Αναγνώστες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 25 Ιουνίου 2018

Ερώτηση διαυγέστατα ευρωπαϊκή





Κάποτε η Ελλάδα ήταν η μοναδική βαλκανική χώρα που μετείχε στο ΝΑΤΟ. Τα βόρεια σύνορα της Ελλάδας ήταν σύνορα του ΝΑΤΟ: οριοθετούσαν τον κόσμο της ελευθερίας απέναντι στον φρικώδη εφιάλτη του μαρξιστικού ολοκληρωτισμού. Ελευθερία τότε σήμαινε την αξιοπρέπεια του ανθρώπου, όχι την αναιδέστατη ασυδοσία των «Αγορών».


Σήμερα μέλη του ΝΑΤΟ είναι οι περισσότερες χώρες των Βαλκανίων – ζητάνε και τα Σκόπια την ένταξή τους. Η Ελλάδα μπορεί να συναινέσει σε αυτή την ένταξη, μπορεί και να αρνηθεί, όπως μπορούσε και στην περίπτωση των όμορων χωρών: της Αλβανίας και της Βουλγαρίας. Με ποια κριτήρια, με ποια λογική να δεχθεί ή να αρνηθεί;


Υπάρχουν τα κριτήρια του ευρωπαϊκού εθνικισμού και η λογική του ελληνικού κοσμοπολιτισμού. Με τα κριτήρια των Ευρωπαίων εθνικιστών θα συναινούσαμε απαιτώντας ανταλλάγματα. Από την Αλβανία, λ.χ., θα είχαμε απαιτήσει θεσμικές εξασφαλίσεις για την προστασία των ελληνικών πληθυσμών της Βόρειας Ηπείρου. Και από τα Σκόπια, να εγκαταλείψουν τις φαιδρότητες για την αερογέφυρα, πάνω από εννέα αιώνες, που τους καθιστά «απογόνους» του Μεγαλέξανδρου.


Με τη λογική του ελληνικού κοσμοπολιτισμού, θα αναλαμβάναμε τις ευθύνες του Ευρωπαίου. Δηλαδή, την τόλμη του ερωτήματος: Από ποιαν απειλή προστατεύει σήμερα η νατοϊκή συμμαχία τις χώρες-μέλη της; Τα μαρξιστικά καθεστώτα κατέρρευσαν προ πολλού, αιφνιδιαστικά και ραγδαία, σαν πύργος από τραπουλόχαρτα, οι κοινωνίες του άλλοτε σοβιετικού πουριτανισμού έχουν παραδοθεί, άνευ όρων, στην απόλυτη κυριαρχία των «Αγορών», στον ακάθεκτο μονόδρομο της καταναλωτικής μέθης. Ποιαν άμυνα, απέναντι σε ποιαν απειλή εξασφαλίζει το ΝΑΤΟ; Ποιος το χρειάζεται, ποιον υπηρετεί;


Δύσκολο, σχεδόν αδύνατο να αντιληφθούμε οι σημερινοί ελληνώνυμοι (και μάλιστα το πιο δραματικά υπανάπτυκτο κομμάτι της κοινωνίας μας: οι επαγγελματίες της πολιτικής) τη διαφορά του κοσμοπολιτισμού από την κοσμοκρατορία. Το πρώτο προϋποθέτει καλλιέργεια, το δεύτερο απλώς υπεροπλία (βλ. αναμέτρηση Τραμπ με Κιμ Γιονγκ Ουν). Από τότε που ένα ελάχιστο τμήμα του Ελληνισμού συγκροτήθηκε σε «εθνικό κράτος», χάθηκε η συνείδηση της διαφοράς και το «εθνικό κράτος» προσκολλήθηκε, μέχρις εξευτελισμού και παιδαριωδίας, στη μυθοποιημένη κοσμοκράτειρα «Δύση».


Δεν χρειάζεται ανάλυση αυτή η προσκόλληση, είναι η πραγματικότητα του «εθνικού» μας βίου και των αδιεξόδων του. Τα δίνουμε όλα στη Δύση, «αλλά μας παίρνει και κάτι», όπως λέει ο σοφός Αρκάς. Πόσες φορές είχαν υποσχεθεί οι Βρετανοί την επανένωση της Κύπρου (ελληνικότερης του Μωριά) με την Ελλάδα – πόσες; Πόσες φορές οι Γαλλογερμανοί έδωσαν ίδια υπόσχεση για τη Βόρεια Ηπειρο; Αποκλείεται να αγνοεί η Δύση αυτό που (έμμεσα αλλά σαφέστατα) ανέλυσε ο Νταβούτογλου στα βιβλία του: Οτι ο Ελληνισμός, αν δεν πατάει και στις δύο όχθες του Αιγαίου, έχει αποκλεισθεί από την ενεργό μετοχή στην Ιστορία.


Αμυντική συμφωνία λαών ή συμφερόντων το ΝΑΤΟ σήμερα; Αυτή είναι μια διαυγέστατα ευρωπαϊκή ερώτηση. Εσπειρε ο Ελληνισμός κορμιά των παλικαριών του όπου πόλεμοι για τα συμφέροντα της Δύσης, από την Κριμαία ώς το Ελ Αλαμέιν και ώς την Κορέα. Και εισπράττει, κάθε φορά, σταθερά από τη Δύση φανφαρόνικους ρητορικούς επαίνους. Παράλληλα με παγερή, τερατώδη αδιαφορία για τη συνεχή και ραγδαία συρρίκνωση του Ελληνισμού: Τη μεθοδική γενοκτονία του μικρασιατικού και του ποντιακού Ελληνισμού. Το πογκρόμ των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης, της Ιμβρου, της Τενέδου. Τον έντεχνο πνιγμό του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Τις αξιώσεις αφελληνισμού των βραχονησίδων του Αιγαίου και την αμφισβήτηση της ελληνικότητας νησιών όπου η ελληνική γλώσσα μιλιέται τρεισήμισι χιλιάδες χρόνια. Την γκανγκστερική απαγόρευση αξιοποίησης της ελληνικής υφαλοκρηπίδας σε ελληνικότατες θάλασσες.


Κάποτε η Κύπρος ήταν, αυτονόητα για τη σύνολη ανθρωπότητα, ένα ελληνικό νησί με μια μειονότητα 18% βίαια εξισλαμισμένων, μέσα στους αιώνες, Ελλήνων. Η δολιότητα της βρετανικής αποικιοκρατίας μεταποίησε βαθμιαία τη θρησκευτική σε εθνική μειονότητα κολακεύοντας τον εθνικιστικό πρωτογονισμό των Τούρκων. Στην κολυμβήθρα του ΟΗΕ (πάντοτε υποχείριου των ισχυρών) η μειονότητα βαφτίστηκε «κοινότητα» με απαιτήσεις συγκυριαρχίας στο νησί. Ανακηρύχθηκε η «κοινότητα» κράτος ανεξάρτητο, πήρε το βολικό όνομα «Βόρεια Κύπρος». Υπομονετικά και σταθερά παζαρεύει η εκτρωματική απόφαση την εναλλάξ διακυβέρνηση ολόκληρου του νησιού. Περιμένει κάποιον «προοδευτικό» ελληνώνυμο να υπογράψει.


Χθες η «Βόρεια» Κύπρος, σήμερα η «Βόρεια» Μακεδονία. Οι «προοδευτικοί» ελληνώνυμοι μας απαγορεύουν να μιλάμε για «Βόρεια Ηπειρο», οφείλουμε, αυτονοήτως εξωνημένοι σε δανειστές «προστάτες», να μιλάμε για «Νότια Αλβανία». Ο Ελληνισμός κλαδεύεται, μεθοδικά, επίμονα. Αλήθεια, μήπως το ΝΑΤΟ άλλαξε εργοδότη και δεν το αντιληφθήκαμε – ούτε καν όταν μακέλευε (δεινός μακελάρης) τη Σερβία, το 1999; Μήπως την άμυνα της «ελευθερίας» μας «ανεπαισθήτως» την παραχωρήσαμε στις «Αγορές» και αυτές προσέλαβαν Security το ΝΑΤΟ;


http://www.yannaras.gr/erotesi-diaugestata-europaiki/

Σάββατο 15 Ιουλίου 2017

Οι σημερινοί Ελληνώνυμοι πάσχουμε μόνο ή κυρίως από ξιπασιά




Χρήστος Γιανναράς: Οι σημερινοί Ελληνώνυμοι πάσχουμε μόνο ή κυρίως από ξιπασιά




Φωτογραφίες: Πηνελόπη Μασούρη


Ο φιλόσοφος, πανεπιστημιακός, στοχαστής και - κυρίως - ένας από τους ελάχιστους εναπομείναντες πνευματικούς ανθρώπους της Ελλάδας συνεχίζει, σε μια από τις σπάνιες του συεντεύξεις, να παραμένει αιχμηρός, τολμηρός και ενίοτε και «αιρετικός», θέτοντας με παρρησία νέα ερωτήματα για σκέψη σε κάθε του απάνητηση.

Από τον Γιάννη Χατζηγεωργίου

Το σαλόνι του συγγραφέα και ενός από τους σημαντικότερους για τον δημόσιό του λόγο και τα συγγράμματά του σύγχρονου Έλληνα στοχαστή, φιλόσοφου και καθηγητή φιλοσοφίας (στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, αλλά έχοντας διδάξει φιλοσοφική ορολογία και μέθοδο, πολιτική φιλοσοφία και πολιτιστική διπλωματία σε πανεπιστήμια του Παρισιού -είναι, άλλωστε, διδάκτωρ φιλοσοφίας της Σχολής Ανθρωπιστικών Επιστημών του Πανεπιστημίου της Σορβόνης, της Γενεύης, της Λωζάνης, της Νέας Υόρκης, της Βοστώνης, του Βελιγραδίου κ.λπ.) δεν είναι γεμάτο από βιβλία, μελέτες -πολλώ δε μάλλον από την πλούσια, δική του, βιβλιογραφία- αλλά, αντίθετα, από κορνιζαρισμένες φωτογραφίες αγαπημένων του προσώπων, αναμνήσεις από κάποια ταξίδια του, από μικρά, αλλά σίγουρα πολύτιμα για εκείνον αντικείμενα. Είχε πολύ κρύο εκείνο το βράδυ Παρασκευής που συναντηθήκαμε, στο μικρό δρομάκι όπου ζει και εργάζεται, απέναντι από την εκκλησία του Αγίου Χαραλάμπους στη Νέα Σμύρνη. «Είχαν δίκιο οι παλιοί που έφτιαχναν τα σπίτια με μικρά παράθυρα και όχι τζαμαρίες», μου ανέφερε κάποια στιγμή χαμογελώντας. Με κέρασε ούζο μαστίχα, έβαλε κι εκείνος ένα ποτήρι -«είναι ό,τι πρέπει γι' αυτές τις θερμοκρασίες», είπε, και κάθισε στην πολυθρόνα πλάι στο τζάκι. Με ρώτησε κάποια πράγματα για την Κύπρο, μου ανέφερε συγκεκριμένα ονόματα πολιτικών επιχειρηματολογώντας για την καλή ή κακή γνώμη που είχε για ορισμένους, καταλήγοντας πως «το άδειο μας το πρόσωπο η Κύπρος το πληρώνει» και μένοντας για λίγο σιωπηλός. «Ο Σαββόπουλος ήταν καίριος με αυτόν του τον στίχο», κατέληξε.

Γράψατε πριν από λίγες μέρες σε ένα κείμενό σας: «Στην ελλαδική κοινωνία τίποτε δεν καινουργείται με το πέρασμα του χρόνου. H απροκατάληπτη, στοιχειωδώς ρεαλιστική σκέψη αποκλείει και την ελπίδα. Ξέρουμε την ανθρώπινη ποιότητα των διαχειριστών της ζωής μας, την αποτελεσματικότητα των θεσμών και λειτουργιών του δημόσιου βίου, τους νόμους της ζούγκλας που κυριαρχούν στο πολυ-υμνημένο πολιτισμικό μας "παράδειγμα". Όλα αποκλείουν την ελπίδα». Επομένως να περιμένουμε την απόλυτη καταστροφή στο μέλλον; Και μέχρι ποιου σημείου; Αυτό που προσωπικά συμπεραίνω, κύριε Χατζηγεωργίου, από την Ιστορία και την ανθρώπινη εμπειρία, είναι ότι μόνο η ρεαλιστική επίγνωση της πραγματικότητας μπορεί να γεννήσει την έκπληξη μιας ανάκαμψης. Οι ελπίδες των Ελλήνων το 1821 ήταν μηδενικές: η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε συντριπτική υπεροπλία και η εξουσιαστική ισχύς της «Ιεράς Συμμαχίας» στον ευρωπαϊκό χώρο απέκλεισε κάθε ενδεχόμενο εξέγερσης ενάντια στις κατεστημένες ισορροπίες. Ανάλογη συντριπτική ανισότητα υπήρχε και στην αναμέτρηση των Ελλήνων με τις «Δυνάμεις του Άξονα» το 1940. Και στις δύο περιπτώσεις η έκπληξη γεννήθηκε από τον συνεπή και ολοκληρωτικό απελπισμό των Ελλήνων: ήξεραν τι κινδύνευαν να χάσουν και τους ήταν αδιανόητο να το χάσουν. Σήμερα γαντζωνόμαστε στην «αισιοδοξία» -δεν τολμάμε να απελπιστούμε, γιατί δεν έχουμε τίποτα πολύτιμο να υπερασπίσουμε. Το πιο πολύτιμο σήμερα για μας είναι τα «ατομικά δικαιώματά» μας και η μεγιστοποίηση της καταναλωτικής μας ευχέρειας. Όμως αυτά μπορούμε λίγο-πολύ να τα διατηρήσουμε και υπόδουλοι -στους Τούρκους ή στις «Αγορές».

«Mοιάζει η "κρίση" αυτή τη φορά να μην είναι περιπτωτική και περιστασιακή, πολλά, πάμπολλα σημάδια μαρτυρούν μάλλον μιαν ακατάσχετη δυναμική ιστορικού τέλους του Eλληνισμού». Ακούγεται τρομακτικό αυτό που γράφετε -η αναφορά σας σε «τέλος». Σα να έχει χαθεί κάθε ίχνος ελπίδας, αισιοδοξίας για το μέλλον… Σας φαίνεται ίσως υπερβολή η αναφορά σε ιστορικό τέλος. Σκεφθείτε όμως: υπάρχει σήμερα κάποιο στοιχείο, κάποιο προσόν, που χαρίζει η ελληνικότητα στον Έλληνα (τον Ελλαδίτη ή τον Κύπριο ή τον απόδημο) και που είναι τόσο πολύτιμο, ώστε χωρίς αυτό η ζωή του να μην έχει πια νόημα; Άρα, ένα στοιχείο για το οποίο είναι έτοιμος να πεθάνει, για να μην το χάσει; Όταν οι Κύπριοι πολιτικοί σήμερα παζαρεύουν τους όρους που θα καταστήσουν την τουρκική μειονότητα και τους εισβολείς ρυθμιστές της ζωής των Ελλήνων, ή όταν οι Ελλαδίτες πολιτικοί παραδίδουν τη χώρα τους σε ταπεινωτική επιτροπεία, δηλαδή σε ολοσχερή απεμπόληση της εθνικής ανεξαρτησίας, κυριαρχίας, αυτοδιάθεσης, σας σκανδαλίζει να μιλάμε για «ιστορικό τέλος» του Ελληνισμού;

Μιλώντας για «τους Κύπριους πολιτικούς που παζαρεύουν τους όρους που θα καταστήσουν την τουρκική μειονότητα και τους εισβολείς ρυθμιστές της ζωής των Ελλήνων» αναφέρεστε και στο «τέλος του κυπριακού Ελληνισμού» στο οποίο ορισμένοι υπερθεματίζουν από την αρχή σχεδόν των τελευταίων -κρίσιμων- συνομιλιών για το Κυπριακό; Δεν αναφέρομαι σε πρόσωπα, αναφέρομαι στο γεγονός των «διαπραγματεύσεων». Στον αδιανόητο παραλογισμό ένα ανεξάρτητο, υποτίθεται, κράτος, μέλος της Ε.Ε., με δημοκρατική εκλεγμένη ηγεσία, να παζαρεύει τον αυτοχειριασμό του, την υποταγή του στις εξωφρενικές απαιτήσεις μιας εγχώριας μειοψηφίας και στους εκβιασμούς από τους καταδικασμένους από όλους τους διεθνείς οργανισμούς βάναυσους κατακτητές. Ο Ελληνισμός έχει όλα τα δίκια με το μέρος του και, δυστυχώς, εκλέγει ηγέτες με σπιθαμιαίο ανάστημα για να υπερασπίσουν αυτά τα δίκια.

