Αναγνώστες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλή πασάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλή πασάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 7 Απριλίου 2016

Αλή Πασάς: Το πιο ρομαντικό τέρας της Ιστορίας


Αλή Πασάς: Το πιο ρομαντικό τέρας της Ιστορίας
Ο Αλής στα γόνατα της Βασιλικής, χαρακτικό του Αλεξάντρ-Μαρί Κολέν (1829). Τους χώριζαν 50 χρόνια αλλά μόνο στην αγκαλιά της μπορούσε να γαληνέψει

Αν η φράση «Πασάς στα Γιάννενα» έχει σήμερα τη σημασία της καλοζωίας και της ξεγνοιασιάς, στα τέλη του 18ου - αρχές του 19ου αιώνα η αναφορά της και μόνο μπορούσε να προκαλέσει τρόμο σε χιλιάδες ανθρώπους. Γιατί ο Αλή Πασάς των Ιωαννίνων, ο επονομαζόμενος και Λέων της Ηπείρου, δεν ήταν ούτε σαν τους άλλους ανθρώπους ούτε καν σαν άλλους ηγεμόνες. Ο μισός ελλαδικός χώρος ταρασσόταν συθέμελα όταν εκείνος θύμωνε. Οι εχθροί του δεν έβρισκαν έλεος, αλλά ούτε και οι φίλοι. Ακόμη και η Υψηλή Πύλη στην Κωνσταντινούπολη τον υπολόγιζε και τον φοβόταν, ενώ στην Ευρώπη γεννιόταν ο θρύλος του.

«Ο μοναδικός κολοσσός που έχει ο 19ος αιώνας να αντιπαραθέσει στον Ναπολέοντα Βοναπάρτη είναι ο Αλή Πασάς των Ιωαννίνων»
 έγραφε ο Βίκτωρ Ουγκό το 1829. «Ο Αλή Πασάς είναι το ρομαντικότερο τέρας που γέννησε η Ιστορία και μία από τις ωραιότερες φρικαλεότητες που γέννησε η φύση» είχε προφθάσει να γράψει ο γάλλος δημοσιογράφοςΖορζ Χόφμαν το 1822. Ενα συναρπαστικό μυθιστόρημα η ζωή του, που δεν ιστορήθηκε μόνο σε γραπτά κείμενα αλλά και μέσα από εκατοντάδες απεικονίσεις-πορτρέτα του ίδιου και των ανθρώπων που βρέθηκαν κοντά του.

Μια πινακοθήκη τα έργα της οποίας επιχείρησε να συλλέξει ο κ. Αναστάσιος Παπασταύρου, πρώην δήμαρχος των Ιωαννίνων, ώστε να περιληφθούν για πρώτη φορά σε δύο τόμους, που με τίτλο «Αλή Πασάς. Από λήσταρχος ηγεμόνας» (εκδόσεις Απειρατάν) μεταφέρουν τον αναγνώστη στον σκοτεινό, γεμάτο ραδιουργίες και εγκλήματα κόσμο της αυλής του Αλή Τεπενενλή. Και ο ίδιος ο συγγραφέας άλλωστε χαρακτηρίζει το έργο του ως «αληπασάδικη πινακοθήκη»! Πώς αλλιώς, αφού ο Αλή Πασάς υπήρξε, μαζί με τον Μάρκο Μπότσαρη, το πιο πολυζωγραφισμένο πρόσωπο στην Ελλάδα του 19ου αιώνα.

Εργα διάσημων ζωγράφων της εποχής του αλλά και πολλά μεταγενέστερα είναι τα πορτρέτα του Αλή Πασά. Η μορφή του αλλά και σκηνές από τη ζωή του συναντώνται όπου μπορεί να φανταστεί κανείς: από ζωγραφικούς πίνακες μέχρι απλοϊκά ιχνογραφήματα λαϊκών καλλιτεχνών, κεντήματα, τραπουλόχαρτα, ξυλόγλυπτα, πορσελάνες, χαλιά, κουτιά για καπνό, κοσμήματα, φιγούρες του Καραγκιόζη και αφίσες. Πρόκειται για όλα τα παρεπόμενα ενός θρύλου, έστω και τόσο αμφιλεγόμενου. Γιατί ο Αλή Πασάς κυβέρνησε το κράτος του επί 33 χρόνια με σιδηρά πυγμή, σκληρότητα και αυταρχικότητα, έχοντας απόλυτη δικαιοδοσία ζωής ή θανάτου στους υπηκόους του, την οποία πολύ συχνά χρησιμοποιούσε.

Οι αντιφάσεις

Οπως αναφέρει ο συγγραφέας, «όλη η ζωή του ήταν μια αντίφαση. Σούβλιζε ανθρώπους και ταυτόχρονα προσκυνούσε τα λείψανα του πατρο-Κοσμά. Κατέστρεφε ολόκληρα χωριά και παράλληλα έχτιζε χριστιανικές εκκλησίες. Αγαπούσε την πρώτη γυναίκα του, όμως προξένησε τον θάνατό της. Ντυνόταν πολυτελώς, ενίοτε όμως και με ρούχα ζητιάνου. Ηταν αμόρφωτος αλλά υποστήριζε την ελληνική παιδεία. Ηταν ατρόμητος στη μάχη αλλά έτρεμε τις βροντές και τις αστραπές. Λοιδορούσε τους γιους του αλλά τους έχτιζε παλάτια. Ηταν ακόλαστος αλλά και άτεγκτος σε θέματα ηθικής, δίκαιος αλλά και ιδιοτελής, φιλάργυρος αλλά και γαλαντόμος».

Στα πορτρέτα του οι ζωγράφοι βάζουν όλη τη δεξιοτεχνία τους αλλά ελάχιστοι αποτυπώνουν τον πραγματικό Αλή, αυτόν που έμεινε στην Ιστορία. Με την περιποιημένη λευκή και μακριά γενειάδα του, συχνά με την περίφημη πίπα στο χέρι ή με ναργιλέ και τον μανδύα του με τη γούνα ολόγυρα, μοιάζει στα περισσότερα από αυτά ένας καλοκάγαθος, υπέρβαρος γέρων. Η μεγάλη γαμψή μύτη σχεδόν αποσιωπάται και εκείνο το βλέμμα που άστραφτε λέγοντας πολύ περισσότερα από όσα τα χείλη σπανίως ξεχωρίζει.

