Αναγνώστες

Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2013

Ελευσίνια Μυστήρια

Ελευσίνια Μυστήρια

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Ο Τριπτόλεμος δέχεται σπόρους από σιτάρι από τη Δήμητρα και ευχές από την Περσεφόνη
Τα Ελευσίνια ήταν γιορτή και μυστηριακή τελετή που πραγματοποιούνταν στην Ελευσίνα της Αττικής προς τιμήν της θεάς Δήμητρας και τηςΠερσεφόνης. Κατά κοινή παραδοχή, επρόκειτο για την ιερότερη και πιο σεβαστή τελετή από όλες τις γιορτές της αρχαίας Ελλάδας[1]: έχοντας ξεκινήσει από τη Σαμοθράκη και τα Καβείρια Μυστήρια μεταφέρθηκαν στην Ελευσίνα από Θράκες αποίκους. Άρχισαν να αποκτούν μεγάλη φήμη κατά τον καιρό του Πεισίστρατου και έφτασαν στο απόγειο της ακμής τους κατά το χρυσό Αιώνα του Περικλή.


Σε ό,τι αφορά την προέλευση των Μυστηρίων, στα σχετικά κείμενα των αρχαίων συγγραφέων ως συνήθως αναμιγνύονται μυθικά και ιστορικά στοιχεία πάνω στα οποία δεν μπορεί να βασιστεί κάποια ακριβής χρονολόγηση. Κατά τη μυθολογία, ιδρυτής τους θεωρούνταν ο
 Εύμολπος ή ο Μουσαίος, ο οποίος θεωρούνταν γιος του Ορφέα και τελετάρχης στα Μυστήρια.[2] Θεωρίες επίσης υποστηρίζουν ότι ιδρυτής τους ήταν ο Ερεχθέας, που εισήγαγε την τελετή από την Αίγυπτο (Paul Foucard), ή ακόμα και η ίδια η Δήμητρα, η οποία έφτασε στην Ελευσίνα ψάχνοντας για την Περσεφόνη και πρόσφερε σιτηρά στους κατοίκους, εγκαινιάζοντας τιςτελετές και τα μυστήρια.[3][4] Μάλιστα, λέγεται ότι κοντά στην Καλλίχορο πηγή στην Ελευσίνα βρισκόταν ένας βράχος, η Αγέλαστος Πέτρα, στον οποίο κάθισε να ξεκουραστεί ηΔήμητρα, και αργότερα γύρω από αυτόν οι γυναίκες της Ελευσίνας έψαλλαν ύμνους προς τη θεά.[5]Ίδρυση των Μυστηρίων


Στη σφαίρα της μυθολογίας ανήκει και η διήγηση του Παυσανία για τις αρχές των Μυστηρίων. Σύμφωνα με αυτή, κατά τη βασιλεία του Ερεχθέα ξέσπασε πόλεμος μεταξύ Αθηναίωνκαι Ελευσινίων, μετά το τέλος του οποίου και την ήττα των τελευταίων, η Ελευσίνα έγινε ένας από τους δήμους της Αττικής και αναγνωρίστηκε η κυριαρχία των Αθηναίων στα πάντα εκτός από τις Τελετές, τις οποίες επιθυμούσαν να διατηρήσουν να διεξάγουν οι Ελευσίνιοι.[6] Συνεπώς, κατά τον μύθο το ιερατείο το υπεύθυνο για την τελετή αποτελείτο από τους απογόνους του Ευμόλπου, τους Ευμολπίδες, τις κόρες του βασιλιά Κελεού και από το ιερατικό γένος των Κηρύκων, οι οποίοι απέδιδαν την καταγωγή τους στον Ερμή και τηνΆγλαυρο. Από τους Ευμολπίδες προερχόταν ο Ιεροφάντης των Μυστηρίων, ενώ από τους Κήρυκες ο Δαδούχος.
Αν και θεωρείται σίγουρο ότι στην προϊστορία θα υπήρχαν λατρείες και τελετές που σχετίζονται με τη γεωργία, τη φύση και την εναλλαγή των εποχών, τα υπάρχοντα αρχαιολογικά ευρήματα δεν επαρκούν ώστε με βεβαιότητα να τοποθετηθεί η απαρχή των Μυστηρίων σε προϊστορική περίοδο. Οι πρώτες συστηματικές αρχαιολογικές ανασκαφές άρχισαν στην Ελευσίνα το 1882 από την Εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία και σταδιακά απεκάλυψαν τα κτίρια που σχετίζονται με τη λατρεία. Οι αρχαιότερες κατασκευές οι οποίες με βεβαιότητα μπορούν να συνδεθούν με τα Μυστήρια ανάγονται στον 8ο πΧ αιώνα. Όμως κάτω από τα ερείπια του Τελεστηρίου κατά τη δεκαετία του 1930 βρέθηκαν τοίχοι και τμήματα άλλου κτιρίου που ανάγεται στην Ύστερη Περίοδο του Χαλκού (1550-1100 πΧ). Το κτίριο αυτό ονομάστηκε από τους αρχαιολόγους "Μέγαρο Β" και διατυπώθηκαν διαφορετικές θεωρίες για το ποια ήταν η χρήση του. Αρχαιολόγοι όπως οι Γ. Μυλωνάς και Ι. Τραυλός θεώρησαν ότι ήταν χώρος λατρείας (cult) της Δήμητρας και ότι έτσι υπήρχε συνέχεια της λατρείας από την μυκηναϊκή μέχρι την ιστορική περίοδο. Από τη δεκαετία του 1980 αμφισβητήθηκε η λατρευτική χρήση του κτίσματος και θεωρήθηκε ότι μπορεί να ήταν χώρος κατοικίας. Ο αρχαιολόγος Μ. Κοσμόπουλος (2003) υποστηρίζει ότι το κτίριο μπορεί να χρησίμευε και για τους δύο σκοπούς, δηλ. ως κατοικία κάποιας επιφανούς οικογενείας και για την οικιακή λατρεία της Θεάς.[7]
Τα αρχαιολογικά ευρήματα σε συνδυασμό με τις αναφορές του Θουκυδίδη[8] οδηγούν στο συμπέρασμα ότι τα Μυστήρια (και η ίδια η Ελευσίνα) ήταν υπό τον έλεγχο των Αθηνών από πολύ ενωρίς, πιθανώς από τις αρχές του 7ου π.Χ. αι.[9]
Κατά τη διάρκεια της αθηναϊκής ηγεμονίας, τα Mυστήρια διακρίνονταν σε Μεγάλα και Μικρά. Τα Μεγάλα γιορτάζονταν στην Αθήνα και στην Ελευσίνα, ενώ τα Μικρά στην Άγρα, προάστιο των Αθηνών, κοντά στον Αρδηττό στις όχθες του ποταμού Ιλισού.

