Αναγνώστες

Παρασκευή, 26 Απριλίου 2013

ΕΠΙΚΟΥΡΕΙΑ ΑΠΟΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ



Το μεγάλο πρόβλημα για τον άνθρωπο σχετικά με τον θάνατο είναι ο φόβος, τον οποίο νιώθει στην προοπτική του φυσικού του τέλους. «Το ανθρώπινο είδος είναι το μόνο που γνωρίζει ότι θα πεθάνει» έλεγε ο Βολτέρος. Η γνώση του θανάτου του δημιουργεί στον άνθρωπο φόβο, από τον οποίο ορισμένοι φιλόσοφοι, προσπάθησαν να τον βοηθήσουν να απαλλαγεί. Ένας από αυτούς ήταν ο Επίκουρος ο Αθηναίος, ο ιδρυτής της σχολής του Κήπου.Ο βασικός σκοπός της ηθικής διδασκαλίας του Επίκουρου ήταν να κάνει ευτυχισμένα άτομα, ήταν να δώσει στους ανθρώπους τη δυνατότητα να κατανοήσουν τα όρια του ανθρώπινου βίου και μέσα σ’ αυτά, να απολαύσουν τη χαρά της ζωής. Ένα από τα πιο σημαντικά βήματα που πρέπει να κάνει λοιπόν το ανθρώπινο είδος, για να πετύχει την ποθητή σ’ αυτόν χαρά της ζωής, είναι να απαλλαγεί από το φόβο του θανάτου. Στη συνέχεια παραθέτω αποσπάσματα από τα πολύ λίγα διασωθέντα συγγράμματα του Επίκουρου, καθώς και αποσπάσματα άλλων επικούρειων συγγραφέων που βασικό σκοπό έχουν την αποτροπή του φόβου του θανάτου.Έλεγε, λοιπόν, ο Επίκουρος: «…Να συνηθίσεις στην ιδέα ότι ο θάνατος για μας είναι ένα τίποτα. Γιατί κάθε καλό και κάθε κακό γίνεται αντιληπτό με τις αισθήσεις μας, όμως θάνατος σημαίνει στέρηση της αίσθησης. Γι αυτό η σωστή εκτίμηση ότι ο θάνατος δεν σημαίνει τίποτα για μας, μας βοηθά να χαρούμε τη θνητότητα του βίου, όχι επειδή μας φορτώνει αμέτρητα χρόνια αλλά γιατί μας απαλλάσσει από τον πόθο της αθανασίας. Δεν υπάρχει, βλέπεις, τίποτα το φοβερό στη ζωή του ανθρώπου που έχει αληθινά συνειδητοποιήσει ότι δεν υπάρχει τίποτα το φοβερό στο να μη ζεις. Άρα είναι ανόητος αυτός που λέει ότι φοβάται το θάνατο, όχι γιατί θα τον κάνει να υποφέρει όταν έρθει αλλά επειδή υποφέρει με το δεδομένο ότι θα έρθει. Γιατί ό,τι δεν σε στεναχωρεί όταν είναι παρόν, δεν υπάρχει λόγος να σε βασανίζει όσο το περιμένεις. Το πιο φρικτό, λοιπόν, από τα κακά, ο θάνατος, είναι ένα τίποτα για μας, ακριβώς επειδή όταν υπάρχουμε εμείς αυτός είναι ανύπαρκτος, κι όταν έρχεται αυτός δεν υπάρχουμε εμείς. Ο θάνατος λοιπόν δεν έχει να κάνει ούτε με τους ζωντανούς ούτε με τους πεθαμένους, αφού για τους ζωντανούς δεν υπάρχει, ενώ οι τελευταίοι δεν υπάρχουν πια. Βέβαια, οι πολλοί άλλοτε πασχίζουν ν αποφύγουν το θάνατο σαν νάναι η πιο μεγάλη συμφορά, κι άλλοτε τον αποζητούν για ν αναπαυθούν από τα δείνα της ζωής. Απεναντίας ο σοφός ούτε τη ζωή απαρνιέται ούτε την ανυπαρξία φοβάται. Γιατί δεν του είναι δυσάρεστη η ζωή αλλά ούτε και θεωρεί κακό το να μη ζει. Κι όπως με το φαγητό δεν προτιμά σε κάθε περίπτωση το πιο πολύ μα το πιο νόστιμο, έτσι και με τη ζωή δεν απολαμβάνει τα πολλά χρόνια, αλλά τα ευτυχέστερα χρόνια. Κι είναι αφελής όποιος συμβουλεύει τον νέο να ζει καλά και τον γέροντα να έχει καλό τέλος στη ζωή του, όχι μόνο γιατί η ζωή είναι ευπρόσδεκτη, αλλά γιατί το να ζεις καλά και να πεθαίνεις καλά, είναι μία και η αυτή άσκηση. Όμως πολύ χειρότερος είναι εκείνος που λέει πως καλό είναι να μη γεννηθείς αλλά μιας και γεννήθηκες, βιάσου να διαβείς τις πόλεις του Άδη. Αν το λέει επειδή το πιστεύει, γιατί δεν εγκαταλείπει τη ζωή; (αυτοκτονεί) Στο χέρι του είναι να το κάνει, αν το έχει σκεφτεί σοβαρά. Αν πάλι το λέει στ’ αστεία, μιλάει απερίσκεπτα για πράγματα που δεν σηκώνουν αστεία…». (Επίκουρος. Επιστολή προς Μενοικέα)«Ένα τίποτα είναι για μας ο θάνατος. Γιατί ό,τι αποσυντίθεται παύει να αισθάνεται. Κι ό,τι δεν αισθάνεται δεν μας αφορά». (Επίκουρος. Κύριαι Δόξαι Νο 2)«Γεννηθήκαμε μια φορά και δε γίνεται να γεννηθούμε και δεύτερη, κι είναι βέβαιο πως δεν θα υπάρξουμε ξανά στον αιώνα τον άπαντα. Εσύ όμως, ενώ δεν εξουσιάζεις το αύριο, αναβάλλεις την ευτυχία για αργότερα. Κι η ζωή κυλά με αναβολές και χάνεται, κι ο καθένας μας πεθαίνει απασχολημένος». (Επίκουρου προσφώνηση Νο 14).