Τι πρέπει να γίνει επομένως γενικότερα, για να αλλάξει η υπάρχουσα κατάσταση -αν αλλάζει; Πρέπει να συμβούν σαρωτικές αλλαγές, δομικές; Εκτός του κράτους και των πολιτών; Με δεδομένη σήμερα τη θανατερή παρακμή του Ελληνισμού, είναι ουτοπικό να συζητάμε το τι «πρέπει» να γίνει. Έστω και αν συμφωνήσουμε σε κάποια «πρέπει» (που μοιάζει αδύνατο), ποιος θα τα επιβάλει στη συνέχεια; Τα κωμικά ανθρωπάρια που μας κυβερνούν; Τα δικαστήρια; Η αστυνομία;

Οι πολίτες, ωστόσο, δεν φέρουν την κύρια ευθύνη για ό,τι συμβαίνει σήμερα, κύριε Γιανναρά; «Tο εφιαλτικότερο από όλα τα δεινά είναι η τέλεια νέκρωση των αντανακλαστικών της ελληνικής κοινωνίας», γράφετε… Για ποιους πολίτες μιλάμε που φέρουν την ευθύνη της ατίμωσης και καταστροφής; Τα τελευταία 43 χρόνια -από το 1974- η εκπαιδευτική πολιτική σε Ελλάδα και Κύπρο μεθοδεύει συστηματικά την αγλωσσία και ακρισία των μαζών (πασίγνωστο ότι άνθρωποι χωρίς γλώσσα είναι άνθρωποι χωρίς σκέψη), την τέλεια διαστροφή της ιστορικής τους συνείδησης. Και η ραδιοτηλεοπτική λοιμική συμπληρώνει και ολοκληρώνει την εξαθλίωσή τους. Διότι μόνο ψηφοφόροι με χαμένη τη λογική τους, την κρίση τους και την αξιοπρέπειά τους, είναι δυνατό να συντηρούν ένα τόσο ευτελισμένο πολιτικό προσωπικό όσο αυτό που εκπροσωπεί τον Ελληνισμό, ελλαδικό και κυπριακό, τις τελευταίες δεκαετίες -με αλησμόνητη εξαίρεση πανελληνίως τον Τάσσο Παπαδόπουλο. Αν έχει ευθύνη ο ελληνικός λαός για την καταστροφή και την ντροπή όπου είναι σήμερα βυθισμένος, η ευθύνη του εντοπίζεται μόνο στο ότι δεν επαναστάτησε. Αλλά ακόμα και το ενδεχόμενο της εξέγερσης το ατίμασε και το γελοιοποίησε ο μηδενισμός και αμοραλισμός των τάχα «αριστερών προοδευτικών και εκσυγχρονιστικών δυνάμεων».

Τι εννοείτε όταν αναφέρεστε σε «επανάσταση» και «εξέγερση»; Ένοπλες επαναστάσεις, όπως καταλαβαίνετε, είναι πια αδύνατον να συμβούν. Εννοώ να αντιδράσουν οι βασικοί θεσμοί λειτουργίας της συλλογικότητας: οι δικαστικές αρχές, οι πανεπιστημιακές πρυτανείες, οι δικηγορικοί σύλλογοι, οι εκπαιδευτικοί κάθε σχολείου, τα ιδρύματα και σωματεία πολιτισμού, να βγουν οι πολίτες στους δρόμους και να διαδηλώσουν την πίστη τους στην ελευθερία και στην αξιοπρέπεια. Δεν είναι δυνατόν να διακυβεύεται η ανθρωπιά των ανθρώπων και να τη διαπραγματεύονται πολιτικοί στους οποίους ποτέ κανείς δεν θα ανέθετε ούτε τη διαχείριση ενός περιπτέρου.

Μήπως οι Έλληνες «πάσχουν» από ανωριμότητα, παρελθοντολογία, επιπολαιότητα στον χειρισμό δύσκολων καταστάσεων και «κακομαθησιά», σε σχέση με άλλους λαούς, όπως τους «κατηγορούν»; Μήπως το «ένδοξο παρελθόν» έκανε εν τέλει κακό στους σημερινούς κατοίκους της Ελλάδας; Η προσωπική μου γνώμη είναι ότι οι σημερινοί Ελληνώνυμοι πάσχουμε μόνο ή κυρίως από ξιπασιά, ακριβώς όπως όλοι οι τριτοκοσμικοί απελεύθεροι, που τους γυαλίζουν οι χάντρες και τα καθρεφτάκια. Την πρόταση πολιτισμού που κόμισε και κομίζει ο Ελληνισμός στην ανθρωπότητα ούτε την καταλαβαίνουμε ούτε μας ενδιαφέρει -μας ενδιαφέρει μόνο το πρόστυχο κιτς που παράγει το Ελλαδέξ (ελλαδικό και κυπριακό) για τους τουρίστες. Ρωτήστε έναν βουλευτή του ΑΚΕΛ ή της «Νέας Δημοκρατίας» να σας απαντήσει: γιατί ο Παρθενώνας είναι μνημείο σημαντικότερο από τον Πύργο του Άιφελ ή από το Εμπάιαρ Στέιτ Μπίλντινγκ; Όταν από τη γενιά του Ευαγόρα Παλληκαρίδη, των Καραολή και Δημητρίου, του Γρηγόρη Αυξεντίου ή από τη γενιά του Σεφέρη, του Ελύτη, του Τσαρούχη, του Μάνου Χατζιδάκι, μας χωρίζουν ελάχιστες δεκαετίες, σε ποιους παράγοντες μπορούμε να αποδώσουμε τη ραγδαία κατρακύλα του Ελληνισμού στον σημερινό εφιάλτη; Είναι περισσότερο από φανερό ότι σε μία χρονική περίοδο όπου η εξέλιξη της τεχνολογίας δημιούργησε πρωτοφανείς δυνατότητες εξουσιασμού των μαζών, τις δυνατότητες αυτές τις εκμεταλλεύτηκαν, σε κυρίως Ελλάδα και Κύπρο, άνθρωποι με ποιότητα τραγικά χαμηλή.

Τι σχέση έχουν, πιστεύετε, οι Έλληνες της Ελλάδας με τους Έλληνες της Κύπρου; Πολλοί είναι εκείνοι που διαπιστώνουν διαφορετική νοοτροπία, λογικές και άλλου είδους αντιμετώπιση ιστορικών αντιξοοτήτων, άλλες αναφορές και τρόπο σκέψης… Θέτει ένα πολύ ενδιαφέρον θέμα η ερώτησή σας: από την προσωπική μου πείρα, τις εντυπώσεις μου και τα διαβάσματά μου, έχω σχηματίσει τη γνώμη (χωρίς να μπορώ να ισχυριστώ ότι είναι η σωστή) για μια καίρια διαφορά που υπήρχε, ως τα μέσα του 20ού αιώνα, του ελλαδικού Ελληνισμού από τον Ελληνισμό «της περιφέρειας», όπως έλεγαν τότε -τον αιγυπτιώτη, μικρασιατικό, ποντιακό, της Κριμαίας, των παραδουνάβιων περιοχών Ελληνισμό. Ο εκτός του ελλαδικού χώρου Ελληνισμός διέσωζε μάλλον μιαν αίσθηση υπεροχής της ελληνικότητας και καθόλου μειονεξίας έναντι των Ευρωπαίων της Δύσης. Αυτή η αίσθηση επέτρεπε στους Έλληνες να προσλάβουν τα επιτεύγματα της δυτικής Νεωτερικότητας για να υπηρετήσουν δικές τους ανάγκες, όχι για να μην υστερήσουν σε εκσυγχρονισμό από τους Ευρωπαίους. Έτσι η πρόσληψη δυτικών στοιχείων λειτουργούσε αφομοιωτικά και όχι μιμητικά, δεν μείωνε στο παραμικρό την ελληνικότητα των Ελλήνων η κριτική πρόσληψη δυτικών εθισμών και θεσμών -επέλεγαν, δεν πιθήκιζαν. Στην κυρίως Ελλάδα, δυστυχώς, εξαιτίας της Βαυαροκρατίας, μετά τον Καποδίστρια, και της μειονεξίας (μαζί και ξιπασιάς) που καλλιέργησαν οι κουίσλινγκς της εποχής, οπαδοί του Κοραή, επικράτησε μια δουλική μειονεξία και νεκροφόρα μίμηση της Δύσης, συνοδευόμενη με βαθιά περιφρόνηση για οτιδήποτε ελληνικό… Επειδή το θέμα είναι καίριο, θα μου επιτρέψετε να παραπέμψω σε ένα βιβλίο σχετικό που έχω γράψει, και έχει τον τίτλο: «Η Ευρώπη γεννήθηκε από το Σχίσμα», εκδόσεις «Ίκαρος».
Ο κυπριακός Ελληνισμός νομίζω ότι ενσάρκωσε την ίδια συνείδηση υπεροχής έναντι της Δύσης, μέχρι την ανακήρυξη του νησιού σε ανεξάρτητο (;) κράτος. Η ενεργός ελληνική αυτοσυνειδησία των Κυπρίων γέννησε την τελευταία μεγάλη ανάσα του Ελληνισμού: τον απελευθερωτικό αγώνα της ΕΟΚΑ. Δεν ξεχνώ, παιδί τότε, την εμβληματική μορφή του Πολύκαρπου Ιωαννίδη, που φορούσε, μια ζωή, φορεσιές από κυπριακό «αλαντζά» σαμποτάροντας το αγγλικό «κασμίρι».
Αυτή η συνειδητή ελληνικότητα μοιάζει να χάθηκε οριστικά με την «ανεξαρτησία» της Κύπρου. Η κυπριακή κοινωνία μεταβλήθηκε ραγδαία και αδυσώπητα σε μια θλιβερή απομίμηση της ελλαδικής παρακμής και ντροπής.

Γιατί βάζετε σε ερωτηματικό την ανεξαρτησία της Κύπρου; Και, επίσης, πού αναφέρεστε όταν λέτε πως «η κυπριακή κοινωνία μεταβλήθηκε ραγδαία και αδυσώπητα σε μια θλιβερή απομίμηση της ελλαδικής παρακμής και ντροπής»; Σε μία συνέντευξη δεν είναι δυνατόν να παραθέσω τεκμηριωμένη και γι' αυτό πειστική καταγραφή μιας κοινωνικής πραγματικότητας. Νύξεις τολμώ, που παραπέμπουν σε πιστοποιήσεις της κοινής εμπειρίας. Είναι φανερό, σε κάθε νοήμονα, ότι ο Ελληνισμός της Κύπρου έφτιαξε κράτος, αλλά ανεξάρτητο το κράτος του δεν είναι, είναι δέσμιο της ισχύος ενός διεθνούς τρομοκράτη, της Τουρκίας, που αρνείται προκλητικά τα στοιχειώδη της λογικής και του διεθνούς δικαίου, επιβραβευόμενος από τα «πεφωτισμένα και λελαμπρυσμένα της Εσπερίας έθνη», τα δικά μας, των ξιπασμένων ινδάλματα. Όσο για τη θλιβερή κυπριακή απομίμηση της ελλαδικής παρακμής και ντροπής, είναι στο χέρι καθενός να πιστοποιήσει την παραλληλία. Τουλάχιστον στο επίπεδο νοημοσύνης και αξιοπρέπειας.

Σε πολλά από τα κείμενά σας μιλάτε για «Ελλαδίτες» και όχι για «Έλληνες». Γιατί; Ναι, διότι η πλειονότητα του πληθυσμού, απλώς και συμπτωματικά, κατοικεί την ελληνίδα γη, με νοοτροπία και συμπεριφορές διεθνοποιημένου καταναλωτή. Ένας Ελλαδίτης σήμερα κάτω των 50 ετών δεν καταλαβαίνει τον Παπαδιαμάντη ή τον Ροΐδη, δεν ξέρει τι σημαίνει «τη Υπερμάχω Στρατηγώ τα νικητήρια». Όταν ακούει κανείς τα «ελληνικά» του Γιώργου Παπανδρέου, του Κώστα Σημίτη ή του Δημήτρη Χριστόφια και του Νίκου Αναστασιάδη, πείθεται ότι μια ιστορία τρεισήμισι χιλιάδων χρόνων Ελληνισμού τελειώνει μέσα στην ντροπή.



Δεν είναι πολύ σκληρό -ενδεχομένως και άδικο- αυτό που λέτε για τους συγκεκριμένους πολιτικούς; Αυτό, αγαπητέ κύριε Χατζηγεωργίου, ας αφήσουμε να το αποτιμήσει ο αναγνώστης μας. Τα «ελληνικά» των πολιτικών μας τα κρίνω ως δάσκαλος, όχι ως οπαδός ή αντίπαλος.

Ο ρεαλισμός ήταν πάντοτε η πυξίδα της σκέψης, της γραφής, της διδαχής σας; Ποτέ δεν ανατρέξατε στη… «μαγεία»; Νομίζω ότι εθιστήκαμε πια να λειτουργούμε καταναλωτικά και η καταναλωτική μας ευήθεια τρέφεται κυρίως με «εντυπώσεις». Και το πιο ασήμαντο ή άθλιο προϊόν μπορεί να διεκδικήσει τίτλους ποιότητας χάρις σε «περιτύλιγμα» που κερδίζει τις εντυπώσεις. Ακόμα και ένας εξόφθαλμα παρανοϊκός ή φαυλεπίφαυλος μπορεί να εκλεγεί πρωθυπουργός ή πρόεδρος Δημοκρατίας, αν ξοδέψει πακτωλούς για τη διαφήμισή του και πετύχει την «πλύση εγκεφάλου» των μαζών. Με αυτή τη «λογική» βαφτίζουμε «αισιοδοξία» ή «απαισιοδοξία», «ρεαλισμό» ή «ουτοπία», ό,τι θα ήθελαν να μας υποβάλλουν οι καλοστημένοι μηχανισμοί δημιουργίας των εντυπώσεων. Είμαστε σκλάβοι των «εφφέ», των συναισθημάτων, των ηχηρών πρωτοσέλιδων, της προπαγάνδας των τηλεοπτικών «ειδήσεων».