Μικρά Ελευσίνια

Τα Μικρά Ελευσίνια αποτελούσαν "προετοιμασία" για τα Μεγάλα Μυστήρια. Πραγματοποιούνταν κατά το μήνα Ανθεστηριώνα και ήταν προς τιμήν της Περσεφόνης. Ονεοπλατωνιστής Thomas Taylor, στο βιβλίο του "Ελευσίνια και Βακχικά Mυστήρια", αναφέρει πως "τα Κατώτερα Μυστήρια δημιουργήθηκαν για να σημάνουν με αποκρυφιστικό τρόπο την κατάσταση της μη εξαγνισμένης ψυχής που έχει ενδυθεί το γήινο σώμα της και έχει περιβληθεί την υλική φύση."
Ενώ αρχικά απαγορευόταν η συμμετοχή στους μη Αθηναίους, αργότερα αναφέρεται από τον Ηρόδοτο πως όλοι οι Έλληνες μπορούσαν να λάβουν μέρος στη μύηση,[10] ενώ αλλού αναφέρεται ότι απαγορευόταν στους εγκληματίες, τους βαρβάρους, τους μάγους και τους άθεους.
Οι μύσται, όπως λέγονταν, γίνονταν δεκτοί στα Μεγάλα Μυστήρια τουλάχιστον ένα χρόνο μετά την αρχική τους μύηση. Οι τελετές του πρώτου σταδίου μύησης περιλάμβαναν τη θυσία ενός χοίρου στο λιμένα του Κανθάρου, θυσία κοινή με τα Θεσμοφόρια, πάλι προς τιμήν της Δήμητρας, και τον εξαγνισμό από έναν ιερέα με το όνομα Υδρανός.[11] Οι μύστες έπρεπε επίσης να πάρουν όρκο εχεμύθειας από το μυσταγωγό. Δέχονταν κάποια διδασκαλία, που τους επέτρεπε αργότερα να αντιληφθούν τα μυστήρια στα Μεγάλα Ελευσίνια.

Μεγάλα Ελευσίνια

Αναθηματικός πίνακας της Νίννιονπου ανακαλύφθηκε στην Ελευσίνα, αναπαριστά τη Δήμητρα, την Περσεφόνη και τους συμμετέχοντες στα Μυστήρια, τους μύστες, με στεφάνια στα μαλλιά και κλαδιά στα χέρια (ιάκχους)
Τα Μεγάλα Ελευσίνια εορτάζονταν κατά τη 15η ημέρα του μήνα Βοηδρομιώνα και κρατούσαν εννέα ημέρες. Οι συμμετέχοντες αποκαλούντανεπόπται ή έφυροι. Την προηγουμένη της γιορτής, οι έφηβοι της πόλης υποδέχονταν τα Ιερά Αντικείμενα, τα οποία δε φανερώνονταν σε κανέναν παρά μόνο από τους Ιεροφάντες στους Μύστες, από την Ελευσίνα στο Ελευσίνιον, ιερό στη βάση της Ακρόπολης.
  • Την πρώτη ημέρα, όσοι είχαν μυηθεί στα Μικρά Ελευσίνια συγκεντρώνονταν στην Ποικίλη Στοά της Αρχαίας Αγοράς μετά από πρόσκληση των ιερέων, εξ ου και η ημέρα ονομαζόταν αγυρμός και πρόρρησις. Η συμμετοχή στη γιορτή δεν προϋπέθετε τη μύηση, γι' αυτό και η γιορτή προσέλκυε ανθρώπους από ολόκληρη την Ελλάδα που συνέρρεαν στην Αθήνα για να παρακολουθήσουν τα δρώμενα.
  • Η δεύτερη ημέρα, που ήταν αφιερωμένη σε καθαρμούς, ονομαζόταν Άλαδε Μύσται, μάλλον από τη φράση με την οποία καλούνταν οι συμμετέχοντες. Οι μύστες πορεύονταν σε πομπή προς τη θάλασσα, όπου περνούσαν από εξαγνισμό. Τελούνταν υπό την προεδρία του Βασιλέως, ενός των αρχόντων της αρχαίας Αθήνας και τεσσάρων άλλων που εκλέγονταν από τον δήμο των Αθηναίων. Η διαδικασία προσομοιάζει αρκετά με τη σύγχρονη χριστιανική τελετή των Θεοφανείων.
  • Για την τρίτη ημέρα λίγα είναι γνωστά. Από τον Κλήμη της Αλεξάνδρειας μαθαίνουμε ότι ήταν ημέρα νηστείας κι ότι το απόγευμα λάμβανε χώρα γεύμα από άρτους φτιαγμένους από μέλι και σουσάμι. Δεν είναι σίγουρο αν υπήρχαν θυσίες ή όχι, πάντως υπήρχαν προσφορές ψαριών [12] και άρτων από κριθάρι που φύτρωνε στο Ράριο Πεδίο, οι οποίες γίνονταν στο όνομα της Άχθειας Δήμητρας. Ωστόσο, αυτή η προσφορά ίσως γινόταν παράλληλα με την καλάθο κάθοδον, κατά την οποία μεταφερόταν από βόδια ένα καλάθι γεμάτο παπαρούνεςκαι ρόδια, που σχετίζονταν με τη Δήμητρα και την Περσεφόνη αντίστοιχα.
  • Η τέταρτη ημέρα, που αποκαλούνταν Επιδαύρια, ήταν πρόσθετη για όσους είχαν προσέλθει καθυστερημένα. Λέγεται ότι προστέθηκε στον αρχικό αριθμό των ημερών, όταν ο Ασκληπιός ήρθε να πάρει μέρος στη μύηση από την Επίδαυρο, αλλά καθυστέρησε μια μέρα και οι Αθηναίοι πρόσθεσαν άλλη μια μέρα στη γιορτή για να μην τον δυσαρεστήσουν.
  • Την πέμπτη ημέρα, που αποκαλούνταν η των λαμπάδων ημέρα, οι μύστες με επικεφαλής τον δαδούχο κατευθύνονταν με πυρσούς στο ναό της Δήμητρας στην Ελευσίνα, όπου και παρέμεναν για όλη τη νύχτα. Η πομπή αυτή συμβόλιζε την περιπλάνηση της θεάς για να βρει την κόρη της.
  • Την έκτη ημέρα, που ονομάζεται Ίακχον και θεωρείται η ιερότερη, το άγαλμα του Ίακχου, γιου της Περσεφόνης και του Χθόνιου Δία, στολισμένο με μυρτιές και με ένα δαυλό στο χέρι του, μεταφερόταν από το ναό του Ίακχου με φωνές και τραγούδια κατά μήκος της Ιεράς Οδού, που συνέδεε τον Κεραμεικό με το Θριάσιο Πεδίο.[13] Κατά την πορεία αυτή ακούγονταν κατά το έθιμο οι «γεφυρισμοί», χοντροκομμένα αστεία, στη γέφυρα του Κηφισού.[14] Τα σκώμματα αυτά ήταν συμβολικά και αναφέρονταν στην Ιάμβη της Ελευσίνας, η οποία με τα αστεία της κατάφερε να κάνει τη Δήμητρα να γελάσει, όταν θλιμμένη έψαχνε την κόρη της. Την πομπή ακολουθούσε μεγάλο πλήθος συμμετεχόντων και θεατών, το οποίο, κατά τον Ηρόδοτο, έφτανε τους 30.000 κατά μήκος της Ιεράς Οδού.
Τη νύχτα, οι μύστες παρέμεναν στην Ελευσίνα, ενώ οι υπόλοιποι, επισκέπτες και αμύητοι, διώχνονταν από έναν κήρυκα. Πιστεύεται ότι οι μύστες έπιναν τον κυκεώνα στο αποκορύφωμα των Μυστηρίων για να σπάσουν την ιερή αποχή από το φαγητό και το ποτό, ο οποίος αποτελούνταν κυρίως από νερό, κριθάρι και βότανα. Επαναλάμβαναν τον όρο εχεμύθειας των Μικρών Ελευσινίων, περνούσαν από νέο εξαγνισμό και οδηγούνταν από το μυσταγωγό στο Τελεστήριον. Φαίνεται πως η τελετή χωριζόταν σε τρία τμήματα: ταδρώμενα, κατά τα οποία γινόταν αναπαράσταση της ιστορίας της Δήμητρας και της Περσεφόνης, καθώς και της αρπαγής της τελευταίας από τον Άδη και της περιπλάνησης της μητέρας της για να τη βρει, τα δεικνύμενα, όπου ο Ιεροφάντης έμπαινε στο Ιερό και έβγαινε λίγο αργότερα με τα Ιερά αντικείμενα των δυο θεοτήτων, τα οποία πρόβαλλε στους μυημένους, και τα λεγόμενα, συμβολικές φράσεις των μυστών. Ακολουθούσε ο ύψιστος βαθμός μύησης με την ονομασία εποπτεία. Κεντρικό σύμβολο της εποπτείας ήταν ένα στάχυ, το οποίο φυλασσόταν στο άδυτο του Τελεστηρίου και αφού θεριζόταν τελετουργικά από τον ιεροφάντη, επιδεικνυόταν στους πιστούς ως σύμβολο της ανεξάντλητης δημιουργικής δύναμης της Μητέρας Γης.
Οι αρχαίοι συγγραφείς αποφεύγουν να δώσουν περισσότερες λεπτομέρειες για το σημείο αυτό, καθώς όποιος συμμετείχε στα Μυστήρια και αποκάλυπτε κάτι από την τελετή τιμωρούνταν με θάνατο.
Κατά την έβδομη και όγδοη ημέρα, οι μυημένοι επέστρεφαν στην Αθήνα. Η ένατη και τελευταία ημέρα ονομαζόταν πλημοχόαι, που ήταν ένα είδος αγγείου. Δυο τέτοια αγγεία γεμίζονταν με νερό ή κρασί από τους μύστες, τα ανύψωναν και έπειτα προσέφεραν χοές προς την ανατολή και τη δύση προφέροντας μυστικές φράσεις.