Ολα τα συγγενικά του πρόσωπα, από τη θηριώδη Χάμκω, τη μάνα του, και την αιμοβόρα αδερφή του Χαϊνίτσα, τους γιους του, τις γυναίκες τους και τις δικές του, το χαρέμι με τις οδαλίσκες, τους ευνοούμενους αλλά και τους αντιπάλους του έχουν θέση σε αυτή την εικονογραφημένη ιστορία. Μαζί και οι έλληνες οπλαρχηγοί, οι κυνηγημένοι Σουλιώτες και τα θύματά του, ανώνυμα και επώνυμα όπως η κυρά Φροσύνη, ο έρωτάς του γι' αυτήν και ο πνιγμός της στη λίμνη. Απειρα εξάλλου φαίνεται να είναι τα πορτρέτα της Βασιλικής, του τελευταίου μεγάλου έρωτα του Αλή - εκείνος ήταν 65 ετών κι εκείνη 15 - όλα υμνητικά της εξαιρετικής ομορφιάς της.

Η μεγαλομανία

Η μεγαλομανία του δεν είχε όρια, το ίδιο και η μεγάλη ροπή του στην πολυτέλεια και στη χλιδή, την οποία «πλήρωναν» σε μεγάλο βαθμό οι υποτελείς του. Για παράδειγμα, είχε αγοράσει τρεις πανάκριβες άμαξες, από την Ευρώπη φυσικά. Εκανε τις αγορές του σε κοσμήματα και πολύτιμους λίθους, πολυτελή υφάσματα, περίτεχνους καθρέφτες, κρύσταλλα και πορσελάνες από τα καλύτερα μαγαζιά της εποχής, που βρίσκονταν βεβαίως στη Ρώμη, στην Τεργέστη, στη Βενετία, στο Παρίσι, στο Λιβόρνο αλλά κυρίως στη Βιέννη. Και αυτό γιατί στην πρωτεύουσα της Αυστροουγγαρίας ο οικονομικός διαχειριστής τουΣταύρος Ιωάννου διατηρούσε τραπεζικό κατάστημα, διευθυντής του οποίου ήταν ο γιος του, μετέπειτα εθνικός ευεργέτης Γεώργιος Σταύρου, ο οποίος εκτελούσε τις παραγγελίες που έστελνε ο πατέρας του.

Τον Απρίλιο του 1814 αγόρασε από τον κοσμηματοπώλη Νάιλιγκ της Βιέννης «μίαν πέτραν δακτυλίδι μπριλάντι καράτια 17» πληρωμένο κατά το ήμισυ από τον Αλή και κατά το άλλο ήμισυ από τον φόρο τομαριών.
Τον Αύγουστο του 1817 αγοράζει ιατρικά και «μουσική». Τον επόμενο χρόνο αναθέτει στον γιατρό Λουκά Βάγια να φέρει από τη Βιέννη γκιούλεσι (ροδέλαιο), μολύβι, κεντητό χρυσό και άλλες πραμάτειες που εξοφλήθηκαν με τον γεωργικό φόρο της Ζίτσας.

Για λογαριασμό του γιου του Μουχτάρ παραγγέλνει πάλι στη Βιέννη «μία δαμπακέρα με κολλημένον καπάκι μαλαματένιο, με σμάλτον και επάνω διαμάντια, να κοστάρει έως γρόσια δύο χιλιάδες» και για τον ίδιο «μίαν χασάν (κάλυμμα ράχης αλόγου) ωσάν του κατή (δικαστή), να είναι πλουσιωτέρα κατά πάντα και να έχει κλόσια». Το πλήθος αυτών λαφυραγωγήθηκε μετά τη δολοφονία του στη Νήσο της Παμβώτιδας το 1822, έχουν απομείνει όμως αρκετά προσωπικά του αντικείμενα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Με την άκρατη επιθυμία του να γνωρίζει καινούργια πράγματα συνδέεται εξάλλου το περιστατικό με ένα αερόστατο, η επίδειξη του οποίου στα Γιάννενα το 1803 στους γάμους του γιου του Σαλήχ κατέληξε σε πλήρη αποτυχία, αφού πήρε φωτιά και έγινε στάχτη. Παρών ο ποιητής Ιωάννης Βηλαράς, που εξιστόρησε το γεγονός ως εξής: «Πού είστε κόσμος! Συναθροισθήτε/ Ολοι όπου είσθε συναχθήτε/ Μεγάλον θαύμα για να ιδήτε/ Γυρίζει η σφαίρα επάνω κάτω/ Κ' ευθύς ανάπτει από τον πάτο/ Ανακατεύονται ευθύς οι βλάχοι/ Πηδούν φωνάζουν σαν βατράχοι».

Οι θηριωδίες

Ο Αλή Πασάς βαρύνεται με γενοκτονίες, δολοφονίες και θηριωδίες κάθε είδους. Μια ζωή γεμάτη αίμα, αποτρόπαιες πράξεις, βασανισμούς, εξανδραποδισμούς, λεηλασίες και φρικαλεότητες, όπως όταν έριχνε καταδικασμένους σε θάνατο στο κλουβί με τη λεοπάρδαλη που διατηρούσε στα Γιάννενα, ενώ ο ίδιος παρακολουθούσε το θέαμα. Κατά τη διάρκεια του πολέμου με τους Σουλιώτες 20 ως 30 άτομα αποκεφαλίζονταν κάθε τόσο στους δρόμους των Ιωαννίνων.

Ο περιηγητής Τόμας Σμαρτ Χιουζ γράφει ότι άκουσε στη Λευκάδα να παρομοιάζουν τον Αλή με τον μυθικό τύραννο της Ηπείρου Εχετο, που συνήθιζε να κόβει τη μύτη και τα αφτιά των αντιπάλων του και να τα δίνει στα σκυλιά του - αν και ο Αλή ήταν παρασάγγας θηριωδέστερος: κατά τον Χιουζ πάλι, ανάμεσα στο παζάρι των Ιωαννίνων και στο κάστρο βρισκόταν ένας δρομάκος όπου γίνονταν οι πλέον αποτρόπαιες εκτελέσεις προς παραδειγματισμό: «Εκαιγαν ανθρώπους σε σιγανή φωτιά, τους παλούκωναν, τους έγδερναν ζωντανούς, έκοβαν χέρια και πόδια και άφηναν το θύμα σε αυτή την κατάσταση να ξεψυχήσει».

