Αναγνώστες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΖΡΑ ΠΑΟΥΝΤ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΖΡΑ ΠΑΟΥΝΤ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 16 Απριλίου 2012

ΕΖΡΑ ΠΑΟΥΝΤ

Έζρα Πάουντ,
ένας μεγάλος ποιητής
Written by Βασιλική Πιτούλη

Είναι καλό να προσπαθείς να τηρείς τις υποσχέσεις σου, και αυτό ακριβώς κάνω με το αφιέρωμα αυτό. Η Δωδώνη, ιστορικός εκδοτικός οίκος, έχει την τιμή να συγκαταλέγει στις τάξεις της αυτόν τον μεγάλο ποιητή σε ένα ογκώδες βιβλίο (η μετάφραση είναι του Ηλία Κυζηράκου). Ο βίος και το έργο του Πάουντ, του ποιητή που ήταν προικισμένος όσο λίγοι, που ενεπλάκη στην πολιτική πλησιάζοντας τον Μουσολίνι, που πλήρωσε τα λάθη του όλα και «μαρτύρησε», και άφησε σπουδαία παρακαταθήκη. Ο Πάουντ θα μείνει, κατά τη γνώμη μου, ως ο μεγάλος ποιητής που η γοητεία που άσκησε πάνω του ο φασισμός, του στοίχισε το Νόμπελ.

Ο Έζρα Πάουντ γεννήθηκε στις 30 Οκτωβρίου 1885 στο Χέιλυ της πολιτείας Αϊντάχο των ΗΠΑ. Πέρασε τα παιδικά του χρόνια στο Γουήνκοουτ της Πενσυλβάνια. Στα 1898 κάνει ένα ταξίδι στην Ευρώπη με τη θεία του, τη «θεία Φρανκ», κι επισκέπτεται τη Βενετία. Το 1901 αρχίζει τις σπουδές του στο πανεπιστήμιο της Πενσυλβάνια και συνεχίζει στο Χάμιλτον Κάλλετζ. Το 1905 παίρνει πτυχίο και ξαναγυρίζει στο πανεπιστήμιο της Πενσυλβάνια για μεταπτυχιακές σπουδές στη συγκριτική λογοτεχνία. Δεν τέλειωσε τη διδακτορική του διατριβή. Το 1907 δίδαξε ιταλικά στο Γουάμπες Κάλλετζ της πολιτείας Ινδιάνα τέσσερις μήνες. Απολύθηκε επειδή κρίθηκε «περισσότερο απ’ όσο πρέπει λατινιστής». Ο λόγος ήταν κυρίως το ενδιαφέρον που έδειξε για μια άνεργη μπαλαρίνα που της πρόσφερε τη στέγη του, και αυτό βέβαια δεν άρεσε στις αρχές του Κολλεγίου. Έτσι φεύγει για την Ευρώπη.

Το 1908 τυπώνει στη Βενετία την πρώτη ποιητική συλλογή του A Lume Spento (Με τα κεριά σβηστά). Πηγαίνει στην Αγγλία όπου μένει 13 χρόνια. Ζει κυρίως στο Λονδίνο, στο Κένζινκτον. Το 1909 τυπώνει τις ποιητικές συλλογές του Αναγαλλιάσματα και Personae. Το χειμώνα του 1908-1909 δίνει μια σειρά διαλέξεων στο Regent St Polytechnic Institute για την Εξέλιξη της Λογοτεχνίας στη Νότιο Ευρώπη, και τον επόμενο χειμώνα για τη Μεσαιωνική Λογοτεχνία. Ανάμεσα στους σπουδαστές που γράφτηκαν ήταν η Ντόροθυ Σέικσπιαρ και η μητέρα της. Η Ντόροθυ, πολύ όμορφη, ήταν τότε 22 χρονών και ο Πάουντ 23. Το 1910 τυπώνει στο Λονδίνο το πρώτο του δοκίμιο «Το πνεύμα των Νεολατίνων: απόπειρα να οριστεί κάπως το θέλγητρο της προαναγεννησιακής λογοτεχνίας της λατινικής Ευρώπης». Το έργο αυτό που απλωνόταν από τους Λατίνους ποιητές της αργυρής εποχής μέχρι τον Λόπε ντε Βέγκα, επαινέθηκε για τον ενθουσιασμό του, αλλά κατηγορήθηκε για χοντρά σφάλματα στη μετάφραση, κ.λ.π. Βλέπει συχνά το φιλόσοφο-ποιητή Τ. Ε. Χιουμ και τον ποιητή Φ. Σ. Φλιντ. Αυτοί, αντιδρώντας στην εξασθενημένη ρομαντική παράδοση της ποίησης, προσπάθησαν να γράψουν «σύμφωνα με την καλύτερη παράδοση, όπως την εύρισκαν στους καλύτερους συγγραφείς όλων των εποχών – στη Σαπφώ, τον Κάτουλο, τον Βιγιόν. Ο Πάουντ δεν αργεί να συμμεριστεί το δικό τους ενδιαφέρον για τα γιαπωνέζικα χάικου και τάνκα, τα παραδοσιακά 17σύλλαβα και 31σύλλαβα που τα γνώριζαν κυρίως από γαλλικές μεταφράσεις. Είναι σύντομα, υπαινικτικά, ελλειπτικά. Δίνουν εικόνες, όχι ιδέες. Ο Πάουντ γίνεται ο πρωτοπόρος των Εικονιστών.

Το 1911 επισκέπτεται την Αμερική, και τυπώνει τα Canzoni, αφιερωμένα στην Ολίβια και τη Ντόροθυ Σέικσπιαρ. Το 1912 γίνεται στενός φίλος του Ουίλιαμ Γιέιτς. Το 1914 εκδίδει την ανθολογία Des Imagistes που περιλαμβάνει ποιήματα των ποιητών της σχολής των Εικονιστών. Την ίδια χρονιά συνεργάστηκε στο Blast, ένα περιοδικό της ακόμη νεώτερης σχολής των Στροβιλιστών (Βορτικιστών) που το έβγαζε ο Πέρσυ Γουίνταμ Λιούις, ο θεμελιωτής του αγγλικού κινήματος των Βορτικιστών. Από το 1912 ως το 1919 ήταν ανταποκριτής του περιοδικού «Ποίηση», που το άρχιζε τότε στο Σικάγο η Χάρριετ Μονρόε. Παντρεύεται τη Ντόροθυ Σέικσπιαρ, κόρη λονδρέζου δικηγόρου και της Ολίβια Σέικσπιαρ, στενής φίλης του Γιέιτς. Το 1915 γνωρίζει τον Τ. Σ. Έλιοτ και στην «Καθολική Ανθολογία» του (καθολική με την έννοια της γενικής) βάζει 16 σελίδες ποίηση του Έλιοτ. Την ίδια εποχή κάνει τον Egoist Press να τυπώσει το «Ημερολόγιο του Καλλιτέχνη όταν ήταν νεαρός» του Τζέιμς Τζόυς, και πείθει τη Χάρριετ Γουήβερ να δώσει αρκετά χρήματα στον Τζέιμς Τζόυς για αν τελειώσει τον Οδυσσέα του με άνεση. Ενθαρρύνει επίσης το νεαρό γλύπτη Χένρυ Γκωντιέρ-Μπρζέσκα. Ο Πάουντ είχε το δώρο να ανακαλύπτει και να βοηθάει τα ταλέντα. Αρχίζει να εργάζεται στα Κάντο (κάντο σημαίνει τραγούδι, ραψωδία ενός μεγάλου ποιήματος). Το 1917, μετά από μια συνάντησή του με τον C. Η. Ντάγκλας αρχίζει το ενδιαφέρον του για την οικονομία. Το 1918 κυκλοφορεί το Quia Pauper Amavi, με τα Κάντο Ι – ΙΙΙ και την «Υποταγή στον Σέξτο Προπέρτιο». Το 1920 κυκλοφορεί ο «Χιου Σέλγουην Μώμπερλη». Αυτά τα δυο μεγάλα ποιήματά του αντανακλούν την αηδία του Πάουντ για τη φτήνια της μόρφωσης και το μίσος του για τη σοβινιστική λογοτεχνία.