Ελευσίνια σε άλλες περιοχές]

Τα Ελευσίνια εορτάζονταν και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας. Από την Αθήνα εισήχθη η εορτή τους στην Έφεσο, η Κρήτη είχε τη δική της γιορτή των Ελευσινίων, ενώ στη Λακωνίαεορτάζονταν μόνο από τους κατοίκους μιας πόλης, οι οποίοι μετέφεραν το ξύλινο άγαλμα της Περσεφόνης στο Ελευσίνιον, πάνω στον Ταΰγετο.[15]

Τέλος των Ελευσινίων

Τα Ελευσίνια Μυστήρια επιβίωσαν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Το 170, οι Σαρμάτες κατέστρεψαν το Ναό της Δήμητρας, ο οποίος όμως ανοικοδομήθηκε από το Μάρκο Αυρήλιο, που μυήθηκε κι ο ίδιος στα Μυστήρια. Ο Αυτοκράτορας Ουαλεντινιανός Α' προσπάθησε να τα καταργήσει, αλλά συνάντησε πολλές αντιδράσεις, οπότε συνεχίστηκαν μέχρι την εποχή του Θεοδοσίου Α'. Ο Αυτοκράτορας με διάταγμα το 392 διέταξε το κλείσιμο όλων των αρχαίων ιερών, σε μια προσπάθεια να καταστείλει την αντίσταση των οπαδών τηςπαλαιάς θρησκείας στην επιβολή του Χριστιανισμού ως κρατική θρησκεία. Τα τελευταία απομεινάρια των Μυστηρίων εξαλείφθηκαν το 396, όταν ο βασιλιάς των Γότθων Αλάριχος, συνοδευόμενος από Χριστιανούς ιερείς και μοναχούς κατέστρεψε το ιερό της Ελευσίνας και θανάτωσε όλο το ιερατείο. Το τέλος των Ελευσινίων αναφέρεται από τον ιστορικόΕυνάπιο, ο οποίος είχε μυηθεί κι ο ίδιος στα Μυστήρια κι είχε γίνει ιεροφάντης. Τελευταίος νόμιμος ιεροφάντης των Μυστηρίων φαίνεται από τις πηγές να είναι ο ΕυμολπίδηςΝεστόριος, ο οποίος "ανήγγειλε την αρχή της μεγάλης πνευματικής νύχτας για την ανθρωπότητα"[εκκρεμεί παραπομπή].

Σημασία των Ελευσινίων Μυστηρίων

    Nam mihi cum multa eximia divinaque videntur Athenae tuae peperisse atque in vitam hominum attulisse, tum nihil meilus illis mysteriis, quibus ex agresti immanique vita exculti ad humanitatem et mitigati sumus, initiaque ut appellantur ita re vera principia vitae cognovimus, neque solum cum laetitia vivendi rationem accepimus, sed etiam cum spe meliore moriendi.

Γιατί ανάμεσα στους εξαίρετους και πράγματι θεϊκούς θεσμούς που η Αθήνα σας έχει γεννήσει και φέρει στην ανθρωπότητα, καμία, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι καλύτερη από αυτά τα Μυστήρια. Γιατί μέσω αυτών αποβάλαμε το βάρβαρο και άγριο τρόπο ζωής και μορφωθήκαμε και εκπολιτιστήκαμε. Και "μύησις" καθώς αποκαλείται, πράγματι μάθαμε τις απαρχές της ζωής και αποκτήσαμε τη δύναμη όχι μόνο να ζούμε ευτυχισμένοι, αλλά και να πεθαίνουμε με μια καλύτερη ελπίδα.    
— Κικέρων, Περί νόμων, Βιβλίο Β',36
Η μύηση αποσκοπούσε στη συμφιλίωση με το θάνατο και την προσδοκία της μεταθανάτιας ζωής και γι' αυτό το λόγο είχε μεγάλη απήχηση την εποχή εκείνη. Η πεποίθηση αυτή αντανακλάται και στον ομηρικό ύμνο προς τη θεά Δήμητρα.[16]
Η ουσία των Ελευσίνιων μυστηρίων παραμένει κάτι το άγνωστο. Ακόμα και για τα Ιερά Αντικείμενα που έφερε ο Ιεροφάντης ενώπιον των μυημένων στο αποκορύφωμα της τελετής δεν είναι γνωστή η φύση τους: εικάζεται πως ήταν αρχαϊκά αγαλματίδια και σύμβολα πιθανότατα της Δήμητρας και της Κόρης. Η μυστικότητα που επιβαλλόταν μεταξύ των μυημένων στηρίζεται σε βάσεις θρησκευτικές και πολιτικές. Στον Ομηρικό Ύμνο αναφέρεται πως "τα μυστήρια που έδειξε η Δήμητρα δεν πρέπει ούτε να παραμελούνται ούτε να ερευνούνται ούτε να κοινολογούνται",[17] ενώ από την πολιτεία επιβαλλόταν η θανατική ποινή σε όποιον αθετούσε τον όρκο των μυστών. Πιο συγκεκριμένα, ο Διαγόρας ο Μήλιος επικηρύχθηκε από τους Αθηναίους για δύο τάλαντα για την σύλληψη του και για ένα τάλαντο για τον θάνατο του, με την κατηγορία του ότι διακωμώδησε τα ιερά μυστήρια. Ο Αλκιβιάδης με την ίδια κατηγορία καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο. Ο Αισχύλος κατηγορήθηκε ότι σε κάποιες τραγωδίες του προέβη σε αποκάλυψη μέρους Μυστηρίων, αλλά τελικά απαλλάχτηκε, ενώ ο ρήτορας Ανδοκίδης μόλις διέφυγε την ποινή του θανάτου.[18] Κανείς, επίσης, όσο διαρκούσε η γιορτή, δεν μπορούσε να συλληφθεί για καμιά κατηγορία. Ο Λυκούργοςεισήγαγε νόμο να μη χρησιμοποιούνται πολυτελή άρματα κατά την πομπή προς την Ελευσίνα, καθώς θεωρούνταν από κάποιους πρόκληση για το δημοκρατικό πολίτευμα της πόλεως.[19]
Όσον αφορά την πραγματική φύση των γεγονότων των Ελευσινίων, υπάρχουν δυο διαφορετικές θεωρίες. Ενώ κάποιοι μελετητές υποστηρίζουν ότι οι ιερείς παρουσίαζαν τη μεταθανάτια ζωή μέσω διαφόρων ιερών αντικειμένων και της έντονης εναλλαγής φωτός και σκοταδιού, άλλοι θεωρούν ότι η ισχύς και η "μακροζωία" των Ελευσινίων οφείλεται στο ότι η εμπειρία για κάθε μυημένο ήταν εσωτερική και προκαλούνταν ίσως από κάποια ψυχοενεργή ουσία που περιείχε ο κυκεών[20]
Υπάρχουν αντικρουόμενες απόψεις, επίσης, για το αν κατά την τελετή στο ιερό της Ελευσίνας τελούνταν ιερός γάμος. Υπάρχουν κάποιες αναφορές για τη συνεύρεση θεοτήτων ή τη συμβολική ένωση του Ιεροφάντη και της πρωθιέρειας των Μυστηρίων, ως αναπαράσταση της αρπαγής της Περσεφόνης από τον Άδη ή της ένωσης του Δία με τη Δήμητρα. Η τελετή έληγε με τη συμβολική γέννηση ή αναγέννηση ενός αγοριού, ίσως του Ίακχου, του Πλούτου, γιου της Δήμητρας και του Ιασίωνα, ή του Διόνυσου-Ζαγρέα, που κατά τους Ορφικούςήταν γιος της Περσεφόνης και του Δία. Ο ιεροφάντης έρχονταν μπροστά στους μύστες και αναφωνούσε: "Ιερον ετεκε ποτνια κουρον, Βριμω Βριμων". Ωστόσο, οι θεωρίες αυτές ίσως προέρχονται από τη σύγχυση των αρχαίων συγγραφέων ανάμεσα στη λατρεία των Ορφικώνφρυγικών θεοτήτων και ντόπιων ελληνικών θεών, χαρακτηριστικό δείγμα θεοκρασίας.

