Ο Γρηγόριος Φλέσσας(1788-1825) ή περισσότερο γνωστός ως Παπαφλέσσας ή Γρηγόριος Δικαίος ή Διαολόπαπας ήταν κληρικός, πολιτικός και αγωνιστής, ήρωας της Eλληνικής Επανάστασης του 1821.
Γεννήθηκε στην Πολιανή Μεσσηνίας, φοίτησε στη Σχολή Δημητσάνας, και μόνασε στο μοναστήρι της Παναγιάς της Βελανιδιάς, στην Καλαμάτα όπου πήρε το όνομα Γρηγόριος (παπάς Φλέσσας)[εκκρεμεί παραπομπή]. Εξαιτίας του χαρακτήρα του εγκατέλειψε την Πελοπόννησο περνώντας στην Ζάκυνθο, και αργότερα πήγε στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί χειροτονήθηκε αρχιμανδρίτης από τον Γρηγόριο Ε΄ με το εκκλησιαστικό Οφφίκιο «Δικαίος».
Στην Κωνσταντινούπολη γνωρίστηκε με τον Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο, ο οποίος τον μύησε στη Φιλική Εταιρεία. Στάλθηκε στις παραδουνάβιες ηγεμονίες (Μολδαβία και Βλαχία), για να προπαρασκευάσει την Επανάσταση. Όταν ο Υψηλάντης αποφάσισε να ξεκινήσει ένοπλο αγώνα από τη Μολδοβλαχία, η Φιλική Εταιρία τον Ιανουάριο του 1821 έστειλε τον Παπαφλέσσα στην Πελοπόννησο για να ξεσηκώσει κι εκεί τον λαό.
Διόρισε Αρχιστράτηγο Πελοποννήσου τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και πρωτοστάτησε στην απελευθέρωση της Καλαμάτας στις 23 Μαρτίου 1821. Διακρίθηκε για την ανδρεία του σε πολλές μάχες στην Πελοπόννησο και στην Αρκαδία, έχοντας ως ορμητήριο τη μονή της Ρεκίτσας κοντά στο Διρράχι. Μια από της μάχες αυτές είναι και η μάχη στα Δερβενάκια όπου μαζί με τον Νικηταρά και τον Υψηλάντη είχαν οριστεί από τον Κολοκοτρώνη να κρατήσουν τ’ Αγιονόρι. Στο τέλος της μάχης όταν μοιράστηκαν τα λάφυρα ο Παπαφλέσσας πήρε την πολύτιμη γούνα του Τοπάλ πασά την οποία από τότε δεν έβγαλε ποτέ μέχρι το τέλος της ζωής του.
Συμμετείχε στην Α' και Β' Εθνοσυνέλευση. Κατά την διάρκεια του εμφυλίου πόλεμου υποστήριξε αυτούς που καταδίωξαν τον Κολοκοτρώνη και τους άλλους πολεμιστές και διορίστηκε Υπουργός Εσωτερικών και Αστυνομίας από την κυβέρνηση Κουντουριώτη. Όταν το 1825 ο Ιμπραήμ πασάς εισέβαλε στην Πελοπόννησο, πρώτος ο Παπαφλέσσας ζήτησε να ελευθερωθούν οι φυλακισμένοι πολεμιστές, αλλά δεν εισακούστηκε. Έτσι αναγκάστηκε να εκστρατεύσει ο ίδιος με 2000 άνδρες για να ανακόψει την προέλαση του Ιμπραήμ, και πήγε στο Μανιάκι της Μεσσηνίας. Στις 19 Μαΐου όταν φάνηκαν τα αιγυπτιακά στρατεύματα, πολλοί από τους άνδρες του Παπαφλέσσα διασκορπίστηκαν και έμεινε με 300 (ή κατά άλλους 600) πολεμιστές.
Στη Μάχη στο Μανιάκι στις 20 Μαΐου, και αφού προδόθηκε εκ των έσω από τον Γ. Κορμά βρήκε τον θάνατο προβάλλοντας ηρωική αντίσταση μαζί με τους λίγους άνδρες που του είχαν μείνει. Σύμφωνα με το θρύλο, που αναφέρουν και ορισμένοι ιστορικοί της επανάστασης, μετά το τέλος της μάχης ο Ιμπραήμ ζήτησε από τους στρατιώτες του να αναζητήσουν και να βρουν το νεκρό σώμα του Παπαφλέσσα. Όταν εκείνοι το βρήκαν τους διέταξε να δέσουν στο ακέφαλο πτώμα το κεφάλι και να τον στήσουν πάνω σε μια βελανιδιά που βρισκόταν εκεί. Τότε, ο Ιμπραήμ πλησίασε τον νεκρό Παπαφλέσσα και τον φίλησε στο μέτωπο σε ένδειξη αναγνώρισης της γενναιότητας και του ανιδιοτελούς θάρρους του.
Από: http://el.wikipedia/.
Αναγνώστες
Δευτέρα 7 Μαρτίου 2011
Σάββατο 26 Φεβρουαρίου 2011
Κίτσος Τζαβέλας
O Κίτσος Τζαβέλας ή Τσαβέλλας (Σούλι 1800- Αθήνα 1855) ήταν Έλληνας αγωνιστής της επανάστασης του '21 από το Σούλι της Ηπείρου και μετέπειτα στρατηγός, υπουργός και πρωθυπουργός.
Ήταν δευτερότοκος γιος του Φώτου Τζαβέλα και εγγονός του Λάμπρου Τζαβέλα και της Μόσχως. Γεννήθηκε στο Σούλι, μεγάλωσε στην Κέρκυρα και το 1820 γύρισε μαζί με τους Σουλιώτες στην πατρίδα τους, όπου ανακηρύχτηκε καπετάνιος - αρχηγός, σε ηλικία μόλις 19 χρονών. Μετά την ήττα και τον θάνατο του Αλή Πασά, πήγε στην Πίζα της Ιταλίας για να συνεννοηθεί με τους Φιλικούς για την Επανάσταση. Το 1822 γύρισε και πήρε μέρος ως αρχηγός 35 Σουλιωτών, μαζί με το Μάρκο Μπότσαρη, στην Πρώτη πολιορκία του Μεσολογγιού το φθινόπωρο του 1822 και στις μάχη του Κεφαλόβρυσου το 1823. Πήρε μέρος καί στη Δεύτερη πολιορκία του Μεσολογγιού το 1823.
Συνεργάστηκε με τον Καραϊσκάκη στη νίκη της Άμπλιανης το 1824. Πολέμησε στο Δίστομο και στο Κρεμμύδι της Πύλου. Διέσπασε τα στρατεύματα του Κιουταχή τον Ιούνιο του 1825 στο Μεσολόγγι και μπήκε στην πόλη. Κατά την ηρωική έξοδο των Μεσολογγιτών αρχηγός 2.500 ανθρώπων έσπασε τις γραμμές των Τούρκων και πήγε στα Σάλωνα (Άμφισσα) με 1.300 άνδρες. Πήρε μέρος μαζί με τον Καραϊσκάκη στις μάχες τις Αττικής και, μετά το θάνατο του δεύτερου, ανατέθηκε σ' αυτόν η αρχιστρατηγία, προσωρινά.
Ο Καποδίστριας τον έκανε χιλίαρχο, αναθέτοντάς του μάλιστα να καθαρίσει την Στερεά Ελλάδα από τους Τουρκαλβανούς και τους Τουρκοαιγυπτίους [1] [2]. Μαζί με τον Κολοκοτρώνη, στα χρόνια της Αντιβασιλείας, ρίχτηκε στη φυλακή, διότι υπήρξε μέλος της ρωσόφιλης μερίδας [3]. Ο Όθωνας τον έκανε υποστράτηγο κι αργότερα αντιστράτηγο και υπασπιστή του. Το 1844 αναδείχτηκε Υπουργός Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Κωλέττη, το 1847-1848 πρωθυπουργός (Κυβέρνηση Κίτσου Τζαβέλλα 1847) και το 1849 Υπουργός των Στρατιωτικών πάλι.
Το 1854, όταν στην Ελλάδα ξέσπασε το Απελευθερωτικό Κίνημα των Αλύτρωτων περιοχών, μαζί με άλλους Σουλιώτες αξιωματικούς ανέλαβε την ηγεσία των επιχειρήσεων στην Ήπειρο. Μετά την αποτυχία του εγχειρήματος, αποσύρθηκε.
Πέθανε στις 9 Μαρτίου 1855 στην Αθήνα.
Από;
http://el.wikipedia.org/wiki
Ήταν δευτερότοκος γιος του Φώτου Τζαβέλα και εγγονός του Λάμπρου Τζαβέλα και της Μόσχως. Γεννήθηκε στο Σούλι, μεγάλωσε στην Κέρκυρα και το 1820 γύρισε μαζί με τους Σουλιώτες στην πατρίδα τους, όπου ανακηρύχτηκε καπετάνιος - αρχηγός, σε ηλικία μόλις 19 χρονών. Μετά την ήττα και τον θάνατο του Αλή Πασά, πήγε στην Πίζα της Ιταλίας για να συνεννοηθεί με τους Φιλικούς για την Επανάσταση. Το 1822 γύρισε και πήρε μέρος ως αρχηγός 35 Σουλιωτών, μαζί με το Μάρκο Μπότσαρη, στην Πρώτη πολιορκία του Μεσολογγιού το φθινόπωρο του 1822 και στις μάχη του Κεφαλόβρυσου το 1823. Πήρε μέρος καί στη Δεύτερη πολιορκία του Μεσολογγιού το 1823.
Συνεργάστηκε με τον Καραϊσκάκη στη νίκη της Άμπλιανης το 1824. Πολέμησε στο Δίστομο και στο Κρεμμύδι της Πύλου. Διέσπασε τα στρατεύματα του Κιουταχή τον Ιούνιο του 1825 στο Μεσολόγγι και μπήκε στην πόλη. Κατά την ηρωική έξοδο των Μεσολογγιτών αρχηγός 2.500 ανθρώπων έσπασε τις γραμμές των Τούρκων και πήγε στα Σάλωνα (Άμφισσα) με 1.300 άνδρες. Πήρε μέρος μαζί με τον Καραϊσκάκη στις μάχες τις Αττικής και, μετά το θάνατο του δεύτερου, ανατέθηκε σ' αυτόν η αρχιστρατηγία, προσωρινά.
Ο Καποδίστριας τον έκανε χιλίαρχο, αναθέτοντάς του μάλιστα να καθαρίσει την Στερεά Ελλάδα από τους Τουρκαλβανούς και τους Τουρκοαιγυπτίους [1] [2]. Μαζί με τον Κολοκοτρώνη, στα χρόνια της Αντιβασιλείας, ρίχτηκε στη φυλακή, διότι υπήρξε μέλος της ρωσόφιλης μερίδας [3]. Ο Όθωνας τον έκανε υποστράτηγο κι αργότερα αντιστράτηγο και υπασπιστή του. Το 1844 αναδείχτηκε Υπουργός Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Κωλέττη, το 1847-1848 πρωθυπουργός (Κυβέρνηση Κίτσου Τζαβέλλα 1847) και το 1849 Υπουργός των Στρατιωτικών πάλι.
Το 1854, όταν στην Ελλάδα ξέσπασε το Απελευθερωτικό Κίνημα των Αλύτρωτων περιοχών, μαζί με άλλους Σουλιώτες αξιωματικούς ανέλαβε την ηγεσία των επιχειρήσεων στην Ήπειρο. Μετά την αποτυχία του εγχειρήματος, αποσύρθηκε.
Πέθανε στις 9 Μαρτίου 1855 στην Αθήνα.
Από;
http://el.wikipedia.org/wiki
Πέμπτη 17 Φεβρουαρίου 2011
Οδυσσέας Ανδρούτσος
Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος γεννήθηκε στην Ιθάκη το 1790 και δολοφονήθηκε στην Ακρόπολη των Αθηνών στις 5 Ιουνίου του 1825.Ήταν επιφανής αγωνιστής της Επανάστασης του 1821 και γιος του οπλαρχηγού Ανδρούτσου. Πατέρας του ήταν ο Ανδρέας Ανδρούτσος από τις Λιβανάτες Φθιώτιδας και μητέρα του η Ακριβή Τσαρλαμπά, από την Πρέβεζα.
Γεννήθηκε το 1790 στην Ιθάκη. Ο πατέρας του,ο οποίος είχε λάβει μέρος στην επανάσταση του Λάμπρου Κατσώνη, αποκεφαλίστηκε από τους Τούρκους στην Κωνσταντινούπολη με αποτέλεσμα ο μικρός γιος του, Οδυσσέας, να μείνει ορφανός. Η μητέρα του ονομαζόταν Ακριβή Τσαρλαμπά και ήταν από την Πρέβεζα. Το 1778, όταν η πόλη τους έπεσε στα χέρια του Αλή Πασά, η μητέρα του κατόρθωσε να διασωθεί στην Λευκάδα, όπου ο Οδυσσέας έζησε τα παιδικά του χρόνια. Αργότερα επέστρεψε στην Πρέβεζα όπου και έζησε μέχρι το 1806, όταν ο Αλή Πασάς Τεπελενλής, ενθυμούμενος την προσωπική φιλία που είχε ο ίδιος με τον εκλιπόντα πατέρα του Ανδρούτσου, τον αναζήτησε και τον πήρε στην αυλή του στα Ιωάννινα. Εκεί ο Ανδρούτσος φοίτησε στη στρατιωτική σχολή του Αλή Πασά και είχε έναν ταραχώδη βίο, όμως σχεδόν πάντα ο Αλή του συγχωρούσε κάθε παράπτωμα. Δεκαπενταετής κατατάχτηκε από τον Αλή Πασά στην προσωπική σωματοφυλακή του. Επίσης φαίνεται ότι προσήλθε,άγνωστο εάν ήταν επιφανειακά ή συνειδητά, στην μουσουλμανική αίρεση των Μπεκτασίδων, στην οποία ανήκε και ο προστάτης του. Το 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και το 1819 διορίστηκε δερβέναγας στην ανατολική Στερεά.
Πήρε μέρος στις μάχες του Βερατίου, Αργυροκάστρου και Γαρδικίου, και για αμοιβή της ανδρείας του, ο Αλή Πασάς του χάρισε ως μνηστή την Ελένη, κόρη του εύπορου και ισχυρού Χρήστου Καρέλου από τους Καλαρρύτες Ιωαννίνων, καθώς και την οπλαρχηγία της Λειβαδιάς.
Το 1820 όταν και επήλθε η ρήξη του Αλή Πασά με την Πύλη, εγκατέλειψε την Λιβαδειά, αφού πρώτα μύησε τον Αθανάσιο Διάκο στην Φιλική εταιρεία και του εμπιστεύθηκε την εξουσία της οπλαρχηγίας του αφήνοντάς τον ως πρωτοπαλίκαρο. Ο ίδιος κατέφυγε στην Αράχωβα όπου προσπάθησε μαζί με άλλους επιφανείς Έλληνες αλλά και με Αλβανούς,που όλοι είχαν μεταξύ τους κοινό την θητεία τους στην αυλή του Αλή, να δημιουργήσει μια ελληνοαλβανική συμμαχία πάντα σύμφωνα με τα σχέδια της Φιλικής Εταιρείας. Το εγχείρημα αυτό όμως απέτυχε καθώς ο Ομέρ Βρυώνης αρνήθηκε να συμμετάσχει. Μετά από αυτή την εξέλιξη ο Ανδρούτσος κατέφυγε δια μέσου της Ακαρνανίας στα Επτάνησα, στην Λευκάδα. Εκεί συναντήθηκε στις αρχές του 1821 με τους Καραϊσκάκη, Γεώργιο Βαρνακιώτη, Ζόγγα, Μακρή, Κυριακούλη Μαυρομιχάλη και άλλους οπλαρχηγούς της Πελοποννήσου και της Στερεάς Ελλάδας.
Με το ξέσπασμα της Επανάστασης ο Ανδρούτσος έφυγε από την Λευκάδα και βρέθηκε μέσω της Πάτρας στη Στερεά Ελλάδα, έπεισε τους Γαλαξιδιώτες να επαναστατήσουν και έγραψε μία από τις λαμπρότερες σελίδες της Επανάστασης αντιμετωπίζοντας με επιτυχία τους Τούρκους του Ομέρ Βρυώνη στην μάχη στο Χάνι της Γραβιάς στις 8 Μαΐου του 1821), παίρνοντας παράλληλα εκδίκηση και για τον θάνατο του φίλου του, Αθανάσιου Διάκου στη μάχη της Αλαμάνας. Κατά τα τέλη του 1821 ανακηρύχθηκε από τους υπόλοιπους οπλαρχηγούς, αρχιστράτηγος της ανατολικής Στερεάς, τίτλος που του αναγνωρίστηκε το 1822.
Την άνοιξη του 1822 κατηγορήθηκε από τον Ιωάννη Κωλέττη για συνεργασία με τον εχθρό, με αποτέλεσμα να παραιτηθεί από το αξίωμα. Όμως παρά την παραίτησή του συνέχισε απτόητος την πολεμική του δράση εναντίον των Τούρκων μέχρι το 1824.
Οι συνεχείς του κόντρες με τους προύχοντες είχαν ως αποτέλεσμα να πέσει σε δυσμένεια και να αρχίσει να συνεννοείται με τους Τούρκους, αντιλαμβανόμενος όμως το λάθος του παραδόθηκε στο πάλαι ποτέ, πρωτοπαλίκαρο του, Γκούρα, ο οποίος τον μετέφερε στην Ακρόπολη φυλακίζοντάς τον μέσα στον παλιό φράγκικο πύργο του Γουλά.
Στις 5 Ιουνίου του 1825, θύμα και αυτός του Εμφύλιου πολέμου, δολοφονήθηκε στην Ακρόπολη, όπου είχε φυλακιστεί, ύστερα από εντολή του Γιάννη Γκούρα. Εκτελεστικά όργανα της δολοφονίας ήταν οι Ιωάννης Μαμούρης, Παπακώστας Τζαμάλας, Μήτρος της Τριανταφυλλίνας και ο στρατιώτης Θεοχάρης από το Λιδωρίκι. Στη συνέχεια οι δολοφόνοι έριξαν το πτώμα του στα βράχια της Ακρόπολης για να πιστέψει ο κόσμος ότι ο Ανδρούτσος σκοτώθηκε στην προσπάθεια του να δραπετεύσει. Υπήρξε όμως αυτόπτης μάρτυρας της δολοφονίας στο πρόσωπο του στρατιώτη Κωνσταντίνου Καλατζή, ο οποίος εκείνη τη βραδιά φύλαγε σκοπός. Πολλά χρόνια αργότερα αποκάλυψε την αλήθεια στον δικηγόρο Σπύρο Φόρτη και η διήγηση του δημοσιεύτηκε με καθυστέρηση στην εφημερίδα «Καιροί» της Αθήνας το 1898.
Από: http://el.wikipedia.org/
Γεννήθηκε το 1790 στην Ιθάκη. Ο πατέρας του,ο οποίος είχε λάβει μέρος στην επανάσταση του Λάμπρου Κατσώνη, αποκεφαλίστηκε από τους Τούρκους στην Κωνσταντινούπολη με αποτέλεσμα ο μικρός γιος του, Οδυσσέας, να μείνει ορφανός. Η μητέρα του ονομαζόταν Ακριβή Τσαρλαμπά και ήταν από την Πρέβεζα. Το 1778, όταν η πόλη τους έπεσε στα χέρια του Αλή Πασά, η μητέρα του κατόρθωσε να διασωθεί στην Λευκάδα, όπου ο Οδυσσέας έζησε τα παιδικά του χρόνια. Αργότερα επέστρεψε στην Πρέβεζα όπου και έζησε μέχρι το 1806, όταν ο Αλή Πασάς Τεπελενλής, ενθυμούμενος την προσωπική φιλία που είχε ο ίδιος με τον εκλιπόντα πατέρα του Ανδρούτσου, τον αναζήτησε και τον πήρε στην αυλή του στα Ιωάννινα. Εκεί ο Ανδρούτσος φοίτησε στη στρατιωτική σχολή του Αλή Πασά και είχε έναν ταραχώδη βίο, όμως σχεδόν πάντα ο Αλή του συγχωρούσε κάθε παράπτωμα. Δεκαπενταετής κατατάχτηκε από τον Αλή Πασά στην προσωπική σωματοφυλακή του. Επίσης φαίνεται ότι προσήλθε,άγνωστο εάν ήταν επιφανειακά ή συνειδητά, στην μουσουλμανική αίρεση των Μπεκτασίδων, στην οποία ανήκε και ο προστάτης του. Το 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και το 1819 διορίστηκε δερβέναγας στην ανατολική Στερεά.
Πήρε μέρος στις μάχες του Βερατίου, Αργυροκάστρου και Γαρδικίου, και για αμοιβή της ανδρείας του, ο Αλή Πασάς του χάρισε ως μνηστή την Ελένη, κόρη του εύπορου και ισχυρού Χρήστου Καρέλου από τους Καλαρρύτες Ιωαννίνων, καθώς και την οπλαρχηγία της Λειβαδιάς.
Το 1820 όταν και επήλθε η ρήξη του Αλή Πασά με την Πύλη, εγκατέλειψε την Λιβαδειά, αφού πρώτα μύησε τον Αθανάσιο Διάκο στην Φιλική εταιρεία και του εμπιστεύθηκε την εξουσία της οπλαρχηγίας του αφήνοντάς τον ως πρωτοπαλίκαρο. Ο ίδιος κατέφυγε στην Αράχωβα όπου προσπάθησε μαζί με άλλους επιφανείς Έλληνες αλλά και με Αλβανούς,που όλοι είχαν μεταξύ τους κοινό την θητεία τους στην αυλή του Αλή, να δημιουργήσει μια ελληνοαλβανική συμμαχία πάντα σύμφωνα με τα σχέδια της Φιλικής Εταιρείας. Το εγχείρημα αυτό όμως απέτυχε καθώς ο Ομέρ Βρυώνης αρνήθηκε να συμμετάσχει. Μετά από αυτή την εξέλιξη ο Ανδρούτσος κατέφυγε δια μέσου της Ακαρνανίας στα Επτάνησα, στην Λευκάδα. Εκεί συναντήθηκε στις αρχές του 1821 με τους Καραϊσκάκη, Γεώργιο Βαρνακιώτη, Ζόγγα, Μακρή, Κυριακούλη Μαυρομιχάλη και άλλους οπλαρχηγούς της Πελοποννήσου και της Στερεάς Ελλάδας.
Με το ξέσπασμα της Επανάστασης ο Ανδρούτσος έφυγε από την Λευκάδα και βρέθηκε μέσω της Πάτρας στη Στερεά Ελλάδα, έπεισε τους Γαλαξιδιώτες να επαναστατήσουν και έγραψε μία από τις λαμπρότερες σελίδες της Επανάστασης αντιμετωπίζοντας με επιτυχία τους Τούρκους του Ομέρ Βρυώνη στην μάχη στο Χάνι της Γραβιάς στις 8 Μαΐου του 1821), παίρνοντας παράλληλα εκδίκηση και για τον θάνατο του φίλου του, Αθανάσιου Διάκου στη μάχη της Αλαμάνας. Κατά τα τέλη του 1821 ανακηρύχθηκε από τους υπόλοιπους οπλαρχηγούς, αρχιστράτηγος της ανατολικής Στερεάς, τίτλος που του αναγνωρίστηκε το 1822.
Την άνοιξη του 1822 κατηγορήθηκε από τον Ιωάννη Κωλέττη για συνεργασία με τον εχθρό, με αποτέλεσμα να παραιτηθεί από το αξίωμα. Όμως παρά την παραίτησή του συνέχισε απτόητος την πολεμική του δράση εναντίον των Τούρκων μέχρι το 1824.
Οι συνεχείς του κόντρες με τους προύχοντες είχαν ως αποτέλεσμα να πέσει σε δυσμένεια και να αρχίσει να συνεννοείται με τους Τούρκους, αντιλαμβανόμενος όμως το λάθος του παραδόθηκε στο πάλαι ποτέ, πρωτοπαλίκαρο του, Γκούρα, ο οποίος τον μετέφερε στην Ακρόπολη φυλακίζοντάς τον μέσα στον παλιό φράγκικο πύργο του Γουλά.
Στις 5 Ιουνίου του 1825, θύμα και αυτός του Εμφύλιου πολέμου, δολοφονήθηκε στην Ακρόπολη, όπου είχε φυλακιστεί, ύστερα από εντολή του Γιάννη Γκούρα. Εκτελεστικά όργανα της δολοφονίας ήταν οι Ιωάννης Μαμούρης, Παπακώστας Τζαμάλας, Μήτρος της Τριανταφυλλίνας και ο στρατιώτης Θεοχάρης από το Λιδωρίκι. Στη συνέχεια οι δολοφόνοι έριξαν το πτώμα του στα βράχια της Ακρόπολης για να πιστέψει ο κόσμος ότι ο Ανδρούτσος σκοτώθηκε στην προσπάθεια του να δραπετεύσει. Υπήρξε όμως αυτόπτης μάρτυρας της δολοφονίας στο πρόσωπο του στρατιώτη Κωνσταντίνου Καλατζή, ο οποίος εκείνη τη βραδιά φύλαγε σκοπός. Πολλά χρόνια αργότερα αποκάλυψε την αλήθεια στον δικηγόρο Σπύρο Φόρτη και η διήγηση του δημοσιεύτηκε με καθυστέρηση στην εφημερίδα «Καιροί» της Αθήνας το 1898.
Από: http://el.wikipedia.org/
Κυριακή 6 Φεβρουαρίου 2011
Γεώργιος Καραϊσκάκης
Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης ή Καραΐσκος ήταν Έλληνας επαναστάτης, αρχικά υπήρξε σπουδαίος αρματωλός και στη συνέχεια κατέστη κορυφαίος στρατηγός της Επανάστασης του 1821. Το επίθετό του είναι μάλλον υποκοριστικό του Καραΐσκος όπου απαντάται ως οικογενειακό επώνυμο στις επαρχίες Βάλτου, Καρπενησίου, Φαρσάλων, Καρδίτσας, Βόνιτσας κ.α. Το δε επώνυμο Καραΐσκος είναι σύνθετο από τη τουρκική λέξη "καρά" και Ίσκος. Πιο συγκεκριμένα το κανονικό του επίθετο όπως και του αρματολού πατέρα του ήταν Ίσκος αλλά λόγω της περήφανης και σκληρής προσωπικότητας που διαμόρφωσε στα δύσκολα και δυστυχισμένα παιδικά του χρόνια, προσδόθηκε - από όλους - σαν αντάξιο προσωνύμιο μπροστά από το επίθετο του, το λήμα "Καρα" που σημαίνει μεγάλος και φοβερός. Το τελικό του επίθετο Καραϊσκάκης διαμορφώθηκε από το γεγονός ότι λόγω της Τουρκικής σκλαβιάς αναγκάστηκε από παιδί να γίνει κλέφτης στα βουνά.
Γεννήθηκε στο Μαυρομμάτι της Καρδίτσας ή στη Σκουληκαριά Άρτας τo 1782 και ήταν νόθος γιος του αρματολού του Βάλτου Δημήτρη Ίσκου ή Καραΐσκου, από τη Δούνιστα (σημερινός Σταθάς Αιτωλοακαρνανίας) και της Ζωής Διμισκή ή Ντιμισκή, από τη Σκουληκαριά Αρτας, ανιψιάς του αρματολού των Ραδοβυζίων Γώγου Μπακόλα. Η μητέρα του, μετά τον θάνατο του Ιωάννη Μαυροματιώτη, που ήταν ο πρώτος σύζυγός της, έγινε καλόγρια. Ερωτεύτηκε όμως τον Καραΐσκο, και από τον κρυφό αυτόν δεσμό γεννήθηκε ο Καραΐσκάκης. Γι' αυτό και του έμεινε το παρατσούκλι «γιος της καλογριάς».
Τα παιδικά του χρόνια ήταν δύσκολα λόγω του οικογενειακού του ιστορικού αλλά και επειδή αναγκάστηκε να ζει μόνος χωρίς την υποστήριξη των γονέων του. Μεγάλη ψυχολογική και κοινωνική πίεση δέχθηκε λόγω του προηγούμενου. Ήταν φιλόνικος, βλάσφημος και βωμολόχος, χαρακτηριστικά που απέκτησε από αυτά τα δύσκολα παιδικά του χρόνια. Από την παιδική του ηλικία ήδη, κάνει τα πρώτα βήματά του σαν Κλέφτης. Ο Καραϊσκάκης γίνεται περισσότερο γνωστός μετά την ενηλικίωσή του. Νεαρός έπεσε στα χέρια του Αλή Πασά των Ιωαννίνων, όπου και φυλακίσθηκε για παράνομες πράξεις, εκεί όμως έμαθε και κάποια γράμματα. Έτσι αρχικά υπηρέτησε στην αυλή του Αλή Πασά και τον ακολούθησε στην εκστρατεία του κατά του περίφημου Πασβάνογλου, του φίλου του Ρήγα Φεραίου. Στη εκστρατεία εκείνη ο Καραϊσκάκης αιχμαλωτίσθηκε από τις δυνάμεις του Πασβάνογλου και κρατήθηκε για κάποιο χρόνο. Στη συνέχεια επέστρεψε στην αυλή του Αλή Πασά.
Η πιο σκοτεινή περίοδος της ιστορίας του Καραϊσκάκη θεωρείται η παραμονή του στην αυλή του Αλή Πασά, μέχρι που λιποτάχτησε και πήγε στον Κατσαντώνη, όπως σημειώνει ο Γιάννης Βλαχογιάννης. Λέγεται πως όταν ο Αλή Πασάς ρώτησε κάποτε τον Καραϊσκάκη τι θα ήθελε να του προσφέρει, εκείνος του απάντησε:
"Αν με γνωρίζεις άξιο για αφέντη, κάνε με αφέντη, αν για δούλο, κάνε με δούλο".
Κατά την πρώτη παραμονή του στην αυλή του Πασά παντρεύτηκε τη Γκόλφω από την οικογένεια των Ψαρογιαννέων από το χωριό Σίντου και απέκτησε την πρωτότοκη θυγατέρα του Πηνελόπη, κατόπιν σύζυγο του Ανδρέα Νοταρά υπουργού του Όθωνα. Στη δεύτερη διαμονή του ασχολήθηκε με το εμπόριο σφαγίων. Τα καλοκαίρια διέμενε οικογενειακά κοντά στην Καλαμπάκα. Από μικρός όμως υπέφερε από φυματίωση και τακτικά μετέρχονταν με γιατροσόφους αλλά και Έλληνες και ξένους γιατρούς. Κατά την διάρκεια της Επανάστασης πήγε στα Επτάνησα για να συμβουλευθεί γιατρούς. Νοσοκόμα του ήταν η περίφημη Μαριώ, νεοφώτιστη τουρκοκόρη που ακολουθούσε το στρατηγό σε όλες του τις μετακινήσεις και επιχειρήσεις και θεωρήθηκε ερωμένη του, πράγμα που δεν ανταποκρίνεται στην ιστορική έρευνα.
Όταν το καλοκαίρι του 1820 πολιορκήθηκε ο Αλή Πασάς από τα Σουλτανικά στρατεύματα, ο Καραϊσκάκης παρέμεινε μαζί του και αγωνίσθηκε υπέρ αυτού. Αργότερα όμως προσχώρησε στους πολιορκητές, αλλά γρήγορα απομακρύνθηκε και απ' αυτούς. Κατάφερε δε τότε να αποσύρει από τα πολιορκούμενα Ιωάννινα την οικογένειά του και να τη στείλει στη νήσο Κάλαμο που τότε θεωρούνταν ασφαλές μέρος για τους Έλληνες αμάχους. Κατά τους πρώτους μήνες του 1821 προσπάθησε να εξεγείρει σε επανάσταση κατά των Τούρκων την περιοχή της Βόνιτσας, στην αρχή ανεπιτυχώς διότι οι προύχοντες της περιοχής θεωρούσαν πως δεν ήταν ακόμη κατάλληλος ο καιρός. Στη συνέχεια πήγε στα Τζουμέρκα όπου εκεί ύψωσε τη σημαία της Επανάστασης, η οποία διαδόθηκε πολύ γρήγορα στις όμορες επαρχίες και από εκεί στο Μακρυνόρος όπου και συμμετείχε ο ίδιος στις γενόμενες εκεί συμπλοκές.
Γεώργιος ΚαραϊσκάκηςΜόλις ξέσπασε η Επανάσταση ο Γώγος Μπακόλας και ο Καραϊσκάκης έκαψαν τον οχυρό πύργο του χωριού Καλύβια του Μάλιου (επαρχία Ραδοβυζίου). Τα Άγραφα και το αρματολίκι αυτών στα τελευταία χρόνια πριν την Επανάσταση, τα κατείχαν οι απόγονοι του περίφημου Γιάννη Μπουκουβάλα (που πέθανε το 1872). Ο Καραϊσκάκης από νεαρή ηλικία φιλοδοξούσε να γίνει κάποια μέρα καπετάνιος των Αγράφων και το κατόρθωσε πράγματι το 1821 βοηθούμενος και από τον Γιαννάκη Ράγκο και τους περί αυτόν Βαλτινούς, αναγνωρισμένος ακόμη και από τις Σουλτανικές αρχές της Λάρισας.
Κάτοχος πλέον των Αγράφων, στην αρχή απέφυγε να προσβάλει τους Τούρκους, υποκρινόμενος υποταγή στον Σουλτάνο προκειμένου να αποφύγει επιδρομές Τούρκων στη περιοχή του. Το 1822 ήλθε σε έντονες προστριβές με τον Γιαννάκη Ράγκο που αξίωνε και αυτός την αρχηγία των Αγράφων. Με την εισβολή των Τούρκων στη Στερεά Ελλάδα (Νοέμβριος 1822) ο Καραϊσκάκης ειδοποίησε από τα Άγραφα τον γέροντα Πανουργιά «ότι διαπραγματεύθηκε προσωρινά με τους Τούρκους να αρχηγέψει στα Άγραφα και έτσι αυτοί να μην έλθουν» ενώ «τα "δικαιώματα" θα τα έστελνε ο ίδιος σ' εκείνους». Έτσι ενωμένοι ο Καραϊσκάκης με τους Στορνάρη και Γρηγόρη Λιακατά, προέβησαν σε συμφωνία με τον Βαλή της Ρούμελης Χουρσίτ Πασά, εξαγοράζοντας τον καιρό και περιμένοντας τα αποτελέσματα των εκστρατειών του κατά του Μεσολογγίου, κατά της Ανατολικής Ελλάδας καθώς και της εκστρατείας του Δράμαλη. Και "αν χρειάζονται στρατιωτική βοήθεια να τους πέμψει" έγραφε τότε ο Καραϊσκάκης.
Μετά τη λύση της πρώτης πολιορκίας του Μεσολογγίου (31 Δεκεμβρίου 1822) όταν μέρος του στρατού του Ομέρ Βρυώνη και του Κιουταχή χρειάστηκε από το Αγρίνιο να μετακινηθεί διερχόμενο από τα Άγραφα, στρατού του οποίου ηγούνταν οι Ισμαήλ Πασάς Πλιάσας, Ισμαήλ Χατζή Μπέντου και Άγος, ο Καραϊσκάκης προκατέλαβε με χίλιους περίπου άνδρες την διάβαση και ανάγκασε τους εχθρούς κοντά στον Άγιο Βλάση, να οπισθοχωρήσουν στο Αγρίνιο, μετά από πεισματώδη μάχη. Ο ίδιος στη συνέχεια αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει τα Άγραφα και να μεταβεί στην Ιθάκη προκειμένου να συναντήσει έμπειρους γιατρούς για την αντιμετώπιση της φυματίωσης από την οποία έπασχε. Οι γιατροί λίγες ελπίδες ζωής έδωσαν στον ήρωα και του συνέστησαν να μείνει στο νησί.
