Αναγνώστες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΣΙΑ ΣΤΟ ΔΕΛΤΑ ΤΟΥ ΙΝΔΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΣΙΑ ΣΤΟ ΔΕΛΤΑ ΤΟΥ ΙΝΔΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2010

ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΣΙΑ ΣΤΟ ΔΕΛΤΑ ΤΟΥ ΙΝΔΟΥ

ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΣΙΑ ΣΤΟ ΔΕΛΤΑ ΤΟΥ ΙΝΔΟΥ

Η κάθοδος του Ακεσίνη και του Ινδού – Στις χώρες των Αβαστανών, των Ξάθρων, των Σαμβαστών, των Οσσαδίων, των Σόγδων, του Μουσικανού και του Οξικανού
(Αρριανός ΣΤ. 15.5, 17.3, Πλούταρχος Αλέξανδρος 64.1, Διόδωρος ΙΖ.102.1-7, 103.6-κ.ε., 105.5, Κούρτιος 9.8.3-15, 20-27, Ιουστίνος 12.10.2)

Η στρατιά παρέμεινε στρατοπεδευμένη στη συμβολή του Ακεσίνη και του Υδραώτη, μέχρι η ανάρρωση του Αλεξάνδρου να επιτρέψει τη μετακίνησή του. Στο μεταξύ ναυπηγούσαν κι άλλα πλοία από την άφθονη ξυλεία των παραποταμίων δασών. Μόλις το επέτρεψε η κατάσταση της υγείας του, ο Αλέξανδρος επιβίβασε στα πλοία 1.700 εταίρους ιππείς, 10.000 πεζούς, όλους τους υπασπιστές, μπήκε στον Ακεσίνη και έπλευσε χωρίς προβλήματα ως τη συμβολή του στον Ινδό. Εκεί περίμενε την άφιξη του Περδίκκα, που επικεφαλής της υπόλοιπης στρατιάς προέλαυνε στην δεξιά όχθη του Ακεσίνη και καθ’ οδόν υπέταξε το αυτόνομο έθνος των Αβαστανών. Η συμβολή του Ακεσίνη στον Ινδό ήταν το σημείο, όπου διευθετήθηκε μία σειρά θεμάτων. Πρώτα απ’ όλα εκείνο το σημείο ορίστηκε ως το ανατολικότερο όριο της σατραπείας του Φιλίππου, που ξεκινούσε από τη Βακτριανή. Εκεί, λες και είχε ανησυχήσει για τον τραυματισμό του γαμπρού του, εμφανίστηκε ο Οξυάρτης, ο πατέρας της Ρωξάνης και πεθερός του Αλεξάνδρου. Στην εξουσία του Οξυάρτη παραδόθηκαν και οι Παροπαμισάδες, διότι ο Αλέξανδρος είχε πληροφορηθεί ότι ο μέχρι τότε σατράπης τους, ο Τυριέσπης, βαρυνόταν με κατηγορίες κακοδιαχείρισης.

Στη συμβολή του Ακεσίνη με τον Ινδό εντάχθηκαν στο στόλο κι άλλες καινούργιες τριακόντοροι και στρογγύλα (φορτηγά) πλοία, που είχαν ναυπηγηθεί στο έθνος των Ξάθρων, ενώ έστειλε πρέσβεις και παραδόθηκε το έθνος των Οσσαδίων. Κάποιος από τους λαούς των Αβαστανών ή των Οσσαδίων του Αρριανού ίσως είναι ο λαός, τον οποίο ο Διόδωρος ονομάζει Σαμβαστές και ο Κούρτιος Σαβάρκες. Αυτοί λέγεται ότι είχαν δημοκρατικά πολιτεύματα, συγκέντρωσαν 60.000 πεζούς, 6.000 ιππείς, 500 άρματα και ετοιμάστηκαν να πολεμήσουν. Όταν όμως είδαν τη στρατιά του Αλεξάνδρου, προτίμησαν να στείλουν πρέσβεις και να συνθηκολογήσουν. Εκεί εγκαταστάθηκε ο Φίλιππος με όλους τους Θράκες, όσους από τη μακεδονική φάλαγγα χρειάζονταν για την επιτήρηση της χώρας, και στη συμβολή του Ακεσίνη με τον Ινδό διατάχθηκε να χτίσει νεώσοικους και μία πόλη, που ο Αλέξανδρος πίστευε ότι θα αναπτυσσόταν πολύ.

Θεωρούμε ότι η στρατιά συνέχισε την προέλασή της προς τα νότια της κοιλάδας του Ινδού κάποια ημέρα του Ιανουαρίου 325. Ούτε αυτή η χρονολογία προκύπτει με σαφήνεια από τις αρχαίες πηγές, αλλά επειδή δεχθήκαμε ότι ξεκίνησαν από τον Υδάσπη στις αρχές Οκτωβρίου του 326 και με δεδομένες τόσο τις επιχειρήσεις όσο και την καθυστέρηση από τον τραυματισμό του Αλεξάνδρου ο Ιανουάριος είναι λογική επιλογή. Επιπλέον, φαίνεται να συμφωνεί και μία πληροφορία από τον Πλούταρχο, ότι ο κατάπλους των ποταμών διήρκεσε 7 μήνες, ως τον Ιούλιο που δεχόμαστε ότι έφτασαν στα Πάταλα, αν και ο Πλούταρχος θεωρεί ότι 7 μήνες διήρκεσε ο κατάπλους από τον Υδάσπη και όχι από τη συμβολή Ακεσίνη και Ινδού ως τα Πάταλα. Είναι όμως πιθανό η διαφορά των τριών μηνών από τη μαρτυρία του Αριστόβουλου να υποδηλώνει χρονολόγηση του Πλούταρχου από τον τραυματισμό του Αλεξάνδρου και μετά.

Ο Κρατερός επικεφαλής του μεγαλύτερου μέρους της στρατιάς και των ελεφάντων πέρασε στην αριστερή όχθη του Ινδού, που ήταν πιο κατάλληλη για βαρύ στράτευμα. Στην αριστερή όχθη ζούσαν επίσης αρκετά έθνη, που δεν ήταν καθόλου φιλικά. Ο ίδιος ο Αλέξανδρος με το στόλο κατέπλευσε στην πρωτεύουσα του έθνους των Σόγδων. Ο λαός των Σόγδων του Αρριανού ίσως είναι ο ίδιος με τον λαό των Σόδρων, τον οποίο ο Διόδωρος τοποθετεί στην απέναντι όχθη των Μασσανών. Στην περιοχή αυτή ο Αλέξανδρος έχτισε μία παραποτάμια Αλεξάνδρεια, στην οποία εγκατέστησε 10.000 κατοίκους, έφτιαξε νεώσοικους και επισκεύασε το καταπονημένα πλοία του. Όρισε σατράπες της περιοχής από τη συμβολή του Ακεσίνη στον Ινδό μέχρι τα παράλια της Ινδίας τους Οξυάρτη και Πείθωνα.

Εν συνεχεία ο Αρριανός αναφέρει ότι αποσπάσθηκε ο Κρατερός με το βαρύτερο τμήμα της στρατιάς και ξεκίνησε για την Καρμανία μέσω Αραχωσίας και Δραγγιανής. Κάτι τέτοιο δεν είναι ιδιαίτερα λογικό, διότι δεν είχε εξασφαλισθεί ακόμη η κατοχή όλης της κοιλάδας του Ινδού, και δεν φαίνεται να το πιστεύει ούτε κι ο ίδιος ο Αρριανός. Κατά πάσα πιθανότητα λοιπόν ολόκληρη η στρατιά προέλασε προς τη χώρα του Μουσικανού, η οποία εθεωρείτο ότι ήταν η πλουσιότερη σε όλη την Ινδία. Αυτός ο Ινδός ηγεμόνας είχε αγνοήσει τα μηνύματα του Αλεξάνδρου και δεν είχε στείλει πρέσβεις, για να ζητήσει συμμαχία ή να δηλώσει υποταγή. Ο Αλέξανδρος κατέπλευσε τον Ινδό τόσο γρήγορα, ώστε πέρασε τα σύνορα της χώρας, πριν ο Μουσικανός μάθει ότι ο στόλος είχε ξεκινήσει εναντίον του. Πρόλαβε όμως να προϋπαντήσει τον Αλέξανδρο την τελευταία στιγμή, να του προσφέρει τα καλύτερα δώρα της εθιμοτυπίας και να παραδεχτεί ότι ήταν λάθος του που καθυστέρησε. Αυτή ήταν η ασφαλέστερη μέθοδος για να διατηρήσει ένας ηγεμόνας τη θέση του. Αφού επιθεώρησε και θαύμασε τη χώρα, ο Αλέξανδρος διέταξε τον Κρατερό να οχυρώσει την ακρόπολη και να τοποθετήσει φρουρά, διότι η περιοχή είχε στρατηγική σημασία για την επιτήρηση αρκετών γειτονικών λαών. Ένας νομάρχης της περιοχής, ο Οξικανός, δεν παραδόθηκε και ο Αλέξανδρος προέλασε εναντίον του με τους 1.700 εταίρους, τους τοξότες και τους Αγριάνες. Κατέλαβε εξ εφόδου τις δύο μεγαλύτερες πόλεις, τις λαφυραγώγησε, συνέλαβε και εκτέλεσε τον Οξικανό και ενέταξε στη στρατιά τους πολεμικούς ελέφαντες. Μετά απ’ αυτά παραδόθηκαν κι οι άλλες δύο πόλεις του Οξικανού. Μία σύγκρουση παρόμοια με αυτήν, που ο Αρριανός περιγράφει μεταξύ Αλεξάνδρου και Οξικανού, οι Διόδωρος και Κούρτιος την περιγράφουν μεταξύ Αλεξάνδρου και Πορτικάνου. Και οι δύο θεωρούν ότι ο Πορτικάνος ήταν βασιλιάς, ενώ ο Κούρτιος συμπληρώνει ότι το όνομα του λαού ήταν Πραιστοί.

Αφού υπέταξε τον Οξικανό, ο Αλέξανδρος πληροφορήθηκε ότι τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά στις πόλεις των Βραχμάνων. Ο Σάμβος, ο οποίος είχε ήδη παραδοθεί και γι’ αυτό είχε παραμείνει βασιλιάς της ορεινής περιοχής του, εγκατέλειψε την εξουσία και έφυγε. Σύμφωνα με τον Αρριανό προέλασε εναντίον του, αλλά μόλις πλησίασε με το στρατό του στα Σινδίμανα, την πρωτεύουσα του Σάμβου, οι άρχοντες της πόλης τον προϋπάντησαν και του παρέδωσαν τους πολεμικούς ελέφαντες και το δημόσιο ταμείο προς έλεγχο. Τελικά, ο Σάμβος δεν είχε αποστατήσει, απλώς ήταν εχθρός του Μουσικανού, η παραμονή του οποίου στην εξουσία, πίστεψε ότι τον έθετε σε κίνδυνο. Κατά τον Διόδωρο ο Σάμβος αντιστάθηκε στην προέλαση του Αλεξάνδρου, έχασε πάνω από 80.000 στρατιώτες, οι περισσότερες πόλεις του κατασκάφτηκαν και οι κάτοικοι εξανδραποδίστηκαν. Εκείνος διέφυγε πέρα από την ανατολική όχθη του Ινδού με 30 πολεμικούς ελέφαντες, ενώ οι υπόλοιπες πόλεις του παραδόθηκαν. Ο Κούρτιος συμφωνεί στις απώλειες των Ινδών και αποκαλύπτει ότι πηγή του (και προφανώς και του Διόδωρου) ήταν ο Κλείταρχος. Κατά τον Πλούταρχο, ο Σάββας (όπως ονομάζει τον Σάμβο) παρακινήθηκε σε αντίσταση από τους Βραχμάνες γυμνοσοφιστές και προκάλεσε πολλές συμφορές στους Μακεδόνες.

Συνεχίζοντας την προέλαση, ο Αλέξανδρος κατέλαβε άλλη μία πόλη και εκτέλεσε τους Βραχμάνες φιλόσοφους, που την υποκίνησαν σε επανάσταση. Σ’ αυτήν τη λακωνική καταγραφή του Αρριανού ίσως μπορούμε να αναγνωρίσουμε τα περιστατικά, που ο Διόδωρος παραδίδει ότι συνέβησαν στη νοτιότερη βραχμανική πόλη, την Αρματήλια. Εκεί οι Ινδοί είχαν αλείψει με θανατηφόρο δηλητήριο τα όπλα τους, ώστε ακόμη και όσοι είχαν επιπόλαια τραύματα από τη μάχη, τελικά πέθαιναν με φρικτούς πόνους. Αυτή η διήγηση τοποθετείται από τους δύο Ρωμαίους ιστορικούς στη χώρα του Σάμβου.

Στο μεταξύ κάποιοι άλλοι Βραχμάνες υποκίνησαν σε επανάσταση τον Μουσικανό. Ο Αλέξανδρος έστειλε εναντίον του τον Πείθωνα, ενώ ο ίδιος εισέβαλε στη χώρα και επιτέθηκε στις επαναστατημένες πόλεις. Άλλες τις λεηλάτησε, τις κατέσκαψε κι εξανδραπόδισε τους κατοίκους και σε άλλες (που βρίσκονταν σε στρατηγικές θέσεις) οχύρωσε τις ακροπόλεις και εγκατέστησε φρουρές. Μετά επέστρεψε στο στρατόπεδο και το στόλο. Ο Πείθων έφερε εκεί αιχμαλώτους τον Μουσικανό και τους Βραχμάνες, για να εκτελεστούν. Παρουσιάστηκε ακόμη ο διοικητής των Πατάλων και του παρέδωσε την επικράτειά του, το Δέλτα του Ινδού, μία περιοχή μεγαλύτερη από το Δέλτα του Νείλου. Ο Αλέξανδρος τον διέταξε να επιστρέψει στη χώρα του και να μεριμνήσει για την υποδοχή της στρατιάς.

Σ’ αυτό το σημείο ο Αρριανός λέει για δεύτερη φορά ότι αποσπάσθηκε ο Κρατερός. Πράγματι, εφόσον είχαν υποταχθεί όλοι οι Ινδοί κατά μήκος της κοιλάδας του Ινδού και ο διοικητής του Δέλτα παρέδωσε την περιοχή του, ο Αλέξανδρος μπορούσε να προχωρήσει στην επόμενη φάση και να αποδεσμεύσει τα πιο βραδυκίνητα τμήματα. Φαίνεται ότι κι ο Αρριανός θεωρεί πιθανότερο να έγινε τότε η απόσπαση, διότι απαριθμεί τις δυνάμεις, που ανέλαβε ο Κρατερός. Ήταν οι τάξεις των Άτταλου, Μελέαγρου και Αντιγένη, μερικοί τοξότες και εταίροι ιππείς, όλοι οι ελέφαντες και οι απόμαχοι Μακεδόνες, που θα επέστρεφαν στην πατρίδα τους. Θα περνούσαν μέσω Αραχωσίας και Δραγγιανής κατευθυνόμενοι προς την Καρμανία, όπου θα συναντούσαν και τις δυνάμεις του Αλεξάνδρου, ο οποίος προηγουμένως σκόπευε να εξασφαλίσει την ακτογραμμή του Ινδικού Κόλπου (της Αραβικής θαλάσσης).

Δύο είναι τα καταλληλότερα δρομολόγια, που μπορεί να ακολούθησε ο Κρατερός ως την Αραχωσία. Το πρώτο κατευθύνεται αρχικά βόρεια, μέσα απ΄ την κοιλάδα του Ινδού και περνώντας από τη διάβαση Μπολάν οδηγεί στην Αλεξάνδρεια της Αραχωσίας. Το δεύτερο κατευθύνεται βόρεια, περίπου στο βασίλειο του Σάμβου αφήνει την κοιλάδα του Ινδού και μέσω της διάβασης Μουλλά διασχίζει τη Γεδρωσία με βόρεια κατεύθυνση ως την Αλεξάνδρεια της Αραχωσίας. Στο δεύτερο δρομολόγιο η βαριά στρατιά θα διέσχιζε από Βορρά προς Νότο όλη σχεδόν τη Γεδρωσία, όπου οι δυσκολίες ήταν μεγαλύτερες, ενώ στο πρώτο μόλις που θα άγγιζε το βορειότερο τμήμα της. Επειδή η Γεδρωσία δεν αναφέρεται στο δρομολόγιο του Κρατερού, το πιθανότερο είναι ότι επελέγη το δρομολόγιο μέσω της διάβασης Μπολάν. Από την Αλεξάνδρεια της Αραχωσίας ως τη γη των Ευεργετών ο Κρατερός θα ακολουθούσε αντίστροφα το δρομολόγιο, που είχαν πάρει κατά την προέλαση προς τον Παροπάμισο την άνοιξη του 329.

Ο Πείθων με τους ιππακοντιστές και τους Αγριάνες αποσπάστηκε από το τμήμα του Ηφαιστίωνα και πέρασε στην αριστερή όχθη με διαταγές να συγκεντρώσει πληθυσμό από την ύπαιθρο, για να εποικίσει τις περιτειχισμένες πόλεις, και να καταστείλει τυχόν εστίες επανάστασης. Μετά έπρεπε να κατευθυνθεί προς τα Πάταλα, προς τα οποία κατευθυνόταν και η υπόλοιπη στρατιά υπό τον Ηφαιστίωνα καθώς κι ο στόλος υπό τον Αλέξανδρο. Τρεις ημέρες αργότερα οι περίπολοι αναγνώρισης ενημέρωσαν τον Αλέξανδρο ότι στα Πάταλα τους περίμενε το συνηθισμένο σκηνικό, οι κάτοικοι εγκατέλειπαν την περιοχή και κατέφευγαν στις γειτονικές ερήμους.


Στο Δέλτα του Ινδού
(Αρριανός Ε.4, ΣΤ.19, 21, Ινδική 20-21, Διόδωρος, ΙΖ.104.1, Πλούταρχος, Αλέξανδρος 66.1, Κούρτιος 9.10.4, Στράβων 15.1.17)

Από τις διαθέσιμες πληροφορίες των αρχαίων πηγών μπορούμε να προσδιορίσουμε με ικανοποιητική προσέγγιση τον χρόνο άφιξης του Αλεξάνδρου στα Πάταλα. Η πληροφορία του Κούρτιου ότι έφτασαν στα Πάταλα το χειμώνα απορρίπτεται ασυζητητί κι εκείνη του Πλούταρχου ότι ο κατάπλους των ποταμών διήρκεσε 7 μήνες έχει αξία μόνο σε συνδυασμό με άλλες και όχι αφ’ εαυτής. Ο Στράβων διέσωσε την πληροφορία του Αριστόβουλου ότι ο στόλος άρχισε τον κατάπλου από τον Υδάσπη «πριν τη δύση των Πλειάδων» (το πρώτο δεκαήμερο του Οκτωβρίου) και 10 μήνες αργότερα, «περί την ανατολή του Κυνός» (περί την 22α Ιουλίου) έφτασε στα Πάταλα. Από το ημερολόγιο καταστρώματος του Νέαρχου ο Αρριανός διέσωσε την πληροφορία ότι οι μουσώνες τελείωναν «πριν τη δύση των Πλειάδων» (το πρώτο δεκαήμερο του Οκτωβρίου) και ότι ο στόλος άρχισε το ταξίδι στη θάλασσα την 20η Βοηδρομιώνος, δηλαδή την 5η Οκτωβρίου. Εικοσιεννέα δε ημέρες αργότερα (δηλαδή την 3η Νοεμβρίου) είχαν τελειώσει, όλα τα εφόδια που ο Αλέξανδρος τους είχε εξασφαλίσει για 4 μήνες. Αφού λοιπόν τα εφόδια των 4 μηνών τελείωσαν λίγο πριν την 3η Νοεμβρίου, σημαίνει ότι είχαν συγκεντρωθεί περί την 3η Ιουλίου. Δηλαδή, από τις πληροφορίες του Αριστόβουλου και του Νέαρχου, που είχαν πάρει μέρος στην εκστρατεία, ως χρόνος άφιξης του Αλεξάνδρου στα Πάταλα προσδιορίζεται το πρώτο εικοσαήμερο του Ιουλίου, ειδικά δε με βάση τον Νέαρχο, που δίνει πιο ακριβή ημερομηνία, προσδιορίζεται η πρώτη εβδομάδα του Ιουλίου του 325 π.Χ.

Ο Αλέξανδρος έχοντας πληροφορηθεί ότι κι αυτοί οι Ινδοί αρνούνταν να υποταχθούν και ότι είχαν πάρει το δρόμο της προσφυγιάς, επιτάχυνε τον κατάπλου στα Πάταλα (Χαϋντεραμπάντ) και βρίσκοντας έρημη την πόλη, έστειλε τους ελαφρύτερα οπλισμένους στρατιώτες να καταδιώξουν τους κατοίκους. Επειδή η προέλαση είχε φτάσει σε ένα εξαιρετικά κρίσιμο σημείο και έπρεπε να προετοιμαστεί η μεν στρατιά για τη διάβαση ερήμων, ο δε στόλος για τον παράπλου άγνωστων ακτών, οι Μακεδόνες δεν είχαν τις συνήθεις διαταγές εξολόθρευσης των προσφύγων. Αντίθετα συνέλαβαν κάποιους Ινδούς και τους έστειλαν στους υπόλοιπους με τη διαβεβαίωση ότι μπορούσαν να επιστρέψουν στις εστίες τους άφοβα. Πράγματι, οι περισσότεροι επέστρεψαν.

Σύμφωνα με τον Νέαρχο ο Αλέξανδρος ήθελε διακαώς να εξερευνήσει τη θάλασσα από την Ινδία ως την Περσία, αλλά τον τρόμαζε το ενδεχόμενο να φτάσει ο στόλος σε κάποια παράλια άγονα και χωρίς αγκυροβόλια. Κάτι τέτοιο θα κατέστρεφε το στόλο και θα αποτελούσε την πρώτη μελανή κηλίδα, ενώ μέχρι τότε είχε σημειώσει μόνο λαμπρές επιτυχίες. Φυσικά, η ακόρεστη δίψα του για επιτυχίες σε δύσκολα έργα υπερίσχυσε των φόβων και των ενδοιασμών του. Με τον Νέαρχο, τον πιστό παιδικό του φίλο, που είχε οδηγήσει το στόλο ως το Δέλτα του Ινδού, άρχισε να συζητά για την επάνδρωση του στόλου, που αυτή τη φορά θα έβγαινε στην άγνωστη θάλασσα. Η δυσκολία στην επιλογή των πληρωμάτων ήταν μεγάλη, διότι έπρεπε να διασκεδάσει τους φόβους τους ότι τους έστελνε σε πασίδηλο κίνδυνο χωρίς να λογαριάζει τη ζωή τους, και ο Αλέξανδρος δυσκολευόταν να βρει επιχειρήματα. Όμως το μεγαλύτερο πρόβλημα φαινόταν να είναι η επιλογή του ναύαρχου για την ανοιχτή θάλασσα. Όποιο όνομα κι αν έφερναν στο μυαλό τους, ο Αλέξανδρος το απέρριπτε. Άλλον διότι είχε πεσμένο ηθικό, άλλον διότι δεν είχε πείσει ότι θα διακινδύνευε για να δοξαστεί ο Αλέξανδρος, άλλον διότι ήθελε να επιστρέψει στην πατρίδα του. Στο τέλος, είτε για να βγουν από το αδιέξοδο, είτε διότι ο Αλέξανδρος εξαρχής εκεί ήθελε να οδηγήσει τα πράγματα, ο Νέαρχος αυτοπροτάθηκε. Υπό τις αυτονόητες προϋποθέσεις, «με τη βοήθεια των θεών, εφόσον η Μεγάλη Θάλασσα ήταν πράγματι πλωτή και εφόσον η όλη επιχείρηση δεν ξεπερνούσε τις ανθρώπινες δυνατότητες», ο Νέαρχος αναλάμβανε να οδηγήσει σώους πλοία και πληρώματα από την Ινδία στην Περσία. Αν κάπου αποτύγχανε, θα μπορούσε να επικαλεστεί την αντίθετη θέληση κάποιου θεού ή δυσκολίες λογικές και αναμενόμενες σε τόσο μεγάλο ταξίδι, ενός τόσο μεγάλου στόλου, σε τόσο άγνωστα νερά. Ο Αλέξανδρος προέβαλε στον παλιό καλό φίλο του τις αντιρρήσεις, που επιβάλλει η αβρότητα, ο Νέαρχος έδειξε την προθυμία, που επιβάλλει η πίστη, και έτσι βγήκαν από το αδιέξοδο. Ο Νέαρχος ανέλαβε την εξερεύνηση της άγνωστης Μεγάλης Θάλασσας, που προκαλούσε δέος σε όσους θα επάνδρωναν το στόλο και ανακούφιση σε όσους θα παρέμεναν στο κατ’ ήπειρον στράτευμα.

Αυτή ήταν η καλύτερη λύση και φαίνεται ότι παρά το παιχνίδι με τους υποψηφίους, μάλλον και οι δύο ήθελαν να καταλήξουν εκεί. Ο μεν Αλέξανδρος, διότι στον κατάπλου των ποταμών είχε την ευκαιρία να ελέγξει τις ικανότητες του φίλου του, ο δε Νέαρχος, οπωσδήποτε ενθαρρυμένος από την επιτυχία του στα ινδικά ποτάμια, μπορούσε να ικανοποιήσει μεγαλύτερες φιλοδοξίες. Όμως ο Αλέξανδρος είχε έναν ακόμη σοβαρό λόγο να προτιμάει τον Νέαρχο για ναύαρχο. Ο διορισμός του αύξανε το αίσθημα ασφαλείας και μείωνε εκείνο του φόβου στα πληρώματα, διότι ήταν προφανές ότι ο βασιλιάς τους δεν θα εξέθετε αστόχαστα σε κίνδυνο έναν παλιό και έμπιστο φίλο του, αντίθετα θα κατέβαλλε κάθε δυνατή προσπάθεια, για να τον προστατεύσει. Πράγματι, στη συνέχει ο Αλέξανδρος έδειξε μεγαλύτερη αγωνία για το στόλο του Νέαρχου, απ’ όση για τη δική του στρατιά, που δοκιμαζόταν σκληρά στην έρημο της Γεδρωσίας.

Στα Πάταλα ο Αλέξανδρος έφτιαξε ναύσταθμο και νεώσοικους, ανέθεσε στον Ηφαιστίωνα να οχυρώσει την ακρόπολη και έστειλε ειδικούς, για να ανοίξουν πηγάδια στη γύρω άνυδρη περιοχή και να την κάνουν κατοικήσιμη. Σ’ αυτούς επιτέθηκαν Ινδοί και τους προξένησαν αρκετές απώλειες, αλλά και υπέστησαν αρκετές, πριν υποχωρήσουν βαθύτερα στην έρημο. Όταν το πληροφορήθηκε ο Αλέξανδρος, έστειλε ενισχύσεις και οι εργασίες επιταχύνθηκαν. Τέλος, έστειλε τον Λεοννάτο με 1.000 περίπου ιππείς και 8.000 οπλίτες και ψιλούς να εξασφαλίσει την όχθη μέχρι το ύψος ενός νησιού του ποταμού, που κι αυτό λεγόταν Πάταλα, ενώ ο ίδιος με μία μοίρα αναγνώρισης, αποτελούμενη από τα ταχύτερα πλοία (τις ημιολίες, όλες τις τριακοντόρους και μερικούς κέρκουρους) ξεκίνησε, για να ελέγξει το δρομολόγιο προς τη θάλασσα, διασχίζοντας το δεξί (δυτικό) παρακλάδι του Δέλτα. Όμως οι Ινδοί οδηγοί του δραπέτευσαν και ο στόλος ήταν υποχρεωμένος να κινείται με μικρή ταχύτητα και μεγάλη προσοχή. Την επόμενη μέρα, σε μία έξαρση των μουσώνων, ο άνεμος ερχόταν από τη θάλασσα, αντίθετα προς το ρεύμα του ποταμού, σηκώθηκε κυματισμός και τα περισσότερα πλοία έπαθαν ζημιές, ενώ μερικές τριακόντοροι καταστράφηκαν ολοσχερώς και παρασύρθηκαν από το ρεύμα, αν και είχαν προλάβει να τις ρίξουν στην όχθη.