Το 1921 εγκαθίσταται με τη γυναίκα του στο Παρίσι, σε ένα μέτριο στούντιο με 10 δολάρια νοίκι τη βδομάδα. Όπως πάντα, ο ποιητής ήταν πολύ φτωχός. Η φήμη, ή το είδος της φήμης που απολάμβανε, δεν του πλήρωνε τους λογαριασμούς. Τα έπιπλα ήταν κυρίως από ξύλινα κιβώτια και στους τοίχους πίνακες της γυναίκας του. Γνωρίστηκε με καινούργιους φίλους, τη Γερτρούδη Στάιν, τον Ζαν Κοκτώ, το νεαρό Έρνεστ Χέμινγουεϊ, τον Μπρανκούζι. Ο Χέμινγουεϊ ισχυριζόταν πάντοτε ότι ήταν ο Πάουντ αυτός που τον δίδαξε περισσότερο «πώς να γράφει και πώς να μη γράφει» από οποιονδήποτε άλλον. Το 1922 ο Έλιοτ τού αφιερώνει την «Έρημη Χώρα»: Στον Έζρα Πάουντ il miglior fabbro – τον καλύτερο τεχνίτη. Σε ένα ρεσιτάλ βιολιού, του σύστησαν την Αμερικανίδα βιολίστρια Όλγα Ραντζ. Στη ζωή του, που πάντα μπαινόβγαιναν γυναίκες, η Όλγα πήρε μόνιμη θέση. Το 1925, η Όλγα γέννησε την κόρη του Πάουντ, Μαίρη, στο Μπρεσσανόνε του ιταλικού Τυρόλου. Η Μαίρη μεγάλωσε σε μια οικογένεια χωρικών στο Γκάις της Β. Α. Ελβετίας. Στις 10 Σεπτεμβρίου 1926 γεννήθηκε στο Παρίσι ο Ομάρ Σέικσπιαρ Πάουντ και τον δήλωσαν αμερικάνο πολίτη, αφού και η μητέρα του Ντόροθυ ήταν αμερικανίδα από το γάμο της. Ο γιος του Πάουντ μεγάλωσε στην Αγγλία με τη φροντίδα της γιαγιάς του Ολίβια Σέικσπιαρ. Την προηγούμενη χρονιά δημοσιεύτηκαν τα πρώτα 16 κάντο, με την πληροφορία ότι ήταν «η αρχή ενός ποιήματος κάποιου μάκρους». Εξήγησε ότι όταν τελειώσει και το εκατοστό κάντο, όλο το ποίημα θα έχει τη μορφή μιας φούγκας του Μπαχ. Ούτε πλοκή, ούτε εξιστορήσεις, ούτε τη λογική της συνομιλίας, αλλά δυο θέματα, την Κάθοδο στον Άδη από τον Όμηρο, μια Μεταμόρφωση από τον Οβίδιο, και ανάμεσα σ’ αυτά, μεσαιωνικά ή σύγχρονα ιστορικά πρόσωπα.

Το 1926 πήγε στην Ιταλία. Δεν ήταν εύκολο να πει κανείς τι τον τράβηξε εκεί. «Ήταν καιρός να σταματήσει να κάνει τόσα πολλά για τους άλλους και για τη λογοτεχνία γενικά, να σταματήσει τις προσπάθειες να μορφώσει το κοινό, και απλώς να γράψει». Μετακόμισε στο Ραπάλλο. Θαύμαζε τα πρώτα κατορθώματα του φασισμού, που τότε ακόμη δεν ήταν ούτε φυλετικό, ούτε μαχητικά ιμπεριαλιστικό κίνημα. Το 1927 οι εκδότες του περιοδικού The Dial αποφασίζουν να τον τιμήσουν με ένα βραβείο 2.000 δολαρίων. Το 1930 κυκλοφορεί στο Παρίσι το απόσπασμα από ΧΧΧ Κάντο. Το 1933 συναντά τον Μουσολίνι. Το 1934 πηγαίνει στο Παρίσι να δει τους παλιούς του φίλους. Το 1935 τυπώνεται το βιβλίο του «Τζέφερσον και/ή Μουσολίνι». Πίσω όμως από τις χειρότερες πολιτικές παρεκτροπές του Πάουντ, υπάρχουν μεγαλόψυχα αισθήματα: μίσος για τον πόλεμο, και για μια κοινωνία που κινείται όλο και περισσότερο από καθαρά εμπορικά κίνητρα. Τον Οκτώβριο, περνώντας από τη Ρώμη, κατέθεσε στο γραφείο του Μουσολίνι το βεβιασμένο του σχέδιο για ένα διεθνή οργανισμό που θα χρησίμευε σαν υποκατάστατο της Κοινωνίας των Εθνών, που ήταν για τον Πάουντ «ένα μάτσο απατεώνες δούλοι της Βρετανικής τυραννίας». Το 1937 αντιλαμβανόμενος το ξέσπασμα του πολέμου, ο Πάουντ χάνει το ενδιαφέρον του για την ποίηση και την φιλολογική κριτική, και αρχίζει να γράφει προπαγάνδα του τύπου «Σταματήστε τον πόλεμο», βρίζοντας άγρια τους δημοκρατικούς ηγέτες κι αυτούς που ονόμαζε «βλενορροϊκά στοιχεία». Εξέθετε τις ιδέες του σε κάθε είδους έντυπο που του πρόσφερε τις σελίδες του: αριστερό, δεξιό, φασιστικό, κομουνιστικό. Πίστευε τώρα ότι κανείς δε μπορεί να καταλάβει ή να γράψει καλή ποίηση αν δεν κατανοήσει πρώτα τη φύση του χρήματος.

Το 1939 επισκέπτεται την Αμερική για πρώτη φορά ύστερα από 28 χρόνια, και τον τιμούν στο πανεπιστήμιο με τον τίτλο του Δόκτορα των Γραμμάτων. Το 1940 κυκλοφορούν τα Κάντο LII – LXXI. Τον Φεβρουάριο κάνει την πρώτη εκπομπή στον Ραδιοφωνικό Σταθμό της Ρώμης. Μέχρι το 1943 θα κάνει 300 εκπομπές. Ο Διευθυντής του Ιταλικού Εθνικού Ινστιτούτου Πολιτιστικών Σχέσεων με τις ξένες χώρες, σε μια αναφορά του γράφει: «Δεν έχω πια καμιά αμφιβολία ότι ο Έζρα Πάουντ είναι φρενοβλαβής». Η συμπάθειά του για τον Μουσολίνι τον έχει κάνει αντιπαθητικό στη Μεγάλη Βρετανία και στις ΗΠΑ. Όταν ξέσπασε ο πόλεμος μεταξύ της Αμερικής και των δυνάμεων του Άξονα (11 Δεκεμβρίου 1941) ο Πάουντ εμποδίζεται να επιστρέψει στην Αμερική, παρ’ όλο που είχαν βγάλει αεροπορικά εισιτήρια αυτός και η γυναίκα του. Οκτώ εβδομάδες μετά την είσοδο της Αμερικής στον πόλεμο ο Πάουντ ζήτησε άδεια από το Ιταλικό Υπουργείο Λαϊκής Καλλιέργειας να συνεχίσει τις εκπομπές με τον όρο ότι δε θα υπόκειται σε λογοκρισία. Αυτές οι εκπομπές οδήγησαν στη σύλληψή του από τον αμερικανικό στρατό, μετά από ανάκριση, το 1945. Είχε καταγγελθεί για προδοσία, ερήμην, από το δικαστήριο της Κολούμπια το 1943. Το 1944 ο ποιητής και η γυναίκα του διατάχτηκαν από τον Γερμανικό στρατό να φύγουν από το παραλιακό διαμέρισμά τους στο Ραπάλλο. Όσο κράτησε ο πόλεμος, το ζευγάρι φιλοξενήθηκε στο νοικιασμένο σπίτι της Όλγας Ραντζ.