Ο Καραϊσκάκης, νοσταλγώντας τη Ρούμελη και τα Άγραφα, επέστρεψε από την Ιθάκη στο Μεσολόγγι και ζήτησε επίμονα να διορισθεί αρχηγός των ελληνικών πλέον όπλων της επαρχίας των Αγράφων. Αλλά ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος δεν δέχθηκε, θεωρώντας τον εαυτό του ικανό και άξιο στρατηγό αλλά και από αντιζηλία για τις ικανότητες του Καραϊσκάκη. Οι Τζαβελαίοι αλλά και άλλοι οπλαρχηγοί ήταν υπέρ του, ενώ εναντίον του ήταν μόνο ο Μαυροκορδάτος, που ηθελημένα παραγνώριζε τον ήρωα προκειμένου να υποστηρίξει τον περί αυτόν Γιαννάκη Ράγκο. Συνέβησαν τότε και κάποιες συμπλοκές μεταξύ οπαδών του Καραϊσκάκη και Μεσολογγιτών όταν εκείνοι κατέλαβαν το Αιτωλικό και αιφνίδια το Βασιλάδι, τα οποία και αργότερα περιήλθαν στην υπό τον Μαυροκορδάτο διοίκηση του Μεσολογγίου.
Τότε ο Μαυροκορδάτος κατηγόρησε τον Καραϊσκάκη μετά από ομολογία του Κωνσταντίνου Βουλπιώτη, που είχε μεταβεί στα Γιάννενα, ότι: "ο γιος της Καλογριάς είχε στείλει επιστολή στον Ομέρ Βρυώνη με την υπόσχεση να του παραδώσει το Μεσολόγγι και το Αιτωλικό". Έτσι διόρισε επιτροπή προκειμένου να εξετάσει την "αποκάλυψη προδοσίας".
Στις 30 Μαρτίου 1824 συστάθηκε η παραπάνω επιτροπή και στις 2 Απριλίου 1824 (σε 3 μέρες) εκδόθηκε προκήρυξη των εγκλημάτων του Καραϊσκάκη με τον τίτλο «Προσωρινή Διοίκηση της Ελλάδος». Κατά την προκήρυξη που ήταν πράξη διοικητική και όχι δικαστική, η εν λόγω επιτροπή έκρινε τον Καραϊσκάκη ένοχο «εσχάτης προδοσίας» άνευ δίκης. Παρόλα αυτά είναι αμφίβολο αν η απόφαση εκείνη της επιτροπής δημοσιεύθηκε ποτέ. Πάντως ο ήρωας στερήθηκε όλων των βαθμών και των αξιωμάτων του και διατάχθηκε να αναχωρήσει από το Αιτωλικό. Οι δε πολίτες διατάχθηκαν να αποφεύγουν κάθε επικοινωνία με τον «εχθρό της πατρίδας», τον Καραϊσκάκη, εφόσον αυτός «δεν μετανοήσει και προσπέσει στο έλεος των Ελλήνων και ζητήσει συγχώρησιν», θεωρώντας ότι το έλεος των Ελλήνων το εκπροσωπούσε ο Μαυροκορδάτος. Ανάλογη απόφαση δεν είχε προηγουμένως εκδοθεί ούτε κατά των Τούρκων. Έτσι στις 3 Μαΐου 1824 (ανήμερα της έκδοσης της προκήρυξης) ο Καραϊσκάκης με πολλούς οπαδούς του αναχώρησε από το Αιτωλικό και επιχειρώντας ανεπιτυχώς να καταλάβει τα Άγραφα μετέβη στο Καρπενήσι. Στις 27 Μαΐου του ίδιου έτους ζήτησε εγγράφως συγνώμη από τον Α. Μαυροκορδάτο, που όμως δεν εισακούσθηκε. Τελικά στις 25 Ιουνίου 1824 κατέφυγε στο Ναύπλιο όπου η Κυβέρνηση του αναγνώρισε όλους τους βαθμούς και τα αξιώματά του.
Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης εφορμά στην Ακρόπολη, έργο του Γεώργιου Μαργαρίτη, 1844Αμέσως μετά την αποκατάστασή του ο Καραϊσκάκης διατάχθηκε από την Κυβέρνηση να εκστρατεύσει στην Ανατολική Στερεά επικεφαλής 300 μισθοφόρων. Επίσης, χωρίσθηκε και η περιοχή των Αγράφων σε δύο τμήματα και το μεν ανατολικό αποδόθηκε στον Καραϊσκάκη, το δε δυτικό στον Γιαννάκη Ράγκο. Έτσι κοντά στα Σάλωνα (Άμφισσα) συγκροτήθηκε το πρώτο ελληνικό στρατόπεδο, ο δε Καραϊσκάκης, που είχε αποκτήσει την γενική εκτίμηση των οπλαρχηγών, εκλέχθηκε από εκείνους "στρατοπεδάρχης απολύτου εξουσίας".
Όμως στα τέλη του 1824 και χωρίς σχετική διαταγή της Κυβέρνησης, ο Καραϊσκάκης έλαβε μέρος μαζί με τον Κίτσο Τζαβέλλα και άλλους Ρουμελιώτες στον 2ο εμφύλιο πόλεμο, κατά των λεγομένων ανταρτών, προχωρώντας ο ίδιος στη λεηλασία των οικιών των Ζαΐμηδων στη Κερπινή των Καλαβρύτων. Αμέσως μετά έσπευσε και συμμετείχε στη μάχη του Κρομμυδίου (περιοχή Μεθώνης). Μετά το τέλος του 2ου εμφυλίου πολέμου ο Κωλέττης ενίσχυσε τον Καραϊσκάκη και μ΄ άλλους πολλούς Στερεοελλαδίτες από το Μωριά και τη Ρούμελη, εφοδιάζοντάς τον με χρήματα, τρόφιμα και πολεμικό υλικό.
Στις αρχές του Μαΐου του 1825 ο Καραϊσκάκης επανέρχεται στη Στερεά και κατά τα μέσα του καλοκαιριού βρίσκεται σε πλήρη δράση διορισμένος ως γενικός αρχηγός όλων των εκτός Μεσολογγίου ελληνικών στρατευμάτων, κατά τον ίδιο χρόνο που αυτό πολιορκείτο από τον Κιουταχή και έπειτα από τον Ιμπραήμ Πασά της Αιγύπτου. Τότε ο Καραϊσκάκης μαζί με τον Τζαβέλλα καταστρώνουν ένα μεγαλεπήβολο σχέδιο περικύκλωσης από ξηράς όλων των των Τούρκων που πολιορκούσαν το Μεσολόγγι, σε συνεννόηση πάντα με τους πολιορκημένους. Το περίφημο εκείνο σχέδιο άρχισε να εκτελείται τμηματικά από τις 21 μέχρι 25 Ιουλίου 1825 χωρίς όμως να ολοκληρωθεί. Επέφερε όμως διακοπή της πολιορκίας ενώ οι απώλειες των Τούρκων υπήρξαν σοβαρότατες, το δε ηθικό των πολιορκημένων αναπτερώθηκε. Στη συνέχεια ο Καραϊσκάκης με 3.000 άνδρες έσπευσε στα Άγραφα όπου εκεί αποδεκάτισε πολλούς Τούρκους καθώς και τουρκίζοντες χριστιανούς. Από εκεί προχώρησε στη περιοχή Βάλτου και μέσω των τουρκικών οχυρωμάτων, διήλθε την "Λάσπη του Καρβασαρά" όπου έδωσε νικηφόρα μάχη (1 Νοεμβρίου 1825) και τελικά στρατοπέδευσε στο Δραγαμέστο (σημ. Αστακός).
Την νύκτα της 10-11 Απριλίου 1826 όταν το προπύργιο της επανάστασης, η πόλη των "ελεύθερων πολιορκημένων", το Μεσολόγγι έπεσε, ο Καραϊσκάκης βρισκόταν ασθενής στον Πλάτανο της Ναυπακτίας. Πάραυτα έστειλε στη "Γέφυρα της Βαρνάκοβας" παρατηρητές να δουν πόσοι και ποιοι σώθηκαν από την ηρωική εκείνη φρουρά του Μεσολογγίου. Παρότι ο Πλάτανος ήταν έρημος και ο ίδιος ασθενής σε στρώμα, ετοίμασε ψωμί και σφακτά που μοίρασε πλουσιοπάροχα στα "πειναλέα εκείνα λείψανα του Μεσολογγίου".
Στις 17 Ιουνίου ο Καραϊσκάκης μαζί με πολλούς από εκείνους του μαχητές φθάνει στο Ναύπλιο. Η Επανάσταση ήδη στη Δυτική Στερεά είχε σβήσει και στην Ανατολική μόνο η Ακρόπολη των Αθηνών, η Κάζα και τα Δερβενοχώρια κατέχονταν από τους Έλληνες. Τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς, αν και βρισκόταν σε προχωρημένο στάδιο φυματίωσης, υπό την θεραπεία του Ελβετού γιατρού Baily, πρότεινε στην εδρεύουσα "Διοικητική Επιτροπή" να αναλάβει ο ίδιος τον αγώνα στην Στερεά. Είχε όμως προσκληθεί και από τον Κριεζώτη και από τον Βάσσο, που δρούσαν ήδη στην Αττική και στην Ελευσίνα. Ο Α. Ζαΐμης, πρόεδρος της νεοπαγούς Διοικητικής Επιτροπής, θεώρησε τον "Γιο της Καλογριάς" ως τον αξιότερο στρατιωτικό για την γενική αρχιστρατηγία και τον αναγνώρισε ως αρχιστράτηγο, παρότι είχε παλαιότερα κατατρεχθεί από εκείνον και είχε υποστεί λεηλασία της οικίας του.
Στις 19 Ιουλίου 1826 ο Καραϊσκάκης επικεφαλής 680 περίπου ανδρών ξεκίνησε από το Ναύπλιο για την Στερεά στην οποία είχε εισβάλει ο Ομέρ Πασάς (της Καρύστου) και ο Κιουταχής (από Θήβα). Πολύ σύντομα ο Κιουταχής, λόγο της στρατιωτικής δεινότητας του Καραϊσκάκη, βρέθηκε από πολιορκών σε θέση πολιορκούμενου. Με υπόδειξη του Καραϊσκάκη συγκροτήθηκε στην Ελευσίνα γενικό ελληνικό στρατόπεδο. Στις 5-7 Αυγούστου του ίδιου έτους επήλθε η πρώτη αψιμαχία στο Χαϊδάρι, την οποία ακολούθησαν κι άλλες, φοβούμενος ο Κιουταχής την κατά μέτωπο επίθεση από τα κυκλωτικά πάντα σχέδια του Καραϊσκάκη. Στις αψιμαχίες εκείνες ο Καραϊσκάκης και ο Φαβιέρος διαφώνησαν περί της τακτικής του πολέμου. Όταν όμως ο Κιουταχής κατέλαβε την κάτω πόλη των Αθηνών, ο Καραϊσκάκης ενίσχυσε την φρουρά της Ακρόπολης με περιορισμένο σώμα υπό τον Κριεζώτη που κατάφερε και εισήλθε στις 10 Οκτωβρίου 1826. Τον ίδιο μήνα και 15 μέρες μετά (25 Οκτωβρίου) ο Καραϊσκάκης εκστράτευσε στη Βοιωτία, στη Φθιώτιδα και στη Φωκίδα, απ' όπου και απέκοψε τις τουρκικές εφοδιοπομπές, ολοκληρώνοντας έτσι τον αποκλεισμό του ανεφοδιασμού των Τούρκων.
Προχωρώντας στη συνέχεια στην πολιορκία των πύργων της Δόμβραινας, διέταξε να αρχίσει και η προσβολή των Τούρκων που βρίσκονταν στην πεδιάδα του χωριού (12 Νοεμβρίου 1826). Δύο μέρες μετά μεταφέρει το στρατόπεδό του από την Δόμβραινα και την Κεκόση στη Μονή Δομπού του Αγίου Σεραφείμ και από εκεί στη Μονή του Όσιου Λουκά και στις 18 Νοεμβρίου στρατοπεδεύει στο Δίστομο, έχοντας ολοκληρώσει εκκαθαρίσεις σε όλη την περιοχή. Τις κυκλωτικές αυτές κινήσεις αντιλαμβάνεται γρήγορα ο Κιουταχής και ειδοποιεί να σπεύσουν σε βοήθειά του ο Μουσταφάμπεης από την Αταλάντη και ο Καχαγιάμπεης που ήταν νοτιότερα, οι οποίοι και ενώνοντας τις δυνάμεις τους έσπευσαν να καλύψουν τα νώτα των Τούρκων που πολιορκούσαν την Ακρόπολη.
Στις 18 Νοεμβρίου 1826 ο επικεφαλής των τουρκαλβανικών σωμάτων Μουσταφάμπεης στρατοπεδεύει στη Δαύλεια δίπλα σην Μονή της Ιερουσαλήμ προκειμένου να διανυκτερεύσει, προτιθέμενος την επομένη να φθάσει στην Άμφισσα μέσω Αράχοβας. Ο Καραϊσκάκης πληροφορούμενος τις κινήσεις και τις προθέσεις αυτές, την νύχτα της 18ης προς 19η Νοεμβρίου, σπεύδει με 560 άνδρες και προκαταλαμβάνει την Αράχοβα, την οποία οχυρώνει με την αμέριστη βοήθεια των κατοίκων. Στις έξι ημέρες που ακολούθησαν (19-24) οι μάχες που δόθηκαν εντός και εκτός της Αράχοβας υπήρξαν συντριπτικές για τους Τούρκους, που από 2.000 που ήταν, μόλις που διασώθηκαν περί τους 300. Στις μάχες εκείνες σκοτώθηκαν και τέσσερις Τούρκοι αρχηγοί σωμάτων: ο Μουσταφάμπεης, ο αδελφός του Καριοφίλμπεης, ο Ελζάμπεης καθώς και ο Κεχαγιάμπεης. Δυτικά του Ναού του Αγίου Γεωργίου της Αράχοβας, στο τέλος των μαχών, ο Καραϊσκάκης έστησε πυραμίδα από 1.500 κεφάλια τουρκαλβανών στρατιωτών.
Στη συνέχεια, διαβλέποντας πως ο Κιουταχής δεν θα μπορέσει να συνεχίσει την πολιορκία χωρίς ανεφοδιασμό, συνεχίζει τις εκκαθαρίσεις των περιοχών της Στερεάς. Αρχές Δεκεμβρίου εισέρχεται στο Τουρκοχώρι το οποίο και καταλαμβάνει ενώ με τα ίδια του τα χέρια φονεύει τον Μεχμέτ Πασά, τα δε λείψανα του στρατού εκείνου τα καταδιώκει μέχρι τη Βουδουνίτσα. Στις αρχές Φεβρουαρίου 1827 ανάγκασε και τον Ομέρ Πασά της Εύβοιας που είχε σπεύσει εναντίον του να παραιτηθεί του αγώνα και να επιστρέψει νικημένος στην έδρα του.
Στις 23 Φεβρουαρίου 1827 ο Καραϊσκάκης επιστρέφει στην Ελευσίνα αφού είχε ελευθερώσει όλη την Στερεά Ελλάδα, εκτός του Μεσολογγίου, της Βόνιτσας και της Ναυπάκτου.
Όταν ο Αρχιστράτηγος Καραϊσκάκης επέστρεψε μετά την τετράμηνη νικηφόρα περιοδεία του, έχοντας χίλιους περίπου άνδρες, στην Ελευσίνα, μετέφερε το στρατόπεδό του στο Κερατσίνι στα υψώματα του οποίου έχτισε "ταμπούρια" (μικρές οχυρώσεις) όπου επανειλημμένα δέχθηκε επιθέσεις των Τούρκων, ιδιαίτερα στις 4 Μαρτίου 1827. Τον ίδιο χρόνο 2.000 Πελοποννήσιοι υπό τον στρατηγό Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, τους Πετμεζάδες, Σισίνη κ.ά. οπλαρχηγούς φθάνουν σε επικουρία του Αρχιστρατήγου.
Στις αρχές του Απριλίου του 1827 προσήλθαν και οι διορισμένοι από την Συνέλευση της Τροιζήνας (Κυβέρνηση), "στόλαρχος πασών των ναυτικών δυνάμεων", Κόχραν μαζί με τον Τσωρτς, "διευθυντή χερσαίων δυνάμεων" προκειμένου να συνδράμουν τον Αγώνα. Με τους δύο αυτούς ξένους ο Καραϊσκάκης βαθμιαία περιήλθε σε έριδες, τόσο για την τακτική του πολέμου, όσο και κατά την οργάνωση για την κατά μέτωπο επίθεση. Οι διορισμοί των ξένων εκείνων προσώπων υπήρξαν αναμφίβολα το μοιραίο σφάλμα που ανέτρεψε την έκβαση του Αγώνα. Και τούτο διότι προσπαθούσαν να εφαρμόσουν τακτικές οργανωμένου στρατού αγνοώντας τις τακτικές των Ελλήνων, την ψυχολογία τους, αλλά και τις μορφολογικές δυνατότητες της περιοχής, επιζητώντας την έξοδο με κατά μέτωπο επίθεση σε πεδιάδα, επειδή ακριβώς, δεν γνώριζαν το είδος αυτό του πολέμου που επιχειρούσαν μέχρι τότε οι Έλληνες. Έτσι η ανάμιξη αυτών στις πολεμικές ενέργειες με ταυτόχρονες διαταγές του ενός και του άλλου παρέλυσαν τις διαταγές του Καραϊσκάκη.
Αυτό οδήγησε τον Αρχιστράτηγο να επεμβαίνει προσωπικά μέχρι αυτοθυσίας σε όλες τις συμπλοκές, ακόμη και τις μικρότερες, ένα ακόμη μοιραίο σφάλμα των περιστάσεων εκείνων. Αυτό το αντελήφθη ο Κολοκοτρώνης ο οποίος και διαμήνυσε στον Καραϊσκάκη να αποφεύγει τις άσκοπες αψιμαχίες και ακροβολισμούς για να μη φονεύονται και οπλαρχηγοί τους οποίους "κυνηγά το βόλι". Ο Κολοκοτρώνης του τόνιζε μάλιστα ότι είναι ανάγκη "να σώσει τον εαυτόν του για να σωθεί και η πατρίδα". Ο Καραϊσκάκης όμως έχοντας ατίθασο χαρακτήρα, παρά τις συστάσεις και παρά την κατάσταση της υγείας του αποφάσισε να ανακόψει τους ακροβολισμούς των Τούρκων.
Η επιχείρηση ορίσθηκε να πραγματοποιηθεί τη νύχτα της 22ας προς την 23η Απριλίου 1827, έχοντας συμφωνήσει κανείς να μην ξεκινήσει άκαιρα τους πυροβολισμούς πριν δοθεί το σύνθημα για γενική επίθεση. Το απόγευμα της 22ας Απριλίου ακούστηκαν πυροβολισμοί από ένα Κρητικό οχύρωμα. Οι Κρητικοί προκαλούσαν τους Τούρκους και καθώς εκείνοι απαντούσαν οι εχθροπραξίες γενικεύτηκαν. Ο Καραϊσκάκης, παρότι άρρωστος βαριά, έφτασε στον τόπο της συμπλοκής. Εκεί μια σφαίρα τον τραυμάτισε θανάσιμα στο υπογάστριο. Οι γιατροί που ανέλαβαν την περίθαλψή του, γρήγορα κατάλαβαν ότι θα κατέληγε.
Ο ήρωας μεταφέρθηκε στο στρατόπεδό του στο Κερατσίνι και αφού μετάλαβε των Αχράντων Μυστηρίων, υπαγόρευσε τη διαθήκη του που ιδιόχειρα υπέγραψε. Η τελευταία κουβέντα που είπε στον συμπολεμιστή του Στρατηγό Μακρυγιάννη, όταν ο τελευταίος πήγε να τον επισκεφτεί, ήταν "Εγώ πεθαίνω. Όμως εσείς να είστε μονιασμένοι και να βαστήξετε την πατρίδα".
Την επομένη στις 23 Απριλίου 1827 ο Αρχιστράτηγος Γεώργιος Καραϊσκάκης υπέκυψε στο θανατηφόρο τραύμα του μέσα στο εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου στο Κερατσίνι, ανήμερα της γιορτής του. Η σορός του μεταφέρθηκε στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου στη Σαλαμίνα όπου ετάφη και θρηνήθηκε από το πανελλήνιο.
Αναφέρεται πως όταν ο Κολοκοτρώνης έμαθε τον θάνατο του Καραϊσκάκη "κάθισε σταυροπόδι" και μοιρολογούσε σαν γυναίκα.
Μετά το θάνατο του Καραϊσκάκη ανέλαβαν ο Κόχραν με τον Τσώρτς την διοίκηση της διεξαγωγής της μάχης στη πεδιάδα του Φαλήρου όπου και ακολούθησε η ολοκληρωτική καταστροφή του Ανάλατου, στη σημερινή περιοχή Φλοίσβου (Φαλήρου) όπου είχαν οι Τούρκοι παρασύρει τους Έλληνες μέχρι που τους περικύκλωσαν. Ακολούθησε η διάλυση του ελληνικού στρατοπέδου της Ακρόπολης και η ανακατάληψή της και η διάλυση και του στρατοπέδου του Κερατσινίου.
Ο Δημήτριος Ανιάν, γραμματέας του Καραϊσκάκη που έγραψε την αυτοβιογραφία του το 1833, αναφέρει απλά τον τραυματισμό του αρχιστράτηγου και ότι ο Καραϊσκάκης πριν πεθάνει εμπιστεύτηκε στους Χατζηπέτρο και Γρίβα ότι «επληγώθη από το μέρος των Ελλήνων, ότι εγνώριζεν τον αίτιον και ότι, αν ήθελε ζήση, ήθελε τον κάμει γνωστόν και εις το στρατόπεδον».
Στο έργο «Γεώργιος Καραϊσκάκης» του Ιωάννη Ζαμπέλιου, ο αρχιστράτηγος φαίνεται να λέει προς τους Χατζηπέτρο και Γρίβα : «Αύριον αν είμαι ζωντανός ακόμη, ελάτε να σας πω έναν μυστικόν», αλλά σε υποσημείωση του βιβλίου του αναφέρει ότι το «μυστικό» αυτό παρεξηγήθηκε και ερμηνεύθηκε εσφαλμένως σαν «δολοφονία από κάποιον Έλληνα».
Από:
http://el.wikipedia.org/
Γεννήθηκε στο Μαυρομμάτι της Καρδίτσας ή στη Σκουληκαριά Άρτας τo 1782 και ήταν νόθος γιος του αρματολού του Βάλτου Δημήτρη Ίσκου ή Καραΐσκου, από τη Δούνιστα (σημερινός Σταθάς Αιτωλοακαρνανίας) και της Ζωής Διμισκή ή Ντιμισκή, από τη Σκουληκαριά Αρτας, ανιψιάς του αρματολού των Ραδοβυζίων Γώγου Μπακόλα. Η μητέρα του, μετά τον θάνατο του Ιωάννη Μαυροματιώτη, που ήταν ο πρώτος σύζυγός της, έγινε καλόγρια. Ερωτεύτηκε όμως τον Καραΐσκο, και από τον κρυφό αυτόν δεσμό γεννήθηκε ο Καραΐσκάκης. Γι' αυτό και του έμεινε το παρατσούκλι «γιος της καλογριάς».
Τα παιδικά του χρόνια ήταν δύσκολα λόγω του οικογενειακού του ιστορικού αλλά και επειδή αναγκάστηκε να ζει μόνος χωρίς την υποστήριξη των γονέων του. Μεγάλη ψυχολογική και κοινωνική πίεση δέχθηκε λόγω του προηγούμενου. Ήταν φιλόνικος, βλάσφημος και βωμολόχος, χαρακτηριστικά που απέκτησε από αυτά τα δύσκολα παιδικά του χρόνια. Από την παιδική του ηλικία ήδη, κάνει τα πρώτα βήματά του σαν Κλέφτης. Ο Καραϊσκάκης γίνεται περισσότερο γνωστός μετά την ενηλικίωσή του. Νεαρός έπεσε στα χέρια του Αλή Πασά των Ιωαννίνων, όπου και φυλακίσθηκε για παράνομες πράξεις, εκεί όμως έμαθε και κάποια γράμματα. Έτσι αρχικά υπηρέτησε στην αυλή του Αλή Πασά και τον ακολούθησε στην εκστρατεία του κατά του περίφημου Πασβάνογλου, του φίλου του Ρήγα Φεραίου. Στη εκστρατεία εκείνη ο Καραϊσκάκης αιχμαλωτίσθηκε από τις δυνάμεις του Πασβάνογλου και κρατήθηκε για κάποιο χρόνο. Στη συνέχεια επέστρεψε στην αυλή του Αλή Πασά.
Η πιο σκοτεινή περίοδος της ιστορίας του Καραϊσκάκη θεωρείται η παραμονή του στην αυλή του Αλή Πασά, μέχρι που λιποτάχτησε και πήγε στον Κατσαντώνη, όπως σημειώνει ο Γιάννης Βλαχογιάννης. Λέγεται πως όταν ο Αλή Πασάς ρώτησε κάποτε τον Καραϊσκάκη τι θα ήθελε να του προσφέρει, εκείνος του απάντησε:
"Αν με γνωρίζεις άξιο για αφέντη, κάνε με αφέντη, αν για δούλο, κάνε με δούλο".
Κατά την πρώτη παραμονή του στην αυλή του Πασά παντρεύτηκε τη Γκόλφω από την οικογένεια των Ψαρογιαννέων από το χωριό Σίντου και απέκτησε την πρωτότοκη θυγατέρα του Πηνελόπη, κατόπιν σύζυγο του Ανδρέα Νοταρά υπουργού του Όθωνα. Στη δεύτερη διαμονή του ασχολήθηκε με το εμπόριο σφαγίων. Τα καλοκαίρια διέμενε οικογενειακά κοντά στην Καλαμπάκα. Από μικρός όμως υπέφερε από φυματίωση και τακτικά μετέρχονταν με γιατροσόφους αλλά και Έλληνες και ξένους γιατρούς. Κατά την διάρκεια της Επανάστασης πήγε στα Επτάνησα για να συμβουλευθεί γιατρούς. Νοσοκόμα του ήταν η περίφημη Μαριώ, νεοφώτιστη τουρκοκόρη που ακολουθούσε το στρατηγό σε όλες του τις μετακινήσεις και επιχειρήσεις και θεωρήθηκε ερωμένη του, πράγμα που δεν ανταποκρίνεται στην ιστορική έρευνα.
Όταν το καλοκαίρι του 1820 πολιορκήθηκε ο Αλή Πασάς από τα Σουλτανικά στρατεύματα, ο Καραϊσκάκης παρέμεινε μαζί του και αγωνίσθηκε υπέρ αυτού. Αργότερα όμως προσχώρησε στους πολιορκητές, αλλά γρήγορα απομακρύνθηκε και απ' αυτούς. Κατάφερε δε τότε να αποσύρει από τα πολιορκούμενα Ιωάννινα την οικογένειά του και να τη στείλει στη νήσο Κάλαμο που τότε θεωρούνταν ασφαλές μέρος για τους Έλληνες αμάχους. Κατά τους πρώτους μήνες του 1821 προσπάθησε να εξεγείρει σε επανάσταση κατά των Τούρκων την περιοχή της Βόνιτσας, στην αρχή ανεπιτυχώς διότι οι προύχοντες της περιοχής θεωρούσαν πως δεν ήταν ακόμη κατάλληλος ο καιρός. Στη συνέχεια πήγε στα Τζουμέρκα όπου εκεί ύψωσε τη σημαία της Επανάστασης, η οποία διαδόθηκε πολύ γρήγορα στις όμορες επαρχίες και από εκεί στο Μακρυνόρος όπου και συμμετείχε ο ίδιος στις γενόμενες εκεί συμπλοκές.
Γεώργιος ΚαραϊσκάκηςΜόλις ξέσπασε η Επανάσταση ο Γώγος Μπακόλας και ο Καραϊσκάκης έκαψαν τον οχυρό πύργο του χωριού Καλύβια του Μάλιου (επαρχία Ραδοβυζίου). Τα Άγραφα και το αρματολίκι αυτών στα τελευταία χρόνια πριν την Επανάσταση, τα κατείχαν οι απόγονοι του περίφημου Γιάννη Μπουκουβάλα (που πέθανε το 1872). Ο Καραϊσκάκης από νεαρή ηλικία φιλοδοξούσε να γίνει κάποια μέρα καπετάνιος των Αγράφων και το κατόρθωσε πράγματι το 1821 βοηθούμενος και από τον Γιαννάκη Ράγκο και τους περί αυτόν Βαλτινούς, αναγνωρισμένος ακόμη και από τις Σουλτανικές αρχές της Λάρισας.
Κάτοχος πλέον των Αγράφων, στην αρχή απέφυγε να προσβάλει τους Τούρκους, υποκρινόμενος υποταγή στον Σουλτάνο προκειμένου να αποφύγει επιδρομές Τούρκων στη περιοχή του. Το 1822 ήλθε σε έντονες προστριβές με τον Γιαννάκη Ράγκο που αξίωνε και αυτός την αρχηγία των Αγράφων. Με την εισβολή των Τούρκων στη Στερεά Ελλάδα (Νοέμβριος 1822) ο Καραϊσκάκης ειδοποίησε από τα Άγραφα τον γέροντα Πανουργιά «ότι διαπραγματεύθηκε προσωρινά με τους Τούρκους να αρχηγέψει στα Άγραφα και έτσι αυτοί να μην έλθουν» ενώ «τα "δικαιώματα" θα τα έστελνε ο ίδιος σ' εκείνους». Έτσι ενωμένοι ο Καραϊσκάκης με τους Στορνάρη και Γρηγόρη Λιακατά, προέβησαν σε συμφωνία με τον Βαλή της Ρούμελης Χουρσίτ Πασά, εξαγοράζοντας τον καιρό και περιμένοντας τα αποτελέσματα των εκστρατειών του κατά του Μεσολογγίου, κατά της Ανατολικής Ελλάδας καθώς και της εκστρατείας του Δράμαλη. Και "αν χρειάζονται στρατιωτική βοήθεια να τους πέμψει" έγραφε τότε ο Καραϊσκάκης.
Μετά τη λύση της πρώτης πολιορκίας του Μεσολογγίου (31 Δεκεμβρίου 1822) όταν μέρος του στρατού του Ομέρ Βρυώνη και του Κιουταχή χρειάστηκε από το Αγρίνιο να μετακινηθεί διερχόμενο από τα Άγραφα, στρατού του οποίου ηγούνταν οι Ισμαήλ Πασάς Πλιάσας, Ισμαήλ Χατζή Μπέντου και Άγος, ο Καραϊσκάκης προκατέλαβε με χίλιους περίπου άνδρες την διάβαση και ανάγκασε τους εχθρούς κοντά στον Άγιο Βλάση, να οπισθοχωρήσουν στο Αγρίνιο, μετά από πεισματώδη μάχη. Ο ίδιος στη συνέχεια αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει τα Άγραφα και να μεταβεί στην Ιθάκη προκειμένου να συναντήσει έμπειρους γιατρούς για την αντιμετώπιση της φυματίωσης από την οποία έπασχε. Οι γιατροί λίγες ελπίδες ζωής έδωσαν στον ήρωα και του συνέστησαν να μείνει στο νησί.
Ο Καραϊσκάκης, νοσταλγώντας τη Ρούμελη και τα Άγραφα, επέστρεψε από την Ιθάκη στο Μεσολόγγι και ζήτησε επίμονα να διορισθεί αρχηγός των ελληνικών πλέον όπλων της επαρχίας των Αγράφων. Αλλά ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος δεν δέχθηκε, θεωρώντας τον εαυτό του ικανό και άξιο στρατηγό αλλά και από αντιζηλία για τις ικανότητες του Καραϊσκάκη. Οι Τζαβελαίοι αλλά και άλλοι οπλαρχηγοί ήταν υπέρ του, ενώ εναντίον του ήταν μόνο ο Μαυροκορδάτος, που ηθελημένα παραγνώριζε τον ήρωα προκειμένου να υποστηρίξει τον περί αυτόν Γιαννάκη Ράγκο. Συνέβησαν τότε και κάποιες συμπλοκές μεταξύ οπαδών του Καραϊσκάκη και Μεσολογγιτών όταν εκείνοι κατέλαβαν το Αιτωλικό και αιφνίδια το Βασιλάδι, τα οποία και αργότερα περιήλθαν στην υπό τον Μαυροκορδάτο διοίκηση του Μεσολογγίου.
Τότε ο Μαυροκορδάτος κατηγόρησε τον Καραϊσκάκη μετά από ομολογία του Κωνσταντίνου Βουλπιώτη, που είχε μεταβεί στα Γιάννενα, ότι: "ο γιος της Καλογριάς είχε στείλει επιστολή στον Ομέρ Βρυώνη με την υπόσχεση να του παραδώσει το Μεσολόγγι και το Αιτωλικό". Έτσι διόρισε επιτροπή προκειμένου να εξετάσει την "αποκάλυψη προδοσίας".
Στις 30 Μαρτίου 1824 συστάθηκε η παραπάνω επιτροπή και στις 2 Απριλίου 1824 (σε 3 μέρες) εκδόθηκε προκήρυξη των εγκλημάτων του Καραϊσκάκη με τον τίτλο «Προσωρινή Διοίκηση της Ελλάδος». Κατά την προκήρυξη που ήταν πράξη διοικητική και όχι δικαστική, η εν λόγω επιτροπή έκρινε τον Καραϊσκάκη ένοχο «εσχάτης προδοσίας» άνευ δίκης. Παρόλα αυτά είναι αμφίβολο αν η απόφαση εκείνη της επιτροπής δημοσιεύθηκε ποτέ. Πάντως ο ήρωας στερήθηκε όλων των βαθμών και των αξιωμάτων του και διατάχθηκε να αναχωρήσει από το Αιτωλικό. Οι δε πολίτες διατάχθηκαν να αποφεύγουν κάθε επικοινωνία με τον «εχθρό της πατρίδας», τον Καραϊσκάκη, εφόσον αυτός «δεν μετανοήσει και προσπέσει στο έλεος των Ελλήνων και ζητήσει συγχώρησιν», θεωρώντας ότι το έλεος των Ελλήνων το εκπροσωπούσε ο Μαυροκορδάτος. Ανάλογη απόφαση δεν είχε προηγουμένως εκδοθεί ούτε κατά των Τούρκων. Έτσι στις 3 Μαΐου 1824 (ανήμερα της έκδοσης της προκήρυξης) ο Καραϊσκάκης με πολλούς οπαδούς του αναχώρησε από το Αιτωλικό και επιχειρώντας ανεπιτυχώς να καταλάβει τα Άγραφα μετέβη στο Καρπενήσι. Στις 27 Μαΐου του ίδιου έτους ζήτησε εγγράφως συγνώμη από τον Α. Μαυροκορδάτο, που όμως δεν εισακούσθηκε. Τελικά στις 25 Ιουνίου 1824 κατέφυγε στο Ναύπλιο όπου η Κυβέρνηση του αναγνώρισε όλους τους βαθμούς και τα αξιώματά του.
Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης εφορμά στην Ακρόπολη, έργο του Γεώργιου Μαργαρίτη, 1844Αμέσως μετά την αποκατάστασή του ο Καραϊσκάκης διατάχθηκε από την Κυβέρνηση να εκστρατεύσει στην Ανατολική Στερεά επικεφαλής 300 μισθοφόρων. Επίσης, χωρίσθηκε και η περιοχή των Αγράφων σε δύο τμήματα και το μεν ανατολικό αποδόθηκε στον Καραϊσκάκη, το δε δυτικό στον Γιαννάκη Ράγκο. Έτσι κοντά στα Σάλωνα (Άμφισσα) συγκροτήθηκε το πρώτο ελληνικό στρατόπεδο, ο δε Καραϊσκάκης, που είχε αποκτήσει την γενική εκτίμηση των οπλαρχηγών, εκλέχθηκε από εκείνους "στρατοπεδάρχης απολύτου εξουσίας".
Όμως στα τέλη του 1824 και χωρίς σχετική διαταγή της Κυβέρνησης, ο Καραϊσκάκης έλαβε μέρος μαζί με τον Κίτσο Τζαβέλλα και άλλους Ρουμελιώτες στον 2ο εμφύλιο πόλεμο, κατά των λεγομένων ανταρτών, προχωρώντας ο ίδιος στη λεηλασία των οικιών των Ζαΐμηδων στη Κερπινή των Καλαβρύτων. Αμέσως μετά έσπευσε και συμμετείχε στη μάχη του Κρομμυδίου (περιοχή Μεθώνης). Μετά το τέλος του 2ου εμφυλίου πολέμου ο Κωλέττης ενίσχυσε τον Καραϊσκάκη και μ΄ άλλους πολλούς Στερεοελλαδίτες από το Μωριά και τη Ρούμελη, εφοδιάζοντάς τον με χρήματα, τρόφιμα και πολεμικό υλικό.
Στις αρχές του Μαΐου του 1825 ο Καραϊσκάκης επανέρχεται στη Στερεά και κατά τα μέσα του καλοκαιριού βρίσκεται σε πλήρη δράση διορισμένος ως γενικός αρχηγός όλων των εκτός Μεσολογγίου ελληνικών στρατευμάτων, κατά τον ίδιο χρόνο που αυτό πολιορκείτο από τον Κιουταχή και έπειτα από τον Ιμπραήμ Πασά της Αιγύπτου. Τότε ο Καραϊσκάκης μαζί με τον Τζαβέλλα καταστρώνουν ένα μεγαλεπήβολο σχέδιο περικύκλωσης από ξηράς όλων των των Τούρκων που πολιορκούσαν το Μεσολόγγι, σε συνεννόηση πάντα με τους πολιορκημένους. Το περίφημο εκείνο σχέδιο άρχισε να εκτελείται τμηματικά από τις 21 μέχρι 25 Ιουλίου 1825 χωρίς όμως να ολοκληρωθεί. Επέφερε όμως διακοπή της πολιορκίας ενώ οι απώλειες των Τούρκων υπήρξαν σοβαρότατες, το δε ηθικό των πολιορκημένων αναπτερώθηκε. Στη συνέχεια ο Καραϊσκάκης με 3.000 άνδρες έσπευσε στα Άγραφα όπου εκεί αποδεκάτισε πολλούς Τούρκους καθώς και τουρκίζοντες χριστιανούς. Από εκεί προχώρησε στη περιοχή Βάλτου και μέσω των τουρκικών οχυρωμάτων, διήλθε την "Λάσπη του Καρβασαρά" όπου έδωσε νικηφόρα μάχη (1 Νοεμβρίου 1825) και τελικά στρατοπέδευσε στο Δραγαμέστο (σημ. Αστακός).
Την νύκτα της 10-11 Απριλίου 1826 όταν το προπύργιο της επανάστασης, η πόλη των "ελεύθερων πολιορκημένων", το Μεσολόγγι έπεσε, ο Καραϊσκάκης βρισκόταν ασθενής στον Πλάτανο της Ναυπακτίας. Πάραυτα έστειλε στη "Γέφυρα της Βαρνάκοβας" παρατηρητές να δουν πόσοι και ποιοι σώθηκαν από την ηρωική εκείνη φρουρά του Μεσολογγίου. Παρότι ο Πλάτανος ήταν έρημος και ο ίδιος ασθενής σε στρώμα, ετοίμασε ψωμί και σφακτά που μοίρασε πλουσιοπάροχα στα "πειναλέα εκείνα λείψανα του Μεσολογγίου".
Στις 17 Ιουνίου ο Καραϊσκάκης μαζί με πολλούς από εκείνους του μαχητές φθάνει στο Ναύπλιο. Η Επανάσταση ήδη στη Δυτική Στερεά είχε σβήσει και στην Ανατολική μόνο η Ακρόπολη των Αθηνών, η Κάζα και τα Δερβενοχώρια κατέχονταν από τους Έλληνες. Τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς, αν και βρισκόταν σε προχωρημένο στάδιο φυματίωσης, υπό την θεραπεία του Ελβετού γιατρού Baily, πρότεινε στην εδρεύουσα "Διοικητική Επιτροπή" να αναλάβει ο ίδιος τον αγώνα στην Στερεά. Είχε όμως προσκληθεί και από τον Κριεζώτη και από τον Βάσσο, που δρούσαν ήδη στην Αττική και στην Ελευσίνα. Ο Α. Ζαΐμης, πρόεδρος της νεοπαγούς Διοικητικής Επιτροπής, θεώρησε τον "Γιο της Καλογριάς" ως τον αξιότερο στρατιωτικό για την γενική αρχιστρατηγία και τον αναγνώρισε ως αρχιστράτηγο, παρότι είχε παλαιότερα κατατρεχθεί από εκείνον και είχε υποστεί λεηλασία της οικίας του.
Στις 19 Ιουλίου 1826 ο Καραϊσκάκης επικεφαλής 680 περίπου ανδρών ξεκίνησε από το Ναύπλιο για την Στερεά στην οποία είχε εισβάλει ο Ομέρ Πασάς (της Καρύστου) και ο Κιουταχής (από Θήβα). Πολύ σύντομα ο Κιουταχής, λόγο της στρατιωτικής δεινότητας του Καραϊσκάκη, βρέθηκε από πολιορκών σε θέση πολιορκούμενου. Με υπόδειξη του Καραϊσκάκη συγκροτήθηκε στην Ελευσίνα γενικό ελληνικό στρατόπεδο. Στις 5-7 Αυγούστου του ίδιου έτους επήλθε η πρώτη αψιμαχία στο Χαϊδάρι, την οποία ακολούθησαν κι άλλες, φοβούμενος ο Κιουταχής την κατά μέτωπο επίθεση από τα κυκλωτικά πάντα σχέδια του Καραϊσκάκη. Στις αψιμαχίες εκείνες ο Καραϊσκάκης και ο Φαβιέρος διαφώνησαν περί της τακτικής του πολέμου. Όταν όμως ο Κιουταχής κατέλαβε την κάτω πόλη των Αθηνών, ο Καραϊσκάκης ενίσχυσε την φρουρά της Ακρόπολης με περιορισμένο σώμα υπό τον Κριεζώτη που κατάφερε και εισήλθε στις 10 Οκτωβρίου 1826. Τον ίδιο μήνα και 15 μέρες μετά (25 Οκτωβρίου) ο Καραϊσκάκης εκστράτευσε στη Βοιωτία, στη Φθιώτιδα και στη Φωκίδα, απ' όπου και απέκοψε τις τουρκικές εφοδιοπομπές, ολοκληρώνοντας έτσι τον αποκλεισμό του ανεφοδιασμού των Τούρκων.
Προχωρώντας στη συνέχεια στην πολιορκία των πύργων της Δόμβραινας, διέταξε να αρχίσει και η προσβολή των Τούρκων που βρίσκονταν στην πεδιάδα του χωριού (12 Νοεμβρίου 1826). Δύο μέρες μετά μεταφέρει το στρατόπεδό του από την Δόμβραινα και την Κεκόση στη Μονή Δομπού του Αγίου Σεραφείμ και από εκεί στη Μονή του Όσιου Λουκά και στις 18 Νοεμβρίου στρατοπεδεύει στο Δίστομο, έχοντας ολοκληρώσει εκκαθαρίσεις σε όλη την περιοχή. Τις κυκλωτικές αυτές κινήσεις αντιλαμβάνεται γρήγορα ο Κιουταχής και ειδοποιεί να σπεύσουν σε βοήθειά του ο Μουσταφάμπεης από την Αταλάντη και ο Καχαγιάμπεης που ήταν νοτιότερα, οι οποίοι και ενώνοντας τις δυνάμεις τους έσπευσαν να καλύψουν τα νώτα των Τούρκων που πολιορκούσαν την Ακρόπολη.
Στις 18 Νοεμβρίου 1826 ο επικεφαλής των τουρκαλβανικών σωμάτων Μουσταφάμπεης στρατοπεδεύει στη Δαύλεια δίπλα σην Μονή της Ιερουσαλήμ προκειμένου να διανυκτερεύσει, προτιθέμενος την επομένη να φθάσει στην Άμφισσα μέσω Αράχοβας. Ο Καραϊσκάκης πληροφορούμενος τις κινήσεις και τις προθέσεις αυτές, την νύχτα της 18ης προς 19η Νοεμβρίου, σπεύδει με 560 άνδρες και προκαταλαμβάνει την Αράχοβα, την οποία οχυρώνει με την αμέριστη βοήθεια των κατοίκων. Στις έξι ημέρες που ακολούθησαν (19-24) οι μάχες που δόθηκαν εντός και εκτός της Αράχοβας υπήρξαν συντριπτικές για τους Τούρκους, που από 2.000 που ήταν, μόλις που διασώθηκαν περί τους 300. Στις μάχες εκείνες σκοτώθηκαν και τέσσερις Τούρκοι αρχηγοί σωμάτων: ο Μουσταφάμπεης, ο αδελφός του Καριοφίλμπεης, ο Ελζάμπεης καθώς και ο Κεχαγιάμπεης. Δυτικά του Ναού του Αγίου Γεωργίου της Αράχοβας, στο τέλος των μαχών, ο Καραϊσκάκης έστησε πυραμίδα από 1.500 κεφάλια τουρκαλβανών στρατιωτών.
Στη συνέχεια, διαβλέποντας πως ο Κιουταχής δεν θα μπορέσει να συνεχίσει την πολιορκία χωρίς ανεφοδιασμό, συνεχίζει τις εκκαθαρίσεις των περιοχών της Στερεάς. Αρχές Δεκεμβρίου εισέρχεται στο Τουρκοχώρι το οποίο και καταλαμβάνει ενώ με τα ίδια του τα χέρια φονεύει τον Μεχμέτ Πασά, τα δε λείψανα του στρατού εκείνου τα καταδιώκει μέχρι τη Βουδουνίτσα. Στις αρχές Φεβρουαρίου 1827 ανάγκασε και τον Ομέρ Πασά της Εύβοιας που είχε σπεύσει εναντίον του να παραιτηθεί του αγώνα και να επιστρέψει νικημένος στην έδρα του.
Στις 23 Φεβρουαρίου 1827 ο Καραϊσκάκης επιστρέφει στην Ελευσίνα αφού είχε ελευθερώσει όλη την Στερεά Ελλάδα, εκτός του Μεσολογγίου, της Βόνιτσας και της Ναυπάκτου.
Όταν ο Αρχιστράτηγος Καραϊσκάκης επέστρεψε μετά την τετράμηνη νικηφόρα περιοδεία του, έχοντας χίλιους περίπου άνδρες, στην Ελευσίνα, μετέφερε το στρατόπεδό του στο Κερατσίνι στα υψώματα του οποίου έχτισε "ταμπούρια" (μικρές οχυρώσεις) όπου επανειλημμένα δέχθηκε επιθέσεις των Τούρκων, ιδιαίτερα στις 4 Μαρτίου 1827. Τον ίδιο χρόνο 2.000 Πελοποννήσιοι υπό τον στρατηγό Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, τους Πετμεζάδες, Σισίνη κ.ά. οπλαρχηγούς φθάνουν σε επικουρία του Αρχιστρατήγου.
Στις αρχές του Απριλίου του 1827 προσήλθαν και οι διορισμένοι από την Συνέλευση της Τροιζήνας (Κυβέρνηση), "στόλαρχος πασών των ναυτικών δυνάμεων", Κόχραν μαζί με τον Τσωρτς, "διευθυντή χερσαίων δυνάμεων" προκειμένου να συνδράμουν τον Αγώνα. Με τους δύο αυτούς ξένους ο Καραϊσκάκης βαθμιαία περιήλθε σε έριδες, τόσο για την τακτική του πολέμου, όσο και κατά την οργάνωση για την κατά μέτωπο επίθεση. Οι διορισμοί των ξένων εκείνων προσώπων υπήρξαν αναμφίβολα το μοιραίο σφάλμα που ανέτρεψε την έκβαση του Αγώνα. Και τούτο διότι προσπαθούσαν να εφαρμόσουν τακτικές οργανωμένου στρατού αγνοώντας τις τακτικές των Ελλήνων, την ψυχολογία τους, αλλά και τις μορφολογικές δυνατότητες της περιοχής, επιζητώντας την έξοδο με κατά μέτωπο επίθεση σε πεδιάδα, επειδή ακριβώς, δεν γνώριζαν το είδος αυτό του πολέμου που επιχειρούσαν μέχρι τότε οι Έλληνες. Έτσι η ανάμιξη αυτών στις πολεμικές ενέργειες με ταυτόχρονες διαταγές του ενός και του άλλου παρέλυσαν τις διαταγές του Καραϊσκάκη.
Αυτό οδήγησε τον Αρχιστράτηγο να επεμβαίνει προσωπικά μέχρι αυτοθυσίας σε όλες τις συμπλοκές, ακόμη και τις μικρότερες, ένα ακόμη μοιραίο σφάλμα των περιστάσεων εκείνων. Αυτό το αντελήφθη ο Κολοκοτρώνης ο οποίος και διαμήνυσε στον Καραϊσκάκη να αποφεύγει τις άσκοπες αψιμαχίες και ακροβολισμούς για να μη φονεύονται και οπλαρχηγοί τους οποίους "κυνηγά το βόλι". Ο Κολοκοτρώνης του τόνιζε μάλιστα ότι είναι ανάγκη "να σώσει τον εαυτόν του για να σωθεί και η πατρίδα". Ο Καραϊσκάκης όμως έχοντας ατίθασο χαρακτήρα, παρά τις συστάσεις και παρά την κατάσταση της υγείας του αποφάσισε να ανακόψει τους ακροβολισμούς των Τούρκων.
Η επιχείρηση ορίσθηκε να πραγματοποιηθεί τη νύχτα της 22ας προς την 23η Απριλίου 1827, έχοντας συμφωνήσει κανείς να μην ξεκινήσει άκαιρα τους πυροβολισμούς πριν δοθεί το σύνθημα για γενική επίθεση. Το απόγευμα της 22ας Απριλίου ακούστηκαν πυροβολισμοί από ένα Κρητικό οχύρωμα. Οι Κρητικοί προκαλούσαν τους Τούρκους και καθώς εκείνοι απαντούσαν οι εχθροπραξίες γενικεύτηκαν. Ο Καραϊσκάκης, παρότι άρρωστος βαριά, έφτασε στον τόπο της συμπλοκής. Εκεί μια σφαίρα τον τραυμάτισε θανάσιμα στο υπογάστριο. Οι γιατροί που ανέλαβαν την περίθαλψή του, γρήγορα κατάλαβαν ότι θα κατέληγε.
Ο ήρωας μεταφέρθηκε στο στρατόπεδό του στο Κερατσίνι και αφού μετάλαβε των Αχράντων Μυστηρίων, υπαγόρευσε τη διαθήκη του που ιδιόχειρα υπέγραψε. Η τελευταία κουβέντα που είπε στον συμπολεμιστή του Στρατηγό Μακρυγιάννη, όταν ο τελευταίος πήγε να τον επισκεφτεί, ήταν "Εγώ πεθαίνω. Όμως εσείς να είστε μονιασμένοι και να βαστήξετε την πατρίδα".
Την επομένη στις 23 Απριλίου 1827 ο Αρχιστράτηγος Γεώργιος Καραϊσκάκης υπέκυψε στο θανατηφόρο τραύμα του μέσα στο εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου στο Κερατσίνι, ανήμερα της γιορτής του. Η σορός του μεταφέρθηκε στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου στη Σαλαμίνα όπου ετάφη και θρηνήθηκε από το πανελλήνιο.
Αναφέρεται πως όταν ο Κολοκοτρώνης έμαθε τον θάνατο του Καραϊσκάκη "κάθισε σταυροπόδι" και μοιρολογούσε σαν γυναίκα.
Μετά το θάνατο του Καραϊσκάκη ανέλαβαν ο Κόχραν με τον Τσώρτς την διοίκηση της διεξαγωγής της μάχης στη πεδιάδα του Φαλήρου όπου και ακολούθησε η ολοκληρωτική καταστροφή του Ανάλατου, στη σημερινή περιοχή Φλοίσβου (Φαλήρου) όπου είχαν οι Τούρκοι παρασύρει τους Έλληνες μέχρι που τους περικύκλωσαν. Ακολούθησε η διάλυση του ελληνικού στρατοπέδου της Ακρόπολης και η ανακατάληψή της και η διάλυση και του στρατοπέδου του Κερατσινίου.
Ο Δημήτριος Ανιάν, γραμματέας του Καραϊσκάκη που έγραψε την αυτοβιογραφία του το 1833, αναφέρει απλά τον τραυματισμό του αρχιστράτηγου και ότι ο Καραϊσκάκης πριν πεθάνει εμπιστεύτηκε στους Χατζηπέτρο και Γρίβα ότι «επληγώθη από το μέρος των Ελλήνων, ότι εγνώριζεν τον αίτιον και ότι, αν ήθελε ζήση, ήθελε τον κάμει γνωστόν και εις το στρατόπεδον».
Στο έργο «Γεώργιος Καραϊσκάκης» του Ιωάννη Ζαμπέλιου, ο αρχιστράτηγος φαίνεται να λέει προς τους Χατζηπέτρο και Γρίβα : «Αύριον αν είμαι ζωντανός ακόμη, ελάτε να σας πω έναν μυστικόν», αλλά σε υποσημείωση του βιβλίου του αναφέρει ότι το «μυστικό» αυτό παρεξηγήθηκε και ερμηνεύθηκε εσφαλμένως σαν «δολοφονία από κάποιον Έλληνα».
Από:
http://el.wikipedia.org/
Δευτέρα 24 Ιανουαρίου 2011
Ρήγας Βελεστινλῆς
Ὁ Ρήγας Βελεστινλῆς γεννήθηκε τὸ 1757 στὸ Βελεστίνο τῆς Τουρκοκρατούμενης Θεσσαλίας. Ἡ πνευματική του προσφορὰ καὶ ὁ μαρτυρικός του θάνατος τὸν ἀνέδειξαν σὲ μία πρόδρομη μορφὴ τοῦ πνευματικοῦ κινήματος τοῦ Νεοελληνικοῦ Διαφωτισμοῦ καθὼς ἐπίσης καὶ σὲ πρώιμο ἐθνομάρτυρα ποὺ ἐνέπνευσε τὸν πόθο γιὰ ἐλευθερία στὸν ἑλληνικὸ λαό. Ὁ Ρήγας «εὐτύχησε» νὰ γεννηθεῖ στὸ γεωγραφικὸ χῶρο τῆς Θεσσαλίας σὲ μία ἱστορικὴ περίοδο (μέσα 18ου) ὅπου μεγάλοι δάσκαλοι ἐργάζονταν μὲ ζῆλο κυρίως στὴν περιοχὴ τοῦ Πηλίου (Ζαγορά). Ἂν ἡ πατρίδα του τοῦ ἔδωσε ἁπλῶς τὸ ἔναυσμα γιὰ τὴ συνέχιση μίας ἐξαιρετικῆς πνευματικῆς πορείας, ἡ Κωνσταντινούπολη καὶ τὸ Βουκουρέστι ἀποτέλεσαν τοὺς ἑπόμενους σταθμοὺς τῆς πορείας. Ἐκεῖ ὁ Ρήγας θὰ κατορθώσει νὰ διαμορφωθεῖ πολιτικὰ καὶ νὰ σταδιοδρομήσει ὡς «γραμματικός» στὶς Παραδουνάβιες Ἡγεμονίες.
Αὐτὴ ἡ πρώτη περίοδος τῆς πνευματικῆς προετοιμασίας τοῦ Ρήγα συγκεντρώνει ἕνα κυρίαρχο χαρακτηριστικό. Ζεῖ, ἐργάζεται καὶ ἀνδρώνεται πνευματικὰ στὸ χῶρο τῶν Βαλκανίων ἀπὸ τὴ Θεσσαλία ὡς τὸ Βουκουρέστι, στοιχεῖο ποὺ θὰ τὸ συναντήσουμε στὸν πυρήνα τοῦ μετέπειτα μεγαλειώδους συγγραφικοῦ ἔργου του, καθὼς ὁ Ρήγας θὰ ἀναδειχθεῖ σὲ μορφὴ ὄχι ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο τῆς ἑλληνικῆς Ἱστορίας ἀλλὰ καὶ τῆς νεότερης ἱστορίας τῶν Βαλκανίων.
Ὡστόσο οἱ ἐξελίξεις στὴν Εὐρώπη δὲν ἄφηναν ἀδιάφορο τὸ Ρήγα. Ἔχει ἤδη μεσολαβήσει ἡ Γαλλικὴ Ἐπανάσταση, τὸ γεγονὸς σταθμὸς ποὺ γέννησε σὲ ὅλους τοὺς ὑπόδουλους λαοὺς τοῦ κόσμου τὴν ἐπιθυμία νὰ ἀποτινάξουν τὸν τυραννικὸ ζυγό. Τὸ 1790 συναντᾶμε τὸ Ρήγα στὴ Βιέννη, στὸ κέντρο τῆς Αὐστροουγγρικῆς αὐτοκρατορίας τοῦ Φραγκίσκου Β´. Ἡ ἑξάμηνη παραμονή του στὴν πόλη ποὺ ἀνέδειξε τὸν Μότσαρτ θὰ ἀποτελέσει ὁρόσημο στὴν πνευματική του πορεία. Ἐκεῖ θὰ ἐκδώσει ἕνα ἀπὸ τὰ πρῶτα του βιβλία, τὸ «Σχολεῖον τῶν Ντελικάτων Ἐραστῶν».
Τὸ δεύτερο βιβλίο ποὺ τύπωσε ὁ Ρήγας τὸ 1790 ἔφερε τὸν τίτλο «Φυσικῆς Ἀπάνθισμα» καὶ ἀποτελεῖ μία πρώτη προσπάθεια γιὰ ἐκλαΐκευση τῶν ἐπιστημονικῶν γνώσεων καὶ κυρίως τῶν φυσικῶν καὶ ἐπιστημονικῶν γνώσεων. Ὅπως ἔχει ἀποδειχθεῖ σὲ πρόσφατες ἔρευνες, εἶναι κατὰ τὸ μεγαλύτερο μέρος μετάφραση τῆς Γαλλικῆς Ἐγκυκλοπαιδείας τῶν Diderot καὶ D'Alembert. Τέλος τὸ τρίτο βιβλίο εἶναι ἡ μετάφραση τοῦ «Πνεύματος τῶν Νόμων» τοῦ Γάλλου Διαφωτιστῆ Μοντεσκιέ.
Ἀντιλαμβάνεται κανεὶς ὅτι αὐτὴ ἡ πρώτη περίοδος τῆς Βιέννης ἀποτέλεσε γιὰ τὸ Ρήγα τὸ καθοριστικὸ σημεῖο ἐπαφῆς μὲ τὰ πνευματικὰ προϊόντα του Γαλλικοῦ Διαφωτισμοῦ. Θὰ ἦταν καλὸ νὰ σταθεῖ κανεὶς στὸ βιβλίο «Φυσικῆς Ἀπάνθισμα» τὸ ὁποῖο καταδηλώνει καὶ τὴν πολυπλευρικότητα τοῦ πνεύματος τοῦ Ρήγα, ὁ ὁποῖος ἀντιλαμβάνεται ὅτι τὸ πνευματικὸ ξύπνημα ἑνὸς λαοῦ ἔρχεται μέσα ἀπὸ τὴν ἐπαφὴ μὲ τὴν ἐπιστήμη καὶ κυρίως μέσα ἀπὸ τὴν καταπολέμηση τῶν δεισιδαιμονιῶν ποὺ αὐτὴ συνεπάγεται. Τὸ 1796 κι ἐνῷ ἤδη οἱ ἰδέες τῆς Γαλλικῆς Ἐπανάστασης ἔχουν πάρει σάρκα καὶ ὀστὰ μέσῳ τῶν πρώτων Συνταγματικῶν κειμένων, ὁ Ρήγας θὰ ξαναβρεθεῖ στὴ Βιέννη κι αὐτὴ τὴ φορὰ θὰ διατυπώσει καὶ τὶς κυριότερες θέσεις, οἱ ὁποῖες τὸν ἔκαναν γνωστὸ ἀλλὰ καὶ ἐπικίνδυνο γιὰ κάθε μορφὴ τυραννίας. Ἡ πορεία πρὸς τὸ θάνατο ἔχει ξεκινήσει.
Θὰ ἦταν καλὸ ἀπὸ ἐδῶ καὶ κάτω νὰ σταθεῖ κανεὶς σὲ ὁρισμένα στοιχεῖα - σημεῖα αὐτοῦ τοῦ ἔργου, τὰ ὁποῖα τὸ καθιστοῦν μοναδικὸ στὴν ἱστορία τῶν νεοελληνικῶν Γραμμάτων. Τὸ 1796 ὁ Ρήγας θὰ ἐκδώσει τὴ μεγάλη δωδεκάφυλλη Χάρτα τῆς Ἑλλάδος καὶ ἕνα χάρτη τῆς Βλαχίας καὶ τῆς Μολδαβίας. εἶναι πολὺ σημαντικὸ νὰ καταλάβει κανεὶς ὅτι ὁ Ρήγας ἀποτελεῖ ἕναν ἀπὸ τοὺς πρωτοπόρους της ἐπιστήμης τῆς γεωγραφίας, ἐπιστήμη ποὺ κινεῖται παράλληλα μὲ τὴν ἄνθηση τῆς ἐθνικῆς συνείδησης τῶν λαῶν. Ὁ Ρήγας γίνεται ἐπικίνδυνος, γιατί ἀπευθύνεται στὸ κρυφὸ αἰσθητήριο τοῦ Βαλκάνιου γιὰ τὴ γεωγραφικὴ ἑνότητα τοῦ χώρου στὸν ὁποῖο κατοικεῖ. Ἡ χάρτα δὲν εἶναι μία ἁπλὴ ἀπεικόνιση τοῦ γεωγραφικοῦ χώρου τῆς Ἑλλάδος ἢ τῶν Βαλκανίων ἀλλὰ ἕνας ἱστορικὸς καὶ γεωγραφικὸς πίνακας τοῦ ἀρχαίου, τοῦ μεσαιωνικοῦ καὶ νέου Ἑλληνισμοῦ, ἐμπλουτισμένος μὲ ἄφθονα στοιχεῖα ἀρχαιογνωσίας, ἀρχαῖες ὀνομασίες πόλεων, χωρῶν, ποταμῶν, κλπ. Νεώτερες ἔρευνες ἀποδεικνύουν ὅτι πρόκειται γιὰ τὸ κράτος ποὺ ἤθελε νὰ δημιουργήσει στὸ Βαλκανικὸ χῶρο.
Δεύτερο σημαντικὸ πνευματικὸ σημεῖο ἐκείνης τῆς ἐποχῆς εἶναι ἡ συγγραφὴ τοῦ περίφημου «θουρίου», ἑνὸς τραγουδιοῦ, μίας ἔμμετρης ἐπαναστατικῆς προκήρυξης ποὺ ἀποτέλεσε προσκλητήριο πρὸς ὅλους τοὺς ὑπόδουλους λαοὺς τῶν Βαλκανίων. Ἂς σταθοῦμε σ᾿ ἕνα καίριο σημεῖο τοῦ τραγουδιοῦ.
«Βούλγαροι κι Ἀρβανίτες, Ἀρμένιοι καὶ Ρωμιοί, ἀράπηδες καὶ ἄσπροι, μὲ μία κοινὴ ὁρμή, γιὰ τὴν ἐλευθερία νὰ ζώσωμεν σπαθί...»
Ἡ ἰδιαιτερότητα αὐτοῦ τοῦ πρωτοφανοῦς κηρύγματος ἐντοπίζεται στὸ γεγονὸς ὅτι ἀποτελεῖ ἀνοιχτὸ προσκλητήριο σὲ ὅλους τοὺς ὑπόδουλους λαοὺς ἀνεξαρτήτως θρησκείας, φυλῆς καὶ χρώματος. Στὸ κήρυγμα λοιπὸν τοῦ Ρήγα ἐνυπάρχουν ἐξαιρετικὰ δείγματα μίας σύγχρονης πολιτικῆς σκέψης ποὺ συνοψίζει τὸ ἐπαναστατικὸ ρεῦμα, τὸ κήρυγμα ὑπὲρ τῆς ἀνεξιθρησκίας καὶ ταυτόχρονα παρουσιάζει ἀθέατα ἕνα ἀντιρατσιστικὸ μήνυμα, ἰδέες δηλαδὴ καὶ ἀντιλήψεις ποὺ θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ συναντήσει σὲ μία σύγχρονη πολιτειακὴ σκέψη.
Ὡστόσο τὸ σημαντικότερο ἔργο του εἶναι ἡ Διακήρυξη, τὴν ὁποία τύπωσε μυστικὰ σὲ χιλιάδες ἀντίτυπα τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1797. Τὴν ἴδια ἐποχὴ ὁ Ρήγας ἐπιθυμοῦσε νὰ συναντήσει τὸν Ναπολέοντα Βοναπάρτη, ὁ ὁποῖος βρισκόταν στὴν Ἰταλία. Ἡ Διακήρυξη ἀποτελεῖ τὸ πιὸ ριζοσπαστικὸ κείμενο τοῦ Ρήγα καὶ ταυτόχρονα αὐτὸ τὸ ὁποῖο θὰ τὸν καταστήσει ἐπικίνδυνο γιὰ κάθε ἐξουσία. Μέσα ἀπὸ τὴν καρδιὰ τοῦ ἀναχρονισμοῦ καὶ τῆς ἀντεπανάστασης, τὴν αὐτοκρατορικὴ Βιέννη, αὐτὸς θὰ κάνει λόγο γιὰ δημοκρατικὴ πολιτεία ποὺ θὰ ἐγκαθιδρυθεῖ στὴν ἐλεύθερη ἐπικράτεια καὶ θὰ ὀνομάζεται «Ἑλληνικὴ Δημοκρατία». Ὁ μεγάλος Ἕλληνας διανοητὴς θὰ στηρίξει τὸ λόγο του σὲ μία διακήρυξη τῶν «Δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ πολίτη» σαφῶς ἐπηρεασμένη ἀπὸ τὸ κήρυγμα τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Διαφωτισμοῦ καὶ τὸ ἔργο τῆς Γαλλικῆς Ἐπανάστασης. Γιὰ πρώτη φορά, θὰ γίνει λόγος γιὰ δικαιοσύνη.
«Ἡ Ἐλευθερία εἶναι ἐκείνη ἡ δύναμη ὅπου ἔχει ὁ ἄνθρωπος εἰς τὸ νὰ κάμει ὅλον ἐκεῖνο ὅπου δὲν βλάπτει εἰς τὰ δίκαια τῶν γειτόνων του». (ἄρ. 6) καὶ γιὰ κάτι ριζοσπαστικό, γιὰ καθολικὴ ἐκπαίδευση ὅλων τῶν ἀρσενικῶν καὶ θηλυκῶν παιδιῶν «ὅλοι χωρὶς ἐξαίρεσιν ἔχουν χρέος νὰ ἠξεύρουν γράμματα. Ἡ πατρὶς ἔχει νὰ καταστήσει σχολεῖα εἰς ὅλα, τὰ χωρία, διὰ τὰ ἀρσενικὰ καὶ θηλυκὰ παιδιά» (ἀρ. 22). Σ᾿ αὐτὸ τὸ τελευταῖο ἄρθρο πρωτο-γίνεται λόγος στὸ χῶρο τῶν Βαλκανίων γιὰ τὴν περίφημη ἰσοτιμία τῶν δυὸ φύλων.
Ὕστερα ἀπὸ αὐτὴ τὴ σύντομη ἀναφορὰ σ᾿ αὐτὸ τὸ τελευταῖο κεφαλαιῶδες ἔργο τοῦ Ρήγα γίνεται φανερὸ ὅτι αὐτὸς καὶ οἱ σύντροφοί του δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ μείνουν ἀνέγγιχτοι ἀπὸ τὴ δυναστικὴ ἐξουσία τῶν Ἀμβούργων τῆς Αὐστρίας, μίας χώρας ποὺ ἀργότερα θὰ πρωτοστατήσει στὴν προσπάθεια κατὰ τῆς Ἐπανάστασης τῶν Ἑλλήνων. Τὸ Δεκέμβριο τοῦ 1797 ὁ Ρήγας καὶ οἱ συνεργάτες τοὺς συλλαμβάνονται καὶ θὰ θανατωθοῦν τὸν Ἰούνιο τοῦ 1798 ὕστερα ἀπὸ μῆνες βασανιστικῶν ἀνακρίσεων...
Τὸ τέλος ὑποδεικνύει καὶ τὴν ἀρχή. Κανεὶς δὲ μπορεῖ νὰ πιστέψει ὅτι ἐδῶ τελείωσαν τὰ πράγματα. Ὁ Ρήγας μὲ τὸ ἔργο του, τὸ ὁποῖο εὐτύχησε νὰ τυπωθεῖ, ἀποτέλεσε τὸ σημεῖο ἀναφορᾶς καὶ κύριο καθοδηγητὴ κάθε ἐπαναστατημένου Ἕλληνα καὶ Βαλκάνιου. Τὸ τραγικό του τέλος δείχνει τὸ μέγεθος τῆς ἀπειλῆς τοῦ ἀγώνα καὶ τοῦ ἔργου τοῦ κατὰ τῶν τυράννων.
Μπορεῖ νὰ ὑποστηριχθεῖ ὅτι ὁ Ρήγας Βελεστινλὴς εἶναι μία ἀπὸ τὶς μοναδικὲς φυσιογνωμίες τοῦ Νεώτερου Ἑλληνισμοῦ καὶ τοῦ Βαλκανικοῦ χώρου: Διαφωτιστής, Ἐπαναστάτης, Μάρτυρας, Πολιτικὸς νοῦς, Στρατιωτικὸς νοῦς, Ὁραματιστὴς μιᾶς δημοκρατικῆς πολιτείας τῶν Βαλκανικῶν λαῶν, μετὰ τὴν ἀποτίναξη τῆς ὀθωμανικῆς τυραννίας.
