Αναγνώστες

Τρίτη, 29 Ιουνίου 2010

ΚΕΡΑΣΟΥΝΤΑ (GIRESOUN)

Αρχαιότατη ελληνική πόλη, που ιδρύθηκε το Ζ΄ αι. π.χ., σύμφωνα με όσα αναφέρει ο Ξενοφών στο έργο του (Κύρου Ανάβασης), από τους Σινωπείς. Το όνομά της το οφείλει στο σχήμα δύο κεράτων τα οποία σχηματίζει ή σύμφωνα με άλλη εκδοχή στα δάση των Κερασιών, που αφθονούν στην περιοχή της. Σήμερα η πόλη αποκαλείται από τους Τούρκους Κιρεσόν. Λέγετε ότι, τους χρόνους της ρωμαϊκής κατάκτησης, ο Λούκουλλος μετέφερε από την πόλη το δέντρο κερασιά στην Ιταλία, όπου δεν υπήρχε προηγουμένως. Στα χρόνια των Μεγάλων Κομνηνών, η Κερασούντα είναι η δεύτερη σε σημασία πόλη της αυτοκρατορίας τους. Πιθανολογείτε ότι κυριεύτηκε από τους Τούρκους εφτά χρόνια μετά την Τραπεζούντα, το 1468, αλλά αυτό δεν είναι βέβαιο.

Κατά την απογραφή του 1913, η Κερασούντα είχε 30000 κατοίκους, από τους οποίους οι Έλληνες ήταν 17000, 3500 οικογένειες, περίπου, οι Αρμένιοι 3000, οι Τούρκοι 7000 και οι διάφορων άλλων εθνικοτήτων 3000.

Το 1915, στις αρχές του μήνα Μαίου, οι Τούρκοι έθεσαν σε εφαρμογή το σχέδιό τους για τον αποδεκατισμό των Αρμενίων. Τα δεινοπαθήματα των Ελλήνων άρχισαν το 1919, με τη σύλληψη 80 προκρίτων και εξεχόντων μελών της ελληνικής κοινωνίας της Κερασούντος. Την εντολή για τη σύλληψή τους έδωσε ο Τοπάλ Οσμάν, ο σφαγιαστής των Κερασουντίων.

Οι Έλληνες αποτελούσαν πάντοτε την πλειοψηφία των κατοίκων της Κερασούντος. Οι συνοικίες, όπου ζούσαν, ήταν:

* Η συνοικία Κόκκαρη, στον ανατολικό τομέα της πόλης. Εδώ βρισκόταν η μεγαλύτερη εκκλησία της πόλης, ο Άγιος Νικόλαος.
* Η συνοικία Σάιτας. Σ’ αυτήν βρισκόταν ο ναός της Αγίας τριάδας, η μικρότερη εκκλησία της Κερασούντος που ήταν παράλληλα και η εκκλησία του χριστιανικού νεκροταφείου.
* Η συνοικία Λιμένη, στο δυτικό τομέα της πόλης, όπου υπήρχε ο ναός της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος.
* Η συνοικία Τσιναρλάρ, αμιγώς ελληνική.
* Η συνοικία Μπεγιούκ Παχτσέ, με οικογένειες ελληνικές και τούρκικες.
* Η συνοικία Τσιρόνη, στην παραλία της πόλης, κατοικούμενη αποκλειστικά από Έλληνες.
* Η συνοικία Γενί Γκιολ, με πληθυσμό μεικτό (Έλληνες και Τούρκους).
* Η συνοικία Υψηλόν, αμιγώς ελληνική, στο ανατολικό τμήμα της πόλης.
* Η συνοικία Φανάρι, στο δυτικό τμήμα της πόλης, αμιγώς ελληνική.

Σάββατο, 26 Ιουνίου 2010

Παλαιά Φώκαια

Η Παλαιά Φώκαια είναι πόλη κτισμένη στο Β.Δ. μέρος της Μικρασιατικής χερσονήσου. Ιδρύθηκε τον 8ο π.χ. αιώνα από αποίκους της Φωκίδας με αρχηγό τον Αθηναίο Φιλογένη.
0ι κάτοικοί της ήταν τολμηροί θαλασσινοί και πρώτοι κατασκεύασαν «πεντηκοντόρους ναυς», ελαφρά πλοία με πενήντα κουπιά. Απέκτησαν πλούτο και δύναμη με το εμπόριο και ίδρυσαν πολλές αποικίες.
Ήταν μία από τις 12 Ιωνικές πόλεις και το εμπορικό της ναυτικό συναγωνιζόταν το ναυτικό των Φοινίκων.
Πρώτοι οι Φωκιανοί θαλασσινοί ταξίδεψαν με τα πλοία τους μέχρι το Γιβλαρτάρ και έχτισαν εμπορικούς σταθμούς σε πολλά σημεία της Μεσογείου.
Από τον 7ο αιώνα π.χ. άρχισαν να ιδρύουν αποικίες .
Σπουδαιότερες είναι: Λάμψακος στις ακτές του Ελλησπόντου, Ελαία στην κάτω Ιταλία, Αλαρ(ή λ)ία το 565 π.χ . με πολύ μεγάλο λιμάνι στην Κορσική. Ταρτησός στις ακτές της Ιβηρικής χερσονήσου.
Άλλη σπουδαιότερη είναι η Μασσαλία το 600 π.χ. η οποία ίδρυσε νέες αποικίες όπως της Νίκαιας (Κυανή ακτή), την Ολίβια (ακτή των Υέρων),
Από την Μασσαλία διαδόθηκαν τα γράμματα στους γειτονικούς λαούς και οι Φωκαείς έγιναν οι πρώτοι φορείς πολιτισμού στη δύση πριν τους Ρωμαίους.
Όταν το 540 π.χ, κατακτήθηκαν από τους Πέρσες μπήκαν στα καράβια τους και ζήτησαν να αγοράσουν τις Οινούσες, νησιά της Χίου για να εγκατασταθούν. Οι Χίοι όμως αρνήθηκαν και έτσι έφυγαν για τις άλλες αποικίες τους.
Η Φώκαια έκοψε και χρυσό νόμισμα το Φωκαϊκό στατήρα.
Ο κόλπος της χωριζόταν σε δύο λιμάνια το Ναύσταθμο (μεγάλο γιαλό) και το Λαμπτήρα (Μικρό γιαλό).
Ο Πυθέας μεγάλος Έλληνας θαλασσοπόρος, που πρώτος αντίκρισε τους παγετώνες του Β. Ωκεανού, καταγόταν από τη Μασσαλία.

1914-1922 Σχεδιασμός και εκτέλεση διωγμών


Η Μ. Ασία ήταν το μεγαλύτερο κομμάτι της οικουμενικής Ελλάδας. Είναι 530.000 τ. χλμ. ενώ η μητροπολιτική Ελλάδα είναι 130.000 τ. χλμ, Όταν λοιπόν η Ελλάδα την έχανε το 1453 και το 1922 με τους διωγμούς, έχανε την οικονομική της δύναμη, συρρικνωνόταν κατά τα τέσσερα πέμπτα της σε έκταση και οικονομική ευρωστία.
Στην Ελλάδα πάλι μαίνεται ο διχασμός (1915). Ο Βενιζέλος παραιτείται για δεύτερη φορά. Οι κεντρικές δυνάμεις (Γερμανία, Αυστρία. Ουγγαρία) κερδίζουν. Οι νεότουρκοι πιστεύουν πως έφτασε η μεγάλη τους μέρα. Το στρατιωτικό πνεύμα της Γερμανίας που δεν αγαπά κανενός είδους δισταγμό, βρίσκει στο πρόσωπο των νεότουρκων τον αδίστακτο εκτελεστή των πιο βάρβαρων μέτρων, στρατολόγηση του Χριστιανικού πληθυσμού, ένταξη στα περιβόητα τάγματα εργασίας (σημείωνε θανάτου), εκτόπιση των παραλιακών πληθυσμών προς την ενδοχώρα, είναι τα μέτρα των Τούρκων που πρασυπέγραψε ο Γερμανός στρατάρχης Liman von Sanders. Αιτία για την ανθελληνική αυτή στάση υπήρξε το ότι η Τουρκία ήταν γι' αυτήν μια μεγάλη πολυπληθής και εύκολη Ασιατική χώρα - λεία για κάθε μορφή εκμετάλλευσης. Η γεωγραφική θέση της, τα πετρέλαια της Μουσούλης η ναυσιπλοία ήταν οι στόχοι της.
Οι προσπάθειες αυτές εύρισκαν αντιμέτωπη την Ελληνική παρουσία που αιώνες κρατούσε τα ηνία όλων των οικονομικών τομέων και κυρίως της ναυσιπλοίας. Στις 14 Μαΐου του 1914 ο Υπουργός των Εσωτερικών της Τουρκίας Τααλάτ αποστέλλει τηλεγράφημα προς το Γενικό Διοικητή Σμύρνης με το εξής περιεχόμενο. ..... Είναι επείγον δια πολιτικούς λόγους (έλεγαν οι Έλληνες ετοιμάζουν επανάσταση για την πραγματοποίηση της μεγάλης ιδέας) να υποχρεωθούν οι εις τα παράλια της Μ. Ασίας κατοικούντες Έλληνες να εκκενώσουν τα χωρία των και να εγκατασταθούν εις τα βιλαέτια Ερζερούμ και άλλα. Αν αρνηθούν να μεταφερθούν εις τα υποδειχθέντα μέρη, θέλετε ευαρεστηθεί να δείτε προφορικές οδηγίες εις τους αδελφούς μας Μουσουλμάνους. όπως δια παντός είδους εκτρόπων αναγκάσουν τους Έλληνες να εκπατριστούν οι ίδιοι οικεία βουλήσει. Μη λησμονήσετε να επιτύχετε εν τοιαύτη περιπτώσει από τους μετανάστας τούτους πιστοποιητικό βεβαιούν ότι απέρχονται από τας εστίας των εξ΄ ιδίας πρωτοβουλίας όπως μη προκύψουν εκ τούτου πολιτικά ζητήματα".
Το σχέδιο των εκτρόπων, δηλαδή σφαγών και διώξεων, εφαρμόστηκε με τον πιο άγριο και απάνθρωπο τρόπο από τους Τούρκους. Η δοκιμή ξεκίνησε από την Παλαιά και Νέα Φώκαια την οποία παρακολούθησε ο Γάλλος αρχαιολόγος Σαρτιώ και η ομάδα του Mansier, Καρλιέ και Δάνδριας. Ο Σαρτιώ καταγόταν από την Μασσαλία και έκανε την εποχή εκείνη αρχαιολογικές ανασκαφές. Ο Σαρτιώ στο βιβλίο του "Η λεηλασία της Φώκαιας και η εκδίωξη των Οθωμανών Ελλήνων της Μ. Ασίας" και ο Mansier στην περιγραφή του, «Αι τελευταίαι ημέραι της Φώκαιας" διεκτραγωδούν τη σφαγή και δίωξη των κατοίκων της.
Σε έγγραφο της Αυστριακής πρεσβείας, με ημερομηνία 3 Απριλίου 1917, διαβάζουμε: "Ο μέγας βεζύρης και υπουργός των εξωτερικών παρακάλεσαν εμέ και το Γερμανό πρέσβη να φέρομε σε γνώση των κυβερνήσεών μας ότι στρατιωτικοί λόγοι μέγιστης σημασίας αναγκάζουν την Τουρκική κυβέρνηση να εκτοπίσουν από το Αϊβαλί και τα περίχωρα του, πληθυσμό που αποτελείται από 10 έως 15.000 κατοίκους Ελληνικής εθνικότητας. Η Τουρκική κυβέρνηση δήλωσε, ότι για την εκτέλεση του μέτρου αυτού, επιμένει ο στρατάρχης Liman von Sanders. Οι κάτοικοι θα πρέπει να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους εντός ορισμένης προθεσμίας, είναι όμως ελεύθεροι να εκλέξουν στην ενδοχώρα τον τόπο της νέας κατοικίας τους".
Η συνέχεια του εγγράφου είναι περισσότερο αποκαλυπτική. Ο ίδιος ο Sanders βεβαιώνει: "Κάτω απ' αυτές τις συνθήκες ΕΠΕΒΑΛΑ στο Τουρκικό υπουργείο πολέμου, όπου αντιστεκόταν ο Εμβέρ πασάς καθώς και στην κυβέρνηση την εκτέλεση των προαναφερομένων μέτρων". Και ακολουθεί η καταστροφή του 1922.

Η νεότερη ιστορία της Π. Φώκαιας


Είπαμε ότι η Μασσαλία ιδρύθηκε από την Φώκαια. Οι κάτοικοί της δεν λησμόνησαν την προέλευσή τους σε κάθε περίπτωση εκδήλωσαν ειλικρινά την αγάπη και την στοργή τους προς την αρχαία Μητρόπολη όταν μάλιστα με μεγαλοπρεπείς γιορτές γιορτάζουν την τρίτη χιλιετία από την ίδρυση της πόλης τους κάλεσαν και το Δήμαρχο της Φώκαιας τον οποίο ανακήρυξαν επίσημα πρώτο πολίτη της Μασσαλίας.
Οι νεότεροι κάτοικοι της Μικρασιατικής Φώκαιας ήταν ναυτικοί αλλά συγχρόνως καλλιεργούσαν την πλούσια γη της περιφερείας τους. Η κυριότερη πηγή ευημερίας ήταν οι αλυκές. Οι πλουσιότερες αλυκές της Μεσογείου. Η Π. και Ν. Φώκαία ήταν πόλεις με Ελληνικό πληθυσμό κατά το πλείστον. Η Π. Φώκαια με 12.000 κατοίκους, 9.000 Έλληνες και 3.000 Τούρκους. Η Ν. Φώκαια με 7.500 κατοίκους, 6.500 Έλληνες και 1.000 Τούρκους. Ο κόσμος μιλούσε μόνο Ελληνικά, ακόμα και οι Τούρκοι. Είχε σχολεία, εκκλησίες και πολλά ξωκλήσια. Μητροπολιτικός ναός ήταν η Αγία Ειρήνη. Άλλη μεγάλη εκκλησία ήταν η Αγία Τριάδα, ο Άγιος Νικόλαος και ο Άγιος Κων/νος βορεινά. Την εκκλησία της Αγίας Τριάδας την έχτησαν οι εργάτες των αλυκών. Εκεί έκαναν μεγάλο πανηγύρι 7 ημερών. Έπαιζαν ντόπιοι οργανοπαίχτες βιολιά, ούτια, σαντούρια, οργανάκι (λατέρνα), τούμπανα. Ήταν μια ζωή νοικοκυρεμένη που την ρήμαξαν οι Τούρκοι τον Ιούνιο του 1914.
Ο αρχαιολόγος Σαρτιώ γράφει: " Πλούσιοι πρόκριτοί της πόλεις έφυγαν ανυπόδητοι γιατί και αυτά τα παπούτσια τους είχαν αφαιρέσει. Εις τους ναούς διεπράχθησαν ανήκουστοι ιεροσυλίαι".
Ο Mansier της ομάδας των αρχαιολόγων λέγει: "Τη νύχτα ήρξατο η λεηλασία της πόλης. Μας διηγείται μια γυνή ετοιμοθάνατος διότι εβιάσθη υπό 17 Τούρκων. Απήγαγαν κόρη 18 χρονών υπό τα όμματα της οποίας εφόνευσαν τους δύο γονείς. Εις γέρων παραλυτικός ευρέθη νεκρός επί της κλίνης του. Εφόνευσαν συνολικά 81 άτομα εκ των οποίων 17 γυναίκες. Ούτω είδομεν ιδίοις οφθαλμοίς, ως εν τοις βαρβαροτέροις χρόνοις, τα πάντα χαρακτηριστικά της καταστροφής μιας πόλεως. Ητοι: την κλοπήν, την λεηλασίαν, την πυρπόλησιν, τον φόνον και την ατίμωση των γυναικών. Χίλιοι περίπου κάτοικοι απέβησαν επί αλιευτικών λέμβων ιστιοφόρων και κατέλιπον την Φώκαιαν δια την Μυτιλήνην. Άλλοι απέβησαν σε μεγάλο γαλλικό ιστιοφόρο το οποίο φόρτωνε αλάτι από το λιμάνι των Φωκών".
Ο Ηλ. Ηλιόπουλος Υποπρόξενος της Αγγλίας, ο οποίος μετείχε μιας διεθνούς προξενικής επιτροπής και έφθασεν εις την ατυχή πόλιν δύο ημέρες μετά την εκκένωσίν της, επληροφορήθη ότι εις τα τσιγγέλια των κρεοπωλείων της πόλεως ήσαν ανηρτημένα τεμάχια ανθρωπίνου κρέατος με τη μακάβρια ταμπέλα: "Γκιαούρ ετισί" δηλαδή ελληνικό κρέας. Αλλά η καταστροφή ολοκληρώθηκε το 1922. Περισσότερο από 1.500.000 Έλληνες της οικουμενικής Ελλάδος έγιναν με την εντολή της Γερμανίας, τον ελληνικό διχασμό και την αποτυχημένη προέλαση του Βασιλέως Κων/νου στα ενδότερα της Τουρκίας, βορά της Τουρκικής θηριωδίας.
Έτσι ατιμώρητοι μέχρι σήμερα η Τουρκία Πραγματοποίησε μέσα στον ίδιο αιώνα τρεις γενοκτονίες διαφορετικών φυλών της Μ. Ασίας, των Αρμενίων, των Ποντίων και των Κούρδων τώρα.

Η εγκατάσταση στην Ανάβυσσο


Όπως όλος ο ελληνισμός της Μ. Ασίας έτσι και οι Φωκαείς κατέφυγαν στα πλησιέστερα νησιά την Αθήνα και τον Πειραιά. Ο αείμνηστος Αθ. Παπουτσής έδωσε τις παρακάτω πληροφορίες στις 20/2/1960 στον κ. Απ. Ανδρεάδη: "Οι Φωκαείς μετά τα 1922 ήρθαν στον Πειραιά και την Αθήνα. Εκεί με υπόδειξη του στρατηγού Πλαστήρα ιδρύσαμε σύλλογο με την επωνυμία Παμφωκαϊκός Σύλλογος "ο Πρωτεύς" και με εκλογές εκλέξαμε τον κ. Βασίλη Τσούρο, στρατιωτικό γιατρό, τον Παναγιώτη Ζινανέ αξιωματικό πεζικού, τον Αθ. Α.Παπουτσή, τον Ευάγγ. Πουλούδα, τον Αναστάσιο Ανανίδη και Ιωάννη Σταβέρα". Ένας από τους στόχους του η επιλογή περιοχής για εγκατάσταση .Πήγαμε στην Κασσάνδρα Χαλκιδικής με ταλαιπωρία μιας εβδομάδας. Όμως ήταν μακριά από την Αθήνα και ακατοίκητο το μέρος. Φύγαμε απογοητευμένοι, είμαστε οι Παπουτσής Αθ, Μεταλίκης Α.και ο Χ ιώτης Ν.
Αρχίσαμε να ψάχνουμε για την εγκατάσταση της Αναβύσσου. Στην Ανάβυσσο υπήρχαν αλυκές που τις είχε μια εταιρεία. Η εταιρεία ζήτησε και βρήκε ανθρώπους που να ξέρουν καλύτερα ότι αφορά την παραγωγή του αλατιού. Βρήκε τον Χριστούλη τον Καραπιπέρη, άριστο τεχνίτη. Πήρε μια ομάδα από 20 -25 πατριώτες και εργάζονταν όλοι.
Αμέσως μετά τον πρώτο χρόνο είχαν μια διαφορά 2.000 τόνων περισσότερο αλάτι. Η εταιρεία έμεινε πολύ ευχαριστημένη και ζήτησε να προσληφθούν όσοι Φωκαείς υπήρχαν. Ο Σύλλογος εξέλεξε μια επιτροπή από τον Χατζή Καρπούζη, Ιωάννη Δέδε, Αθ. Παπουτσή να φροντίσει για την εγκατάσταση.
Τότε η Αθήνα - Λαύριο υπήρχε τραίνο. Η επιτροπή πήρε το τραίνο και βγήκε Κερατέα. Από κει με τα πόδια κατέβηκε Ανάβυσσο στις αλυκές. Ήθελε να δει τον τόπο. Τα κτήματα ήταν της Μονής Πετράκη, όπου μπορούσε να εγκατασταθούν όλοι. Το μέρος ήταν ακατοίκητο και μόνο μια εκκλησία υπήρχε μικρή του Αγίου Γεωργίου.
Ζητήσαμε από το Υπουργείο Γεωργίας άδεια να εγκατασταθούμε στην Ανάβυσσο. Μας αρνήθηκαν, γιατί η εγκατάσταση προοριζόταν για την ομάδα από την Αρετσού Κων/πόλεως. Τέλος με εντολή του Υπουργείου Πρόνοιας και ένα καΐκι φτάνουμε στις αλυκές και μένουμε σε 50 σκηνές. Ήταν 15 Οκτωβρίου 1920. Σε 10 μέρες έρχονται κι άλλες οικογένειες με τα καΐκια και παίρνομε 100 σκηνές. Την έκταση που είχαμε κτίσει τις σκηνές την κατείχαν οι συγγενείς από τα Καλύβια. Άρχισαν οι λογοτριβές μαζί μας. Πήγαμε στον Υπουργό ζητήσαμε να κάνει μια δήλωση στις εφημερίδες, ότι οι Φωκαείς θα εγκατασταθούν στην Ανάβυσσο διότι είναι αλατοπήκτες που παράγουν αλάτι. Και διάβασαν την δήλωση στα χωριά και σταμάτησαν τις λογοτριβές. Οι οικογένειες είχαν έρθει από την Χαλκίδα, το Βόλο, την Κρήτη. Για δουλειά πήγαιναν στον Πειραιά, άλλοι έκαναν κάρβουνα και πολλοί δούλευαν στην αλυκή.
Αλλά μόλις ήρθε ο δεύτερος χειμώνας και βλέπανε ότι δεν γινόταν η αποκατάσταση, αναγκάζονταν λίγοι - λίγοι να φεύγουν στον Πειραιά και την Αθήνα. Στην παραλία της Αναβύσσου ούτε δένδρο, ούτε νερό υπήρχε. Ζήσαμε από την αλυκή και μας έδωσαν εργαλεία και αμέσως ανοίξαμε πηγάδι. Δυστυχώς από τον Οκτώβριο του 1924 ώς το Μάρτιο του 1926 βρισκόμαστε σε σκηνές, 19 μήνες αγωνίας. Κάθε τρεις μήνες είχαμε αλλαγές Κυβερνήσεων. Από 160 οικογένειες που είχαμε φέρει έμειναν μόνο 90. . . .
Το Μάρτιο του 1926 ο Πάγκαλος έδωσε εντολή να έρθει η τοπογραφική υπηρεσία του Υπ. Γεωργίας για να χαράξει τον συνοικισμό. Πήρε 7.500 στρέμματα από την Μονή Πετράκη 1.000 στρέμματα από το κτήμα Λογοθέτη, 400 στρέμματα από την περιοχή του Αγίου Γεωργίου.
Το κακό ήταν ότι δεν είχαμε εκκλησία. Μας είχε στήσει ο κ. Μπέης 20 παράγκες και όταν χτίσαμε πήραμε τα υλικά και κάναμε εκκλησία. Όταν ήμουν πρόεδρος, στην Αμερική είχαμε πολλούς πατριώτες. Ήρθε ο Πρόεδρός τους, Γαρύφαλος Παπουτσής τον παρακαλέσαμε και μας έστειλε 100.000 και αρχίσαμε να χτίζουμε το σχολείο.
Βοηθήσαμε όλοι μαζί και ο εργολάβος που το έχτισε δεν πείρε ούτε δραχμή. Ήταν καλός άνθρωπος, ονομαζόταν Ερμής Φιλίππου. Το σχολείο χτίστηκε το 1932. Επί 4 χρόνια πληρώναμε εμείς δασκάλα για να πηγαίνουν τα παιδιά σχολείο .
Το 1947 που είχαμε όλες τις προϋποθέσεις γίναμε Κοινότητα.