«Σε πρόλαβα, Τύχη, και σου έχω φράξει όλες τις διόδους. Και δεν πρόκειται να παραδοθούμε όμηροι μήτε σε σένα μήτε σε καμιά συγκυρία αλλά σαν έρθει η ώρα, να φύγουμε, θα φτύσουμε και τη ζωή και όσους με ματαιοδοξία προσκολλώνται σε αυτήν. Θα φύγουμε από τη ζωή με ένα ωραίο τραγούδι λέγοντας πόσο ωραία τη ζήσαμε». (Μητρόδωρος).Πεθαίνοντας ο Επίκουρος, γράφει στον Ιδομενέα αυτήν την επιστολή: «Τούτη την ευτυχισμένη μέρα, την τελευταία της, ζωής μου, σου γράφω το παρακάτω γράμμα. Οι συνεχείς πόνοι από τη δυσουρία και τη δυσεντερία έχουν ξεπεράσει κάθε προηγούμενο. Όμως όλα αυτά τα αντιμετωπίζω με τη χαρά που νιώθει η ψυχή μου καθώς αναθυμούμαι τις συζητήσεις που έχουμε κάνει. Να φανείς άξιος της στάσης που από νεαρός κράτησες απέναντι στη φιλοσοφία και σε μένα και να φροντίσεις εσύ τα παιδιά του Μητρόδωρου». (Επίκουρος)Ο Επικούρειος Λατίνος ποιητής Λουκρήτιος στο ποίημά του «De Rerum Natuta» (Για την φύση των πραγμάτων) έγραψε: «….Και τελικά, πες πως η ίδια η φύση ξαφνικά παίρνει το λόγο και επιπλήττει έναν από εμάς: Γιατί, θνητέ, αφήνεσαι να βυθιστείς σ ένα τόσο αρρωστημένο πένθος; Τι βαρυγκωμάς και κλαίγεσαι για το θάνατο; Αν ήταν ευχάριστη η ζωή σου που πέρασε και πάει, κι αν όλες οι χάρες της δεν πήγαν χαμένες σαν να χύθηκαν μέσα από ένα τρύπιο πιθάρι, τότε γιατί δεν αποσύρεσαι σαν χορτάτος συνδαιτυμόνας από το συμπόσιο της ζωής και δεν προτιμάς, ανόητε, μια γαλήνη δίχως έγνοιες; Μα αν όσα αποκόμισες σκόρπισαν και χάθηκαν και σου είναι βάρος η ζωή, τι γυρεύεις να της προσθέσεις κι άλλα, για να χαθούν κι αυτά κι όλα άχαρα να σβήσουν; Δεν είναι καλύτερα, να δώσεις ένα τέλος στη ζωή και στα βάσανα; Γιατί εγώ δεν μπορώ να μηχανευτώ και να επινοήσω τίποτα πια που να σ ευχαριστήσει, όλα τα πράγματα είναι όπως ήταν πάντα. Και ίδια θα παραμένουν, ακόμα κι αν το σώμα σου δεν έχει κιόλας μαραθεί από τα χρόνια και τα μέλη σου δεν έχουν λιώσει, ακόμα κι αν ζήσεις τόσο που να ξεπεράσεις όλες τις γενιές, ακόμα κι αν ποτέ σου δεν πεθάνεις.Τι θα απαντήσουμε, αν όχι ότι η φύση δίκαια μας δικάζει κι ότι είναι αληθινή η κατηγορία που επικαλείται; Κι αν πάλι κάποιος γέρος με χρόνια στην πλάτη, παραπονεθεί παραπάνω από το κανονικό και κλαφτεί που θα πεθάνει, δεν θα είχε δίκιο η φύση να υψώσει τη φωνή και να τον μαλώσει ακόμα πιο σκληρά.Σκούπισε τα δάκρυα, ανάξιε, και σταμάτα τις κλάψες. Τώρα μαραίνεσαι, αφού πρώτα γεύτηκες όλα τα δώρα της ζωής. Μα επειδή πάντα ποθείς αυτά που δεν έχεις και περιφρονείς αυτά που έχεις, κύλησε η ζωή σου λειψή κι αχάριστη και ξάφνου στέκει πλάι στο προσκέφαλό σου ο θάνατος, και συ δεν έχεις τη δύναμη, χορτασμένος και ικανοποιημένος απ’ όλα να αποσυρθείς. Όμως τώρα παράτα τα όλα αυτά που δεν ταιριάζουν στην ηλικία σου, κι άντε, με ήσυχη την ψυχή, κάνε τόπο σε άλλους, έτσι πρέπει…» (Λουκρήτιος ΙΙΙ 932-963)Η ζωή γίνεται γλυκιά όταν λείπει ο φόβος του Θανάτου. (Διογένης Οινοανδέα)Τέλος, ο Φιλόδημος ο Γαδαρινός συνέγραψε μία συνοπτική προτροπή τεσσάρων συμβουλών για την επίτευξη της ευτυχισμένης ζωής. Η τετραφάρμακος συμβουλή, όπως τελικά ονομάσθηκε, θέλει να απαλλάξει τον άνθρωπο από τις φοβίες του και να κατανοήσει ότι μπορεί να ζήσει φυσική ζωή με λίγα. Η τετραφάρμακος είναι η εξής: «Ο θεός δεν είναι επίφοβος, ο θάνατος δεν προκαλεί ανησυχία, το καλό κερδίζεται εύκολα και το κακό αντέχεται υπομονετικά».