Στις 3 Μαΐου 1945 ο Πάουντ φυλακίζεται και στις 24 Μαΐου παραδίδεται στο αμερικάνικο στρατόπεδο συγκεντρώσεως κοντά στην Πίζα, και τον κλείνουν σε ένα συρματοπλεγμένο κλουβί 1,80Χ1,95. Σε τέτοια κλουβιά έβαζαν αυτούς που επρόκειτο να εκτελεστούν. Η στέγη ήταν από πισόχαρτο και τη νύχτα ένας προβολέας έριχνε άπλετο φως στο κλουβί του μόνο. Κοιμόταν χάμω στο τσιμέντο, έτρωγε ελάχιστα, και η τουαλέτα του ήταν ένα τενεκεδένιο δοχείο. Στη τσέπη του είχε τον Κομφούκιο και το κινέζικο λεξικό του. Τρεις βδομάδες έμεινε σ’ αυτό το κλουβί, και αδυνάτισε τόσο πολύ, που ο γιατρός της φυλακής φοβήθηκε. Τον μετέφεραν στο αναρρωτήριο του στρατοπέδου, όπου ο γιατρός αποφάνθηκε ότι ο Πάουντ είναι λογικός, αλλά «ασυνήθιστος». Εκεί, το καλοκαίρι του 1945, έγραψε τα έντεκα Κάντο της Πίζας. Ο λογοκριτής του στρατοπέδου της Πίζας υποπτεύεται ότι τα ποιήματα είναι κρυπτογραφικά μηνύματα. Στις 18 Νοεμβρίου τον πηγαίνουν αεροπορικώς στην Ουάσινγκτον να δικαστεί για προδοσία. Την παραμονή της δίκης υποβάλλεται σε ιατρική εξέταση και κρίνεται ακατάλληλος να απολογηθεί. Η απόφαση του ιατρικού συμβουλίου τον γλιτώνει από ισόβια δεσμά, ίσως και από θάνατο. Η αμερικάνικη κυβέρνηση όμως ήθελε να τον δικάσει. Στις 13 Φεβρουαρίου 1946 γίνεται δίκη, και στέλνεται στο νοσοκομείο της Αγίας Ελισάβετ, ένα μεγάλο λαϊκό ψυχιατρείο στα προάστια της Ουάσινγκτον. Εκεί αργότερα κατορθώνει να γράψει, και μάλιστα παραγωγικά.

Το 1949 πήρε το Bollingen Award βραβείο 1000 δολαρίων. Το 1954 ο Χέμινγουεϊ που είχε πάρει εκείνη τη χρονιά το Νόμπελ Λογοτεχνίας, αποδίδοντας τον οφειλόμενο φόρο τιμής στον Πάουντ, είπε στους δημοσιογράφους στη Ρώμη: «Πιστεύω πως αυτή είναι καλή χρονιά για να αποφυλακίσουν τους ποιητές». Πρόσθεσε ότι το βραβείο θα έπρεπε να δοθεί στον Πάουντ μάλλον παρά στον ίδιο. Το 1956 το περιοδικό Life ζητάει από την κυβέρνηση να ακυρώσει την κατηγορία εναντίον του Πάουντ: «Το δωμάτιο στο νοσοκομείο της Αγίας Ελισάβετ είναι γνωστό ως ντουλάπι που περιέχει έναν εθνικό σκελετό». Στις 18 Απριλίου 1958 το δικαστήριο τον απαλλάσσει. Έφυγε για την Ιταλία κι έκτοτε ζούσε με την κόρη του Μαίρη, τον γαμπρό του πρίγκιπα Μπόρις ντε Ράτσεβιλτζ και τα δυο εγγόνια του. Το 1961 σταμάτησε να εργάζεται στα Κάντο που τα είχε αρχίσει από το 1915. Σταμάτησε να επικοινωνεί με τον κόσμο, τον κατέλαβε η μεγάλη σιωπή. Η αφασία, η αβουλία, του έκοβαν τον ειρμό του λόγου. Μιλούσε σπάνια κι εγκατέλειψε τελείως το γράψιμο. Το 1965 ταξιδεύει αεροπορικώς στην Αγγλία για να παρευρεθεί στο μνημόσυνο του Τ. Σ. Έλιοτ, ο οποίος το 1948 είχε τιμηθεί με το Νόμπελ λογοτεχνίας. Επισκέπτεται τη χήρα του Γιέιτς. Το Νοέμβριο ήρθε για μερικές μέρες στην Αθήνα.


Το 1969 κάνει ένα σύντομο ταξίδι στις ΗΠΑ και την 1η Νοεμβρίου του 1972 πεθαίνει στη Βενετία σε ηλικία 87 ετών. Ούτε η Ντόροθυ Πάουντ ούτε ο Ομάρ ήταν στην κηδεία του, και φυσικά, κανένας Ιταλός ή Αμερικανός επίσημος. Μόνο η Όλγα Ραντζ και η κόρη του Μαίρη τον συνόδευσαν στο τελευταίο ταξίδι.

Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2010

ΕΖΡΑ ΠΑΟΥΝΤ

Πάουντ Έσδρα

Από την Live-Pedia.gr
Κορυφαίος Αμερικανός ποιητής.

Ο Έσδρας Λούμις Πάουντ γεννήθηκε στο Αϊντάχο στις 30 Οκτωβρίου 1885. Ο πατέρας του ήταν κλασσικός τύπος ληστή του Φαρ Ουέστ κι αυτό έκανε τον Έσδρα αληθινά υπερήφανο. Φαινόμενο φιλομάθειας, μπήκε στο Πανεπιστήμιο της Πενσυλβανίας στα 15 του χρόνια. Σπούδασε συγκριτική φιλολογία και λατινογενείς γλώσσες. Πριν γίνει 17 χρονών, οι δάσκαλοί του τον ξεχώρισαν και του επέτρεψαν να μελετάει μόνος του, για να μην καθυστερεί με τους υπόλοιπους μαθητές. Τρία χρόνια αργότερα, το 1905, γίνεται φροντιστής με καθηγητικές αρμοδιότητες στο ίδιο Πανεπιστήμιο.

Τύπος μποέμ, δεν μπορεί να προσαρμοσθεί με τις πανεπιστημιακές αρμοδιότητες. Έτσι εγκαταλείπει την Αμερική και το 1908 αποβιβάζεται στο Γιβραλτάρ με 80 δολάρια στην τσέπη. Τον ίδιο χρόνο επισκέπτεται για πρώτη φορά τη Βενετία και τυπώνει στην πόλη αυτή την πρώτη του ποιητική συλλογή "Με σβησμένα κεριά". Λίγους μήνες αργότερα εγκαθίσταται στο Λονδίνο, όπου μένει ως το 1920.