Μια ανοδική πορεία

Τα πρώτα χρόνια της προσφυγιάς κοντά στις άλλες δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι πρόσφυγες ήταν και η μη αποδοχή τους από μέρους των ελλήνων της Μητροπολιτικής Ελλάδας. Ήταν μια γενική κατάσταση αυτή.
Ο χώρος της Π. Φώκαιας - Αναβύσσου ήταν ακατοίκητος. Ήταν ιδιοκτησία κατά κύριο λόγο της μονής Πετράκη. Νοικιαζόταν από τους κατοίκους και κτηνοτρόφους των γύρω χωριών για βοσκή ή καλλιέργεια. Η εγκατάσταση των προσφύγων έφερε αρκετές λογοτριβές μεταξύ τους. Η συμβίωση όμως και η γνωριμία είχε συνακόλουθο την αλληλοεκτίμηση, την αποδοχή, την φιλία κι αυτή πάλι την καλή συνεργασία, την συνύπαρξη, την προκοπή.
Πράγματι από την προπολεμική ακόμα εποχή οι νομάδες κτηνοτρόφων άρχισαν να εγκαθίστανται μόνιμα στο χωριό και να προσθέτουν με την δύναμη και την εργατικότητά τους ζωτικότητα στη ζωή του χωριού.
Μετά μάλιστα το 1947 που γίνεται Κοινότητα η ζωή του χωριού μπαίνει σε μια ανοδική πορεία. Γίνονται σημαντικά έργα υποδομής.
Το 1954 - 55 ανοίγει ο δρόμος και συνδέει το χωριό με τα αστικά κέντρα . Η πρόσβαση προς το κέντρο αλλά και προς τα χωριά είναι ευκολότερη. Αρχίζει να αναπτύσσεται ο τουρισμός.
Ηλεκτροδοτείται το 1966. Υδροδοτείται το 1958 κατ' αρχάς, το 1971 από τον Όλυμπο, το 1977 - 78 από την ΕΥΔΑΠ.
Το 1932 χτίζεται το πρώτο σχολείο. Συμπληρώνεται με μία αίθουσα ακόμα το 1970 και ανεγείρεται εξατάξιο δημοτικό Σχολείο το 1981. Νηπιαγωγείο λειτουργεί το 1993. Η εκκλησία χτίστηκε το 1948 και έγινε επέκτασή της το 1995.
Κατά καιρούς διαμορφώθηκαν οι πλατείες και οι άλλοι χώροι (ρέματα) και ασφαλτοστρώθηκαν οι δρόμοι.
Από το 1948 υπάρχει ο Αθλητικός Ποδοσφαιρικός Σύλλογος "Πρωτέας". Έκτισε γήπεδο το 1970. Υπάρχουν ακόμα ένας Εξωραϊστικός Σύλλογος η Αγία Ειρήνη και ο Σύλλογος Γονέων και Κηδεμόνων του δημοτικού Σχολείου.
Οι μόνιμοι κάτοικοι του χωριού αυξάνονται (2051) και δημιουργούνται δυναμικοί οικισμοί γύρω όπως το Θυμάρι, το Καταφύγι, της Αγροτικής Τράπεζας οι κάτοικοι των οποίων δραστηριοποιούνται κοινωνικά και πολιτικά μέσα από τους δικούς τους εξωραϊστικούς και πολιτιστικούς Συλλόγους. Γενικώς η Κοινότητα Παλαιάς Φώκαιας έχει γίνει παραθεριστικό κέντρο με μεγάλο αριθμό κατοίκων πολλοί από τους οποίους τη δεύτερη παραθεριστική κατοικία την μετέτρεψαν σε μόνιμη. Αυτό οφείλεται στην μικρή απόσταση της από το κέντρο, στα πολλά προβλήματα του αστικού κέντρου και κυρίως την λεπτή και γαλήνια φυσική καλλονή του τοπίου.

πηγή:http://www.mesogeia.com

Πέμπτη, 24 Ιουνίου 2010

Μίλητος

Διάσημη ιστορική πόλη της Ιωνίας της Μ. Ασίας. Πατρίδα του Θαλή και πλήθους άλλων σοφών, ποιητών κι άλλων διάσημων αντρών. Κατά τον Ηρόδοτο η πόλη ιδρύθηκε από τους Κάρες. Κατά τον Έφορο όμως, από τους Λέλεγες. Γύρω στο 1000 π.Χ. έφτασαν στη Μίλητο οι Ίωνες κι εξαφάνισαν τους άλλους κατοίκους. Οι Ίωνες έκαναν τη Μίλητο ισχυρή ναυτική κι εμπορική δύναμη και τα πλοία της διέσχιζαν όλη τη Μεσόγειο. Το 494 π.Χ. οι Πέρσες κατάστρεψαν τη Μίλητο, που ήταν μέχρι τότε η πρώτη πόλη απ' τις πόλεις του ελληνικού κόσμου που είχε το προβάδισμα στο εμπόριο και τη βιομηχανία κι ήταν το περίφημο πνευματικό κέντρο. Μετά τη νίκη των Ελλήνων εναντίον των Περσών (Μυκάλη 479) η Μίλητος ανοικοδομήθηκε κι έγινε μέλος της αθηναϊκής συμμαχίας, απ' την οποία αποσπάστηκε το 412. Το 334 την κατέλαβε ο Μ. Αλέξανδρος. Στην ελληνιστική περίοδο, αν και διατήρησε κάποια αυτονομία, υποτάχτηκε διαδοχικά στους Πτολεμαίους, τους Σελευκίδες και τους Ατταλίδες. Η Μίλητος πήρε μέρος στον πόλεμο του Μιθριδάτη εναντίον των Ρωμαίων και για εκδίκηση οι Ρωμαίοι εγκαθίδρυσαν στη Μίλητο, το 78, ολιγαρχική κυβέρνηση.

Στους αυτοκρατορικούς χρόνους γνώρισε μια σχετική ευημερία. Η Μίλητος υπήρξε έδρα επίσκοπου και στο γειτονικό μοναστήρι της Λάτμου αναπτύχθηκε ένα σημαντικό κέντρο χριστιανικής παιδείας. Η αραβική εισβολή (7ο αιώνα) διέκοψε τη ζωή της πόλης.

Στην κλασσική εποχή η πόλη είχε δύο λιμάνια. Στα ΒΔ. το λιμάνι το λεγόμενο του Θεάτρου και Β. το λιμάνι των Λεόντων. Μετά την καταστροφή του 494 π.Χ. , η Μίλητος ανοικοδομήθηκε, ίσως κατά το σχέδιο του Μιλήσιου Ιππόδαμου.

Η λαμπρότερη ιστορία της Μιλήτου είναι απ' τον 8ο μέχρι τον 6ο αιώνα, που υπήρξε σπουδαίο εμπορικό κέντρο για την εξαγωγή των εγχώριων προϊόντων (μέταλλα, μαλλί, αγγεία). Για την εισαγωγή των εμπορευμάτων, οι Μιλήσιοι ίδρυσαν πλήθος από αποικίες στον Ελλήσποντο, την Προποντίδα, τον Πόντο κ.ά.

Τρίτη, 22 Ιουνίου 2010

Έφεσος

Περίφημη πόλη της Ιωνίας, που βρίσκεται στη δυτική όχθη του ποταμού Καϋστρου και νότια της Σμύρνης. Σύμφωνα με την παράδοση, πρώτοι κάτοικοι της Εφέσου ήταν οι Κάρες και οι Λέλεγες, οι οποίοι λάτρευαν στην περιοχή μία θεότητα της φύσης, προκάτοχο της Εφεσίας Αρτέμιδος. Αργότερα, Ίωνες άποικοι κατέλαβαν την περιοχή διατηρώντας, ωστόσο, την λατρεία της τοπικής θεότητας, την οποία ονόμασαν Άρτεμη Εφεσία.

Η πόλη αναπτύχθηκε πολύ γρήγορα, γεγονός που κατά τον 6ο αι. π.Χ. προκάλεσε την σύγκρουσή της με τους γειτονικούς Κιμμερίους και αργότερα τους Μάγνητες. Κατά τον ίδιο αιώνα, τυραννία επέβαλε στην Έφεσο ο τύραννος Πυθαγόρας, ενώ κατά τη διάρκεια της τυραννίας του Μέλανου, γιου του Πίνδαρου, η Έφεσος δέχθηκε επίθεση από τον βασιλιά της Λυδίας Κροίσο. Ο τελευταίος πολιόρκησε συστηματικά την πόλη αναγκάζοντάς την να συνθηκολογήσει (560 π.Χ.). Φέρθηκε όμως στην Έφεσο με επιείκεια και μάλιστα προσέφερε στον τότε ανεγειρόμενο ναό της Αρτέμιδος πολλούς κίονες με ανάγλυφη διακόσμηση.

Η Έφεσος αναγνώρισε την κυριαρχία του Κροίσου και έδιωξε του τυράννους, όταν όμως το 546 π.Χ. ο Κροίσος υποτάχθηκε στους Πέρσες, η πόλη έγινε φόρου υποτελής της περσικής αυτοκρατορίας που αποκατέστησε πάλι την τυραννία.

Στη διάρκεια της Ιωνικής επανάστασης η Έφεσος τήρησε στάση ουδετερότητας απέναντι στους Πέρσες, εξασφαλίζοντας με αυτό τον τρόπο τη σωτηρία της, σε αντίθεση με την Μίλητο που το 491 π.Χ. καταστράφηκε ολοσχερώς.

Ανάλογη ήταν η στάση της Εφέσου και κατά τα Μηδικά. Όμως, μετά την θετική για τους Έλληνες έκβαση του πολέμου, η πόλη ενσωματώθηκε στην Αθηναϊκή συμμαχία. Μετά τη Σικελική εκστρατεία και κατόπιν καθοδηγήσεως του Τισσαφέρνη, τάχθηκαν στο πλευρό των Σπαρτιατών (με εξαίρεση την περίοδο από το 394 - 391 π.Χ., οπότε μαζί με τη Ρόδο, τη Σάμο, την Κνίδο και την Ισσό συμμάχησαν με τους Αθηναίους) έως και την εκ νέου κατάληψή τους από τους Πέρσες το 387 π.Χ. Τότε επανήλθε ξανά το τυραννικό καθεστώς στην Έφεσο, που εξέλειψε οριστικά, όταν ο Μέγας Αλέξανδρος, μετά τη νίκη του στο Γρανικό ποταμό (334 π.Χ.), εξεδίωξε τους τυράννους και διέταξε ο φόρος που άλλοτε καταβαλλόταν στους Πέρσες, να δίδεται εφεξής στους ιερείς της Εφεσίας Αρτέμιδος. Όταν όμως ο Αλέξανδρος προσφέρθηκε να χρηματοδοτήσει την ανοικοδόμηση του ναού της Άρτεμιδος, που πριν από 22 χρόνια (356 π.Χ.) είχε πυρποληθεί από τον Ηρόστρατο, (η πυρπόληση λέγεται ότι έγινε ακριβώς την ίδια νύκτα που γεννιόταν ο Μέγας Αλέξανδρος) η Εφέσιοι του απάντησαν με περηφάνια και περισσή κολακεία ότι «δεν αρμόζει σε έναν θεό να ιδρύσει τον οίκο για τη θεά? (Στράβων ΧΙV 641).

Το 286 π.Χ. η Έφεσος τέθηκε υπό την κυριαρχία του Λυσιμάχου, ο οποίος κατασκεύασε νέο λιμάνι και, παρά την θέληση των κατοίκων, μετέφερε κοντά σε αυτό την πόλη, μετονομάζοντάς την ταυτόχρονα σε Αρσινόεια προς τιμή της συζύγου του. Επίσης κόσμησε τη νέα πόλη με μεγαλόπρεπα δημόσια οικοδομήματα, θέατρο, στάδιο, κρήνες κ.ά. Ωστόσο, μετά το θάνατο του Λυσιμάχου οι Εφέσιοι φόνευσαν τη σύζυγό του, γκρέμισαν μέρος των τειχών και αποκατέστησαν το παλιό όνομα της πόλης τους.

Το 190 π.Χ. η Έφεσος καταλαμβάνεται από τους Ρωμαίους, οι οποίοι την παραδίδουν στο σύμμαχό τους βασιλιά της Περγάμου, Ευμένη Β'. Ο τελευταίος βασιλιάς της Περγάμου, Άτταλος Γ΄, παραχώρησε το βασίλειό του και την Έφεσο στους Ρωμαίους, η οποίοι την κατέστησαν έδρα της επαρχίας της Ασίας. Όμως οι Εφέσιοι, αντιδρώντας στη δυσβάσταχτη φορολογία, αποτίναξαν τον ρωμαϊκό ζυγό, συμμάχησαν με το βασιλιά του Πόντου Μιθριδάτη, ενώ μετά την ήττα του Μιθριδάτη από τους Ρωμαίους, οι Εφέσιοι στράφηκαν και πάλι προς τη Ρώμη.

Στην εποχή του Αυγούστου η Έφεσος γνώρισε μεγάλη ακμή. Πλήθος κόσμου συνέρεε εκεί, συντελώντας στην αύξηση της εμπορικής της κίνησης. Η σταδιακή αύξηση του πληθυσμού και η αίγλη που απέκτησε, την κατέτασσαν στη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη μετά την Αλεξάνδρεια. Το 263 μ.Χ. οι Γότθοι εισέβαλλαν και λεηλάτησαν την πόλη.

Εκτός από το περίφημο Αρτεμίσιο της Εφέσου που συγκαταλέγεται ανάμεσα στα θαύματα του αρχαίου κόσμου, από την αρχαία πόλη σώζονται σήμερα και άλλα μνημεία, όπως η βιβλιοθήκη του Κέλσου, το μεγάλο θέατρο, το ωδείο, το στάδιο, το γυμνάσιο, λουτρά, στοές, καθώς και πολλά άλλα δημόσια και ιδιωτικά οικοδομήματα.

Σάββατο, 19 Ιουνίου 2010

Αϊβαλί

Αϊβαλί

Οι Κυδωνίες ή το Αϊβαλί (τουρκ. Ayvalık) είναι μια πόλη και ένας από τους ασφαλέστερους λιμένες στα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας, απέναντι από τη Λέσβο, στα βορειοανατολικά της Μυτιλήνης. Βρίσκεται στην επαρχία Μπαλικεσίρ και κοντά στην Πέργαμο. Υπολογίζεται ότι έχει περίπου 30.000 κατοίκους, οι οποίοι αυξάνονται κατά την καλοκαιρινή περίοδο λόγω τουρισμού.

Το Αϊβαλί υπήρξε μαζί με άλλες παρακείμενες πόλεις και χωριά ένα από τα πιο ιστορικά κέντρα του Ελληνισμού στη Μικρά Ασία. Μεγάλο εμπορικό κέντρο, λόγω του λιμένα, είχε ανθρώπινη παρουσία από το 1500 π.Χ.. Η ίδρυση του σύγχρονου οικισμού τοποθετείται μεταξύ του 1570 και του 1580. Οι πρώτοι οικιστές ήρθαν από τα γειτονικά παράλια της Λέσβου, στην προσπάθειά τους να αποφύγουν τις επιδρομές των πειρατών, και ίδρυσαν οικισμούς στην παραλία, στις θέσεις Χόνδραμμο (Καμπακούμ) και Καμπύλη Άκρα (Εγρί Μποτζάκ).
Επειδή όμως και εκεί δεν έπαψαν οι ενοχλήσεις των πειρατών, μετακινήθηκαν προς το εσωτερικό του όρμου, στη θέση όπου βρίσκεται και σήμερα το Αϊβαλί, στο βάθος του ομώνυμου όρμου προφυλαγμένου από τα Μοσχονήσια. Το Αϊβαλί εξελίχθηκε γρήγορα σε ένα μεγάλης σημασίας εμπορικό κόμβο, που εξυπηρετούσε τα πλοία που έβγαιναν στο Αιγαίο.

Η μεγάλη ακμή του Αϊβαλιού τοποθετείται χρονικά μετά το 1773 και αποδίδεται στα προνόμια που παραχωρήθηκαν τότε στους χριστιανούς κατοίκους της πόλης από την οθωμανική διοίκηση. Ο ελληνικός πληθυσμός του άσκησε μεγάλη επιρροή στη ντόπια ζωή μέχρι και το 1922, οπότε το σύνολο των Ελλήνων έφυγε και στη θέση τους ήρθαν μουσουλμάνοι κυρίως από την Κρήτη, στα πλαίσια της ανταλλαγής πληθυσμών.

Η πόλη, αποτέλεσε σύμβολο της προσφυγιάς του 1922. Σήμερα είναι ένα αναπτυσσόμενο αστικό κέντρο, το οποίο διατηρεί ακόμα αρκετά από τα ελληνικά του στοιχεία. Αποτελεί το εμπορικό κέντρο της περιοχής μετά το Αδραμύττιο. Πολλοί από τους ηλικιωμένους κατοίκους της πόλης εξακολουθούν να μιλούν Ελληνικά, ενώ πολλά τούρκικα τεμένη είναι πρώην ελληνικές ορθόδοξες εκκλησίες. Χαρακτηριστικός είναι ο ωραίος αιγιαλός στο μυχό του που λεγόταν "Φάληρο", με ωραία λουτρά, καθώς και το προάστιο "Γενιτσαροχώρι" όπου και οι άλλοτε εσωτερικοί λιμένες Αγιά Παρασκευή και Πασά-λιμάν.

Το Αϊβαλί είναι η πόλη από την οποία κατάγεται ο ζωγράφος και συγγραφέας Φώτης Κόντογλου.

Η ονομασία της πόλης προέρχεται από την τουρκική λέξη ayva, (αϊβά) η οποία σημαίνει «κυδώνι», τόσο τον καρπό όσο και το όστρακο, τα οποία αμφότερα αφθονούν στην ευρύτερη περιοχή. Εκτός από την ονομασία «Αϊβαλί», η οποία επιλέχθηκε ως κύρια, ήταν σε χρήση μέχρι τέλους και η λόγια ελληνική εκδοχή της, «Κυδωνίαι». Η επιλογή μεταξύ των δύο δεν ήταν άμοιρη ιδεολογικού περιεχομένου, ενώ ταυτόχρονα παρείχε και στοιχεία για την κοινωνική ταυτότητα του ομιλούντος. Έτσι οι εκπρόσωποι των ανώτερων στρωμάτων προτιμούσαν την εκδοχή «Κυδωνίαι», ενώ ο όρος «Αϊβαλί» χρησιμοποιόταν από τα λαϊκά στρώματα.

Ιστορικά στοιχεία

Από τις νεότερες πόλεις της Μικράς Ασίας, οι Κυδωνιές ιδρύθηκαν στο τέλος του 16ου ή στις αρχές του 17ου αιώνα από κατοίκους της Λέσβου, οι οποίοι εγκατέλειψαν την πατρίδα τους αναζητώντας καλύτερους όρους διαβίωσης. Είναι άγνωστο πόσοι ήταν οι άποικοι, όταν δημιουργήθηκε ο πρώτος οικισμός, η ανάπτυξη όμως της πόλης υπήρξε ραγδαία και από τα μέσα του 18ου αιώνα διεδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην οικονομική και την πνευματική ζωή της περιοχής.

Το 1773, κατά την επικρατέστερη άποψη, ο κληρικός Ιωάννης Δημητρακέλλης, γνωστός και ως Οικονόμος από το εκκλησιαστικό του αξίωμα, πέτυχε, με τη βοήθεια του δραγουμάνου του στόλου Νικολάου Μαυρογένη (1770-1786), τη χορήγηση προνομίων στην πόλη. Με τα προνόμια αυτά, οι Κυδωνίες αναγνωρίστηκαν ως αμιγής χριστιανική κοινότητα, επικεφαλής της οποίας ήταν τρεις δημογέροντες και δύο Τούρκοι αξιωματούχοι, ο αγάς ή βοεβόδας και ο καδής.

Το 1780, με φροντίδα του Δημητρακέλλη, οικοδομήθηκε μεγαλοπρεπής ναός της Παναγίας των Ορφανών, στην περίβολο του οποίου ιδρύθηκε νοσοκομείο και βρεφοκομείο, καθώς και κτήριο που στέγασε την Ελληνική Σχολή, με βιβλιοθήκη αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων και έργων φιλοσοφικών και θεολογικών. Πρώτοι διδάσκαλοι της Σχολής υπήρξαν ο ιεροδιάκονος Ευγένιος από τα Βουρλά ή την Κίο της Βιθυνίας, ο Βησσαρίων από τη Σύμη των Δωδεκανήσων, ο Θεοδόσιος από τα Μουδανιά κ.ά. Λίγα χρόνια αργότερα, η Σχολή του Οικονόμου, που πέθανε το 1792, αναδιοργανώθηκε, στεγάστηκε σε νέο οίκημα, πήρε τον χαρακτήρα ανώτερης σχολής και ονομάστηκε Ακαδημία.

Στην Ακαδημία των Κυδωνιών, που υπήρξε ένα από τα αξιολογότερα εκπαιδευτικά ιδρύματα του τουρκοκρατούμενου Ελληνισμού, ο Βενιαμίν Λέσβιος εδίδαξε φιλοσοφία, μαθηματικά και φυσιογνωστικές επιστήμες, μαθήματα «καινοφανή» για την εποχή, γεγονός που προκάλεσε την αντίδραση εκκλησιαστικών κύκλων και διωγμό εναντίον του σοφού λογίου. Το 1811, τη διεύθυνση της Ακαδημίας ανέλαβε ο επίσης ονομαστός λόγιος Θεόφιλος Καΐρης και δίδαξε ώς τις αρχές του 1821, όταν, μυημένος στη Φιλική Εταιρεία, εγκατέλειψε τις Κυδωνίες για να λάβει μέρος στην Ελληνική Επανάσταση του 1821. Παράλληλα δίδαξε και ο Γρηγόριος Σαράφης, ενώ μαθητές της Ακαδημίας, κυρίως Έλληνες, τίμησαν αργότερα τα ελληνικά γράμματα. Στην Ακαδημία φοίτησαν και λίγοι Βούλγαροι και Ρουμάνοι. Το 1819, ο Κυδωνιάτης Κωνσταντίνος Τόμπρας, που με φροντίδα της κοινότητας είχε εκπαιδευθεί στα τυπογραφεία του Ντιντό (Didot) στο Παρίσι, ανέλαβε τη διεύθυνση τυπογραφείου που ιδρύθηκε στην πόλη για την εξυπηρέτηση των αναγκών της Σχολής.

