Αναγνώστες

Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2010

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ ΣΤΗΝ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΣΙΑ

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ ΣΤΗΝ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΣΙΑ

Το τέλος του Σπιταμένη
(Διόδωρος ΙΖ.β.κθ, Κούρτιος 8.2.13-18, 3.1-16)

Με τον Κλείτο νεκρό και τους Μακεδόνες περισσότερο τρομοκρατημένους κι από τους Σογδιανούς, ο Αλέξανδρος συνέχισε τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις κατά των επαναστατών. Ανέθεσε στον Ηφαιστίωνα να συγκεντρώσει πληθυσμό από την ύπαιθρο και να εποικίσει τις πόλεις της Σογδιανής, με σκοπό να μετατρέψει τους νομάδες σε πολίτες, για να τους ελέγχει καλύτερα. Έστειλε το τμήμα υπό τους Κοίνο και Αρτάβαζο να καταδιώξει τον Σπιταμένη, που είχε καταφύγει στους Σκύθες, κι ίδιος με το υπόλοιπο στράτευμα κινήθηκε προς τις περιοχές της Σογδιανής, που ήταν ακόμη υπό των έλεγχο των επαναστατών.

Στο δεύτερο εξάμηνο του 328 π.Χ. φαίνεται ότι ανήκουν και οι παρακάτω εκκαθαριστικές επιχειρήσεις, που περιγράφει ο Κούρτιος. Πρώτος στόχος ήταν η Ξενίππη, μία εύφορη και πυκνοκατοικημένη περιοχή στα σύνορα της Σογδιανής με τη Σκυθία. Εκεί είχαν βρει καταφύγιο πολλοί Βάκτριοι φυγάδες, εναντίον των οποίων προέλαυνε ο Αλέξανδρος. Μόλις το έμαθαν οι κάτοικοι της περιοχής, έδιωξαν τους Βάκτριους, για να αποφύγουν συνέπειες. Οι Βάκτριοι ήταν 2.500 σκληροτράχηλοι ιππείς, που ανέκαθεν ζούσαν ληστρικά, και κατάφεραν να αιφνιδιάσουν τον Αμύντα. Η μάχη ήταν αμφίρροπη και οι Βάκτριοι προξένησαν αξιόλογες απώλειες (80 Μακεδόνες νεκρούς και 350 τραυματίες), αλλά στο τέλος υποχώρησαν αφήνοντας πίσω τους 700 νεκρούς και 300 αιχμαλώτους. Σύμφωνα με όσα έχουμε δει ως τώρα, ο Αλέξανδρος θα έπρεπε κανονικά να φανεί αμείλικτος τόσο στους αιχμαλώτους όσο και στους διαφυγόντες, εν τούτοις λέει ότι ο Αλέξανδρος τους συγχώρεσε όλους. Λόγω του αμέσως προηγηθέντος φόνου του Κλείτου, ίσως ο Κούρτιος θέλει να μαλακώσει λίγο την εικόνα του Αλεξάνδρου. Μετά την παράδοση των Βακτρίων φυγάδων θέλει τον Αλέξανδρο να επιδράμει στην περιοχή των Ναυτάκων, όπου τοποθετεί την Πέτρα του Σισιμίθρη (Χοριήνη), αλλά στην πραγματικότητα αυτή η εκστρατεία έγινε την επόμενη άνοιξη.

Το χειμώνα του 328 π.Χ. κι ενώ η αντίσταση του Σπιταμένη δεν είχε καμφθεί, ο Αλέξανδρος πήγε από τα Μαράκανδα στα Ναύτακα, για να ξεχειμωνιάσει, και τοποθέτησε σατράπη της Βακτρίας τον Αμύντα του Νικολάου, διότι ο Αρτάβαζος ήθελε να αποσυρθεί λόγω ηλικίας. Ανέθεσε στον Κοίνο τις τάξεις του Κοίνου, του Μελέαγρου, 400 εταίρους, όλους τους ιππακοντιστές και όσους Βάκτριους και Σογδιανούς, είχαν συμμαχήσει μαζί του με διαταγές να αποτρέψει νέα επανάσταση των Σογδιανών κατά τη διάρκεια του χειμώνα, και ει δυνατόν να εντοπίσει και να εξουδετερώσει τον Σπιταμένη.

Ο Κοίνος εγκατέστησε φρουρές σε καίρια σημεία της χώρας, για να εμποδίσει τη δράση του Σπιταμένη, ο οποίος αντιλαμβανόμενος ότι δεν μπορούσε πλέον να κάνει ανταρτοπόλεμο, αποφάσισε να αναμετρηθεί κατά μέτωπο. Προηγουμένως πήγε στις Γαβές, μία οχυρή θέση της Σογδιανής στα βόρεια σύνορά της με τους Μασσαγέτες, όπου στρατολόγησε εύκολα 3.000 ιππείς από τους φιλοπόλεμους και πάμφτωχους νομάδες Μασσαγέτες. Κινήθηκε κατά του Κοίνου, που το πληροφορήθηκε και έσπευσε να συναντήσει τον Σπιταμένη. Η μάχη ήταν σκληρή και νίκησαν οι Μακεδόνες, που έχασαν 25 ιππείς και 12 πεζούς. Οι βάρβαροι έχασαν περί τους 800 ιππείς, ενώ οι Σογδιανοί και οι περισσότεροι Βάκτριοι, αυτομόλησαν στον Κοίνο. Οι Σκύθες λεηλάτησαν τα σκευοφόρα των αυτόμολων και πρώην συμμάχων τους, για να μην τα χρησιμοποιήσει ο Κοίνος αλλά και ως μέρος της αμοιβής τους, και μαζί με τους υπόλοιπους Βάκτριους υπό τον Σπιταμένη κατέφυγαν στην έρημο. Εκεί τους πρόλαβε μία φήμη, ότι ο Αλέξανδρος είχε μπει στην έρημο και προέλαυνε εναντίον τους με τη χαρακτηριστική του ταχύτητα, και για να αποφύγουν την οργή του, σκότωσαν τον Σπιταμένη κι έστειλαν το κεφάλι του στον Αλέξανδρο.

Κατά τον Κούρτιο, η γυναίκα του Σπιταμένη, η οποία αφενός είχε κουραστεί από τις συνεχείς μετακινήσεις του ανταρτοπολέμου και αφετέρου είχε εξοργισθεί από τις εξωσυζυγικές δραστηριότητες του συζύγου της, τον δολοφόνησε και παρέδωσε η ίδια το κεφάλι του στον Αλέξανδρο. Φέρεται να κατέφυγε στον Αλέξανδρο για να αποφύγει τις συνέπειες της συζυγοκτονίας, αλλά δεν έχουμε πληροφορίες για το μέλλον της στο μακεδονικό στρατόπεδο, όταν είναι γνωστό ότι οι ελληνικές κοινωνίες του 4ου π.Χ αιώνα ήταν πιο στυγνά ανδροκρατούμενες από τις ασιατικές. Επίσης πρέπει να παρατηρήσουμε τη διαφορά ανάμεσα στη διήγηση του Κούρτιου, που αποδίδει την εξουδετέρωση του Σπιταμένη στην τύχη του Αλεξάνδρου, και στη διήγηση του Αρριανού, που δεν αναγνωρίζει την ανάμιξη της θεάς Τύχης στις πράξεις των ανθρώπων. Μία άλλη σημαντική διαφορά ανάμεσα στους δύο ιστορικούς είναι ότι ο Αρριανός θέλει τον Αλέξανδρο να μην προελαύνει ο ίδιος εναντίον του Σπιταμένη, αλλά να στέλλει εναντίον του τον Κοίνο. Δηλαδή κατά τον Αρριανό ο Αλέξανδρος δεν θέλησε να υψώσει τον Σπιταμένη στη θέση ισότιμου ούτε η δράση του τον ανησύχησε περισσότερο από εκείνη των επαναστατημένων Σογδιανών.

Ο Σπιταμένης δεν υπήρξε ηγέτης της αντίστασης των Σογδιανών, η οποία καταγράφεται ως διεξαγόμενη από τους κατά τόπους ηγεμόνες, χωρίς κεντρική ηγεσία ή συντονισμό. Απλώς υπήρξε ο τελευταίος πατριώτης και προέβαλε στον Βασιλιά της Ασίας αντίσταση πολύ πιο αξιόλογη απ’ όση είχε προβάλει ο Μέγας Βασιλεύς στον βασιλιά της Μακεδονίας. Πρακτικά μόνος του, με συμμάχους διάφορους νομάδες, κατάλληλους μόνο για καταδρομικές επιχειρήσεις, αντάρτικο αγώνα και εντελώς ακατάλληλους για μάχες εκ παρατάξεως με τακτικό στρατό, σήκωσε στους ώμους του την πατριωτική αντίσταση, το τελευταίο κεφάλαιο της οποίας έκλεισε με το θάνατό του. Οι άλλοι αξιωματούχοι, ακόμη και οι Πέρσες, είχαν προτιμήσει την προσωπική τους ευημερία και έσπευσαν να υπηρετήσουν από τις παλιές τους θέσεις τον νέο Βασιλιά της Ασίας. Η Αχαιμενιδική αυτοκρατορία ήταν οριστικά νεκρή και δεν υπήρχε πλέον αξιόλογος τακτικός αντίπαλος για τον Αλέξανδρο.

Αφού είχε εξουδετερώσει τον σημαντικότερο επαναστατικό πυρήνα, ο Κοίνος πήγε στα Ναύτακα, όπου βρισκόταν ο Αλέξανδρος, και οι σατράπες των Παρθυαίων και των Αρείων, Φραταφέρνης και Στασάνωρ αντίστοιχα, για να αναφέρουν ότι είχαν εκτελέσει όλες τις διαταγές τους. Ο Αλέξανδρος έστειλε τον Φραταφέρνη να του φέρει τον σατράπη των Μάρδων και Ταπύρων, Αυτοφραδάτη, που είχε αγνοήσει τις προσκλήσεις του Αλεξάνδρου. Ανέθεσε στον ήδη σατράπη της Αρείας Στασάνορα και τη σατραπεία της Δραγγιανής και στον Πέρση Ατροπάτη τη σατραπεία της Μηδίας, διότι ο Οξυδάτης, ο ως τότε σατράπης, είχε φανεί ύποπτος. Ο διοικητής της Βαβυλώνας, ο Μαζαίος, είχε πεθάνει και τον αντικατέστησε με τον Σταμένη. Τέλος έστειλε τους Σώπολη, Επόκιλλο και Μεννίδα στη Μακεδονία για στρατολόγηση.

Κατά τον Κούρτιο, δύο μήνες αργότερα ο Αλέξανδρος προέλασε από τα Ναύτακα προς τη Γαζάβα (ίσως τις Γαβές, την οχυρή θέση, που ο Αρριανός τοποθετεί στα βόρεια της Σογδιανής κοντά στα σύνορα με τους Μασσαγέτες). Την τρίτη ημέρα της προέλασης η στρατιά έπεσε σε καταιγίδα, σφοδρή χαλαζοθύελλα και τρομερό κρύο, απ’ τα οποία βρήκαν το θάνατο 2.000 στρατιώτες και συνακολουθούντες και καταστράφηκαν όλα τα εφόδια. Ο Σισιμίθρης (δηλαδή ο Χοριήνης) τους έφερε πολλά υποζύγια, 200 καμήλες και κοπάδια προβάτων και αγελάδων. Ο Αλέξανδρος τον επαίνεσε δημοσίως για τη νομιμοφροσύνη και την ευγνωμοσύνη, που επέδειξε σε μία κρίσιμη στιγμή, και, για να τον αποζημιώσει, εισέβαλε στη χώρα των Σακών, τη λεηλάτησε και δώρισε στον Χοριήνη τη λεία, 30.000 αγελάδες. Εδώ εγείρονται σοβαρότατες αμφιβολίες για το αν ο Κούρτιος περιγράφει πραγματικό γεγονός, διότι εμφανίζει τον Αλέξανδρο να εγκαταλείπει –για πρώτη φορά- ένα στόχο, τον οποίο πάνω απ’ όλα δεν προσδιορίζει ούτε γεωγραφικά ούτε στρατηγικά.

Στα περιεχόμενα του ΙΖ βιβλίου του Διόδωρου διαβάζουμε «Εκστρατεία του βασιλιά στους λεγόμενους Ναύτακες και καταστροφή του στρατού από το πολύ χιόνι». Φαίνεται λοιπόν ότι κάτι ανάλογο με την εκστρατεία στη Γαζάβα ανέφερε κι αυτός στο απωλεσθέν του βιβλίου του, μάλλον όμως σε άλλη περιοχή από τον Κούρτιο, ο οποίος τοποθετεί την Πέτρα του Χοριήνη στην περιοχή των Ναυτάκων. Δηλαδή ο Διόδωρος φαίνεται να τοποθετεί την καταστροφή στην περιοχή, που ο Κούρτιος τοποθετεί την Πέτρα του Χοριήνη, η οποία όμως δεν εμφανίζεται στα περιεχόμενα του Διόδωρου.


Η Σογδιανή Πέτρα – Η υποταγή της Σογδιανής – Ο γάμος με τη Ρωξάνη
(Αρριανός Δ.18-19, Πλούταρχος Αλέξανδρος 23, 47.7, Διόδωρος ΙΖ.β.κγ, λ, Κούρτιος 8.1.21, 43, 4.21-κ.ε.)

Την άνοιξη του 327 π.Χ. ο Αλέξανδρος είχε υποτάξει σχεδόν όλη τη Σογδιανή και προέλασε προς το τελευταίο ανθιστάμενο οχυρό. Η Σογδιανή Πέτρα, μία πολύ οχυρή εκ φύσεως τοποθεσία, ήταν ένας απότομος βράχος, απροσπέλαστος από παντού, όπου είχαν οχυρωθεί πολλοί επαναστάτες. Η κατάληψή της φαινόταν αδύνατη, αφού η πυκνή ανοιξιάτικη χιονόπτωση δυσκόλευε ακόμη περισσότερο την πρόσβαση, ενώ οι επαναστάτες είχαν συγκεντρώσει τρόφιμα, για να αντέξουν πολύχρονη πολιορκία, και είχαν άφθονο τρεχούμενο νερό. Ο Αλέξανδρος τους πρότεινε συνθηκολόγηση, να παραδώσουν το οχυρό και να φύγουν ανενόχλητοι για τα σπίτια τους, αλλά οι Σογδιανοί είχαν μεγάλη αυτοπεποίθηση λόγω τις οχυρής τοποθεσίας και των προετοιμασιών τους. Γέλασαν προσβλητικά και του είπαν περιπαιχτικά να βρει πρώτα ιπτάμενους στρατιώτες, διότι οι κοινοί θνητοί δεν μπορούσαν να του προσφέρουν τίποτα. Ο Αλέξανδρος δέχθηκε την πρόκληση, όχι μόνο διότι ο εγωισμός του δεν του άφηνε άλλη διέξοδο, αλλά και για λόγους τακτικής. Η Σογδιανή είχε επαναστατήσει ήδη δύο φορές και ακόμη δεν είχε υποταχθεί πλήρως. Δεν μπορούσε λοιπόν να αφήσει πίσω του εστίες αντίστασης, ούτε να δώσει δείγματα αδυναμίας στους ντόπιους.

Προκήρυξε κλιμακούμενες αμοιβές για όσους θα ανέβαιναν στο βράχο και συγκεντρώθηκαν περί τους 300 άντρες, που είχαν εξασκηθεί στην αναρρίχηση κατά τις πολιορκίες. Αυτό, που ακολούθησε, πρέπει να είναι η πρώτη καταγεγραμμένη πολεμική αλπινιστική επιχείρηση. Μέσα στη νύχτα οι αναρριχητές πλησίασαν το πιο απόκρημνο σημείο του βράχου, που ήταν και το πλημμελέστερα φρουρούμενο, κάρφωναν στο σταθερό έδαφος και στο σκληρό χιόνι τα σιδερένια πασαλάκια, που χρησιμοποιούσαν για τη στερέωση των σκηνών, έδεναν πάνω τους γερά σκοινιά από λινάρι και αψηφώντας το κρύο και τον αέρα, άρχισαν την αναρρίχηση, ακριβώς όπως κάνουν και οι σημερινοί αλπινιστές. Περί τους 30 αναρριχητές χάθηκαν στο κενό. Το έδαφος ήταν τόσο δύσβατο και η χιονόπτωση τόσο πυκνή, ώστε δεν βρέθηκαν τα σώματά τους για να ταφούν, όπως τους άξιζε. Κατά το χάραμα οι υπόλοιποι έφτασαν στην κορυφή, εξουδετέρωσαν τη φρουρά εκείνου του σημείου και ανέμισαν πανιά από λεπτό ύφασμα, όπως είχαν προσυμφωνήσει για να ειδοποιήσουν τον Αλέξανδρο. Εκείνος έστειλε ξανά αγγελιαφόρους και ζήτησε από τους επαναστάτες να παραδοθούν, διότι οι ιπτάμενοι στρατιώτες όχι μόνο είχαν βρεθεί, αλλά είχαν ήδη καταλάβει την κορυφή. Οι επαναστάτες τότε μόνο αντιλήφθηκαν τους Μακεδόνες εντός των τειχών τους. Τρομοκρατήθηκαν από τον αδιανόητο αιφνιδιασμό και παραδόθηκαν, πιστεύοντας ότι οι αναρριχηθέντες ήταν περισσότεροι και καλά οπλισμένοι. Το ισχυρότερο οχυρό της χώρας είχε πέσει αμαχητί και ολοκληρώθηκε η κατάληψη της Σογδιανής.

Εκεί τοποθετεί ο Αρριανός τη γνωριμία του Αλεξάνδρου με τη Ρωξάνη (Ροσάνακ=μικρό αστέρι). Ανάμεσα στους αιχμαλώτους της Σογδιανής Πέτρας ήταν και ο Βάκτριος Οξυάρτης με τη γυναίκα και τις κόρες του. Μία από αυτές, η Ρωξάνη, «λέγεται ότι ήταν η ωραιότερη ασιάτισσα, που είχε δει μέχρι τότε η στρατιά μετά από τη γυναίκα του Δαρείου». Αντίθετα, ο Πλούταρχος λέει ότι ο Αλέξανδρος γνώρισε τη Ρωξάνη σε κάποια οινοποσία με χορό, χωρίς να κάνει καμία χρονολογική αναφορά. Παραπλήσια είναι και η εκδοχή του Κούρτιου, ο οποίος τοποθετεί τη γνωριμία μετά την κατάληψη της Πέτρας του Χοριήνη. Σύμφωνα με τον Ρωμαίο ιστορικό, όταν ο Αλέξανδρος μπήκε στη χώρα του Οξυάρτη, εκείνος παραδόθηκε και ο Αλέξανδρος τον διατήρησε στη θέση του παίρνοντας ως ομήρους τους τρεις γιους του. Στη συνέχεια ο Οξυάρτης παρέθεσε στον Αλέξανδρο πολυτελές συμπόσιο, στο οποίο για τη διασκέδαση των συνδαιτυμόνων έφερε 30 νεαρές γυναίκες, μεταξύ των οποίων και την κόρη του Ρωξάνη. Τα μάτια όλων έπεσαν πάνω της, «διότι διέθετε αξιοπρεπή εμφάνιση, σπάνια στους βαρβάρους και αξιόλογη φυσική ομορφιά, που μπορούσε να συγκριθεί μόνο με εκείνη των δύο ανύπαντρων κορών του Δαρείου».

Όλοι οι ιστορικοί αποδίδουν σε έρωτα με την πρώτη ματιά την απόφαση του Αλεξάνδρου να παντρευτεί τη Ρωξάνη, αν και με μία προσεκτική ανάγνωση βλέπουμε ότι τα πραγματικά κίνητρα και οι αντιδράσεις σ’ αυτήν την απόφαση του Αλεξάνδρου, δεν έχουν παραποιηθεί από την εξωραϊστική παρουσίαση. Και οι τρεις σωζόμενοι Έλληνες ιστορικοί επαινούν τον Αλέξανδρο για την απόφασή του να παντρευτεί τη Ρωξάνη, ενώ μπορούσε να την κάνει παλλακίδα του. Όμως το λακωνικό σχόλιο του Αρριανού «περισσότερο [τον] επαινώ παρά τον μέμφομαι» δείχνει ότι περί τους πέντε αιώνες αργότερα ο γάμος του Αλεξάνδρου με μία βάρβαρη εξακολουθούσε να είναι δύσπεπτος στον κόσμο των Ελλήνων και ότι οι έπαινοι στην αρετή του δεν ήταν παρά ηρεμιστικό για την προσβολή, που υπέστη ο ρατσισμός τους. Ο Κούρτιος αποδίδει την απόφαση για το γάμο σε χαλάρωση της αρχικής του αυτοσυγκράτησης λόγω των επιτυχιών του και λέει ότι οι Μακεδόνες δεν επικροτούσαν ούτε την απόφασή του να την παντρευτεί και να δώσει διάδοχο στον Οίκο των Αργεαδών έναν μιξοβάρβαρο, ούτε και το ότι επέλεξε τη σύζυγο του ανάμεσα από αιχμάλωτες νεανίδες διασκέδασης. Ο Αλέξανδρος για να τους κατευνάσει, φέρεται να τους είπε ότι και ο πρόγονός του, ο Αχιλλέας, κοιμόταν με μία αιχμάλωτη, τη Βρισηίδα.

Τελικά, η Ρωξάνη ήταν απλώς η ωραιότερη βάρβαρη σύμφωνα με τα ελληνικά πρότυπα και ως εκ τούτου η λιγότερο αταίριαστη εμφανισιακά για σύζυγός του. Το πραγματικό κίνητρο γι’ αυτόν τον γάμο, όπως δηλώνεται και από τις αρχαίες πηγές, ήταν η απόφαση του Αλεξάνδρου να προσφέρει πρόσβαση στην ανώτατη διοίκηση της αυτοκρατορίας σε έναν αριθμό τοπικών αξιωματούχων και να συμφιλιώσει τους πολεμοχαρείς Σογδιανούς με την εξουσία του. Κατά τον Πλούταρχο, οι Σογδιανοί «πήραν θάρρος» και «υπεραγάπησαν» τον Αλέξανδρο, δηλαδή με το γάμο διασκεδάστηκαν κάπως οι φόβοι τους και συμβιβάστηκαν με τη διοίκησή του. Κατά τον Αρριανό, ο Οξυάρτης μόλις μετά την ανακοίνωση του γάμου «πήρε θάρρος» και παρουσιάστηκε στον Αλέξανδρο, για να υποβάλει τα σέβη του (και την οριστική υποταγή του). Ο Κούρτιος θέλει τον Αλέξανδρο να θέτει τα πράγματα πιο ωμά και να δηλώνει στους αξιωματικούς του ότι οι γάμοι μεταξύ Περσών και Μακεδόνων θα χρησίμευαν στη θεμελίωση της αυτοκρατορίας του, διότι «έτσι οι κατακτημένοι θα έπαυαν να αισθάνονται ντροπή και οι κατακτητές υπερηφάνεια».

Για τους ίδιους και σοβαρότερους λόγους (για να θεωρηθεί συνεχιστής της δυναστείας των Αχαιμενιδών) ο Αλέξανδρος παντρεύτηκε αργότερα την μεγαλύτερη κόρη του Δαρείου. Είναι δε προφανές ότι τον γάμο αυτόν τον είχε αποφασίσει, αν όχι αμέσως μόλις τη συνέλαβε μετά τη μάχη της Ισσού, οπωσδήποτε όταν την άφησε στα Σούσα με τη διαταγή να της διδάξουν ελληνικά, τα οποία έπρεπε να γνωρίζει, για να γίνει στοιχειωδώς αποδεκτή από τη Μακεδονική Αυλή. Απ’ την άλλη πλευρά η Ρωξάνη ήταν πολύ ταπεινότερης καταγωγής από τη βασιλοπούλα Στάτειρα, η εθνικότητά της ήταν από τις πιο ασήμαντες της περσικής αυτοκρατορίας, είναι άγνωστο αν και τι είδους παιδεία είχε, φυσικά δεν ήξερε ελληνικά, κι όμως έγινε η πρώτη σύζυγος του Βασιλέα της Ασίας. Η Στάτειρα θα γινόταν υποχρεωτικά δεύτερη σύζυγος και ο γιος του Αλεξάνδρου μ’ αυτήν θα είχε λιγότερα δικαιώματα στο θρόνο από το γιο του με τη Ρωξάνη. Γιατί λοιπόν οδηγήθηκε ο Αλέξανδρος σ’ αυτήν την προφανή ανατροπή των αρχικών σχεδίων του και την (όπως και να το δούμε) προσβολή προς τον Οίκο των Αχαιμενιδών;

Διότι, όπως λέει ο Πλούταρχος, ο γάμος με τη Ρωξάνη «φάνηκε ότι δεν ήταν ανάρμοστος έτσι όπως είχαν τα πράγματα». Και τα πράγματα δεν είχαν καθόλου καλώς! Ο Αλέξανδρος είχε κατακτήσει τις πλουσιότερες χώρες, είχε υποτάξει όλους τους ανεπτυγμένους πολιτισμούς του τότε γνωστού κόσμου και από την έναρξη της εκστρατείας το 334 κανείς δεν είχε μπορέσει να ανακόψει την προέλασή του. Ως το καλοκαίρι του 329, που πέρασε τον Ώξο για να εισβάλει από τη Βακτρία στη Σογδιανή. Εκεί οι ημινομάδες κάτοικοι τον είχαν υποχρεώσει να διατηρεί τις δυνάμεις του σε διαρκή κινητοποίηση, άλλοτε εν συνόλω και άλλοτε χωρισμένες σε μικρότερα τμήματα κρούσης. Αρχικά φάνηκε ότι οι Σογδιανοί είχαν υποταχθεί με την ίδια ευκολία, όπως και όλοι οι προηγούμενοι λαοί. Εντούτοις επαναστάτησαν με την πρώτη ευκαιρία και, όπως ήταν φυσικό, παρέσυραν σε επανάσταση και μερικούς από τους γειτονικούς Βάκτριους.

