Αναγνώστες

Παρασκευή, 27 Μαΐου 2011

Αρχιμήδης, 287-212π.Χ.

Μαθηματικός, εφευρέτης, μηχανικός, αστρονόμος, από τους επιφανέστερους της αρχαιότητας. Θεμελιωτής της Θεωρητικής Μηχανικής και ο μεγαλύτερος εφευρέτης της εποχής του (287-212). Ήταν γόνος πλούσιας και σπουδαίας οικογένειας, γιος του αστρονόμου Φειδία και συγγενής του τυράννου των Συρακουσών, σύμφωνα με τη γνωστή παράδοση.

Ταξίδεψε στην Αίγυπτο όπου σπούδασε στην Αλεξάνδρεια που ήταν τότε το πνευματικό κέντρο της εποχής. Δάσκαλοί του στη μαθηματική επιστήμη ήταν οι διάδοχοι του Ευκλείδη. Έγινε μάλιστα φίλος με το διάσημο μαθηματικό Κόνωνα το Σάμιο. Είχε επιστημονική επαφή με τον Ερατοσθένη της Κυρήνειας, διευθυντή της βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας.

Επιστέφοντας στις Συρακούσες αφιερώθηκε στη μαθηματική έρευνα και στην πραγματοποίηση διαφόρων μηχανικών εφευρέσεων.

Οι εφευρέσεις του τον έκαναν διάσημο και έφτασαν μέχρι εμάς μέσα από την παράδοση και τα έργα μεταγενέστερων.

Η ιστορία και ο θρύλος αναφέρουν περισσότερα για τις μηχανικές επινοήσεις του Αρχιμήδη παρά για τα θεωρητικά και μαθηματικά επιτεύγματα. Οι μηχανές που επινόησε χρησιμοποιήθηκαν με σημαντικά αποτελέσματα εναντίον των Ρωμαίων στην πολιορκία των Συρακουσών.

Επινόησε καταπέλτες τόσο έξυπνα κατασκευασμένους ώστε είχαν και μακρινή και κοντινή εμβέλεια.

Ακόμη κατασκεύασε μηχανές για εκτόξευση βλημάτων δια μέσω οπών κατασκευασμένων στα τείχη (τηλεβόλα). Κατασκεύασε πρωτότυπες βλητικές μηχανές και άρπαγες με τις οποίες συλλάμβανε τα ρωμαϊκά πλοία και αφού τα σήκωνε ψηλά μετά τα κατέστρεφε. Ακόμη κάτοπτρα με τα οποία συγκέντρωνε τις ακτίνες του ήλιου πάνω στα εχθρικά πλοία τα οποία και έκαιγε.

Η συμβολή του Αρχιμήδη στην ανάπτυξη της Μηχανικής συνίσταται πέρα από την επινόηση των τροχαλιών, του πολύσπαστου και των οδοντωτών τροχών και ενός ιδιόμορφου αντλητικού συγκροτήματος, στην έλικα που φέρει το όνομά του. Ακόμη η επακριβής διατύπωση των νόμων των μοχλών και των ισορροπιών ή κέντρα βαρών. Εδώ υπάρχει και η περίφημη πρόταση: « σύμμετρα μεγέθη ισορροπούν σε αποστάσεις αντιστρόφως ανάλογες προς το βάρος τους».

Σε σχέση με τους μοχλούς και τις δυνατότητές τους μας αναφέρει τη φράση: «δος μοι πα στω και ταν γαν κινάσω». Απέδειξε στον Ιέρωνα ότι με ένα σύστημα τροχαλιών – οδοντωτών τροχών και μοχλών μπορεί να μετακινήσει ένα τεράστιο πλοίο με όλο το πλήρωμα μέσα, μόνος του. Ήταν ακόμη ο ίδιος που σχεδίασε και επιμελήθηκε τη ναυπήγηση του πλοίου.

Ανέλαβε, μετά από εντολή του Ιέρωνα, την οχύρωση της πόλης και διηύθυνε ο ίδιος την άμυνά της εναντίον των Ρωμαίων.

Στην Αστρονομία, ο Λίβιος μας λέει ότι ο Αρχιμήδης είναι «μοναδικός παρατηρητής του ουρανού και των αστέρων». Ο Ίπαρχος μας λέει ότι ο Αρχιμήδης ασχολήθηκε με τη μελέτη των ηλιοστασίων καθώς και με τον υπολογισμό της διάρκειας του έτους.