Οι Κυδωνίες, με ελληνικό πληθυσμό 30.000 στις παραμονές της Ελληνικής Επανάστασης, ένα από τα σπουδαιότερα οικονομικά και πολιτιστικά κέντρα του υπόδουλου Ελληνισμού, το δεύτερο μετά τη Σμύρνη στη Μικρά Ασία, καταστράφηκε από τουρκικό στρατό, που μπήκε στην πόλη στις 2 Ιουνίου 1821 για να εκδικηθεί για την πυρπόληση τουρκικού δίκροτου στις 27 Μαΐου στην Ερεσό. Στις 3 Ιουνίου, ο Ιωάννης Φιλήμων χαρακτηριστικά αναφέρει:

Η πυρκαϊά, άμα τεθείσα, ηυξήθη κολοσσιαία, ένεκα των πολλών ελαιουργείων και ελαιοπωλείων· οι ναοί, η σχολή, η βιβλιοθήκη και πάντα τα καταστήματα κατέπεσαν ολόκαυστα. Πατέρες, σύζυγοι, τέκνα, περιέτρεχον από του ενός εις το άλλο μέρος τρομώδη και αμηχανούντα, όπως διεκφύγωσι την σφαγήν... Ούτω κατεστράφη η πόλις των Κυδωνιών, σφαγείσα και αιχμαλωτισθείσα κατά το έν τρίτον, λεηλατηθείσα κατά το όλον και αποτεφρωθείσα κατά κράτος

.

Όσοι Κυδωνιάτες εσώθηκαν, κατέφυγαν στα Ψαρά και σε άλλα νησιά και στην Πελοπόννησο και έλαβαν ενεργό μέρος στον Αγώνα.

Το 1827 άρχισε η επάνοδος των προσφύγων στην κατεστραμμένη πόλη και άρχισε η ανοικοδόμησή της με ταχύ ρυθμό. Το 1842, οι κάτοικοι είχαν ανέλθει σε 18.000 και η αύξηση του πληθυσμού συνεχίστηκε. Κατά τον αιώνα από την επανεγκατάσταση ώς τη Μικρασιατική Καταστροφή, η βιοτεχνία και το εμπόριο παρουσίασαν ραγδαία ανάπτυξη, ενώ η ίδρυση ατμοκίνητων ελαιοτριβείων και η ναυτιλιακή δραστηριότητα των κατοίκων κατέστησαν τις Κυδωνίες κέντρο εμπορίας λαδιού που η ετήσια παραγωγή του έφθανε τα 4.000.000 οκάδες. Το Γυμνάσιο της πόλης με την πλουσιότατη βιβλιοθήκη του, που ονομάστηκε Διδότειος προς τιμήν του παρισινού εκδοτικού οίκου Didot ο οποίος την επλούτισε με χιλιάδες τόμους, τα τυπογραφεία (μετά το 1911), από τα οποία εκδίδονταν εφημερίδες και περιοδικά, και οι πολιτιστικοί σύλλογοι δημιούργησαν πνευματική ζωή και ανέβασαν το πολιτιστικό επίπεδο. Χαρακτηριστικός είναι ο μεγάλος αριθμός λογίων και ανώτερων κληρικών που κατάγονται από τις Κυδωνίες, γνωστότεροι από τους οποίους είναι οι λογοτέχνες Φώτης Κόντογλου, Ηλίας Βενέζης και Στρατής Δούκας.

Οι διωγμοί που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου πολέμου εναντίον του μικρασιατικού Ελληνισμού έπληξαν ιδιαίτερα τους Κυδωνιάτες. Οι ομαδικές εκτοπίσεις κατοίκων στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας και η φυγή νέων κυρίως Κυδωνιατών το 1917 προς τη Λέσβο ανέκοψαν επί μήνες την ανάπτυξη της πόλης, στην οποία οι φυγάδες κάτοικοί της επανήλθαν μετά την ανακωχή της 11ης Νοεμβρίου 1918. Το οριστικό πλήγμα δόθηκε λίγα χρόνια αργότερα. Στις 16 Μαΐου 1919, ο ελληνικός στρατός κατέλαβε τις Κυδωνίες σύμφωνα με το σχέδιο του ελληνικού στρατηγείου, η υποχώρηση όμως του ελληνικού στρατού είχε τραγικές συνέπειες και για τις Κυδωνίες.

Στις 29 Αυγούστου 1922 μπήκαν στην πόλη τα πρώτα τουρκικά στρατιωτικά τμήματα, που ενισχύθηκαν στις 6 Σεπτεμβρίου. Οι άνδρες στάλθηκαν σε στρατόπεδα του εσωτερικού, άλλοι εκτελέστηκαν, και ελάχιστοι μόνο σώθηκαν, που με τα γυναικόπαιδα κατέφυγαν στη Λέσβο και από κει σε άλλες περιοχές της Ελλάδας. Θύμα του τουρκικού φανατισμού υπήρξε και ο μητροπολίτης Γρηγόριος, που είχε αρνηθεί να εγκαταλείψει την πόλη. Στις Κυδωνίες μετά την καταστροφή, κατά την ανταλλαγή πληθυσμών, εγκαταστάθηκαν Τούρκοι από τη Λέσβο, την Κρήτη και τη Μακεδονία.

Το 2007, στο λιμάνι του Αϊβαλιού έγινε για πρώτη φορά μετά το 1922 τελετή αγιασμού των υδάτων κατά την ημέρα των Θεοφανίων.

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Παρασκευή, 18 Ιουνίου 2010

Λυκία

Λυκία

Η Λυκία βρίσκεται στο νοτιοδυτικό τμήμα της Μικράς Ασίας. Συνορεύει στα δυτικά με την Καρία, στα βόρεια με τη Φρυγία, στα βορειανατολικά με Πισιδία και στα ανατολικά με τη Παμφυλία. Η Λυκία στα βάθη των αιώνων είχε πολλές ονομασίες που μας παραδίδουν οι αρχαίοι συγγραφείς. Ο Ησύχιος την αποκαλεί Γιγαντία και Τελμιλία και λέει αυτό ήταν το όνομα της πριν ονομαστή Λυκία [1][2]. Ο Παυσανίας με τον Ηρόδοτο λένε ότι λεγόταν Μιλυάδα, με την εγκατάσταση των Κρητών του Σαρπηδόνα μετά ονομάστηκε σε Τερμιλία. Με την έλευση στην περιοχή του Λύκου ονομάστηκε Λυκία.
Μυθολογία
Αναφορά στη Λυκία γίνεται στην Ιλιάδα, όταν ο Πάτροκλος σκοτώνει τον εξέχοντα ήρωα της, τον Σαρπηδόνα. Εκεί επεμβαίνει ο Δίας (στίχοι Π 663-683)[3] και δίνει εντολή στον Απόλλωνα για την ανάληψη του νεκρού Σαρπηδόνα από το πεδίο της μάχης και τη μεταφορά του στην πατρική Λυκία.

Προϊστορία
Η κατοίκηση της Λυκίας ξεκινά από την προϊστορική εποχή. Τα παλαιότερα ευρήματα είναι ο οικισμός του Kataras-Semahoyuk που ανάγετε στην πρώιμη εποχή του χαλκού (2700-2300 π.Χ.) και ο οικισμός του Bagbazi της χαλκολιθικής περιόδου. Στις μεσογειακές ακτές της έχουν βρεθεί ίχνη μυκηναϊκής παρουσίας. Κάποιοι ερευνητές ταυτίζουν τους αρχαίου Λύκιους με τους Lukka - Lukki των χετταιικών κειμένων. Σύμφωνα με αυτά τα κείμενα οι Λύκιοι σαν σύμμαχοι των Χετταίων πήραν μέρος στη μάχη του Καντές [4]. Τον 7ο αιώνα Ρόδιοι αποίκησαν τις ακτές της και ίδρυσαν τη Φάσαλις τη Ροδιάπολις και τα Κορύδαλλα.

Κλασσική περίοδος
Οι ιστορικές πηγές για τη Λυκία ξεκινούν όταν ο στρατός του Κύρου την κατακτά το 540 π.Χ..

Το 546 π.Χ. εισβάλουν στη Λυκία οι Πέρσες με τον στρατηγό Άρπαγο, όπως μας αναφέρει ο Ηρόδοτος οι κάτοικοι της Ξάνθου ήταν οι μόνοι που αντιστάθηκαν και έδειξαν μεγάλο ηρωισμό κατά την διάρκεια της πολιορκίας. Τέλος όταν είδαν ότι η πόλη θα πέση στους Πέρσες, μάζεψαν ολα τα γυναικόπαιδα στην ακρόπολη και έβαλαν φωτιά, οι ίδιοι πραγματοποίησαν έξοδο πέφτοντας όλοι στο πεδίο της μάχης[5]. Οι Λύκιοι συμμετείχαν και στην εκστρατεία του Ξέρξη με 50 πλοία με αρχηγό τον Κυβερνίσκο γιος του Σίκα[6]. Με το τέλος των περσικών πολέμων ο Κίμων κατέστρεψε την Ξάνθο και κατέλαβε την Φάσηλις. Όταν οι πόλεις της Λυκίας έγιναν ανεξάρτητες από τους Πέρσες προσχώρησαν στην Αθηναϊκή συμμαχία.

Ελληνιστική περίοδος

αρχαίοι τάφοι στη Λυκία
Εξελληνίστηκε κατά την περίοδο του Μ. Αλεξάνδρου, όταν εκείνος την κατέκτησε ολόκληρη μαζί με την Παμφυλία θέλοντας να εξουδετερώσει τη δύναμη του Περσικού ναυτικού, αφού κυριάρχησε στα παράλια. Αφού κατέβαλε με επίθεση τα Ύπαρνα, ανέθεσε τη διοίκησή της στον παιδικό του φίλο Νέαρχο, τον οποίο όρισε ως σατράπη. Μετά τον θάνατο του πέρασε στην κυριαρχία του Αντίγονου και μετά των Πτολεμαίων. Ο Αντίοχος Γ΄ την προσάρτησε στο βασίλειο του και τέλος στους Ρωμαίους.

Οι Λυκιακές πόλεις είχαν δημιουργήσει το κοινό των Λυκίων που ήταν μια ομοσπονδία των πόλεων της Λυκίας. Από αυτές 23 πόλεις είχαν δικαίωμα ψήφου και αποφάσιζαν από κοινοί σε περιπτώσεις πολέμων και συμμαχιών. Το κοινό υπήρχε από τον 3ο αιώνα π.Χ. και διατηρήθηκε και στα ρωμαϊκά χρόνια.

Χριστιανικοί χρόνοι
Δεν είναι γνωστό πότε εκχριστιανίστηκε η Λυκία, τα Μύρα αποτελούσαν μητρόπολη με πάνω από 30 επισκοπές. Από εδώ πέρασε 3 φορές ο Απόστολος Παύλος ενώ Λύκιος ήταν και ο Άγιος Νικόλαος επίσκοπος Μύρων , όπως και ο Νίκανδρος πρώτος επίσκοπος Μύρων. Το γνωστότερο μοναστήρι της Λυκίας ήταν αυτό της Σιών, γνωστός είναι και ο «Θησαυρός της Σιών» που βρέθηκε το 1963 και αποτελείται από 71 αργυρά σκεύη της μονής.

Βυζάντιο
Στη Βυζαντινή αυτοκρατορία η Λυκία αρχικά ήταν ανεξάρτητη επαρχία και αργότερα ανήκε στο θέμα των Κυβιραιωτών. Από τον 7ο έως τον 9ο αιώνα οι ακτές της Λυκίας δέχτηκαν επιδρομές Αράβων πειρατών με αποτέλεσμα την εγκατάλειψη των παραλιακών περιοχών της.

Λυκιακοί τάφοι
Χαρακτηριστικό της Λυκίας είναι οι τάφοι, οι οποίοι είναι λαξευμένοι σε βράχους, διώροφοι με τριγωνική στέγη. Πολλοί έχουν ανάγλυφη διακόσμηση ενώ στο εσωτερικό τους έχουν μεγάλων διαστάσεων σαρκοφάγους με παραστάσεις από την καθημερινή ζωή και τη μυθολογία.


Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Δευτέρα, 14 Ιουνίου 2010

Αλικαρνασσός.

Η πιο σημαντική από τις έξι πόλεις που αποτελούσαν την δωρική εξάπολη . Ηταν πατρίδα του πατέρα της ιστορίας Ηρόδοτου και βρίσκονταν στην βόρεια παραλία του Κεραμεικού κόλπου. Οι πρώτοι άποικοι της ήταν Δωριείς από την Τροιζηνία και αργότερα εγκαταστάθηκαν και Ιωνες .

Η Αλικαρνασσός διέθετε δύο ακροπόλεις και είχε αναπτύξει εμπορικές σχέσεις με την Αίγυπτο . Κατά τους περσικούς πολέμους εκστράτευσε εναντίον της κυρίως Ελλάδας με πέντε τριήρεις και την βασίλισσα της Αρτεμισία . Οι Αθηναίοι την επικύρηξαν στη ναυμαχία της Σαλαμίνος , διότι θεωρούσαν μεγάλη προσβολή γυναίκα να πολεμήσει εναντίον τους. Το 454 πχ και ύστερα από τις επιτυχίες του Κίμωνα η Αλικαρνασσός εντάχθηκε στην Α' Αθηναϊκή Συμμαχία . Σύντομα, όμως, υποτάχθηκε και πάλι στους Πέρσες ως τμήμα της σατραπείας που περιλάμβανε την Λυδία και την Καρία . Το 414 πχ ο Αλκιβιάδης την επανέφερε στο αθηναϊκό στρατόπεδο, αφού την ανάγκασε να καταβάλει μεγάλο χρηματικό ποσό.

Στις αρχές του 4ου πχ η Καρία αναφέρεται ως ιδιαίτερη σατραπεία με πρωτεύουσα την Αλικαρνασσό. Πρώτος Κάρας δυνάστης ήταν ο Εκάτομνος, τον οποίο διαδέχθηκε ο Μαύσωλος το 377 πχ. Επί ημερών του δεύτερου η Αλικαρνασσός έγινε η ομορφότερη και πιο πολυπληθής πόλη της Καρίας. Ο Μαύσωλος την περιέβαλε με τείχος 4.800 μέτρων και έχτισε πολλά μνημεία, ένα άρχισε την ανέγερση του περίφημου Μαυσωλείου, ένα από τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου, αλλά δεν πρόλαβε να το αποπερατώσει. Εδειξε ακόμη, μεγάλη πολιτική δραστηριότητα στο εξωτερικό, καταλαμβάνοντας την Κνίδο, την Ηράκλεια στον Λάτμο και περιοχές της Λυκίας. Υποκίνησε τον συμμαχικό πόλεμο εναντίον των Αθηνών και βοήθησε την εγκατάσταση ολιγαρχικών καθεστώτων στη Ρόδο, στην Κω και στην Χίο με την αποστολή καρικών φρουρών.

Οταν πέθανε ο Μαύσωλος το 352 πχ η σύζυγος του Αρτεμισία ολοκλήρωσε το Μαυσωλείο και διοργάνωσε μεγάλους αγώνες σε μνήμη του. Το 334 πχ η Αλικαρνασσός καταλήφθηκε ύστερα από μακρά πολιορκία από τον Αλέξανδρο, ο οποίος διέταξε την καταστροφή της. Ανοικοδομήθηκε από τους Επιγόνους και το 311 πχ ανακυρήχθηκε αυτόνομη πόλη. Το 301 πχ περιήλθε στην κατοχή του Λυσιμάχου και από το 280 πχ μέχρι το 200 πχ στους Πτολεμαίους. Στις αρχές του 2ου πχ αιώνα μαρτυρείται ως ελεύθερη σύμμαχος της Ρώμης, ενώ το 189 πχ περιήλθε στην πολιτική επιρροή της Ρόδου.

Η Αλικαρνασσός το 88 πχ κατακτήθηκε από τον βασιλιά του Πόντου Μιθριδάτη και οκτώ χρόνια αργότερα λεηλατήθηκε από τον Ρωμαίο στρατηγό Βέρρη. Τα έτη 62-58 πχ δέχθηκε αλλεπάλληλες πειρατικές επιδρομές, ενώ λίγο αργοτέρα λεηλατήθηκε για μια ακόμη φορά από τον Βρούτο και τον Κάσσιο. Αποτέλεσε σημαντικό εμπορικό κέντρο και της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και συνδέθηκε με την ακμή του πολεμικού στόλου της. Τον 6ο αιώνα μχ συνταράχθηκε από μονοφυσίτικες ταραχές, ενώ τον 7ο και τον 8ο αιώνα απέκρουσε τις αραβικές επιδρομές.

Στο τέλος του 14ου αιώνα η Αλικαρνασσός περιήλθε στους Ιωαννίτες ιππότες της Ρόδου, τους οποίους διαδέχθηκαν το 1522 οι Οθωμανοί Τούρκοι. Κατά τα Ορλοφικά ο ρωσικός στόλος απέτυχε δύο φορές να την καταλάβει, ενώ μετά την επανάσταση του 1821 πολλοί από τους Ελληνες κατοίκους της πέρασαν στην ελεύθερη Ελλάδα. Στις αρχές του 20ου αιώνα ο πληθυσμός της ήταν 11.000 κάτοικοι, εκ των οποίων οι μισοί περίπου ήταν Ελληνες. Κατά τη Μικρασιατική καταστροφή έφυγαν από την Αλικαρνασσό και οι τελευταίοι Ελληνες, οι οποίοι αποτέλεσαν τον πυρήνα της Νέας Αλικαρνασσού που βρίσκεται κοντά στο Ηράκλειο της Κρήτης. Η σημερινή πόλη Μπουντρούμ είναι χτισμένη επάνω στα ερείπια της αρχαίας Αλικαρνασσού.

Κυριακή, 13 Ιουνίου 2010

Η Σύγχρονη Ελλάδα Προέκυψε από την Ποίηση

Λυπάσαι που δεν προλάβαμε καθόλου
να συναντηθούμε πριν μου γράψεις
αποχαιρετώντας κάθε ελπίδα γνωριμίας
Λυπάμαι έναν τόσο σύντομο χωρισμό
που αποκλείεται κανείς να θυμάται
Λυπάσαι που δύο γράμματα ταυτόχρονα
διέσχισαν την απόσταση που μας χωρίζει
διπλασιάζοντας την απομάκρυνσή μας
Λυπάμαι που αν ήμασταν μαζί
δεν θα υπήρχε ούτε ένα γράμμα

Από τη συλλογή Γράμμα (1995)

Ο ποιητής και Σύμβουλος Τύπου και Επικοινωνίας της πρεσβείας της Ελλάδας στο Δουβλίνο Γιώργος Χουλιάρας, παραχώρησε συνέντευξη στα μέλη της Ένωσης Ακολούθων Τύπου Νίκο Νενεδάκη και Αθηνά Ρώσσογλου.

Forum Διεθνούς Επικοινωνιακής Πολιτικής: Η εμπειρία της “εξορίας”, η περιπλάνηση, και η προσπάθεια της μετάφρασης είναι κοινά μοτίβα για τον διπλωμάτη και τον συγγραφέα – ποιητή;

Γιώργος Χουλιάρας: Η διπλωματία – ιδίως στη δημόσια εκδοχή της, την οποία υπηρετούν οι σύμβουλοι επικοινωνίας – μπορεί να παραλληλισθεί με μια διαδικασία μετάφρασης μεταξύ χωρών, πολιτικών και πολιτισμών. Η “μετάφραση” αυτή επιτελείται στην “εξορία” μιας άλλης χώρας όπου βρίσκονται όσοι την υλοποιούν κατά τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή της “περιπλάνησής” τους. Από την άλλη πλευρά, η ποίηση και γενικότερα η γραφή οδηγούν σε μια εκτός των ορίων της καθημερινής χρήσης της γλώσσας εσαεί προσωρινή αποπλάνηση, στην οποία συνενέχονται όσοι επιχειρούν να μεταφράσουν τη ζωή σε λέξεις, γράφοντας, και όσοι μεταφράζουν τις λέξεις σε ζωή, διαβάζοντας. Τα μοτίβα αυτά επιβεβαιώνονται από γνωστές περιπτώσεις ανθρώπων όπως ο Saint-John Perse, ο Γιώργος Σεφέρης, ο Octavio Paz ή ο Homero Aridji.

Forum Διεθνούς Επικοινωνιακής Πολιτικής: Να βρούμε τον εαυτό μας, να ζήσουμε αυθεντικά, να έχουν οι πράξεις μας νόημα, για να συναντηθούμε. Ή να τα αρνηθούμε συνειδητά αυτά, να αμφιβάλλουμε. Η ποίηση ανοίγει δρόμους σε ένα κόσμο που «all that is solid melts into air»;

Γιώργος Χουλιάρας: Υποθέτουμε ότι όλοι θέλουν να ζήσουν αυθεντικά. Η αυθεντικότητα όμως καθίσταται μια επισφαλής δοξασία καθώς συγγενεύει με την αυθεντία και παραπέμπει σε κάθε είδους αφεντικά, που περιλαμβάνουν και την αφεντιά μας. Αντιθέτως, δεν υπάρχει συνείδηση χωρίς άρνηση. Βάλλοντας προς κάθε πλευρά, η αμφιβολία ελέγχει αστήρικτες βεβαιότητες. Οι δυσκολίες προκύπτουν στην ανασύνθεση. Επειδή η ποίηση είναι ασυνήθιστα χειρωνακτική εργασία, η οποία παράγει χειροπιαστά αποτελέσματα που αντιστοιχούν στην υλικότητα γλωσσολογικά συμβατικών σημείων και λέξεων, αν η κριτική διάθεση δεν υφίσταται η ίδια κριτική, τότε κάθε δημιουργία γίνεται αδιανόητη. Επομένως, τον χώρο της ποίησης διατρέχει μια άρνηση της άρνησης. Ένα ποίημα, αυτό που ποιείται δηλαδή, δεν αξιολογείται βάσει όσων πρεσβεύει. Η δραστικότητά του εξαρτάται από το πώς είναι γραμμένο. Αν κάτι μπορεί να ειπωθεί με άλλο τρόπο, το ποίημα περισσεύει. Εντούτοις, δεν εξαντλείται με το πώς λέγεται, γιατί έχει σημασία το τι λέγεται. Με άλλα λόγια, ο γρίφος της γραφής αναπαράγει τη συνεχώς προβληματική και αδιάκριτη σχέση μορφής και περιεχομένου. Δρόμους στην εποχή μας βέβαια ανοίγουν εκσκαφείς και εργολάβοι. Η ποίηση αποτελεί μέθοδο αναζήτησης που καταφάσκει εν αμφιβολία.