Εκεί τυπώνει τη δεύτερη ποιητική συλλογή του, τα "Πρόσωπα" (Personae, 1909) και πραγματοποιεί μια πολύ επιτυχή εμφάνιση στους αγγλικούς φιλολογικούς κύκλους.

Ο Σκοτ Τζαίημς διαβλέπει το ρόλο που θα παίξει στην ανανέωση του ποιητικού λόγου και επισημαίνει την αξία του. "Στην αρχή αυτά τα ποιήματα, γράφει, και η μετρική τους μοιάζει τρελή και ρητορική, μια απλή επίδειξη δυνάμεως και πάθους χωρίς ομορφιά. Αλλά αν δει κανείς το βάθος θα ανακαλύψει ότι αυτά τα περίεργα μέτρα έχουν τους δικούς τους νόμους και τη δική τους τάξη".

Το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου ο Πάουντ τυπώνει τις "Αγαλλιάσεις" που γίνονται κι αυτές με ενθουσιασμό δεκτές από την κριτική. Στο Λονδίνο κυκλοφορεί τα "Καντσόνι" του (1911), τις "Ριπόστες" (1912), την "Κατάι", τα "Λούστρα" (1916) και τη συλλογή "Χιου Σέλγουιν Μώμπερλυ" (1920), όπου το ύφος του έχει πια αποκρυσταλλωθεί.

Το 1920 έφυγε για τη Γαλλία και έμεινε στο Παρίσι τέσσερα ολόκληρα χρόνια. Μετά πήγε στην Ιταλία, όπου έμεινε ως την πτώση του Μουσολίνι. Στα 1946-1947 κρατούμενος σε ένα αμερικάνικο στρατόπεδο κοντά στην Πίζα, με τα "Πιζάνικα Κάντος" αναγνωρίζει τα λάθη του. "Λάθη ανθρώπινα", καθώς τα λέγει. Αταίριαστα όμως στον μεγάλο δημιουργό που ποδηγέτησε ολόκληρη γενιά Αγγλοσαξόνων ποιητών. (Ο Πάουντ είχε υποστηρίξει με πάθος τον Ιταλικό Φασισμό).

Πληθωρικός λογοτέχνης ο Πάουντ έχει να παρουσιάσει μεταφράσεις, μελέτες, πλατύ πρωτότυπο έργο. Τα "Κάντος" που καλύπτουν την ποιητική του παραγωγή από το 1925 ως το 1950 (έφθασαν τα 109) είναι το αριστούργημά του. Ο Έλιοτ τα θεωρεί ως το πιο σπουδαίο έργο του Πάουντ και πραγματικά πρόκειται για ένα από τα πιο σημαντικά σύγχρονα ποιήματα, που γράφτηκαν στην αγγλική γλώσσα. Ο ίδιος ο δημιουργός του το είχε ονομάσει "ένα ποίημα κάποιου μάκρους". Το δούλευε χρόνια ολόκληρα και οδήγησε μ' αυτό την ποίηση σε ένα ελεύθερο κανάλι, που αρδευόταν από ότι υψηλό έχει να παρουσιάσει ο πολιτισμός της γης. Με το έπος αυτό του σημερινού ανθρώπου, χωρίς μύθο, χωρίς υπόθεση, έτεινε στην παρουσίαση μιας ποιητικής σύνθεσης, που αντλούσε τα συστατικά της από τις μεγάλες πολιτιστικές περιόδους της Γης (Κίνα του Κομφουκίου, Ιταλία της Αναγέννησης, Αμερική της Ανεξαρτησίας των Τζέφφερσον και Άνταμς) και ανίχνευε τις αιτίες που τις καταστρέφουν. (Η αρπακτική διάθεση των μικρών, αλλά ισχυρών, οι μικροφιλοδοξίες, η απληστία καταστρέφουν εκείνο που έστησαν οι μεγάλοι πολιτισμοί). Με το παλιό αυτό υλικό δημιουργήθηκε η νέα "μυθολογία" του Πάουντ, η απαρχή της νέας ποιήσεως.

Ένα ψηφιδωτό είναι τα "Κάντος" από τους μεγάλους πολιτισμούς της Ελλάδας, της Κίνας, της Ευρώπης. Μια ανισομερής, μα μελετημένη σύνθεση που έχει αποτελεσθεί από γεγονότα, τα οποία άγγιξαν την ποιητική ευαισθησία του Πάουντ.

Ο Γιώργος Σεφέρης μας έδωσε μια επιτυχημένη ανάλυση των "Κάντος": "Ο αναγνώστης γυρίζοντας τις σελίδες, ζαλίζεται παρατηρώντας ένα σωρό παρεμβολές ξένων κειμένων, περιστατικών ή στιχομυθιών - πολλές φορές σε ξένες γλώσσες - προσώπων γνωστών από την ιστορία ή ολότελα άγνωστων, που δεν μπορεί να εξηγήσει την απροσδόκητη παρουσία τους, τοπίων που μεταφέρουν την κλασσική εποχή στην Αναγέννηση, στους καιρούς μας ή το αντίθετο. Δυσκολεύεται να κάνει την ανάλυση του κειμένου που έχει μπροστά του και που είναι, νομίζω, άσκοπο να την επιχειρήσει προτού εξοικειωθεί με το κλίμα της ποίησης αυτής. Ίσως είναι καλύτερο να έχει υπόψη του, στην αρχή, ότι ο Pound μεταχειρίζεται την ποιητική μεταφορά, με την κυριολεκτική της σημασία, σαν μια μεταφορά που μεταφέρει στ' αλήθεια μέσα στο έργο του όλα όσα μπόρεσαν να μαζέψουν οι αντένες ενός πνεύματος αδηφάγου, που έχει προσεταιριστεί ένα μεγάλο πλήθος από τα στοιχεία που διαμόρφωσαν την τωρινή ζωή μας, είτε είναι κείμενα των Ελλήνων και των Ρωμαίων, είτε ο μεσαίωνας, είτε η Αναγέννηση, είτε η προδαντική ποίηση των προβηγκιανών. Και τα μεταφέρει με οδηγό, σχεδόν αποκλειστικά, το αίσθημα της ρηματικής λειτουργίας ανήσυχο, ατίθασο, δεσποτικό, που δεν παραδέχεται κανένα σχεδόν προδιαγραμμένο διάκοσμο, καμιά διάταξη και καμιά άλλη ιεραρχία, εκτός από την ιεραρχία, αν μπορεί να ειπωθεί έτσι, ενός ρυθμικού παλμού". (Βλ. Γ. Σεφέρη, Νέα Γράμματα, Απρίλης-Ιούνιος 1939).

Ο ίδιος κορυφαίος ποιητής μας έχει μεταφράσει στις "Αντιγραφές" του μερικά από τα "Κάντος". Ένα απόσπασμα από τη μετάφραση του πρώτου:

Αλλά ήλθε πρώτος ο Ελπήνωρ, ο φίλος μας Ελπήνωρ,
Άθαφτος, απορριγμένος πάνω στη μεγάλη γης,
Κουφάρι που τ' αφήσαμε στο σπίτι της Κίρκης,
Άκλαυτο κι ασαβάνωτο, τα βάσανα μας κέντριζαν γι' αλλού.