Κώστας Καλεύρας


Από: http://www.epicuros.gr/sheets/keimena.htm

Τρίτη, 16 Απριλίου 2013

Κώστας Πολυχρονόπουλος



481202_stiles8
Ο Κώστας Πολυχρονόπουλος ταΐζει 3.000 Αθηναίους που το έχουν ανάγκη κάθε μήνα από το υστέρημά του
Τα μπαγκάζια του είναι στοιβαγμένα πρόχειρα στο πλακόστρωτο: ένας στραβοχυμένος πάγκος με ζυμαρικά και πελτέδες, μια πολυκαιρισμένη φιάλη γκαζιού με τα αξεσουάρ της, μια μεγάλη αλουμινένια κατσαρόλα. Εκείνος, λίγα μέτρα παραπέρα, παιδεύεται να στεριώσει, ανάμεσα σε δύο πεύκα, το αυτοσχέδιο πανό του, με το οποίο ενημερώνει τους περαστικούς για την κουζίνα του. Ο δυνατός αέρας τού κάνει τη ζωή δύσκολη – λες και δεν είναι ήδη. Είναι ένας άντρας με πυκνά γένια και αδύνατο, νευρώδες κορμί. Καθημερινά στήνει το κινητό μαγειρείο του σε διαφορετικό σημείο της πόλης και ετοιμάζει, εντελώς δωρεάν, φαγητό για όσους έχουν ανάγκη. Άστεγοι, άποροι, νεόπτωχοι και λοιποί πληγέντες από την ελληνική κρίση τον επισκέπτονται και μοιράζονται μαζί του ένα πιάτο φαΐ και λίγες κουβέντες. «Δεν πρόκειται για φιλανθρωπία, ελεημοσύνη ή κάποιου είδους συσσίτιο. Όχι, αυτό που κάνουμε εδώ λέγεται αλληλεγγύη...» διευκρινίζει ο Κώστας Πολυχρονόπουλος, εμπνευστής της κοινωνικής κουζίνας «Ο Άλλος Άνθρωπος».
481203_stiles8b
Ξεκίνησε την ανιδιοτελή δράση του τον Δεκέμβριο του 2011, έπειτα από ένα περιστατικό που, όπως αποκαλύπτει ο ίδιος, τον στιγμάτισε. «Εργαζόμουν για 25 χρόνια στον χώρο της διαφήμισης και του μάρκετινγκ ως στέλεχος σε μια πολυεθνική εταιρεία. Τον Σεπτέμβριο του 2009 έχασα τη δουλειά μου και έως σήμερα παραμένω άνεργος. Το πρώτο διάστημα ήταν σκληρό. Αναγκάστηκα να μετακομίσω και σε ηλικία 47 ετών επέστρεψα στο πατρικό μου, όπου μένω πλέον με τη μητέρα μου. Έκανα πολλές προσπάθειες να βρω δουλειά, όμως όλες έπεσαν στο κενό. Κι εγώ με τη σειρά μου σε πολύμηνη κατάθλιψη. Δεν ήθελα να βλέπω κανέναν, δεν ήθελα να βγαίνω έξω, ήμουν μονίμως χαμένος στις σκέψεις μου. Συνολικά έκανα ένα εξάμηνο να βγω από το σπίτι. Ώσπου μια μέρα αποφάσισα να κάνω έναν περίπατο για να καθαρίσει κάπως το μυαλό μου από την κλεισούρα. Και τότε συνέβη κάτι που δεν θα ξεχάσω ποτέ. Περπατώντας στον δρόμο αντίκρισα δυο παιδιά, όχι μεγαλύτερα από 14 ετών, να παλεύουν πάνω από έναν κάδο απορριμμάτων για ένα σάπιο μήλο. Χτυπούσαν με μανία το ένα το άλλο, προσπαθώντας να το πάρουν. Η εικόνα αυτή με συγκλόνισε.
481204_stiles8c
Γυρίζοντας σπίτι, πήρα τηλέφωνο μια φίλη και τη ρώτησα αν θα την ενδιέφερε να βγούμε παρέα και να μοιράσουμε φαγητό σε κόσμο που έχει ανάγκη. Δέχτηκε και την επόμενη μέρα φτιάξαμε μερικά σάντουιτς και πήραμε τους δρόμους. Στην αρχή οι περαστικοί, ακόμα και οι άποροι, μας αντιμετώπιζαν με δισταγμό – παρότι προσφέραμε εντελώς δωρεάν φαγητό, κανείς δεν το έπαιρνε. Έτσι, τα πρώτα σάντουιτς αναγκαστήκαμε να τα φάμε εμείς. Όμως, δεν το βάλαμε κάτω.   Αυτό ακριβώς είναι η αλληλεγγύη. Να προσφέρεις κάτι από το υστέρημα, όχι από το περίσσευμά σου.
481205_stiles8e
Ξαναβγήκαμε λίγες μέρες μετά και αυτήν τη φορά τα πράγματα πήγαν καλύτερα. Σήμερα, η κοινωνική κουζίνα «Ο Άλλος Άνθρωπος» ταΐζει 3.000 ανθρώπους τον μήνα, δηλαδή περίπου 90-100 άτομα την ημέρα». Για τον Κώστα αυτό το κατόρθωμα δεν είναι παρά μια συλλογική νίκη, γιατί με τον καιρό ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι έσπευδαν να τον βοηθήσουν, προσφέροντας φαγητό. «Καμιά φορά ακούω να λένε ότι ο Έλληνας είναι απαθής προς τον συνάνθρωπό του, πως το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι ο εαυτός του. Από την εμπειρία μου και μόνο θα σου πω ότι δεν είναι έτσι τα πράγματα. Από την πρώτη μέρα που ξεκίνησα πλήθος ανθρώπων από διαφορετικές κοινωνικές τάξεις προσφέρθηκε να βοηθήσει, ο καθένας με τον τρόπο του. Θα αναφέρω δύο παραδείγματα, τα οποία με συγκίνησαν για διαφορετικούς λόγους το καθένα. Το πρώτο είναι ο ορισμός της αλληλεγγύης.
stiles8d
Πέρσι, ένα μεσημέρι μαγείρευα στο Πεδίον του Άρεως, όταν ξαφνικά με πλησιάζει ένας ηλικιωμένος άντρας και με ρωτά τι κάνω εκεί. Από τα ρούχα του φαινόταν φτωχός άνθρωπος και πίστεψα ότι ήθελε να μου ζητήσει φαγητό. Όταν του εξήγησα τι έκανα, ξέσπασε σε λυγμούς και δεν μπορούσα να τον συνεφέρω με τίποτα! Και τότε ο παππούς έκανε κάτι που μου έσκισε την καρδιά στα δύο. Έβγαλε από μία σακούλα μια φραντζόλα ψωμί και την έκοψε στη μέση. Κλαίγοντας μου είπε: "Λεβέντη μου, λεφτά δεν έχω, ούτε φαγητό να σου δώσω, μονάχα αυτήν τη φραντζόλα ψώνισα σήμερα. Σου δίνω τη μισή για να φάνε κι άλλοι άνθρωποι. Πάρ’ τη, σε παρακαλώ, αυτό που κάνεις είναι πολύ σημαντικό". Τρελάθηκα! Το βράδυ σκεφτόμουν το περιστατικό και κατέληξα πως αυτό ακριβώς είναι η αλληλεγγύη. Να προσφέρεις κάτι από το υστέρημα, όχι από το περίσσευμά σου. Το άλλο παράδειγμα αφορά μια κυρία της καλής κοινωνίας, η οποία είναι σύζυγος πολύ γνωστού εφοπλιστή και μου φέρνει πολύ συχνά, μόνη της πάντα, δεκάδες σακούλες με φαγητό, για να έχω αποθέματα και να μην ξεμένω. Μόνο μία χάρη μου έχει ζητήσει. Να μη μάθει ποτέ κανείς το όνομά της».
Κατά καιρούς έχουν προσεγγίσει τον Κώστα αρκετοί φορείς αλλά και μεγάλα σούπερ μάρκετ, για να τον βοηθήσουν στο έργο του. Ουδέποτε αποδέχτηκε κάποια από τις προτάσεις τους. «Υπάρχουν σκοπιμότητες πίσω από αυτού του τύπου τις “βοήθειες” και δεν θέλω να τους κάνω τη χάρη. Θα προχωρήσω μόνος μου, συντροφιά αποκλειστικά και μόνο με ανθρώπους που στέκονται δίπλα μου από καρδιάς. Οι εταιρείες, η Εκκλησία ή άλλοι φορείς πιστεύουν ότι οι άποροι είναι ζώα που θα τους πετάξουν λίγο φαγητό και αυτοί θα τρέξουν να τους γλείψουν το χέρι.
Όμως, οι άνθρωποι αυτοί έχουν ανάγκη κάτι περισσότερο. Κάποιον να τους ακούσει, να επικοινωνήσει ουσιαστικά μαζί τους την ώρα που μοιράζονται ένα πιάτο φαΐ. Αυτό είναι που τους λείπει, όχι η ελεημοσύνη της κακιάς ώρας». Την ώρα που συζητάμε με τον Κώστα το συνεργείο του γαλλικού Canal Plus –που έχει φτάσει στο μεταξύ– τραβάει πλάνα από την αυτοσχέδια κουζίνα του. Μια μεσόκοπη περαστική κυρία ρωτά τη γαλλόφωνη δημοσιογράφο Αγγελική Κουρούνη και τον καμεραμάν Χριστόφορο Γεωργούτσο από πού είναι. Όταν της απαντούν «από τη Γαλλία», εκείνη αρχίζει να φωνάζει: «... Δείξτε τα, δείξτε, να δουν τα χάλια μας». Ο Κώστας παρεμβαίνει ευγενικά: «Όχι, κυρία μου, δεν είναι εδώ για να δείξουν τα χάλια μας, αλλά την αλληλεγγύη μας. Το ξεχασμένο μας φιλότιμο που ξυπνά και πάλι έπειτα από 20 χρόνια χειμερίας νάρκης». Πίσω, ένα ζευγάρι Γερμανών τουριστών συλλέγει πληροφορίες για την κουζίνα. Όταν μαθαίνουν ότι ο Κώστας είναι άνεργος και, παρ’ όλα αυτά, προσφέρει δωρεάν φαγητό σε άπορους, δείχνουν έκπληκτοι. Ο άντρας ρωτά πώς μπορούν να βοηθήσουν κι εκείνοι. «Πείτε στη φράου Μέρκελ να μη μας ζορίζει τόσο πολύ...» λέει κομματάκι ειρωνικά μια κυρία, η οποία συχνά-πυκνά φέρνει τρόφιμα στον Κώστα. «Αυτό, μάλλον, πρέπει να το πει ο πρωθυπουργός σας...» απαντά ο ετοιμόλογος Γερμανός, ανταποδίδοντας με ένα χαμόγελο.
481206_stiles8f
Δειλά-δειλά οι πρώτοι «θαμώνες» της κοινωνικής κουζίνας «Ο Άλλος Άνθρωπος» κάνουν την εμφάνισή τους στο πλακόστρωτο του Θησείου. Το μενού σερβίρει σήμερα κοτόπουλο με μανέστρα.
481208_stiles8g (1)
   Πηγή: lifo.gr
Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Σάββατο, 6 Απριλίου 2013

ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΠΟΣΕΣ ΨΥΧΕΣ ΕΧΩ





Fernando Pessoa

(Πορτογαλλία, 1888–1935)

Λέγεται ότι οι τέσσερις πιο μεγάλοι ποιητές της Πορτογαλλίας στην εποχή του μοντερνισμού είναι ...ο Φερνάντο Πεσόα. Η παράδοξη αυτή άποψη δεν απέχει απ΄την πραγματικότητα, αφού ο Πεσόα, του οποίου το όνομα στα Πορτογαλλικά σημαίνει "πρόσωπο" , είχε τρία alter egos, που ...έγραφαν με ύφος εντελώς διαφορετικό από το δικό του.

"Η περίπτωση Πεσόα"*

(β)



Το έργο "του"

Ο ίδιος ο Πεσσόα διηγείται ότι, παιδί ακόμα, εφεύρισκε διάφορους φανταστικούς συνομιλητές για να διασκεδάζει την μοναξιά του. Στο επίπεδο της λογοτεχνικής αποκρυστάλλωσης, όλα άρχισαν την νύχτα της 8η Μαρτίου 1914. Όλες τις προηγούμενες μέρες πάσχιζε μάταια να γράψει ένα ποίημα που θα το παρουσίαζε στο φίλο του Σα- Καρνέιρο με την υπογραφή ενός "βουκολικού ποιητή" βγαλμένου από το μυαλό του. Θα επρόκειτο για φάρσα…Τη νύχτα εκείνη, περιγράφει ο ίδιος σε μιαν επιστολή του:"…πλησίασα ένα ψηλό κομό, άρπαξα μερικές κόλλες χαρτί και άρχισα να γράφω όρθιος, όπως κάνω όποτε μπορώ. Κι έγραψα απνευστί κάπου τριάντα ποιήματα, βυθισμένος σε ένα είδος έκστασης που αδυνατώ να περιγράψω. Αυτή υπήρξε η θριαμβευτική ημέρα της ζωής μου, παρόμοια ξέρω ότι δεν θα γνωρίσω. Είχα ξεκινήσει μ' έναν τίτλο, Ο φύλακας του κοπαδιού. Και όσα επακολούθησαν επέφεραν την εμφάνιση μέσα μου κάποιου, τον οποίο ονόμασα Αλμπέρτο Καέιρο. Συγχωρέστε μου την παραδοξολογία: μέσα μου είχε εμφανιστεί ο δάσκαλος μου. Αυτό ένιωσα αμέσως. (…). Απ΄ τη στιγμή που γεννήθηκε ο Καέιρο, προσπάθησα να του βρω, συνειδητά και ασυνείδητα, μερικούς μαθητές".

Η γονιμοποίηση αυτή του πρώτου ετερώνυμου ήταν ο αρχικός και βασικός κρίκος μιας αλυσίδας που δεν έχει ακόμη πλήρως καταμετρηθεί. Μέχρι στιγμής, η προσεκτική ιχνηλασία του φανταστικού κόσμου του Πεσσόα έχει φέρει στο φως 72 ετερώνυμους και ημι-ετερώνυμους (72 μάσκες). Όλοι με το δικό τους ύφος, με τη δική τους βιογραφία, υπογράφουν ποιήματα, άρθρα, αποσπασματικά κείμενα. Ανάμεσα τους, οι πιο ολοκληρωμένοι είναι, μετά τον Καέιρο: ο Ρικάρντο Ρέις, νεοκλασικός ποιητής και αρχαιολάτρης φιλόλογος, εξόριστος στη Βραζιλία λόγω φιλομοναρχικών του πεποιθήσεων·ο Αλβάρο ντε Κάμπος, ζωντανή αντίθεση του προηγούμενου, μηχανικός και υμνητής της μοντέρνας τεχνολογίας με ένα ποιητικό ύφος που παραπέμπει στον Ουίλτ Ουίτμαν·ο αγγλόφωνος Αλεξάντερ Σερτς·ο βοηθός λογιστή Μπερνάντο Σοάρες·ο ερμηνευτής και σχολιαστής Αντόνιο Μόρα·και ασφαλώς ο ίδιος ο Φερνάντο Πεσσόα, ο οποίος αντιμετωπίζεται στα έργα των ετερώνυμων του ως ένα απλό πρόσωπο της φανταστικής κοινότητας που ο ίδιος δημιούργησε.