Ο Αλέξανδρος τότε διέταξε να ναυπηγήσουν άλλες και έστειλε τους ελαφρύτερα οπλισμένους ψιλούς να συλλάβουν μερικούς Ινδούς, τους οποίους χρησιμοποίησε ως οδηγούς. Όταν έφτασε στο σημείο, όπου ο Ινδός διαχέεται στη μεγαλύτερη έκταση (περί τα 200 στάδια ή 37 χμ), φύσηξε ξανά αέρας από τη θάλασσα και οι Ινδοί του υπέδειξαν μία διώρυγα, για να προφυλάξει τη μοίρα. Εκεί είδαν και το άγνωστο στους κατοίκους της Μεσογείου Θαλάσσης φαινόμενο της παλίρροιας. Με την άμπωτη τα πλοία βρέθηκαν στη … στεριά και όσα είχαν καθίσει στη λάσπη, με την πλημμυρίδα έπλευσαν χωρίς προβλήματα. Όσα όμως είχαν καθίσει σε πιο στεγνό έδαφος, παρασύρθηκαν από την ορμή του νερού, συγκρούσθηκαν μεταξύ τους ή εξώκειλαν στις όχθες και έπαθαν ζημιές. Ο Αλέξανδρος διέταξε να τις επισκευάσουν πρόχειρα και οι Ινδοί υπέδειξαν ένα άλλο νησί του ποταμού, τα Κίλλουτα, για να αγκυροβολήσει η μοίρα αναγνώρισης. Οι πλοηγοί πλησίασαν με δύο κέρκουρους και διαπίστωσαν ότι το νησί ήταν μεγάλο, με κατάλληλους όρμους και διέθετε νερό. Η μοίρα αγκυροβόλησε εκεί και ο Αλέξανδρος προχώρησε, για να ελέγξει αν η εκβολή του Ινδού στη θάλασσα ήταν πρόσφορη. Γύρω στα 200 στάδια (37 χμ) πιο μακριά, στην ανοιχτή θάλασσα, υπήρχε άλλο νησί. Επέστρεψε στα Κίλλουτα, χωρίς να βγει στη θάλασσα, και έκανε θυσίες στους θεούς, που (όπως έλεγε) του είχε υποδείξει ο Άμμων. Διανυκτέρευσαν εκεί και το άλλο πρωί βγήκε στη θάλασσα και κατευθύνθηκε προς το νησί, όπου έχτισε βωμούς και έκανε θυσίες προς τιμήν του Ωκεανού και της Τηθύος, κι αυτές υποτίθεται κατ’ εντολή του Άμμωνα. Μετά, είτε για αναγνώριση των ακτών είτε από ματαιοδοξία είτε για εξευμενισμό των θεών είτε για να ενισχύσει την ψυχολογία των πληρωμάτων, ξανοίχτηκε στο πέλαγος, θυσίασε ταύρους στον Ποσειδώνα και τους έρριξε στη θάλασσα. Έκανε σπονδές στον Πόντο από χρυσή φιάλη και χρυσούς κρατήρες, που κι αυτά τα έρριξε στη θάλασσα, για να εξασφαλίσει την εύνοια του Πόντου, ώστε ο στόλος να φτάσει με ασφάλεια στις εκβολές του Τίγρη και του Ευφράτη. Η απόφαση του Αλεξάνδρου να οδηγήσει ο ίδιος τη μοίρα αναγνώρισης μέσα από τις εκβολές του Ινδού στην ανοιχτή θάλασσα και οι θυσίες, που προσέφερε εκεί, αύξησαν ακόμη περισσότερο το ηθικό των πληρωμάτων. Ο στρατάρχης τους παρέμενε τολμηρός, αποτελεσματικός και φρόντιζε παράλληλα να εξευμενίζει τους θεούς, των οποίων αποδεδειγμένα είχε την εύνοια.

Αφού τελείωσε με την αναγνώριση του δρομολογίου και τις ευχαριστήριες τελετές, ο Αλέξανδρος επέστρεψε στα Πάταλα, όπου είχε φτάσει και ο Πείθων με τους ιππακοντιστές και τους Αγριάνες. Διέταξε τον Ηφαιστίωνα, που είχε ολοκληρώσει την οχύρωση της ακρόπολης, να οχυρώσει το ναύσταθμο και τους νεώσοικους, διότι σκόπευε να εγκαταστήσει εκεί μία σημαντική μοίρα ως ναυτική δύναμη του ποταμού. Επειδή το δρομολόγιο από τα Πάταλα ως τη θάλασσα μέσα από το δυτικό παρακλάδι του Ινδού αποδείχτηκε ότι δεν ήταν ασφαλές για το στόλο, υποχρεώθηκε να αναγνωρίσει το αριστερό (ανατολικό) παρακλάδι, του οποίου η εκβολή στη θάλασσα απείχε 1.800 στάδια (περί τα 333 χμ) από την εκβολή του δεξιού. Ο Λεοννάτος και το τμήμα του προήλαυνε κατά μήκος της όχθης, παράλληλα προς τη μοίρα, ώσπου έφτασαν σε ένα σημείο, όπου ο ποταμός πλάταινε και σχημάτιζε μία μεγάλη λίμνη με μεγάλα θαλασσινά ψάρια. Ο Αλέξανδρος αγκυροβόλησε εκεί, που του υπέδειξαν οι Ινδοί, και άφησε τον Λεοννάτο με τους περισσότερους στρατιώτες και όλους τους κέρκουρους. Ο ίδιος με τις τριακοντόρους και τις ημιολίες πέρασε τις εκβολές, βγήκε στη θάλασσα και διαπιστώνοντας ότι αυτό το δρομολόγιο ήταν ασφαλές, άραξε στην παραλία και με μερικούς ιππείς προχώρησε τρεις σταθμούς στα ανατολικά. Διέταξε να ανοίξουν πηγάδια, για να υδροδοτούνται τα πλοία, που θα παρέπλεαν την περιοχή, και επέστρεψε στα Πάταλα. Στη λιμνοθάλασσα τοποθέτησε φρουρά, διέταξε να κατασκευασθούν ναύσταθμος και νεώσοικοι και έστειλε ενισχύσεις σ’ εκείνους, που άνοιγαν τα πηγάδια στην παραλία.

Αν και ο Σκύλαξ ο Καρυανδεύς είχε καταπλεύσει τον Ινδό ως τη θάλασσα έναν περίπου αιώνα νωρίτερα κι ο Κτησίας ο Κνίδιος είχε γράψει σχετικό σύγγραμμα κάπου μισό αιώνα νωρίτερα, σύμφωνα με τον Νέαρχο ο Αλέξανδρος πληροφορήθηκε από Ινδούς στα Πάταλα, ότι την περίοδο των μουσώνων δεν είναι ασφαλής η ναυσιπλοΐα. Όμως ο Σκύλαξ είχε κάνει το ίδιο δρομολόγιο, προκειμένου να συλλέξει όλα τα τοπογραφικά και γεωγραφικά στοιχεία, που χρειαζόταν ο τότε Μέγας Βασιλεύς Δαρείος, για να επεκτείνει το περσικό εμπόριο στην περιοχή. Οι δε μουσώνες αποτελούν σημαντικότατη ιδιαιτερότητα και δεν είναι δυνατόν να μην την είχε περιλάβει στον Περίπλου. Από αυτά τα δύο σημεία φαίνεται σαν να μη γνώριζε ο Αλέξανδρος τα έργα του Σκύλακα και του Κτησία, αλλά δεν είναι λογικό να υποθέσουμε κάτι τέτοιο, διότι το μορφωτικό του επίπεδο ήταν ανάλογο των Αθηναίων διανοουμένων. Επειδή είναι ακόμη γνωστό το ενδιαφέρον του από νεαρή ηλικία για τη συλλογή στοιχείων περί την Ασία, δεν μπορεί παρά να είχε συλλέξει όλες τις γεωγραφικές πληροφορίες που υπήρχαν. Η εξήγηση αυτού του φαινομενικά παράδοξου είναι ότι οι αρχαίοι Έλληνες είχαν κρίνει ως υπερβολικά εξωτικές και αναξιόπιστες τις περιγραφές του Κτησία, γι’ αυτό – πολύ σωστά - τις είχαν απορρίψει. Αυτό φαίνεται καθαρά και από τη φράση του Αρριανού «o Κτησίας, αν είναι επαρκής ως τεκμηρίωση, λέει…». Παραμένει όμως το ερώτημα αν το μακεδονικό επιτελείο γνώριζε το σύγγραμμα του Σκύλακα ή αν το είχε απορρίψει κι αυτό ως αναξιόπιστο. Όπως και να είχαν τα πράγματα, ο Αλέξανδρος προελαύνοντας ως τα Πάταλα και ο Νέαρχος πλέοντας με το στόλο από τα Πάταλα ως τις εκβολές του Τίγρη, στην ουσία επαναλάμβαναν το ταξίδι του Σκύλακα. Είτε λοιπόν αγνοούσαν τον Περίπλου, είτε αμφισβητούσαν, είτε αποδέχονταν την αξία του, δεν ήταν δυνατόν να εξαρτήσουν από παμπάλαιες πληροφορίες το άνοιγμα ενός από τους σημαντικότερους εμπορικούς δρόμους όλων των εποχών. Έπρεπε οπωσδήποτε να διαθέτουν πρόσφατα επιβεβαιωμένες και αναλυτικές πληροφορίες.

Εκείνη λοιπόν την εποχή του έτους έπνεαν με κατεύθυνση από τη θάλασσα προς τη ξηρά οι ισχυροί ετήσιοι άνεμοι, οι μουσώνες, και η ναυσιπλοΐα ήταν επικίνδυνη. Ο Αλέξανδρος πληροφορήθηκε από τους Ινδούς ότι η κατάλληλη εποχή για πλόες στην περιοχή ήταν το διάστημα από τη δύση των Πλειάδων ως το χειμερινό ηλιοστάσιο, δηλαδή από το πρώτο δεκαήμερο του Οκτωβρίου ως το τελευταίο του Μαρτίου. Το Δέλτα του Ινδού και οι υποταγμένοι λαοί της Πενταποταμίας μπορούσαν με μεγάλη άνεση να εγγυηθούν την τροφοδοσία στρατού και στόλου στα Πάταλα μέχρι το τέλος των μουσώνων, όμως υπήρχε μία λεπτομέρεια, που καθιστούσε αδύνατη την παράλληλη προέλαση στρατού και στόλου. Όσο φυσούσαν οι μουσώνες, το λιγοστό νερό (ρέματα, νερόλακκοι και πηγές) των άνυδρων περιοχών στα δυτικά του Ινδού, που έπρεπε να διασχίσει η στρατιά, θα μπορούσε να καλύψει τις ανάγκες της, έστω και οριακά. Μετά τους υγρούς μουσώνες, θα άρχιζαν οι ξηροί άνεμοι από την ενδοχώρα προς τη θάλασσα, που σύντομα θα εξαφάνιζαν κάθε σημείο υδροληψίας. Δηλαδή ο Αλέξανδρος έπρεπε να διασχίσει τις ερήμους πριν τελειώσουν οι μουσώνες, ενώ ο Νέαρχος δεν μπορούσε να αποπλεύσει όσο διαρκούσαν.

Αυτά τα δεδομένα υποχρέωσαν τον Αλέξανδρο να εγκαταλείψει τη βέλτιστη μέθοδο της παράλληλης προέλασης στρατού και στόλου, την οποία είχε εφαρμόσει σε όλη την ακτογραμμή της Μεσογείου και σε όλα τα ποτάμια της Ινδίας. Αποφάσισε λοιπόν την προέλαση του στρατού το συντομότερο δυνατόν και ανεξάρτητα από τον στόλο, ο οποίος θα έμενε καθηλωμένος για μερικούς μήνες ακόμη. Επειδή το κατ’ ήπειρον στράτευμα, όπως είδαμε, είχε τη δυνατότητα να μεταφέρει τρόφιμα μόνο για 14 ημέρες και νερό μόνο για τέσσερις, έπρεπε να εξασφαλίσει την επιβίωσή του στις ερημικές χώρες, που θα διέσχιζε, με λεηλασίες σε προσεκτικά επιλεγμένα δρομολόγια. Ο Αλέξανδρος πριν ξεκινήσει, έκανε επιμελώς όλες τις αναγκαίες προετοιμασίες για την επικείμενη αναχώρηση του στόλου και συγκέντρωσε τρόφιμα για τέσσερις μήνες. Αυτά θα συντηρούσαν το ναυτικόν στράτευμα, που θα έπρεπε να παραμείνει στα Πάταλα το υπόλοιπο του Ιουλίου, όλο τον Αύγουστο και Σεπτέμβριο και το πρώτο δεκαήμερο του Οκτωβρίου, δηλαδή περίπου τρεις μήνες. Το νερό δεν αποτελούσε πρόβλημα, διότι τους το παρείχε ο Ινδός σε απεριόριστες ποσότητες. Όταν θα ερχόταν η ώρα του απόπλου, θα φόρτωναν στα πλοία τα υπολειπόμενα τρόφιμα, που θα αρκούσαν για έναν περίπου μήνα, καθώς και το ανάλογο νερό. Μετά τον απόπλου ο στόλος θα εξασφάλιζε τρόφιμα και νερό εν μέρει με λεηλασίες των παραλιακών πληθυσμών κι εν μέρει από τις αγορές, που θα είχαν εγκαταστήσει, και τα πηγάδια, που θα είχαν εξορύξει, οι προπορευόμενες χερσαίες δυνάμεις.


Ο στόλος της Μεγάλης Θάλασσας
(Αρριανός ΣΤ.2, Ινδική 19, Διόδωρος ΙΖ.95.5, Κούρτιος 9.3.22)

Όπως είδαμε, ο στόλος στις όχθες του Υδάσπη, κατά μία μη κατονομαζόμενη πηγή του Αρριανού αποτελούνταν από 800 πλοία, ενώ σύμφωνα με τα στοιχεία του Πτολεμαίου αποτελούνταν από 2.000 πλοία. Κατά τον Κούρτιο και τον Διόδωρο αποτελούνταν από 1.000 πλοία, εκ των οποίων τα 200 ήταν χωρίς κατάστρωμα και τα 800 βοηθητικά. Διακρίνονταν δε σε ημιολίες, ιππαγωγά, κέρκουρους και διάφορα ποταμόπλοια κατάλληλα για μεταφορά προσωπικού και φορτίου, ενώ υπήρχαν και 80 τριακόντοροι. Εκτός απ’ αυτά ναυπηγήθηκαν κι άλλα πλοία σε άγνωστο αριθμό με την ξυλεία των παραποταμίων δασών, όσο ο Αλέξανδρος ανέρρωνε από τον τραυματισμό του στη χώρα των Μαλλών. Επίσης άγνωστος αριθμός τριακοντόρων και στρογγύλων (φορτηγών) πλοίων ναυπηγήθηκε στη χώρα των Ξάθρων. Εξίσου άγνωστος είναι και ο αριθμός των πλοίων, που εγκαταστάθηκαν ως τοπικές ναυτικές δυνάμεις στους ναυστάθμους, που ο Αλέξανδρος κατασκεύασε στη συμβολή του Ακεσίνη με τον Ινδό, ίσως στη χώρα των Σόγδων, στα Πάταλα και στη λιμνοθάλασσα πριν την ανατολική εκβολή του Ινδού.

Δηλαδή γνωρίζουμε μόνον ότι κατασκευάσθηκαν διαφόρων ειδών πλοία, όπως τριακόντοροι, ιππαγωγά, κέρκουροι, ημιολίες και ποταμόπλοια. Από κει και πέρα το μόνο βέβαιο είναι ότι οι πληροφορίες μας είναι αντικρουόμενες και κάθε άλλο παρά αναλυτικές. Δεν μπορούμε λοιπόν να κάνουμε καμία εικασία για το μέγεθος του στόλου, που ο Νέαρχος οδήγησε στην Αραβική θάλασσα. Ούτε για το είδος των πλοίων μπορούμε να κάνουμε εικασίες εκτός από την αυτονόητη, ότι δεν χρησιμοποιήθηκαν ποταμόπλοια. Επίσης είναι λογικό να μη χρησιμοποιήθηκαν ιππαγωγά, διότι η αποστολή δεν δικαιολογούσε χρήση ίππων και, αν μη τι άλλο, τα πληρώματα θα είχαν φάει τα άλογα πριν υποχρεωθούν να φάνε ποντικούς, γεγονός, που θα είχε καταγραφεί, όπως καταγράφεται ότι έφαγαν άλλα πιο «εξωτικά» είδη.

Τελικά ο στόλος περιλάμβανε ίσως κάποια φορτηγά και οπωσδήποτε πολεμικά πλοία, πλήρως επανδρωμένα και εξοπλισμένα ακόμη και με πολεμικές μηχανές. Γνωρίζουμε ότι τα ποντοπόρα φορτηγά πλοία του 4ου π.Χ. αιώνα μπορούσαν να μεταφέρουν σε μακρινά ταξίδια 350-500 τόνους φορτίου, ενώ τα πολεμικά πλοία είχαν σαφώς μικρότερη μεταφορική ικανότητα. Ωστόσο το πρόβλημα, που αντιμετώπιζε ο Νέαρχος δεν ήταν, πώς θα μετέφερε τα εφόδια, αλλά πού και πώς θα τα εύρισκε. Στα Πάταλα ο Αλέξανδρος είχε συγκεντρώσει τρόφιμα, αρκετά για να συντηρήσουν τα πληρώματα επί 4 μήνες. Όταν απέπλευσαν, διέθεταν εφόδια για λιγότερο από ένα μήνα, αφού πριν την 30η ημέρα του ταξιδιού είχαν τελειώσει και τα τρόφιμα και το νερό. Από τα πλούσια ινδικά εδάφη θα μπορούσαν να είχαν πάρει μαζί τους προμήθειες για όλη τη διάρκεια του ταξιδιού και να τα μεταφέρουν, όπως μεταφερόταν με σιτηγούς το σιτάρι από τη Σκυθία (Ουκρανία) στην Ελλάδα. Έτσι όμως θα είχαν συγκεντρωμένες τις προμήθειές τους σε λίγα μόνο πλοία και σε περίπτωση βύθισής τους, θα βρίσκονταν εκεί, που έτσι κι αλλιώς βρίσκονταν. Δηλαδή δεν υπήρχε λόγος να αναλάβουν μία ακόμη μεγαλύτερη προσπάθεια συγκέντρωσης εφοδίων, που θα τα στερούσαν από τους υποταγμένους και συμμάχους Ινδούς, όταν δεν υπήρχε εγγύηση ότι θα λυνόταν το πρόβλημα επισιτισμού του στόλου.

Η αρχηγία του στόλου δεν ανατέθηκε στο Νέαρχο λόγω των ναυτικών ικανοτήτων του, αλλά επειδή ήταν παιδικός φίλος του Αλεξάνδρου. Τα πλοία επανδρώθηκαν με ναύτες προερχόμενους από τους ναυτικούς λαούς της Μεσογείου (Έλληνες γενικά, Κάρες, Φοίνικες και Αιγυπτίους), αλλά δεν υπάρχει η παραμικρή ένδειξη ότι ήταν ναυτικοί κατ’ επάγγελμα. Απλώς αυτοί οι λαοί είχαν καλύτερη σχέση με τη θάλασσα και δεδομένων των συνθηκών ήταν πιο έμπιστοι από άλλους, φέρ’ ειπείν τους Βάκτριους. Επίσης, παρά τις αρχικές δυσκολίες ο Αλέξανδρος κατάφερε τελικά να εξασφαλίσει κάποιους Ινδούς πλοηγούς και διερμηνείς για τις γλώσσες των λαών, που θα συναντούσε ο στόλος. Αυτοί μπορούσαν να οδηγήσουν τον Νέαρχο μέχρις ενός σημείου, πέραν του οποίου ουσιαστικά θα ταξίδευε στα τυφλά, έχοντας πλήρη άγνοια του μεγαλυτέρου μήκους της ακτογραμμής, αν δεν εύρισκε άλλους πλοηγούς. Η Μεγάλη και η Ερυθρά Θάλασσα (Αραβική Θάλασσα και Περσικός Κόλπος αντίστοιχα) ήταν τελείως άγνωστες όπως τελείως άγνωστοι ήταν και οι λαοί, που κατοικούσαν στα παράλιά τους, αν και οι Ινδοί πλοηγοί πρέπει να τους είχαν ενημερώσει, έστω και σε αδρές γραμμές για τα προβλήματα ανεφοδιασμού κατά μήκος του πλησιέστερου σ’ αυτούς τμήματος της ακτογραμμής. Τέλος ο στόλος είχε ζημιές, ναυάγια και νεκρούς σε όλον τον κατάπλου των ποταμών, ακόμη και μέσα στο Δέλτα του Ινδού, δηλαδή σε πολύ πιο ασφαλές περιβάλλον από την ανοιχτή θάλασσα, που είχαν μπροστά τους.

Δικαιολογημένα λοιπόν σχεδόν όλες οι ελπίδες για την επιτυχία της αποστολής είχαν εναποτεθεί στην εύνοια των θαλασσίων θεοτήτων και κυρίως στην προστασία του Δία Σωτήρα. Έτσι εξηγείται η αγωνία του Αλεξάνδρου για την τύχη του στόλου, μία αγωνία που δεν έκρυψε καθόλου. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι αρχαίες πηγές δεν αναφέρουν θυσίες πριν την αναχώρηση του κατ’ ήπειρον στρατεύματος, αντίθετα αναφέρουν σημαντικές θυσίες κατά την έξοδο του Αλεξάνδρου στη θάλασσα. Μέσα σε δύο μέρες θυσίασε σε τρία σημεία: στο τελευταίο νησί του Ινδού, στο πρώτο νησί της θάλασσας και στην ανοιχτή θάλασσα. Στο νησί της θάλασσας έχτισε βωμούς ακόμη και στις πιο παλιές (και σχεδόν ξεχασμένες) θαλάσσιες θεότητες της αρχαίας ελληνικής θεογονίας, στον Ωκεανό και την Τηθύ. Στην ανοιχτή θάλασσα θυσίασε ταύρους στον Ποσειδώνα και ως πρόσθετη προσφορά άφησε στο βασίλειο των θαλασσίων θεοτήτων τα χρυσά λατρευτικά σκεύη. Η πρωτοφανής αυτή εκδήλωση θρησκευτικής ευλάβειας δείχνει ξεκάθαρα την αγωνία του Αλεξάνδρου για την τύχη του στόλου του, ενώ ο ισχυρισμός του, ότι ο Άμμων του υπέδειξε τις θυσίες, μάλλον ήταν πρόσχημα για να κρύψει αυτήν την αγωνία από τα ανήσυχα πληρώματα. Την αγωνία του έδειξε επίσης σε όλο το δρομολόγιό του, τουλάχιστον μέχρι την έρημο της Γεδρωσίας.

από τον ιστότοπο:
http://www.alexanderofmacedon.info/greek/A1gr.htm

Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2010

ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΣΙΑ ΣΤΟ ΔΕΛΤΑ ΤΟΥ ΙΝΔΟΥ

ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΣΙΑ ΣΤΟ ΔΕΛΤΑ ΤΟΥ ΙΝΔΟΥ

Η κάθοδος του Υδάσπη – Στις χώρες του Σωφύτη, των Σίβων και των Αγαλασσέων
(Αρριανός Ε.3.4, ΣΤ.2, Ινδική 5.10-12, 18-19, Διόδωρος ΙΖ.89.6, 91.4-κ.ε., 95.4-5, 96.2- κ.ε., Κούρτιος 9.1.24-34, 3.21-22, 4.4-8, Ιουστίνος 12.9.1-2, Στράβων 15.1.17)

Ο Αλέξανδρος θυσίασε στην κορυφή κάθε βωμού, διοργάνωσε γυμνικούς και ιππικούς αγώνες και περί το πρώτο δεκαπανθήμερο του Σεπτεμβρίου του 326 η στρατιά πήρε το δρόμο της επιστροφής από τον Ύφαση. Πέρασε τον Υδραώτη και έφτασε στον Ακεσίνη, όπου ο Ηφαιστίων είχε ήδη τειχίσει άλλη μία Αλεξάνδρεια, την εποίκιζε με ντόπιους και απόμαχους και προετοίμαζε την κάθοδο στη θάλασσα. Ο Σκύλαξ από τα Καρύανδα είχε ξεκινήσει από τον ποταμό Κωφήνα (Καμπούλ), κατέπλευσε τον Ινδό και κατέληξε στις εκβολές του Τίγρη και του Ευφράτη, συλλέγοντας τοπογραφικές κι εμπορικές πληροφορίες για λογαριασμό του Δαρείου Α΄. Για λόγους ανταγωνισμού και μόνο θα περιμέναμε τον Αλέξανδρο να ακολουθεί το ίδιο δρομολόγιο. Φυσικά, αν αδιαφορήσουμε για την ψυχοσύνθεσή του και πάλι θα περιμέναμε να υποτάξει ολόκληρη την Ινδία και να ενσωματώσει στην αυτοκρατορία του την τεράστιας εμπορικής σημασίας αρτηρία του Ινδού. Δηλαδή ο Αλέξανδρος επέλεξε το δρομολόγιο της επιστροφής για τους ίδιους λόγους, που οδήγησαν εκεί ένα μεγάλο πλήθος κατακτητών, με τελευταίους τους Βρετανούς. Επιπλέον καταλαμβάνοντας ολόκληρη την κοιλάδα του Ινδού, έθετε ως ανατολικότερο όριο των ινδικών εδαφών του την έρημο Ταρ, η οποία δεν ήταν μεν αδιάβατη, ωστόσο αποτελούσε ένα ικανοποιητικό κώλυμα σε ενδεχόμενη επίθεση των Γανδαριδών.

Στον Ακεσίνη βρήκε να τον περίμενε ο Αρσάκης, διοικητής μιάς περιοχής γειτονικής του Αβισάρη, ο αδελφός και άλλοι συγγενείς του Αβισάρη καθώς και οι πρέσβεις, που του είχε στείλει νωρίτερα ο Αλέξανδρος. Οι Αβισαρείς για άλλη μια φορά έφερναν τα καλύτερα δώρα της εθιμοτυπίας τους καθώς και 30 ακόμη πολεμικούς ελέφαντες, αλλά παρά την ξεκάθαρη απειλή του Αλεξάνδρου ο ίδιος ο Αβισάρης δεν παρουσιάστηκε ούτε αυτή τη φορά, επικαλούμενος ασθένεια. Ο Αλέξανδρος πάντως έκρινε τόσο ειλικρινή την υποταγή του Αβισάρη, ώστε υπήγαγε στη δικαιοδοσία του και την περιοχή του Αρσάκη. Όρισε τους φόρους, που θα του κατέβαλλαν, θυσίασε στις όχθες του Ακεσίνη και κατευθύνθηκε προς τον Υδάσπη, στις πόλεις Βουκεφάλα και Νίκαια που είχαν πάθει ζημιές από τους μουσώνες.

Η χρονολόγηση είναι για άλλη μία φορά δύσκολη, αφού καμία από τις σωζόμενες πηγές δεν δίνει αναλυτικά στοιχεία. Συνδυάζοντας τα επί μέρους και αποσπασματικά χρονολογικά στοιχεία των διαφόρων πηγών προκύπτουν τα εξής. Κατά τον Αρριανό η μάχη με τον Πώρο έγινε μεταξύ 16ης Απριλίου και 15ης Μαΐου του 326 π.Χ., κατά τον Διόδωρο η στρατιά αναπαύθηκε επί ένα μήνα μετά τη μάχη, άρα η προέλαση ανατολικά του Υδάσπη άρχισε το αργότερο την 15η Ιουνίου. Πάλι σύμφωνα με το Διόδωρο, η στρατιά βρισκόταν στον Ύφαση 70 ημέρες μετά την έναρξη των μουσώνων, δηλαδή το αργότερο την 10η Σεπτεμβρίου. Βλέπουμε λοιπόν ότι για τη μετάβαση από τον Υδάσπη στον Ύφασι χρειάσθηκαν τουλάχιστον τρεις μήνες, ωστόσο οι φρουρές, που είχαν εγκατασταθεί, εξασφάλιζαν τα δρομολόγια κι έτσι κατά την επιστροφή δεν χρειάσθηκε να γίνει καμία αναγνώριση εδάφους, οδοποίηση, μάχη, πολιορκία, ή οποιοδήποτε άλλο χρονοβόρο έργο. Συνεπώς η στρατιά μπορούσε να επιστρέψει από τον Ύφασι στον Υδάσπη σε λιγότερο από τρεις μήνες, δηλαδή πολύ νωρίτερα της 10ης Δεκεμβρίου του 326. Δεν είναι δε καθόλου παράλογο να δεχθούμε ότι το δρομολόγιο καλύφθηκε σε έναν περίπου μήνα και ότι η στρατιά επέστρεψε στον Υδάσπη το πρώτο δεκαήμερο του Οκτωβρίου. Αντίθετα αυτός ο υπολογισμός υποστηρίζεται από την πληροφορία του Αριστόβουλου, που διέσωσε ο Στράβων, ότι η στρατιά άρχισε την κάθοδο του Υδάσπη «πριν τη δύση των Πλειάδων».