Πέμπτη, 26 Σεπτεμβρίου 2013

ΠΑΝΤΑΖΗΣ ΚΟΝΤΟΜΙΧΗΣ (1924 - 2005)





Ο λαογράφος της Λευκάδας
ΠΑΝΤΑΖΗΣ ΚΟΝΤΟΜΙΧΗΣ
Στην μοναδική συνέντευξη της ζωής του,
που παραχώρησε στον Δημήτρη Ε. Σολδάτο



Πήρα μια πρόσκληση που έγραφε: «H Ε.Λ.Μ.Ε. Λευκάδας και ο Δήμος Σφακιωτών σας προσκαλούμε στην εκδήλωση που διοργανώνουμε για να τιμήσουμε τον Πανταζή Κοντομίχη για την υπερπεντηκονταετή προσφορά του στα γράμματα και στην εκπαίδευση.
Στις 17 Ιουνίου 2004, ημέρα Πέμπτη και ώρα 19:30 στο Πολιτιστικό κέντρο του Δήμου Λευκάδας (αίθουσα συνεδριάσεων του Δημοτικού συμβουλίου). Με ομιλητές τον κ. Δημήτρη Σ. Τσερέ και την κ. Κωνσταντίνα Αυγέρη.»

Από καιρό έψαχνα μια ευκαιρία για να γνωρίσω αυτόν τον σπουδαίο πνευματικό άνθρωπο. Και, δια μέσω της εφημερίδας, ν' αναφερθώ στην προσωπικότητά του. Τα Νέα της Λευκάδας κυκλοφορούν κάθε Πέμπτη. Η εκδήλωση γίνονταν Πέμπτη και μάλιστα Ιούνιο, τον μήνα των γενεθλίων του! Δεν σκέφτηκα πολύ. Έψαξα στον κατάλογο, βρήκα το νούμερο του Πανταζή Κοντομίχη και του τηλεφώνησα. Δέχτηκε ευγενικά να μου παραχωρήσει μια συνέντευξη.

Πήρα τον διευθυντή κ. Ηλία Κοντογεώργη και του το είπα. «Σε ζηλεύω!» ήταν η πρώτη φράση που εκστόμισε. «Κάνε ό,τι καλύτερο μπορείς και μην σκεφτείς τίποτα.
Θα διαθέσουμε στην εφημερίδα όσο χώρο χρειαστεί. Στην ουσία δεν θα τον τιμήσουμε εμείς, εκείνος μας τιμάει!».

Την άλλη μέρα στις 11 το πρωί κατέβηκα στην Λευκάδα. Στον Μαρκά, σχεδόν απέναντι απ’ τη Χαραμόγλειο, είναι το σπίτι του. Ανέβηκα την ξύλινη σκάλα. Η κυρία Ελένη, η γυναίκα του, με καλοδέχτηκε. Μ’ έμπασε στο σαλόνι. Κι εκεί, στην άκρη του καναπέ καθισμένος, φορώντας τα χαρακτηριστικά γυαλιά του, με περίμενε συντροφιά με τα δύο εγγονάκια του.Τον είχα δει σε παλαιότερες φωτογραφίες, αλλά προσωπικά ποτέ ως τότε. Ένιωθα μια περίεργη ταραχή, όμως με τις πρώτες κουβέντες που ανταλλάξαμε αισθάνθηκα ζεστά και οικεία.

Μου μιλούσε, και μπροστά απ’ τα μάτια μου περνούσαν εκατοντάδες πυκνογραμμένες σελίδες βιβλίων... Σκεφτόμουν τον μελετητή του μέλλοντος όταν θα τα ξεφυλλίζει διαβάζοντας στα εξώφυλλα: Πανταζή Κοντομίχη: «Τα Γεωργικά της Λευκάδας», «Η Λευκαδίτικη Λαϊκή Φορεσιά», «Λαογραφικά Σύμμεικτα Λευκάδας», «Η Λαϊκή Ιατρική στην Λευκάδα»,«Ομήρου Οδύσσεια», «Ομήρου Ιλιάδα», «Ησιόδου έργα», «Δημοτικά Τραγούδια της Λευκάδας», «Το Νεοελληνικό Θέατρο της Λευκάδας»… Ατελείωτος ο κατάλογος! Ανεκτίμητος ο πνευματικός θησαυρός που μας άφησε παρακαταθήκη: μελέτες και άρθρα σε περιοδικά και εφημερίδες, χρονογραφήματα, επιφυλλίδες, βιβλία…

Πώς να μην ντραπώ όταν μου είπε ότι παρακολουθεί την προσπάθεια που κάνω στην εφημερίδα;Ήταν σαν να μου έλεγε «συνέχισε να μάχεσαι!», ενώ τα δικά μου όπλα δεν ήταν τίποτα άλλο από μια… σφεντόνα, μπροστά στο δικό του πνευματικό οπλοστάσιο.

Τον ρώτησα πολλά. Και θα τον ρωτούσα ακόμα περισσότερα, μα δεν ήθελα να καταχραστώ τον πολύτιμο χρόνο του ούτε να τον κουράσω άλλο. Τα σημαντικότερα σημεία της κουβέντας μας παρατίθενται με την μορφή ερωταπαντήσεων παρακάτω:

_________________________________


Γεννηθήκατε στον Κάβαλλο της Λευκάδας το 1924. Ακριβώς 80 χρόνια πριν.
Πώς ήταν τα παιδικά σας χρόνια;

Πολύ δύσκολα! Δημοτικό πήγα πριν το 1940, προπολεμικά.
Ήταν εκείνα τα χρόνια τα λεγόμενα φτω-χι-κά!
Το γυμνάσιο το τελείωσα το 1943. Τότε δεν ήταν εύκολο να σπουδάσει κάποιος.
Παρόλα αυτά, τον Σεπτέμβρη του 1945 έδωσα εξετάσεις και μπήκα στην
Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών.