Forum Διεθνούς Επικοινωνιακής Πολιτικής: Σημειώνετε κάπου ότι η ποίηση έπαιξε κρίσιμο ρόλο κατά την ελληνική εθνογένεση. Στην ρομαντική εποχή η ποίηση μετείχε αποφασιστικά στην πολιτική αγωγή. Ποιος ο ρόλος της σήμερα;

Γιώργος Χουλιάρας: Μπορεί πράγματι να πει κανείς ότι η σύγχρονη Ελλάδα προέκυψε από την ποίηση, αναβιώνοντας τον μύθο της γέννησης της θεάς Αθηνάς. Τροχισμένη σε ευρωπαϊκά απελευθερωτικά άσματα, η κόψη του Σολωμού συνάντησε την όψη του Κάλβου στα παλίμψηστα τεφτέρια δημοτικών τραγουδιών, βυζαντινών ύμνων και αρχαίων ελλήνων ποιητών. Ασφαλώς, όπως όλες οι συνόψεις, έτσι και αυτή επικαλύπτει ποταμούς αίματος σε συγκρούσεις με τους κρατούντες, αλλά και εμφύλιες διαμάχες. Οι αγωνιστές της εποχής πάντως ήξεραν καλά το ποίημα. Στην πρώτη διακήρυξη προς ευρωπαϊκές αυλές και γκουβέρνα της εποχής, οι υπεύθυνοι επικοινωνίας, θα λέγαμε σήμερα, της Μεσσηνιακής Γερουσίας υπογράμμισαν την «ποιητική υποχρέωση» της Ευρώπης να στηρίξει τον ελληνικό αγώνα για ανεξαρτησία. Μαζικά κύματα φιλελληνισμού έπαιξαν καταλυτικό ρόλο στην εξέγερση. Αποτελεί ίσως κατάλοιπο του φαινομένου αυτού ότι θεωρούνταν κάποτε συλλήβδην ανθέλληνες όσοι διαφωνούσαν μαζί μας λόγω διαφορετικών συμφερόντων.

Οι ρομαντικοί δεν εξαφανίστηκαν με το τέλος του ρομαντισμού, όπως γνωρίζουν οι ανθοπώλες, καθώς ούτε με την παγκοσμιοποίηση εξέλιπαν τα εθνικά κράτη, όπως θα έπρεπε να γνωρίζουν οι θεράποντες των διεθνών σχέσεων ακόμη και σε μεγάλες χώρες. Η ενασχόληση με την ποίηση βέβαια εξακολουθεί να ερεθίζει μια ρομαντική διάθεση. Όσο ελπιδοφόρο όμως και αν είναι αυτό για την προσωπική ζωή των ποιητών, βραχυκυκλώνει συνήθως νευρώνες που επικεντρώνονται στην πρόσληψη ποιημάτων ή στην κατανόηση του ρόλου της ποίησης. Τον καιρό του Ομήρου, αλλά και των τροβαδούρων, η ποίηση αποτελούσε ψυχαγωγία, δηλαδή, μαζικό μέσο αγωγής της ψυχής για πληβείους και ευπατρίδες, απάτριδες και πρώιμους πατριώτες. Την εποχή του ρομαντισμού και των εθνικών κινημάτων η ποίηση ήταν μια απόλαυση που εμψύχωνε. Τον καιρό του ατόμου και της ατομικής βόμβας, στην ατομική εποχή, σκοπός του έργου τέχνης είναι η κατάργηση της μοναξιάς, έχει πει ο Νίκος Εγγονόπουλος, προσθέτοντας ότι η ζωή του ήταν αφιερωμένη στη ζωγραφική και την ποίηση γιατί παρηγορούν και διασκεδάζουν.

Πριν αναδειχθούν στην πιο αφηρημένη έκφραση της ανθρώπινης ευφυΐας, τα μαθηματικά φαίνεται να αναπτύχθηκαν με πρακτικές χρήσεις αριθμών και μεγεθών, από την ανάγκη να εκτιμηθεί η επιφάνεια μιας έκτασης ή να καταγραφεί η αποθηκευμένη σοδειά. Με ανάλογο τρόπο, πρακτικές χρήσεις της γλώσσας ανέδειξαν αφαιρετικά την ποίηση ως είδος του λόγου κατάλληλο για παράσταση και ανάγνωση αργότερα, όταν διαμορφώθηκαν ξεπηδώντας από την ποίηση άλλα είδη, όπως το θέατρο και η πεζογραφία, και αφού πια είχαν γενικευτεί τυπογραφία και αλφαβητισμός. Σήμερα η ποίηση αποτελεί μοναδικό τρόπο έρευνας των υπόρρητων διαδικασιών της γλώσσας και της απορίας που συνιστά η ανθρώπινη ζωή. Όπως κάθε έρευνα ή εξειδικευμένη ενασχόληση, η απόλαυση της ποίησης απαιτεί προπαιδεία. Παράλληλα όμως το καλλιτεχνικό έργο εμπεριέχει το δημοκρατικό αίτημα της πρόσληψής του από κάθε άτομο που θα του αφιερωθεί. Η αφιέρωση αυτή αποτελεί κρυφή πολιτική αγωγή όταν μάλιστα κίνδυνο για τη δημοκρατία αποτελεί η ιδιωτεία.

Forum Διεθνούς Επικοινωνιακής Πολιτικής: Πόσο η ποίηση είναι υπόθεση μιας γλώσσας; Είναι εθνική υπόθεση; Πόσο η υποκειμενικότητα, ο αναστοχαζόμενος εαυτός, είναι εθνική υπόθεση;

Γιώργος Χουλιάρας: Η ποίηση είναι συγχρόνως παγκόσμια υπόθεση και υπόθεση μιας γλώσσας, στην επαρχία της οποίας αναπτύσσεται. Παρά τη νομαδική διάθεση πολλών ποιητών, η καλλιέργεια της γλώσσας που συνδέεται με την ποίηση, είναι γεωργικού τύπου ασχολία, όπως όλες οι καλλιέργειες. Συγγενικού τύπου αντιδιαστολή προκύπτει εξετάζοντας το ζήτημα από την πλευρά της μετάφρασης. Επειδή ο ποιητικός λόγος μεταφράζεται δύσκολα, ακούγεται σωστή η παρατήρηση του Ρόμπερτ Φροστ ότι ποίηση είναι ό,τι δεν μεταφράζεται. Ταυτόχρονα όμως η ποίηση είναι μεταφράσιμη, ακριβώς γιατί αποτυπώνεται σε μια γλώσσα, δηλαδή στο ιδίωμα μιας ανθρώπινης κοινότητας, όπου εξ ορισμού εμφιλοχωρεί η μετάφραση. Η γλώσσα του ποιητή είναι προσωπική, όχι ιδιωτική. Ιδιωτικές και τεχνητές γλώσσες μέχρι στιγμής τουλάχιστον δεν έχουν παράγει ποίηση, αν και λογοτεχνικοί κραδασμοί ανιχνεύονται σε όλα τα κείμενα και συστήματα σημείων. Δυνητικά ποίηση μπορεί να γραφεί με κώδικα Μορς, ενώ το Twitter προσκαλεί σε χαϊκού και αποφθέγματα έως 140 χαρακτήρες. Ίσως χρειάζεται να κατανοήσουμε την ποίηση βιολογικών ειδών πέραν του ανθρώπου πριν μπορέσουμε να προγραμματίσουμε ηλεκτρονικούς υπολογιστές-ποιητές.

Ο πολιτισμός δεν είναι αυτοφυής υπόθεση, αλλά αποτέλεσμα ιστορικών οσμώσεων, συγκρούσεων, επιρροών, δανεισμών και κάθε άλλης ενέργειας που χαρακτηρίζει την ανθρώπινη δράση. Η ποίηση παραμένει εθνική υπόθεση με τον ίδιο τρόπο που υπόθεση μιας χώρας είναι τα φυτά και τα ζώα που ριζώνουν ή κινούνται στην επικράτειά της. Από μία άποψη, είναι δικά της. Από μία άλλη, χλωρίδα και πανίδα δεν ανήκουν σε κανέναν ή ανήκουν στον κόσμο (τους). Είναι θετικό ασφαλώς όταν αισθήματα συναισθηματικής ιδιοκτησίας οδηγούν σε συνείδηση και πράξεις προστασίας του περιβάλλοντος, φυσικού ή πνευματικού. Είναι αρνητικό όταν αποτελούν πρόφαση κυριαρχίας και καταστροφής. Ό,τι αναπτύσσεται σε μια χώρα είναι πολύτιμο για την ίδια ακόμη και όταν αδυνατεί να το διαχειρισθεί. Όταν το άτομο έχει δυσκολία να χειρισθεί την υποκειμενικότητά του, πώς θα το έκανε αυτό μια χώρα; Τελικά όμως κάθε τόπος δεν είναι τίποτε άλλο παρά οι άνθρωποι που τον συγκροτούν, με την ασίγαστη διαπάλη και συνεργασία τους.

Forum Διεθνούς Επικοινωνιακής Πολιτικής: Η New School for Social Research, στην οποία φοιτήσατε, αποπειράται να γεφυρώσει την ευρωπαϊκή κριτική θεωρία με τον αμερικανικό πραγματισμό. Τι είναι για σας η Ευρώπη; Και τι η Αμερική;

Γιώργος Χουλιάρας: Το Πανεπιστήμιο στην Εξορία (University in Exile), που δημιουργήθηκε στη Νέα Υόρκη ως καταφύγιο από το χιτλερικό καθεστώς ανθρώπων όπως η Hannah Arendt, υπήρξε εξαρχής Μεταπτυχιακή Σχολή πανεπιστημίου που είχε ιδρύσει με άλλους ο John Dewey. Παρά τους αντίστροφους φιλοσοφικούς προσανατολισμούς, επρόκειτο για σύντηξη αμερικανικού κριτικού πνεύματος και ευρωπαϊκού πραγματισμού. Στον ερεθισμό που προκάλεσαν ευρωπαίοι διανοητές έχει αναφερθεί και ο Μάρλον Μπράντο, που μεταπολεμικά βρέθηκε για ένα χρόνο εκεί. Εκείνη την εποχή η Νέα Υόρκη, που δεν θα μπορούσε να είναι πρωτεύουσα των Ηνωμένων Πολιτειών, διεκδίκησε τον ρόλο πολιτιστικής πρωτεύουσας του κόσμου και τον απέσπασε από το Παρίσι, που τον είχε διατηρήσει κατά το πρώτο ήμισυ του εικοστού αιώνα. Η Νέα Υόρκη, το Όρεγκον και η Καλιφόρνια, η Βοστώνη και η Ουάσιγκτον διαφέρουν μεταξύ τους τουλάχιστον όσο η Δανία από την Ελλάδα. Οι διαφορές αυτές εξαφανίζονται όταν η “Αμερική” αποτελεί μαύρο κουτί για τους Ευρωπαίους, όπως και η “Ευρώπη” για τους Αμερικανούς. Είμαστε όλοι τυφλοί και περιγράφουμε τον ελέφαντα από το μέρος του σώματός του που αγγίζουμε, σύμφωνα με το ινδικό παραμύθι. Ως συνήθως, η ημιμάθεια είναι χειρότερη από την άγνοια. Αξιοπρόσεκτο πάντως δεν είναι μόνο ότι η συγγένεια των δύο πλευρών υποκρύπτει αντιθέσεις, αλλά ότι επικρατεί σύγκλιση. Η μετατόπιση σήμερα των Αμερικανών από την Ευρώπη αντιστοιχεί σε δύο βασικά προβλήματα: τη δανειοδοτική εξάρτηση των ΗΠΑ, μέσω ομολόγων, από την Κίνα και την προσπάθεια να απομακρυνθούν από το στόχαστρο του ισλαμικού κόσμου. Εκατέρωθεν ιδρυτικοί μύθοι υπήρξαν διαφορετικοί. Διαφέρει η συνείδηση του ρόλου του κράτους, αν και οι ΗΠΑ είναι κράτος παλαιότερο από τα ευρωπαϊκά. Ελάχιστα ουέστερν έχουν γυριστεί στις πεδιάδες των Τρικάλων.

Σε αποχαιρετιστήριο σημείωμα σε εφημερίδα της Ουάσιγκτον, όταν αναχωρούσα για το Δουβλίνο, ο James Morrison θυμήθηκε φράση της μητέρας μου – «Καλύτερα στο Όρεγκον, παρά στη φυλακή» – καθώς πράγματι πήγα για σπουδές στην Αμερική ενώ είχαμε δικτατορία στην Ελλάδα. Κρίσιμη επιλογή τελειώνοντας το γυμνάσιο στη Θεσσαλονίκη ήταν να αρνηθώ υποτροφία για την Οξφόρδη, για να αποδεχθώ υποτροφία από πανεπιστήμιο των ΗΠΑ, όπου πίστευα ότι θα μάθω πώς κυβερνάται ο κόσμος. Στα χρόνια της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας θα επέλεγα αντί της Αθήνας τη Ρώμη, την οποία θα ήταν αδύνατον να φανταστείς ζώντας στις βρετανικές νήσους ή στην Καππαδοκία. Καθοριστικό ήταν ότι πήγα απευθείας σε αμερικανικό περιβάλλον με ελάχιστους Έλληνες, τους οποίους συνάντησα σε μεγάλους αριθμούς τα μεταπτυχιακά χρόνια στη Νέα Υόρκη, όπου πέρασα τα περισσότερα συνεχή χρόνια της ζωής μου. Όσα η Ευρώπη έχει επενδύσει σε χρόνο, η Αμερική, την οποία διέσχισα με αυτοκίνητο όχι μόνο μια φορά, τα επένδυσε σε χώρο. Συγκριτικά, όλη η Ευρώπη θα μπορούσε να γίνει πεζόδρομος και να τη διασχίζουμε με τα πόδια, όπως έκαναν ο Καρδαμυλίτης Patrick Leigh Fermor ή ο σκηνοθέτης Werner Herzog.

Όταν τα μεγέθη είναι τόσο μεγάλα δεν χρειάζεται να τα ξέρεις όλα και αυτό θεραπεύει τους Αμερικανούς από την πασιγνωστική νόσο των Ευρωπαίων. (Ξερόλες δεν είμαστε μόνο οι Έλληνες.) Δημιουργείται όμως μονοτονία από τη διαρκή διαδοχή εμπορικών κέντρων, πρατηρίων και ταχυφαγείων. Πρόκειται για έκφραση του κοινωνικού συμβολαίου στην Αμερική, αλλά και συνέπεια της αυτοκρατορίας που περιορίζει την περιέργεια του μέσου πολίτη, με αποτέλεσμα, φερ’ειπείν, τα καλά σχολεία εκεί να είναι κορυφαία, ενώ όσα δεν διεκδικούν κορυφή πολύ κατώτερα ενός μέσου όρου ιδρυμάτων σε αναπτυγμένες κοινωνίες. Πάντως από τον δυναμισμό της Αμερικής έχουμε να μάθουμε πολλά και απαραίτητα στην πορεία του ευρωπαϊκού εγχειρήματος ολοκλήρωσης. Σε σχέση με την αξιοκρατία, όπου παρουσιάζεται έλλειμμα στην Ευρώπη, η Αμερική καθιστά σαφές ότι η αναγνώριση δεν προϋποθέτει ούτε συνεπάγεται τη μείωση άλλων.

Forum Διεθνούς Επικοινωνιακής Πολιτικής: Υπήρξατε συνιδρυτής και επιμελητής των πολύ ποιοτικών περιοδικών «Τραμ» (1971-1978) και «Χάρτης» (1982-1987). Ποια είναι η σημερινή κατάσταση σε ό,τι αφορά τα ελληνικά λογοτεχνικά περιοδικά;

Γιώργος Χουλιάρας: Χωρίς περιοδικά δεν υπάρχει αποτύπωση τρέχουσας λογοτεχνικής παραγωγής. Γνωρίζοντας πόσο δύσκολη είναι συνήθως η έκδοση ενός λογοτεχνικού περιοδικού, μόνο θετικά μπορώ να εκφραστώ για κάθε παρόμοιο εγχείρημα ακόμη και αν εμφανίζεται ατελέσφορο. Υπάρχουν σήμερα αξιόλογα περιοδικά που εκδίδονται στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και άλλες πόλεις, ενώ επίσης έχουν αναπτυχθεί ποιητικές πλατφόρμες στο διαδίκτυο και εν γένει ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά. Παρά τη διεύρυνση των τεχνικών μέσων παραγωγής, οξυμένο πάντα εμφανίζεται το πρόβλημα της διανομής τους. Θα ήταν χρήσιμη μια μετα-περιοδική έκδοση που θα παρουσίαζε το περιεχόμενό τους, ενημερώνοντας ενδιαφερομένους και αυξάνοντας τον κύκλο αναγνωστών. Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε τον κόπο όλων αυτών που σήμερα ασχολούνται με λογοτεχνικά περιοδικά, ξεφεύγοντας από γκρίνιες και κακεντρέχειες που προδίδουν μια δυσάρεστη αυταρέσκεια της ελληνικής πνευματικής ζωής.

Forum Διεθνούς Επικοινωνιακής Πολιτικής: Μετείχατε πρόσφατα στα Διοικητικά Συμβούλια της Εταιρείας Συγγραφέων (ως Αντιπρόεδρος για τις διεθνείς σχέσεις), και της Modern Greek Studies Association, υπήρξατε επιμελητής του Journal of Hellenic Diaspora αλλά και μέλος της κριτικής επιτροπής του Neustadt International Prize for Literature (1996). Ποια είναι η απήχησή της ελληνικής λογοτεχνίας στο εξωτερικό; Ενδιαφέρει η «εμπειρία της Νεώτερης Ελλάδας»;

Γιώργος Χουλιάρας: Ο Καζαντζάκης παλιότερα και ο Καβάφης – οι μεταφράσεις του οποίου συνεχώς πολλαπλασιάζονται – είναι σχεδόν τα μόνα γνωστά ονόματα στο εξωτερικό, δηλαδή στον αγγλόγλωσσο κόσμο που είναι καθοριστικός. Δυστυχώς ούτε ο Σεφέρης ούτε ο Ελύτης ξεπέρασαν το φράγμα ενός μεταφραστικού γκέτο (συγκριτικά προς γνωστούς συγγραφείς από Ευρώπη ή Λατινική Αμερική). Σε αυτό συνέβαλαν στοιχεία ελληνοφοβίας (όπως έχω ονομάσει την αθέατη όψη του φιλελληνισμού) και ο πόλεμος που υφίσταται από Έλληνες όποιος αναδεικνύεται μεταξύ ξένων. Σε σχέση με την ελληνική λογοτεχνία πολλοί Έλληνες συνιστούν όσα συνιστούν σε ξένους και για την Αθήνα: δύσκολο μέρος, πάτε κατευθείαν στα νησιά. Κυρίως όμως πρόκειται για αποτέλεσμα καταμερισμού σε μια παγκόσμια πολιτιστική αγορά, όπου είναι μικρό το μερίδιο που αντιστοιχεί στην Ελλάδα, ειδικά μετά την περίοδο του 1960, όταν η χώρα λογιζόταν μήτρα ευρωπαϊκού πρωτογονισμού.

Στο πλαίσιο μιας τόσο αυστηρής αποτίμησης, ωστόσο, υπάρχει απήχηση της ελληνικής λογοτεχνίας όταν δημιουργούνται προϋποθέσεις για να ακουστεί. Μιλώ ευρύτερα, αλλά και από προσωπική εμπειρία. Μου έκανε εντύπωση, λόγου χάριν, σε διεθνή συνάντηση της Αμερικανικής Εταιρείας Μεταφραστών Λογοτεχνίας όταν γνώρισα ανθρώπους που παρακολουθούν συστηματικά δημοσιεύσεις δουλειάς μου σε ξένα περιοδικά. Αντίστοιχες εμπειρίες υπήρξαν και εκτός Αμερικής, στην Ιρλανδία, τη Σλοβενία, την Τουρκία. Προσκλήσεις σε λογοτεχνικά φεστιβάλ οδηγούν σε νέες προσκλήσεις, που επιτρέπουν να μιλήσει κανείς για τη λογοτεχνία και την Ελλάδα. Η ελληνική εμπειρία – όχι μόνο στη λογοτεχνία ή τη μουσική, αλλά στην πολιτική και την οικονομία – προκαλεί ενδιαφέρον όποτε δίδεται η ευκαιρία να παρουσιαστεί. Σε αμερικανούς φοιτητές, όταν δίδασκα στη Νέα Υόρκη, υπογράμμιζα τον «υποδειγματικό» χαρακτήρα της ελληνικής εμπειρίας. Η σχέση που έχουν οι Έλληνες με το βαρύ παρελθόν τους ενδιαφέρει όλους, όταν παρουσιάζεται με τον τρόπο αυτό, γιατί η σχέση με το παρελθόν είναι πάντοτε βαρεία.

Forum Διεθνούς Επικοινωνιακής Πολιτικής: Έως τώρα έχετε εργαστεί ως Ακόλουθος και Σύμβουλος Τύπου και Επικοινωνίας στις διπλωματικές αποστολές της Ελλάδας στη Νέα Υόρκη, στην Οτάβα, στη Βοστώνη, στην Ουάσιγκτον, και τώρα στο Δουβλίνο. Πέστε μας για την επιλογή σας αυτή. Καβάφης και Σεφέρης υπήρξαν «τακτικότατοι» υπάλληλοι. Σε πιο βαθμό συναντά ο υπάλληλος τον ποιητή;

Γιώργος Χουλιάρας: Είχα την τύχη να γνωρίσω καλύτερα τον Ανδρέα Εμπειρίκο, ίσως τον ευγενέστερο των Ελλήνων. Συμφωνώ όμως με τον Εγγονόπουλο, που δούλευε στο Πολυτεχνείο και έλεγε «εργάστηκα συνεχώς, σκληρά, ως υπάλληλος, χωρίς να λείψω ούτε στιγμή». Δύο δυνατότητες υπάρχουν για έλληνες τουλάχιστον ποιητές – να είναι εφοπλιστές ή υπάλληλοι. Αν δεν συνέβη να γεννηθείς ούτε αργότερα εντάχθηκες σε μια κατηγορία ανθρώπων χωρίς οικονομικές ανάγκες, επειδή είναι πολύ πλούσιοι ή πολύ φτωχοί, τότε αναγκαστικά θα ανήκεις στην άλλη κατηγορία. Σε όλα βέβαια υπάρχει ένα κόστος και μάλιστα αυτό που ονομάζουμε στα οικονομικά «κόστος ευκαιρίας», δηλαδή, το κόστος των επιλογών που χάνεις λόγω της απασχόλησής σου με ό,τι κάνεις. Η εργασία όμως, εφόσον σε ενδιαφέρει εκείνο με το οποίο ασχολείσαι, δεν αποτελεί μόνο απορρόφηση από το αντικείμενο και υποχρεώσεις που αποδιοργανώνουν το γράψιμο. Αποτελεί επίσης ένα πλέγμα στο οποίο οργανώνεται η εμπειρία της ζωής. Δεν πιστεύω ότι χρειάζεται να γράφονται τα πάντα. Αρκεί η εξάντληση να μη φτάνει σε σημείο να νομίζεις ότι δεν θα μπορέσεις να συνεχίσεις. Για τον συγγραφέα, πλεονέκτημα της δικής μας δουλειάς είναι ότι, για να είσαι επαγγελματικά αποτελεσματικός, πρέπει συνεχώς να προβληματίζεσαι για τη σχέση της χώρας σου με τον κόσμο και για τη δική σου δράση ως εκπροσώπου της στο εξωτερικό. Επανεμφανίζονται εδώ τα μοτίβα της εκτός ορίων μετάφρασης και περιπλάνησης που αναφέρθηκαν στην αρχή.