Φτάνοντας στον Υδάσπη πέθανε από αρρώστεια ο Κοίνος του Πολεμοκράτη, ένας από τους ικανότερους και πιο έμπιστους εταίρους, και ο Αλέξανδρος «τον κήδεψε με όσες τιμές επέτρεπαν οι περιστάσεις». Ο Μπάντιαν θεωρεί το «θάνατο από ασθένεια» ως αιφνίδιο και συνεπώς ύποπτο, τον συσχετίζει δε με την παρρησία, με την οποία ο Κοίνος είχε μιλήσει στον Αλέξανδρο λίγες εβδομάδες νωρίτερα. Πρέπει ωστόσο να λάβουμε υπόψη μας αφενός ότι ο συγκεκριμένος μελετητής έχει εργασθεί επιμελώς για την απαξίωση του Αλεξάνδρου και της δράσης του συνολικά και αφετέρου ότι οι νεκροί από ασθένειες φαίνεται ότι ήταν περίπου όσοι και από τα εχθρικά όπλα. Στη δε Ινδία οι απώλειες έξω απ’ τα πεδία των μαχών πολλαπλασιάστηκαν τόσο λόγω του θερμού και υγρού κλίματος, που ευνοούσε τις ασθένειες και τις μολύνσεις των τραυμάτων, όσο και της πανίδας και ειδικά των πολλών ιοβόλων φιδιών. Άλλωστε ο Κοίνος δεν είχε μιλήσει ως εκπρόσωπος κάποιων στασιαστών, αλλά ως επιτελής υπεύθυνος για την ορθή λειτουργία του στρατεύματος. Με όσα είπε απλώς περιέγραψε το γνωστό σε όλους πρόβλημα και επεσήμανε ότι δεν υπήρχε άλλη λύση, ενώ με τις εναλλακτικές στρατηγικές προτάσεις του επέτρεπε στον Αλέξανδρο να διασώσει κάποια προσχήματα.

Μετά την κηδεία του Κοίνου, ο Αλέξανδρος συγκέντρωσε τους εταίρους και τους Ινδούς πρέσβεις και τους ανακοίνωσε ότι όριζε τον Πώρο βασιλιά του τμήματος της Ινδίας, που είχε καταλάβει μέχρι τον Υδάσπη και που περιλάμβανε επτά έθνη και πάνω από 2.000 πόλεις. Εκεί έφτασαν και ενισχύσεις από την Ελλάδα, πάνω από 30.000 πεζοί και σχεδόν 6.000 ιππείς, σύμμαχοι και μισθοφόροι από το Κοινό Συνέδριο των Ελλήνων, με τους στρατηγούς τους. Δηλαδή οι ενισχύσεις, που έφτασαν από την Ελλάδα στο Παντζάμπ, ήταν όση και η αρχική στρατιά του Αλεξάνδρου, με τη διαφορά ότι αυτή τη φορά ήταν μόνο Έλληνες, ούτε Ιλλυριοί ούτε Παίονες ούτε Θράκες. Ο Κούρτιος παραδίδει 7.000 πεζούς από τη φρουρά των Εκβατάνων και 5.000 Θράκες ιππείς. Μαζί τους έφεραν 25.000 εξαιρετικές πανοπλίες πεζών (τις οποίες ο Κούρτιος θέλει χρυσοποίκιλτες), για τις οποίες ασφαλώς θα χάρηκαν οι Μακεδόνες, αφού θα μπορούσαν να αντικαταστήσουν τις φθαρμένες δικές τους. Ο Αλέξανδρος πάντως θα πρέπει να το θεώρησε ειρωνεία της τύχης, αφού η φθορά του οπλισμού ήταν ένας από τους λόγους που ώθησαν τη στρατιά του να αρνηθεί την προέλαση. Μετέφεραν ακόμη 100 τάλαντα (περίπου 2,7 τόνους) ιατροφαρμακευτικό υλικό.

Το σύνολο του στόλου στις όχθες του Υδάσπη, όπως ήταν αναμενόμενο, παραδίδεται διαφορετικό από κάθε πηγή. Κατά μία μη κατονομαζόμενη πηγή του Αρριανού αποτελούνταν από 800 πλοία, ενώ σύμφωνα με τα στοιχεία του Πτολεμαίου αποτελούνταν από 2.000 πλοία. Κατά τον Κούρτιο και τον Διόδωρο αποτελούνταν από 1.000 πλοία, εκ των οποίων τα 200 ήταν χωρίς κατάστρωμα και τα 800 βοηθητικά. Άλλα από τα σκάφη προϋπήρχαν κι άλλα κατασκευάστηκαν εκεί, διακρίνονταν δε σε ημιολίες, ιππαγωγά, κέρκουρους και διάφορα ποταμόπλοια κατάλληλα για μεταφορά προσωπικού και φορτίου, ενώ υπήρχαν και 80 τριακόντοροι.

Οι τριακόντοροι, που ήταν πολύ καλά πολεμικά πλοία για τη Μεσόγειο, αποδείχθηκαν εντελώς ακατάλληλα για τα ποτάμια. Αυτό πρέπει να το γνώριζαν εξ αρχής τόσο οι Έλληνες ναυπηγοί όσο και οι Ινδοί σύμμαχοι. Επίσης αποδείχθηκε καθαρά και πολύ νωρίς ότι τα πολεμικά πλοία της θάλασσας πάθαιναν τις μεγαλύτερες ζημιές στα ποτάμια, όπου ούτε ναυμάχησαν ούτε περίμενε κανείς ότι θα ναυμαχούσαν, αφού δεν υπήρχε ινδικό ποτάμιο ναυτικό. Παρά ταύτα ο Αλέξανδρος επέμενε σε όλο τον κατάπλου προς τη θάλασσα να αντικαθιστά τις κατεστραμμένες και να κατασκευάζει άλλες τριακοντόρους. Ως δευτερεύουσα εξήγηση αυτής της επιμονής μπορούμε να βρούμε την ψυχολογική επίδραση στους παραποτάμιους λαούς της θέας πλοίων τεραστίων διαστάσεων για τα δεδομένα των ποταμών. Κύρια εξήγηση για τη ναυπήγηση τέτοιων πλοίων είναι η βασική επιδίωξη του Αλεξάνδρου να εξερευνήσει και να υποτάξει τα παράλια της Ινδίας. Όσο περισσότερο πλησίαζε προς τις ακτές, τόσο περισσότερα ναυπηγούσε και τόσο περισσότερο ασκούντο τα πληρώματα στο χειρισμό τους.

Ο Αλέξανδρος τα επάνδρωσε με τους Έλληνες (νησιώτες, Ίωνες, Κυπρίους και Ελλησπόντιους), που υπηρετούσαν στη στρατιά ή την συνακολουθούσαν και ήταν έμπειροι ναυτικοί. Ναυτολόγησε επίσης Κάρες, Φοίνικες και Αιγυπτίους συνακολουθούντες, που είχαν ναυτική παιδεία. Όπως σε όλα τα αυτοκρατορικά στρατεύματα όλων των εποχών, η σύνθεση των πληρωμάτων ήταν πολυεθνική, αλλά η ηγεσία ανατέθηκε στην κυρίαρχη ομάδα εθνών, στα διάφορα ελληνικά έθνη, και μόνο ένας τριήραρχος ήταν Πέρσης, ο Βαγώας του Φαρνούχη. Αναλυτικότερα, οι τριήραρχοι από μακεδονικά έθνη ήταν οι εξής: Ηφαιστίων του Αμύντορα, Λεοννάτος του Εύνου, Λυσίμαχος του Αγαθοκλή, Ασκληπιόδωρος του Τιμάνδρου, Άρχων του Κλεινία, Δημόνικος του Αθηναίου, Αρχίας του Αναξιδότου, Οφέλλας του Σειληνού και Τιμάνθης του Παντιάδη (όλοι αυτοί από την Πέλλα). Από την Αμφίπολη ήταν οι Νέαρχος του Ανδροτίμου (που καταγόταν από την Κρήτη, αλλά κατοικούσε στην Αμφίπολη), Λαομέδων του Λάριχου και Ανδροσθένης του Καλλιστράτου. Από την Ορεστίδα ήταν οι Κρατερός του Αλεξάνδρου και Περδίκκας του Ορόντη. Από την Εορδαία οι Πτολεμαίος του Λάγου και Αριστόνους του Πεισαίου. Από την Πύδνα οι Μήτρωνας του Επιχάρμου και Νικαρχίδης του Σίμου. Επίσης τριήραρχοι ορίσθηκαν οι Άτταλος του Ανδρομένη από την Τύμφη, ο Πευκέστας του Αλεξάνδρου από τη Μίεζα, ο Πείθων του Κρατεύα από τις Αλκομενές, ο Λεοννάτος του Αντίπατρου από τις Αιγές, ο Πάνταυχος του Νικολάου από την Άλωρο και ο Μυλλέας του Ζωίλου από τη Βέροια. Οι Θεσσαλοί, που ορίσθηκαν τριήραρχοι ήταν οι Μήδιος του Οξύθεμι από τη Λάρισα, οι Θόας του Μηνόδωρου και Μαίανδρος του Μανδρογένη από τη Μαγνησία. Από τα νησιά του Αιγαίου (τα σημερινά Δωδεκάνησα) ήταν ο Κριτόβουλος του Πλάτωνα από την Κω και ο Ονησίκριτος από την Αστυπάλαια, ενώ από την ελληνίδα πόλη της Τέω ήταν ο Άνδρων του Καβήλη κι ο Ευμένης του Ιερώνυμου ήταν από την Καρδία (ελληνίδα πόλη της Θράκης). Από την Κύπρο ήταν ο Νικοκλής του Πασικράτη από τους Σόλους και ο Νιθάφων του Πνυταγόρα από τη Σαλαμίνα (προφανώς ήταν οι γιοι των Κυπρίων βασιλέων, Πασικράτη και Πνυταγόρα, σύμμαχοι και όμηροι ταυτόχρονα). Ναύαρχος ανέλαβε ο Νέαρχος, γραμματέας όλου του στόλου ο Ευαγόρας του Ευκλέωνα από την Κόρινθο και κυβερνήτης του σκάφους, που επέβαινε ο Αλέξανδρος, ήταν ο Ονησίκριτος. Αυτός στο σύγγραμμά του για την εκστρατεία, ανάμεσα στα πολλά και διάφορα ψέματα που έγραψε, στην κάθοδο του Υδάσπη προήγαγε τον εαυτό του από απλό κυβερνήτη τριήρους σε ναύαρχο.

Όταν ο στόλος έφτασε τελικά στη θάλασσα, άλλοι απ’ τους παραπάνω τριηράρχους συνέχισαν το ταξίδι στη θάλασσα κι άλλοι ακολούθησαν τις χερσαίες δυνάμεις, στις οποίες ούτως ή άλλως ανήκαν όλοι. Ωστόσο δεν υπάρχει κανένας λόγος να δεχθούμε ότι όλοι αυτοί γνώριζαν να κυβερνούν πλοία, ενώ δεν υπάρχει ούτε καν σαφής ένδειξη ότι επέβαιναν σ’ αυτά. Επειδή δε τουλάχιστον οι περισσότεροι κατείχαν υψηλά αξιώματα, φαίνεται πιθανότερο ότι οι αναφερόμενοι ως τριήραρχοι δεν ήταν οι κυβερνήτες των τριήρων, αλλά οι χρηματοδότες της ναυπήγησής τους. Φαίνεται δηλαδή ότι ο Αλέξανδρος ανέθεσε στους πλέον ευνοημένους οικονομικά το κόστος της ναυπήγησης σύμφωνα με την τριηραρχία, την έκτακτη λειτουργία, που επέβαλλε στους πολίτες της και η Αθηναϊκή Δημοκρατία.

Στις όχθες του Υδάσπη ο Αλέξανδρος αποδέσμευσε τους Νυσαίους ιππείς, διοργάνωσε μουσικούς και γυμνικούς αγώνες και όταν ετοιμάσθηκαν όλα, προσέφερε θυσίες στον Ποσειδώνα, στην Αμφιτρίτη, στις Νηρηίδες, στον Ωκεανό, στον Υδάσπη, στον Ακεσίνη και στον Ινδό, δηλαδή στους τρεις ποταμούς, που θα κατέπλεε κατά σειρά, και μοίρασε τα σφάγια των θυσιών στη στρατιά. Κάποια μέρα στις αρχές Οκτωβρίου του 326 π.Χ. η στρατιά ξεκίνησε την κάθοδο του Υδάσπη. Στη δεξιά όχθη βάδιζε ο Κρατερός με ένα τμήμα πεζικού και ιππικού. Στην αριστερή όχθη βάδιζε ο Ηφαιστίων με το μεγαλύτερο και καλύτερο μέρος της στρατιάς και τους συνολικά 200 ελέφαντες. Ο Φίλιππος, ο σατράπης της περιοχής μεταξύ Ινδού και Βακτρίας, ακολουθούσε τις δυνάμεις του Κρατερού και του Ηφαιστίωνα σε απόσταση τριών ημερών. Ήταν επί κεφαλής 120.000 ανδρών και όσων άλλων είχε στρατολογήσει ο ίδιος και οι αξιωματικοί του από τη (Μεσόγειο) θάλασσα. Η δύναμη αυτή ήταν ένα συνοθύλευμα βαρβαρικών εθνών, οπλισμένα το καθένα με το δικό του τρόπο.

Για πρώτη φορά ο Αρριανός αναφέρει ρητώς σ’ αυτό το σημείο ότι οι προπομποί και οι οπισθοφυλακές είχαν την πρόσθετη αποστολή να συλλαμβάνουν, όσους από το κυρίως σώμα της στρατιάς επιχειρούσαν να λιποτακτήσουν. Πρέπει λοιπόν να συμπεράνουμε ότι στο κέντρο βρίσκονταν κυρίως ινδικά στρατεύματα, διότι σε περίπτωση λιποταξίας όλοι οι μη Ινδοί, θα διέτρεχαν κίνδυνο να εκτελεσθούν είτε από τις μακεδονικές είτε από τις ινδικές φρουρές της περιοχής. Αντίθετα ήταν πολύ ασφαλέστερο για τους μη Ινδούς να ακολουθήσουν υπάκουα τη στρατιά, ώσπου να φτάσουν σε φιλικότερες προς την εθνικότητά τους περιοχές.

Με το πρώτο φως της επόμενης ημέρας άρχισε να ανεβαίνει στα πλοία το τμήμα του Αλεξάνδρου, όλοι οι υπασπιστές, οι τοξότες, οι Αγριάνες και το άγημα των εταίρων, συνολικά 8.000 άντρες. Στο μεταξύ ο Αλέξανδρος προσέφερε θυσίες στους θεούς και ακολουθώντας τις συμβουλές των μάντεων προσέφερε θυσίες στον ποταμό Υδάσπη, ενώ επικαλέστηκε και το όνομα του Ακεσίνη, στον οποίο συμβάλλει ο Υδάσπης. Όταν ανέβηκε στο πλοίο του, έκανε από την πλώρη σπονδές από χρυσή φιάλη στον πρόγονό του τον Ηρακλή, στον Υδάσπη, στον Άμμωνα και «σε όσους θεούς συνήθιζε». Αφού τελείωσε, διέταξε να δοθεί το σήμα της αναχώρησης και μόλις ακούστηκαν οι σάλπιγγες, ο στόλος ξεκίνησε. Άρχισαν λοιπόν να κατεβαίνουν τον Υδάσπη με τάξη, γιατί είχαν καθορίσει από πριν τις αποστάσεις ασφαλείας, που έπρεπε να τηρούν μεταξύ τους τα σκευοφόρα, τα ιππαγωγά και τα πολεμικά πλοία. Από τα παραγγέλματα, τα κουπιά και τους αλαλαγμούς των πληρωμάτων δημιουργήθηκε πολύς θόρυβος, καθώς ο στόλος έπλεε ανάμεσα στις ψηλές όχθες του ποταμού. Οι Ινδοί σύμμαχοι της περιοχής δεν είχαν ξαναδεί ίππους πάνω σε πλοία και είχαν μαζευτεί στις όχθες, για να απολαύσουν το όλο θέαμα του στόλου τραγουδώντας.

Νόμισμα του Σωφύτη. Ο βασιλιάς (υποτελής στο βασίλειο του Σελέυκου) εικονίζεται με το χαρακτηριστικό βοιωτικού τύπου κράνος, είναι αγένειος κατά τη συνήθη ελληνιστική πρακτική και το νόμισμά του φέρει την ελληνική επιγραφή ΣΩΦΥΤΟΥ. Αυτή πρέπει να είναι και η ορθότερη απόδοση στα ελληνικά του σανσκριτικού Σοβούτι, του ονόματος του ηγεμόνα, τον οποίο οι μεν Αρριανός κι Διόδωρος ονομάζουν Σωπείθη, ο δε Κούρτιος Σοφίτη.

Σύμφωνα με τον Αρριανό, ο Ηφαιστίων είχε διαταγές να προελάσει με ταχύ ρυθμό προς την πρωτεύουσα του Σωφύτη. Κατά τον Διόδωρο και τον Κούρτιο το βασίλειο του Σωφύτη, που ήταν το προτελευταίο πριν φτάσει η στρατιά στον Ύφασι. Εκεί η καλή εμφάνιση ήταν το σημαντικότερο αγαθό και όσα βρέφη δεν είχαν τις προοπτικές να εξελιχθούν σε ωραία και δυνατά άτομα, θανατώνονταν. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι κάτοικοι του βασιλείου να είναι οι καλύτεροι απ’ όλους τους Ινδούς. Ο Σωφύτης δέχθηκε φιλικά τον Αλέξανδρο και του προσέφερε πολλά και σπουδαία δώρα, ανάμεσα στα οποία ήταν και 150 ινδικοί σκύλοι. Σύμφωνα με τον Αρριανό ο Αλέξανδρος δεν συναντήθηκε ποτέ με τον Σωφύτη. Αντίθετα, τρεις μέρες μετά την αναχώρηση έφτασε επί κεφαλής του στόλου στο σημείο, όπου είχαν στρατοπεδεύσει από την προηγούμενη τα τμήματα του Κρατερού και του Ηφαιστίωνα, στον οποίο είχε παραδοθεί ο Σωφύτης. Εκεί περίμεναν δύο ακόμη μέρες μέχρι να φτάσει και ο Φίλιππος. Μετά άρχισαν πάλι τον κατάπλου του Υδάσπη με προπομπό αυτή τη φορά τον Φίλιππο, τους Κρατερό και Ηφαιστίωνα να ακολουθούν στις δύο όχθες και τον Αλέξανδρο επικεφαλής του στόλου. Καθ’ οδόν υπέτασσαν τους Ινδούς, που συναντούσαν, είτε με συνθηκολόγηση είτε με τη βία.

Πέντε μέρες μετά τη δεύτερη αναχώρηση (με προπομπό τον Φίλιππο) πλησίασαν τη συμβολή του Υδάσπη και του Ακεσίνη. Σε όλη τη διαδρομή το πλάτος του Υδάσπη ήταν μεγαλύτερο από 20 στάδια (περίπου 3,7 χμ) κι έτσι πλεύση ήταν ομαλή. Γνώριζαν βέβαια από πριν, ότι στη συμβολή δημιουργείται ένα νέο ποτάμι με στενότερη κοίτη και ότι γι’ αυτό το ρεύμα του είναι πιο ορμητικό, με κύματα, δίνες και πολύ θόρυβο, ωστόσο τους κατέλαβε δέος, όταν αντίκρισαν το θέαμα και άκουσαν το θόρυβο. Μόλις συνήλθαν, τα πληρώματα συνέχισαν να κωπηλατούν, ώστε με την ταχύτητα να διατηρήσουν τον έλεγχο των πλοίων, και πράγματι τα μεταγωγικά πέρασαν χωρίς σοβαρά προβλήματα. Τα πολεμικά όμως ταλαιπωρήθηκαν πολύ, και σε όσα ήταν δίκροτα (είχαν δύο σειρές κουπιών), η χαμηλότερη σειρά ήταν σχεδόν μέσα στο αφρισμένο νερό και δεν βοηθούσε πολύ. Πολλά κουπιά έσπασαν, άλλα παρασύρθηκαν από το ρεύμα και μερικά πολεμικά πλοία έπαθαν ζημιές. Μάλιστα, δύο συγκρούσθηκαν μεταξύ τους, καταστράφηκαν και σκοτώθηκαν πολλοί από τα πληρώματά τους. Φθάνοντας σε φαρδύτερο σημείο του Ακεσίνη, όπου το ρεύμα και οι δίνες δεν ήταν τόσο βίαιες, ο στόλος σταμάτησε στη δεξιά όχθη, για να επισκευάσει τις ζημιές. Μία γλώσσα στεριάς, που έμπαινε στο ποτάμι, συγκράτησε τα ναυάγια και τους ναυαγούς.

Όταν περνούσαν τη συμβολή των ποταμών, η ναυαρχίδα παρασύρθηκε σε ένα μεγάλο καταρράκτη, το πλήρωμα δεν μπορούσε να ελέγξει το πλοίο και κινδύνεψαν να πνιγούν όλοι. Ο Αλέξανδρος έβγαλε τα ρούχα του για την περίπτωση που θα έπρεπε να εγκαταλείψει το σκάφος, ενώ γύρω από τη ναυαρχίδα κολυμπούσαν αρκετοί εταίροι, για να βοηθήσουν τον Αλέξανδρο, αν το πλοίο βυθιζόταν. Όταν τελικά έρριξαν το πλοίο στην όχθη του Ακεσίνη, ο Αλέξανδρος θυσίασε στους θεούς, ευχαριστώντας τους που βγήκε ζωντανός από θανάσιμη μάχη με ποταμό, όπως και το πρότυπό του, ο Αχιλλέας. Ίσως αυτό το περιστατικό να κατασκευάστηκε εκ των υστέρων, ακριβώς επειδή κι ο Αχιλλέας, τον οποίο ο Αλέξανδρος είχε ως πρότυπο, είχε αγωνιστεί με τον ποταμό Σκάμανδρο. Πάντως, αν δεν πρόκειται για άλλο ένα φιλολογικό εφεύρημα του Διόδωρου και του Κούρτιου, ενισχύει την άποψη ότι ο Αλέξανδρος δεν ήξερε κολύμπι.

Αμέσως μετά τη συμβολή του Υδάσπη με τον Ακεσίνη κατοικούσε το ανεξάρτητο έθνος των Σίβων. Ο Αλέξανδρος στρατοπέδευσε κοντά σε μία σημαντική πόλη τους και οι προύχοντες έσπευσαν να τον προϋπαντήσουν. Του προσέφεραν μεγαλοπρεπή δώρα και δήλωσαν ότι θα τον υπάκουαν με ευχαρίστηση, αφού ήταν συγγενείς. Ο Αλέξανδρος ικανοποιημένος από την επαφή αυτή, ανακήρυξε ελεύθερες τις πόλεις των Σίβων. Αυτοί οι Ινδοί φορούσαν δέρματα ζώων, ήταν οπλισμένοι με ρόπαλα, σημάδευαν τις αγελάδες τους με ένα ροπαλοειδές σχήμα και ισχυρίζονταν ότι ήταν απόγονοι των συντρόφων του Ηρακλή στην εκστρατεία του κατά της Αόρνου Πέτρας και ότι ο Ηρακλής τους είχε εποικίσει σ’ εκείνη την περιοχή. Ο Κούρτιος βρήκε εδώ μία ακόμη ευκαιρία για δημιουργική ιστοριογραφία και βέβαιος για την ελληνική καταγωγή των Σίβων λέει ότι «ενώ είχαν ξεχάσει τα ελληνικά έθιμα, διατηρούσαν πολλά στοιχεία της καταγωγής τους». Ο Αρριανός αποδίδει αυτόν τον ισχυρισμό όχι στους ίδιους τους Σίβους, αλλά στους Μακεδόνες, που εντελώς αβασάνιστα «τεκμηρίωναν» το οτιδήποτε. Μάλιστα, μη εξαιρώντας από την κριτική προδιάθεσή του ούτε τα θρησκευτικά θέματα, λέει ότι κι αν ακόμη ήταν ισχυρισμός των Σίβων, δεν θα επρόκειτο για τον Ηρακλή των Ελλήνων, των Τυρίων ή των Αιγυπτίων, αλλά ίσως για κάποιο μεγάλο βασιλιά της γύρω περιοχής.

Από τους Σίβους ο Αλέξανδρος προέλασε προς το γειτονικό έθνος των Αγαλασσέων, που είχαν συγκεντρώσει 40.000 πεζούς και 3.000 ιππείς. Τους νίκησε σε μάχη και τους κατέκοψε, ενώ όσοι σώθηκαν κατέφυγαν στις γύρω πόλεις, τις οποίες πολιόρκησε, τις κατέλαβε και εξανδραπόδισε τους κατοίκους. Σε μία μεγάλη πόλη είχαν οχυρωθεί 20.000 Αγαλασσείς, που αμύνθηκαν σθεναρά κι αφού έπεσαν τα τείχη έδωσαν σκληρές οδομαχίες στα στενά δρομάκια και προξένησαν μεγάλες απώλειες στους Μακεδόνες. Κατά το Διόδωρο, ο Αλέξανδρος εξοργίσθηκε απ’ την αντίσταση και πυρπόλησε την πόλη καίγοντας ζωντανούς τους περισσότερους κατοίκους. Κατά τον Κούρτιο οι Αγαλασσείς βλέποντας την επερχόμενη πτώση της πόλης τους αποφάσισαν να την πυρπολήσουν και να καούν μαζί με τις οικογένειές τους. Οι Μακεδόνες έσπευσαν να σβήσουν τη φωτιά και η μάχη πήρε παράδοξη τροπή με τους υπερασπιστές να θέλουν κα καταστρέψουν την πόλη τους και τους πολιορκητές να τη σώσουν. Τελικά διασώθηκαν μόνο 3.000 Αγαλασσείς, που κατέφυγαν στην ακρόπολη. Ο Αλέξανδρος δέχτηκε τις ικεσίες τους και τους χάρισε τις ζωές. Ο Κούρτιος κάνει εδώ ακόμη ένα θεμελιώδες γεωγραφικό σφάλμα και θέλει τον Ινδό και τη συμβολή του Υδάσπη στον Ακεσίνη να περιβρέχουν τη συγκεκριμένη πόλη των Αγαλασσέων.


Η κάθοδος του Ακεσίνη –Μαλλοί και Οξυδράκες
(Αρριανός Ινδική 4, Διόδωρος ΙΖ.97.2- 98.2, Κούρτιος 9.4.15, Ιουστίνος 12.9.3-4, Ιλιάς, Φ 228-382)

Οι Μαλλοί (Μαλάβα) και οι Οξυδράκες ή Συδράκες (Ξουντράκα) ήταν οι πιο πολυάριθμοι και πολεμικοί λαοί της περιοχής και βρίσκονταν σε συνεχείς εχθροπραξίες μεταξύ τους, μέχρι να εμφανιστεί ο Αλέξανδρος. Τότε έκαναν ανακωχή και την επισφράγισαν με επιγαμία, ανταλλάσσοντας 10.000 νύφες. Κατά τον Διόδωρο, διέθεταν πάνω από 80.000 πεζούς, 10.000 ιππείς και 700 άρματα, κατά τον Κούρτιο 90.000 πεζούς, 10.000 ιππείς και 900 άρματα, ενώ κατά τον Ιουστίνο 80.000 πεζούς και 60.000 ιππείς. Δεν κατόρθωσαν όμως να συμφωνήσουν για την Ηγεμονία κι έτσι δεν παρέταξαν ενωμένες τις δυνάμεις τους, αλλά διασκορπίστηκαν για να υπερασπιστούν κάθε πόλη ξεχωριστά.