Όμως η Σογδιανή θύμιζε κάπως τη Λερναία Ύδρα. Μόλις υποτασσόταν μία πόλη, επαναστατούσε ένα φρούριο. Απελπισία και οργή πρέπει να αισθανόταν ο Αλέξανδρος στη σκέψη ότι οι Σογδιανοί ήταν πιθανό να τον υποβάλουν στην ταπείνωση, που υπέβαλαν οι Σκύθες τον Δαρείο Α΄, ή (σε σύγχρονους όρους) να πάθει ό,τι οι Αμερικανοί στο Βιετνάμ και οι Σοβιετικοί στο Αφγανιστάν. Χρειάσθηκε να ισοπεδώσει πόλεις, να μετακινήσει πληθυσμούς της υπαίθρου σε αστικά κέντρα, να εξοντώσει πάνω από 120.000 άντρες και να εξανδραποδίσει πολλαπλάσιο αριθμό γυναικόπαιδων, για να υποτάξει το σύνολο σχεδόν της χώρας. Εκτός από ένα σκληρό πυρήνα αντιστασιακών, που συγκεντρώθηκαν σε ένα από τα πολυάριθμα φυσικά οχυρά. Προελαύνοντας εναντίον της Σογδιανής Πέτρας ο Αλέξανδρος ίσως αναρωτιόταν, αν υπήρχαν κι άλλοι πυρήνες αντίστασης στους ορεινούς όγκους και τις ερήμους αυτής της σχεδόν άγονης και άνυδρης γης. Ίσως αναρωτιόταν αν άξιζε όλη αυτή η ταλαιπωρία και οπωσδήποτε πρέπει να εξοργιζόταν από την καθυστέρηση της πολυπόθητης εισβολής στην Ινδία. Μήπως θα ήταν καλύτερα, αν είχε αφήσει τη Σογδιανή για αργότερα, όπως είχε κάνει και με τη Σκυθία βορείως του Ιαξάρτη; Ασφαλώς όχι. Η Σογδιανή ήταν η βορειότερη και η τελευταία περιοχή, που απέμενε για να ολοκληρώσει την κατάληψη της αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών. Αν δεν υπέτασσε την πιο απομακρυσμένη, την πιο άγονη, την πιο φτωχή και τη λιγότερο αστικοποιημένη χώρα, πώς θα μπορούσε να ελπίζει σε υποταγή των Ινδών, που δεν είχαν υποταχθεί ποτέ στους Πέρσες; Ήταν προφανές ότι η τακτική σφαγής και τρόμου, που ο Αλέξανδρος εφάρμοζε από την Περσίδα, δεν είχε φέρει τα προσδοκώμενα αποτελέσματα.

Η πτώση της Σογδιανής Πέτρας ήταν μεν μία ισχυρότατη ένδειξη ότι οι Σογδιανοί είχαν υποταχθεί οριστικά, δεν ήταν εγγύηση δε. Από τις διατυπώσεις του Αρριανού και του Πλούταρχου ότι με το γάμο του Αλεξάνδρου και της Ρωξάνης οι βάρβαροι «πήραν θάρρος» μπορούμε να σχηματίσουμε την πλήρη εικόνα της κατάστασης. Οι Σογδιανοί θεώρησαν την καταστροφή της περσικής αυτοκρατορίας ως ευκαιρία να ελευθερωθούν και επαναστάτησαν. Η δια πυρός και σιδήρου υποταγή, τους τρομοκράτησε, αλλά δεν ήταν καθόλου βέβαιο ότι έκαμψε την αποφασιστικότητά τους. Έτσι, ο Αλέξανδρος μπροστά στον κίνδυνο μίας παρατεταμένης στρατιωτικής εμπλοκής, από την οποία θα έβγαινε χαμένος ανεξάρτητα από την έκβασή της, αναζήτησε εσπευσμένα μία διπλωματική διέξοδο. Το πόσο εσπευσμένη ήταν η διέξοδος αυτή φαίνεται απ’ το ότι ο Οξυάρτης ήταν κάποιος τοπικός ηγεμόνας, όχι ο σημαντικότερος, ούτε καν φρούραρχος, κι όμως κατά τον Αρριανό δεν δήλωσε υποταγή ούτε καν μετά τη σύλληψή του. Υποτάχθηκε μόνο μετά το γάμο του Βασιλιά της Ασίας με την κόρη του. Μέσω του γάμου της Ρωξάνης με τον Αλέξανδρο ο Οξυάρτης και οι Σογδιανοί γενικά αναβάθμιζαν τη θέση τους στη διοίκηση πρωτίστως της χώρας τους και δευτερευόντως της αυτοκρατορίας. Με αυτή τη διπλωματική κίνηση ο Αλέξανδρος παραχωρούσε στους Σογδιανούς το σημαντικότερο προνόμιο, στο οποίο μπορούσε να ελπίζει ένας κατακτημένος λαός, ένα προνόμιο που δεν τους είχε παραχωρήσει ο προηγούμενος δυνάστης. Φαίνεται δε ότι ήταν επιτυχής επιλογή, αφού μετά το γάμο η Σογδιανή δεν του προκάλεσε άλλα προβλήματα.


Η Πέτρα του Χοριήνη – Η κατάληψη της Παρειτακηνής
(Αρριανός Δ.21, Διόδωρος ΙΖ.β.κθ, Κούρτιος 8.2.19-32, 8.4.1-20 )

Μόλις κατέλαβε και τον τελευταίο θύλακα αντίστασης στη Σογδιανή, ο Αλέξανδρος προέλασε προς την Παρειτακηνή. Τα περισσότερα βουνά της Παρειτακηνής ξεπερνούν σε ύψος τα 6.500μ, καλύπτονται από χιόνια το μεγαλύτερο μέρος του έτους και το έδαφος είναι πολύ δύσβατο, καθιστώντας την και μόνο κίνηση πολύ κοπιαστική. Είχε πληροφορηθεί ότι πολλοί Παρειτάκες υπό τον ύπαρχο της περιοχής, τον Χοριήνη, και αρκετούς υπάρχους γειτονικών περιοχών είχαν συγκεντρωθεί σε μία οχυρή τοποθεσία, την Πέτρα του Χοριήνη. Η τοποθεσία αυτού του βράχου μας είναι εντελώς άγνωστη και η μεγάλη πλειοψηφία των μελετητών αποφεύγει να κάνει οποιαδήποτε εκτίμηση, ίσως διότι ο μεν Αρριανός τον τοποθετεί στην Παρειτακηνή ο δε Κούρτιος στην Ναύτακα, πρωτεύουσα της οποίας λογικά πρέπει να ήταν τα Ναύτακα. Εμείς ακολουθούμε την άποψη, που θέλει την Πέτρα του Χοριήνη κοντά σ’ έναν παραπόταμο του Ώξου, τον σημερινό Βάκς. Ο βράχος αυτός, περιγράφεται ότι είχε ύψος 20 στάδια (περίπου 3.697 μ), περίμετρο 60 στάδια (περίπου 11.092 μ, ήτοι επιφάνεια περί τα 9τχμ), ήταν απόκρημνος σε όλες τις πλευρές του και είχε μόνο μία πρόσβαση. Αυτή ήταν ένα φυσικό μονοπάτι τόσο στενό ώστε ακόμη και ένας άνθρωπος, που περπατούσε ανεμπόδιστος, δυσκολευόταν να προχωρήσει. Τέλος στη βάση του βράχου, υπήρχε ένα βαθύ φαράγγι, που δυσκόλευε ακόμη περισσότερο την προσέγγιση στρατού.

Ο Αλέξανδρος, που πριν λίγες εβδομάδες είχε καταλάβει την θεωρητικά εξίσου απόρθητη Σογδιανή Πέτρα, προπαρασκεύασε προσεκτικά και συστηματικά την πολιορκία. Έκοψε τα πανύψηλα έλατα, που βρίσκονταν γύρω από το βράχο και έκανε σκάλες για να κατεβάσει το στρατό στο φαράγγι. Χώρισε τους άντρες σε τέσσερις βάρδιες, ανέλαβε την πρωινή και ανέθεσε τις τρεις βραδινές στους Περδίκκα, Λεοννάτο και Πτολεμαίο αντίστοιχα. Παρόλο που εργαζόταν ολόκληρη η στρατιά, με δυσκολία προχωρούσαν 20 πήχεις (περίπου 9 μ) το πρωί και ακόμη λιγότερο το βράδυ, διότι έπεφτε πυκνό χιόνι και παρουσιάστηκαν σημαντικές ελλείψεις στα εφόδια. Όταν επιτέλους κατέβηκαν στο φαράγγι, έμπηξαν πασσάλους στο στενότερο σημείο του και κατασκεύασαν μία πρόχειρη πεζογέφυρα. Κατασκεύασαν προκαλύμματα, για να προφυλάσσονται από τα εχθρικά τοξεύματα, και μόλις έφτασαν σε απόσταση βολής, άρχισαν να βάλλουν κατά των Παρειτακηνών στις επάλξεις. Οι υπερασπιστές του οχυρού, που μέχρι τότε αισθάνονταν απρόσβλητοι και μάλλον διασκέδαζαν με ό,τι θεωρούσαν ανώφελη προσπάθεια, θορυβήθηκαν. Ο Χοριήνης ζήτησε με αγγελιαφόρο από τον Αλέξανδρο να του στείλει τον Οξυάρτη. Ο Οξυάρτης, πεθερός πλέον του Αλεξάνδρου, του εξήγησε πώς αντιμετωπίζει ο βασιλιάς όσους του αντιστέκονται και πώς όσους του προσφέρουν τη συμμαχία τους. Ο Χοριήνης παραδόθηκε και διατήρησε την εξουσία, που είχε και πριν.

Ο στρατός πέρασε μεγάλες κακουχίες και στερήσεις σε τρόφιμα κατά την πολιορκία, αλλά μετά την παράδοσή του ο Χοριήνης ανακούφισε τις επισιτιστικές ανάγκες τους χορηγώντας σιτάρι, κρασί και παστό κρέας για δύο μήνες. Όταν μάλιστα τους είπε ότι αυτά λιγότερα από το 1/10 των εφοδίων, που είχε συγκεντρώσει για τις ανάγκες της πολιορκίας, ο Αλέξανδρος τον εκτίμησε περισσότερο, διότι η απόφασή του να παραδοθεί βασίζονταν στη λογική και όχι στην ανάγκη.

Αυτή είναι η εκδοχή του Αρριανού. Στην εντυπωσιακή ασυμφωνία των πηγών για τα γεγονότα του 328 π.Χ., ο Κούρτιος θέλει τον Αλέξανδρο μετά την Πέτρα του Χοριήνη να απαλλάσσεται από τον Σπιταμένη και να κάνει την παράξενη εκστρατεία στη Γαζάβα. Επανερχόμαστε λοιπόν στον Αρριανό, που έχει ελέγξει καλύτερα τις πηγές του και παρέχει τον γενικά αποδεκτό χρονολογικό κορμό όλης της εκστρατείας και βλέπουμε ότι από την Πέτρα του Χοριήνη ο Αλέξανδρος προχώρησε προς τα Βάκτρα, αφού έστειλε τον Κρατερό με 600 ιππείς, την τάξη του και τις τάξεις των Πολυπέρχοντα, Άτταλου και Αλκέτα, εναντίον των Κατάνη και Αυστάνη, των μόνων Παρειτακηνών αξιωματούχων, που αρνήθηκαν να υποταχθούν. Έγινε σκληρή μάχη, κατά την οποία σκοτώθηκε ο Κατάνης, 120 ιππείς, 1.500 πεζοί και συνελήφθη ο Αυστάνης. Όλη η επικράτεια της τέως Αχαιμενιδικής αυτοκρατορίας είχε υποταχθεί πλέον στον Αλέξανδρο και εν όψει της επικείμενης εισβολής στην Ινδία ο Κρατερός προσκολλήθηκε στην υπόλοιπη στρατιά στα Βάκτρα. Εκεί ο Αλέξανδρος έμελλε να ξεκαθαρίσει μερικούς ακόμη λογαριασμούς.


Η προσκύνησις – Η σύγκρουση του Καλλισθένη με τον Αλέξανδρο
(Αρριανός Δ.9-12, Διόδωρος ΙΣΤ.92.5, ΙΖ.β.κη, Πλούταρχος Αλέξανδρος 28.4-6, 40.1, 53-55.2, Περί της Αλεξάνδρου Τύχης 329.Β, Κούρτιος 8.5.5-κ.ε., 8.6.1, Ιουστίνος 12.7.2)

Η θεωρία της θεϊκής καταγωγής του Αλεξάνδρου είχε διατυπωθεί από τη μητέρα του, την Ολυμπιάδα, πριν ακόμη τον συλλάβει. Είχε πει ότι κάποιο βράδυ, κατά την προετοιμασία του γάμου της και πριν κοιμηθεί για πρώτη φορά με τον Φίλιππο, είδε ένα όνειρο. Άκουσε πρώτα μία βροντή, μετά έπεσε στην κοιλιά της ένας κεραυνός και ξέσπασε σε φλόγες, που έσβησαν σκορπίζοντας στο χώρο. Αν αυτή είναι αυθεντική διήγηση της Ολυμπιάδας και δεν της αποδόθηκε εκ των υστέρων, είναι οφθαλμοφανής η επιδίωξή της. Το παιδί, που θα έφερνε στον κόσμο θα του θεού, που είχε χαρακτηριστικά τη βροντή και τον κεραυνό, δηλαδή του Δία, και όχι του θνητού συζύγου της. Αλλά ο Φίλιππος ήδη είχε ένα νόθο γιο και για διάδοχο στο θρόνο χρειαζόταν ένα γνήσιο δικό του γιο. Δεν χρειαζόταν ένα γιο της συζύγου του, έστω από κάποιο θεό, ούτε κόρη του Δία χρειαζόταν, που θα οι απόγονοί της θα μπορούσαν να απειλήσουν την ανδρική γραμμή διαδοχής των Αργεαδών, που κατάγονταν από τον Ηρακλή. Αναγκάστηκε λοιπόν να δει ένα όνειρο, που διόρθωνε εκείνο της Ολυμπιάδας. Είδε ότι έβαλε στην κοιλιά της τη σφραγίδα του, που είχε μάλιστα σχήμα λιονταριού. Μετά ο καλός μάντης Αρίστανδρος γνωμάτευσε ότι καμία σφραγίδα δεν αποτυπώνεται πάνω σε κάτι κενό, άρα το όνειρο αποδείκνυε ότι η Ολυμπιάδα θα έμενε έγκυος από τον Φίλιππο και ότι το παιδί θα είχε χαρακτήρα λιονταριού. Έτσι ο Φίλιππος έσβησε τις φωτιές, που κόντεψε να του ανάψει η Ολυμπιάδα με τους κεραυνούς του Δία.

Είκοσι χρόνια αργότερα, λίγο πριν επιτεθεί κατά των Περσών, την ημέρα της δολοφονίας του, ο Φίλιππος διέπραξε μία βλασφημία. Στις τελετές για το γάμο της κόρης του στο θέατρο των Αιγών, μπροστά σε όλους τους Μακεδόνες και τις επίσημες αντιπροσωπείες από όλα σχεδόν τα ελληνικά κράτη, παρέλασε πομπή των 12 αγαλμάτων των θεών του Ολύμπου και πίσω τους ακολουθούσε ένα 13ο θεοπρεπές άγαλμα του ιδίου, που τον παρουσίαζε σύνθρονο των θεών. Αυτό αποτελεί σαφή ένδειξη ότι και ο Φίλιππος είχε αποφασίσει την θεοποίησή του. Φαίνεται λοιπόν ότι ο Φίλιππος είχε ένα ολοκληρωμένο σχέδιο για την κατάκτηση και κατοχή της Ασίας και ότι η απόκτηση της Ηγεμονίας της Ελλάδος και η ίδρυση του Κοινού Συνεδρίου των Ελλήνων ήταν απλώς τα πρώτα βήματα για την υλοποίηση αυτού του σχεδίου. Του σχεδίου, που τελικά εφάρμοσε ο Αλέξανδρος.

Το σύστημα, που εφάρμοσαν οι Πέρσες για τη διοίκηση της αυτοκρατορίας τους, ήταν απόλυτα επιτυχημένο και, όπως αποδείχθηκε, δεν ήταν αυτό που τους οδήγησε στην ήττα. Ένα από τα εργαλεία της επιτυχημένης διοίκησης των Περσών ήταν και ο βασιλιάς-θεός. Στους πολιτισμούς της Ασίας, που ήταν αρχαίοι ήδη κατά την αρχαιότητα, ο βασιλιάς ήταν θεός. Όταν τους κατέκτησαν οι Πέρσες, ανακήρυξαν κι εκείνοι τον βασιλιά τους θεό και διατήρησαν την εξουσία τους πάνω σ’ αυτούς τους λαούς μέχρι την εισβολή του Αλεξάνδρου. Δεν υπήρχε λόγος για πειραματισμούς και πράγματι ο Αλέξανδρος υλοποιώντας τα σχέδια του πατέρα του διατήρησε τον περσικό τρόπο διοίκησης στο σύνολό του.

Στην Ελλάδα οι βασιλείς και οι ευγενείς ανήγαν την καταγωγή τους σε θεούς, ημίθεους και ήρωες. Υπήρχαν μάντεις και προφήτες, που ήταν σε επαφή με τους θεούς, αλλά όποιος ισχυριζόταν ότι ήταν θεός, ήταν είτε βλάσφημος είτε ψυχοπαθής. Οι Έλληνες γνώριζαν ότι η θεοποίηση αποτελούσε απλώς εργαλείο διοίκησης των βαρβάρων, αλλά δεν ήταν δυνατόν να συγχωρήσουν όποιους υιοθετούσαν βαρβαρικά έθιμα και πολύ περισσότερο δεν ήταν δυνατόν να τα εφαρμόσουν οι ίδιοι. Κι όμως ο Αλέξανδρος προσπάθησε να τους πείσει επιστρατεύοντας μία σειρά από ανθρώπους του πνεύματος και της διανόησης, όπως θα λέγαμε σήμερα. Ο σημαντικότερος από αυτούς, ο υπερόπτης και προκλητικός σοφιστής Ανάξαρχος, δεν περιορίστηκε σε ρόλο συμβούλου επικοινωνίας, αλλά παρακινούσε τον Αλέξανδρο να προκαλεί τρόμο στους φίλους του, κάτι που εφάρμοσε στην περίπτωση του Κλείτου.

Σημαντικότερος αντίπαλος του Ανάξαρχου ήταν ο φιλόσοφος Καλλισθένης. Ανήκε κι αυτός στην ακολουθία του Αλεξάνδρου και είχε χαρακτήρα ευθύ και ειλικρινή. Ίσως γι’ αυτό ήταν και ο μόνος, που είχε το θάρρος να πει κατά πρόσωπο στον Αλέξανδρο εκείνα, με τα οποία αγανακτούσαν οι επιφανέστεροι και πιο ηλικιωμένοι Μακεδόνες. Φέρεται ότι είχε επίγνωση της δύναμης του ως διαπιστευμένος ιστοριογράφος της εκστρατείας, δύναμη που έχουν άλλωστε όλοι οι ιστορικοί, χρονικογράφοι και -στις μέρες μας- οι δημοσιογράφοι. Κόμπαζε λοιπόν ότι από εκείνον και τα συγγράμματά του εξαρτώνται ο Αλέξανδρος και τα έργα του, ότι δεν θα δοξαζόταν εκείνος από τον Αλέξανδρο, αλλά ο Αλέξανδρος θα δοξαζόταν από τον Καλλισθένη. Ισχυριζόταν ακόμη ότι τα σχετικά με τη θεϊκή υπόσταση του Αλεξάνδρου θα γίνονταν γνωστά στους ανθρώπους από τα δικά του συγγράμματα και όχι από τα ψέματα της Ολυμπιάδας. Δηλαδή έλεγε ότι εκείνος ήταν καλύτερος προπαγανδιστής (επικοινωνιολόγος) από την Ολυμπιάδα και, μόνο από το σχόλιό του για τον Παρμενίωνα στη μάχη των Γαυγαμήλων αν κρίνουμε, δεν χωρεί αμφιβολία ότι πράγματι ήταν.

Σε κάποιο συμπόσιο (μάλλον το χειμώνα του 328-327 π.Χ.) ο Αλέξανδρος συμφώνησε με τις κολακείες των επιφανών Μήδων και Περσών και των διαφόρων Ελλήνων αυλοκολάκων να τον προσκυνούν ή (σε ορθότερη απόδοση) αποδέχθηκε την πρόταση, που είχε αναθέσει στους αυλοκόλακες να του υποβάλουν. Ο απερίγραπτος Ανάξαρχος επιχειρηματολόγησε ότι ήταν πιο δίκαιο να θεωρείται θεός ο Αλέξανδρος παρά ο Διόνυσος και ο Ηρακλής και ότι ήταν σωστό να του αποδίδουν οι Μακεδόνες θεϊκές τιμές. Ακόμη, ήταν απόλυτα βέβαιος ότι θα το έπρατταν μετά το θάνατό του, γι’ αυτό πρότεινε να τις αποδίδουν στον Αλέξανδρο εν ζωή, ώστε να τις απολαμβάνει. Οι αυλοκόλακες χάρηκαν με τη φιλοσοφική … τεκμηρίωση, που τους προσέφερε ο Ανάξαρχος και θέλησαν να αρχίσουν αμέσως την προσκύνηση. Τότε παρενέβη ο Καλλισθένης και απευθυνόμενος στον Ανάξαρχο, θύμισε σε όλους ότι υπήρχε μεγάλη διαφορά ανάμεσα στις τιμές, που προβλέπονταν για τους θεούς, σ’ εκείνες που προβλέπονταν για τους ήρωες και σ’ εκείνες που προβλέπονταν για τους ανθρώπους. Οι ύμνοι και η προσκύνηση προβλέπονταν για τους θεούς, ενώ αντίστοιχα οι έπαινοι και το φιλί για τους ανθρώπους. Οι θεοί θα οργίζονταν με τον Αλέξανδρο, αν αποδεχόταν θεϊκές τιμές, όπως θα οργιζόταν και ο Αλέξανδρος, αν κάποιος ιδιώτης αποδεχόταν βασιλικές τιμές. Όσα είπε ο Ανάξαρχος, ο Καλλισθένης τα έβρισκε κατάλληλα για τον Καμβύση ή τον Ξέρξη ή άλλους βάρβαρους βασιλιάδες, όχι όμως για τον Αλέξανδρο, που καταγόταν από τον Ηρακλή και τον Αιακό και οι πρόγονοί του πήγαν στη Μακεδονία από το Άργος, για να κυβερνήσουν όχι με τη βία, αλλά με το νόμο. Αυτόν ακριβώς το νόμο καλούσε ο Καλλισθένης τον Αλέξανδρο να σεβαστεί, διότι ακόμη κι ο Ηρακλής δεν τιμήθηκε ως θεός όσο ζούσε, αλλά μετά το θάνατό του και μετά από έγκριση του μαντείου των Δελφών. Αυτό το τελευταίο επεσήμαινε στον Αλέξανδρο τις δυσκολίες, που θα είχε με όλους τους Έλληνες.