Δὲν εὐτύχησε λόγω τῆς προδοσίας νὰ δεῖ ἐλεύθερους ἀπὸ τὴ σουλτανικὴ τυραννία τοὺς βαλκανικοὺς λαούς. Τὸ ἐπαναστατικό του ὡστόσο μήνυμα ἀτσάλωσε τοὺς σκλαβωμένους στὴν ἀπόφασή τους γιὰ ἐπανάσταση καὶ λίγα χρόνια ἀργότερα ὁ σπόρος τῆς λευθεριᾶς βλάστησε στὰ Βαλκάνια.
Σὲ μία καλαίσθητη ἔκδοση προσφέρονται πενήντα χαρακτηριστικὲς ρήσεις τοῦ Ρήγα ποὺ συλλέχθηκαν ἀπὸ τὰ ἔργα του καὶ οἱ ὁποῖες ἀναφέρονται στὰ μεγάλα θέματα τοῦ ἀνθρώπου: τὴν ἐλευθερία, τὴν παιδεία, τὴ δικαιοσύνη, τὴ φιλία, τὴ δημοκρατία, τὴν πατρίδα, τὴν ἰσονομία, τὴν ἀνεξιθρησκία, τὴ γλῶσσα, τὸ καθῆκον.
Αὐτὴ ἡ πρώτη περίοδος τῆς πνευματικῆς προετοιμασίας τοῦ Ρήγα συγκεντρώνει ἕνα κυρίαρχο χαρακτηριστικό. Ζεῖ, ἐργάζεται καὶ ἀνδρώνεται πνευματικὰ στὸ χῶρο τῶν Βαλκανίων ἀπὸ τὴ Θεσσαλία ὡς τὸ Βουκουρέστι, στοιχεῖο ποὺ θὰ τὸ συναντήσουμε στὸν πυρήνα τοῦ μετέπειτα μεγαλειώδους συγγραφικοῦ ἔργου του, καθὼς ὁ Ρήγας θὰ ἀναδειχθεῖ σὲ μορφὴ ὄχι ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο τῆς ἑλληνικῆς Ἱστορίας ἀλλὰ καὶ τῆς νεότερης ἱστορίας τῶν Βαλκανίων.
Ὡστόσο οἱ ἐξελίξεις στὴν Εὐρώπη δὲν ἄφηναν ἀδιάφορο τὸ Ρήγα. Ἔχει ἤδη μεσολαβήσει ἡ Γαλλικὴ Ἐπανάσταση, τὸ γεγονὸς σταθμὸς ποὺ γέννησε σὲ ὅλους τοὺς ὑπόδουλους λαοὺς τοῦ κόσμου τὴν ἐπιθυμία νὰ ἀποτινάξουν τὸν τυραννικὸ ζυγό. Τὸ 1790 συναντᾶμε τὸ Ρήγα στὴ Βιέννη, στὸ κέντρο τῆς Αὐστροουγγρικῆς αὐτοκρατορίας τοῦ Φραγκίσκου Β´. Ἡ ἑξάμηνη παραμονή του στὴν πόλη ποὺ ἀνέδειξε τὸν Μότσαρτ θὰ ἀποτελέσει ὁρόσημο στὴν πνευματική του πορεία. Ἐκεῖ θὰ ἐκδώσει ἕνα ἀπὸ τὰ πρῶτα του βιβλία, τὸ «Σχολεῖον τῶν Ντελικάτων Ἐραστῶν».
Τὸ δεύτερο βιβλίο ποὺ τύπωσε ὁ Ρήγας τὸ 1790 ἔφερε τὸν τίτλο «Φυσικῆς Ἀπάνθισμα» καὶ ἀποτελεῖ μία πρώτη προσπάθεια γιὰ ἐκλαΐκευση τῶν ἐπιστημονικῶν γνώσεων καὶ κυρίως τῶν φυσικῶν καὶ ἐπιστημονικῶν γνώσεων. Ὅπως ἔχει ἀποδειχθεῖ σὲ πρόσφατες ἔρευνες, εἶναι κατὰ τὸ μεγαλύτερο μέρος μετάφραση τῆς Γαλλικῆς Ἐγκυκλοπαιδείας τῶν Diderot καὶ D'Alembert. Τέλος τὸ τρίτο βιβλίο εἶναι ἡ μετάφραση τοῦ «Πνεύματος τῶν Νόμων» τοῦ Γάλλου Διαφωτιστῆ Μοντεσκιέ.
Ἀντιλαμβάνεται κανεὶς ὅτι αὐτὴ ἡ πρώτη περίοδος τῆς Βιέννης ἀποτέλεσε γιὰ τὸ Ρήγα τὸ καθοριστικὸ σημεῖο ἐπαφῆς μὲ τὰ πνευματικὰ προϊόντα του Γαλλικοῦ Διαφωτισμοῦ. Θὰ ἦταν καλὸ νὰ σταθεῖ κανεὶς στὸ βιβλίο «Φυσικῆς Ἀπάνθισμα» τὸ ὁποῖο καταδηλώνει καὶ τὴν πολυπλευρικότητα τοῦ πνεύματος τοῦ Ρήγα, ὁ ὁποῖος ἀντιλαμβάνεται ὅτι τὸ πνευματικὸ ξύπνημα ἑνὸς λαοῦ ἔρχεται μέσα ἀπὸ τὴν ἐπαφὴ μὲ τὴν ἐπιστήμη καὶ κυρίως μέσα ἀπὸ τὴν καταπολέμηση τῶν δεισιδαιμονιῶν ποὺ αὐτὴ συνεπάγεται. Τὸ 1796 κι ἐνῷ ἤδη οἱ ἰδέες τῆς Γαλλικῆς Ἐπανάστασης ἔχουν πάρει σάρκα καὶ ὀστὰ μέσῳ τῶν πρώτων Συνταγματικῶν κειμένων, ὁ Ρήγας θὰ ξαναβρεθεῖ στὴ Βιέννη κι αὐτὴ τὴ φορὰ θὰ διατυπώσει καὶ τὶς κυριότερες θέσεις, οἱ ὁποῖες τὸν ἔκαναν γνωστὸ ἀλλὰ καὶ ἐπικίνδυνο γιὰ κάθε μορφὴ τυραννίας. Ἡ πορεία πρὸς τὸ θάνατο ἔχει ξεκινήσει.
Θὰ ἦταν καλὸ ἀπὸ ἐδῶ καὶ κάτω νὰ σταθεῖ κανεὶς σὲ ὁρισμένα στοιχεῖα - σημεῖα αὐτοῦ τοῦ ἔργου, τὰ ὁποῖα τὸ καθιστοῦν μοναδικὸ στὴν ἱστορία τῶν νεοελληνικῶν Γραμμάτων. Τὸ 1796 ὁ Ρήγας θὰ ἐκδώσει τὴ μεγάλη δωδεκάφυλλη Χάρτα τῆς Ἑλλάδος καὶ ἕνα χάρτη τῆς Βλαχίας καὶ τῆς Μολδαβίας. εἶναι πολὺ σημαντικὸ νὰ καταλάβει κανεὶς ὅτι ὁ Ρήγας ἀποτελεῖ ἕναν ἀπὸ τοὺς πρωτοπόρους της ἐπιστήμης τῆς γεωγραφίας, ἐπιστήμη ποὺ κινεῖται παράλληλα μὲ τὴν ἄνθηση τῆς ἐθνικῆς συνείδησης τῶν λαῶν. Ὁ Ρήγας γίνεται ἐπικίνδυνος, γιατί ἀπευθύνεται στὸ κρυφὸ αἰσθητήριο τοῦ Βαλκάνιου γιὰ τὴ γεωγραφικὴ ἑνότητα τοῦ χώρου στὸν ὁποῖο κατοικεῖ. Ἡ χάρτα δὲν εἶναι μία ἁπλὴ ἀπεικόνιση τοῦ γεωγραφικοῦ χώρου τῆς Ἑλλάδος ἢ τῶν Βαλκανίων ἀλλὰ ἕνας ἱστορικὸς καὶ γεωγραφικὸς πίνακας τοῦ ἀρχαίου, τοῦ μεσαιωνικοῦ καὶ νέου Ἑλληνισμοῦ, ἐμπλουτισμένος μὲ ἄφθονα στοιχεῖα ἀρχαιογνωσίας, ἀρχαῖες ὀνομασίες πόλεων, χωρῶν, ποταμῶν, κλπ. Νεώτερες ἔρευνες ἀποδεικνύουν ὅτι πρόκειται γιὰ τὸ κράτος ποὺ ἤθελε νὰ δημιουργήσει στὸ Βαλκανικὸ χῶρο.
Δεύτερο σημαντικὸ πνευματικὸ σημεῖο ἐκείνης τῆς ἐποχῆς εἶναι ἡ συγγραφὴ τοῦ περίφημου «θουρίου», ἑνὸς τραγουδιοῦ, μίας ἔμμετρης ἐπαναστατικῆς προκήρυξης ποὺ ἀποτέλεσε προσκλητήριο πρὸς ὅλους τοὺς ὑπόδουλους λαοὺς τῶν Βαλκανίων. Ἂς σταθοῦμε σ᾿ ἕνα καίριο σημεῖο τοῦ τραγουδιοῦ.
«Βούλγαροι κι Ἀρβανίτες, Ἀρμένιοι καὶ Ρωμιοί, ἀράπηδες καὶ ἄσπροι, μὲ μία κοινὴ ὁρμή, γιὰ τὴν ἐλευθερία νὰ ζώσωμεν σπαθί...»
Ἡ ἰδιαιτερότητα αὐτοῦ τοῦ πρωτοφανοῦς κηρύγματος ἐντοπίζεται στὸ γεγονὸς ὅτι ἀποτελεῖ ἀνοιχτὸ προσκλητήριο σὲ ὅλους τοὺς ὑπόδουλους λαοὺς ἀνεξαρτήτως θρησκείας, φυλῆς καὶ χρώματος. Στὸ κήρυγμα λοιπὸν τοῦ Ρήγα ἐνυπάρχουν ἐξαιρετικὰ δείγματα μίας σύγχρονης πολιτικῆς σκέψης ποὺ συνοψίζει τὸ ἐπαναστατικὸ ρεῦμα, τὸ κήρυγμα ὑπὲρ τῆς ἀνεξιθρησκίας καὶ ταυτόχρονα παρουσιάζει ἀθέατα ἕνα ἀντιρατσιστικὸ μήνυμα, ἰδέες δηλαδὴ καὶ ἀντιλήψεις ποὺ θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ συναντήσει σὲ μία σύγχρονη πολιτειακὴ σκέψη.
Ὡστόσο τὸ σημαντικότερο ἔργο του εἶναι ἡ Διακήρυξη, τὴν ὁποία τύπωσε μυστικὰ σὲ χιλιάδες ἀντίτυπα τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1797. Τὴν ἴδια ἐποχὴ ὁ Ρήγας ἐπιθυμοῦσε νὰ συναντήσει τὸν Ναπολέοντα Βοναπάρτη, ὁ ὁποῖος βρισκόταν στὴν Ἰταλία. Ἡ Διακήρυξη ἀποτελεῖ τὸ πιὸ ριζοσπαστικὸ κείμενο τοῦ Ρήγα καὶ ταυτόχρονα αὐτὸ τὸ ὁποῖο θὰ τὸν καταστήσει ἐπικίνδυνο γιὰ κάθε ἐξουσία. Μέσα ἀπὸ τὴν καρδιὰ τοῦ ἀναχρονισμοῦ καὶ τῆς ἀντεπανάστασης, τὴν αὐτοκρατορικὴ Βιέννη, αὐτὸς θὰ κάνει λόγο γιὰ δημοκρατικὴ πολιτεία ποὺ θὰ ἐγκαθιδρυθεῖ στὴν ἐλεύθερη ἐπικράτεια καὶ θὰ ὀνομάζεται «Ἑλληνικὴ Δημοκρατία». Ὁ μεγάλος Ἕλληνας διανοητὴς θὰ στηρίξει τὸ λόγο του σὲ μία διακήρυξη τῶν «Δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ πολίτη» σαφῶς ἐπηρεασμένη ἀπὸ τὸ κήρυγμα τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Διαφωτισμοῦ καὶ τὸ ἔργο τῆς Γαλλικῆς Ἐπανάστασης. Γιὰ πρώτη φορά, θὰ γίνει λόγος γιὰ δικαιοσύνη.
«Ἡ Ἐλευθερία εἶναι ἐκείνη ἡ δύναμη ὅπου ἔχει ὁ ἄνθρωπος εἰς τὸ νὰ κάμει ὅλον ἐκεῖνο ὅπου δὲν βλάπτει εἰς τὰ δίκαια τῶν γειτόνων του». (ἄρ. 6) καὶ γιὰ κάτι ριζοσπαστικό, γιὰ καθολικὴ ἐκπαίδευση ὅλων τῶν ἀρσενικῶν καὶ θηλυκῶν παιδιῶν «ὅλοι χωρὶς ἐξαίρεσιν ἔχουν χρέος νὰ ἠξεύρουν γράμματα. Ἡ πατρὶς ἔχει νὰ καταστήσει σχολεῖα εἰς ὅλα, τὰ χωρία, διὰ τὰ ἀρσενικὰ καὶ θηλυκὰ παιδιά» (ἀρ. 22). Σ᾿ αὐτὸ τὸ τελευταῖο ἄρθρο πρωτο-γίνεται λόγος στὸ χῶρο τῶν Βαλκανίων γιὰ τὴν περίφημη ἰσοτιμία τῶν δυὸ φύλων.
Ὕστερα ἀπὸ αὐτὴ τὴ σύντομη ἀναφορὰ σ᾿ αὐτὸ τὸ τελευταῖο κεφαλαιῶδες ἔργο τοῦ Ρήγα γίνεται φανερὸ ὅτι αὐτὸς καὶ οἱ σύντροφοί του δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ μείνουν ἀνέγγιχτοι ἀπὸ τὴ δυναστικὴ ἐξουσία τῶν Ἀμβούργων τῆς Αὐστρίας, μίας χώρας ποὺ ἀργότερα θὰ πρωτοστατήσει στὴν προσπάθεια κατὰ τῆς Ἐπανάστασης τῶν Ἑλλήνων. Τὸ Δεκέμβριο τοῦ 1797 ὁ Ρήγας καὶ οἱ συνεργάτες τοὺς συλλαμβάνονται καὶ θὰ θανατωθοῦν τὸν Ἰούνιο τοῦ 1798 ὕστερα ἀπὸ μῆνες βασανιστικῶν ἀνακρίσεων...
Τὸ τέλος ὑποδεικνύει καὶ τὴν ἀρχή. Κανεὶς δὲ μπορεῖ νὰ πιστέψει ὅτι ἐδῶ τελείωσαν τὰ πράγματα. Ὁ Ρήγας μὲ τὸ ἔργο του, τὸ ὁποῖο εὐτύχησε νὰ τυπωθεῖ, ἀποτέλεσε τὸ σημεῖο ἀναφορᾶς καὶ κύριο καθοδηγητὴ κάθε ἐπαναστατημένου Ἕλληνα καὶ Βαλκάνιου. Τὸ τραγικό του τέλος δείχνει τὸ μέγεθος τῆς ἀπειλῆς τοῦ ἀγώνα καὶ τοῦ ἔργου τοῦ κατὰ τῶν τυράννων.
Μπορεῖ νὰ ὑποστηριχθεῖ ὅτι ὁ Ρήγας Βελεστινλὴς εἶναι μία ἀπὸ τὶς μοναδικὲς φυσιογνωμίες τοῦ Νεώτερου Ἑλληνισμοῦ καὶ τοῦ Βαλκανικοῦ χώρου: Διαφωτιστής, Ἐπαναστάτης, Μάρτυρας, Πολιτικὸς νοῦς, Στρατιωτικὸς νοῦς, Ὁραματιστὴς μιᾶς δημοκρατικῆς πολιτείας τῶν Βαλκανικῶν λαῶν, μετὰ τὴν ἀποτίναξη τῆς ὀθωμανικῆς τυραννίας.
Δὲν εὐτύχησε λόγω τῆς προδοσίας νὰ δεῖ ἐλεύθερους ἀπὸ τὴ σουλτανικὴ τυραννία τοὺς βαλκανικοὺς λαούς. Τὸ ἐπαναστατικό του ὡστόσο μήνυμα ἀτσάλωσε τοὺς σκλαβωμένους στὴν ἀπόφασή τους γιὰ ἐπανάσταση καὶ λίγα χρόνια ἀργότερα ὁ σπόρος τῆς λευθεριᾶς βλάστησε στὰ Βαλκάνια.
Σὲ μία καλαίσθητη ἔκδοση προσφέρονται πενήντα χαρακτηριστικὲς ρήσεις τοῦ Ρήγα ποὺ συλλέχθηκαν ἀπὸ τὰ ἔργα του καὶ οἱ ὁποῖες ἀναφέρονται στὰ μεγάλα θέματα τοῦ ἀνθρώπου: τὴν ἐλευθερία, τὴν παιδεία, τὴ δικαιοσύνη, τὴ φιλία, τὴ δημοκρατία, τὴν πατρίδα, τὴν ἰσονομία, τὴν ἀνεξιθρησκία, τὴ γλῶσσα, τὸ καθῆκον.
Τρίτη 11 Ιανουαρίου 2011
Ιωάννης Καποδίστριας1776 – 1831
Έλληνας πολιτικός και διπλωμάτης. Διετέλεσε Υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας και πρώτος Κυβερνήτης του ανεξάρτητου Ελληνικού Κράτους, το οποίο ίδρυσε εκ θεμελίων και με την προσωπική του περιουσία.
Γεννήθηκε στην Κέρκυρα στις 11 Φεβρουαρίου 1776 την περίοδο της Ενετοκρατίας. Ο πατέρας του Αντώνιος - Μαρία καταγόταν από οικογένεια ευγενών, καθώς ένας από τους πρόγονούς του είχε λάβει τον τίτλο του Κόμη από τον Δούκα της Σαβοΐας Κάρολο Εμμανουήλ τον Β'. Ο τίτλος εισήχθη στη «Χρυσή Βίβλο» (Libro d' Oro) των ευγενών της Κέρκυρας το 1679 και έλκει την καταγωγή του από το ακρωτήριο Ίστρια της Αδριατικής, το σημερινό Κόπερ της Σλοβενίας. Η οικογένεια της μητέρας του Διαμαντίνας (Αδαμαντίας) Γονέμη, ήταν επίσης εγγεγραμμένη στη «Χρυσή Βίβλο» από το 1606.
Ο νεαρός Ιωάννης σπούδασε ιατρική, φιλοσοφία και νομικά στο Πανεπιστήμιο της Παταβίας (Πάντοβα) της Ιταλίας. Το 1797 εγκαταστάθηκε στη γενέτειρά του Κέρκυρα και άσκησε το επάγγελμα του ιατρού - χειρούργου. Δύο χρόνια αργότερα, όταν η Ρωσία και η Τουρκία κατέλαβαν για λίγο τα Επτάνησα, του ανατέθηκε η διοίκηση του στρατιωτικού νοσοκομείου.
Το 1801 τα Επτάνησα αυτονομούνται και ο Ιωάννης Καποδίστριας γίνεται ένας από τους δύο διοικητές της Ιονίου Πολιτείας, σε ηλικία 25 ετών. Χάρη στην πολιτική του οξυδέρκεια και πειθώ απέτρεψε την εξέγερση της Κεφαλονιάς, που θα είχε απρόβλεπτες στη συνοχή του νεότευκτης πολιτείας. Έδειξε ευαισθησία και προσοχή στις ανησυχίες των Επτανησίων και πήρε πρωτοβουλίες για τη αναθεώρηση επί το δημοκρατικότερο του επτανησιακού συντάγματος, που είχαν επιβάλει Ρώσοι και Τούρκοι υπό τον τίτλο «Βυζαντινό Σύνταγμα».
Αποτέλεσμα των προσπαθειών του Καποδίστρια ήταν η ψήφιση ενός πιο φιλελεύθερου και δημοκρατικού συντάγματος το 1803. Οι μεγάλες δυνάμεις θορυβήθηκαν κι έστειλαν τον Γεώργιο Μοτσενίγο, προκειμένου να τον επιπλήξει. Όταν, όμως, ο εκπρόσωπός τους συναντήθηκε μαζί του, εντυπωσιάστηκε από την πολιτική και ηθική συγκρότηση του ανδρός. Ο Καποδίστριας διορίστηκε ομόφωνα από τη Γερουσία της Ιονίου Πολιτείας, Γραμματέας της Επικρατείας. Κατά τη διάρκεια της θητείας του αναδιοργάνωσε τη δημόσια διοίκηση, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην εκπαίδευση.
Τον Μάρτιο του 1807 εστάλη στη Λευκάδα, την οποία απειλούσε με κατάληψη ο Αλή Πασάς. Αναδιοργάνωσε την άμυνα του νησιού, αποτρέποντας την απειλή. Εκεί γνωρίστηκε με τους οπλαρχηγούς Κολοκοτρώνη, Νικηταρά, Ανδρούτσο και Μπότσαρη, που αργότερα θα πρωτοστατήσουν στην Επανάσταση του '21.
Τον Ιανουάριο 1809 ο Καποδίστριας εισήλθε στη διπλωματική υπηρεσία της Ρωσίας, κατόπιν προσκλήσεως του Τσάρου Αλέξανδρου Α'. Το 1813, διορίστηκε εκπρόσωπος της Ρωσίας στην Ελβετία, στην πρώτη του μεγάλη αποστολή, με σκοπό να συνεισφέρει στην απαλλαγή της από την επιρροή του Ναπολέοντα. Έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ενότητα, ανεξαρτησία και την ουδετερότητα της Ελβετίας και συνεισέφερε τα μέγιστα στο ελβετικό σύνταγμα, που προέβλεπε 19 αυτόνομα κρατίδια (καντόνια) ως συστατικά μέλη της ελβετικής ομοσπονδίας.
Συμμετείχε στο Συνέδριο της Βιέννης, που έθεσε της βάσεις της «Ιεράς Συμμαχίας», ως μέλος της ρωσικής αντιπροσωπίας, αποτελώντας το φιλελεύθερο αντίβαρο στην αντιδραστική πολιτική του αυστριακού πρίγκιπα Μέτερνιχ. Πέτυχε την εξουδετέρωση της αυστριακής επιρροής, την ακεραιότητα της Γαλλίας υπό Βουρβόνο μονάρχη, μετά την πτώση του Ναπολέοντα, καθώς και τη διεθνή ουδετερότητα της Ελβετίας, υπό την εγγύηση των Μεγάλων Δυνάμεων.
Μετά τις μεγάλες του διπλωματικές επιτυχίες, ο Τσάρος τον έχρισε Υπουργό Εξωτερικών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας από το 1816 έως το 1822. Ο Καποδίστριας, όμως, δεν ξέχασε τη γενέτειρά του και τα Επτάνησα, που είχαν περάσει κάτω από τον ασφυκτικό έλεγχο της Μεγάλης Βρετανίας. Το 1819 μετέβη στο Λονδίνο και προσπάθησε ματαίως να πείσει τη βρετανική κυβέρνηση να μετριάσει το αυταρχικό καθεστώς που είχε επιβάλει στα Ιόνια Νησιά.
Με την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης, υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει το αξίωμά του, καθώς είχε διαφωνήσει ανοιχτά με τον τσάρο Αλέξανδρο, που καταδίκαζε κάθε επαναστατική κίνηση στην Ευρώπη, πιστός στις αποφάσεις της Ιεράς Συμμαχίας. Το 1822 εγκαταστάθηκε στη Γενεύη της Ελβετίας, όπου έχαιρε υπόληψης για την προσφορά του στη δημιουργία της Ελβετικής Ομοσπονδίας, λαμβάνοντας τον τίτλο του επίτιμου πολίτη. Παρέμεινε εκεί έως το 1827, βοηθώντας ποικιλοτρόπως το επαναστατημένο έθνος.
Στις 30 Μαρτίου 1827 η Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας τον εξέλεξε Κυβερνήτη του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους, σε μία περίοδο που η Επανάσταση καρκινοβατούσε. Έπειτα από επίπονες διαβουλεύσεις στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες για την εξασφάλιση της απαραίτητης υποστήριξης για το ελληνικό κράτος, έφτασε στο Ναύπλιο στις 7 Ιανουαρίου 1828, γενόμενος δεκτός με ζητωκραυγές και ενθουσιώδεις εκδηλώσεις από τον λαό. Δύο ημέρες αργότερα μετέβη στην Αίγινα, η οποία είχε κριθεί καταλληλοτέρα από το Ναύπλιο ως προσωρινή έδρα της Κυβέρνησης.
Η πρώτη επαφή του με την ηπειρωτική Ελλάδα υπήρξε αποκαρδιωτική, λόγω της κατάστασης που επικρατούσε στο πολιτικό σκηνικό. Οι αντιπαλότητες που είχαν προκύψει μεταξύ των φατριών κατά τη διάρκεια της επανάστασης δεν είχαν κοπάσει, ενώ η χώρα είχε καταστραφεί και η οικονομία της τελούσε υπό πτώχευση.
Ο Καποδίστριας εκλήθη να κυβερνήσει με βάση το Δημοκρατικό Σύνταγμα της Τροιζήνας, αλλά ως οπαδός της πεφωτισμένης δεσποτείας πίστευε ότι τα Συντάγματα και τα Κοινοβουλευτικά Σώματα ήσαν πρόωρα για το ασύστατο ακόμα κράτος. Πρέσβευε εις την αρχή του ενός ανδρός, έστω και υπό προθεσμία. Στις 18 Ιανουαρίου 1828 πέτυχε ψήφισμα της Βουλής περί αναστολής του Συντάγματος. Έτσι, κατέστη η μοναδική πηγή εξουσίας, συνεπικουρούμενος από το Πανελλήνιον, ένα συμβουλευτικό σώμα αποτελούμενο από 27 μέλη. Στη σύγκληση μιας νέας Εθνοσυνέλευσης στο άμεσο μέλλον παραπεμπόταν η ψήφιση του νέου Συντάγματος. Ο Καποδίστριας εγκαινίασε την περίοδο της απολυταρχίας, η οποία διατηρήθηκε μέχρι το Σύνταγμα του 1843.
Ο νέος Κυβερνήτης έθεσε ως στόχο να βάλει τέλος στις εμφύλιες διαμάχες και επιδόθηκε αμέσως στο έργο της δημιουργίας Κράτους εκ του μηδενός, επιδεικνύοντας αξιοζήλευτη δραστηριότητα. Ίδρυσε την Εθνική Χρηματιστική Τράπεζα με τη βοήθεια του φίλου του ελβετού τραπεζίτη Εϋνάρδου, η οποία δεν ευδοκίμησε για πολύ. Ρύθμισε το νομισματικό σύστημα, καθότι ακόμη κυκλοφορούσαν τουρκικά και ξένα νομίσματα εντός της επικράτειας. Στις 28 Ιουλίου 1828 καθιέρωσε ως εθνική νομισματική μονάδα τον Φοίνικα και ίδρυσε Εθνικό Νομισματοκοπείο. Στις 24 Σεπτεμβρίου του ίδιου χρόνου οργάνωσε και την πρώτη ταχυδρομική υπηρεσία.
Ερχόμενος στο Ναύπλιο, ο Καποδίστριας βρήκε την Ελλάδα χωρίς δικαστική οργάνωση. Γνωρίζοντας ότι η απονομή της δικαιοσύνης αποτελεί θεμέλιο για τη δημιουργία μιας ευνομούμενης πολιτείας, ενδιαφέρθηκε προσωπικά για τη δημιουργία δικαστηρίων και τη στελέχωσή τους με το κατάλληλο προσωπικό. Οργάνωσε, ακόμη, τη διοίκηση του κράτους και ίδρυσε Στατιστική Υπηρεσία, η οποία διενήργησε την πρώτη απογραφή.
Αναδιοργάνωσε τις ένοπλες δυνάμεις υπό ενιαία διοίκηση, πετυχαίνοντας αφενός να καταπολεμήσει το κατεστημένο των οπλαρχηγών και αφετέρου να παρεμποδίσει την Οθωμανική προέλαση, όπως έδειξε η Μάχη της Πέτρας, όπου ο ελληνικός στρατός εμφανίσθηκε πειθαρχημένος και συγκροτημένος στην τελευταία μάχη του Αγώνα. Ο Καποδίστριας αντιμετώπισε επιτυχώς την πειρατεία, αναθέτοντας στον ναύαρχο Μιαούλη την καταστολή της. Εφάρμοσε την πρακτική της απομόνωσης (καραντίνας) των κοινοτήτων που πλήττονταν από τις επιδημίες του τύφου, της ελονοσίας και άλλων μολυσματικών ασθενειών. Προσπάθησε να ανοικοδομήσει το κατεστραμμένο εκπαιδευτικό σύστημα της Ελλάδας, ιδρύοντας πολλά αλληλοδιδακτικά σχολεία, καθώς και το Ορφανοτροφείο της Αίγινας.
Ο Καποδίστριας ενδιαφέρθηκε αποφασιστικά για τη γεωργία, που αποτελούσε τον ακρογωνιαίο λίθο της ελληνικής οικονομίας. Εισήγαγε πρώτος την καλλιέργεια της πατάτας, με ένα τρόπο που έδειχνε τη βαθειά του γνώση για τον ψυχισμό του Έλληνα εκείνης της εποχής. Διέταξε, λοιπόν, να αποθέσουν ένα φορτίο με πατάτες στο λιμάνι του Ναυπλίου και προέτρεψε τον καθένα να πάρει όσες θέλει. Συνάντησε, όμως, την παγερή αδιαφορία των πρωτευουσιάνων. Στη συνέχεια τοποθέτησε φρουρούς στο φορτίο και αμέσως σχεδόν στο Ναύπλιο κυκλοφόρησαν ψίθυροι ότι για να φυλάσσεται το φορτίο κάτι το πολύτιμο θα περιέχει. Οι άνθρωποι μαζεύτηκαν στο λιμάνι και λοξοκοίταζαν τις πατάτες. Άρχισαν σιγά-σιγά να τις κλέβουν κάτω από τη μύτη των φρουρών και στο τέλος έκαναν όλες φτερά. Δεν γνώριζαν, όμως, ότι ο Καποδίστριας είχε διατάξει τους φρουρούς να κάνουν τα στραβά μάτια. Με αυτή την ευφυή κίνηση, η πατάτα έγινε τότε μέρος της καθημερινής διατροφής του Έλληνα.
Οι πολιτικές κινήσεις του Καποδίστρια προκάλεσαν τη δυσαρέσκεια, τόσο των οπαδών του συνταγματικού πολιτεύματος, όσο και των προκρίτων και των ναυτικών. Η αίγλη που τον περιέβαλε άρχισε να διαλύεται. Η αδυναμία ικανοποιήσεως όλων των αιτημάτων, σε συνδυασμό με την καθυστέρηση διεξαγωγής των εκλογών, έδωσαν την αφορμή για το σχηματισμό ισχυρής αντιπολίτευσης κατά του Κυβερνήτη. Ο Καποδίστριας κατηγορήθηκε ακόμη ότι αγνόησε τη μακρά κοινοτική παράδοση της χώρας και θέλησε να μεταφυτεύσει από την αλλοδαπή θεσμούς, μη προσιδιάζοντες στην τότε πραγματικότητα.
Η πρώτη δυναμική αντιπολιτευτική ενέργεια ήλθε με τα στασιαστικά κινήματα της Ύδρας το 1829, που επιδίωκαν την ανατροπή του Καποδίστρια. Ζήτησαν από τον Μιαούλη να καταλάβει τον ναύσταθμο του Πόρου, πριν προλάβει ο διοικητής του Κανάρης να έλθει εναντίον της Ύδρας. Ο Καποδίστριας παρακάλεσε τον ναύαρχο Ρίκορντ να επιτεθεί κατά των στασιαστών. Πράγματι, ο ρώσος ναύαρχος απέκλεισε το ναύσταθμο και προ του κινδύνου να συλληφθεί ο Μιαούλης ανατίναξε τη φρεγάτα «Ελλάς» και την κορβέτα «Ύδρα» (τα δύο πιο αξιόπλοα πλοία του ελληνικού στόλου) και διέφυγε στην Ύδρα. Η αντίδραση κατά του Κυβερνήτη διογκωνόταν. Οι Μανιάτες αρνούνταν να πληρώσουν τους φόρους προς την κεντρική εξουσία και στασίασαν με τη σειρά τους.
Μοιραία στάθηκε η αντιπαλότητα του Καποδίστρια με τους Μαυρομιχάληδες, την ισχυρότερη οικογένεια της Μάνης. Ο Καποδίστριας συν το χρόνω γινόταν όλο και πιο ευερέθιστος και δύσπιστος έναντι όλων. Δεν είχε την απαραίτητη αυτοσυγκράτηση και ψυχραιμία, με συνέπεια την αδικαιολόγητη όξυνση των προσωπικών παθών. Σε αυτή την κατάσταση θα πρέπει να αποδοθεί και ο σκληρός τρόπος συμπεριφοράς του κατά του γηραιού Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Ο Καποδίστριας διέταξε τη σύλληψή του και τον εγκλεισμό του στη φυλακή. Τον αδελφό του Κωνσταντίνο και τον υιό του Γεώργιο τους κρατούσε στο Ναύπλιο, όπου είχε μεταφερθεί η πρωτεύουσα του νεοελληνικού κράτους. Το γεγονός αυτό εξέθρεψε το μίσος και την ανάγκη εκδίκηση από την πλευρά των Μαυρομιχαλαίων.
Στις 5:35 το πρωί της 27ης Σεπτεμβρίου 1831 ο Ιωάννης Καποδίστριας δέχθηκε δολοφονική επίθεση από τον Κωνσταντίνο και τον Γεώργιο Μαυρομιχάλη έξω από την εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα, όπου μετέβαινε για να εκκλησιασθεί και έπεσε νεκρός. Ο μόνος που τον συνόδευε ήταν ο μονόχειρας σωματοφύλακάς του, ονόματι Κοκκώνης.
Ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης εφονεύθη επί τόπου από τους προστρέξαντες, οι οποίοι κυριολεκτικώς τον λυντσάρισαν. Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης ζήτησε προστασία στη Γαλλική Πρεσβεία. Κατόπιν επιμόνου απαιτήσεως του συγκεντρωμένου πλήθους, που απείλησε ότι θα κάψει την πρεσβεία, ο αντιπρεσβευτής βαρόνος Ρουάν τον παρέδωσε στις αρχές. Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης καταδικάσθηκε σε θάνατο από στρατοδικείο και εθανατώθη δια τυφεκισμού το πρωί της 10ης Οκτωβρίου 1831.
Στη θέση του δολοφονημένου Ιωάννη Καποδίστρια διορίστηκε για μικρό διάστημα ο αδερφός του Αυγουστίνος. Η χώρα είχε βυθιστεί στο χάος και την αναρχία και οι Προστάτιδες Δυνάμεις βρήκαν την ευκαιρία να εγκαθιδρύσουν βασιλεία, φοβούμενες την επικράτηση ενός φιλελεύθερου κινήματος.