Είχαν ήδη υποταχθεί οι Σίβοι και οι Αγαλασσείς, προχωρούσαν οι επισκευές των πλοίων κι ο Αλέξανδρος πλησίαζε στις χώρες των Μαλλών και των Οξυδρακών, όταν έμαθε ότι συγκέντρωναν τα γυναικόπαιδα στις καλύτερα οχυρωμένες πόλεις και προετοιμάζονταν να τον πολεμήσουν. Ήθελε να φτάσει όσο γινόταν γρηγορότερα, ώστε να μην προλάβουν να ολοκληρώσουν τις προετοιμασίες τους, και γι’ αυτό διέταξε τον Νέαρχο να επιταχύνει τον κατάπλου. Όταν αποκαταστάθηκαν οι ζημιές των πλοίων, ο Νέαρχος με το στόλο έπλευσε μέχρι τα βόρεια όρια της χώρας των Μαλλών και ο Αλέξανδρος επέδραμε στους αυτόνομους Ινδούς της περιοχής, για να μην μπορέσουν να βοηθήσουν τους Μαλλούς. Μετά ξαναγύρισε στον Ακεσίνη και συναντήθηκε με το στόλο.

Το τμήμα του Κρατερού, που βάδιζε στη δεξιά όχθη του Υδάσπη, μετά τη συμβολή των ποταμών βρέθηκε αυτόματα στη δεξιά όχθη του Ακεσίνη. Τα τμήματα του Ηφαιστίωνα και του Φιλίππου, που βάδιζαν στην αριστερή όχθη του Υδάσπη, μόλις έφτασαν στη συμβολή, πέρασαν στην απέναντι όχθη. Έτσι μετά τη συμβολή του Υδάσπη στον Ακεσίνη, όλη η στρατιά βρισκόταν στη δεξιά όχθη του Ακεσίνη. Ο Αλέξανδρος τη χώρισε σε τρία νέα τμήματα και ξανάρχισε την κάθοδο. Ο Ηφαιστίων ήταν προπομπός σε απόσταση 5 σταθμών από το κυρίως σώμα. Ακολουθούσε το κυρίως σώμα υπό τον Κρατερό με το προηγούμενο τμήμα του (πεζούς και ιππείς), ένα μέρος από το προηγούμενο τμήμα του Ηφαιστίωνα (τους ελέφαντες, την τάξη του Πολυπέρχοντα και τους ιπποτοξότες) και όλο το προηγούμενο τμήμα του Φιλίππου (τους 120.000 βαρβάρους από διάφορα έθνη). Τρεις σταθμούς πίσω από το κυρίως σώμα ακολουθούσε ο Πτολεμαίος του Λάγου με την οπισθοφυλακή, που μάλλον προερχόταν από το προηγούμενο τμήμα του Ηφαιστίωνα. Στο τμήμα του Κρατερού ο Αλέξανδρος είχε τοποθετήσει και τις δυνάμεις εκείνες, που θεωρούσε ύποπτες λιποταξίας, και είχε αναθέσει να τις συλλαμβάνουν ο προπομπός ή η οπισθοφυλακή, ανάλογα αν θα λιποτακτούσαν προς τα εμπρός ή προς τα πίσω. Ο Νέαρχος με το στόλο ακολουθούσε σε απόσταση 3 ημερών και επόμενο σημείο συνάντησης όλων των τμημάτων είχε οριστεί η συμβολή του Υδραώτη με τον Ακεσίνη, που ήταν και το βόρειο όριο της χώρας των Μαλλών.

Μεταξύ Ακεσίνη και Υδραώτη βρισκόταν η χώρα των Οξυδρακών, τους οποίους προσπέρασε η στρατιά, παρ’ ότι ήταν σύμμαχοι των Μαλλών. Πρέπει λοιπόν να υποθέσουμε ότι ο Αλέξανδρος είχε πάρει πιο ανησυχητικές πληροφορίες για τους Μαλλούς απ’ όσο για τους Οξυδράκες. Όταν πλησίασε στην επικράτεια των Μαλλών, πήρε τους υπασπιστές, τους τοξότες, τους Αγριάνες, «την τάξη του Πείθωνα από τους λεγόμενους πεζέταιρους», όλους τους ιπποτοξότες, τους μισούς εταίρους, μπήκε σε μία άνυδρη περιοχή και προέλασε εναντίον τους. Την πρώτη μέρα σταμάτησαν σε ένα νερόλακκο περί τα 100 στάδια (περί τα 18,5 χμ) από τον Ακεσίνη, πήραν όσο νερό μπορούσαν να μεταφέρουν και αναπαύθηκαν για λίγο. Την υπόλοιπη μέρα και όλη τη νύχτα πορεύτηκαν περί τα 400 στάδια (74 χμ) και το χάραμα έφτασαν σε μία πόλη, όπου βρίσκονταν πολλοί Μαλλοί. Αυτοί δεν περίμεναν να περάσει ο Αλέξανδρος μέσα από την έρημο, αιφνιδιάσθηκαν έξω από τα τείχη και ασύντακτοι και άοπλοι, όπως ήταν, σκοτώθηκαν οι περισσότεροι, ενώ κάποιοι πρόλαβαν να κλειστούν στην πόλη. Η φάλαγγα των πεζών δεν είχε φτάσει ακόμη και ο Αλέξανδρος χρησιμοποίησε το ιππικό ως χάρακα, για να εγκλωβίσει τους Μαλλούς μέσα στην πόλη. Μόλις ήλθε η φάλαγγα, έστειλε τον Περδίκκα με την ιππαρχία του, εκείνη του Κλείτου καθώς και τους Αγριάνες σε μία γειτονική πόλη, όπου είχαν καταφύγει μερικοί ακόμη Μαλλοί. Ήθελε να τους εγκλωβίσει, για να μην γίνει περισσότερο γνωστή η επιδρομή τους, ώστε να διατηρήσουν το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού.

Ο Αλέξανδρος προσέβαλε την πόλη του και την κατέλαβε εύκολα. Όσοι Μαλλοί δεν σκοτώθηκαν κατά την κατάληψη, οχυρώθηκαν στη δυσπρόσιτη ακρόπολη, απ’ όπου αμύνθηκαν. Αλλά μόνο για λίγο, διότι η ακρόπολη κατελήφθη με έφοδο και οι 2.000 υπερασπιστές της εξοντώθηκαν. Ο Περδίκκας βρήκε έρημη την πόλη, που έπρεπε να επιτηρήσει. Οι κάτοικοί της την είχαν εγκαταλείψει λίγη ώρα νωρίτερα αναζητώντας καταφύγιο στα γύρω έλη. Ο Περδίκκας τους καταδίωξε με το ιππικό και τους ψιλούς και κατέκοψε, όσους πρόλαβε πριν από τα έλη.

Το τμήμα του Αλεξάνδρου δείπνησε και την ώρα της πρώτης νυχτερινής βάρδιας συνέχισε την πορεία. Κάλυψε μεγάλη απόσταση και τα χαράματα έφτασε στον Υδραώτη, όπου πληροφορήθηκε ότι δυνάμεις των Μαλλών είχαν αρχίσει να υποχωρούν στην ανατολική όχθη του ποταμού. Προέλασε γρήγορα προς τον πόρο, που χρησιμοποιούσαν, και τους πρόλαβε πριν περάσουν όλοι απέναντι. Με το ιππικό κατέκοψε τους τελευταίους και καταδίωξε τους υπόλοιπους, ενώ η φάλαγγα ακολουθούσε. Το μεγαλύτερο μέρος των Μαλλών πρόλαβε να συγκεντρωθεί σε μία οχυρή και περιτειχισμένη τοποθεσία. Μόλις έφτασε και η φάλαγγα, ο Αλέξανδρος προέλασε προς τον επόμενο στόχο, αφήνοντας τον Πείθωνα με δύο ιππαρχίες και την τάξη του να εκπορθήσει το οχυρό. Ο Πείθων κατέλαβε το οχυρό με έφοδο, εξανδραπόδισε όσους επέζησαν από την έφοδο και προσκολλήθηκε στο τμήμα του Αλεξάνδρου.

Ο Αλέξανδρος δεν ήθελε εχθρούς ή απείθαρχους πάνω στις υδάτινες οδούς και ήταν αποφασισμένος να υποτάξει οπωσδήποτε τους Μαλλούς. Έτσι, όταν έμαθε ότι μερικοί απ’ αυτούς είχαν καταφύγει σε μία βραχμανική πόλη, προέλασε εναντίον της. Περικύκλωσε τα τείχη με τη φάλαγγα σε πυκνό σχηματισμό και επιτέθηκε από παντού, ενώ το μηχανικό υπέσκαπτε τα τείχη και τα τοξεύματα θέριζαν τους υπερασπιστές. Οι Μακεδόνες μπήκαν στην πόλη και οι Ινδοί υποχώρησαν προς την ακρόπολη. Δεν είχαν περάσει όλοι μέσα από τα τείχη της, όταν τους επιτέθηκαν λίγοι Μακεδόνες. Οι Μαλλοί αντεπιτέθηκαν, τους απώθησαν εύκολα και σκότωσαν γύρω στους 25 Μακεδόνες. Τότε έφτασαν και οι άλλοι Μακεδόνες, που τοποθέτησαν τις κλίμακες και άρχισαν να υποσκάπτουν τα τείχη της ακρόπολης. Μόλις γκρεμίστηκε ένας πύργος και τμήμα του μεσοπυργίου, ο Αλέξανδρος ανέβηκε πρώτος στα τείχη και ακολούθησαν οι άντρες του από όλες τις πλευρές. Απτόητοι οι Μαλλοί πολέμησαν σκληρά μέχρι τέλους, ενώ μερικοί έβαλαν φωτιά στα σπίτια και κάηκαν ζωντανοί. Από τους 5.000 υπερασπιστές έζησαν πολύ λίγοι και λόγω της εξαιρετικής ανδρείας τους ο Αλέξανδρος δεν τους εξανδραπόδισε, αλλά τους πήρε αιχμαλώτους.

Οι Μακεδόνες αναπαύθηκαν εκεί μία μέρα και συνέχισαν την προέλαση κατά των υπολοίπων Μαλλών, οι οποίοι όμως είχαν εγκαταλείψει τις πόλεις τους και οι περισσότεροι είχαν καταφύγει στην έρημο. Η στρατιά αναπαύθηκε άλλη μία μέρα και την επομένη ο Αλέξανδρος έστειλε τον Πείθωνα με την τάξη του, τον Δημήτριο με την ιππαρχία του και όσες τάξεις ψιλών χρειάζονταν στα παραποτάμια δάση, για να τα εκκαθαρίσουν από όσους κρύβονταν εκεί. Όμως κανένας Μαλλός δεν παραδόθηκε, όλοι προτίμησαν να σκοτωθούν πολεμώντας. Ο ίδιος ο Αλέξανδρος με την υπόλοιπη δύναμη κατευθύνθηκε εναντίον της μεγαλύτερης πόλης, όπου είχαν συγκεντρωθεί Μαλλοί κι από άλλες πόλεις. Όταν πλησίασαν οι Μακεδόνες, οι Μαλλοί κατά την συνήθη τακτική των Ινδών εγκατέλειψαν την πόλη και πέρασαν τον Υδραώτη, αλλά αυτή τη φορά δεν διασκορπίστηκαν, παρατάχθηκαν για μάχη στην απέναντι όχθη. Ο Αλέξανδρος δεν ανησύχησε ούτε από τους 50.000 παρατεταγμένους Μαλλούς ούτε από τις ψηλές όχθες, που κατείχαν, και μπήκε με το ιππικό στο ποτάμι, έτσι όπως ήταν από την πορεία. Παραδόξως και αντίθετα προς κάθε λογική, εκείνοι δεν έμειναν στις θέσεις τους, για να τον εμποδίσουν να βγει, αλλά υποχώρησαν συντεταγμένοι. Δηλαδή, εγκατέλειψαν το εξαιρετικό υδάτινο κώλυμα του Υδραώτη, όπου θα μπορούσαν να καθηλώσουν ολόκληρη τη δύναμη του Αλεξάνδρου. Μόλις βγήκε το εταιρικό ιππικό στην όχθη, οι Μαλλοί επιτέθηκαν με σφοδρότητα. Επειδή η φάλαγγα των Ινδών ήταν πολύ πυκνή, ο Αλέξανδρος άρχισε να την περιϊππεύει και να κάνει σποραδικές επιθέσεις, αποφεύγοντας την κατά μέτωπο εμπλοκή. Έτσι τους καθήλωσε, ώσπου έφτασαν οι Αγριάνες, οι τοξότες και οι άλλοι επίλεκτοι ψιλοί. Όταν πια οι Μαλλοί είδαν να πλησιάζει και η μακεδονική φάλαγγα, αντιλήφθηκαν τη μειονεκτική θέση, στην οποία εντελώς αδικαιολόγητα είχαν φέρει τους εαυτούς τους, και έκαναν κι άλλο ένα σφάλμα, ακόμη μεγαλύτερο και ακόμη πιο ακατανόητο από το πρώτο. Εγκατέλειψαν τη μάχη και τράπηκαν σε φυγή προς την καλύτερα οχυρωμένη από τις κοντινές τους πόλεις, εκτεθειμένοι στην επέλαση του εταιρικού ιππικού. Όπως ήταν αναμενόμενο, ο Αλέξανδρος τους καταδίωξε και σκότωσε πολλούς κατά τη φυγή τους. Όσοι γλύτωσαν, κλείστηκαν στην πόλη, την οποία περικύκλωσε το ιππικό. Όταν έφτασαν και οι πεζοί, στρατοπέδευσαν γύρω από τα τείχη, διότι αφενός θα έπεφτε η νύχτα πριν προλάβουν να κάνουν την πρώτη έφοδο και αφετέρου ήταν όλοι εξουθενωμένοι από την ολοήμερη καταδίωξη.


Ο βαρύς τραυματισμός του Αλεξάνδρου
(Αρριανός ΣΤ.11, Πλούταρχος Αλέξανδρος 63.8-12, Περί της Αλεξάνδρου τύχης ή αρετής 345.4, Διόδωρος ΙΖ.98.2-99.6, Κούρτιος 9.4.27-29, Ιουστίνος 12.9.5-13)

Την επομένη η στρατιά χωρίστηκε σε δύο τμήματα, υπό τον Αλέξανδρο και τον Περδίκκα αντίστοιχα, και ετοιμαζόταν να προσβάλει τα τείχη, όταν ο μάντης Δημοφών είπε στον Αλέξανδρο να εγκαταλείψει την πολιορκία, διότι οι οιωνοί προέβλεπαν σοβαρό τραυματισμό του. Μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι ο Αλέξανδρος είχε σοβαρούς λόγους να είναι οργισμένος με τους μάντεις της ακολουθίας του, οι οποίοι αντί να τον βοηθούν να χειραγωγεί τη στρατιά, του έφερναν εμπόδια. Όταν τον προκαλούσαν οι Σκύθες στον Ιαξάρτη, ο Αρίστανδρος αρνήθηκε να παρερμηνεύσει τους δυσμενείς οιωνούς και όταν οι Μακεδόνες αρνήθηκαν να προχωρήσουν πέρα από τον Ύφασι, οι μάντεις και πάλι αρνήθηκαν να παρερμηνεύσουν τους δυσμενείς οιωνούς. Έτσι ο Αλέξανδρος επέπληξε ευθέως τον Δημοφώντα, διότι η μαντεία του υπονόμευε τη μαχητικότητα των Μακεδόνων και προχώρησε στην πολιορκία.

Οι ινδικές πόλεις δεν είχαν τις οχυρώσεις των μεσογειακών ή μεσοποταμιακών πόλεων, στην εκπόρθηση των οποίων οι Μακεδόνες είχαν αποκτήσει μεγάλη εμπειρία, και τα συνήθως χωμάτινα ινδικά τείχη δεν άντεχαν τις εφόδους τους. Έτσι κι αυτή η πόλη των Μαλλών έπεσε εύκολα, όμως η μεγάλη εμπειρία των Μακεδόνων και η σχετικά ασθενής οχύρωση της πόλης μετέτρεψαν την αυτοπεποίθησή τους σε υπεροψία, που τους οδήγησε σε μία σειρά από παιδαριώδη σφάλματα. Ίσως πάλι τα σφάλματα να προκλήθηκαν από ψυχική κόπωση και απροθυμία των Μακεδόνων για άλλους κινδύνους. Οι περισσότεροι δεν πήραν μαζί τους πολιορκητικές κλίμακες και, ενώ το τμήμα του Αλεξάνδρου παραβίασε μία μικρή πύλη και μπήκε εύκολα στην πόλη, το τμήμα του Περδίκκα καθυστέρησε πολύ να ανέβει στα τείχη. Το αποτέλεσμα ήταν να αποσυντονιστούν τα δύο τμήματα και να εκνευριστεί ο Αλέξανδρος.

Οι Ινδοί είχαν υποχωρήσει στην ακρόπολη αποφασισμένοι να την υπερασπιστούν, ο Περδίκκας αγωνιζόταν να καταλάβει τα τείχη και οι κλίμακες δεν είχαν έλθει ακόμη. Όταν εμφανίστηκαν οι πρώτοι Μακεδόνες, που έφερναν κλίμακες, ο Αλέξανδρος εκνευρισμένος από τις βλακείες, που είχαν κάνει, άρπαξε μία και άρχισε να ανεβαίνει στα τείχη της ακρόπολης καλυπτόμενος κάτω από την ασπίδα του. Τον ακολουθούσαν ο υπασπιστής Πευκέστας με την ιερή ασπίδα από το ναό της Ιλιάδας Αθηνάς και ο σωματοφύλακας Λεοννάτος, ενώ ο διμοιρίτης Αβρέας ανέβαινε από άλλη κλίμακα. Φυσικά, ούτε σ’ αυτό το σημαντικό περιστατικό μπορούσαν να είναι απόλυτα σύμφωνοι όλοι οι αρχαίοι συγγραφείς και μόνο για τον Πευκέστα συμφωνούν. Κάποιοι μάλιστα είχαν γράψει ότι μαζί με τον Αλέξανδρο ήταν ο Πευκέστας και ο Πτολεμαίος του Λάγου. Ωστόσο ο ίδιος ο Πτολεμαίος έγραψε ότι δεν βρισκόταν καν σ’ εκείνη την πόλη, αλλά ήταν επικεφαλής άλλης δύναμης και πολεμούσε εναντίον άλλων Ινδών. Κάποιοι άλλοι αρχαίοι συγγραφείς, προφανώς έκριναν ασθενή τη μνήμη του Πτολεμαίου και αποφάσισαν ότι εκείνος, που ήταν σωματοφύλακας και όχι ο απλός υπασπιστής Πευκέστας, έσωσε τον Αλέξανδρο και γι’ αυτό του απένειμαν τον τίτλο του Σωτήρος. Ο Πλούταρχος αναφέρει τον Πευκέστα και κάποιον Λιμναίο. Οι Διόδωρος, Κούρτιος και Ιουστίνος λένε ότι ο Πευκέστας ανέβηκε αργότερα, μαζί με τους άλλους υπασπιστές, και ότι μέχρι τότε ο Αλέξανδρος πολεμούσε μόνος του.

Μόλις ο Αλέξανδρος πάτησε τα τείχη, απώθησε τους Μαλλούς από εκείνο το σημείο, άλλους χτυπώντας τους με την ασπίδα του και άλλους σκοτώνοντάς τους με το ξίφος του. Γνωρίζουμε, ο Αλέξανδρος έφερε κοπίδα, άρα εδώ είτε έχουμε ανακρίβεια των αρχαίων ιστορικών, είτε ο Αλέξανδρος πράγματι χρησιμοποίησε το δευτερεύον αγχέμαχο όπλο των πεζών, επειδή κι εκείνος μαχόταν πεζός. Οι υπασπιστές βλέποντας το βασιλιά τους μόνο του πάνω στα τείχη, ανάμεσα στους εχθρούς, τρομοκρατήθηκαν και ολοκλήρωσαν την αλληλουχία των λαθών. Από τη βιασύνη τους, ανέβηκαν πολλοί μαζί στις κλίμακες, που έσπασαν από το βάρος, αποκόπτοντας μόνους ανάμεσα στους Ινδούς τον Αλέξανδρο, τον Πευκέστα, τον Λεοννάτο και τον Αβρέα. Δεν είχαν άλλη επιλογή ο μεν Αλέξανδρος από το να επιδιώξει τον ηρωικό θάνατο, που αρμόζει σε ένα δοξασμένο βασιλιά, οι δε άλλοι τρεις από το να σκοτωθούν προστατεύοντας τον βασιλιά τους.

Από τη λαμπρότητα των όπλων του και τη μεγάλη του τόλμη, οι Μαλλοί κατάλαβαν ποιόν είχαν μπροστά τους και δίστασαν να του επιτεθούν. Επειδή από τους γύρω πύργους έβαλλαν εναντίον του, ο Αλέξανδρος από τις επάλξεις πήδηξε στο εσωτερικό της ακρόπολης και, για να προστατέψει τα νώτα του, ακούμπησε την πλάτη στο τείχος. Ο αρχηγός των Ινδών του επιτέθηκε, ο Αλέξανδρος τον σκότωσε και οι άλλοι παρέμειναν στις θέσεις τους. Ο Αλέξανδρος τους πετούσε πέτρες και χτυπούσε με το ξίφος του όποιον πλησίαζε περισσότερο. Οι Ινδοί δεν τόλμησαν να πλησιάσουν περισσότερο, αλλά τον περικύκλωσαν και του έρριχναν ό,τι εύρισκαν. Μόλις έφτασαν δίπλα του και οι άλλοι τρεις Μακεδόνες, ο Αβρέας χτυπήθηκε από βέλος στο πρόσωπο και σκοτώθηκε, ενώ ένα άλλο βέλος χτύπησε τον Αλέξανδρο στο στήθος. Διαπέρασε τον λινοθώρακά του και καρφώθηκε στα πλευρά πάνω από τον αριστερό μαστό. Παρά το σοβαρό τραυματισμό του συνέχισε να μάχεται για λίγο, αλλά μετά λιποθύμησε από την αιμορραγία. Ο Πευκέστας με την ιερή ασπίδα και ο Λεοννάτος στάθηκαν από πάνω του, για να τον προστατέψουν από τις βολές. Με εξαίρεση τον Αρριανό, που δίνει την παραπάνω περιγραφή, οι υπόλοιποι αρχαίοι ιστορικοί προβάλλουν υπερβολικά τη μαχητική ικανότητα του βαριά τραυματισμένου Αλεξάνδρου και πριν χάσει τις αισθήσεις του τον θέλουν να σκοτώνει τον κακό Ινδό, που τόλμησε να τον τραυματίσει. Μάλιστα, ο Ιουστίνος θέλει τον Αλέξανδρο «να κατακόπτει ή να απωθεί ολομόναχος πολλές χιλιάδες» εχθρών.

Στο μεταξύ οι υπασπιστές, που κατάφεραν να καταστρέψουν τις κλίμακες και να καθηλωθούν έξω από τα τείχη, αναζητούσαν τρόπους να αναρριχηθούν. Έμπηγαν πασσάλους στο χωμάτινο τείχος και σκαρφάλωναν με δυσκολία. Ανεβαίνοντας στο τείχος είδαν τον Αλέξανδρο λιπόθυμο και έτρεξαν να βοηθήσουν τον Πευκέστα και τον Λεοννάτο, που αντιστέκονταν σθεναρά. Κάποιοι απ’ αυτούς έσπασαν τον μοχλό, που ασφάλιζε την πύλη του μεταπυργίου, και οι υπόλοιποι, έξω από τα τείχη, χτυπούσαν με ορμή τους ώμους τους πάνω της, ώσπου την παραβίασαν και εισέβαλαν στην ακρόπολη. Αναστατωμένοι από τα λάθη τους και έξαλλοι από τον τραυματισμό του βασιλιά τους, ο οποίος δεν ήξεραν αν ζούσε ή όχι, οι Μακεδόνες έσφαξαν όλους τους Μαλλούς, ακόμη και τα γυναικόπαιδα.

Οι εταίροι χρησιμοποιώντας την ασπίδα του Αλεξάνδρου ως φορείο, τον μετέφεραν στο στρατόπεδο σε πολύ κακή κατάσταση. Σύμφωνα με τον Πτολεμαίο, από την πληγή εκτός από αίμα έβγαινε και η αναπνοή του, κάτι που σημαίνει ότι το βέλος είχε τρυπήσει και τους πνεύμονες. Το βέλος των Μαλλών είχε σφηνωθεί για τα καλά στα οστά του θώρακα, στο ύψος του μαστού, μπροστά από την καρδιά του και δεν έβγαινε. Έτσι δεν μπορούσαν να του βγάλουν το λινοθώρακα και φοβόντουσαν μήπως οι κραδασμοί απ’ το πριόνισμα του στελέχους σπάσουν τα πλευρά και προκληθεί εσωτερική αιμορραγία. Τελικά τους παρότρυνε ο ίδιος να το πριονίσουν. Με μεγάλη δυσκολία και κόπο πριόνισαν το ξύλινο βέλος, για να μπορέσουν να του βγάλουν το λινοθώρακα, και μετά προσπάθησαν να βγάλουν την ακίδα. Η πληγή είχε μήκος 4 δακτύλους (περίπου 7,4 εκ) και πλάτος 3 (περίπου 5,5 εκ). Μόλις έβγαλαν την ακίδα, προκλήθηκε μεγάλη αιμορραγία και ο Αλέξανδρος ξανάχασε τις αισθήσεις του. Αυτός που αφαίρεσε το βέλος, ήταν ο γιατρός Κριτόδημος από το νησί της Κω και από το γένος των Ασκληπιαδών.

Σύμφωνα όμως με τον Πλούταρχο και άλλους μη σωζόμενους ιστορικούς δεν υπήρχε γιατρός εκεί κοντά και ο Αλέξανδρος διέταξε τον Περδίκκα να σκίσει την πληγή με το ξίφος του και να βγάλει το βέλος. Ωστόσο γνωρίζουμε ότι η στρατιά του Αλεξάνδρου διέθετε όχι μόνο γιατρούς, αλλά και ολόκληρη υγειονομική υπηρεσία. Δεν πρέπει να παρασυρθούμε από την ταχεία προέλαση του εταιρικού ιππικού και να συμπεράνουμε ότι επρόκειτο για μία καταδρομική επιχείρηση, στην οποία ασφαλώς δεν έχουν θέση οι γιατροί. Κατά την προέλαση εναντίον των Μαλλών, τα τμήματα της στρατιάς παραδίδεται ότι ενεπλάκησαν κατά σειρά, όπως ακριβώς είναι αναμενόμενο από τη σχετική ταχύτητα κίνησής τους: ιππείς – ψιλοί – οπλίτες – μηχανές. Οι μηχανές μεταφέρονταν αποσυναρμολογημένες με σκευοφόρα και, εφόσον ούτως ή άλλως υπήρχαν σκευοφόρα και μάλιστα με πολύ βαρύ φορτίο, ήταν απόλυτα λογικό να προστεθούν μερικά ακόμη για τους γιατρούς και το φαρμακευτικό υλικό. Επιπλέον, αν δεν υπήρχαν γιατροί και σκευοφόρα του Υγειονομικού Σώματος, θα ήταν αδύνατη η περίθαλψη και διακομιδή των τραυματιών, που είναι εκ των ων ουκ άνευ σε τακτικές επιχειρήσεις τακτικών στρατιωτικών τμημάτων. Τέλος, το σοβαρότατο τραύμα του Αλεξάνδρου, οι ευθύνες και οι συνέπειες από τυχόν μοιραία κατάληξη, δεν επέτρεπαν την αντιμετώπιση της κατάστασης επί τόπου, αλλά επέβαλλαν τη μεταφορά του στο στρατόπεδο, το οποίο άλλωστε ήταν μπροστά από τα τείχη. Το μόνο λογικό λοιπόν είναι να δεχθούμε ότι η εγχείρηση και η αντιμετώπιση της αιμορραγίας έγιναν από γιατρό και όχι από στρατιωτικό.