Ο Καλλισθένης δεν δίστασε να στραφεί ευθέως στον Αλέξανδρο και να του τονίσει ότι, αν επέμενε στην εν ζωή αποθέωσή του, θα ατίμαζε τους Μακεδόνες στα μάτια των άλλων Ελλήνων. Αν ήταν ανάγκη να υιοθετήσουν τα βαρβαρικά έθιμα, επειδή έπρεπε να κυβερνήσουν βαρβάρους, του πρότεινε ως εναλλακτική λύση να διαχωρίσει τις τιμές και να τιμάται ελληνικά, δηλαδή ως άνθρωπος, από τους Έλληνες και βαρβαρικά, δηλαδή ως θεός, από τους βαρβάρους. Αυτή η εναλλακτική ήταν συμβατή με την ελληνική νοοτροπία, που περιφρονούσε τους βαρβάρους, αφού ο ίδιος ο Αριστοτέλης συμβούλευε τον Αλέξανδρο να τους φέρεται σαν σε φυτά ή ζώα. Ωστόσο ο Καλλισθένης αμφισβήτησε την αξία ενός βασιλιά-θεού ως μέσο διοίκησης ακόμη και των βαρβάρων, διότι δεν βοήθησε πραγματικά τους βασιλιάδες, που είχαν θεοποιηθεί, και παρέθεσε μερικά παραδείγματα. Ο Κύρος του Καμβύση είχε καθιερώσει την προσκύνηση των Περσών βασιλέων και, ενώ είχε θεωρηθεί θεός, τον νίκησαν και τον ταπείνωσαν οι Σκύθες, που ήταν φτωχοί άνθρωποι αλλά με ελεύθερο φρόνημα. Τον Μεγάλο Βασιλέα και θεό Ξέρξη, όταν εισέβαλε στην Ελλάδα, τον νίκησαν και τον ταπείνωσαν οι Αθηναίοι και οι Λακεδαιμόνιοι. Ο Κλέαρχος και ο Ξενοφών με τους Μύριους νίκησαν και ταπείνωσαν τον Μεγάλο Βασιλέα και θεό Αρταξέρξη. Και πάνω απ’ όλα, τον Μεγάλο Βασιλέα και θεό Δαρείο τον συνέτριψε ολοκληρωτικά ένας Αλέξανδρος, που δεν τον προσκυνούσαν. Ο Καλλισθένης με την επιχειρηματολογία του ικανοποίησε τους Μακεδόνες και δυσαρέστησε τον Αλέξανδρο, που αναγκάσθηκε να τους διαμηνύσει ότι παραιτήθηκε από την απαίτηση να τον προσκυνούν. Οι Πέρσες όμως της Αυλής δεν είχαν φιλοσοφικές αντιρρήσεις για την προσκύνηση, αντίθετα είχαν συμφέρον να κολακεύσουν τον Αλέξανδρο και σε απάντηση προς τα επιχειρήματα του Καλλισθένη, άρχισαν ένας – ένας να προσκυνούν τον καινούργιο βασιλιά–θεό.

Μετά απ’ αυτό κάθε συμπόσιο και κάθε δημόσια συνάθροιση ήταν πλέον πεδίο αντιπαράθεσης. Ο Αλέξανδρος προσπαθούσε να εδραιώσει την πολιτική παντοδυναμία του επιβάλλοντας την προσκύνηση στους Μακεδόνες, οι Μακεδόνες προσπαθούσαν να διατηρήσουν τα συνταγματικά τους δικαιώματα και να απορρίψουν την προσκύνηση, ενώ οι Πέρσες προσέφεραν πρόθυμα την οικεία σ’ αυτούς προσκύνηση, ελπίζοντας να αποσπάσουν μεγαλύτερο μερίδιο εξουσίας ή να προκαλέσουν ρήξη του βασιλιά με τους ομοεθνείς του. Αναφέρεται ακόμη μία χαρακτηριστική τέτοια περίπτωση. Κατά τον Αρριανό ο Λεοννάτος χλεύασε ως ταπεινή κίνηση την προσκύνηση ενός Πέρση ευγενούς και προκάλεσε την (ευτυχώς) παροδική οργή του Αλεξάνδρου. Κατά τον Κούρτιο δεν ήταν ο Λεοννάτος, αλλά ο Πολυπέρχων και ακολούθησε σοβαρό επεισόδιο. Ο Αλέξανδρος εξοργισμένος τον έρριξε κατάχαμα και, όπως ο Πολυπέρχων ήταν πεσμένος μπρούμυτα, τον χλεύασε ότι τελικά δεν απέφυγε την προσκύνηση. Στη συνέχεια διέταξε να τον συλλάβουν (για να τον απελευθερώσει πολύ καιρό αργότερα) και διέλυσε το συμπόσιο, στο οποίο ο Κούρτιος τοποθετεί όλα όσα οι Έλληνες ιστορικοί παραδίδουν ως γεγονότα σε διαφορετικές χρονικές στιγμές.

Φαίνεται πως με τα επιχειρήματα του Καλλισθένη ο Αλέξανδρος συνειδητοποίησε το πρόβλημα, που θα αντιμετώπιζε, αν απαιτούσε να τον προσκυνούν οι Μακεδόνες και οι άλλοι Έλληνες, και παραιτήθηκε από αυτήν την απαίτηση. Όχι όμως εντελώς. Για την ακρίβεια, δεν το απαιτούσε πια ευθέως, αλλά δεν σταμάτησε και να πιέζει προς αυτήν την κατεύθυνση, διότι οι Ασιάτες δεν θα τον αναγνώριζαν ως θεό, αν έβλεπαν τους συμπατριώτες του να τον αντιμετωπίζουν ως άνθρωπο και να τον ελέγχουν ως βασιλιά. Σε όσους είχαν αποδεχτεί την προσκύνηση παραχωρούσε το εξής προνόμιο: στα συμπόσια πρώτος ο Αλέξανδρος έπινε από μία χρυσή φιάλη και μετά τους την περνούσε κυκλικά. Αυτοί έπιναν, τον προσκυνούσαν και τον φιλούσαν. Σε κάποιο άλλο συμπόσιο ο Καλλισθένης λέγεται ότι ήπιε από τη φιάλη και πήγε να φιλήσει τον Αλέξανδρο, αλλά ο εταίρος Δημήτριος του Πυθώνακτα, που προφανώς είχε αποδεχτεί την προσκύνηση, επεσήμανε ότι ο Καλλισθένης δεν είχε προσκυνήσει, τότε ο Αλέξανδρος αρνήθηκε το φιλί, και ο Καλλισθένης, για να δείξει πόσο μικρή ήταν η αξία του προνομίου, είπε δυνατά «φεύγω με ένα φιλί λιγότερο».

Στην αντι-Αλεξανδρινή παράταξη υπήρχαν πολλοί αξιωματικοί, που ανήκαν στη γενιά του Φιλίππου και είχαν γνωρίσει την εξουσία πριν αποβιβαστούν στην Ασία, καθώς και ακόμη περισσότεροι, οι ανώνυμοι της στρατιάς, που έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν θα αποκτούσαν εξουσία. Αυτοί δεν μπορούσαν να ξεχάσουν την παιδεία του ελεύθερου Έλληνα πολίτη και να δεχθούν ως θεό τον βασιλιά, τον οποίο έλεγχαν και περιόριζαν με την ψήφο τους στην εκκλησία των Μακεδόνων. Για όλους αυτούς ο Καλλισθένης ήταν ο πρωτεργάτης στην αντίσταση κατά της συνταγματικής ανατροπής, που επιχειρούσε ο βασιλιάς τους. Μόνο που ο Αλέξανδρος δεν θα επέτρεπε ούτε στους μεν ούτε στους δε να αποτελέσουν εμπόδιο στις επιδιώξεις του. Ήδη τους πολλούς ανώνυμους τους συγκέντρωνε στο ατάκτων τάγμα και τους καταξιωμένους συνεργάτες του Φιλίππου τους παραγκώνιζε έναν-έναν και τους αντικαθιστούσε με πιο νέους, πιο πρόθυμους και λιγότερο περήφανους.

Οι νεαροί αξιωματικοί του στρατού, που συνέτριψε την κοσμοκράτειρα Περσία, ανάλαβαν την ηγεσία λαών, που παρήγαν πλούτο και ήταν συνηθισμένοι σε εξουσία ανήκουστα στην Ελλάδα. Εκεί ακόμη και οι βασιλείς ελεγχόταν και οι πάντες αμφισβητούσαν τους πάντες, ενώ στην Ασία οι ηγεμόνες είχαν ισχύ μεγαλύτερη κι από των τυράννων στην Ελλάδα. Οι αξιωματικοί της νεότερης γενιάς όσο πιο ασήμαντοι ήταν στην πατρίδα τους, τόσο πιο προκλητικοί με τους υπηκόους τους και πιο συμβιβασμένοι με την εξουσία έγιναν στην Ασία. Ο Αλέξανδρος επειδή χρειαζόταν την μαχητικότητα και την υπακοή τους, ήταν γενναιόδωρος μαζί τους και ανεκτικός στις υπερβολές τους, κάποιες από τις οποίες θα ήταν πρόκληση ακόμη και για πλούσιους βάρβαρους βασιλιάδες. Λόγου χάριν Άγνων από την Τέω είχε στα παπούτσια του ασημένια καρφιά, ο Λεοννάτος μετέφερε από την Αίγυπτο με πολλές καμήλες άμμο για τα γυμναστήρια, ο Φιλώτας χρησιμοποιούσε κυνηγετικά δίχτυα μήκους 100 σταδίων (περίπου 18,5 χμ) και όπως λέει επιτιμητικά ο Πλούταρχος, είχαν αρχίσει να χρησιμοποιούν στρατιές από υπηρέτες και μύρο για το λουτρό και το άλειμμα, όσοι μέχρι τότε δεν είχαν λάδι για το φαγητό τους. Για όλους αυτούς η προσκύνηση ήταν πολύ μικρό τίμημα μπροστά στις απολαβές τους. Έτσι «οι διάφοροι Λυσίμαχοι και Άγνωνες», που απέκτησαν υπόσταση κυρίως λόγω της προθυμίας τους να βαρβαρίσουν, αναγνώρισαν τον Καλλισθένη ως το σοβαρότερο εμπόδιο στις φιλοδοξίες τους και άρχισαν να τον διαβάλλουν σε κάθε ευκαιρία. Μετά δε το φόνο του Κλείτου η θέση των πολεμίων της προσκύνησης και ειδικά του Καλλισθένη δεν ήταν καθόλου άνετη.

Ίσως από το 332 π.Χ., οπότε ο Αλέξανδρος επισκέφθηκε το μαντείο του Άμμωνα και αναγνωρίσθηκε ως γιος του θεού, οπωσδήποτε δε μετά το θάνατο του Δαρείου το 330 π.Χ, οπότε ο Αλέξανδρος είχε πλέον σοβαρούς πολιτικούς λόγους για να θεοποιηθεί, ο Καλλισθένης κατόρθωσε να γίνει επικίνδυνος για πολλούς αξιωματούχους. Την άνοιξη του 327 στα Βάκτρα ο Αλέξανδρος και οι βαρβαρολάγνοι αυλικοί του, βρήκαν την ευκαιρία να απαλλαγούν από αυτόν, αναμιγνύοντάς τον στη συνωμοσία των παίδων.


Η συνομωσία των παίδων
(Αρριανός Δ.13-14, Πλούταρχος Αλέξανδρος 55, Διόδωρος ΙΖ.β.κη, Κούρτιος 8.6-8, Ιουστίνος 12.7.2, 15.3.3)

Ο Φίλιππος Β΄ είχε καθιερώσει να υπηρετούν τον βασιλιά τα παιδιά των επιφανών Μακεδόνων, μόλις έμπαιναν στην εφηβεία. Τα καθήκοντά τους ήταν η σωματική περιποίηση του βασιλιά, να τον φρουρούν όταν κοιμόταν, να εκτελούν χρέη ιπποκόμου στις εξόδους του, να τον βοηθούν να ιππεύσει με τον περσικό τρόπο και να συμμετέχουν στους βασιλικούς κυνηγετικούς αγώνες. Συναναστρεφόμενα τον βασιλιά και τους πλησιέστερους σ’ αυτόν αξιωματούχους, αποκτούσαν γνώσεις και εμπειρία, τόσο στα πολιτικά όσο και στα στρατιωτικά πράγματα. Δηλαδή, το «Σώμα των παίδων» αποτελούσε το φυτώριο των μελλοντικών αξιωματούχων του μακεδονικού κράτους. Ήταν όμως και κάτι ακόμη, ένα «Σώμα Ομήρων» του Μακεδόνα βασιλιά. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι καθιερώθηκε από τον Φίλιππο, που υπήρξε και ο ίδιος όμηρος και γνώριζε από πρώτο χέρι τη χρησιμότητα των ομήρων. Όταν καθιέρωσε αυτό το Σώμα, το μακεδονικό κράτος ήταν σχεδόν υποταγμένο στους Ιλλυριούς και η δυναστεία των Αργεαδών απειλούνταν από τους δυσαρεστημένους Μακεδόνες αριστοκράτες. Οι τελευταίοι παραδίδοντας τους δικούς τους διαδόχους ως ομήρους στον βασιλιά, υποχρεώνονταν να τον υποστηρίζουν σε όλες του τις αποφάσεις. Έτσι ο βασιλιάς είχε εξασφαλισμένη την υπακοή των πρώτης γραμμής αξιωματούχων του και τη συνέχιση της αρχαίας βασιλικής δυναστείας.

Ένας από τους παίδες, ο Ερμόλαος του Σώπολι, σε κάποιο βασιλικό κυνήγι αγριόχοιρου σκότωσε το θήραμα και ο Αλέξανδρος, που έχασε την ευκαιρία επειδή καθυστέρησε, θύμωσε μαζί του, του πήρε το άλογο και διέταξε να τον μαστιγώσουν μπροστά στα άλλα παιδιά. Ο Ερμόλαος πήρε κατάκαρδα την προσβολή και είπε στο Σώστρατο του Αμύντα, που ήταν συνομήλικος και εραστής του, ότι δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς να τιμωρήσει τον Αλέξανδρο. Ο Σώστρατος αγαπούσε τον Ερμόλαο και δέχτηκε εύκολα να συνεργαστεί. Οι δύο τους στρατολόγησαν κι άλλα παιδιά, τον Αντίπατρο του Ασκληπιόδωρου (το γιο του πρώην σατράπη της Συρίας), τον Επιμένη του Αρσαίου, τον Αντικλή του Θεόκριτου, τον Φιλώτα του Κάρσι από τη Θράκη και συμφώνησαν να σκοτώσουν τον Αλέξανδρο στον ύπνο του, όταν θα είχε νυχτερινή βάρδια ο Αντίπατρος.

Η αποτυχία της συνωμοσίας αποδίδεται στην ανάμιξη του υπερφυσικού και αν οι αρχαίοι Έλληνες ήταν Χριστιανοί, ασφαλώς θα είχαν γράψει ότι ο Αλέξανδρος σώθηκε, επειδή «είχε Άγιο». Λέγεται λοιπόν ότι ανάμεσα στους μάντεις της Αυλής ήταν και μία Σύρια, με την οποία όλοι γελούσαν στην αρχή, όταν όμως είδαν ότι πράγματι είχε υπερφυσικές δυνάμεις και ότι όσα έλεγε στην έκστασή της έβγαιναν αληθινά, ο Αλέξανδρος την πήρε στην προσωπική του ακολουθία. Το βράδυ, που οι παίδες είχαν προγραμματίσει τη δολοφονία του, ο Αλέξανδρος γύρισε από μία κόμη οινοποσία. Βρήκε τη Σύρια σε έκσταση και ακολουθώντας τη συμβουλή της, ξαναγύρισε στην οινοποσία. Έτσι η απόπειρα των παίδων έπεσε στο κενό. Την επομένη ο Επιμένης είπε τα καθέκαστα στον εραστή του, τον Χαρικλή του Μενάνδρου, αυτός τα είπε στον αδελφό του Επιμένη, τον Ευρύλοχο, ο οποίος αδιαφορώντας για τον αδελφό του τα μαρτύρησε στον Πτολεμαίο του Λάγου. Μόλις τα πληροφορήθηκε ο Αλέξανδρος διέταξε να συλληφθούν οι συνωμότες που κατέδωσε ο Ευρύλοχος και να βασανισθούν, για να αποκαλύψουν όλη τη συνωμοσία.

Όταν ο Ερμόλαος, οδηγήθηκε στην εκκλησία των Μακεδόνων, ομολόγησε την πράξη του και είπε ότι κανείς ελεύθερος άνθρωπος δεν θα μπορούσε να ανεχθεί την προσβολή του Αλεξάνδρου, τον οποίο κατηγόρησε για όλα: την εκτέλεση του Φιλώτα, τη αδικαιολόγητη δολοφονία του Παρμενίωνα, το φόνο του Κλείτου πάνω στο μεθύσι, τη μηδική ενδυμασία που χρησιμοποιούσε, την προσκύνηση που ήθελε να επιβάλει και τέλος τους βαρβαρικούς τρόπους που είχε αποκτήσει στο ποτό και τον ύπνο. Αυτά δεν μπορούσε να τα υποφέρει και αποφάσισε να απαλλάξει τον εαυτό του και τους Μακεδόνες, δολοφονώντας τον Αλέξανδρο. Φυσικά ο Ερμόλαος και οι άλλοι συνωμότες καταδικάσθηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν δια λιθοβολισμού, όπως προβλεπόταν για το έγκλημά τους.

Με δεδομένη τη γενική συμφωνία των πηγών στα περί την συνωμοσία, πρέπει να σταθούμε στις κατηγορίες, που ο Ερμόλαος εκτόξευσε κατά του Αλεξάνδρου απολογούμενος. Από το γεγονός ότι εμφανίσθηκε ως τυραννοκτόνος και από την ασήμαντη αφορμή, που άδραξε, πρέπει να συμπεράνουμε ότι οι σχέσεις του Αλεξάνδρου με ένα σημαντικό μέρος της αριστοκρατίας και των απλών Μακεδόνων είχαν φτάσει σε τρομερό σημείο οξύτητας. Η καταδίκη των παίδων, όπως κι εκείνη του Φιλώτα παλαιότερα, φυσικά δεν ήταν αποτέλεσμα πίεσης του Αλεξάνδρου ή φόβου των Μακεδόνων, αλλά αναμενόμενη δικαστική απόφαση, καθώς οι πάσης φύσεως παρεκτροπές του βασιλιά μπορούσαν να κριθούν μόνο από την εκκλησία των Μακεδόνων και όχι από μεμονωμένα άτομα.

Επειδή ο εμπνευστής της συνωμοσίας Ερμόλαος είχε κλίση στη φιλοσοφία και είχε γίνει μαθητής και θαυμαστής του Καλλισθένη, η υπόθεση αυτή ήταν μία πρώτης τάξεως ευκαιρία να βγει από τη μέση ο σημαντικότερος πολέμιος της προσκύνησης. Ο Καλλισθένης λοιπόν συνελήφθη κατηγορούμενος ως ο ιθύνων νους της συνωμοσίας, ενώ κατά τους Αριστόβουλο και Πτολεμαίο οι παίδες ομολόγησαν ότι αυτός τους είχε ξεσηκώσει. Αν και οι δύο αυτοί πρωταγωνίστησαν σε πολλά περιστατικά και υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρες σε περισσότερα, η άποψή τους έχει θεωρηθεί ως απολογία και απερρίφθη από τους περισσότερους ιστορικούς. Κανείς άλλος δεν πίστεψε την ανάμιξη του Καλλισθένη και όλοι αντιλέγουν ότι, όσο κι αν βασανίστηκαν ο Ερμόλαος και οι συνεργάτες του, αρνήθηκαν να τον αναμίξουν. Μάλιστα ο Πλούταρχος λέει ότι αυτό το παραδέχτηκε και ο ίδιος ο Αλέξανδρος σε επιστολές του προς τους Αλκέτα, Κρατερό και Άτταλο. Παρά ταύτα ο Καλλισθένης δεν επρόκειτο να ζήσει. Δεν έχει καταγραφεί απολογία του Καλλισθένη, ίσως διότι δεν ήταν Μακεδόνας, αλλά Χαλκιδέας επί Θράκης από την Όλυνθο, και συνεπώς δεν εδικαιούτο να συμμετάσχει σ’ εκείνη την εκκλησία των Μακεδόνων, που συνεδρίαζε ως δικαστήριο.

Ο θάνατό του είναι ακόμη ένα σημείο διαφωνίας των αρχαίων πηγών. Κατά τον Αριστόβουλο, αφού τον διαπόμπευσαν, προφανώς για να τρομοκρατήσουν τους οπαδούς των απόψεών του, τον έρριξαν στη φυλακή όπου πέθανε από αρρώστια. Κατά τον Πτολεμαίο, τον βασάνισαν στον τροχό και τον κρέμασαν. Κατά τον Χάρι τον Μυτιληναίο παρέμεινε στη φυλακή περιμένοντας να φτάσει ο Αριστοτέλης, για να παραστεί στη δίκη, και πέθανε από φθειρίαση, φυλακισμένος και υπέρβαρος, 7 μήνες μετά τη σύλληψή του, όταν ο Αλέξανδρος τραυματίσθηκε στους Μαλλούς. Αυτή η αναφορά στον Αριστοτέλη σχετίζεται ασφαλώς με την ψυχρότητα στις σχέσεις του πρώην μαθητού με το δάσκαλό του και ίσως με τη θεωρία της δηλητηρίασης του Αλεξάνδρου. Το βιβλίο του Διόδωρου έχει χάσμα, αλλά από τα διασωθέντα περιεχόμενά του βλέπουμε ότι πραγματευόταν το θάνατο του Καλλισθένη αμέσως μετά το φόνο του Κλείτου, ίσως σκόπιμα εκτός χρονολογικής σειράς. Κατά τον Κούρτιο ο Καλλισθένης υπεβλήθη σε βασανιστήρια και πέθανε και ο Αλέξανδρος μετάνοιωσε γι’ αυτή τη βάρβαρη πράξη του. Ο Ιουστίνος σε άλλο σημείο λέει ότι εκτελέστηκε με την κατηγορία της προδοσίας και σε άλλο ότι ο Αλέξανδρος τον έκλεισε σε κλουβί σαν άγριο θηρίο και ότι ο Λυσίμαχος τον δηλητηρίασε, για να τον λυτρώσει. Άλλοι έγραψαν ότι ο Αλέξανδρος έρριξε ένα λιοντάρι να τον κατασπαράξει. Προφανώς το μένος μεταξύ Αλεξανδρινών και αντι-Αλεξανδρινών ήταν τέτοιο, ώστε ακόμη και οι αυτόπτες, Αριστόβουλος και Πτολεμαίος, είδαν τα πράγματα διαφορετικά.

Εκείνο, που έχει σημασία δεν είναι βέβαια ο τρόπος θανάτου του Καλλισθένη, αλλά το γεγονός ότι βγήκε από τη μέση, μόλις έθεσε σε κίνδυνο τα όντως μεγαλεπήβολα πολιτικά σχέδια του Αλεξάνδρου. Το βασιλικό ημερολόγιο, στο οποίο μέσω του Καλλισθένη βασίζονταν οι αρχαίοι ιστορικοί, έπαψε πλέον να είναι προσβάσιμη πηγή πληροφόρησης και η εντυπωσιακή ασυμφωνία των πηγών στα γεγονότα της Σογδιανής υποδηλώνει ότι οι σημειώσεις του διαπιστευμένου ιστορικού της εκστρατείας για το διάστημα των τελευταίων 12 περίπου μηνών πριν τη σύλληψή του, είτε καταστράφηκαν είτε δεν έτυχαν αξιοποίησης. Οι μεν κομπασμοί του ότι εκείνος θα καθόριζε την εικόνα του Αλεξάνδρου για σύγχρονους και μεταγενέστερους, πρέπει να εκλήφθηκαν ως απειλή, οι δε σημειώσεις του ως επικίνδυνες και να έτυχαν ανάλογης μεταχείρισης. Γενική συμφωνία στις αρχαίες πηγές έχουμε ξανά με το θάνατο του Αλεξάνδρου, οπότε οι ιστορικοί απέκτησαν και πάλι πρόσβαση στο βασιλικό ημερολόγιο.


από τον ιστότοπο:
http://www.alexanderofmacedon.info/greek/A1gr.htm

Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2010

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ ΣΤΗΝ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΣΙΑ

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ ΣΤΗΝ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΣΙΑ

Σύγκρουση με τους Σκύθες της Ασίας
(Αρριανός Δ.4, Πλούταρχος Αλέξανδρος 45.5, 46, Κούρτιος 7.7.2-4, 20, 7.8.13, 29-30, 9.16, Ιουστίνος 12.5.12-13, Ηρόδοτος Δ.64)

Δεν είχε τελειώσει ακόμη το καλοκαίρι του 329 π.Χ. και ο Αλέξανδρος μόλις είχε καταπνίξει την επανάσταση των Σογδιανών, όταν έφθασε στον Ιαξάρτη μία μεγάλη στρατιά από «Σκύθες της Ασίας». Ο όρος είναι του Αρριανού, αντίθετα ο Κούρτιος τους αναφέρει ως «Σκύθες της Ευρώπης» και είναι τόσο βέβαιος ότι ο Αλέξανδρος έφτασε στο όριο Ασίας και Ευρώπης, ώστε στον δικανικό λόγο, που κατασκεύασε για τον Σκύθη πρέσβη, τον βάζει να λέει στον Αλέξανδρο ότι η χώρα του (βορείως του Ιαξάρτη, περίπου το σημερινό Καζακστάν) ανήκει στην Ευρώπη και ότι στο άλλο άκρο της συνορεύει με τους … Θράκες (τη σημερινή Ρουμανία και Βουλγαρία), νοτίως των οποίων βρίσκεται η Μακεδονία!

