου, τα οποία έφεραν στη Βιβλιοθήκη οι αντιπρόσωποι του βασιλιά Ασόκα, προσωπικού φίλου του Φιλάδελφου. Γύρω στο 270 π.Χ. ο Κτησίβιος ανακάλυψε την ιδιότητα της διαστολής των αερίων και καταπιάστηκε με τη Μηχανική και τις ενεργειακές πηγές. Κατασκεύασε την ύδραυλο, μια ωρολογιακή μηχανή που έμοιαζε με την κλεψύδρα, αλλά είχε ένα μηχανισμό με πλωτήρα και γρανάζια και λειτουργούσε με νερό. Μια άλλη εφεύρεση του Κτησίβιου ήταν η υδραντλία, η πρώτη πυροσβεστική αντλία, αλλά και η κατασκευή του ρύτου, ενός μουσικού οργάνου που παρήγαγε μελωδικούς ήχους, καθώς το νερό έπεφτε πάνω οτις οπές του. Πολλοί ερευνητές υποστηρίζουν ότι κι ο μηχανισμός των Αντικυθήρων ήταν σύλληψη και καιασκευή του Κτησίβιου, επειδή αυτός κατασκεύαζε ήδη οδοντωτούς τροχού γρανάζια. Αλλά και ο Ηρών ο Αλεξανδρεύς (1ος μ.Χ.) απέδιδε την πατρότητα της ατμομηχανής του σε αυτόν. Τέλος, ένα άλλο γνωστό επίτευγμα του μεγαλύτερου μηχανικού -μαζί με τον Αρχιμήδη- της αρχαιότητας, ήταν η μηχανή του, γνωστή ως «η μηχανή του Κτησίβιου», η οποία λειτουργούσε με την πίεση του αέρα και σήκωνε μεγάλα βάρη! Το 245 π.Χ. ο βιβλιοφύλαξ που διαδέχθηκε τον Απολλώνιο ήταν ο Εραιοσθένης (275-194 π.Χ.), μαθητής του Καλλίμαχου και του Λισάνιου. Τον κάλεσε στην Αλεξάνδρεια ο Πτολεμαίος Γ ο Ευεργέτης επειδή από μικρή ηλικία ήταν πολυτάλαντος και ασχολήθηκε με τη Γεωγραφία, τα Μαθηματικά, την Αστρονομία κ.ά. Πολλά από ία βιβλία που χάθηκαν στις καταστροφές ήταν δικά του. Τα πιο γνωστά από αυτά είναι ίο Γεωγραφικά και το Περί Μετρήσεως της Γης, που γράφθηκε γύρω στο 240 π.Χ., τότε δηλαδή που ο Ερατοσθένης προσδιόρισε το μέγεθος της Γης από το ποσοστό καμπύλωσης ιης επιφάνειας της (το υπολόγισε μετρώντας τις γωνίες που σχημάτιζαν οι ακτίνες του ήλιου την ίδια ώρα σε διάφορα σημεία της επιφάνειας της). Στο γεωγραφικό του έργο αναφέρθηκε με δέος ο Στράβωνας τονίζοντας, μάλιστα, ότι οι δυνατότητες του, καθώς και των άλλων επιστημόνων, ήιαν μεγάλες και οφείλονταν στην ύπαρξη της Βιβλιοθήκης.