Ο ίδιος φρόντιζε, φυσικά, τον εαυτό του μέχρι υστερίας. Γιατί παρ' ότι εξαιρετικής κράσης - μόνο στα γεράματά του υπέφερε από ελαφρά αρθρίτιδα -, ήταν κατά φαντασίαν ασθενής! Δεν υπήρχε άλλος ηγεμόνας της εποχής του με περισσότερους γιατρούς, οι οποίοι αμείβονταν με παχυλότατους μισθούς και υψηλά προνόμια, όπως να ντύνονται πλούσια, να κυκλοφορούν στην πόλη καβάλα στο άλογο αλλά και να κρατούν… αλεξιβρόχιο.

Κατάσκοποι

Με όλα αυτά δεν είναι περίεργο που ο Αλή Πασάς ενέπνευσε τη λογοτεχνία και τη μουσική στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, με έμμετρα θεατρικά έργα όπως του Ραγκαβή, του Βαλαωρίτη, του Βερναρδάκη κ.ά., ευρωπαϊκά μελοδράματα, τραγωδίες και όπερες που παρουσιάστηκαν στις μεγαλύτερες σκηνές του κόσμου.«Η Υψηλότης του είναι 60 ετών, πολύ παχύς και όχι ψηλός, αλλά με ωραίο πρόσωπο, φωτεινά γαλάζια μάτια και άσπρη γενειάδα... Η εμφάνισή του δείχνει οτιδήποτε άλλο εκτός από τον αληθινό του χαρακτήρα, γιατί είναι ένας αμείλικτος τύραννος, ένοχος για τις πιο φριχτές ωμότητες, πολύ γενναίος και στρατηλάτης ώστε να αποκαλείται "Οθωμανός Βοναπάρτης". Αλλά όσο πετυχημένος άλλο τόσο βάρβαρος είναι αφού ψήνει τους αντιπάλους του» γράφει ο λόρδος Μπάιρον το 1809 σε μια επιστολή του προς τη μητέρα του ύστερα από τη γνωριμία του με τον Αλή. Εναν χρόνο αργότερα θα συναντούσε στην Τρίπολη και τον γιο του, Βελή Πασά, διοικητή τότε του Μοριά, γενόμενος μάλιστα αποδέκτης υπερβολικών και επιλήψιμων εκφράσεων «φιλίας» εκ μέρους του, όπως αναφέρει σε γράμματά του.

Ο Αλής διατηρούσε τουλάχιστον τέσσερα χαρέμια στα Γιάννενα με 300 γυναίκες, ένα στο Τεπελένι με 60 και άλλα δύο μικρότερα στην Πρέβεζα και στην Κόνιτσα. Αποκαλούσε τις κοπέλες των χαρεμιών «οι τσούπρες μου» ή «οι βαγιοπούλες μου» και γνώριζε τα ονόματα όλων. Η αρπαγή νεαρών κοριτσιών από τα σπίτια τους σε όλη την επικράτεια, όπως επίσης αγοριών για τη διατήρηση ανδρικού χαρεμιού δίπλα στο γυναικείο, γινόταν από έμπιστους ανθρώπους του. Είχε οργανώσει άλλωστε ένα σκληρό αστυνομικό κράτος και ένα μοναδικό στην αυτοκρατορία δίκτυο καταδοτών και παρακολουθήσεων. Παρ' ολίγον μάλιστα να καταλήξει «Γανυμήδης» (ή γιουσουφάκι, όπως λεγόταν) στο χαρέμι αγοριών του Αλή και ο μετέπειτα συνιδρυτής της Φιλικής Εταιρείας Αθανάσιος Τσακάλωφ.

http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=514337

Αλή πασάς


Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Αλή πασάς
Dupré - Ali Pasha.jpg
Γέννηση1750
Τεπελένι
Θάνατος24 Ιανουαρίου 1822
Ιωάννινα
ΥπηκοότηταΟθωμανική Αυτοκρατορία
Ιδιότηταπολιτικός
Commons page Πολυμέσα σχετικά με το θέμα
Το φρούριο του Αλή Πασά στο Τεπελένι
Φιρμάνι του Αλή Πασά, 1810, γραμμένο σε δημοτική γλώσσα. Όλες οι διαταγές και συμφωνίες του Αλή διατυπώνονταν στην καθουμιλουμένη Ελληνική
Bronze - Granite Monument of Ali Pashe Tepelna, in Teleleni city Albania
Η Κυρα-Βασιλική με τον Αλή Πασά. Ελαιογραφία (158x182 εκ.) του Paul Emil Jacobs, 1842

Ο Αλή Πασάς Τεπελενλής[i] (1744 - 24 Ιανουαρίου 1822) ήταν μουσουλμάνος Τουρκαλβανός στην καταγωγή πασάς των Ιωαννίνων που διαδραμάτισε για περισσότερα από 40 χρόνια σημαντικό ρόλο στην ιστορία της Ηπείρου και όχι μόνο, από το 1788 όταν και διορίστηκε πασάς των Ιωαννίνων μέχρι τις αρχές της Ελληνικής Επανάστασης. Στο απόγειο της δόξας του κατείχε μια μεγάλη περιοχή του ελλαδικού χώρου της τότε Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Για τον τρόπο με τον οποίο διοίκησε το Πασαλίκι του αλλά και για τον χαρακτήρα του, έμεινε γνωστός σαν Ασλάνι (λιοντάρι) των Ιωαννίνων. Διαδραμάτισε κεντρικό ρόλο στην ιστορία της Ηπείρου αλλά και ευρύτερα της Ελλάδας και της Αλβανίας στο μεταίχμιο μεταξύ του 18ουαιώνα και 19ου αιώνα. Καταγόταν από το Τεπελένι της Αλβανίας (γεννήθηκε μεταξύ 1740-1750) και εμφανίζεται στο ιστορικό προσκήνιο αρχικά ως αρχηγός ληστοσυμμορίας, που εμπλέκεται σε συγκρούσεις με αξιωματούχους του οθωμανικού κράτους στον χώρο της Αλβανίας και της Ηπείρου. Χάρη στην πολεμική του ικανότητα, την ανδρεία του, αλλά και τις δολοπλοκίες του, καταφέρνει να ενταχθεί στον στρατιωτικό- διοικητικό μηχανισμό του οθωμανικού κράτους καταλαμβάνοντας διάφορα αξιώματα, ώσπου τελικά το 1788 διορίζεται πασάς, δηλαδή διοικητής του σαντζακίου των Ιωαννίνων.