Η ελληνική πολιτεία τίμησε τον Κυβερνήτη, δίνοντας το όνομά του σε δημόσιους χώρους και ιδρύματα, όπως στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ο επίσημος τίτλος του οποίου είναι Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ακόμη, ο Ιωάννης Καποδίστριας απεικονίζεται στο κέρμα των 20 λεπτών της ελληνικής έκδοσης του ευρώ, ενώ το σχέδιο διοικητικής αναδιοργάνωσης της χώρας έλαβε το όνομά του («Πρόγραμμα Ι. Καποδίστριας»).
Από: http://www.sansimera.gr/biographies/195
Ετικέτες
Ιωάννης Καποδίστριας1776 – 1831
Παρασκευή 7 Ιανουαρίου 2011
Eντίθ Πιαφ1915 – 1963
H Eντίθ Zιοβανά Γκασιόν, που αργότερα θα της έδιναν το στοργικό επίθετο Πιάφ - σπουργιτάκι στα γαλλικά- γεννήθηκε στο Παρίσι, στις 19 Δεκεμβρίου του 1915. H μητέρα της, τραγουδίστρια του δρόμου, παράτησε το παιδί στη γιαγιά του, που διατηρούσε οίκο ανοχής σε επαρχιακή κωμόπολη.
Σε ηλικία οκτώ ετών, η μικρή Eντίθ τυφλώθηκε από άγνωστη αιτία, ωστόσο ξαναβρήκε το φως της πολλούς μήνες μετά. Στα εφηβικά της χρόνια, την πήρε κοντά του ο πατέρας της, που εργαζόταν ως ακροβάτης σε τσίρκο, και την έβαζε να τραγουδάει για να συμπληρώνει το «νούμερό» του.
Όταν ξέσπασε ο B' Παγκόσμιος Πόλεμος, η Πιαφ ήταν ήδη διάσημη. Μία φωνή που παρηγορούσε τους Γάλλους στα δύσκολα εκείνα χρόνια της εθνικής ταπείνωσης. Μετά το τέλος του πολέμου η φήμη της ανέβηκε στα ύψη. Ωστόσο, στη ζωή της δεν κυριάρχησε το ρόδινο χρώμα. Το ιατρικό ιστορικό της περιλαμβάνει τραυματισμούς σε τροχαία, κούρες αποτοξίνωσης, επτά εγχειρήσεις και μια απόπειρα αυτοκτονίας. Το μοναδικό της παιδί, η Μαρσέλ, πέθανε σε ηλικία δύο ετών, το 1935.
Άρρωστη και καταβεβλημένη, η Εντίθ Πιάφ έφυγε από τη ζωή πριν συμπληρώσει τα 48 της χρόνια, στις 11 Οκτωβρίου του 1963. Έως και σήμερα θεωρείται η μεγαλύτερη φωνή της Γαλλίας και μία από τις πιο συγκλονιστικές του κόσμου.
O Λεό Φερέ έγραψε για την Εντίθ Πιάφ το «Les amants de Paris», o Aνρί Kοντέ το «Padam–padam», ο νεαρός Zορζ Mουστακί τής έδωσε τον υπέροχο «Mylord», ο Σαρλ Nτιμόν το εμβληματικό «Non, je ne regrette rien».
H Mαργκερίτ Mονό, ταλαντούχα πιανίστα και συνθέτις, της έγραψε μερικά από τα ωραιότερα τραγούδια της - ανάμεσά τους το «Hymne a l'amour», εμπνευσμένο από τον θάνατο του Mαρσέλ Σερντάν, του πρωτοπυγμάχου που ήταν ο μεγάλος έρωτας της τραγουδίστριας και που σκοτώθηκε σε αεροπορικό δυστύχημα. H ίδια η Πιαφ άφησε το επισκεπτήριό της στη σύνθεση, με το χιλιοτραγουδισμένο «La vie en rose».
Τρίτη 4 Ιανουαρίου 2011
Μαξιμιλιανός Ροβεσπιέρος1758 – 1794
Ο Μαξιμιλιανός Ροβεσπιέρος υπήρξε ο διασημότερος και ο πλέον αμφιλεγόμενος από τους ηγέτες της Γαλλικής Επανάστασης. Γεννήθηκε στο Αράς στις 6 Μαΐου 1758 και ήταν δικηγόρος. Γρήγορα ξεχώρισε για τις επαγγελματικές του ικανότητες και απέκτησε φήμη ως υπερασπιστής των φτωχών.
Στην κεντρική πολιτική σκηνή της Γαλλίας εισήλθε τον Μάιο του 1789, ως μέλος των Γενικών Τάξεων, που συgκάλεσε ο Λουδοβίκος ο 16ος. Ο Ροβεσπιέρος, θαυμαστής του Ζαν Ζακ Ρουσό και των Διαφωτιστών, αμέσως ανέλαβε πρωταγωνιστικό ρόλο, υπερασπιζόμενος τα λαϊκά συμφέροντα απέναντι στον κλήρο και τους ευγενείς.
Μόλις ξέσπασε η Γαλλική Επανάσταση στις 14 Ιουλίου του 1789, ο Ροβεσπιέρος αναδείχθηκε ένας από τους αδιαμφισβήτητους ηγέτες της, συμμετέχοντας στην πολιτική παράταξη των «Ιακωβίνων», που απετελείτο από τα πιο ριζοσπαστικά στοιχεία της ανερχόμενης αστικής τάξης. Το προσωνύμιο που του αποδόθηκε τότε και τον ακολούθησε ως το τέλος της ζωής του ήταν «Αδιάφθορος».
Τα πρώτα χρόνια της επανάστασης την εξουσία ασκούσαν οι «Γιρονδίνοι», τα συντηρητικά στοιχεία των επαναστατών και ο Ροβεσπιέρος βρέθηκε απέναντί τους καταγγέλλοντας όσα αντιλαϊκά και αντιδημοκρατικά μέσα προωθούσαν.
Το Δεκέμβριο του 1792 τέθηκε ενώπιον της Εθνοσυνέλευσης το μέγα ερώτημα για την τύχη του βασιλιά Λουδοβίκου, που ήταν κρατούμενος από τους επαναστάτες. Ο Ροβεσπιέρος, σε μια αποστροφή του λόγου του, είπε: «Ο Λουδοβίκος πρέπει να πεθάνει για να ζήσει η χώρα». Στις 21 Ιανουαρίου 1793 ο πολίτης Λουδοβίκος Καπέτος (πρώην βασιλιάς Λουδοβίκος 16ος),καρατομήθηκε.
Η ευκαιρία για τους «Ιακωβίνους» και τον Ροβεσπιέρο να αρπάξουν την εξουσία δόθηκε το 1793, μετά τον ατυχή πόλεμο της Γαλλίας κατά της Αγγλίας, Ολλανδίας και Ισπανίας και την απόπειρα εσχάτης προδοσίας του στρατηγού Ντιμουριέ. Οι ηγέτες των «Γιρονδίνων» δικάστηκαν και τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς οδηγήθηκαν στη λαιμητόμο.
Τότε αρχίζει η περίοδος κυριαρχίας των Ιακωβίνων και του Ροβεσπιέρου, μέσω της Επιτροπής Κοινής Σωτηρίας, που κυβέρνησε δικτατορικά και τυραννικά. Ο τρόμος πλανιόταν πάνω από τη Γαλλία. Η εποχή αυτή έμεινε στην ιστορία ως η Περίοδος της Τρομοκρατίας, ένας όρος που πλάστηκε εκείνα τα χρόνια και μας ακολουθεί μέχρι σήμερα.
Από το Νοέμβριο του 1793 ως τον Ιούλιο του 1794, 2.000 αντίπαλοι των «Ιακωβίνων» καρατομήθηκαν μόνο στο Παρίσι. Τα όποια φιλολαϊκά μέτρα εισηγήθηκε ο Ροβεσπιέρος, όπως η αναδιανομή των γαιών, δεν ήταν αρκετά για να ανακουφίσουν τη χώρα από το αίσθημα τρόμου που την διακατείχε. Θύματα του Ροβεσπιέρου υπήρξαν οι σύντροφοι του Ντυμουλέν, ΄Εμπερ και Δαντών, που καρατομήθηκαν ως μετριοπαθείς.
Με διάταγμα του Ροβεσπιέρου στις 7 Μαΐου 1794 καθιερώθηκε η πολιτική θρησκεία στη Γαλλία με τη λατρεία του Υπέρτατου Όντος. Βασίστηκε στις ιδέες του Ζαν Ζακ Ρουσό που περιλαμβάνονται στο «Κοινωνικό Συμβόλαιο» και στην αντίθεση του Ρουσό τόσο με τον Καθολικισμό, όσο και με τον αθεϊσμό που πρέσβευε ο Εμπέρ.
Το τέλος του Ροβεσπιέρου ήταν ανάλογο με αυτό που επιφύλαξε στους αντιπάλους του. Μία ετερόκλητη συμμαχία αντιπάλων και συντρόφων τους από τους «Ιακωβίνους», που διαφωνούσαν με την πολιτική του, τον ανέτρεψαν και χωρίς δίκη τον οδήγησαν στην γκιλοτίνα στις 28 Ιουλίου 1794.
Από: http://www.sansimera.gr/biographies/
Στην κεντρική πολιτική σκηνή της Γαλλίας εισήλθε τον Μάιο του 1789, ως μέλος των Γενικών Τάξεων, που συgκάλεσε ο Λουδοβίκος ο 16ος. Ο Ροβεσπιέρος, θαυμαστής του Ζαν Ζακ Ρουσό και των Διαφωτιστών, αμέσως ανέλαβε πρωταγωνιστικό ρόλο, υπερασπιζόμενος τα λαϊκά συμφέροντα απέναντι στον κλήρο και τους ευγενείς.
Μόλις ξέσπασε η Γαλλική Επανάσταση στις 14 Ιουλίου του 1789, ο Ροβεσπιέρος αναδείχθηκε ένας από τους αδιαμφισβήτητους ηγέτες της, συμμετέχοντας στην πολιτική παράταξη των «Ιακωβίνων», που απετελείτο από τα πιο ριζοσπαστικά στοιχεία της ανερχόμενης αστικής τάξης. Το προσωνύμιο που του αποδόθηκε τότε και τον ακολούθησε ως το τέλος της ζωής του ήταν «Αδιάφθορος».
Τα πρώτα χρόνια της επανάστασης την εξουσία ασκούσαν οι «Γιρονδίνοι», τα συντηρητικά στοιχεία των επαναστατών και ο Ροβεσπιέρος βρέθηκε απέναντί τους καταγγέλλοντας όσα αντιλαϊκά και αντιδημοκρατικά μέσα προωθούσαν.
Το Δεκέμβριο του 1792 τέθηκε ενώπιον της Εθνοσυνέλευσης το μέγα ερώτημα για την τύχη του βασιλιά Λουδοβίκου, που ήταν κρατούμενος από τους επαναστάτες. Ο Ροβεσπιέρος, σε μια αποστροφή του λόγου του, είπε: «Ο Λουδοβίκος πρέπει να πεθάνει για να ζήσει η χώρα». Στις 21 Ιανουαρίου 1793 ο πολίτης Λουδοβίκος Καπέτος (πρώην βασιλιάς Λουδοβίκος 16ος),καρατομήθηκε.
Η ευκαιρία για τους «Ιακωβίνους» και τον Ροβεσπιέρο να αρπάξουν την εξουσία δόθηκε το 1793, μετά τον ατυχή πόλεμο της Γαλλίας κατά της Αγγλίας, Ολλανδίας και Ισπανίας και την απόπειρα εσχάτης προδοσίας του στρατηγού Ντιμουριέ. Οι ηγέτες των «Γιρονδίνων» δικάστηκαν και τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς οδηγήθηκαν στη λαιμητόμο.
Τότε αρχίζει η περίοδος κυριαρχίας των Ιακωβίνων και του Ροβεσπιέρου, μέσω της Επιτροπής Κοινής Σωτηρίας, που κυβέρνησε δικτατορικά και τυραννικά. Ο τρόμος πλανιόταν πάνω από τη Γαλλία. Η εποχή αυτή έμεινε στην ιστορία ως η Περίοδος της Τρομοκρατίας, ένας όρος που πλάστηκε εκείνα τα χρόνια και μας ακολουθεί μέχρι σήμερα.
Από το Νοέμβριο του 1793 ως τον Ιούλιο του 1794, 2.000 αντίπαλοι των «Ιακωβίνων» καρατομήθηκαν μόνο στο Παρίσι. Τα όποια φιλολαϊκά μέτρα εισηγήθηκε ο Ροβεσπιέρος, όπως η αναδιανομή των γαιών, δεν ήταν αρκετά για να ανακουφίσουν τη χώρα από το αίσθημα τρόμου που την διακατείχε. Θύματα του Ροβεσπιέρου υπήρξαν οι σύντροφοι του Ντυμουλέν, ΄Εμπερ και Δαντών, που καρατομήθηκαν ως μετριοπαθείς.
Με διάταγμα του Ροβεσπιέρου στις 7 Μαΐου 1794 καθιερώθηκε η πολιτική θρησκεία στη Γαλλία με τη λατρεία του Υπέρτατου Όντος. Βασίστηκε στις ιδέες του Ζαν Ζακ Ρουσό που περιλαμβάνονται στο «Κοινωνικό Συμβόλαιο» και στην αντίθεση του Ρουσό τόσο με τον Καθολικισμό, όσο και με τον αθεϊσμό που πρέσβευε ο Εμπέρ.
Το τέλος του Ροβεσπιέρου ήταν ανάλογο με αυτό που επιφύλαξε στους αντιπάλους του. Μία ετερόκλητη συμμαχία αντιπάλων και συντρόφων τους από τους «Ιακωβίνους», που διαφωνούσαν με την πολιτική του, τον ανέτρεψαν και χωρίς δίκη τον οδήγησαν στην γκιλοτίνα στις 28 Ιουλίου 1794.
Από: http://www.sansimera.gr/biographies/
Ετικέτες
Μαξιμιλιανός Ροβεσπιέρος1758 – 1794
Σάββατο 1 Ιανουαρίου 2011
Ηλιούγεννα ή ο μύθος των Χριστουγέννων
Ηλιούγεννα ή ο μύθος των Χριστουγέννων
Η γέννηση του Διόνυσου
Αναμφίβολα τα Χριστούγεννα, όπως και το Πάσχα, οι χριστιανοί ζουν τις πιο συγκινητικές στιγμές της πίστης τους. Όμως αποτελούν αυτά πραγματικά γεγονότα ή μοναχά σύμβολα της πίστης; Δυστυχώς μόνον οι μυημένοι, αυτοί δηλαδή που έψαξαν σε βάθος τη θρησκεία αυτή, από τον χριστιανικό γνωστικισμό και παλαιότερα, αναγνωρίζουν το δεύτερο σαν πιθανό. Οι περισσότεροι, για να μην πω όλοι, έχουν την εντύπωση ότι ζουν μία πραγματική ανάμνηση. Ανάμνηση σε ένα πραγματικό γεγονός!
Απ’ όποια πλευρά και να το δει κανείς η άποψη αυτή φαίνεται πολύ τραβηγμένη και κυρίως αυθαίρετη. Ας μην αναφερθούμε, στο άρθρο αυτό, αν ο Ιησούς ήταν υπαρκτό πρόσωπο ή όχι. Ο χρόνος είναι μακρύς και θα μας δοθεί η ευκαιρία να το σχολιάσουμε μία άλλη φορά. Αυτές τις μέρες λοιπόν γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα. Πρωταγωνιστές της ιστορίας: η παρθένος Μαρία και ο νεότοκος γιος της Ιησούς.
Εύλογα μπορεί να ρωτήσει κανείς γιατί η γιορτή αυτή άργησε να λατρευτεί τόσο πολύ. Ο λόγος κυρίως είναι πως η γέννηση θεωρούνταν, όχι μόνο τότε αλλά και σήμερα, παγανιστική γιορτή. Οι χριστιανοί γιορτάζανε όταν το τιμώμενο πρόσωπο εγκατέλειπε την εγκόσμια ζωή και επέστρεφε στον Κύριο, τον τόπο του Θεού, όπου η ζωή θεωρείται αιώνια. Η Μαρία άλλωστε μέχρι τον 5ο αιώνα δεν λατρεύτηκε ποτέ! Η Οικουμενική Σύνοδος της Εφέσου το 431 επέτρεψε για πρώτη φορά τη λατρεία της! Ούτε οι «Πράξεις των Αποστολών» την αναφέρουν! Η γέννηση του Ιησού επίσης μέχρι τον 4ο αιώνα αγνοούνταν. Μόνον επί Πάπα Ιουλίου γιορτάστηκε η γέννηση του Ιησού, όταν στην Ανατολή την αγνοούσαν ακόμα. Οι τελευταίοι γιόρταζαν σαν μεγαλύτερη γιορτή μετά το Πάσχα, τα Επιφάνεια στις 6 Ιανουαρίου. Είναι ψέμα ότι γιόρταζαν τα Χριστούγεννα μαζί με τα Επιφάνεια. Αυτό κατόπιν το επινόησαν. Απλά στις 6 του Γενάρη είχαν ορίσει οι Γνωστικοί την βάπτιση του Χριστού, στην οποία τους παρουσιάστηκε σαν Υιός του Θεού και κατά τους χριστιανούς αργότερα, σαν Θεοφάνια, δηλαδή του Επιφανέντος Θεού. Με την εμφάνιση του Αγίου Πνεύματος γεννήθηκε ο τριαδικός θεός. Γι αυτό και όταν αργότερα υιοθέτησαν τη σαρκική του γέννηση, αυτήν την ονόμασαν «δεύτερη γέννηση». Ο δευτερογεννημένος Ιησούς, εδώ ταυτίζεται, όπως θα δούμε πιο κάτω με τον δευτερογεννημένο «Διμήτριο» Διόνυσο Ζαγρέα.Πριν περάσουμε όμως στα συγκρητικά στοιχεία πρέπει να γνωρίζετε ότι, η Αρμενική Εκκλησία γιορτάζει, ακόμα και σήμερα, τα Χριστούγεννα στις 6 Γενάρη!
Τότε, ακόμα νωρίτερα, στην Αίγυπτο, γιόρταζαν το χειμερινό ηλιοστάσιο σε συνδυασμό με την υπερχείλιση των υδάτων του Νείλου και στη Μέση Ανατολή τηρούνταν μία ανάλογη γιορτή στην οποία οι θαυμαστές και μυστηριώδεις βρύσες ανάβλυζαν κρασί αντί για νερό!
Στην Άνδρο, επίσης, υπήρχε μια πηγή δίπλα από το ναό τού Διονύσου που την παραμονή των επιφανίων έτρεχε νερό που είχε γεύση κρασιού!
Ο θρησκευτικός συγκρητισμός ενσωμάτωσε στον χριστιανισμό τον Αγιασμό των Υδάτων και αργότερα επινόησε το πρώτο θαύμα στην Κανά που υποτίθεται ότι ο Ιησούς μετέτρεπε το νερό σε κρασί! Ανάμεσα στο Διόνυσο και τον Ιησού μπορεί να βρει κανείς αρκετούς παραλληλισμούς που δεν δικαιολογούνται με την σύμπτωση.
Όμως, ας επιστρέψουμε στην πρώτη γιορτή των Χριστουγέννων που υιοθετήθηκε τον 4ο αιώνα από τον Πάπα Ιούλιο. Ποια ημέρα έπρεπε να υιοθετήσουν, οι Ρωμαίοι, γι’ αυτή την μεγαλειώδη γιορτή; Αναμφίβολα, εκείνη που στη Δύση είχε τη μεγαλύτερη επιρροή! Τότε που γιορταζόταν η γέννηση του Ήλιου, κατά τα τέλη των Σατουρναλίων. Ο Δεκέμβριος ήταν αφιερωμένος στον Κρόνο προς τιμήν του οποίου γιόρταζαν τα Σατουρνάλια που ξεκινούσαν από τις 17 του μηνός. Πίστευαν ότι στις 25 του μηνός ο Ήλιος αναγεννιέται και παίρνει νέα δύναμη. Γι αυτό και γιόρταζαν τα γενέθλια του αήττητου ήλιου.
Τότε δηλαδή που τα γερμανικά και κελτικά φύλα γιόρταζαν το Γιούλ, δηλαδή το χειμερινό ηλιοστάσιο με την επιστροφή του Ήλιου. Από παλαιότερα άλλωστε οι χριστιανοί γιόρταζαν τον Ήλιο δίνοντας το όνομά του στην τιμώμενη μέρα της εβδομάδας. Οι Δυτικοί την ονομάζουν Μέρα του Ήλιου Sun-day και οι Ορθόδοξοι Κυριακή, μέρα του Κυρίου, για να τιμήσουν τον νοητό Ήλιο της δικαιοσύνης!
Είναι γνωστό άλλωστε ότι ο Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος, ο οποίος νομιμοποίησε το Χριστιανισμό στη Ρώμη, λάτρευε τον Sol Invictus (Ανίκητος Ήλιος), συγχωνεύοντας τις θεότητες του Μίθρα, του Ήλιου και του Απόλλωνα.
Η 25η Δεκεμβρίου, όμως, ήταν η μέρα των Μιθραϊκών τελετουργιών, μέρα που οι Ρωμαίοι γιόρταζαν τη γέννηση του Μίθρα!
Ο Μίθρας ήταν Ινδοϊρακινός Θεός που από τον 1ο αιώνα, πριν τη χρονολόγησή μας, έφτασε στη Δύση και η επιρροή του στο λαό, ιδιαίτερα ανάμεσα στο στρατό, η λατρεία του πήρε μεγάλες διαστάσεις (2ο και 3ο αιώνας). Επί Διοκλητιανού έγινε προστάτης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και επί Κωνσταντίνου, με την άνοδο του χριστιανισμού στην Ανατολή, άρχισε να εξασθενεί.
Ο Μίθρας γεννήθηκε σε μια σπηλιά, μέσα από ένα βράχο, και γι αυτό οι σπηλιές λατρεύτηκαν σαν κατοικία του Θεού. Ήταν ο Θεός του Φωτός που ανέτειλε για να δώσει Φως, Αλήθεια και Δικαιοσύνη στον κόσμο. Η σπηλιά δείχνει ότι ο Θεός έρχεται από το σκοτάδι για να ρίξει το Φως του στους ανθρώπους, να τους λυτρώσει δηλαδή από το σκότος!
Όμως και ο Χριστός λατρεύεται σαν «ο φέρων το φως» υποκαθιστώντας τους ηλιακούς θεούς του αρχαίου κόσμου. Στην αρχαιότητα γιόρταζαν την ίδια μέρα τη γέννηση του Θείου Βρέφους Λικνίτη Διονύσου στους Δελφούς, του Θείου Βρέφους Αιώνα στην Αλεξάνδρεια, του Θείου Βρέφους Πλούτου στην Ελευσίνα, που συμβόλιζε τον πλούτο της σοδειάς, με γιορτές, διασκεδάσεις και ξεφαντώματα.
Η νύχτα των Χριστουγέννων είναι η ιερότερη μέρα της χρονιάς, επειδή βρίσκεται κοντά στις χειμερινές τροπές του ήλιου. Μετά τη γέννηση «αύξει το φως» και Ηλίου γενέθλιον».Ας μη ξεχνάμε και ο Δίας σε σπήλαιο της Κρήτης γεννήθηκε και δεν ήταν ο μοναδικός!
Εδώ μπορείς να ξεναγηθείς στο Ιδαίον Άντρον του Διός
Ο Μίθρας αρχικά λατρεύτηκε κυρίως από τους ποιμένες και γι αυτό θεωρήθηκε Ποιμένας των ανθρώπων.
Πρόσφερε στον κόσμο βίο πνευματικό, ελπίδα και λύτρωση μετά θάνατον. Οι μύστες καθαίρονταν με το καθαρτήριο νερό και στους οπαδούς τελούσαν ένα είδος βαπτίσματος χρίζοντας το μέτωπο!
Έτσι ακριβώς και ο Ιησούς περιέγραφε τον εαυτό του σαν "Καλός Ποιμένας". Προσωπογραφίες του Χριστού τον δείχνουν να κρατάει τη ράβδο του ποιμένα. Η ράβδος επίσης φαίνεται και στα χέρια του Όσιρι από την Αιγυπτιακή τέχνη. Στη λογοτεχνία τα επίθετα του sa και Asar-sa σημαίνουν "ποιμένας" και "Όσιρις ο ποιμένας".Είναι τόσες οι ομοιότητες με τον χριστιανισμό που ο Ιουστίνος ο Μάρτυρας (2ος αιώνας) δεν άντεξε και ξέσπασε πως ο διάβολος αντέγραψε από πριν αυτά που θα πίστευαν οι χριστιανοί μετά!
Σας φαίνεται τραβηγμένη η εκδοχή… το παρελθόν να μιμείται το μέλλον; Εγώ πάντως νόμιζα ότι συνέβαινε αντίστροφα και δεν είμαι ο μόνος! Εν πάση περιπτώσει οι καλοθελητές χριστιανοί, τότε που ο χριστιανισμός κατασκευάζονταν το έχαψαν, όπως έχαψαν τόσα άλλα παράλογα και εξωτικά πράγματα. Εσείς για παράδειγμα αυτές τις μέρες πού πιστεύετε πως γεννήθηκε ο Ιησούς, σε σπήλαιο, σαν τον Μίθρα ή σε στάβλο σαν ποιμένας;
Ξέρω. Σε στάβλο θα μου πουν οι περισσότεροι. Όμως αγνοείτε ότι τον καιρό εκείνο οι σπηλιές χρησίμευαν και σαν στάβλοι, όταν ο καιρός ήταν απειλητικός για τα ζώα των βοσκών, μέσα στις οποίες υπήρχαν και φάτνες, ξύλινες κατασκευές δηλαδή για την τροφή των ζώων. Ο Ιουστίνος ο Μάρτυρας, από τους πρώτους χριστιανούς, όταν ο Ιουδαιοχριστιανισμός βρισκόταν ακόμα στα σκαριά, ήξερε καλύτερα που τοποθετούσαν τη γέννηση του βρέφους (βλέπε Διάλογο προς Τρύφωνα 78.5).Ακόμα και σήμερα στον Εσπερινό ο παπάς απαγγέλλει «Σήμερον η παρθένος τίκτει ένδον εν τω σπηλαίω»
Όμως τα αποδιδόμενα κείμενα του Λουκά (2.1-16) αργότερα στο τέλος του 2ου αιώνα, τοποθέτησαν το στάβλο σε πανδοχείο της Βηθλεέμ, αν και δεν μπόρεσαν να αποσιωπήσουν τους βοσκούς που πρώτοι επισκέφτηκαν την Μαρία με το παιδί, δημιουργώντας την πρώτη αντίφαση με τον Ματθαίο που μιλά για Μάγους από την Ανατολή.
Αυτοί οι τελευταίοι είδαν το άστρο να φεγγοβολά από την Ανατολή κι έτσι κατάφεραν να εντοπίσουν το σημείο όπου γεννήθηκε ο Ιησούς, ενώ ο Ηρώδης που ζούσε στην Ιερουσαλήμ, δεν κατάφερε να τον βρει ποτέ!
Παρ’ όλου ότι ζούσε στην Ιερουσαλήμ!
Έτσι λένε οι χριστιανοί!
Η ιστορία λέει όμως ότι αυτός πέθανε το 4 πριν τη γέννηση του Ιησού!
Ω, φίλοι μου αναγνώστες, δεν μπορώ να κάνω βήμα στο ιστορικό αυτό «γεγονός» και οι αντιφάσεις με κυνηγούν!
Μόνο οι πιστοί βρίσκονται σε απόλυτη πνευματική αγαλλίαση, ονειροπαρμένοι στις επάλξεις του μεγάλου ιστορικού γεγονότος! Οι καθοδηγητές τους προνόησαν να τραβήξουν τις εξηγήσεις από τα αυτιά και τους έπεισαν.
Τους έπεισαν;
Προσπαθούν οι πιστοί, όχι να κατανοήσουν, αλλά να κλείσουν τα τραβηγμένα τους αυτιά στην Αλήθεια. Τα ανοίγουν μόνο όταν οι καθοδηγητές ανοίγουν, σαν προφήτες, το στόμα τους.
Οι τελευταίοι ψάχνουν για αποδείξεις!
Πού;Μα φυσικά στην Παλιά Διαθήκη! Εκεί βρίσκονται οι ρίζες τους! Βρήκαν χωρία που ταίριαζαν κάπως και απομονώνοντάς τα από το υπόλοιπο κείμενο, τα ερμήνευαν όπως ήθελαν. Βλέπεις δεν υπήρχαν βιβλία όπως σήμερα και οι περισσότεροι δεν ήξεραν γράμματα! Έτσι, οι κατεργαράκοι επινοητές και πλαστογράφοι της ιστορίας έκαναν θαύματα βγάζοντας, κυριολεκτικά, λαγούς από το καπέλο τους!
Μεταξύ άλλων παράλογων προφητειών, στην Π.Δ. υποτίθεται προφητεύτηκε το αστέρι της Βηθλεέμ και μάλιστα… στους Αριθμούς (24.17)! «Θέλει ανατείλει άστρο εξ’ Ιακώβ και θέλει αναστηθεί σκήπτρο εκ του Ισραήλ». Μα δε θα το συνδέσω αυτό με το Μίθρα που σαν Ουράνιο Φως ανατέλλει, αλλά εκεί που οι Αριθμοί παραπέμπουν, αν δεν απομόνωναν τη φράση, που ακριβώς στη συνέχεια λέει «…και θέλει πατάξει τους αρχηγούς του Μωάβ και εξολοθρεύσει πάντας τους υιούς τους Σηθ». Αν έπιαναν οι χριστιανοί την Αγία Γραφή, κάτι θα έβλεπαν, όμως προτιμούν να αφήσουν τους καθοδηγητές και τους κήρυκες, που τα πλάθουν όπως θέλουν αυτοί, να τους πλάθουν και το μυαλό!
Να τι βρήκαν λοιπόν στον Ησαΐα (7.14) που έλεγε «ιδού η παρθένος θέλει συλλάβει και γεννήσει υιόν και θέλει καλεσθή το όνομα αυτού Εμμανουήλ».
Εδώ, τι να πρωτοσχολιάσει κανείς, τη λέξη halamah που εβραϊκά σημαίνει «νέα γυναίκα» και όχι την παρθένα ή ότι ο συγγραφέας μιλούσε για τη μάνα κάποιου προφήτη τότε και όχι για τη Μαρία μετά πεντακόσια χρόνια! Μήπως και τον Ιησού τον φώναξε κανείς Εμμανουήλ ή μήπως η Μαρία αν δεν ήταν παρθένα θα το μάθαινε ποτέ κανείς… (Οι λεπτομέρειες αυτές λίγο ενδιαφέρουν. Όμως αν κάποιος θέλει να ασχοληθεί περισσότερο με τα θέματα αυτά μπορεί να δει κι εδώ).
Ας κάνουμε όμως λόγο για την περιβόητη παρθενιά, που χριστουγεννιάτικα η άμωμη σύλληψη και γέννηση του τέκνου, αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Πολύ παλιά, όταν οι άνθρωποι ήθελαν να θεοποιήσουν κάποιον, αναζητούσαν να του δώσουν ιδιότητες που δεν είχαν οι άνθρωποι, ώστε να αποδεικνύει την θεϊκή του καταγωγή. Σχεδόν πάντα ο πατέρας ήταν ο Θεός κι η μάνα μία Κόρη που ζούσε ανάμεσα στους ανθρώπους. Εμείς σαν Έλληνες το γνωρίζουμε πολύ καλύτερα αυτό. Ο Δίας ήταν ο πιο μπερμπάτης Θεός, όπως τον αναφέρει και ο Καζαντζάκης στον Ζορμπά, με τις περισσότερες «ενώσεις». Δεν είναι το θέμα μας, τώρα να εξετάσουμε, πόσο αυτό αναφέρεται στο συμβολισμό (Ζεύξις), αλλά μόνο σαν συνήθεια του ανθρώπου να θεωρεί άμωμη τη σύλληψη από το Θεό.
Σαν έκφραση «ενδιαφέρουσα» η κατάσταση της κύησης στη γυναίκα, φαίνεται να υποδηλώνει πως μέσα της φέρει το σπέρμα του Θεού (Εν-Δια-Φέρουσα) όμως δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι από πότε απαντάται σαν έκφραση της κοινής ελληνικής, αφού στην αρχαία ελληνική δεν έχουμε κάτι αντίστοιχο. Ή μήπως έχουμε… ώστε να δικαιολογεί κάθε «απροσδόκητη» και «τυχαία» γονιμοποιό εξέλιξη, καρπό κάποιου απρόσεκτου άνδρα ή κάποιας εξωσυζυγικής σχέσης! Λογής-λογής τεχνάσματα, λέει η ελληνική μυθολογία, σκαρφίζονταν ο Δίας, προκειμένου να (Δια)σπείρει άσπιλα και θαυματουργικά τον καρπό του, στις όμορφες Παρθένες των ανθρώπων!
Ακόμα κι ο Ιωσήφ, στο χριστιανικό μύθο, όταν έμαθε ότι η γυναίκα του έμεινε έγκυος, πήρε το δισάκι του να φύγει και τότε, λέει ο μύθος, του παρουσιάστηκε ένας άγγελος Κυρίου που τον πληροφόρησε πως η γυναίκα του έμεινε έγκυος από το Θεό, με τη μυρωδιά του κρίνου!
Η Αθηνά, η Άρτεμις και η Εστία είναι τα σύμβολα της αγνότητας της ελληνικής μυθολογίας. Βέβαια είναι θεές που στην πρώτη οι Αθηναίοι της αφιέρωσαν τον Παρθενώνα. Μα και ο πατέρας του Διονύσου είναι ο Δίας. Γύρω από τη γέννηση του Διόνυσου υπάρχουν πολλές εκδοχές.
Σε μια εκδοχή του μύθου, στη Νάξο τότε, λέγανε πως η Σεμέλη δεν πρόλαβε να τον γεννήσει γιατί στους έξι μήνες κύησης τον πήρε ο Δίας σαν έμβρυο και τον έβαλε στον μηρό του. Έτσι γεννήθηκε σαν Θεάνθρωπος και η Σεμέλη έμεινε παρθένα! Κι επειδή ο Διόνυσος γεννήθηκε από δύο μήτρες γι αυτό ονομάστηκε και Δι-μήτριος!
Επίσης, ο Περσέας, γεννήθηκε από την παρθένα Δανάη που η ιστορία του μοιάζει τόσο πολύ με την ιστορία του Χριστού, ώστε ο μάρτυρας Ιουστίνος να εξάπτεται απ’ το γεγονός αυτό λέγοντας ότι, ο διάβολος, ξέροντας ότι ο Χριστός θα έρθει σύντομα στη γη, κανόνισε τα πράγματα έτσι ώστε τα θαύματα να γίνουν πριν τον ερχομό Του!
Να και μερικά παραδείγματα από άλλες μυθολογίες. Η ιέρεια Ματεμουά ακόμα φαίνεται στα ερείπια των τειχών του Λουξώρ στην Αίγυπτο όπου παρθένα έφερε στον κόσμο τον Φαραώ Αμενχοτέπ τον Γ΄ πριν από 3500 χρόνια
Την εποχή της εμφάνισης του χριστιανισμού, στην Αίγυπτο, όπως είπαμε ήδη, γιορταζόταν στις 6 του Γενάρη η γέννηση του Θεού Έων από την παρθένα Κόρη, όπως ακριβώς έδειχναν εικόνες τη γέννηση του Διόνυσου, την ίδια μέρα, μέσα σε μία σπηλιά! Μα και η γνωστή Ίσιδα άμωμα συνέλαβε το θεό Ήλιο.