Γιατί διαλέξατε την Φιλοσοφική;

Μου άρεσε, το ‘χα καημό!
Είχα μιαν αγάπη μέσα μου για τη λογοτεχνία και γενικά για το βιβλίο.

Από πού ξεκίνησε αυτή η αγάπη;

Από το δημοτικό. Είχε κάτι βιβλία ο μακαρίτης ο πατέρας μου,
ο οποίος ήταν εγγράμματος κι έγραφε και καλά.
Υπήρχαν και κάτι φίλοι μου εκεί στους Σφακιώτες,
αδέρφια του Γεράσιμου του Γρηγόρη, που είχαν κάποια βιβλία
που είχε αφήσει ο Γεράσιμος στο χωριό και τα μοίραζαν στην παρέα.
Πόσα βιβλία διάβασα στην κατοχή, δεν το φαντάζεται άνθρωπος…

Στην Αθήνα πού μένατε;

Έμενα στο σπίτι του νονού μου. Ζαμπέλης Θωμάς λεγότανε.

Χρειάστηκε να δουλέψετε παράλληλα με τις σπουδές σας;

Παράλληλα δούλευα σε μια εφημερίδα, την Φοιτητική Φωνή, και έγραφα κιόλας.
Αυτή ήταν η αρχή, κατά κάποιον τρόπο. Τα πρώτα δημοσιεύματα.
Όταν τέλειωσα το πανεπιστήμιο, ήρθα κατευθείαν στην Λευκάδα,
όπου και διορίστηκα ύστερα από δύο χρόνια,
το 1952. Οι άνθρωποι που γνώριζα εδώ, ήταν ο Ασδραχτάς, λίγο ο Φλογαΐτης, ο Σβορώνος
κι ο Ροντογιάννης.

Πότε εκδόθηκε το πρώτο σας βιβλίο;

Το 1964. Λεγόταν Το Νεοελληνικό Θέατρο στην Λευκάδα. Η πρώτη έκδοση έγινε στην Μέλισσα. Δεν είχε όμως καλή τύχη, γιατί ο εκδότης, Γιώργος Ραγιάς, ήταν από τη ηγεσία της αριστεράς. Το 1964 εκδόθηκε το βιβλίο, το 1967 έγινε η δικτατορία.
Τον πιάσανε αυτόν, διαλύσανε τον εκδοτικό οίκο, και ό,τι στοκ βιβλίων υπήρχε πουλιόταν σε εξευτελιστική τιμή στα καροτσάκια.Αργότερα επικοινώνησα με τον Ραγιά και μου είπε: «Μην ρωτάς τίποτα! Όλη η περιουσία μου πήγε στα καροτσάκια,τζάμπα!». Απορώ πώς αυτός ο άνθρωπος ορθοπόδησε και δημιούργησε απ’ την αρχή έναν από τους ωραιότερους εκδοτικούς οίκους της χώρας.

Η συνεργασία σας με τις Εκδόσεις Γρηγόρη πώς προέκυψε;

Ο Γρηγόρης ήταν Λευκαδίτης. Του πήγα τη μετάφραση της Οδύσσειας το 1972.
Εξέδωσε το βιβλίο και μου είπε: «Όλα,ό,τι βγάλεις από δω και πέρα, θα τα εκδίδω εγώ!».

Είχε τύχη το δεύτερο βιβλίο σας;

Είχε καλή τύχη! Η ιδέα για την μετάφραση ξεκίνησε απ’ το πανεπιστήμιο.
Δεν με ικανοποιούσε, ας πούμε, η μετάφρασητων Καζαντζάκη-Κακριδή. Σε συζητήσεις που είχα με συμφοιτητές μου συμφωνούσαμε για το δυσπρόσιτο, στο ευρύ κοινό, γρέντζο ύφος της. Πάντως την προτιμώ απ’ την μετάφραση του Σιδέρη, γιατί αν αγνοήσεις το ύφος, κατά τ’ άλλα είναι πετυχημένη.

Πόσο χρόνο σας πήρε η μετάφραση της Οδύσσειας;

10 χρόνια! Είχα πολλή δουλειά στο σχολείο τότε. Έγραφα και στην εφημερίδα του Μαμαλούκα και δεν το είχα πάρει στα ζεστά ότι θα μπορούσε να γίνει βιβλίο και να εκδοθεί. Είπα, θα μεταφράσω από μερικές ραψωδίες κάποια κομμάτια που μου άρεσαν κι ό,τι βγει. Ύστερα ξεκίνησα απ’ την αρχή. Μετά ήρθε η Ιλιάδα, ο Ησίοδος, και συνέχισα με τα λαογραφικά.

Πιστεύετε ότι θα μπορούσαν να μεταφραστούν τα έπη του Ομήρου χωρίς την χρήση δεκαπεντασύλλαβου;

Όχι! Βέβαια, και ο δεκαεφτασύλλαβος μπορεί, όπως του Καζαντζάκη.
Γιατί σε δεκαεφτασύλλαβο είναι και το πραγματικό κείμενο της Οδύσσειας.
Εμένα όμως μου άρεσε ο δεκαεξασύλλαβος, γιατί ρέει εύκολα.

Αν σε κάποιο σημείο της μετάφρασης χρειαζόταν ν’ αλλάξετε τα μέτρα, υπέρ του νοήματος,
θα το κάνατε;

Βέβαια! Το έχω κάνει αυτό. Είναι υπέρβαση.
Η ουσία είναι πιο σημαντικό πράγμα απ’ την τεχνική, αν θα έπρεπε να διαλέξουμε.

Ο Όμηρος έκανε τέτοιες υπερβάσεις στα μέτρα;

Όχι! Τα κρατάει ακριβώς. Είναι εκπληκτικό αυτό!
Βέβαια, ο Όμηρος δημιουργούσε ο ίδιος, δεν μετέφραζε κάποιον άλλον.

Πόσο χρόνο χρειάζεστε για να γράψετε ένα βιβλίο;

Περίπου ένα χρόνο, χωρίς να υπολογίσουμε την έρευνα, που μπορεί να κρατήσει χρόνια.

Κάνετε δεύτερη η τρίτη γραφή;

Προσέχω πάρα πολύ όταν γράφω, κι έτσι δεν χρειάστηκε τρίτη γραφή.
Δεύτερη γραφή, καμιά φορά, ναι.



Κάνετε πάντα κάποιο σχεδιάγραμμα ή τώρα πια, ύστερα από τόση εμπειρία,το παραλείπετε;

Όχι, πάντα κάνω σχεδιάγραμμα: εισαγωγή, τι θ’ ακολουθήσει πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο… και πού θα καταλήξω.

Παρακολουθείτε την πορεία της έκδοσης ενός βιβλίου σας;

Βεβαίως! Σε όλα κάνω δεύτερη και τρίτη διόρθωση εγώ ο ίδιος.

