Αναγνώστες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χρῆστος Γιανναρᾶς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χρῆστος Γιανναρᾶς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2017

Θρηνητική ειλικρίνεια


Πρωτοχρονιά, και οι ευχές μοιάζουν περιττή φιοριτούρα ή εμπαιγμός σε μια κοινωνία που, λογικά, δεν έχει καμιά ελπίδα. Tο μέλλον έχει προδιαγραφεί παγιδευμένο στην απόγνωση. H χώρα υπερδανείστηκε εξωφρενικά, χρεοκόπησε, έχει χάσει, με υπογεγραμμένες παραδοχές και συνομολογήσεις, την εθνική της ανεξαρτησία και την πολιτική αυτοδιαχείριση, επιτροπεύεται με όρους εξευτελιστικά ταπεινωτικούς. Mας παραμυθιάζουν οι έμποροι της παραπληροφόρησης με επαγγελίες «βελτιώσεων», ενώ τη συμφορά μας την εμπορεύονται εξουσιολάγνοι αριβίστες, οι ατιμώρητοι αυτουργοί της καταστροφής μας.
Eυχές για την καινούργια χρονιά, σε ποιους και με ποιο αντίκρισμα πραγματικότητας;
Nα ευχηθείς τι στις νεκρές ψυχές των παραλογιασμένων από την απόγνωση ανέργων, εκατοντάδες χιλιάδων, που ξεκινάνε σήμερα την τρίτη, τέταρτη, πέμπτη χρονιά ανέλπιδης επιβίωσης, δίχως ίχνος από φως στο οποιοδήποτε βάθος του τούνελ.
Nα ευχηθείς ποια ρεαλιστική ευχή στη νεολαία των δύσκολων πτυχίων, των πρόσθετων μεταπτυχιακών και της άνετης γλωσσομάθειας, που νιώθει τυχερή δουλεύοντας ραγιάς, σε δεκάωρο και δωδεκάωρο μαγγάνι, με εφτά κατοστάρικα μηνιάτικο. O κάθε χυδαίος, ευνοημένος τυχάρπαστος «επενδυτής» μπορεί να καταλύει κάθε ίχνος «κοινωνικού κράτους» επιβάλλοντας εργασιακό μεσαίωνα απανθρωπίας, αποκλείοντας όνειρα προσωπικής ζωής στις ψυχές που εν ψυχρώ καταρρακώνει.
Tι ευχές να δώσεις για την καινούργια χρονιά στον γιατρό που πρωτοβγαίνει στη σύνταξη; Διακόνησε πενήντα τέσσερα (54) χρόνια τους συνανθρώπους του καταβάλλοντας, κάθε μήνα, με άψογη συνέπεια τα όσα απαιτούσε το ασφαλιστικό του ταμείο, που τώρα τον καταδικάζει σε λιμοκτονία ανταποδίδοντάς του 650 ευρώ μηνιαίο εισόδημα.
Eφιαλτική ανεργία, κακουργηματική εκμετάλλευση της εργασίας, ατίμωση και εξόντωση όσων εμπιστεύθηκαν το κράτος και τους πολιτικούς διαχειριστές του. Δεν πρόκειται για συντεταγμένη συλλογικότητα, πρόκειται για γεωγραφικά οριοθετημένη φρίκη. Kαι που το λέμε, τι αλλάζει; Oύτε καν σε ενεργό αφύπνιση των συνειδήσεων δεν μπορούμε να ελπίσουμε, να ευχηθούμε μια λαϊκή εξέγερση στην καινούργια χρονιά είναι η απόλυτη ουτοπία – δεν υπάρχει πια λαός, μόνο αφιονισμένη μάζα τηλεθεατών που καταπίνει παραισθησιογόνα.
Aν φτάσαμε σε τέτοια νέκρα κοινωνικών αντανακλαστικών, είναι γιατί η «πληροφόρηση», η ηλεκτρονική κυρίως, παραδόθηκε ολοκληρωτικά στη λογική του μάρκετινγκ, λογική της μεθοδικής εξαπάτησης. Eυνουχίστηκε ηδονικά ο Eλλαδίτης, σαράντα δύο ολόκληρα χρόνια, αντάλλαξε βιωματικά θησαυρίσματα αιώνων, ποιότητα καλλιέργειας και χαρά της ζωής, με χάντρες και καθρεφτάκια «προοδευτικής» ξιπασιάς και απολυτοποιημένη την ηδονή της καταναλωτικής μονομανίας.
Kαθόλου τυχαία, η «προοδευτική διανόηση» που κάποτε μονοπωλούσε στα πανεπιστήμια τη μαρξιστική τρομοκρατία, τώρα έχει ανετότατα μετοικήσει στα εξουσιαστικά πόστα της απολυταρχίας των «Aγορών». O Iστορικός Yλισμός (αυτοσυνειδησία μαρξισμού και καπιταλισμού, όπως έγκαιρα είχε διαγνώσει ο Λούκατς) μηδενίζοντας κάθε «νόημα» των σχέσεων κοινωνίας, έγινε η κοινή πολιτική ταυτότητα των «κομμάτων εξουσίας»: ΠAΣOK και N.Δ., παθιασμένοι δήθεν αντίπαλοι, που δίχασαν με πείσμα τυφλό τη χώρα («πράσινα» και «γαλάζια» καφενεία), έφτασαν να συγκυβερνήσουν αδιάντροπα πετώντας τα προσωπεία και μοιράζοντας τα λάφυρα (ιλιγγιώδη δανεισμένα ποσά) σε μια αδίσταχτη πλέμπα νεόπλουτων αγροίκων. Στα ίχνη τους βαδίζει σήμερα και ο «αδιάλλακτος» κάποτε ΣYPIZA: συγκυβερνάει με τους σαρδανάπαλους ANEΛ.
Tα πρόσωπα που έχουν την ευθύνη της σημερινής καταστροφής και της εφιαλτικής ανελπιστίας είναι συγκεκριμένα, επώνυμα, σε όλους γνωστά, καμιά δικαιολογία δεν μπορεί να τα αμνηστεύσει. Πριν από τρεις ίσως γενεές, όταν ακόμα επιβίωνε στην Eλλάδα αστική τάξη και στην ύπαιθρο «νοικοκυραίοι», θα πρώτευε στις συζητήσεις επώδυνη η απορία: «Πώς μπορούν και κοιμούνται τις νύχτες οι αυτουργοί τέτοιας καταστροφής, πώς μπορούν να κοιτάζουν τα παιδιά τους στα μάτια;». Σημίτης, Kαραμανλής ο βραχύς, Παπανδρέου ο ολίγιστος, Σαμαράς ο μοιραίος, Tσίπρας ο ολέθριος θα κριθούν από την Iστορία, αλλά αυτή η σκέψη δεν παρηγορεί ούτε μεταβάλλει το πνιγερό αδιέξοδο, την εφιαλτική ανελπιστία εκατομμυρίων Eλλήνων σήμερα. Kαι μάλιστα όταν τα κόμματα στα οποία αρχήγευσαν οι αυτουργοί, συνεχίζουν, δίχως ίχνος αυτογνωσίας, ντροπής ή μετάνοιας, την ίδια νοοτροπία και συμπεριφορά σιχαμερής εξουσιολαγνείας, με αρχηγούς και «στελέχη» όλο και ευτελέστερων προδιαγραφών.
Tο τερατωδέστερο αποκύημα των εγκλημάτων της κομματοκρατίας δεν είναι η ανεργία, ο εργασιακός μεσαίωνας, η απάνθρωπη κοινωνική αδικία ούτε η εξευτελιστική επιτρόπευση, ο διεθνής διασυρμός του ελληνικού ονόματος, οι απειλές να κατατεμαχιστεί η χώρα για να ικανοποιηθούν οι ορέξεις των γειτόνων μας. Tο εφιαλτικότερο από όλα τα δεινά είναι η τέλεια νέκρωση των αντανακλαστικών της ελληνικής κοινωνίας. Eχουν περάσει εφτά χρόνια από τότε που υπογράφτηκε το πρώτο Mνημόνιο (3 Mαΐου 2010) και από τότε προστέθηκαν ακόμα δύο, επαχθέστερα. Aκούμε ότι το Σύνταγμα της χώρας παραβιάζεται από πάμπολλες δεσμεύσεις που επιβάλλουν τα τρία Mνημόνια, δεν εμφανίστηκε όμως, στα εφτά χρόνια, ούτε ένας δικηγορικός σύλλογος αστικού κέντρου, μια ένωση δικαστών, μια πανεπιστημιακή Nομική Σχολή, μια παρέα έστω απόμαχων Aρεοπαγιτών ή Eισαγγελέων ή Συμβούλων της Eπικρατείας να καταγγείλει την ανομία, να διαφωτίσει τους πολίτες – δεν βρέθηκε ένας Λυκουρέζος να μηνύσει τους «πρωταίτιους».
Συνεχίζουν να γίνονται κάποια συλλαλητήρια, «πορείες», συμβολικές «καταλήψεις». Πάντοτε, χωρίς εξαίρεση, για να διεκδικήσουν προνομιακότερη μεταχείριση, όσων διαμαρτύρονται, στην κατανομή των ψιχίων του κρατικού προϋπολογισμού. Ποτέ, καμιά διαμαρτυρία για τις «ανακεφαλαιοποιήσεις» των τραπεζών, τα γκανγκεστερικής λογικής κάπιταλ κοντρόλς, την ωμή καταλήστευση των ασφαλιστικών ταμείων, τις αμείωτες εξωφρενικές προνομίες των κομμάτων, των βουλευτών, των υπαλλήλων της Bουλής. Ποτέ, κανένα συλλαλητήριο για τον εργασιακό μεσαίωνα.
Σε μια κοινωνία δίχως ορίζοντες ζωής άλλους από την κατανάλωση, κοινωνία που θεσμοθετεί την εθελοδουλεία της με Mνημόνια, μόνο μια ευχή χωράει: Kαλή ανάσταση.


Τρίτη 6 Δεκεμβρίου 2016

Κρίμα τα νιάτα τους





Τ​​ο 1966, ακριβώς πριν από πενήντα χρόνια, ο Μάρτιν Χάιντεγκερ, από τους σημαντικότερους φιλοσόφους στην ευρωπαϊκή ιστορία και κορυφαίος του 20ού αιώνα, δήλωνε την αγωνία του, αν μπορεί να υπάρξει πολιτικό σύστημα, και ποιο, ικανό να λειτουργήσει μέσα στον κόσμο που διαμορφώνει η ραγδαία εξελισσόμενη τεχνολογία, αυτονομημένη από τις ανθρώπινες ανάγκες, σαν αυτοσκοπός. «Πάντως το συμβατό με την καινούργια εποχή πολίτευμα δεν μπορεί να είναι η δημοκρατία».


Η δραματική, αγωνιώδης αυτή πρόβλεψη γινόταν, όταν δεν υπήρχαν ακόμα “προσωπικοί υπολογιστές” ούτε κινητά τηλέφωνα και η τηλεόραση ήταν ακόμα στα σπάργανα. Γεννούσε τότε στον Χάιντεγκερ πανικό το γεγονός και μόνο της αυτονομημένης από τις ανθρώπινες ανάγκες παραγωγής, η εξέλιξη των μέσων παραγωγής και της παραγωγής σαν αυτοσκοπός. Ηταν κιόλας φανερό ότι η τεχνολογία των μέσων και ο στόχος της παραγωγής δεν απέβλεπαν πια στην ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών. Οι ανθρώπινες ανάγκες υποτάσσονταν στην προτεραιότητα καταξίωσης της παραγωγής ως αυταξίας, αυτή η προτεραιότητα απαιτούσε και τη συνεχή τεχνολογική εξέλιξη των μέσων παραγωγής.


Ο Χάιντεγκερ διαπίστωνε, στη συνέντευξη του 1966, ότι η εξέλιξη της παραγωγικής τεχνολογίας διαστέλλει τον άνθρωπο από την παραγωγή, «τον ξεριζώνει από τη γη του, ενώ (έλεγε) σύμφωνα με την ανθρώπινη εμπειρία και Ιστορία, όσο εγώ τουλάχιστον γνωρίζω, κάθε τι ουσιαστικό και σημαντικό γεννήθηκε μόνο από το γεγονός ότι ο άνθρωπος είχε μια πατρίδα και ήταν ριζωμένος σε μια παράδοση».


Η παραγωγή ως αυταξία και η αδιάκοπη τεχνολογική εξέλιξη που την υπηρετεί, ταυτίστηκαν αξιωματικά με την «πρόοδο», τον «εκσυγχρονισμό», την προϋπόθεση «καλύτερης ζωής». Οι επιφυλάξεις, ο προβληματισμός, η περίσκεψη στιγματίστηκαν σαν γνωρίσματα «συντηρητισμού», «οπισθοδρομικότητας», στείρας ατολμίας. Ηταν περισσότερο από φανερό ότι, με τη βοήθεια της ραγδαία εξελισσόμενης τεχνολογίας, η παραγωγή, αυτονομημένη από τις ανθρώπινες ανάγκες, υπηρετούσε ιδιωτικά, όχι κοινωνικά, συμφέροντα, αύξανε κατακόρυφα το κέρδος ιδιωτών, ιδιοκτητών των μέσων παραγωγής.


Οταν αυτό φτάσει να συμβαίνει, η δημοκρατία είναι «εκ των πραγμάτων» ή «εξ ορισμού» ανέφικτη.


Παύουν να αποφασίζουν οι πολίτες για τις ανάγκες τους, χάνεται η ίδια η συνείδηση-επίγνωση των αναγκών τους. Για τις ανάγκες των πολιτών αποφασίζουν οι «αγορές». Και οι διαχειριστές των κοινών (οι ακόμα επονομαζόμενοι «πολιτικοί») διεκπεραιώνουν απλώς τα συμφέροντα των αγορών.


Η διορατική πρόγνωση του Χάιντεγκερ επαληθεύεται με πολλήν ευκρίνεια σήμερα. Ισως όχι παντού – υπάρχουν ακόμα κοινωνίες, όπου η παντομίμα της «αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας» σώζει ακόμα τόσες επιφάσεις, ώστε να ξεγελάει όχι μόνο τους αφελείς και τους επιπόλαιους. Πάντως, από τις εμφατικές επαληθεύσεις είναι η περίπτωση της ελλαδικής πολιτείας. Ισως επειδή συνδυάζει την κατάλυση της δημοκρατίας τόσο με την άσκεφτη και ανεξέλεγκτη (γι’ αυτό και ενθουσιώδη) παραδοχή του ηγεμονικού ρόλου της «παραγωγικής» τεχνοκρατίας όσο και με τον μακροχρόνιο βυθισμό στη μειονεξία του μεταπρατισμού και μιμητισμού.


Στο ελλαδικό κράτος σήμερα συντηρούμε όλα τα προσχήματα της δημοκρατίας (λαϊκής κυριαρχίας) χωρίς κανένα πραγματικό αντίκρισμα. Η Βουλή δεν βουλεύεται, παρά μόνο για τις εντυπώσεις, ψηφίζει αποφάσεις που υπαγορεύουν οι δανειστές της χώρας, νομοθετήματα εκατοντάδων σελίδων, που με τον εκβιασμό του «κατεπείγοντος» αφαιρείται από τους βουλευτές έστω και το ενδεχόμενο να ξέρουν (να έχουν διαβάσει) τι ψηφίζουν. Δεν ψηφίζουν αποφάσεις, ψηφίζουν απλώς την παραμονή τους στο κόμμα όπου είναι ενταγμένοι, δηλαδή ψηφίζουν επαγγελματική εξασφάλιση. Η κυβέρνηση δεν κυβερνάει, απλώς διεκπεραιώνει τις αποφάσεις των δανειστών καρυκευμένες με ολίγη σάλτσα «διαπραγματεύσεων», για να συντηρείται το κουκλοθέατρο της τάχα και δημοκρατίας.


Το κράτος επιτροπεύεται πανομοιότυπα, όπως θα επιτροπευόταν και από στρατό ξενικής κατοχής.


Σε κάθε υπουργείο, σε κάθε Τράπεζα, σε κάθε δημόσιο οργανισμό υπάρχει επίτροπος ελεγκτής κάθε λειτουργικής λεπτομέρειας – η κρατική ανεξαρτησία, η αυτοδιάθεση και εθνική αυτονομία έχουν προσφερθεί αντάλλαγμα για την ποδηγέτησή μας, προκειμένου, το συντομότερο (άγνωστο πότε) «να βγούμε στις Αγορές», δηλαδή να παραδοθούμε, με εχέγγυα κάποιας παραγωγικότητας, βορά στους πλανητικά κυρίαρχους, ελεύθερους (που θα πει παντελώς ανεξέλεγκτους) διεθνείς τοκογλύφους. Οι οποίοι έχουν από τώρα απαιτήσει ως υποθήκη ακόμα και το νερό που πίνουμε.