Κυριακή, 4 Οκτωβρίου 2009

Η βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας (Ι)

Η βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας (Ι)

'Οταν το 325 π.Χ. ο Μέγας Αλέξανδρος θεμελίωσε την Αλεξάνδρεια στην τοποθεσία της αρχαίας αιγυπτιακής πόλης Ρακώτις, ίσως να σκεφτόταν ότι αυτή η πόλη θα γινόταν μεγάλο και ξακουστό εμπορικό κέντρο, λόγω του θαυμαστού λιμανιού, που κατασκεύασαν οι μηχανικοί Διάδης και Χαρίας, υπό την επίβλεψη του αρχιτέκτονα Δεινοκράτη. Και πράγματι, την εποχή εκείνη δεν υπήρχε κατάλληλο μέρος που να προσφέρεται για λιμάνι, έτσι ώστε τα καράβια να αράζουν άφοβα. Ήταν αναγκασμένα να μπαίνουν στο Νείλο, όπου και διεκπεραιώνονταν οι κάθε είδους συναλλαγές με τους Αιγυπτίους. Γι' αυτό και το μεγαλοπρεπές λιμάνι της ήταν η βασική προϋπόθεση για την εξέλιξη της στο μεγαλύτερο λιμάνι της Μεσογείου. Τα όρια της Αλεξάνδρειας σχεδίασε ο ίδιος ο Αλέξανδρος, εμπνευστής του φιλόδοξου ονείρου μιας πόλης με επιβληιικά ανάκτορα, πολυτελέστατα κτίρια, περίτεχνους ναούς και πολλούς πνεύμονες πράσινου. Ο Έλληνας στρατηλάτης επέλεξε το παραλληλόγραμμο σχήμα της μακεδόνικης χλαμύδας με όρια τη λίμνη Μαρώτις στο νότο και τον Κανωπικό Βραχίονα. Ο αρχιτέκτονας Δεινοκράτης ο Ρόδιος ανέλαβε την πολεοδόμηση και την ανέγερση των βασιλικών κτιρίων, κατασκευάζοντας μια πόλη-πρότυπο για την εποχή εκείνη. Τη χώρισε σε πέντε περιφέρειες, που ενώνονταν με φαρδιούς δρόμους, ενώ σε όλο το μήκος των δύο κεντρικών λεωφόρων, 22 μέτρα πλάτος η καθεμιά, υπήρχαν στοές. Σημεία αναφοράς για τον επισκέπτη ήταν τα ανάκτορα, το θέατρο, η αγορά, ο ναύσταθμος με τις τεράστιες αποθήκες, οι βασιλικοί κήποι, το Μουσείο, το Σώμα, όπου για πολλούς βρισκόταν θαμμένος ο Μέγας Αλέξανδρος, αλλά και η Βιβλιοθήκη και ο Φάρος. Τέλος, όλη η πόλη περιτειχιζόταν από ψηλά και πλατιά τείχη με πολλούς πυργίσκους. Σε αυτή τη νεόχτιστη πόλη, λοιπόν, άρχισαν να συρρέουν χιλιάδες πολίτες, αναζητώντας καλύτερη τύχη.
Όταν πέθανε ο Μέγας Αλέξανδρος, ο στρατηγός του Πτολεμαίος του Λαγού έγινε βασιλιάς της Αιγύπτου κι εγκαταστάθηκε στην Αλεξάνδρεια, ανακηρύσσοντας την πρωτεύουσα του βασιλείου του. Με τον Πτολεμαίο Α' του Λαγού άρχισε η δυναστεία των Λαγίδων (305-30 π.Χ.). Ο Πτολεμαίος ο Α' εκτός αττό καλός στρατιωτικός ήταν και ένας ευφυής κι οξυδερκής ηγέτης με ανοιχτούς πνευματικούς ορίζοντες. Έτσι μόλις εγκαταστάθηκε στην Αλεξάνδρεια, άρχισε να προσκαλεί από διάφορα μέρη του ελληνικού κόσμου φιλοσόφους και προσωπικότητες των ιεχνών. Ανάμεσα σε αυτούς που δέχθηκαν την πρόσκληση του ήταν ο Ευκλείδης, ο Στράτωνας, ο Δημήτριος ο Φαληρέας, ο Φίλητας ο Κώος κ.ά. Μαζί με αυτούς όμως άρχισε να καιαφτάνει και πλήθος κόσμου από διάφορα μέρη της Γης, κι έτσι η Αλεξάνδρεια μεταβλήθηκε σ' ένα πολυεθνικό και πολύμορφο παζλ από Πέρσες, Φοίνικες, Λίβυους, ακόμα και Ινδούς! Ωστόσο, οι πολυπληθέστερες κοινότητες ήταν αυτές των Ελλήνων, των Αιγυπτίων και των Εβραίων. Ο Πτολεμαίος, για να μπορέσει να επιβληθεί σε αυτό το ανομοιογενές πλήθος των υπηκόων του, «δημιούργησε» με τη βοήθεια δύο μεγάλων μυστών των αιγυπτιακών και ελληνικών μυστηρίων, του Έλληνα Τιμόθεου ίου Αθηναίου και του Αιγυπτίου Μανέθωνα, ένα νέο θεό, τον Σέραπη, που ουσιαστικά ήταν ένωση του Αιγυπτίου Όσιρη και του Έλληνα Διόνυσου ή Πλούτωνα. Έλληνες και Αιγύπτιοι δέχθηκαν το νέο θεό και ανήγειραν προς τιμήν του ένα μεγαλοπρεπή ναό, το Σεραπείο, στον αιγυπτιακό τομέα της πόλης.