Στην πραγματικότητα πρέπει να ήταν κάποιο από τα σκυθικά φύλα, που κατοικούσαν βορείως του Ιαξάρτη, αλλά σε αντίθεση με τους γείτονές τους «Σκύθες της Ευρώπης» είχαν πληροφορηθεί για την επανάσταση των Σογδιανών και σκέφθηκαν να επωφεληθούν σε ενδεχόμενη αποτυχία του Αλέξανδρου. Στο μεταξύ ο Σπιταμένης, επωφελούμενος κι αυτός από την επανάσταση, είχε καταλάβει τα Μαράκανδα και πολιορκούσε τη φρουρά στην ακρόπολη. Ο Αλέξανδρος έστειλε εναντίον του τον Ανδρόμαχο, το Μενέδημο και τον Κάρανο με 60 εταίρους ιππείς, 800 μισθοφόρους ιππείς του Κάρανου και 1.500 πεζούς μισθοφόρους. Διοικητής τους ήταν ο διερμηνέας Φαρνούχης από τη Λυκία, που μιλούσε καλά «τη γλώσσα των εκεί βαρβάρων» (των Σογδιανών) και φαινόταν γενικά αξιόπιστος, για να διαπραγματευθεί μαζί τους.

Ο Αλέξανδρος επί 20 ημέρες έχτιζε το τείχος της πόλης, που είχε κατά νου. Η περίμετρός του ήταν 6 ρωμαϊκά μίλια (8.9χμ και συνεπώς η επιφάνεια ήταν 6,3τχμ) και την εποίκισε μετεγκαθιστώντας τους πληθυσμούς 3 πόλεων, που είχε ιδρύσει ο Κύρος. Σ’ εμάς είναι γνωστή ως Αλεξάνδρεια η επί Τανάϊδι ή Αλεξάνδρεια η Εσχάτη (η πιο απομακρυσμένη προς τα σύνορα) ή Αλεξανδρέσχατα. Δεν μας είναι γνωστή η πραγματική της θέση και η προτεινόμενη, η σημερινή Χοτζέντ του Τατζικιστάν, δεν έχει επιβεβαιωθεί από την αρχαιολογική έρευνα. Στη Σογδιανή οι πραγματικές πόλεις ήταν πολύ λίγες, και παρέμειναν λίγες επί πολλούς αιώνες αργότερα. Ίδρυσε τόσο αυτήν την πόλη όσο και όλες τις άλλες στα ανατολικά της Περσίας, για να επιβάλει ευκολότερα τον στρατιωτικό και οικονομικό έλεγχο στους ανυπότακτους νομαδικούς και ημινομαδικούς πληθυσμούς μέσω μίας ενιαίας διοίκηση σε ελληνικά χέρια. Κινούμενος οπωσδήποτε από ματαιοδοξία, έδωσε το όνομά του σε συνολικά 70 πόλεις, εκ των οποίων τις 12 στη Βακτρία και τη Σογδιανή, και άνοιξε το δρόμο στους Διαδόχους, στους Ρωμαίους και Βυζαντινούς αυτοκράτορες να δίνουν το όνομά τους σε νεοϊδρυόμενες ή και υπάρχουσες πόλεις. Ο βασικός πυρήνας και η άρχουσα τάξη αυτών των πόλεων ήταν πάντοτε Έλληνες μισθοφόροι, απόμαχοι και άτακτοι Μακεδόνες καθώς και συνακολουθούντες τη στρατιά. Το μάχιμο ελληνικό στοιχείο, που ήταν απαραίτητο για την άμυνα και τη διατήρηση του ελληνικού χαρακτήρα των πόλεων, προερχόταν από τους ατάκτους Μακεδόνες και από τους άλλους Έλληνες. Αφού ο Αλέξανδρος είχε καταφέρει να εξοργίσει τους συμπατριώτες του, καταλαβαίνει κανείς πώς αισθάνονταν οι υπόλοιποι Έλληνες. Απαλλασσόταν λοιπόν από αυτούς αναβαθμίζοντάς τους σε τοποτηρητές των κατακτημένων περιοχών και κρατούσε στη στρατιά τους μάχιμους συμπατριώτες του, επειδή μπορούσε να τους πειθαναγκάζει σε υπακοή, χωρίς να προκαλεί την οργή κανενός ελληνικού κράτους. Όταν τελείωσε η κατασκευή του τείχους της Εσχάτης Αλεξάνδρειας, θυσίασε στους θεούς κατά τη συνήθειά του και έκανε αθλητικούς αγώνες και ιπποδρομίες, για να μεταλαμπαδεύσει τις ελληνικές συνήθειες εκεί.

Όσο ο Αλέξανδρος θεμελίωνε την εσχάτη πόλη του, οι Σκύθες δεν έπαψαν να τον προκαλούν από την απέναντι όχθη του Ιαξάρτη. Μόλις τελείωσε με την Αλεξάνδρεια, διέταξε να ετοιμασθούν άλλη μια φορά οι ασκοσχεδίες και έκανε τις προβλεπόμενες θυσίες, αλλά οι οιωνοί δεν ήταν ευνοϊκοί. Ξαναθυσίασε ελπίζοντας σε καλύτερους οιωνούς, που δεν προέκυψαν, και ο Αρίστανδρος αρνήθηκε να τους παρερμηνεύσει. Εκνευρισμένος ο Αλέξανδρος από τις προκλήσεις, θεώρησε ότι ήταν μεγάλη η προσβολή από τους Σκύθες, διότι στο παρελθόν είχαν αποκρούσει έναν άλλο Βασιλιά της Ασίας, τον Δαρείο Α΄. Δεν ανεχόταν να τον περιγελούν, όπως και τον Δαρείο, και προτίμησε την επίθεση αγνοώντας τόσο την επίδραση των θεϊκών σημείων στην ψυχολογία του στρατού όσο και την άσχημη κατάσταση της υγείας του (από τα πλήγματα στο κεφάλι και στον αυχένα κατά την εισβολή στην Κυρούπολη ακόμη δεν μπορούσε να δει καθαρά και να μιλήσει δυνατά).

Ένας καταιγισμός τοξευμάτων από τους καταπέλτες προκάλεσαν οδυνηρή έκπληξη στους Σκύθες, που έβλεπαν τα καταπελτικά βέλη να διαπερνούν διαδοχικά τα γέρρα και τους θώρακες και να σκοτώνουν τους ιππείς τους από μεγάλη απόσταση. Μόλις οι κατάπληκτοι Σκύθες απομακρύνθηκαν σε απόσταση ασφαλείας από την όχθη, ο Αλέξανδρος πέρασε απέναντι πρώτα τους τοξότες και τους σφενδονήτες, για να καλύψουν την περαίωση του ιππικού. Οι Σκύθες όμως άρχισαν να καλπάζουν κυκλικά γύρω από την ιππαρχία των μισθοφόρων και τις τέσσερις ίλες σαρισσοφόρων, που προηγήθηκαν, και να βάλλουν εναντίον τους από απόσταση. Ο Αλέξανδρος έστειλε τότε τους τοξότες, τους Αγριάνες και τους άλλους ψιλούς του Βάλακρου, που αναμίχθηκαν με τους ιππείς, ενώ επιτέθηκαν τρεις ιππαρχίες εταίρων και όλοι οι ιππακοντιστές. Ο ίδιος επιτέθηκε με μεγάλη ταχύτητα επικεφαλής του υπόλοιπου ιππικού με τις ίλες σε σχηματισμό φάλαγγας. Οι Σκύθες δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τακτικό ιππικό σε παράταξη μάχης και τράπηκαν σε φυγή. Κατά την καταδίωξη σκοτώθηκαν περί τους 1.000 Σκύθες και αιχμαλωτίσθηκαν περί τους 150, μεταξύ των οποίων και ένας από τους αρχηγούς τους, κάποιος Σατράκης. Οι απώλειες των Μακεδόνων ήταν 60 ιππείς και 100 πεζοί νεκροί και 1.000 τραυματίες. Καθώς η καταδίωξη ήταν γρήγορη και η ζέστη μεγάλη, όλο το στράτευμα δίψασε και ήπιε νερό από κάποια πηγή της περιοχής. Όμως ήταν ύποπτο και τους προκάλεσε τρομερή διάρροια, η οποία τους ανάγκασε να σταματήσουν την καταδίωξη μετά από 100 στάδια (περί τα 18,5 χμ). Ο Αλέξανδρος μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο σε άσχημη κατάσταση και όλοι θεώρησαν ότι αυτό επαλήθευε τη δυσμενή μαντεία του Αρίστανδρου. Αργότερα παρουσιάσθηκαν στον Αλέξανδρο πρέσβεις του Σκύθη βασιλιά, ο οποίος χαρακτήριζε ληστές, αυτούς που επιτέθηκαν, αποδοκίμαζε τις πράξεις τους και έθετε τον εαυτό του στη διάθεση του Αλεξάνδρου. Ο Αλέξανδρος δεν πείσθηκε για την ειλικρίνειά του, αλλά δέχθηκε την προσφορά του, διότι δεν στις προτεραιότητές του να εμπλακεί με τους Σκύθες.

Ο Πλούταρχος αναφέρει κάποια επιστολή του Αλεξάνδρου προς τον Αντίπατρο, σύμφωνα με την οποία ο Σκύθης βασιλιάς του πρότεινε να παντρευτεί την κόρη του. Κατά τον ίδιο ιστορικό, κάποιοι … δημιουργικοί ιστοριογράφοι, όπως ο Κλείταρχος, ο Πολύκλειτος, ο Ονησίκρητος, ο Αντιγένης και ο Ίστρος έγραψαν ότι εκεί συνάντησε τη βασίλισσα των Αμαζόνων. Μάλιστα, όταν ο Αλέξανδρος είχε πεθάνει και ο Λυσίμαχος ήδη βασιλιάς των ευρωπαϊκών εδαφών, ο Ονησίκριτος είχε την τόλμη να του διαβάσει το τέταρτο βιβλίο του για την εκστρατεία, όπου έγραφε για την Αμαζόνα. Ο βασιλιάς και τότε σωματοφύλακας του Αλεξάνδρου τον φιλοδώρησε με το ειρωνικό σχόλιο: «Καλά, κι εγώ πού ήμουνα τότε;». Υπήρχαν όμως και οι πραγματικοί ιστορικοί, όπως ο Αριστόβουλος, ο Χάρης ο εισαγγελέας, ο Πτολεμαίος, ο Αντικλείδης, ο Φίλων ο Θηβαίος, ο Φίλιππος ο Θεαγγελέας, ο Εκαταίος ο Ερετριέας, ο Φίλιππος ο Χαλκιδέας και ο Δούρις ο Σάμιος, που έγραψαν ότι αυτό ήταν δημιούργημα της φαντασίας. Οι Διόδωρος, Κούρτιος και Ιουστίνος τοποθετούν αυτή τη συνάντηση νωρίτερα κι ο Αρριανός αργότερα.


Ο Σπιταμένης σημειώνει την πρώτη επιτυχία
(Αρριανός Δ.5-6, Πλούταρχος Αλέξανδρος 43.6, 50.8, Διόδωρος ΙΖ.83.9, Κούρτιος 7.6.24, 7.30-39, 10.10, Ξενοφών Κύρου Ανάβασις Α.ΙΙ.10-14)

Το καλοκαίρι του 329 π.Χ, όσο ο Αλέξανδρος ήταν απασχολημένος με τους Σκύθες στον Ιαξάρτη και πριν ακόμη φτάσουν οι ενισχύσεις υπό τον Ανδρόμαχο, οι πολιορκημένοι στην ακρόπολη των Μαρακάνδων Μακεδόνες έκαναν έξοδο, προξένησαν κάποιες απώλειες και απώθησαν τις δυνάμεις του Σπιταμένη. Αυτός μόλις πληροφορήθηκε ότι πλησιάζουν ενισχύσεις από τον Αλέξανδρο, αναδιπλώθηκε στη Βόρεια Σογδιανή. Οι δυνάμεις του Φαρνούχη και του Ανδρόμαχου τον καταδίωξαν στενά. Αγνόησαν όμως στοιχειώδεις κανόνες εμπλοκής κι έκαναν μία σειρά από λάθη, τα οποία οδήγησαν στον αφανισμό τους. Χωρίς να δείξουν σύνεση, μπήκαν στη χώρα των Μασσαγετών Σκυθών, που είχαν ενισχύσει τον Σπιταμένη με 600 σκληροτράχηλους ιππείς. Εκείνος γνώριζε καλά την περιοχή, τον τρόπο καταπόνησης ξένης τακτικής δύναμης και αποφάσισε να αναμετρηθεί με τους διώκτες του. Παρατάχθηκε σε μία πεδιάδα κοντά στη Σκυθική Έρημο και εφάρμοσε μία πολύ αποτελεσματική τακτική: οι Σκύθες περιίπευαν και έβαλλαν κατά της δύναμης του Ανδρόμαχου, ενώ κάθε φορά, που ο Ανδρόμαχος επιχειρούσε επίθεση, ο Σπιταμένης έκανε τακτική υποχώρηση. Το ιππικό του ήταν ελαφρύτερο, ταχύτερο και δεν είχε υπολογίσιμες απώλειες, διότι ο Ανδρόμαχος στη βιασύνη του να καταστείλει την εξέγερση δεν είχε αφήσει χρόνο ούτε για ξεκούραση από την πορεία ούτε για σωστή βοσκή των ίππων. Όταν πια οι κατάκοπες δυνάμεις του Ανδρόμαχου άρχισαν να υφίστανται υπολογίσιμες απώλειες, σχημάτισαν τετράγωνο και κατευθύνθηκαν προς μία χαράδρα κοντά στον ποταμό Πολυτίμητο (Ζαραφσάν), όπου θα γλίτωναν από τα εχθρικά τοξεύματα και θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν τους πεζούς.

Με δική του πρωτοβουλία και χωρίς να συντονισθεί με τους υπόλοιπους ο Κάρανος, ο αρχηγός του ιππικού, προσπάθησε να εξασφαλίσει το ιππικό στην απέναντι όχθη, παρασύροντας και το πεζικό να τον ακολουθήσει. Κάθε τμήμα μπήκε στον Πολυτίμητο χωρίς συνεννόηση με τα άλλα, από απόκρημνες όχθες και, όπως είναι αναμενόμενο σ’ αυτές τις περιπτώσεις, οι γραμμές τους διασπάσθηκαν, επικράτησε αταξία και προκλήθηκε σύγχυση. Οι Σκύθες άδραξαν την ευκαιρία, κατέλαβαν την όχθη, όπου ήθελαν να φτάσουν οι Μακεδόνες, τους περικύκλωσαν και τους θέριζαν με τα βέλη, ώσπου τους εγκλώβισαν σε ένα νησάκι του ποταμού και τους εξόντωσαν.

Η εκδοχή του Αριστόβουλου, την οποία υιοθετεί κι ο Κούρτιος είναι ακόμη θλιβερότερη από την παραπάνω του Πτολεμαίου: οι Μακεδόνες έπεσαν σε ενέδρα του Σπιταμένη και ο Φαρνούχης ισχυριζόμενος ότι βρισκόταν εκεί μόνο ως διαπραγματευτής, παρέδιδε την εξουσία στους Ανδρόμαχο, Κάρανο και Μενέδημο, που ήταν εταίροι του βασιλιά κι εμπειροπόλεμοι. Εκείνοι όμως αρνήθηκαν, είτε για να μην παραβούν τις διαταγές του Αλέξανδρου είτε (το πιθανότερο) για να μην επωμισθούν την ευθύνη ενδεχόμενης αποτυχίας. Οι βάρβαροι επωφελήθηκαν από την έλλειψη συντονισμού και πειθαρχίας, επιτέθηκαν και τους κατέκοψαν.

Όπως και αν έχουν τα ακριβή περιστατικά, από αυτό το επεισόδιο επέζησαν ελάχιστοι. Πρόκειται για την πρώτη απώλεια σημαντικής δύναμης του Αλεξάνδρου, συγκρινόμενη δε με τις προηγούμενες στα πεδία των μεγάλων μαχών, μπορούμε κάλλιστα να μιλήσουμε για πανωλεθρία. Ο Κούρτιος λέει ότι αυτή ήταν η πρώτη αποτυχία των δυνάμεων του Αλεξάνδρου, ο οποίος «φρονίμως αποφάσισε να συγκαλύψει αυτήν την πανωλεθρία και απείλησε με θάνατο τους επιζώντες, για να μην αποκαλύψουν τι είχε συμβεί». Πρόκειται φυσικά για ακόμη μία από τις ρητορικές του ανακρίβειες, διότι και ο ίδιος ο Αλέξανδρος είχε αναχαιτισθεί (στην Ουξιανή και στις Περσίδες Πύλες) και άλλες δυνάμεις είχαν εξοντωθεί (όπως στην πρόσφατη επανάσταση των Σογδιανών) και είχε διαπιστωθεί (στη μάχη με τους Σκύθες του Ιαξάρτη) ότι οι ελαφρείς και ταχυκίνητοι νομάδες ιππείς δεν μπορούσαν να καμφθούν χωρίς καταιγισμό τοξευμάτων. Η δε σχετικά μικρή δύναμη του Ανδρόμαχου ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο αφανίσθηκε. Όμως πάνω απ’ όλα γνωρίζουμε ότι εκείνη τη χρονική περίοδο και σ’ εκείνη τη γεωγραφική περιοχή, τη στρατιά συνακολουθούσαν τουλάχιστον δύο στιχοπλόκοι, που στις δημιουργίες τους χλεύαζαν τις αποτυχίες των διαφόρων Μακεδόνων διοικητών, για να διασκεδάζει ο Αλέξανδρος και οι αυλοκόλακες.

Ο Σπιταμένης αναθάρρησε με την επιτυχία του και ξαναγύρισε να πολιορκήσει τα Μαράκανδα. Ο Αλέξανδρος μόλις πληροφορήθηκε την εξόντωση του Ανδρόμαχου, πήρε το μισό ιππικό των εταίρων, όλους τους υπασπιστές, τους τοξότες, τους Αγριάνες, τους ελαφρύτερους φαλαγγίτες και μέσα σε τρεις ημέρες διήνυσε 1.500 στάδια (περί τα 277 χμ), δηλαδή κατά μέσο όρο 500 στάδια ημερησίως, όταν κατά τον Ξενοφώντα η κανονική ταχύτητα ήταν λιγότερο από 200 στάδια ημερησίως. Τα χαράματα της τέταρτης μέρας έφτασε στα Μαράκανδα, αλλά ο Σπιταμένης το πληροφορήθηκε έγκαιρα, έλυσε για δεύτερη φορά την πολιορκία της πόλης και έφυγε. Ο Αλέξανδρος τον καταδίωξε κατά μήκος του Πολυτίμητου μέχρι την έρημο και περνώντας από το σημείο της σφαγής του Ανδρόμαχου, έθαψε τους νεκρούς, όσο καλύτερα μπορούσε. Όταν επέστρεψε στα Μαράκανδα, σε αντίποινα για την απώλεια της δύναμης του Ανδρομάχου εξόντωσε όλους τους βαρβάρους, που είχαν πάρει μέρος στην εξέγερση.

Αφού κατέστειλε την εξέγερση των Σογδιανών και απώθησε τον Σπιταμένη, επέστρεψε στα Ζαρίασπα (Βάκτρα), μέχρι να περάσει ο βαρύς χειμώνας της περιοχής. Εκεί παρουσιάσθηκαν ο Φραταφέρνης, ο σατράπης της Παρθυαίας, και ο Στασάνωρ, ο εταίρος που ανέλαβε τη σατραπεία της Αρείας. Είχαν συλλάβει, όπως διατάχθηκαν, τον Αρσάκη, τον οποίο είχε ορίσει ο Αλέξανδρος σατράπη της Αρείας, αλλά δεν έπεισε για την πίστη του, επίσης τον Βραζάκη, τον οποίο ο Βήσσος είχε ορίσει σατράπη της Παρθυαίας (χωρίς να την έχει καταλάβει) καθώς και μερικούς ακόμη συνεργάτες του Βήσσου. Παρουσιάστηκαν επίσης ο Επόκιλλος, ο Μελαμνίδας και ο Πτολεμαίος, ο στρατηγός των Θρακών, που είχαν συνοδέψει στα παράλια τον Μένητα και τα χρήματα προς τον Αντίπατρο. Παρουσιάστηκαν ακόμη ο Άσανδρος και ο Νέαρχος, ο οποίος έφερνε πολλούς Έλληνες μισθοφόρους, ο σατράπης της Συρίας, Βήσσος, και ο ύπαρχος Ασκληπιόδωρος, φέρνοντας κι αυτοί στρατό από τα παράλια.

Το χειμώνα του 329 π.Χ. στα Ζαρίασπα, ο Αλέξανδρος ασχολήθηκε και με τον γνωστό μας Βήσσο, που είχε οδηγηθεί εκεί αμέσως μετά τη σύλληψή του. Για το τι ακριβώς συνέβη στον Βήσσο έχουμε ως συνήθως διαφορετικές μεν παραπλήσιες δε εκδοχές. Κατά τον Αρριανό, ο Αλέξανδρος του απήγγειλε κατηγορία ότι πρόδωσε τον Δαρείο και διέταξε να του κόψουν τη μύτη και τους λοβούς των αυτιών, σύμφωνα με τον περσικό νόμο. Μετά τον έστειλε στα Εκβάτανα, για να εκτελεσθεί από το Συμβούλιο των Μήδων και των Περσών. Ο Διόδωρος λέει ότι παρέδωσε τον Βήσσο στον αδελφό και τους άλλους συγγενείς του Δαρείου (μάλλον εννοεί ότι τον έστειλε στα Εκβάτανα), οι οποίοι μετά από πολλά βασανιστήρια και εξευτελισμούς τον σκότωσαν, κατατεμάχισαν το πτώμα του και εκσφενδόνισαν τα μέλη του σε μεγάλη απόσταση. Κατά τον Πλούταρχο ο Αλέξανδρος συνέλαβε τον Βήσσο αμέσως μόλις μπήκε στη Σογδιανή και τον σκότωσε, δένοντάς τα πόδια του στις κορυφές δύο ψηλών δένδρων, που τα είχε λυγίσει και μετά τα άφησε ελεύθερα. Ο Κούρτιος αναιρεί την προγενέστερη αφήγησή του ότι ο Βήσσος βασανίστηκε κατά τη σύλληψή του και ότι η εκτέλεσή του θα γινόταν εκεί, που δολοφόνησε τον Δαρείο, και λέει ότι στάλθηκε από τα Βάκτρα στα Εκβάτανα, για να εκτελεστεί από τους συγγενείς του Δαρείου. Δηλαδή, με εξαίρεση τον Πλούταρχο οι υπόλοιποι συγγραφείς θεωρούν ότι ο Βήσσος εστάλη στα Εκβάτανα, για να τιμωρηθεί σύμφωνα με τον περσικό νόμο.

Ο Αλέξανδρος, όπως είχε γράψει στο Δαρείο, διεκδικούσε το θρόνο του Βασιλιά της Ασίας και καταστρέφοντας την Περσέπολη διαμήνυσε σε όλους ότι η δυναστεία των Αχαιμενιδών είχε χάσει την εξουσία. Είχε γράψει ακόμη στο Δαρείο ότι δεν τον πολεμούσε από προσωπική έχθρα και το απέδειξε τιμώντας τον μετά θάνατον και τιμωρώντας τον ηθικό αυτουργό της δολοφονίας του. Με την τιμωρία του Βήσσου ξεκαθάριζε παράλληλα, ότι αυτός ο νέος Βασιλιάς της Ασίας και όσοι τον αποδέχονταν, είχαν μία θέση στη διοίκηση της αυτοκρατορίας, όπως συνηθιζόταν ανέκαθεν στην Ασία. Όποιος αμφισβητούσε την εξουσία του, ήταν αποστάτης και θα ως αποστάτης θα τιμωρούνταν. Ο ακρωτηριασμός του Βήσσου και η εν συνεχεία παραπομπή του στο Συμβούλιο των Μήδων και των Περσών αποδείκνυε την απόφασή του να σεβαστεί τα θεσμικά όργανα και τους νόμους της Αχαιμενιδικής αυτοκρατορίας. Ήταν μία διαβεβαίωση προς όλους τους κατακτημένους, αξιωματούχους και μη, ότι η αλλαγή στο πρόσωπο του Βασιλιά της Ασίας δεν θα χειροτέρευε τη θέση τους, άρα δεν είχαν λόγο να αντιδράσουν. Αντίθετα τους συνέφερε να συνεργαστούν.