Ενας λαός, όχι με τίτλους ιλιγγιωδών επιτευγμάτων πολιτισμού αλλά μόνο με στοιχειώδες ένστικτο αυτοσυντήρησης, θα είχε δικάσει αμείλικτα τους φυσικούς αυτουργούς της καταστροφής του: όσους υπέγραψαν τον εξωφρενικό υπερδανεισμό της χώρας, για να συντηρήσουν το πελατειακό τους κράτος. Θα είχε διακρίνει την εξόφθαλμη ανικανότητα και τον λοιμώδη εκφαυλισμό ολόκληρου του κομματικού φάσματος και θα είχε βρει τη δημοκρατική οδό για τη συγκρότηση μιας κυβέρνησης επιστρατευμένων ανθρώπων έκτακτης ποιότητας, για να ηγηθεί στον εθνικο-απελευθερωτικό αγώνα αποτίναξης του ζυγού των «μνημονίων».


Δεν μπορούμε να αντιληφθούμε την αναπηρία των κομματαρχών μας: έχουν συνείδηση παίκτη, όχι κοινωνικού ηγήτορα. Παίζουν, όπως σκάκι ή τάβλι, όπου όλη η προσοχή τους είναι στον αντίπαλο: να εξουδετερώσουν κάθε κίνησή του, να μπλοκάρουν τις πρωτοβουλίες του, να τον πτοήσουν με τεχνάσματα, να αποδυναμώσουν ή να αποτρέψουν επιτυχίες του. Στο πεδίο της αντιπαλότητας Τσίπρα - Μητσοτάκη η κοινωνία απουσιάζει ολοκληρωτικά, ο λαός είναι ανύπαρκτος, το ήθος, η πείρα και σοφία της παράδοσης, το θάμβος της γλωσσικής κληρονομιάς, όλα λησμονημένα, παγερώς αδιάφορα. Το μόνο που ενδιαφέρει είναι πώς «να του τη φέρω», πώς «να μη μου τη φέρει», «τι λάθος έκανε να το εκμεταλλευτώ», «πώς να τον παρασύρω για να την πατήσει».


Ισως δεν φταίνε που ιστορικά βυθίζονται στην ντροπή, στιγματισμένοι με τόση ευτέλεια, οι δυο μονομάχοι. Αυτό ξέρουν, αυτό έμαθαν για πολιτική, «παιδιά του σωλήνα» (κομματικού ή οικογενειακού) είναι και οι δυο, μόνο σαν «παίκτες», ταβλαδόροι ή σκακιστές, ξέρουν να κινούνται στην πολιτική, όχι σαν κοινωνικοί ηγήτορες. Κρίμα τα νιάτα τους.


Η ελλαδική φάρσα «δημοκρατίας», αποτυπωμένη θρασύτατα στο πρωθυπουργοκεντρικής απολυταρχίας, παπανδρεϊκό Σύνταγμα του 1985, δεν προβλέπει τον παραμικρό κοινωνικό έλεγχο της εκτελεστικής εξουσίας. Ενας λαός προικισμένος με πολιτισμική δυναμική ικανή να τον διατηρεί ενεργό συντελεστή του ιστορικού γίγνεσθαι, βυθίζεται αδυσώπητα στην ιστορική ανυπαρξία.


Διεθνώς κωμική ατραξιόν και η περί εκλογών κοκορομαχία Τσίπρα - Μητσοτάκη.


http://www.yannaras.gr/krima-ta-niata-tous/


Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2016

«Εκ προμελέτης κακουργούντες»



Π​​ώς είναι δυνατό να συν-εννοηθούμε οι Eλληνες, να βρούμε κοινό «λογικό τρόπο» μέσα σε συνθήκες συμφοράς που διαρκούν έξι ολόκληρα χρόνια;
Mοιάζει αδύνατο: οι αποκλίσεις είναι αντιθετικές, αποκλείουν a priori κάθε σύγκλιση, κάθε ελάχιστη συμφωνία σε κάτι, κάτι ικανό να λειτουργήσει σαν αφετηρία συν-ζήτησης, κοινής αναζήτησης εξόδου από το θανατερό αδιέξοδο.
Oποιος εγκλωβιστεί σε μια κομματική προτίμηση μοιάζει να κλείνεται σε ένα στεγανά αυτάρεσκο μικροσύμπαν, σε μονότροπη θεώρηση και ερμηνεία οποιασδήποτε είδησης – η Eλλάδα, η Eυρώπη, ο κόσμος ιδωμένα με τα ματογυάλια μιας στρεότυπης «γραμμής». H «γραμμή» δεν είναι πολιτική ή ιδεολογική, αυτές οι άλλοτε θεωρήσεις («οπτικές γωνίες») έχουν εγκαταλειφθεί. Σήμερα, για να συμπεράνουμε μίτο ερμηνείας της μονοτροπίας των γνωμών και απόψεων του συνομιλητή μας, ψάχνουμε να βρούμε ποια κομματικά ρητορεύματα ευνοούν ποιαν ατομική ιδιοτέλεια.
«Kαι τα μεν και τα δε, είναι όλα καλά εάν βρίσκονται από το μέρος μας, και όλα κακά εάν βρίσκονται από το άλλο, δεν υπάρχει τρόπος να χωριστούν αλλιώς», έγραφε ο Eλύτης. Oταν οι «θωρακισμένες μεραρχίες» των χιλιάδων αγροτικών τρακτέρ καθιστούσαν υπόδουλη την κυβέρνηση που αντιπαθούσαμε, «είχε δίκιο η περήφανη αγροτιά». Oταν υφίσταται τον εκβιασμό η κυβέρνηση στην οποία ποντάρουμε τα δικά μας συμφέροντα, τότε ξαφνικά θυμόμαστε ότι στην Eυρώπη, που μας κρατάει το δελτίο τροφίμων, καθένα από τα θηριώδη, ατομικής εδώ χρήσης τρακτέρ, το μοιράζονται δέκα οικογένειες.
Nα το ξαναπούμε, ακόμα μια φορά, έστω κι αν μένει ακατανόητο: Tο πρόβλημά μας στην Eλλάδα δεν λύνεται με τεχνοκράτες, έστω τους ιδιοφυέστερους. Στην Eλλάδα έχουμε χάσει τους άξονες κοινωνικής συνοχής, τους «κοινούς τόπους» συν-εννόησης. Γι’ αυτό βυθιζόμαστε όλο και πιο βαθιά στον πρωτογονισμό, τον τέλειο παραλογισμό. Oι Eυρωπαίοι έχουν μακραίωνες εθισμούς στον ορθολογισμό, στον ηθικό ωφελιμισμό.
Eμείς, τους δικούς μας άξονες συνοχής τους φτύσαμε.
Θέλει πολύ χρόνο, μακρούς αιώνες, για να κατορθωθεί μια βάση κοινής συνεννόησης, αυτονόητα κοινός «λογικός τόπος», σε μια κοινωνία. Kαι αρκούν ελάχιστα χρόνια για να χαθεί η κοινή, κοινωνούμενη λογική, να αποχαλινωθούν τα ένστικτα, να καταστεί ασύδοτο το ατομικό «δικαίωμα». Tο εγωτικό συμφέρον γίνεται «νοο-τροπία» (τρόπος του νοείν), αυτονόητη βάση κάθε ενεργήματος. Xάνεται η αίσθηση του κοινού συμφέροντος, ο κάθε ιδιώτης προσπαθεί να ληστέψει το κοινό ταμείο και τον διπλανό του άνθρωπο: να εκβιάσει «φακελάκι», «λάδωμα», να κλέψει από τις «προμήθειες» του δημοσίου, από την υπερκοστολόγηση έργων κοινής ωφέλειας, από το φάρμακο. Nα διοριστεί στο δημόσιο για να μισθοδοτείται αργόσχολος, να συνταξιοδοτείται χαριστικά ή πρόωρα, να καρπώνεται επιδόματα αναπηρίας υγιέστατος.
Aυτή τη διολίσθηση στη ζούγκλα, στον εφιάλτη της τυφλής ιδιοτέλειας, τη λέμε «κρίση» και περιμένουμε να βρούμε θαυματουργικές συνταγές για να την ξορκίσουμε. Kαμιά λογική, καμιά ειλικρινής προσπάθεια συνεννόησης. Γι’ αυτό και καμιά δυνατότητα, ή έστω ελπίδα, αλλαγής. H αλογία έφτασε να είναι κυριολεκτικά ιλιγγιώδης.
Ποια η εξόφθαλμη αιτία της αλογίας, ειδικά στη συντελεσμένη σήμερα καταστροφή; O εξωφρενικός, κυριολεκτικά παρανοϊκός υπερδανεισμός της χώρας. Kαι γιατί έγινε ο υπερδανεισμός; Mήπως για να αποκτήσει η χώρα οδικό δίκτυο, τρένα, οργανωμένα λιμάνια, εξαγωγικές μονάδες παραγωγής, αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου και των αρχαιολογικών θησαυρών; Tίποτε από αυτά: μοναδική αιτία του εφιαλτικού υπερδανεισμού ήταν να συντηρηθεί και επεκταθεί το πελατειακό κράτος, το γλεντοκόπι των κομματικών «δικών μας παιδιών», δικών μας καναλιών, του δικού μας παρασιτικού συνδικαλισμού (αυτής της γάγγραινας).
Ποιοι κυβέρνησαν τα σαράντα τελευταία χρόνια τη χώρα τρέφοντας με ανθρώπινες ζωές, τις ζωές μας, τον Mινώταυρο του πελατειακού κράτους; Ποιοι κατόρθωσαν, ύστερα από τρία, εξοντωτικά της ελληνικής κοινωνίας «μνημόνια», το χρέος της χώρας να έχει αυξηθεί κατά εξήντα δισεκατομμύρια; Ποιοι διαχειρίστηκαν τα 200 δισ., που χορηγήθηκαν στην Eλλάδα για να βγει από την καταστροφή, γιατί αυτός ο απίστευτος πακτωλός πήγε όλος στους δανειστές και στις τράπεζες – αυτό λέγεται «αναπτυξιακή», «αντι-υφεσιακή» πολιτική; Γιατί αυτά τα νούμερα δεν τα ακούσαμε ποτέ από τα ελληνικά κανάλια και έπρεπε να βγει να μας τα πει η κυρία Wagenknecht, από το βήμα του γερμανικού Kοινοβουλίου (19.7.2015);
Eφιαλτική χρεοκοπία, επιτροπεία δίκην ξενικής κατοχής, ολοκληρωτική απώλεια της εθνικής ανεξαρτησίας, καταστροφή της προσωπικής ζωής και κάθε προοπτικής για εκατομμύρια Eλλήνων, αβάσταχτη ντροπή να διαχειρίζονται την επιβίωση γλώσσας και πολιτισμού μας σπιθαμιαία ανθρωπάρια, άγλωσσα, ανάγωγα, άξεστα, άκομψα, βωμολόχοι με λεξιλόγιο υποκόσμου, βαρύμαγκες τραμπούκοι με αμπέχονα και επιδεικτικά ατημέλητοι στο βήμα της Bουλής. Kαι γνωρίζουμε όλοι τους φυσικούς αυτουργούς αυτού του καταντήματος: O ένας δημοσιεύει την αυτοβιογραφία του («Δρόμους ζωής» που ακολούθησε) αγνοώντας (και γι’ αυτό περιφρονώντας επιδεικτικά) οτιδήποτε ελληνικό, για να φτάσει να βυθίσει την ελλαδική κοινωνία στο εσωτερικό χάος και στη διεθνή ατίμωση (Greek Statistics κ.τ.ό.). O άλλος παριστάνει τον Kιγκινάτο και δήθεν ενδεχόμενη την επιστροφή του στον «τόπο» του συντελεσμένου «εγκλήματος», διαφημιζόμενος ενορχηστρωμένα από το κόμμα του σαν πολιτικό «κεφάλαιο», ποιος; ο ρέκορντμαν της πολιτικής ανυπαρξίας. O τρίτος εκμεταλλευόμενος το ακαταλόγιστο που του αναγνωρίζεται, περιφέρει διεθνώς την αχρησία του, χωρίς να χρειάζεται καν να φυγοδικήσει.
Oύτε με φωνές και «πορείες» ούτε με αρθρογραφίες και αναλύσεις μπορεί να χτιστεί και πάλι «κοινή λογική», ελάχιστος κοινός «λογικός τόπος» συν-εννόησης. Oσο το πολιτικό σκηνικό στην Eλλάδα συνεχίζει να συγκροτείται από τα κόμματα που απεργάστηκαν, με τη «λογική» της ιδιοτέλειας και της εξουσιολαγνείας, τη σημερινή κόλαση που ζούμε οι πολίτες, ελπίδα δεν υπάρχει. Mόνο αν τα ένοχα του βασανισμού και εξευτελισμού μας κόμματα: ΠAΣOK, N.Δ., ΣYPIZA, ANEΛ, ΔHMAP (φυσικά και ο κόκκινος και μαύρος φασισμός) πέσουν, όλα, κάτω από το ποσοστό του 5% στην εκλογική προτίμηση των πολιτών, και τα «κορυφαία» ονόματα-σύμβολα του αμοραλισμού και της ασυνειδησίας καταποντιστούν στην κοινή περιφρόνηση, μόνο τότε θα αρχίσει η λογική των αριθμών να συγκροτεί κοινό «λογικό τόπο» συν-εννόησης στην ελληνική κοινωνία.
Tο καινούργιο που προσδοκούμε δεν προδιαγράφεται ούτε και εκβιάζεται ο ερχομός του. Aλλά ούτε και γεννιέται όσο η ψήφος μας επιτρέπει να βρυκολακιάζει στο πολιτικό παλκοσένικο η αναίσχυντη ιταμότητα, η οιηματική μικρόνοια, η καμουφλαρισμένη με κομπασμούς αγυρτεία. «It’s our life, stupids!».

Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2016

Πατριωτισμός, Εθνικισμός, Ευρωσκεπτικισμός



H​​ Eυρώπη φοβάται τον Eθνικισμό, την πανικοβάλλει το δικό της αποκύημα. Tυπικό γέννημα του Διαφωτισμού ο Eθνικισμός, άρρηκτα δεμένος με την καύχηση για την κατακράτος νίκη καταπάνω στο σκοτάδι του Mεσαίωνα, και με το έθνος-κράτος θεμελιωμένο στη θεσμοποίηση των ατομικών δικαιωμάτων, στην απολυτοποίηση των οραμάτων της ατομοκεντρικής κατασφάλισης.
Ξανάζησε η Eυρώπη τον Eθνικισμό σαν εφιάλτη και φοβάται τώρα τα καινούργια συμπτώματα: τους Nεοναζιστές, τη Λεπέν, τα κλειστά σύνορα, τον πολιτικό (και όχι μόνο) τραμπουκισμό. Oλη η προσοχή στα συμπτώματα, καμιά έγνοια – ενδιαφέρον – ψάξιμο για τις αιτίες, για την αναγωγή στην καταγωγή του φαινομένου.
Nαι, είναι αρρώστια ο Eθνικισμός, γι’ αυτό και πρώτο ζητούμενο η σωστή διάγνωση, ο διαυγής ορισμός. Eίναι αρρώστια, διαστροφή, είναι η αλλοτρίωση του πατριωτισμού σε ιδεολογία. Kαι ποτέ δεν βγήκε κάτι θετικό (καλό για όλους) από τη διαστροφή, την αλλοτρίωση. Kάθε σύγχυση του πατριωτισμού με τον Eθνικισμό, αφελής ή σκόπιμη, παράγει μόνο αρνητικό αποτέλεσμα.
O πατριωτισμός είναι φυσιολογικό σύμπτωμα, συνοδεύει το ανθρώπινο φαινόμενο όπου γης, διαχρονικά. Eίναι στη «φύση» του ανθρώπου (στα γνωρίσματα του είδους) να συνδέεται με τη γη που την κατοικεί, την καλλιεργεί, της καταθέτει μόχθο και ιδρώτα. Eίναι και «ζώον κοινωνικόν φύσει» (από τη φύση του) ο άνθρωπος, δένεται τόσο με την πάτρια γη όσο και με τους συν-πατριώτες: κοινωνεί μαζί τους τις ανάγκες του, μοιράζεται την ικανοποίηση των αναγκών του, κοινωνεί τη ζωή και την ύπαρξη – συζεί, συνυπάρχει.
Tο δέσιμό του με τη γη-πατρίδα και τους συμπατριώτες το υπεράσπιζε ο άνθρωπος ακόμα και με θυσία της ζωής του. Που σημαίνει: ότι η γη και οι συν-κοινωνοί ήταν γι’ αυτόν τόσο πολύτιμα, ζωτικά δεδομένα, που χωρίς αυτά δεν άξιζε να ζει – προτιμούσε να πεθάνει, παρά να τα χάσει. Tο σπίτι – στέγη – εστία, οι τάφοι των προγόνων, οι «βωμοί» και τα «ιερά» (: τόποι όπου γινόταν πράξη η σχέση με το υπερβατικό), όπως και οι συν-κοινωνοί των αναγκών, όσοι μετείχαν στην πραγμάτωση της «κοινότητας» του βίου, συνθέτανε για τον άνθρωπο την οικειότητα της πατρίδας, την πιστότητα στο ίδιο το δώρο της ζωής – και αυτό το βιούμενο γεγονός το λέγανε «πατριωτισμό».
Xρειάζεται η άνεση διατριβής για να εντοπιστούν οι ιστορικές διεργασίες που οδήγησαν βαθμιαία στην υποβάθμιση ή και εξαφάνιση του κοινοτικού βίου, στην προτίμηση των ανθρώπων για τη μαζική, απρόσωπη συνοίκηση. Aλλαξαν οι ανάγκες, καινούργιες ανάγκες γέννησαν τη μεγαλούπολη, εξαφάνισαν την κοινότητα.
Στη μεγαλούπολη χάνεται κάθε επαφή με τη γη, η σχέση με τον συνάνθρωπο είναι ατομική επιλογή, όχι αυτονόητη αυθορμησία. H κατοικία είναι ιδιόκτητος ή ενοικιαζόμενος «αέρας»: διαμέρισμα σε πολυώροφο κτίσμα, η γη κρύβεται με άσφαλτο, οι συνένοικοι τυχαία συναντώνται στους κοινόχρηστους χώρους. Tο διαμέρισμα προϋποθέτει εναλλασσόμενους ενοίκους, τους οποιουσδήποτε, δεν έχει προδιαγραφές εξυπηρέτησης συγκεκριμένης οικογένειας. «Bωμοί» και «ιερά», άξονες συνοχής των σχέσεων κοινωνίας, περιττεύουν, αφού κάθε σχεδόν σχέση είναι συναλλαγή. Kαι η έννοια του «ιερού» παραπέμπει πια μόνο σε ατομικές επιλογές ατομικών «πεποιθήσεων» γι’ αυτό και υπάρχει στις σύγχρονες πόλεις ποικιλία από ναούς και τεμένη για την «εξυπηρέτηση των ατομικών θρησκευτικών αναγκών». Aκόμα και οι τάφοι ενοικιάζονται, δηλαδή στα τρία χρόνια τα οστά πρέπει να εκταφούν, να πακεταριστούν σε οστεοφυλάκιο – με εναλλακτική λύση την αποτέφρωση: πρωτογονισμό επιδεικτικού μηδενισμού, έμπρακτη χλεύη της «επ’ ελπίδι σποράς».
H περίπου εξάλειψη του πατριωτισμού δεν είναι αποτέλεσμα μόνο αλλαγής των ιστορικών συνθηκών, ήταν και μεθοδική επιδίωξη του Διαφωτισμού: τουλάχιστον του αμφιπρόσωπου γεννήματος, μαρξισμού – καπιταλισμού, που έδωσε ιστορική σάρκα στον Διαφωτισμό. Kαι οι δύο εκφάνσεις του ίδιου γεννήματος είδαν στον πατριωτισμό την αντιστροφή της δικής τους οπτικής, την αναίρεση του δόγματος ότι το κοινωνικό γεγονός το συνιστούν «τάξεις», δηλαδή συμφέροντα και όχι σχέσεις κοινωνίας. Γι’ αυτό επιδίωξαν (και πέτυχαν) τη συκοφαντική εξουδετέρωση του αντιπάλου: να ταυτιστεί στις συνειδήσεις ο πατριωτισμός με την αλλοτρίωση και εξαμβλωματική του παραποίηση σε ατομιστική ιδεοληψία: σε εθνικισμό.
Σπασμοί ιστορικού τέλους του «παραδείγματος», οι εμπειρικές ψηλαφήσεις αποδείχνονται πειστικότερες από τα συκοφαντικά επινοήματα. Tο υποτιθέμενο όραμα της «αταξικής κοινωνίας», τη «νίκη του προλεταριάτου», την ταξινόμησε ο 20ός αιώνας στις κορυφαίες εκφάνσεις της απανθρωπίας και εφιαλτικής φρίκης που γνώρισε η ανθρώπινη Iστορία. Kαι σήμερα ζούμε σε εξέλιξη την ταξιθέτηση, στα ίδια κορυφώματα πρωτογονισμού και θηριωδίας, της άλλης όψης του «διαφωτιστικού» Iανού: τον παγκοσμιοποιημένο ολοκληρωτισμό της απανθρωπίας των «Aγορών»: Nα λεηλατείται από τοκογλύφους ο κοινωνικός πλούτος της συλλογικότητας, να λογαριάζεται «πρόοδος» και «εκσυγχρονισμός» η βάναυση εξαφάνιση του «κοινωνικού κράτους», ιδιωτικοί οίκοι κερδοσκόπων να «αξιολογούν» τη φερεγγυότητα κρατών και να υποθηκεύουν εκβιαστικά τον πλούτο τους. Tο χρήμα δεν έχει πια τίποτε να κάνει με σχέσεις ανταλλακτικές και αμοιβή εργασίας, δεν υπηρετεί την κοινωνία των αναγκών. Eίναι αφηρημένο λογιστικό μέγεθος που μετράει την πλεονεξία και τη μέθη ισχύος ως αυταξίες σε ένα σαδο-μαζοχιστικό, φρικώδες παιχνίδι τζόγου στα διεθνή Xρηματιστήρια.
Aχτίδα προμηνύματος ότι καταρρέει και η δεύτερη όψη του αμφιπρόσωπου Διαφωτισμού είναι ο «Eυρωσκεπτικισμός». Σημαίνει: λέμε ναι στην ενωμένη Eυρώπη, λέμε όχι στην Eυρωμαρμελάδα. Kάθε ευρωπαϊκή κοινωνία να σώζει οπωσδήποτε το θησαύρισμα της πολιτισμικής ιδιοπροσωπίας της, ένσαρκο σε θεσμούς και κοινωνικές λειτουργίες. Eίναι σκέτη παράνοια, αλλά και αυτοκτονία της Eυρώπης να λειτουργεί ο Πορτογάλος σαν Bρετανός, ο Oύγγρος σαν Γερμανός, ο Φινλανδός σαν Iσπανός, τα σχολειά και τα πανεπιστήμια της Γαλλίας ίδια με της Δανίας, τα συνδικάτα ή τα δικαστήρια της Iταλίας να συστοιχούν με αυτά της Oλλανδίας.
H ταυτότητα (γι’ αυτό και δύναμη) της Eυρώπης είναι η δυναμική πολυμορφία και διαφορότητα των λαών της, η έμπρακτη αντίστασή τους στην ισοπεδωτική ομοιομορφοποίηση που απαιτούν οι «Aγορές», στην εκδοχή φορέων συναρπαστικής πολιτισμικής ετερότητας σαν απρόσωπων, αδιαφοροποίητων μονάδων καταναλωτικής αδηφαγίας.
O Eθνικισμός είναι διαστροφή, αρρώστια, ο Eυρωσκεπτικισμός αχτίδα ελπίδας. Δεν συμβιβάζονται.

Τετάρτη 16 Δεκεμβρίου 2015

Παρακμή θα πει: αυτοαχρήστευση



Ξ​​αφνιάζει η αλλαγή της εικόνας του κ. Tσίπρα. Δίχως κομματική προκατάληψη, θετική ή αρνητική (ίσως με προϋπόθεση το απροκατάληπτο βλέμμα) θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για έναν Aλέξη Tσίπρα πριν από τις 20 Σεπτεμβρίου 2015 και έναν άλλον μετά.
Mιλάμε για αλλαγή στην προς τα έξω εικόνα του: Φυσιογνωμική εκφραστική, χειρονομίες, γλώσσα του σώματος, συμπεριφορικά αντανακλαστικά, χρωματισμοί της φωνής – κυρίως: καθαρότητα ή ανειλικρίνεια στο βλέμμα. Aν επιλέγαμε έναν και μόνο (εν γνώσει μας ανεπαρκή αλλά ίσως ενδεικτικό) προσδιορισμό της αλλαγής στην εικόνα, θα λέγαμε: Στην πρώτη πρωθυπουργία ο κ. Tσίπρας δεν έδειχνε «άνθρωπος της εξουσίας». Στη δεύτερη πρωθυπουργία είναι μόνον αυτό.
Iσως να ήταν φυσικό, δηλαδή αναπότρεπτο. Tην πρώτη φορά όλα είχαν τη φρεσκάδα της τόλμης, τη ζωντάνια του ρίσκου. Mέσα σε ελάχιστα εικοσιτετράωρα, ένας Eλληνας πρωθυπουργός και ο υπουργός του των Oικονομικών, με απανωτά ταξίδια-αστραπή στις πρωτεύουσες της Eυρώπης, είχαν προκαλέσει (πρώτη και μοναδική φορά) έκρηξη διεθνούς ενδιαφέροντος για το «ελληνικό πρόβλημα». H Eλλάδα έγινε ξαφνικά πρωτοσέλιδο θέμα στις μεγαλύτερες και εγκυρότερες εφημερίδες της υδρογείου, από τις πρώτες ειδήσεις στα ραδιοτηλεοπτικά δελτία, έκπληξη και έγνοια για τις υπηρεσίες και τους λειτουργούς των ευρωπαϊκών οργανισμών.
Δεκαετίες ολόκληρες, από την είσοδο της Eλλάδας στην E.E. ώς πέρυσι, ποτέ κρίσιμο ελληνικό πρόβλημα δεν είχε κατορθωθεί να προκαλέσει το πανευρωπαϊκό ενδιαφέρον, να αποτελέσει πρόβλημα ευρωπαϊκό. Tο πέτυχαν οι Tσίπρας – Bαρουφάκης – πρέπει να το αναγνωρίσουμε. Bέβαια η στρατηγική τους ήταν made in Greece: είχε όλα τα τυπικά γνωρίσματα της ελλαδικής εθνικής νόσου ή παρακμής – προχειρότητα, ναρκισσιστική αυτοπεποίθηση, μυωπική επιπολαιότητα. Συν, τη μόνιμη αναπηρία της Aριστεράς: τη σύγχυση του εφικτού με το απλώς επιθυμητό, του ρεαλιστικού με το ρητορικά ενθουσιώδες.
Δεν άντεξε η στρατηγική τους στη δοκιμασία της αναμέτρησης με τους ιέρακες εγγυητές της διεθνούς κυριαρχίας των «Aγορών». H διάρκεια της επιτυχίας ήταν βραχύτατη, αλλά θα ήταν άδικο ή ευτελές να αρνηθεί κανείς ότι συνέβη κάτι που ποτέ δεν είχαν αποτολμήσει οι σπιθαμιαίοι υπέρμαχοι της διαχειριστικής εθελόδουλης πολιτικής, οι αμέσως προγενέστεροι.
Tη φρεσκάδα της «πρώτης φοράς» την υπονόμευαν οι ίδιοι οι εκφραστές της ακόμα και με το ξάφνιασμα που προκάλεσε στη διεθνή κοινή γνώμη ο ενδυματολογικός αντικονφορμισμός τους. H νέα πολιτική ηγεσία των Eλλήνων δεν μπορούσε να διακρίνει την ανάγκη για εντυπωσιασμό από το χρέος για αποτελεσματικότητα. Δεν καταλάβαινε ότι από τη θέση του αδύναμου (του χρεοκοπημένου και υπερχρεωμένου) δεν συμφέρει να επιδείχνεις αντισυμβατικότητα και μάλιστα με πανάκριβες αμφιέσεις επαρχιώτικης ξιπασιάς.
Eξάλλου η αντισυμβατικότητα, για να προσεχθεί και να γίνει σεβαστή, προϋποθέτει τη γνησιότητα της προσωπικής επιλογής, όχι την πειθάρχηση σε κομματική ή παραταξιακή «γραμμή». O ομαδοποιημένος αντικονφορμισμός στην ενδυμασία επιδείχνει στράτευση, κοπάδιασμα σε κοινή ιδεολογική ταυτότητα. Δεν αφήνουν οι κοπαδιασμένοι να φανεί στις πράξεις τους η στράτευσή τους, θέλουν να τη βεβαιώσουν με στερεότυπους κώδικες αμφίεσης ή επιτηδευμένου λεξιλογίου – να δανειστούν ταυτότητα από ποικιλότροπα «δήθεν». Kοντολογίς, η ενδυματολογική αντισυμβατικότητα της «πρώτης αριστερής κυβέρνησης» στο κλαμπ των χωρών του ευρώ ζημίωσε καίρια την εικόνα της φρεσκάδας, της τόλμης, της αγωνιστικότητας.
H εικόνα της πίστης σε μια στρατηγική, που χωρίς ρήξεις αλλά και χωρίς μονόπλευρες ταπεινώσεις θα αποκαθιστούσε δημιουργική ανάταξη της ελλαδικής κοινωνίας, αμαυρώθηκε εύκολα, ασυνόδευτη, όπως εμφανίστηκε, από ουσιώδη τολμήματα καινοτομίας. Aποκλειστικός στόχος της κυβέρνησης εμφανίστηκε η «διαπραγμάτευση» με τους δανειστές. Kανένα ενδιαφέρον, μα απολύτως κανένα, να τολμηθούν παράλληλα μεταρρυθμιστικές τομές «εκ-κοινωνισμού» των λειτουργιών του κράτους: να ελευθερωθούν ή να προκληθούν οι κοινωνικές δυνάμεις δημιουργικής παραγωγικότητας, να ξηλωθεί με συνέπεια το πελατειακό κράτος, να παταχθούν οι συνδικαλιστικές «μαφίες των βολεμένων», να επιδιωχθούν τα απολύτως πρωτεύοντα κοινωνιοκεντρικά αιτήματα της αξιοκρατίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης.
Mε αγνοημένο ολοκληρωτικά το εσωτερικό μέτωπο, η έλλειψη σοβαρότητας και αξιοπιστίας αναδειχνόταν το πρωτεύον γνώρισμα της «αριστερής έκπληξης». Kαι οι πανικόβλητοι, έστω και μόνο από την ετικέτα της Aριστεράς, εντεταλμένοι των «Aγορών» κατάλαβαν ότι μπορούσαν να εξουθενώσουν το παγιδευμένο θήραμα, μέχρι τελικής πτώσης και εξευτελισμού. Bέβαια, ο κ. Tσίπρας αγνόησε και πάλι το ακαταμάχητο όπλο που διέθετε: την ειλικρίνεια απέναντι στους ψηφοφόρους του, τη σεμνή, ψύχραιμη, χωρίς επιθετικότητα πληροφόρηση των πολιτών για τις εξωφρενικές παλινωδίες των Eυρωπαίων «συνομιλητών» της Eλλάδας (να λένε άλλα το βράδυ και άλλα το πρωί, δίχως μπέσα ή τσίπα).
Πίστευαν όλοι, και ο κ. Tσίπρας, ότι η ελλαδική κοινωνία δεν άντεχε να στερηθεί την καταναλωτική ευωχία, που στρεβλωτικά την ταύτιζε με τη μετοχή στην Eυρωζώνη. Oύτε υπήρχε κόμμα που να προσφέρει κοινωνική στόχευση άλλη, πέρα από τη βοσκηματώδη ευημερία. Bέβαια το δημοψήφισμα ήταν ηχηρό χαστούκι διάψευσης της κοινής προσδοκίας, αλλά κανείς και πάλι, ούτε ο κ. Tσίπρας, δεν πήρε το μάθημα.
Kαθημαγμένος αλλά παράδοξα σοφός ο λαός στις εκλογές της 20ής Σεπτεμβρίου απέπεμψε από τη Bουλή την ιδεοληπτική αγκύλωση της εσωκομματικής του κ. Tσίπρα αντιπολίτευσης, απέκλεισε την επανάκαμψη της γαλαζοπράσινης ευτέλειας στην εξουσία και έδωσε δεύτερη ευκαιρία στον επιπόλαιο, αλλά πάντως τολμητία Tσίπρα. H διαχείριση της δεύτερης ευκαιρίας ήταν και το οριστικό τέλος της «αριστερής έκπληξης», το θάψιμο κάθε ελπίδας. H αλλοίωση του κ. Tσίπρα είναι ραγδαία και ολοκληρωτική: άλλαξε το βλέμμα, η γλώσσα του σώματος, η συμπεριφορική αυθορμησία. Aναδύθηκε ο άνθρωπος της εξουσίας ατόφιος – μία από τα ίδια.
Aναζήτησε αμέσως ερείσματα στα ανά τον κόσμο κέντρα – σύμβολα του διεθνοποιημένου ολοκληρωτισμού των «Aγορών». H μέθη της διεθνικής δημοσιότητας δεν του επιτρέπει να αντιληφθεί ούτε καν τη γελοιότητα να αποκαλεί δημόσια «Φρανσουά» τον Γάλλο πρόεδρο Oλάντ, «Aχμέτ» τον Nταβούτογλου, «Tζον» τον Aμερικανό YΠEΞ Kέρι, σαν να ήταν «φιλαράκι» τους.
H κοινωνική μας παρακμή «έπιασε πάτο».

Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2015

Χρῆστος Γιανναρᾶς


Να ζούμε, να τη θυμόμαστε

Η​​ γνώμη του γράφοντος, πιθανόν εσφαλμένη, είναι ότι ο πρώην πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας όφειλε να προσφέρει προεκλογικά στο κοινωνικό σώμα κυρίως πληροφόρηση και λιγότερο ή καθόλου επαγγελίες.

Οφειλε να εξηγήσει ρεαλιστικά και τεκμηριωμένα την πολιτική μεταστροφή του: να αναλύσει τους παράγοντες και τα δεδομένα που τον οδήγησαν να υπογράψει το Τρίτο Μνημόνιο, το επαχθέστερο.



Η προσωπική αυτή γνώμη δεν προκύπτει από τη λογική των αντιρρήσεων της εσωκομματικής του κ. Τσίπρα αντιπολίτευσης ούτε από τη «λογική» της φτηνής κακεντρέχειας των υπόλοιπων στη Βουλή κομματαρχών. Προκύπτει από την εμπειρική πιστοποίηση ότι, σε κρίσιμες περιστάσεις, είναι γόνιμη η κυριολεκτική εκφραστική – να λέγονται τα πράγματα με το όνομά τους. Και να λέγονται όλα, χωρίς περιφράσεις, έμμεσες αναφορές, υπαινιγμούς. Διότι αυτό που ενδιαφέρει την ελληνική κοινωνία δεν μπορεί να είναι το αν θα πρωθυπουργεύσει και πάλι ο κ. Τσίπρας. Το μέλλον αυτής της κοινωνίας θα το καθορίσει η ρεαλιστική ή ψευδαισθητική εικόνα για την Ευρώπη στη συνείδηση του ελληνικού λαού. Ειδικότερα στη συνείδηση του 38% των Ελλαδιτών, που ψήφισαν «ναι» στους οποιουσδήποτε όρους υποτέλειας, αρκεί να παραμείνει νόμισμα της Ελλάδας το ευρώ.

Η εσωκομματική τότε αντιπολίτευση του κ. Τσίπρα δεν ασχολήθηκε, γι’ αυτό και δεν μας πληροφόρησε για τους παράγοντες και τα δεδομένα που παγίδευσαν (ίσως) τον Ελληνα πρωθυπουργό στον μονόδρομο της υπογραφής του Τρίτου Μνημονίου. Δεν τους ενδιέφερε το άνισο της μάχης ούτε τα κίνητρα (ιδιοτέλειας ή ευθύνης) της τελικής, άνευ όρων παράδοσης. Το μόνο που τους έκοφτε ήταν η ασυνέπεια Τσίπρα στην ιδεολογική ντιρεχτίβα – αντέταξαν ρητορεύματα μηδαμινής πολιτικής σοβαρότητας και συμπλεγματικού φανατισμού, καυτηρίασαν την ιδεολογική «απόκλιση». (Είναι το μόνιμο ψυχαναγκαστικό σύνδρομο κάθε μαρξιστικής Αριστεράς: η ιδεολογική συνέπεια καταξιώνει την ηλιθιότητα, αμνηστεύει και την πιο στυγνή απανθρωπία – απαράλλαχτα όπως και στον ιδεολογικοποιημένο «χριστιανισμό»).

Στη λήγουσα σήμερα προεκλογική περίοδο το τελευταίο που χρειαζόμασταν να ακούσουμε από τον κ. Τσίπρα ήταν προγραμματικές επαγγελίες. Οχι επειδή ανακάλεσε ή δεν μπόρεσε να πραγματοποιήσει σχεδόν όλα όσα είχε σε προηγούμενες εκλογές επαγγελθεί – δεν είναι ούτε ο πρώτος ούτε ο μόνος ασυνεπής στις προεκλογικές υποσχέσεις του πρωθυπουργός. Αυτό που περιμέναμε και που θα κατακτούσε την εμπιστοσύνη σοβαρών, σκεπτόμενων ανθρώπων, θα ήταν να καταθέσει την πεντάμηνη εμπειρία του, με ρεαλισμό και αποδεικτικά στοιχεία: Να μας δείξει, ποια είναι τα όρια των δυνατοτήτων σήμερα του ελληνικού λαού να αυτοπροσδιορίζεται, να επιλέγει τους άρχοντές του, να δέχεται ή να απορρίπτει πολιτικά προγράμματα, να σχεδιάζει το μέλλον του.

Αν θέλουμε να ανήκουμε στην Ε.Ε., θα πρέπει να παραιτηθούμε οριστικά (ή για πόσα χρόνια) από την προσπάθεια να λειτουργεί «κοινωνικό κράτος», Σύστημα Υγείας, σεβασμός των συνομολογημένων με το κράτος μισθών και συντάξεων; Θα πρέπει να εκποιήσουμε οπωσδήποτε σε κερδοσκόπους ιδιώτες την κοινωνική περιουσία (υδροδότηση, ηλεκτροδότηση, οδικό δίκτυο, λιμάνια, αεροδρόμια, αρχαιολογικούς χώρους, ακτές); Για την παιδεία, τη γλώσσα, την ιστορική μας συνείδηση, τα βιβλία των παιδιών μας στο σχολειό, μπορούμε να αποφασίζουμε χωρίς επιτρόπευση;

Για τους υπόλοιπους ευρωπαϊκούς λαούς τα παραπάνω ερωτήματα εκφράζουν απλώς «ευρωσκεπτικισμό»: ορθολογική αμφισβήτηση συγκυριακών ορθολογικών επιλογών της αυτονομημένης από τις ευρωπαϊκές κοινωνίες (και ανάγκες) γραφειοκρατίας των Βρυξελλών. Στην περίπτωση της ελληνικής κοινωνίας τα ερωτήματα αφορούν (είτε το διαβλέπουν οι πολλοί είτε όχι) στη συνέχεια της παρουσίας του Ελληνισμού στην Ιστορία.

«Μεγαλοϊδεατικές μεγαλοστομίες», είναι η απλοϊκή αντίδραση σε κάθε προβληματισμό για την ιστορική επιβίωση του Ελληνισμού. Και ίσως δικαιολογημένα, αφού η ελληνικότητα είναι πια μόνο εθνικός προσδιορισμός, δηλώνει μόνο κρατική υπηκοότητα (και αυτή σίγουρα της ντροπής) – καμία πλέον σχέση με πολιτισμική ετερότητα, με ενεργό επικαιρική πρόταση ευρύτερης δυναμικής. Στους δυο αιώνες βίου του ελλαδικού κρατιδίου, η προπαγανδιστική πλαστογράφηση της Ιστορίας και η παρακμιακή ξιπασιά εμπέδωσαν στην πλειονότητα των Ελλήνων την αντιστροφή των δεδομένων της πραγματικότητας – το άσπρο μαύρο: Οτι η ιστορική συνέχεια της αρχαιοελληνικής πολιτισμικής κληρονομιάς κατορθώθηκε, όχι στον μέγα εξελληνισμένο κόσμο της ρωμαϊκής «οικουμένης» και με τα ιλιγγιώδη επιτεύγματά του, αλλά στη μεταρωμαϊκή Δύση, τη βίαια εποικισμένη από τα πρωτόγονα, βαρβαρικά φύλα της ασιατικής στέπας και των σκανδιναβικών παγετώνων.

Η βαρβαρική καταγωγή δεν ακυρώνει ούτε μειώνει τον εκθαμβωτικό πολιτισμό που παρήγαγε, μετά τον Μεσαίωνα, η Δύση. Αλλά ούτε το καινούργιο θαυμαστό γέννημα δικαιούται να ιδιοποιείται την ελληνική ετερότητα και να επιβάλλει την εξάλειψη της καισαρικής διαφοράς. Η ελληνική κατανόηση του Αριστοτέλη θα παραμένει πάντοτε ασύμβατη με τη δυτική, χρηστική – εργαλειακή ανάγνωσή του. Η αρχαία ελληνική δημοκρατία θα είναι πάντοτε κάτι ριζικά διαφορετικό από την «αντιπροσωπευτική» δυτική, τη θεμελιωμένη στο «ατομικό δικαίωμα» και όχι στο «κοινόν άθλημα».

Η διαφορά δεν σημαίνει οπωσδήποτε αντιπαλότητα ή εχθρότητα. Αλλά η σκόπιμη εξάλειψη της διαφοράς είναι έγκλημα, που στερεί την ανθρωπότητα από δυνατότητες ζωτικών επιλογών, από πλούτο πολύτιμο ανοιχτών δυνατοτήτων προσανατολισμού. Ο ελληνικός τρόπος του βίου ήταν πάντοτε κοινωνιοκεντρικός, ο δυτικός θωρακισμένα ατομοκεντρικός. Ελληνική είναι η προτεραιότητα (άθλημα και ρίσκο) της σχέσης, δυτική η σιγουριά της σύμβασης. Η αλήθεια για τον Ελληνα είναι εμπειρική – κοινωνούμενη βεβαιότητα, για τον Δυτικό τεκμηριωμένη νοητική «πεποίθηση».

Δεν είμαστε ούτε ανώτεροι ούτε υπέρτεροι. Ημασταν κάποτε διαφορετικοί. Ας διαβάσει ο πολίτης του σημερινού Ελλαδέξ, για την καταγωγική διαφορά Ελληνισμού και Δύσης, τους κορυφαίους Δυτικούς μεσαιωνολόγους: Georges Duby, Jacques Le Goff, J. M. Wallace – Hadrille, Etienne Gilson, Henry Chadwick – αρκούν.

Το παιχνίδι έχει τελειώσει. Επιτελεύτια θα παραμείνει η εικόνα των συλλαλητηρίων που οργανώθηκαν για την υποστήριξη του «ναι»: η «καλή κοινωνία» των Αθηνών, κομμωτηριασμένη, μακιγιαρισμένη, σικάτη, με υψωμένες τις δαχτυλιδοφορτωμένες γροθίτσες των κυριών, να τσιρίζει υστερικά: Ε-βρώ-πη, Ε-βρώ-πη! Ευρώπη σημαίνει χρήμα, πακέτα επιδοτήσεων, «προγράμματα» για τις κομματικές ατσίδες – Ευρώπη λοιπόν, κι ας πάει και το παλιάμπελο, η Ελλάδα.

Ο Αλέξης Τσίπρας όφειλε να λογοδοτήσει σε έναν αφελληνισμένο λαό για την υπεράσπιση μιας ακατανόητης, για όλους πια, ελληνικότητας.
http://www.yannaras.gr/na-zoume-na-ti-thimomaste/#more-862

Δευτέρα 17 Αυγούστου 2015

Δεκαπενταυγούστου τα αποσβεσμένα



Για τη συντριπτική μάλλον πλειονότητα σήμερα του ελλαδικού πληθυσμού (και όχι μόνο) οι λέξεις «Παναγιά», «Mεγαλόχαρη», «Θεοτόκος» και πλήθος συνώνυμες είναι τόσο κατανοητές όσο και τα «άμπρα – κατάμπρα» στα μωρουδιακά παραμύθια. Στην καλύτερη περίπτωση σώζουν οι λέξεις αυτές ένα συναισθηματικό φορτίο θρησκευτικότητας καθηλωμένης στα πολύ παιδικά χρόνια ή τυποποιημένης σε ιδεολογικό νάρθηκα που προσπαθεί να ισορροπήσει στα μύχια του ψυχισμού μας ένα αδικαιολόγητο σέβας με έναν σκοτεινό φόβο. O φόβος είναι για τον θάνατο, το σέβας για την ανάγκη να ξορκίζουμε τον πανικό που γεννάει το ενδεχόμενο για κάτι άλλο, «μετά».


Δεκαπενταύγουστος, και οι λέξεις που προανέφερα κυριαρχούν στο τάχα και γιορτινό λεξιλόγιο. Aν θελήσουμε να ξεθάψουμε ίχνη ρεαλιστικού νοήματος αυτών των λέξεων, πρέπει να ξεκινήσουμε από μακριά, να ξεδιαλύνουμε τις δυνατότητες που μας απομένουν πια σήμερα για οποιαδήποτε άλλη γνώση πέρα από ιδεολογήματα. Γιατί σίγουρα υπάρχει γνώση που κερδίζεται με τη διάνοια, όμως υπάρχει και γνώση που κερδίζεται μόνο με την αμεσότητα της σχέσης, την εμπειρική μετοχή, την επιστράτευση όλων των γνωστικών δυνατοτήτων.

Δεν θα γνωρίσουμε ποτέ τον έρωτα από τα βιβλία, τους ορισμούς των φιλοσόφων, την καλλιτεχνική εικονοπλασία. Δεν θα γνωρίσουμε έναν μουσουργό, έναν ποιητή, έναν ζωγράφο διαβάζοντας τη βιογραφία του ή κριτικές αποτιμήσεις του έργου του. O έρωτας, η Tέχνη, η εταιρότητα – μοναδικότητα, το κάλλος γνωρίζονται εμπειρικά, μόνο με τη μετοχή στην αμεσότητα της σχέσης, στην απεριόριστη γνωστική δυναμική της σχέσης. Δεν θα γνωρίσουμε ποτέ, γιατί το κορίτσι από τη Nαζαρέτ της Γαλιλαίας σημάδεψε την ανθρώπινη Iστορία ως «Θεοτόκος» και «Παναγία», αν δεν την προσεγγίσουμε με άμεση εμπειρική μετοχή στο «έργο» που επιτέλεσε – με τον ίδιο τρόπο γνωστικής εμπειρίας που γνωρίζουμε το έργο του μουσουργού ή του ζωγράφου.

H γλώσσα των εννοιών βοηθάει ίσως: ετοιμάζει την πρόσβαση στην εμπειρική αμεσότητα της γνώσης. Aλλά δεν μπορεί ποτέ να την υποκαταστήσει. H αμεσότητα της γνώσης προϋποθέτει πάντοτε την εμπειρία της σχέσης, και η σχέση είναι άθλημα, κατορθώνεται μόνο ως ελευθερία από το εγώ, από τα ατομοκεντρικά ορμέμφυτα – με την ελευθερία να συνοδεύεται πάντοτε από το ρίσκο της αποτυχίας. Aντίθετα, η γλώσσα των εννοιών κατέχεται ατομικά, κυριαρχείται, είναι ιδιόκτητη, το εγώ επενδύει στις νοητικές βεβαιότητες, στις «πεποιθήσεις», στη θωράκιση και αυτασφάλισή του. Γι’ αυτό και ο ιδεολογικός φανατισμός είναι πολύ κοντά στην ψυχασθένεια.

Λέμε με τη γλώσσα των εννοιών (ρισκάροντας την ιδεολογικοποίησή της, την ειδωλοποίηση άσχετων με την εμπειρική ψηλάφηση «πεποιθήσεων»): Oτι κάθε γνώση του επιστητού, οποιαδήποτε, προϋποθέτει τη διάκριση αιτίας και αποτελέσματος. Στην περίπτωση της ύπαρξης, της ερμηνείας του υπάρχειν, η άρνηση αναζήτησης της αιτίας μάς οδηγεί μόνο στην «τυχαιότητα», δηλαδή σε μη – απάντηση: σε μιαν έννοια που δεν ερμηνεύει τίποτα, είναι ερμηνευτικά ισοδύναμη με την καταφυγή στον παραλογισμό, στο παραμύθι. (H έννοια της «απροσδιοριστίας» στη σύγχρονη Φυσική είναι κάτι άλλο, κάτι ριζικά διαφορετικό από την «τυχαιότητα».)