Ο βαρύς τραυματισμός του Αλεξάνδρου κατά την άλωση της ειρωνικά ανώνυμης πόλης των Μαλλών έγινε φήμη ότι σκοτώθηκε και - όπως συμβαίνει πάντοτε σε τέτοιες περιπτώσεις - μεταδόθηκε με αστραπιαία ταχύτητα σε όλη τη στρατιά, μέχρι το κεντρικό στρατόπεδο στη συμβολή του Υδραώτη με τον Ακεσίνη, αλλά και στα μετώπισθεν. Τρόμος κατέλαβε τους Μακεδόνες και πολλά ερωτηματικά τους βασάνιζαν. Ποιός από τους πολλούς καταξιωμένους στρατηγούς θα τον αντικαθιστούσε; Πόσο ομαλή θα ήταν η διαδοχή; Τι θα γινόταν με τους υποταγμένους λαούς, που ευκαιρία περίμεναν να επαναστατήσουν; Τι θα γινόταν με τους βαρβάρους της στρατιάς, κάποιοι από τους οποίους ήταν ήδη ύποπτοι λιποταξίας; Η στρατιά βρισκόταν στην πιο άγνωστη περιοχή της Ασίας, οι λαοί εκεί ήταν οι πιο γενναίοι και πιο αξιόμαχοι και η απόσταση, που μεσολαβούσε ως τις ασφαλείς περιοχές, ήταν τεράστια. Ο θάνατος του Αλεξάνδρου εκείνη τη στιγμή τους φαινόταν να ισοδυναμεί με το δικό τους αφανισμό.

Όπως ήταν επόμενο, τη βεβαιότητα για το θάνατο του Αλεξάνδρου, που είχε δημιουργήσει η φημολογία μιάς εβδομάδας από την ημέρα του τραυματισμού, δεν μπορούσε να τη διαλύσει ούτε η ανακοίνωση ότι ζει, ούτε η επιστολή του ότι επέστρεφε στο κεντρικό στρατόπεδο. Οι περισσότεροι πίστευαν ότι την είχαν πλαστογραφήσει οι σωματοφύλακες και οι στρατηγοί, για να ηρεμήσουν τα πνεύματα. Όταν το πλοίο, που τον μετέφερε, πλησίασε στο στρατόπεδο, ο Αλέξανδρος διέταξε να αφαιρέσουν τη σκηνή από την πρύμνη, ώστε να τον δει όλο το στρατόπεδο πάνω στο φορείο. Όμως η απελπισία, που είχε καταλάβει τους Μακεδόνες ήταν τέτοια, ώστε πίστεψαν ότι τον έβλεπαν νεκρό. Κάποια στιγμή εκείνος σήκωσε το χέρι του και χαιρέτισε τη στρατιά, που επιτέλους πείστηκε ότι ήταν ζωντανός. Τότε όλοι αναβόησαν ανακουφισμένοι και κάποιοι έκλαιγαν από τη χαρά τους. Επειδή η ψυχολογία της στρατιάς είχε κλονιστεί σοβαρά, όταν το πλοίο σταμάτησε στην όχθη, ο Αλέξανδρος δεν δέχθηκε να ανεβεί σε φορείο, αλλά πήγε έφιππος ως τη σκηνή του, όπου αφίππευσε και περπάτησε, για να πεισθούν όλοι ότι δεν είχε πάθει κάποια ανεπανόρθωτη βλάβη. Από το πλοίο ως τη σκηνή του η στρατιά τον επευφημούσε, τον χειροκροτούσε και τον έραινε με ταινίες και λουλούδια. Υπήρξαν όμως και οι δύσπιστοι, που χρειάστηκε να τον αγγίξουν ή να τον δουν από πολύ κοντά, για να πεισθούν τελείως. Κάποιοι απ’ τους εταίρους βρήκαν την ευκαιρία και του καταλόγισαν ότι διακινδυνεύει στη μάχη όχι ως στρατηγός αλλά ως στρατιώτης. Είχαν απόλυτο δίκιο κι ο ίδιος ασφαλώς το γνώριζε, αλλά η παρορμητική του φύση αυτό ακριβώς υπαγόρευε.

Η αντίδραση των Μακεδόνων στον τραυματισμό του Αλεξάνδρου δείχνει τη βαθιά εκτίμησή τους προς το πρόσωπό του. Μία εκτίμηση, που δεν είχε κλονισθεί ούτε από τη δολοφονία του Παρμενίωνα, ούτε από το φόνο του Κλείτου, ούτε από τη σύλληψη του Καλλισθένη, ούτε από τις βαρβαρικές συνήθειες που είχε υιοθετήσει, ούτε από την προσκύνηση που απαιτούσε. Όσο κι αν τους εξόργιζε, όσα κι αν του καταμαρτυρούσαν, ο Αλέξανδρος παρέμενε ο βασιλιάς που τους οδήγησε στη δόξα, ο στρατηγός που εμπιστεύονταν να τους οδηγήσει με ασφάλεια έξω από τις επικίνδυνες βαρβαρικές χώρες.

Στο μεταξύ η φήμη ότι ο Αλέξανδρος είχε σκοτωθεί έφτασε πολύ μακρυά. Οι Έλληνες, τους οποίους είχε εποικίσει στη Βακτρια και τη Σογδιανή παρά τη θέλησή τους, δεν μπορούσαν να αντέξουν τη ζωή ανάμεσα στους βαρβάρους και θεώρησαν ότι με το θάνατό του, άνοιγε ο δρόμος της επιστροφής τους. Όπως είχε προειδοποιήσει ο Κοίνος, συγκεντρώθηκαν περί τους 3.000, όλοι εμπειροπόλεμοι και αποφασισμένοι να επιστρέψουν στην Ελλάδα. Ξεκίνησαν μία μακρά, δύσκολη και κοπιαστική πορεία και μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου ο Περδίκκας επρόκειτο να στείλει εναντίον τους τον Πείθωνα.

Πάντως στις χώρες της Ινδίας η φήμη του θανάτου διαψεύστηκε γρήγορα. Όσοι Μαλλοί δεν είχαν υποταχθεί ακόμη, αποκαρδιωμένοι από τις αποτυχίες και τις συμφορές των προηγουμένων και φοβούμενοι το μένος των Μακεδόνων μετά τον τραυματισμό του Αλεξάνδρου, έστειλαν πρέσβεις και παραδόθηκαν. Το ίδιο έκαναν και οι σύμμαχοί τους, οι Οξυδράκες, που έστειλαν μία πολυπληθέστατη πρεσβεία, αποτελούμενη από τους διοικητές των πόλεων, τους νομάρχες και άλλους 150 επιφανείς πολίτες. Αυτοί, θέλοντας να διατηρήσουν στοιχειωδώς τα προσχήματα, του είπαν ότι περισσότερο απ’ ο,τιδήποτε άλλο ήθελαν την ελευθερία τους, αλλά, αφού ο Αλέξανδρος είχε θεϊκή καταγωγή, δέχονταν να του δώσουν ομήρους, να υπαχθούν στη σατραπεία του Φιλίππου και να πληρώνουν τους φόρους, που θα τους όριζε.

από τον ιστότοπο:
http://www.alexanderofmacedon.info/greek/A1gr.htm

Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2010

ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΣΙΑ ΣΤΟ ΔΕΛΤΑ ΤΟΥ ΙΝΔΟΥ

ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΣΙΑ ΣΤΟ ΔΕΛΤΑ ΤΟΥ ΙΝΔΟΥ

Η διάβαση του Ινδού και του Υδάσπη
(Αρριανός Ε.4, Ζ.1-2, Ινδική 11, Διόδωρος ΙΖ.86, 107, Πλούταρχος Αλέξανδρος 59.5, 65, Κούρτιος 8.12.11, 15-κ.ε.)

Αφού κατέλαβε την Άορνο Πέτρα, ο Αλέξανδρος στράφηκε ξανά κατά των Ασσακηνών, διότι ο αδελφός του Ασσακάνου (του σκοτωμένου διοικητή των Μασσάγων) με μεγάλες δυνάμεις και πολεμικούς ελέφαντες είχε καταφύγει στα βουνά και ετοίμαζε αντίσταση. Ο Αλέξανδρος βρήκε άλλη μία πόλη, τα Δύρτα, και τη γύρω περιοχή εγκαταλελειμμένη από τους κατοίκους της και έστειλε δύο αποσπάσματα με τους χιλίαρχους των υπασπιστών, Νέαρχο και Αντίοχο για αναγνώριση. Ο Νέαρχος είχε τους Αγριάνες και τους ψιλούς και ο Αντίοχος τη δική του και άλλες δύο χιλιαρχίες υπασπιστών. Η αποστολή τους ήταν να αποσπάσουν, από όσους ντόπιους εύρισκαν, πληροφορίες κυρίως σχετικά με τους πολεμικούς ελέφαντες. Ο Αλέξανδρος χρειαζόταν τους πολεμικούς ελέφαντες, διότι ήταν ένα πολύ ισχυρό οπλικό σύστημα, τρομοκρατούσαν πεζούς και ίππους και γι’ αυτό δεν μπορούσε να τους αφήνει ελεύθερους στη διάθεση των εχθρών του. Εντάσσοντάς τους στη δύναμή του, εξοικείωνε κυρίως τους πεζούς του με το όπλο αυτό, αύξανε την αυτοπεποίθησή τους και ταυτόχρονα μείωνε την αυτοπεποίθηση των εχθρών του, αφού δεν το διέθεταν πλέον μόνο οι Ινδοί, αλλά και οι Μακεδόνες.

Εκείνος με την υπόλοιπη στρατιά κατευθύνθηκε προς τον Ινδό. Η πορεία ήταν δύσκολη, γιατί δεν υπήρχαν δρόμοι και έπρεπε διαρκώς να διευθετούνται δρομολόγια. Φτάνοντας στον ποταμό συνέλαβε μερικούς Ινδούς, που του είπαν ότι οι κάτοικοι της γύρω περιοχής είχαν καταφύγει στον Αβισάρη και είχαν εγκαταλείψει τους ελέφαντες κοντά στο ποτάμι, για να βοσκήσουν. Με δυσκολία κατάφερε να πάρει στην ακολουθία του μερικούς κυνηγούς ελεφάντων, που τον βοήθησαν να πιάσει τους εγκαταλειμμένους ελέφαντες, εκτός από δύο, που κατά την καταδίωξη έπεσαν σε γκρεμούς και σκοτώθηκαν. Κοντά στο ποτάμι υπήρχαν και δέντρα κατάλληλα για ναυπήγηση πλοίων. Οι στρατιώτες τα έκοψαν και οι ναυπηγοί κατασκεύασαν πλοία, τα οποία έπλευσαν τον ποταμό μέχρι τη γέφυρα, που είχαν κατασκευάσει ο Ηφαιστίων και ο Περδίκκας.

Φτάνοντας στη γέφυρα βρήκαν πολλά μικρά πλοιάρια και δύο τριακόντορους. Επιπλέον ο Ταξίλης είχε στείλει 200 τάλαντα, 3.000 βόδια για τις θυσίες, πάνω από 10.000 πρόβατα, περί τους 30 πολεμικούς ελέφαντες, 700 Ινδούς ιππείς και του παρέδωσε επισήμως τα Τάξιλα, τη μεγαλύτερη πόλη μεταξύ Ινδού και Υδάσπη (Τζέλαμ). Εκεί, στη δυτική όχθη του Ινδού, ο Αλέξανδρος έκανε τις γνωστές ελληνικές τελετές, θυσίες, γυμνικούς και ιππικούς αγώνες. Οι οιωνοί των θυσιών ήταν ευνοϊκοί και την επόμενη αυγή η στρατιά του Αλεξάνδρου πέρασε τη γέφυρα και πάτησε την κυρίως Ινδία, μία χώρα τόσο μακρινή και μυθική για τους Έλληνες, που ήταν πρόθυμοι να πιστέψουν οποιαδήποτε ανοησία και υπερβολή.

Ήταν άνοιξη του 326 π.Χ. και μόλις περαιώθηκε όλη η στρατιά στην ανατολική όχθη του Ινδού, έκαναν θυσίες και ξεκίνησαν για τα Τάξιλα. Ο Αλέξανδρος πέρασε τη στρατιά στην απέναντι όχθη, όπου παρέμεινε επί 30 ημέρες για ανάπαυση. Εκεί τον συνάντησε ο γιος του βασιλιά Ταξίλη. Ο πατέρας του είχε πεθάνει, ο Ώμφις τον διαδέχθηκε στο θρόνο και διατήρησε την συμμαχία με τον Αλέξανδρο και την ονομασία Ταξίλης. Στην πραγματικότητα «Ταξίλης» σημαίνει τον καταγόμενο από τα Τάξιλα και είναι ανάλογο του «Αβισάρης», «Αθηναίος» ή «Μακεδόνας». Σύμφωνα με το Διόδωρο, στα Τάξιλα ο Ώμφις υποδέχθηκε επισήμως τον Αλέξανδρο και οι διοικητές της περιοχής δήλωσαν την υποταγή τους. Εκείνος έκανε και πάλι θυσίες και, για να ευχαριστήσει τους πρόθυμους συμμάχους του, τους έδωσε όσα εδάφη από τη γειτονική χώρα ζήτησαν. Ο Κούρτιος λέει ότι ο Ταξίλης προσέφερε χρυσά στέμματα, 80 τάλαντα σε ασημένια νομίσματα, 56 πολεμικούς ελέφαντες, μεγάλο αριθμό εξαιρετικά μεγαλόσωμων προβάτων, 3.000 ταύρους και μεγάλες ποσότητες σιτηρών. Ο Αλέξανδρος ανταπέδωσε τα δώρα κι επιπλέον έδωσε στον Ταξίλη 1.000 τάλαντα. Ο εταίρος Μελέαγρος σε κάποιο μεθύσι συνεχάρη σαρκαστικά τον Αλέξανδρο, που επιτέλους βρήκε έναν άνθρωπο αξίας 1.000 ταλάντων. Ο Αλέξανδρος υποτίθεται ότι είχε μετανιώσει πάρα πολύ για το φόνο του Κλείτου και συγκράτησε την οργή του, για να αποφύγει ένα νέο έγκλημα. Ο Πλούταρχος συμφωνεί ότι ο Αλέξανδρος εξόργισε τους εταίρους με τα δώρα που προσέφερε στον Ταξίλη.

Στα Τάξιλα δέχθηκε ακόμη πρεσβεία του Αβισσάρη, του βασιλιά των ορεσίβιων Ινδών (των κατοίκων του σημερινού Κασμίρ και Τζαμμού), με πολλούς επιφανείς άρχοντες και επικεφαλής τον αδελφό του Αβισσάρη. Όρισε τον Φίλιππο σατράπη της περιοχής μεταξύ Ινδού και Βακτρίας, τοποθέτησε φρουρά στα Τάξιλα, άφησε τους ασθενείς στρατιώτες και ξεκίνησε για τον Υδάσπη.

Στη χώρα του Ταξίλη φέρεται να συνάντησε για πρώτη φορά τους Βραχμάνες. Κατά τον Αρριανό ο πιο ηλικιωμένος και δάσκαλος όλων των άλλων, ο Δάνδαμις, δεν πήγε να υποβάλει τα σέβη του στον κατακτητή, ούτε άφησε τους άλλους να πάνε. Σε κάποιον που πήγε να τους επιδώσει πρόσκληση του Αλεξάνδρου, απάντησε ότι κι εκείνος ήταν γιος του Δία, όπως κι ο Αλέξανδρος, και ότι δεν χρειαζόταν τίποτα από αυτά, που μπορούσε να του προσφέρει. Ήταν απόλυτα ευτυχισμένος με όσα του πρόσφερε η ινδική γη και, όταν θα πέθαινε, θα απαλλασσόταν από τον ενοχλητικό σύντροφό του, το σώμα του. Είπε ακόμη στον Αλέξανδρο ότι κανένας δεν κατέχει μεγαλύτερο κομμάτι γης απ’ όσο πατάει, ότι κι ο Αλέξανδρος ήταν σαν όλους τους άλλους ανθρώπους και διέφερε μόνο στην πολυπραγμοσύνη και την έπαρση, ότι κατέκτησε πολλή γη μακρυά από την πατρίδα του, και μετά τη μοίρασε σε άλλους για να τη διοικούν και όταν θα πεθάνει θα κατέχει τόση γη, όση θα καλύπτει το σώμα του. Κατά τον Πλούταρχο, ο Αλέξανδρος έστειλε στους πιο διάσημους Βραχμάνες πρόσκληση με τον Ονησίκριτο, σύμφωνα με τα λεγόμενα του οποίου, ο Σφίνης τον δέχθηκε πολύ προσβλητικά. Τον διέταξε να βγάλει το χιτώνα του και να σταθεί μπροστά του γυμνός, «κι ας τον είχε στείλει ο ίδιος ο Δίας». Ο Δάνδαμις ήταν πιο ήρεμος και, αφού άκουσε τον Ονησίκριτο, τον μαθητή του κυνικού φιλόσοφου Διογένη, να μιλάει για τον Σωκράτη, τον Πυθαγόρα και το Διογένη, ρώτησε μόνο «Για ποιο λόγο έκανε τόσο δρόμο ως εδώ ο Αλέξανδρος;». Μετά από προτροπή του Ταξίλη, ο Σφίνης προσκολλήθηκε στη στρατιά. Επειδή όμως τους χαιρετούσε όλους με την ινδική προσφώνηση «καλέ» (=χαίρε), οι Έλληνες τον ονόμασαν Κάλανο κατά τον Αρριανό ή Καλανό κατά τον Πλούταρχο ή Κάρανο κατά τον Διόδωρο. Με την ενέργειά του αυτή ο Σφίνης ή Κάλανος προκάλεσε την περιφρόνηση των ομοίων του, διότι προτίμησε να υπηρετήσει ένα άρχοντα αντί για το θεό. Μεταξύ των μαθητών της ινδικής φιλοσοφίας, που απέκτησε κατά την εκστρατεία, ήταν και ο Λυσίμαχος, ενώ λέγεται ότι έφερε στον Αλέξανδρο το εξής παράδειγμα: ακούμπησε στο έδαφος ένα σκληρό και ξερό κομμάτι δέρμα και πιέζοντάς του στη μία άκρη, σηκωνόταν σε όλα τα άλλα. Αφού έδειξε ότι αυτό συνέβαινε, όταν πίεζε οποιοδήποτε σημείο της περιφέρειας, πίεσε στο κέντρο και όλα τα σημεία της περιφέρειας έμειναν σταθερά. Έτσι υποτίθεται ότι πείσθηκε ο Αλέξανδρος να κάνει την πρωτεύουσά του στο κέντρο της αυτοκρατορίας. Σημειώνουμε ότι δεν φαίνεται πολύ λογικό (σύμφωνα με τη διήγηση του γενικά αναξιόπιστου Ονησίκριτου) ο Σφίνης από πεπεισμένος Βραχμάνας να μετατρέπεται στη συνέχεια σε ακόλουθο του Αλεξάνδρου, που εξόντωνε τους άλλους Βραχμάνες. Ίσως το ορθό να είναι ότι ο πεπεισμένος Βραχμάνας ήταν ο Δάνδαμις, όπως λέει κι ο Αρριανός, και ως κίνητρο για μια τέτοια ανακρίβεια θα μπορούσαμε να αποδώσουμε στον Ονησίκριτο κάποια φιλοσοφική αντιδικία του με τον Σφίνη ή Κάλανο.


Η μάχη με τον Πώρο – Ο θάνατος του Βουκεφάλα
(Αρριανός Ε.14, 18-20, ΣΤ.2.1, Πλούταρχος Αλέξανδρος 16.14, 32.12, 44.3-5, 58.6, 60.8, 11-12,14, 61, Διόδωρος ΙΖ.76.6, 87.5, 88.4, 89.1-6, 91.2, 95.5, Κούρτιος 6.5.18, 8.13.8-9, 14.2, 41-46, 9.1.1,Ιουστίνος 12.8.4-8)

Η στρατιά, στην οποία είχαν προσκολληθεί και 5.000 Ινδοί υπό τον Ταξίλη και τους διοικητές της περιοχής, ακολούθησε το δρομολόγιο ΝΑ από τα Τάξιλα, μέσω της διάβασης Ναντάνα προς τον Υδάσπη. Ο Αλέξανδρος μαθαίνοντας ότι στην απέναντι όχθη του Υδάσπη (Τζέλαμ) είχε παραταχθεί ο βασιλιάς της περιοχής για να τον αποκρούσει, έστειλε πίσω τον Κοίνο με εντολή να φέρει τα πλοία από τον Ινδό στον Υδάσπη. Πράγματι τα πλοία αποσυναρμολογήθηκαν (οι τριακόντοροι έγιναν τρία κομμάτια και τα μικρότερα πλοία δύο κομμάτια), με υποζύγια μεταφέρθηκαν δια ξηράς ως τον Υδάσπη, συναρμολογήθηκαν ξανά σε διάφορα σημεία της ανατολικής όχθης και ξαφνικά εμφανίσθηκε στόλος στο ποτάμι! Είχε περάσει η εαρινή ισημερία (21 Μαρτίου), ήταν η περίοδος των βροχών στην Ινδία, έλιωναν τα χιόνια και όλα τα ποτάμια κατέβαζαν πολλά, θολά και ορμητικά νερά. Το χειμώνα ο Υδάσπης περνιόταν χωρίς ζεύξη, όχι όμως και την άνοιξη. Έτσι, η στρατιά καθηλώθηκε στη δυτική όχθη του ποταμού. Παρ’ ότι με την πάροδο των ετών οι κοίτες των ποταμών μετακινούνται και οι όχθες τους αλλάζουν όψη, ο σερ Ώρελ Στάϊν, ίσως ο σημαντικότερος εξερευνητής των δρομολογίων του Αλεξάνδρου, πιστεύει ότι ο Αλέξανδρος στρατοπέδευσε κοντά στη σημερινή Χαρανπούρ.

Ανατολικά του Υδάσπη εκτεινόταν το βασίλειο της Παουράβας για τους Ινδούς ή του Πώρου για τους Έλληνες. Ο Πώρος (όπως Ταξίλης ή Αβισάρης) δεν έκανε το ίδιο στρατηγικό λάθος με τους άλλους Ινδούς ηγεμόνες και αντί να κατακερματίσει τις δυνάμεις του, τις συγκέντρωσε για να υπερασπισθεί το φυσικό κώλυμα του Υδάσπη. Η συγκέντρωση των στρατιωτικών δυνάμεων στην απέναντι όχθη, ο στόλος στο ποτάμι, τα εφόδια, που έφθαναν συνεχώς από όλες τις περιοχές, τα αντίσκηνα, που ετοιμάζονταν να μετατραπούν για άλλη μία φορά σε ασκοσχεδίες, έδειχναν ότι ο Αλέξανδρος θα περίμενε να κατέβει η στάθμη του ποταμού για να περάσει. Ωστόσο ο Πώρος δεν επαναπαύθηκε στο θεωρητικά αδιάβατο του ποταμού, αλλά παρέταξε τις δυνάμεις του κατά μήκος της όχθης, ώστε να φρουρεί όλους τους πιθανούς πόρους. Οι διάφορες αρχαίες πηγές παραδίδουν τις δυνάμεις του ως εξής:

ΑΡΡΙΑΝΟΣ ΔΙΟΔΩΡΟΣ ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ ΚΟΥΡΤΙΟΣ
Ε.15. ΙΖ.87.2 ΑΛΕΞ.62.2 8.13.6
Πεζοί 30.000 πάνω από 50.000 20.000 30.000
Ιππείς 4.000 3.000 2.000
Ελέφαντες 200 130 85
Άρματα 300 πάνω από 1.000 300

Σημειώνουμε μόνο ότι ο Κούρτιος, ενώ δεν αναφέρει ιππείς στη συνολική δύναμη, αργότερα κάνει λόγο για 4.000 ιππείς. Επίσης ο Αρριανός καταγράφει μόνο τις δυνάμεις του Πώρου, που μετακινήθηκαν ως το πεδίο της μάχης και όχι τις συνολικές. Παραδίδεται ότι η στρατιά, με την οποία ο Αλέξανδρος εισέβαλε στην Ινδία, αριθμούσε 120.000 ή 135.000 μάχιμους, ενώ στην Ινδία μόνο ο Ταξίλης τον είχε ενισχύσει με άλλους 5.000 μάχιμους. Το σύνολο των άνω των 120.000 στρατιωτών του Αλεξάνδρου πρέπει να το θεωρήσουμε υπερβολικό, διότι όσους κι αν αφαιρέσουμε απ’ αυτό ως στρατοπεδευμένους στις κατακτημένες χώρες της Ινδίας, στη μάχη με τον Πώρο καταγράφεται ένα μικρό υποπολλαπλάσιο των 120.000. Στις όχθες του Υδάσπη οι δυνάμεις του Αλεξάνδρου ξεπερνούσαν μεν κατά πολύ τους 11.000 πεζούς και τους 5.000 ιππείς, που καταγράφονται αναλυτικά, αλλά δεν είναι δυνατόν να ήταν πού μεγαλύτερες από τις δυνάμεις του Πώρου.

Ο Αλέξανδρος χώρισε τη στρατιά του σε μικρότερα τμήματα και την ανέπτυξε στην όχθη, ώστε να έχει μέτωπο μεγαλύτερο του Πώρου. Η διάβαση του Υδάσπη φαινόταν αδύνατη, το πλάτος του ήταν 4 στάδια (περίπου 740μ) και τα κύματα σε συγκεκριμένα σημεία υποδήλωναν την ύπαρξη βράχων μέσα στην κοίτη. Η στρατιά του Πώρου ήταν εξαιρετικά υπολογίσιμη ως επάνδρωση του ποτάμιου κωλύματος, ο Υδάσπης ήταν επικίνδυνος και, αν ο Αλέξανδρος επιχειρούσε να τον περάσει, μόλις θα αντίκριζαν τους ελέφαντες, οι ίπποι πανικόβλητοι θα πηδούσαν έξω από τις ασκοσχεδίες. Το τελευταίο αποτελούσε και τον ισχυρότερο ανασταλτικό παράγοντα, ώστε να μην αναλάβει κάποια παράτολμη ενέργεια, όπως το συνήθιζε. Ωστόσο, ενώ είχε διακηρύξει δημοσίως ότι θα περίμενε το χειμώνα, ο Αλέξανδρος έψαχνε τρόπο να περάσει απέναντι, όσο πιο σύντομα γινόταν. Εφάρμοσε λοιπόν το ακόλουθο στρατήγημα: επί αρκετές νύχτες μετακινούσε τμήματα του ιππικού σε διάφορα σημεία της όχθης με διαταγές να φωνάζουν και να κάνουν όλο το θόρυβο, που γίνεται από τις προετοιμασίες μάχης. Στην αρχή ο Πώρος μετακινούσε τους ελέφαντες και τις άλλες δυνάμεις του για να αποκρούσει ενδεχόμενη διέλευση, όταν όμως είδε ότι οι αντίπαλοί του δεν είχαν πρόθεση να διακινδυνεύσουν, θεώρησε τις ενέργειές τους ως ψυχολογική επιχείρηση και έπαψε να αντιδρά.

Σε μία καμπή του ποταμού, περί τα 150 στάδια (27,7 χμ) από το μακεδονικό στρατόπεδο υπήρχε ένα δασωμένο νησάκι στην κοίτη του ποταμού και όλη η γύρω περιοχή ήταν δασωμένη, προσφέροντας κάλυψη σε όσους θα περνούσαν τον ποταμό. Το σημείο αυτό πιθανολογείται από τον Στάϊν ότι βρίσκεται στη σημερινή Τζαλαλπούρ, περί τα 28χμ βορείως του στρατοπέδου και ότι το νησάκι ήταν το σημερινό Αντμάνα. Οι Μακεδόνες έκαναν φανερά τις απαραίτητες προετοιμασίες και συνέχιζαν τις νυχτερινές παραπλανήσεις. Όταν όλα ήταν έτοιμα, ο Αλέξανδρος άφησε στο στρατόπεδο τον Κρατερό με την ιππαρχία του, τους ιππείς από την Αραχωσία και τον Παροπάμισο, δύο τάξεις της φάλαγγας (του Αλκέτα και του Πολυπέρχοντα) και τους 5.000 Ινδούς με τους αρχηγούς τους. Ανάμεσα στο στρατόπεδο και το νησάκι έταξε τους Μελέαγρο, Άτταλο και Γοργία με τους μισθοφόρους, ιππείς και πεζούς. Ο ίδιος πήρε την υπόλοιπη δύναμη, το άγημα των εταίρων, τρεις ιππαρχίες εταίρων (του Ηφαιστίωνα, του Περδίκκα και του Δημητρίου), τους Βάκτριους, Σογδιανούς και Σκύθες ιππείς, τους Δάες ιπποτοξότες, δύο τάξεις της φάλαγγας (του Κοίνου και του Κλείτου), τους τοξότες και τους Αγριάνες, και με ένα σύνολο 6.000 πεζών και 5.000 ιππέων κινήθηκε προς το προκαθορισμένο σημείο μακριά από την όχθη, για να μη γίνει αντιληπτός.