Χρειάζεται να προστεθεί πως οτιδήποτε και αν κάνεις, το οποίο σε χαρακτηρίζει, είναι αξιοποιήσιμο στην καθημερινή δουλειά σου, ειδικά στη δική μας εργασία. Κάθε συστηματική ενασχόληση αποτελεί επιβεβαίωση αξιοπιστίας για έναν ξένο διαμορφωτή γνώμης, που συχνά περιμένει να συναντήσει έναν γραφειοκρατικό διεκπεραιωτή πληροφοριών. Δεν αναφέρομαι αναγκαστικά σε συγγραφείς. Η ενασχόληση μπορεί να είναι ένα άθλημα. Θα έλεγα μάλιστα σε νεότερους να αναγάγουν, αν γίνεται, κάποια κλίση, προτίμηση ή τομέα γνώσεων τους σε ενασχόληση που τους χαρακτηρίζει και έχει θετική απήχηση στον ξένο περίγυρο.

Forum Διεθνούς Επικοινωνιακής Πολιτικής: Παραδοσιακά, στόχος του Συμβούλου Τύπου και Επικοινωνίας, είναι μια πολιτική δουλειά, ο άμεσος επηρεασμός των ΜΜΕ. Είναι εφικτό αυτό;

Γιώργος Χουλιάρας: Αν φανταστούμε ως πεδίο αναφοράς την Ελλάδα – αν είμασταν, δηλαδή, Σύμβουλοι μιας ξένης πρεσβείας στην Αθήνα – τι θα σήμαινε άμεσος επηρεασμός ελληνικών ΜΜΕ; Αν εννοούμε ότι ένας δημοσιογράφος ή ΜΜΕ λαθραία θα παρουσίαζε άποψή μας ως δική του, μήπως θα επρόκειτο για περιστατικό εξαγοράς; Αυτό συζητάμε; Αν πάλι εννοούμε αθρόα προσέλευση συντακτών σε ενημέρωση της Πρεσβείας, αυτό θα ήταν αποτέλεσμα ενεργειών ή θα αντανακλούσε τη σημασία για την Ελλάδα της συγκεκριμένης χώρας; Πρέπει, επομένως, να εκτιμάται κατ’αρχάς η σημασία που έχει η Ελλάδα για τη χώρα στην οποία αναφερόμαστε και να γνωρίζουμε το πλαίσιο και τα ήθη λειτουργίας των επιτοπίων ΜΜΕ.

Ως αστείο επιτρέπεται ένας Σύμβουλος να μιλά για άμεσο επηρεασμό. Σε συνομιλητές έχω πει ότι η καλύτερη προπαγάνδα είναι η αλήθεια όταν ήμουν έτοιμος να εμπλακώ σε ειλικρινή συζήτηση. Υπάρχουν βέβαια πράγματα που λέγονται και δεν γίνονται και πράγματα που γίνονται και δεν λέγονται. Υπό κανονικές συνθήκες πάντως, το σημαντικότερο προσόν ενός Συμβούλου είναι η αξιοπιστία. Την εποχή του διαδικτύου, είναι δύσκολο να διαθέτει πληροφορίες που δεν θα βρει με άλλο τρόπο όποιος επιθυμεί να ενημερωθεί. Η προστιθέμενη αξία που εμφανίζει για τον ξένο δημοσιογράφο είναι ο συνδυασμός πολλών στοιχείων όταν συνδέονται πειστικά για τον τρόπο σκέπτεσθαι στη συγκεκριμένη χώρα.

Η σημασία σήμερα της λειτουργίας Γραφείων Τύπου & Επικοινωνίας στο εξωτερικό στηρίζεται πρωτίστως στην ανάπτυξη διαπροσωπικών σχέσεων, γνωριμιών και επαφών που μπορεί να φωτίσουν θετικά την εικόνα της χώρας. Αναπτύσσοντας αξιοπιστία, που σημαίνει ότι σε μια στιγμή κρίσης θα ζητηθεί η άποψή του, ένας Σύμβουλος μπορεί πράγματι να επηρεάσει, προκαλώντας, π.χ., διάψευση από αρθρογράφο εφημερίδας μεγάλου κύρους δημοσιεύματος άλλης έγκυρης εφημερίδας που ενέπλεκε την Ελλάδα σε επιθετικές επιδιώξεις κατά τρίτης χώρας. Παρόμοιες εμπειρίες στηρίζουν την άποψη ότι η αθέατη πλευρά της δημόσιας διπλωματίας είναι κάποτε σημαντικότερη από όσα γίνονται αμέσως αντιληπτά.

Forum Διεθνούς Επικοινωνιακής Πολιτικής: Η πολιτιστική διπλωματία της Ελλάδας φαίνεται να στηρίζεται κυρίως σε κάποια χαρισματικά πρόσωπα, ενώ απουσιάζει η διακριτή υπηρεσιακή δομή στις διπλωματικές αποστολές. Ποιες είναι οι προοπτικές;

Γιώργος Χουλιάρας: Σε ελάχιστες Πρεσβείες υπάρχουν διαπιστευμένοι μορφωτικοί σύμβουλοι, ενώ η με πολιτιστική στόχευση επικοινωνιακή δραστηριότητα των Γραφείων Τύπου επιχειρεί να καλύψει ένα μεγάλο κενό. Δομές πρέπει και μπορούν να βελτιωθούν. Προσοχή όμως χρειάζεται να επικεντρωθεί στο περιεχόμενο και τις μορφές παραγωγής δράσεων προβολής του ελληνικού πολιτισμού. Συνήθως αποφεύγουμε μια θεμελιώδη διαπίστωση. Αν και η Ελλάδα είναι μια πλούσια χώρα, σύμφωνα με τους δείκτες του ΟΗΕ, δεν θα έχει ποτέ στη διάθεσή της τόσους πόρους όσους θα άξιζαν το εύρος, το βάθος και η διάρκεια του πολιτισμού της. Αντίστοιχες δράσεις, επομένως, πρέπει να είναι αποτελεσματικές, με βασικό κριτήριο τον βαθμό διείσδυσης σε επιλεγμένα τμήματα του ξένου κοινού που θεωρούνται αποδέκτες των δράσεων αυτών.

Θα αναφέρω επιγραμματικά τρεις κατευθύνσεις που νομίζω ότι χρειάζεται και μπορούμε να ακολουθήσουμε: α) Προβολή του ελληνικού πολιτισμού μέσω της απήχησής του σε διεθνούς κύρους διαμορφωτές πολιτιστικής γνώμης. Λόγου χάριν, γιατί χαρακτηρίζει ο λαβύρινθος το έργο του Μπόρχες; Γιατί μετασχημάτισε ελληνικούς μύθους σε χορογραφίες η Μάρθα Γκράχαμ; Γιατί μετέφερε τον Οδυσσέα στο Δουβλίνο ο Τζέιμς Τζόις; Πρόκειται για αρχέτυπα όχι μόνο της αρχαίας, αλλά και της νεότερης Ελλάδας. β) Υποστήριξη προγραμμάτων νεοελληνικών σπουδών και φορέων διεθνούς συντονισμού τους, όπως η Εταιρεία Νεοελληνικών Σπουδών στη Βόρειο Αμερική. γ) Στήριξη παρουσίας και επισκέψεων στο εξωτερικό ελλήνων συγγραφέων που δεν έχουν πρόβλημα να μιλήσουν σε κοινό. Πρόκειται για μια όχι δαπανηρή δράση, καθώς συνήθως αρκεί ένα εισιτήριο και ένα μολύβι.

Το πιο σημαντικό ίσως είναι η εικόνα που έχουν οι Έλληνες για τη χώρα τους. Συγκριτικό πλεονέκτημα της Ελλάδας είναι η θέση της στον χώρο και στον χρόνο, γεωγραφικά και ιστορικά. Εκείνο όμως που την καθιστά ανά πάσα στιγμή ελκυστική είναι η εμπειρία ενός τρόπου ζωής. Από την άποψη αυτή, βασική προϋπόθεση για την προβολή της χώρας είναι εκείνοι που παράγουν την εμπειρία αυτή, οι Έλληνες, “να περνούν καλά”. Είναι αλήθεια ότι η χώρα έχει προχωρήσει πολύ, ενώ, μετά την κατάρρευση της δικτατορίας, διάγει την ομαλότερη περίοδο της σύγχρονης ιστορίας της. Είναι επίσης αλήθεια ότι έχουμε αποτύχει στο πώς προσδιορίζουμε το “περνώ καλά”, συχνά αποδίδοντάς του επιθετικό ή χυδαίο χαρακτήρα. Ας δοκιμάσουμε πάλι. Ας αποτύχουμε πάλι. Ας αποτύχουμε καλύτερα, όπως έλεγε ο Μπέκετ.

Forum Διεθνούς Επικοινωνιακής Πολιτικής: Σε σύγχρονες προσεγγίσεις τονίζεται το στοιχείο του διαλόγου στη Δημόσια Διπλωματία. Πως μπορεί να ενσωματωθεί σε δράσεις ελληνικής δημόσιας διπλωματίας;

Γιώργος Χουλιάρας: Υπάρχουν πολλοί τρόποι να προσεγγιστεί η ενσωμάτωση στοιχείων διαλόγου ή αναδραστικού χαρακτήρα πρωτοβουλιών στο συγκεκριμένο περιβάλλον όπου ενεργοποιείται κανείς. Έχοντας αναφερθεί σε εμπειρίες από ΗΠΑ και Ευρώπη, θα ανατρέξω σε καναδικά παραδείγματα. Τρία επιθυμητά χαρακτηριστικά πολλαπλών δράσεων δημόσιας διπλωματίας συνοψίζονται σε τρία Α: ακεραιότητα, αμεσότητα και αμοιβαιότητα. Πρέπει να είναι ακέραια ή ακριβής η πληροφορία που δίδεται, καθώς η ακεραιότητα οδηγεί σε μακροπρόθεσμη αξιοπιστία. Πρέπει να δίδεται γρήγορα, γιατί η αμεσότητα οδηγεί σε επανάληψη αναζήτησης πληροφοριών από την ίδια πηγή και επαγγελματική επιδίωξη είναι να σε αναζητούν οι διαμορφωτές γνώμης όταν σε χρειάζονται και όχι να τους αναζητείς όταν δεν σε χρειάζονται. Κατ' εξοχήν διαλογικό στοιχείο είναι η αμοιβαιότητα. Η προώθηση πληροφοριών και εκτιμήσεων για την Ελλάδα σε καναδούς δημοσιογράφους ήταν μέρος γενικότερης διευκόλυνσης του έργου τους. Μαθαίνοντας ποιά θέματα τους απασχολούσαν, συνήθως σε σχέση με ΗΠΑ, και διευκολύνοντας επαφές τους εκεί, προκαλούσε διάλογο και διάθεση να ακούσουν ή να ρωτήσουν για ελληνικά ζητήματα. Κατά τρόπο ανάλογο, υπηρεσιακοί και άλλοι παράγοντες της καναδικής ζωής διευκολύνονταν σε σχέση με επαφές τους σε Ευρώπη και ΗΠΑ, το οποίο ανταπέδιδαν με αμοιβαιότητα επικυρώνοντας καλές σχέσεις με διαμορφωτές γνώμης στον Καναδά. Αποτέλεσμα ήταν να ερωτηθεί άτυπα πολλές φορές ο έλληνας Σύμβουλος από καναδικά ΜΜΕ όταν επρόκειτο να επιλέξουν καναδό αρθρογράφο να σχολιάσει ευρωπαϊκές και βαλκανικές εξελίξεις.

Πρόσφατα πέθανε η γερμανίδα χορογράφος Pina Bausch, που μεγάλωσε στο εστιατόριο των γονιών της. Πέρασα πολύ χρόνο κάτω από τα τραπέζια, όταν ήμουν μικρή, έχει πει η Μπάους. Υπήρχε τόσος κόσμος και συνέβαιναν πάντα τόσα παράξενα πράγματα. Σε όποιο εστιατόριο και αν μεγάλωσε κανείς και όπου και αν χορογραφεί σήμερα, είναι σημαντικό – θέλω να πω, καταλήγοντας και ευχαριστώντας για τις διεισδυτικές ερωτήσεις – να συνδέει όσα έχει δει με εκείνα που τώρα κάνει.

Γιώργος Χουλιάρας – Συνοπτική εργογραφία

Ο τόμος Δρόμοι της Μελάνης (Νεφέλη, 2005) περιλαμβάνει ποιήματα που έχουν δημοσιευθεί στα βιβλία (από τις εκδόσεις Τραμ το πρώτο και Ύψιλον εν συνεχεία): Εικονομαχικά (1972), Η άλλη γλώσσα (1981), Ο θησαυρός των Βαλκανίων (1988), Fast Food Classics (Στίχοι ταχυφαγείων, 1992) και Γράμμα (1995), ενώ εκτός εμπορίου κυκλοφόρησε (1.5.04) το ποίημα «Στο κέντρο του νερού».

Ποιήματα στο πρωτότυπο ή σε μεταφράσεις έχουν επίσης δημοσιευθεί σε μεγάλο αριθμό περιοδικών στην Ελλάδα και στο εξωτερικό (Γράμματα και Τέχνες, Εντευκτήριο, Η λέξη, Ποίηση, Τραμ, Χάρτης, Agenda, Cumberland Poetry Review, Grand Street, Hanging Loose, Harvard Review, International Poetry Review, International Quarterly, Mediterraneans, Modern Poetry in Translation, North Dakota Quarterly, Osiris, Pequod, Ploughshares, Poetry, Point of Reference, Translation, World Literature Today κ.ά.)

Ποιήματα περιλαμβάνονται σε πολλές ανθολογίες, μεταξύ των οποίων πρόσφατα η ανθολογία ευρωπαϊκής ποίησης New European Poets (επιμ. Wayne Miller & Kevin Prufer, Graywolf Press, 2008) και η πρώτη ανθολογία ελληνο-αμερικανικής ποίησης Pomegranate Seeds (επιμ. Dean Kostos, Somerset Hall Press, 2008).

Ποιήματα έχουν αποτελέσει κείμενο θεατρικής παράστασης («Bread of Words», Νέα Υόρκη, 1993), ενώ το ποίημα «Συνεχής πίνακας» έχει χορογραφηθεί («Continuous Painting», Νέα Υόρκη, 1998), όπως σημείωσε η εφημερίδα The New York Times.

Βιβλιοκρισίες και βιβλιοκριτικά δοκίμια για την ποίησή του έχουν δημοσιευθεί σε συλλογικούς τόμους και περιοδικά (Journal of Modern Greek Studies, Modern Greek Studies Yearbook, World Literature in Translation κ.ά.).

«Η Αμερική δεν είναι πια εδώ» (απόσπασμα απομνημονευμάτων) περιλαμβάνεται στη λογοτεχνική ανθολογία για την Ελλάδα Greece: A Traveler’s Literary Companion (επιμ. Artemis Leontis, Whereabouts Press, 1997).

Μεγάλος αριθμός δοκιμίων και άρθρων για θέματα λογοτεχνίας, ιστορίας του πολιτισμού ή διεθνών σχέσεων, καθώς επίσης βιβλιοκρισίες, σημειώματα και συνεντεύξεις, έχουν δημοσιευθεί σε επιστημονικούς τόμους, περιοδικά και εφημερίδες στο εξωτερικό και στην Ελλάδα (Απογευματινή, Βήμα, Ελευθεροτυπία, Επίλογος, Καθημερινή κ.ά.)