Γιατί, δεν πρόκειται για απλά ψευδώνυμα, αλλά για "φανταστικές προσωπικότητες που ενσαρκώνουν το συγγραφέα έξω από την δική του προσωπικότητα", όπως το διατυπώνει ο ίδιος ο Πεσσόα, επισημαίνοντας:" το αποδιδόμενο σε αυτά πρόσωπα έργο γίνεται αισθητό στο πρόσωπο ενός άλλου·είναι γραμμένο δραματικά. (…) Στο καθένα από αυτά έθεσα μια διαφορετική έννοια της ζωής, όλες όμως αντλούν την ουσία τους από το σπουδαίο μυστήριο της ύπαρξης". Ένα αυτοθρυμματισμένο εγώ που προσπαθεί να αναχθεί σ' ένα προσωπικό γαλαξία ετερωνύμων και ημι-ετερωνύμων.

Εγχείρημα που έδωσε λαβή, όπως ήταν φυσικό, σε κάθε λογής ψυχαναλυτικές ερμηνείες. Ο ίδιος ο Πεσσόα ερεύνησε την περίπτωση του: "Πιθανότατα είμαι ένας υστερικό-νευρασθενικός… Κάτι που εξηγεί την οργανική καταγωγή των ετερωνύμων". Υπάρχει και μια άλλη πτυχή: η ανομολόγητη ομοφυλοφιλική του τάση, που είχε προσλάβει τη μορφή ενός τρόμου απέναντι στο σώμα του, δηλαδή έναντι των επιθυμιών του. "Συχνά, κοιτώντας το ίδιο το κορμί μου/ τρέμω από φόβο βλέποντας το/ τόσο πραγματικό , τόσο σαρκώδες". Είναι οι στίχοι ενός ανθρώπου σωματικά και ψυχικά εντελώς μοναχικού, για τον οποίο το σώμα του, η σάρκα, αποτελούσε μιαν ανεξάντλητη πηγή αγωνίας: "Οποιαδήποτε γύμνια-πνευματική ή σωματική- μου προκαλεί τρόμο". Περί τα 1913-15, διαπιστώνει με συγκλονιστική διαύγεια τη "θηλυκή του ευαισθησία και τις αντιδράσεις που αυτή συνεπάγεται" και διατυπώνει τη διάγνωση: "Είναι μια αρχέγονη σεξουαλική αναστροφή.(…) Ποτέ δεν ήμουν σίγουρος ότι αυτή η προδιάθεση του χαρακτήρα μου δεν θα κατέβαινε μια μέρα ως το κορμί μου…" Την ταπείνωση αυτή, αν τυχόν η επιθυμία του εκδηλωνόταν σαρκικά, έτρεμε ο Πεσσόα. Από αυτή την άποψη , η δημιουργία του φανταστικού κόσμου των ετερωνύμων δεν ήταν, άραγε, ένας τρόπος να ξεφύγει από το κορμί του; Καθιστώντας το έργο του πιο ζωντανό από την ίδια του την ζωή, δεν φίμωνε τις επιθυμίες του; Οι ετερώνυμοι και ημι-ετερώνυμοι του Πεσσόα αποτελούν τους τοκετούς ενός παρθένου, ο οποίος οχυρώνεται αδιάκοπα έναντι αυτού του που επιθυμεί περισσότερο απ΄ οτιδήποτε άλλο: της ερωτικής πράξης. Μόνο δυο αγγλόφωνα ποιήματα του, τον Αντίνοο και το Επιθαλάμιο τολμά να αντικρίσει κατάματα τον έρωτα, ως μια πράξη υγιή, ευτυχή, ανθρώπινη, χωρίς ίχνος ντροπής. Αλλά και τα δυο τούτα ερωτικά ποιήματα επιβάλλονται όχι με τα όσα δηλώνουν, αλλά με τα όσα αποσιωπούν… Η αγγλική γλώσσα τον αποδεσμεύει εν μέρει από τις αναστολές που του δημιουργεί η μητρική του γλώσσα, γι' αυτό και υπογράφει τα αγγλόφωνα ποιήματα με το όνομα του. Αλλά, στο σύνολό της, η δημιουργία του Πεσσόα φαίνεται να είναι μια λαβυρινθώδης διαδικασία φυγής από το σαρκικό του εγώ.

Κι αν βγάζαμε τα ματοκυάλια του καλού Δρα Σίγκμουντ; Θα παρατηρούσαμε τότε ότι μεγαλύτερο μέρος του έργου του υπογράφουν οι ετερώνυμοι δημοσιεύτηκε όσο ζούσε ο Πεσσόα, ενώ τα περισσότερα από τα ποιήματα που υπογράφει με το όνομα του- και μάλιστα αυτά των τελευταίων 15 χρονών της ζωής του- έμειναν ανέκδοτα. Χρειάστηκε να περιμένουμε ως το 1955-58 για να τ' ανακαλύψουμε. Πρόκειται για ποιήματα εξομολογητικά. Μας αποκαλύπτουν το δράμα μιας συνείδησης όχι απλώς δυστυχισμένης: ανίκανης να γευτεί την ευτυχία·όχι απλώς απελπισμένης: ανίκανης να γευτεί την έννοια της ελπίδας. Η δυστυχία του Πεσσόα δεν έγκειται- μόνο- στη μιζέρια της καθημερινής του ζωής, στη σωματική του ασημαντότητα, στην ανυπαρξία του έρωτα, στην έλλειψη της μητρικής αγάπης και της οικογενειακής εστίας, στη μη αναγνώριση του από την πατρίδα και την εποχή του: είναι μια βαθύτερη υπαρξιακή απελπισία, ενός ανθρώπου που δεν τρέφει καμία ψευδαίσθηση, δεν διαθέτει καμία ελπίδα και καμία ισχύ. Περιορίζεται να ζει παρατηρώντας τον εαυτό του να ζει , αποσπασμένος απ' τον εαυτό του. Κατατρωγόμενος εσωτερικά από το βάρος μιας ιδιοφυίας που δεν του προκαλεί την παραμικρή ανάταση. Όθεν, η δημιουργία του φανταστικού κόσμου των ετερώνυμων αποτελεί τέχνασμα απελπισίας, μια διέξοδο διανοητικής ψυχαγωγίας από το προσωπικό του μηδέν, μια ειρωνική εκδίκηση ενάντια στον ίδιο του τον εαυτό, αλλά και έναν τρόπο να ζήσει- να ζήσει τεχνητά, έστω. Και αλήθεια, στο παιχνίδι αυτό ποιος είναι πιο "πραγματικός": ο Φερνάντο Πεσσόα, ή ο Ρικάρντο Ρέις, η ο Άλβαρο ντε Κάμπος, ή ο Αλμπέρτο Καέιρο; Ο ίδιος ο συγγραφέας έχει αποκριθεί προκαταβολικά σ' αυτό:

"Εννοείται πως αγνοώ αν είναι αυτοί

που δεν υπάρχουν ή μήπως ο ανύπαρκτος

είμαι εγώ: σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις,

δεν πρέπει να είμαστε δογματικοί".