Οι Σκύθες «της Ευρώπης» και οι Χοράσμιοι δηλώνουν υποταγή - Νέα επανάσταση στη Σογδιανή
(Αρριανός Δ.15, Πλούταρχος Αλεξάνδρου Τύχη Β.334.D-F, Διόδωρος ΙΖ.β.κστ, Κούρτιος 7.10.10-κ.ε., 8.1.11-19, 8.3)

Το 328 π.Χ. είναι το ιδιαίτερα προβληματικό έτος της εκστρατείας του Αλεξάνδρου. Ο Πλούταρχος κι ο Ιουστίνος ούτως ή άλλως δεν προσφέρουν χρονολογικά στοιχεία, ο Διόδωρος έχει χάσμα σ’ εκείνο το σημείο κι έτσι μένουν ο Αρριανός και ο Κούρτιος ως βασικές πηγές. Από την εξέταση των κυριοτέρων επιχειρήσεων προκύπτει ένας βασικός χρονολογικός κορμός, με τον οποίο είναι συνεπής ο Αρριανός. Ο Κούρτιος καταγράφει έναν αριθμό άλλων επιχειρήσεων, τις οποίες είναι εντελώς παρακινδυνευμένο να τοποθετήσουμε στον γενικά αποδεκτό χρονολογικό κορμό και τις οποίες παραλείπει ο Αρριανός, ίσως λόγω αυτής ακριβώς της δυσκολίας. Μία πρόσθετη δυσκολία προκύπτει από την ασυμφωνία των πηγών ακόμη και στη σειρά, με την οποία αφηγούνται τα κοινά τους περιστατικά, και αναγκαστικά τα κενά των πηγών καλύπτονται και οι αντιθέσεις τους εξομαλύνονται με τις εικασίες των σύγχρονων μελετητών. Σύμφωνα με τη γενικά αποδεκτή (και όχι απόλυτα ασφαλή) χρονολόγηση τα πράγματα στη Σογδιανή διαδραματίσθηκαν ως ακολούθως.

Στο τέλος του χειμώνα του 329 ή νωρίς την άνοιξη του 328 π.Χ. έφτασε στα Βάκτρα και παρουσιάστηκε στον Αλέξανδρο μία νέα πρεσβεία από τους «Σκύθες της Ευρώπης». Είχε πεθάνει ο βασιλιάς τους και τον είχε διαδεχθεί ο αδελφός του, που θεώρησε σκόπιμο να δηλώσει πιο έντονα τη φιλική του διάθεση, ίσως για να εδραιωθεί καλύτερα στο θρόνο. Μαζί τους ήταν και οι εταίροι, που είχε στείλει στη Σκυθία ο Αλέξανδρος, αλλά δεν υπάρχουν πληροφορίες για το αποτέλεσμα της αποστολής τους, ούτε για τον γεωγραφικό προσδιορισμό της χώρας αυτής. Πάντως οι πρέσβεις δήλωναν υποταγή και έφερναν τα δώρα, που όριζε η εθιμοτυπία τους. Επιπλέον ο βασιλιάς τους ως επισφράγιση της φιλίας και της συμμαχίας πρόσφερε την κόρη του για σύζυγο του Αλεξάνδρου, αλλά προνοούσε και για την περίπτωση, που ο Αλέξανδρος δεν θα καταδεχόταν να παντρευτεί Σκύθισσα πριγκίπισσα. Εναλλακτικά οι ανώτεροι άρχοντες της Σκυθίας πρόσφεραν τις κόρες τους για συζύγους των πιο πιστών αξιωματούχων του. Ακόμη ο Σκύθης βασιλιάς προθυμοποιούνταν να παρουσιαστεί και να δηλώσει αυτοπροσώπως τις προθέσεις του, αν το ζητούσε ο Αλέξανδρος. Εκείνος απάντησε ότι δεν του χρειαζόταν γάμος με Σκύθισσα και ευχαριστημένος έστειλε πίσω τους πρέσβεις.

Παρουσιάσθηκε επίσης ο Φαρασμάνης, ο βασιλιάς των Χορασμίων, με 1.500 ιππείς για να δηλώσει υποταγή. Κατά τον Αρριανό δήλωσε επίσης ότι ήταν πρόθυμος να υποδείξει τα δρομολόγια και να παράσχει διοικητική μέριμνα στο στρατό του Αλεξάνδρου, αν ήθελε να κατακτήσει τους Κόλχους και τις Αμαζόνες. Ο Αλέξανδρος σύστησε τον νέο αυτό σύμμαχο στον Αρτάβαζο, το σατράπη της Βακτρίας, και τους διοικητές των γειτονικών προς τη Χορασμία περιοχών. Είπε στο Φαρασμάνη ότι σε πρώτη φάση τον ενδιέφερε η Ινδία, διότι αν την καταλάμβανε θα κατείχε όλη την Ασία. Εν συνεχεία θα επέστρεφε στην Ελλάδα, από όπου με όλο το στρατό και το στόλο θα περνούσε τον Ελλήσποντο, για να κατακτήσει τις χώρες του Εύξεινου Πόντου, και τότε θα χρειαζόταν τις υπηρεσίες του.

Φυσικά, για τα σχέδια, που είχε και δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει ο Αλέξανδρος, μπορεί κανείς να ισχυρισθεί ο,τιδήποτε. Αν και η συγκεκριμένη εκδοχή επαληθεύθηκε όσον αφορά στην Ινδία, πρέπει να απορρίψουμε ασυζητητί τα περί υποστήριξης του Φαρασμάνη σε μελλοντική εκστρατεία κατά των Παρευξείνιων χωρών. Ο Αρριανός γνωρίζει ότι η Χορασμία ήταν γειτονική της Βακτρίας και συνεπώς πολύ μακρυά από τον Εύξεινο Πόντο, γι’ αυτό και χρησιμοποιεί τη προσεκτική διατύπωση «ο Φαρασμάνης ισχυριζόταν ότι η χώρα του συνόρευε με τους Κόλχους και τις Αμαζόνες». Εντούτοις παραδίδει αυτήν την παράξενη πληροφορία, που προφανώς βρήκε στις πηγές του, διότι δεν κατάφερε να αποσαφηνίσει την αντίφαση, όπως και στην περίπτωση του Τάναϊ. Ο Φαρασμάνης μάλλον δήλωσε ότι η χώρα του βρισκόταν στα παράλια μιάς μεγάλης λίμνης, όπου χυνόταν ο μεγάλος ποταμός. Εφόσον οι Έλληνες θεωρούσαν τον μεγάλο ποταμό (Ιαξάρτη) ως τον Τάναϊ (Ντον) και δεν γνώριζαν την ύπαρξη της Αράλης, λογικό ήταν να πιστέψουν ότι η μεγάλη λίμνη στα παράλια της Χορασμίας ήταν η Μαιώτις (Αζοφική Θάλασσα). Έτσι οι ασιατικοί λαοί εναντίον των οποίων προσέφερε τη συμμαχία του ο Φαρασμάνης αναγνωρίσθηκαν εσφαλμένα από τους Έλληνες ως οι Κόλχοι και οι Αμαζόνες. Ο Αρριανός είχε αντιληφθεί ότι η Χορασμία ήταν πολύ βαθιά στην Ασία κι ότι ο Συρ Ντάρυα δεν ήταν ο Ντον, αλλά δεν είχε επαρκείς πληροφορίες για να ξεκαθαρίσει κι αυτό το ζήτημα.

Πριν και μετά τον σύντομο αλλά δριμύ χειμώνα της Σογδιανής, κατά τις περιόδους των βροχοπτώσεων οι στέππες μετατρέπονται σε ωκεανούς λάσπης δυσκολεύοντας εξαιρετικά τις μετακινήσεις μιάς βαριάς τακτικής στρατιάς. Οι Σογδιανοί εκμεταλλεύτηκαν αυτό το πλεονέκτημα και επαναστάτησαν ξανά. Πριν τελειώσει το 329 οι μικρότερες, ελαφρύτερες και πιο ευέλικτες στρατιωτικές δυνάμεις τους είχαν καταλάβει μερικά φρούρια και το παράδειγμά τους ακολούθησαν και λίγοι Βάκτριοι. Η καλύτερη περίοδος μετακίνησης στη Σογδιανή είναι αμέσως μετά τις εαρινές βροχές, δηλαδή από τα μέσα Απριλίου ως τα μέσα Μαΐου, οπότε οι στέππες και οι έρημοι, ακόμη και τα βάθη της ερήμου Καρά Κούμ, είναι γεμάτα φυτά, θάμνους και αρμυρίκια. Αν όμως ο Αλέξανδρος παρέμενε αδρανής τόσους μήνες, οι επαναστάτες θα του αποσπούσαν ολόκληρη τη Σογδιανή και σημαντικό μέρος της Βακτρίας. Έτσι, μόλις έσπασε ο πάγος στην επιφάνεια του Ώξου, άφησε στα Βάκτρα τους Πολυπέρχοντα, Άτταλο, Γοργία και Μελέαγρο, για να φρουρούν τη χώρα και να υποτάξουν όσους είχαν επαναστατήσει, και επικεφαλής της υπόλοιπης στρατιάς προέλασε προς τον Ώξο και μπήκε στη Σογδιανή. Εκεί χώρισε τη δύναμή του σε πέντε τμήματα υπό τους Ηφαιστίωνα, Κοίνο και Αρτάβαζο, Πτολεμαίο, Περδίκκα και ο ίδιος επικεφαλής του πέμπτου προέλασε προς τα Μαράκανδα. Τα πέντε αυτά τμήματα άρχισαν να περνούν δια πυρός και σιδήρου το μεγαλύτερο μέρος της επαναστατημένης Σογδιανής.

Μία άλλη επιχείρηση φαίνεται ότι ήταν και η εισβολή στη Μαργιανή. Το μεγαλύτερο μέρος της χώρας καλύπτεται από έρημο και η ζωή περιορίζεται γύρω από τον ποταμό Μάργο (Μουργκάμπ) και τις οάσεις, αλλά απ’ την απώτερη ιστορία τη διέσχιζε μία πολύ σημαντική οδός προς την Κεντρική Ασία. Ο Αλέξανδρος θα την είχε υποτάξει νωρίτερα, όταν καταδίωκε κατά πόδας τον Βήσσο, αν δεν επαναστατούσε ο Σατιβαρζάνης υποχρεώνοντάς τον να αλλάξει σχέδια. Από τη Σογδιανή προέλασε ως την πόλη Μαργιανή (μάλλον τη σημερινή Μέρβ ή Μάρυ) και επέλεξε δύο στρατηγικά σημεία στο νότο και τέσσερα στα ανατολικά, όπου έχτισε φρούρια σε μικρή απόσταση το ένα από το άλλο, ώστε να μπορούν να αλληλοσυνδράμονται εύκολα σε περίπτωση προσβολής. Αυτή την εκστρατεία την περιγράφει μόνο ο Κούρτιος, αλλά υπάρχει μία ασάφεια και η διήγηση μοιάζει πρόχειρα εμβόλιμη, δυσχεραίνοντας τη χρονολόγηση. Λέει συγκεκριμένα ότι ο Αλέξανδρος καθ’ οδόν προς τη Μαργιανή πέρασε διαδοχικά τους ποταμούς Ώχο (Κάσκα Ντάρυα) και Ώξο (Αμού Ντάρυα), υπονοώντας σαφώς ότι ξεκίνησε από κάποιο σημείο της Σογδιανής, όμως προηγουμένως τον βάζει να προελαύνει από τα Βάκτρα ως τον Ώξο και αιφνιδίως να κινείται από το κέντρο της Σογδιανής ξανά προς τον Ώξο. Αυτό οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η εκστρατεία κατά της Μαργιανής, που ήταν αναμενόμενη και αναμφίβολα έγινε, δεν διεξήχθη από τον Αλέξανδρο αλλά από κάποιον άλλο αξιωματικό. Άλλωστε δεν προσέφερε καμία ιδιαίτερη πρόκληση και υπήρχαν πολλοί Μακεδόνες αξιωματικοί απόλυτα ικανοί να ηγηθούν μιάς τέτοιας επιχείρησης. Δεν υπήρχε λοιπόν κανένας λόγος να χάσει χρόνο ο ίδιος ο Αλέξανδρος, όταν η επανάσταση της Σογδιανής διήρκεσε από το τέλος του 329 ως τις αρχές του 327 π.Χ. Επειδή δε η Μαργιανή δεν είχε αρνηθεί την κυριαρχία του Αλεξάνδρου (απλώς κανείς δεν είχε πάει να την καταλάβει), η επιχείρηση μπορούσε να γίνει μετά τον περιορισμό της επανάστασης στη Σογδιανή, οπότε τα στρατεύματα πράγματι θα έπρεπε να περάσουν πρώτα τον Ώχο και μετά τον Ώξο.

Όσο οι δυνάμεις του Αλεξάνδρου επιχειρούσαν στη Σογδιανή, ο Σπιταμένης με μερικούς Σογδιανούς επαναστάτες, που είχαν καταφύγει στους Μασσαγέτες Σκύθες, στρατολόγησαν περί τους 600 απ’ αυτούς και σε μια απόπειρα να ενισχύσουν το ασθενέστερο επαναστατικό μέτωπο, επιτέθηκαν σε κάποιο φρούριο της Βακτριανής. Η φρουρά του πιστεύοντας ότι το θέατρο των επιχειρήσεων απείχε πολύ, είχε χαλαρώσει την επαγρύπνηση και αιφνιδιάστηκε από τον Σπιταμένη, που σκότωσε τους στρατιώτες και αιχμαλώτισε τον φρούραρχο. Ο πρωτεργάτης του ανταρτικού κινήματος αναθάρρησε με την επιτυχία του και προέλασε προς τα Ζαρίασπα (Βάκτρα), όπου έφτασε μετά από λίγες ημέρες. Δεν χτύπησε την πόλη, αλλά λεηλάτησε τη γύρω περιοχή και πήρε πολλή λεία. Στην πόλη βρίσκονταν λίγοι εταίροι, που μόλις είχαν αναρρώσει από αρρώστια, και ανάμεσά τους ήταν ο Πείθων του Σωσικλή, που είχε τη φροντίδα της βασιλικής ακολουθίας, όποτε έφτανε εκεί. Όταν αντιλήφθηκαν την επιδρομή του Σπιταμένη, οι εταίροι πήραν τους περίπου 800 μισθοφόρους ιππείς της φρουράς, μερικούς παίδες της βασιλικής ακολουθίας και επιτέθηκαν στους επιδρομείς. Τους αιφνιδίασαν, πήραν όλα τα λάφυρα και σκότωσαν πολλούς από τους φύλακες των σκευοφόρων του Σπιταμένη. Στη συνέχεια επιχείρησαν και δεύτερη έφοδο, αλλά αυτή τη φορά άτακτοι και ασυντόνιστοι με αποτέλεσμα να αποκρουσθούν από τους Σκύθες και να σκοτωθούν επτά εταίροι, 60 μισθοφόροι ιππείς και ο κιθαρωδός Αριστόνικος, που έδειξε παλληκαριά ασυνήθιστη για καλλιτέχνη. Για να τον τιμήσει, ο Αλέξανδρος του έστησε στους Δελφούς ανδριάντα χάλκινο, που τον απεικονίζει με την κιθάρα στο ένα χέρι και προτεταμένο το δόρυ στο άλλο. Ο Πείθων τραυματίστηκε και συνελήφθη από τους Σκύθες. Ο Κρατερός το πληροφορήθηκε, καταδίωξε τους Μασσαγέτες και τους πρόλαβε, πριν διαφύγουν στην έρημο. Έγινε σκληρή μάχη και νίκησαν οι Μακεδόνες. Σκοτώθηκαν περί τους 150 Μασσαγέτες και οι υπόλοιποι από τους αρχικούς 1.000 βρήκαν καταφύγιο στην έρημο, στην οποία απέφυγαν να μπουν οι Μακεδόνες.

Στη Σογδιανή μετά από αρκετούς μήνες σκληρών επιχειρήσεων και αιματηρών αντιποίνων, τα πέντε μακεδονικά σώματα κατέλαβαν όλα τα επαναστατημένα φρούρια στην πορεία τους κι επανενώθηκαν στα Μαράκανδα. Από κεί ο Αλέξανδρος οδήγησε όλη τη στρατιά στα Βαζάιρα και επέλεξε μία από τις τεράστιες και περιφραγμένες ιδιοκτησίες με λιβάδια, δάση και πηγές, όπου έβοσκαν τα κοπάδια τους οι βάρβαροι και στην οποία γνώριζε ότι δεν είχε κυνηγήσει κανένας επί 4 διαδοχικές γενεές. Μπήκε μέσα με όλο το στρατό του και αφού σκότωσε ένα ασυνήθιστα μεγάλο λιοντάρι, διέταξε να εξοντώσουν όλα τα θηράματα. Συνολικά 4.000 θηράματα θανατώθηκαν και η στρατιά γιόρτασε το κατόρθωμα επί τόπου. Το περιστατικό αυτό περιγράφεται από τον Κούρτιο και φαίνεται ότι περιλαμβανόταν στο χάσμα, που έχει το βιβλίο του Διόδωρου, αφού στα περιεχόμενα του βιβλίου του βλέπουμε ότι για την ίδια περιοχή και χρονική περίοδο έκανε λόγο «για το κυνήγι στα Βάσιστα και για το πλήθος των θηραμάτων». Ίσως το κυνήγι αυτό να εξυπηρετούσε στην αναψυχή της στρατιάς, ίσως να ήταν μία μικρή ευχάριστη ανάπαυλα ανάμεσα στις αδιάκοπες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις.


Ο φόνος του Κλείτου
(Αρριανός Δ.8-9, Διόδωρος ΙΖ.77.4, 78.1, περιεχόμενα ΙΖ.β.κζ, Πλούταρχος Αλέξανδρος 45.1-4, 50-52, Κούρτιος 6.6.8, 8.1.19-κ.ε., 8.2.1-12, Ιουστίνος 12.3.8, 10, 12.6, Ευριπίδης Ανδρομάχη 684-693)

Εκτός από τον προφανή στρατηγικό λόγο, ο Αλέξανδρος είχε ακόμη ένα λόγο για να κλείσει το μέτωπο της Σογδιανής όσο νωρίτερα γινόταν, κι αυτός ήταν η υπακοή του στρατεύματος. Οι άλλοι Έλληνες και οι βάρβαροι σύμμαχοι δεν φαίνεται να απετέλεσαν διοικητική πρόκληση σε καμία φάση της εκστρατείας, αλλά με τους Μακεδόνες η κατάσταση ήταν διαφορετική. Μετά το θάνατο του Δαρείου και παρά το ότι είχε πείσει την εκκλησία των Μακεδόνων ότι έπρεπε να καταλάβουν το σύνολο της αχαιμενιδικής επικράτειας, ήταν υποχρεωμένος να χειραγωγεί τις διαρκώς εντεινόμενες αντιδράσεις τους (αξιωματικών και ατάκτων) και παράλληλα να τους δίνει κίνητρα, για να προελαύνουν αφενός πνίγοντας στο αίμα κάθε αντίσταση και αφετέρου υπομένοντας τις πιο απίστευτες κακουχίες. Αφόρητη ζέστη το καλοκαίρι, θανατηφόρο κρύο το χειμώνα, άγονα εδάφη και σκληροτράχηλους βαρβάρους. Ο Κούρτιος λέγοντας ότι οι Σογδιανοί ήταν «άγρια θηρία αιμοδιψούς φύσεως» μας δίνει το μέτρο των δυσκολιών, που δημιούργησαν στους Μακεδόνες. Εκτός απ’ αυτά, που ήταν συνέπειες της κοινής απόφασης όλων, οι Μακεδόνες υφίσταντο και τον περιορισμό των δικαιωμάτων τους ως ελευθέρων Ελλήνων πολιτών, κάτι που ήταν προσωπική απόφαση του Αλεξάνδρου. Κι όλα αυτά τα βίωναν ευρισκόμενοι στις εσχατιές της αυτοκρατορίας, στην άκρη του γνωστού κόσμου, απομακρυνόμενοι όλο και περισσότερο από τις πατρίδες τους και χωρίς να βλέπουν κάποιο σαφές τέρμα. Όσο είχε να τους επιδεικνύει νίκες, μπορούσε να τους πειθαναγκάζει να τον ακολουθούν. Αν τελμάτωνε στρατιωτικά, θα ήταν αδύνατον να διατηρήσει την υπακοή τους.

Το εσωτερικό μέτωπο ήταν πιο αδυσώπητο απ’ το κυρίως μέτωπο εναντίον των διαφόρων βαρβάρων, ήταν εκείνο που καταπόνησε τον Αλέξανδρο και τον έφθειρε περισσότερο, ήταν εκείνο στο οποίο τελικά ηττήθηκε κατά κράτος. Η δε εξ αρχής διαφαινόμενη ήττα του, σε συνδυασμό με όλες τις άλλες δυσκολίες και την αδυναμία του χαρακτήρα του να υποχωρεί, προκάλεσε τις αλλεπάλληλες περιπτώσεις προσβλητικής ή ακόμη και εκδικητικής συμπεριφοράς του προς τον ίδιο του το λαό. Το λαό, που τον πίστεψε, τον ακολούθησε ως τα βάθη της Ασίας και τον ανέδειξε ως μία από τις κορυφαίες φυσιογνωμίες της παγκόσμιας ιστορίας. Η Εκατόμπυλος, στην ευρύτερη περιοχή της οποίας δολοφονήθηκε ο Δαρείος, και το καλοκαίρι του 330 π.Χ. είναι τα κομβικά σημεία, γεωγραφικό και χρονολογικό αντίστοιχα, στην αλλαγή της συμπεριφοράς του Αλεξάνδρου. Η Σογδιανή είναι το γεωγραφικό σημείο, πέρα απ’ το οποίο οι απολογητές του δεν μπορούν να αποκρύψουν αυτήν την αλλαγή. Οι Έλληνες συγγραφείς, όπως είναι απόλυτα φυσιολογικό και αναμενόμενο, είναι γενικά απολογητικοί και προσπαθούν να ωραιοποιούν όσες λεπτομέρειες είναι αρνητικές για τον Αλέξανδρο. Στο σημείο αυτό ο Κούρτιος δεν φαίνεται αναξιόπιστος και, αν τοποθετήσουμε στο δικό του πλαίσιο τις πληροφορίες των Ελλήνων (ειδικά του Πλούταρχου, που τις δίνει φαινομενικά αλληλοαναιρούμενες), παίρνουμε μία αρκετά ακριβή εικόνα.

Οι αρχαίοι συγγραφείς δεν διαφωνούν για την εγκράτεια του Αλεξάνδρου στην αρχή της εκστρατείας ειδικά δε στο πολυσυζητημένο θέμα της οινοποσίας, λένε ότι περισσότερο συζητούσε κρατώντας το ποτήρι παρά έπινε και ότι αυτό γινόταν, μόνον όταν υπήρχε η πολυτέλεια της ανάπαυσης. Διαφορετικά, «από την εργασία δεν τον απομάκρυνε ούτε κρασί, ούτε ύπνος, ούτε παιχνίδι, ούτε γάμος, ούτε θέαμα». Όταν όμως η στρατιά έφτασε στη Σογδιανή, αυτός ο Αλέξανδρος δεν υπήρχε πια. Όπως λέει χαρακτηριστικά ο Πλούταρχος, ο οποίος γενικά αποδίδει τις πληροφορίες του στις βασιλείους εφημερίδες, «τότε με τις μεγάλες καυχήσεις του γινόταν εξαιρετικά δυσάρεστος και άξεστος. Αφενός ξέπεφτε σε κομπασμούς και αφετέρου επέτρεπε απρεπώς στους κόλακες «να τον καβαλλήσουν», έτσι οι συνετότεροι από τους παρευρισκόμενους εστενοχωρούντο, διότι δεν ήθελαν ούτε τους κόλακες να ανταγωνίζονται ούτε των επαίνων τους να υστερούν, διότι το πρώτο φαινόταν άτιμο και το δεύτερο ήταν επικίνδυνο». Τα βασιλικά συμπόσια άρχιζαν νωρίς, είχαν ασιατική πολυτέλεια και στο ποτό είχε υιοθετήσει βαρβαρικές συνήθειες. Έπινε ἄκρατον οἶνον και κοιμόταν μέχρι το επόμενο μεσημέρι, ενώ μερικές φορές (προφανώς μετά από γενναία οινοκατάνυξη) κοιμόταν ολόκληρη την επόμενη μέρα. Αυτά μας παραπέμπουν ευθέως σε αγγειογραφίες συμποσίων, που παριστούν τους συνδαιτυμόνες να πίνουν μέχρις αναισθησίας.