Το βιβλίο σας Λαϊκή Λευκαδίτικη Φορεσιά κυκλοφόρησε απ’ τον ΕΟΜΜΕΧ.
Γιατί ειδικά αυτό δεν βγήκε απ’ τις Εκδόσεις Γρηγόρη;

Ήρθε ένας υπάλληλος του ΕΟΜΜΕΧ στην Λευκάδα επίτηδες γι’ αυτό το θέμα,
Γκίκας λεγόμενος. Αυτός που έχειγράψει για τα κάστρα της Ελλάδας, και της Λευκάδας. Ζήτησε να με δει και μου είπε: «Ξέρω ότι έχετε κάποιο υλικό για τη Λευκαδίτικη φορεσιά, που σε κάποιο μουσείο την είδα και μου άρεσε». Έτσι έγινε! Το βιβλίο πήγε πολύ καλά. Ήταν και εκπληκτική η έκδοση! Σε 4000 αντίτυπα βγήκε, κι ακόμα κυκλοφορεί… Υπάρχει και στο εξωτερικό. Κι άλλα βιβλία μου υπάρχουν έξω. Απ’ τη βιβλιοθήκη της Νέας Υόρκης μου τηλεφώνησαν για να μου πουν ότι υπάρχουν βιβλία μου κι εκεί. Μια Λευκαδίτισσα φοιτήτρια της γαλλικής φιλολογίας έκανε μια διατριβή για το νησί της, και ο Γάλλος καθηγητής τής έδωσε για βοήθημα μια βιβλιογραφία.
Τρία απ’ τα βιβλία του καταλόγου ήταν δικά μου. Το βιβλίο, το κάθε βιβλίο, κάνει ένα μεγάλο ταξίδι μέσα στον κόσμο και στο χρόνο. Ένα συναρπαστικό ταξίδι που κανένας δεν ξέρει πού σταματάει κι αν σταματάει…

Πως βλέπετε τα πολιτιστικά δρώμενα της Λευκάδας; Υπάρχει πραγματική ουσία;

Υπάρχει! Έτυχε να είμαι απ’ τα ιδρυτικά μέλη αυτού που λέγεται «Γιορτές Λόγου και Τέχνης». Ήμουν απ’ το 1952 – 1955 πρόεδρος του Μουσικοφιλολοφικού Συλλόγου Ορφέας. Θυμάμαι με τι ενθουσιασμό τότε ξεκινήσαμε όλοι! Μου έκανε εντύπωση ότι κανένας πνευματικός άνθρωπος δεν αρνήθηκε ποτέ να έρθει να μιλήσει στην Λευκάδα. Εκεί, απ’ την πλατεία, περάσανε όλοι: Βενέζης, Μελάς… Όλοι περάσανε από δω! Αυτά τα πράγματα
μείνανε μέσα μας. Κι εξακολουθώ να πιστεύω στις Γιορτές Λόγου και Τέχνης.

Θέλετε να πείτε ότι οι Γιορτές του 1955 ήταν ίδιες ποιοτικά με τις σημερινές;

Ίδιες, όχι! Αλλά όπως όλα αλλάζουνε και μεταβάλλονται, έτσι κι οι Γιορτές!
Δεν αλλάζουνε μόνο οι εποχές, αλλά κιεμείς οι ίδιοι. Εξαρτάται από ποια σκοπιά το βλέπει ο καθένας το κάθε πράγμα.

Ναι, αλλά ο Ορφέας, για παράδειγμα, είναι το ίδιο εκείνο σωματείο που διέπρεπε τότε, όταν το σημερινό έχει τα εκθέματα και τα ενθυμήματα παρατημένα σε μουχλιασμένες αποθήκες, αδυνατώντας να πετύχει με κατάλληλους και επείγοντες χειρισμούς μια οριστική λύση, πριν όλο αυτό το υλικό χαθεί οριστικά;

Είναι λυπηρό, πραγματικά! Όμως κι εδώ υπάρχει το χρηματικό πρόβλημα…
Εκτός αυτού, και μιλάω γενικότερα, για το Πνευματικό Κέντρο και το δήμο,
είναι από παλιά ανοργάνωτοι. Δυο-τρεις άνθρωποι κρατάνε το βάρος κάθε προσπάθειας στις πλάτες τους. Ήμουνα εκεί χρόνια, μαζί με τον συχωρεμένο τον Δήμο τον Μαλακάση, και ξέρω… Δεν έχουν αρχείο, κατ’ αρχήν! Δεν υπάρχουν όλα τα ενθύμια που δίνανε τα διάφορα συγκροτήματα που συμμετείχαν στις Γιορτές, ενώ θα έπρεπε να υπάρχει Μουσείο Γιορτών Λόγου και Τέχνης. Είμαστε τσαπατσούληδες! Και με συμπαθάς που χρησιμοποίησα αυτή τη λέξη.

Τελικά, ο κάθε πνευματικός άθλος σ’ αυτόν τον τόπο, και όχι μόνο, πραγματοποιείται από ελάχιστους, ενώ την δόξα την καρπώνονται άλλοι;

Πράγματι! Όταν άρχισαν, όμως, οι Γιορτές συνέβαινε το εντελώς αντίθετο.
Όλο το συμβούλιο τότε, που αποτελούνταν από 20 ή και 30 άτομα, κατεβαίναμε το βράδυ με σκούπες και σαρώναμε την πλατεία. Καθηγητές, δάσκαλοι,υπάλληλοι…
Μορφωμένοι άνθρωποι και απλός κόσμος, όλοι μαζί. Παίρναμε τις καρέκλες στον ώμο μας και τις μεταφέραμε. Δουλεύαμε! Τώρα δεν βρίσκεται άνθρωπος να τα κάμει αυτά χωρίς να πάρει λεφτά! Τα πρώτα 10-15 χρόνια υπήρχε εθελοντισμός, μεράκι.Υπήρχε αγάπη. Ήταν το γεγονός του καλοκαιριού, του χρόνου ολόκληρου…

Θα μπορούσε πιστεύετε, με κάποιον τρόπο, να αλλάξει κάτι προς το καλύτερο στα πολιτιστικά της Λευκάδας;

Είναι ένα θέμα πολύ δύσκολο! Έχουν δοκιμαστεί πολλοί τρόποι, σε διάφορους τομείς, αλλά χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα. Όλα τα χωριά μιμήθηκαν την πολιτιστική ζωή της Λευκάδας, χωρίς να υπάρχουν πάντα οι κατάλληλες προϋποθέσεις, με αποτέλεσμα η ποσότητα να υποβαθμίσει την ποιότητα. Κάθε πράγμα που εξαπλώνεται ανεξέλεγκτα,
τελικά χαλαρώνει και κάποτε σβήνει κιόλας. Το Φεστιβάλ ήταν για μας τότε σαν ένα θαύμα! Η Λευκάδα πρωτοστάτησε,και δεν είναι τοπικιστικό αυτό που λέω. Αργότερα μας μιμήθηκε ολόκληρη η Ελλάδα...

Απ’ τους παλαιότερους πνευματικούς ανθρώπους του νησιού, θυμάστε, για παράδειγμα,
τον ποιητή και ολυμπιονίκη Δημήτρη Γολέμη;

Τον Γολέμη, όχι!

Τον Πανάγο;

Με τον Πανάγο συνεργαζόμαστε κιόλας!

Τον Άγγελο Σικελιανό τον γνωρίσατε ποτέ προσωπικά;

Έγινε μια φορά, αλλά… πολυλογούμε τώρα…

Όχι, έχει ενδιαφέρον!

Είχε συμβεί το εξής: Εγώ γνώριζα πολύ καλά, με φιλία μπορώ να πω, τον σκηνοθέτη του Εθνικού Θεάτρου τον Καραντινό, τον Κεφαλλονίτη. Κάποια φορά τον είδα να μιλάει
με κάποιον. Δεν ήξερα ποιος ήταν ο συνομιλητής του, αλλά από το παράστημα κι από μια μπέρτα που είχε περασμένη στους ώμους του κατάλαβα πως ήταν ο Σικελιανός. Όπως πέρναγα, τον κοίταζα θέλοντας να τον δω από κοντά. Δεν πρόσεξα όμως και σκόνταψα στο μπαστούνι του. Με το βάρος που είχε, καθώς έγερνε το σώμα του Σικελιανού πάνω του, δεν κουνήθηκε το μπαστούνι, αλλά εγώ έπεσα μπρούμυτα, με τον χαρτοφύλακα που κρατούσα στα χέρια μου. Θυμάμαι που έτρεξε και μ’ έπιασε για να με σηκώσει.
Του λέει ο Καραντινός: «Το ξέρεις πως είναι πατριωτάκι σου;» Κι ο Σικελιανός απάντησε: «Τι λες βρε παιδί μου!» Και κοιτάζοντάς με:«Και πήγες να πάθεις κακό από μένα!».