Μεγάλος αριθμός από αγαλματίδια την δείχνουν να έχει στην αγκαλιά της το μικρό Ώρο, όπως ακριβώς ο Ιησούς βρίσκεται αγκαλιά στα χέρια της Μαρίας.
Ο Φρίγιος Άττις που αποκαλείται από τους πιστούς του «Αμνός του Θεού», γεννήθηκε από την παρθένα Νάνα. Ο Άδωνις από τη Μύρρα, και ο Βούδας από την παρθένα Μάγια. Τα ονόματα Νάνα, Μύρρα και Μάγια, παρά τις διαφορετικές γλώσσες, είναι ομόηχα με την παρθένα Μαρία, τη μητέρα του Ιησού.
Όμως και σαν Μητέρα, η παρθένα Μαρία δεν πρωτοτυπεί.Πριν από αυτήν, όπως και στην περίπτωση του Μίθρα, η Κυβέλη λατρεύτηκε το 205, πριν από τη χρονολόγηση μας, σε ολόκληρη τη νέα ρωμαϊκή αυτοκρατορία, για πάνω από 250 χρόνια, σαν την Μεγάλη Μητέρα ή τη Μητέρα των Θεών, που ανάλογα με τον τόπο πήρε πολλά ονόματα: Ιδαία, Ρέα, Φρυγία, Άγδιστη.
Στην Ελλάδα την έλεγαν Μητρώα και ο ναός της Μητρώον. Όταν σταμάτησε η λατρεία της ο ναός της μετατράπηκε σε αποθηκευτικό χώρο στον οποίο οι Αθηναίοι αποθήκευαν τα δημόσια έγγραφα. Από τότε υιοθετήσαμε για τα αντίστοιχα έγγραφα του κράτους τον «αριθμό μητρώου»! Περισσότερα για το Μητρώον εδώ και εδώ.
Όλα αυτά δείχνουν πως οι θρησκευτικές ιδέες ταξιδεύουν από μία θρησκεία στην άλλη. Οι αρχαίες θρησκείες δεν είχαν το μονοπώλιο των ιδεών, ούτε την βαρβαρότητα του χριστιανισμού να επιβάλουν με τη βία, ώστε οι ιθύνοντες της ηγεσίας της να πελεκούν άκρα, να βασανίζουν, να καίνε και να εξοντώνουν τους αλλόθρησκους. Δεν υπήρχαν αιρέσεις, δεν υπήρχε θρησκευτικό μίσος! Αντίθετα, η μία θρησκεία συνδεόταν με ομοιότητες με την άλλη. Υπήρχε σύμπνοια και αγάπη μεταξύ τους και όχι διχόνοια και μίσος όπως στις τρεις «εξ Αποκαλύψεως» σημερινές θρησκείες.
Όταν τα στοιχεία αυτά διαμόρφωσαν την χριστιανική θρησκεία τότε οι κύριοι πλαστογράφοι σκαρφίστηκαν κάθε απάτη, ανοησία και παραλογισμό για να πείσουν τους πιστούς τους ότι… οι προηγούμενοι τους αντέγραψαν!
Ο κακόμοιρος ο Ιουστίνος, χωρίς να μπορεί να στεριώσει σε καμιά φιλοσοφική σχολή της Ελλάδας, βρήκε καταφύγιο μόνο στη νέα θρησκεία του Ιουδαιοχριστιανισμού, που λίγα χρόνια πριν οι πλαστογράφοι της ιστορίας και επινοητές του ψεύδους λεηλάτησαν ό,τι υπερβατικά πιστευόταν εκείνο τον καιρό. Δεν μπορούσε να φανταστεί πώς είναι δυνατόν η Δανάη να γέννησε τον Περσέα και να παρέμεινε παρθένα κι ο Μίθρας να έχει τόσες ομοιότητες με τον Ιησού (τότε αγνοούνταν ακόμα η 25η του Δεκέμβρη, φαντάσου), όμως να έχει δώδεκα μαθητές κι αυτός και να τους συνάξει σ’ ένα Μυστικό Δείπνο (να και η ανάρτηση για το Πάσχα!) δεν μπορούσε να το χωρέσει ο νους του!
Μια επιγραφή στο Βατικανό, προφανώς απομεινάρι ενός ναού του Μίθρα, γράφει «Αυτός που δεν θα φάει από το σώμα μου ούτε θα πιει από το αίμα μου έτσι ώστε να γίνει ένα με μένα και εγώ μ' αυτόν, αυτός δεν θα σωθεί».
Ποιος έφταιγε; Ο Ιουστίνος ή οι πλαστογράφοι;Ποτέ δεν απέδωσε την ανοησία στο μυαλό του, αλλά προτίμησε να τη φορτώσει στους… δαίμονες, που παρέδωσαν τα μυστήρια στους ειδωλολάτρες θεούς, ξέροντας ότι τα ίδια θα έκανε και ο Ιησούς όταν θα ερχόταν!
Σας φαίνονται φαιδρά όλα αυτά;
Να ξέρατε τι αίμα χύθηκε γι’ αυτές τις φαιδρότητες…
Μετά απ όλα αυτά, χριστιανοί και κάθε λογής πιστοί υπερβατικών ιδεών, σας εύχομαι να γιορτάσετε τα Χριστούγεννα με κατάνυξη ψυχής!
Μείνετε ήσυχοι!
Άλλοι δούλεψαν για σας. Πλαστογράφοι, χαλκευτές, απατεώνες και κοντά σε αυτούς σιγοποντάριζε και η ανθρώπινη βλακεία, για να σας εξασφαλίσουν απαντήσεις για παν επιστητό.
Χωνέψτε τις και κοιμηθείτε ήσυχα!
Η αλήθεια δεν σας άγγιξε ποτέ!
Χρόνια Πολλά και Ευτυχισμένο το Νέον Έτος!
Δανεισμένο από που- δεν θυμάμαι πια..
Αξίζει όμως να το διαβάσει προσεκτικά κανείς..
Η γέννηση του Διόνυσου
Αναμφίβολα τα Χριστούγεννα, όπως και το Πάσχα, οι χριστιανοί ζουν τις πιο συγκινητικές στιγμές της πίστης τους. Όμως αποτελούν αυτά πραγματικά γεγονότα ή μοναχά σύμβολα της πίστης; Δυστυχώς μόνον οι μυημένοι, αυτοί δηλαδή που έψαξαν σε βάθος τη θρησκεία αυτή, από τον χριστιανικό γνωστικισμό και παλαιότερα, αναγνωρίζουν το δεύτερο σαν πιθανό. Οι περισσότεροι, για να μην πω όλοι, έχουν την εντύπωση ότι ζουν μία πραγματική ανάμνηση. Ανάμνηση σε ένα πραγματικό γεγονός!
Απ’ όποια πλευρά και να το δει κανείς η άποψη αυτή φαίνεται πολύ τραβηγμένη και κυρίως αυθαίρετη. Ας μην αναφερθούμε, στο άρθρο αυτό, αν ο Ιησούς ήταν υπαρκτό πρόσωπο ή όχι. Ο χρόνος είναι μακρύς και θα μας δοθεί η ευκαιρία να το σχολιάσουμε μία άλλη φορά. Αυτές τις μέρες λοιπόν γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα. Πρωταγωνιστές της ιστορίας: η παρθένος Μαρία και ο νεότοκος γιος της Ιησούς.
Εύλογα μπορεί να ρωτήσει κανείς γιατί η γιορτή αυτή άργησε να λατρευτεί τόσο πολύ. Ο λόγος κυρίως είναι πως η γέννηση θεωρούνταν, όχι μόνο τότε αλλά και σήμερα, παγανιστική γιορτή. Οι χριστιανοί γιορτάζανε όταν το τιμώμενο πρόσωπο εγκατέλειπε την εγκόσμια ζωή και επέστρεφε στον Κύριο, τον τόπο του Θεού, όπου η ζωή θεωρείται αιώνια. Η Μαρία άλλωστε μέχρι τον 5ο αιώνα δεν λατρεύτηκε ποτέ! Η Οικουμενική Σύνοδος της Εφέσου το 431 επέτρεψε για πρώτη φορά τη λατρεία της! Ούτε οι «Πράξεις των Αποστολών» την αναφέρουν! Η γέννηση του Ιησού επίσης μέχρι τον 4ο αιώνα αγνοούνταν. Μόνον επί Πάπα Ιουλίου γιορτάστηκε η γέννηση του Ιησού, όταν στην Ανατολή την αγνοούσαν ακόμα. Οι τελευταίοι γιόρταζαν σαν μεγαλύτερη γιορτή μετά το Πάσχα, τα Επιφάνεια στις 6 Ιανουαρίου. Είναι ψέμα ότι γιόρταζαν τα Χριστούγεννα μαζί με τα Επιφάνεια. Αυτό κατόπιν το επινόησαν. Απλά στις 6 του Γενάρη είχαν ορίσει οι Γνωστικοί την βάπτιση του Χριστού, στην οποία τους παρουσιάστηκε σαν Υιός του Θεού και κατά τους χριστιανούς αργότερα, σαν Θεοφάνια, δηλαδή του Επιφανέντος Θεού. Με την εμφάνιση του Αγίου Πνεύματος γεννήθηκε ο τριαδικός θεός. Γι αυτό και όταν αργότερα υιοθέτησαν τη σαρκική του γέννηση, αυτήν την ονόμασαν «δεύτερη γέννηση». Ο δευτερογεννημένος Ιησούς, εδώ ταυτίζεται, όπως θα δούμε πιο κάτω με τον δευτερογεννημένο «Διμήτριο» Διόνυσο Ζαγρέα.Πριν περάσουμε όμως στα συγκρητικά στοιχεία πρέπει να γνωρίζετε ότι, η Αρμενική Εκκλησία γιορτάζει, ακόμα και σήμερα, τα Χριστούγεννα στις 6 Γενάρη!
Τότε, ακόμα νωρίτερα, στην Αίγυπτο, γιόρταζαν το χειμερινό ηλιοστάσιο σε συνδυασμό με την υπερχείλιση των υδάτων του Νείλου και στη Μέση Ανατολή τηρούνταν μία ανάλογη γιορτή στην οποία οι θαυμαστές και μυστηριώδεις βρύσες ανάβλυζαν κρασί αντί για νερό!
Στην Άνδρο, επίσης, υπήρχε μια πηγή δίπλα από το ναό τού Διονύσου που την παραμονή των επιφανίων έτρεχε νερό που είχε γεύση κρασιού!
Ο θρησκευτικός συγκρητισμός ενσωμάτωσε στον χριστιανισμό τον Αγιασμό των Υδάτων και αργότερα επινόησε το πρώτο θαύμα στην Κανά που υποτίθεται ότι ο Ιησούς μετέτρεπε το νερό σε κρασί! Ανάμεσα στο Διόνυσο και τον Ιησού μπορεί να βρει κανείς αρκετούς παραλληλισμούς που δεν δικαιολογούνται με την σύμπτωση.
Όμως, ας επιστρέψουμε στην πρώτη γιορτή των Χριστουγέννων που υιοθετήθηκε τον 4ο αιώνα από τον Πάπα Ιούλιο. Ποια ημέρα έπρεπε να υιοθετήσουν, οι Ρωμαίοι, γι’ αυτή την μεγαλειώδη γιορτή; Αναμφίβολα, εκείνη που στη Δύση είχε τη μεγαλύτερη επιρροή! Τότε που γιορταζόταν η γέννηση του Ήλιου, κατά τα τέλη των Σατουρναλίων. Ο Δεκέμβριος ήταν αφιερωμένος στον Κρόνο προς τιμήν του οποίου γιόρταζαν τα Σατουρνάλια που ξεκινούσαν από τις 17 του μηνός. Πίστευαν ότι στις 25 του μηνός ο Ήλιος αναγεννιέται και παίρνει νέα δύναμη. Γι αυτό και γιόρταζαν τα γενέθλια του αήττητου ήλιου.
Τότε δηλαδή που τα γερμανικά και κελτικά φύλα γιόρταζαν το Γιούλ, δηλαδή το χειμερινό ηλιοστάσιο με την επιστροφή του Ήλιου. Από παλαιότερα άλλωστε οι χριστιανοί γιόρταζαν τον Ήλιο δίνοντας το όνομά του στην τιμώμενη μέρα της εβδομάδας. Οι Δυτικοί την ονομάζουν Μέρα του Ήλιου Sun-day και οι Ορθόδοξοι Κυριακή, μέρα του Κυρίου, για να τιμήσουν τον νοητό Ήλιο της δικαιοσύνης!
Είναι γνωστό άλλωστε ότι ο Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος, ο οποίος νομιμοποίησε το Χριστιανισμό στη Ρώμη, λάτρευε τον Sol Invictus (Ανίκητος Ήλιος), συγχωνεύοντας τις θεότητες του Μίθρα, του Ήλιου και του Απόλλωνα.
Η 25η Δεκεμβρίου, όμως, ήταν η μέρα των Μιθραϊκών τελετουργιών, μέρα που οι Ρωμαίοι γιόρταζαν τη γέννηση του Μίθρα!
Ο Μίθρας ήταν Ινδοϊρακινός Θεός που από τον 1ο αιώνα, πριν τη χρονολόγησή μας, έφτασε στη Δύση και η επιρροή του στο λαό, ιδιαίτερα ανάμεσα στο στρατό, η λατρεία του πήρε μεγάλες διαστάσεις (2ο και 3ο αιώνας). Επί Διοκλητιανού έγινε προστάτης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και επί Κωνσταντίνου, με την άνοδο του χριστιανισμού στην Ανατολή, άρχισε να εξασθενεί.
Ο Μίθρας γεννήθηκε σε μια σπηλιά, μέσα από ένα βράχο, και γι αυτό οι σπηλιές λατρεύτηκαν σαν κατοικία του Θεού. Ήταν ο Θεός του Φωτός που ανέτειλε για να δώσει Φως, Αλήθεια και Δικαιοσύνη στον κόσμο. Η σπηλιά δείχνει ότι ο Θεός έρχεται από το σκοτάδι για να ρίξει το Φως του στους ανθρώπους, να τους λυτρώσει δηλαδή από το σκότος!
Όμως και ο Χριστός λατρεύεται σαν «ο φέρων το φως» υποκαθιστώντας τους ηλιακούς θεούς του αρχαίου κόσμου. Στην αρχαιότητα γιόρταζαν την ίδια μέρα τη γέννηση του Θείου Βρέφους Λικνίτη Διονύσου στους Δελφούς, του Θείου Βρέφους Αιώνα στην Αλεξάνδρεια, του Θείου Βρέφους Πλούτου στην Ελευσίνα, που συμβόλιζε τον πλούτο της σοδειάς, με γιορτές, διασκεδάσεις και ξεφαντώματα.
Η νύχτα των Χριστουγέννων είναι η ιερότερη μέρα της χρονιάς, επειδή βρίσκεται κοντά στις χειμερινές τροπές του ήλιου. Μετά τη γέννηση «αύξει το φως» και Ηλίου γενέθλιον».Ας μη ξεχνάμε και ο Δίας σε σπήλαιο της Κρήτης γεννήθηκε και δεν ήταν ο μοναδικός!
Εδώ μπορείς να ξεναγηθείς στο Ιδαίον Άντρον του Διός
Ο Μίθρας αρχικά λατρεύτηκε κυρίως από τους ποιμένες και γι αυτό θεωρήθηκε Ποιμένας των ανθρώπων.
Πρόσφερε στον κόσμο βίο πνευματικό, ελπίδα και λύτρωση μετά θάνατον. Οι μύστες καθαίρονταν με το καθαρτήριο νερό και στους οπαδούς τελούσαν ένα είδος βαπτίσματος χρίζοντας το μέτωπο!
Έτσι ακριβώς και ο Ιησούς περιέγραφε τον εαυτό του σαν "Καλός Ποιμένας". Προσωπογραφίες του Χριστού τον δείχνουν να κρατάει τη ράβδο του ποιμένα. Η ράβδος επίσης φαίνεται και στα χέρια του Όσιρι από την Αιγυπτιακή τέχνη. Στη λογοτεχνία τα επίθετα του sa και Asar-sa σημαίνουν "ποιμένας" και "Όσιρις ο ποιμένας".Είναι τόσες οι ομοιότητες με τον χριστιανισμό που ο Ιουστίνος ο Μάρτυρας (2ος αιώνας) δεν άντεξε και ξέσπασε πως ο διάβολος αντέγραψε από πριν αυτά που θα πίστευαν οι χριστιανοί μετά!
Σας φαίνεται τραβηγμένη η εκδοχή… το παρελθόν να μιμείται το μέλλον; Εγώ πάντως νόμιζα ότι συνέβαινε αντίστροφα και δεν είμαι ο μόνος! Εν πάση περιπτώσει οι καλοθελητές χριστιανοί, τότε που ο χριστιανισμός κατασκευάζονταν το έχαψαν, όπως έχαψαν τόσα άλλα παράλογα και εξωτικά πράγματα. Εσείς για παράδειγμα αυτές τις μέρες πού πιστεύετε πως γεννήθηκε ο Ιησούς, σε σπήλαιο, σαν τον Μίθρα ή σε στάβλο σαν ποιμένας;
Ξέρω. Σε στάβλο θα μου πουν οι περισσότεροι. Όμως αγνοείτε ότι τον καιρό εκείνο οι σπηλιές χρησίμευαν και σαν στάβλοι, όταν ο καιρός ήταν απειλητικός για τα ζώα των βοσκών, μέσα στις οποίες υπήρχαν και φάτνες, ξύλινες κατασκευές δηλαδή για την τροφή των ζώων. Ο Ιουστίνος ο Μάρτυρας, από τους πρώτους χριστιανούς, όταν ο Ιουδαιοχριστιανισμός βρισκόταν ακόμα στα σκαριά, ήξερε καλύτερα που τοποθετούσαν τη γέννηση του βρέφους (βλέπε Διάλογο προς Τρύφωνα 78.5).Ακόμα και σήμερα στον Εσπερινό ο παπάς απαγγέλλει «Σήμερον η παρθένος τίκτει ένδον εν τω σπηλαίω»
Όμως τα αποδιδόμενα κείμενα του Λουκά (2.1-16) αργότερα στο τέλος του 2ου αιώνα, τοποθέτησαν το στάβλο σε πανδοχείο της Βηθλεέμ, αν και δεν μπόρεσαν να αποσιωπήσουν τους βοσκούς που πρώτοι επισκέφτηκαν την Μαρία με το παιδί, δημιουργώντας την πρώτη αντίφαση με τον Ματθαίο που μιλά για Μάγους από την Ανατολή.
Αυτοί οι τελευταίοι είδαν το άστρο να φεγγοβολά από την Ανατολή κι έτσι κατάφεραν να εντοπίσουν το σημείο όπου γεννήθηκε ο Ιησούς, ενώ ο Ηρώδης που ζούσε στην Ιερουσαλήμ, δεν κατάφερε να τον βρει ποτέ!
Παρ’ όλου ότι ζούσε στην Ιερουσαλήμ!
Έτσι λένε οι χριστιανοί!
Η ιστορία λέει όμως ότι αυτός πέθανε το 4 πριν τη γέννηση του Ιησού!
Ω, φίλοι μου αναγνώστες, δεν μπορώ να κάνω βήμα στο ιστορικό αυτό «γεγονός» και οι αντιφάσεις με κυνηγούν!
Μόνο οι πιστοί βρίσκονται σε απόλυτη πνευματική αγαλλίαση, ονειροπαρμένοι στις επάλξεις του μεγάλου ιστορικού γεγονότος! Οι καθοδηγητές τους προνόησαν να τραβήξουν τις εξηγήσεις από τα αυτιά και τους έπεισαν.
Τους έπεισαν;
Προσπαθούν οι πιστοί, όχι να κατανοήσουν, αλλά να κλείσουν τα τραβηγμένα τους αυτιά στην Αλήθεια. Τα ανοίγουν μόνο όταν οι καθοδηγητές ανοίγουν, σαν προφήτες, το στόμα τους.
Οι τελευταίοι ψάχνουν για αποδείξεις!
Πού;Μα φυσικά στην Παλιά Διαθήκη! Εκεί βρίσκονται οι ρίζες τους! Βρήκαν χωρία που ταίριαζαν κάπως και απομονώνοντάς τα από το υπόλοιπο κείμενο, τα ερμήνευαν όπως ήθελαν. Βλέπεις δεν υπήρχαν βιβλία όπως σήμερα και οι περισσότεροι δεν ήξεραν γράμματα! Έτσι, οι κατεργαράκοι επινοητές και πλαστογράφοι της ιστορίας έκαναν θαύματα βγάζοντας, κυριολεκτικά, λαγούς από το καπέλο τους!
Μεταξύ άλλων παράλογων προφητειών, στην Π.Δ. υποτίθεται προφητεύτηκε το αστέρι της Βηθλεέμ και μάλιστα… στους Αριθμούς (24.17)! «Θέλει ανατείλει άστρο εξ’ Ιακώβ και θέλει αναστηθεί σκήπτρο εκ του Ισραήλ». Μα δε θα το συνδέσω αυτό με το Μίθρα που σαν Ουράνιο Φως ανατέλλει, αλλά εκεί που οι Αριθμοί παραπέμπουν, αν δεν απομόνωναν τη φράση, που ακριβώς στη συνέχεια λέει «…και θέλει πατάξει τους αρχηγούς του Μωάβ και εξολοθρεύσει πάντας τους υιούς τους Σηθ». Αν έπιαναν οι χριστιανοί την Αγία Γραφή, κάτι θα έβλεπαν, όμως προτιμούν να αφήσουν τους καθοδηγητές και τους κήρυκες, που τα πλάθουν όπως θέλουν αυτοί, να τους πλάθουν και το μυαλό!
Να τι βρήκαν λοιπόν στον Ησαΐα (7.14) που έλεγε «ιδού η παρθένος θέλει συλλάβει και γεννήσει υιόν και θέλει καλεσθή το όνομα αυτού Εμμανουήλ».
Εδώ, τι να πρωτοσχολιάσει κανείς, τη λέξη halamah που εβραϊκά σημαίνει «νέα γυναίκα» και όχι την παρθένα ή ότι ο συγγραφέας μιλούσε για τη μάνα κάποιου προφήτη τότε και όχι για τη Μαρία μετά πεντακόσια χρόνια! Μήπως και τον Ιησού τον φώναξε κανείς Εμμανουήλ ή μήπως η Μαρία αν δεν ήταν παρθένα θα το μάθαινε ποτέ κανείς… (Οι λεπτομέρειες αυτές λίγο ενδιαφέρουν. Όμως αν κάποιος θέλει να ασχοληθεί περισσότερο με τα θέματα αυτά μπορεί να δει κι εδώ).
Ας κάνουμε όμως λόγο για την περιβόητη παρθενιά, που χριστουγεννιάτικα η άμωμη σύλληψη και γέννηση του τέκνου, αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Πολύ παλιά, όταν οι άνθρωποι ήθελαν να θεοποιήσουν κάποιον, αναζητούσαν να του δώσουν ιδιότητες που δεν είχαν οι άνθρωποι, ώστε να αποδεικνύει την θεϊκή του καταγωγή. Σχεδόν πάντα ο πατέρας ήταν ο Θεός κι η μάνα μία Κόρη που ζούσε ανάμεσα στους ανθρώπους. Εμείς σαν Έλληνες το γνωρίζουμε πολύ καλύτερα αυτό. Ο Δίας ήταν ο πιο μπερμπάτης Θεός, όπως τον αναφέρει και ο Καζαντζάκης στον Ζορμπά, με τις περισσότερες «ενώσεις». Δεν είναι το θέμα μας, τώρα να εξετάσουμε, πόσο αυτό αναφέρεται στο συμβολισμό (Ζεύξις), αλλά μόνο σαν συνήθεια του ανθρώπου να θεωρεί άμωμη τη σύλληψη από το Θεό.
Σαν έκφραση «ενδιαφέρουσα» η κατάσταση της κύησης στη γυναίκα, φαίνεται να υποδηλώνει πως μέσα της φέρει το σπέρμα του Θεού (Εν-Δια-Φέρουσα) όμως δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι από πότε απαντάται σαν έκφραση της κοινής ελληνικής, αφού στην αρχαία ελληνική δεν έχουμε κάτι αντίστοιχο. Ή μήπως έχουμε… ώστε να δικαιολογεί κάθε «απροσδόκητη» και «τυχαία» γονιμοποιό εξέλιξη, καρπό κάποιου απρόσεκτου άνδρα ή κάποιας εξωσυζυγικής σχέσης! Λογής-λογής τεχνάσματα, λέει η ελληνική μυθολογία, σκαρφίζονταν ο Δίας, προκειμένου να (Δια)σπείρει άσπιλα και θαυματουργικά τον καρπό του, στις όμορφες Παρθένες των ανθρώπων!
Ακόμα κι ο Ιωσήφ, στο χριστιανικό μύθο, όταν έμαθε ότι η γυναίκα του έμεινε έγκυος, πήρε το δισάκι του να φύγει και τότε, λέει ο μύθος, του παρουσιάστηκε ένας άγγελος Κυρίου που τον πληροφόρησε πως η γυναίκα του έμεινε έγκυος από το Θεό, με τη μυρωδιά του κρίνου!
Η Αθηνά, η Άρτεμις και η Εστία είναι τα σύμβολα της αγνότητας της ελληνικής μυθολογίας. Βέβαια είναι θεές που στην πρώτη οι Αθηναίοι της αφιέρωσαν τον Παρθενώνα. Μα και ο πατέρας του Διονύσου είναι ο Δίας. Γύρω από τη γέννηση του Διόνυσου υπάρχουν πολλές εκδοχές.
Σε μια εκδοχή του μύθου, στη Νάξο τότε, λέγανε πως η Σεμέλη δεν πρόλαβε να τον γεννήσει γιατί στους έξι μήνες κύησης τον πήρε ο Δίας σαν έμβρυο και τον έβαλε στον μηρό του. Έτσι γεννήθηκε σαν Θεάνθρωπος και η Σεμέλη έμεινε παρθένα! Κι επειδή ο Διόνυσος γεννήθηκε από δύο μήτρες γι αυτό ονομάστηκε και Δι-μήτριος!
Επίσης, ο Περσέας, γεννήθηκε από την παρθένα Δανάη που η ιστορία του μοιάζει τόσο πολύ με την ιστορία του Χριστού, ώστε ο μάρτυρας Ιουστίνος να εξάπτεται απ’ το γεγονός αυτό λέγοντας ότι, ο διάβολος, ξέροντας ότι ο Χριστός θα έρθει σύντομα στη γη, κανόνισε τα πράγματα έτσι ώστε τα θαύματα να γίνουν πριν τον ερχομό Του!
Να και μερικά παραδείγματα από άλλες μυθολογίες. Η ιέρεια Ματεμουά ακόμα φαίνεται στα ερείπια των τειχών του Λουξώρ στην Αίγυπτο όπου παρθένα έφερε στον κόσμο τον Φαραώ Αμενχοτέπ τον Γ΄ πριν από 3500 χρόνια
Την εποχή της εμφάνισης του χριστιανισμού, στην Αίγυπτο, όπως είπαμε ήδη, γιορταζόταν στις 6 του Γενάρη η γέννηση του Θεού Έων από την παρθένα Κόρη, όπως ακριβώς έδειχναν εικόνες τη γέννηση του Διόνυσου, την ίδια μέρα, μέσα σε μία σπηλιά! Μα και η γνωστή Ίσιδα άμωμα συνέλαβε το θεό Ήλιο.
Μεγάλος αριθμός από αγαλματίδια την δείχνουν να έχει στην αγκαλιά της το μικρό Ώρο, όπως ακριβώς ο Ιησούς βρίσκεται αγκαλιά στα χέρια της Μαρίας.
Ο Φρίγιος Άττις που αποκαλείται από τους πιστούς του «Αμνός του Θεού», γεννήθηκε από την παρθένα Νάνα. Ο Άδωνις από τη Μύρρα, και ο Βούδας από την παρθένα Μάγια. Τα ονόματα Νάνα, Μύρρα και Μάγια, παρά τις διαφορετικές γλώσσες, είναι ομόηχα με την παρθένα Μαρία, τη μητέρα του Ιησού.
Όμως και σαν Μητέρα, η παρθένα Μαρία δεν πρωτοτυπεί.Πριν από αυτήν, όπως και στην περίπτωση του Μίθρα, η Κυβέλη λατρεύτηκε το 205, πριν από τη χρονολόγηση μας, σε ολόκληρη τη νέα ρωμαϊκή αυτοκρατορία, για πάνω από 250 χρόνια, σαν την Μεγάλη Μητέρα ή τη Μητέρα των Θεών, που ανάλογα με τον τόπο πήρε πολλά ονόματα: Ιδαία, Ρέα, Φρυγία, Άγδιστη.
Στην Ελλάδα την έλεγαν Μητρώα και ο ναός της Μητρώον. Όταν σταμάτησε η λατρεία της ο ναός της μετατράπηκε σε αποθηκευτικό χώρο στον οποίο οι Αθηναίοι αποθήκευαν τα δημόσια έγγραφα. Από τότε υιοθετήσαμε για τα αντίστοιχα έγγραφα του κράτους τον «αριθμό μητρώου»! Περισσότερα για το Μητρώον εδώ και εδώ.
Όλα αυτά δείχνουν πως οι θρησκευτικές ιδέες ταξιδεύουν από μία θρησκεία στην άλλη. Οι αρχαίες θρησκείες δεν είχαν το μονοπώλιο των ιδεών, ούτε την βαρβαρότητα του χριστιανισμού να επιβάλουν με τη βία, ώστε οι ιθύνοντες της ηγεσίας της να πελεκούν άκρα, να βασανίζουν, να καίνε και να εξοντώνουν τους αλλόθρησκους. Δεν υπήρχαν αιρέσεις, δεν υπήρχε θρησκευτικό μίσος! Αντίθετα, η μία θρησκεία συνδεόταν με ομοιότητες με την άλλη. Υπήρχε σύμπνοια και αγάπη μεταξύ τους και όχι διχόνοια και μίσος όπως στις τρεις «εξ Αποκαλύψεως» σημερινές θρησκείες.
Όταν τα στοιχεία αυτά διαμόρφωσαν την χριστιανική θρησκεία τότε οι κύριοι πλαστογράφοι σκαρφίστηκαν κάθε απάτη, ανοησία και παραλογισμό για να πείσουν τους πιστούς τους ότι… οι προηγούμενοι τους αντέγραψαν!
Ο κακόμοιρος ο Ιουστίνος, χωρίς να μπορεί να στεριώσει σε καμιά φιλοσοφική σχολή της Ελλάδας, βρήκε καταφύγιο μόνο στη νέα θρησκεία του Ιουδαιοχριστιανισμού, που λίγα χρόνια πριν οι πλαστογράφοι της ιστορίας και επινοητές του ψεύδους λεηλάτησαν ό,τι υπερβατικά πιστευόταν εκείνο τον καιρό. Δεν μπορούσε να φανταστεί πώς είναι δυνατόν η Δανάη να γέννησε τον Περσέα και να παρέμεινε παρθένα κι ο Μίθρας να έχει τόσες ομοιότητες με τον Ιησού (τότε αγνοούνταν ακόμα η 25η του Δεκέμβρη, φαντάσου), όμως να έχει δώδεκα μαθητές κι αυτός και να τους συνάξει σ’ ένα Μυστικό Δείπνο (να και η ανάρτηση για το Πάσχα!) δεν μπορούσε να το χωρέσει ο νους του!
Μια επιγραφή στο Βατικανό, προφανώς απομεινάρι ενός ναού του Μίθρα, γράφει «Αυτός που δεν θα φάει από το σώμα μου ούτε θα πιει από το αίμα μου έτσι ώστε να γίνει ένα με μένα και εγώ μ' αυτόν, αυτός δεν θα σωθεί».
Ποιος έφταιγε; Ο Ιουστίνος ή οι πλαστογράφοι;Ποτέ δεν απέδωσε την ανοησία στο μυαλό του, αλλά προτίμησε να τη φορτώσει στους… δαίμονες, που παρέδωσαν τα μυστήρια στους ειδωλολάτρες θεούς, ξέροντας ότι τα ίδια θα έκανε και ο Ιησούς όταν θα ερχόταν!
Σας φαίνονται φαιδρά όλα αυτά;
Να ξέρατε τι αίμα χύθηκε γι’ αυτές τις φαιδρότητες…
Μετά απ όλα αυτά, χριστιανοί και κάθε λογής πιστοί υπερβατικών ιδεών, σας εύχομαι να γιορτάσετε τα Χριστούγεννα με κατάνυξη ψυχής!
Μείνετε ήσυχοι!
Άλλοι δούλεψαν για σας. Πλαστογράφοι, χαλκευτές, απατεώνες και κοντά σε αυτούς σιγοποντάριζε και η ανθρώπινη βλακεία, για να σας εξασφαλίσουν απαντήσεις για παν επιστητό.
Χωνέψτε τις και κοιμηθείτε ήσυχα!
Η αλήθεια δεν σας άγγιξε ποτέ!
Χρόνια Πολλά και Ευτυχισμένο το Νέον Έτος!
Δανεισμένο από που- δεν θυμάμαι πια..
Αξίζει όμως να το διαβάσει προσεκτικά κανείς..
Πέμπτη 30 Δεκεμβρίου 2010
Τίτος Φλάβιος Βεσπασιανός39 – 81
Τίτος Φλάβιος Βεσπασιανός
Πιο γνωστός ως Τίτος. Ρωμαίος αυτοκράτορας από το 79 έως το 81. Γεννήθηκε στη Ρώμη στις 30 Δεκεμβρίου του 39 και ήταν γιος του αυτοκράτορα Βεσπασιανού και της Δομιτίλης της Πρεσβυτέρας.
Από το 61 έως το 63 συμμετείχε στις εκστρατείες στη Βρετανία και τη Γερμανία. Το 64 επέστρεψε στη Ρώμη και παντρεύτηκε την Αρεκίνα Τέρτουλα, κόρη του πρώην διοικητή της πραιτοριανής φρουράς, η οποία πέθανε ένα χρόνο αργότερα. Δεν πέρασε πολύς καιρός και τέλεσε νέο γάμο με τη Μαρκία Φουρνίλα, κόρη επιφανούς οικογενείας της Ρώμης, με την οποία απέκτησε μία κόρη, την Ιουλία Φλαβία. Ο Τίτος χώρισε τη γυναίκα του, επειδή η οικογένειά της αντιπολιτευόταν το θρόνο και δεν ξαναπαντρεύτηκε ποτέ.
Το 67 ο Τίτος ακολούθησε τον πατέρα του, Βεσπασιανό, στην Ιουδαία, προκειμένου να καταστείλει την Εβραϊκή Εξέγερση. Όταν ο πατέρας του επέστρεψε στη Ρώμη το 69 για να χρισθεί αυτοκράτορας, ο Τίτος ανέλαβε επικεφαλής των ρωμαϊκών λεγεώνων και το 70 εισήλθε θριαμβευτικά στην Ιερουσαλήμ.