Η εικόνα του Αλεξάνδρου, που αναδύεται στη Σογδιανή δεν δημιουργήθηκε τότε. Τόσα χρόνια συνεχών εχθροπραξιών, πολιτικών ισορροπήσεων και εξισορροπήσεων, αγωνίας για συνωμοσίες κατά της ζωής του και τρόμου μην αποτύχει στους στόχους, που ο ίδιος έθετε, είχαν δημιουργήσει ένα τεράστιο ψυχολογικό φορτίο. Η μεταφορά αυτού του φορτίου ως το τέρμα της Γης (όπου ήθελε πραγματικά να φτάσει) συνιστούσε δοκιμασία, την οποία κανείς, ούτε κι ο Μέγας Αλέξανδρος, δεν μπορούσε να περάσει αλώβητος. Στις αρχές του 328 π.Χ. ο 28 ετών βασιλιάς της Μακεδονία, Ηγεμών της Ελλάδος και Βασιλεύς της Ασίας όδευε ολοταχώς προς τον αλκοολισμό, αν δεν ήταν ήδη αλκοολικός, όπως λέει ευθέως ο Κούρτιος.

Σ’ αυτά πρέπει να προσθέσουμε ότι είχε υιοθετήσει το τυπικό των Περσών βασιλέων και είχε μεταμορφώσει τη Μακεδονική Αυλή σε ασιατική. Εκτός από την κατανάλωση άκρατου οίνου, ένα ακόμη στοιχείο, που περιφρονούσε η ελληνική παιδεία, ήταν η στρατιά από παλλακίδες και ευνούχους για την ερωτική ικανοποίηση του ασιάτη βασιλιά. Η περιφρόνηση των Ελλήνων δεν είχε καμία σχέση με τις ερωτικές προτιμήσεις, αφού είναι τεκμηριωμένη πέραν πάσης αμφιβολίας η αμφισεξουαλικότητα και η παιδεραστία στην κλασσική Ελλάδα. Οι Έλληνες και μεταξύ αυτών και οι Μακεδόνες απλώς περιφρονούσαν την ασιατική τρυφηλότητα, που σηματοδοτούσαν όλα αυτά τα ερωτικά σκεύη. Μετά το θάνατο του Δαρείου το καλοκαίρι του 330, οπότε άνοιξε ο δρόμος για την αναγόρευσή του σε Μέγα Βασιλέα, ο Αλέξανδρος χρησιμοποιούσε το περσικό βασιλικό διάδημα και τα περισσότερα εξαρτήματα της περσικής βασιλικής ενδυμασίας, μοίρασε στους εταίρους περσικά ενδύματα και φόρεσε στους ίππους περσική ιπποσκευή. Τα περί Δία και Άμμωνα ήταν σαφώς ένα εργαλείο διοίκησης των βαρβάρων και γίνονταν ανεκτά, έστω και με δυσφορία, έστω και οριακά. Αλλά τίποτα απ’ αυτά δεν τόσο προσβλητικό όσο η ενσωμάτωση ασιατών στη βασιλική φρουρά ως ραβδούχων, σωματοφυλάκων και άλλων εμπίστων του βασιλιά, από τους οποίους έπρεπε να περάσουν και να ελεγχθούν ακόμη και οι Μακεδόνες ευγενείς. Τίποτα δεν μπορούσε να είναι προσβλητικότερο για τους μεγάλης ηλικίας και υψηλόβαθμους αξιωματικούς, που αναδείχθηκαν υπό τις διαταγές του Φιλίππου, από το να τους υποβιβάζει ο Αλέξανδρος σε υφισταμένους των ίδιων των υποτελών τους.

Επί δύο χρόνια ο Αλέξανδρος κατάφερνε να διασκεδάζει τις διαμαρτυρίες και να πνίγει τη δυσαρέσκεια των μεγαλυτέρων σε ηλικία αξιωματικών αφενός με δωροδοκίες και αφετέρου προωθώντας αξιωματικούς νεώτερους και προθυμότερους να υποκύψουν στις διαθέσεις του. Τώρα όμως είχαν φτάσει στα βορειότερα και στα ανατολικότερα σύνορα της περσικής αυτοκρατορίας. Η εντολή του Κοινού Συνεδρίου των Ελλήνων είχε εκτελεσθεί, είχαν πάρει εκδίκηση από τους Πέρσες και δεν χωρούσε πια καμία δικαιολογία για παραπέρα προέλαση. Όλοι γνώριζαν ότι ο Αλέξανδρος πολύ σύντομα θα βρισκόταν ενώπιον της εκκλησίας των Μακεδόνων, για να κάνει απολογισμό των πεπραγμένων και να ζητήσει νέα έγκριση ή να υποκύψει στην απόφαση της εκκλησίας, όπως ήταν εξαιρετικά πιθανό να συμβεί. Αυτή ακριβώς η εκκλησία ήταν η ελπίδα των Μακεδόνων και το άγχος του Αλεξάνδρου, διότι αυτό που ήταν αυτονόητη υποχρέωση του Μακεδόνα βασιλιά, συνιστούσε ταπεινωτική προσβολή για τον Βασιλιά της Ασίας. Προμηνυόταν λοιπόν μία ενδομακεδονική σύγκρουση συνταγματικού χαρακτήρα, της οποίας η σφοδρότητα θα ήταν ανάλογη της έντασης που είχε συσσωρεύσει η σωματική καταπόνηση, η ψυχική εξάντληση των Μακεδόνων και η απομάκρυνσή τους ταυτόχρονα από την πατρίδα και το τέρμα της εκστρατείας.

Όλα αυτά οδήγησαν στο φόνο του Κλείτου, τον οποίο είναι αδύνατο να τοποθετήσουμε με χρονική ακρίβεια. Μπορούμε μόνο να εκτιμήσουμε ότι συνέβη στα Μαράκανδα στο τέλος του καλοκαιριού ή στις αρχές του φθινοπώρου του 328 π.Χ. Οι εκδοχές για τα πραγματικά γεγονότα, που οδήγησαν στο φόνο, παραδίδονται διαφορετικά από κάθε ιστορικό, παρά ταύτα όλοι οι ιστορικοί εκτός από τον Ιουστίνο είναι λίγο-πολύ απολογητικοί και ακολουθούν την ίδια υπερασπιστική γραμμή (αν και διαφοροποιούμενοι ο ένας από τον άλλο στις λεπτομέρειες): οι Μακεδόνες προσέβαλαν τους θεούς, η οργή των οποίων οδήγησε στο φόνο του Κλείτου.

Ο Αρριανός αναφέρει δύο εκδοχές, ελαφρά διαφορετικές. Σύμφωνα με την πρώτη, οι Μακεδόνες είχαν μία μέρα του χρόνου αφιερωμένη στον Διόνυσο, προς τιμήν του οποίου έκαναν θυσίες. Εκείνη τη χρονιά ο Αλέξανδρος αποφάσισε να αγνοήσει τον Διόνυσο και να προσφέρει θυσίες στους Διόσκουρους. Ακολούθησε δείπνο και μετά από πολλή οινοποσία «σύμφωνα με τα βαρβαρικά έθιμα» (δηλαδή έπιναν άκρατο οίνο), τα πράγματα πήραν τη μοιραία τροπή. Οι αυλοκόλακες, που είχε μαζέψει γύρω του ο Αλέξανδρος άρχισαν τους παραλληλισμούς ανάμεσα στον Τυνδάρεω και τον Φίλιππο, το πώς ο Δίας υφάρπασε και από τους δύο την πατρότητα των παιδιών και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο Αλέξανδρος ήταν ανώτερος από τον Κάστορα και τον Πολυδεύκη, στους οποίους νωρίτερα είχαν προσφέρει θυσίες. Έβαλαν και τον Ηρακλή στην προκρούστεια κλίνη της κολακείας και εν τέλει αποφάνθηκαν, ότι ο φθόνος δεν αφήνει τους ανθρώπους να δεχθούν τις δίκαιες τιμές, που τους αποδίδουν οι φίλοι τους. Το συμπέρασμά τους ήταν σαφές: ο Αλέξανδρος ως πραγματικός θεός δεν είχε κανένα λόγο να φοβηθεί τον φθόνο κανενός και μπορούσε να απολαύσει τις τιμές, που εδικαιούτο, από όσους ήταν πρόθυμοι να του τις προσφέρουν.

Ο Κλείτος, που δεν ανεχόταν τις νέες, βαρβαρικές συνήθειες του Αλεξάνδρου, εξοργίσθηκε ακούγοντας τους κόλακες να χλευάζουν θεούς και ήρωες, για να εξυψώσουν τον Αλέξανδρο. Τους θύμισε ότι ο Αλέξανδρος δεν πραγματοποίησε τίποτα μόνος του, αλλά τα περισσότερα ήταν κατορθώματα του Μακεδονικού λαού. Κάποιοι, συνεχίζοντας τις κολακείες, άρχισαν να μειώνουν το έργο του Φιλίππου και να λένε, ότι δεν έκανε τίποτα αξιόλογο και πως όλα ήταν επιτεύγματα του Αλεξάνδρου. Τότε ο Κλείτος, μεθυσμένος κι αυτός, ξέσπασε χλευαστικά κατά του Αλεξάνδρου, του θύμισε τη μάχη του Γρανικού και υψώνοντας επιδεικτικά το δεξί του χέρι είπε «Αλέξανδρε, αυτό το χέρι σ’ έσωσε τότε». Ο Αλέξανδρος όρμησε εναντίον του, αλλά τον συγκράτησαν οι συνδαιτυμόνες. Ο Κλείτος συνέχισε τις προσβολές και ο Αλέξανδρος κάλεσε στην αίθουσα τους υπασπιστές. Κανένας δεν υπάκουσε και ο Αλέξανδρος άρχισε να ωρύεται ότι είχε καταντήσει σαν τον Δαρείο στα χέρια του Βήσσου και ότι μόνο κατά τον τίτλο ήταν βασιλιάς. Βρισκόταν πια σε έξαλλη κατάσταση και κανείς δεν μπορούσε να τον συγκρατήσει. Άρπαξε τη λόγχη ενός σωματοφύλακα και σκότωσε τον Κλείτο.

Αυτή η εκδοχή πρέπει να είναι του Πτολεμαίου, ενώ του Αριστόβουλου είναι λίγο διαφορετική και παραλείπει το τι προηγήθηκε της μέθης. Κατ’ αυτήν, όταν ο Αλέξανδρος όρμησε εναντίον του Κλείτου, κάποιοι τον άρπαξαν και τον πέταξαν έξω από τα τείχη και την τάφρο της ακρόπολης. Εκεί συνάντησε τον Πτολεμαίο του Λάγου (κάτι που δεν αναφέρει ο ίδιος ο Πτολεμαίος), αλλά δεν μπορούσε να συγκρατηθεί και ξαναγύρισε στην ακρόπολη. Ο Αλέξανδρος οπλισμένος ακόμη τον έψαχνε και τον καλούσε. Ο Κλείτος εμφανίσθηκε μπροστά του λέγοντας «Εδώ είναι ο Κλείτος σου, Αλέξανδρε!» και δέχθηκε το πλήγμα της σάρισσας.

Ο Αλέξανδρος πέρασε τη νύχτα θρηνώντας και την επομένη πήγαν κάποιοι να τον ηρεμήσουν. Ο μάντης Αρίστανδρος του θύμισε το όνειρο, που είχε δει και του εξήγησε ότι η μοίρα του Κλείτου καθορισμένη από πριν. Αυτό φάνηκε να τον ηρεμεί κάπως, αφού δεν έφταιγε εκείνος, αλλά θέλημα των θεών. Μετά προσπάθησε να τον ηρεμήσει ο Καλλισθένης με διάφορες ηθικές θεωρίες, όταν εισέβαλε ο υπερόπτης σοφιστής, Ανάξαρχος: «Αυτός λοιπόν είναι ο Αλέξανδρος, στον οποίο προσβλέπει όλη η οικουμένη; Αυτός, που έχει πέσει κάτω και κλαίει σαν δούλος, επειδή φοβάται τον νόμο και τις κατηγορίες των ανθρώπων; Εκείνων των οποίων πρέπει ο ίδιος να είναι Νόμος και να καθορίζει τα δικά τους δίκαια, επειδή νίκησε για να εξουσιάζει και όχι για να είναι δούλος τους και να εξουσιάζεται από μία ανοησία; Δεν ξέρεις Αλέξανδρε, ότι ο Δίας έχει δίπλα του τη Δίκη και τη Θέμιδα, ώστε οτιδήποτε κάνει όποιος έχει την εξουσία να θεωρείται δίκαιο και θεμιτό;». Αυτή η φιλοσοφική προσέγγιση ήταν αδιανόητη για Έλληνα ηγέτη δημοκρατίας ή «συνταγματικής» βασιλείας. Ήταν όμως απόλυτα φυσιολογική για τον Βασιλιά της Ασίας. Οι απόψεις και ο χαρακτήρας του αυλοκόλακα φιλόσοφου ταίριαζαν στον από παλιά καθιερωμένο ρόλο του Βασιλιά της Ασίας, ενώ οι παραδοσιακές ελληνικές φιλοσοφικές απόψεις, όπως αυτές του Καλλισθένη, ήταν περιοριστικές και δυσάρεστες. Έτσι εξασφάλισαν ο μεν Ανάξαρχος μία επίζηλη θέση στην Αυλή του Βασιλιά της Ασίας ο δε Καλλισθένης σύντομο βίο.

Τις επόμενες τρεις ημέρες ο Αλέξανδρος αποκαλούσε τον εαυτό του φονιά των φίλων του, φώναζε το όνομα της Λανίκης, δεν έφαγε και δεν ήπιε τίποτα και δεν περιποιήθηκε τον εαυτό του. Δεν έκανε όμως απολύτως τίποτα για να εξιλεωθεί από το ίδιο το έγκλημα. Και ήταν πολύ σοβαρό έγκλημα, διότι η αδελφή του Κλείτου, η Λανίκη, ήταν η τροφός που τον ανέθρεψε, οι γιοι της είχαν σκοτωθεί στην πολιορκία της Μιλήτου πολεμώντας υπό τις διαταγές του και εκείνος σε … αναγνώριση όλων αυτών σκότωσε τον αδελφό της! Τελικά, ο φόνος αποδόθηκε στην κακιά στιγμή, την οποία δημιούργησε η οργή του Διονύσου, επειδή περιφρόνησαν την καθιερωμένη εορτή του. Έτσι, ο Αλέξανδρος έστω και εκ των υστέρων έκανε τις προβλεπόμενες τελετές, για να κατευνάσει την οργή του θεού.

Ο Πλούταρχος στη δική του εκδοχή τονίζει την επίρρεια της μέθης και ιδιαίτερα τη θεϊκή παρέμβαση. Δηλαδή η μοίρα του Κλείτου είχε προαποφασισθεί από τους θεούς και επισφραγίσθηκε, όταν δεν ολοκλήρωσε μία θυσία. Αναφέρει επίσης ότι ο Αλέξανδρος θυσίασε στους Διόσκουρους, αλλά δεν λέει ότι προσέβαλε τον Διόνυσο, καταλογίζοντας έτσι στον Κλείτο την προσβολή προς τους θεούς λόγω της μη ολοκλήρωσης της θυσίας. Κατά τον Πλούταρχο λοιπόν ο Αλέξανδρος μόλις είχε παραλάβει «ελληνικά φρούτα» και θαυμάζοντας την ομορφιά τους θέλησε να τα μοιραστεί με τον Κλείτο. Τον κάλεσε σε δείπνο κι εκείνος παρουσιάσθηκε αμέσως, αφήνοντα στη μέση τη θυσία, που έκανε εκείνη τη στιγμή. Όταν ο Αλέξανδρος είδε να τον ακολουθούν τρία πρόβατα, που είχαν χρησιμοποιηθεί στις σπονδές, ανησύχησε επειδή τρεις νύχτες νωρίτερα είχε δει σε όνειρο τον Κλείτο να κάθεται μαζί με τους ήδη νεκρούς γιους του Παρμενίωνα και όλοι ήταν ντυμένοι στα μαύρα. Οι μάντεις του είπαν ότι αυτός ήταν κακός οιωνός και τους ζήτησε να ολοκληρώσουν τη θυσία για λογαριασμό του Κλείτου.

Στο δείπνο οι συνδαιτυμόνες κατανάλωσαν πολύ μεγάλη ποσότητα κρασιού και κλήθηκαν να διασκεδάσουν με κάποια σκωπτικά τραγούδια του Πράνιχου ή του Πιερίωνα, που διακωμωδούσαν τις πρόσφατες αποτυχίες των Μακεδόνων διοικητών στα πεδία των μαχών. Οι πιο ηλικιωμένοι δυσανασχέτησαν και βρίζοντας τον στιχουργό και τον τραγουδιστή απαιτούσαν να σταματήσουν. Ο Κλείτος διαμαρτυρήθηκε, διότι τέτοια τραγούδια μείωναν τους Μακεδόνες ενώπιον των κατακτημένων βαρβάρων και - αν μη τι άλλο - παραβίαζαν θεμελιώδεις αρχές διοίκησης. Όσο για τις αποτυχίες, τις απέδωσε απλώς σε ατυχία. Ο Αλέξανδρος τον ειρωνεύθηκε ότι βαφτίζει ατυχία τη δειλία των Μακεδόνων και ο Κλείτος, «αυθάδης από χαρακτήρα και μεθυσμένος», είπε «Αυτή η δειλία έσωσε εσένα, που κατάγεσαι από τους θεούς, όταν είχες γυρίσει τα νώτα σου στο ξίφος του Σπιθριδάτη. Με το αίμα και τις πληγές αυτών των Μακεδόνων έγινες τόσο μεγάλος, ώστε να αρνηθείς τον Φίλιππο και να γίνεις γιος του Άμμωνα».

Η προσβολή ήταν πολύ βαριά και ο Αλέξανδρος οργισμένος και τον απείλησε ευθέως: «Νομίζεις ανόητε ότι θα χαρείς πολύ λέγοντας τέτοια και ξεσηκώνοντας τους Μακεδόνες σε στάση;». «Ούτε τώρα χαιρόμαστε, Αλέξανδρε, αφού ως ανταμοιβή των κόπων τους, οι Μακεδόνες χτυπιούνται με μηδικά ραβδιά και παρακαλούμε τους Πέρσες, για να σε δούμε. Γι’ αυτό μακαρίζουμε όσους πρόλαβαν να πεθάνουν πριν τα δουν αυτά.». Κουβέντα στην κουβέντα ο Κλείτος είπε την καθοριστική φράση «Να μην καλείς σε δείπνο ανθρώπους ελεύθερους, που δεν φοβούνται να πουν τη γνώμη τους, αλλά να ζεις ανάμεσα στους βάρβαρους και τους δούλους, που υποτάσσονται στην περσική ζώνη και το λευκό σου χιτώνα». Έξαλλος ο Αλέξανδρος του πέταξε ένα μήλο και ζήτησε το εγχειρίδιό του, αλλά ο σωματοφύλακας Αριστοφάνης, πρόλαβε και το έκρυψε, ενώ οι άλλοι τον περικύκλωσαν και τον παρακαλούσαν να σταματήσει. Ο Αλέξανδρος εκτός εαυτού φώναζε στους υπασπιστές στα μακεδονικά (η χρήση της πατρικής του διαλέκτου ήταν ένδειξη μεγάλης ταραχής) και διέταξε τον σαλπιγκτή να σημάνει συναγερμό. Ο σαλπιγκτής δεν υπάκουσε και ο Αλέξανδρος τον γρονθοκόπησε ωρυόμενος ότι κατάντησε σαν τον Δαρείο, όταν τον είχε συλλάβει ο Βήσσος, και ότι μόνο ο τίτλος του βασιλιά του είχε απομείνει. Ο Κλείτος δεν έλεγε να σταματήσει και κάποιοι εταίροι τον έβγαλαν με τη βία από τον ανδρώνα, αλλά εκείνος ξαναμπήκε αμέσως από άλλη πόρτα απαγγέλλοντας, όσους από τους παρακάτω ιαμβικούς στίχους πρόλαβε:

Αλίμονο, τι άσχημη συνήθεια επικρατεί στην Ελλάδα!
Όταν ένας στρατός μοιράζει τα τρόπαια από τους εχθρούς,
ποτέ δεν αναγνωρίζεται το έργο αυτών που έχουν κοπιάσει για τη νίκη,
ο στρατηγός κρατάει για τον εαυτό του όλη τη δόξα
ένας μόνο άνδρας, που ξεχωρίζει ανάμεσα σε χιλιάδες άλλους,
χωρίς να έχει αγωνισθεί περισσότερο από τους άλλους, έχει σημαντικότερο λόγο
Στην πόλη οι αρχηγοί κατέχουν τις τιμητικές θέσεις
και αντιμετωπίζουν το λαό αφ’ υψηλού, ενώ δεν είναι παρά μηδενικά.
Οι μικροί θα είχαν πολύ περισσότερη σοφία,
αλλά τους λείπει η τόλμη και η αποφασιστικότητα…

Τότε ο Αλέξανδρος άρπαξε τη λόγχη ενός σωματοφύλακα και την κάρφωσε στον Κλείτο, πριν ακόμη εκείνος αφήσει το παρακάλυμμα της πόρτας απ’ τα χέρια του. Μόλις συνειδητοποίησε τι είχε κάνει, τράβηξε τη λόγχη από το σώμα του Κλείτου και προσπάθησε να τρυπήσει το λαιμό του, αλλά οι σωματοφύλακες τον εμπόδισαν και τον οδήγησαν με τη βία στα διαμερίσματά του. Εκεί πέρασε τη νύχτα θρηνώντας και την επομένη πήγαν κάποιοι να τον ηρεμήσουν. Ο μάντης Αρίστανδρος του θύμισε το όνειρο, που είχε δει και του εξήγησε ότι η μοίρα του Κλείτου ήταν θέλημα των θεών. Μετά προσπάθησε να τον ηρεμήσει ο Καλλισθένης με διάφορες ηθικές θεωρίες, όταν εισέβαλε ο υπερόπτης σοφιστής, Ανάξαρχος: «Αυτός λοιπόν είναι ο Αλέξανδρος, στον οποίο προσβλέπει όλη η οικουμένη; Αυτός, που έχει πέσει κάτω και κλαίει σαν δούλος, επειδή φοβάται τον νόμο και τις κατηγορίες των ανθρώπων; Αυτών των οποίων πρέπει ο ίδιος να είναι Νόμος και να καθορίζει τα δικά τους δίκαια, επειδή νίκησε για να εξουσιάζει και όχι για να είναι δούλος τους και να εξουσιάζεται από μία ανοησία; Δεν ξέρεις Αλέξανδρε, ότι ο Δίας έχει δίπλα του τη Δίκη και τη Θέμιδα, ώστε ό,τι κάνει όποιος έχει την εξουσία να θεωρείται δίκαιο και θεμιτό;».

Η προσέγγιση των Ρωμαίων ιστορικών είναι διαφορετική. Και για τους δύο, το όλο περιστατικό προκλήθηκε από τον κομπασμό του ίδιου του Αλεξάνδρου και όχι από τις κολακείες τρίτων καθώς και την αδυναμία του Κλείτου να ανεχθεί περισσότερους κομπασμούς. Άλλο κοινό χαρακτηριστικό τους είναι ότι θέλουν τον Αλέξανδρο τόσο τυφλωμένο από οργή, ώστε να προσβάλλει τον ήδη νεκρό Κλείτο, πριν αντιληφθεί την πράξη του και συνέλθει. Σύμφωνα με την εκδοχή του Κούρτιου, ο Αλέξανδρος αγαπούσε σαν μητέρα την τροφό του και αδελφή του Κλείτου και εμπιστευόταν τον ίδιο τον Κλείτο, που ήταν καταξιωμένος ήδη από τον καιρό του Φιλίππου. Έτσι όταν ο Αρτάβαζος ζήτησε να αποσυρθεί λόγω ηλικίας, ο Αλέξανδρος ανέθεσε τη σατραπεία της Βακτρίας στον Κλείτο. Στο μοιραίο δείπνο ο Αλέξανδρος άρχισε να εκθειάζει τα δικά του κατορθώματα σε βαθμό, που ενόχλησε ακόμη και όσους πίστευαν ότι δεν υπερέβαλλε. Οι μεγαλύτερης ηλικίας Μακεδόνες δυσφορούσαν και, όταν ο Αλέξανδρος άρχισε να μειώνει τα κατορθώματα του Φιλίππου, ο Κλείτος τον προσέβαλε χρησιμοποιώντας τα λόγια του Ευριπίδη. Μετά εξύμνησε τα κατορθώματα του Φιλίππου, μείωσε τις πράξεις του Αλεξάνδρου και τον προσέβαλε με τους φόνους του Παρμενίωνα και του Άτταλου. Όταν χλεύασε και το μαντείο του Δία (Άμμωνα), ο Αλέξανδρος πήδηξε από το ανάκλιντρο, άρπαξε τη λόγχη ενός φρουρού και όρμησε εναντίον του Κλείτου. Οι παριστάμενοι εταίροι τον σταμάτησαν και τον αφόπλισαν, οπότε ο Αλέξανδρος φωνάζοντας ότι κατάντησε σαν τον Δαρείο, διέταξε να σαλπίσουν συναγερμό και βγήκε από την αίθουσα, άρπαξε το δόρυ ενός άλλου φρουρού και γύρισε πίσω. Στο μεταξύ είχαν φύγει όλοι οι καλεσμένοι και τελευταίος είχε μείνει ο Κλείτος. Καθώς έβγαινε, ο Αλέξανδρος, που ενέδρευε στην είσοδο, του κάρφωσε το δόρυ στα πλευρά λέγοντας «Τώρα, πήγαινε να βρεις τον Φίλιππο, τον Παρμενίωνα και τον Άτταλο!».