Αξιολύπητο πνεύμα. Και φώναξα μιλώντας βιαστικά:
"Ελπήνωρ, πώς έφτασες στο σκοτεινό τούτο ακρογιάλι;
Πεζοδρόμος ήρθες ξεπερνώντας τους θαλασσινούς;"
Και αυτός βαριά μιλώντας:
"Τύχη κακιά και το πολύ κρασί. Γλίστρησα στο μέγαρο της Κίρκης.
Κατεβαίνοντας την αψηλή σκάλα αφύλαχτος
Έπεσα πάνω στον τοίχο,
Τσάκισα το κόκαλο του αυχένα, κ' η ψυχή γύρεψε τον Άδη.

Μα εσύ, Βασιλιά, παρακαλώ θυμήσου με,
άκλαυτον, άθαφτο,
Σώριασε τ' άρματά μου,
φτιάξε μου τάφο στην ακρογιαλιά, και γράψε:
"Ένας άμοιρος άνθρωπος και μ' όνομα μελλούμενο.
Και στήσε το κουπί μου που έλαμνα μαζί με τους συντρόφους".


Με το έργο αυτό ο Πάουντ άνοιξε νέους ορίζοντες στην ποίηση και δίδαξε εκείνους που έκαναν την επανάσταση στην τέχνη. Αυτός καθοδηγούσε τον Τ.Σ. Έλιοτ στους μορφικούς του πειραματισμούς, ώσπου να φθάσει στο "Γερόντιον", το πρώτο ποίημά του με καθαρά ελιοτικό χαρακτήρα. Αυτός τον βοήθησε να "βγάλει" τελικά την "Έρημη Χώρα" (1922), το μεγάλο του ποίημα, "που δεν έβγαινε", διορθώνοντας και κόβοντας αρκετούς στίχους. Τελευταία, μάλιστα, κυκλοφόρησε στην Αμερική ένας τόμος με το αρχικό κείμενο του Έλιοτ και τις διορθώσεις του Πάουντ.

Ο ίδιος εξέδωσε τον τεράστιο "Οδυσσέα" (Ulysses) του Τζαίημς Τζόυς (James Joyce), του άλλου μεγάλου σύγχρονου ποιητή της Ευρώπης, που δεν έβρισκε εκδότη. Ο ποιητής των "Κάντος" έστρεψε το ενδιαφέρον του Γέητς (W.B. Yeats) στα νέα εκφραστικά μέσα. Ο Πάουντ τέλος βοήθησε τη γενιά του μεσοπολέμου να βρει το δρόμο της.

Ο Χεμινγουαίη, ο Ουίλλιαμς κι άλλοι ακόμη τον αναγνώριζαν ως δάσκαλό τους.

"Η καλλιτεχνική αξία των "Κάντος", παρατηρεί ο Erwin Laaths, "έχει αναγνωρισθεί κι απ' τους εχθρούς του ακόμα, που σκεπτόμενοι με τα στενά πλαίσια των πολιτικών συνθημάτων, τον κατηγόρησαν ως φερέφωνο του φασισμού. Η τελευταία όμως λέξη για τον Πάουντ δεν θα ειπωθεί απ' τους συγχρόνους του, φίλους ή εχθρούς, όπως άλλωστε και για το νεότερο συμπατριώτη του, τον Έλιοτ, που το πρώτο ποίημά του "Το ερωτικό τραγούδι του Άλφρεντ Προύφροκ" οφείλει στον Έσδρα Πάουντ την οριστική του έκδοση".

Για να φθάσει όμως ο Πάουντ στα αποτελέσματα που πέτυχε, ασκήθηκε σκληρά. Μετέφρασε αρχαία τραγωδία, κινέζικη ποίηση, μεσαιωνικά ευρωπαϊκά έργα. Ο ίδιος προσπάθησε από τους πρώτους να γνωρίσει συστηματικά στο αγγλόφωνο κοινό γάλλους ποιητές της εποχής του συμβολισμού. Το 1910 δημοσίευσε το "Πνεύμα της μυθιστορίας", μελέτη για τη λογοτεχνία της Αναγεννήσεως. Το 1934 το "Αλφάβητο της Μελέτης" και 4 χρόνια αργότερα το "Culture".

Από το υπόλοιπό του έργο ιδιαίτερη σημασία για την ιστορία της λογοτεχνίας έχουν τα γράμματά του. Κατά κανόνα οι μεγάλοι ποιητές έχουν να παρουσιάσουν κι αξιόλογη πρόζα, που μας βοηθά να κατανοήσουμε καλύτερα την ποιητική τους. Παραδείγματα ο Έλιοτ, ο δικός μας Σεφέρης. Το ίδιο κι ο Έσδρας Πάουντ. Όμως εκείνο που οφείλουμε νηφάλια και αντικειμενικά, χωρίς προκατάληψη, να του αναγνωρίσουμε είναι το προβάδισμα στην ανανέωση του νεότερου ποιητικού λόγου, ο ελεύθερος αγέρας που εμφύσησε στη σύγχρονη ποίηση.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Έσδρας Πάουντ (1885-1972), ο "πιο σημαντικός ζωντανός ποιητής της αγγλικής γλώσσας", καθώς τον είχε αποκαλέσει, όσο ζούσε, ο μεγάλος Άγγλος ποιητής Τ.Σ. Έλιοτ, υπήρξε ο αρχηγέτης της μοντέρνας ποίησης.

ΕΖΡΑ ΠΑΟΥΝΤ

ΕΖΡΑ ΠΑΟΥΝΤ

Συμπληρώθηκαν την 30η Οκτωβρίου 120 χρόνια από την γέννηση, στις ΗΠΑ, του κατά κοινή ομολογία μεγαλύτερου
ποιητή του 20ου αιώνα, του Έζρα Πάουντ.
Παρ' όλο όμως που δίκαια έχει αυτόν τον χαρακτηρισμό είναι αποσιωπημένος σήμερα και λίγοι είναι αυτοί που έχουν
ακούσει γι' αυτόν ή έχουν διαβάσει ποίημά του.
Στα σχολεία από τα οποία όλοι σε διαφορετικούς χρόνους, με διαφορετικούς υπουργούς παιδείας περάσαμε,
ποτέ δεν μας μίλησαν γι' αυτόν.
Αλλά αυτό δεν συμβαίνει μόνο στην Ελλάδα:
σε όλον τον κόσμο ο μεγαλύτερος ποιητής αποσιωπάται, ένα είδος ανίερης συμμαχίας τον κρατάει ανεπισήμως απαγορευμένο.
Του αποδίδεται μεν ο τίτλος του καλύτερου ποιητή - χάρη κυρίως στην αναγνώρισή του από άλλους, μεγάλους συγγραφείς-
αλλά κατά τ' άλλα επιβάλλεται σιωπή, σιωπή που τον καθιστά ένα είδος βασιλιά χωρίς βασίλειο.
Για τον Έζρα Πάουντ θα μπορούσε να μιλήσει κανείς χρησιμοποιώντας στίχους από τα ποιήματά του.
Ήθελε να αναβιώσει το Έπος έχοντας και ο ίδιος επική ψυχή κάτι που απέδειξε πολλές φορές στην πολυτάραχη ζωή του.
Έτσι λοιπόν όπως είπε εμμέσως και ο ίδιος για τον εαυτό του και χρησιμοποιώντας συχνά ελληνικές και αρχαίες ελληνικές λέξεις:
« αγωνίστηκε να ξαναζωντανέψει την νεκρή τέχνη της ποίησης-να διατηρήσει «το υψηλόν» με την παλιά έννοια. Λάθος εξ αρχής.»
Γιατί όμως ήταν λάθος; Ίσως γιατί: «ήταν ασυντόνιστος με την εποχή του» αφού μάλιστα «είχε γεννηθεί σε μίαν ημιάγρια χώρα παράκαιρα-
αποφασισμένος κρίνα να βγάλει από το βελανίδι..»
(Χιου Σέλγουιν Μώμπερλυ)