Τότε έβγαλαν από τις κρυψώνες και έρριξαν στο ποτάμι τις ασκοσχεδίες και τα περισσότερα από τα πλοία, που είχαν μεταφέρει και ξανασυναρμολογήσει σ’ εκείνο το σημείο της όχθης. Την καταδρομική αυτή επιχείρηση βοήθησε και η μπόρα, που ξέσπασε το βράδυ, καλύπτοντας τους θορύβους από την μετακίνηση της δύναμης κρούσης. Το χάραμα μόλις κόπασε ο αέρας και η βροχή, το ιππικό ανέβηκε στις ασκοσχεδίες και το πεζικό (όσο χωρούσε) μπήκε στα πλοία. Ο Αλέξανδρος, που μάλλον δεν ήξερε κολύμπι, επιβιβάστηκε σε μία τριακόντορο μαζί με τους σωματοφύλακες, Πτολεμαίο, Περδίκκα, Λυσίμαχο, και τον εταίρο Σέλευκο, τον μετέπειτα βασιλιά και ιδρυτή της δυναστείας των Σελευκιδών. Κάλυπταν τις κινήσεις τους τους πίσω από το νησάκι και πλησίασαν την όχθη, όμως έκαναν λάθος και αποβιβάσθηκαν σε ένα άλλο, μεγαλύτερο νησί του ποταμού. Μόλις το διαπίστωσαν, αναζήτησαν πόρο και πέρασαν από τον φουσκωμένο Υδάσπη στην απέναντι όχθη με μεγάλη δυσκολία, διότι το νερό έφτανε σχεδόν ως το λαιμό των πεζών, ενώ κάλυπτε όλο το σώμα των ίππων.

Η διάβαση ενός τόσο μεγάλου υδάτινου κωλύματος από μία τόσο σημαντική στρατιωτική δύναμη, η οποία επιπλέον έκανε και λάθος στο δρομολόγιό της, ήταν αδύνατον να περάσει απαρατήρητη από τον εχθρό. Πράγματι έγινε αντιληπτή και στο σημείο, όπου αποβιβάσθηκε ο Αλέξανδρος, ο Πώρος έστειλε ένα τμήμα, του οποίου ο διοικητής, η σύνθεση, η δύναμη και οι ενέργειες (όπως ήταν αναμενόμενο) παραδίδονται διαφορετικά από κάθε αρχαία πηγή και καταγράφονται στον παρακάτω πίνακα:

ΑΡΡΙΑΝΟΣ Ε.14. ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ ΚΟΥΡΤΙΟΣ
ΑΡΙΣΤΟΒΟΥΛΟΣ ΠΤΟΛΕΜΑΙΟΣ ΑΛΛΟΙ ΑΛΕΞ.60.8 8.14.2
Ιππείς 2.000 1.000 4.000
Άρματα 60 120 πάνω από 60 60 100
Διοικητής Γιός του Πώρου Γιός του Πώρου Αδελφός του Πώρου

Η δύναμη που παραδίδει ο Αριστόβουλος είναι τεράστια για περίπολος αναγνώρισης, αλλά εντελώς ασήμαντη, για να αντιμετωπίσει τους 6.000 πεζούς και 5.000 ιππείς του Αλέξάνδρου, ακόμη κι τους έβρισκε χωμένους ως το λαιμό στο φουσκωμένο ποτάμι. Λέει ακόμα ότι οι Ινδοί αντί να εμποδίσουν την απόβαση των Μακεδόνων, που από μόνοι τους την είχαν δυσκολέψει, τους περίμεναν να παραταχθούν στην όχθη, πριν επιτεθούν. Αυτό βέβαια είναι πέρα από κάθε έννοια λογικής, αφού -όπως λέει κι ο ίδιος- οι ιπποτοξότες του Αλεξάνδρου τους απώθησαν εύκολα. Άλλοι πάλι έγραψαν ότι οι Ινδοί έφτασαν με δύναμη πολύ μεγαλύτερη από 60 άρματα και συγκρούστηκαν με τους Μακεδόνες την ώρα, που έβγαιναν από το ποτάμι, ενώ ο γιος του Πώρου τραυμάτισε τον Αλέξανδρο και σκότωσε τον Βουκεφάλα. Και μόνο οι θεμελιώδεις αρχές στρατιωτικής τακτικής αναδεικνύουν ως λογικότερη τη διήγηση του Πτολεμαίου, την οποία υιοθετεί κι ο Κούρτιος. Σύμφωνα μ’ αυτήν, όταν έφτασε ο γιος (ή ο Σπιτάκης, ο αδελφός) του Πώρου με 2.000 ιππείς και 120 άρματα, είχαν πια αποβιβαστεί όλοι οι Μακεδόνες. Προσπάθησαν να τους απωθήσουν πίσω στο ποτάμι, αλλά υποχρεώθηκαν σε υποχώρηση αφήνοντας πίσω τους τα άρματα, που κόλλησαν στη λάσπη της όχθης, και τον γιο του Πώρου ανάμεσα σε 400 άλλους νεκρούς. Όταν ο Ινδός βασιλιάς πληροφορήθηκε την απόβαση του Αλεξάνδρου και την απώλεια του γιου του, έσπευσε να αναχαιτίσει τον εισβολέα. Στο στρατόπεδό του άφησε λίγους ελέφαντες και ένα μικρό στρατιωτικό τμήμα ως φόβητρο στην καραδοκούσα δύναμη του Κρατερού.

Αφού εδραιώθηκαν στην όχθη οι Μακεδόνες, παρατάχθηκαν για μάχη και προέλασαν προς το στρατόπεδο του Πώρου. Στην πρώτη γραμμή τοποθετήθηκαν οι ιπποτοξότες και πίσω τους το υπόλοιπο ιππικό. Στο δεξί άκρο του, όπου συνήθιζε να παίρνει θέση ο Αλέξανδρος, τοποθετήθηκε το άγημα των εταίρων και δίπλα του διαδοχικά οι καλύτεροι εταίροι από όλες τις ιππαρχίες, οι ιππαρχίες εταίρων των Ηφαιστίωνα, Περδίκκα και Δημητρίου, οι Βάκτριοι, Σογδιανοί και Σκύθες ιππείς. Πίσω από το ιππικό παρατάχθηκαν από αριστερά προς τα δεξιά οι βασιλικοί υπασπιστές με διοικητή τον εταίρο Σέλευκο, το βασιλικό άγημα, οι υπόλοιποι υπασπιστές με τη σειρά, που είχαν οι διοικητές τους εκείνη την ημέρα, και οι τάξεις του Κλείτου και του Κοίνου (της οποίας δεν ηγούνταν ο ίδιος). Τα δύο άκρα των πεζών κάλυπταν οι τοξότες, οι Αγριάνες και οι άλλοι ακοντιστές. Ο Αλέξανδρος διέταξε τους λίγο λιγότερους από 6.000 πεζούς να ακολουθούν συντεταγμένοι και εκείνος με τους περίπου 5.000 ιππείς προέλασε γρήγορα. Ανάμεσα στο ιππικό και το πεζικό άφησε τους τοξότες του τοξάρχη Ταύρωνα, με διαταγή να ακολουθούν με τη μέγιστη δυνατή ταχύτητα. Ο Κρατερός είχε διαταγή να επιτεθεί, αν έβλεπε ότι ο Πώρος έστελνε όλους τους ελέφαντες κατά του Αλεξάνδρου (μόνο τους ελέφαντες φοβόταν το ιππικό), ενώ οι Μελέαγρος, Γοργίας και Άτταλος είχαν διαταγή να επιτεθούν, μόλις έβλεπαν τους Ινδούς να εμπλέκονται.

Ο Πώρος επέλεξε ένα επίπεδο και αμμώδες μέρος, μακριά από τις επικίνδυνες λάσπες της όχθης, για να παρατάξει τις δυνάμεις του. Τοποθετώντας μπροστά-μπροστά τους ελέφαντες σε ανάμεσά τους απόσταση μεγαλύτερη από ένα πλέθρο (περί τα 30 μ), ανάπτυξε το ισχυρότερο όπλο κατά του μακεδονικού ιππικού μπροστά από όλο το μέτωπο της παράταξης του. Στα ενδιάμεσα κενά δεν υπήρχε φόβος να διεισδύσει κανείς, διότι τόσο οι ίπποι όσο και οι πεζοί φοβόντουσαν τους ελέφαντες, κι αν διείσδυαν, εύκολα θα τους απωθούσαν οι ελέφαντες και οι πεζοί Ινδοί. Πίσω από τους ελέφαντες και στα μεταξύ τους διάκενα τοποθέτησε τους πεζούς σε λόχους. Στα δύο άκρα της πεζής παράταξης τοποθέτησε το ιππικό και μπροστά απ’ αυτό, στην ίδια ευθεία με τους ελέφαντες, τα άρματα. Οι δυνάμεις του Πώρου έδιναν την εικόνα περιτειχισμένης πόλης, με τους πεζούς και ιππείς στη θέση των τειχών και τους ελέφαντες στη θέση των πύργων.

Οι δυνάμεις του Αλεξάνδρου είχαν ξεκινήσει τις πρώτες πρωινές ώρες, διήνυσαν περί τα 28 χμ από το στρατόπεδο ως τον πόρο, πέρασαν τον ορμητικό Υδάσπη πάνω στις ασκοσχεδίες, αποβιβάσθηκαν σε λάθος μέρος, βούτηξαν στα επικίνδυνα νερά, βγήκαν στην όχθη, ενεπλάκησαν με τις προφυλακές του Πώρου και κάλυψαν άλλη μία απόσταση αρκετών ακόμη χιλιομέτρων από τον πόρο ως το σημείο παράταξης του Πώρου. Δηλαδή κάλυψαν απόσταση ενός σταθμού μέσα σε λίγες ώρες, πέρασαν τον φουσκωμένο Υδάσπη και μετά από όλα αυτά έπρεπε να δώσουν και μάχη εκ παρατάξεως! Γι’ αυτό, όταν ο Αλέξανδρος είδε την παράταξη του Πώρου, περίμενε να πλησιάσει η φάλαγγα των πεζών και να ξεκουραστεί λίγο από την πορεία, κάνοντας στο μεταξύ αναγνωριστικές εξορμήσεις παράλληλα προς το μέτωπο της ινδικής παράταξης. Με βάση τις περιγραφές των αρχαίων πηγών, σ’ αυτό ακριβώς το σημείο εντοπίζουμε το μεγάλο λάθος του Πώρου. Αν είχε επιτεθεί αμέσως, αντί να περιμένει την επίθεση του Αλεξάνδρου, η θέση του θα ήταν σαφώς καλύτερη. Πάντως, λαμβάνοντας υπόψιν τη μικρή ταχύτητα κίνησης των ελεφάντων, το πιθανότερο είναι ότι οι δυνάμεις του Πώρου και του Αλεξάνδρου αντιπαρατάσσονταν ταυτόχρονα, ο δε Αλέξανδρος έκανε αναγνωρίσεις των σημείων όπου εκείνη τη στιγμή ανέπτυσσε τις δυνάμεις του ο Πώρος.

Γνώριζε ότι δεν μπορούσε να προσβάλει τον Πώρο με κατά μέτωπον επίθεση, αφού τους ελέφαντες τους φοβόντουσαν τόσο οι ίπποι όσο και οι πεζοί. Διέταξε λοιπόν τους πεζούς των Σέλευκου, Αντιγένη και Ταύρωνα να μην κινηθούν, πριν το μακεδονικό ιππικό προκαλέσει αναστάτωση στους Ινδούς, ιππείς και πεζούς. Ο ίδιος ανέλαβε το αριστερό τμήμα του ινδικού ιππικού και ανέθεσε το δεξί στον Κοίνο με δύο ιππαρχίες εταίρων, του Δημητρίου και άλλη μία (μάλλον του Περδίκκα, διότι ο Ηφαιστίων με την ιππαρχία του θα πρέπει να παρατάχθηκε κοντά στον Αλέξανδρο). Μόλις το ιππικό του πλησίασε τους Ινδούς σε απόσταση βολής, εξαπέλυσε τους ιπποτοξότες, που με το πλήθος των βελών και την επέλαση των ίππων δημιούργησαν αναστάτωση στην ινδική παράταξη. Ο Αλέξανδρος όρμησε με τους εταίρους, για να χτυπήσει στα ρήγματα, που δημιουργήθηκαν, πριν προλάβουν οι Ινδοί να αξιοποιήσουν το ιππικό τους. Τότε ο Πώρος συγκέντρωσε το ιππικό του από παντού και το εξαπέλυσε κατά του Αλεξάνδρου, για να ανακόψει την επέλασή του. Ο Κοίνος εκτελώντας τις διαταγές του εφόρμησε κατά των Ινδών ιππέων, που επέλαυναν κατά του Αλεξάνδρου. Εκείνοι μόλις αντιλήφθηκαν τους ιππείς του Κοίνου στα νώτα τους, συνέχισαν να επελαύνουν κατά του Αλεξάνδρου με το μεγαλύτερο και καλύτερο τμήμα του ιππικού τους, ενώ ένα μικρότερο τμήμα ανέστρεψε για να αποκρούσει τον Κοίνο.

Η επέλαση του εταιρικού ιππικού διέσπασε τις γραμμές των Ινδών πεζών, που αναζήτησαν καταφύγιο στα διάκενα μεταξύ των ελεφάντων, και οι οδηγοί τους έστρεψαν τα θηρία εναντίον των εταίρων. Τότε επετέθη η μακεδονική φάλαγγα και περικύκλωσε τους ελέφαντες. Λόγω της περίστασης αναμίχθηκαν στη φάλαγγα και ακοντιστές, οι οποίοι ακόντιζαν κατά των ελεφάντων και κυρίως κατά των οδηγών τους. Θεωρητικά οι σάρισσες των πρώτων γραμμών ήταν ιδανικές στη μάχη με τους πολεμικούς ελέφαντες, τους οποίους μπορούσαν να πλήξουν, χωρίς να εκτίθενται οι φαλαγγίτες στην οργή των θηρίων. Εντούτοις σε όποιο σημείο εφορμούσαν οι ελέφαντες, διασπούσαν τη συνοχή της φάλαγγας, όσο πυκνές κι αν ήταν οι γραμμές της.

Οι Ινδοί ιππείς βλέποντας τη φάλαγγα απασχολημένη με τους ελέφαντες, επιτέθηκαν ξανά κατά του μακεδονικού ιππικού. Νικήθηκαν όμως και σ’ αυτήν τη σύγκρουση και ξαναζήτησαν καταφύγιο πίσω από τους ελέφαντες. Τότε όλο το ιππικό του Αλεξάνδρου έπεσε με ορμή πάνω στις τάξεις των Ινδών σκορπίζοντας τον θάνατο. Η φάλαγγα κατόρθωσε να απωθήσει τους ελέφαντες σε ένα στενό χώρο και να περιορίσει τα περιθώρια των κινήσεών τους. Με τα ακόντια είχαν εξοντώσει τους οδηγούς τους και οι ελέφαντες αδέσποτοι, πληγωμένοι και κουρασμένοι άρχισαν να φεύγουν από το πεδίο της μάχης, σπρώχνοντας, ποδοπατώντας και σκοτώνοντας όποιον εύρισκαν μπροστά τους. Στο ίδιο στενό βρέθηκαν και πολλοί Ινδοί ιππείς, που υπέστησαν μεγάλες απώλειες από τους πανικόβλητους ελέφαντες. Αφού απαλλάχθηκαν από τα τρομερά παχύδερμα, ο Αλέξανδρος διέταξε τη φάλαγγα να επιτεθεί στην παράταξη των Ινδών, ενώ την περικύκλωνε με το ιππικό. Βλέποντας ότι δεν υπήρχαν πια ελέφαντες, πέρασε τον Υδάσπη και ο Κρατερός, που με τις ξεκούραστες δυνάμεις του έπεσε πάνω στους κατάκοπους από τη μάχη Ινδούς και τους προξένησε ακόμη μεγαλύτερες απώλειες.

Ο Πώρος αντίθετα προς το Δαρείο, τον Μεγάλο Βασιλέα, δεν εγκατέλειψε το πεδίο της μάχης. Δεν έχασε το ηθικό του από την εξουδετέρωση των ελεφάντων ή τη σφαγή των ανδρών του και υποχώρησε, μόνο όταν τραυματίσθηκε κι ο ίδιος στον δεξιό ώμο, μετά από σκληρή μάχη πολλών ωρών. Εντυπωσιασμένος ο Αλέξανδρος από τις στρατιωτικές ικανότητες, τη γενναιότητα και την επιμονή του Ινδού βασιλιά, του έστειλε μήνυμα με τον Ταξίλη. Ο Ταξίλης πλησίασε έφιππος τον ελέφαντα του τραυματισμένου Πώρου, ο οποίος βλέποντας τον παλιό εχθρό του και σύμμαχο του εισβολέα, αντί να ακούσει το μήνυμα, προσπάθησε να σκοτώσει τον Ταξίλη. Ο Πώρος έδειξε την ίδια διάθεση και στους άλλους απεσταλμένους του Αλεξάνδρου, ώσπου του έστειλε τον Μερόη, έναν παλιό φίλο του, και τότε δέχθηκε να συναντήσει τον Αλέξανδρο. Ο Αλέξανδρος εντυπωσιάσθηκε από το ανάστημα και το φρόνημα του Πώρου, του πρώτου Ινδού, που εκτός από γενναιότητα έδειξε και στρατηγική επάρκεια. Τον ρώτησε πώς ήθελε να του συμπεριφερθεί, κι εκείνος απάντησε «Βασιλικά». «Αυτό θα το κάνω για τη δική μου φήμη» είπε ο Αλέξανδρος «εσύ ζήτα μου ό,τι θέλεις». «Το έκανα ήδη» απάντησε ο Πώρος. Λέγεται ότι όση εντύπωση έκανε στον Αλέξανδρο η υπερηφάνεια του Γανδάριου βασιλιά, ώστε τον άφησε ηγεμόνα σε περιοχή μεγαλύτερη από αυτήν, που είχε πριν από τη μάχη. Κατά τον Πλούταρχο του έδωσε πέντε έθνη, 5.000 αξιόλογες πόλεις και πάρα πολλά χωριά από τους αυτόνομους Ινδούς, που υπέταξε στη συνέχεια. Η πραγματικότητα ίσως είναι ότι λόγω της στρατηγικής επάρκειας, που επέδειξε ο Πώρος, ο Αλέξανδρος πείσθηκε ότι μπορούσε να κάνει μία στρατηγική συμμαχία μαζί του.

Η μάχη στις όχθες του Υδάσπη έγινε τον αττικό μήνα Μουνυχιώνα, επί επωνύμου άρχοντος στην Αθήνα του Ηγήμωνος (μεταξύ 16ης Απριλίου και 15ης Μαΐου του 326 π.Χ.). Ήταν σκληρή, επίμονη και κράτησε 8 ώρες. Οι απώλειες των Ινδών ήταν τρομακτικές. Κατά τον Αρριανό, αν και το κείμενό του έχει κάποιο κενό στο σημείο των απωλειών, καταστράφηκαν όλα τα άρματα και σκοτώθηκαν όλοι οι Ινδοί οδηγοί αρμάτων και ελεφάντων, πολλοί ελέφαντες, 3.000 ιππείς, κάτι λιγότερο από 20.000 πεζοί, μεταξύ των οποίων δύο γιοι του Πώρου και αρκετοί άλλοι αξιωματούχοι. Από τις δυνάμεις του Αλεξάνδρου σκοτώθηκαν 80 πεζοί, 10 ιπποτοξότες, 20 εταίροι και περί τους 200 άλλους ιππείς. Κατά τον Διόδωρο οι απώλειες των Ινδών ήταν πάνω από 12.000 άντρες, οι δύο γιοι του Πώρου, οι στρατηγοί και οι καλύτεροι αξιωματικοί του. Πιάστηκαν αιχμάλωτοι πάνω από 9.000 άντρες και 80 ελέφαντες. Οι απώλειες των Μακεδόνων ήταν 280 ιππείς και πάνω από 700 πεζοί.

Σύμφωνα με τους Ιουστίνο και Διόδωρο, στη μάχη αυτή σκοτώθηκε κι ο Βουκεφάλας, ενώ κατ΄ άλλους μη κατονομαζόμενους αρχαίους συγγραφείς πληγώθηκε στη μάχη, και υπέκυψε αργότερα. Κατά τον Ονησίκριτο πέθανε από τον καύσωνα και τα γηρατειά σε ηλικία 30 ετών, ενώ οι ίπποι ζουν 20 χρόνια, και αναπόφευκτα θυμόμαστε το άλλο μύθευμα του ιδίου με τις Αμαζόνες. Αν το 326 ο Βουκεφάλας ήταν πράγματι 30 ετών, τότε στη μάχη του Γρανικού (ακριβώς 8 χρόνια νωρίτερα) θα είχε ξεπεράσει κατά δύο έτη το προσδόκιμο ζωής των ίππων, ενώ ο Αλέξανδρος θα τον είχε αποκτήσει όταν είχε ηλικία πάνω απ’ το μισό του προσδόκιμου. Συνεπώς δεν προκύπτουν ως λογικά ενδεχόμενα ούτε ο Φίλιππος Β΄ να ακριβοπλήρωσε έναν μεγάλης ηλικίας ίππο ως τον πολεμικό ίππο του τότε διαδόχου του, ούτε είναι λογικό ο Αλέξανδρος ως βασιλιάς της Μακεδονίας να ίππευε ένα γερασμένο άλογο.

Για τον Βουκεφάλα λέγεται ακόμη ότι ήταν μεγαλόσωμος, γενναίος και ότι ονομάστηκε έτσι, είτε επειδή ήταν μαρκαρισμένος με ένα κεφάλι βοδιού είτε επειδή, ενώ ήταν μαύρος, είχε στο κεφάλι του ένα άσπρο σημάδι σε σχήμα κεφαλής βοδιού. Ήταν θεσσαλικός ίππος και ένας Θεσσαλός έμπορος, ο Φιλόνικος, τον είχε οδηγήσει στη Μακεδονία για να τον πουλήσει στη βασιλική Αυλή. Ο Φίλιππος απέρριψε την αγορά του, επειδή ήταν δύστροπος ίππος και δεν ανεχόταν ούτε καν τη φωνή των ακολούθων του. Ο Αλέξανδρος αγνόησε τις συμβουλές των παρισταμένων και επέμενε ότι επρόκειτο για εξαιρετικό ίππο και ότι μπορούσε να τον δαμάσει. Αφού δήλωσε ότι σε περίπτωση αποτυχίας του δεχόταν να καταβάλει ο ίδιος το αντίτιμο του Βουκεφάλα ως τιμωρία για την αλαζονεία του προς τους ειδικούς, ο Φίλιππος παζάρεψε την τιμή, που τελικά έκλεισε στα 13 αργυρά τάλαντα. Κατά τα θρυλούμενα ο Αλέξανδρος είχε καταλάβει ότι ο Βουκεφάλας φοβόταν τη σκιά του και με τους κατάλληλους χειρισμούς κατάφερε να τον δαμάσει, αποσπώντας τις επευφημίες των ειδικών και την υπερηφάνεια του πατέρα του.

Ο βασιλικός πολεμικός ίππος είχε μοιραστεί πολλές κακουχίες και κινδύνους με τον Αλέξανδρο, τον μόνο που δεχόταν ως αναβάτη και ο οποίος τον αγαπούσε πολύ. Κατά τη διάρκεια της εκστρατείας, σε κάποια χώρα τον απήγαγαν οι βάρβαροι και ο Αλέξανδρος διαμήνυσε στους κατοίκους ότι, αν δεν του τον επέστρεφαν, θα τους έσφαζε όλους, και μόνο τότε του τον επέστρεψαν. Κατά τον Αρριανό το περιστατικό αυτό διαδραματίστηκε στη χώρα των Ούξιων, κατά τον Πλούταρχο στην Υρκανία, ενώ κατά τον Διόδωρο και τον Κούρτιο στη χώρα των Μάρδων. Ο Πλούταρχος λέει ότι, επειδή ο Βουκεφάλας ήταν ήδη γέρος και ο Αλέξανδρος τον ίππευε μόνο στις μάχες. Ισχυρίζεται όμως ότι στη μάχη του Γρανικού ίππευε άλλον ίππο, ο οποίος και σκοτώθηκε.

Ο Αλέξανδρος έθαψε με τις πρέπουσες τιμές τους νεκρούς της μάχης και στο σημείο, όπου πρωτοπέρασε τον Υδάσπη, έκανε γυμνικούς και ιππικούς αγώνες. Επίσης προσέφερε θυσίες στον Ήλιο, ο οποίος με τη νίκη επί του Πώρου του επέτρεπε να κατακτήσει την Ανατολή. Εκεί θεμελίωσε και μία πόλη, που την ονόμασε Βουκεφάλα εις μνήμην του ίππου του, ενώ στο σημείο της μάχης του με τον Πώρο θεμελίωσε άλλη μία πόλη, που την ονόμασε Νίκαια, σε ανάμνηση της νίκης του. Ο Πλούταρχος μας δίνει επίσης την πολύ χαρακτηριστική πληροφορία ότι κάπου αλλού ο Αλέξανδρος έχτισε μία πόλη και της έδωσε το όνομα του Περίτα, του αγαπημένου του σκύλου που μόλις είχε ψοφήσει. Χαρακτηριστικό βέβαια δεν είναι το πώς ο Αλέξανδρος έχτιζε και ονόμαζε τις πόλεις, αλλά το πώς γράφτηκαν τα διάφορα «ιστορικά» συγγράμματα για τον Αλέξανδρο. Συγκεκριμένα ο Πλούταρχος, που σε αρκετά σημεία εμφανίζεται κριτικός έναντι άλλων συγγραφέων, διευκρινίζει ότι γνωρίζει την παραπάνω πληροφορία «από τον Σωτίωνα, που λέει ότι το άκουσε από τον Ποτάμωνα τον Λέσβιο».

Στις όχθες του Υδάσπη υπήρχε αφθονία εφοδίων κι έτσι η στρατιά μπόρεσε να παραμείνει συνολικά επί 30 ημέρες, για να ξεκουραστεί και να εδραιώσει τη μακεδονική εξουσία στο υποτελές πλέον βασίλειο του Πώρου.


Γλαύσες ή Γλαυγανίκες - Η διάβαση του Ακεσίνη και του Υδραώτη
(Διόδωρος ΙΖ.91.1)

Ο Αλέξανδρος άφησε τον Κρατερό στον Υδάσπη, για να χτίσει και να τειχίσει τη Βουκεφάλα και τη Νίκαια, και το αργότερο περί τα μέσα Ιουνίου του 326 ξεκίνησε κατά των γειτόνων του Πώρου, τους οποίους ο Αριστόβουλος ονομάζει Γλαυγανίκες και ο Πτολεμαίος Γλαύσες. Είχε μαζί του το μισό ιππικό των εταίρων, τους καλύτερους από κάθε τάξη της φάλαγγας, όλους τους ιπποτοξότες, τους Αγριάνες και τους τοξότες. Συνθηκολόγησαν όλοι οι Γλαύσες ή Γλαυγανίκες και έτσι παρέλαβε 37 περίπου πόλεις με πληθυσμό από 5.000 έως 10.000 κατοίκους καθώς και πολλά χωριά με πληθυσμό όσο και οι πόλεις. Την περιοχή αυτή την παρέδωσε στον Πώρο και αποδέσμευσε τον Ταξίλη, αφού προηγουμένως συμφιλίωσε τους δύο βασιλιάδες. Τώρα πια ήταν σύμμαχοί του και χρειαζόταν τη συνεργασία τους, όχι τις μεταξύ τους έριδες.