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Ο φιλόσοφος και πολιτικός Δημήτριος ο Φαληρέας (350-283 π.Χ.), βλέποντας τις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις που επέφερε η ραγδαία επέλαση των μακεδόνικων φαλαγγών στις αχανείς εκτάσεις της Περσικής Αυτοκρατορίας, έπλασε ένα όνειρο που είχε σχέση με την ανάδειξη του ελληνικού πνεύματος σε παγκόσμια κλίμακα. Αν και από τούς ιστορικούς αυτή η φωτισμένη μορφή αναφέρεται ως «αποτυχημένη πολιτικά», ο Δημήτριος ήταν εκείνος που κατάφερε να πείσει με πς προτροπές του τον Πτολεμαίο Α' να δημιουργήσει στην Αλεξάνδρεια μια σχολή και μια βιβλιοθήκη, όπου δα συγκεντρώνονταν όλα τα βιβλία του ιότε γνωστού κόσμου. Αν και υπήρχαν βιβλιοθήκες (με την έννοια ότι σε κάποιο κτίριο βρισκόταν ένας αριθμός βιβλίων), ήταν συνήθως υπό την επίβλεψη ιερέων του εκάστοτε θρησκευτικού δόγματος της περιοχής. Αν κάποιος ήθελε να τις χρησιμοποιήσει, έπρεπε ή να ήταν μυημένος στο αντίστοιχο δόγμα ή να ήταν στέλεχος του ιερατείου, αφού αυτές δεν λειτουργούσαν ως πηγές γνώσης και μελέτης για το κοινό, αλλά ως ιερατικά μυσταγωγικά κέντρα. Το ίδιο συνέβαινε και με τις σχολές, όπως για παράδειγμα στην Αθήνα, όπου ήδη λειτουργούσαν η Ακαδημία του Πλάτωνα και το Λύκειο του Αριστοτέλη, που όμως δεν είχαν ερευνητικό χαρακτήρα, αλλά καθαρά φιλοσοφικό, και οι βιβλιοθήκες τους ήταν μικρές, αφού φιλοξενούσαν ως επί το πλείστον έργα ίων ιδρυτών τους, ένα μικρό αριθμό ποιητικών και φιλοσοφικών έργων, καθώς και μερικές συμπληρωματικές μελέτες.
Ο Δημήτριος ο Φαληρέας είχε θητεύσει επιτηρητής της Αθήνας και γνώριζε από κοντά τη λειτουργία και τη σύνθεση του Λυκείου και της Ακαδημίας. Επειδή ήταν και μαθητής του Αριστοτέλη, είναι πιθανόν να είχε διδαχθεί από τον ίδιο το φιλόσοφο την οργάνωση μιας βιβλιοθήκης. Ίσως μάλιστα γι' αυτόν το λόγο ο Στράβωνας να αναφέρει ότι ο Αριστοτέλης θεωρούνταν πνευματικός πατέρας ίου Μουσείου και της Βιβλιοθήκης. Το όνειρο του Δημητρίου άρχισε να υλοποιείται γύρω στο 300 π.Χ. με την κατασκευή του Μουσείου, του πρώτου πανεπιστημίου στον κόσμο. Το Μουσείο ήταν μια σχολή που δημιουργήθηκε σύμφωνα με τα πρότυπα των δύο αθηναϊκών σχολών, του Λυκείου και της Ακαδημίας, και ονομάστηκε έτσι επειδή ήταν αφιερωμένο στις 9 Μούσες, τις προστάτιδες των τεχνών και των επιστημών. Ο Στράβωνας μας πληροφορεί ότι το Μουσείο διέθετε μια πλατωνικού τύπου εξέδρα, όπου υπήρχαν καθίσματα για να συγκεντρώνονται οι φιλόσοφοι. Παραδίπλα, υπήρχε ο αριστοτελικού τύπου χώρος περιπάτου για τις συζητήσεις των επιστημόνων. Μεγάλο χώρο καταλάμβανε κι ο ναός, που ήταν αφιερωμένος στις Μούσες, όπου ο ιερέας -τυπικά ο επικεφαλής του ιδρύματος- τελούσε τα μυστήρια. Αυτό το πρώιμο πανεπιστημιακό συγκρότημα είχε δύο ακόμη κτίσματα, τους κοιτώνες και την εστία. Όσοι κατοικούσαν στο Μουσείο δικαιούνταν διατροφή και μισθοδοσία, τα έξοδα τους αναλάμβανε το βασιλικό ταμείο, ενώ συγχρόνως έχαιραν φορολογικής απαλλαγής. Έτσι, τα στελέχη του Μουσείου έκαναν τις έρευνες τους χωρίς να προβληματίζονται από τις καθημερινές έγνοιες, δοσμένοι ολοκληρωτικά στο επιστημονικό τους έργο και λειτουργώντας ως μέλη της λατρευτικής κοινότητας των Μουσών.