Ήταν λοιπόν παράκαιρος και παράταιρος ο Έζρα Πάουντ. Και γι' αυτό ξεχωριστός.
Ήταν παράκαιρος γιατί δεν υιοθετούσε την αντίληψη της εποχής του και των συγχρόνων του για την τέχνη.
Μιλάμε για τα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα και μάλιστα στην Αμερική, στην Αμερική της δημοκρατίας, της ισότητας,
της βιομηχανικής ανάπτυξης, της τεχνολογικής εξέλιξης,
των εβραίων εκδοτών και τραπεζιτών,
της ταχύτητας, του χρήματος- της τεχνικής αλλά όχι της τέχνης, όχι της Ομορφιάς και της Χάρης με την κλασσική έννοια:
Αλλά και για την μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο Αγγλία στην οποία μετακόμισε το 1908 και στις υποκριτικές αξίες που επικρατούσαν τότε εκεί,

στις οποίες αντιτίθεται:
«Η εποχή απαιτούσε μια εικόνα
του επιταχυνόμενου της μορφασμού,
κάτι για την σύγχρονη σκηνή,
όχι πάντως χάρη αττική.
Όχι, όχι βέβαια, τους σκοτεινούς ρεμβασμούς της ενόρασης
Καλύτερα ψευδολογίες
παρά κλασσικούς σε παράφραση!

Η «εποχή απαιτούσε» κυρίως ένα γύψινο εκμαγείο
φτιαγμένο δίχως απώλεια χρόνου
μια πρόζα κινηματογραφική, όχι, ασφαλώς όχι,
αλάβαστρο ή το λάξευμα της ρίμας».

Αυτήν την εποχή και την κοινωνία της δύσης δεν την ήθελε ο Έζρα.Πάουντ,
την θεωρούσε εκφυλισμένη και παρακμιακή χαρακτηριζόμενη
από την πτώση και αντιστροφή των παραδοσιακών αξιών.
Και ανοιχτά με θάρρος και αλαζονεία την επέκρινε συγκρίνοντας την με τις εποχές «των ονείρων του»:
«τα πάντα ρεί
λέει ο σοφός Ηράκλειτος
μα μια κακόγουστη φτήνια
θα επιβιώσει μετά τις μέρες μας
Ακόμη κι η Χριστιανική Ομορφιά
αποστατεί μετά τη Σαμοθράκη
βλέπουμε το καλόν
θεσπισμένο στην αγορά
.. ίσοι κατά το νόμο οι πάντε
απαλλαγμένοι από τον Πεισίστρατο
επιλέγουμε έναν απατεώνα ή έναν ευνούχο
να μας κυβερνήσει» (Χ.Σ.Μ)