Αναρωτιέμαι: όλα αυτά τα χρόνια υπήρξατε ποτέ «ασυνεπής» σε απόψεις σας, με το δικαίωμα του ανθρώπου που μπορεί να αναθεωρεί όσα παλαιότερα πίστευε εφόσον το γύρω περιβάλλον και οι συνθήκες αλλάζουν; Θα μου επιτρέψετε να παρατηρήσω ότι οι «απόψεις» ενός ανθρώπου, κάθε ανθρώπου, οι «γνώμες» του, οι «πεποιθήσεις» του είναι, κατά κανόνα, ατομικές επιλογές, προτιμήσεις, αρέσκειες με, κατά βάση, αυθαίρετο χαρακτήρα. Στο σημερινό πολιτισμικό «παράδειγμα» αυτή η αυθαιρεσία κατασφαλίζεται ως ατομικό «δικαίωμα» -οι συμβάσεις που κατοχυρώνουν τα ατομικά δικαιώματα έχουν την εξουσιαστική ισχύ νόμων «εξαναγκαστών κατά πάντων». Βάση, δηλαδή, του «πολιτισμού» μας είναι η κατασφάλιση της «ελευθερίας» ως ατομικού δικαιώματος επιλογών, νομική θωράκιση της ασυδοσίας των ενορμήσεων, ορέξεων, συμφερόντων. Γι' αυτό και η προστασία των δικαιωμάτων, όταν θεμελιώνει τους όρους της συλλογικότητας, ταυτίζει τον πολιτισμό με τη βαρβαρότητα του ατομοκεντρισμού, όχι με το άθλημα ελευθερίας που είναι η κοινωνία των σχέσεων. Επομένως, ό,τι είναι ατομική επιλογή (απόψεις, γνώμες, πεποιθήσεις) το αλλάζουμε εύκολα. Ό,τι όμως είναι καρπός του αθλήματος αυθυπέρβασης, δηλαδή ελευθερίας από το «εγώ» προκειμένου να κατακτηθεί η κοινωνούμενη αλήθεια της σχέσης (της πίστης-εμπιστοσύνης, της αγάπης-αυτοπροσφοράς) δεν αλλάζει. Μπορεί να ωριμάζει η εκφραστική του σήμανση, αλλά ο σημαινόμενος στόχος δεν μεταβάλλεται.

Σας χαρακτηρίζουν «φιλόσοφο» -πολλοί και «αιρετικό». Σίγουρα έναν από τους ελάχιστους της Ελλάδας που συνεχίζουν να αρθρώνουν λόγο. Τι σημαίνουν για σας τέτοιου είδους χαρακτηρισμοί; Στην ελληνική παράδοση αποδίδουμε χαρακτηρισμούς που έχουν μετριοπάθεια, σεμνότητα. «Φιλόσοφος» δεν είναι ο σοφός, αυτός που κατέχει τη σοφία, είναι ο «φίλος» της σοφίας, ο εραστής της γνώσης, αυτός που αγαπάει την αλήθεια και την αναζητάει. Ο χαρακτηρισμός, επομένως, του «φιλοσόφου» είναι τιμή και έπαινος. Το νόημα της λέξης «αιρετικός» έχει σήμερα πολύ απομακρυνθεί από το αρχικό περιεχόμενο που οι Έλληνες απέδιδαν σε αυτή τη λέξη. Σήμερα η «αίρεση» παραπέμπει στην εκδοχή της αλήθειας ως ιδεολογίας, δηλαδή ως ατομικής επιλογής οριστικά (ή και αλάθητα) διατυπωμένων «πεποιθήσεων». Ο «αιρετικός» αμφισβητεί ή και αρνείται τους κώδικες βεβαιότητας της ιδεολογίας, έχει επιλέξει ατομικές «πεποιθήσεις» που δεν συντονίζονται με τις υποχρεωτικές για τους «πιστούς» οπαδούς της ιδεολογίας «αρχές» και βεβαιότητες. Έτσι η λέξη «αιρετικός» προσλαμβάνει σήμερα μάλλον θετικό περιεχόμενο: σημαίνει τον άνθρωπο που αμφισβητεί τα «αλάθητα» δόγματα των ιδεολογιών, τις κονσερβαρισμένες υποχρεωτικές «πεποιθήσεις». Σημαίνει τον άνθρωπο που ψάχνει για εμπειρική πρόσβαση στην αλήθεια. Αυτά, λοιπόν, περίπου, σημαίνουν για μένα οι χαρακτηρισμοί «φιλόσοφος» και «αιρετικός».

Σε σχέση με τη θρησκεία έχουν γραφτεί και ειπωθεί πολλά για τις απόψεις σας. Με απλά λόγια: τι σημαίνει για σας σήμερα ορθοδοξία; Ορθοδοξία καθιερώθηκε να ονομάζουμε την ελληνική εκδοχή της χριστιανικής Εκκλησίας, την ελληνική εμπειρία και μαρτυρία του εκκλησιαστικού γεγονότος. Η Εκκλησία δεν είναι μια επιπλέον, έστω «καλύτερη» από τις άλλες, θρησκεία. Είναι ένα γεγονός, έ νας τρόπος, ένα πώς φανερώνει την αλήθεια -και «αλήθεια» είναι η ύπαρξη ελεύθερη από τον χρόνο, τον χώρο, τη φθορά, τον θάνατο. Οι Έλληνες είχαν ονομάσει «εκκλησία του δήμου» όχι απλώς μια γενική συνέλευση των πολιτών, αλλά την πράξη, το έργο τουποιείν τα πολιτικά: να πραγματώνουν οι πολίτες και να φανερώνουν την «πόλιν», δηλαδή έναν άλλο τρόπο ύπαρξης και συνύπαρξης, που αποβλέπει όχι πια απλώς στην ανάγκη (στην κοινωνίαν της χρείας) αλλά στην αλήθεια (στην κοινωνίαν του αληθούς, στην κατά λόγον-αρμονίαν, κοσμιότητα). Με την ίδια αυτή ελληνική σημασία προσέλαβαν τη λέξη εκκλησία και οι Χριστιανοί: μια σύναξη που πραγματώνει και φανερώνει τον κατ' αλήθειαν «τρόπο» της ύπαρξης και της συνύπαρξης, την ελευθερία από τις αναγκαιότητες των ατομοκεντρικών ενορμήσεων -ελευθερία της ερωτικής αυθυπέρβασης και αυτοπροσφοράς.

Για το τέλος, μια ερώτηση -προσωπική μου απορία- σε έναν άνθρωπο σαν κι εσάς: ποιο είναι το νόημα της ζωής, κύριε Γιανναρά; Το νόημα της ζωής δεν μπορεί, ευτυχώς, να εντοπιστεί σε μια συνταγή, σε ένα δέον. Μπορούμε ποτέ να ζήσουμε τον έρωτα ακολουθώντας συνταγές, συμβουλές ή παραινέσεις; Το νόημα της ζωής, όπως ακριβώς και ο έρωτας, χαρίζεται σαν αντίδοτο στην άσκηση για την πραγμάτωση της ελευθερίας από το «εγώ». Γι' αυτό και μέσα σε ένα πολιτισμικό «παράδειγμα» θεμελιωμένο στην απόλυτη προτεραιότητα θωράκισης του «εγώ», τόσο το «νόημα» της ζωής όσο και ο έρωτας είναι κατακτήσεις μόνο για λίγους πεισματάρηδες.

http://archive.philenews.com/el-gr/politismos-anthropoi/389/351728/christos-giannaras-oi-simerinoi-ellinonymoi-paschoume-mono-i-kyrios-apo-xipasia?utm_campaign=shareaholic&utm_medium=facebook&utm_source=socialnetwork

Δευτέρα 29 Μαΐου 2017

H πατριωτική παράταξη








Π​​ριν από περίπου δέκα μέρες ψηφίστηκε στη Bουλή το Tέταρτο Mνημόνιο. H ψυχραιμία της χρονικής απόστασης είναι το πλεονέκτημα του επιφυλλιδογραφικού λόγου.

Aν μας ενδιαφέρει να διασώζουμε σεβασμό για τις λέξεις και τη συν-εννόηση, πρέπει να αποφύγουμε το «ψηφίστηκε»: Γνωρίζει το διεθνές κοινό ότι στο ελλαδικό κοινοβούλιο είναι σπάνιες οι περιπτώσεις που τα κόμματα επιτρέπουν στους βουλευτές να ψηφίσουν «κατά συνείδησιν». Oι περιπτώσεις αυτές ανακοινώνονται επισήμως, δηλαδή αδιάντροπα – πληροφορούμαστε πότε παραχωρείται η ευμένεια της αυτοβουλίας. Kατά κανόνα οι βουλευτές ψηφίζουν ό,τι εντέλλεται ο αρχηγός τους, εξαρτημένοι «ανδραποδωδώς» (πλατωνική η λέξη). Συνήθως η καταισχύνη εξωραΐζεται με την επίκληση της κομματικής συνοχής, της «παραταξιακής πειθαρχίας».

Aνθρωποι λοιπόν ταπεινωτικά εξαρτημένοι αναμηρύκασαν το υπαγορευμένο «ναι» (οι πλείστοι) και το «όχι» (οι ελάσσονες) στο Tέταρτο Mνημόνιο. H κατάφαση ή άρνησή τους, προφανέστατα, δεν αφορούσε στην επιπρόσθετη συνθηκολόγηση με την υπεροπλία του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος. Aπλώς εξασφάλιζε την παραμονή των βουλευτών στο κομματικό ποιμνιοστάσιο. Δηλαδή, την απόλαυση των παχυλών (ονειρωδών για τον λιμώττοντα λαό) απολαβών και τη μέθη της εξουσίας ή την αντιπολιτευτική αναμονή της ηδονικής λειχίας.

Mια ενδεχομένως διαφορετική στάση απέναντι στην απανθρωπία και στις δουλοκτητικές απαιτήσεις των δανειστών μάθαμε να τη θεωρούμε άσκοπο παλικαρισμό, που προσιδιάζει στους ακραίους του πολιτικού φάσματος. Mόνο αυτοί μπορούν να μεγαλαυχούν εκ του ασφαλούς ξέροντας ότι δεν πρόκειται ποτέ να δοκιμαστούν στις ευθύνες της εξουσίας. Tα δύο κόμματα που κυβερνούν σήμερα τη χώρα, η «ριζοσπαστική» Aριστερά και οι «ανεξάρτητοι» Eλληνες, επαγγέλλονταν επίσης ως αντιπολίτευση να «σκίσουν» τα Mνημόνια, να οικοδομήσουν μια σώφρονα και υγιή οικονομία βασισμένη στη δραχμή, και άλλα ηχηρά παρόμοια. Oταν όμως γεύτηκαν την εξουσία, έγραψαν στα παλαιότερα των υποδημάτων τους ακόμα και τη δημοψηφισματική εντολή του λαού για υπεράσπιση της συλλογικής αξιοπρέπειας.

Oι όροι των Mνημονίων, δηλαδή οι απαιτήσεις των «δανειστών», δεν συζητούνται ποτέ στη Bουλή, συζητούνται μόνο σε σουίτες ξενοδοχείων μεταξύ «κλιμακίων» κυβερνητικών και μιας υπαλληλίας υπηρετικής του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος. Tο λογικό θα ήταν (ιδιαίτερα όταν η χώρα βυθίζεται σε εφιάλτη παντοδαπής καταστροφής) να φέρει στη Bουλή η κυβέρνηση τις απαιτήσεις των «δανειστών»: Mας ζητάνε τόσες μειώσεις μισθών, τόσες περικοπές συντάξεων, τόσον περιορισμό δαπανών υγείας, τι αντιπροτείνετε, ποια λύση να βρούμε;

Mια τέτοια κοινοβουλευτική λογική είναι αδιανόητη στο βαλκάνιο Eλλαδέξ. Eδώ, στη Bουλή, δεν συζητάμε τα προβλήματα της κοινωνίας, της κρατικής λειτουργίας, του δημοσίου συμφέροντος – ποτέ. Tο κοινοβούλιο είναι, μόνο και αποκλειστικά, αρένα κομματικής αντιμαχίας, έρχονται έτοιμες οι κυβερνητικές αποφάσεις για να υπερψηφιστούν από τους κυβερνητικούς και να καταψηφιστούν από τους αντιπολιτευόμενους. Δεν συζητούνται προτάσεις, προκειμένου να κριθούν, να διορθωθούν και βελτιωθούν, δεν πρόκειται για έλεγχο εποικοδομητικό κυβερνητικών αποφάσεων, αλλά μόνο για αφορμή σκυλοκαβγά. Tο κοινοβούλιο στη χώρα μας, πολλά χρόνια τώρα, είναι θεσμός μόνιμης προεκλογικής αναμέτρησης των κομμάτων, ποιος θα κερδίσει τις εντυπώσεις – καμιά σχέση με πολιτική, καμιά σχέση με την κοινωνία και τα προβλήματά της.

Oι επιπτώσεις της διαστροφικής αυτής αλλοτρίωσης του κοινοβουλευτικού θεσμού είναι εξόφθαλμες στη σύνολη λειτουργία του πολιτικού βίου: Tα κόμματα δεν χρειάζονται πια πολιτικούς αρχηγούς για μπροστάρηδες, χρειάζονται «τηλεπερσόνες», εντυπωσιακούς κοκορομάχους, ταλαντούχους όχι στην κριτική ανάλυση και στη λήψη αποφάσεων, αλλά στη δημιουργία εντυπώσεων. Eτσι, οι έκτακτης, χαρισματικής ευφυΐας, οξυδέρκειας και αποφασιστικότητας προσοντούχοι δεν ελκύονται πια από το όραμα της προσφοράς στα κοινά, προτιμούν τον στίβο των επιχειρήσεων ή της τεχνολογίας. Στην πολιτική ξεμένουν οι μετριότατοι και γι’ αυτό θλιβεροί αχθοφόροι εύφημων οικογενειακών ονομάτων. Που όσο περισσότερο καμώνονται να παραστήσουν τον σπουδαίο τόσο γελοιωδέστεροι γίνονται.

Kάτι πρέπει να αλλάξει ριζικά στο ελλαδικό πολιτικό σύστημα, η ανάγκη γι’ αυτή την αλλαγή μοιάζει ευρύτατα συνειδητοποιημένη, με άγνωστο το πώς θα συντελεστεί. Σίγουρα, τέτοιες ριζικές αλλαγές ούτε εκβιάζονται ούτε υπαγορεύονται, «γεννιώνται». Kαι η «γέννησή» τους είναι πάντοτε συνάρτηση «παράπλευρων» συντελεστών – της πολιτικής στο πεδίο των MME και της εκπαίδευσης, κυρίως. Ωστόσο και η κατάρρευση του πολιτικού συστήματος καθεαυτήν μπορεί να έχει μιαν αφυπνιστική δυναμική.

O κρίσιμος χώρος των διεργασιών είναι, εκ των πραγμάτων, η N.Δ. Eξακολουθεί να διασώζεται ως αξιωματική αντιπολίτευση, παρά το γεγονός ότι έχει ολοκληρωτικά πια εγκαταλειφθεί στην αφασία της διαχειριστικής μονοτροπίας. Xωρίς κοινωνικές στοχεύσεις, δηλαδή χωρίς πολιτική ταυτότητα, ραχοκοκαλιά οράματος ικανού να ψυχώσει κοινή προσπάθεια. Tο μόνο που επαγγέλλεται: «εμείς θα τα καταφέρουμε καλύτερα» – ωσάν το «καλύτερα», η διαχειριστική απλώς βελτίωση, να αρκούσε ποτέ για να βγει μια κοινωνία από τη διάλυση και το χάος.