Πηγή: http://icp-forum.gr/wp/

Παρασκευή, 4 Ιουνίου 2010

Γιῶργος Σεφέρης - Ἡ γλῶσσα στὴν ποίησή μας

Ἐδῶ στὶς χῶρες τοῦ Μεγαλέξαντρου εἴταν ἀναπόφευκτο νὰ θυμηθῶ τὸ θρυλικὸ βασιλέα καὶ τὸ λόγο του, καθὼς τὸν μνημονεύει ἡ περιώνυμη «φυλλάδα»: «τῶν βασιλέων τὰ δῶρα πάντοτε πολλὰ πρέπει νὰ εἶναι». Μοῦ ἐκάματε ἕνα βασιλικὸ δῶρο, σεῖς ποὺ κρατᾶτε τὰ φῶτα τῆς σοφίας σ᾿ αὐτὸ τὸ σύνορο. Εἶναι ἡ μεγαλύτερη τιμὴ ποὺ κάνει ἡ πατρίδα στὸ ἔργο μιᾶς ἀρκετὰ σπαταλημένης ἀνθρώπινης ζωῆς. Θὰ ἦταν ὑπερβολὴ καὶ ἀνακρίβεια ἂν ἐνόμιζα πὼς ἡ τιμὴ ἀνήκει μόνο σ᾿ ἐμένα καὶ ὄχι σ᾿ ὅλους ἐκείνους ποὺ μὲ βοήθησαν νὰ κάμω τὸ πρᾶγμα ποὺ τιμᾶτε. Στὴν ἴδια «φυλλάδα» ὑπάρχει ἕνας ἄλλος λόγος ἀκόμη: Ὅταν ὁ Ἀριστοτέλης ρώτησε τὸν Ἀλέξαντρο : «τὸ μάλαμα καὶ τὸν πλοῦτο ὁποὺ ἐπῆρε ἀπὸ ὅλον τὸν κόσμο ποῦ τὸν ἔχει;», ἐκεῖνος ἀποκρίθηκε: «οἱ ἠγαπημένοι μου συντρόφοι καὶ ὁ λαὸς εἶναι τὸ μάλαμα καὶ ὁ πλοῦτος μου». Οἱ ἠγαπημένοι μου συντρόφοι καὶ ὁ λαός· αὐτοὶ μοῦ ἔδωσαν τὸ πολυτιμότερο ποὺ ἔχω, κι αὐτοὺς τιμᾶτε σήμερα. Σᾶς εὐχαριστῶ.
Ἀρχὲς τοῦ Μάρτη εἴχαμε ἕνα Συμπόσιο στὴν Ἀθήνα γιὰ τὴ γλῶσσα μας σ᾿ ὅλες τὶς ἐκφράσεις τῆς ζωῆς. Μ᾿ ἐνδιέφεραν ἰδιαίτερα οἱ ὁμιλίες ποὺ ἀφοροῦσαν κάθε κλάδο τοῦ ἐπιστητοῦ, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ποίηση. Φοβόμουν ἀλήθεια ὅτι σχετικὴ συζήτηση γύρω ἀπὸ τὴν ἰδιότυπη τούτη ἔκφραση τοῦ ἀνθρώπου θὰ μποροῦσε καὶ συγχύσεις νὰ προκαλέσει καὶ νὰ βλάψει τὸ σκοπὸ τοῦ Συμποσίου. Γιατὶ ἡ ποίηση χρησιμοποιεῖ μιὰν εἰδικὴ λειτουργία τῆς γλώσσας, τὴ συγκινησιακή, αὐτὴν ἀκριβῶς ποὺ δὲ χρειάζεται, θὰ εἴταν μάλιστα βλαβερή, ἂν τὴν χρησιμοποιούσαμε γιὰ νὰ ὑπηρετήσουμε ἄλλες ἐκφράσεις τῆς ζωῆς. Ἔτσι, σὲ μιὰ παρέμβασή μου, εἶπα λίγα λόγια ποὺ εἶναι πιθανὸ νὰ φάνηκαν αἱρετικά. Θὰ ἤθελα ν᾿ ἀναπτύξω περισσότερο τὴν ἰδέα μου σήμερα.
Σὲ διάφορους καιροὺς ζητήθηκε ἀπὸ τὸν ποιητὴ νὰ κάμει μαζὶ μὲ τὴν ποίηση καὶ ποικίλα πράγματα: νὰ εἶναι μάγος, νὰ εἶναι προφήτης, νὰ εἶναι κοινωνικὸς ἀναμορφωτὴς λ.χ. Δὲν εἶναι τὸ θέμα μου νὰ ἐξετάσω τώρα ποιὰ ἄλλα πράγματα πρέπει νὰ κάνει ὁ ποιητής. Θὰ περιοριστῶ στὴν ποίησή του. Κι ἐδῶ νομίζω πὼς ἕνα πρᾶγμα τουλάχιστο εἶναι βέβαιο: ὁ ποιητὴς δὲν ἔχει ἄλλο τρόπο νὰ πράξει παρὰ μὲ τὴ γλῶσσα ποὺ μιλοῦν οἱ ἄνθρωποι ποὺ βρίσκονται γύρω του. Πάνω σ᾿ αὐτὴ τὴ γλῶσσα θὰ ριζώσει καὶ θὰ βλαστήσει ἡ δική του λαλιὰ ποὺ τὸν ἐκφράζει. Μεταχειρίστηκα τὰ ρήματα ριζώνω καὶ βλασταίνω στὴν κυριολεξία τους, μὲ τὴν ἔννοια μιᾶς φυσικῆς λειτουργίας, ποὺ εἶναι ἀντίθετη μὲ τὸ τεχνητὸ ἢ τὸ μηχανικό. Ἂν εἶναι φυτό, ἕνα ποίημα μᾶς ἐνδιαφέρει ὄχι μόνο ἀπὸ τὴ μεριὰ τοῦ καρποῦ, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴ μεριὰ τῆς ρίζας.
Ἔτσι, στὸ ξεκίνημά του, ὁ ποιητὴς βρίσκεται σ᾿ ἕναν κόσμο ποὺ τοῦ παρέχει τὴ γλῶσσα ποὺ θ᾿ ἀρχίσει νὰ χρησιμοποιεῖ. Αὐτὴ τὸν συνδέει μὲ τοὺς ἄλλους, αὐτὴ δίνει σάρκα στὸν καημό του, στὸν πόνο του, στὴ χαρά του· τὴν ἀγαπᾶ, εἶναι ἡ ἀνθρωπιά του. Ὡστόσο, καθὼς προχωρεῖ, προσπαθεῖ νὰ διαλέξει τὶς λέξεις ποὺ ἔχουν τὴ δική του ἁφή, τὸ δικό του βάρος· τὶς ψάχνει ὁλοένα πιὸ βαθιὰ μέσα του. Γυρεύει, καὶ καθὼς γυρεύει αἰσθάνεται πὼς ὁ κόσμος ὅπου ζεῖ τοῦ προσφέρει ἕνα πλῆθος φωνές, ἀλλὰ καμιὰ δὲν εἶναι ἡ δική του. Στὰ νιάτα του εἴταν εὐκολώτερο· μιμοῦνταν ἐκεῖνες ἀπὸ τὶς ξένες φωνὲς ποὺ τοῦ ἄρεσαν περισσότερο. Τώρα νιώθει, παραμερίζοντάς τες, πὼς ὁ ἑαυτός του τείνει νὰ εἶναι ὁλοένα καὶ περισσότερο ἄλαλος, κι ὡστόσο δὲν μπορεῖ νὰ γυρίσει πίσω· νιώθει πὼς πρέπει νὰ περάσει ἀπὸ τὴ δοκιμασία τῆς ἀπόλυτης σιωπῆς γιὰ νὰ βρεῖ στὸ βυθὸ τί εἶναι πραγματικὰ ὁ ἴδιος. Κάθε ἀτόφιος ποιητὴς περνᾷ, νομίζω, τέτοιες κρίσεις· γι᾿ αὐτὸ λέμε πὼς κάθε ποίημα ποὺ γράφουμε εἶναι σὰ νὰ εἴταν τὸ τελευταῖο. Ἀφοῦ ὁ ποιητὴς ἀφομοιώσει τὰ πράγματα ποὺ ἔχει μαζέψει ἡ ἰδιοσυγκρασία του ἀπὸ τὸ γύρω κόσμο, φτάνει στὴ στιγμὴ ποὺ θὰ νιώσει τὸ κενὸ μέσα του, ποὺ θὰ νιώσει ὅτι βρίσκεται στὸ σκοτεινὸ δάσος, ὅπως ἔλεγα κάποτε, στὴ selva oscura, μόνος καὶ ἀβοήθητος· ὅτι πρέπει νὰ τὸ ἐμπιστευτεῖ αὐτὸ τὸ κενό, ἐπὶ ποινῇ θανάτου. Εἶναι ἡ πιὸ δύσκολη στιγμή του, αὐτὸς ὁ ἀγῶνας γιὰ νὰ βρεῖ ἐκείνη τὴ φωνὴ ποὺ ταυτίζεται καὶ σωφιλιάζεται μὲ τὰ πράγματα ποὺ θέλει νὰ δημιουργήσει, ἤ, ἂν θέλουμε, ποὺ δημιουργεῖ τὰ πράγματα ὀνομάζοντάς τα. Τὸ ἀκραῖο ὅριο ὅπου τείνει ὁ ποιητὴς εἶναι νὰ μπορέσει νὰ πεῖ « γεννηθήτω φῶς» καὶ νὰ γίνει φῶς.
Μπορεῖ νὰ φανεῖ ὅτι αὐτὰ ποὺ λέω ἀφοροῦν καὶ ἄλλες λειτουργίες, ποὺ σχετίζονται μ᾿ ὁλόκληρο τὸν ἄνθρωπο. Ἀσφαλῶς τὶς ἀφοροῦν· ὡστόσο θὰ ἤθελα νὰ παρατηρήσω ὅτι τὶς διακρίσεις σ᾿ αὐτὰ τὰ ζητήματα τὶς κάνουμε πάντα ἐπιφανειακὰ καὶ μόλις προχωρήσουμε λίγο, συναντοῦμε ὁλόκληρο τὸν ἄνθρωπο. Ποίηση εἶναι ὁλόκληρος ὁ ἄνθρωπος, καὶ τοῦτο δὲν εἶναι ὁρισμός, εὐτυχῶς.
Ὁ E. M. Forster, ἕνας ἐξαιρετικὰ εὐαίσθητος μυθιστοριογράφος καὶ δοκιμιογράφος, παρατηροῦσε:
«Ὅπως ἀκριβῶς οἱ λέξεις ἔχουν δυὸ λειτουργίες, τὴ μιὰ ποὺ ἀφορᾷ τὴ μετάδοση ἐννοιῶν, καὶ τὴν ἄλλη ποὺ ἀφορᾷ τὴ δημιουργία, ἔτσι ὁ ἀνθρώπινος νοῦς ἔχει δυὸ προσωπικότητες, τὴ μιὰ στὴν ἐπιφάνεια, καὶ τὴν ἄλλη μέσα πιὸ βαθιά. Ἡ ἀπάνω προσωπικότητα ἔχει ὄνομα· ὀνομάζεται Σαμουὴλ Κόλεριδζ, Γουλιέλμος Σαίξπηρ, ἡ Κυρία Χ... Εἶναι εὐσυνείδητη, σβέλτα, καὶ διαφέρει ἁδρὰ καὶ διασκεδαστικὰ ἀπὸ τὶς προσωπικότητες τῶν ἄλλων. Ἡ ἐσώτερη προσωπικότητα εἶναι μία πολὺ παράξενη ὑπόθεση. Ἀπὸ πολλὲς πλευρὲς εἶναι ὁλωσδιόλου ἀκαταλόγιστη. Ὅμως χωρὶς αὐτὴ δὲν ὑπάρχει λογοτεχνία· γιατί ἂν ὁ ἄνθρωπος δὲ ρίξει ἕναν κουβὰ (γιὰ ν᾿ ἀντλήσει) βαθιὰ μέσα σ᾿ αὐτή, δὲν μπορεῖ νὰ δημιουργήσει ἔργο πρώτης ποιότητας. Τὴ χαρακτηρίζει μ᾿ ἕναν τρόπο κάτι τὸ γενικό. Μολονότι βρίσκεται μέσα στὸν Κόλεριδζ, δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ τῆς δώσουμε τ᾿ ὄνομά του. Ἔχει κάτι τὸ κοινό με τὶς βαθύτερες προσωπικότητες τῶν ἄλλων. Καὶ ὁ μυστικὸς θὰ μᾶς βεβαιώσει πὼς αὐτὴ ἡ κοινὴ ἰδιότητα εἶναι ὁ Θεός, καὶ πὼς ἐκεῖ, στοὺς σκοτεινοὺς μυχοὺς τῆς ὕπαρξής μας πλησιάζουμε τὶς πύλες τοῦ θεϊκοῦ» (2).
Εἶναι ἀξιοπρόσεχτο ὅτι ἕνας σημαντικὸς λογοτέχνης, ποὺ δὲν τὸν χαρακτηρίζει ὁ μυστικισμός, καὶ ποὺ δὲν ἔγραψε ποιήματα, μιλᾷ μ᾿ αὐτὰ τὰ λόγια. Μᾶς εἶναι χρήσιμη ἡ παραβολή του. Μολονότι δὲ θὰ χρησιμοποιοῦσα ὁλωσδιόλου ἔτσι τὴ λέξη προσωπικότητα, νομίζω πὼς ἐκφράζει μὲ ἀρκετὴ σαφήνεια αὐτὴ τὴν τόσο σκοτεινὴ λειτουργία τοῦ ποιητῆ. Θὰ ἤθελα μόνο νὰ παρατηρήσω ὅτι κι ἐδῶ ἡ διάκριση γίνεται γιὰ τὴν ἀνάγκη τῆς ἀκριβολογίας καὶ ὅτι οἱ δυὸ αὐτὲς προσωπικότητες ποὺ λέει δὲν εἶναι στεγανὰ χωρισμένες, καὶ ἡ λειτουργία τοῦ ποιητῆ ἀπαρτίζεται ἀπὸ ἕνα ἀδιάκοπο πάει κι ἔλα ἀνάμεσα στὸ ἐσώτερο καὶ τὸ ἐπιφανειακότερο ἐγώ. Τέλος θέλω νὰ ὑπογραμμίσω πὼς ὅταν μιλῶ γιὰ τὴ γλωσσικὴ λειτουργία τοῦ ποιητῆ ἔχω πάντα ὑπ᾿ ὄψη μου αὐτὴ τὴν ἐσώτερη λειτουργία, εἴτε ὅπως προσπάθησα νὰ τὴν ἐκφράσω, εἴτε ὅπως τὴν ἐκφράζει ἡ περικοπὴ ποὺ ἀκούσατε. Τώρα ἂς ἔρθουμε στὰ δικά μας.
Ἔχουμε μίαν ἰδιότροπη ἱστορία· πῶς νὰ τὴν πῶ ἀλλιῶς· ἐμεῖς οἱ σημερινοὶ Ἕλληνες. Ἡ συνέχεια τῆς ἐλεύθερης ἀνάπτυξης τῆς ζωῆς μας κόπηκε ἀπὸ μία «νύκτα αἰώνων». Αὐτὸ εἶναι τὸ χοντρὸ γεγονός· δὲν πρόκοψαν ἁρμονικὰ τὰ διάφορα κλωνάρια τῆς ζωῆς τοῦ σημερινοῦ ἑλληνικοῦ κόσμου. Κι ὅταν ἐλευθερωθήκαμε, ἡ προσπάθεια γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση, καὶ ἡ ἴδια ἡ ἀπελευθέρωση, μᾶς ἔφερε τέτοιες ἀντιδράσεις καὶ προκάλεσε τέτοια φαινόμενα, ποὺ ἀκόμη σήμερα λογαριάζουμε κάποτε πόσα πράγματα τεχνητὰ δημιούργησε τὸ νεογέννητο Ἑλλαδικὸ κράτος. Ἀπὸ αὐτὰ τὰ τεχνητὰ εἶναι καὶ ἡ ροπή μας πρὸς τὴν ἐπιφανειακὴ ρητορεία, αὐτὴ τὴ λοιμική. Ἴσως αὐτὰ νὰ μὴν ἔγιναν τότε ἀπὸ τὸ μηδέν. Εἶναι πολὺ πιθανὸ πὼς εἶχαν καὶ ἄλλα αἴτια. Ὅμως καλλιεργήθηκαν καὶ προστατεύτηκαν ὅσο ποτὲ κάτω ἀπὸ τὸν ἴσκιο τῆς ἐλευθερίας ποὺ μᾶς χάρισαν οἱ καταπληκτικοὶ ἐκεῖνοι ἄνθρωποι τοῦ Εἰκοσιένα. Εἶναι ὀδυνηρὴ ἡ ἀντίθεση ὅταν τ᾿ ἀναλογίζεται κανείς.
Ἐκεῖνα τὰ χρόνια τὰ Ἑφτάνησα προσφέρνουν στὴν Ἑλλάδα δυὸ ποιητές, τὸ Σολωμὸ καὶ τὸν Κάλβο. Θὰ ἤθελα νὰ κοιτάξουμε τὸ παράδειγμά τους.
Ἀπὸ τὰ λίγα ποὺ ἔχω γράψει γιὰ τὴν πολὺ μεγάλη φυσιογνωμία τοῦ Σολωμοῦ πιστεύω νὰ ἔχει φανεῖ πὼς τὰ χάσματα ποὺ μᾶς ἄφησε μ᾿ ἐνδιαφέρουν τὸ ἴδιο ὅσο καὶ τ᾿ ἀποσπάσματά του. Τ᾿ ἀποσπάσματα τοῦ Σολωμοῦ εἶναι δεῖκτες. Δείχνουν ποιὰ καὶ τί λογὴς μπορεῖ νὰ εἶναι ἡ ἀτόφια λαλιὰ τοῦ ἑλληνικοῦ ποιητικοῦ λόγου. Δὲν ξέρω παράδειγμα στὴν παγκόσμια λογοτεχνία ποὺ οἱ σκόρπιοι στίχοι ἑνὸς ποιητὴ νὰ ἔχουν δώσει μία τέτοιαν ἀποκάλυψη. Ὅμως αὐτοὺς τοὺς σκόρπιους στίχους δὲν μποροῦμε ὅ,τι καὶ νὰ κάνουμε, νὰ τοὺς κοιτάξουμε σὰν δημιουργίες τετελεσμένες. Πάντα μὲ κάποιον τρόπο μᾶς σπρώχνουν πρὸς τὶς σιωπὲς ποὺ τοὺς περιβάλλουν: τὰ κενά τους. Κι αὐτὰ τὰ χάσματα μᾶς δείχνουν ὄχι μόνο τὴν τραγῳδία αὐτοῦ τοῦ ἐναγώνιου ἀνθρώπου, ἀλλὰ μᾶς βεβαιώνουν, καθὼς νομίζω, πὼς ὁ ποιητὴς δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ χρησιμοποιήσει τὴ γλῶσσα ποὺ μαζεύει γύρω του. Ἐλπίζω νὰ μὴ νομιστεῖ πὼς ὑποστηρίζω μία φωνογραφικὴ ἐπανάληψη τῆς λαλουμένης· σίγουρα ἡ προσωπικὴ ἐνέργεια τοῦ ποιητῆ πάνω στὴ γλῶσσα εἶναι μεγάλη, σίγουρα τὸ πρῶτο χρέος του εἶναι νὰ κυριαρχήσει τὴ γλῶσσα ποὺ τοῦ δόθηκε, νὰ τὴν ἀναπτύξει καὶ νὰ τὴν κάνει τὸ καλύτερο δυνατὸ ὄργανο τῆς ἔκφρασής του· αὐτῆς τῆς ἔκφρασης ποὺ κάνει εἴτε τὸν παλαιότερο μονοτονικὸ ἢ τὸν ἄλλον τὸν πολυτονικὸ στίχο νὰ μοιάζει πρωτάκουστος. Ἀλλὰ ὁ ποιητὴς δὲν μπορεῖ νὰ ἐφεύρει μία καινούργια γλῶσσα· γιατί θὰ εἶναι ἀρίζωτη, δὲ θὰ πηγαίνει ν᾿ ἀγγίξει τοὺς μυχοὺς τοῦ βαθύτερου ἐγώ του. Ὁ λόγος τοῦ Σολωμοῦ εἶναι καλὰ ριζωμένος, ὅπως δὲν εἶναι λ.χ. στοὺς Σούτσους καὶ στοὺς Ραγκαβῆδες· αὐτοὶ δὲ νιώθουν τὴν ἐπιταγὴ ἐκείνου τοῦ σωφιλιάσματος (πῶς νὰ τὸ πῶ ἀλλιῶς) τῆς γλώσσας μὲ τὴ βαθύτερη ζωή μας. Εἶναι ἐπιφανειακὲς προσωπικότητες, μένουν στὴν ἐπιφάνεια. Ἂς μὴν εἴμαστε ὑπερβολικοὶ στὴν κατηγόρια. Ἂς συλλογιστοῦμε πὼς ἡ ῥοπὴ ποὺ κάνει τοὺς λογίους μας νὰ κινοῦνται συχνὰ στὴν ἐπιφάνεια πρέπει νὰ εἶναι κοντὰ στὰ ὁρμέμφυτά μας· τὴν ξαναβρίσκουμε κάθε τόσο στὰ πιὸ ἀπροσδόκητα σταυροδρόμια, ὡς τὶς μέρες μας. Ὅταν λ.χ. παρουσιάστηκε ἡ αὐτόματη γραφή, υἱοθετήθηκε φυσιολογικὰ αὐτὴ ἡ γλῶσσα ἐπιφανείας· εἴταν, θαρρῶ, ἀναπότρεπτο· χρειαζότανε μία γλῶσσα ποὺ νὰ γλιστρᾷ· καὶ νὰ ξεφεύγει μὲ κάποιον τρόπο· μιὰ γλῶσσα πιὸ ριζωμένη, καὶ γι᾿ αὐτὸ πιὸ βαριά, θὰ διέκοπτε τὴν ὑποσυνείδητη ροὴ ποὺ ἀπαιτοῦσε αὐτὴ ἡ γραφή.