Σε κάποιο άρθρο σας υποστηρίζατε ότι πρέπει να μεταφερθούν τα οστά του Σικελιανού από την Αθήνα στην Λευκάδα, για να ταφούν εδώ. Επιμένετε σ’ αυτή την άποψη;

Εκ’ των υστέρων κατάλαβα πως δεν είχα δίκιο. Ήταν απλά η δική μου προσδοκία.

Ποια η γνώμη σας για την αγορά της οικίας Σικελιανού στην Λευκάδα
και την μετατροπή της σε μουσείο;

Καλό θα ήταν να αγοραστεί, αλλά δεν βγαίνουν τα λεφτά.
Τελικά όμως πιστεύω ότι θα γίνει.

Ενδιαφέρεται η νέα γενιά για τον πολιτισμό;

Εγώ δεν θέλω να κατηγορήσω τους νέους. Πάντοτε μέσα στα ποσοστά νεολαίας ενός τόπου βγαίνουν και οι καλοί και οι κακοί και οι άχρηστοι. Εξαρτάται απ’ το περιβάλλον κι απ’ τις συνθήκες.

Αν ήσαστε εν ενεργεία εκπαιδευτικός, θα θέλατε να διδάσκετε τότε ή τώρα;

Όχι, τότε που ήμουν, καλύτερα!

Τι είναι αυτό που αν ξαναγεννιόσαστε θα θέλατε να το κάνετε πάλι;

Θα ήθελα αν ξαναγεννιόμουν να ήμουν και πάλι καθηγητής! Έβγαλα καλά και σεβαστικά παιδιά. Έβγαλα μαθητές που τους συναντάω σήμερα και τους χαίρομαι. Σε μια εκδήλωση που έκανε το πανεπιστήμιο για να με τιμήσει, τουλάχιστον 300 απ’ το ακροατήριο ήταν μαθητές μου! Και είπα: «Εγώ τα έβγαλα όλα αυτά τα παιδιά; Και τι άλλο θέλω στην ζωή μου;».

Ευχαριστώ πολύ γι’ αυτήν την κουβέντα που είχαμε. Σας εύχομαι υγεία και δύναμη για να συνεχίσετε το έργο σας.

Εγώ ευχαριστώ. Ευχαριστώ πολύ!



Εδώ, σχεδόν τελείωσε η κουβέντα μας. Του έβγαλα κάποιες φωτογραφίες στο γραφείο του, κάποιες άλλες σε ένα ανέκδοτο χειρόγραφό του, γραμμένο όπως πάντα με μολύβι, και πληροφορήθηκα πως το νέο του βιβλίο που αναμένεται να κυκλοφορήσει είναι μια μετάφραση του Δάφνις και Χλόη απ’ τα Ποιμενικά του Λόγγου. Μου είπε ακόμη πως στα
νεανικά του χρόνια έγραψε κάποια ποιήματα και 2-3 θεατρικά. Αργότερα όμως τα έσκισε όλα, αφού τα θεώρησε ανάξια λόγου και ασχολήθηκε με το έργο που ήδη γνωρίζουμε. Τον αποχαιρέτησα εγκάρδια και έφυγα. Τα εγγονάκια του, ο Πανταζής και η Ελένη, με συνόδεψαν μέχρι τη σκάλα κοιτάζοντας με τα λαμπερά ματάκια τους την φωτογραφική
μηχανή.

Βγήκα στο δρόμο. Απ’ το πάρκο, απέναντι, το κεφάλι της ακαλαίσθητης προτομής του Σβορώνου (σαν την κεφαλή του Βαπτιστή στο πιάτο της Σαλώμης) με κοίταζε ανέκφραστα με τα άδεια μπρούτζινα μάτια του. Η βοή της πόλης κι ο καυτερός ήλιος με ζάλισαν ελαφρά. Ποια να ‘ναι τάχα η αληθινή ζωή, σκέφτηκα. Αυτή που βλέπω αναίσθητη ν’ απλώνεται τριγύρω μου: της καθημερινής συναλλαγής,της σκόνης, της φτήνιας και του ξεπεσμού ή η άλλη που υπάρχει μέσα στα βιβλία, στις χάρτινες αυτές οστεοθήκες του
πνεύματος;

Καθώς απομακρυνόμουν, έριξα μια τελευταία ματιά στα παράθυρα του Κοντομίχη, κι ένα ποίημα του Σικελιανού, που σαν μεθαύριο άφησε αυτόν τον κόσμο, στριφογύριζε επίμονα στο μυαλό μου:

Άσ’ την ανίδεη και χοντροκομμένη
γενιά στους στοχασμούς της, που ‘ναι ψέμα
και που ‘ν’ ερείπιο, και βυθίσου ακέριος
στ’ άναρχο ρίγος που χιμάει στο νου Σου,
απ’ όπου δεν ανάτειλαν ακόμα
της δημιουργίας τα πείσματα, να λάμψει
στο κορμί και στο νου Σου η τέλεια λάμψη
της Σκέψης και το τέλειο Γενηθήτω!

__________________


Δημήτρης Ε. Σολδάτος
Από την εφημερίδα «τα Νέα της Λευκάδας»
Αριθμός φύλλου 411, 17 Ιουνίου 2004
Αναδημοσίευση 453, 7 Απριλίου 2005



http://dimsol.blogspot.gr/2009/02/blog-post_7710.html

Κυριακή, 22 Σεπτεμβρίου 2013

Η ναυμαχία της Σαλαμίνας (22 Σεπτεμβρίου του 480 π.Χ)