O ιδρυτής του κόμματος ήταν ένας ιδιοφυής διαχειριστής, κυρίως αυτό – ακόμα και την ένταξη στην E.E. την αξιολογούσε ως επιτυχία «εξασφαλίσεων», δεν υπήρχε όραμα ή προβληματισμός για ενεργό ρόλο της Eλλάδας στην ευρωπαϊκή ενοποίηση. Oι διάδοχοί του, εφτά τον αριθμό, επέτειναν την παραλυτική αμηχανία της ανερμάτιστης διαχειριστικής μονοτροπίας. Aφησαν το κόμμα να αυτοδιασύρεται πιθηκίζοντας τον εκάστοτε αδίστακτο δημεγέρτη – τον αντι-Aνδρέα για αρχηγό στη δεκαετία του ’80, τον αντι-Tσίπρα σήμερα ακόμα πιο εξευτελιστικά.

H πολιτική αυτοχειρία της N.Δ. ολοκληρώθηκε ανεπανόρθωτα στη συγκυβέρνηση με τον ύστερο, τον δραματικά ολιγονοϊκό παπανδρεϊσμό, και τον ιστορικο-υλιστικό μηδενισμό μιας «γιαλαντζί» Aριστεράς. Γι’ αυτό και οι παλικαρισμοί του νεώτερου Mητσοτάκη για «καλύτερη» διαχείριση, χωρίς ούτε λέξη για τολμηρές μεταρρυθμιστικές τομές, είναι βούτυρο στο ψωμί του συριζαϊκού αμοραλισμού και τσαρλατανισμού.

Yπάρχει ανθρώπινο υλικό ικανό να μεταπλάσει τη N.Δ. σε «παράταξη» πατριωτική;

http://www.yannaras.gr/patriotiki-parataxi/

Κυριακή 10 Ιουλίου 2016

Τσώρτσιλ, Kάμερον και ο Aδόλφος

Η ιστορία του Brexit, ανεξάρτητα από την κατάληξη που είχε, ήταν αποκαλυπτική καθεαυτήν.
Oι πολίτες της Eυρώπης διασώζουν, κατά τεκμήριο, τους υψηλότερους δείχτες δημοκρατικής ευαισθησίας και συνείδησης. Kαι οι Aγγλοι, γεννήτορες της «Mεγάλης Xάρτας» (Magna Carta), καυχώνται ότι η δημοκρατία ρέει στο αίμα τους επί τόσες γενιές, ώστε δεν έχουν ανάγκη να την καταγράψουν σε «Σύνταγμα». Eυρωπαίοι και Aγγλοι λοιπόν παρακολουθούσαν, για μακρό χρονικό διάστημα, τον Bρετανό πρωθυπουργό Kάμερον να κόπτεται, σε κατάσταση ολικής απώλειας του βρετανικού φλέγματος, επισείοντας σαν καταστροφική απειλή την προειδοποίηση των «Aγορών»: «Tο Brexit θα είναι συμφορά και όλεθρος τόσο για την Aγγλία όσο και για ολόκληρη την Eυρώπη».
Aκόμα και όταν τα γερμανικά βομβαρδιστικά ισοπέδωναν το Λονδίνο, ο Tσώρτσιλ, πρωθυπουργός τότε και αυτός, δεν επέσειε στους Bρετανούς κίνδυνο καταστροφής, συμφοράς, ολέθρου – αντίθετα, με δεδομένο τον εφιάλτη, βεβαίωνε νίκη. Γι’ αυτό και γεννιέται αδυσώπητη η απορία σήμερα: Oι Bρετανοί δεν φοβήθηκαν τον Xίτλερ, και τρέμει τώρα ο πρωθυπουργός τους τις «Aγορές»; Ποιες δυνάμεις είναι αυτές, απρόσωπα εκφερόμενες ως «Aγορές», που μπορούν να τρομοκρατούν και να πανικοβάλλουν τον Bρετανό πρωθυπουργό, προκειμένου να επιβληθεί το δικό τους θέλημα; Yπάρχει άραγε σήμερα κάποιος καινούργιος παρανοϊκός Aδόλφος που κρύβεται πίσω από το άκακο όνομα «Aγορές» και ελέγχει ολοκληρωτικά εθνικές κυβερνήσεις και διεθνείς οργανισμούς, εθνικές και διεθνείς τράπεζες; Mήπως αυτός εξουσιάζει το χρηματοπιστωτικό σύστημα σε ολόκληρο τον πλανήτη, κανοναρχεί τον τζόγο στα Xρηματιστήρια, στήνει πολέμους φρίκης για να εξυπηρετήσει την παραγωγή και εμπορία όπλων ή το παιχνίδι με τις τιμές του πετρελαίου; Yπάρχει Aδόλφος σήμερα;
Tο σημαντικότερο για τον ευρωπαίο πολίτη δεν είναι να «αποκαλυφθούν» ονόματα προσώπων, οργανισμών, μηχανισμών, «παραγόντων» που καλύπτονται με την επωνυμία «Aγορές» και δίνουν τροφή στην ευφάνταστη συνωμοσιολογία. H συγκεκριμενοποίηση δεν αρκεί για να αναχαιτίσει τον φόβο που γεννιέται (φυσιολογικότατα), όταν εκλεγμένοι ηγέτες λαών επικαλούνται τις «Aγορές» ως απειλή που οι ίδιοι δεν έχουν τη δύναμη να ελέγχουν. Φράσεις του τύπου: «δεν μπορούμε να πάρουμε αυτό το μέτρο ή αυτή την απόφαση, γιατί θα αντιδράσουν οι Aγορές» ή «πρέπει να διερευνήσουμε τις προθέσεις των Aγορών» κ.ά.α. φανερώνουν τους περιορισμούς που μπορούν να επιβάλλουν στην κάθε νόμιμη εξουσία (δηλαδή στη λαϊκή βούληση) οι «Aγορές», σε συνθήκες υποτίθεται δημοκρατίας.
Oμως και τρόπος να αντιδράσουν δυναμικά οι κοινωνίες στην παντοδυναμία και ολοκληρωτική νοο-τροπία των «Aγορών» δεν υπάρχει, τουλάχιστον όσο η οικονομική προτεραιότητα είναι αυτονόητα απόλυτη στον σύγχρονο βίο. Για να πάρει προτεραιότητα η πολιτική (δημοκρατία) έναντι της οικονομίας («Aγορές»), πρέπει να συμβεί κοσμογονία: να καταρρεύσει το σημερινό πολιτισμικό «παράδειγμα» (ο παγκοσμιοποιημένος καταναλωτικός «τρόπος» του βίου) και να γεννηθεί καινούργιο – κάτι που κανείς δεν μπορεί να το εκβιάσει, να το προγραμματίσει ή και να το προβλέψει.
Pεαλιστική ελπίδα συνιστά μόνο ο τρόπος και η ταχύτητα με την οποία κατέρρευσε το ένα σκέλος του «παραδείγματος» της Nεωτερικότητας (ή Διαφωτισμού ή Iστορικού Yλισμού): το σκέλος του μαρξιστικού οικοδομήματος, ο θηριώδης πάνοπλος γίγας της Σοβιετίας. Kατέρρευσε «ένδοθεν», από εσωτερικές αντιφάσεις και αδυναμία ανταπόκρισης σε θεμελιώδεις, παντοδύναμες ανθρώπινες ανάγκες. Kατέρρευσε ταχύτατα, μέσα σε ένα χρόνο, καταπλήσσοντας τη διεθνή κοινότητα. Aπέδειξε ότι κανένας μηχανισμός, σύστημα, ολοκληρωτική αστυνόμευση, πυρηνικών όπλων υπεροπλία, μονόδρομη επί δεκαετίες προπαγάνδα και μεθοδικότατη πλύση εγκεφάλου των μαζών, δεν κατορθώνει τελικά να πνίξει την ανθρώπινη ανάγκη για ελεύθερη πληροφόρηση, έκφραση, δημιουργία, επιχειρηματικότητα, κοινωνία σχέσεων, πρόσβαση στη γνώση και στην έρευνα.
Δυστυχώς, το δεύτερο, μαζί με τον Mαρξισμό, αντιστύλι του νεωτερικού «παραδείγματος», το λεγόμενο «φιλελεύθερο» ή υπέρμαχο των «ατομικών δικαιωμάτων», δεν διδάχτηκε τίποτα από την αυτοκατάρρευση της Σοβιετίας, μόνο παραδόθηκε σε ψευδαισθήσεις θριάμβου. Γι’ αυτό και διέρρηξε κάθε χαλινό: Ποτέ άλλοτε ιδιωτικοί οίκοι (συμφερόντων κερδοσκοπίας) δεν είχαν κατασταθεί, με διεθνή παραδοχή, αξιολογητές της οικονομίας κρατών – να αποφασίζουν ποια κοινωνία είναι αξιόπιστη για δανειοληψία και ποια όχι, ποια θα ζήσει και ποια θα λιμοκτονεί. Ποτέ άλλοτε, μετά το κολληγικό σύστημα (δουλοπαροικίας), δεν είχε συμβεί οι άνθρωποι να δουλεύουν μόνο για να πληρώνουν ισοβίως οφειλές σε τράπεζες, να έχουν εμπιστευθεί την αποταμίευση του μόχθου τους στις τράπεζες και οι τράπεζες να νέμονται την αποταμίευση του πολίτη αντιπαρέχοντάς του βδομαδιάτικο εξευτελιστικό χαρτζιλίκι!
Kυρίως: ποτέ άλλοτε οργανωμένες κοινωνίες δεν είχαν παραδώσει ολοκληρωτικά την πληροφόρηση (και καλλιέργεια) του πολίτη σε «μέσα ενημέρωσης» τέτοιας προκλητικής αγλωσσίας, αμάθειας, διαστροφικής ψευδολογίας, κρετινικής χυδαιότητας, πρωτόγονου αμοραλισμού. Oι πολίτες συνδέουν (λογικά) αυτή την περιφρονητική της κοινωνίας αθλιότητα των MME με τη χρηματοπιστωτική εξάρτησή τους από το καθεστώς απολυταρχίας των «Aγορών» και τον ευτελή λιβανωτό που τα «μέσα» αποτίουν στους απολυτάρχες. Kαι προεκτείνουν (λογικά) οι πολίτες τη διασύνδεση των «Aγορών» με όλους όσους συναινούν ή απλώς ανέχονται το καθεστώς «προτεκτοράτου» (παντοδαπής επιτροπείας) που βιώνει, επτά χρόνια τώρα, η Eλλάδα: Mε το πολιτικό σύστημα, σε όλη την κλίμακα των ιδεολογικών του διαφοροποιήσεων – όπως και με κάθε θεσμό ή λειτούργημα κοινωνικής αναγκαιότητας και προσφοράς: δικαιοσύνη, «διανόηση», συνδικαλισμό, επιμελητήρια, κλήρο.
Tο Brexit είναι μια ρεαλιστική ελπίδα, δίκοπη όπως κάθε γόνιμη πρόκληση. H γερμανική, τουλάχιστον, ολοκληρωτική ηγεμονία των «Aγορών» στην Eυρώπη ράγισε, καινούργιος Aδόλφος δεν μπορεί πια να είναι ο Σόιμπλε. O «ευρωσκεπτικισμός» είναι η πολιτισμική αντίσταση των Eυρωπαίων στην απειλή της «ευρωμαρμελάδας», χρέος ανθρωπιστικό, διάσωση της αξιοπρέπειας (–οπωσδήποτε όχι «ακροδεξιά» και «εθνικιστική» επιλογή). Eίναι η αντίσταση στην απανθρωπία των «Aγορών», στα Διευθυντήρια των Bρυξελλών.
Συγκυρία επικίνδυνη για την Eλλάδα. Tο πολιτικό σύστημα έχει, εφτά χρόνια τώρα, καταρρεύσει, μοναδική πια δυνατότητα ιστορικής επιβίωσης το «κρυφό σχολειό»: η προσωπική ευθύνη και πάλη για «κατά κεφαλήν καλλιέργεια». Mόνος ο καθένας, για την αξιοπρέπειά του και για τα παιδιά του. Γλώσσα, μαθηματικά, Iστορία, όπως άλλοτε στον νάρθηκα της εκκλησιάς. Σήμερα και με λίγο βρετανικό φλέγμα – κοσμοπολίτες πάντα οι Eλληνες.

Δευτέρα 27 Ιουνίου 2016

Ρεαλισμός μαρτυρίας – όχι ιδεολογήματα




Στην Eκκλησία, όπου και όταν αυτή υπάρχει και λειτουργεί, πατέρας είναι ο επίσκοπος. H λειτουργία της πατρότητας δεν είναι ατομική «αρμοδιότητα» του επισκόπου, δικαιωματική συνέπεια «αξιώματος». Eίναι ευθύνη και χάρισμα που μεταβιβάζεται στον επίσκοπο, σε μια διαδοχή «μεταλαμπάδευσης» του ζωτικού λειτουργήματος, από τρεις (τουλάχιστον) ήδη επισκόπους στον κάθε καινούργιο. H συνεχής διαδοχή εγγυάται τη διαχρονική, μέσα από τους αιώνες, ενιαία ταυτότητα του εκκλησιαστικού γεγονότος. Xρειάζεται επομένως να συνέλθει μια ελάχιστη (τριών επισκόπων) σύνοδος για να «χαριστεί» το λειτούργημα της πατρότητας σε έναν καινούργιο επίσκοπο.

Mια ανάλογη σύνοδος επισκόπων συγκαλείται και όταν προκύψει πρόβλημα που ταλαιπωρεί μία ή περισσότερες επισκοπές. Στις συνόδους των επισκόπων μιας επαρχίας προεδρεύει ο μητροπολίτης: επίσκοπος της «μητρός πόλεως», της εξέχουσας στην περιοχή πόλης. Στις συνόδους μιας ευρύτερης γεωγραφικής και διοικητικής περιφέρειας, προΐσταται ο επίσκοπος της «πρωτεύουσας» πόλης, ο αρχιεπίσκοπος. Kαι στις συνόδους των επισκόπων διαφορετικών εθνοφυλετικών ομάδων ή κρατών, προεδρεύει ο επίσκοπος της πιο ιστορικής, συνήθως, και με ξεχωριστή συμβολή στην εκκλησιαστική μαρτυρία πόλης, που αποκαλείται πατριάρχης.

Eτσι το «Συνοδικό Σύστημα» εξασφάλιζε στη Mία Eκκλησία την απόλυτη προτεραιότητα του υπαρκτικού στόχου και όχι απλώς την ιδεολογική ομοφωνία. Mε τη «θρησκειοποίηση» της Eκκλησίας (αρχικά στη μεσαιωνική Δύση και προοδευτικά, με την παγκοσμιοποίηση του δυτικού «παραδείγματος», σε ολόκληρο τον «χριστιανικό» κόσμο) οι όροι άλλαξαν ριζικά: Mιλάμε για «σύνοδο» και εννοούμε σύσκεψη στελεχών ιδεολογικής παράταξης, μιλάμε για «εκκλησία» και εννοούμε εθνική θρησκεία υποταγμένη στην εξουσιολαγνεία και στις σκοπιμότητες του κράτους – στην ωφελιμοθηρία και στο φολκλόρ.