Τώρα ποιὰ εἶναι ἡ γλωσσικὴ παρουσία ποὺ ἔχει γύρω του ὁ Σολωμός; Εἶναι πρῶτα καὶ βαθύτερα ἡ γλῶσσα τῆς μάνας του· τῆς «πληβείας» Ἀγγελικῆς Νίκλη. Ἔπειτα εἶναι τὰ ἰταλικά, πολλὰ ἰταλικὰ ποὺ μαθαίνει ἀπὸ μικρός, καὶ στὴ Ζάκυνθο καὶ στὴν Ἰταλία ὅπου ἐκπαιδεύεται. Τὰ γλωσσικὰ σκιρτήματα ποὺ ἔχει ἐναποθέσει μέσα του τὸ γάλα τῆς μητρός του βρίσκουν, μόλις δοῦν τὸ φῶς, μιὰ μεγάλη μάθηση στὰ ἰταλικά. Σὰν ἀληθινὸς ποιητὴς ξέρει πὼς δὲν μπορεῖ νὰ κάνει τίποτε χωρὶς αὐτὰ τὰ γλωσσικὰ σκιρτήματα. Ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος ἡ ἄσκησή του στὰ μεγάλα ἐργαστήρια τῆς Εὐρώπης τοῦ μαθαίνει ὅτι: «Καλὸ εἶναι νὰ ρίχνει κανεὶς τὶς ρίζες του πάνω σ᾿ αὐτὰ τὰ χνάρια [ἐννοεῖ τὰ κλέφτικα τραγούδια, ὅπως τὰ λέει], δὲν εἶναι ὅμως νὰ σταματᾷ ἐκεῖ· πρέπει νὰ ὑψώνεται κατακόρυφα». Αὐτὰ γράφει στὸν Τερτσέτη ὁ Σολωμός (3). Ἔτσι εἶναι. Ὅμως ὅσο ὑψώνεται κανείς, πρέπει οἱ ρίζες του ν᾿ ἁπλώνουνται σὲ πλατύτερο ἔδαφος. Τὸ ἔδαφός του, τὸ ἑλληνικό, δὲν μπορεῖ νὰ πλατύνει στὴ ζωὴ ἑνὸς μόνου ἀνθρώπου, ὅσο ὁ ἴδιος ὑψώνεται τὸ αἰσθάνεται πιὸ στενό. Δὲ γίνεται ποίηση μόνο μὲ τὶς κορυφές. Γιὰ τοὺς στοχασμούς του, γιὰ τὶς ἐπιστολές του, μεταχειρίζεται τὰ ἰταλικά, ποὺ ξέρει θαυμάσια· στὴν ἴδια γλῶσσα γράφει καὶ στιχουργήματα. Ὅμως ὅλα αὐτὰ δὲν τοῦ προσφέρουν τὸ βάρος τοῦ λόγου, ποὺ ξέρει νὰ τὸν ξεχωρίσει καὶ τὸν γυρεύει ἀκατάπαυστα. Αὐτὸν ποὺ βλέπουμε στὴ Γυναῖκα τῆς Ζάκυνθος ἢ στοὺς καλύτερούς του δεκαπεντασύλλαβους (4). Ἀντίθετα, τὰ ἰταλικὰ ποιήματα τοῦ Σολωμοῦ δὲ δείχνουν παρὰ ἕναν ποιητὴ ποὺ ξέρει καλὰ τὴν τεχνική του. Γι᾿ αὐτὸ λέω πὼς τὰ χάσματά του εἶναι ἕνα μεγάλο δίδαγμα καὶ γιὰ μᾶς τοὺς σημερινούς· δὲν ξέρω καὶ γιὰ πόσες γενεὲς ἀκόμη, ἂν πηγαίνουμε ὅπως πᾶμε. Μᾶς δείχνουν πόσο εἶχαν ὀγκωθεῖ ἐκεῖνα τὰ χρόνια οἱ δυσκολίες τοῦ ποιητῆ ποὺ βρίσκει μίαν ἀκαλλιέργητη γλῶσσα. Τὰ παραδομένα ἑλληνικὰ τοῦ Σολωμοῦ εἶναι μέρος μόνο ἀπὸ τὰ ἑλληνικὰ ποὺ εἶχε ὁ Χορτάτσης ἢ ὁ Κορνάρος κι ὅπου κινήθηκαν μὲ τόση ἄνεση. Αὐτοὶ μποροῦσαν νὰ μὴν ἀρνοῦνται τίποτε ἀπὸ τὴ γλῶσσα ποὺ τοὺς ἔδινε ὁ περίγυρός τους. Μᾶς τὸ δείχνει ἡ εὐκολία τους, ποὺ ἰδωμένη ἀπὸ ἄλλη πλευρὰ μπορεῖ νὰ εἶναι καὶ τὸ μειονέκτημά τους. Ἂν εἴχαμε τὴν παραξενιὰ νὰ φανταστοῦμε τὸ Σολωμὸ νὰ κινεῖται στὴ γλῶσσα του μὲ τὴν ἴδια εὐκολία, θὰ ἔπρεπε σὲ τελευταῖα ἀνάλυση νὰ τὸν φανταστοῦμε πῶς θὰ συμπλήρωνε τὰ χάσματά του μὲ κατωφέρειες γραμμένες ἰταλικά, ὅπως μας δείχνουν, μὲ κάποιο τρόπο, οἱ σάτιρες ἢ τὰ σχεδιάσματά του. Ὁ Σολωμὸς ὁλοένα γυρεύει καὶ ὁλοένα ἀρνεῖται τὴ φυσικὴ κατάστασή του στ᾿ ὄνομα μιᾶς βαθύτερης φύσης, ποὺ καθὼς περνοῦν τὰ χρόνια καὶ ὅσο τὴ γυρεύει πιὸ βαθιά, στενεύει. Ἡ φυσικὴ κατάστασή του εἶναι, μὲ κάποιο τρόπο, διφυής: ἡ μιὰ περιορισμένη, ἀλλὰ συγκλονίζει τὸ βαθύτερο εἶναι του, καὶ ἡ ἄλλη πολὺ πιὸ πλατιά, ἀλλὰ ρηχή, ποὺ ἀπασχολεῖ τὸ «ἀπάνω ἐγώ» τοῦ ἀνθρώπου, καθὼς ἔλεγα. Τὰ δυὸ αὐτὰ στοιχεῖα, στὴν περίπτωσή του, δὲν μποροῦν νὰ ἑνωθοῦν καὶ ν᾿ ἀποτελέσουν ἕνα ὁμοιόμορφο μίγμα. Ἡ ἄρνηση γιὰ τὸν ποιητὴ δὲν εἶναι κακό. Ἀπεναντίας· ὅλοι οἱ ποιητὲς εἶναι φτιαγμένοι ἀπὸ ἀρνήσεις. Ἀλλὰ τὴν ἀντιζυγιάζει μιὰ ἀποφασιστικὴ παραδοχή. Παραδοχή, ὄχι συμβιβασμός. Ἀλίμονο στὸν ποιητὴ ποὺ δὲν παραδέχεται, κάποτε, τὸν ἑαυτό του. Αὐτὴ τὴν παραδοχὴ βλέπω νὰ λιγοστεύει ὁλοένα στὸ Σολωμό. Κι αὐτὴ εἶναι ἡ τραγωδία του ὅπως τὴν αἰσθάνομαι καὶ πάντα μὲ συγκλονίζει.
Φυσικά, ἕνα τέτοιο πρόβλημα δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι γυμνὰ γλωσσικό· δὲν μποροῦμε εὔκολα νὰ τ᾿ ἀπομονώσουμε. Γιατί ἀγγίζει τὴν ἔκφραση ποὺ ὡριμάζει στὰ βάθη τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου, ἐκεῖ ποὺ ἡ αἴσθηση καὶ ὁ νοῦς συναπαντιοῦνται ἀπάνω σὲ μιὰ λέξη καί, ὅπως θὰ λέγαμε, τὴ φορτίζουν. Δὲν εἶναι ξένη, τούτη ἡ δυσεξερεύνητη λειτουργία, ἀπὸ τὸ πρᾶγμα ποὺ θὰ ὀνομάζαμε ρυθμὸ καὶ μᾶς πηγαίνει σὲ μία πανάρχαια τάξη μαγείας. Ὁ ἀφοσιωμένος ἀναγνώστης μπορεῖ νὰ τὴ μελετήσει καὶ σὲ ἄλλους, δικούς μας ἢ ξένους, αὐτὴ τὴ μετατροπὴ τῆς δοσμένης γλώσσας ἀπὸ τὸν ποιητὴ· πῶς πιάνει ἀπάνω του, πῶς τὸν βοηθᾷ ἢ πῶς τὸν βλάπτει.
Ὁ Σολωμὸς εἶχε τὸ πλεονέκτημα ποὺ δὲ νόθεψε τὴ γλῶσσα του ὁ λογιότατος, καθὼς παρατηρεῖ ὁ Λίνος Πολίτης. Εἶχε τὴ διαίσθηση νὰ κλείσει ἀπὸ νωρὶς τὴν πόρτα του στὸ λογιότατο. Αὐτὸ δὲν ἔτυχε στὸν Κάλβο, τὸν ξενιτεμένο, στὴν Ἰταλία ἀπὸ τὰ παιδικά του χρόνια, ποὺ ὀνειρεύουνταν στὴν ἀρχὴ νὰ γίνει Ἰταλὸς ποιητής.
Εἶχα προσπαθήσει σὲ παλαιότερα χρόνια νὰ δείξω τὶς διαλείψεις ποὺ κόμισε στὸν Κάλβο ἕνας ἀποστεγνωτικὸς ἀρχαϊσμός· τὰ σημεῖα ὅπου δίνει τὴν ἐντύπωση πὼς τοῦ ἔχει κοπεῖ ἡ λαλιά, πὼς ἡ ἔξοχη ποιητικὴ φωνή του ἔχει πάθει μία ξαφνικὴ ἀφασία· πὼς μᾶς ἀφήνει στὸ τέλος κι αὐτὸς λαμπρὰ συντρίμματα ποὺ παρασέρνει ἕνας ρωμαλέος ρυθμός, γιὰ νὰ μᾶς θυμίζουν τὴν κακοριζικιά μας. Ἂς μὴν ἐπαναλαμβάνομαι. Ἡ μόνη παρατήρηση ποὺ θέλω νὰ προσθέσω τώρα εἶναι ὅτι διάφοροι μεταγενέστεροι ποιητὲς ἀντὶ νὰ γυρεύουν νὰ διδαχτοῦν ἀπὸ τὰ πράγματα ποὺ ἔβλαψαν τὸν Κάλβο, τὰ νομίζουν ἀντίθετα ὠφέλιμα παραδείγματα. Τὸ ἴδιο κάνουν καὶ μὲ τὸν Καβάφη.
Ὁ Κάλβος ἔχει πάψει πιὰ νὰ γράφει στὴν ἡλικία ποὺ ὁ Καβάφης ψάχνει καὶ παραπατᾷ ἀκόμη ἀνάμεσα σὲ ἐκφράσεις ποὺ εἶναι σκαλοπάτια πρὸς τὸ ὥριμο ἔργο του καὶ στίχους σὰν τοὺς ἀκόλουθους:
Ἡ ἀρχαία τραγῳδία, ἡ ἀρχαία τραγῳδία
εἶναι ἱερὰ κ᾿ εὐρεία ὡς τοῦ σύμπαντος καρδία.
Τὴν ἐγέννησεν εἷς δῆμος, μιὰ πόλις Ἑλληνίς.
Ἀλλ᾿ ευθύς ἐκείνη ἔπτη κ᾿ ἔκτισεν ἐν οὐρανοῖς
τὴν σκηνὴν...
· στίχους ποὺ εἶναι χειρότεροι νομίζω ἀπὸ τοὺς πιὸ ἄδειους στίχους τοῦ Κάλβου. Ἀλλὰ ἡ μοῖρα τοῦ Καβάφη εἶναι διαφορετικὴ ἀπὸ τὴ μοῖρα τοῦ Κάλβου καὶ διαφορετικὰ μᾶς διδάσκει. Ὁ Κάλβος ὕστερα ἀπὸ τὶς «Ὠδές» γυρίζει μία γιὰ πάντα τὴ ράχη του στὴν ποίηση. Ὁ Καβάφης θὰ δουλέψει πολλὰ χρόνια ἀκόμη, ὡς τὸ τέλος τῆς ζωῆς του. Προικισμένος μὲ μίαν ἀσυνήθιστη ἐπιμονὴ ὅλο καὶ ἀρνεῖται κακὲς συνήθειες, κακὲς μαθητεῖες, ὡς τὴν ὥρα ποὺ ὁ ἑαυτός του ἔχει ὁλωσδιόλου καθαριστεῖ καὶ τοῦ ἐπιτρέπει τὴν τελικὴ παραδοχή. Τὸ πιὸ ἀργοπορημένο σημάδι ποὺ ξέρω αὐτῆς τῆς ἀφηρημένης ἔκφρασης, ὄχι τῆς πεζολογικῆς ὅπως λένε, ἀλλὰ ἑνὸς ἀνυπόστατου λυρικοῦ διάκοσμου, τὸ δημοσιεύει στὰ 1916, δηλαδὴ ὅταν ἔχει περάσει τὰ πενῆντα. Λέει:
...Ἐν ἐκτάσει βλέπω νῦν
τοῦ Ἐνδυμίωνος τὴν φημισμένην καλλονήν.
Ἰάσμων κάνιστρα κενοῦν οἱ δοῦλοι μου· κι εὐοίωνοι
ἐπευφημίαι ἐξύπνησαν ἀρχαίων χρόνων ἡδονήν.
Μ᾿ ἐνδιαφέρει τούτη ἡ στιχοποιία, ὄχι μόνο γιατί δείχνει σὲ τί καμώματα μπορεῖ νὰ παραστρατήσει ἕνας καλὸς ποιητής, ἀλλὰ κυρίως γιατὶ μοῦ ξαναθυμίζει, ἀκόμη καὶ μετὰ τὴν Ἰθάκη, πόσο ἔπρεπε νὰ ἐπιμείνει ὁ ποιητὴς αὐτός, γιὰ νὰ ξεχωρίσει τὰ κίβδηλα ἀπὸ τὰ ἀτόφια ποὺ εἶχε μέσα του· γιὰ ν᾿ ἀποφασίσει νὰ δουλέψει ἐπὶ τέλους ὄχι μὲ τὴ γλῶσσα ποὺ τοῦ δίδαξαν ὁ Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος καὶ ἡ σχολή του, ἀλλὰ μ᾿ ἐκείνη ποὺ ἐναπόθεταν μέσα του λαϊκοὶ ἄνθρωποι ἢ μικροαστοὶ τοῦ καφενὲ ἢ τοῦ χρηματιστηρίου, ποὺ συνελάμβανε ὡς ὠτακουστής, πάνω στὴ βράση της· καθὼς ἔλεγε σ᾿ ἕνα φίλο. Δὲν εἶναι ἡ ὥρα νὰ προχωρήσω περισσότερο στὴν ἀνάλυση τῆς ἔκφρασης τοῦ ὠτακουστῆ Καβάφη, ποὺ ἔχει, καθὼς νομίζω, τρία στηρίγματα: τὴν ἀκρίβεια, τὴν εὐκινησία, καὶ τὸ ἐπιμυθιακὸ ἀπόφθεγμα. Αὐτὸ ποὺ τοῦ δίνει ἕνα πλατύτερο ὑπόβαθρο ἐπικοινωνίας. Ὅμως θέλω νὰ συγκρατήσουμε στὴ μνήμη μας πὼς κι ὁ Καβάφης μπόρεσε νὰ μιλήσει καὶ νὰ βρεῖ τὴ φωνή του μὲ τοὺς σπόρους ποὺ ἔπιαναν πραγματικὰ μέσα του κι ὄχι μ᾿ ἀνεμοσκορπίσματα.
Τὰ τρία παραδείγματά μου χρησιμοποιοῦν τρεῖς ποιητικὲς ἰδιοσυγκρασίες πολὺ διαφορετικὲς κι ἐπιμένουν ὄχι στὰ ἀγαθὰ ποὺ μᾶς ἔδωσαν, ἀλλὰ προπάντων στὸν ἀγῶνα τους γιὰ νὰ ὑπερβοῦν στὴν ἔκφρασή τους, τὰ ψεγάδια ποὺ τοὺς πρόσφεραν οἱ κοινωνίες ὅπου ἔζησαν. Γιατί, εἴτε μας ἀρέσει εἴτε ὄχι, δὲν μποροῦμε νὰ φανταστοῦμε πὼς ἔχει τὴν ἄδεια νὰ κατασκευάζει φραστικὲς μηχανὲς ἀσύνδετες μὲ τὴ ζωή. Ὁ ποιητὴς θὰ χρησιμοποιήσει τὴ γλῶσσα ποὺ τοῦ δίνουμε ἐμεῖς οἱ τριγυρινοί του· δὲν μπορεῖ νὰ φύγει ἔξω ἀπὸ τὴν πραγματικότητά του. Καὶ γι᾿ αὐτὴ τὴν πραγματικότητα εἴμαστε ὅλοι συνυπεύθυνοι. Κάποτε, στοὺς ἡρωικοὺς χρόνους τοῦ δημοτικισμοῦ, λέγαμε πὼς θὰ ἔρθει ἕνας Δάντης, ἕνας μεγάλος ποιητὴς νὰ φτιάξει τὴ γλῶσσα. Εἴταν, φοβοῦμαι, ἕνας μεσσιανισμὸς ὑπαγορεμένος ἀπὸ τὴ νωχέλειά μας. Στὸν ἴσκιο του μπορούσαμε νὰ περιμένουμε ἀμέριμνοι. Ἡ δουλειὰ τοῦ ποιητῆ εἶναι νὰ προσπαθήσει νὰ κυριαρχήσει αὐτὴ τὴ γλῶσσα ποὺ τοῦ δίνουμε ἐμεῖς καὶ νὰ τὴν κάνει νὰ μιλήσει στὴν ὑψηλότερη δυνατὴ ἔνταση. Ἀλλὰ δὲν μπορεῖ ν᾿ ἀπομακρυνθεῖ χωρὶς κίνδυνο ἀπὸ τὴν κοινὴ χρήση ποὺ κάνει τὴ γλῶσσα φορέα συναισθημάτων. Κι ἂν εἶναι ἡ γλῶσσα τόσο φθαρμένη ὥστε νὰ μὴν μπορεῖ νὰ σηκώσει ἔνταση, αὐτὸ θὰ πεῖ πῶς καὶ ἡ κοινωνία εἶναι φθαρμένη καὶ δὲν μπορεῖ νὰ θρέψει ποιητές. Ἔτσι ἀκολουθώντας τὸ μονοπάτι τῆς λαλιᾶς μας ἀγγίζουμε γενικότερα ἐλαττώματα. Δὲ θέλω τώρα νὰ παρασυρθῶ ἀπὸ αὐτά. Θέλω ὅμως νὰ προσθέσω πὼς ὁ ποιητὴς, σὰν ἄνθρωπος ποὺ μοιράζεται μία κοινωνία, ἔχει τὸ χρέος νὰ ἐπισημαίνει καὶ νὰ καταδικάζει κάθε ἑστία φθορᾶς τῆς γλώσσας του. Γιατί ξέρει πὼς ἡ φθορὰ θὰ πέσει στὸ τέλος ἀπάνω του καὶ στοὺς ἐπιγόνους του.
Ὁ Θεὸς μᾶς χάρισε μία γλῶσσα ζωντανή, εὔρωστη, πεισματάρα καὶ χαριτωμένη, ποὺ ἀντέχει ἀκόμη, μολονότι ἔχουμε ἐξαπολύσει ὅλα τὰ θεριὰ γιὰ νὰ τὴ φᾶνε· ἔφαγαν ὅσο μπόρεσαν, ἀλλὰ ἀπομένει μαγιά. Ἔτσι θα᾿ λεγα παραφράζοντας τὸν Μακρυγιάννη. Δὲν ξέρω πόσο θὰ βαστάξει ἀκόμη αὐτό. Ἐκεῖνο ποὺ ξέρω εἶναι ὅτι ἡ μαγιὰ λιγοστεύει καὶ δὲ μένει πιὰ καιρὸς γιὰ νὰ μένουμε ἀμέριμνοι. Δὲν εἶναι καινούργια τὰ σημεῖα ποὺ δείχνουν πὼς ἂν συνεχίσουμε τὸν ἴδιο δρόμο, ἂν ἀφεθοῦμε μοιρολατρικὰ στὴ δύναμη τῶν πραγμάτων, θὰ βρεθοῦμε στὸ τέλος μπροστὰ σὲ μιὰ γλῶσσα ἐξευτελισμένη, πολύσπερμη καὶ ἀσπόνδυλη. Αὐτὰ θὰ εἶχα νὰ πῶ στοὺς σημερινοὺς ὠτακουστές, ἂν πραγματικὰ ἔχουν ἀφιερωθεῖ στὴν τέχνη τοῦ λόγου.
Πιστεύω νὰ φάνηκε ἀπὸ ὅσα εἶπα ὡς τώρα ὅτι δὲν ἔχω διάθεση νὰ κηρύξω κανένα δογματισμό. Ὁ Κάλβος καὶ ὁ Καβάφης εἶναι φίλοι μου καὶ δὲν ἔχω τὴ ροπὴ νὰ τοὺς ἀποκηρύξω σὰν κακὰ παραδείγματα. Τὸ ἀντίθετο μοῦ συμβαίνει καὶ γι᾿ αὐτὸ λυποῦμαι βλέποντας, ἀκόμη σήμερα, πόσο λίγο ξέρουμε νὰ διδαχτοῦμε ἀπὸ τὰ ἔργα ποὺ μᾶς ἄφησαν· ἀπὸ τὰ χάσματα τοῦ Σολωμοῦ, ἀπὸ τὶς διαλείψεις τοῦ Κάλβου, ἀπὸ τὸ ἀργοπορημένο καὶ ἐπίπονο ὡρίμασμα τοῦ Καβάφη.
Καὶ τοῦτο: Λέμε κάποτε, ἡ λογοτεχνία κέρδισε πρώτη στὸν ἀγῶνα τοῦ δημοτικισμοῦ, δὲ γράφεται πιὰ σὲ νεκρὰ σχήματα, δὲν τὴν ἐνδιαφέρει τί κάνουν οἱ ἄλλοι. Σ᾿ αὐτὸ θ᾿ ἀπαντοῦσα: Ἡ λογοτεχνία ποὺ ἐνδιαφέρεται μόνο γιὰ τὴ λογοτεχνία εἶναι λίγη. Μιὰ ἐνήλικη λογοτεχνία ἐνδιαφέρεται γιὰ ὅλους τοὺς κλάδους τῆς ζωῆς, κι ὅσο κλείνεται στὸν ἑαυτό της τόσο θὰ μαραζώνει. Ἴσως νὰ νομιστεῖ πὼς μιλῶ γιὰ μάταια στολίδια, ὅπως ὑποτίθεται ἀπὸ τοὺς ζηλωτὲς τῆς ἐπιφανειακῆς σοβαρότητας πὼς εἶναι ἡ τέχνη τοῦ λόγου. Θὰ ἦταν ὡραῖα ἡ ζωὴ ἂν τὰ πράγματα εἴταν ἔτσι. Ὅμως ἡ ἔκφραση τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι ἕνα σύνολο ἀπὸ θορύβους, ἀλλὰ εἶναι δείκτης τῆς ψυχολογικῆς συμπεριφορᾶς μας. Κι ἂν μᾶς δείχνει τὴν ἐπιπολαιότητα, τὴν ἀσυνέπεια ἢ τὴν ἀκρισία, αὐτὸ σημαίνει πὼς ἡ ἐπιπολαιότητα, ἡ ἀσυνέπεια ἢ ἡ ἀκρισία βρίσκουνται βαθύτερα κάπου μέσα μας.
Μιὰ ἐνήλικη λογοτεχνία ἔλεγα. Ἂν ἀφήσουμε κατὰ μέρος παλαιότερα ἔργα ποὺ οἱ πολλοὶ ἀπό μᾶς -ἐννοῶ τοὺς λογοτέχνες- μοιάζουν νὰ τὰ νομίζουν ξεπερασμένα καὶ χωρὶς ὀργανικὴ ἐπιρροὴ στὴ ζωή τους· ἡ σημερινὴ ἑλληνικὴ λογοτεχνία εἶναι ὁ καρπὸς ἑνὸς κράτους ἑκατὸν πενῆντα χρόνων. Μετρώντας μὲ τὰ μέτρα τῆς ζωῆς τῶν λαῶν, ὄχι τῶν ἀνθρώπων, δὲν ξέρω ἂν τὰ λίγα αὐτὰ χρόνια εἶναι ἀρκετὰ γιὰ τὴν ἐνηλικίωσή της. Ὅμως τὸ πρᾶγμα ποὺ θα᾿ πρεπε νὰ μᾶς ἐνδιαφέρει ὅλους εἶναι πόσο ἡ λογοτεχνία αὐτὴ μπορεῖ ν᾿ ἀντισταθεῖ στὸ νόμο τῆς ἀπορρόφησης ἀπὸ ἰσχυρότερες γλῶσσες καὶ λογοτεχνίες.
Κι ἂν μᾶς ἐνδιαφέρει αὐτό, θὰ πρέπει ἀναγκαστικὰ νὰ ποῦμε πὼς δὲν τῆς μένουν διόλου περιθώρια γιὰ νὰ σπαταλᾷ δυνάμεις, ὅπως ὅταν ἀπαρνιέται τὴν παλαιὰ παράδοσή της. Παράδοση δὲ σημαίνει ἀπαρίθμηση καὶ μνεῖες τίτλων, ἀλλὰ ἔργα ποὺ ζοῦν καὶ γονιμοποιοῦν τὴ δημιουργικὴ φαντασία τῶν σημερινῶν ζωντανῶν ἀνθρώπων.
Βρισκόμαστε σ᾿ ἕνα σταυροδρόμι· δὲν εἴμασταν ποτὲ ἀπομονωμένοι· μείναμε πάντα ἀνοιχτοὶ σ᾿ ὅλα τὰ ρεύματα -Ἀνατολὴ καὶ Δύση- καὶ τ᾿ ἀφομοιώναμε θαυμάσια τὶς ὧρες ποὺ λειτουργούσαμε σὰν εὔρωστος ὀργανισμός. Εἴμαστε τώρα μέρος τῆς λογοτεχνίας τῆς Εὐρώπης (ἐννοῶ μὲ τὴν πιὸ πλατιὰ ἔννοια) καὶ συνταραζόμαστε κι ἐμεῖς, δικαιολογημένα ἢ ἀδικαιολόγητα, ἀπὸ διαδοχικὲς κρίσεις, ἀποκαλυπτικὲς ἐφευρέσεις καὶ φόβους, ποὺ δὲν ἀφήνουν τὸν ἀνθρώπινο νοῦ νὰ ἠρεμήσει· σὰν τὴν καλαμιὰ στὸν κάμπο. Μπροστὰ σ᾿ αὐτὰ τί μᾶς μένει γιὰ νὰ βαστάξουμε ἂν ἀπαρνηθοῦμε τὸν ἑαυτό μας; Δὲ μένω τυφλὸς στὰ ψεγάδια μας, ἀλλὰ ἔχω τὴν ἰδιοτροπία νὰ πιστεύω στὸν ἑαυτό μας. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ συγχωρήσετε ποὺ μνημονεύω ἐδῶ προσωπικὲς ἐμπειρίες· δὲν ἔχω ἄλλο πειραματόζωο ἀπὸ ἐμένα. Καὶ ἡ προσωπική μου ἐμπειρία μου δείχνει πὼς τὸ πρᾶγμα ποὺ μὲ βοήθησε, περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο, δὲν εἴταν οἱ ἀφηρημένοι στοχασμοὶ ἑνὸς διανοουμένου, ἀλλὰ ἡ πίστη καὶ ἡ προσήλωσή μου σ᾿ ἕναν κόσμο ζωντανῶν καὶ περασμένων ἀνθρώπων· στὰ ἔργα τους, στὶς φωνές τους, στὸ ρυθμό τους, στὴ δροσιά τους. Αὐτὸς ὁ κόσμος, ὅλος μαζί, μοῦ ἔδωσε τὸ συναίσθημα πὼς δὲν εἶμαι μία ἀδέσποτη μονάδα, ἕνα ἄχερο στ᾿ ἁλῶνι. Μοῦ ἔδωσε τὴ δύναμη νὰ κρατηθῶ ἀνάμεσα στοὺς χαλασμοὺς ποὺ εἴταν τῆς μοίρας μου νὰ ἰδῶ. Κι ἀκόμη μ᾿ ἔκανε νὰ νιώσω, ὅταν ξαναεῖδα τὸ χῶμα ποὺ μὲ γέννησε, πὼς ὁ ἄνθρωπος ἔχει ρίζες, κι ὅταν τὶς κόψουν πονεῖ, βιολογικά, ὅπως ὅταν τὸν ἀκρωτηριάσουν.