Κι ωστόσο, αυτός ο αδιάκοπος μόχθος να ξεφύγει από το εγώ του δεν ισοδυναμεί με μιαν αγωνιώδη αναζήτηση του εαυτού του; "Γράφουμε για να αποκρυσταλλώσουμε αυτό που είμαστε- ή για να γίνουμε αυτό δεν είμαστε. Και στην μια και στην άλλη περίπτωση, αναζητούμε τον εαυτό μας. Κι αν έχουμε την τύχη να τον βρούμε- δείγμα δημιουργίας- ανακαλύπτουμε πως είμαστε ένας άγνωστος. Πάντα ο άλλος, πάντα αυτός, αχώριστος, ξένος, με το πρόσωπο σου και το δικό μου, εσύ πάντα μαζί μ' εμένα και πάντα μόνος" (Οκτάβιο Παζ). Αυτό που αποκαλούμε εγώ είναι μια έρημος, μια φυλακή, μια σύμβαση, ένα δόγμα. Συμβιώνουμε στον καθρέπτη μ' ένα φάντασμα. Το εγώ μας που το φορούμε και το περιφέρουμε περήφανα όπως ο Πεσσόα το αιώνιο μαλακό καπέλο, το παπιγιόν και την γκρίζα γκαμπαρντίνα του, είναι ένα σκιάχτρο. Η καταστροφή του εγώ είναι μια θεμελιώδης πράξη γονιμοποίησης του εαυτού μας. Ο Πεσσόα, που ένιωθε αδιάλειπτα "μιαν επιθυμία να είναι κάποιος άλλος με όλους του τους πόρους", εκφράζει τη βούληση, την προσπάθεια, την αγωνία του να γίνει ο εαυτός του.

…Και μέσα από το έργο του, γίνεται ο εαυτός μας. Πέρα και πίσω απ' τις μάσκες που χρησιμοποιεί, η σπαραχτική πολλαπλότητα του Φερνάντο Πεσσόα υποβάλλει μιαν ενιαία και πανταχού παρούσα συνείδηση που μας προσκαλεί σε ένα μεγαλοπρεπές Θέατρο του Είναι. Και, τι παράδοξο: αυτός που προσέφευγε στο ονειρικό σύμπαν προκειμένου "να αποφύγει κάθε συνεργασία με την ύπαρξη του εξωτερικού κόσμου", αυτό που "έγραφε για να μην διακινδυνεύει να ζει", αυτός που αισθανόταν σωματικά (άρα και ψυχικά) ανίκανος να επικοινωνήσει με τους πραγματικούς ανθρώπους, αυτός που φρικιούσε μπροστά στο θέαμα της πραγματικής ζωής, μας καθιστά συνοδοιπόρους στην αναζήτηση του. Γιατί, πίσω από το πλήθος των ετερώνυμων και ημι-ετερώνυμων, αυτό που απομένει είναι ένα έργο, ο ανεξόρυκτος ακόμη θησαυρός του μπαούλου του·είναι μια φωνή που εκφράζει , με σπάνια ακρίβεια και αμεσότητα, αμφιβολίες και φόβους τους οποίους μοιραζόμαστε όλοι όσοι αναρωτιόμαστε ποιοι είμαστε ή τι είμαστε, που πηγαίνουμε ή που μας πηγαίνουν, τι είναι αληθινό και σε τι μπορούμε να ελπίζουμε. Παράδοξο, ναι. Πίσω από τις πολυάριθμες μάσκες του, ο Πεσσόα μιλάει στην πραγματικότητα με μια φωνή, φωνή δυνατή και οικεία, φωνή των καιρών μας, δική μας φωνή.


Αλέξανδρος Βέλιος, "Η περίπτωση Πεσσόα", εισαγωγή στο: Fernando Pessoa, Χωρίς μάσκες, εισαγωγή-μετάφραση Αλέξανδρος Βέλιος, Αθήνα, εκδ. Printa, 1994, σσ. 7-16.

*Το κείμενο είναι "δάνειο" από το www.komvos.gr

Πέμπτη, 4 Απριλίου 2013

Αρχίλοχος




Αρχίλοχος ο Πάριος

Πάρος Αρχίλοχος. ΑΡΧΙΛΟΧΟΣ Ο ΠΑΡΙΟΣ
Άγαλμα του Αρχίλοχου του Πάριου
Ο αρχαίος λυρικός ποιητής Αρχίλοχος (π. 680 π.Χ. - 630 π.Χ.) γεννήθηκε στη Πάρο. Ο πατέρας του ονομαζόταν Τελεσικλής και ήταν γόνος αριστοκρατικής οικογένειας. Αρχηγός της αποικιστικής εκστρατείας στη Θάσο, χαρακτηριζόταν για την τόλμη και το οξύ του πνεύμα. Χαρίσματα που κληροδότησε και στον Αρχίλοχο, ενώ η Ενιπώ η μητέρα του, από τα χαμηλά λαϊκά στρώματα (δούλα), του πέρασε τη γνώση της λαϊκής γλώσσας. Η ζωή του Αρχίλοχου ήταν πολυτάραχη. Πολέμησε ως μισθοφόρος στην Ιωνία, στη Θράκη, στη Μακεδονική Τορώνη και στην Εύβοια. Σκοτώθηκε στις μάχες μεταξύ Παριανών και πολεμώντας τους Νάξιων.
Συνέθεσε ελεγείες, ύμνους και ποιήματα σε ιαμβικό και τροχαϊκό μέτρο. Θεωρείται ο δημιουργός του λόγιου ιάμβου και της χρήσης του με σκοπό τη σάτιρα. Ιδιαίτερα γνωστός έμεινε ο στίχος του "Πολλ' οίδ' αλώπηξ, εχίνος δε εν, μέγα" (μετάφραση: Η αλεπού ξέρει πολλά και ο σκαντζόχοιρος ένα, μεγάλο). Ο Αρχίλοχος, θεμελιωτής της σάτιρας, συγκέντρωσε την µήνιν του αριστοκρατικού κόσµου. Γελοιογράφησε τις ηρωικές µορφές του Έπους. Έβαλε κατά των αξιών και των συµβόλων της αριστοκρατικής ιδεολογίας και με την αθυροστομία στηλίτευσε καταστάσεις και πρόσωπα στη δηµόσια ζωή. Η κραταιά τάξη τον χαρακτήριζε "Μοιχό, υβριστή και λάγνο".
Γνωστή είναι επίσης η ιστορία του Αρχίλοχου, που οδήγησε στην αυτοκτονία ολόκληρη οικογένεια. Ο Αρχίλοχος επέστρεψε στην Πάρο μετά από εκστρατεία. Ερωτεύτηκε την κόρη του Λυκάμβη, Νεοβούλη, αλλά επειδή ο πατέρας της δεν του την έδωσε ένοιωσε ταπεινωμένος. Για εκδίκηση, μέσα από τα ποιήματά του, σατίριζε όλη την οικογένεια. Ήταν τόσο φαρμακερός, που η οικογένεια για να γλιτώσει, κρεμάστηκε.