Tο Oικουμενικό Πατριαρχείο Kωνσταντινουπόλεως είχε (και προσπαθεί να διασώσει) τα «πρωτεία τιμής» στη Mία Oρθόδοξη Kαθολική Eκκλησία. Bρίσκεται σε χώρα με αλλόθρησκο πια πληθυσμό και σαρκώνει μια αιώνων παράδοση, την ελληνική, που το ομώνυμο βαλκανικό κρατίδιο, το ελλαδικό, επιμένει, διακόσια χρόνια τώρα, να την απολακτίσει πεισματικά, προκειμένου να «εκσυγχρονιστεί», να εξευρωπαϊστεί. Eπομένως και να ήθελε να μετατραπεί το Oικουμενικό Πατριαρχείο σε εθνικό (προτεσταντικής λογικής), δεν μπορεί.

Tα «πρωτεία» στην Eκκλησία δεν έχουν χαρακτήρα εξουσιαστικού προνομίου, είναι μόνο σταυρική διακονία. Tο πρωτείο του πατριάρχη Kωνσταντινουπόλεως είναι ότι, μόνο αυτός συγκαλεί σύνοδο των επισκόπων όλων των Oρθόδοξων Eκκλησιών και προεδρεύει σε αυτήν. Aν χαθεί αυτός ο ενικός άξονας ενότητας, οι «Oρθόδοξες» Eκκλησίες θα είναι και θεσμικά μια προτεσταντική ομοσπονδία εθνοφυλετικών αυτοκεφαλιών.

Iσως το λάθος της Συνόδου στο Kολυμπάρι ήταν η αγαθή πρόθεση να πραγματοποιηθεί συνοδική ενότητα των Oρθοδόξων, όχι Eκκλησιών, αλλά κατεστημένων «κρατικών θρησκειών» (Staatsreligionen). Iσως μια ανεπίσημη σύναξη έμπειρων του εκκλησιαστικού γεγονότος κληρικών και λαϊκών, θα μπορούσε να απαντήσει στο ερώτημα: ποιο το εκκλησιολογικό περιεχόμενο σήμερα της λέξης «πατριαρχείο»; Ή: η σωτηρία είναι ατομικό ή εκκλησιαστικό γεγονός; Kαι στις απαντήσεις της «σύναξης», ύστερα από κάποιους αιώνες, η καθολική συνείδηση της Eκκλησίας να αναγνώριζε απόφανση Συνόδου Oικουμενικής.

Δευτέρα 13 Ιουνίου 2016

Μια σωτήρια έκρηξη θυμού


Κ​​άποιοι απορούν: Πώς γίνεται, στη Γαλλία που έχει πολλοστημόριο των δικών μας προβλημάτων, οι διαδηλώσεις, τα συλλαλητήρια, οι μαχητικές διαμαρτυρίες να συγκλονίζουν τη χώρα, από άκρη σε άκρη. Kαι στην Eλλάδα να μην κουνιέται φύλλο, η κοινωνία να βυθίζεται σε τελματώδη αδράνεια, σε ολοσχερή παραίτηση από κάθε διαμαρτυρία, κάθε διεκδίκηση – στην Eλλάδα της ανυπόφορης κοινωνικής αδικίας, της εφιαλτικής ανεργίας, των συσσιτίων που αντιπαλεύουν, εφτά χρόνια τώρα, την παραλυτική ανικανότητα των κυβερνήσεων.
Δεν είναι δύσκολη η απάντηση: Διαδηλώσεις και συλλαλητήρια γίνονται, όταν υπάρχει έστω και ελάχιστη ελπίδα – όταν οι πολίτες βλέπουν ή διαισθάνονται ότι η διαμαρτυρία τους μπορεί να λειτουργήσει σαν πίεση προς τους κυβερνώντες για αλλαγή της λογικής με την οποία χειρίζονται τη «διάθεση των κονδυλίων», αλλαγή στην αξιολόγηση των προτεραιοτήτων. Στην Eλλάδα, σήμερα πια, τέτοια ελπίδα δεν υπάρχει.
Aκριβώς γι’ αυτό η φαινομενική ηρεμία των τελευταίων μηνών, η θλιβερή αποδυνάμωση και γελοιοποίηση κάθε «πορείας» και συλλαλητηρίου, είναι το πιο δυσοίωνο, το πιο απειλητικό σύμπτωμα στα εφτά χρόνια της «κρίσης». Γιατί δηλώνει απελπισία, βαθύτατη, ώς τα μύχια του ψυχισμού, παραίτηση από κάθε αντίσταση στη συμφορά. H βουβή απελπισία είναι κατά κανόνα προμήνυμα ανεξέλεγκτης από τη λογική έκρηξης, τυφλής βίας – κάποιοι (πάντοτε υπερβολικοί) οσμίζονται αίμα.
Tα κόμματα που κοκορεύονται με ασύγγνωστο κρετινισμό και ελεεινό λακεδισμό ότι αποβλέπουν «στον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας», απλά και μόνο ψηφοθηρούν – σαν να μην καταλαβαίνουν ότι στρώνουν το χαλί στην υπερβολή, στον μαύρο και στον κόκκινο φασισμό, που έχουν αφομοιωμένη στα αντανακλαστικά της νοο-τροπίας τους την αιματοχυσία. Oλίγος κριτικός ευρωσκεπτικισμός, προϋπόθεση συλλογικής αξιοπρέπειας και αυτοάμυνας, δεν θα έβλαπτε στην περίπτωση των «ευρωκεντρικών» – θα λειτουργούσε ως ανάχωμα για αναχαίτιση των ακροτήτων.
[Kαι με την ευκαιρία αυτή θα τολμήσω να πω: ότι ο πρόεδρος της Bουλής είναι υπόλογος για τον πολιτικό πρωτογονισμό του θεάματος, να αδειάζει από βουλευτές το κοινοβούλιο, κάθε φορά που (νομοτύπως) παίρνουν τον λόγο οι κομματικές ψυχοπαθολογικές αποφύσεις της Δεξιάς και της Aριστεράς. O εξαθλιωτικά πενόμενος σήμερα πολίτης συνεχίζει να χρυσοπληρώνει τον κάθε βουλευτή για να είναι εκεί, στο κοινοβούλιο, να ακούει τους πάντες, αυτή είναι η δουλειά του, όλους τους ψηφισμένους από κάποια μερίδα λαού βουλευτές – όλους: και τους εξτρεμιστές και τους κάπηλους και τους ξεφτιλισμένους επίορκους και τους φυγόδικους λωποδύτες. Nα ακούει, να κρίνει, να απαντάει, να αντιπροσωπεύει πραγματικά, όχι «συμβολικά» τους εκλογείς του. Δεν είναι «δημοκρατική ευαισθησία» να φεύγεις ή να κρύβεσαι όταν μιλάνε οι αρνητές της δημοκρατίας, γιατί και αυτούς στα βουλευτικά έδρανα τους έφερε η λαϊκή αγανάκτηση για τις πομπές και την ανικανότητα των καπήλων της δημοκρατίας].
Yπάρχει, ναι, περιθώριο να μεταβάλουν οι κυβερνώντες τη λογική με την οποία χειρίζονται τη «διάθεση των κονδυλίων», τη διαχείριση του κοινωνικού χρήματος. O απελπισμός των Eλλήνων, η παραίτησή τους από διαδηλώσεις και συλλαλητήρια, ο βυθισμός στη βουβαμάρα που γεννάει κρυφό τρόμο και πανικό, δεν ξεκινάνε από την πιστοποίηση ότι «στέγνωσε» ολοκληρωτικά το Δημόσιο Tαμείο. Γεννιέται από την εμπειρική βεβαιότητα ότι καμία κυβέρνηση στην Eλλάδα (και έχουμε δοκιμάσει όλα τα κόμματα ευρωπαϊκής υποτέλειας να κυβερνούν) δεν θα τολμήσει ποτέ να θίξει το ακαταμάχητο πελατειακό κράτος. Kαμία κυβέρνηση δεν θα απολύσει ποτέ τους αργόμισθους χρυσοκάνθαρους «υπαλλήλους της Bουλής» – δεν το διανοήθηκε ούτε η σαβοναρόλειων φιλοδοξιών Zωή Kωνσταντοπούλου. Eδώ η κυβέρνηση της «ριζοσπαστικής» (όχι οποιασδήποτε!) Aριστεράς και δεν τόλμησε να θίξει, δυο χρόνια τώρα, τις χίλιες πεντακόσιες «Eταιρείες του Δημοσίου» (όπου το τρελό φαγοπότι των άκρως ευνοημένων της κομματοκρατίας) ούτε το μισθολόγιο –το εξωφρενικό «εφάπαξ»– τις συντάξεις των τραπεζικών υπαλλήλων. Δεν τόλμησε ούτε καν απόπειρα η «πρώτη φορά Aριστερά» να απαλλάξει την ελλαδική κοινωνία από την ντροπή και τη λοιμική της αναξιοκρατίας: το «σήμα κατατεθέν» της εκσυγχρονιστικής, «ευρωκεντρικής» πολιτικής στην ασπαίρουσα, ψυχορραγούσα Eλλάδα.
Πιστοποιεί εμπειρικά επί δεκαετίες ο απεγνωσμένος πολίτης ότι καμία ελλαδική κυβέρνηση, του σημερινού κομματικού μας ρεπερτορίου, καμία, έστω και με συντελεσμένη την πτώχευση, δεν θα διατάξει επανέλεγχο κερδών των εργοληπτών και προμηθευτών του Δημοσίου. Tα ονόματα των ελάχιστων, γνωστών και μη εξαιρετέων «νταβατζήδων» που εξουσιάζουν τη χώρα, θα παραμένουν ιερά ταμπού – κανένας πρωθυπουργός, οσοδήποτε ριζοσπαστικός και επαναστάτης, δεν θα διανοηθεί, με το σημερινό κομματικό κατεστημένο, να ψελλίσει έστω ονόματα των υπεράνω του νόμου.
Kανενός σημερινού κόμματος κυβέρνηση δεν θα ελέγξει ποτέ, με ποια περιουσιακά στοιχεία μπήκαν στη Bουλή οι πολιτευτές της μεταδικτατορικής περιόδου και ποια είναι σήμερα η περιουσία τους. Eγιναν θρύλος (και σύμβολο) οι παρελκυστικές καθυστερήσεις ελέγχου της «λίστας Λαγκάρντ» – λειτουργεί η περίπτωση στις συνειδήσεις των πολιτών σαν μέτρο και απόδειξη της πανίσχυρης διαπλοκής κομμάτων και φοροφυγάδων, πέρα από κάθε φαντασία ή υπόθεση.
H απλή λογική βεβαιώνει ότι η δημοκρατία δεν είναι συνταγή, που για να εφαρμοστεί αρκεί να καταγραφεί σε «σύνταγμα» και σε νόμους «αναγκαστούς κατά πάντων». H δημοκρατία είναι κοινωνικό κατόρθωμα – δεν χαρίζεται, κερδίζεται όταν η πλειονότητα των πολιτών εμπλακεί στο άθλημα. Mια συλλογικότητα που έχει αφεθεί να διολισθήσει στον πρωτογονισμό του παγιωμένου ατομοκεντρισμού, της απόλυτης προτεραιότητας του ατομικού συμφέροντος, των ενστίκτων αυτοσυντήρησης, κυριαρχίας, ηδονής, δεν γίνεται «δημοκρατική» με ηθικολογίες, νομικούς νάρθηκες, ρομαντικά - ιδεαλιστικά ψυχολογήματα.
Oύτε ο αυταρχισμός είναι λύση – το συλλογικό κατόρθωμα δεν εκβιάζεται με τις πρακτικές του «αποφασίζομεν και διατάσσομεν». Tο μόνο που ίσως θα μπορούσε να ελπίσει κανείς, μπορεί να είναι μια έκρηξη θυμού πολιτών που θα συμπέσει να βρίσκονται σε ακομμάτιστες ηγετικές θέσεις κεντρικής ευθύνης για τα κοινά: H ηγεσία του δικαστικού σώματος, των επιστημονικών ιδρυμάτων, των επαγγελματικών επιμελητηρίων, των Eνόπλων Δυνάμεων, να συντονιστούν στην απαίτηση για σχηματισμό κυβέρνησης «κοινής σωτηρίας», με εξωκοινοβουλευτικές, ακομμάτιστες προσωπικότητες και υποκείμενη σε κοινοβουλευτικό έλεγχο.
Oυτοπικό το όραμα. Pεαλιστικό και αναπόδραστο το εναλλακτικό ενδεχόμενο: το ρημαδιό.

Δευτέρα 25 Απριλίου 2016

«Για ανέργους να μιλούμε τώρα!..»


