Αναγνώστες

Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2016

Αίας ο Τελαμώνιος

 


Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Αίας ο Τελαμώνιος
Ajax body Achilles Louvre F201.jpg
ΓονείςΤελαμώνας
Commons page Πολυμέσα
Ο Αίας ο Τελαμώνιος (Αἴας < αἰάζω (αναστενάζω, θρηνώ), "αυτός που θρηνεί"), υπήρξε μυθικός βασιλιάς της Σαλαμίνας και ένας από τους κυριότερους ήρωες τουΤρωικού πολέμου. Γιος του Τελαμώνα και της Περίβοιας (ή Ερίβοιας), ετεροθαλής αδελφός του Τεύκρου και εγγονός του οικιστή της Σαλαμίνας.

Ο Μύθος του Αίαντα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αίας , ή Αίαντας, ήταν ένας από τους μνηστήρες της Ωραίας Ελένης και ήταν δεσμευμένος με όρκο να υπερασπιστεί τη ζωή και την τιμή της. Έλαβε μέρος στον Τρωικό πόλεμο με 12 πλοία και μαζί με τον Αχιλλέα και τον Φοίνικα άσκησε την διοίκηση του ελληνικού στόλου. Στην Ιλιάδα παρουσιάζεται ως ο δεύτερος πιο ανδρείος Αχαιός μετά τον Αχιλλέα και δυνατότερος του Τρώα ήρωα Έκτορα. Ο Όμηρος μάλιστα αναφέρει ότι διέθετε υψηλό ανάστημα: «μέγας, πελώριος και έρκος Αχαιών». Επίσης δεν υστερούσε και σε ομορφιά και ως χαρακτήρας περιγράφεται ως καλόκαρδος, ικανός να εμψυχώνει τους συμπολεμιστές του και να δίνει συμβουλές. Ο ίδιος έπαιξε σημαντικό ρόλο στην συμφιλίωση του Αχιλλέα με τον Αγαμέμνονα.
Κατά τη διάρκεια του Τρωικού πολέμου, υποχρέωσε κάποιον σύμμαχο βασιλιά των Τρώων, στην θρακική χερσόνησο, να του καταβάλει φόρο σε χρυσό και σε σιτηρά. Επίσης, κατέλαβε μια φρυγική πόλη, σκότωσε τον βασιλιά της Τελεύτα και πήρε σκλάβα την κόρη του Τέκμησσα. Σε κάποια μεταγενέστερη φάση, μονομάχησε με τον Έκτορα, αλλά παρόλο που αποδείχτηκε ανώτερος, τελικά η νύχτα τους ανάγκασε να κηρύξουν ισοπαλία, χωρίς νικητή. Μετά την μονομαχία οι δύο ήρωες αντάλλαξαν δώρα. Ο Αίας έλαβε ως ένδειξη τιμής από τον Έκτορα το ξίφος του, ενώ ο ίδιος του χάρισε τη ζώνη του. Όταν ο Πάτροκλος και ο Αχιλλέας σκοτώθηκαν, ο Αίας πέτυχε να αντιμετωπίσει πλήθος εχθρών και να αποσπάσει από τα χέρια τους τα σώματα των νεκρών ηρώων. Εξοργίστηκε όμως, όταν τα όπλα του νεκρού Αχιλλέα δόθηκαν τιμητικά στονΟδυσσέα και νιώθοντας εξαιρετικά μειωμένος, κρίθηκε κατώτερος των περιστάσεων σε σημείο που αποπειράθηκε να δολοφονήσει τους αρχηγούς των Αχαιών. Τότε η θεά Αθηνά του προκάλεσε πνευματική διαταραχή και τον έκανε να ξεσπάσει πάνω σε ένα κοπάδι πρόβατα. Όταν συνήλθε το πρωί και διαπίστωσε σε πόσο οικτρή κατάσταση είχε περιπέσει, τερμάτισε την ζωή του, πέφτοντας πάνω στο ξίφος του.
Στη Σαλαμίνα, γίνονταν εορτές προς τιμή του ήρωα (Αιάντεια). Οι ανδραγαθίες του Αίαντα και κυρίως το τέλος της ζωής του ενέπνευσαν πολυάριθμα έργα τέχνης. Ορισμένοι που εμπνεύστηκαν από αυτόν ήταν:
  • Αντισθένης, δεν υπάρχει ακριβής ημερομηνία
  • Σοφοκλής, σε ορισμένα δράματά του πριν το 442π.Χ.
  • Β. Σπάνγκενμπεργκ 1608.
  • Π. Ντε Σιβρύ 1762.
  • Α. Κ. Μπόρχεκκ 1789.
  • Ούγκο Φόσκολο 1833.
  • Σκαρλάττι (σε ορισμένες όπερες) 1697.
  • Φ. Πίχλερ.
  • Αντρέ Ζιντ (σε αποσπάσματα έργων) 1933.