Οικογενειακό υπόβαθρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γενάρχης της οικογένειάς του, ή ο πρώτος που έγινε ονομαστός από την οικογένειά του ήταν κάποιος Τούρκος ονόματι Μουσταφά ή Μούτζο Χούσσος, προπάππους του Αλή, αρχηγός ληστρικών ομάδων που δρούσε στην Ανατολία, περί τα τέλη του 17ου αιώνα που εξ αυτού και η οικογένειά του λεγόταν Μουτζοχουσσάτες[ii] η οποία και εγκαταστάθηκε στην Αλβανία, προερχόμενη από τη Μικρά Ασία, περίπου 80 χρόνια πριν τη γέννηση του Αλή Πασά. Γιος του Μουσταφά (Μουτζοχουσσάτη) ήταν ο Μουχτάρ (Μουτζοχουσσάτης) που λέγεται πως είχε λάβει μέρος στην πολιορκία της Κέρκυρας κατά τον πόλεμο με του Ενετούς το 1716. Από αυτή την ενέργεια η Υψηλή Πύλη τον αμνήστευσε για τις πρότερες ληστρικές δράσεις του, που όμως επανέλαβε αργότερα. Ο γιος του Μουχτάρ εκείνου, ο λεγόμενος Βελής, που ήταν ο πατέρας του Αλή Πασά.
Ο Βελής ακολουθώντας τα χνάρια του παππού του αλλά και του πατέρα του ήταν αρχηγός συμμοριών και είχε υπό την προστασία του τα χωριά Λέκλη και Χόρμοβοτης Βορείας Ηπείρου, όπου αφού σκότωσε τους αδελφούς του και τον εξάδελφό του Ισλάμπεη, είχε αναγνωρισθεί από την Πύλη πασάς δύο μικρών περιοχών λαμβάνοντας και τη θέση του Μουτασερίφη του Δελβίνου, για μικρό όμως διάστημα μέχρι το θάνατό του.
Ο Αλής γεννήθηκε στο Τεπελένι ένα μικρό χωριό τότε της σημερινής Αλβανίας το 1744 (κατά νεότερες έρευνες, αντί 1740 ή 1750, ή 1752 που είχαν υποστηρίξει παλιότεροι βιογράφοι). Η μητέρα του λεγόταν Χάμκω, ήταν ελληνίδα στην καταγωγή και ελληνόγλωση - δεύτερη γυναίκα του Βελή, κόρη του Μπέη της Κόνιτσας. Μετά τον θάνατο του πατέρα του το 1753, που επηρέασε δραματικά την εφηβική του ηλικία, οι κάτοικοι των χωριών που δυνάστευε ο πατέρας του εξεγέρθηκαν, και οι Γαρδικιώτες συνέλαβαν την Χάμκω και κακοποιώντας την, την υπέβαλαν σε εξευτελιστικά βασανιστήρια, προτού την αφήσουν τελικά ελεύθερη.
Σύμφωνα με συχνές εκμυστηρεύσεις του Αλή, ο πατέρας του, ο Βελής, τα μόνα περιουσιακά στοιχεία που άφησε στη γυναίκα του, Χάμκω, και στα δύο παιδιά του, τον Αλή και την αδελφή του Χαϊνίτσα, ήταν "μιά άθλια τρύπα και λίγα χωράφια"[ii].

Τα πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για τα παιδικά χρόνια του Αλή είναι γνωστό ότι ήταν πολύ ανήσυχος και του άρεσαν οι πολεμικές τέχνες όπου χάρις αυτών εγκατέλειπε τους δασκάλους του και περιφέρονταν στα βουνά. Έτσι τα λίγα γράμματα που έμαθε τα όφειλε και μόνο στην επιμονή της μητέρας του. Είναι γεγονός πως ο Αλής ανατράφηκε από την μητέρα του με υπέρμετρη φιλοδοξία και με στόχο να γίνει σπουδαίος, περισσότερο από τον πατέρα του, και μάλιστα κατά τη συνήθη έκφραση του Αλή αναγνώριζε πως εκείνη τον έκανε "άντρα και Βεζύρη" .
Σε αυτό βοήθησε και η εξολόθρευση όλων των ετεροθαλών αδελφών του από την μητέρα του, ένα σύνηθες πλέον άγριο φαινόμενο που είχε ξεκινήσει από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, συνεχίστηκε πιο έντονα στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και που υιοθετήθηκε ακόμη σε μεγαλύτερο βαθμό από την Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Η παντελής όμως έλλειψη στοιχείων για την περίοδο των εφηβικών χρόνων του Αλή δεν επιτρέπει σε κανέναν ν΄ αναφερθεί στην περίοδο αυτή. Έτσι εικάζεται, πως μετά το θάνατο του πατέρα του, κατά την εφηβική του ηλικία, ο Αλής είχε καταφύγει στα γύρω βουνά και έτοιμος πλέον μαχητής είχε οργανώσει και αναλάβει αρχηγός συμμοριών που συγκροτούνταν από Τόσκηδες και Λιάπηδες ληστές με τις οποίες επιχειρούσε τις ληστρικές επιδρομές σε ολόκληρη την Ήπειρο και τηΘεσσαλία.

Πρώτες δραστηριότητες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λόγω της ληστρικής του αυτής δράσης συνελήφθη από τον πασά του Μπερατίου, Κουρτ Αχμέτ πασά, αλλά αφέθηκε ελεύθερος αφού υποσχέθηκε να σταματήσει τις επιδρομές, υπόσχεση την οποία όμως δεν κράτησε, διότι όπως λέγεται ο πασάς αρνήθηκε να του δώσει για σύζυγο την κόρη του. Έπειτα λόγω της σκληρής καταδίωξης που αντιμετώπισε κατέφυγε στον Καπλάν πασά του Δελβίνου, του οποίου την κόρη (Εμινέ) παντρεύθηκε το 1768, μνηστεύοντας παράλληλα και την αδελφή του Χαϊνίτσα με τον μεγαλύτερο γιο του Καπλάν. Aπό αυτό τον γάμο ο Αλής απέκτησε και τους δυο του γιους, τον Μουχτάρ (1769) και τον Βελή (1773). Μέσω διαφόρων δολοπλοκιών κατάφερε να εξοντώσει τόσο τον πεθερό του όσο και τον διάδοχο αυτού Σελήμ χωρίς όμως να καταφέρει να διοριστεί αυτός πασάς ενώ παράλληλα εκδικήθηκε τους κατοίκους του Χορμόβου και του Λικλίου οι οποίοι είχαν πριν από χρόνια ατιμάσει την μητέρα του.
Το 1785 διορίστηκε επόπτης των οδικών αρτηριών της Ρούμελης και ήρθε σε συνεννόηση με τους ληστές που δρούσαν στη Θεσσαλία. Όμως,το 1787 όταν και διορίστηκε πασάς των Τρικάλων καταδίωξε και εξόντωσε τους πρώην συμμάχους του, λυτρώνοντας παράλληλα την περιοχή από τις ληστρικές επιδρομές και αποκτώντας τη φήμη ενός ικανού διοικητή.