Ἐλάχιστα γνωρίζουμε γιὰ τὴ ζωὴ τοῦ Ἀρχίλοχου, κι αὐτὰ ἀβέβαια. Ἡ γέννησή του τοποθετεῖται γύρω στὸ 680 π.Χ. Καταγόταν ἀπὸ τὴν Πάρο. Ὁ πατέρας του, κάποιος Τελεσικλῆς, ἦταν ἀριστοκράτης καὶ ἡ μητέρα του Ἐνιπῶ, δούλα. Ὁ παππούς του, ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ πατέρα του, φέρεται σὰν ἀποικιστὴς τῆς Θάσου καὶ κομιστὴς τῆς λατρείας τῆς Δήμητρας. Ὁ Ἀρχίλοχος πέρασε τὴ ζωή του μέσα στὴ φτώχεια. Ἐργάστηκε σὰν μισθοφόρος, συμμετέχοντας στὶς ἐπιδρομές ποὺ συντάραξαν τὸν ἑλλαδικὸ χῶρο, στὴ διάρκεια τοῦ 7ου π.Χ. αἰώνα. Φαίνεται πῶς προσπάθησε νὰ δημιουργήσει οἰκογένεια μὲ κάποια Νεοβούλη, ἀλλὰ ὁ Λυκάμβης, πατέρας τῆς νύφης, ἀθέτησε τὴν ὑπόσχεσή του. Σύμφωνα μὲ τὴν ἀρχαία παράδοση, ὁ ποιητὴς ἀντέδρασε διασύροντας τὸν ἄπιστο πεθερό. Ἡ δύναμη τῶν σκωπτικῶν στίχων του ἦταν τόσο μεγάλη, ὥστε ὁ Λυκάμβης καὶ οἱ δύο του κόρες αὐτοκτόνησαν. Πιθανῶς ἀποπλάνησε καὶ τὴν ἀδελφὴ τῆς Νεοβούλης. Ἐπινόησε τὸν ἴαμβο καὶ τὴν ἐπωδό, ἐπιφέροντας σημαντικὲς τεχνικὲς ἀλλαγὲς στὸ ἡρωϊκὸ ποιητικὸ ἰδίωμα ποὺ κυριαρχοῦσε μέχρι ἐκείνη τὴν ἐποχὴ. Εἶναι προφανὲς πὼς ὁ πατρικὸς ἄξονας τῆς καλλιτεχνικῆς προσωπικότητάς του εἶναι ὁ Ὅμηρος. Σὰν ἄνθρωπος ἦταν παρορμητικὸς, ἀθυρόστομος καὶ ἐκδικητικὸς. Ἄγνωστο πότε, τὸν σκότωσε κάποιος Καλλώνδης ἢ Κόρακας, σὲ μάχη μὲ τοὺς Ναξίους. Μαρτυρεῖται πὼς ὁ φονιᾶς δὲν ἔγινε δεκτὸς ἀπὸ τὴν Πυθία.
Στὴν πραγματικότητα ὁ Ἀρχίλοχος εἶναι τρεῖς ἑκατοντάδες ἀποσπάσματα καὶ ὁρισμένα στοιχεῖα ἀνεπιβεβαίωτα. Πρόκειται γιὰ ἕνα πρόσωπο σκιὰ ποὺ κινεῖται πίσω ἀπὸ σημαντικὴ ποίηση.


                       ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

                                                                           