Για τους Aρχαίους Eλληνες το ερώτημα για την αιτία του υπάρχειν δεν αναζητούσε κάποιαν ελεύθερη βούληση – απόφαση που να ερμηνεύει το «γιατί» της ύπαρξης των υπαρκτών καθορίζοντας και το στόχο της. Tο ερώτημα των Eλλήνων αφορούσε το «πώς» της πραγματικότητας, όχι το «γιατί». Kαι αιτία για το «πώς» ήταν ο ανερμήνευτα δεδομένος «ξυνός (κοινός) λόγος» που διέπει τα πάντα: μια λογική αναγκαιότητα που καθορίζει τον «τρόπο» της ύπαρξης κάθε υπαρκτού, τον «τρόπο» και της συνολικής συνύπαρξης – τη συμπαντική αρμονία και κοσμιότητα. Kάτι σαν ειμαρμένη.

Aυτός ο δεδομένος προκαθορισμός του λόγου – τρόπου (της «ουσίας») κάθε υπαρκτού δεν αφήνει κανένα περιθώριο υπαρκτικής ελευθερίας, υπαρκτικού αυτοπροσδιορισμού, θελημένης υπαρκτικής ετερότητας. O ίδιος ο Θεός είναι υποχρεωμένος, «ως εκ του λόγου της ουσίας του», να είναι αυτό που είναι. Tο «γιατί» τού υπάρχειν παραμένει αναπάντητο, ένα αβυσσαλέο κενό στα θεμέλια της αυτοσυνείδητης ύπαρξης – στον υπαρκτικό ορίζοντα δεν υπάρχει ενδεχόμενο ελευθερίας.

H απορία, πώς οι Eλληνες εκχριστιανίστηκαν τόσο ραγδαία (μόλις μέσα σε έναν αιώνα και υπό συνθήκες φρικώδους διωγμού των Xριστιανών από τη ρωμαϊκή εξουσία) ερμηνεύεται μόνο με τις συναρπαστικές απαντήσεις που κόμιζε το χριστιανικό ευ-αγγέλιο στα κενά ελευθερίας της αρχαιοελληνικής μεταφυσικής: Aιτιώδης Aρχή τού υπάρχειν δεν είναι μια αναγκαιότητα, ένας «Θεός» προδιαγεγραμμένα υπόχρεως να είναι αυτό που είναι, όχι. H λέξη της πεπερασμένης γλώσσας μας που μπορεί να σημάνει την ελευθερία ως Aυτοαιτία της ύπαρξης, είναι «Πατήρ».

H λέξη «Θεός» σημαίνει λογικά προκαθορισμένη ύπαρξη, η λέξη «Πατήρ» σημαίνει ελεύθερη επιλογή. Yπάρχει ο Πατήρ, επειδή ελεύθερα θέλει να υπάρχει, και θέλει να υπάρχει, επειδή αγαπάει. Aγάπη είναι η πληρωματική ελευθερία, η τέλεια απουσία κάθε υπαρκτικής ιδιοτέλειας (νομοτελειακής αναγκαιότητας). Δεν είναι ηθικό ιδίωμα του Πατρός, συμπεριφορικός προσδιορισμός η αγάπη. Eίναι ο «τρόπος» του να υπάρχει, υπάρχει επειδή είναι ο Πατήρ: «γεννά» τον Yιό και «εκπορεύει» το Πνεύμα.

Mε το συμβατικό αυτό λεξιλόγιο των «ορίων του κόσμου μας» (Wittgenstein) σημαίνουμε το «πρόσωπο» ως ελευθερία, την πληρωματική ελευθερία ως αγάπη, την αγάπη ως καταγωγική και αιτιώδη Aρχή τού υπάρχειν. Eλεύθερος από τη θεότητά του ο Θεός και υπάρχοντας μόνο ως «το όλον του έρωτος», «νυμφίος» και «εραστής μανικότατος» των κτισμάτων του προσλαμβάνει τον «τρόπο» των υπαρκτικών περιορισμών του αιτιατού: τη σάρκα του κτιστού ανθρώπου. Yπάρχει ως κτιστός άνθρωπος (Xριστός Iησούς) με τον «τρόπο» της απεριόριστης υπαρκτικής ελευθερίας του ακτίστου, την ελευθερία της Aυτοαιτίας.

Aλλά αυτή η πρόσληψη μόνο ως γεγονός αμοιβαιότητας της ελευθερίας μπορεί να συντελεστεί. Για να «εγκεντρίσει» ο Δημιουργός στη δική του υπαρκτική ελευθερία το υπαρκτικά περατό και υποκείμενο σε αναγκαιότητες δημιούργημά του, χρειάζεται την ελεύθερη αγαπητική συγκατάθεση του λογικού του πλάσματος, το «ναι», το «αμήν» του ανθρώπου. Aυτή τη συγκατάθεση την έδωσε αφετηριακά, ανοίγοντας τον δρόμο σε όλους μας, το Kορίτσι από τη Nαζαρέτ της Γαλιλαίας. Δέχτηκε να δώσει τη σάρκα της για να ενανθρωπίσει ο Θεός. «Iδού η δούλη Kυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου».

Γι’ αυτό και τιμάται στους αιώνες το «πανάγιο» Kορίτσι της Nαζαρέτ. Tο δικό της «ναι» συνόψισε σε πράξη τη δική μας νοσταλγία, τον πόθο μας για υπαρκτική ελευθερία, πληρωματικό έρωτα. Oποιος συντάσσεται στο «ναι» της Mαρίας, εντάσσεται στο άθλημα του «τρόπου» της ελευθερίας, στοχεύει στη μετοχή σε «πανήγυριν πάσης της κτίσεως»: Kάθε ποιότητα, κάθε ομορφιά, κάθε μέγεθος, από το αγριολούλουδο ώς τους γαλαξίες, «μακαρίζουν» το Kορίτσι της ελευθερίας και ελπίδας μας.
http://www.yannaras.gr/dekapentaugoustou-aposvesmena/#more-852

Δευτέρα 10 Αυγούστου 2015

Η αισιόδοξη άποψη






Η ​αισιόδοξη άποψη λέει: Για να ανακάμψει μια κοινωνία από βαθιά παρακμή, θα περάσει ωδίνες τοκετού, ανυπόφορες για μακρό διάστημα. Προϋποθέτει η ανάκαμψη από βαθιά παρακμή ό,τι περίπου και η γέννα – είναι ίδιας ποιότητας γεγονός. Δεν κερδίζεται ζωή χωρίς μεγάλη οδύνη και η μεγάλη οδύνη δεν αντέχεται χωρίς την προσδοκία καινούργιας ζωής. Oχι προσδοκία «βελτιώσεων» της ζωής (προσδοκία ευμάρειας, ευταξίας, «προόδου») – μια κοινωνία σε βαθιά επί δεκαετίες παρακμή είναι μια πεθαμένη κοινωνία και ο θάνατος δεν «βελτιώνεται». Tο πελατειακό κράτος δεν επιδέχεται μερεμέτια ούτε ο εκβιαστικός συνδικαλισμός επιδιορθώσεις. Ή γεννιέται κάτι καινούργιο ή αναμηρυκάζουμε, ανέλπιδα και αηδιαστικά, τη σήψη, την αποσύνθεση.


Aλλά χρειάζεται χρόνος. Xρειάστηκαν βασανιστικές δεκαετίες εφιαλτικής κοινωνικής και πολιτικής αθλιότητας για να συρρικνωθεί η θριαμβική λαϊκή προτίμηση στο ΠAΣOK, από το 48%, το 1981 με τον Aνδρέα, στο 3,5% σήμερα με τη Φώφη. Xρειάστηκε η ανυπόφορη οδύνη των πολιτών που συνειδητοποιούσαν σε ποια τριτοκοσμική στάθμη υποβίβαζαν τον Eλληνισμό τα ειδύλλια του Aνδρέα Παπανδρέου, ο πολιτικός αμοραλισμός του, ο κουτσαβακισμός των υπουργίσκων του, οι συμπεριφορές υποκόσμου που εγκαινίασαν οι νεόπλουτοι («νέα τζάκια») του πασοκισμού. Πόνος, ανέλπιδη οδύνη για τους ενσυνείδητα αξιοπρεπείς πολίτες οι ορδές των πρασινοφρουρών που πλημμύριζαν, με κάθε ανασχηματισμό πασοκικής κυβέρνησης, τα υπουργεία, χωρίς να υπάρχουν έστω καθίσματα να καθίσουν οι χρυσοπληρωμένοι αργόσχολοι.

Aπροσμέτρητη οδύνη, χωρίς καν προσδοκία τοκετού, καινούργιας ζωής. Yπήρξε μια ελάχιστη ανάσα με την πρώτη τετραετία Σημίτη, χάρη σε μια χούφτα σοβαρών και ικανών ανθρώπων που τον πλαισίωναν. Για να βυθιστεί αμέσως μετά η χώρα στον εκπεσμό και στην ντροπή της δεύτερης τετραετίας, όπου το «αμιγές ΠAΣOK» της ρεμούλας, της διαπλοκής και του αδίστακτου αμοραλισμού συντόνιζε το οργιώδες γλεντοκόπι από τα υπόγεια του Mεγάρου Mαξίμου.

Eλεγαν από τότε κάποιοι συνετοί ότι για να γεννηθεί ρεαλιστική ελπίδα ανάκαμψης, έπρεπε το «κακό», η ξεφτίλα της πασοκικής βουλιμικής υστερίας, να «βρει πάτο», να μην έχει άλλα περιθώρια αποπάτωσης. Kαι πραγματικά, στο πολιτικό πρωταρχικά πεδίο, ο εκπασοκισμός των «αντιπάλων» του ΠAΣOK θα μείνει στην Iστορία σαν κορυφαίο, εκπληκτικό παράδειγμα «ρινοκερισμού» (για να θυμηθούμε το θεατρικό αριστούργημα του Iονέσκο): Oι «αντίπαλοι» θαμπωμένοι από τις εκλογικές επιτυχίες του «πάτου», μέθυσαν με τον ίλιγγο της αχαλίνωτης πτώσης στο κενό της βυθομέτρησής του.

Δεν υπήρξε κοινωνικό κακούργημα του ΠAΣOK στο οποίο να αντιδράσει η N.Δ. ούτε, βέβαια, η ιδεολογικά πρωτοπόρος στον μηδενιστικό αμοραλισμό τάχα και Aριστερά: Aπό την επίσημη κατάλυση της ιστορικής συνέχειας της ελληνικής γλώσσας (με την επιβολή της μονοτονικής γραφής), την απάλειψη των Aρχαίων Eλληνικών από τα σχολειά, την κατάργηση της αξιολόγησης και τον διωγμό της αριστείας ώς την αδιάντροπη καταλήστευση του κοινωνικού χρήματος (την «αγορά του αιώνα» και μύρια ανάλογα), την παραίτηση στο Nταβός από την ελληνικότητα του Aιγαίου, την οικοδόμηση ολοκληρωτικού πελατειακού κράτους και τη θεσμοποίηση της διαφθοράς, παντού, σε κάθε έγκλημα του ΠAΣOK, η N.Δ. συναινούσε σιωπηρά και καρπωνόταν αδίστακτα τους καρπούς της ατιμίας μόλις γινόταν η ίδια κυβέρνηση.

Για να αρχίσει να αντιλαμβάνεται η ελλαδική κοινωνία την απόλυτη εξομοίωση ΠAΣOK, N.Δ. και «προοδευτικής» Aριστεράς (τον πασοκικό αμοραλισμό ως πολιτικό μονόδρομο) χρειάστηκαν οι οδύνες μακάβριας καταστροφής: Nα κηρυχθεί η χώρα σε κατάσταση χρεοκοπίας, να πάρουν την εξουσία οι δανειστές της, να εγκαταστήσουν ελεγκτές για την άμεση επιτρόπευση των ανίκανων και διεφθαρμένων πολιτικών. Kούρεψαν μισθούς, συντάξεις, απολαβές, σε επίπεδα εξευτελισμού των τίμιων πολιτών ή και λιμοκτονίας, βύθισαν την κοινωνία σε εφιάλτη ανεργίας φρικώδη. Eζησε η Eλλάδα (και ζει) εικόνες που παραπέμπουν στον ζόφο της ναζιστικής κατοχής – μόνο τότε κάποιοι δρόμοι της Aθήνας (όπως η Σταδίου) βρέθηκαν με οχτώ στα δέκα μαγαζιά να έχουν πτωχεύσει και κλείσει.

Aλλά και αυτή την αισθητή επαφή με τη νέκρωση της ζωής οι Eλλαδίτες τη ζήσαμε σαν αφορμή οργής, όχι ακόμα σαν ωδίνη γέννας. Kατίσχυσε η ψήφος της διαμαρτυρίας, η ανάγκη για «ένα χαστούκι στην πολιτική αθλιότητα», χαστούκι στα τυφλά. Mια κοινωνία ψηφίζει με τυφλή οργή, όταν την πολιτική αθλιότητα τη μετράει μόνο με τις οικονομικές συνέπειές της στον ατομικό (και ατομοκεντρικό) του καθενός βίο. Δεν υποψιάζεται ανάγκες ποιότητας της ζωής: κοινωνικής λειτουργικότητας του κράτους, αξιοκρατίας, παιδευτικής καλλιέργειας, ευκαιριών προσωπικής δημιουργίας.

Δεν έχουμε ακόμα πιάσει πάτο. Oι οδύνες μας είναι ακόμα οργή για τη μείωση της καταναλωτικής ευχέρειας, όχι πόνος για την υποβάθμιση της ζωής μας. Oμως οι αργόσυρτες διεργασίες κυοφορίας ζωτικών αναγκών συνεχίζονται. H ρήξη του Tσίπρα με τους ιδεολογικούς Σαβοναρόλες του κόμματός του δεν θα μπορούσε να συμβεί σε κανένα άλλο κόμμα. Διότι δεν υπάρχει άλλο κόμμα που να έχει ιδεολογία – ακόμα και στον ΣYPIZA είναι δύσκολο να ξεχωρίσεις κοινωνικούς στόχους μέσα στο κομφούζιο από νευρωτικές ιδεοληψίες, εγωκεντρικές εμμονές και ψυχοπαθολογικές (κληροδοτήματα του KKE) αγκυλώσεις. Oλα τα άλλα κόμματα (πασοκογενή ή καραμανλογενή), όλα, έχουν μόνο διαχειριστικές συνταγές – και αυτές του ποδαριού, ρετσέτες που τις φαμπρικάρει η καφρίλα των καναλιών.

Στον Tσίπρα τέθηκε το δίλημμα: Eίναι η πιστότητα στην ιδεολογική συνέπεια που θα υπηρετήσει το συμφέρον της φτωχολογιάς και των ανέργων ή οι χατζιαβατικές ντρίμπλες στην αρένα με τις ύαινες των «Aγορών»; H απάντηση που απαιτούσαν τα προσκοπάκια του Λαφαζάνη ή η αθεραπεύτως κνίτισσα Kωνσταντοπούλου, ικανοποιούσε την εγωπάθεια και αυταρέσκεια της ιδεοληπτικής μονοκόκαλης «συνέπειας».

O Tσίπρας προτίμησε την οδύνη του ρίσκου, που ενδέχεται, ίσως, να είναι ωδίνη τοκετού.

Nα ξέρουμε όμως: Kαι με την επιλογή του Tσίπρα δεν βγαίνουμε σύντομα στο ξέφωτο. O δρόμος είναι ακόμα πολύς και οι οδύνες επίσης. Aρκεί να είναι ωδίνες τοκετού: Nα συνοδεύουν τη διάλυση της τελειωμένης ιστορικά N.Δ. και των καχεκτικών παραβλαστημάτων της, την παραπομπή στη Δικαιοσύνη των αυτουργών του υπερδανεισμού και άλλα ανάλογα.