Ἐδῶ στοὺς πρόποδες τοῦ Ἁγίου Ὄρους δὲν εἶναι ἴσως ἄτοπο νὰ θυμηθῶ τὴν πόλη ποὺ γοητεύει πάντα τὴ φαντασία μου, ὅταν συλλογίζομαι τὰ χρόνια ποὺ ταξίδευα στὴν ἀραβικὴ ἔρημο· τὴ Σελεύκεια ἐπὶ τοῦ Τίγρη. Εἴταν ἡ τρίτη μεγάλη πολιτεία τοῦ ἀρχαίου κόσμου ἔπειτα ἀπὸ τὴ Ρώμη καὶ τὴν Ἀλεξάνδρεια· ἕνας μεγάλος ἀγωγὸς τῶν ἰδεῶν τῆς Δύσης πρὸς τὴν Ἀνατολὴ καὶ τῆς Ἀνατολῆς πρὸς τὴ Δύση. Πῆγα νὰ ἰδῶ τὴ θέση της καθὼς ἔπεφτε ὁ ἥλιος. Δὲν ἀπομένει ἀπολύτως τίποτε σήμερα. Μόνο τὸ πράσινο στὴν ὄχθη τοῦ ποταμοῦ καὶ ὁ ἦχος μιᾶς φλογέρας. Ὅμως αὐτὸ τὸ τίποτε μοῦ ἔδωσε μία τέτοια εὐρυχωρία. Θὰ αἰσθανόμουν ἄραγε ἔτσι ἂν εἴμουν ὁλότελα μόνος; Ἡ Ἑλλάδα εἶναι στενόχωρη, ἀκοῦμε νὰ παραπονιοῦνται κάποτε· ἄραγε ἀναρωτηθήκαμε πόση στενοχώρια μπορεῖ νὰ ὑπάρξει στὶς σύγχρονες κοσμοπόλεις, ὥς που νὰ βροῦν τὴν κάθαρση τῆς Σελεύκειας ἐπὶ τοῦ Τίγρη;
Κι ὅλα τοῦτα θὰ μποροῦσα νὰ τὰ ὀνομάσω μὲ τὴ λέξη παράδοση, ποὺ τὴν ἀκοῦμε κάποτε ψυχρὰ καὶ μᾶς φαίνεται ὑπόδικη. Ἀλήθεια, ὑπάρχουν ροπὲς ποὺ νομίζουν πὼς ἡ παράδοση μᾶς στρέφει σὲ ἔργα παρωχημένα καὶ ἀνθρώπους παρωχημένους· πὼς εἶναι πρᾶγμα τελειωμένο καὶ ἄχρηστο γιὰ τὶς σημερινές μας ἀνάγκες· πὼς δὲν μπορεῖ νὰ βοηθήσει σὲ τίποτε τὸ σημερινὸ τεχνοκρατικὸ ἄνθρωπο ποὺ γνώρισε φριχτοὺς πολέμους καὶ φριχτότερα στρατόπεδα συγκεντρώσεως· αὐτὸ τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἀμφιταλαντεύεται ἀνάμεσα στὴν κατάσταση τοῦ θηρίου καὶ τὴν κατάσταση τοῦ ἀνδροειδοῦς. Ἡ παράδοση εἶναι λοιπὸν ἕνα περιττὸ βάρος ποὺ πρέπει νὰ ἐξοβελιστεῖ. Μοῦ φαίνεται πὼς αὐτὲς οἱ ροπὲς ἐκπορεύονται ἀπὸ τὴ σύγχρονη ἀπελπισία γιὰ τὴν ἀξία τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι τὰ συμπτώματα ἑνὸς πανικοῦ ποὺ ἐν ὀνόματι τοῦ ἀνθρώπου τείνουν νὰ κατακερματίσουν τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου. Ὅμως τί ἀπομένει ἂν βγάλουμε ἀπὸ τὴ μέση τὸν ἄνθρωπο;
Ἂς ξαναγυρίσουμε καλύτερα στὴν παραβολὴ ποὺ μνημόνευα ἀρχίζοντας. Σ᾿ ἐκείνη τὴν ἐσώτερη προσωπικότητα ποὺ ἔχει κάτι τὸ κοινό με τὶς βαθύτερες προσωπικότητες τῶν ἄλλων, ποὺ βρίσκεται στοὺς σκοτεινοὺς μυχοὺς τῆς ὕπαρξής μας. Χωρὶς ν᾿ ἀντλήσουμε ἀπὸ αὐτὴ δὲν μποροῦμε νὰ δημιουργήσουμε ἔργο πρώτης ποιότητας, μᾶς ἔλεγε ὁ Forster. Ἐκεῖ, στοὺς σκοτεινοὺς μυχοὺς τῆς ὕπαρξής μας, θὰ συναντήσουμε καὶ τὴν παράδοση τοῦ ἀνθρώπου, θὰ πρόσθετα. Ἡ μάθηση εἶναι μέγα ἀγαθό· ἀσφαλῶς χρειάζεται μάθηση πολλὴ γιὰ νὰ γίνει ἕνας ποιητής. Ὅμως ἂν δὲν πᾶνε ὡς ἐκεῖ, κι ἂν δὲν ἀγγίξουν ἐκείνη τὴν καταποντισμένη μνήμη, τ᾿ ἀγαθὰ τῆς μάθησης θὰ μείνουν ἐξωτερικὰ στολίδια χωρὶς ἀξία. Τὸ πρᾶγμα ποὺ προσπαθῶ κι ἐδῶ νὰ ἐκφράσω εἶναι μία λειτουργία ὅπως τὸ ὡρίμασμα ἑνὸς καρποῦ. Εἶναι δύσκολο νὰ τὴν ξεχωρίσει ὁ καθένας αὐτὴ τὴν κίνηση τοῦ χυμοῦ πρὸς τὸ κάρπισμα. Τὸ εὐαίσθητο ἔνστικτό του ποιητῆ μπορεῖ νὰ τὸ νιώσει σὲ στιγμὲς ποὺ εἶναι ἐλεύθερος, καί, ὄντας ἐλεύθερος, κάνει ἐλεύθερους καὶ τοὺς ἄλλους ποὺ τὸν ἀκοῦνε. Οἱ μαντατοφόροι, θὰ ἔλεγα, ποὺ θὰ μπορέσουν νὰ δείξουν στὴν ἀσκημένη ἀκοὴ τοῦ ποιητῆ ὅτι ἕνα ἀντικείμενο ἄγγιξε τὸ βαθύτερο ἐγώ του, εἶναι οἱ λέξεις, αὐτὲς οἱ ἀναδυόμενες, ποὺ ξαναβγαίνουν στὴν ἐπιφάνεια μ᾿ ἕνα ἰδιαίτερο χνούδι, ἕναν ἰδιαίτερο φωτοστέφανο. Μπορεῖ νὰ εἶναι μεγαλοπρεπεῖς ἢ γυμνές, παλλόμενες ἢ ἀθόρυβες, ὅμως ὅλες ἔχουν τὴν ἰδιαίτερη ἁφή τους.
Μαθαίνουμε τὴν τέχνη μας σὲ πολλὰ καὶ διάφορα ἐργαστήρια, εἴτε μέσα εἴτε ἔξω ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα. Πῶς νὰ γίνει ἀλλιῶς; Ὅλοι μας πρέπει νὰ διδαχτοῦμε καὶ νὰ ἐπεξεργαστοῦμε αὐτὸ ποὺ διδαχτήκαμε. Ἀλλὰ ὅ,τι καὶ νὰ κάνουμε, ὅσο καὶ νὰ μᾶς ἀπελπίζουν κάποτε οἱ κακὲς πλευρὲς τῆς πολυμήχανης ἐφευρετικότητάς μας, δὲν μποροῦμε νὰ καταργήσουμε τὸ γεγονὸς ὅτι εἴμαστε ἕνας λαὸς μὲ παλικαρίσια ψυχὴ ποὺ κράτησε τὰ βαθιὰ κοιτάσματα τῆς μνήμης του σὲ καιροὺς ἀκμῆς καὶ σὲ αἰῶνες διωγμῶν καὶ ἄδειων λόγων. Τώρα ποὺ ὁ τριγυρινός μας κόσμος μοιάζει νὰ θέλει νὰ μᾶς κάμει τρόφιμους ἑνὸς οἰκουμενικοῦ πανδοχείου, θὰ τὴν ἀπαρνηθοῦμε ἄραγε αὐτὴ τὴ μνήμη; Θὰ τὸ παραδεχτοῦμε τάχα νὰ γίνουμε ἀπόκληροι; Δὲ γυρεύω μήτε τὸ σταμάτημα, μήτε τὸ γύρισμα πρὸς τὰ πίσω· γυρεύω τὸ νοῦ, τὴν εὐαισθησία καὶ τὸ κουράγιο τῶν ἀνθρώπων ποὺ προχωροῦν ἐμπρός.
Μοῦ ἔτυχε κάποτε νὰ κάνω ἕναν πειραματισμὸ μὲ τοὺς ἀρχαίους συγγραφεῖς μας. Νὰ τοὺς κοιτάξω σὲ διάφορες ὧρες τῆς ἱστορίας, ἀρχίζοντας ἀπὸ τὸν καιρὸ τῶν Ἀλεξανδρινῶν. Συλλογιζόμουν καὶ προσπαθοῦσα νὰ συναισθανθῶ, ὅσο μοῦ εἴταν δυνατό, πόσο ἄλλαζε κάθε φορὰ ἡ παρουσία τους. Κι αὐτὴ ἡ ἀλλαγὴ δὲν εἴταν τόσο ἐξαρτημένη ἀπὸ τὸ πέρασμα τοῦ καιροῦ, ἀλλὰ κυρίως, ἀπὸ τὴ δημιουργικὴ συμπεριφορὰ καὶ ἀπὸ τοὺς τρόπους τῆς εὐαισθησίας σὲ κάθε διαφορετικὴ ἐποχὴ ἢ τόπο. Ὅταν λ.χ. ἕνας «περὶ τὴν κολακείαν πολύς» -καθὼς μᾶς διηγεῖται ὁ Μιχαὴλ Ψελλός- ψιθυρίζει στὴ Σεβαστὴ Σκλήραινα τὴν ἀρχὴ τοῦ περιώνυμου στίχου τῆς Ἰλιάδας γιὰ τὴν Ἑλένη: «οὗ νέμεσις ...», αἰσθάνομαι τὴν παρουσία τοῦ Ὁμήρου πολὺ πιὸ ζωντανὴ στὰ χρόνια ἐκεῖνα, παρὰ στὴν Ἀθήνα τοῦ 1860, ὅπου, μολονότι γίνεται ἄπειρος θόρυβος γι᾿ αὐτούς, εἶναι ἄφαντοι οἱ ἀρχαῖοι.
Τώρα, ἂν προσέξουμε τὴ σημερινὴ συμπεριφορά μας ἐμπρὸς στ᾿ ἀρχαῖα μνημεῖα μας, εἶναι εὔκολο νομίζω νὰ παρατηρήσουμε τὰ συμπτώματα μιᾶς νωχελικῆς αὐτοκολακείας, σὰν ἐκεῖνα ποὺ παράγει ἡ τουριστικὴ βιομηχαία -οἰκονομικὴ ἀνάγκη ἀσφαλῶς- ποὺ ἔχει ὡστόσο τὸ ἴδιο νὰ μοῦ προκαλεῖ ἐφιάλτες, ὅπως λ.χ. ἡ φωταγωγημένη Ἀκρόπολη. Ἡ παρατήρησή μου -περιττὸ νὰ τὸ διευκρινίσω- δὲν μπορεῖ νὰ ἀφορᾷ ἀνθρώπους σὰν τοὺς ἔξοχους μελετητὲς ποὺ τιμοῦν τὸ Πανεπιστήμιό σας ἢ ἀκόμη ἐκείνους, ὅποιοι καὶ νὰ εἶναι, ποὺ αὐτὰ τὰ πράγματα ἀγγίζουν ἄμεσα στὴν εὐαισθησία τους καὶ τοὺς ἀλλοιώνουν. Ἀφορᾷ ἀντιλήψεις ὁλοένα πλατύτερα διαδεδομένες, ἐπίσημες ἢ ἀνεπίσημες, ποὺ στομώνουν κάθε ζωντανὴ αἴσθηση καὶ δὲν μπορεῖ νὰ μὴ φέρουν ἀντιδράσεις· ποὺ προκαλοῦν μία συμπεριφορά, κατὰ βάθος παραπλήσια μὲ τὴν κίβδηλη ἐκείνη τῶν ἀνθρώπων τοῦ 1860. Ἔτσι δὲ μὲ παραξενεύει ἡ ἀποστροφὴ ὁρισμένων νέων συγγραφέων γι᾿ αὐτὰ τὰ πράγματα τῆς κληρονομιᾶς μας. Ἐδῶ θὰ ἔπρεπε νὰ ἔλεγα πολλὰ περισσότερα. Ὅμως εἴτε ἔχουν δίκιο εἴτε ἄδικο, μένει ἀκέραιο τοῦτο: πὼς μιὰ ἐνήλικη λογοτεχνία μετριέται καὶ μὲ τὸν τρόπο ποὺ ἔχει ν᾿ ἀντιμετωπίζει τὶς ξένες λογοτεχνίες, ἀλλὰ προπάντων μὲ τὸν τρόπο ποὺ ἀντιμετωπίζει τὰ δικά της περασμένα· ἄλλωστε τὰ δυὸ τοῦτα πράγματα εἶναι ἀλληλένδετα. Γιατί ὅλα στὸ βάθος καταλήγουν σ᾿ ἕναν κοινὸ τόπο: στὸ ἐρώτημα ἂν μία λογοτεχνία ἔχει εὔρωστους συγγραφεῖς τόσο στὴν ποίηση ὅσο καὶ στὴν πρόζα, μείζονες καὶ ἥσσονες.
Σκοπός μου δὲν εἴταν ν᾿ ἀντιπαραβάλω αἰσθητικὲς θεωρίες ἢ ν᾿ ἀναπτύξω προτιμήσεις. Ξέρω πὼς οἱ ποιητικοὶ τρόποι τρίβουνται καὶ ἀλλάζουν, ὅπως ἀλλάζουν καὶ περνοῦν οἱ ψυχολογικὲς συμπεριφορὲς καὶ οἱ γλωσσικὲς ἐκφράσεις τῶν ἀνθρώπων, ἐκτὸς ἂν εἶναι κανεὶς πολὺ μεγάλος, κι αὐτὸ τ᾿ ἀποφασίζουν, ὄχι μιὰ μόνο γενιά, ἀλλὰ πολλές. Ὅμως ἔμαθα ἐπίσης ὅτι ἂν ἕνας λαὸς δὲν παράγει ἄξιους καὶ ζωντανοὺς ποιητές, ἄξιους καὶ ζωντανοὺς συγγραφεῖς, οἱ παλαιότεροι θ᾿ ἀπομακρύνονται ὁλοένα ὅσο νὰ καταντήσουν ἄδειοι ψιττακισμοί, καὶ ἡ λαλιά του θὰ ἐκφυλίζεται ὅσο νὰ γίνει ἕνα κούφιο πρᾶγμα. Ἂν ἴσως καὶ τὰ χώματά μας πάψουν νὰ γεννοῦν τέτοιους ἀνθρώπους, μπορεῖ νὰ γεμίζουμε ἀκόμη τ᾿ ἀρχαῖα θέατρά μας ὡς τὶς τελευταῖες κερκίδες, μπορεῖ νὰ τὰ κάνουμε ν᾿ ἀντηχοῦν ἀκόμη ἀπὸ θρηνῳδίες ποὺ θὰ μᾶς φαίνουνται ἐξαίρετα σπαραχτικές, ὅμως ἡ ζωντανὴ παρουσία τῶν ἔργων τῆς παράδοσής μας θὰ μᾶς ἀφήνει ὁλοένα πιὸ μακριά· καὶ τὸ χειρότερο, χωρὶς νὰ τὸ καταλαβαίνουμε, γιατὶ ἡ συναίσθησή μας ἀνεπαίσθητα θὰ φυραίνει.
Προσπάθησα νὰ δείξω μόνο λίγες ὄψεις ἑνὸς θέματος δύσκολου, γιατί ξεφεύγει τὶς διακρίσεις, ὑπερβαίνει, θὰ ἔλεγα, τὰ πλαίσια ποὺ ἐπιβάλλει ἡ σαφήνεια. Ὡστόσο μίλησα περισσότερο γιὰ τὴ συνάρτηση τοῦ ποιητικοῦ ἔργου μὲ τὴν πνευματικὴ κατάσταση τοῦ γύρω του κόσμου καὶ τὴ στάθμη τῆς παιδείας ποὺ ἀναπότρεπτα δέχεται. Ἔτσι ἄφησα σχεδὸν ἀνέγγιχτη μίαν ἄλλη ἀξιοπρόσεχτη πλευρά. Αὐτὴ ποὺ θὰ προσπαθοῦσα νὰ κοιτάξω, ξεκινώντας ἀπὸ τὴν ἀκόλουθη φράση ποὺ ἔγραψε ἕνας ἀληθινὸς ποιητής: «Τὰ ἔθνη ἔχουν μεγάλους ἀνθρώπους παρὰ τὴ θέλησή τους. Ὁ μεγάλος ἄνθρωπος εἶναι λοιπὸν νικητὴς ὁλόκληρου τοῦ ἔθνους του». Ἀλλὰ τώρα ἐξάντλησα τὴν κλεψύδρα.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Στὸ Ἀθηναϊκὸ Τεχνολογικὸ Ἰνστιτοῦτο, 5η Μαρτίου 1964 (τρίτη βραδιά, γιὰ τὴ λογοτεχνία). Ἔλεγα λ.χ.: «Τώρα ἔρχομαι στὴν ποίηση. Νομίζω ὅτι ἡ θέση της δὲν εἶναι σ᾿ αὐτὸ τὸ Συμπόσιο. Ἐξηγοῦμαι. Τὴ γλῶσσα τὴ χρησιμοποιοῦμε μὲ δυὸ τρόπους· τὸν ἕναν γιὰ νὰ μεταδίνει ἔννοιες καὶ τὸν ἄλλον γιὰ νὰ μεταδίνει καὶ συναισθήματα, μίαν ἀτμόσφαιρα, ἕνα ὕφος. Μὲ τὴ μετάδοση ἐννοιῶν ἀσχοληθήκαμε ὡς τὰ σήμερα, μὲ τὴν ἄλλη ἀσχολεῖται ἡ ποίηση. Μὲ ἄλλα λόγια, φοβοῦμαι ὅτι συζητώντας γιὰ τὴν ποίηση ἐδῶ θὰ κινδυνεύαμε νὰ κάνουμε σύγχυση τῆς γλώσσας καὶ τοῦ ὕφους. Καὶ ἡ σύγχυση δὲν ὠφελεῖ ποτέ, οὔτε καὶ τώρα. Θὰ κινδυνεύαμε νὰ κρίνουμε τὰ ποιήματα γιὰ τὴ γλωσσική τους μορφή, ἐνῷ θὰ ἔπρεπε νὰ κρίνουμε ἂν εἶναι καλὰ ἢ κακὰ ποιήματα. Κι αὐτὰ ὑποτάσσουνται σὲ ἄλλα κριτήρια ποὺ δὲν εἶναι τῆς σημερινῆς στιγμῆς. Ἂν εἶναι καλὸ τὸ ποίημα θὰ βαστάξει, ἂν εἶναι κακὸ θὰ γίνει σαρίδια. Ἀνατράφηκα στὴν ἀτμόσφαιρα τοῦ δημοτικισμοῦ, καί, ὅταν εἴμουν νέος, καταδίκαζα τοὺς καθαρευουσιάνους ποιητὲς γιὰ τὴ γλῶσσα ποὺ μεταχειρίζουνταν. Τώρα ξέρω ὅτι τοὺς καταδικάζω γιὰ τὸ ὕφος τους, γιὰ τὴν ποιότητά τους. Γι᾿ αὐτοὺς τοὺς λόγους διεκδικῶ καὶ ὑποστηρίζω τὴν ἐλευθερία τοῦ ποιητῆ, ὅπως τὸ ἔκανα πάντα, ξέροντας ἄλλωστε πὼς ὅποιο φραγμὸ κι ἂν τοῦ βάλουμε δὲ θ᾿ ἀντέξει. [...]. Δὲ θὰ ἤθελα νὰ δώσω τὴν ἐντύπωση πὼς μοῦ εἶναι ἀδιάφορο ὅταν βλέπω συχνὰ τὴν ἀμάθεια καὶ τὴν ἔλλειψη ἄσκησης στὰ ποιητικά μας πράγματα. Ἂν εὐχόμουν ἕνα «σχολεῖο ἀφοσιωμένων ποιητῶν» -γιὰ νὰ θυμηθῶ τὸν Ρήγα- θὰ εἴταν ἕνα σχολεῖο ὅπου οἱ μαθητευόμενοι, ἀνάμεσα σὲ πολλὰ ἄλλα (ποὺ παραλείπω γιὰ συντομία καὶ γιὰ νὰ περιοριστῶ στὰ γλωσσικά), θὰ μάθαιναν ἀπ᾿ ἔξω μεγάλα κομμάτια ἀπὸ τοὺς ποιητές μας, ἀρχίζοντας ἀπὸ τὸν Ὅμηρο ὡς τοὺς Βυζαντινοὺς ὑμνογράφους, τὸν Διγενῆ, τὸν Φτωχοπρόδρομο, ἐννοῶ στὸ πρωτότυπο, καὶ παρακάτω ὡς ἐμᾶς. Θὰ μάθαιναν ὅ,τι μᾶς εἶναι γνωστὸ ἀπὸ τὴν ἀρχαία προσῳδία· θὰ ἔκαναν ἀσκήσεις πάνω στοὺς διάφορους τύπους τοῦ δεκαπεντασύλλαβου καὶ σὲ πολὺ αὐστηρὰ στιχουργικὰ θέματα· θὰ δοκίμαζαν τέλος νὰ συμπτύξουν εἰκοσιπέντε στίχους ἑνὸς ποιήματος σὲ τρεῖς. Θ᾿ ἀπόφευγα τὶς σχολικὲς ἀναλύσεις τῶν κειμένων· ἀπεναντίας θὰ χρησιμοποιοῦσα κάθε μέσο γιὰ νὰ τοὺς φέρω στὴν ἀμεσώτερη ἐπαφὴ μὲ τὴν ὑφὴ τῆς γλώσσας αὐτῶν τῶν ποιημάτων. Ἔπειτα θὰ τοὺς ἄφηνα ἐλεύθερους νὰ βροῦν τὸ δρόμο τους. Τώρα βλέπετε, φαντάζομαι, πόσο ὅλα αὐτὰ εἶναι ἔξω ἀπὸ τὸ συμπόσιό μας, καὶ ἴσως νὰ συλλογιζόσαστε πὼς εἶναι καιρὸς νὰ διώξουμε τὸν ποιητὴ ἀπὸ τὴν πολιτεία».
2. Ε. M. Forster, Two Cheers for Democracy, Λονδίνο, Edward Arnold and Co, 1951, σελ. 93.
3. Τὸ γράμμα ἰταλικά. Δὲς Κ. Θ. Δημαρᾶ, Ἱστορία τῆς Νεοελληνικῆς λογοτεχνίας, Νέα ἔκδοση, Ἀθήνα, Ἴκαρος.
4. Θέμα γιὰ πλατύτερη ἐπεξεργασία: Κοιτάζοντας τὰ σῳζόμενα τοῦ Σολωμοῦ, θὰ ἔλεγα: α) Σχετικὰ μὲ τὸ στίχο· ὅτι ἔχει τόνους ἰταλικοὺς ὡς τὸν Κρητικό, ὅπου φαίνεται καθαρὰ ἡ καταβολὴ τοῦ Ἐρωτόκριτου. Ὁ ἦχος ὁ ἀποκλειστικὰ δικός του φαίνεται στὰ ἀποσπάσματα τῶν Ἐλεύθερων Πολιορκημένων καὶ στὸν Πόρφυρα. β) Σχετικὰ μὲ τὴν πρόζα, τὸ πρᾶγμα ποὺ μοῦ δημιουργεῖ περισσότερα ἐρωτήματα εἶναι ἡ Γυναῖκα τῆς Ζάκυνθος, ποὺ πρέπει νὰ ἔπαψε νὰ τὴ δουλεύει τὸ Δεκέμβρη τοῦ 1829, κείμενο ἀπαλλαγμένο καὶ αὐτὸ ἀπὸ ἰταλικοὺς τόνους. Εἶναι πολὺ ἐνδιαφέρον νὰ προσέξει κανεὶς τὴ διαφορὰ ἤχου ἀνάμεσα στὴ Γυναῖκα καὶ στοὺς στίχους ποὺ γράφει τὸν ἴδιο καιρό. Σ᾿ αὐτούς, ἴσως νὰ εἶναι ἡ στιχουργική, στὴν ὁποία ἔχει πολὺ ἀσκηθεῖ ἰταλικά, ποὺ τὸν παρασέρνει. Ὅπως καὶ νἆναι, ἐκεῖνο ποὺ μπορῶ νὰ ἰδῶ εἶναι ὅτι τέτοια κείμενα, ποὺ ὀνομάζω ἑλληνικά, βγαίνουν ἀπὸ τὸ βαθύτερο κοίτασμα τῆς ὕπαρξής του.