Ο Μακρόβιος αναφέρει ότι ο Αρχιμήδης ανακάλυψε τις αποστάσεις των πλανητών, ενώ στο έργο «Ψαμμίτης» περιγράφει τη συσκευή μέσω της οποίας μέτρησε τη φαινομενική γωνιακή διάμετρο του ήλιου.

Ο Κικέρων αναφέρεται με θαυμασμό για τον Αρχιμήδη στα «Κατοπτρικά».

Στα Μαθηματικά, που ο ίδιος θεωρούσε ως τα πιο σημαντικά ,παρουσίασε τη μέθοδο του προσδιορισμού του αριθμού π. Τελειοποίησε το ελληνικό σύστημα αρίθμησης και παρουσίασε μία μέθοδο παράστασης των πολύ μεγάλων αριθμών. Ασχολήθηκε με τη διαφορική Γεωμετρία, βρήκε τους τύπους πρόσθεσης και αφαίρεσης τόξων. Υπολόγισε το εμβαδόν της σφαίρας και του κυλίνδρου. Μελέτησε διάφορα στερεά εκ περιστροφής, όπως τα στερεά που παράγονται από περιστροφή έλλειψης υπερβολής και παραβολής γύρω από έναν άξονα.

Στη Γεωμετρία, το έργο του Αρχιμήδη αποτελείται κατά κύριο λόγο από πρωτότυπες μελέτες σχετικά με τον τετραγωνισμό των καμπυλόγραμμων επίπεδων σχημάτων, καθώς και με τον τετραγωνισμό και τον κυβισμό καμπύλων επιφανειών.

Τέλος επινόησε στο σύνολό της την Υδροστατική Επιστήμη, την οποία ανέπτυξε πλήρως.

Οι μελέτες του αναπαριστούν ένα σύνολο μαθηματικών και γεωμετρικών επιτευγμάτων, το οποίο δεν ξεπέρασε κανείς στην ανθρώπινη ιστορία.

Όπως αναφέρει ο Πλούταρχος για τον Αρχιμήδη «δεν είναι δυνατόν να βρεθούν στη Γεωμετρία δυσκολότερα και πιο βασανιστικά ερωτήματα ή αποδείξεις, διατυπωμένα σε μορφή απλούστερων και σαφέστερων προτάσεων.»

Όπως αναφέρει ο Wallis « ο Αρχιμήδης αφήνει ένα συγκεκριμένο μυστήριο να καλύπτει τον τρόπο με τον οποίο κατέληγε στα αποτελέσματά του. Είναι σαν να είχε καλύψει σκοπίμως τα ίχνη του, τα ίχνη των ερευνών του, σα να ήταν απρόθυμος να αποκαλύψει το μυστικό της μεθόδου έρευνάς του στους μεταγενέστερους, ενώ επιθυμούσε να αποσπάσει τη συναίνεσή τους για τα αποτελέσματά του».

Και πάλι ο Wallis μας αναφέρει: «ο Αρχιμήδης, αλλά και οι πιο σημαντικοί αρχαίοι επιστήμονες, έκρυβαν από τους μεταγενέστερους τη μέθοδο ανάλυσης που χρησιμοποιούσαν ‘ώστε οι πιο σύγχρονοι μαθηματικοί να θεωρούν ευκολότερο να επινοήσουν μία νέα ανάλυση παρά να αναζητήσουν την παλιά».

Ο ίδιος ο Αρχιμήδης, ως φορέας ενός ανώτερου φιλοσοφικού πνεύματος, θεωρούσε ταπεινή και ανάξια κάθε τέχνη που εξυπηρετούσε πρακτικές ανάγκες ή αποσκοπούσε στο οικονομικό κέρδος. Γι` αυτό και έστρεψε όλη του την προσοχή και τις επιδιώξεις στους καθαρούς στοχασμούς, χωρίς να καταδεχτεί να αφήσει κάποιο γραπτό στοιχείο για τις τεχνολογικές του ανακαλύψεις, με μοναδική εξαίρεση όσες αναφέρονται στο έργο του «περί σφαιροποιίας». Δεν είναι καθόλου τυχαίο λοιπόν ΄το ότι ο Κικέρων αργότερα βρήκε τον τάφο του και πάνω μία αναπαράσταση ενός κυλίνδρου περιγεγραμμένου σε σφαίρα με μία περιγραφή που έδινε το λόγο του κυλίνδρου προς τη σφαίρα.