Η αντιστροφή των αξιών είναι πλήρης: η εποχή είναι γεμάτη κακέκτυπα. Αυτό κάνει τον ποιητή να αναφωνήσει απελπισμένα και επιθετικά:
« Ώ λαμπρέ Απόλλωνα
τιν' άνδρα, τιν' ήρωα, τίνα θεόν,
Σε ποιον θεό, ήρωα ή άνδρα
τσίγκινο ένα στεφάνι να φορέσω;»
-Δεν είναι μηδενιστής και δεν του ταιριάζουν τα κλαψουρίσματα. Αντιδρά με το ξίφος του λόγου του και των λόγων του.
Είναι άνθρωπος της δράσης: Ζει ήδη στο Λονδίνο, εκδίδει ποιητικές συλλογές, μελέτες, δοκίμια.
Γνωρίζεται με τους διασημότερους συγγραφείς της εποχής, συνεργάζεται με περιοδικά, ταξιδεύει,
ηγείται του καλλιτεχνικού κινήματος του Εικονισμού (Imagism)-
και συνεχίζει τον επιθετικό χλευασμό του για την κρατούσα τότε ηθική και αξίες.
Δεν είναι ένας εκκεντρικός καλλιτέχνης- ένα είδος πολύ γνωστό και στις μέρες μας- που κρίνει την εποχή του υποκριτικά,
στο βάθος λαχταρώντας να ενταχθεί στα καλλιτεχνικά σαλόνια
που επικρίνει-:
ο Πάουντ είναι ένας αμετανόητος θαυμαστής του Κλασσικού Ιδεώδους, απαλλαγμένος
πλήρως από το άγχος και την αγωνία
της προβολής και πολύ ειλικρινής, έντιμος και ξεκάθαρος σ' ό,τι αγαπά και σ' ό,τι αρνείται.
Είναι απόλυτος. Αλαζών και επιθετικός με αυτούς που αποδοκιμάζει αλλά και
ιδιαίτερα γενναιόδωρος και ενθαρρυντικός με τους «δικούς του»,
όπως με τον Έλιοτ και τον Τζόυς.
Μάλιστα λέγεται ότι ένας από τους λόγους για τους οποίους ο Πάουντ στράφηκε κατά της αγγλικής κοινωνίας μετά τον Α' Παγκόσμιο
Πόλεμο στο αριστουργηματικό του
έργο Χιου Σέλγουιν Μώμπερλυ ήταν διότι η Αγγλία ετοιμαζόταν εκείνη την εποχή να απαγορεύσει το έργο του Τζέιμς Τζόυς «Οδυσσέας».
Ακόμη, στην πνευματική του επίδραση επί του Έλιοτ αποδίδονται και οι αντιεβραϊκές αναφορές στο έργο του τελευταίου.
Η πίστη του στο κλασσικό ιδεώδες ίσως είναι αυτή που τον κάνει να παραμένει στην Ευρώπη. Μετά το Λονδίνο πηγαίνει στο Παρίσι και τον βρίσκουμε από το 1924 στην Ιταλία.
Παραμένει εκεί και τα επόμενα χρόνια. Βλέπει την «αναβίωση του έπους» στην πολιτική. Δεν ξεχνάει την πατρίδα του την οποία επισκέπτεται το 1939.
Και είναι η αγάπη προς την πατρίδα του και ο φυλετισμός του που τον κάνουν να νιώθει πληγωμένος και γι' αυτό να γίνεται συχνά επιθετικός,
λίγο αργότερα για τον πραγματικό εμφύλιο πόλεμο –
τον ευρωπαϊκό αλλά και για την προοπτική της ένταξης της Αμερικής στον πόλεμο κατά του Άξονος.
Αντιτίθεται σε αυτήν την ανίερη συμμαχία ανοιχτά με ραδιοφωνικές εκπομπές κατά των Συμμάχων στο ραδιοφωνικό σταθμό της
Ρώμης από το 1941 έως το 1944.
Οι εκπομπές του αυτές οδηγούν το 1943 στο να του απαγγελθεί στην Ουάσιγκτον ενώ αυτός βρίσκεται στην Ρώμη, κατηγορία για προδοσία.
Το 1945 ο Πάουντ συλλαμβάνεται από τα αμερικανικά στρατεύματα λόγω του ότι εκκρεμεί αυτή η κατηγορία εναντίον του και προκειμένου
να μεταφερθεί στην Αμερική και να δικαστεί.
Όμως δεν μεταφέρεται αμέσως. Και εδώ συμβαίνει το πρωτοφανές,
η απίστευτη αθλιότητά των νικητών, μία πρώτη απόδειξη και αποκάλυψη του δήθεν ανθρωπισμού τους και του τι πραγματικά
θα ήταν ο κόσμος και η εποχή που ανέτελλε, αυτή των νικητών:
σε μία επίδειξη βαρβαρότητας που επαξίως συναγωνιζόταν αυτή των Σοβιετικών οι δήθεν υπερασπιστές της ελεύθερης σκέψης, του ελεύθερου λόγου,
των γραμμάτων και της τέχνης φυλακίζουν τον Έζρα Πάουντ όχι σε κάποιο άβολο, μικρό ή σκοτεινό κελί,
αλλά για έξι μήνες τον φυλακίζουν, αυτόν, τον μεγαλύτερο ποιητή, σε ένα υπαίθριο σιδερένιο κλουβί, 1,80 Χ 1,95,
στην Πίζα, με στέγη από πισσόχαρτο, για κρεβάτι το τσιμέντο και για τουαλέτα έναν μικρό τενεκέ!
Κι όμως: εκεί στο κλουβί και ενώ οι διώκτες περίμεναν από αυτόν να μετανοήσει, να τρελαθεί ή να αυτοκτονήσει,
αυτός γαλήνια παραμένει πιστός και αντιδρά στην ταπεινωτική του δίωξη δημιουργικά.
Χρησιμοποιώντας τα βράδια την γραφομηχανή του ιατρείου, μέσα στο κλουβί, γράφει κάποια από τα καλύτερα ποιήματά του: τα Κάντος της Πίζας
Παρ' ότι τα γράφει φυλακισμένος και η προοπτική του ήταν η εκτέλεση, αφού σ' αυτά τα κλουβιά φυλάκιζαν όσους επρόκειτο να εκτελέσουν...
Δεν φοβάται. Μεταφέρεται τελικά μετά από 6 μήνες στην Ουάσιγκτον για να δικαστεί για προδοσία που κατηγορείτο ότι τέλεσε με τις εκπομπές του –
πάνω από 300- στο ιταλικό ραδιόφωνο.
Είναι ήδη 60 ετών. Συμβούλιο ιατρών που τον εξετάζει αποφαίνεται ότι είναι διανοητικά ακατάλληλος για την δίκη διότι
«δεν αντιλαμβάνεται την θέση του αφού επιμένει ότι οι εκπομπές του δεν ήταν προδοτικές!».
Η έντονη αντισιωνιστική προπαγάνδα που έκανε μέσα από τις εκπομπές του και η επίμονη υπεράσπιση αυτών των ιδεών ακόμη και όταν ήταν στα πρόθυρα της φυλακής ή και της εκτέλεσης είναι ικανά για να οδηγήσουν το Ιατρικό Συμβούλιο στο συμπέρασμα ότι είναι φρενοβλαβής!
Τελικά με αυτόν τον χαρακτηρισμό εγκλείεται σε ψυχιατρείο για 13 περίπου χρόνια.
Στην αρχή, σε ένα μεγάλο θάλαμο χωρίς παράθυρα και έπιπλα με αρκετούς ψυχοπαθείς, αργότερα σε έναν μικρότερο και τελικά σε ένα πολύ
μικρό δωμάτιο όπου όμως μπορούσε να γράφει, πράγμα που έκανε.
Η γυναίκα του όλα αυτά τα χρόνια τον επισκεπτόταν καθημερινά.
Ενώ βρίσκεται στο ψυχιατρείο τα «Κάντος της Πίζας» βραβεύονται, γεγονός που από τη μια ικανοποίησε τους πολυπληθείς θαυμαστές του
και από την άλλη ήγειρε πολλές αντιδράσεις.
Όπως ειπώθηκε:
«η ποίηση που εκφράζει κακές ιδέες δεν πρέπει να βραβεύεται»! Πάντως όσο περνούν τα χρόνια πληθαίνουν οι φωνές που αντιδρούν στον
εγκλεισμό και ζητούν την απελευθέρωσή του.
Ο ιδεολογικά αντίθετος, πλην όμως θαυμαστής του Πάουντ, Έρνεστ Χεμινγουέι το 1954 βραβεύεται με το Νόμπελ Λογοτεχνίας και όταν τον
ρωτούν τι έχει να πει για την βράβευσή του απαντά: «το Νόμπελ έπρεπε να το πάρει ο Πάουντ».
Ο Πάουντ ήταν ουσιαστικά φυλακισμένος χωρίς να έχει προηγηθεί δίκη, χωρίς να του έχει δοθεί η δυνατότητα να ασκήσει το δικαίωμά
του να υπερασπιστεί τον εαυτό του.
Αρκετοί από αυτούς που ζητούσαν την απελευθέρωσή του το έκαναν πέραν του θαυμασμού για το έργο του διότι φοβούνταν ότι
θα πέθαινε μέσα στο ψυχιατρείο και αυτό θα στιγμάτιζε την Αμερική.
Από την άλλη πλευρά το Κράτος επεδίωκε με αυτόν τον τρόπο, με τον εγκλεισμό, αυτού, ενός υγιούς στο ψυχιατρείο και υπό αυτές τις συνθήκες, την φυσική του εξόντωση.
Η φυλάκισή του στο ψυχιατρείο δεν ήταν για τους διώκτες του παρά μία αργή, παρατεταμένη και γι αυτό βασανιστική εκτέλεση.
Μία άμεση εκτέλεση, όταν τον έφεραν από την Ιταλία, υπήρχε ο φόβος ότι θα οδηγούσε στην ηρωοποίησή του και στο ενδιαφέρον για τις ιδέες του.
Έτσι επελέγη αυτός, ο πιο ύπουλος τρόπος.
Αλλά δεν υπολόγισαν σωστά- το φρόνημα και το ηθικό του Πάουντ δεν μπορούσε να καμφθεί με τίποτα. Απτόητος συνέχιζε να γράφει.
Μετέφρασε μάλιστα και μία τραγωδία του Σοφοκλή.
Οι εκκλήσεις για απελευθέρωσή του συνεχίζονται.
Είναι χαρακτηριστικό των συνθηκών υπό τις οποίες ζούσε στο ψυχιατρείο ότι το δωμάτιο του ήταν γνωστό ως «ντουλάπι που περιέχει
έναν εθνικό σκελετό»! Όμως αντέχει, δεν λυγίζει.
Το 1958 απελευθερώνεται. Λίγο μετά επιστρέφει στην Ιταλία. Το πλοίο με το οποίο ταξιδεύει πλησιάζει στην Νάπολη.
Στο λιμάνι πλήθος δημοσιογράφων τον περιμένουν ανυπόμονα.
Περιμένουν μετά από χρόνια διώξεων, να τον δουν αλλαγμένο, μισότρελο ίσως ή έστω κουρασμένο, «συνετισμένο»…
Ας μην ξεχνάμε ότι είναι πια 73 ετών κι έχει περάσει τα τελευταία 13 χρόνια σε ψυχιατρείο χωρίς να έχει ψυχική πάθηση.
Περιμένουν σίγουρα να τον δουν μετανοημένο.
Ανυπομονούν να καταγράψουν μία δήλωση μετανοίας. Κι αυτός, αντικρίζοντάς τους, για άλλη μία φορά αμετανόητος,
σαν να μην τον άγγιξε το μαρτύριο που πέρασε, τους χαιρετά φασιστικά και είναι αυτή η δική του δήλωση Πίστης.
Όταν δε τον ρωτούν για τα χρόνια στο άσυλο, εκείνος ήρεμα τους απαντά πως «όλη η Αμερική είναι ένα άσυλο».
Παραμένει στην Ιταλία και από εκεί ταξιδεύει και σε άλλες χώρες. Το 1965 έρχεται στην Ελλάδα, στην Αθήνα.
Προσκυνά την Ακρόπολη εκπληρώνοντας έτσι ένα όνειρό του.
Πεθαίνει στην Βενετία την 1η Νοεμβρίου 1972.
Ζει πάντα στις καρδιές αυτών που από τις ψευδολογίες προτιμούν τους «σκοτεινούς ρεμβασμούς της ενόρασης»
Ήταν ένας ηρωικός άνθρωπος. Τα εμπόδια που συνάντησε στην ζωή του και που εύκολα πολλούς άλλους θα τους τσάκιζαν,
αυτόν ήταν σαν να μην τον άγγιζαν.
Ήταν ένα κομμάτι της μεγάλης περιπέτειας της ζωής του. Λατρεύτηκε όσο λίγοι, μισήθηκε όσο λίγοι, διώχτηκε όσο λίγοι, άντεξε όσο λίγοι.
Με την υπερήφανη και αταλάντευτη στάση του και πίστη στα ιδανικά του δίνει διαρκώς ένα μάθημα Τιμής. Δεν παζάρεψε ποτέ τίποτα.
Ο αγώνας τον μάγευε. Το είχε άλλωστε δηλώσει από παλιά:
«Τότε μονάχα ζω αληθινά όταν τα σπαθιά συγκρούονται»