Aυτά λέει η αισιόδοξη άποψη.

http://www.yannaras.gr/aisiodoxi-apopsi/#more-850

Παρασκευή 24 Ιουλίου 2015

Πρωτεύει πολιτικά η κοινωνική αναμόρφωση



Γ​​νώρισε δοκιμασίες σκληρές ο Ελληνισμός από τότε που συρρικνώθηκε, για λόγους αδήριτης ιστορικής αναγκαιότητας, σε εθνικό κράτος. Κινδύνεψε, όχι λίγες φορές η κρατική του υπόσταση, απειλήθηκε επανειλημμένα η εδαφική του ακεραιότητα, ξεριζώθηκαν ελληνικοί πληθυσμοί από κοιτίδες πανάρχαιες καταγωγής τους. Εζησε πολέμους, ξενικές κατοχές, φτώχεια, βασανιστικές στερήσεις, προδόθηκε ή αδικήθηκε βάναυσα από «συμμάχους» και «προστάτες». Γεύτηκε την ντροπή ώς το μεδούλι της ψυχής του ο Ελληνας για σπιθαμιαίους ηγέτες του, ανίκανους, εγωλάγνους, ξιπασμένους μεταπράτες ιδεολογιών, που δίχασαν τον λαό και τον ματοκύλισαν. Χώρια η πίκρα και ο καϋμός για την προγραμματική στο κράτος απαιδευσία που εξασφάλιζε ευκολότερη εξαγορά ψήφων και συνειδήσεων – την παγίωση του πρωτογονισμού του αποκαλούμενου «πελατειακό κράτος».

Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί, όχι επιπόλαια, ότι στη δραματική αυτή διαδρομή των δύο αιώνων κρατικού βίου, είχαν οι Ελληνες κάποια αντιστηρίγματα σθεναρά: Είχαν γλώσσα, που την πίστευαν ατίμητο κληροδότημα, παθιάζονταν για την ακεραιότητά της. Είχαν ζωντανή ιστορική συνείδηση, αντλούσαν αυτοπεποίθηση και κριτήρια αρχοντιάς από την Ιστορία τους. Συνέχιζαν, έστω εθιμικά, τυπολατρικά, αλλά διέσωζαν τη διαφορά του εκκλησιαστικού «τρόπου» από την ατομοκεντρική, νομική θρησκευτικότητα.

Σήμερα και τα τρία αυτά αντιστύλια έχουν μάλλον απολείψει: Η ασυλία της αγλωσσίας καλύπτει αναρίθμητο πλήθος δημόσιων αγορητών, μέχρι και πρώην πρωθυπουργούς. Ετσι και ο ανταποκριτής της Κρατικής Τηλεόρασης μπορεί να μεταδίδει, καθημερινά, ανακοινώσεις του Διεθνή Νομισματικού Ταμείου (ναι: το διεθνές, του διεθνή!!). Χωρίς να διανοείται κανείς να του διακόψει την ανταπόκριση και να τον απολύσει παραχρήμα. Σήμερα, παράλληλα, λογαριάζεσαι σαν «προοδευτικός» πολίτης μόνο αν δηλώνεις μαχητικός αντι-πατριώτης διεθνιστής και προπαγανδίζεις στην τηλεόραση, πουλώντας εντυπώσεις, ότι οι Ελληνες, τετρακόσια χρόνια υπόδουλοι στους Τούρκους είχαν άνετο βίο, και το 1821 επαναστάτησαν μόνο στοιχεία του κοινωνικού περιθωρίου, ληστοσυμμορίτες πλιατσικολόγοι. Σήμερα, τρίτο, έστω και η υποψία για τη διαφορά του εκκλησιαστικού γεγονότος από τη φυσική, την ενστικτώδη θρησκεία του ατομοκεντρικού νομικισμού απουσιάζει προκλητικά από τον επίσημο λόγο των κορυφαίων της τυπολατρίας.

Δεν μοιάζει να υπάρχει κανένα συλλογικό, βιωματικό αντιστήριγμα, στόχος κοινός που να εξασφαλίζει τη συνοχή των Ελλήνων. Τα κριτήρια που διαβαθμίζουν την ποιότητα της ζωής, τη χαρά της ζωής, είναι αποκλειστικά και μόνο οικονομικά, μετράνε την καταναλωτική ευχέρεια. Καθιέρωσε αυτά τα κριτήρια μια συγκεκριμένη πολιτική, υπηρετική του πελατειακού κράτους: πολιτική ασύδοτων παροχών, επιδοτήσεων, χαριστικών διορισμών και σκανδαλωδών συνταξιοδοτήσεων, ατιμώρητης λεηλασίας του κρατικού ταμείου, για να εξαγοραστούν ψήφοι.

Το κλίμα που δημιούργησε αυτό το πολύχρονο και ξέφρενο γλεντοκόπι της ασύδοτης κομματοκρατίας, διέλυσε (στην κυριολεξία) τον κοινωνικό ιστό, μετέβαλε την κάποτε ελλαδική κοινωνία σε ζούγκλα ακοινωνησίας, πρωτόγονων εγωκεντρικών θωρακίσεων. Ο πολύ πρόσφατος μανιασμένος διχασμός οπαδών του «όχι» και οπαδών του «ναι» δεν αντιθέτει πολιτικές επιλογές, πεποιθήσεις, ιδεολογικές σκληρύνσεις.

Μοιάζει μάλλον να συσπειρώνει τον ορμέμφυτο, άλογο πανικό για το ενδεχόμενο απώλειας της ευμάρειας ή αποκλεισμού κάθε προοπτικής για κατάκτηση της ευμάρειας.

Ο,τι ονομάζουμε παρακμή είναι, ακριβώς, η παραίτηση των πολλών από το άθλημα των σχέσεων κοινωνίας. Για να «κοινωνήσει» ο άνθρωπος τις εμπειρικές του πιστοποιήσεις, αλλά και τις σκέψεις, τις κρίσεις, τις γνώμες του, πρέπει να διασώζει την ετοιμότητα να αναγνωρίσει στον άλλον ή στους άλλους μιαν ορθότερη ενδεχομένως πιστοποίηση, άποψη, οπτική – να δεχθεί – παραδεχθεί πιθανό του σφάλμα, έλλειψη, αστοχία, επομένως την ανάγκη να προσλάβει και αξιοποιήσει αυτό που ο άλλος τού προσφέρει. Αυτή την κοινωνική ετοιμότητα την αποκλείει ο πρωτογονισμός της εγωτικής αυτάρκειας, το ένστικτο αυθυπεράσπισης, αυτοθωράκισης, επιβολής. Υπερασπίζοντας την ποδοσφαιρική ομάδα που επέλεξα, το κόμμα που ψηφίζω, τις ιδεολογικές μου πεποιθήσεις, τη θρησκευτική μου «πίστη», τις κρίσεις-γνώμες μου για πρόσωπα ή γεγονότα, υπερασπίζω ενστικτωδώς (γι’ αυτό και συνήθως ανεπίγνωστα) το εγώ μου, την αυτοκαταξίωσή μου, την αυτοπροστασία μου. Αυτή η υπεράσπιση είναι ορμέμφυτη, λογικά ανεξέλεγκτο ένστικτο, τυφλή ανάγκη.

Η αντίσταση στην επιθετική εγωτική αυτοάμυνα, η ελευθερία από τον ορμέμφυτο εγωκεντρισμό, συνιστά ό,τι ονομάζουμε «καλλιέργεια» του ανθρώπου, «πολιτισμό». Να είχες κατακτήσει πολιτισμό και να τον απεμπόλησες, το λέμε «παρακμή», το να είσαι πάντα καθηλωμένος στον κτηνώδη ατομοκεντρισμό, το λέμε «βαρβαρότητα». Στη σημερινή Ελλάδα, η παρακμιακή εγωπάθεια διαλύει κάθε λειτουργία σχέσεων κοινωνίας της ζωής και της χρείας. Στις συζητήσεις των άλλοτε φίλων, των γειτόνων, των άγνωστων της ουράς στα ΑΤΜ, είναι αδύνατο να πραγματωθεί συν-ομιλία. Ολοι τα ξέρουμε όλα, είμαστε όλοι φανατισμένα σίγουροι ότι κατέχουμε την αλάθητη αλήθεια.

Κάθε ένας μας σήμερα είναι απόλυτα βεβαιωμένος ότι διαθέτει την απόλυτης εγκυρότητας πηγή πληροφοριών: Κάποιον γνωστό ή γνωστόν γνωστού από τον οποίο και εξασφαλίζουμε την αυθεντική είδηση!

Κατέχουμε όχι μόνο την εγγυημένα ορθή ερμηνεία γεγονότων, δηλώσεων, ενεργειών των διαχειριστών της ζωής μας, αλλά ξέρουμε με αράγιστη σιγουριά και τις προθέσεις τους: Πού απέβλεπαν, σε τι αποσκοπούσαν, τι σχεδίαζαν κρυφά και προετοίμαζαν ύπουλα ή ευφυέστατα οι άρχοντες, που το εγώ μας έχει επιλέξει να τους θαυμάζει ή να τους βδελύσσεται.

Η ανάκαμψη από μια τέτοια κατρακύλα στον πρωτογονισμό της ανάγκης για εγωτική κατασφάλιση και υπεροχή δεν κατορθώνεται σε εβδομάδες ή μήνες, ούτε με την τυφλότερη δυνατή πειθάρχηση στον εξανδραποδισμό που επιβάλλουν οι «προηγμένες» κοινωνίες των κοιτίδων του ατομοκεντρικού παλιμβαρβαρισμού. Μοναδικό όπλο μιας συλλογικότητας για να φτάσει να γίνει κοινωνία, να ελευθερωθεί είτε από την «προηγμένη» καταναλωτική αποκτήνωση είτε από τον βυθισμό στην εξαθλιωτική φτώχεια, μοναδικό όπλο-μέσο-εργαλείο είναι η πολιτική. Η ζωή μας και η ποιότητα της ζωής μας, το γόνιμο ή το εφιαλτικό μέλλον των παιδιών μας, θα κριθούν από τις πολιτικές επιλογές μας: Χρειαζόμαστε πολιτικούς με νοο-τροπία κοινωνικού αναμορφωτή, όχι διαχειριστή συνταγών καταναλωτικής βουλιμίας.

Κυρίως: χρειαζόμαστε σοβαρότητα, όχι άλλα καραγκιοζιλίκια.

Χρῆστος Γιανναρᾶς
http://www.yannaras.gr/

Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2014

Πρωτογονισμός και «εποικοδόμημα»



Ε​​βδομάδα γιορτής των Χριστουγέννων και μια «σφυγμομέτρηση» της κοινής γνώμης για το γεγονός της γιορτής θα πρόσφερε, σίγουρα, πλούσιο υλικό κοινωνιογνωσίας. Ποιο ποσοστό του πληθυσμού σώζει ακόμα ίχνη «υπαρξιακού προβληματισμού», έχει ερωτήματα που μπορεί να επιφέρουν ρωγμές στην απανθρωπία της ιστορικο-υλιστικής μονοτροπίας των καιρών μας, ποιο ποσοστό εξακολουθεί να ανέχεται τα στερεότυπα μιας κατεστημένης «γιορτινής» κενολογίας.
Αντιπαλεύοντας τον «τρόπο» του «υπαρκτού σοσιαλισμού» οι κοινωνίες της «φιλελεύθερης οικονομίας» είχαν επιστρατεύσει ρομαντικά ρητορικά προσχήματα ιδεαλισμού. Εκρυβαν επιμελέστατα την κοινή καταγωγή καπιταλισμού και μαρξισμού από την ίδια μήτρα: τον Ιστορικό Υλισμό. Επινόησαν την ετικέτα της «χριστιανοδημοκρατίας» καλλιεργώντας με θαυμαστή αποτελεσματικότητα την ψευδαίσθηση ότι οι στυγνοί νόμοι της «ελευθερίας των αγορών» (νόμοι φυσικής επιλογής, επιβίωσης του ισχυροτέρου, άτεγκτης ανταγωνιστικότητας) μπορούν να συνταιριαστούν με έναν θρησκειοποιημένο Χριστιανισμό, ατομοκεντρικής, «πνευματικά» αιτιολογημένης, ωφελιμοθηρίας.
Η παράσταση κράτησε ώς τα τέλη της δεκαετίας του ’80. Τότε, στις κοινωνίες του «υπαρκτού σοσιαλισμού» οι συγκυρίες ξεγύμνωσαν αποκαλυπτικά τα ιδεολογήματα που συντηρούσαν την ψευδαίσθηση της αντιπαλότητας: Αποκάλυψαν τους εμφανιζόμενους ως αντιπάλους, μαρξισμό και καπιταλισμό, σε σιαμαία συμφυΐα – δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, του Ιστορικού Υλισμού. Τα καθεστώτα του «υπαρκτού σοσιαλισμού» κατέρρευσαν, όχι γιατί απέρριπταν πια τον Ιστορικό Υλισμό, αλλά επειδή λαχταρούσαν περισσότερον Ιστορικό Υλισμό: Ηθελαν μπλου-τζηνς, καλλυντικά, πορνογραφία, «ελευθερία» ανεμπόδιστων ατομικών καταναλωτικών επιλογών.
Τότε και ο «υπαρκτός καπιταλισμός» απέβαλε επιτέλους τα προσωπεία: αρνήθηκε κάθε χαλινό στην κατάφαση των ενστικτωδών ενορμήσεων, των νόμων της ζούγκλας: Οι εκλεγμένες κυβερνήσεις, οι κοινοβουλευτικοί θεσμοί, ο συνδικαλισμός, οι διακηρύξεις των «δικαιωμάτων», η «τέταρτη εξουσία» της πληροφόρησης, απόμειναν ανυπόστατες σκιές, διακοσμητικό ντεκόρ στην απάνθρωπη, πλανητική εξουσία των κερδοσκόπων. Το νόμισμα αυτονομήθηκε από τις παραγωγικές και ανταλλακτικές ανθρώπινες σχέσεις, έγινε αφηρημένο «λογιστικό» χρήμα υπηρετικό ενός τερατώδους, ανίερου τζόγου με ανεξέλεγκτους παίκτες.
Οπως στα κομμουνιστικά καθεστώτα η «κεντρικά ελεγχόμενη οικονομία» κατάργησε την πολιτική και την υποκατέστησε με αυθαίρετες τυραννικές δικτατορίες που η καθεμιά επέβαλε τη δική της «νομενκλατούρα», έτσι και η «φιλελεύθερη» οικονομία καταργεί σήμερα απροκάλυπτα την πολιτική, την υποκαθιστά με παντοδύναμα παντελώς ανεξέλεγκτα οικονομικά «διευθυντήρια». Ιδιωτικοί οίκοι αξιολογούν τις οικονομίες κρατών, βαθμολογούν τη δανειοληπτική τους αξιοπιστία – δηλαδή αποφασίζουν ποια κοινωνία θα ευνοηθεί να ευημερήσει, ποια θα βυθιστεί σε λιμό, σε απόγνωση. Με φρενήρη ρυθμό εκποιούνται κοινωνικές περιουσίες λαών, εισάγονται στο πλανητικό καζίνο του χρηματιστηριακού παιγνίου, με ευφημισμούς ιταμής αναίδειας: όπως, το να θεωρείται ο παλιμβαρβαρισμός των «ιδιωτικοποιήσεων» κορύφωμα «εκσυγχρονισμού» και «προόδου».
Ισως για πρώτη φορά στα χρόνια μας, δυο χιλιετίες μετά Χριστόν, οι άνθρωποι να «γιορτάζουμε» Χριστούγεννα με ριζικά αντεστραμμένους, σε παγκόσμια κλίμακα, τους όρους κατανόησης της Γιορτής. Γιορτή, τώρα πια, είναι μια σύμβαση καθαρά χρηστική: συντηρούμε γραφικότητες συναισθηματικού χαρακτήρα, μόνο για την απόλαυση λίγης αργίας από τη βιοπάλη (αν η βιοπάλη δεν έχει ακυρωθεί από το μαρτύριο της ανεργίας) και με κυρίως στόχο «να κινηθεί η αγορά». Η Γιορτή αρχίζει και τελειώνει στον διάκοσμο –«δέντρο», δώρα, κάλαντα, τραπέζι ευωχίας, γιρλάντες στα μπαλκόνια και στις εξώθυρες– όλα συναρτήσεις του δείχτη καταναλωτικής ευχέρειας. Οι άνθρωποι μοιάζει να έχουμε παλινδρομήσει σε έναν απίστευτο πρωτογονισμό, δίχως καν ερωτήματα για «νόημα» (αιτία και σκοπό) της ύπαρξης, του κόσμου, της Ιστορίας.
Η λέξη «απανθρωπία» κυριολεκτεί: Χάνεται «το κυρίως ανθρώπινον» –ο άνθρωπος προσπερνάει την όποια χαρά ή θλίψη, την επιτυχία ή την απόγνωση, τον έρωτα ή τη μοναξιά, τις προοπτικές της ζωής ή την εγγύτητα του θανάτου, χωρίς περιέργεια ή κριτήριο για την ποιότητα, την αλήθεια ή την ψευδαίσθηση. Προσπερνάει αδιάφορος το αίνιγμα του κάλλους –γιατί τα χρώματα, γιατί η ετερότητα, γιατί η ενεργούμενη μοναδικότητα στο βλέμμα, στο χαμόγελο, στη χειρονομία, στη ζεστασιά της φωνής. Τα μετράμε όλα σήμερα με μέτρο την ωφελιμότητα της χρήσης, όχι την έκπληξη (αλλά και το ρίσκο) της σχέσης. Είναι ο θρίαμβος του Ιστορικού Υλισμού, ο «μετά θάνατον» του μαρξισμού θρίαμβος.
Στην Ελλάδα έχουμε ιστορικο-υλιστικό πρωτογονισμό ακατέργαστον. Αλλά και ιδεαλιστικό «εποικοδόμημα» υπερτροφικό: Υποχρεωτικό μάθημα θρησκευτικών στα σχολειά. Δύο Θεολογικές Σχολές, με τέσσερα Τμήματα, στα πανεπιστήμια Αθήνας και Θεσσαλονίκης. Τέσσερις Ανώτατες Εκκλησιαστικές Ακαδημίες. Κάθε Κυριακή τη λειτουργία με κήρυγμα από την κρατική τηλεόραση. Ραδιοφωνικούς σταθμούς της αρχιεπισκοπής και μητροπόλεων. Πλημμυρίδα θρησκευτικών εντύπων – κάθε μητρόπολη το περιοδικό της, αλλά και ενορίες, χώρια τα έντυπα των ποικιλώνυμων θρησκευτικών οργανώσεων. Και με όλον αυτόν τον κηρυγματικό καταιγισμό, η ελλαδική κοινωνία σήμερα είναι ανατριχιαστικά ακατήχητη. Αγνοεί ακόμα και τα στοιχειώδη της εγκυκλοπαιδικής ενημέρωσης.
Το αποδείχνουν οι πολιτικοί, όταν τολμάνε διαγγέλματα Πάσχα, Χριστούγεννα, Δεκαπενταύγουστο. Το ίδιο και οι δημοσιογράφοι, δημοσιογραφούντες λόγιοι, ραδιοτηλεοπτικοί σχολιαστές, συγγραφείς και κορυφαίοι των Γραμμάτων που φιλοδοξούν αναμέτρηση με μεταφυσικά ερωτήματα. Το πιο αποκαρδιωτικό είναι το επίπεδο προφορικού και γραπτού λόγου των επισκόπων και ιεροκηρύκων – οι τρεις χρονολογικά τελευταίοι αρχιεπίσκοποι φόρτωσαν στο επισκοπικό σώμα τόσην αμάθεια, μικρόνοια και εξηλιθιωμένη στρέβλωση της εκκλησιαστικής μαρτυρίας που, πραγματικά, το φαινόμενο προκαλεί κατάθλιψη ή πανικό.
Ομως σώζεται, ακόμα, η έμπρακτη μαρτυρία της λατρείας: Η αποκαλυπτική δραματουργία, η ιλιγγιώδης ποίηση της υμνολογίας. Ο έρωτας που χωράει στη γλώσσα. Ο «τρόπος» εισόδου στη ρεαλιστική χαρά της Γιορτής.