Πασάς στα Ιωάννινα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1788 εκμεταλλευόμενος την απουσία του πασά των Ιωαννίνων, Αλή Ζοτ λογω εκστρατείας στον Δούναβη άρπαξε το πασαλίκι των Ιωαννίνων, πράξη την οποία τελικά ενέκρινε και η Υψηλή Πύλη, δίνοντας του μάλιστα δικαιοδοσία και στη Στερεά Ελλάδα. Από τη θέση του διοικητή του σαντζακίου των Ιωαννίνων θέτει σταδιακά τις βάσεις για τη δημιουργία ενός σχεδόν αυτόνομου από την Πύλη κράτους, το οποίο περιλαμβάνει μεγάλο μέρος της Ελλάδας και της Αλβανίας. Παράλληλα, κατά την περίοδο της ηγεμονίας του, η πρωτεύουσά του τα Γιάννινα μετατρέπονται σε ένα σημαντικό πνευματικό, πολιτισμικό, πολιτικό και οικονομικό κέντρο. Στην προσπάθειά του να πετύχει τους σκοπούς του προσεταιρίζεται όλες τις θρησκευτικές και εθνικές ομάδες της επικράτειάς του. Ωστόσο δεν διστάζει να συντρίψει κάθε αντίπαλό του με δυναμικό τρόπο. Παράλληλα αναπτύσσει σχέσεις με ευρωπαϊκές δυνάμεις. 
Ως πασάς των Ιωαννίνων συμμετείχε στον Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1787 - 1792, η συμμετοχή του όμως διεκόπη διότι αναγκάστηκε να εκστρατεύει το 1790 και το 1792 κατά των επαναστατημένων Σουλιωτών χωρίς όμως αποτέλεσμα. Το 1796 κατέκτησε την Άρτα και το 1798 υπέταξε τη Χειμάρρα (Χιμάρα) και κατέλαβε τηνΠρέβεζα από τους Γάλλους, μετά την αιματηρή Mάχη της Νικόπολης. Μετά την Πρέβεζα κατέλαβε την Βόνιτσα και το 1803 υπέταξε το Σούλι και εξόρισε τους κατοίκους του. Μάλιστα, για αυτό του το επίτευγμα διορίστηκε από την Υψηλή Πύλη ως διοικητής της Ρούμελης και ο γιος του, Βελής, διοικητής της Θεσσαλίας και του Μοριά ενώ προσωρινά η δικαιοδοσία του επεκτάθηκε μέχρι την Θράκη. Μεταγενέστερες του επιτυχίες ήταν η κατάληψη του Αργυροκάστρου το 1812 και η αγορά της Πάργας από τους Άγγλους το 1819. Όντας ήδη σχετικά αυτόνομος από την κεντρική εξουσία, ο Αλής είδε το κράτος του να εκτείνεται στη μέγιστη του εξάπλωση από την Πελοπόννησο μέχρι την Μακεδονία.

Αλή Πασάς και Μέτσοβο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επικράτηση του Αλή Πασά, ως ανώτατου Οθωμανού διοικητή του Ηπειρωτικο-Θεσσαλικού χώρου, ανατρέπει τις ισορροπίες που είχαν επιτευχθεί έως τότε μεταξύ του Μετσόβου και του οθωμανικού κράτους. Το 1795 μισθώνει για λογαριασμό του τον μουκατά της Χώρας Μετσόβου. H ιστοριογραφία εκλαμβάνει αυτό το γεγονός ως το τέλος του προνομιακού καθεστώτος που απολάμβανε η περιοχή του Μετσόβου από τα μέσα του 17ουαιώνα. Ωστόσο, παρά τον αυθαίρετη επιβολή εισφορών και τον τερματισμό της εποπτείας της Χώρας Μετσόβου από Οθωμανούς αξιωματούχους της Κωνσταντινούπολης, αυτή η αλλαγή δεν συνιστά κατάργηση του φορολογικού και, κυρίως, του διοικητικού και γεωγραφικού πλαισίου που διείπε μέχρι τότε την περιοχή. Ακόμα και το 1802, επτά χρόνια αφότου ο μουκατάς του Μετσόβου περιήλθε στα χέρια του Αλή Πασά, ο σουλτάνος Σελήμ Γ΄ απευθύνει έγγραφο προς τον διοικητή του σαντζακιού Τρικάλων και τον ιεροδίκη της ίδιας πόλεως, με το οποίο τους καθιστά γνωστή την ανανέωση προηγουμένων φιρμανιών του Μετσόβου. Ως διοικητική πράξη επιβεβαιώνει ότι ο Αλή Πασάς δεν είχε μετατρέψει την Χώρα Μετσόβου σε προσωπικό του φέουδο, κάτι που είχε συμβεί με πολλούς οικισμούς της επικράτειάς του. Ωστόσο, παρά τον τυπικό σεβασμό που υποδεικνύει προς το προνομιακό καθεστώς του Μετσόβου, δεν παύει να το υπονομεύει σε όλες του τις πτυχές. Εκτός του ότι γίνεται ο αποκλειστικός νομέας της, επιβάλει στον πληθυσμό της μερικές δυσβάστακτες επιβαρύνσεις. Συγκεκριμένα, αυξάνει σημαντικά το ποσό του φόρου που πλήρωναν ως τότε και, επιπλέον, τους υποχρεώνει να διατηρούν στα ορεινά τους περάσματα αλβανική φρουρά διοριζόμενη από αυτόν. Επίσης, τα μεροκάματα των Μετσοβιτών μαστόρων (οικοδόμων και ξυλουργών) που απασχολεί στα οικοδομικά του έργα, καθώς και το κόστος της ξυλείας που χρησιμοποιείται για την κατασκευή τους, επιβαρύνει την κοινότητα του Μετσόβου. Αυτές οι εξελίξεις, παρά τις συγκρούσεις που δημιουργούν στην τοπική κοινωνία, δεν μεταβάλουν την εσωτερική δομή του καθεστώτος της Χώρας Μετσόβου. Ο φορολογικός της μηχανισμός εξακολουθεί να λειτουργεί με βάση τις μεθόδους που εφαρμόζονταν κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα.