Στη χώρα των Γλαυσών τον συνάντησαν πρέσβεις του ηγεμόνα των ορεσίβιων Ινδών. Ο Αβισάρης αρχικά είχε προσπαθήσει να ενισχύσει τους Ασσακηνούς, όταν ο Αλέξανδρος επιχειρούσε εναντίον των Βαζίρων, των Ώρων και της Αόρνου Πέτρας. Στη συνέχεια θέλησε να συμμαχήσει με τον Πώρο κατά του Αλεξάνδρου, αλλά μετά την ήττα του πρώτου αποφάσισε να συνεργασθεί και, όταν ο Αλέξανδρος βρισκόταν στη χώρα των Γλαυσών ή Γλαυγανικών του έστειλε πρέσβεις με δώρα, 40 πολεμικούς ελέφαντες και έθεσε στη διάθεση του Αλεξάνδρου τον εαυτό του και τη χώρα του, ωστόσο δεν θέλησε να παρουσιαστεί ο ίδιος. Αυτό δεν άρεσε καθόλου στον Αλέξανδρο, που υποψιαζόταν ότι ο Αβισάρης ίσως ήθελε απλώς να κερδίσει χρόνο και όχι να παραδοθεί. Γι’ αυτό τον διέταξε να παρουσιαστεί αυτοπροσώπως μπροστά του, άλλως θα παρουσιαζόταν ο Αλέξανδρος με όλη τη στρατιά του στον Αβισάρη.

Εκεί τον συνάντησαν ακόμη πρέσβεις από διάφορα αυτόνομα ινδικά έθνη και από κάποιον άλλο Πώρο, έναν τοπικό διοικητή. Ο Αλέξανδρος διέταξε τον Αβισάρη, τον καινούργιο και ιδιότροπο σύμμαχό του, όταν θα παρουσιαζόταν μπροστά του να έχει μαζί του κι αυτόν τον άλλο Πώρο, τον οποίο δεν θεωρούσε ειλικρινή. Οι δύο Πώροι, ο βασιλιάς κι ο διοικητής, είχαν εχθρικές σχέσεις. Γι’ αυτό, πριν ο Αλέξανδρος περάσει τον Υδάσπη, ο διοικητής του έστειλε πρέσβεις και του παρέδωσε τον εαυτό του και τη χώρα του. Βλέποντας όμως μετά τη μάχη ότι ο βασιλιάς, αν και ηττήθηκε, απέκτησε μεγαλύτερη εξουσία, φοβήθηκε και αθέτησε τη συμφωνία του. Εγκατέλειψε τη χώρα του και κατέφυγε με όσους πολεμιστές μπόρεσε να πείσει στη χώρα των Γανδαριδών. Ο Αλέξανδρος έδωσε στον Ηφαιστίωνα δύο τάξεις πεζών, δύο ιππαρχίες (του Ηφαιστίωνα και του Δημητρίου), τους μισούς τοξότες και τον έστειλε στη χώρα του ανυπότακτου Πώρου, για να την καταλάβει και να την παραδώσει στο σύμμαχό τους Πώρο.

Στη χώρα των Γλαυσών έφτασε και ο σατράπης των Παρθυαίων και των Υρκανών, ο Φραταφέρνης, με τους Θράκες, που είχαν μείνει πίσω ως φρουρά. Έφτασαν και αγγελιαφόροι του Σισσίκοτου, του διορισμένου διοικητή των Ασσακηνών, που τον πληροφόρησαν ότι οι Ασσακηνοί επαναστάτησαν ξανά. Ο Αλέξανδρος έστειλε τον Φίλιππο και τον Τυριέσπη να καταστείλουν την επανάσταση και συνέχισε την πορεία του προς τον Ακεσίνη.

Προς το τέλος Ιουνίου του 326 η στρατιά έφτασε στον Ακεσίνη (Τσενάμπ). Ο ποταμός ήταν ορμητικός, η κοίτη του γεμάτη μεγάλες και μυτερές πέτρες, είχε πολλές δίνες και πλάτος 15 στάδια (περίπου 2,8 χμ). Οι ασκοσχεδίες πέρασαν εύκολα, αλλά τα πλοία τσακίστηκαν πάνω στις πέτρες και πολλοί πνίγηκαν. Ο Αλέξανδρος άφησε τον Κοίνο στον Ακεσίνη, για να προετοιμάσει καλύτερα το πέρασμα της υπόλοιπης στρατιάς με τα εφόδια, κι έστειλε πίσω τον Πώρο για να στρατολογήσει τους καλύτερους Ινδούς και να του στείλει όσους ελέφαντες μπορούσε. Ο ίδιος επικεφαλής των υπολοίπων τμημάτων κατευθύνθηκε προς τον Υδραώτη (Ραβί), που ήταν εξίσου πλατύς με τον Ακεσίνη, αλλά όχι τόσο ορμητικός. Καθ’ οδόν άφηνε φρουρές, για να ελέγχουν το δρομολόγιο, από το οποίο θα περνούσαν ο Κοίνος και ο Κρατερός με την υπόλοιπη στρατιά, καθώς και την περιοχή από την οποία θα συνέλεγαν τα τρόφιμα. Ο Υδραώτης δεν παρουσίαζε τις δυσκολίες του Ακεσίνη και η διάβασή του έγινε χωρίς προβλήματα.


Αδραϊστές και Καθαίοι – Η πολιορκία των Σαγγάλων
(Διόδωρος ΙΖ.91.3-κ.ε.,92,93,Κούρτιος 9.1, 9.2.1-5)

Όσους Γανδάριους ανατολικά του Υδραώτη δεν συνθηκολόγησαν εξ αρχής, ο Αλέξανδρος τους υπέταξε δια της βίας. Πληροφορήθηκε ότι οι Καθαίοι, οι Μαλλοί και οι Οξυδράκες ή Συδράκες, που είχαν τη φήμη γενναίων πολεμιστών, ετοιμάζονταν για αντίσταση. Κινήθηκε γρήγορα εναντίον των Καθαίων (Κσατρίγια), που λεγόταν ότι έκαιγαν και τις γυναίκες μαζί με τους νεκρούς άντρες τους, και δύο μέρες από τη διάβαση του Υδραώτη έφτασε σε μία πόλη των Αδραϊστών (Αντρίστα), τα Πίμπραμα. Οι Αδραϊστές συνθηκολόγησαν και τον ακολούθησαν ως σύμμαχοι.

Την επομένη ο Αλέξανδρος ξεκίνησε για τα Σάγγαλα (Λαχώρη ή Αμριτσάρ), όπου είχαν συγκεντρωθεί οι Καθαίοι και γείτονές τους. Είχαν οχυρωθεί σε ένα λόφο μπροστά από την πόλη, που δεν ήταν απότομος απ’ όλες τις πλευρές, γύρω του είχαν τοποθετήσει άμαξες σε τρεις ομόκεντρους κύκλους δημιουργώντας έτσι τριπλό χάρακα. Ο Αλέξανδρος έστειλε αμέσως του ιπποτοξότες, για να τους πλήξουν από μακριά και να τους εμποδίσει να κάνουν έξοδο, όσο εκείνος παρέτασσε τις δυνάμεις του. Στο δεξί κέρας, τοποθέτησε το άγημα και την ιππαρχία του Κλείτου, τους υπασπιστές και τους Αγριάνες. Στο αριστερό κέρας παρέταξε τον Περδίκκα με την ιππαρχία του και τις τάξεις των πεζεταίρων. Οι τοξότες κάλυψαν τα άκρα των δύο κεράτων. Ενώ ακόμη τακτοποιούσε τη παράταξη, έφτασε και η οπισθοφυλακή. Ενίσχυσε με τους πεζούς και τους ιππείς την υπάρχουσα παράταξη, ως συνήθως πήρε θέση στο δεξί κέρας και επιτέθηκε. Όμως οι Ινδοί δεν του έκαναν τη χάρη να βγουν από τον χάρακα και να αντεπιτεθούν. Ανέβηκαν πάνω στις άμαξες και εξαπέλυαν τα τοξεύματά τους από ψηλότερο σημείο και ο Αλέξανδρος διαπίστωσε ότι το ιππικό δεν ήταν αποτελεσματικό όπλο σ’ αυτήν τη φάση. Ξεπέζεψε λοιπόν και οδήγησε τη φάλαγγα κατά των Καθαίων. Τους έδιωξαν εύκολα από τον πρώτο χάρακα, αλλά τα πράγματα ήταν πιο δύσκολα στον δεύτερο. Οι Ινδοί συμπτύχθηκαν σε μικρότερη περίμετρο και πύκνωσαν τις τάξεις τους. Οι Μακεδόνες έπρεπε να μετακινούν τις άμαξες του πρώτου χάρακα, να χαλάνε τον συνασπισμό της φάλαγγας και να χώνονται στα διάκενα των αμαξών όπως - όπως. Παρά ταύτα έδιωξαν τους Καθαίους κι από τον δεύτερο χάρακα. Εκείνοι δεν συμπτύχθηκαν στον τρίτο, αλλά υποχώρησαν στην πόλη και κλείστηκαν στα τείχη.

Ο Αλέξανδρος στρατοπέδευσε γύρω από την πόλη. Η περίμετρος των τειχών της ήταν μεγάλη και το στρατόπεδο δεν την κάλυπτε όλη. Μπροστά από ένα μέρος του αφρούρητου τμήματος υπήρχε μία ρηχή λίμνη, γύρω από την οποία έβαλε φρουρές του ιππικού, διότι περίμενε ότι οι Καθαίοι θα επιχειρούσαν να διαφύγουν τη νύχτα. Πράγματι έτσι έγινε. Το ιππικό επιτέθηκε, κατέσφαξε τους πρώτους και οι υπόλοιποι ξανακλείστηκαν στα τείχη. Οι Μακεδόνες έφτιαξαν διπλό χάρακα μπροστά από το τμήμα του τείχους, που δεν κάλυπτε το στρατόπεδο κι η λίμνη, τοποθέτησαν καλύτερες φρουρές γύρω της και έφεραν τις πολιορκητικές μηχανές κοντά στα τείχη. Τότε κάποιοι αυτόμολοι ενημέρωσαν τον Αλέξανδρο ότι οι πολιορκούμενοι θα επιχειρούσαν έξοδο εκείνο το βράδυ από την πλευρά της λίμνης. Εκείνος έδωσε στον Πτολεμαίο του Λάγου τρεις χιλιαρχίες υπασπιστών, όλους τους Αγριάνες, μία τάξη τοξοτών και του ανέθεσε να επιτηρεί το σημείο, που φαινόταν καταλληλότερο ως διάδρομος διαφυγής των Καθαίων. Ο Πτολεμαίος ολοκλήρωσε γρήγορα την κατασκευή του χάρακα μεταξύ τείχους και λίμνης και τοποθέτησε τις άμαξες των Καθαίων έτσι, ώστε να νομίσουν ότι είναι πολλά τα αδιάβατα και φρουρούμενα σημεία και να πέσουν στην ενέδρα. Όλη αυτή η δουλειά τελείωσε τη νύχτα. Κατά την τέταρτη βάρδια οι Καθαίοι επιχείρησαν έξοδο. Άνοιξαν τις πύλες στην πλευρά της λίμνης, αλλά ο Πτολεμαίος τους κατέκοψε και τους ανάγκασε να ξανακλειστούν στα τείχη αφήνοντας πίσω τους 500 νεκρούς. Τότε έφτασε κι ο Πώρος με 5.000 Ινδούς και τους ελέφαντες, που είχε στρατολογήσει. Είχαν συναρμολογηθεί και οι πολεμικές μηχανές και πλησίαζαν στα τείχη. Ωστόσο δεν πρόλαβαν να χρησιμοποιηθούν, διότι η φάλαγγα είχε υποσκάψει το πλίνθινο τείχος, που κατέρρευσε σε πολλά σημεία, και με μία γενική έφοδο οι Μακεδόνες ανέβηκαν από παντού στα τείχη και κυρίευσαν την πόλη. Κατά την άλωση σκοτώθηκαν πάνω από 17.000, αιχμαλωτίσθηκαν πάνω από 70.000 Καθαίοι και μεταξύ της λείας ήταν 300 άρματα και 500 ίπποι. Η στρατιά του Αλεξάνδρου είχε συνολικά λιγότερους από 100 νεκρούς, αλλά πάνω από 1.200 τραυματίες, μεταξύ των οποίων και ο σωματοφύλακας Λυσίμαχος, ο μετέπειτα βασιλιάς των ευρωπαϊκών εδαφών.

Ο Αλέξανδρος έθαψε τους νεκρούς του με τις καθιερωμένες τιμές και έστειλε τον γραμματέα Ευμένη στις άλλες δύο πόλεις, που είχαν οργανωθεί για αντίσταση, μηνύοντας στους υπερασπιστές τους ότι, αν έμεναν στις θέσεις τους και τον δέχονταν φιλικά, δεν είχαν να φοβηθούν τίποτα. Όμως για άλλη μια φορά οι Ινδοί εγκατέλειψαν τις πόλεις τους και πήραν το δρόμο της προσφυγιάς. Φαίνεται ότι, είτε δεν πίστεψαν τον Ευμένη, είτε δεν είχαν σκοπό να παραδοθούν, αλλά μετά την άλωση των Σαγγάλων δεν τολμούσαν και να προβάλουν αντίσταση. Τότε ο Αλέξανδρος του καταδίωξε, αλλά δεν τους πρόφτασε. Φτάνοντας στα άκρα την ανηλεή τακτική, που είχε υιοθετήσει ήδη από την Περσία, εκτέλεσε τους περίπου 500 αρρώστους, που είχαν μείνει πίσω, όπως είχε κάνει κι ο Δαρείος στους δικούς του τραυματίες στην Ισσό. Μετά επέστρεψε και ως τιμωρία για την αντίσταση κατέσκαψε τα Σάγγαλα, τα οποία θα ανοικοδομούσαν αργότερα οι Διάδοχοι ως Ευθυδήμεια. Παρέδωσε την περιοχή στους Ινδούς συμμάχους του, ως ανταμοιβή που είχαν παραδοθεί με τη θέλησή τους, στέλνοντας έτσι ένα σαφέστατο μήνυμα προς τους ανυπότακτους ακόμη Ινδούς. Ανέθεσε στον Πώρο να εγκαταστήσει φρουρές στις πόλεις, που είχαν υποχρεωθεί να παραδοθούν, και προέλασε κατά των εθνών πέρα από τον Ύφασι. Σύμφωνα με τον Διόδωρο και τον Κούρτιο οι δύο τελευταίοι βασιλείς, που παραδόθηκαν στη δυτική όχθη του Ύφασι, ήταν ο Σοφίτης ή Σωπείθης κι ο Φηγέας. Σύμφωνα με τον Αρριανό το βασίλειο του Σωπείθη δεν ήταν στον Ύφασι αλλά στον Υδάσπη και υποτάχθηκε, όταν ο Αλέξανδρος άρχισε την κάθοδο προς τη θάλασσα.


Το τέρμα της εκστρατείας
(Αρριανός, Ε.25-29,ΣΤ.1, Διόδωρος ΙΖ.93.1-2, 94, 95.1-2, Πλούταρχος Αλέξανδρος 62, Κούρτιος 9.2-9.3.19, Ιουστίνος 12.8.10-16, Ηρόδοτος Δ.40)

Την εποχή των μουσώνων στο Παντζάμπ η ατμόσφαιρα είναι πνιγηρά υγρή, η θερμοκρασία πάνω από 40οC και η βροχόπτωση έντονη, ακολουθούμενη από διαλείμματα ηλιοφάνειας, πυκνή νέφωση και ισχυρές καταιγίδες με βροντές και κεραυνούς. Σύμφωνα με το Διόδωρο, η στρατιά προήλαυνε ήδη επί 70 σχεδόν ημέρες υπ’ αυτές τις καιρικές συνθήκες, όταν στασίασε στον Ύφασι. Επειδή η περίοδος των μουσώνων διαρκεί από τον Ιούλιο ως τον Σεπτέμβριο, συμπεραίνουμε από αυτήν την πληροφορία ότι ο Αλέξανδρος έφτασε στον Ύφασι το πρώτο δεκαήμερο του Σεπτεμβρίου του 326 π.Χ. Ο Ύφασις είχε πλάτος 7 στάδια (περίπου 1,3 χμ), βάθος 6 οργιές (περίπου 10,6 μ) και ρεύμα δυνατό κι επικίνδυνο. Στα ανατολικά του υπήρχε μία έρημος και σε απόσταση 12 σταθμών έρεε ο Γάγγης, ο μεγαλύτερος ποταμός της Ινδίας, με πλάτος 32 στάδια (περίπου 5,9 χμ) και βάθος 100 οργιές (περίπου 177 μ), το μεγαλύτερο βάθος απ’ όλα τα ποτάμια της Ινδίας. Οι πληροφορίες έλεγαν ότι πέρα από το Γάγγη κατοικούσαν οι Πράσιοι και οι Γανδαρίδες, ότι οι χώρες τους ήταν πλούσιες, ευνομούμενες, οι πολεμιστές γενναίοι και οι ελέφαντες καλύτεροι και μεγαλύτεροι, από όσους είχαν συναντήσει ως τότε. Ανάλογα με την πηγή οι δυνάμεις των Γανδαριδών δίνονται από τον παρακάτω πίνακα:

Πλούταρχος Διόδωρος Κούρτιος Ιουστίνος
Αλέξ.62.3 ΙΖ.93.2 9.2.3-4 12.8.10
Πεζοί 200.000 200.000 200.000 200.000
Ιππείς 80.000 20.000 20.000 20.000
Άρματα 8.000 2.000 2.000
Ελέφαντες 6.000 4.000 3.000

Αυτές οι δυνάμεις φέρονται ότι επτόησαν τους Μακεδόνες και τους έκαναν να αντιδράσουν στην παραπέρα προέλαση. Ωστόσο, ήταν σημαντικά μικρότερες από τις παραδιδόμενες δυνάμεις για τους Πέρσες στη μάχη των Γαυγαμήλων και οι Ινδοί, ενώ καταγράφεται ότι δυσκόλεψαν πολύ τις δυνάμεις του Αλεξάνδρου, δεν παραδίδεται να προξένησαν αναλογικά περισσότερες απώλειες από τις συνήθεις. Δύσκολα λοιπόν μπορούμε να δεχθούμε την άποψη ότι οι Μακεδόνες αρνήθηκαν να προχωρήσουν περισσότερο, επειδή δήθεν φοβήθηκαν τις ισχυρές δυνάμεις των Γανδαριδών. Στην πραγματικότητα, όπως ήδη έχουμε σημειώσει, οι Μακεδόνες έβλεπαν ότι δεν διεξήγαν πλέον πανελλήνια εκστρατεία, ότι δεν πολεμούσαν για την τιμή της Ελλάδος, αλλ’ ότι απλώς προέλαυναν ασταμάτητα. Η αντίδρασή τους λοιπόν ήταν απόλυτα δικαιολογημένη. Είχαν τιμωρήσει τους Πέρσες σύμφωνα με την αρχική εντολή τους, είχαν απελευθερώσει όλες τις ελληνίδες πόλεις της Μικράς Ασίας, είχαν κατακτήσει μία προς μία όλες τις σατραπείες της Περσίας, είχαν καταδιώξει τον Μεγάλο Βασιλέα και τον εκτελεστή του και είχαν υποτάξει χώρες και λαούς, που δεν είχε κατορθώσει να υποτάξει η αυτοκρατορία των Αχαιμενιδών σ’ όλη τη διάρκεια της ζωής της. Είχαν αγνοήσει όλα τα φυσικά κωλύματα, τις καιρικές συνθήκες, την πείνα, τη δίψα και την κόπωση, αλλά μετά από οκτώ ετών συνεχή πόλεμο είχαν πλέον εξαντληθεί ψυχικά και οικονομικά. Ούτε οι μισθοί τους, ούτε οι κατά περίπτωση δωρεές, ούτε τα λάφυρα από τις λεηλασίες ήταν αρκετά. Όλοι τους ήταν καταχρεωμένοι. Στο μεγάλο αυτό διάστημα μακρυά από τις γυναίκες και τα παιδιά τους, οι στρατιώτες διατηρούσαν σχέσεις με πόρνες και εξανδραποδισμένες ή ελεύθερες ασιάτισσες, με τις οποίες φυσικά αποκτούσαν και παιδιά. Οι νόμιμες οικογένειες των στρατιωτών είχαν καταστραφεί από τις επιδιώξεις του Αλεξάνδρου.

Στη δυτική όχθη του Ύφασι είχε φτάσει μόνο μια σκιά της αρχικής δύναμης, που είχε ξεκινήσει απ’ την Ελλάδα. Οι περισσότεροι είχαν αποστρατευθεί ή εποικιστεί σ’ όλη την Ασία, πολλοί είχαν πεθάνει από τις αρρώστειες και τις κακουχίες και αρκετοί είχαν σκοτωθεί στα πεδία των μαχών. Οι Ινδοί ήταν πολύ σκληροί πολεμιστές, το υγρό και θερμό κλίμα δυσκόλευε τις πληγές να επουλωθούν και συχνά συντελούσε στη μόλυνσή τους. Είχαν φθαρεί τα όπλα από την ακατάπαυστη χρήση, το ίδιο κι οι οπλές των ίππων από τη συνεχή οδοιπορία, ενώ υπήρχε έλλειψη ελληνικού ιματισμού, που υποχρέωνε τους στρατιώτες να χρησιμοποιούν βαρβαρικά υφάσματα και να μεταποιούν τις ινδικές στολές. Επιπλέον το πρωτόγνωρο γι’ αυτούς φαινόμενο των μουσώνων τους ταλαιπωρούσε επί 70 σχεδόν ημέρες κι επιβάρυνε ακόμη περισσότερο την ψυχολογία τους.

Εν ολίγοις, είχαν κάνει το καθήκον τους προς την πατρίδα τους, νίκησαν σε όλες ανεξαιρέτως τις μάχες δοξάζοντας τα μακεδονικά όπλα και προσφέροντας στην Ελλάδα πολύ περισσότερα από όσα όλοι οι προηγούμενοι Ηγεμόνες μαζί. Τώρα είχε έλθει η στιγμή να απαιτήσουν τα δικαιώματά τους ως πολίτες. Είχε έλθει η ώρα να υποστεί ο Αλέξανδρος την πρώτη ήττα στην εκκλησία των Μακεδόνων. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημάνουμε ότι ο Διόδωρος λέει ξεκάθαρα ότι ο Αλέξανδρος συγκάλεσε την εκκλησία των Μακεδόνων, κάτι που προκύπτει κι απ’ τους Πλούταρχο και Κούρτιο. Αντίθετα, ο Αρριανός λέει ότι ο Αλέξανδρος κάλεσε τους στρατιωτικούς διοικητές, «Μακεδόνες και συμμάχους» και βάζει σαφώς τον Αλέξανδρο και εμμέσως τον Κοίνο να απευθύνονται σε «Μακεδόνες και συμμάχους», αν και όσα λένε τόσο ο Αλέξανδρος όσο κι ο Κοίνος στοχεύουν αποκλειστικά στους Μακεδόνες.

Το βέβαιο είναι ότι οι βάρβαροι, είτε είχαν υποταχθεί δια της βίας είτε είχαν συμμαχήσει εξ ανάγκης, θα ήταν οι τελευταίοι, που θα τολμούσαν να φέρουν αντιρρήσεις. Οι μη Μακεδόνες Έλληνες θα ανησυχούσαν μήπως οι αντιρρήσεις τους εκληφθούν ως ανταρσία στα πλαίσια του Κοινού Συνεδρίου των Ελλήνων και τιμωρηθούν ανάλογα. Μόνο οι Μακεδόνες θα ήταν κάπως ασφαλείς αν του εναντιώνονταν στα πλαίσια της «συνταγματικής» μοναρχίας της Μακεδονίας. Αυτό ακριβώς προκύπτει από όλους τους αρχαίους συγγραφείς, που φέρουν μόνο τους Μακεδόνες να αντιδρούν. Φαίνεται λοιπόν λογικότερο ο Αλέξανδρος να συγκάλεσε μία σύσκεψη των αξιωματικών του, για να βολιδοσκοπήσει τις διαθέσεις τους. Φαίνεται δηλαδή λογικότερο να απέφυγε την εκκλησία, όπου οι αντιρρησίες Μακεδόνες αναθαρρημένοι από τη σαφή πλειοψηφία τους θα έσυραν τον Βασιλέα της Ασίας σε μία συντριπτική «κοινοβουλευτική» ήττα. Μία ήττα βαρύτατη για την υπερηφάνειά του και μοιραία για την επιβολή του ως θεού-βασιλιά στους Ασιάτες.

Όταν λοιπόν ο Αλέξανδρος έμαθε, ότι όλο και περισσότεροι στρατιώτες αντιδρούσαν στη συνέχιση της προέλασης και ότι οι σχετικές συζητήσεις πύκνωναν, προσπάθησε να αντιμετωπίσει την κατάσταση, πριν πάρει επικίνδυνες διαστάσεις. Ο Διόδωρος στην δική του εκδοχή εμφανίζει τον Αλέξανδρο σαν ένα σύγχρονο πολιτικό δευτέρας διαλογής, που καταφεύγει σε προεκλογικές παροχές, για να αποφύγει τη συντριβή στις επερχόμενες εκλογές. Λέει συγκεκριμένα, ότι ο Αλέξανδρος για να καλοπιάσει τους άντρες του, τους επέτρεψε να λεηλατήσουν την εχθρική χώρα, χωρίς να προσδιορίζει ποιάν εννοεί. Όσο εκείνοι έλειπαν από το στρατόπεδο, ανέλαβε να χορηγεί στις γυναίκες τους κάθε μήνα τρόφιμα και στα παιδιά τους χορήγησε οικονομικό βοήθημα, ανάλογο με το βαθμό των πατεράδων τους. Όταν οι στρατιώτες επέστρεψαν με πλούσια λεία από την λεηλασία, συγκάλεσε την εκκλησία των Μακεδόνων. Τους μίλησε ωραία και προσεγμένα, αλλά δεν κατόρθωσε να αποσπάσει τη συγκατάθεσή τους και αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει τα σχέδιά του για προέλαση πέρα από τον Ύφασι. Όμως τόσο ο ίδιος ο Διόδωρος, όσο και οι άλλοι ιστορικοί λένε ότι όλες οι γειτονικές χώρες είχαν υποταχθεί, μένει λοιπόν αδιευκρίνιστο σε ποια εχθρική χώρα μπορεί να αναφέρεται ο Διόδωρος. Από τους άλλους ιστορικούς, που δίνουν λεπτομέρειες, ο μεν Αρριανός δίνει έκταση ανάλογη της βαρύτητας του ζητήματος, ο δε Κούρτιος, που σε ήσσονος σημασίας περιστατικά δίνει ιδιαίτερη έκταση, εδώ μας εκπλήσσει με τη συντομία του. Ωστόσο συμφωνεί με τον Αρριανό.