Όπως για τον Πυθαγόρα και τον Πλάτωνα, έτσι και για τον Αρχιμήδη, οι μορφές και τα απτά πράγματα είναι σκιές ή πιο χοντροειδείς καταστάσεις ανώτερων ιδεών. Γι` αυτό το λόγο, μία οντότητα αυτού του μεγέθους, ορθά θεωρεί ότι η αλήθεια βρίσκεται στις ιδέες και σε πιο λεπτά νοητικά επίπεδα και με αυτές είναι που πρέπει να ασχολείται. Έτσι ένας ανώτερος άνθρωπος δεν επικεντρώνεται στη σκιά αλλά σε αυτό που παράγει τη σκιά. Ακόμη και ο θάνατός του τον βρήκε ενώ στοχαζόταν πάνω σε κάποια σχήματα που είχα σχεδιάσει πάνω στο χώμα. Όταν τον πλησίασε ο Ρωμαίος στρατιώτης αυτός του είπε: « Άνθρωπε μείνε μακριά από το σχήμα μου». Ο στρατιώτης εξαγριωμένος τον σκότωσε.

Πέμπτη, 26 Μαΐου 2011

Γιάννης Βαρβέρης

Ξαφνικά και σε ηλικία 56 ετών
Πέθανε ξαφνικά χθες το βράδυ στα 56 του χρόνια και από ανακοπή καρδιάς ο πολυβραβευμένος ποιητής Γιάννης Βαρβέρης.

Ο Γιάννης Βαρβέρης σπούδασε νομικά, εξέδωσε έντεκα βιβλία ποίησης, καθώς και μεταφράσεις ξένης λογοτεχνίας και αττικής κωμωδίας.

Το 1976 ξεκίνησε να γράφει κριτική θεάτρου και τα κείμενά του έχουν συγκεντρωθεί σε έξι τόμους.

Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε ανθολογίες στα αγγλικά, στα γαλλικά, στα γερμανικά, στα ιταλικά, στα ισπανικά και στα ρουμάνικα.

Το 1996 του απονεμήθηκε το Κρατικό Βραβείο Κριτικής - Δοκιμίου. Το 2001 του απονεμήθηκε το Βραβείο Καβάφη για την ποιητική συλλογή «Ποιήματα 1975-1996» (Κέδρος, 2000).

Το 2002 του απονεμήθηκε το Βραβείο Ποίησης του περιοδικού «Διαβάζω» για την ποιητική συλλογή «Στα ξένα» (Κέδρος, 2001), ενώ το 2010 τιμήθηκε με το Βραβείο Ποίησης του Ιδρύματος Πέτρου Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών, για το σύνολο του ποιητικού του έργου.

Τετάρτη, 25 Μαΐου 2011

Κάντε ησυχία μην ξυπνήσουμε τους Έλληνες!

Κάντε ησυχία μην ξυπνήσουμε τους Έλληνες! -

Γίναμε σύνθημα στα χείλη των Ισπανών διαδηλωτών...
Με το σύνθημα       Κάντε ησυχία μην ξυπνήσουμε τους Έλληνες ,
οι Ισπανοί συγκεντρωμένοι διαδηλωτές στη Μαδρίτη
μας χλευάζουν για την απάθειά μας.

Παρασκευή, 20 Μαΐου 2011

"Παλάτι του Τσαουσέσκου".