Αρχαιολογικά ευρήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Σαλαμίνα βρέθηκαν τα υπόλοιπα ενός αρχαίου κτιριακού συμπλέγματος[1] που υπολογίζεται στην εποχή του 13ου με 12ου αιώνα π.Χ. και συμπίπτει με την Μυκηναϊκή εποχή που έζησε ο Αίαντας. Αν υποθέσουμε ότι πρόκειται για πραγματικό ιστορικό πρόσωπο, τότε το κτίριο αυτό θα πρέπει να ήταν το παλάτι του Αίαντα.

https://el.wikipedia.org/wiki

Κυριακή, 14 Αυγούστου 2016

Από τη θεά Αθηνά στην Παναγία των Ελλήνων



Από τη θεά Αθηνά στην Παναγία των Ελλήνων
Στρατηγός, προστάτις και Παρθένος, είχε γεννηθεί κατά τον Δεκαπενταύγουστο. Δεν αναφερόμαστε στην Παναγία, η οποία "κοιμήθηκε" τον Δεκαπενταύγουστο, αλλά στη θεά Αθηνά, η οποία, κατά την ελληνική μυθολογία ήταν η θεά της σοφίας, της στρατηγικής και του πολέμου.
Η γενέθλιος ημέρα της, η 28η Εκατομβαιώνος, δηλαδή περί τον 15αύγουστο, συνοδευόταν από θυσία εκατό βοδιών- εξ ου και το όνομα του μήνα. Ακολούθως, τα σφάγια ψήνονταν, οι θεοί απολάμβαναν την τσίκνα των ψητών και το κρέας μοιραζόταν τους προσκυνητές. Η γιορτή δεν ήταν απλώς μεγάλη, ήταν και παλλαϊκή. Στην πομπή ελάμβαναν μέρος και κορίτσια, οι νεαρές Παρθένες οι οποίες μετέφεραν τον πέπλο της θεάς.
Η Αθηνά ήταν η αγαπημένη κόρη του Δία, του πατέρα των θεών. Μητέρα της ήταν η πάνσοφη Μήτις. Ο Δίας από προφητεία έμαθε ότι το παιδί που θα γεννούσε η Μήτις θα ανέτρεπε τον πατέρα του από την εξουσία, οπότε την κατάπιε ενώ ήταν έγκυος στην Αθηνά. Την 28η του Εκατομβαιώνος, αισθάνθηκε τρομερό πονοκέφαλο και κάλεσε τον Ήφαιστο να τον βοηθήσει. Εκείνος του χτύπησε το κεφάλι με ένα βαρύ σφυρί και πετάχτηκε πάνοπλη η Αθηνά φορώντας περικεφαλαία, κρατώντας ασπίδα και πάλλοντας το δόρυ (εξ ου και το επίθετο Παλλάς). Βλέποντας τον Δία, πέταξε ασπίδα και δόρυ στα πόδια του, δείγμα αναγνώρισης της ανωτερότητάς του.
Στο γύρισμα του αρχαίου κόσμου από τον πολυθεϊσμό στον χριστιανισμό, όταν δεύτερος άρχισε σιγά- σιγά να επικρατεί, χρειάστηκε η μίξη στοιχείων από την παλαιότερη και τη νεότερη θρησκεία ώστε η δεύτερη να εδραιωθεί πιο εύκολα. Τότε, πολλές από τις αρχαίες τελετουργίες ενσωματώθηκαν στις τελετουργίες των χριστιανών και μαζί τους και κάποιες μεγάλες εορτές. Ανάμεσα σε αυτές και η εορτή του Δεκαπενταύγουστου. Και η Παναγία, από τον 6ο αι. μ.Χ. βαφτίστηκε αειπάρθενος, υπέρμαχος στρατηγός και προστάτις, ανάμεσα σε άλλες ιδιότητες, με κυρίαρχη την μητρική.
Αρχαίες μητρικές θεότητες ήταν και άλλες: η Αστάρτη, η Λητώ, η Γαία, η Ισις, με ρίζες που χάνονται στο βάθος της Νεολιθικής εποχής. Αρχέτυπο όλων όμως θεωρείται η Μεγάλη Μητέρα ή Μητέρα Γη ή Μεγάλη Μητέρα Θεά, εμβληματικό μητριαρχικό μοντέλο.