Εκτός όμως από τον επικεφαλής ιερέα υπήρχε κι ο επιστάτης, ο οποίος ήταν αρμόδιος της διαχείρισης της σχολής. Το Μουσείο, όπως και η Βιβλιοθήκη, ήταν ιδιοκτησία του βασιλιά, που διόριζε τους δύο επικεφαλής, συνήθως πρόσωπα της αρεσκείας του. Έτσι εξηγείται και το γεγονός πως από την εποχή του Πτολεμαίου Δ' του Φιλοπάτορα, τότε δηλαδή που άρχισαν οι διαμάχες ανάμεσα στους διεκδικητές του θρόνου, έχουμε μια εναλλαγή προσώπων στις δυο αυτές δέσεις. Εκτός όμως από το διωγμό των δύο ανώτερων της σχολής, έχουμε και το διωγμό φιλοσόφων, που ήταν ταγμένοι σε κάποιο διάδοχο. Οι διώξεις αυτές είχαν πάρει, μάλιστα, τέτοιες διαστάσεις, που πολλοί αναφέρουν ότι πολλές πόλεις ήταν γεμάτες από εξόριστους Αλεξανδρινούς επιστήμονες. Ο αρχικός σκοπός του Μουσείου ήιαν η έρευνα και, σε συνδυασμό με τη Βιβλιοθήκη, η καταγραφή των πορισμάτων της. Ωστόσο, με το πέρασμα του χρόνου κι αφού πέρασε στη δικαιοδοσία των Ρωμαίων αυτοκρατόρων, το Μουσείο πήρε τη μορφή του εκπαιδευτικού ιδρύματος. Ερευνητές της Αστρονομίας, των Μαθηματικών, της Φυσικής και των άλλων τεχνών δίδασκαν, σύμφωνα με κάποιους ιστορικούς, σε 12.000 μαθητές περίπου! Γύρω σιο 295 π.Χ. κατασκευάστηκε και το κτίριο της Βιβλιοθήκης, αφού ήδη ο Πτολεμαίος Α' είχε χρηματοδοτήσει τον Δημήτριο και το επιτελείο του να συγκεντρώσουν βιβλία απ' όλο τον κόσμο.
Ο Φαληρέας με το δημιουργικό του πνεύμα αντιλήφθηκε ότι, για να υπάρξει πρόοδος στον τομέα της γνώσης, δεν χρειάζεται μόνο η σύνθεση μιας σχολής με διαπρεπή μυαλά, αλλά και η καταγραφή και συγκένιρωση των ερευνών σ' ένα μέρος. Τον ενθουσιασμό του αυτόν τον κληροδότησε στον Πτολεμαίο κι αυτός με τη σειρά του στους διαδόχους του. Η συγκέντρωση των βιβλίων γινόταν έναντι αδρών αμοιβών, αλλά και με πλάγιους τρόπους, όταν η απόκτηση τους ήταν δύσκολη. Για παράδειγμα, ο Πτολεμαίος Γ' ο Ευεργέτης ζήτηοε από τους Αθηναίους τα πρωτότυπα έργα των μεγάλων τραγικών για να γίνουν πιο πιστές αντιγραφές των κειμένων, πληρώνοντας τους υποθήκη σε περίπτωση καταστροφής. Οι Αθηναίοι, μπροστά στο υπέρογκο χρηματικό ποσό, πρόσφεραν χωρίς να το πολυσκεφτουν τα έργα ίων τραγικών και ο Πιολεμαίος Γ' τους επέσυρεψε τα αντίγραφα, κραιώντας τα αυθεντικά. Ένας άλλος τρόπος ήταν η κατάσχεση ίων βιβλίων που κουβαλούσαν οι επισκέπτες στην Αλεξάνδρεια. Έτσι, η Βιβλιοθήκη δεν άργησε να γεμίσει, με αποτέλεσμα ο Πτολεμαίος Γ' να αναγκαστεί να δημιουργήσει ένα παράρτημα της στο Σεραπείο, που καιά τον Ιώσηπο ονομάσιηκε «θυγάτηρ», κόρη δηλαδή της μεγάλης Βιβλιοθήκης. Η Βιβλιοθήκη ήταν χωρισμένη σε τομείς, όπως: ρητορική, νομική, ιστορία, μαθηματικά, ιατρική, ποίηση, που χωριζόταν σε επική, λυρική, τραγική και κωμική. Πριν καταγραφούν οι τόμοι και στεγαστούν στις βιβλιοθήκες, στοιβάζονταν στις αποθήκες του ναυστάθμου για να ακολουθήσει η επιλογή και η πρώτη καταγραφή. Την εποχή του Πτολεμαίου Γ' του Ευεργέτη ο αριθμός των κυλίνδρων -ονομάζονταν έτσι λόγω του σχήματος τους-έφτανε τις 532.000 και γύρω στα 30.000 πινάκια, ενώ λίγο πριν από την καταστροφή αριθμούσαν τις 700.000 με 800.000!