Κοινό χαρακτηριστικό των ολοκληρωτικών καθεστώτων είναι το παραλήρημα μεγαλείου και η προσωπολατρεία. Αυτά εκδηλώνονται με τη μνημειακή κρατική αρχιτεκτονική, η οποία προβάλλει την ισχύ του καθεστώτος. Πρωτοπόρος αυτής της ιδεολογίας υπήρξε ο Νικολάε Τσαουσέσκου, Πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Ρουμανίας και Γενικός Γραμματέας του Ρουμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος (ο οποίος ήταν νομίμως εκλεγμένος και όχι δικτάτωρ, σύμφωνα πάντα με τα κομμουνιστικά δεδομένα). Μετά την υποχρεωτική κρατικοποίηση της γης, συνέλαβε ένα μεγαλοπρεπές σχέδιο: τον εξορθολογισμό (rationalizare) των αστικών και αγροτικών οικισμών, που θα οδηγούσε τη χώρα του στη "Χρυσή Εποχή
Ο καταστροφικός σεισμός του 1977 που έπληξε την πρωτεύουσα Βουκουρέστι και μεγάλο μέρος του νότου της χώρας, του έδωσε την ευκαιρία να βάλει τα σχέδιά του σε εφαρμογή. Έχοντας ως πρότυπο την πρωτεύουσα της Βορείου Κορέας Πυονγκ Γιάνγκ, αποφάσισε την ανοικοδόμηση του Βουκουρεστίου. Τον τετραετούς διάρκειας διαγωνισμό κέρδισε η 28χρονη Άνκα Πετρέσκου.

Αρχικά ισοπεδώθηκαν, με συνοπτικές διαδικασίες αποβολής των 40.000 κατοίκων από τα σπίτια τους, 7 τετραγωνικά χιλιόμετρα από την έκταση της παλιάς πόλεως του Βουκουρεστίου, που αντιστοιχούν με την έκταση της Βενετίας. Σε αυτήν βρίσκονταν πλήθος μνημείων του Ρουμανικού έθνους: μοναστήρια και εκκλησίες, νοσοκομεία, δημόσια κτήρια και οικίες αξιόλογης αρχιτεκτονικής, τα οποία έδιναν στο Βουκουρέστι επαξίως τον τίτλο "Παρίσι της Ανατολής". Μεταξύ αυτών και αξιολογότατα μνημεία της εποχής των Φαναριωτών, όπως η Μονή Βακαρέστι, μνημείο της Ουνέσκο, το Νοσοκομείο Μπρινκοβεάνου, ο μοναδικός λόφος της πόλεως με τη Μονή Μιχαήλ Βόδα, που στέγαζε τα Αρχεία του Κράτους και πλήθος άλλων.

Τίποτε από αυτά δε συγκίνησε τον μεγαλομανή ηγέτη. Μόνο κάποιες εκκλησίες γλύτωσαν, αλλά μεταφέρθηκαν σε νέες θέσεις, πίσω από τις πολυκατοικίες που στέγαζαν κομματικά στελέχη, για να μην είναι ορατές και διαταράσσουν τη σοσιαλιστική αρμονία. Η τεχνολογία μεταφοράς κτηρίων που είδαμε τα τελευταία χρόνια και στην Ελλάδα είναι ρουμανική, και οφείλεται στα σχέδια του Τσαουσέσκου. Στη θέση των γραφικών συνοικιών που βρίσκονταν εκατέρωθεν του ποταμού Ντιμπόβιτσα, άρχισε να διαμορφώνεται το νέο, σοσιαλιστικό διοικητικό κέντρο της Ρουμανίας, ένα κράτος εν κράτει. Έμβλημά του, το "Σπίτι του Λαού" (Casa Poporului), στο οποίο οδηγούσε μία μεγαλοπρεπής λεωφόρος με το βαρύγδουπο όνομα "Νίκη του Σοσιαλισμού" (Victoria Socialismului), που περιβαλλόταν από πολυκατοικίες για την κομματική νομενκλατούρα. Το κτήριο αυτό αρχικά προοριζόταν για να στεγάσει το Προεδρικό Μέγαρο, τη Βουλή και τη Γερουσία, καθώς και όλα τα Υπουργεία, ήταν δηλαδή ένα συγκεντρωτικό διοικητικό κτήριο απίστευτης χλιδής. Φυσικά, μόνο σπίτι του λαού δεν ήταν, καθώς ο λαός το αποκαλούσε εύστοχα "Παλάτι του Τσαουσέσκου".