Κατέστρεψε το Ναό του Σολομώντος και σκότωσε χιλιάδες Εβραίους, ενώ πολύ περισσότεροι αναγκάσθηκαν να πάρουν το δρόμο της εξορίας. Από τότε χρονολογείται η Εβραϊκή Διασπορά και το όνειρο των Εβραίων για δική τους πατρίδα, που έγινε πραγματικότητα μόλις το 1948. Οι επιχειρήσεις του Τίτου στην Ιουδαία ολοκληρώθηκαν το 74, με την κατάληψη του οχυρού Μασάντα.
Ακολούθησε η θριαμβευτική επιστροφή του στη Ρώμη και η ανέγερση Αψίδας προς τιμή του. Η Αψίδα του Τίτου, όπως ονομάζεται, σώζεται μέχρι σήμερα. Όσο ευρίσκετο στην Ιερουσαλήμ, συνδέθηκε ερωτικά με τη Βερενίκη, κόρη του βασιλιά των Ιουδαίων, Ηρώδη Αγρίππα. Η Βερενίκη ήταν 11 χρόνια μεγαλύτερη του Τίτου και με τρεις γάμους στο ενεργητικό της.
Το 79 ο Τίτος ανέβηκε στο θρόνο, παρά τις αντιδράσεις αρκετών συγκλητικών, που αντιδρούσαν στο δεσμό του με τη Βερενίκη. Θεωρούσαν ότι η Βερενίκη θα ήταν μια νέα Κλεοπάτρα, λόγω του δυναμικού της χαρακτήρα και της επιρροής που ασκούσε στον αυτοκράτορα.
Ο Τίτος, όμως, αποδείχθηκε αυτόφωτος ηγεμόνας, ιδιαίτερα αποτελεσματικός στην άσκηση της εξουσίας, που γρήγορα έγινε αγαπητός στους υπηκόους του, όπως μαρτυρούν οι ιστορικοί της εποχής του Τάκιτος και Γάιος Σουητώνιος. Αντιμετώπισε δυναμικά την εξέγερση του Τερέντιου Μάξιμου και εφάρμοσε ένα ευρύ πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων με την ολοκλήρωση του Κολοσσαίου και την κατασκευή λουτρών στη Ρώμη.
Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του εκδηλώθηκε η μεγάλη έκρηξη του Βεζούβιου, με την καταστροφή της Πομπηίας και μία μεγάλη πυρκαγιά στη Ρώμη. Ο Τίτος δαπάνησε μεγάλα ποσά για την ανακούφιση των πληγέντων κι έδειξε το προσωπικό του ενδιαφέρον, επισκεπτόμενος συχνά τις πληγείσες περιοχές.
Ο Τίτος πέθανε στις 13 Σεπτεμβρίου του 81, από υψηλό πυρετό. Ο Σουητώνιος έγραψε ότι ο θάνατός του προήλθε είτε από ελονοσία, είτε από δηλητήριο που του έδωσε ο ιατρός του Βαλέντιος, κατ' εντολή του αδελφού του Δομητιανού, ο οποίος τελικά τον διαδέχθηκε στο θρόνο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Μια διαφορετική εκδοχή για το θάνατο του Τίτου μάς δίνει το Βαβυλωνιακό Ταλμούδ. Ένα κουνούπι μπήκε από τη μύτη και εγκλωβίστηκε στο κρανίο του. Όταν πέθανε και του άνοιξαν το κεφάλι, το κουνούπι είχε το μέγεθος πουλιού. Ήταν η θεία τιμωρία για τις κακές του πράξεις και ιδιαίτερα για τον ξεριζωμό του εβραϊκού λαού από τη γη του.
Η προσωπικότητα του Τίτου ενέπνευσε τον Μότσαρτ στη σύνθεση της όπερας «Η μεγαλοψυχία του Τίτου» (1791). Ο ερωτικός του δεσμός με τη Βερενίκη αποτέλεσε τον δραματουργικό πυρήνα των θεατρικών έργων του Ρακίνα «Βερενίκη» και του Κορνήλιου «Τίτος και Βερενίκη».
Από: http://www.sansimera.gr/biographies/213
Πιο γνωστός ως Τίτος. Ρωμαίος αυτοκράτορας από το 79 έως το 81. Γεννήθηκε στη Ρώμη στις 30 Δεκεμβρίου του 39 και ήταν γιος του αυτοκράτορα Βεσπασιανού και της Δομιτίλης της Πρεσβυτέρας.
Από το 61 έως το 63 συμμετείχε στις εκστρατείες στη Βρετανία και τη Γερμανία. Το 64 επέστρεψε στη Ρώμη και παντρεύτηκε την Αρεκίνα Τέρτουλα, κόρη του πρώην διοικητή της πραιτοριανής φρουράς, η οποία πέθανε ένα χρόνο αργότερα. Δεν πέρασε πολύς καιρός και τέλεσε νέο γάμο με τη Μαρκία Φουρνίλα, κόρη επιφανούς οικογενείας της Ρώμης, με την οποία απέκτησε μία κόρη, την Ιουλία Φλαβία. Ο Τίτος χώρισε τη γυναίκα του, επειδή η οικογένειά της αντιπολιτευόταν το θρόνο και δεν ξαναπαντρεύτηκε ποτέ.
Το 67 ο Τίτος ακολούθησε τον πατέρα του, Βεσπασιανό, στην Ιουδαία, προκειμένου να καταστείλει την Εβραϊκή Εξέγερση. Όταν ο πατέρας του επέστρεψε στη Ρώμη το 69 για να χρισθεί αυτοκράτορας, ο Τίτος ανέλαβε επικεφαλής των ρωμαϊκών λεγεώνων και το 70 εισήλθε θριαμβευτικά στην Ιερουσαλήμ.
Κατέστρεψε το Ναό του Σολομώντος και σκότωσε χιλιάδες Εβραίους, ενώ πολύ περισσότεροι αναγκάσθηκαν να πάρουν το δρόμο της εξορίας. Από τότε χρονολογείται η Εβραϊκή Διασπορά και το όνειρο των Εβραίων για δική τους πατρίδα, που έγινε πραγματικότητα μόλις το 1948. Οι επιχειρήσεις του Τίτου στην Ιουδαία ολοκληρώθηκαν το 74, με την κατάληψη του οχυρού Μασάντα.
Ακολούθησε η θριαμβευτική επιστροφή του στη Ρώμη και η ανέγερση Αψίδας προς τιμή του. Η Αψίδα του Τίτου, όπως ονομάζεται, σώζεται μέχρι σήμερα. Όσο ευρίσκετο στην Ιερουσαλήμ, συνδέθηκε ερωτικά με τη Βερενίκη, κόρη του βασιλιά των Ιουδαίων, Ηρώδη Αγρίππα. Η Βερενίκη ήταν 11 χρόνια μεγαλύτερη του Τίτου και με τρεις γάμους στο ενεργητικό της.
Το 79 ο Τίτος ανέβηκε στο θρόνο, παρά τις αντιδράσεις αρκετών συγκλητικών, που αντιδρούσαν στο δεσμό του με τη Βερενίκη. Θεωρούσαν ότι η Βερενίκη θα ήταν μια νέα Κλεοπάτρα, λόγω του δυναμικού της χαρακτήρα και της επιρροής που ασκούσε στον αυτοκράτορα.
Ο Τίτος, όμως, αποδείχθηκε αυτόφωτος ηγεμόνας, ιδιαίτερα αποτελεσματικός στην άσκηση της εξουσίας, που γρήγορα έγινε αγαπητός στους υπηκόους του, όπως μαρτυρούν οι ιστορικοί της εποχής του Τάκιτος και Γάιος Σουητώνιος. Αντιμετώπισε δυναμικά την εξέγερση του Τερέντιου Μάξιμου και εφάρμοσε ένα ευρύ πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων με την ολοκλήρωση του Κολοσσαίου και την κατασκευή λουτρών στη Ρώμη.
Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του εκδηλώθηκε η μεγάλη έκρηξη του Βεζούβιου, με την καταστροφή της Πομπηίας και μία μεγάλη πυρκαγιά στη Ρώμη. Ο Τίτος δαπάνησε μεγάλα ποσά για την ανακούφιση των πληγέντων κι έδειξε το προσωπικό του ενδιαφέρον, επισκεπτόμενος συχνά τις πληγείσες περιοχές.
Ο Τίτος πέθανε στις 13 Σεπτεμβρίου του 81, από υψηλό πυρετό. Ο Σουητώνιος έγραψε ότι ο θάνατός του προήλθε είτε από ελονοσία, είτε από δηλητήριο που του έδωσε ο ιατρός του Βαλέντιος, κατ' εντολή του αδελφού του Δομητιανού, ο οποίος τελικά τον διαδέχθηκε στο θρόνο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Μια διαφορετική εκδοχή για το θάνατο του Τίτου μάς δίνει το Βαβυλωνιακό Ταλμούδ. Ένα κουνούπι μπήκε από τη μύτη και εγκλωβίστηκε στο κρανίο του. Όταν πέθανε και του άνοιξαν το κεφάλι, το κουνούπι είχε το μέγεθος πουλιού. Ήταν η θεία τιμωρία για τις κακές του πράξεις και ιδιαίτερα για τον ξεριζωμό του εβραϊκού λαού από τη γη του.
Η προσωπικότητα του Τίτου ενέπνευσε τον Μότσαρτ στη σύνθεση της όπερας «Η μεγαλοψυχία του Τίτου» (1791). Ο ερωτικός του δεσμός με τη Βερενίκη αποτέλεσε τον δραματουργικό πυρήνα των θεατρικών έργων του Ρακίνα «Βερενίκη» και του Κορνήλιου «Τίτος και Βερενίκη».
Από: http://www.sansimera.gr/biographies/213
Ετικέτες
Τίτος Φλάβιος Βεσπασιανός39 – 81
Παρασκευή 24 Δεκεμβρίου 2010
Οκταβιανός
Γεννήθηκε στη Ρώμη στις 23 Σεπτεμβρίου του 63 π.Χ. ως Γάιος Οκτάβιος Θουρίνος. Καταγόταν από μία πλούσια οικογένεια ιππέων η οποία είχε ιστορικό πολιτικής καριέρας στο Ρωμαϊκό Κράτος. Ήταν πληβείος όπως ο πατέρας του, παρ' όλο που η μητέρα του ήταν πατρικία από την ευγενή φατρία των Ιουλίων και ανιψιά του Ιουλίου Καίσαρα, ισχυρού άνδρα της Ρώμης μετά από μία περίοδο προγενέστερων εμφυλίων πολέμων. Το 59 π.Χ. ο πατέρας του απέθανε και η μητέρα του συζεύχθηκε έναν πολιτικό. Ο νεαρός Οκτάβιος ανατράφηκε από τη μάμμη του αλλά μετά το θάνατο της το 52 π.Χ. η μητέρα του ανέλαβε ενεργότερο ρόλο στην ανατροφή του.
Ο Οκτάβιος άρχισε να προωθείται σε κατώτατα πολιτικά αξιώματα της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας και φάνηκε η πρόθεση του να αναμιχθεί στις πολιτικές διαμάχες της εποχής στο πλευρό του διάσημου θείου του. Το 46 π.Χ., αυτοβούλως, κατατάσσεται στο στράτευμα του Καίσαρα στην Ισπανία, σε μία περίοδο που ο θείος του είναι ο ισχυρότερος και δημοφιλέστερος πολιτικός της Ρώμης, και κερδίζει την εύνοια του. Σύντομα χρίζεται πατρίκιος, ο Καίσαρας τον υιοθετεί και έτσι το όνομα του αλλάζει σε Γάιος Ιούλιος Καίσαρας Οκταβιανός.
Το 45 π.Χ. ο Ιούλιος Καίσαρας επιδίδεται σε μία κίνηση άνευ προηγουμένου: ορίζει στη διαθήκη του τον Οκταβιανό διάδοχο του για τους τιμητικούς και τους ουσιαστικούς τίτλους του, αγνοώντας πλήρως τις δημοκρατικές παραδόσεις και τις εκλεκτορικές διαδικασίες. Μετά από δεκαετίες εμφυλίου πολέμου η δημοκρατία είναι κλινικά νεκρή και ο δημοφιλής Καίσαρ, απόλυτος μονάρχης. Δεν αργεί να ανακηρυχθεί ισόβιος δικτάτορας, εξασφαλίζοντας τη λαϊκή υποστήριξη παραγράφοντας χρέη, προχωρώντας σε περιορισμένο αναδασμό της δημόσιας γης κλπ. Στη Ρώμη τον επισκέπτεται τακτικά η ερωμένη του Κλεοπάτρα της Αιγύπτου, η οποία συνεχίζει τη σχέση της μαζί του καθώς, αφού δεν ήταν πολίτης της Ρώμης αλλά ξένη βασίλισσα, η σχέση τους δεν θεωρούνταν μοιχεία από τη Ρωμαϊκή κοινωνία.
Ωστόσο ο Καίσαρας δολοφονείται τελικώς από παλαιούς του συνεργάτες (Κάσσιος Λογγίνος, Μάρκος Ιούνιος Βρούτος) οι οποίοι παρέμειναν πιστοί στη δημοκρατία και στη συντηρητική παράδοση της Συγκλήτου (15 Μαρτίου 44 π.Χ.). Αμέσως ο συνεργάτης του νεκρού άνδρα Μάρκος Αντώνιος διοχετεύει τη λαϊκή οργή για το φόνο κατά των "συντηρητικών (optimates)", αριστοκρατών και συγκλητικών πολιτικών αντιπάλων του Καίσαρα, αλλά συμβιβάζεται με τον Κικέρωνα που αναδύεται από τα παρασκήνια ως ηγέτης των συγκλητικών και οι συνωμότες λαμβάνουν χάρη.
Παράλληλα ο Οκταβιανός καταφθάνει στη Ρώμη και ο Κικέρων, στοχεύοντας στη διάσπαση των "ριζοσπαστών (populares)" οπαδών του Καίσαρα, κατορθώνει να τον στρέψει κατά του Μάρκου Αντώνιου. Ο τελευταίος, συνειδητοποιώντας το βαρύ πολιτικό κλίμα, αποχωρεί από την πρωτεύουσα ως έπαρχος της Εντεύθεν των Άλπεων Γαλατίας, αλλά αναγκάζεται να διεκδικήσει την επαρχία στρατιωτικά όταν ο προηγούμενος έπαρχος, ένας εκ των δολοφόνων του Καίσαρα, αρνείται να παραδώσει το αξίωμα φοβούμενος για τη ζωή του.
Ο Οκταβιανός χρίζεται συγκλητικός και αποστέλλεται από τη Σύγκλητο να τερματίσει τον «παράνομο» πόλεμο του Αντωνίου, όταν όμως συνειδητοποιεί πως οι συντηρητικοί τον χρησιμοποιούν για να αποδυναμώσουν τους οπαδούς του νεκρού θείου του αρνείται να συνεχίσει τις μάχες κατά του Αντωνίου, απαιτεί να πάψει ο τελευταίος να θεωρείται δημόσιος κίνδυνος και να διοριστεί ο ίδιος αυθαιρέτως Ύπατος. Αρχικώς του το αρνούνται αλλά η πορεία του στη Ρώμη με οκτώ λεγεώνες δεν συναντά καμία αντίσταση. Παράλληλα ο Αντώνιος συνάπτει πολιτική συμμαχία με τον Μάρκο Αιμίλιο Λέπιδο, παλαιό επικεφαλής του ιππικού του Καίσαρα.
Εν τω μεταξύ ο Κάσιος Λογγίνος και ο Μάρκος Βρούτος, έχοντας καταφύγει στην Ελλάδα και με τη συμβολή των Πάρθων, συγκεντρώνουν λεγεώνες με στόχο να βαδίσουν προς τη Ρώμη και να αναστηλώσουν οριστικά τη δημοκρατία. Ακούγοντας το αυτό ο Λέπιδος και ο Αντώνιος συμμαχούν με τον Οκταβιανό («δεύτερη τριανδρία»), αυτοβούλως αναθέτουν στους εαυτούς τους το αξίωμα του ύπατου για μία πενταετία χωρίς να συναντήσουν αντιδράσεις και εκκινούν σφοδρότατες και αιματηρές προγραφές στη Ρώμη κατά των συντηρητικών και των φανατικών δημοκρατικών, διώξεις που είχαν να φανούν από την εποχή του Σύλλα και του Μάριου και κατά τις οποίες δολοφονείται και αποκεφαλίζεται ο Κικέρων, παρά την αρχική υποστήριξη του από τον Οκταβιανό και τη λαοφιλία του.
Τα κενά στη Σύγκλητο αναπληρώνονται με οπαδούς του Καίσαρα οι οποίοι δεν έχουν καμία πίστη στο «διεφθαρμένο και απαρχαιωμένο» δημοκρατικό πολίτευμα. Ενώ οι τρεις Ύπατοι πρακτικώς δρουν ως μονάρχες, είναι πλέον φανερό ότι τόσο οι ριζοσπάστες όσο και οι συντηρητικοί έχουν χάσει τον αγώνα αφού οι στόχοι τους δεν είχαν νόημα εκτός της δημοκρατίας που μόνο τυπικώς συνέχιζε να ισχύει. Παράλληλα, ενώ ο Καίσαρας θεοποιείται επισήμως από το ρωμαϊκό κράτος, η τριανδρία αποστέλλει 28 λεγεώνες στην Ελλάδα για να αντιμετωπίσει τους δολοφόνους του μέντορα της· οι δυνάμεις των τελευταίων ηττώνται τελικά στους Φιλίππους τον Οκτώβριο του 42 π.Χ. και τόσο ο Κάσσιος όσο και ο Βρούτος αυτοκτονούν.
Οι νικητές ακολούθως διαμοιράζουν το ρωμαϊκό κράτος μεταξύ τους και ο καθένας κυβερνά το τμήμα του τυπικά ως Ύπατος αλλά πρακτικά ως μονάρχης:
■ο Λέπιδος λαμβάνει την Αφρική,
■ο Οκταβιανός την Ιταλία, τη Γαλατία και την Ισπανία, ενώ
■ο Αντώνιος τη ρωμαϊκή Ανατολή.
Εμφύλιος πόλεμος
Ο Οκταβιανός αναγκάζεται να ενσωματώσει την Εντεύθεν των Άλπεων Γαλατία στην Ιταλία (το Ιλλυρικό γίνεται ανεξάρτητη επαρχία) και να προβεί στην έξωση πολλών πολιτών από τις ιδιαίτερες πατρίδες τους σε ολόκληρη τη χερσόνησο προκειμένου να αναδιανείμει τα αγροκτήματα τους στους βετεράνους λεγεωνάριους και των δύο παρατάξεων του περασμένου εμφυλίου πολέμου, οι οποίοι ζητούσαν ιταλική γαιοκτησία ως ανταμοιβή για τους κόπους τους, εξασφαλίζει όμως έτσι την αμέριστη συμπαράσταση του ρωμαϊκού Στρατού.
Παράλληλα οι Πάρθοι, μετά την ήττα των συμμάχων τους συντηρητικών και το θάνατο του φιλορωμαίου Υρκανού Β' στην Ιουδαία των Μακκαβαίων, εισβάλλουν στη Συρία, προωθούνται στην Μικρά Ασία και εμπλέκονται στο Ισραήλ, όπου ενθρονίζουν ως υποχείριο τους τον γιο του Υρκανού Β'.
Ο Αντώνιος εκστρατεύει στην Ανατολή και όταν βρίσκεται στην Ταρσό καλεί κοντά του την Κλεοπάτρα και το διάδοχο της Καισαρίωνα, γιο του Ιουλίου Καίσαρα, για να εξασφαλίσει τη συμμαχία και την υπακοή τους στον ερχόμενο πόλεμο. Τελικά γίνονται εραστές και ο Αντώνιος αφήνει τις πολεμικές επιχειρήσεις στα χέρια ενός Λεγάτου του ο οποίος κατορθώνει να εκδιώξει τους Πάρθους, ενώ ο ίδιος περνά όλο το χρονικό διάστημα ως τα τέλη του 40 π.Χ. στην Αλεξάνδρεια όπου η Κλεοπάτρα γεννά τελικώς το γιο του Αλέξανδρο Ήλιο και την κόρη του Κλεοπάτρα Σελήνη Β’.
Ακολούθως ο Αντώνιος φεύγει για την Ελλάδα με στόχο να διοργανώσει μία εκστρατεία κατά των Πάρθων, έχοντας προηγουμένως ζητήσει επιπλέον λεγεώνες από τον Οκταβιανό. Μία πρόσκαιρη εξέγερση παλαιών οπαδών του Πομπήιου στη Σικελία ωστόσο καθιστά τον τελευταίο ανίκανο να τηρήσει την υπόσχεση του για στρατιωτική ενίσχυση, η εκστρατεία ματαιώνεται και ο καχύποπτος Αντώνιος καθησυχάζεται μόνο όταν του προσφέρεται ως σύζυγος η αδελφή του Οκταβιανού, η δημοφιλής Οκταβία.
Τελικά ο Αντώνιος αφήνει την πιστή του σύζυγο έγκυο στη Ρώμη και μεταβαίνει ξανά στην Αλεξάνδρεια, όπου η αγαπημένη του Κλεοπάτρα, αφού του γεννά ένα νέο γιο, τον Πτολεμαίο Φιλάδελφο και τον παντρεύεται σύμφωνα με τα αιγυπτιακά έθιμα, του δανείζει τα χρήματα που χρειάζεται για να εκστρατεύσει κατά των Πάρθων.
Ο πόλεμος όμως καταλήγει σε συντριπτική ήττα για τον Αντώνιο, γεγονός που εκμεταλλεύεται ο φιλόδοξος Οκταβιανός για να τον δυσφημίσει. Περισσότερο απ’ όλα όμως τον κατηγορία ανεπισήμως για προδοσία με αφορμή το γάμο του με την Κλεοπάτρα. Παράλληλα ο Λέπιδος, μετά την ήττα των τελευταίων οπαδών του Πομπήιου, επιχειρεί ανεπιτυχώς να καταλάβει τη Σικελία για τον εαυτό του και ο Οκταβιανός, έχοντας εξασφαλίσει την υποστήριξη των εναπομεινάντων αριστοκρατών, τον αναγκάζει να αποχωρήσει από όλα τα πολιτικά αξιώματα ώστε να γίνει ο ίδιος κυβερνήτης όλης της Δύσης· η δεύτερη τριανδρία έχει ουσιαστικά φθάσει στο τέλος της και ο Λέπιδος περιορίζεται στην τιμητική θέση του «Μέγιστου Ποντίφικα», του δημόσιου αρχιερέα.
Την ίδια στιγμή ο Αντώνιος με αιγυπτιακά χρήματα εισβάλλει στη συμμαχική Αρμενία και διαμοιράζει την ανατολική Μεσόγειο στα τέκνα του, παρ' όλο που οι περισσότερες από αυτές τις περιοχές ήταν επαρχίες του ρωμαϊκού κράτους:
■ο Αλέξανδρος Ήλιος ονομάζεται βασιλέας της Αρμενίας,
■η Κλεοπάτρα Σελήνη Β’ βασίλισσα της Κυρηναϊκής και
■ο Πτολεμαίος Φιλάδελφος βασιλέας της Συρίας και της Κιλικίας.
■Η Κλεοπάτρα και ο Καισαρίων κατονομάζονται ως Βασιλείς των Βασιλέων και
■ο τελευταίος κηρύσσεται νομότυπος κληρονόμος του Ιουλίου Καίσαρα.
Φυσικά η Σύγκλητος και ο Οκταβιανός στη Ρώμη δεν αναγνωρίζουν κανένα από αυτά τα διατάγματα, στηρίζουν την ανεξαρτησία της συμμαχικής Αρμενίας και, επισήμως πλέον, κηρύσσουν το Μάρκο Αντώνιο προδότη και δημόσιο κίνδυνο. Ο Οκταβιανός, που ένιωσε τη θέση του να απειλείται από το νόθο γιο του θετού πατέρα του και της Κλεοπάτρας καθώς ο ίδιος εν μέρει εξασφάλιζε την ισχύ του από την οικογενειακή σχέση του με τον Ιούλιο Καίσαρα, εκκινεί έναν πόλεμο προπαγάνδας κατά του Αντωνίου τη στιγμή που ο τελευταίος δίνει και τυπικά διαζύγιο στην Οκταβία. Τελικά ο πραγματικός πόλεμος κηρύσσεται από τη Σύγκλητο κατά της Αιγύπτου το 32 π.Χ., αφού ανακαλείται η υπατική ιδιότητα του Αντωνίου. Η Κυρηναϊκή και οι επαρχίες της Ελλάδας γρήγορα αυτομολούν στο στρατόπεδο του Οκταβιανού και το αποτέλεσμα της σύγκρουσης κρίνεται με μία ναυμαχία στο Άκτιο του Αμβρακικού Κόλπου το 31 π.Χ. Εκεί το Ναυτικό της Αιγύπτου καταστρέφεται και λίγες ημέρες μετά ο Αντώνιος και η Κλεοπάτρα αυτοκτονούν στην Αλεξάνδρεια, ενώ οι νικητές ιδρύουν στον Αμβρακικό τη λατινική αποικία Νικόπολη προς τιμήν της υπερίσχυσης τους. Τον επόμενο χρόνο ο Οκταβιανός, μόνος ηγέτης πλέον του ρωμαϊκού κράτους, εκτελεί τον «αντίζηλο» του, Καισαρίωνα, προσαρτά ως επαρχία την Αίγυπτο και η ταραχώδης περίοδος λήγει.
Ο Οκταβιανός γρήγορα συγκέντρωσε όλα τα υψηλά πολιτικά αξιώματα στο πρόσωπο του, αποφεύγοντας όμως να ανακηρυχθεί δικτάτορας προκειμένου να μη θίξει τη δημοκρατική παράδοση των Ρωμαίων. Έτσι εγκαινιάζεται ο άτυπος θεσμός του «Πρίγκιπα ( = Πρώτος Πολίτης)» (27 π.Χ.), σήμερα γνωστού ως Αυτοκράτορα, ο οποίος συγκυβερνά τυπικά μαζί με τη Σύγκλητο αλλά ουσιαστικά έχει την πλήρη εποπτεία του κράτους με τη βοήθεια ενός πυκνού δικτύου δημοσίων υπαλλήλων. Νομικώς κατείχε όλη την ισχύ των Δημάρχων και των Τιμητών, πλήρη εποπτεία όλων των έπαρχων και λεγεώνων, των οποίων θεωρητικά προΐστατο, ενώ μπορούσε και να «θέτει υποψηφιότητα» για Ύπατος όποτε ήθελε· ακόμα και αν δεν ήταν ο ίδιος Ύπατος είχε με ειδικό διάταγμα όλες τις υπατικές αρμοδιότητες και οι αποφάσεις του ακύρωναν τις αποφάσεις των πραγματικών Υπάτων. Επίσης, σύμφωνα με τις αντιδημοκρατικές επιταγές του νέου πολιτεύματος, όλες οι νομοθετικές αρμοδιότητες των ρωμαϊκών Εκκλησιών του Δήμου μεταφέρονται οριστικά στη Σύγκλητο, η επάνδρωση της οποίας ελέγχεται αυστηρά από τον Τιμητή Αυτοκράτορα, και οι επαρχίες διακρίνονται σε αυτοκρατορικές και συγκλητικές, με την πολιτική ισχύ σε αυτές να ανήκει σε έναν έπαρχο διοριζόμενο αντίστοιχα από τον Πρώτο Πολίτη ή από τη Σύγκλητο. Ο λαός της Ρώμης παραχωρεί θεληματικά στον Οκταβιανό διευρυμένη πολιτική ισχύ, εξαντλημένος μετά από έναν αιώνα αναταραχών και εμφυλίων πολέμων, με αποτέλεσμα την αθόρυβη γέννηση ενός νέου μοναρχικού πολιτεύματος που καλύπτεται πίσω από παλαιούς ρεπουμπλικανικούς τίτλους, με τιμητικό και διακοσμητικό ρόλο πλέον παρά ουσιαστικό περιεχόμενο.
Η πίστη των λεγεώνων στο πρόσωπο του Οκταβιανού και η γιγάντια προσωπική του περιουσία τον ισχυροποιούν ακόμη περισσότερο. Οι πληροφοριοδότες που κατά παράδοση κατήγγειλαν επί πληρωμή εγκληματίες στις ρωμαϊκές Αρχές τώρα οργανώνονται σε ένα δίκτυο κατευθυνόμενο από αυτόν, προσανατολισμένο αποκλειστικά στην εύρεση και προσαγωγή αντικαθεστωτικών που εκφράζονται, γραπτώς ή προφορικώς, αρνητικά για τον Οκταβιανό. Ο τελευταίος έκοβε νομίσματα με την προτομή του και οι περισσότεροι θρίαμβοι που εορτάζονταν ήταν προς τιμήν του, ακόμα και αν δεν είχε συμμετάσχει ο ίδιος σε κάποια μάχη! Ωστόσο οι ελεύθερες πόλεις και οι περισσότερες πόλεις της Ανατολής διατηρούν ένα βαθμό αυτονομίας και αυτοδιοίκησης από τις τοπικές ολιγαρχίες. Λίγο καιρό μετά απονέμεται στον Οκταβιανό ο τίτλος του «Αυγούστου (Σεβαστού)» που του αναγνωρίζει θεϊκές ιδιότητες. Έτσι ξεκινά άτυπα η θεοποίηση του εκάστοτε Αυτοκράτορα και η λατρεία του, η οποία εξυπηρετούσε πολιτικούς σκοπούς ενοποίησης και ομοιογένειας, παράλληλα με την τυπική αστική λατρεία του ελληνορωμαϊκού κόσμου. Δεν είναι τυχαίο ότι μετά το θάνατο του Λέπιδου ο Οκταβιανός έλαβε ισοβίως και το αξίωμα του Ποντίφικα.
Η ρωμαϊκή επικράτεια διακρίνεται στις επαρχίες που είναι υπό άμεση αυτοκρατορική ή συγκλητική διοίκηση, όπως η Μακεδονία, στα υποτελή συμμαχικά κράτη, όπως η Αρμενία υπό τους διαδόχους του Αρμενία
Τιγράνη Β', και στα ημιανεξάρτητα προτεκτοράτα, τα οποία πληρώνουν φόρο υποτέλειας στη Ρώμη και επιπλέον δέχονται έλεγχο από αυτήν στα θέματα της εξωτερικής πολιτικής, της απονομής δικαιοσύνης και της ασφάλειας.
Στα ρωμαϊκά προτεκτοράτα συνήθως βασίλευε ένας μονάρχης με τη βοήθεια μίας «κατοχικής κυβέρνησης» που στήριζε την εξουσία της στη δύναμη των όπλων των ρωμαϊκών φρουρών, όπως παλαιότερα ο Υρκανός Β' στο κράτος των Μακκαβαίων, και η οποία δεν ήταν πάντα σεβαστή από τον τοπικό πληθυσμό. Το 27 π.Χ. ο Αύγουστος μεταβάλει τη νότια Ελλάδα σε κανονική επαρχία με το όνομα Αχαΐα και με έδρα την Κόρινθο, στερώντας από τους Έλληνες κάθε ψευδαίσθηση πραγματικής ελευθερίας.
Ακόμη προσαρτά ως επαρχία τη Γαλατία της Ανατολίας το 25 π.Χ., μετά το θάνατο του τοπικού ηγεμόνα, και επιχειρεί να θέσει ως νέο σύνορο του ρωμαϊκού κράτους το Δούναβη ποταμό, σαν συνέχεια του συνόρου του Ρήνου το οποίο είχε διαμορφωθεί από τους πολέμους του Ιουλίου Καίσαρα. Έτσι οι έμπιστοι λεγάτοι του εισβάλλουν στην Παννονία, την οποία ενοποιεί με το Ιλλυρικό σε μία καινούργια επαρχία (9 π.Χ.), στη Ραιτία, την οποία επίσης προσαρτά ως επαρχία το 15 π.Χ., και στη Μοισία, η οποία γίνεται και τυπικώς επαρχία το 6 μ.Χ. Οι τοπικοί κελτικοί και Ιλλυρικοί πληθυσμοί αρχίζουν να αφομοιώνονται μέσω των τυπικών ρωμαϊκών μεθόδων, παρά τις κατά καιρούς εξεγέρσεις και τη συνεχή συνοριακή πίεση από τα γειτονικά Γερμανικά φύλα. Την Αρμενία, η οποία κατατρυχόταν από εμφύλιο πόλεμο μεταξύ φιλορωμαίων και φιλοπάρθων μετά την εισβολή και την ήττα του Μάρκου Αντώνιου, ο Αύγουστος κατορθώνει να τη μεταστρέψει σε πιστό ρωμαϊκό προτεκτοράτο αλλά είναι φανερό πως η δυναστεία των Αρταξιαδών πλησιάζει στο τέλος της.
Στην Αφρική τοποθετεί το γιο του Ιούβα Α', το φιλορρωμαίο και φιλομαθή Ιούβα Β’, ως υποτελή βασιλέα της Μαυριτανίας και του δίνει ως δώρο τη δυτική Νουμιδία και ως σύζυγο την κόρη του Μάρκου Αντώνιου Κλεοπάτρα Σελήνη Β', διατηρώντας παράλληλα την ανατολική Νουμιδία ως ρωμαϊκή επαρχία της Νέας Αφρικής.
Ακόμη ο Οκταβιανός μετατρέπει τη μεθοριακή στρατικοποιημένη ζώνη δυτικά του Ρήνου στην πλήρη επαρχία της Γερμανίας (27 π.Χ.) και προσαρτά ως επαρχία το Νωρικό (16 π.Χ.), μετά τη σύμπραξη των ιθαγενών σε μία αποτυχημένη εισβολή Ιλλυριών στην Ιταλία.
Ο Αύγουστος, επιθυμώντας να καταλάβει την κεντρική γερμανική επικράτεια μεταξύ Ρήνου και Έλβα ποταμού, διατάζει μία παρατεταμένη στρατιωτική διείσδυση στην τελευταία η οποία ξεκινά το 12 π.Χ. με ορμητήριο την επαρχία της Γερμανίας και το Ρήνο. Πολλά γερμανικά φύλα υποδουλώνονται και ο έλεγχος της περιοχής ανατίθεται σε κατά τόπους Λεγάτους με τις λεγεώνες τους, οι οποίες σταδιακά αναπτύσσουν φιλικές σχέσεις με τους ιθαγενείς. Έτσι το 7 μ.Χ. ο Οκταβιανός αποστέλλει τον αξιωματούχο Πούμπλιο Βάρο (46 π.Χ. – 9 μ.Χ.) για να οργανώσει την περιοχή ως κανονική επαρχία.
Όμως οι Γερμανοί δεν επιθυμούν συγχώνευση με το ρωμαϊκό κόσμο· μία αποστασία τους με αρχηγό τον τοπικό ευγενή Αρμίνιο, ο οποίος στη νιότη του είχε λάβει λατινική παιδεία ως όμηρος της Ρώμης και κατόπιν διετέλεσε σύμβουλος του Βάρου, έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια μετά από ενέδρα περίπου 20000 Ρωμαίων στρατιωτών, καθώς και του ίδιου του Βάρου, στη μάχη του Τευτοβούργιου Δρυμού (9 μ.Χ.).