Η ναυμαχία της Σαλαμίνας κατά πολλούς πραγματοποιήθηκε στις 22 Σεπτεμβρίου του 480 π.Χ, μεταξύ των αρχαίων ελληνικών πόλεων-κρατών και της Περσικής Αυτοκρατορίας. Αποτέλεσε σημαντική σύγκρουση της δεύτερης περσικής εισβολής στην Ελλάδα, η οποία άρχισε το 480 π.Χ.
Μετά την κατάληψη του στενού των Θερμοπυλών απ' τους Πέρσες και την λήξη της Ναυμαχίας του Αρτεμισίου, ο Ελληνικός στόλος κατευθύνθηκε προς τις ακτές της Αττικής και έτσι άνοιξε ο δρόμος για την κατάκτηση ολόκληρης της Κεντρικής Ελλάδας από τον στρατό του Ξέρξη.
Τότε ο Θεμιστοκλής πείθει τους Αθηναίους να εγκαταλείψουν την πόλη με την προστασία του αθηναϊκού ναυτικού το οποίο αγκυροβόλησε στη Σαλαμίνα για να προστατεύσει αυτήν την επιχείρηση. Για να τους πείσει μάλιστα, επιστράτευσε θεϊκά σημάδια και μαντείες, την ερμηνεία των οποίων προσάρμοζε στη στρατηγική του.
Όμως 500 περίπου Αθηναίοι παρέμειναν πάνω στην Ακρόπολη και προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν τις εχθρικές επιθέσεις, αλλά έπεσαν μέχρις ενός. Επειδή στο μεταξύ ο κύριος όγκος του περσικού στρατού είχε φτάσει μέχρι την Ακρόπολη, το ιερό λεηλατήθηκε και πυρπολήθηκε. Ο Ξέρξης με την κατάκτηση της Αθήνας και την πυρπόληση των ιερών και της Ακρόπολης, θεώρησε πως είχε πάρει εκδίκηση για την ήττα του πατέρα του στον Μαραθώνα.
Οι αρχηγοί του Ελληνικού στόλου συσκέφθηκαν για να αποφασίσουν τον καταλληλότερο τόπο να ναυμαχήσουν.
Ο Θεμιστοκλής πρότεινε τα στενά της Σαλαμίνας, διότι ο Ελληνικός στόλος, μικρότερος από τον Περσικό, μπορούσε να ελιχθεί καλύτερα και δεν κινδύνευε να κυκλωθεί από τα εχθρικά πλοία.
Η πλειοψηφία όμως των στρατηγών πρότεινε να διεξαχθεί η ναυμαχία στον Ισθμό, για να υπερασπιστούν την Πελοπόννησο και σε έσχατη περίπτωση, αν επικρατούσαν οι Πέρσες, να έχουν τη δυνατότητα να διαφύγουν.
Σε νέα σύσκεψη ο Θεμιστοκλής απείλησε ότι αν δεν ναυμαχούσαν στη Σαλαμίνα, ο Αθηναϊκός στόλος θα αποσυρόταν και οι αθηναίοι θα μετανάστευαν στη Σίρι της Κάτω Ιταλίας. Ο Ευρυβιάδης πείστηκε και άρχισαν οι ετοιμασίες, την επόμενη μέρα όμως – και παραμονή της ναυμαχίας- οι γνώμες των στρατηγών διχάστηκαν :
Οι Αθηναίοι, Αιγινήτες και Μεγαρείς επέμεναν να ναυμαχήσουν στα στενά ενώ οι πελοποννήσιοι προτιμούσαν τον Ισθμό. Τότε ο Θεμιστοκλής, επειδή φοβήθηκε μήπως επικρατήσει η δεύτερη γνώμη, έστειλε κρυφά στον Ξέρξη τον παιδαγωγό των παιδιών του Σίκκινο, με το μήνυμα ότι ο ελληνικός στόλος ετοίμαζαν να διαφύγει, και πως αν ήθελε την νίκη έπρεπε να επιτεθεί αμέσως.
Ο Περσικός στόλος κινητοποιήθηκε αμέσως προκειμένου να πετύχει αιφνιδιασμό. Το μεγαλύτερο μέρος του περσικού στόλου είχε συγκεντρωθεί μεταξύ Ψυτάλλειας και Σαλαμίνος, ενώ τα υπόλοιπα πλοία είχαν κλείσει όλα τα πιθανά περάσματα.
Οι έλληνες όμως πληροφορήθηκαν τις κινήσεις του Περσικού στόλου μέσα στην νύχτα από τον Αριστείδη που με κόπο κατόρθωσε να περάσει ανάμεσα από τα εχθρικά πλοία, και από τον Τήνο  Παναίτιο Σωσμένους που αυτομόλησε τους Πέρσες. Ενώ λοιπόν οι Πέρσες προσδοκούσαν να αιφνιδιάσουν τους έλληνες και να τους τρέψουν σε φυγή, μάταια τους περίμεναν όλοι την νύχτα.
Η σύγκρουση έλαβε χώρα ακτές της Σαλαμίνος , όπου ο χώρος  ήταν τόσο στενός , ώστε στο πρώτο μέτωπο τα περσικά πλοία που ήταν δυνατόν να παραταχθούν ήταν ισάριθμα με τα ελληνικά. Αυτά  είχαν παραταχθεί ως εξής:
Το αριστερό άκρο καταλάμβαναν οι αθηναϊκές τριήρεις υπό τον Θεμιστοκλή απέναντι από του Φοίνικες, το δεξιό άκρο οι 16 σπαρτιατικές τριήρεις με τον Ευρυβιάδη απέναντι από τους Ίωνες. Δίπλα τους οι τριήρεις των Αιγινητών και στο ενδιάμεσο τα πλοία των άλλων ελληνικών πόλεων.
Πρώτος επιτέθηκε ο Αθηναίος Αμεινίας ο Παλληνεύς.
Αμέσως τον ακολούθησαν και τα υπόλοιπα πλοία και η ναυμαχία γενικεύτηκε. Και οι δύο αντίπαλοι αρχικά πολεμούσαν με την ίδια γενναιότητα, γρήγορα όμως φάνηκε η υπεροχή του ελληνικού στόλου και της τακτικής του.
Μέχρι το σούρουπο ο Περσικός στόλος είχε κατατροπωθεί και αναζήτησε καταφύγιο στο Φάληρο. Οι απώλειες του ήταν 200-300 πλοία, ενώ οι Έλληνες είχαν χάσει 40. Η αναλογία σε άνδρες ήταν πολύ μεγαλύτερη για τους Πέρσες, γιατί πολλοί δεν ήξεραν να κολυμπούν.
Επιπλέον, εξοντώθηκε η περσική φρουρά της Ψυτάλλειας που την αποτελούσαν κυρίως επιφανείς Πέρσες και εκλεκτοί πολεμιστές. Η νίκη αυτή των Ελλήνων, αποτέλεσμα όχι μόνο της στρατηγικής σκέψης και της ναυτικής δεινότητας τους, αλλά της ομοψυχίας και της γενναιότητας τους, σήμαινε την αρχή του τέλους για τα επεκτατικά σχέδια των Περσών.
Στη Σαλαμίνα ιδρύθηκαν τάφοι με επιγράμματα για τους νεκρούς Σαλαμινομάχους κάθε πόλης. Στους Δελφούς στάλθηκαν πλούσια αφιερώματα και στους γενναιότερους δόθηκαν βραβεία. Η νίκη αυτή και η σημασία της υμνήθηκε από ποιητές, ρήτορες, και Ιστορικούς με σημαντικότερο έργο την τραγωδία του Αισχύλου «Πέρσαι» την πρώτη με ιστορικό θέμα.
Σύμφωνα με τον Αισχύλο, ο οποίος συμμετείχε στη ναυμαχία, ο ελληνικός στόλος είχε 310 τριήρεις. Ο Πλάτωνας αναφέρει ότι οι Πέρσες είχαν χίλια πλοία και περισσότερα.
Ο Ξέρξης επέστρεψε στην Ασία με το μεγαλύτερο μέρος του στρατού του και, τον επόμενο χρόνο, τα απομεινάρια του περσικού στρατού ηττήθηκαν αποφασιστικά στη μάχη των Πλαταιών και στη μάχη της Μυκάλης.
Μετά από αυτές τις μάχες, οι Πέρσες δεν ξαναπροσπάθησαν να καταλάβουν την ηπειρωτική Ελλάδα. Οι μάχες στη Σαλαμίνα και στις Πλαταιές σηματοδότησαν την αρχή της νέας φάσης των Ελληνο-Περσικών Πολέμων - οι ελληνικές πόλεις άρχισαν την αντεπίθεση.
Η σημασία της ναυμαχίας της Σαλαμίνας υπήρξε μέγιστη διότι προκάλεσε την κατάρρευση του ηθικού της Περσικής ηγεσίας σε τέτοιο βαθμό, ώστε να εγκαταλείψει ουσιαστικά τον αγώνα, αν και διέθετε ακόμα υπερτριπλάσιο σχεδόν στόλο από το Ελληνικό.
Μερικοί ιστορικοί πιστεύουν ότι σε περίπτωση περσικής νίκης θα σταματούσε η ανάπτυξη της Αρχαίας Ελλάδας, καθώς και του δυτικού πολιτισμού, και οδηγούνται στο συμπέρασμα ότι η Σαλαμίνα ήταν μια από τις πιο σημαντικές μάχες στην ανθρώπινη ιστορία.






http://arxaia-ellinika.blogspot.gr/