Η ανέγερσή του ξεκίνησε το 1983. Το μέγεθός του είναι ασύλληπτα μεγάλο: έχει διαστάσεις 270Χ240 μέτρα, ύψος 84 μέτρα, και βάθος 92 μέτρα. Καλύπτει επιφάνεια 66.000 τετραγωνικών μέτρων, ενώ το συνολικό εμβαδόν του ανέρχεται στα 330.000 τετραγωνικά μέτρα και έχει όγκο 2.550.000 κυβικά μέτρα. Έχει 12 ορόφους και 8 υπόγεια. Είναι το δεύτερο μεγαλύτερο διοικητικό κτήριο στον κόσμο, μετά το αμερικανικό Πεντάγωνο, και το τρίτο σε όγκο, μετά τη βάση εκτοξεύσεως πυραύλων του Ακρωτηρίου Κανάβεραλ στη Φλόριδα των ΗΠΑ και την πυραμίδα του Κετζαλκοάτλ στο Μεξικό.

Για το σχεδιασμό και την ανοικοδόμησή του απασχολήθηκαν μόνο ρουμανικά χέρια και χρησιμοποιήθηκαν αποκλειστικά ρουμανικά υλικά. Τα καλύτερα μάρμαρα, ξύλα, μέταλλα, κρύσταλλα, γυαλιά, δέρματα και οι καλύτεροι τεχνίτες της χώρας συνέβαλαν στην ανοικοδόμηση αυτού του μεγαλοπρεπούς κτηρίου, το οποίο στεγάζει το μεγαλύτερο χαλί και τον μεγαλύτερο πολυέλαιο του κόσμου. Επειδή μάλιστα το χαλί, εάν μεταφερόταν από αλλού, θα καταστρεφόταν από το βάρος του, κατασκευάστηκε επί τόπου. Κάθε ένα από τα 1000 δωμάτιά του έχει μοναδικό διάκοσμο. Ένα εκατομμύριο τετραγωνικά μέτρα μαρμάρου καλύπτουν τις επιφάνειές του και 2.800 πολυέλαιοι το φωτίζουν. Επτακόσιοι αρχιτέκτονες και είκοσι χιλιάδες εργάτες δούλευαν επί εικοσιτετραώρου βάσεως για την κατασκευή του.

Όλα αυτά έλαβαν τέλος με την επανάσταση του Ρουμανικού λαού, που έζησε μια πραγματική λιμοκτονία από το 1980 έως το Δεκέμβριο του 1989, προκειμένου να πραγματοποιηθούν τα σχέδια του συντρόφου Τσαουσέσκου. Η μεταπολίτευση το βρήκε ημιτελές και ακολούθησε μεγάλος προβληματισμός για την τύχη του κτηρίου που εξέφραζε τη μεγαλομανία του, αλλά και τη δημιουργικότητα του Ρουμανικού λαού. Προτάθηκε να πωληθεί στο ΝΑΤΟ, προκειμένου να αποτελέσει την έδρα του. Τελικά αποφασίστηκε ότι ήταν πιο συμφέρον να αποπερατωθεί σύμφωνα με τα αρχικά σχέδια, παρά να πάνε χαμένοι οι κόποι και τα χρήματα του λαού.

Τελικά από τη δεκαετία του 1990 και μετά από νέες θυσίες και έξοδα, στέγασε τη Βουλή και τη Γερουσία, άλλες κρατικές υπηρεσίες και το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης. Καθώς ένα μέρος του είναι επισκέψιμο από το κοινό, αποτελεί έναν από τα πλέον ενδιαφέροντα αξιοθέατα της πόλεως.

Πέμπτη, 5 Μαΐου 2011

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ (1900 - 1971) Ο Γιώργος Σεφέρης (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Γιώργου Σεφεριάδη) γεννήθηκε στη Σμύρνη, γιος του δικηγόρου και διδάκτορα της Νομικής Σχολής του Παρισιού Στέλιου Σεφεριάδη και της Δέσπως το γένος Γιωργάκη Τενεκίδη. Είχε δύο μικρότερα αδέρφια την Ιωάννα (μετέπειτα σύζυγο του Κωνσταντίνου Τσάτσου) και τον Άγγελο.

Η πανεπιστημιακή καριέρα του πατέρα του υπήρξε λαμπρή και κατέληξε το 1933 στην αναγόρευσή του ως Πρύτανη του Πανεπιστημίου Αθηνών και Ακαδημαϊκού. Μετά το ξέσπασμα του πρώτου παγκοσμίου πολέμου το 1914 η οικογένεια Σεφεριάδη εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Στην Αθήνα ο Σεφέρης τέλειωσε το Πρότυπο Κλασικό Γυμνάσιο. Από το 1918 ως το 1924 έζησε στο Παρίσι όπου σπούδασε νομικά και ήρθε σε επαφή με τη σύγχρονή του γαλλική λογοτεχνική παραγωγή.