Σύντομα όλα τα ρωμαϊκά φρούρια και οι νεόκτιστες λατινικές αποικίες καταλαμβάνονται από τους αντάρτες και αυτό είναι το τέλος της μεσογειακής παρουσίας ανατολικά του Ρήνου και βόρεια του Δούναβη· η μεγαλύτερη πολιτική ήττα του Αυγούστου καθώς σήμανε τη λήξη μίας σαραντάχρονης επεκτατικής περιόδου.
Ο Οκταβιανός κυβέρνησε τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ως το θάνατο του το 14 μ.Χ. και στην εποχή του προωθήθηκαν η ειρήνη και η ευνομία, επιβλήθηκε η λατινική ισχύς, οι πειρατές και οι ληστές εξαλείφθηκαν, το εμπόριο και η βιοτεχνία γνώρισαν σημαντική άνθηση, οι τέχνες αναγεννήθηκαν υπό την επίδραση του ελληνικού πνεύματος, τα μέτρα και τα σταθμά της επικράτειας του ενοποιήθηκαν και η Μεσόγειος Θάλασσα έγινε πραγματικά «ρωμαϊκή λίμνη» –την οποία διέπλεε μόνο ο ισχυρός αυτοκρατορικός Στόλος.
Το ρωμαϊκό νομισματικό σύστημα με βάση το ασσάριο εξαπλώθηκε από τη Γαλατία ως τη Συρία, αν και στην Ανατολή και στην Ισπανία παραδοσιακά ορειχάλκινα ή –σπανιότερα– ασημένια νομίσματα συνέχισαν να κόβονται, για τοπική μόνο χρήση, ανά επαρχία ή ανά πόλη. Η ασυδοσία στην είσπραξη των φόρων περιορίστηκε πολύ καθώς οι τελώνες αντικαταστάθηκαν σταδιακά από δημοσίους αυτοκρατορικούς υπαλλήλους. Έγινε μία, αποτυχημένη αλλά τίμια, προσπάθεια επιστροφής στα αυστηρά και λιτά ήθη των παλαιών Ρωμαίων.
Τα σύνορα του κράτους οριοθετήθηκαν σχεδόν οριστικά·
■στο Βορρά ο Δούναβης και ο Ρήνος ποταμός,
■στο Νότο η έρημος Σαχάρα και
■στην Ανατολή ο Ευφράτης ποταμός.
Ο Στρατός σταθεροποιήθηκε σε 28 λεγεώνες (25 μετά την απώλεια τριών λεγεώνων στην εξευτελιστική ήττα του Τευτοβούργιου Δρυμού οι οποίες, τιμής ένεκεν, δεν ανασυγκροτήθηκαν ποτέ), συν δεκάδες βοηθητικές μονάδες των 500 ατόμων εκάστη, και εγκαταστάθηκε στις παραμεθόριες επαρχίες σε μόνιμες βάσεις οι οποίες εξελίχθηκαν σε πολυάνθρωπα κέντρα εκλατινισμού.
Μόνο 9000 οπλίτες παρέμειναν στην Ιταλία και αποτέλεσαν την αφοσιωμένη ιδιωτική φρουρά του Αυτοκράτορα, τους Πραιτωριανούς. Ένας θρησκευτικός, εθνολογικός και πολιτιστικός συγκρητισμός λαμβάνει χώρα σε όλη την έκταση του αχανούς κράτους.
Ο ελληνορρωμαϊκός πολιτισμός και η λατινική κουλτούρα επικρατούν και, παρ' όλο που οι άρχουσες τάξεις των ανατολικών επαρχιών διατηρούν την ελληνική γλώσσα και συνεχίζουν να θεωρούν τους Ρωμαίους ξένους, κανείς δεν αρνείται τη Ρωμαϊκή Ειρήνη (Pax Romana), την ηρεμία και ευημερία που έφερε η λατινική επικυριαρχία σε όσους την αποδέχονταν. Αυτή την εποχή οριστικοποιείται και η θεοποίηση και λατρεία των νεκρών ηγετών της Ρώμης, μία ομογενοποιητική θρησκευτική πρακτική που παραπέμπει σε όρκο πίστης, ενώ ο εκάστοτε Αυτοκράτορας ανάμεσα στα άλλα αξιώματα της δημοκρατικής περιόδου κατέχει και αυτό του Ποντίφικα.
Η Ρωμαϊκή Ειρήνη κράτησε σχεδόν δύο αιώνες, δημιουργώντας έτσι πρωτόγνωρες συνθήκες ευμάρειας και ομοιομορφίας στο μεσογειακό κόσμο. Η βασιλεία του Οκταβιανού σήμανε το τέλος της ελληνιστικής και την έναρξη της ρωμαϊκής περιόδου, μίας εποχής όπου όλος ο μεσογειακός κόσμος με την υψηλή κουλτούρα του ενοποιήθηκε πολιτικά και ως ένα βαθμό πολιτιστικά, καλά προφυλαγμένος από τους βαρβάρους μέσω των συνοριακών ρωμαϊκών λεγεώνων. Το αυτοκρατορικό αξίωμα μετά το θάνατο του Αυγούστου δεν πέρασε στο γιο του καθώς η κληρονομική διαδοχή δεν ήταν σύμφυτη με τις δημοκρατικές παραδόσεις. Επικράτησε όσο ζει ένας Αυτοκράτορας να κατονομάζει το διάδοχο του και η Σύγκλητος να επικυρώνει την απόφαση. Έτσι τον Οκταβιανό διαδέχθηκε στο θρόνο ο θετός γιος του Τιβέριος (14 - 37 μ.Χ.).
Από: http://el.science.wikia.com/
Ο Οκτάβιος άρχισε να προωθείται σε κατώτατα πολιτικά αξιώματα της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας και φάνηκε η πρόθεση του να αναμιχθεί στις πολιτικές διαμάχες της εποχής στο πλευρό του διάσημου θείου του. Το 46 π.Χ., αυτοβούλως, κατατάσσεται στο στράτευμα του Καίσαρα στην Ισπανία, σε μία περίοδο που ο θείος του είναι ο ισχυρότερος και δημοφιλέστερος πολιτικός της Ρώμης, και κερδίζει την εύνοια του. Σύντομα χρίζεται πατρίκιος, ο Καίσαρας τον υιοθετεί και έτσι το όνομα του αλλάζει σε Γάιος Ιούλιος Καίσαρας Οκταβιανός.
Το 45 π.Χ. ο Ιούλιος Καίσαρας επιδίδεται σε μία κίνηση άνευ προηγουμένου: ορίζει στη διαθήκη του τον Οκταβιανό διάδοχο του για τους τιμητικούς και τους ουσιαστικούς τίτλους του, αγνοώντας πλήρως τις δημοκρατικές παραδόσεις και τις εκλεκτορικές διαδικασίες. Μετά από δεκαετίες εμφυλίου πολέμου η δημοκρατία είναι κλινικά νεκρή και ο δημοφιλής Καίσαρ, απόλυτος μονάρχης. Δεν αργεί να ανακηρυχθεί ισόβιος δικτάτορας, εξασφαλίζοντας τη λαϊκή υποστήριξη παραγράφοντας χρέη, προχωρώντας σε περιορισμένο αναδασμό της δημόσιας γης κλπ. Στη Ρώμη τον επισκέπτεται τακτικά η ερωμένη του Κλεοπάτρα της Αιγύπτου, η οποία συνεχίζει τη σχέση της μαζί του καθώς, αφού δεν ήταν πολίτης της Ρώμης αλλά ξένη βασίλισσα, η σχέση τους δεν θεωρούνταν μοιχεία από τη Ρωμαϊκή κοινωνία.
Ωστόσο ο Καίσαρας δολοφονείται τελικώς από παλαιούς του συνεργάτες (Κάσσιος Λογγίνος, Μάρκος Ιούνιος Βρούτος) οι οποίοι παρέμειναν πιστοί στη δημοκρατία και στη συντηρητική παράδοση της Συγκλήτου (15 Μαρτίου 44 π.Χ.). Αμέσως ο συνεργάτης του νεκρού άνδρα Μάρκος Αντώνιος διοχετεύει τη λαϊκή οργή για το φόνο κατά των "συντηρητικών (optimates)", αριστοκρατών και συγκλητικών πολιτικών αντιπάλων του Καίσαρα, αλλά συμβιβάζεται με τον Κικέρωνα που αναδύεται από τα παρασκήνια ως ηγέτης των συγκλητικών και οι συνωμότες λαμβάνουν χάρη.
Παράλληλα ο Οκταβιανός καταφθάνει στη Ρώμη και ο Κικέρων, στοχεύοντας στη διάσπαση των "ριζοσπαστών (populares)" οπαδών του Καίσαρα, κατορθώνει να τον στρέψει κατά του Μάρκου Αντώνιου. Ο τελευταίος, συνειδητοποιώντας το βαρύ πολιτικό κλίμα, αποχωρεί από την πρωτεύουσα ως έπαρχος της Εντεύθεν των Άλπεων Γαλατίας, αλλά αναγκάζεται να διεκδικήσει την επαρχία στρατιωτικά όταν ο προηγούμενος έπαρχος, ένας εκ των δολοφόνων του Καίσαρα, αρνείται να παραδώσει το αξίωμα φοβούμενος για τη ζωή του.
Ο Οκταβιανός χρίζεται συγκλητικός και αποστέλλεται από τη Σύγκλητο να τερματίσει τον «παράνομο» πόλεμο του Αντωνίου, όταν όμως συνειδητοποιεί πως οι συντηρητικοί τον χρησιμοποιούν για να αποδυναμώσουν τους οπαδούς του νεκρού θείου του αρνείται να συνεχίσει τις μάχες κατά του Αντωνίου, απαιτεί να πάψει ο τελευταίος να θεωρείται δημόσιος κίνδυνος και να διοριστεί ο ίδιος αυθαιρέτως Ύπατος. Αρχικώς του το αρνούνται αλλά η πορεία του στη Ρώμη με οκτώ λεγεώνες δεν συναντά καμία αντίσταση. Παράλληλα ο Αντώνιος συνάπτει πολιτική συμμαχία με τον Μάρκο Αιμίλιο Λέπιδο, παλαιό επικεφαλής του ιππικού του Καίσαρα.
Εν τω μεταξύ ο Κάσιος Λογγίνος και ο Μάρκος Βρούτος, έχοντας καταφύγει στην Ελλάδα και με τη συμβολή των Πάρθων, συγκεντρώνουν λεγεώνες με στόχο να βαδίσουν προς τη Ρώμη και να αναστηλώσουν οριστικά τη δημοκρατία. Ακούγοντας το αυτό ο Λέπιδος και ο Αντώνιος συμμαχούν με τον Οκταβιανό («δεύτερη τριανδρία»), αυτοβούλως αναθέτουν στους εαυτούς τους το αξίωμα του ύπατου για μία πενταετία χωρίς να συναντήσουν αντιδράσεις και εκκινούν σφοδρότατες και αιματηρές προγραφές στη Ρώμη κατά των συντηρητικών και των φανατικών δημοκρατικών, διώξεις που είχαν να φανούν από την εποχή του Σύλλα και του Μάριου και κατά τις οποίες δολοφονείται και αποκεφαλίζεται ο Κικέρων, παρά την αρχική υποστήριξη του από τον Οκταβιανό και τη λαοφιλία του.
Τα κενά στη Σύγκλητο αναπληρώνονται με οπαδούς του Καίσαρα οι οποίοι δεν έχουν καμία πίστη στο «διεφθαρμένο και απαρχαιωμένο» δημοκρατικό πολίτευμα. Ενώ οι τρεις Ύπατοι πρακτικώς δρουν ως μονάρχες, είναι πλέον φανερό ότι τόσο οι ριζοσπάστες όσο και οι συντηρητικοί έχουν χάσει τον αγώνα αφού οι στόχοι τους δεν είχαν νόημα εκτός της δημοκρατίας που μόνο τυπικώς συνέχιζε να ισχύει. Παράλληλα, ενώ ο Καίσαρας θεοποιείται επισήμως από το ρωμαϊκό κράτος, η τριανδρία αποστέλλει 28 λεγεώνες στην Ελλάδα για να αντιμετωπίσει τους δολοφόνους του μέντορα της· οι δυνάμεις των τελευταίων ηττώνται τελικά στους Φιλίππους τον Οκτώβριο του 42 π.Χ. και τόσο ο Κάσσιος όσο και ο Βρούτος αυτοκτονούν.
Οι νικητές ακολούθως διαμοιράζουν το ρωμαϊκό κράτος μεταξύ τους και ο καθένας κυβερνά το τμήμα του τυπικά ως Ύπατος αλλά πρακτικά ως μονάρχης:
■ο Λέπιδος λαμβάνει την Αφρική,
■ο Οκταβιανός την Ιταλία, τη Γαλατία και την Ισπανία, ενώ
■ο Αντώνιος τη ρωμαϊκή Ανατολή.
Εμφύλιος πόλεμος
Ο Οκταβιανός αναγκάζεται να ενσωματώσει την Εντεύθεν των Άλπεων Γαλατία στην Ιταλία (το Ιλλυρικό γίνεται ανεξάρτητη επαρχία) και να προβεί στην έξωση πολλών πολιτών από τις ιδιαίτερες πατρίδες τους σε ολόκληρη τη χερσόνησο προκειμένου να αναδιανείμει τα αγροκτήματα τους στους βετεράνους λεγεωνάριους και των δύο παρατάξεων του περασμένου εμφυλίου πολέμου, οι οποίοι ζητούσαν ιταλική γαιοκτησία ως ανταμοιβή για τους κόπους τους, εξασφαλίζει όμως έτσι την αμέριστη συμπαράσταση του ρωμαϊκού Στρατού.
Παράλληλα οι Πάρθοι, μετά την ήττα των συμμάχων τους συντηρητικών και το θάνατο του φιλορωμαίου Υρκανού Β' στην Ιουδαία των Μακκαβαίων, εισβάλλουν στη Συρία, προωθούνται στην Μικρά Ασία και εμπλέκονται στο Ισραήλ, όπου ενθρονίζουν ως υποχείριο τους τον γιο του Υρκανού Β'.
Ο Αντώνιος εκστρατεύει στην Ανατολή και όταν βρίσκεται στην Ταρσό καλεί κοντά του την Κλεοπάτρα και το διάδοχο της Καισαρίωνα, γιο του Ιουλίου Καίσαρα, για να εξασφαλίσει τη συμμαχία και την υπακοή τους στον ερχόμενο πόλεμο. Τελικά γίνονται εραστές και ο Αντώνιος αφήνει τις πολεμικές επιχειρήσεις στα χέρια ενός Λεγάτου του ο οποίος κατορθώνει να εκδιώξει τους Πάρθους, ενώ ο ίδιος περνά όλο το χρονικό διάστημα ως τα τέλη του 40 π.Χ. στην Αλεξάνδρεια όπου η Κλεοπάτρα γεννά τελικώς το γιο του Αλέξανδρο Ήλιο και την κόρη του Κλεοπάτρα Σελήνη Β’.
Ακολούθως ο Αντώνιος φεύγει για την Ελλάδα με στόχο να διοργανώσει μία εκστρατεία κατά των Πάρθων, έχοντας προηγουμένως ζητήσει επιπλέον λεγεώνες από τον Οκταβιανό. Μία πρόσκαιρη εξέγερση παλαιών οπαδών του Πομπήιου στη Σικελία ωστόσο καθιστά τον τελευταίο ανίκανο να τηρήσει την υπόσχεση του για στρατιωτική ενίσχυση, η εκστρατεία ματαιώνεται και ο καχύποπτος Αντώνιος καθησυχάζεται μόνο όταν του προσφέρεται ως σύζυγος η αδελφή του Οκταβιανού, η δημοφιλής Οκταβία.
Τελικά ο Αντώνιος αφήνει την πιστή του σύζυγο έγκυο στη Ρώμη και μεταβαίνει ξανά στην Αλεξάνδρεια, όπου η αγαπημένη του Κλεοπάτρα, αφού του γεννά ένα νέο γιο, τον Πτολεμαίο Φιλάδελφο και τον παντρεύεται σύμφωνα με τα αιγυπτιακά έθιμα, του δανείζει τα χρήματα που χρειάζεται για να εκστρατεύσει κατά των Πάρθων.
Ο πόλεμος όμως καταλήγει σε συντριπτική ήττα για τον Αντώνιο, γεγονός που εκμεταλλεύεται ο φιλόδοξος Οκταβιανός για να τον δυσφημίσει. Περισσότερο απ’ όλα όμως τον κατηγορία ανεπισήμως για προδοσία με αφορμή το γάμο του με την Κλεοπάτρα. Παράλληλα ο Λέπιδος, μετά την ήττα των τελευταίων οπαδών του Πομπήιου, επιχειρεί ανεπιτυχώς να καταλάβει τη Σικελία για τον εαυτό του και ο Οκταβιανός, έχοντας εξασφαλίσει την υποστήριξη των εναπομεινάντων αριστοκρατών, τον αναγκάζει να αποχωρήσει από όλα τα πολιτικά αξιώματα ώστε να γίνει ο ίδιος κυβερνήτης όλης της Δύσης· η δεύτερη τριανδρία έχει ουσιαστικά φθάσει στο τέλος της και ο Λέπιδος περιορίζεται στην τιμητική θέση του «Μέγιστου Ποντίφικα», του δημόσιου αρχιερέα.
Την ίδια στιγμή ο Αντώνιος με αιγυπτιακά χρήματα εισβάλλει στη συμμαχική Αρμενία και διαμοιράζει την ανατολική Μεσόγειο στα τέκνα του, παρ' όλο που οι περισσότερες από αυτές τις περιοχές ήταν επαρχίες του ρωμαϊκού κράτους:
■ο Αλέξανδρος Ήλιος ονομάζεται βασιλέας της Αρμενίας,
■η Κλεοπάτρα Σελήνη Β’ βασίλισσα της Κυρηναϊκής και
■ο Πτολεμαίος Φιλάδελφος βασιλέας της Συρίας και της Κιλικίας.
■Η Κλεοπάτρα και ο Καισαρίων κατονομάζονται ως Βασιλείς των Βασιλέων και
■ο τελευταίος κηρύσσεται νομότυπος κληρονόμος του Ιουλίου Καίσαρα.
Φυσικά η Σύγκλητος και ο Οκταβιανός στη Ρώμη δεν αναγνωρίζουν κανένα από αυτά τα διατάγματα, στηρίζουν την ανεξαρτησία της συμμαχικής Αρμενίας και, επισήμως πλέον, κηρύσσουν το Μάρκο Αντώνιο προδότη και δημόσιο κίνδυνο. Ο Οκταβιανός, που ένιωσε τη θέση του να απειλείται από το νόθο γιο του θετού πατέρα του και της Κλεοπάτρας καθώς ο ίδιος εν μέρει εξασφάλιζε την ισχύ του από την οικογενειακή σχέση του με τον Ιούλιο Καίσαρα, εκκινεί έναν πόλεμο προπαγάνδας κατά του Αντωνίου τη στιγμή που ο τελευταίος δίνει και τυπικά διαζύγιο στην Οκταβία. Τελικά ο πραγματικός πόλεμος κηρύσσεται από τη Σύγκλητο κατά της Αιγύπτου το 32 π.Χ., αφού ανακαλείται η υπατική ιδιότητα του Αντωνίου. Η Κυρηναϊκή και οι επαρχίες της Ελλάδας γρήγορα αυτομολούν στο στρατόπεδο του Οκταβιανού και το αποτέλεσμα της σύγκρουσης κρίνεται με μία ναυμαχία στο Άκτιο του Αμβρακικού Κόλπου το 31 π.Χ. Εκεί το Ναυτικό της Αιγύπτου καταστρέφεται και λίγες ημέρες μετά ο Αντώνιος και η Κλεοπάτρα αυτοκτονούν στην Αλεξάνδρεια, ενώ οι νικητές ιδρύουν στον Αμβρακικό τη λατινική αποικία Νικόπολη προς τιμήν της υπερίσχυσης τους. Τον επόμενο χρόνο ο Οκταβιανός, μόνος ηγέτης πλέον του ρωμαϊκού κράτους, εκτελεί τον «αντίζηλο» του, Καισαρίωνα, προσαρτά ως επαρχία την Αίγυπτο και η ταραχώδης περίοδος λήγει.
Ο Οκταβιανός γρήγορα συγκέντρωσε όλα τα υψηλά πολιτικά αξιώματα στο πρόσωπο του, αποφεύγοντας όμως να ανακηρυχθεί δικτάτορας προκειμένου να μη θίξει τη δημοκρατική παράδοση των Ρωμαίων. Έτσι εγκαινιάζεται ο άτυπος θεσμός του «Πρίγκιπα ( = Πρώτος Πολίτης)» (27 π.Χ.), σήμερα γνωστού ως Αυτοκράτορα, ο οποίος συγκυβερνά τυπικά μαζί με τη Σύγκλητο αλλά ουσιαστικά έχει την πλήρη εποπτεία του κράτους με τη βοήθεια ενός πυκνού δικτύου δημοσίων υπαλλήλων. Νομικώς κατείχε όλη την ισχύ των Δημάρχων και των Τιμητών, πλήρη εποπτεία όλων των έπαρχων και λεγεώνων, των οποίων θεωρητικά προΐστατο, ενώ μπορούσε και να «θέτει υποψηφιότητα» για Ύπατος όποτε ήθελε· ακόμα και αν δεν ήταν ο ίδιος Ύπατος είχε με ειδικό διάταγμα όλες τις υπατικές αρμοδιότητες και οι αποφάσεις του ακύρωναν τις αποφάσεις των πραγματικών Υπάτων. Επίσης, σύμφωνα με τις αντιδημοκρατικές επιταγές του νέου πολιτεύματος, όλες οι νομοθετικές αρμοδιότητες των ρωμαϊκών Εκκλησιών του Δήμου μεταφέρονται οριστικά στη Σύγκλητο, η επάνδρωση της οποίας ελέγχεται αυστηρά από τον Τιμητή Αυτοκράτορα, και οι επαρχίες διακρίνονται σε αυτοκρατορικές και συγκλητικές, με την πολιτική ισχύ σε αυτές να ανήκει σε έναν έπαρχο διοριζόμενο αντίστοιχα από τον Πρώτο Πολίτη ή από τη Σύγκλητο. Ο λαός της Ρώμης παραχωρεί θεληματικά στον Οκταβιανό διευρυμένη πολιτική ισχύ, εξαντλημένος μετά από έναν αιώνα αναταραχών και εμφυλίων πολέμων, με αποτέλεσμα την αθόρυβη γέννηση ενός νέου μοναρχικού πολιτεύματος που καλύπτεται πίσω από παλαιούς ρεπουμπλικανικούς τίτλους, με τιμητικό και διακοσμητικό ρόλο πλέον παρά ουσιαστικό περιεχόμενο.
Η πίστη των λεγεώνων στο πρόσωπο του Οκταβιανού και η γιγάντια προσωπική του περιουσία τον ισχυροποιούν ακόμη περισσότερο. Οι πληροφοριοδότες που κατά παράδοση κατήγγειλαν επί πληρωμή εγκληματίες στις ρωμαϊκές Αρχές τώρα οργανώνονται σε ένα δίκτυο κατευθυνόμενο από αυτόν, προσανατολισμένο αποκλειστικά στην εύρεση και προσαγωγή αντικαθεστωτικών που εκφράζονται, γραπτώς ή προφορικώς, αρνητικά για τον Οκταβιανό. Ο τελευταίος έκοβε νομίσματα με την προτομή του και οι περισσότεροι θρίαμβοι που εορτάζονταν ήταν προς τιμήν του, ακόμα και αν δεν είχε συμμετάσχει ο ίδιος σε κάποια μάχη! Ωστόσο οι ελεύθερες πόλεις και οι περισσότερες πόλεις της Ανατολής διατηρούν ένα βαθμό αυτονομίας και αυτοδιοίκησης από τις τοπικές ολιγαρχίες. Λίγο καιρό μετά απονέμεται στον Οκταβιανό ο τίτλος του «Αυγούστου (Σεβαστού)» που του αναγνωρίζει θεϊκές ιδιότητες. Έτσι ξεκινά άτυπα η θεοποίηση του εκάστοτε Αυτοκράτορα και η λατρεία του, η οποία εξυπηρετούσε πολιτικούς σκοπούς ενοποίησης και ομοιογένειας, παράλληλα με την τυπική αστική λατρεία του ελληνορωμαϊκού κόσμου. Δεν είναι τυχαίο ότι μετά το θάνατο του Λέπιδου ο Οκταβιανός έλαβε ισοβίως και το αξίωμα του Ποντίφικα.
Η ρωμαϊκή επικράτεια διακρίνεται στις επαρχίες που είναι υπό άμεση αυτοκρατορική ή συγκλητική διοίκηση, όπως η Μακεδονία, στα υποτελή συμμαχικά κράτη, όπως η Αρμενία υπό τους διαδόχους του Αρμενία
Τιγράνη Β', και στα ημιανεξάρτητα προτεκτοράτα, τα οποία πληρώνουν φόρο υποτέλειας στη Ρώμη και επιπλέον δέχονται έλεγχο από αυτήν στα θέματα της εξωτερικής πολιτικής, της απονομής δικαιοσύνης και της ασφάλειας.
Στα ρωμαϊκά προτεκτοράτα συνήθως βασίλευε ένας μονάρχης με τη βοήθεια μίας «κατοχικής κυβέρνησης» που στήριζε την εξουσία της στη δύναμη των όπλων των ρωμαϊκών φρουρών, όπως παλαιότερα ο Υρκανός Β' στο κράτος των Μακκαβαίων, και η οποία δεν ήταν πάντα σεβαστή από τον τοπικό πληθυσμό. Το 27 π.Χ. ο Αύγουστος μεταβάλει τη νότια Ελλάδα σε κανονική επαρχία με το όνομα Αχαΐα και με έδρα την Κόρινθο, στερώντας από τους Έλληνες κάθε ψευδαίσθηση πραγματικής ελευθερίας.
Ακόμη προσαρτά ως επαρχία τη Γαλατία της Ανατολίας το 25 π.Χ., μετά το θάνατο του τοπικού ηγεμόνα, και επιχειρεί να θέσει ως νέο σύνορο του ρωμαϊκού κράτους το Δούναβη ποταμό, σαν συνέχεια του συνόρου του Ρήνου το οποίο είχε διαμορφωθεί από τους πολέμους του Ιουλίου Καίσαρα. Έτσι οι έμπιστοι λεγάτοι του εισβάλλουν στην Παννονία, την οποία ενοποιεί με το Ιλλυρικό σε μία καινούργια επαρχία (9 π.Χ.), στη Ραιτία, την οποία επίσης προσαρτά ως επαρχία το 15 π.Χ., και στη Μοισία, η οποία γίνεται και τυπικώς επαρχία το 6 μ.Χ. Οι τοπικοί κελτικοί και Ιλλυρικοί πληθυσμοί αρχίζουν να αφομοιώνονται μέσω των τυπικών ρωμαϊκών μεθόδων, παρά τις κατά καιρούς εξεγέρσεις και τη συνεχή συνοριακή πίεση από τα γειτονικά Γερμανικά φύλα. Την Αρμενία, η οποία κατατρυχόταν από εμφύλιο πόλεμο μεταξύ φιλορωμαίων και φιλοπάρθων μετά την εισβολή και την ήττα του Μάρκου Αντώνιου, ο Αύγουστος κατορθώνει να τη μεταστρέψει σε πιστό ρωμαϊκό προτεκτοράτο αλλά είναι φανερό πως η δυναστεία των Αρταξιαδών πλησιάζει στο τέλος της.
Στην Αφρική τοποθετεί το γιο του Ιούβα Α', το φιλορρωμαίο και φιλομαθή Ιούβα Β’, ως υποτελή βασιλέα της Μαυριτανίας και του δίνει ως δώρο τη δυτική Νουμιδία και ως σύζυγο την κόρη του Μάρκου Αντώνιου Κλεοπάτρα Σελήνη Β', διατηρώντας παράλληλα την ανατολική Νουμιδία ως ρωμαϊκή επαρχία της Νέας Αφρικής.
Ακόμη ο Οκταβιανός μετατρέπει τη μεθοριακή στρατικοποιημένη ζώνη δυτικά του Ρήνου στην πλήρη επαρχία της Γερμανίας (27 π.Χ.) και προσαρτά ως επαρχία το Νωρικό (16 π.Χ.), μετά τη σύμπραξη των ιθαγενών σε μία αποτυχημένη εισβολή Ιλλυριών στην Ιταλία.
Ο Αύγουστος, επιθυμώντας να καταλάβει την κεντρική γερμανική επικράτεια μεταξύ Ρήνου και Έλβα ποταμού, διατάζει μία παρατεταμένη στρατιωτική διείσδυση στην τελευταία η οποία ξεκινά το 12 π.Χ. με ορμητήριο την επαρχία της Γερμανίας και το Ρήνο. Πολλά γερμανικά φύλα υποδουλώνονται και ο έλεγχος της περιοχής ανατίθεται σε κατά τόπους Λεγάτους με τις λεγεώνες τους, οι οποίες σταδιακά αναπτύσσουν φιλικές σχέσεις με τους ιθαγενείς. Έτσι το 7 μ.Χ. ο Οκταβιανός αποστέλλει τον αξιωματούχο Πούμπλιο Βάρο (46 π.Χ. – 9 μ.Χ.) για να οργανώσει την περιοχή ως κανονική επαρχία.
Όμως οι Γερμανοί δεν επιθυμούν συγχώνευση με το ρωμαϊκό κόσμο· μία αποστασία τους με αρχηγό τον τοπικό ευγενή Αρμίνιο, ο οποίος στη νιότη του είχε λάβει λατινική παιδεία ως όμηρος της Ρώμης και κατόπιν διετέλεσε σύμβουλος του Βάρου, έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια μετά από ενέδρα περίπου 20000 Ρωμαίων στρατιωτών, καθώς και του ίδιου του Βάρου, στη μάχη του Τευτοβούργιου Δρυμού (9 μ.Χ.).
Σύντομα όλα τα ρωμαϊκά φρούρια και οι νεόκτιστες λατινικές αποικίες καταλαμβάνονται από τους αντάρτες και αυτό είναι το τέλος της μεσογειακής παρουσίας ανατολικά του Ρήνου και βόρεια του Δούναβη· η μεγαλύτερη πολιτική ήττα του Αυγούστου καθώς σήμανε τη λήξη μίας σαραντάχρονης επεκτατικής περιόδου.
Ο Οκταβιανός κυβέρνησε τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ως το θάνατο του το 14 μ.Χ. και στην εποχή του προωθήθηκαν η ειρήνη και η ευνομία, επιβλήθηκε η λατινική ισχύς, οι πειρατές και οι ληστές εξαλείφθηκαν, το εμπόριο και η βιοτεχνία γνώρισαν σημαντική άνθηση, οι τέχνες αναγεννήθηκαν υπό την επίδραση του ελληνικού πνεύματος, τα μέτρα και τα σταθμά της επικράτειας του ενοποιήθηκαν και η Μεσόγειος Θάλασσα έγινε πραγματικά «ρωμαϊκή λίμνη» –την οποία διέπλεε μόνο ο ισχυρός αυτοκρατορικός Στόλος.
Το ρωμαϊκό νομισματικό σύστημα με βάση το ασσάριο εξαπλώθηκε από τη Γαλατία ως τη Συρία, αν και στην Ανατολή και στην Ισπανία παραδοσιακά ορειχάλκινα ή –σπανιότερα– ασημένια νομίσματα συνέχισαν να κόβονται, για τοπική μόνο χρήση, ανά επαρχία ή ανά πόλη. Η ασυδοσία στην είσπραξη των φόρων περιορίστηκε πολύ καθώς οι τελώνες αντικαταστάθηκαν σταδιακά από δημοσίους αυτοκρατορικούς υπαλλήλους. Έγινε μία, αποτυχημένη αλλά τίμια, προσπάθεια επιστροφής στα αυστηρά και λιτά ήθη των παλαιών Ρωμαίων.
Τα σύνορα του κράτους οριοθετήθηκαν σχεδόν οριστικά·
■στο Βορρά ο Δούναβης και ο Ρήνος ποταμός,
■στο Νότο η έρημος Σαχάρα και
■στην Ανατολή ο Ευφράτης ποταμός.
Ο Στρατός σταθεροποιήθηκε σε 28 λεγεώνες (25 μετά την απώλεια τριών λεγεώνων στην εξευτελιστική ήττα του Τευτοβούργιου Δρυμού οι οποίες, τιμής ένεκεν, δεν ανασυγκροτήθηκαν ποτέ), συν δεκάδες βοηθητικές μονάδες των 500 ατόμων εκάστη, και εγκαταστάθηκε στις παραμεθόριες επαρχίες σε μόνιμες βάσεις οι οποίες εξελίχθηκαν σε πολυάνθρωπα κέντρα εκλατινισμού.
Μόνο 9000 οπλίτες παρέμειναν στην Ιταλία και αποτέλεσαν την αφοσιωμένη ιδιωτική φρουρά του Αυτοκράτορα, τους Πραιτωριανούς. Ένας θρησκευτικός, εθνολογικός και πολιτιστικός συγκρητισμός λαμβάνει χώρα σε όλη την έκταση του αχανούς κράτους.
Ο ελληνορρωμαϊκός πολιτισμός και η λατινική κουλτούρα επικρατούν και, παρ' όλο που οι άρχουσες τάξεις των ανατολικών επαρχιών διατηρούν την ελληνική γλώσσα και συνεχίζουν να θεωρούν τους Ρωμαίους ξένους, κανείς δεν αρνείται τη Ρωμαϊκή Ειρήνη (Pax Romana), την ηρεμία και ευημερία που έφερε η λατινική επικυριαρχία σε όσους την αποδέχονταν. Αυτή την εποχή οριστικοποιείται και η θεοποίηση και λατρεία των νεκρών ηγετών της Ρώμης, μία ομογενοποιητική θρησκευτική πρακτική που παραπέμπει σε όρκο πίστης, ενώ ο εκάστοτε Αυτοκράτορας ανάμεσα στα άλλα αξιώματα της δημοκρατικής περιόδου κατέχει και αυτό του Ποντίφικα.
Η Ρωμαϊκή Ειρήνη κράτησε σχεδόν δύο αιώνες, δημιουργώντας έτσι πρωτόγνωρες συνθήκες ευμάρειας και ομοιομορφίας στο μεσογειακό κόσμο. Η βασιλεία του Οκταβιανού σήμανε το τέλος της ελληνιστικής και την έναρξη της ρωμαϊκής περιόδου, μίας εποχής όπου όλος ο μεσογειακός κόσμος με την υψηλή κουλτούρα του ενοποιήθηκε πολιτικά και ως ένα βαθμό πολιτιστικά, καλά προφυλαγμένος από τους βαρβάρους μέσω των συνοριακών ρωμαϊκών λεγεώνων. Το αυτοκρατορικό αξίωμα μετά το θάνατο του Αυγούστου δεν πέρασε στο γιο του καθώς η κληρονομική διαδοχή δεν ήταν σύμφυτη με τις δημοκρατικές παραδόσεις. Επικράτησε όσο ζει ένας Αυτοκράτορας να κατονομάζει το διάδοχο του και η Σύγκλητος να επικυρώνει την απόφαση. Έτσι τον Οκταβιανό διαδέχθηκε στο θρόνο ο θετός γιος του Τιβέριος (14 - 37 μ.Χ.).
Από: http://el.science.wikia.com/
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