Ρήξη με την Πύλη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1820, ύστερα από την αποκάλυψη ότι δυο Αλβανοί σταλμένοι από τον Αλή αποπειράθηκαν να δολοφονήσουν τον Πασόμπεη, ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β΄ ενοχλημένος από αυτό το γεγονός και θορυβημένος διότι ο Αλής ήταν εμπόδιο στο μεταρρυθμιστικό του πρόγραμμα και κίνδυνος για τη συνοχή της Αυτοκρατορίας του, διέταξε την απομάκρυνσή του από το Πασαλίκι των Ιωαννίνων με σκοπό να τον περιορίσει στο Τεπελένι. Ο Αλής προσπάθησε να εξευμενίσει τον σουλτάνο, ζήτησε τη μεσολάβηση της Ρωσίας και της Αγγλίας ενώ κατέδωσε ακόμα και τη Φιλική Εταιρεία, της οποίας την ύπαρξη γνώριζε από το 1819. Τελικά το 1820 η Πύλη τον κήρυξε ένοχο εσχάτης προδοσίας και τον κάλεσε να εμφανιστεί εντός 40 ημερών στην Κωνσταντινούπολη για να απολογηθεί. Εκείνος φυσικά αρνήθηκε, ερχόμενος σε σύγκρουση με τα στρατεύματα της Αυτοκρατορίας.

Πολιορκία των Ιωαννίνων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μαχμούτ Β΄ κινητοποίησε το καλοκαίρι του 1820 κατά του Αλή στράτευμα 80.000 ανδρών[iii] με αρχηγό στην αρχή τον Ισμαήλ Πασόμπεη και στη συνέχεια τον Χουρσίτ Πασά. Ο Αλής βρέθηκε σε δεινή θέση καθώς αντιμετώπισε σημαντική διαρροή οπλαρχηγών (ακόμη και οι γιοι του παραδόθηκαν παρά το γεγονός ότι τους είχε δώσει εντολή να αμυνθούν μέχρις εσχάτων) και στρατευμάτων,ενώ φάνηκε πως ο στρατός του δεν ήταν κατάλληλα προετοιμασμένος για σύγκρουση με τα σουλτανικά στρατεύματα. Η πολιορκία του κάστρου των Ιωαννίνων συνεχιζόταν λόγω της αντιγνωμίας που είχε ξεσπάσει μεταξύ των πολιορκητών (οφειλόταν στις δωροδοκίες των αξιωματικών από τον διαβόητο πασά ). Σημαντικό ρόλο έπαιξε και το γεγονός ότι ο Αλής πήρε με το μέρος του, τους άλλοτε ορκισμένους εχθρούς του, Σουλιώτες με την προϋπόθεση να τους άφηνε να επανεγκατασταθούν στο Σούλι. Αξιοσημείωτο είναι πως την 25η Αυγούστου, κατά τη διάρκεια της πολιορκίας δεν δίστασε να κάψει μέρος της πόλης για να έχει καλύτερο οπτικό πεδίο το πυροβολικό του. Η κατάσταση άλλαξε όταν ο Πασόμπεης αντικαταστάθηκε από τον Χουρσίτ, ο οποίος επανέφερε την τάξη στο στρατόπεδο των πολιορκητών, περιόρισε τις επιδρομές των Σουλιωτών και έσφιξε τον κλοιό γύρω από τον Αλή. Η έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης ανάγκασε τον Χουρσίτ να αρχίσει διαπραγματεύσεις κατά τις οποίες όμως κατέλαβε τα ισχυρά οχυρά του κάστρου περιορίζοντας τον Αλή στο παλάτι του, όπου είχε συγκεντρώσει τους θησαυρούς του αλλά και πολλά βαρέλια πυρίτιδας απειλώντας να δώσει εντολή για ανατίναξη αν γινόταν έφοδος, πράγμα που δεν ευχαριστούσε τον Χουρσίτ που εποφθαλμιούσε την περιουσία του εχθρού του. Κατά τα τέλη του Νοεμβρίου του 1821 ολόκληρη σχεδόν η φρουρά του κάστρου είχε αυτομολήσει στον Χουρσίτ, αφήνοντας στον Αλή μόνο 500 άνδρες, από τους οποίους σε λίγο οι 430 προσχώρησαν στους Τούρκους. Η αποσχιστική δράση του Αλή Πασά αποτελεί ένα από τα κορυφαία παραδείγματα της θεσμικής διαφθοράς και των διασπαστικών τάσεων που επικρατούν εκείνη την περίοδο στην Οθωμανική αυτοκρατορία.

Ο θάνατος του Αλή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Ιανουάριο του 1822 έπειτα από σκληρές διαπραγματεύσεις ο Αλής δέχτηκε να παραδοθεί με τον όρο να του δινόταν αμνηστία και κατέφυγε στο μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονα που βρίσκεται στο νησί τηςλίμνης των Ιωαννίνων. Εκεί, στις 24 του ίδιου μήνα σκοτώθηκε μετά από σύντομη συμπλοκή, από τον απεσταλμένο του Χουρσίτ, Κιοσέ Μεχμέτ (κατά άλλους ήταν ο Αλή Χασάν), που είχε έρθει δήθεν με το χαρτί της αμνηστίας. Το πτώμα του αποκεφαλίστηκε και το κεφάλι του στάλθηκε ταριχευμένο από τον Χουρσίτ στην Κωνσταντινούπολη, όπου αργότερα θάφτηκε σε μια περιοχή έξω από τα τείχη της πόλης[iv]. Το ακέφαλο σώμα του ενταφιάστηκε στον οικογενειακό τάφο του σεραγιού, στο Ιτς Καλέ, κοντά στο Φετιγιέ Τζαμί. Ο τάφος αυτός (που περιβαλλόταν ως το 1944 με ωραίο ψηλό κιγκλίδωμα το οποίο αφαιρέθηκε κατά τη διάρκεια της Κατοχής για να αντικατασταθεί τα τελευταία χρόνια από καινούργιο) φαίνεται πως ήταν τόπος προσκηνύματος[v] για τους, Αλβανούς κυρίως, Μουσουλμάνους της Ηπείρου και της Αλβανίας ακόμα και κατά τα τέλη του19ου αιώνα. Κατά άλλες πηγές πάντως τον Αλή Πασά τον σκότωσαν Έλληνες, που μπήκαν στο σπίτι του και τον πυροβόλησαν από το κάτω πάτωμα μέσα στον οντά του. Στο σπίτι του, που σήμερα είναι μουσείο-αξιοθέατο της πόλης των Ιωαννίνων, υπάρχουν ακόμα και οι τρύπες από τις σφαίρες που διαπέρασαν το πάτωμα και σκότωσαν τον Αλή Πασά.