Στο Παρίσι συνεργάστηκε με το φοιτητικό περιοδικό Βωμός (με το ψευδώνυμο Γιώργος Σκαλιώτης), έδωσε μια διάλεξη για τον Jan Moreas στο Σύλλογο Ελλήνων Σπουδαστών και άρχισε να γράφει ποιήματα στα γαλλικά και τα ελληνικά. Το καλοκαίρι του 1924 μετά την αποφοίτησή του από το πανεπιστήμιο έφυγε για το Λονδίνο, όπου έμεινε ως το χειμώνα του επόμενου χρόνου. Εκεί έγραψε το ποίημα Fog. Μετά την επιστροφή του στην Αθήνα άρχισε να γράφει το Ημερολόγιο, και το γνωστό ως Έξι νύχτες στην Ακρόπολη πεζογράφημα και πρωτοδιάβασε τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη.
Το 1926 πέθανε η μητέρα του και στις 29 Δεκεμβρίου του ίδιου χρόνου ο Σεφέρης διορίστηκε ακόλουθος του Υπουργείου Εξωτερικών. Το 1928 δημοσιεύτηκε η μετάφρασή του από το έργο του Βαλερύ Μια νύχτα με τον κ.Τεστ στη Νέα Εστία. Τον ίδιο χρόνο έγραψε Το ύφος μιας μέρας και το Γράμμα του Μαθιού Πασκάλη. Το 1931 κυκλοφόρησε η πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο Στροφή, για την οποία ο Παλαμάς δημοσίευσε επιστολή στη Νέα Εστία.
Διορίστηκε υποπρόξενος και στη συνέχεια πρόξενος στο Γενικό Προξενείο του Λονδίνου, όπου παρέμεινε ως το 1934. Το 1932 δημοσίευσε τη Στέρνα και το 1935 το Μυθιστόρημα, και τα δύο σε περιορισμένα αντίτυπα. Το 1936 δημοσίευσε το βιβλίο Θ.Σ.Έλιοτ και διορίστηκε Πρόξενος στην Κορυτσά, όπου έμεινε ως το 1937, που ταξίδεψε στο Βουκουρέστι για το Συνέδριο Διαβαλκανικού Τύπου. Τότε πραγματοποιήθηκε και η πρώτη μετάφραση ποιήματός του στα γαλλικά από την Έλλη Λαμπρίδη.
Το 1938 διορίστηκε προϊστάμενος της Διευθύνσεως Εξωτερικού Τύπου στην Αθήνα και ένα χρόνο αργότερα γνωρίστηκε με τον Αντρέ Ζιντ στο σπίτι του Κ.Θ.Δημαρά και ταξίδεψε στη Ρουμανία με τον Τ.Παπατσώνη.
Το 1940 εξέδωσε τα Ημερολόγιο Καταστρώματος Α’, Ποιήματα 1 και Τετράδιο Γυμνασμάτων (1928-1937). Τον ίδιο χρόνο υπέγραψε μανιφέστο κατά του Ιταλικού Φασισμού και το διάγγελμα του βασιλιά μαζί με το Νικολούδη. Το 1941 παντρεύτηκε τη Μαρώ Ζάννου, εξέδωσε το Χειρόγραφο Σεπτ. ‘41 και ταξίδεψε με την ελληνική κυβέρνηση στη Σούδα, την Αίγυπτο και τη Νότιο Αφρική.
Το 1942 εκδόθηκε στην Αλεξάνδρεια η Λύρα του Κάλβου με πρόλογο του Σεφέρη. Ταξίδεψε στην Ιερουσαλήμ και μετατέθηκε στο Κάιρο (Διεύθυνση Τύπου και Πληροφοριών της Ελληνικής Κυβέρνησης). Το 1943 έδωσε διαλέξεις για τον Παλαμά και το Μακρυγιάννη στο Κάιρο και την Αλεξάνδρεια και γνωρίστηκε με το Στρατή Τσίρκα.
Το 1944 εκδόθηκαν οι Δοκιμές στο Κάιρο και το Ημερολόγιο Καταστρώματος Β’. Ταξίδεψε με την κυβέρνηση στην Ιταλία και τον Οκτώβρη επέστρεψε στην Ελλάδα. Το 1945 διετέλεσε διευθυντής του πολιτικού γραφείου του Αντιβασιλέα Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού και διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου.