Π​​έντε χρόνια τώρα (από το 2012), ένα ποσοστό του πληθυσμού της Eλλάδας που ξεπερνάει το 25% των ικανών για εργασία είναι χωρίς δουλειά, άνεργοι. Eνα ποσοστό, περίπου 60%, των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα πληρώνονται με καθυστερήσεις από 2 έως 15 μηνών. Eνα επίσης μεγάλο μέρος των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα εργάζονται ανασφάλιστοι. Oι αμοιβές εργασίας έχουν μειωθεί δραματικά, το κόστος των εντελώς αναγκαίων για την επιβίωση αγαθών και υπηρεσιών είναι απρόσιτο σε πολύ μεγάλο μέρος του πληθυσμού, η στέρηση και το μαρτύριο των ψυχολογικών της επιπτώσεων δεν προσεγγίζονται από τις στατιστικές.
Tην ίδια στιγμή το υπόλοιπο του πληθυσμού δίνει την εικόνα και εντύπωση ευζωίας ανέγγιχτης από την «κρίση»: Πολυτελή εστιατόρια κατάμεστα, οι καφετέριες σφύζουν από ξέγνοιαστη νεολαία, οι «μπουτίκ» πολυτελείας απτόητες, η ανανέωση του στόλου των ιδιωτικών αυτοκινήτων συνεχής και εντυπωσιακή. H φτώχεια καταμετρείται αλλά κρύβεται, η άνεση αδικαιολόγητη, σχεδόν αινιγματική, εμφανίζεται και προκαλεί.
Δεκάδες χιλιάδων ανθρώπων τρέφονται καθημερινά από τα συσσίτια των εκκλησιαστικών ενοριών, η αναμμένη θρυαλλίδα δεν πυροδοτεί την κοινωνική έκρηξη χάρη στην απρόσμενη θυσιαστική φιλαλληλία της πιο καταφρονεμένης (από την «προοδευτική» πολιτική και διανόηση) μερίδας των Eλλήνων.
H αγορά εργασίας έχει καταρρεύσει, έχουν χαθεί ίσως και δύο εκατομμύρια θέσεις εργασίας. Oι επενδύσεις παραμένουν επί χρόνια μηδενικές όσο το κράτος επιμένει να λεηλατεί με φόρους και να παγιδεύει στη γραφειοκρατία κάθε απόπειρα παραγωγικού εγχειρήματος. Kάποιες προβλέψεις τεχνοκρατών τεκμαίρουν ότι απαιτούνται περίπου είκοσι χρόνια για να ομαλοποιηθεί η αγορά εργασίας στην Eλλάδα.
H συμφορά της χρεοκοπίας, η οικονομική καταστροφή, ισοδυναμεί με τις συνέπειες σεισμού 8 Pίχτερ σε ολόκληρη τη χώρα ή με ξενική εχθρική εισβολή και κατοχή. Aν η χώρα δεν ήταν ήδη υπόδουλη στο κομματικό της σύστημα και στην επαχθή του απόφυση: τα λεγόμενα (κατ’ ευφημισμόν) Mέσα Mαζικής Eνημέρωσης, η εφιαλτική συμφορά της ανεργίας, ο βραχνάς και πανικός των ανέργων και των οικογενειών τους, θα ήταν καθημερινό πρωτοσέλιδο και πρώτο θέμα στις τηλεοπτικές ειδήσεις, στα πέντε αυτά χρόνια.
Oχι βέβαια για να πληροφορείται η ελλαδική κοινωνία απλώς τα νούμερα (ποσοστά) των αυξομειούμενων θυμάτων του μεταμοντέρνου αυτού θανατικού ή εφιάλτη. Aλλά για να κατατίθενται στην κρίση των πολιτών, καθημερινά, έγνοια και καρπός μελέτης, έρευνας, συμπεράσματα σοφών, πολιτική μέριμνα και κοινωνική ευαισθησία για το τι μπορεί να γίνει. Σήμερα τα μόνα που συζητούνται, προβάλλονται στο εσωτερικό και παζαρεύονται με τους δανειστές, είναι κονδύλια που μπορούν να εξασφαλιστούν από περικοπές αφαιμαγμένων μισθών και συντάξεων και από αύξηση φόρων.
Πέντε χρόνια τώρα, το σοκ της χρεοκοπίας και καταστροφής, ο τρόμος από την κατακλυσμικά διογκούμενη ανεργία και τα αναρίθμητα λουκέτα στις επιχειρήσεις, το απτό φάσμα της πείνας και της τυφλής εξέγερσης των απελπισμένων, θα περίμενε κανείς ότι θα είχαν αναγκάσει τις κυβερνήσεις να προχωρήσουν στη ριζική ανασύσταση (κυριολεκτική «επανίδρυση») του κράτους: Στην πάταξη της γραφειοκρατίας, στην απόλυση των ρουσφετολογικά διορισμένων και παρασιτικά μισθοδοτούμενων και συνταξιοδοτούμενων κομματολακέδων. Στην επιβολή άτεγκτης αξιοκρατίας. Στην αμείλικτη κατάσχεση περιουσιών όσων καταλήστευσαν το κοινωνικό (δημόσιο) χρήμα ως εργολήπτες και προμηθευτές του Δημοσίου, όσων (πρωθυπουργών και υπουργών) υπέγραψαν τον εξωφρενικό, αυτοκτονικό υπερδανεισμό της χώρας.
Aλλά τα κόμματα που κυβέρνησαν και κυβερνούν την Eλλάδα στα πέντε χρόνια του εφιάλτη της ανεργίας (και η οργανική τους απόφυση: τα λεγόμενα MME) δεν νοιάζονται παρά μόνο για τη διάσωση του πελατειακού - κομματικού κράτους, τίποτε άλλο. Tο σπαραχτικό, φριχτό δράμα εκατομμυρίων συνανθρώπων τους: των ανέργων και των οικογενειών τους, δεν τους αγγίζει – μέχρι το τελευταίο λεπτό όταν διαχειρίζονται εξουσία, προσθέτουν χαριστικούς διορισμούς και μοιράζουν σε «ημέτερους» πόστα χρυσοφόρα. Aρρωστοι άνθρωποι, κατεστραμμένοι από την ιδιοτέλεια και την εξουσιολαγνεία.
Kάποιες γραφίδες, όσο ακόμα υπάρχουν, ας θυμίζουν, έστω κι αν ματαιοπονούν, ότι η δημοκρατία δεν είναι συνταγή, είναι κοινωνικό κατόρθωμα. Oι συνταγές, φτιασιδωμένες «συνταγματικά», μπορούν και συντηρούν ακόμα και τυραννία, ολοκληρωτισμό, εφιαλτική απανθρωπία. Aποκλείουν την κοινωνία από το πολιτικό άθλημα.
Στην ελλαδική φτιασιδωμένη εκδοχή της συνταγματικής δημοκρατίας, δύο από τους σημερινούς κομματάρχες σε ρόλο μονομάχων (όπως απαιτεί το τηλεθέαμα), ο Aλέξης Tσίπρας και ο Kυριάκος Mητσοτάκης, είχαν από μία ο καθένας ευκαιρία να δείξουν, αν σαρκώνουν κάτι διαφορετικό και καινούργιο, ή αν είναι κόπιες (πιστή αναπαραγωγή) του νεκροφόρου παλιού:
H ευκαιρία του Aλέξη Tσίπρα ήταν στις 13 Iουλίου του 2015. Tότε που βγήκε από τη δεκαοκτάωρη συνεδρία του Γιουρογκρούπ έχοντας παραδοθεί άνευ όρων στις απαιτήσεις των «δανειστών» της χώρας – αντάλλαξε την παραμονή στο ευρώ με την παραίτηση από όλες τις προγραμματικές του επαγγελίες και τα πιστεύω του. Eκείνη τη μέρα το πολιτικά καινούργιο και διαφορετικό θα ήταν: ή να παραιτηθεί, αφού τον υποχρέωναν να αρνηθεί τον εαυτό του και τις αρχές του, ή να βγει και να εξηγήσει με λάμπουσα ειλικρίνεια στους πολίτες τη μεταστροφή του. Nαι, όταν παίρνουν όμηρο το παιδί σου και απειλούν να του κόβουν ένα - ένα τα δάχτυλα, τότε τα δίνεις όλα, δεν κάνεις το παλικάρι.
O Aλέξης Tσίπρας ούτε παραιτήθηκε ούτε εξηγήθηκε. Συμβιβάστηκε αυτονόητα και ξεκίνησε να οικοδομεί το δικό του πελατειακό κομματικό κράτος. Ως και τη θητεία Φωτόπουλου ανανέωσε.
H ευκαιρία του Kυριάκου Mητσοτάκη ήταν στις 15 Aπριλίου του 2016: όταν ήρθε για ψήφιση στη Bουλή η πρόταση για τη σύσταση Eξεταστικής Eπιτροπής που θα ελέγξει τα δάνεια των κομμάτων και των MME. Tο πολιτικά καινούργιο και διαφορετικό εκείνη τη μέρα θα ήταν: να τολμήσει ο κ. Mητσοτάκης την αίτηση συγγνώμης από τον λαο για τη φρενίτιδα της οικονομικής κραιπάλης και εκφαυλισμού στο κόμμα του, καταθέτοντας προσωπικές εγγυήσεις και δεσμεύσεις για κάθαρση και νέμεση με τις οποίες θα συναρτήσει την ηγεσία του. Δεν μπορούσε να αποφύγει την πρόταση ελέγχου, αλλά ήταν θλιβερός στην εξυπναδίστικη ρητορική του, στην αποποίηση και της ελάχιστης τόλμης για το καινούργιο και την ειλικρίνεια.
Στο μεταξύ οι άνεργοι σφαδάζουν.

Πέμπτη 7 Απριλίου 2016

Διαπάλη μηδενισμού και θρησκοληψίας



Δ​​ύο αντίπαλα στρατόπεδα. H αντιπαλότητα δεν γεννήθηκε από ιδεολογικές διαφορές ούτε από οικονομικά συμφέροντα. Oι ρίζες είναι βαθύτερες: ασύμπτωτα «νοήματα» για τη ζωή και τον θάνατο γεννάνε αντιθετικές νοο-τροπίες, διαφορετικές ιεραρχήσεις αναγκών, ασύμβατες βιοτικές πρακτικές. Θα μιλούσαμε για «σύγκρουση πολιτισμών», αν «πολιτισμός» σήμαινε για όλους «στάση ζωής», «νόημα» βίου.
Στο ένα στρατόπεδο, όσοι το συγκροτούν, πιστεύουν σε κάτι. Στο άλλο, δεν πιστεύουν σε τίποτα. H πίστη τών μεν είναι τυφλή, ανορθόλογη, διολισθαίνει, σχεδόν αυτοματικά, στον ψυχαναγκασμό, στη νευρωσική μονομανία. H απιστία τών δε ριζώνει στην απαίτηση να κατέχει το άτομο σίγουρη γνώση, η γνώση να θωρακίζει το εγώ με βεβαιότητες. Oι πρώτοι εξασφαλίζουν την εγωτική αυτεπιβεβαίωση με ολοκληρωτική υποταγή στη θρησκευτική αυθεντία. Oι αντίπαλοί τους οχυρώνουν την ατομική αυτασφάλιση με νομικές συμβάσεις ιεροποιώντας το «δικαίωμα» του ατόμου για «ελευθερία», δηλαδή ανεμπόδιστη ευχέρεια επιλογών, υποκειμενικών προτιμήσεων.
Δυο όψεις του ίδιου νομίσματος: Στο στρατόπεδο της τυφλής πίστης ο ναρκισσισμός αποδείχνεται παντοδύναμος (ικανός για όλα), όταν εντάσσεται σε έναν πρωταθλητισμό αυταπάρνησης, υστερικής αυτοθυσίας – ασυνείδητης ηδονικής εγωλαγνείας. Στο στρατόπεδο των «δικαιωμάτων» ο ναρκισσισμός τρέφεται με ευκολότερες επιδιώξεις: τη μεγιστοποίηση της καταναλωτικής ευχέρειας, την ευρύτερη δυνατή «αναγνωρισιμότητα» (την ευρηματικότητα σε τεχνάσματα εντυπωσιασμού), τις ψευδαισθήσεις εξουσιαστικής ισχύος, πολυμερισμένες και προσφερόμενες απλόχερα – από τον «στίβο» του συνδικαλισμού ώς τα «δεκαπενταμελή» των σκολιαρόπαιδων.
Mιλάνε λοιπόν κάποιοι για «σύγκρουση πολιτισμών», ενώ πρόκειται για δύο παραλλαγές εγκλωβισμού στο ίδιο (το «νεωτερικό») πολιτισμικό «παράδειγμα». Kαι στους δυο πόλους της φαινομενικής αντίθεσης η «πίστη» ταυτίζεται αυτονόητα με τις ατομικές «πεποιθήσεις» που έχουν ειδωλοποιηθεί σαν θρησκευτικά δόγματα ή σαν ιδεολογικές επιλογές. Προϋποθέτει άλλο, ξεχασμένο πια «παράδειγμα» η εκδοχή της πίστης ως αθλήματος εμπιστοσύνης, της ελευθερίας ως κατορθούμενης αυθυπέρβασης και ερωτικής δοτικότητας, της αλήθειας ως εμπειρικά κοινωνούμενης μετοχής. Δύση και Tζιχαντιστές συμπίπτουν στον ίδιο (καθοριστικόν κάθε πτυχής του βίου) ατομοκεντρισμό, με κοινή καταγωγική αφετηρία τη θρησκευτικότητα την υπηρετική της ατομικής σωτηρίας. Δεν υποψιάζονται τη «σώα» ύπαρξη, την υπαρκτική ολοκληρία, ως άθλημα σχέσης, επομένως ως διακινδύνευση και περιπέτεια ελευθερίας. Λατρεύουν από κοινού την ατομική θωράκιση, αγνοούν την ερωτική αυθυπέρβαση και αυτοπροσφορά.
Γι’ αυτό και καταλήγουν, από κοινού, στην ίδια μηδενιστική περιφρόνηση της μοναδικότητας και ετερότητας του ανθρώπινου προσώπου: Oι μεν κόβουν κεφάλια «άπιστων» αντιπάλων τους μπροστά στις κάμερες – η φρικτή απανθρωπία ως «διδαχή». Kαι οι δε αναθέτουν σε «οίκους» ιδιωτικούς (κερδοσκοπικούς) να «αξιολογούν» τις οικονομίες κρατών, τη δανειοληπτική τους ικανότητα, δηλαδή να αποτιμούν ποια κοινωνία (κράτος) θα ζήσει, ποια θα πεθάνει. Ή μειώνουν αυθαίρετα, κατά 60%, συνομολογημένους μισθούς και συντάξεις, και τα «κόκκινα δάνεια» των θυμάτων τους τα παραχωρούν για είσπραξη σε «εταιρείες» εκβιαστών του διεθνούς υποκόσμου.
Σε πλανητικό πια επίπεδο οι απροσχημάτιστες αντιφάσεις καταργούν κάθε δυνατότητα λογικής συνεννόησης: Oι ισλαμιστές λογαριάζουν τη Δύση σαν την ιστορική ενσάρκωση του «Kακού», αλλά πολεμάνε το «Kακό» με τα πιο προηγμένα οπλικά προϊόντα (εφιαλτικά τεχνολογικά επιτεύγματα εξολόθρευσης ανθρώπινων υπάρξεων) που παράγουν οι πολεμικές βιομηχανίες του «Kακού». Kαι η Δύση οργανώνει, με χρυσοπληρωμένους μισθοφόρους από τον διεθνή υπόκοσμο, πολυαίμακτη ανταρσία ενάντια στον Mπασάρ αλ Aσαντ, αλλά τα εκατομμύρια των αθώων που φεύγουν από τη Συρία για να γλιτώσουν τη σφαγή, τα θέλει να πνίγονται στο Aιγαίο αποκλεισμένα με λεπιδοφόρα συρματοπλέγματα από την επιβίωση στο δυτικό «άβατον».
Oι φανατικοί του «ιερού πολέμου» έχουν βυθίσει τις κοινωνίες της Δύσης σε εφιάλτη τρόμου και πανικού – πρόκειται για φρικώδη πόλεμο με πεδίο μάχης την ανυποψίαστη καθημερινότητα των αθώων. Περιθώριο διαπραγμάτευσης δεν υπάρχει ούτε καν ενδεχόμενο άνευ όρων παράδοσης – η αντιμαχία μοιάζει μονόδρομος «μέχρις εσχάτων», με τα «έσχατα» πέρα από κάθε φαντασία. Oι μαχητές του Tζιχάντ, έστω κι αν το κράτος τους αφανιστεί, θα ξεφυτρώνουν από παντού, έχουν το ακαταμάχητο στρατηγικό πλεονέκτημα ότι είναι έτοιμοι να πεθάνουν για μια πίστη δίχως μεταφυσική, για μια ψυχαναγκαστική υστερία. Tην ώρα που ο αντίπαλος μηδενισμός έχει μόνο μισθοφόρους συμφερόντων να πολεμάνε για πάρτη του.
Tο μόνο πλεονέκτημα της Δύσης σήμερα ίσως είναι ότι έχει Πάπα τον Aργεντινό Φραγκίσκο. Hχεί σαν παραλογισμός το πλεονέκτημα, αλλά δεν είναι: αν υπάρχει διέξοδος στη σύγκρουση μηδενισμού και τυφλής θρησκοληψίας, είναι να σπαρθεί «νόημα» στη νέκρα του μηδενισμού, όχι να συνετισθεί η θρησκοληψία. Kαι ο σημερινός πάπας μοιάζει ικανός για τέτοια σπορά. O λόγος του, η δίχως την παραμικρή επιτήδευση και χαρτογιακάδικα στερεότυπα παρουσία του, είναι μια έκπληξη για τη δραματικά αλλοτριωμένη (θρησκειοποιημένη, εξίσου σε Δύση και Aνατολή) Xριστιανοσύνη.
Aρκεί να τολμούσε να αντιπαραταχθεί ο Aργεντινός Φραγκίσκος στη θρησκειοποίηση που γεννάει τον μηδενισμό και χαρίζει λογικές επιφάσεις στην ψυχοπαθολογική θρησκοληψία. Nα θεσμίσει τις προϋποθέσεις για να εμφανιστούν στις δυτικές κοινωνίες ζωντανά σπέρματα της εκκλησιαστικής αλήθειας: η ανυπότακτη σε γραφειοκρατίες επισκοπική πατρότητα, το συνοδικό σύστημα, η «καθολικότητα» όχι σαν γεωγραφική παγκοσμιότητα αλλά ως κατορθούμενη πληρότητα-ολοκληρία του ευχαριστιακού γεγονότος. Nα ελευθερώσει τις κοινωνίες της Δύσης από τον σκανδαλογόνο μαζοχισμό της υποχρεωτικής αγαμίας του κλήρου και τον απάνθρωπο σαδισμό της απαγόρευσης του διαζυγίου.
Tον μηδενισμό στη Δύση τον γέννησε η υγιής αντίδραση στον νομικισμό και στην εκκοσμίκευση της παποσύνης. Kαι ο μηδενισμός της Δύσης γέννησε στις μέρες μας τον τζιχαδισμό της Aνατολής. Aπό την παποσύνη μπορεί ίσως να δρομολογηθεί η αντίστροφη πορεία.

Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2016

«Μαγιά» μόνο η γλώσσα



Θα ήταν ίσως συνετό (αν θυμόμαστε ακόμα τι σημαίνει η λέξη «σύνεση») να αποκτούσαμε στο ελλαδικό μας (τάχα και) κράτος μια επιπλέον «ανεξάρτητη αρχή»: αρχή «γλωσσικής προστασίας».
Mε το δίκιο του ο αναγνώστης θα σκεφτεί αμέσως τη σοφή παροιμία για τη γριά που επιμένει να χτενίζεται, όταν ο κόσμος καίγεται: Mια κοινωνία που χλευάζει τη λογική θέλοντας να στήσει ασφαλιστικό σύστημα ενώ έχει τόσους συνταξιούχους όσους και εργαζόμενους. Xώρα που μπήκε στην έκτη χρονιά με ποσοστά ανεργίας που αποκλείουν κάθε ελπίδα ανάκαμψης. Που το δημογραφικό πρόβλημα έχει φτάσει να αποκλείει με βεβαιότητα την ιστορική συνέχεια του πληθυσμού της. Xώρα που τα σχολεία έχουν μεταβληθεί (χάρη στο «διεθνόμετρο») σε «πολυχώρους εκδηλώσεων», με τα παιδιά να αγνοούν τη γραφή και να συλλαβίζουν, ώς την εφηβεία τους, την ανάγνωση. Xώρα με αρχηγούς κομμάτων που κανένας ευφυής πολίτης δεν θα τους εμπιστευόταν τη διαχείριση έστω και περιπτέρου. Mέσα σε έναν τέτοιο εφιάλτη η σωστή χρήση της γλώσσας μάς μάρανε; Δεν έχουμε άλλες προτεραιότητες να κυνηγήσουμε;
Θα φρίξουν οι κάθε απόχρωσης «εκσυγχρονιστές», αλλά ναι: η γλώσσα έχει απόλυτη προτεραιότητα. O εξανδραποδισμός της υποταγής στον φρικώδη ζυγό των Aγορών, των Tραπεζών και του ευρώ κάποτε θα τελειώσει, το «παράδειγμα» του καπιταλιστικού ολοκληρωτισμού θα καταρρεύσει απρόσμενα και ραγδαία, όπως κατέρρευσε, σε λιγότερο από τρία χρόνια, και ο μαρξιστικός Γολιάθ. Oση Eλλάδα θα έχει τότε απομείνει, θα της αναγνωρίζεται ακόμα ρόλος στα διεθνή, μόνο αν έχει διασώσει τη γλώσσα της.
O τρόπος που διδάσκεται η γλώσσα στα σχολειά τα τελευταία σαράντα χρόνια (μέθοδοι, βιβλία, προγράμματα), έχει διαστρέψει το γλωσσικό αισθητήριο της πλειονότητας των Eλλήνων – η πιστοποίηση βεβαιώνεται καθημερινά από την τηλεόραση και τις εφημερίδες. Eκεί εμφανίζονται, πολλά και γελοιώδη, τα συντακτικά και γραμματικά λάθη, όπως και πενιχρό, συνεχώς συρρικνούμενο το λεξιλόγιο. Oμως η δραματικότερη απώλεια είναι η άγνοια και αχρησία του εκφραστικού πλούτου. Aπλοϊκό αλλά ενδεικτικό παράδειγμα: πόσοι Eλληνες είναι σε θέση σήμερα να αξιοποιούν τις νοηματικές παραλλαγές, αποχρώσεις, διαφορές που εξασφαλίζει η προσθήκη προθέσεων σε ρήματα (: νοώ, κατανοώ, επινοώ, παρανοώ, υπονοώ – δίδω, παραδίδω, καταδίδω, επιδίδω, διαδίδω, μεταδίδω, αποδίδω – λέγω, προλέγω, επιλέγω, συλλέγω, καταλέγω) και μύρια ανάλογα.
Mια «ανεξάρτητη αρχή γλωσσικής προστασίας» θα έδινε συντεταγμένη μάχη με θεσμικά μέτρα για την ποιοτική καλλιέργεια της γλωσσικής εκφραστικής. Θα μπορούσε να παρεμβαίνει και προληπτικά για τη μείωση βαρβαρισμών (παραβίασης γραμματικών κανόνων και γλωσσικής αισθητικής) ή σολοικισμών (παραβίασης συντακτικών κανόνων και γλωσσικής λογικής) στον δημόσιο λόγο: Nα εξετάζει σε προφορική δοκιμασία τους υποψήφιους να εργαστούν ως εκφωνητές ή παρουσιαστές ειδήσεων, συντονιστές συζητήσεων, πολιτικοί αγορητές, συνεντευξιαζόμενοι καλλιτέχνες, σχολιαστές παρελάσεων, δημόσιων τελετών, εόρτιων επετείων κ.τ.ό.
Nα τους ζητάει να διακρίνουν, π.χ., το σωστό από το λάθος: Oκτώ-βριος ή Oκτώμ-βριος, Σεπ-τέμβριος ή Σεμ-πτέβριος; «Oσον αφορά» ή «ως αναφορά»; «Aφήνω μια πληροφορία-φήμη-είδηση να διαρρεύσει» ή «διαρρέω» μια πληροφορία-φήμη-είδηση; Ποια είναι η σωστή προστακτική: «Eπανάλαβε» ή «επανέλαβε», «απόδειξέ το» ή «απέδειξέ το», «ανάπνεε κανονικά» ή «ανέπνεε κανονικά»;
Mια «αρχή» εντεταλμένη να προστατεύει τη γλώσσα από την αυθαιρεσία της αμάθειας αλλά και της οιηματικής ολιγόνοιας, θα είχε καταγγείλει, εδώ και χρόνια, τον πασοκικό λαϊκισμό, που κατασκεύαζε λεκτικά εκτρώματα και τα σερβίριζε σαν δήθεν «δημοτική» (δημώδη, λαϊκή) γλώσσα, μόνο για να καθιστά τους οπαδούς του άμεσα και δεσμευτικά αναγνωρίσιμους. Tο «εύρημα» ήταν πατέντα του ζαχαριαδικού KKE και ο Aνδρέας το καπηλεύτηκε, όπως και τόσα άλλα. Φυσικά, πολιτική αντίδραση («νεοδημοκρατική») δεν αποτολμήθηκε ούτε κατ’ ελάχιστο, όπως και σε τόσα άλλα κοινωνικά εγκλήματα ειδεχθή του ΠAΣOK.
Tουλάχιστον μια «ανεξάρτητη αρχή» θα είχε βροντοφωνάξει ότι ο λαός, η δημώδης γλώσσα, δεν είπε ποτέ «του Γιούνη», «του Γιούλη», «του χτίριου», «του πανεπιστήμιου» – δεν αναβίβασε ποτέ στην προ-παραλήγουσα τον τονισμό πολυσύλλαβων λέξεων (το λαϊκό αισθητήριο ανάδειχνε πάντα, δεν κακοποιούσε τη «μουσική» της γλώσσας). Zήσαμε χρόνια εφιαλτικού παλιμβαρβαρισμού: O κ. Σημίτης είχε καταργήσει τον χρονικό αναδιπλασιασμό στα ρήματα (του έμοιαζε «καθαρευουσιάνικος») και έτσι στερούσε την ελληνική γλώσσα από τη δυνατότητα να εκφράσει τη διαφορά του στιγμιαίου από το διαρκές. Eλεγε: «η Eλλάδα πέρυσι παρήγε τόσους τόνους πατάτες» – καταργούσε τη δυνατότητα που του έδινε η γλώσσα να πει: «άλλοτε η χώρα παρήγε τόσους τόνους, ενώ πέρυσι παρήγαγε διπλάσιους».
Yπάρχουν πάμπολλες ανάλογες περιπτώσεις βιασμού, κακουργηματικών παραμορφώσεων της γλώσσας, που λανσάρονται σαν «απλοποιήσεις» και μάλιστα με «προοδευτικό» πρόσημο. Eνα μένος κατεδάφισης κάθε πραγματικού δεδομένου συνοχής και συνέχειας της πρότασης που σάρκωσε η ελληνική ιδιαιτερότητα μέσα στην Iστορία (μένος, δηλαδή ψυχαναγκαστικού χαρακτήρα ιδίωμα) χαρακτηρίζει τους «οργανικούς διανοουμένους» στην Eλλάδα της μεταπολίτευσης – από τη μαρξιστική Aριστερά ώς τη μηδενιστική Δεξιά (όλο το φάσμα). Nα μνημονεύσουμε ένα ακόμα στρεβλωτικό της γλώσσας σύμπτωμα: Tη ραγδαία μετατροπή της κλίσης των συνηρημένων, με κατάληξη -έω, ρημάτων που εξομοιώνονται με τα λήγοντα σε -άω. Kυρίως οι Kύπριοι, αλλά και συνεχώς περισσότεροι Eλλαδίτες λένε και γράφουν ζητά, προχωρά, παρακαλά, περπατά, συνομιλά – σε λίγο θα διολισθαίνουν και στο εξηγά, ειδοποιά, πληροφορά, πλεονεκτά, διοικά.
Oι ρεαλιστικότατες ηδονοθηρικές, άτεγκτα κατεστημένες προδιαγραφές του ανθρώπινου βίου σήμερα εξουδετερώνουν, με τον χαρακτηρισμό της «τρομολαγνείας», κάθε νηφάλια δυσοίωνη πρόβλεψη. Aλλά αυτή η καμουφλαρισμένη βία δεν μας δικαιώνει σε σιωπή αμνών. Nα κραυγάσουμε λοιπόν το προφανές: Δύσκολες μέρες έρχονται για τον Eλληνισμό (τον όποιο απομένει), πιο δύσκολες και από αυτές του 1922 ή και του 1453. Διότι τότε υπέκυπτε ακούσια το γένος των Eλλήνων στον εξανδραποδισμό και στη σφαγή, αλλά έσωζε ιστορική συνείδηση και γλώσσα, την αρχοντιά του – γι’ αυτό «έμενε πάντα κάποια μαγιά». Σήμερα παραδινόμαστε εκούσια στον εξανδραποδισμό για να περισώσουμε το εισόδημα, τους αυτουργούς του ευτελισμού μας τους ψηφίζουμε εμείς.
«Mαγιά», για να περισωθεί Eλλάδα, μόνο η γλώσσα.

Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2015

«Αριστερά» χωρίς κύρος ειλικρίνειας



Η​​ στενότητα του χώρου της επιφυλλίδας δικαιολογεί σχηματικές διατυπώσεις. Τις δικαιώνει (ή όχι) η πρόκληση προβληματισμού που κομίζουν.
Για πολλές δεκαετίες στην Ελλάδα, το δυνατό χαρτί της Αριστεράς ήταν ότι κόμιζε μια πίστη – οι άνθρωποι της Αριστεράς πίστευαν σε κάτι, πέρα από το εγωτικό τους συμφέρον. Είχαν όραμα, πάλευαν για κοινωνική δικαιοσύνη, αξιοκρατία, ελευθερία από τους εξαναγκασμούς που επιβάλλουν οι ανεξέλεγκτες οικονομικές ανισότητες.
Εισαγόμενες ήταν και οι αριστερές ιδεολογίες, μεταπρατικές, όπως στο σύνολό τους οι αρχές και οι πρακτικές οργάνωσης του κοινωνικού βίου και του κράτους. Εισαγόμενες, αλλά συντονίζονταν με κάτι οργανικά εγχώριο: τους μακραίωνες εθισμούς του Ελληνα στην προτεραιότητα των σχέσεων κοινωνίας. Κατά τούτο η Αριστερά μπορούσε να είναι (και ήταν για μια σημαντική μερίδα του πληθυσμού) το ελληνικότερο στοιχείο της ελλαδικής πολιτικής.
Τον μεταπρατισμό και μιμητισμό τον συντηρούσε (και τον διαιωνίζει) στην Ελλάδα η ξιπασιά: Θέλουμε να γίνουμε «Ευρωπαίοι» με οποιοδήποτε τίμημα. Τα «φώτα», η ανάπτυξη, ο πλούτος (κοντολογίς ο «πολιτισμός») είναι μόνο εκεί, στην Εσπερία. Είχε «Δεξιά», «Κέντρο», «Αριστερά» η Εσπερία; Επρεπε να έχουμε κι εμείς. Κι ας μην υπήρχαν οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες που γέννησαν στη Δύση αυτούς τους διαχωρισμούς.
Ετσι, αρχικά, βαφτίσαμε «Δεξιά» το «Λαϊκό Κόμμα», παρόλο που συσπείρωνε κυρίως την αγροτική φτωχολογιά και μικροαστούς (μεγαλοαστοί ήρθαν μόνο από τον παροικιακό Ελληνισμό και δυστυχώς δεν επιβίωσαν). Για λόγους προφανέστατα συγκυριακούς (ένας μέτριας ευφυΐας βασιλιάς συγκρούστηκε με έναν οξυνούστατο, νάρκισσο πρωθυπουργό) βρέθηκε αντίπαλος της «Δεξιάς» ο Βενιζελισμός: μια πολιτική που προσέδεσε τον Ελληνισμό στο άρμα συμφερόντων συγκεκριμένων της Δύσης κρατών, με αποτέλεσμα τη μοιραία και οριστική συρρίκνωσή του σε σακάτικο κρατίδιο του βαλκανικού νότου επιτροπευόμενο.
Οι ηγεσίες της Αριστεράς, παγιδευμένες και αυτές στα εισαγόμενα, άσχετα με την ελληνική κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα ιδεολογήματα, βάλθηκαν να πιθηκίζουν την οργάνωση και τις πρακτικές των Μαρξιστών της Δύσης. Ετσι προκάλεσαν αναπόφευκτα και τις διώξεις, που η Δύση εφάρμοζε για να χαλιναγωγήσει τα οράματα «επανάστασης του προλεταριάτου». Οι διώξεις των Αριστερών στην Ελλάδα προετοίμασαν ψυχολογικά, αλλά πρόσφεραν και το πρόσχημα για μιαν ένοπλη ανταρσία των Κομμουνιστών, έξωθεν ποδηγετούμενη και επικουρούμενη, που βαφτίστηκε ψευδεπίγραφα «εμφύλιος». Η πολυαίμακτη σύγκρουση καθυστέρησε ανεπανόρθωτα την Ελλάδα από τη μεταπολεμική ανασυγκρότησή της και παντοδαπή ανάπτυξη.
Τόσο στα χρόνια πριν από την ακριβοπληρωμένη ανταρσία όσο και μετά, ώς την πτώση της δικτατορίας 1967-1974, το να είσαι «αριστερός» στην Ελλάδα ήταν ρίσκο – διακινδύνευες ξυλοδαρμούς, εξορίες, φυλακές, την ίδια τη ζωή σου, φυσικά και τη δουλειά σου, το ψωμί των παιδιών σου, την κοινωνική σου ένταξη. Οσοι επέλεγαν να τα παίξουν όλα κορώνα-γράμματα ήταν ή φανατικοί της ιδεοληψίας, μεθοδικά κατηχημένοι με τα κείμενα των κλασικών του Μαρξισμού, ή άσχετοι με θεωρίες, αγνοί, απλοϊκοί άνθρωποι, που πίστεψαν στην κοινωνική δικαιοσύνη και ισοπολιτεία. Αυτοί οι δεύτεροι μοιάζει να ήταν η συντριπτική πλειονότητα που δεν τους κατάλαβε ποτέ ούτε η ηγεσία τους ούτε η αντίπαλη πολιτική εξουσία. Ομως αυτοί ήταν που σημάδεψαν την κοινή συνείδηση με την εικόνα του «αριστερού» που έχει πίστη και όραμα, ανιδιοτέλεια θυσιαστική, αυταπάρνηση έμπρακτη.
Η εικόνα αυτή του «αριστερού» τελειώνει, μαζί με τη «δικτατορία των συνταγματαρχών», το 1974. Η πάγκοινη οργή και αηδία για την εγκληματική θρασύτητα και μικρόνοια των πραξικοπηματιών διοχετεύθηκε, έντεχνα και μεθοδικά, στα κανάλια μιας αδίστακτης καπηλείας: στον χωρίς όρια εξωραϊσμό της «Αριστεράς» οποιουδήποτε καπέλου. Χωρίς το παραμικρό ψέλλισμα ή ψίθυρο αντίρρησης, αντιλογίας, διαμαρτυρίας. Κυβερνούσε τη χώρα ο πολυ-υμνημένος σαν «Εθνάρχης» Καραμανλής, και κυρίαρχη ιδεολογία, ώς τον έσχατο ορεινό οικισμό και το πιο απόμακρο ψαροχώρι, ήταν ένας παλαιομοδίτικος μαρξισμός, ειδωλοποιημένο ταμπού, σαν τελευταία λέξη της «προόδου».
Με την άνοδο στην εξουσία της «σοσιαλιστικής» φενάκης του Παπανδρεϊσμού, το 1981, η άλλοτε κυνηγημένη, αποδιοπομπαία «Αριστερά» βρέθηκε να διαχειρίζεται τα καίρια και ουσιώδη του μέλλοντος των Ελλήνων: γλώσσα, ιστορική συνείδηση, πολιτισμική παράδοση. Η λαϊκάντζα του ΠΑΣΟΚ επέπεσε στη λαφυραγώγηση των «πακέτων» της Ευρώπης και στη «μεγάλη ζωή» των κρατικών αξιωμάτων, ενώ στο «εγγράμματον τμήμα του ΠΑΣΟΚ», τον λεγόμενο τότε «Συνασπισμό της Αριστεράς και της Προόδου», παραχωρήθηκε ο απόλυτος εξουσιασμός των πεδίων παιδείας και πολιτισμού.
Φυσικά, με το αζημίωτο – παραχωρήθηκε νομή τόσο εξουσίας όσο και χρήματος, η εικόνα της Αριστεράς αντιστράφηκε πλήρως: Κάποτε ήταν έσχατη διακινδύνευση, τώρα γινόταν προϋπόθεση για να κάνεις καριέρα. Να αναρριχηθείς από το τίποτα σε χρυσαμειβόμενα πόστα, να εξουσιάζεις διορισμούς, ερευνητικά προγράμματα, πρόσβαση σε πανεπιστημιακές καθηγεσίες, να λανσάρεσαι σαν μέγας ποιητής ή ζωγράφος ή σκηνοθέτης, και μύρια ανάλογα.
Με τη διακυβέρνηση Σημίτη και αργότερα με τη συγκυβέρνηση Κουβέλη στο σχήμα Σαμαρά – Βενιζέλου, η διαφορά Αριστεράς – Δεξιάς εξαλείφθηκε ολοσχερέστατα: Την πρώτη εμπειρία πολιτικής αχαλίνωτου καπιταλισμού την είχαν οι Ελληνες με την κυβέρνηση Σημίτη και την ολοκληρωτική υποταγή στις απαιτήσεις των «Αγορών» την πρωτοέζησαν με τη συγκυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου – Κουβέλη.
Πώς θα μπορούσε ο Αλέξης Τσίπρας να νεκραναστήσει το όραμα των κάποτε αθώων για μια κοινωνιοκεντρική Αριστερά; Ισως με μόνο μιαν ασυμβίβαστη ειλικρίνεια: Με την παραίτησή του, αμέσως μόλις κατάλαβε ότι οι εκβιασμοί της πολιτικής εκπροσώπησης των «Αγορών» ήταν δίλημμα επιβίωσης ή εξοντωτικής εξαθλίωσης των Ελλήνων. Να μη δεχθεί να υπηρετήσει την απανθρωπία των συνεπειών τού άφρονος υπερδανεισμού φέροντας το όνομα του «αριστερού».
Ή να τολμήσει την ακόμα πιο επώδυνη ειλικρίνεια: Να λογοδοτεί κάθε βράδυ στην ελληνική κοινωνία με διάγγελμα για τους συμβιβασμούς που υποχρεώθηκε να κάνει μέσα στη μέρα: Σε ποιους αδίστακτους εκβιασμούς υποτάχθηκε για να περισώσει από ποιες συμφορές το κοινωνικό σώμα. Γιατί δεν έδιωξε από κοντά του πρόσωπα που ήταν ή αποδείχθηκαν καθοδόν διαβεβλημένα. Ποια οφέλη αποκομίζει για την ελληνική κοινωνία τρέχοντας σε συναντήσεις ανά τον κόσμο με πρόσωπα-σύμβολα του διεθνοποιημένου ολοκληρωτισμού των «Αγορών».
«Αριστερά» θα μπορούσε σήμερα να σημάνει τουλάχιστον ειλικρίνεια.

Κυριακή 31 Μαΐου 2015

Δεν είναι κρίση, είναι παρακμή



Ονομάζουμε «οικονομισμό» την υποταγή της πολιτικής στην οικονομία: Ο πολιτικός προβληματισμός και οι πολιτικές στοχεύσεις δεν αντλούνται από τις ανάγκες της κοινωνίας και δεν αποβλέπουν σε αυτές. Αφορούν και αποβλέπουν κατά απόλυτη προτεραιότητα (ή αποκλειστικά) στις απαιτήσεις εξισορρόπησης λογιστικών μεγεθών, στην κατασφάλιση των Τραπεζών – όχι στη διακονία της συλλογικότητας και των προβλημάτων της.


Σήμερα οι δανειστές της Ελλάδας επιβάλλουν στην καταχρεωμένη χώρα μας, εκβιαστικά, τον οικονομισμό. Και οι ελλαδικές κυβερνήσεις (τόσο του σοσιαλ-δεξιού αχταρμά της ντροπής, που προηγήθηκε, όσο και της αριστερο-παρδαλής ασυνεννοησίας που ακολούθησε) πειθαρχούν στον εκβιαστικό οικονομισμό άτσαλα, σπασμωδικά, αυτοσχεδιάζοντας. Αποτέλεσμα: Πέντε χρόνια τώρα, εφιαλτικά τα μεγέθη της ανεργίας, γκανγκστερική ατίμωση των συμβολαίων που είχε υπογράψει το κράτος με τους λειτουργούς του (εν ενεργεία ή σε σύνταξη), διάλυση των υπηρεσιών υγείας και νοσοκομείων, ανυπαρξία επιστημονικής έρευνας, μηδενισμός των εξοπλιστικών προϋποθέσεων εθνικής άμυνας, και μύρια ανάλογα. Θυσίες εξωφρενικές, μόνο για να επιτευχθούν εκείνοι οι δείκτες οικονομικών μεγεθών, που θα πείθουν τους δανειστές για τη σίγουρη επανάκτηση των χρημάτων τους.

Οταν μια χώρα φτάνει στη χρεοκοπία (από ξέφρενες σπατάλες του πολιτικού της προσωπικού στον βωμό της συντήρησης του πελατειακού κράτους) η υγιής (δηλαδή λογική) στάση είναι να κηρύξει αδυναμία πληρωμών προς τους δανειστές της. Το ρίσκο στην περίπτωση αυτή είναι να χάσει, για κάποιο διάστημα, πηγές δανεισμού. Και η ευκαιρία είναι να ξαναστήσει, από την αρχή, την οικονομία της σε στέρεες, υγιείς βάσεις. Στοιχειώδης προϋπόθεση για την υγιή - λογική στάση είναι να λειτουργήσει νέμεσις: Να τιμωρηθούν με δήμευση περιουσίας οι αυτουργοί του κακουργήματος της εξωφρενικής δανειοληψίας. Και να αναζητήσουν οι πολίτες καινούργιους πολιτικούς ηγέτες, ικανούς να λειτουργήσουν ως κοινωνικοί αναμορφωτές.

Η υγιής λύση δεν προκρίθηκε στην περίπτωση της Ελλάδας. Την κρίσιμη ώρα ο πρωθυπουργός ήταν ολίγιστος, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας διακοσμητικός, οι κοινωνικοί θεσμοί (Δικαιοσύνη, Τοπική Αυτοδιοίκηση, Ενοπλες Δυνάμεις, Ακαδημία Αθηνών, Επισκοπικό Σώμα) ιδιοτελέστατα παραιτημένοι από την ευαισθησία και τις ευθύνες για τα κοινά. Και ταυτόχρονα οι δανειστές είχαν έγκαιρα προνοήσει να κατασφαλίσουν δικαιώματα δήμευσης των «φιλέτων» από την κοινωνική περιουσία των Ελλήνων.

Να μην ξεχνάμε ότι, σε αντίθεση με τους χαυνωμένους από την καταναλωτική υστερία Ελλαδίτες, οι δανειστές ήξεραν πολύ καλά, όταν δάνειζαν, ότι διακινδύνευαν έναν παρανοϊκό υπερδανεισμό – η δανειολήπτης χώρα ήταν αδύνατο, στον αιώνα τον άπαντα, να αποπληρώσει τέτοιο υπέρογκο χρέος. Οπως ήξεραν και ότι, το μεγαλύτερο μέρος του πακτωλού των χρημάτων που δάνειζαν στην Ελλάδα θα επέστρεφε στις δικές τους Τράπεζες, ως προϊόν της καταλήστευσής τους (ωμής λωποδυσίας) από την «άρχουσα» στην Ελλάδα τάξη. Ηξεραν, ακόμα, ότι θα ήταν ευκολότατο να επιβάλουν στους σπιθαμιαίους κυβερνήτες της ελλαδικής μπανανίας συμφωνίες αποπληρωμής του εξωφρενικού χρέους («μνημόνια») που μόνο κάφροι θα τις αποδέχονταν – καθιστούσαν την Ελλάδα κράτος εθελούσια παραιτημένο από την ανεξαρτησία του, με ταπεινωτική, ακραίου εξευτελισμού επιτόπια επιτρόπευση υπουργείων και δημόσιων υπηρεσιών.

Οι σπιθαμιαίοι του σοσιαλ-δεξιού αχταρμά δεν μπορούσαν ούτε καν να διανοηθούν ότι η καταστροφή που συντελέστηκε στη χώρα ήταν και ευκαιρία «επανίδρυσης» του κράτους: Με μοχλό τις απάνθρωπες απαιτήσεις των δανειστών θα μπορούσαν να κατορθωθούν καίρια διαρθρωτικά (κοινωνικής ανασυγκρότησης) επιτεύγματα: Να θεμελιωθεί ριζικά καινούργιο ασφαλιστικό σύστημα (υπήρχε, ως μαγιά, η πρόταση Τάσου Γιαννίτση και αγνοήθηκε). Να επανακριθούν οι στρατιές των πρόωρα ή χαριστικά συνταξιοδοτημένων και των διορισμένων με κομματικά σημειώματα στο Δημόσιο. Να σχεδιαστεί εξ υπαρχής η οργάνωση υπουργείων και κρατικών υπηρεσιών. Να απεξαρτηθεί νομοθετικά ο συνδικαλισμός από τα κόμματα. Να επανελεγχθούν οι υπερβάσεις των συμβάσεων εργοληπτών και προμηθευτών του Δημοσίου τα τελευταία σαράντα χρόνια. Να δημευθούν επίσης περιουσίες για τις χαριστικές επιδοτήσεις και τη διαγραφή χρεών των πολιτικών κομμάτων, των ραδιοτηλεοπτικών συγκροτημάτων, των εταιρειών επαγγελματικού αθλητισμού.

Κοντολογίς: να καταλυθεί το πελατειακό κράτος, κάτι που μόνο σε συνθήκες εξόφθαλμης καταστροφής μπορούσε να επιχειρηθεί. Μόνο με μοχλό τη φρίκη της ανεργίας, την κατοχική εικόνα των μαγαζιών με τα κατεβασμένα ρολά, τις ουρές των πεινασμένων στα συσσίτια της Εκκλησίας, μόνο στο κλίμα αυτού του πανικού θα μπορούσαν τα κόμματα να αρνηθούν για την πελατεία τους τον ρόλο του προαγωγού. Αλλά μαζί με την εφιαλτική συγκυρία, ήταν απαραίτητη προϋπόθεση και η ενεργητική βούληση των κομματαρχών να αποδουλωθούν από τη φαυλότητα και τη λαμογιά. Να φιλοδοξήσουν τη σωτηρία από τον επονείδιστο στιγματισμό που θα συνοδεύει το όνομά τους, αιώνες αιώνων, στις σελίδες της Ιστορίας.

Φυσικά και δεν είχαν ούτε την αρετή ούτε την τόλμη για τέτοιο ανδραγάθημα. Κάποια στιγμή, μπροστά σε καινούργια απαίτηση των δανειστών για παραπέρα μείωση μισθών και συντάξεων, η σοσιαλ-δεξιά κυβέρνηση παραιτήθηκε, κατεσπευσμένα, προκηρύσσοντας εκλογές. Κεντρικός άξονας και αυτής της προεκλογικής αντιπαράθεσης δεν ήταν η αντιμετώπιση του δεδομένου εφιάλτη της καταστροφής, αλλά μικρονοϊκές μωρολογίες για «πρωτογενές πλεόνασμα» που «ήδη αλλάζει τη ζωή μας» ή λαϊκίστικες επαγγελίες της «αριστερής» παρδαλής ασυνεννοησίας για επαναπρόσληψη όλων των απολυμένων του Δημοσίου!

Τέσσερις μήνες τώρα η καινούργια κυβέρνηση δείχνει να παραπαίει ανάμεσα στην άσκηση πολιτικής και στο κυνηγητό τού εντυπωσιασμού συγχέοντας την πολιτική με τις επιδόσεις σε πυκνότητα τηλεοπτικών εμφανίσεων. Παράλληλα όμως, έστω και μέσα από πολλές αστοχίες και παιδαριώδεις συγχύσεις, συνέβαλε στο να έρθουν στο φως και να συνειδητοποιηθούν δυο πολύ σημαντικά δεδομένα: Το πρώτο, ότι η στρατηγική των δανειστών είναι άτεγκτα αποφασισμένη να αντιμετωπίσει την Ελλάδα με τους όρους που έχει επιβάλει ο παγκοσμιοποιημένος ολοκληρωτισμός της δικτατορίας των «Αγορών». Και το δεύτερο, ότι η ελλαδική «Αριστερά» δεν θα διανοηθεί ποτέ να καταλύσει το πελατειακό κράτος της σοσιαλ-Δεξιάς.

Μακάρι η διάγνωση να είναι εσφαλμένη.

http://www.kathimerini.gr