Η Μεγάλη Μητέρα ήταν άλλωστε η κύρια θεότητα στη Μινωική Κρήτη, από κάποια εποχή μάλιστα παράλληλα με τον «νεαρό θεό» (είτε ως «θείο βρέφος» είτε ως σύζυγό της). Σύμφωνα με τον κύκλο της φύσης για τον θάνατο και την αναγέννηση η Μεγάλη Μητέρα παντρεύεται διαρκώς τον νεαρό θεό που γεννιέται και πεθαίνει κάθε χρόνο.
Με αυτή την πρακτική, η μεγάλη γιορτή της Παναγίας τον Δεκαπενταύγουστο συμπίπτει με τα γενέθλια της θεάς Αθηνάς στις 28 του αρχαίου μήνα Εκατομβαιώνα (μέσα Ιουλίου - μέσα Αυγούστου), όταν τελούνταν ανά τετραετία τα Παναθήναια, η μεγαλύτερη γιορτή της αρχαίας Αθήνας. Και καθόλου τυχαία, ο ναός της παρθένου Αθηνάς στην Ακρόπολη μετατράπηκε σε ναό της Παναγίας Παρθένου.
Στρατηγός των στρατηγών, η Παναγία προστατεύει τους πιστούς της - όπως και η θεά Αθηνά τους Αθηναίους - σε κάθε δύσκολη στιγμή. Το 626, στην πολιορκία της Κωνσταντινούπολης από Αβαρους και Πέρσες, οι πιστοί που έχουν συγκεντρωθεί στη Μεγάλη Εκκλησία θα δουν ξαφνικά μπροστά τους την Παναγία να έχει απλώσει προστατευτικά το πέπλο της πάνω από την Πόλη (ας θυμηθούμε και τον πέπλο της Αθηνάς στα Παναθήναια). Και η μεγαλύτερη απόδειξη: «Τη υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια» ψάλλουν οι πολιορκημένοι χριστιανοί στην τελευταία λειτουργία της Αγίας Σοφίας, το 1453.
Είναι άγνωστο πότε ακριβώς μετατράπηκε ο Παρθενώνας σε χριστιανικό ναό, το βέβαιο όμως είναι ότι επί Ιουστινιανού (482-565) καθαγιάστηκε και ορίστηκε ως η «καθολική εκκλησία των Αθηνών». Η λατρεία της ειδωλολατρικής παρθένου έδωσε έτσι τη θέση της στη χριστιανή Παρθένο και ο ναός πήρε το όνομα Παναγία Αθηνιώτισσα.
Το κύρος του ναού ήταν μεγάλο, αφού ακόμη και ο Βασίλειος Β' Βουλγαροκτόνος γιόρτασε τη νίκη του κατά των Βουλγάρων στην Παναγία Αθηνιώτισσα. Επρόκειτο άλλωστε για περίλαμπρο ναό, με τη χρυσή εικόνα της Παναγίας και θαυμάσια ψηφιδωτά. Μόνο 188 ψηφίδες διασώθηκαν και μεταφέρθηκαν το 1848 στο Βρετανικό Μουσείο, ενώ σήμερα διακρίνονται ελάχιστα ίχνη των αρχικών παραστάσεων. Κατά την Άλωση των Αθηνών από τους Λατίνους όμως η εκκλησία συλήθηκε και μετατράπηκε σε καθολική με την ονομασία «Σάντα Μαρία ντι Ατένε», ενώ αργότερα έγινε τζαμί.
Στην υποτιθέμενη ομοιότητα της παράστασης μιας μαρμάρινης μετόπης του Παρθενώνα με τη σκηνή του Ευαγγελισμού οφείλεται εξάλλου η διάσωσή της κατά τον Μεσαίωνα από φανατικούς της νέας θρησκείας που κατέστρεψαν τον αρχαίο διάκοσμο του ναού. Η μετόπη βρίσκεται σήμερα στο Μουσείο Ακρόπολης.