Στη σύσκεψη των διοικητών ο Αλέξανδρος είπε ότι κατανοούσε την απροθυμία των στρατιωτών να συνεχίσουν και ότι ήθελε είτε να τους πείσει να συνεχίσουν τις κατακτήσεις είτε να τον πείσουν εκείνοι να επιστρέψουν. Απαρίθμησε μία προς μία τις περιοχές, που είχαν κατακτήσει, τους θύμισε ότι υπέταξαν εύκολα όλους τους λαούς και ότι στην Ινδία, παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν, κανείς δεν τους αναχαίτισε, ενώ πολλοί έφευγαν και εγκατέλειπαν τις χώρες τους έρημες στη διάθεση των Μακεδόνων και των ντόπιων συμμάχων τους. Δεν έβλεπε γιατί να αφήσουν τα έθνη στα ανατολικά του Ύφαση έξω από τη Μακεδονική κυριαρχία. Τους διαβεβαίωσε ότι βρίσκονταν κοντά στην επίτευξη του πραγματικού σκοπού της εκστρατείας (και προσωπικής του επιδίωξης), που ήταν η κατάκτηση όλου του κόσμου. Τους είπε ότι δεν απείχαν πολύ από τον Γάγγη και την Ανατολική Θάλασσα, ότι αν διένυαν αυτήν τη μικρή απόσταση, που τους είχε απομείνει, θα αποδείκνυε στους Μακεδόνες (που φαίνεται ότι δεν τον πίστευαν) και σ’ όλον τον κόσμο, ότι η Υρκανία (Κασπία) Θάλασσα αποτελούσε κόλπο της Ανατολικής Θάλασσας, ότι ο Ινδικός κόλπος επικοινωνούσε με τον Περσικό και την Κασπία. Τους είπε ακόμη ότι, σκόπευε ακόμη να στείλει στόλο από τον Ινδικό Κόλπο στον Περσικό, για να περιπλεύσει τη Λιβύη (τη σημερινή Αφρική) και να φτάσει στις Ηράκλειες Στήλες (Γιβραλτάρ), διότι αν κατείχαν τις Ηράκλειες Στήλες, η εσωτερική Λιβύη (οι μεσογειακές ακτές της Αφρικής) θα γινόταν δική τους και τα όρια της επικράτειάς τους θα ταυτίζονταν με «τα όρια, που έδωσαν οι θεοί στη Γη».

Αναρωτιέται κανείς τι θα έλεγε και τι θα επεδίωκε ο Αλέξανδρος, αν γνώριζε ότι η πραγματική έκταση της Γης ήταν πολύ μεγαλύτερη απ’ όσο γνώριζαν πριν φύγουν από την Ελλάδα ή όσο έμαθαν φτάνοντας στο Πακιστάν. Άλλωστε ήταν πλέον γνωστό πόσο εσφαλμένες είχαν αποδειχθεί οι γεωγραφικές του αντιλήψεις και πόσο αβασάνιστα έβγαζε λάθος συμπεράσματα. Είχε δει ότι απ’ όλα τα ποτάμια, μόνο στον Νείλο και στον Ινδό ζούσαν κροκόδειλοι, είδε ακόμη στις όχθες του Ακεσίνη κουκιά, που φυτρώνουν και στην Αίγυπτο, έμαθε ότι ο Ακεσίνης συμβάλλει στον Ινδό και έσπευσε να συμπεράνει ότι ο Ινδός και ο Νείλος είναι το ίδιο ποτάμι. Πίστεψε ότι ο Ινδός διαρρέει κάποια ερημική περιοχή και μετά επανεμφανίζεται στην Αίγυπτο, όπου παίρνει το όνομα Νείλος. Τόσο ικανοποιημένος έμεινε από το συμπέρασμά του, ώστε ήταν έτοιμος να ανακοινώσει ότι ανακάλυψε τις πηγές του Νείλου στην Ινδία. Ευτυχώς τον πρόλαβαν οι Ινδοί και τον ενημέρωσαν ότι ο Ινδός χύνεται στη θάλασσα. Όπως ήταν φυσικό, ούτε οι εξερευνητικές φιλοδοξίες του ούτε οι εξαγγελίες νέων εκστρατειών μπορούσαν να συγκινήσουν τους Μακεδόνες του, που πολεμούσαν ακατάπαυστα ήδη επί 8 χρόνια και κάποιοι απ’ αυτούς ίσως είχαν πολεμήσει και υπό τις διαταγές του πατέρα του.

Ο Αλέξανδρος είπε ακόμη στους διοικητές των μονάδων του ότι, αν επέστρεφαν χωρίς να ολοκληρώσουν την κατάληψη της Ινδίας ως την Ανατολική Θάλασσα, οι πολλοί και αξιόμαχοι λαοί, που ζούσαν εκεί, θα ξεσήκωναν τους υποταγμένους και επίσης αξιόμαχους Ινδούς και θα έχαναν από την εξουσία τους την Ινδία, για την οποία τόσο σκληρά αγωνίσθηκαν. Τους θύμισε ότι ο πιο μαλθακός και γλεντζές θεός, ο Διόνυσος, είχε προχωρήσει πολύ βαθειά στην Ασία, ως τη Νύσα, και ότι ο Ηρακλής είχε αποτύχει στην πολιορκία της Αόρνου Πέτρας, ενώ εκείνοι είχαν ξεπεράσει και τον Διόνυσο και τον Ηρακλή. Πίστευε ότι το τμήμα της Ασίας που δεν είχαν κατακτήσει ήταν μικρό κι ότι λίγο ακόμη τους έμενε, για να κατακτήσουν όλο τον κόσμο.

Τους τόνισε επίσης ότι δεν κοπίαζαν μόνοι, αλλά ότι κι ο ίδιος διακινδύνευε εξίσου με τους απλούς στρατιώτες. Δεν μπορούσαν λοιπόν να πουν ότι εκείνοι είχαν κουραστεί πιο πολύ από τον βασιλιά τους. Τους είπε ακόμη ότι εκείνοι ήταν οι σατράπες της Ασίας και ότι σ’ εκείνους ανήκε ο πλούτος της. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι ο Αλέξανδρος είχε δείξει βέβαια, και θα έδειχνε και στη συνέχεια με τη γενναιοδωρία του, ότι αυτό δεν ήταν ασήμαντο σχήμα λόγου. Αλλά δεν το εννοούσε και κυριολεκτικά, όπως αποφάσισαν να πιστέψουν αρκετοί αξιωματούχοι στα μετώπισθεν. Τέλος, τους είπε πως όταν θα είχαν τελειώσει τις κατακτήσεις και θα ερχόταν η ώρα να γυρίσουν πίσω, θα ικανοποιούσε όλες τις επιθυμίες τους, όμως πιο πολύ θα ικανοποιούσε, όσους επέλεγαν να μείνουν μαζί του στην Ασία. Αυτό ίσως μπορεί να θεωρηθεί ως έμμεση δήλωση ότι ο ίδιος δεν σκόπευε να επιστρέψει.

Οι διοικητές των μονάδων γνώριζαν πολύ καλά ότι από τους άντρες τους οι πιο ήπιοι έκλαιγαν τη μοίρα τους και οι πιο απηυδισμένοι ήταν κατηγορηματικοί: δεν σκόπευαν να προχωρήσουν άλλο! Ο Αλέξανδρος παρότρυνε τους αξιωματικούς του να απαντήσουν στα όσα τους είπε, ειδικά μετά το φόνο του Κλείτου κανείς δεν τολμούσε να φέρει αντιρρήσεις στο Βασιλιά της Ασίας. Μόνο ο Κοίνος του Πολεμοκράτη είχε το σθένος να πάρει το λόγο και να δηλώσει στον Αλέξανδρο ότι δεν θα μιλούσε για λογαριασμό δικό του ή των άλλων προβεβλημένων επωνύμων, που ήδη απολάμβαναν τους καρπούς των επιτυχιών τους, αλλά θα μιλούσε για λογαριασμό των ανωνύμων στρατιωτών. Τόνισε στον Αλέξανδρο ότι ήταν από τους μεγαλύτερους σε ηλικία εταίρους, δεν είχε αποφύγει κόπους ή κινδύνους και γι’ αυτό είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη του. Δηλαδή έμμεσα ξεχώρισε τον εαυτό του από τους μικρότερους σε ηλικία αυλοκόλακες, που είχαν προωθηθεί στα ανώτατα αξιώματα μετά τη δίκη του Φιλώτα, και θύμισε στον Αλέξανδρο, ότι ως καταξιωμένος αξιωματικός του μακεδονικού στρατού και έμπιστος επιτελής του βασιλιά, είχε υποχρέωση να μιλήσει με απόλυτη ειλικρίνεια, με μοναδικό γνώμονα το μακροχρόνιο συμφέρον του βασιλιά και του κράτους. Είπε λοιπόν τα ακόλουθα: «Βασιλιά μου, θυμάσαι πόσοι Μακεδόνες και Έλληνες ξεκινήσαμε και βλέπεις πόσοι μείναμε. Σωστά έπραξες στα Βάκτρα, όταν αποστράτευσες τους Θεσσαλούς, επειδή διαπίστωσες ότι είχαν κουραστεί και δεν ήταν πρόθυμοι για άλλες περιπέτειες. Όμως οι περισσότεροι από τους άλλους Έλληνες, που εποίκισες στις νεοϊδρυμένες πόλεις, μένουν εκεί χωρίς τη θέλησή τους. Από όσους αρχικά σε είχαν ακολουθήσει πρόθυμα, άλλοι σκοτώθηκαν στις μάχες, άλλοι πέθαναν από αρρώστιες, και άλλοι, ως απόμαχοι, σκόρπισαν κατά την πορεία μας σ’ όλην την Ασία. Λίγοι έμειναν στις τάξεις του στρατού μας κι αυτοί κουρασμένοι από τον αδιάκοπο πόλεμο και χωρίς ψυχική δύναμη. Όλοι τους, στρατιώτες απόμαχοι και έποικοι, θέλουν να γυρίσουν στις πατρίδες τους, στους γονείς τους (αν ζουν μετά από οκτώ χρόνια), στις νόμιμες γυναίκες τους και τα παιδιά τους. Πρέπει να τους συγχωρέσεις αυτήν την επιθυμία [Αλέξανδρε, ο Όμηρος εκτός από την αγαπημένη σου Ιλιάδα, έγραψε κι άλλο έπος, την Οδύσσεια, όπου εξυμνεί τον πόθο του Οδυσσέα να επιστρέψει σπίτι του] και έχεις υποχρέωση να τους δεις να φτάνουν στα πατρικά τους εδάφη πλούσιοι και τιμημένοι, όχι φτωχοί και άσημοι [όλοι ξέρουμε τα χρέη των Μακεδόνων]. Αλλά και συ πρέπει να γυρίσεις στην πατρίδα, να δεις τη μητέρα σου, να φέρεις όλες αυτές τις πολλές και σημαντικές νίκες στον Οίκο σου [ο πατέρας σου δολοφονήθηκε σε συνομωσία και συ ο ίδιος αγωνίστηκες σκληρά, για να εδραιωθείς στον θρόνο. Ένα θρόνο, που εγκατέλειψες σχεδόν αμέσως σε έναν άλλο έμπιστο εταίρο, ενώ στη Μακεδονία δεν υπάρχει κανένα άρρεν μέλος του Οίκου των Αργεαδών] και να τακτοποιήσεις τα πράγματα στην Ελλάδα [τώρα πια δεν είσαι το μειράκιον του Δημοσθένη]. Μετά, αν θέλεις, σχεδίασε κι άλλες εκστρατείες, στα ανατολικά της Ινδίας, στον Εύξεινο Πόντο, στην Καρχηδόνα και στη Λιβύη (Αφρική) πέρα από την Καρχηδόνα. Τότε θα σε ακολουθήσουν κι άλλοι Μακεδόνες, κι άλλοι Έλληνες. Νέοι και ακμαίοι, όχι γερασμένοι και κουρασμένοι, όπως οι τωρινοί. Και θα είναι πρόθυμοι να ριψοκινδυνεύσουν για σένα, βλέποντας πόσο ωφελημένοι και τιμημένοι γύρισαν στις πατρίδες τους οι προηγούμενοι. Βασιλιά μου, τίποτα δεν είναι σημαντικότερο από τη σωφροσύνη μέσα στην ευτυχία, ενώ οι αποφάσεις των θεών είναι απρόβλεπτες και οι άνθρωποι δεν μπορούν να φυλαχτούν από αυτές [διότι όλοι εμείς γνωρίζουμε καλά Αλέξανδρε, ότι είσαι ο θνητός γιος του Φιλίππου και όχι ο αθάνατος του Άμμωνα]».

Τα λόγια του Κοίνου είχαν τη λεπτή και διαφανή επίστρωση αβρότητας και όλη την ευστοχία, που έχουν οι αναλύσεις των επιτελών. Επεσήμανε στον Αλέξανδρο ότι η αντίδραση των στρατιωτών δεν ήταν απροσδόκητη, αλλά απόλυτα δικαιολογημένη και αναμενόμενη. Την είχαν προκαλέσει οι επιλογές της ανώτατης διοίκησης, δηλαδή του ίδιου του Αλεξάνδρου. Είναι σημαντικό ότι το πρώτο, που ανέφερε ήταν οι Έλληνες, που είχαν εποικίσει στις ελληνικές πόλεις που ίδρυσαν στην Ασία. Ο Αλέξανδρος τους είχε υποχρεώσει να παραμείνουν εκεί παρά τη θέλησή τους και το πρόβλημα, που προέκυπτε, φαίνεται πως ήταν εξαρχής διαπιστωμένο. Οπωσδήποτε ήταν πολύ σοβαρό, αφού πληροφορούμενοι τον θάνατο του Αλεξάνδρου, αυτοί οι Έλληνες εγκατέλειψαν τις πόλεις της Ασίας, για να επιστρέψουν στις πατρίδες τους.

Ο Κοίνος τα είπε όλα αυτά ως τεχνικός συντήρησης του στρατιωτικού μηχανισμού. Ως ανώτατος αξιωματούχος του Μακεδονικού Κράτους είχε βαρύνουσα γνώμη στις στρατηγικές επιλογές και προέτρεψε τον Αλέξανδρο να γυρίσει στην πατρίδα του, να ξεκουραστεί κοντά στους οικείους του, όπως όλοι οι άλλοι, και να ασχοληθεί με τα πράγματα της Ελλάδας. Καλή και ένδοξη η κατάκτηση της Ασίας, αλλά δεν έπρεπε να ξεχάσουν ποια ήταν η πατρίδα τους. Αφού τιμώρησαν τους Πέρσες, έπρεπε να ασχοληθούν με τα δικά τους θέματα και μετά μπορούσαν να στραφούν σε νέες κατακτήσεις. Εκτός από την κατάκτηση της υπόλοιπης Ινδίας ο Κοίνος προσδιόρισε ως νέους στόχους τον Εύξεινο Πόντο και την Αφρική λέγοντας έμμεσα στον Αλέξανδρο ότι η υποταγή της Ινδίας και η κατάκτηση εδαφών μέχρι την Ανατολική Θάλασσα δεν αποτελούσαν στρατηγική προτεραιότητα για τη Μακεδονία. Στα παράλια του Εύξεινου Πόντου βρισκόταν ένα μεγάλο πλήθος ελληνικών αποικιών, ενώ οι σιτοβολώνες της Σκυθίας τροφοδοτούσαν ανέκαθεν τα κράτη της νότιας Ελλάδας. Η Καρχηδών ήταν η μόνιμη απειλή για τις Ελληνικές αποικίες στη Σικελία και την Κάτω Ιταλία και μετά την υποταγή της Φοινίκης και την καταστροφή της Τύρου, αποτελούσε τον μοναδικό εμπορικό ανταγωνιστή του ελληνικού κόσμου. Ο Κοίνος εμμέσως υποδείκνυε στον Αλέξανδρο να μην επιδιώξει την κατάκτηση όλης της ηπείρου στα ανατολικά της Ελλάδας, αλλά να καταλάβει τις κυριότερες στρατηγικές περιοχές περιμετρικά της Ελλάδας. Αυτό ίσως να αποτελεί και ένδειξη υποβόσκουσας διαφωνίας μεταξύ των σημαντικότερων επιτελών και του Αλεξάνδρου σχετικά με τις στρατηγικές επιλογές της Μακεδονίας. Τελειώνοντας ο Κοίνος τόνισε ότι ο τρόπος, με τον οποίο ο Αλέξανδρος διαχειριζόταν τους παρόντες ανθρώπινους πόρους δεν βοηθούσε τη στρατολόγηση κι άλλου, νεότερου προσωπικού για τις επόμενες εκστρατείες. Υπό τις παρούσες συνθήκες είχαν προχωρήσει ήδη πολύ μακριά και καλό θα ήταν να μην προκαλέσουν άλλο την τύχη τους. Η στρατιά κινδύνευε από εσωτερική κατάρρευση και αν συνέχιζαν περισσότερο, θα διακινδύνευαν τα πάντα.

Οι παρευρισκόμενοι διοικητές των μονάδων ταράχτηκαν από τα λόγια του Κοίνου και πολλοί έβαλαν τα κλάματα. Ήταν προφανές ότι δεν ήθελαν να συνεχίσουν την εκστρατεία. Ο Αλέξανδρος στενοχωρήθηκε από την παρρησία του Κοίνου, αλλά πιο πολύ στενοχωρήθηκε, επειδή κανείς δεν ζήτησε τη συνέχιση της εκστρατείας. Ούτε καν οι νεότεροι εταίροι, εκείνοι τους οποίους ανέδειξε ο ίδιος, προς τους οποίους ήταν τόσο γενναιόδωρος και οι οποίοι στήριζαν όλες τις επιλογές του ως εκείνη τη στιγμή. Ούτε κι αυτοί δεν ήταν με το μέρος του τώρα. Στενοχωρημένος και απογοητευμένος διέλυσε τη σύσκεψη.

Την επομένη συγκάλεσε νέα σύσκεψη και οργισμένος τους δήλωσε ότι ήταν αποφασισμένος να συνεχίσει την εκστρατεία, με όσους του ήταν πιστοί. Δεν θα πίεζε κανένα Μακεδόνα να τον ακολουθήσει χωρίς τη θέλησή του και όποιοι ήθελαν να γυρίσουν πίσω, ήταν ελεύθεροι να πάνε και να πούνε στους δικούς τους ότι επέστρεψαν έχοντας εγκαταλείψει το βασιλιά τους ανάμεσα στους εχθρούς. Αμέσως μετά κλείστηκε στη σκηνή του, χωρίς να αφήσει περιθώριο για αντίλογο και χωρίς να επιτρέπει να τον πλησιάσει κανείς. Ήξερε καλά ότι πολύ συχνά οι στρατιώτες αλλάζουν γνώμη και ήλπιζε ότι τα λόγια του θα τους άγγιζαν στο φιλότιμο και ότι για άλλη μία φορά θα τους έπαιρνε με το μέρος του.

Οι Μακεδόνες αγαπούσαν τον Αλέξανδρο, όπως πέραν πάσης αμφιβολίας θα φαινόταν αργότερα στην Ώπη. Όσο κι αν τους είχε εξοργίσει με τη βαρβαρική συμπεριφορά του, δεν έπαυαν να είναι υπερήφανοι για το βασιλιά τους, για τα κατορθώματά του και για τη συμμετοχή τους σ’ αυτά. Όμως ήταν απλοί άνθρωποι, χωρίς τα οράματα ή τις εμμονές του και είχαν φτάσει στα όρια της αντοχής τους. Δεν είχαν το σθένος να συνεχίσουν μία πορεία χωρίς ορατό τέρμα μέσα σε αχανείς βαρβαρικές χώρες. Είχαν ανάγκη να ξαναδούν τις πατρίδες τους, τα σπίτια τους και τις οικογένειές τους. Κάποιοι δεν ήθελαν πια άλλες πορείες, άλλες πολιορκίες, άλλες μάχες, άλλους σκοτωμούς. Πόσοι άραγε να ήταν οι μοναδικοί επιζώντες από όσους ξεκίνησαν από το ίδιο χωριό ή τον ίδιο οικισμό; Πόσοι άραγε είχαν δει να σκοτώνονται οι καλύτεροι φίλοι τους; Πόσοι άραγε δυσκολεύονταν ακόμη και να θυμηθούν τα πρόσωπα των γυναικών και των παιδιών, που είχαν αφήσει στις τέσσερις άκρες της πατρίδας τους; Με πόση πίκρα να θυμόντουσαν άραγε τον πρώτο χειμώνα της εκστρατείας, όταν ο εικοσάχρονος, χρεωκοπημένος βασιλιάς της Μακεδονίας είχε δώσει άδεια στους νιόπαντρους στρατιώτες του να επισκεφθούν τις οικογένειές τους, ενώ τώρα ο πάμπλουτος και αδιαμφισβήτητος κοσμοκράτορας εκβίαζε ηθικά τους άντρες, τους οποίους πράγματι αγαπούσε και στους οποίους στηριζόταν;

Επί τρεις ημέρες ο Βασιλιάς της Ασίας, έμενε απομονωμένος στη σκηνή του. Επί τρεις ημέρες οι στρατιώτες του, αυτοί που δεν νικήθηκαν σε καμία μάχη, έμεναν σιωπηλοί στις σκηνές τους. Ήλπιζαν ο βασιλιάς τους να τους οδηγήσει στο δρόμο της επιστροφής, αλλά ταυτόχρονα θλίβονταν και ανησυχούσαν που τον θύμωναν. Επί τρεις ημέρες το στρατόπεδο έμενε βουβό κι ακίνητο, ενώ ο Αλέξανδρος θυσίαζε συνεχώς ελπίζοντας σε κάποιο ίχνος ευνοϊκού οιωνού για τη διάβαση του Ύφασι, ενός οιωνού που δεν ήλθε. Την τέταρτη μέρα ο Αλέξανδρος υποτάχθηκε στη θέληση θεών κι ανθρώπων. Κάλεσε τους πιο ηλικιωμένους εταίρους και τους στενότερους φίλους του και τους ανέθεσε να μεταφέρουν στη στρατιά την απόφασή του: η προέλαση προς τα ανατολικά τελείωσε! Μόλις το έμαθαν οι στρατιώτες του, ξέσπασαν σε παραλήρημα χαράς, άλλοι έκλαιγαν και άλλοι έτρεχαν στη σκηνή του να του ευχηθούν τα μύρια όσα καλά, που μόνο από τους δικούς του στρατιώτες ανέχθηκε να ηττηθεί.

Εν κατακλείδι η αντίδραση των Μακεδόνων δεν συνιστούσε στάση ή ανταρσία και, όταν συναντάμε αυτούς τους όρους πρέπει να τους αποδίδουμε στην ποιητική άδεια των μεταγενεστέρων συγγραφέων. Στην πραγματικότητα ο Αλέξανδρος γνώριζε ότι η συνέχιση της εκστρατείας μετά το θάνατο του Δαρείου ήταν οριακά ανεκτή από τους άντρες του. Ο φόνος του Κλείτου, η εκτέλεση των παίδων και του Καλλισθένη είχαν φιμώσει τις αντι-αλεξανδρινές φωνές, αλλά μόνο προσωρινά. Αν λάβουμε υπόψη μας και την ιδιαίτερη πρόνοια για την αποτροπή λιποταξιών, που για πρώτη φορά καταγράφει ο Αρριανός στη συνέχεια, φαίνεται ότι παρά τις επιτυχίες της στα πεδία των μαχών η στρατιά αντιμετώπιζε οξύτατο πρόβλημα πειθαρχίας. Το πιθανότερο λοιπόν είναι ότι ο Αλέξανδρος συγκάλεσε σύσκεψη των επιτελών του, για να εκτιμήσει πόσο ανησυχητικό ήταν το πρόβλημα αυτό. Διαπιστώνοντας ότι οι επιτελείς του δεν ήταν σε θέση να εγγυηθούν την πειθαρχία των μονάδων τους, έκανε μία ύστατη προσπάθεια να κεντρίσει το φιλότιμο των Μακεδόνων και παράλληλα ζήτησε από τους μάντεις να τον συνδράμουν με ένα χρήσιμο οιωνό. Η αποτυχία και στα δύο τον υποχρέωσε να αποδεχθεί την πραγματικότητα και να ενεργήσει ανάλογα.

Η στρατιά αναζωογονημένη από την προσμονή της επιστροφής πήρε τη διαταγή να χωριστεί σε δώδεκα τμήματα και κάθε ένα να κατασκευάσει από ένα βωμό. Ο Αλέξανδρος ήθελε να αφήσει πίσω του ένα μνημείο των περιπετειών του αλλά και να ευχαριστήσει τους δώδεκα θεούς του Ολύμπου, που τον είχαν φέρει νικητή από την Ελλάδα ως το Πακιστάν και παρέδωσαν στην εξουσία του σχεδόν όλο τον τότε γνωστό κόσμο. Φυσικά, ούτε σ΄ αυτό το σημείο ήταν δυνατόν να συμφωνούν οι αρχαίες πηγές. Κατά τον Αρριανό οι βωμοί ήταν ψηλότεροι και πλατύτεροι από τις μεγαλύτερες πολιορκητικές μηχανές (στην πολιορκία της Αλικαρνασσού είδαμε έναν πύργο 100 πήχεων (περίπου 45 μ)), κατά το Διόδωρο είχαν ύψος 50 πήχεων (περίπου 23 μ) και κατά τον Κούρτιο ήταν από τετράγωνη λαξευτή πέτρα. Κατά τον Πλούταρχο ως τις ημέρες του (περί τους 4 αιώνες αργότερα) οι βασιλείς των Πρασίων σέβονταν τους βωμούς εκείνους και όποτε περνούσαν από εκεί, προσέφεραν «ελληνικές θυσίες». Το τελευταίο δεν είναι παράλογο. Δεν έβλαπτε να προσφέρουν ευχαριστίες στους θεούς των Ελλήνων, οι οποίοι είχαν στρέψει εναντίον του αήττητου κοσμοκατακτητή τους ομοεθνείς του στρατιώτες και δεν είχαν εγκρίνει την προέλασή του πέρα από τον Ύφασι, απαλλάσσοντάς τους Πράσιους από τις συμφορές ενός σκληρού πολέμου.

Εκτός από τους 12 βωμούς όλοι οι ιστορικοί πλην του Αρριανού αναφέρουν κι άλλες κατασκευές. Κατά το Διόδωρο ο Αλέξανδρος τριπλασίασε την περίμετρο του χώρου στρατοπέδευσης, τον περιέβαλε με τάφρο βάθους 40 ποδών (12 μ), πλάτους 50 ποδών (15 μ) και με το χώμα της εκσκαφής έχτισε τείχος αξιόλογων διαστάσεων. Διέταξε τους πεζούς να χτίσουν καταλύματα με δύο κλίνες μήκους 5 πήχεων (περίπου 2,3 μ) και τους ιππείς εκτός από τα καταλύματά τους να κατασκευάσουν και φάτνες διπλασίου μεγέθους. Ήθελε να αφήσει μνημεία, που να υποδηλώνουν στους ντόπιους ότι εκεί στρατοπέδευσαν άντρες με υπερφυσική διάπλαση και δύναμη. Σ’ αυτό συμφωνεί κι ο Πλούταρχος που λέει ότι ο Αλέξανδρος κατασκεύασε βαρύτερα χαλινάρια, μεγαλύτερα όπλα και φάτνες και τα σκόρπισε στο έδαφος. Ο Κούρτιος λέει ότι άφησε πίσω του μεγαλυτέρων διαστάσεων αντικείμενα ως ένα παραπλανητικό μνημείο κι ο Ιουστίνος λέει ότι έχτισε στρατόπεδο με εγκαταστάσεις μεγαλυτέρων των φυσιολογικών διαστάσεων, για να τρομάξει τους εχθρούς του. Ο Αρριανός, που άντλησε στοιχεία από τον Αριστόβουλο και τον Πτολεμαίο δεν αναφέρει τίποτα σχετικό. Κανένας δε αρχαίος ιστορικός δεν αποδίδει στον Αλέξανδρο άλλη εξίσου άρρωστη ματαιοδοξία και γι’ αυτό είναι δύσκολο να πιστέψουμε κάτι τέτοιο. Αυτές οι πληροφορίες φαίνονται περισσότερο να είναι προσθήκες για εντυπωσιασμό, διότι ο Αλέξανδρος έδινε μεγάλη σημασία στον ψυχολογικό παράγοντα και είναι παράλογο να ήθελε να δημιουργήσει στους ανυπότακτους Ινδούς την εντύπωση ότι στην ανατολική όχθη του Ύφαση σταμάτησαν κάποιοι άνθρωποι με υπερφυσική σωματική διάπλαση και δυνάμεις. Αν αργότερα αποφάσιζε να τους υποτάξει, θα του προέβαλλαν πολύ σφοδρότερη αντίσταση μόλις διαπίστωναν ότι ούτε εκείνος ούτε οι στρατιώτες του είχαν τίποτα το υπερφυσικό. Αντίθετα, θα ήταν πολύ μεγαλύτερος πολλαπλασιαστής ισχύος η φήμη ότι στρατιά του ήταν αήττητη, κι ας την αποτελούσαν φυσιολογικοί άνθρωποι.

από τον ιστότοπο:
http://www.alexanderofmacedon.info/greek/A1gr.htm