Αρχίλοχος (π. 680 π.Χ. - 630 π.Χ.) ήταν αρχαίος λυρικός ποιητής. Συνέθεσε ελεγείες, ύμνους και ποιήματα σε ιαμβικό και τροχαϊκό μέτρο. Θεωρείται ο δημιουργός του λόγιου ιάμβου και της χρήσης του με σκοπό τη σάτιρα. Ιδιαίτερα γνωστός έμεινε ο στίχος του "Πολλ' οίδ' αλώπηξ, εχίνος δε εν, μέγα". μετάφραση: Η αλεπού ξέρει πολλά και ο σκαντζόχοιρος ένα, μεγάλο.
Γεννήθηκε στη Πάρο και γνώρισε τη μεγαλύτερη του ακμή περίπου το 650 π.Χ. Ο πατέρας του, Τελεσικλής, καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια και υπήρξε αρχηγός της αποικιστικής εκστρατείας στη Θάσο. Από αυτόν κληρονόμησε το ριψοκίνδυνο χαρακτήρα και το θαρραλέο αποικιστικό πνεύμα. Μητέρα του ήταν η δούλα Ενιπώ, η οποία τον προίκισε με τη γνώση της λαϊκής γλώσσας και την ευαισθησία της ταπεινής της καταγωγής.
Έζησε πολυτάραχη ζωή και αναγκάστηκε να γίνει μισθοφόρος. Πολέμησε στην Ιωνία, στηΘράκη, στη Μακεδονική Τορώνη και στην Εύβοια. Σκοτώθηκε πολεμώντας τους Νάξιους, χωρίς να γνωρίζουμε ακριβώς αν ο Νάξιος Κόρακας τον σκότωσε στη Νάξο ή στην αποικία της, που βρισκότανε στη Θράκη.Ο αριστοκράτης Κριτίας κατηγορεί τον Αρχίλοχο πως ο ίδιος ο ποιητής είναι υπεύθυνος για όσα του προσάπτουν και την κακή φήμη που απέκτησε. Σημαντική βιογραφική μαρτυρία για τον ποιητή αποτελεί και η επιγραφή από την Πάρο, που δημοσίευσε πρώτος ο Ν. Κοντολέων.
Η Παλατινή Ανθολογία περιλαμβάνει δύο επιγράμματα του Αρχίλοχου (VI 133 και VIΙ 441).
Για τον χρόνο της ζωής του ποιητή διατυπώθηκαν κατά καιρούς διάφορες απόψεις. Είναι σήμερα βέβαιο πως ο ποιητής έζησε και έγραψε στα μέσα του 7ουπ.Χ. αιώνα. Εκεί μας οδηγούν και οι εσωτερικές ενδείξεις από τους ίδιους τους στίχους του. Έτσι στο απόσπασμα 122 W. (= 74D.,), όπου γίνετε λόγος για έκλειψη Ηλίου, αποτελεί ένα βασικό τεκμήριο, διότι η χρονολόγηση της έκλειψης αποτελεί ένδειξη και ξέρουμε σήμερα ότι οι στίχοι αναφέρονται στην έκλειψη της 6ης Απριλίου του έτους 648π.Χ. Πρόκειται για την παλαιότερη ακριβή χρονολογία που έχουμε στην αρχαία ελληνική λογοτεχνία.
«πόλλ΄ οιδε (γνωρίζει) αλώπηξ, αλλ΄εχίνος (σκαντζόχοιρος) ένα μέγα[1] »
Ο Αρχίλοχος είναι ο πρώτος Ευρωπαίος ποιητής που έστρεψε την ποίηση στον εσωτερικό άνθρωπο, στο «εδώ» και στο «τώρα», αποσπώντας την από τις ατέρμονες περιπλανήσεις του έπους στη μυθική παράδοση και στις ευκλεείς πράξεις των ηρώων. Είναι ο πρώτος ποιητής που κατόρθωσε να αποδεσμευθεί από την τεράστια ποιητική κληρονομία του επικού κόσμου, ενώ βρισκόταν άμεσα κάτω από την επίδραση του –χρονικά και ποιητικά. Με τον Αρχίλοχο έχουμε την πρώτη αποφασιστική τομή στην αρχαία ποίηση. Ο ποιητής ερμηνεύει την ανθρώπινη μοίρα, που είναι και προσωπική του μοίρα, και βλέπει τις λεπτομέρειες που συνιστούν την πολύμοχθη ζωή του ανθρώπου. Η ζωή και η ποίηση του Αρχίλοχου είναι αναπόσπαστα συνυφασμένες. Οι στίχοι απηχούν και εκφράζουν βιώματα της προσωπικής ζωής του και των περιπετειών του. Στην ποίηση του ομιλεί με ειλικρίνεια, χωρίς επιφυλάξεις και χωρίς να υπολογίζει την καλή γνώμη του κόσμου και την υστεροφημία. Χλευάζει και σκώπτει, επικρίνει και αποδοκιμάζει και κινείται πέρα και έξω από σκοπιμότητες και συμβατικότητες. Είναι όμως έξοχα τρυφερός και ερωτικός όταν θέλει, και δείχνει πως η πολεμική και η επιθετικότητά του δεν αποκλείουν την ανθρώπινη και συναισθηματική πρόσβαση σε στιγμές κάλλους. Ο Αρχίλοχος, όταν ομιλεί για τον έρωτα, ομιλεί πάντοτε για τον άτυχο έρωτα, που δεν τον παρουσιάζει περιγραφικά, αλλά ως έντονο και οδυνηρό βίωμα. Αυτή είναι τώρα η νέα γλώσσα της ποίησης και η νέα θέαση του βιώματος.
Η όλη στάση του απέναντι στα γεγονότα, στους συνανθρώπους και στις πράξεις τους εξηγείται από την βασική αντίληψη του για την ζωή και για τον άνθρωπο. Ο Αρχίλοχος ζει την τραγικότητα του αφυπνιζόμενου ανθρώπου, που σε μια νέα εποχή ανακατατάξεων και απαιτήσεων αντικρίζει κατενώπιον τον κόσμο, με όλη την ωμότητα και τη σκληρότητα της πραγματικότητας, και με την ειλικρίνεια που καθορίζει τη σχέση του ανθρώπου προς τον εαυτό του και τον συνάνθρωπό του.
Ο Αρχίλοχος γνωρίζει καλά ότι τα ανθρώπινα πράγματα είναι αβέβαια και ασταθή και ότι στον κόσμο των ανθρώπων όλα μεταβάλλονται. Ο άνθρωπος καταδυναστεύεται από πανίσχυρες δυνάμεις, που είναι πάνω και έξω από αυτόν. Η μόνη δυνατότητα που έχει ο άνθρωπος είναι όχι να αποφύγει τα κακά αλλά να τα αντέξει. Αυτή η αντίληψη του ποιητή για την ανημποριά του ανθρώπου είναι διάχυτη σε πολλούς στίχους του και διατυπώνεται πολύ έντονα σε ένα άλλο απόσπασμα: όλα εναπόκεινται στη βούληση των θεών, δυστυχείς άνθρωποι ξαναβρίσκουν την ευτυχία και ευτυχισμένοι πέφτουν στη δυστυχία. Στο ίδιο πνεύμα συνθέτει ο Αρχίλοχος τον περίφημο μονόλογο του στον «θυμόν» του, όπου η επιμονή και βασική αντίληψη, ότι τα ανθρώπινα πράγματα είναι αβέβαια και μεταβλητά και ότι ο άνθρωπος ζει συνεχώς και έντονα την τραγωδία της ανθρώπινης αστάθειας, επανέρχεται οξύτερη και πικρότερη. Από το ακρωτηριασμένο έργο του Αρχίλοχου μπορούμε να σχηματίσουμε μια εικόνα για τον ποιητή. Είναι κρίμα που δεν μας σώθηκαν περισσότεροι στίχοι. Αυτοί που έχουμε, και που μας επιτρέπουν μια άνετη πρόσβαση στο έργο του, μόλις που ξεπερνούν τους 200. Από τα άλλα αποσπάσματα έχουμε μόνο σπαράγματα στίχων, λέξεις ή μικρές φράσεις. Τα τελευταία χρόνια, τα παπυρικά ευρήματα μας χάρισαν αρκετά αποσπάσματα, τα περισσότερα όμως σε απελπιστική κατάσταση.
Από τους σωζόμενους στίχους διαπιστώνουμε την τεχνική του Αρχίλοχου και την περίτεχνη μετρική μορφή των ποιημάτων του, όπου συχνά ο ποιητής καινοτομεί. Για το πρόβλημα του ελεγειακού δίστιχου ή του ιαμβικού και τροχαϊκού στίχου στην ποίηση του έχουν διατυπωθεί πολλές διαφορετικές απόψεις. Πάντως, είναι γεγονός ότι ο Αρχίλοχος δημιούργησε νέες μετρικές μορφές, που, μαζί με τη θεματολογική του ποικιλία, έγιναν καθοριστικές και για τη μεταγενέστερη ποίηση ως και την εποχή των Ρωμαίων.