Αντιγόνη Καρατάσου
http://www.liberal.gr/arthro/71127/epikairotita/2016/apo-ti-thea-athina-stin-panagia-ton-ellinon-.html

Κυριακή, 7 Αυγούστου 2016

Περίπτωση Albert Camus: αφιέρωμα σε έναν από τους ιδιοφυέστερους στοχαστές του 20ού αιώνα


Ο θάνατος. Πάνω απ' όλα αυτός, το απόλυτο παράλογο της ανθρώπινης φύσης. Το απόλυτο κακό, το αναπόδραστο κι οριστικό τέλος, το μεγάλο αίνιγμα. Συνάμα, ανεξάντλητη πηγή στοχασμού και έμπνευσης που τον στοίχειωνε από έφηβο. 
Η μεγάλη αντίφαση, σε σχέση με την ηλιόλουστη μεσογειακή Αλγερία, όπου γεννήθηκε το 1913 ο Αλμπέρ Καμύ. Μικρότερος γιος μιας οικογένειας pied-noir, Γάλλων μεταναστών χαμηλών κοινωνικών στρωμάτων. Ο πατέρας χάνεται στη δίνη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και η μάνα με τα δύο της παιδιά μετακομίζουν από την Ντρεν στις λαϊκές συνοικίες του Αλγερίου, όπου συγχρωτίζονται με Άραβες και φτωχολογιά. 
Αυτοί, Γάλλοι πολίτες α' κατηγορίας, να συμβιώνουν με την απόλυτη πλέμπα. Κι εκεί, βουτηγμένος μες στις στερήσεις και την ανέχεια, τον χτυπάει στα δεκαεπτά του η φυματίωση, που με τη σειρά της του στερεί την ολοκλήρωση των σπουδών του στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου του Αλγερίου. Αλλά όχι και τη δημιουργικότητά του. 
Πολιτικοποιημένος από νωρίς, συνδέεται από με το Κομμουνιστικό Κόμμα κι όταν μεταπηδάει στο Λαϊκό Αλγερινό Κόμμα αποπέμπεται ως τροτσκιστής. Εκείνος, ένας ουμανιστής, όπως θα αποδεικνυόταν περίτρανα από την πορεία της ζωής του, που το μόνο που τον ένοιαζε ήταν η ισότητα και η δικαιοσύνη. Ακριβώς τον καιρό του πρώτου του και αποτυχημένου γάμου, το 1935 ιδρύει το Theatre du Travail που απευθύνεται στην εργατική τάξη και το οποίο λήγει άδοξα τέσσερα χρόνια αργότερα. 
Το 1938 γράφει το πρώτο του θεατρικό έργο, τον Καλιγούλα, που δεν θα ανέβει πριν το 1945. Ο πρώτος μεγάλος του λογοτεχνικός ήρωας, ένας «αντάρτης» απέναντι στον παραλογισμό της ανθρώπινης φύσης. Παράλληλα, γράφει για ντόπιες γαλλόφωνες εφημερίδες, εργάζεται ως πολιτικός συντάκτης και μόνο όταν είναι φανερό πόσο ενοχλητική είναι η πένα του αποφασίζει να φύγει για τη Γαλλία. 
 Το 1940, που πιάνει δουλειά στην «Paris-Soir», έχει ήδη παντρευτεί για δεύτερη φορά. Η κατοχή, όμως, τον αναγκάζει να ακολουθήσει το επιτελείο της εφημερίδας στο Μπορντώ. Συνδέεται με κορυφαία μυαλά της παριζιάνικης rive gauche, όπως το ζεύγος Σαρτρ - Μποβουάρ, με τους οποίους μοιράζεται τις ίδιες φιλοσοφικές ανησυχίες πάνω στον υπαρξισμό, αλλά αργότερα παίρνει αποστάσεις. 