Το 1946 γνωρίστηκε με τον Eluard , εξέδωσε τον Ερωτόκριτο, την Κίχλη και διάβασε τη μελέτη του Καβάφης - Έλιοτ · Παράλληλοι στο Βρετανικό Συμβούλιο της Αθήνας.
Το 1947 τιμήθηκε με το έπαθλο Παλαμά και ένα χρόνο αργότερα παραιτήθηκε μαζί με πολλούς άλλους συγγραφείς από την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών, τονίζοντας τη φθορά που είχε υποστεί ο θεσμός. Διορίστηκε σύμβουλος πρεσβείας στην Άγκυρα.
Το 1949 εκδόθηκε η μετάφρασή του από ποιήματα του Έλιοτ με τίτλο Η έρημη χώρα και άλλα ποιήματα. Το 1950 πέθανε ο αδερφός του Άγγελος στην Αμερική. Τον ίδιο χρόνο ο Σεφέρης ταξίδεψε στη Μικρά Ασία και την Κωνσταντινούπολη. Τον επόμενο χρόνο πέθανε ο πατέρας του · διορίστηκε σύμβουλος στην πρεσβεία του Λονδίνου.
Το 1952 μετατέθηκε στη Βηρυτό και το 1953 πραγματοποίησε το πρώτο του ταξίδι στην Κύπρο μαζί με τη γυναίκα του (ακολούθησε δεύτερο ταξίδι τον επόμενο χρόνο και τρίτο το 1955).
Το 1956 έγινε διευθυντής στην Β’ Πολιτική Διεύθυνση του Υπουργείου Εξωτερικών και το 1957 συμμετείχε στη συζήτηση για το Κυπριακό στη Νέα Υόρκη. Τότε διορίστηκε πρεσβευτής στο Λονδίνο, όπου παρέμεινε ως το 1962.
Το 1960 ανακηρύχτηκε επίτιμος διδάκτωρ των γραμμάτων από το πανεπιστήμιο του Cambridge, το 1961 τιμήθηκε με το βραβείο Foyle και το 1963 με το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας. Ένα χρόνο αργότερα αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτωρ των Πανεπιστημίων Θεσσαλονίκης και Οξφόρδης και ταξίδεψε στην Ισπανία.
Το 1964 δημοσιεύτηκε η μετάφρασή του από το Άσμα ασμάτων και οι Αντιγραφές. Τότε γνωρίστηκε με τον Ezra Pound, ενώ ένα χρόνο αργότερα δημοσιεύτηκαν τα Τρία Κρυφά ποιήματα και εκδόθηκε η μετάφραση της Αποκάλυψης του Ιωάννη.
Το 1969 δημοσιεύτηκε η δήλωσή του κατά της χούντας του Παπαδόπουλου και ο Σεφέρης παύτηκε από πρέσβης επί τιμή, ενώ του απαγορεύτηκε και να κάνει χρήση του διπλωματικού του διαβατηρίου. Το 1971 έγραψε το τελευταίο του ποίημα με τίτλο Επί ασπαλάθων.
Πέθανε το Σεπτέμβρη του ίδιου χρόνου. Είχε προηγουμένως υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση στο δωδεκαδάκτυλο. Την κηδεία του παρακολούθησαν χιλιάδες κόσμου.
Ο Γιώργος Σεφέρης υπήρξε ηγετική μορφή στην ποίηση και τη θεωρία της λογοτεχνίας στην Ελλάδα του εικοστού αιώνα. Με τη σκέψη και τη δημιουργία του ανανέωσε ριζικά τον προσανατολισμό της νεοελληνικής λογοτεχνίας, συνδυάζοντας βαθιά γνώση της παράδοσης και των παγκόσμιων ιδεολογικών ρευμάτων και προτάσσοντας το αίτημα της ελληνικότητας στα πλαίσια της ευρωπαϊκής πραγματικότητας.