Όπως προαναφέρθηκε η βασική επιδίωξη αυτών που από την αρχή τον πολεμούσαν ήταν να τον σταματήσουν είτε αλλάζοντάς τον,
είτε οδηγώντας τον στην αυτοκτονία ή στην τρέλλα.
Δεν το κατάφεραν παρ' ότι προσπάθησαν λυσσαλέα. Αγνοούσαν προφανώς αυτό που σε ηλικία 29 ετών, πολύ πριν συμβούν τα δραματικά
γεγονότα της ζωής του, είχε γράψει.
Τότε, το 1914, όταν κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί τι θα ακολουθούσε και όλα ήταν πολύ μακρινά, εκείνος προβλέποντας τι θα του συνέβαινε,
προεξόφλησε και την δική του στάση:
« Είναι παλιά σας συνήθεια να ξεκάνετε τους καλούς συγγραφείς/
εσείς ή τους τρελλαίνετε / ή κλείνετε τα μάτια σαν αυτοκτονούν/
ή πάλι βρίσκετε δικαιολογίες για τα ναρκωτικά τους / και μιλάτε για παραφροσύνη και μεγαλοφυία/
Όμως εγώ δεν θα τρελλαθώ για να σας ευχαριστήσω/
δεν θα σας κολακέψω με έναν πρόωρο θάνατο/
Ώ όχι, εγώ θα αντέξω ως το τέλος /
θα νιώσω τα μίση σας να γλιστρούν στα πόδια μου
σαν ευχάριστο γαργάλημα/
να τα κοιτάζουν κοροϊδευτικά/
ενώ πολλοί κινούνται ύποπτα
και φοβούνται να πουν πως σας μισούν/
η γεύση της αρβύλας μου;
Ορίστε η γεύση της αρβύλας μου
χαϊδέψτε την/
βγάλτε και το βερνίκι με την γλώσσα σας»


ΕΠΙΛΟΓΗ ΑΠΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ΙΤΕ

Πηγαίνετε τραγούδια μου, ζητήστε τον έπαινό σας από τους νέους
κι απ' τους αδιάλλακτους
κινηθείτε ανάμεσα στους εραστές της τελειότητας μόνο.
Ζητήστε πάντοτε να αναμετρηθείτε με το σκληρό Σοφόκλειο φως
ευχάριστα υπομένοντας τις πληγές σας από εκείνο

Ο ΕΡΧΟΜΟΣ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ: ΑΚΤΑΙΩΝ

Εικόνα Λήθης,
και τα χωράφια
γεμάτα από αμυδρό φως
μα χρυσαφένιο,
γκρίζοι γκρεμοί,
και από κάτω
μια θάλασσα
πιο σκληρή κι απ' τον γρανίτη,
ανήσυχη, ποτέ δεν γαληνεύει-
υψηλές μορφές
με την κίνηση των Θεών,
επικίνδυνη θέα,
κι ένας είπε:
«Να ο Ακταίων»
Ο Ακταίων με τα χρυσά περικνήμια!
Πάνω από ωραία λειβάδια,
πάνω από την δροσερή όψη εκείνου του χωραφιού,
ανήσυχα, αεικίνητα
πλήθη αρχαίου λαού,
η σιωπηλή πομπή.

«PHASELLUS ILLE"

Αυτό το papier- maché που βλέπετε φίλοι μου
ισχυρίζεται πως ήταν ο πιο άξιος εκδότης.
Η σκέψη του διαμορφώθηκε στη "δεκαετία του εβδομήντα"
Κι από τότε δεν λέει ν' αλλάξει εκείνο το ανακάτωμα.
Εργάζεται δια την εκπροσώπησιν εκείνης της σχολής της σκέψεως
της φερούσης την έδραν των τριχίνων ενδυμάτων εις τοιαύτην τελειότητα,
κι ούτε οι φοβερές απειλές του Μπέρναρ Σω
ταράζουν την ακύμαντη λιμνούλα των αρχών του.
Μα κι ούτε αν η αθάνατη φωνή όλου του κόσμου
ζητούσε ακόμα μια φορά, μιλώντας του, έστω να τον κεντρίσει,
ρούπι δεν θα κουνούσε πάλι προς τα δεξιά από τ' αριστερά.

Ομορφιά, ανυπόδητη απ' τις Κυκλάδες,,
Εσύ που θα ' βρισκες ένα μοντέλο για τον Άγιο Αντώνιο
Έλα σ' αυτού του πράγματος την σίγουρη κοινωνική ευπρέπεια
και συμπεριφορά


SURGIT FAMA

Ανακωχή έχουνε κάνει οι Θεοί
Η Κόρη επρόβαλε στο Βορρά,
περιφέρεται στην γκριζογάλανη θάλασσα
με χρυσό και μαυροκόκκινο μανδύα.
Το στάρι βρήκε πάλι τη μάνα του, κι αυτή, η Λευκονόη,
που ποτέ δεν παραμέλησε τις γυναίκες,
ούτε τη γη παραμελεί τώρα.


Ο κατεργάρης Ερμής βρίσκεται εδώ.
Μ΄ ακολουθεί
έτοιμος ν' αρπάξει τα λόγια μου,
έτοιμος να τα διαδώσει.

Να τους προσθέσει τις παραλλαγές του,
πανούργες κι έξυπνες..
να τ' αλλάξει όπως εκείνος θέλει.
Όμως εσύ πες την αλήθεια, ακόμη και κατά γράμμα:


«Ακόμη μια φορά στην Δήλο, ακόμη μια φορά ταράσσεται ο βωμός
ακόμη μια φορά ακούγεται ο ψαλμός,
ακόμη μια φορά οι κήποι που δεν εγκαταλείφθηκαν ποτέ,
είναι γεμάτοι ψιθυρίσματα και παλιές ιστορίες».


CODA

Ω τραγούδιά μου,
Γιατί ψάχνετε τόσο αχόρταγα και τόσο περίεργα τα πρόσωπα των ανθρώπων,
μήπως και βρείτε ανάμεσά τους τον χαμένο σας νεκρό;