Μόλις συνειδητοποίησε τι είχε κάνει, τράβηξε το δόρυ από το σώμα του Κλείτου και το στερέωσε στο στήθος του θέλοντας να αυτοκτονήσει. Οι φρουροί του το πήραν και τον μετέφεραν με τη βία στη σκηνή του, όπου οδυρόταν όλο το βράδυ. Έσκιζε με τα νύχια του τα μάγουλά του και παρακαλούσε τους φρουρούς να μην τον αφήσουν να ζήσει με τέτοια καταισχύνη. Θυμήθηκε ότι δεν είχε κάνει τις προβλεπόμενες θυσίες στον Διόνυσο και πίστεψε ότι το έγκλημα, που έγινε σε κατάσταση μέθης, οφειλόταν στην οργή του θεού. Την αυγή ζήτησε να του φέρουν το πτώμα του Κλείτου και άρχισε να θρηνεί για την τραγική μοίρα της Ελλανίκης. Στη συνέχεια οι εταίροι διέταξαν την απομάκρυνση του πτώματος και ο Αλέξανδρος έμεινε κλεισμένος στη σκηνή του επί 3 ημέρες, θρηνώντας και αρνούμενος να φάει. Μόλις οι φρουροί κι οι υπηρέτες διαπίστωσαν ότι πρόθεσή του ήταν να πεθάνει, παρουσιάστηκαν μπροστά του εν σώματι και με τις ικεσίες τους τον μετέπεισαν. Η ψυχολογική του κατάσταση ήταν τόσο άσχημη, ώστε οι Μακεδόνες χρειάστηκε να διακηρύξουν ότι ο φόνος του Κλείτου ήταν δικαιολογημένος και σκόπευαν να αρνηθούν στον νεκρό την κηδεία, αλλά ο Αλέξανδρος διέταξε να τον θάψουν.

Στην τυπικά περιληπτική παραλλαγή του Ιουστίνου ο Αλέξανδρος άρχισε να εξυμνεί τα δικά του κατορθώματα και οι περισσότεροι συνδαιτυμόνες συγκατάνευαν. Ο Κλείτος ανέλαβε να υπερασπισθεί τα επιτεύγματα του Φιλίππου και ενόχλησε τον Αλέξανδρο σε τέτοιο σημείο, ώστε άρπαξε το δόρυ ενός φρουρού και σκότωσε τον Κλείτο. Μετά άρχισε να χλευάζει τον νεκρό και την υπεράσπιση, που έκανε στη στρατιωτική τέχνη του Φιλίππου. Στη συνέχεια μετάνιωσε και προσπάθησε να αυτοκτονήσει, αλλά οι εταίροι τον εμπόδισαν. Αποτελεσματικότερη για την αποκατάσταση της ψυχολογικής του κατάστασης ήταν η παρηγοριά από τον Καλλισθένη, ο οποίος έχαιρε μεγάλης εμπιστοσύνης και είχε αναλάβει τη συγγραφή του χρονικού της εκστρατείας.

Εν κατακλείδι, είτε ο Αλέξανδρος κομπορρημονούσε, όπως παραδίδουν οι Ρωμαίοι ιστορικοί, είτε επέτρεπε στους αυλοκόλακες να το κάνουν για λογαριασμό του, όπως λένε οι Έλληνες, η ουσία δεν αλλάζει και η εικόνα που προκύπτει είναι συνεπής με την όλη κατάσταση, όπως την περιγράψαμε πιο πάνω. Ο Αλέξανδρος είχε ανάγκη να εξυψώσει τον εαυτό του και να υποβαθμίσει τους Μακεδόνες, διότι πλησίαζε η ώρα της πολιτικής του κρίσης και δεν ήθελε να εμφανισθεί στην εκκλησία των Μακεδόνων ως ελεγχόμενος, αλλά ως αλάθητος ηγέτης ασήμαντων ανδρών, που μόνο υπακούοντάς τον μπορούσαν να αναδειχθούν. Αντίθετα, οι Μακεδόνες σκόπευαν να του θυμίσουν ότι η εξουσία του επ’ αυτών ήταν περιορισμένη, ενώ οι αποφάσεις τους ήταν δεσμευτικές γι’ αυτόν. Ο Κλείτος ανήκε στην παλιά φρουρά, η οποία ασφαλώς ηγείτο της «αντι-Αλεξανδρινής» συσπείρωσης. Λόγω δε των δεσμών του με τον Αλέξανδρο μέσω της Ελλανίκης και του ότι τον είχε σώσει στη μάχη του Γρανικού, μπορούμε να τον φαντασθούμε ως κορυφαίο στέλεχος της συσπείρωσης και, ως εκ τούτου, σεσημασμένο αντιδραστικό στοιχείο. Η αντιδικία του με τον Αλέξανδρο δεν πρέπει να ήταν η πρώτη, ούτε ήταν η πρώτη φορά που μεθούσε ο Αλέξανδρος, ίσως όμως ήταν η πρώτη φορά, που τα πράγματα έφτασαν σε τέτοια οξύτητα, ώστε να ξεφύγουν από κάθε έλεγχο. Ίσως πάλι ο Αλέξανδρος είχε αποφασίσει να απαλλαγεί από τους ατάκτους αξιωματικούς, οπότε το συμπόσιο και η μέθη ήταν κατάλληλη ευκαιρία, ώστε μία προμελετημένη πολιτική δολοφονία να παρουσιασθεί ως φόνος εν βρασμώ ψυχής και υπό την επίρρεια οινοπνεύματος.

Η διήγηση ότι ο Αλέξανδρος προσπάθησε να αυτοκτονήσει με το φονικό όπλο, μόλις συνειδητοποίησε το έγκλημα, είχε θεωρηθεί ως ωραιοποίηση και, όπως τονίζει ο Αρριανός, είχε απορριφθεί ήδη από τους περισσότερους αρχαίους συγγραφείς. Δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα αν αυτό το εφεύρημα είναι των επικοινωνιολόγων της Αυλής, των αυτόκλητων απολογητών ή των ευφάνταστων ιστοριογράφων. Πάντως από τον Αρριανό φαίνεται ότι δεν την περιελάμβαναν ο Πτολεμαίος κι ο Αριστόβουλος. Όσο για την άποψη ότι αρνήθηκε τροφή, επειδή δήθεν ήθελε να πεθάνει αναλογιζόμενος το έγκλημά του, σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να τη δεχθούμε, αφού ούτε τον θάνατο του Ηφαιστίωνα δεν πένθησε περισσότερο. Απλώς ο θρήνος ήταν το λιγότερο, που μπορούσε να κάνει. Δηλαδή, ο Αλέξανδρος απαλλάχθηκε από έναν εξαιρετικά σημαντικό αμφισβητία, τρομοκράτησε τους πάντες καταστέλλοντας κάθε αντίδραση για σημαντικό χρονικό διάστημα στο μέλλον, πένθησε επί τριήμερον, εξέφρασε την οδύνη του για το ατυχές συμβάν και συνέχισε την υλοποίηση των προσωπικών του φιλοδοξιών.

Μετά την υπόθεση του Φιλώτα ο Αλέξανδρος είχε χωρίσει το ιππικό των εταίρων σε δύο τμήματα και είχε αναθέσει τη διοίκησή τους στον Ηφαιστίωνα και στον Κλείτο. Το 323 αναφέρεται ρητώς ότι τα δύο τμήματα είχαν ιππάρχες τους Ηφαιστίωνα και Περδίκκα αντίστοιχα και ότι τότε ορίστηκε νέος ιππάρχης σε αντικατάσταση του από ενός έτους νεκρού Ηφαιστίωνα. Λόγω δε των παρατεταμένων εκκαθαριστικών επιχειρήσεων σε εκτεταμένο μέτωπο θα πρέπει να όρισε τον Περδίκκα αντικαταστάτη του Κλείτου αμέσως μετά το φόνο του.



από τον ιστότοπο:
http://www.alexanderofmacedon.info/greek/A1gr.htm

Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2010

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ ΣΤΗΝ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΣΙΑ

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ ΣΤΗΝ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΣΙΑ

Το Βραγχιδών άστυ - Η σύλληψη του Βήσσου
(Αρριανός Γ.29-30, Δ.7, Διόδωρος ΙΖ.83.7-κ.ε. & περιεχόμενα ΙΖ.β.ιθ-κ, Πλούταρχος Αλέξανδρος 43.6, Κούρτιος 7.5, Ιουστίνος 12.5.10-11)

Αφού τακτοποίησε τα θέματα άμεσης προτεραιότητας στη Βακτρία, διέταξε τη σύλληψη του σατράπη της Αρείας, Αρσάκη, και την αντικατάστασή του από τον εταίρο Στασάνορα, διότι έλαβε πληροφορίες, που τον έφεραν ως ύποπτο στάσης. Είχε αρχίσει το καλοκαίρι του 329, όταν ο Αλέξανδρος συνεχίζοντας την καταδίωξη του Βήσσου προέλασε από τα Βάκτρα προς τον Ώξο, που «εκβάλλει στις Υρκανικές ακτές της Κασπίας». Μέχρι πριν μερικές δεκαετίες το δρομολόγιο οδηγούσε από τα Βάκτρα κατευθείαν βόρεια προς τον κυριότερο πόρο, μία λίμνη που σχημάτιζε ο Ώξος στη θέση της σημερινής Τερμέζ, και δεν ήταν καθόλου άνετο. «Τα πόδια μας φλέγονταν από την πυρακτωμένη άμμο, ο άνεμος από τους πυρωμένους και μετακινούμενους αμμόλοφους χτυπούσε σαν φλόγα τα πρόσωπά μας. Οι κάνες των όπλων μας είχαν πυρώσει τόσο, ώστε δεν μπορούσαμε να τις αγγίξουμε, το νερό του Αμού Ντάρυα έφτανε τον Ιούλιο τους 28ο Κελσίου…Η λεπτή άμμος εισχωρούσε παντού και σε συνδυασμό με τη ζέστη και την ξηρασία προκαλούσε δίψα, που δεν έσβηνε εύκολα…». Η στρατιά του Αλεξάνδρου αντιμετώπισε ό,τι και οι ταξιδιώτες του 1911, που έκαναν αυτήν την περιγραφή, ό,τι δηλαδή αντιμετωπίζει και σήμερα όποιος ακολουθεί την ίδια διαδρομή. Ο καυτός ήλιος πυρώνει την άμμο, που αντανακλά τη ζέστη και θολώνει την ατμόσφαιρα δημιουργώντας αντικατοπτρισμούς. Ο άνεμος μεταφέρει ολόκληρους αμμόλοφους μέσα σε λίγες ώρες και το δρομολόγιο δεν είναι ποτέ σταθερό. Σε όλη τη διαδρομή δεν υπάρχει καμία πηγή νερού και οι αντιξοότητες απαιτούν από τους σημερινούς ταξιδιώτες να κινούνται σε ομάδες τουλάχιστον δύο αξιόπιστων τετρακίνητων οχημάτων με πλήρη εξοπλισμό για αποκόλληση και ρυμούλκηση.

Η στρατιά ξεκίνησε νύχτα, για να προλάβει το σφυροκόπημα του ήλιου, όπως είχε κάνει νωρίτερα στη Λιβυκή έρημο και όπως έκανε σε όλες τις ανάλογες περιπτώσεις. Σύντομα τα αποθέματα του νερού εξαντλήθηκαν και άρχισαν να καταναλώνουν κρασί, που φυσικά χειροτέρεψε την κατάσταση. Κατά το απόγευμα της επομένης και μετά από μία ακόμη εξαιρετικά σύντονη πορεία, ο προπομπός υπό τον Αλέξανδρο έφτασε στον ποταμό και άναψε πυρσούς στα υψώματα, για να καθοδηγείται η υπόλοιπη στρατιά, που είχε μείνει πίσω, διεσπαρμένη σε μεγάλη απόσταση, άτακτη και σε κακή κατάσταση. Μόλις οι άντρες του προπομπού ανέκτησαν τις δυνάμεις τους, άρχισαν να μεταφέρουν νερό στους συντρόφους τους, που είχαν καταρρεύσει από εξάντληση και δίψα. Οι εξαντλημένοι κατάπιναν το νερό με βουλιμία και με αποτέλεσμα πολλοί να πνιγούν από αναρρόφηση. Εδώ είναι αδύνατο να μην παρατηρήσουμε ότι η παραπάνω περιγραφή του Κούρτιου για τον πνιγμό μοιάζει εκπληκτικά με την ανάλογη του Αρριανού στη Γεδρωσία, για την οποία ο Κούρτιος είναι παράδοξα σύντομος. Ο Κούρτιος κλείνει την περιγραφή των προβλημάτων λέγοντας ότι εξ αιτίας της αναρρόφησης ο Αλέξανδρος έχασε «περισσότερους άντρες απ’ όσους σε οποιαδήποτε μάχη», δηλαδή σύμφωνα με τα δικά του στοιχεία, πάνω από 300, τους οποίους δίνει ως μακεδονικές απώλειες στη μάχη των Γαυγαμήλων. Ανάλογη πληροφορία φαίνεται ότι περιελάμβανε κι ο Διόδωρος, αφού στα περιεχόμενα του ΙΖ βιβλίου του διαβάζουμε ότι «ο Αλέξανδρος έχασε πολλούς στρατιώτες στην άνυδρη έρημο». Ο Αρριανός λέει λακωνικά ότι οι κακουχίες σκότωσαν αρκετούς ίππους, χωρίς να κάνει καμία απολύτως μνεία για νεκρούς στρατιώτες.

Παρά τις τρομερές αντιξοότητες, που παρουσιάζει το συγκεκριμένο δρομολόγιο, η όλη απόσταση είναι μικρότερη από 80χμ (λιγότερο από 3 σταθμούς) και, σύμφωνα με τον Κούρτιο, ο μεν προπομπός με τα πιο ταχυκίνητα τμήματα χρειάσθηκε λιγότερες από 24 ώρες όλη δε η στρατιά χρειάστηκε περίπου μιάμιση μέρα, για να φτάσει στις όχθες του Ώξου. Με δεδομένο ότι κάθε στρατιωτικό τμήμα μπορούσε να μεταφέρει νερό για 4 ημέρες, προβληματίζει πολύ η αναφορά του Κούρτιου ότι σε λιγότερο από 24 ώρες είχαν εξαντληθεί τα αποθέματα του νερού και ο προβληματισμός μας γίνεται εντονότερος, αν λάβουμε υπόψιν ότι η ίδια στρατιά διέσχισε με ευκολία σε 6 ή 7 ημέρες την έρημο του Σινά, που δεν είναι λιγότερο επικίνδυνη. Για να τεκμηριώσουμε κάπως τις πληροφορίες για μεγάλες απώλειες προσωπικού, πρέπει να δεχθούμε ότι στα Βάκτρα δεν μπόρεσαν να εξασφαλίσουν επαρκή ποσότητα νερού. Τότε όμως ο Αλέξανδρος θα είχε ακολουθήσει τη συνήθη τακτική του: θα προχωρούσε στην απηνή καταδίωξη με τα ελαφρύτερα και πιο ταχυκίνητα τμήματα και κάποιο από τα προπορευόμενα τμήματα θα είχε επιφορτισθεί με τη μεταφορά νερού από τον Ώξο στα βαρύτερα τμήματα, που θα ακολουθούσαν με τη κανονική τους ταχύτητα. Επίσης, αν το δρομολόγιο ήταν πράγματι θανατηφόρο, οι Μακεδόνες θα έπρεπε να είχαν συναντήσει τις ανάλογες απώλειες που θα είχαν αφήσει πίσω του οι δυνάμεις του Βήσσου, ο οποίος είχε προηγηθεί και φυσικά βιαζόταν τουλάχιστον όσο κι ο Αλέξανδρος. Τέλος, ο Αλέξανδρος επρόκειτο αργότερα να χρησιμοποιήσει αρκετές φορές το ίδιο δρομολόγιο και προς τις δύο κατευθύνσεις, χωρίς ποτέ ξανά κανείς ιστορικός να καταγράψει ανάλογες απώλειες. Οι πληροφορίες λοιπόν του Κούρτιου και του Διόδωρου ισχύουν, μόνο αν υποθέσουμε ότι ο Αλέξανδρος εγκατέλειψε την επιμέλεια στους σχεδιασμούς, που τον διέκρινε πάντοτε, και μπήκε σε ένα επικίνδυνο δρομολόγιο με ολόκληρη τη στρατιά και χωρίς την απαραίτητη ποσότητα νερού.

Ενώ η στρατιά ετοιμαζόταν να περάσει τον Ώξο, ο Αλέξανδρος αποστράτευσε και έστειλε στις πατρίδες τους, όσους Μακεδόνες είχαν χάσει τη μαχητική τους ικανότητα λόγω τραυματισμών ή ασθενειών, καθώς και τους Θεσσαλούς, που είχαν παραμείνει εθελοντικά. Δεν θα μπορούσε να πράξει διαφορετικά, αν είχαν αρχίσει να αυθαδιάζουν κι αυτοί, και φυσικά δεν μπορούσε να τους εντάξει στο ατάκτων τάγμα χωρίς να του απαιτήσουν εξηγήσεις τα θεσσαλικά κράτη προέλευσής τους ή ακόμη χειρότερα το Κοινό των Θεσσαλών. Το ότι δεν αποστράτευσε άλλους Έλληνες δείχνει ότι στα Εκβάτανα είχε αποστρατεύσει όλους όσους ανήκαν στις αρχικές δυνάμεις του Κοινού Συνεδρίου. Όσοι λοιποί Έλληνες ακολουθούσαν εκείνη τη στιγμή, είχαν στρατολογηθεί σε μεταγενέστερο χρόνο και δεν υπήρχε λόγος αποστράτευσής τους. Κατά τον Κούρτιο η αποστρατεία έγινε αμέσως μετά τη διάβαση του Ώξου, όπου ο Αλέξανδρος αποστράτευσε 900 και έδωσε ως εφάπαξ 2 τάλαντα σε κάθε ιππέα και 3.000 δηνάρια σε κάθε πεζό. Πρέπει ακόμη να επισημάνουμε ότι δεν καταγράφονται ανάλογες αποστρατείες των Ιλλυριών, των Παιόνων και των Θρακών, που ξεκίνησαν από την Ευρώπη μαζί με τους Έλληνες. Κάτι τέτοιο δεν το επέτρεψε η χαρακτηριστική περιφρόνηση προς τους βαρβάρους των Ελλήνων ιστορικών, στους οποίους βασίσθηκαν και οι Ρωμαίοι. Πάντως το σημαντικό είναι ότι και ο Αρριανός και ο Κούρτιος τοποθετούν την αποστρατεία στις όχθες του ποταμού κι αυτό ενισχύει τη βεβαιότητα ότι το δρομολόγιο από τα Βάκτρα ως τον Ώξο δεν ήταν θανατηφόρο.

Η διάβαση του Ώξου δεν ήταν καθόλου εύκολη, διότι ο Βήσσος είχε πυρπολήσει όλα τα πορθμεία, το πλάτος του ποταμού ήταν γύρω στα 6 στάδια (περίπου 1 χμ) και το βάθος του πολύ μεγάλο, ο βυθός αμμώδης και το ρεύμα τόσο ορμητικό, ώστε παρέσερνε τους πασσάλους που έμπηγαν. Η έλλειψη ξύλου για γεφύρωση δυσκόλευε ακόμη περισσότερο τα πράγματα και θα καθυστερούσαν πολύ, αν αποφάσιζαν να μεταφέρουν ξυλεία από αλλού. Έτσι ο Αλέξανδρος διέταξε τους άνδρες του να γεμίσουν τα δερμάτινα αντίσκηνά τους με ξερά φρύγανα, να τα δέσουν μεταξύ τους και να φτιάξουν ασκοσχεδίες, για να περάσουν απέναντι. Μετά από 5 ημέρες όλη η στρατιά είχε περαιωθεί στη βόρεια όχθη του Ώξου.

Λίγο μετά τη διέλευση του ποταμού παρουσιάσθηκαν πρέσβεις από μία μικρή πόλη, της οποία οι κάτοικοι ήταν Έλληνες δίγλωσσοι (στα ελληνικά και στα βαρβαρικά), αν και τα ελληνικά τους δεν ήταν πολύ καλά. Τους προϋπάντησαν με μεγάλη χαρά και τους κάλεσαν στην πόλη τους, για να τους την παραδώσουν μαζί με τον ναό του Διδυμαίου Απόλλωνα στη νότια όχθη του Ώξου. Ο Αλέξανδρος δεν πρέπει να χάρηκε καθόλου, όταν έμαθε ότι οι άνθρωποι αυτοί ήταν οι απόγονοι των Βραγχιδών. Οι Βραγχίδες υπήρξαν θερμοί συνεργάτες των Περσών και μετά την ήττα του στην Ελλάδα, ο Ξέρξης για να τους προστατεύσει από την εκδίκηση των Μιλησίων, τους είχε μετεγκαταστήσει σ’ εκείνη την περιοχή. Ο Αλέξανδρος είχε ανακηρυχθεί από το Κοινό Συνέδριο των Ελλήνων στρατηγός αυτοκράτωρ, υποσχόμενος να πάρει εκδίκηση για τα δεινά, που προξένησε πριν 151 χρόνια ο Ξέρξης, και στα πλαίσια αυτής εκδίκησης κατέστρεψε την Περσέπολη και εξανδραπόδισε τους κατοίκους της. Τώρα, στα βάθη της Ασίας έπεσε πάνω στους απογόνους των στενότερων συνεργατών του Ξέρξη. Ασφαλώς θυμόταν ότι ένα από τα επιχειρήματα, που προέβαλαν οι γείτονες των Θηβαίων, όταν ζητούσαν την καταστροφή της πόλης ήταν η συνεργασία της με τους Πέρσες. Ανέκαθεν, οι απηνέστεροι εχθροί και σκληρότεροι τιμωροί των Ελλήνων, που πρόδιδαν την Ελλάδα, ήταν οι ίδιοι οι συμπολίτες τους. Ήταν λοιπόν προφανές το πώς έπρεπε να αντιμετωπίσει αυτούς τους ανθρώπους. Βέβαια οι Βραγχίδες παραδόθηκαν με μεγάλη προθυμία, αλλά πόσο σημαντική μπορούσε να είναι αυτή η λεπτομέρεια;

Ωστόσο, για να αποφύγει τυχόν επιπλοκές, ο Αλέξανδρος ανέθεσε τη λήψη απόφασης στους Μιλησίους συμμάχους, των οποίων η άποψη βάρυνε περισσότερο λόγω της κοινής καταγωγής με τους Βραγχίδες. Οι Μιλήσιοι άρχισαν μία μακρά συζήτηση χωρίς να καταλήγουν σε απόφαση και ο Αλέξανδρος εκνευρισμένος ξαναπήρε το θέμα πάνω του, διότι εκείνη τη στιγμή προείχε η σύλληψη του Βήσσου και όχι η τύχη μιάς χούφτας προδοτών. Την επομένη λοιπόν μπήκε στο Βραγχιδών άστυ επικεφαλής λίγων ανδρών και, ενώ γινόταν δεκτός με ενθουσιασμό, η φάλαγγα περικύκλωσε την πόλη και η σφαγή άρχισε. Ούτε η κοινή γλώσσα ούτε οι ικεσίες των άοπλων Βραγχιδών μπόρεσαν να τους σώσουν από την αγριότητα των Μακεδόνων. Οι κάτοικοι σφαγιάσθηκαν μέχρις ενός, τα τείχη κατεδαφίσθηκαν, τα δέντρα και τα ιερά άλση ξεριζώθηκαν και γενικά κάθε ίχνος της πόλης των προδοτών εξαλείφθηκε.