Αν όμως εναντιώνεται κάθετα σε κάτι, παρόλο τον αθεϊσμό του, είναι ο «μηδενισμός» του Μπρετόν. Με τον Μύθο του Σίσυφου το '42, ένα από τα πιο πολυδιαβασμένα του κείμενα, στρέφει το ενδιαφέρον της λογοτεχνικής κοινότητας επάνω του, ενώ με τον Ξένο της ίδιας χρονιάς, το έργο που θα τον χαρακτήριζε -μαζί με την αλληγορική Πανούκλα το '47- περισσότερο από άλλα, ίσως ουσιαστικότερα, κείμενά του, γίνεται ένας από τους σημαντικότερους τιμητές της γενιάς του. 
Πάντα με το φιλοσοφικό υπόβαθρο του αδιεξόδου και του παραλόγου της ανθρώπινης μοίρας. Στην αντίσταση συμμετέχει ενεργά, γράφει για την αντιναζιστική Combat και καλύπτει την αιματοχυσία της απελευθέρωσης του Παρισιού τον Αύγουστο του '45
. Τα ενθουσιώδη μεταπολεμικά χρόνια των ατέλειωτων συζητήσεων στο Café de Flore όπου περνάει ολόκληρη η γαλλική διανόηση θα συνοδευτούν από την πλήρη απόρριψη και απομόνωσή του από την αριστερά, καθώς αντιτίθεται με σθένος σε κάθε μορφή απολυταρχικής εξουσίας προερχόμενη από τη Σοβιετική Ένωση. Εν μέσω μιας νέας κρίσης φυματίωσης γράφει το 1951 τον Επαναστατημένο Άνθρωπο κι έρχεται σε οριστική ρήξη με τον Σαρτρ. Στηλιτεύει τις επεμβάσεις των Ρώσων στις εξεγέρσεις του Ανατολικού Βερολίνου, του Πόζναν της Πολωνίας και λίγο μετά της Ουγγαρίας. 
Δεν θα κάνει το ίδιο με μια άλλη εξέγερση, καθώς τάσσεται με το μέρος των Γάλλων εθνικιστών και των pied noir στον απελευθερωτικό αγώνα των Αλγερινών το '54, πιστεύοντας σε μια ειρηνική συνύπαρξη Αράβων και Γάλλων. 
Όλη εκείνη την περίοδο, παράλληλα με τη δημοσιογραφική του δραστηριότητα στο «L' Express», αγωνίζεται υπέρ της κατάργησης της θανατικής ποινής και καταγγέλλει την εκτέλεση του ζεύγους Ρόζενμπεργκ στην Αμερική. Μια χώρα που είχε ήδη κατακεραυνώσει, μετά τη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι. Εν τω μεταξύ, παραιτείται κι από τη συνεργασία του με την ΟΥΝΕΣΚΟ, όταν η φρανκική Ισπανία γίνεται μέλος του ΟΗΕ. 
 Διασκευάζει για το θέατρο Καλντερόν, Λόπε ντε Βέγκα, Μπουζάτι, Φώκνερ, τους Δαιμονισμένους του Ντοστογιέφσκι, κι ενώ με την εκδοτική επιτυχία της Πτώσης μιλάει όλο το Παρίσι γι' αυτόν, η Σουηδική Ακαδημία τού απονέμει το 1957 το Νόμπελ Λογοτεχνίας για το δοκιμιακό του Reflexions sur la Guillotine. 
 Μόλις τρία χρόνια αργότερα, στο απόγειο της φήμης και της διεθνούς αποδοχής, τον Ιανουάριο του 1960, ταξιδεύοντας με αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Μισέλ Γκαλιμάρ των διάσημων εκδόσεων, προσκρούουν σε ένα δέντρο. Χάνουν κι οι δυο τη ζωή τους ακαριαία. Ο Καμύ ήταν μόλις σαράντα έξι χρονών, άφηνε στις αποσκευές του ένα ημιτελές μυθιστόρημα για τα παιδικά του χρόνια, τον Πρώτο Άνθρωπο, και δύο δίδυμα ορφανά, την Κριστίν και τον Ζαν. 
Μαζί τους ορφάνευαν τα γαλλικά γράμματα, χάνοντας έναν από τους ιδιοφυέστερους στοχαστές του 20ού αιώνα. 
Πηγή: www.lifo.gr