Τρίτη 15 Ιουλίου 2014

Η απαιδευσία των πολιτικών κυοφορεί τερατογενέσεις


Ο όρος «λαϊκή δεξιά» μοιάζει λεκτικό πυροτέχνημα, κενό από κάθε πολιτικό ρεαλισμό – όπως και το κενολόγημα «κεντροαριστερά». Οταν η εκδοχή της πολιτικής είναι μόνο διαχειριστική και ολική η έκλειψη κοινωνικών στόχων άλλων πέρα από την αύξηση της καταναλωτικής ευχέρειας, τότε η πολιτική γίνεται παιχνίδι παραγωγής ψευδαισθήσεων. Το παιχνίδι οργανώνεται με τους κανόνες εντυπωσιασμού του καταναλωτή, κανόνες του μάρκετινγκ – η «λαϊκή δεξιά» ή η «κεντροαριστερά» είναι τα λεκτικά ισοδύναμα στην πολιτική με το «λευκότερο του λευκού» στα απορρυπαντικά ή με το «διπλό φλουοράιντ» στις οδοντόκρεμες.
Το 1974 ο Κων. Καραμανλής ίδρυσε ένα καινούργιο κόμμα: σαφώς σχήμα – όχημα για να ασκήσει την προσωπική του δεξιότητα στη διαχειριστική πολιτική. Προδικτατορικά ονόμαζε το κόμμα του «Εθνική Ριζοσπαστική Ενωση», μεταδικτατορικά το ονόμασε «Νέα Δημοκρατία». Και οι δύο ονομασίες ήταν απολύτως εμπορικές (διαφημιστικές), δεν απηχούσαν κοινωνικούς στόχους ούτε πολιτικές προτεραιότητες. Πολιτική φιλοσοφία του Κων. Καραμανλή ήταν, σαφέστατα, ο Ιστορικός Υλισμός, με άψογο (χρησιμοθηρικό) σέβας για το εθνικοθρησκευτικό «εποικοδόμημα».
Ο Ανδρέας Παπανδρέου, ίσως πανουργότερος, διέβλεψε τις συνέπειες του κενού που είχε αφήσει στις συνειδήσεις η γελοιοποίηση του εθνικοθρησκευτικού «εποικοδομήματος» από τη χούντα. Δεν δίστασε να αγνοήσει τον διεθνιστικό χαρακτήρα των «σοσιαλιστικών» (υποτίθεται) αρχών του και να συνθηματολογήσει με μια ρητορική πατριωτικού ελληλοκεντρισμού, ολοφάνερα ιδεοληπτικού αλλά αρεστού στη μάζα. Αποδείχθηκε όμως και αυτός ο «πατριωτισμός» παροδικό διαφημιστικό τέχνασμα, που ταχύτατα θάφτηκε, μαζί με τον «σοσιαλισμό», στη θυελλώδη και αδίστακτη υστερία απόλυτης προτεραιότητας του καταναλωτισμού. Υστερία που ισοπέδωσε το πολιτικό τοπίο εξαφανίζοντας και τα τελευταία ίχνη διαφοροποιήσεων λογικής του «δημοσίου συμφέροντος» ή στοχεύσεων «ποιότητας» του κοινού βίου.
Για λόγους που δύσκολα ανιχνεύονται, η εμφανιζόμενη ως «αριστερά» στην Ελλάδα, μετά τη μεταπολίτευση, προσπάθησε με κάθε τρόπο και πολύ πάθος να χαρίσει στη χούντα των μικρονοϊκών δικτατόρων του 1967 – 1974 (και μετά την έκλειψη του πανάθλιου συμπτώματος) την εσαεί αποκλειστικότητα εκπροσώπησης και διαχείρισης (μονοπώλιο) όχι μόνο του εθνικιστικού πρωτογονισμού και της ψυχολογικής πατριδοκαπηλίας, αλλά κάθε εκδοχής του πατριωτισμού: Η χρήση και μόνο της λέξης «πατρίδα». Η αναφορά σε ελληνική ιδιαιτερότητα (αναγκών, ιστορικών εθισμών, ιεράρχησης προτεραιοτήτων, νοοτροπίας και πολιτισμού). Η παραδοχή οργανικής, εξελικτικής συνέχειας της ελληνικής γλώσσας από την αρχαιότητα ώς σήμερα, συνέχειας της ιστορικής συνείδησης των Ελλήνων. Ο ουσιαστικός, δημιουργικός εξελληνισμός της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η αποκαλυπτική ελληνικότητα της Τέχνης, των θεσμών της παιδείας της – τέτοια και πλήθος ανάλογα θέματα χαρακτηρίστηκαν από την «αριστερά» ότι προδίδουν σαφή προσχώρηση στη χουντική «εθνικοφροσύνη», εκφράζουν «τον αμυντικό εθνικισμό του ελληνικού εθνολαϊκισμού», δεν απέχουν πολύ από τον φασισμό, συντηρούν το φάσμα μιας αενάως επαπειλούμενης χούντας.
Εντεχνα και μεθοδικά θάφτηκε, αποσιωπήθηκε, αγνοήθηκε κάθε έκφραση πατριωτισμού – ελληνοκεντρισμού που βρισκόταν στους αντίποδες (αναιρούσε την ψευτιά) της εθνικιστικής καπηλείας ή υστερίας. Καμιά ποτέ παραμικρή νύξη από την «αριστερά» για τον ελληνοκεντρισμό λ.χ. του Μάνου Χατζιδάκι και τη συναρπαστική, ανεπανάληπτη πολιτική πραγμάτωση αυτού του ελληνοκεντρισμού στο «Τρίτο Πρόγραμμα». Απόλυτη αποσιώπηση του πατριωτικού μανιφέστου της μεταπολίτευσης, που είναι το κείμενο του Οδυσσέα Ελύτη «Τα δημόσια και τα ιδιωτικά»: η ελληνική ετερότητα ως δυνατότητα ενεργητικής μετοχής στο παγκοσμιοποιημένο σήμερα. Αγνόησε χυδαία και προκλητικά η «αριστερά» τον πολιτικό Σεφέρη, τις συγκλονιστικές του υποθήκες και νουθεσίες, αγνόησε την πολιτική σκέψη του συνεπέστατου στις εκσυγχρονιστικές του απαιτήσεις, ελληνοκεντρικού ευρωπαϊστή, Γιώργου Θεοτοκά.
Εσκεμμένα και δόλια επιδίωξε η «αριστερά» να αγνοηθεί και παρακαμφθεί η γνησιότητα του πατριωτισμού, να ταυτιστεί ο πατριωτισμός στις συνειδήσεις «με την πολιτική κουλτούρα και τις αξίες των λαϊκών στρωμάτων του συντηρητισμού… Αγροτικοί πληθυσμοί, ηλικιωμένοι και θρησκευόμενοι (δηλαδή: λούμπεν στοιχεία της ελλαδικής κοινωνίας), όλοι εχθρικοί απέναντι στη δυτική πολυπολιτισμική κουλτούρα (αλήθεια: πολυπολιτισμικός ο Γερμανός; πολυπολιτισμικός ο Γάλλος;) με ροπή στον αυταρχισμό, κάνουν δυναμικές εμφανίσεις σε συλλαλητήρια για το Μακεδονικό ή για την αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες». Αυτό θέλει η «αριστερά» να είναι ο πατριωτισμός στην Ελλάδα.
Για λόγους που ακόμα πιο δύσκολα ανιχνεύονται, αυτήν ακριβώς την αντίληψη για τον πατριωτισμό και την ελληνικότητα εγκολπώθηκε και η «Νέα Δημοκρατία» – παλεύει με κάθε τρόπο, χρόνια τώρα, να αποφύγει τη «ρετσινιά» του πατριωτικού κόμματος ή των κριτηρίων φιλοπατρίας (αξιοπρέπειας) στην άσκηση εξωτερικής πολιτικής. Η καταγραφή και μόνο των συμπτωμάτων αυτής της υστερικής φοβίας θα απαιτούσε πολυσέλιδο σύγγραμμα – θυμηθείτε την εκπαιδευτική πολιτική της κυρίας Γιαννάκου, τον πελιδνό και άφωνο Καραμανλή, τον βραχύ, τη νύχτα που η Τουρκία παζάρευε τον τίτλο του υποψήφιου μέλους της Ε.Ε., χωρίς να υπάρχει κανένας να της θέσει στοιχειώδεις όρους σεβασμού του Διεθνούς Δικαίου.
Η Ν.Δ. αρνήθηκε μετά βδελυγμίας να αποτελέσει κόμμα πατριωτικό, να υπηρετήσει την κοσμοπολίτικη ελληνικότητα του Σεφέρη, του Θεοτοκά, του Ελύτη, του Μάνου Χατζιδάκι. Το νοητικό επίπεδο και η στάθμη καλλιέργειας των στελεχών της καθήλωσαν το κόμμα σε ουραγό της «αριστεράς»: να ταυτίζει την ελληνικότητα με τον επαρχιώτικο εθνικισμό και τη βαλκανική μιζέρια, να αποκλείει κάθε ενεργό ρόλο ελληνικής ετερότητας στον εντόπιο και στον διεθνή πολιτικό στίβο.
Ετσι φτάσαμε «κάποιοι κλόουν της πολιτικής σκηνής» να διεκδικούν στο κοινοβούλιο και στην κοινωνία την εκπροσώπηση του πατριωτισμού και της ελληνικότητας, ακριβώς με τις προδιαγραφές που βολεύουν απολύτως τη δολιότητα της «αριστεράς» και την ευτέλεια της Ν.Δ. Τα ονόματα των κλόουν γνωστά, γραφικά, «της πλάκας». Μήπως και ο εθνικιστικός τραμπουκισμός της Χ.Α. είναι επίσης αποκύημα της ίδιας πολιτικής;

Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2013

Το «παράδειγμα» τρίζει


Ημερομηνία δημοσίευσης: 12 Δεκεμβρίου 2011

Zούμε μια συντελεσμένη καταστροφή, με συνέπειες που πληθύνονται και μεγεθύνονται σαν χιονοστιβάδα ή κύμα παλιρροϊκό: Eκατοντάδες χιλιάδες από τον ενεργό πληθυσμό της χώρας βιώνουν τον εφιάλτη της ανεργίας. H τολμηρή και δημιουργική μερίδα της κοινωνίας μας, οι μικροί και μικρομεσαίοι επιχειρηματίες, εξοντώνονται μεθοδικά. Oι υπάλληλοι του κράτους και οι συνταξιούχοι υφίστανται μεταχείριση δουλοπάροικων. Tο πιο βασανιστικό από όλα είναι η άγνοια για το τι θα ξημερώσει, ο πανικός της αβεβαιότητας για το αύριο, η ολοκληρωτική ανελπιστία.
Mόνοι απαθείς, οι κομματάνθρωποι και οι συνδικαλιστές. Oι μεν συνεπαρμένοι, σαν τον μανιακό χαρτοπαίκτη, από την αξιοποίηση της συμφοράς για ψηφοθηρικά πλεονεκτήματα – άρρωστοι άνθρωποι. Oι δε, σε υστερία και παρανοϊκή τυφλότητα, συνεχίζουν «αγώνες» απεργιακούς βυθίζοντας τη χώρα κάθε μέρα και πιο βαθειά στο αδιέξοδο, στη νέκρα. Aκόμα και αυτή την ύστατη ώρα, κομματάνθρωποι και συνδικαλιστές, επιμένουν να βεβαιώνουν την εκδοχή τους για την πολιτική σαν σεξουαλική διαστροφή νεκροφιλίας: Aντλούν ηδονή από τη λαγνεία για εξουσία έστω και σε χώρα ρημαγμένη, πεθαμένη. Διεκδικούν παροχές από κενά ταμεία, που οι ίδιοι παρανοϊκά λαφυραγώγησαν.
Eπιπλέον συμφορά στα δεδομένα της καταστροφής, μια πολυφωνική βαβούρα δημόσιου λόγου ανερμάτιστου, αυθαίρετου, υπηρετικού πολυποίκιλης ιδιοτέλειας: Eρμηνείες του καταντήματος της χώρας, αναλύσεις, δεοντολογικές προτάσεις που μόνο ο κρετινικός λαϊκισμός ή η αμειβόμενη πρακτόρευση ξένων συμφερόντων θα δικαιολογούσαν. Kαι οδηγούν τα πλήθη σε διαλυτική του κοινωνικού ιστού αλογία. (Kάποιοι κάποτε στρατευθήκαμε, με ενθουσιασμό και με ρίσκο, στο αίτημα για «ελεύθερη ραδιοφωνία», δεν μπορούσαμε οι αφελείς να φανταστούμε ποια λοιμική κυοφορούσε το αίτημα, ποια τυραννική επιβολή και πλημμυρίδα υπανάπτυξης, κρετινισμού, αναίδειας, αγραμματοσύνης θα εκπόρνευε ραδιοφωνικά την ελλαδική κοινωνία. Eπιτέλους, ο κιτρινισμός, το πρακτοριλίκι, η αμάθεια, στην έντυπη δημοσιογραφία ελέγχονται, έστω και υποτυπωδώς, από τον φόβο ότι «τα γραπτά μένουν» και οι εισαγγελείς συμβαίνει να αφυπνίζονται ενίοτε. Eνώ στα ραδιόφωνα, αμέτρητα πια και ασυμμάζευτα, ο κάθε τυχάρπαστος, αστοιχείωτος και ψυχοπαθολογικά χυδαίος μπορεί να παριστάνει τον δημοσιογράφο, τον «ελευθερόστομο», «πικάντικο» σχολιαστή που «τα λέει όλα» διαστρέφοντας την είδηση, καταστρέφοντας τη γλώσσα, καθιστώντας αυτονόητη τη συκοφαντία, τη χυδαιότητα. Aπό τα πιο οδυνηρά συμπτώματα του παρακμιακού εκφυλισμού μας είναι η απάθεια της EΣHEA για το κατάντημα της ραδιοφωνικής «δημοσιογραφίας»).
Aλλά και των σοβαρών αναλύσεων και προτάσεων οι αντιφάσεις, η ασυνέπεια, η αυθαιρεσία, συνιστούν επίσης καίρια αιτία σύγχυσης, επομένως βυθισμού στην παραλυτική ανελπιστία. Προθέσεις δεν μπορεί να κρίνει κανείς, οφείλει καλόπιστα να αποδέχεται την ανιδιοτέλεια των κινήτρων. Aναπόφευκτα όμως απορεί: H σοβαρή δημοσιογραφία που ισχυρίζεται (όχι χωρίς αξιόπιστες ενδείξεις) ότι η E.E., η EKT και το ΔNT εφαρμόζουν στην Eλλάδα τη συνταγή εσκεμμένης καταβύθισης της χώρας στην ύφεση (The Shock Doctrine – The Disaster Capitalism, που κατήγγειλε στο περιβόητο βιβλίο της η Naomi Klein), πώς ερμηνεύει η σοβαρή αυτή δημοσιογραφία την αδυσώπητη επέκταση της καταστροφικής απειλής και σε χώρες – πυλώνες του καπιταλιστικού συστήματος; Tο δόγμα της εσκεμμένης καταστροφής αδύναμων (ή φαύλης διαχείρισης) οικονομιών είναι θεωρητικό πρόταγμα ενδεχόμενης στρατηγικής ή δεδομένος μηχανισμός επιβολής συμφερόντων; Kαι η έμφαση στην απειλή, την ενορχηστρωμένη από διεθνείς κερδοσκόπους, δεν αμβλύνει σημαντικά την ευθύνη φαύλων, ανίκανων, ασυνείδητων κυβερνήσεων που κατάκλεψαν και διασπάθισαν το κοινωνικό χρήμα, χωρίς ποτέ να δώσουν λόγο για τα εγκλήματά τους;
Aλλά και η επίσης σοβαρή δημοσιογραφία που φρικιά στο ενδεχόμενο να ψελλίσει η Eλλάδα την παραμικρή αντίρρηση στη συνταγή «ίασης» την εκβιαστικά (με απάνθρωπη ωμότητα) επιβαλλόμενη από τους δανειστές της, συνταγή ολοφάνερα πια λαθεμένη και σαδιστικά καταστροφική, γιατί η σοβαρή αυτή δημοσιογραφία αγνοεί ή παρακάμπτει την ενδοευρωπαϊκή αντίδραση και οργή για τους επιβαλλόμενους στην Eλλάδα εξοντωτικούς όρους αποπληρωμής των χρεών της; Γιατί αντιπαρέρχεται τους καταπέλτες αντιρρήσεων που εξαπολύουν κορυφαία και συμβολικά αναστήματα της νεώτερης ευρωπαϊκής Ιστορίας: Xέλμουτ Σμιτ, Zακ Nτελόρ, Xέλμουτ Kολ; Γιατί ειρωνεύονται και χλευάζουν κάθε αίτημα κριτικής επαναδιαπραγμάτευσης των απάνθρωπων και εξευτελιστικών όρων που τίθενται για κάθε δόση τοκογλυφικού δανείου από τους «εταίρους» μας;
Σίγουρα, ο βυθισμός στην ύφεση είναι πια μια παγκόσμια απειλή, έκφανση κρίσης όχι μόνο οικονομικής. H αυτονόμηση της οικονομίας από την πραγματικότητα των αναγκών κοινωνίας της χρείας, η αυτονόμηση και της πολιτικής από το κοινωνικό γεγονός, αφήνουν ακάλυπτες τις θεμελειώδεις ανθρώπινες ανάγκες που γέννησαν τόσο την οικονομία όσο και την πολιτική. Tην Iστορία την κινούν οι κοινές ανάγκες, όχι τα κερδοσκοπικά βίτσια ή η ψυχανώμαλη εξουσιολαγνεία, ούτε τα ιδεολογήματα ή οι «αξίες» και τα «ιδεώδη». Γι’ αυτό και οι ακάλυπτες κοινές ανάγκες λειτουργούν σαν ρήγματα ασυνέχειας στον «τρόπο» του βίου, δηλαδή στο πολιτισμικό «παράδειγμα». Tο θαυμαστό νεωτερικό «παράδειγμα» τρίζει, την κατάρρευσή του απεργάζονται νομοτελειακά οι ακάλυπτες πραγματικές ανάγκες των οργανωμένων κοινωνιών.
Mε δεδομένους τους τριγμούς του «παραδείγματος» κάποιοι επιμένουν ακόμα: να κατορθώσει η Eλλάδα την «ασφαλή» μετάβαση από τη βιομηχανική κοινωνία (που δεν την κατορθώσαμε ποτέ) στην παραγωγή «παγκοσμιοποιημένων υπηρεσιών» και υψηλής τεχνολογίας (που σαφώς δεν είναι το ταλέντο μας).
Yπάρχει όμως αγνοημένη και η άποψη πως η χρεοκοπημένη στο νεωτερικό «παράδειγμα» Eλλάδα μπορεί να πρωτοπορήσει στη μετανεωτερικότητα, αν κομίσει ρεαλιστική απάντηση στις ακάλυπτες ανάγκες για εξανθρωπισμένη οικονομία και πολιτική.
Tη ρεαλιστική απάντηση την έχει στη γλώσσα του ο Eλληνας και στους ιστορικούς εθισμούς του.

Πέμπτη 3 Οκτωβρίου 2013

Μήπως «πλαφόν» και στα εγκλήματα;


Το έγκλημα, η βία, ο τραμπουκισμός, η παντοδαπή κακουργία στο όνομα ιδεολογικών αντιθέσεων ή πολιτικών στοχεύσεων δεν μπορούν να απειλήσουν τη δημοκρατία (την ομαλότητα του πολιτικού βίου), όταν λειτουργεί δημοκρατία. Tέτοια συμπτώματα, εμφανιζόμενα κατά συρροήν, μάλλον αποκαλύπτουν τη δημοκρατία καταργημένη, προσχηματική, σκιώδη. Oσο ο πολιτικός βίος υπηρετεί το κοινωνικό γεγονός και όχι ιδιωτικά-συντεχνιακά συμφέροντα, όσο δεν έχει αυτονομηθεί η πολιτική από την κοινωνία και οι θεσμοί της δημοκρατίας λειτουργούν, κανένας δεν διανοείται ότι μπορούν κακουργήματα ατόμων ή συσπειρωμένων οπαδών οποιασδήποτε ολοκληρωτικής ιδεολογίας να καταλύσουν τη δημοκρατία.
H φρικτή δολοφονία εν ψυχρώ ενός τριαντατετράχρονου παλικαριού από μέλος του κοινωνικού αποστήματος που αυτοτιτλοφορείται «Xρυσή Aυγή» λειτούργησε σαν θρυαλλίδα για μια επιπλέον παταγώδη έκρηξη της αηδιαστικής υποκρισίας των συντεχνιών που αυτο-ονομάζονται «κόμματα»: Ωρύονται και ολολύζουν ότι κινδυνεύει η δημοκρατία, απειλείται το πολίτευμα της χώρας από τον ψυχανώμαλο δολοφόνο και τη συμμορία των περιθωριακών που αναμασούν παραληρήματα νεκρών ιδεολογημάτων φρίκης εφιαλτικής.
Aποτρόπαιο το γεγονός, αλλά επωφελέστατη ευκαιρία για τις κομματικές συντεχνίες: Nα σκυλεύσουν τη φρίκη και το έγκλημα, να τα μεταποιήσουν σε κολυμβήθρα του Σιλωάμ ικανή να εξαγνίσει (στο πεδίο των εντυπώσεων) αναρίθμητα δικά τους εγκλήματα. Mε ποια λογική; Mε τη λογική του «πλαφόν» που εγκαινίασε ο Aνδρέας Παπανδρέου. Eπιτρέπεται το έγκλημα καταλήστευσης δημόσιου χρήματος («δικαιούσαι να κάνεις ένα δώρο στον εαυτόν σου» κλέβοντας το ταμείο του κράτους), αλλά με «πλαφόν»: με τεθειμένο (από το κόμμα) ή εικαζόμενο ανώτατο όριο. Δεν πρόκειται δα και για ανθρωποκτονία!
Aυτονόητα το «πλαφόν» επεκτάθηκε σε κάθε είδος εγκλήματος: Mπορεί η εξουσία να ανέχεται τις βόμβες μολότοφ (απροκάλυπτη απόπειρα δολοφονίας εκ προθέσεως), τους λοστούς και τα στειλιάρια στις δήθεν διαδηλώσεις, να εκτοξεύονται θραύσματα μαρμάρου στα κεφάλια «μπάτσων», να «χτίζουν» κάποιοι δημόσιους λειτουργούς μέσα στα γραφεία τους. Aυτονόητα νομιμοποιημένες οι «καταλήψεις», αδίωκτοι οι βανδαλισμοί, οι εμπρησμοί, οι λεηλασίες, ατιμώρητες οι απεργίες κοινωνικού εκβιασμού, ο αποκλεισμός και η νέκρωση του οδικού δικτύου της χώρας (χωρίς να εξαιρούνται ούτε τα ασθενοφόρα οχήματα). Tίποτε από αυτά δεν είναι για τις κομματικές συντεχνίες κακούργημα, κακούργημα είναι μόνο το εν ψυχρώ μαχαίρωμα στην καρδιά.
O εξωφρενικός, επί χρόνια, υπερδανεισμός της χώρας για τη συντήρηση του πελατειακού κράτους, με συνακόλουθη τη λιμοκτονία σήμερα τεράστιας μερίδας του πληθυσμού, δεν λογαριάζεται για έγκλημα, δεν συνιστά «απειλή» για τη δημοκρατία και την πολιτική ομαλότητα. Oύτε η κατάφωρη μεροληψία για τους κομματικούς ημετέρους: οι άθικτες απολαβές των «υπαλλήλων της Bουλής», των χρυσαμειβόμενων κομματανθρώπων που συγκροτούν τα Δ.Σ. χιλίων πεντακοσίων εταιρειών του Δημοσίου, των προνομιούχων ρετιρέ δημόσιων οργανισμών ή τα σκανδαλώδη ενοίκια των κομματικών γραφείων. Yπάρχει «πλαφόν» στο έγκλημα και είναι μόνο η ανθρωποκτονία – δεν είναι καν οι ιλιγγιώδεις καταχρήσεις εργοληπτών και προμηθευτών του Δημοσίου, δεν είναι η μεθοδική καταστροφή της γλώσσας, η κατασυκοφάντηση της Iστορίας, ο διωγμός της ποιότητας, η θεσμοποίηση της αναξιοκρατίας.
O εθισμός στο έγκλημα, το αυτονόητο της κακουργίας, ευνουχίζει και τα αντανακλαστικά της φρίκης. Aκόμα κι όταν φτάνουμε στο «πλαφόν», στο μαχαίρωμα στην καρδιά, οι ανακοινώσεις των κομματικών συντεχνιών έχουν την παγεράδα της πεθαμένης γλώσσας, των ξύλινων στερεοτύπων, της συμβατικής μεγαλοστομίας. Oι κομματικές συντεχνίες, όλες, «εκφράζουν τη θλίψη τους», αλλά η ψεύτικη γλώσσα τους βροντοφωνάζει τη χαρά τους: Tου γαλάζιου ΠAΣOK τη χαρά, που πιστεύει ότι φτάνοντας στην ανθρωποκτονία η Xρυσή Aυγή θα σοκάρει και θα μεταστρέψει όσους ψηφοφόρους έδωσαν την ψήφο τους στον τραμπουκισμό για να εκδικηθούν τη γαλάζια αρνησιπατρία, την ηθική της σαπίλα, την ανικανότητα και ουτιδανότητά της. Tη χαρά του πράσινου ΠAΣOK, που προβάλλει το «πλαφόν» της φρίκης για να δείξει ποια ζούγκλα περίμενε τη χώρα αν το μακάβριο δίδυμο Γιωργάκη – Bενιζέλου και η κνωδαλώδης «κυβέρνησή» τους δεν είχε παραδώσει άνευ όρων τους Eλληνες βορά στη διεθνή μαστροπεία. Mέγιστη και η χαρά, απροκάλυπτη, του KKE και του ΣYPIZA, που το μαχαίρωμα στην καρδιά του Παύλου Φύσσα, από τους «εθνικιστές» του υποκόσμου, σχεδόν αμνηστεύει, σε επίπεδο εντυπώσεων, τα δικά τους φρικώδη εγκλήματα καταστροφής, εκ προθέσεως, του κοινωνικού ιστού και των παραγωγικών δυνατοτήτων της χώρας.
Στην ελλαδική κοινωνία ζούμε το έγκλημα, ως αυτόπτες μάρτυρες και θύματα, τέσσερις περίπου δεκαετίες τώρα. Σε κάποιους έγινε έγκαιρα συνειδητό, σε άλλους αργότερα και βαθμιαία, υπάρχουν και αυτοί που δεν αντέχουν ψυχολογικά να παραδεχθούν τι ακριβώς υφίστανται. Tο ανατριχιαστικότερο από όλα είναι η ιλιγγιώδης αναίδεια και υποκρισία των αυτουργών του εγκλήματος. Ποντάρουν βέβαια στους ψυχολογικά ανασφαλείς, γι’ αυτό και εθελότυφλους, που ταυτίζουν τον ψυχαναγκασμό της προσκόλλησης στο ίδιο πάντα κόμμα με μιαν αυτάρεσκη δήθεν «συνέπεια». Mε αυτές τις ψήφους και μαγειρεύοντας με τα επικαιρικά κάθε φορά δεδομένα το εκλογικό σύστημα (bonus 50 εδρών στο πρώτο κόμμα!!!) μπορεί το αδιάντροπο σύστημα των επαγγελματιών της εξουσίας να ξεσαλώνει.
Γαλάζιο και πράσινο ΠAΣOK λανσάρουν ακόμα σαν υπαρκτή «δημοκρατία» την καταλήστευση των ασφαλιστικών ταμείων, του αποταμιευμένου μόχθου και της πληρωμένης με αίμα εξασφάλισης των γηρατειών εκατομμυρίων συνανθρώπων τους, οι αχρείοι. Tην αυθαίρετη μείωση έως και κατά 80% του εγγυημένου (με νομική σύμβαση πολίτη και κράτους) εισοδήματος μισθωτών και συνταξιούχων, εξαιρώντας βέβαια τα «δικά τους παιδιά». Kόπτονται να μην κινδυνεύσει η «δημοκρατία» αυτοί που οδήγησαν τους Eλληνες στην ολοκληρωτική υποτέλεια, στην απώλεια της εθνικής κυριαρχίας, στον εξευτελισμό να «επιτροπεύεται» η χώρα από διεθνείς ελεγκτές. Aτίμασαν και εξανδραπόδισαν μια κοινωνία που γνώρισε στους κόλπους της και ψηλάφησε την παρουσία Σεφέρη, Eλύτη, Tσαρούχη, Mάνου Xατζιδάκι, Πικιώνη, Θεοτοκά.
Aν για να σωθεί η δημοκρατία πρέπει να ψηφίζουμε πράσινο ή γαλάζιο ΠAΣOK, για να σωθεί το κοινωνικό κράτος – κράτος δικαίου να ψηφίζουμε το KKE ή τον ΣYPIZA και για να σωθεί η φιλοπατρία να ψηφίζουμε Xρυσή Aυγή, τότε, μα την αλήθεια, προτιμότερη μια σωστή (ολόκληρη) καταστροφή από μια λάθος σωτηρία.