Ο Αλή Πασάς ως προσωπικότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πολιτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αλή Πασάς, στη λίμνη του Βουθρωτού, Απρίλιος 1819. Λεπτομέρεια από λιθογραφία του Λουί Ντουπρέ, (Louis Dupré) 1825
Ο Αλής κυβέρνησε επιβάλλοντας σκληρή πειθαρχία και εξολοθρεύοντας ανελέητα τους εχθρούς του και γενικά όποιον αμφισβητούσε την εξουσία του (Σουλιώτες, Γαρδικιώτες, Κατσαντώνης, Βλαχάβας, πασάδες Δελβίνου και Δίβρας). Κατά τα πρώτα χρόνια της κυριαρχίας του κατασκεύασε δρόμους, λιμάνια, γέφυρες, υδραγωγεία, ίδρυσε σχολεία, είχε σε μεγάλη εκτίμηση τους επιστήμονες και παγίωσε την ασφάλεια στην επικράτειά του μέσω της εξάλειψης της ληστείας, ενώ ιδιαίτερα στην πρωτεύουσά του, τα Γιάννενα ενισχύθηκε η βιοτεχνία, αναπτύχθηκαν το εμπόριο, οι τέχνες και τα γράμματα. Επίσης ήταν ανεκτικός έναντι τωνΧριστιανών και στην επικράτειά του υπήρχε σχετική ανεξιθρησκεία, σε βαθμό που να χτίζει στο παλάτι του εκκλησίες για τους Χριστιανούς συμβούλους του και τις Χριστιανές του χαρεμιού του.
Ο Αλής είχε ζητήσει από τον αυστριακό Μέτερνιχ, σχέδιο συντάγματος. Επίσης είχε κατά καιρούς συμμαχήσει καιροσκοπικά με τους Γάλλους, δηλώνοντας μάλιστα και θαυμαστής του Ναπολέοντα (αυτό δεν τον εμπόδισε να καταλάβει το 1798 τη γαλλοκρατούμενη Πρέβεζα και να κατακρεουργήσει τους Γάλλους αιχμαλώτους), είχε καλές σχέσεις με την Αγγλία, ιδίως μετά την αγορά της Πάργας το 1819, ενώ προσπαθούσε να δημιουργήσει καλό όνομα στη Δύση, υποδεχόμενος στο παλάτι του κάθε Ευρωπαίο περιηγητή που περνούσε από την επικράτειά του.
Αυτή η εικόνα, που διαδίδεται και από ξένους χρονικογράφους, οδήγησε κάποιους μεταγενέστερους συγγραφείς στην κατασκευή ενός μύθου περί "πεφωτισμένης δεσποτείας" ή ενός "οριενταλικού" Βοναπάρτη της Ηπείρου. Από σύγχρονες μελέτες αυτή η εικόνα κρίνεται εσφαλμένη και αναχρονιστική, η οποία μάλιστα συσκοτίζει τη φύση του ανταγωνισμού μεταξύ Αλή και Σουλιωτών. Ο Αλής, αρχικά ένας Τουρκαλβανός ληστής, θεωρείται ότι δεν διέθετε τις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτισμικές προϋποθέσεις για τη συγκρότηση μιας "φωτισμένης δεσποτείας" στην Ήπειρο. Αντίθετα με ανάλογους άλλους ηγέτες που εμφανίστηκαν τότε μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (όπως ο Μωχάμετ Άλι στην Αίγυπτο ή ο Καραοσμάνογλου στη Σμύρνη) δεν ελάφρυνε τα βάρη των αγροτών, τουναντίον μάλιστα αύξησε υπέρμετρα τη φορολογία, και συνέτριψε τους τοπικούς φεουδάρχες μόνο για να υφαρπάξει τις ιδιοκτησίες τους. Στα ύστερα χρόνια της δεσποτείας του ο υπερβολικός συγκεντρωτισμός, η γενικευμένη τρομοκρατία και η φρενήρης αναζήτηση προσωπικού πλουτισμού απέβη εις βάρος της οικονομικής δραστηριότητας. Κατά τα τελευταία χρόνια της εποχής του οι φόροι αυξάνονταν κατά 25% έως 30% το χρόνο με αποτέλεσμα την φυγή των περίφημων συντεχνιών της Ηπείρου προς το εξωτερικό και τον στραγγαλισμό της παραγωγής και του εμπορίου. Στον φόρο που όριζε το Οθωμανικό κράτος (χαράτσι) αυτός επέβαλε επί πλέον φόρο και μάλιστα σχεδόν ισόποσο, που παρακρατούσε για τον εαυτό του. Στην γεωργία δεν επιτέλεσε κανένα ουσιαστικό έργο γεωπονικού χαρακτήρα και καμία βελτίωση των καλλιεργητικών συνθηκών στα πολυάριθμα τσιφλίκια του. Τα έσοδά του προέρχονταν κυρίως από τη φορολογία, βασικώς στην οθωμανική μορφή της, και όχι από βελτίωση της παραγωγής.[1][2].
Η φαινομενική ανεξιθρησκεία στην Αυλή του δεν τον εμπόδιζε να τιμωρεί με θάνατο τους Χριστιανούς και τις Μουσουλμάνες που διατηρούσαν ερωτικούς δεσμούς μεταξύ τους. Την ίδια μέθοδο χρησιμοποιούσε και για τις Χριστιανές μοιχαλίδες (με αυτή την πρόφαση έπνιξε στη λίμνη των Ιωαννίνων και την ερωμένη του γιου του, Μουχτάρ, την περίφημη Κυρά Φροσύνη, η οποία αρνήθηκε τον έρωτά του).
Όσοι απευθύνονταν σε αυτόν για διάφορα ζητήματα, αντιμετωπίζονταν με δικαιοσύνη και συνήθως βρίσκονταν συμβιβαστικές λύσεις. Όσον αφορά θέματα ανακρίσεων ή τιμωρίας, ο Αλή συνήθιζε να υποβάλλει τους ύποπτους ή ένοχους σε φρικτά μαρτύρια.