Η παραπάνω περιγραφή είναι του Κούρτιου και ο μοναδικός άλλος σωζόμενος ιστορικός, που φαίνεται ότι ανέφερε το ίδιο περιστατικό είναι ο Διόδωρος. Το βιβλίο του έχει χάσμα σ’ εκείνο το σημείο, ωστόσο η περιγραφή του δεν μπορεί να διέφερε πολύ από του Κούρτιου, αφού στα περιεχόμενα διαβάζουμε ότι «ο Αλέξανδρος εξολόθρευσε ως προδότες των Ελλήνων τους Βραγχίδες, τους οποίους οι Πέρσες είχαν μετεγκαταστήσει στις εσχατιές της αυτοκρατορίας τους». Είναι απόλυτα λογικό η τιμωρία των προδοτών να είναι σκληρότερη από την τιμωρία των εχθρών, ωστόσο γεννάται το ερώτημα αν το περιστατικό αυτό συνέβη πράγματι. Οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν ότι στο Ντιλμπεργκίν Τεπέ, καθ’ οδόν από το Μπάλκ προς το Κιλίφ, νότια του Αμού Ντάρυα στο σημερινό Αφγανιστάν, λατρευόταν ο Διδυμαίος Απόλλων σε μία ακμάζουσα πόλη με ελληνικούς ναούς. Στο Ταλασκάν Τεπέ, βόρεια του Αμού Ντάρυα και κοντά στην Τερμέζ του σημερινού Ουζμπεκιστάν, ανακαλύφθηκαν αμφορείς με τη σφραγίδα των Βραγχιδών, υπολείμματα καταπελτικών βελών, πεσσοί σφενδόνης και κανένα ίχνος ζωής μεταγενέστερο της επιδρομής, που κατέστρεψε την πόλη. Αρκούν όμως αυτά τα ευρήματα, για να δεχθούμε ότι πράγματι επιβεβαιώνεται ο Κούρτιος; Οι πολλοί μελετητές, που τον αμφισβητούν και θεωρούν το περιστατικό ως ένα από τα εφευρήματά του, ίσως δεν κάνουν λάθος, έστω κι αν δεν γνώριζαν ή δεν θέλησαν να λάβουν υπόψιν τους τα αρχαιολογικά ευρήματα. Αφού οι άπειρες ελληνικές επιγραφές των Μακεδόνων, τόσο στη Μακεδονία όσο και στις χώρες που κατέκτησαν, δεν πείθουν όλους τους μελετητές ότι οι Μακεδόνες ήταν ένα από τα πολλά ελληνικά έθνη, γιατί να πεισθούν όλοι από μία επιγραφή εδώ και μία σφραγίδα μερικά χιλιόμετρα πιο μακρυά ότι το Βραγχιδών άστυ ήταν εκεί και ότι αφανίσθηκε από τον Αλέξανδρο το καλοκαίρι του 329;

Πίσω στα της εκστρατείας. Ένα χρόνο νωρίτερα ο Βήσσος είχε ηγηθεί πραξικοπήματος, είχε δολοφονήσει τον Μεγάλο Βασιλέα και είχε αναλάβει την ηγεσία της πατριωτικής αντίστασης, αλλά αντί να πολεμήσει στη Βακτρία, όπου τον ευνοούσε η γεωγραφική διαμόρφωση, ο βαρύς χειμώνας και το κύρος, που είχε στους κατοίκους ως σατράπης, άρχισε μία φυγή όμοια με εκείνη του Δαρείου. Είχε καταστεί προφανές ότι δεν ήταν το κατάλληλο πρόσωπο για την ηγεσία της αντίστασης και οι Πέρσες πατριώτες έπρεπε να απαλλαγούν από έναν ακόμη ακατάλληλο ηγέτη. Δεν θέλησαν να τον δολοφονήσουν, για να μη δώσουν αρνητική εικόνα, που θα απέτρεπε άλλους αξιωματούχους να συσπειρωθούν γύρω τους, και προτίμησαν να εμφανίσουν τον Βήσσο ως έναν δειλό και ανίκανο ηγέτη, που τελικά θα έπεφτε στα χέρια του εχθρού. Άλλωστε ο Βήσσος δεν διέθετε κανένα από τα θεσμικά ή κληρονομικά χαρακτηριστικά του Δαρείου, που καθιστούσαν απαγορευτική την εν ζωή σύλληψή του από τον εχθρό. Έτσι έστειλαν αγγελιοφόρους στον Αλέξανδρο, που μόλις είχε περάσει τον Ώξο, δηλώνοντας πρόθυμοι να του παραδώσουν το Βήσσο, αν τους έστελνε λίγο στρατό. Ο Αλέξανδρος μείωσε την ταχύτητα προέλασης, για να ξεκουράσει το στρατό του, και έστειλε τον Πτολεμαίο του Λάγου με τρεις ιππαρχίες εταίρων, όλους τους ιππακοντιστές, την τάξη πεζών του Φιλώτα, μία χιλιαρχία υπασπιστών, όλους τους Αγριάνες και τους μισούς τοξότες. Ήταν αναγκαίο να στείλει τόσο μεγάλη δύναμη για λόγους ασφαλείας, αφού η εξόντωση του Ανάξιππου και των ιππακοντιστών του στην Αρεία ήταν πολύ πρόσφατος. Επιπλέον μία μεγάλη δύναμη κατάλληλα καθοδηγημένη δεν θα άφηνε περιθώρια αντίδρασης στον Βήσσο. Ο Σπιταμένης και ο Δαταφέρνης προφασίστηκαν ότι από ντροπή για την πράξη τους δεν θα περίμεναν τον Πτολεμαίο. Στην πραγματικότητα δεν ήθελαν να γίνει πρόδηλη η προδοσία και συνεργασία τους με τον εχθρό και φυσικά δεν ήθελαν να συλληφθούν ή να παραδοθούν, αντίθετα σκόπευαν να αναλάβουν εκείνοι την ηγεσία της αντίστασης. Ενώ ο Αρριανός κι ο Κούρτιος περιγράφουν τα της σύλληψης του Βήσσου σχεδόν παρομοίως, δίνουν διαφορετικές πληροφορίες για τους Σπιταμένη και Δαταφέρνη. Ο μεν Αρριανός λέει ότι δεν παραδόθηκαν, ο δε Κούρτιος ότι παραδόθηκαν και εντάχθηκαν στις δυνάμεις του Αλεξάνδρου.

Ο Πτολεμαίος ανέλαβε μία εξαιρετικά σύντονη πορεία και σε 4 ημέρες διένυσε 10 σταθμούς (απόσταση, που αντιστοιχούσε σε πορεία 10 ημερών). Με τους ιππείς του περικύκλωσε το οχυρωμένο χωριό, όπου κρυβόταν ο Βήσσος, και με κήρυκες δήλωσε στους κατοίκους ότι δεν θα τους πείραζε, αν του τον παρέδιδαν. Εκείνοι τον παρέδωσαν και ο Πτολεμαίος με αγγελιαφόρο ρώτησε τον Αλέξανδρο τι να τον κάνει. Ο Αλέξανδρος είχε αποφασίσει να καθίσει στον υφιστάμενο θρόνο, να κυβερνήσει με τον υφιστάμενο τρόπο και σε καμία περίπτωση δεν ήθελε να διασαλευθεί η έννομη τάξη της αχαιμενιδικής αυτοκρατορίας. Ο Βήσσος πάλι συνέλαβε και σκότωσε το βασιλιά, στον οποίο είχε ορκιστεί πίστη. Ήταν λοιπόν ένας δόλιος πραξικοπηματίας, που έπρεπε να τιμωτηθεί παραδειγματικά. Έτσι, ο Αλέξανδρος διέταξε τον Πτολεμαίο να του φορέσει κλοιό και να τον δέσει γυμνό στη δεξιά πλευρά του δρόμου, που ακολουθούσε το κυρίως τμήμα του στρατού.

Όταν ο Αλέξανδρος πλησίασε, κατέβηκε από το άρμα του και τον ρώτησε, γιατί στασίασε, φυλάκισε και τελικά δολοφόνησε τον βασιλιά, που ήταν ταυτόχρονα συγγενής και ευεργέτης του. Ο Βήσσος απάντησε ότι η απόφαση δεν ήταν μόνο δική του, αλλά συλλογική. Ομολόγησε δηλαδή ότι ήταν ο ηγέτης πραξικοπήματος και ακριβώς ως πραξικοπηματίας αντιμετωπίστηκε. Εάν ο Αλέξανδρος του αναγνώριζε έντιμες προθέσεις και δικαιολογημένες επιδιώξεις, θα έδινε σε όλους το μήνυμα ότι θεωρεί την εναντίον του αντίσταση ως πατριωτική πράξη, ενώ μέχρι εκείνη τη στιγμή οι Πέρσες αυλικοί, που συγκεντρώνονταν γύρω από τον Αλέξανδρο αφενός δεν είχαν άλλη πολιτική στέγη και αφετέρου βλέποντας το σεβασμό του προς το νεκρό βασιλιά τους, τη μνήμη του, την οικογένειά του, την Αυλή του και τον τρόπο διακυβέρνησής του, διευκολύνονταν να τον αποδεχθούν ως τον νέο ηγέτη τους και διάδοχο του αχαιμενιδικού θρόνου. Γι’ αυτό ο Αλέξανδρος είδε μόνον ότι ο Βήσσος προσπάθησε να σφετεριστεί το θρόνο, τον οποίο διεκδικούσε και ο ίδιος «σύμφωνα με τους νόμους». Έτσι, διέταξε να μαστιγώσουν το Βήσσο, ενώ ένας κήρυκας ανακοίνωνε τις εις βάρος του κατηγορίες, και μετά τον έστειλε στα Βάκτρα, για να εκτελεστεί. Αυτή είναι η εκδοχή του ίδιου του Πτολεμαίου και φυσικά δεν είναι η μοναδική.

Κατά τον Αριστόβουλο, τον Βήσσο παρέδωσαν στον Πτολεμαίο γυμνό και δεμένο με κλοιό οι άνθρωποι του Σπιταμένη και του Δαταφέρνη. Κατά τον Διόδωρο ο Βήσσος διαπληκτίστηκε με κάποιον συνεργάτη του, ονόματι Βαγωδάρα, και πάνω στον θυμό του προσπάθησε να τον σκοτώσει. Ο Βαγωδάρας κατέφυγε στον Αλέξανδρο και οι υπόλοιποι αξιωματούχοι, που είχαν παραμείνει με τον Βήσσο, όταν είδαν τις τιμές και τις περιποιήσεις του Αλεξάνδρου προς τον Βαγωδάρα, αποφάσισαν να αυτομολήσουν και παρέδωσαν τον Βήσσο στον Αλέξανδρο. Ο Πλούταρχος δεν διευκρινίζει τα της σύλληψης, λέει μόνο ότι ο Αλέξανδρος σκότωσε τον Βήσσο, δένοντάς τα πόδια του στις κορυφές δύο ψηλών δένδρων, που τα είχε λυγίσει και μετά τα άφησε ελεύθερα. Στην εκδοχή του Κούρτιου, ο Σπιταμένης παρέδωσε αυτοπροσώπως τον Βήσσο σιδηροδέσμιο και γυμνό, όταν ο Αλέξανδρος έφτασε στον Ιαξάρτη. Τότε ο Αλέξανδρος διέταξε τον αδελφό του Δαρείου να τον σταυρώσει, να του κόψει τη μύτη και τα αυτιά και να τον τοξεύσει, χωρίς να τον σκοτώσει, διότι σκόπευε να τον εκτελέσει αργότερα, στο σημείο, όπου είχε δολοφονήσει τον Δαρείο. Ο Ιουστίνος δεν διευκρινίζει ποιοι παρέδωσαν σιδηροδέσμιο τον Βήσσο στον Αλέξανδρο, πριν εκείνος τον παραδώσει στον αδελφό του Δαρείου, για να τον βασανίσει.


Σογδιανή
(Αρριανός Γ.30, Δ.3, Ζ.16, Πλούταρχος Αλέξανδρος 45.6, Κούρτιος 7.6.16-23, 7.7.2-4, 8.13, 29-30)

Οι κακουχίες του χειμώνα κατά τη διάβαση του Παροπάμισου και κατά την προέλαση από τα Βάκτρα μέχρι τον Ώξο το καλοκαίρι του 329 π.Χ. είχαν σκοτώσει πολλούς από τους ίππους της στρατιάς. Ο Αλέξανδρος αναπλήρωσε τις απώλειές τους με ίππους της περιοχής και προέλασε προς την πρωτεύουσα της Σογδιανής, τα Μαράκανδα (Μερού-Κάντ = πόλη του ιερού πυρός, περίπου 2χμ βορείως της σημερινής Σαμάρ-Κάντ = πόλη του Σαμάρ). Από εκεί προχώρησε προς τον Ιαξάρτη (Συρ Ντάρια), το βορειότερο σύνορο της περσικής αυτοκρατορίας. Κοντά στον Ιαξάρτη μερικοί Μακεδόνες, που είχαν διασκορπιστεί για να συλλέξουν τρόφιμα, δέχθηκαν επίθεση από περίπου 30.000 βαρβάρους και σφαγιάσθηκαν. Η βαρβαρική αυτή δύναμη, σχεδόν όση διέθετε ο Αλέξανδρος όταν άρχισε την εκστρατεία, ήταν ένα προμήνυμα για τα προβλήματα που θα επακολουθούσαν.

Ο Αλέξανδρος τους καταδίωξε με τους ελαφρύτερα οπλισμένους στρατιώτες και οι βάρβαροι υποχώρησαν σε ένα βουνό τραχύ, απόκρημνο και δυσπρόσιτο. Απέκρουσαν πολλές επιθέσεις και αντεπιτέθηκαν αρκετές φορές, φέρνοντας σε δύσκολη θέση τους Μακεδόνες. Στις επιχειρήσεις αυτές ένα βέλος προξένησε διαμπερές τραύμα στην κνήμη του Αλεξάνδρου κι έσπασε ένα κομμάτι της περόνης. Τελικά όμως η περιοχή κατελήφθη και οι περισσότεροι επαναστάτες σφαγιάσθηκαν ή αυτοκτόνησαν πηδώντας στους γκρεμούς. Από τις αρχικές 30.000 επέζησαν λιγότεροι από 8.000, δίνοντας ένα σαφέστατο μήνυμα στους σκληροτράχηλους και πολεμικούς Σογδιανούς: για τους επαναστάτες δεν υπήρχε ούτε καταφύγιο ούτε έλεος.

Λίγες μέρες αργότερα παρουσιάσθηκαν στον Αλέξανδρο πρέσβεις από το μεγαλύτερο έθνος των Σκυθών «της Ευρώπης». Στην πραγματικότητα αυτοί οι Σκύθες δεν κατοικούσαν στην Ευρώπη, αλλά πέρα από τον Τάναϊ (δηλαδή τον Ιαξάρτη, τον σημερινό Συρ Ντάρυα) κι επειδή οι αρχαίοι συγγραφείς συγχέουν τον Ιαξάρτη (Συρ Ντάρυα) με τον Τάναϊ (Ντόν), ο οποίος ήταν το όριο μεταξύ Ευρώπης και Ασίας, θεώρησαν ότι ο Αλέξανδρος είχε φτάσει σε οριογραμμή Ευρώπης και Ασίας. Παραδόξως ο Αρριανός κάνει λόγο για τον ποταμό Τάναϊ (Ντον), αν και γνωρίζει ότι εκβάλλει στον Εύξεινο Πόντο, όπως γνωρίζει από τον Αριστόβουλο ότι οι ντόπιοι ονόμαζαν Ορξάντη τον ποταμό, που συνάντησε ο Αλέξανδρος. Γνωρίζει ότι πρόκειται για δύο διαφορετικούς ποταμούς και ότι ο συγκεκριμένος δεν ήταν ο Ντον, παρά ταύτα τον ονομάζει Τάναϊ, ενώ σε άλλο σημείο τον αναφέρει ως Ιαξάρτη. Αντίθετα ο Κούρτιος δεν έχει καμία αμφιβολία ότι ο ποταμός εκείνος ήταν ο σημερινός Ντον. Τελικά, αυτός που μπέρδεψε τους αρχαίους ιστορικούς, ίσως να ήταν ο Αλέξανδρος με ένα από τα χαρακτηριστικά γεωγραφικά του σφάλματα, αφού νόμιζε ότι ο Ιαξάρτης ήταν ο Τάναϊς. Κάποιο λοιπόν από τα φύλα των Σκυθών, που ζούσαν βορείως του Ιαξάρτη, πληροφορούμενο τη σαρωτική επέλαση του Αλεξάνδρου, αποφάσισε να γίνει σύμμαχος και όχι στόχος, γι’ αυτό έστειλε πρέσβεις. Όταν αυτοί επέστρεφαν, ο Αλέξανδρος έστειλε μαζί τους μερικούς εταίρους δήθεν για να συνάψει φιλία. Στην πραγματικότητα τους έστελνε να συγκεντρώσουν πληροφορίες για τη χώρα, το λαό, την πολεμική οργάνωση και τον εξοπλισμό τους.

Ο Αλέξανδρος αποφάσισε να χτίσει στις όχθες του Ιαξάρτη μία ακόμη πόλη, με σκοπό να την καταστήσει οικονομικό, πολιτικό και στρατιωτικό κέντρο της περιοχής. Για το λόγο αυτό κάλεσε τους Σογδιανούς οπλαρχηγούς και ηγεμόνες σε σύσκεψη στη μεγαλύτερη πόλη της σατραπείας, τα Ζαρίασπα. Η Σογδιανή και η Βακτρία φαίνεται να αποτελούσαν μία σατραπεία και ο Αλέξανδρος τη στιγμή εκείνη πρέπει να βρισκόταν στα Μαράκανδα, αν και δεν υπάρχει καμία σχετική πληροφορία. Είναι λογικότερο τα διοικητικά θέματα να τα αποφάσισε στην πρωτεύουσα και δεν υπάρχει λόγος να υποθέσουμε ότι βρισκόταν ακόμη στον Ιαξάρτη.

Όμως οι Σογδιανοί πείσθηκαν από τους Σπιταμένη και Δαταφέρνη ότι ο Αλέξανδρος ήθελε να τους συγκεντρώσει, για να τους εξοντώσει ευκολότερα, και επαναστάτησαν. Αν δεχθούμε την άποψη του Κούρτιου, ότι οι δύο Πέρσες στρατηγοί είχαν τεθεί στις υπηρεσίες του Αλεξάνδρου, η ενέργεια αυτή προκύπτει ως αιφνίδια και αδικαιολόγητη αποστασία. Αντίθετα, φαίνεται λογικότερη η άποψη του Αρριανού, ότι πρόδωσαν το Βήσσο για να αναλάβουν οι ίδιοι την ηγεσία της αντίστασης. Στη στάση πήραν μέρος οι περισσότεροι Σογδιανοί και μερικοί Βάκτριοι, εξόντωσαν τις μακεδονικές φρουρές και κατέλαβαν επτά πόλεις και φρούρια.

Ο Αλέξανδρος διέταξε τους πεζούς να κατασκευάσουν έναν συγκεκριμένο αριθμό από πολιορκητικές κλίμακες ανά λόχο και κατευθύνθηκε αμέσως προς την πρώτη εξεγερμένη πόλη, την Γάζα, που ήταν το κέντρο του ανεφοδιασμού της περιοχής (γάζα στα περσικά σημαίνει θησαυρός). Οι περισσότεροι επαναστάτες είχαν οχυρωθεί στην Κυρούπολη (Κουρκάθ), που την είχε χτίσει ο Κύρος, ο ιδρυτής της Αχαιμενιδικής αυτοκρατορίας, και ήταν η μεγαλύτερη και καλύτερα οχυρωμένη πόλη της περιοχής. Εναντίον της έστειλε τον Κρατερό με διαταγές να στρατοπεδεύσει κοντά της, να σκάψει περιμετρικά της τάφρο, να την περιβάλει με χάρακα και να συναρμολογήσει, όσες πολεμικές μηχανές χρειαζόταν. Η αποστολή του ήταν να εγκλωβίσει τους επαναστάτες στα τείχη της Κυρούπολης, ώστε να μην μπορούν να στείλουν ενισχύσεις στις πόλεις, που θα χτυπούσε ο Αλέξανδρος.

Ο Αλέξανδρος επιτέθηκε στη Γάζα αμέσως μόλις έφτασε και χωρίς προετοιμασία. Σφενδονήτες, τοξότες, ακοντιστές και μηχανές αποδεκάτιζαν τους επαναστάτες με καταιγισμό τοξευμάτων, ενώ οι πεζοί ανέβαιναν με τις κλίμακες στο χωμάτινο και χαμηλό τείχος. Η Γάζα δεν μπόρεσε να προβάλει αξιόλογη αντίσταση και έπεσε γρήγορα. Οι άντρες σφαγιάσθηκαν, τα γυναικόπαιδα εξανδραποδίστηκαν και η πόλη λεηλατήθηκε. Μετά προέλασε προς τη δεύτερη πόλη, που είχε την τύχη της Γάζας. Την επόμενη μέρα χτύπησε την τρίτη πόλη, που κι αυτή έπεσε με την πρώτη έφοδο και είχε την τύχη των δύο προηγουμένων. Μετά έστειλε τους ιππείς στις επόμενες δύο επαναστατημένες πόλεις, ενώ εκείνος ακολουθούσε επικεφαλής των πεζών. Πίστευε ότι οι υπερασπιστές τους αντιλαμβανόμενοι την άλωση της προηγούμενης, θα τρέπονταν σε φυγή και αποστολή του ιππικού ήταν να αποτρέψει αυτό το ενδεχόμενο. Πράγματι οι επαναστάτες βλέποντας τους καπνούς από την αλωμένη πόλη και παίρνοντας την επιβεβαίωση της άλωσης από κάποιους, που πρόλαβαν να φύγουν έγκαιρα, εγκατέλειψαν μαζικά τις πόλεις και τράπηκαν σε φυγή. Έπεσαν όμως πάνω στο συγκεντρωμένο ιππικό του Αλεξάνδρου και οι περισσότεροι σφαγιάσθηκαν.

Την τρίτη ημέρα προέλασε προς την έκτη επαναστατημένη πόλη, την Κυρούπολη, την οποία είχε περικυκλώσει ο Κρατερός. Εκεί αντιμετώπισε πολύ αξιόλογη αντίσταση, διότι η πόλη ήταν χτισμένη και οχυρωμένη από τον Κύρο και επιπλέον εκεί είχε καταφύγει το μεγαλύτερο και πλέον αξιόμαχο τμήμα των επαναστατών. Ξεκίνησε την πολιορκία και στα πιο πρόσφορα σημεία του τείχους τοποθέτησε τις πολιορκητικές μηχανές. Είδε όμως ότι ένας στεγνός ξεροπόταμος, που τη διέσχιζε, άφηνε άνοιγμα στα τείχη και καθώς οι υπερασπιστές των τειχών ήταν απασχολημένοι στα σημεία, που προσέβαλλαν οι μηχανές, ο Αλέξανδρος επικεφαλής των σωματοφυλάκων, των τοξοτών, των υπασπιστών και των Αγριάνων, μπήκε από το πέρασμα αυτό στην πόλη και άνοιξε κάποιες πύλες, από τις οποίες εισέβαλε το υπόλοιπο στράτευμα. Οι επαναστάτες συνειδητοποίησαν ότι η πόλη τους είχε πέσει, αλλά δεν πτοήθηκαν και συνέχισαν να μάχονται με γενναιότητα. Ο Αλέξανδρος δέχθηκε σοβαρά πλήγματα από πέτρες στο κεφάλι και τον αυχένα, ο Κρατερός πληγώθηκε από βέλος, ενώ τραυματίσθηκαν και πολλοί άλλοι Μακεδόνες αξιωματικοί. Στη συμπλοκή αυτή από τους 15.000 επαναστάτες οι 8.000 περίπου σκοτώθηκαν κατά την κατάληψη της πόλης. Οι υπόλοιποι οχυρώθηκαν στην ακρόπολη, για να παραδοθούν την επομένη λόγω έλλειψης νερού.

Από τους πρωταγωνιστήσαντες ιστορικούς έχουμε διαφορετικές διηγήσεις για το τι συνέβη στην έβδομη επαναστατημένη πόλη. Ο Αριστόβουλος λέει ότι έπεσε μετά από έφοδο και ότι οι υπερασπιστές της σφαγιάστηκαν μέχρις ενός. Ο Πτολεμαίος λέει ότι οι πολιορκημένοι συνθηκολόγησαν και ο Αλέξανδρος τους απομάκρυνε από την περιοχή αιχμάλωτους και σιδηροδέσμιους, για να αποσοβήσει τον κίνδυνο νέας επανάστασης. Ο, τι και να συνέβη σ’ αυτήν την πόλη, το γεγονός είναι ότι οι Σογδιανοί ημινομάδες είχαν προβάλει πολύ σκληρότερη αντίσταση από τον τακτικό αυτοκρατορικό στρατό. Ακριβώς επειδή ήταν ημινομάδες, δεν είχαν ενιαία διοίκηση, ώστε ο Αλέξανδρος να τους ελέγξει μέσω αυτής, όπως έκανε στις υπόλοιπες σατραπείες. Έπρεπε λοιπόν να εξοντώσει κάθε επαναστατικό στοιχείο, για να τρομοκρατήσει και να υποτάξει τους υπόλοιπους.

από τον ιστότοπο:
http://www.alexanderofmacedon.info/greek/A1gr.htm