Διπλωματία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι διπλωματικές και διοικητικές του ικανότητες, το ενδιαφέρον του για νεωτερικές αντιλήψεις, η λαϊκή του θρησκευτικότητα, η θρησκευτική του ουδετερότητα, η πάταξη της ληστοκρατίας, η σκληρότητα και εκδικητικότητα που επιδεικνύει κατά την επιβολή της τάξης και η λεηλατική του συμπεριφορά απέναντι σε πρόσωπα και κοινότητες, προκειμένου να αυξήσει τις προσόδους του, προκαλούν τον θαυμασμό και συνάμα τις επικρίσεις των συγχρόνων του, ενώ διχάζουν ακόμη την ιστοριογραφία αναφορικά με την προσωπικότητά του.

Χαρακτήρας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ως χαρακτήρας ο Αλή ήταν αντιφατικός: συνδύαζε αρετές όπως οι ηγετικές ικανότητες, η κοινωνική δικαιοσύνη (με τα δεδομένα της εποχής), η ευστροφία, η πολιτική διάνοια και η θρησκευτική ανεκτικότητα με ελαττώματα όπως η φιλαργυρία και η βαναυσότητα. Αν και αγράμματος ευνοούσε την ανάπτυξη των γραμμάτων, ήθελε να οργανώσει το κράτος του στα πρότυπα των αντίστοιχων της Ευρώπης και μπορούσε να ελίσσεται πολιτικά με επιτυχία, ακόμη και με τη Δύση όντας μεγάλος διπλωμάτης αλλά και δολοπλόκος. Παρόλο που ήταν επίορκος και είχε εξοντώσει αρκετούς πρώην συμμάχους του (από τον πεθερό του μέχρι τους πρώην συντρόφους του ληστές) δεν δίσταζε να παίρνει υπό την προστασία του γόνους άλλων παλιών του φίλων (όπως π.χ. ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, γιος του παλιού γνωστού του Αλή, Ανδρέα Βερούση). Ακόμα και στα βαθιά του γεράματα, διατήρησε πάνω από 100 παλλακίδες, ωστόσο έτρεφε αληθινά αισθήματα προς την προστατευόμενη και μετέπειτα τελευταία του σύζυγο, Βασιλική Κονταξή, η οποία όμως δεν ξέχασε ποτέ την εθνική της καταγωγή και το γεγονός πως την άρπαξε και την έκανε γυναίκα του σε ηλικία 12 ετών. Παρά το γεγονός ότι ήταν άθρησκος (ο ίδιος δήλωνε Μπεκτάσης ή Ιακωβίνος.[vi] ) ήταν ταυτόχρονα και δεισιδαίμονας με αποτέλεσμα να δέχεται αδιαμαρτύρητα τους προπηλακισμούς και τον ελέγχο των δερβίσηδων για την άστατη ζωή του, ενώ προσκύνησε με ευλάβεια το λείψανο του Κοσμά του Αιτωλού όταν αυτό μεταφέρθηκε κάποτε στα Ιωάννινα.

Σχέσεις με τον ελληνικό πληθυσμό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

O Αλής έδειξε σχετική εύνοια και ανοχή προς το ελληνικό στοιχείο, σε σημείο που η επικράτειά του να είναι το μοναδικό μέρος όπου οι Έλληνες ήταν σχεδόν ισότιμοι με τους Οθωμανούς. Βέβαια ήταν αμείλικτος με όσους αμφισβητούσαν την εξουσία του. Έτσι καταδίωξε τους Κλέφτες και τους Αρματολούς, πολλούς από τους οποίους εξόντωσε (Κατσαντώνης, Βλαχάβας, Κώστας Λεπενιώτης, Λαζαίοι) και άλλους κυνήγησε (Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Ζαχαριάς κ.α.). Επίσης διώχτηκαν οι ανυπότακτοι Σουλιώτες, οι Χειμαριώτες (Χιμάρα αρχ. Χιμέρα) καθώς και οι Παργινοί. Άλλη μια πόλη που υπέφερε από τον Αλή Πασά, χωρίς όμως να τον προκαλέσει προηγουμένως ήταν η Πρέβεζα, της οποίας οι κάτοικοι ήταν στο έλεος των ευνοούμενων του.[vii]
Από την άλλη πλευρά, στη φρουρά του Αλή και στη στρατιωτική σχολή που ο ίδιος ίδρυσε εκπαιδεύτηκαν κάποιοι από τους σημαντικότερους πολεμιστές της Επανάστασης του 1821. Μερικοί από αυτούς ήταν οΑνδρούτσος, ο Αθανάσιος Διάκος, ο Μάρκος Μπότσαρης, ο Γρίβας, ο Λάμπρος Βέικος, ο Πανουργιάς, ο Γεώργιος Bαρνακιώτης. Επίσης άλλοι σπούδασαν στις περίφημες σχολές των Ιωαννίνων με την βοήθειά του (Σαλώνων Ησαΐας). Είναι άξιο αναφοράς ότι στο παλάτι του Αλή Πασά είχαν συγκεντρωθεί αρκετοί Έλληνες λόγιοι και επιστήμονες όπως ο προσωπικός του γιατρός Γ. Σακελλάριος, ο Ιωάννης Κωλέττης, ο δάσκαλος Καλογεράς, ο Αθανάσιος Ψαλίδας, ο Μπαλάνος Βασιλόπουλος, ο Ιωάννης Βηλαράς κ.α. ενώ τα Ελληνικά ήταν η επίσημη γλώσσα της αυλής του.[viii]. Έλληνες ήταν και οι διαχειριστές της περιουσίας και των οικονομικών του κράτους του (Μάνθος Οικονόμου, Αλέξιος Νούτσος, Ιωάννης Σταύρου, Αθανάσιος Λιδωρίκης). Άλλος Έλληνας που λάμβανε τον πλήρη σεβασμό του Αλή Πασά ήταν ο Κοσμάς ο Αιτωλός ενώ τα δυο άτομα που βρίσκονταν στο πλευρό του πασά στις τελευταίες του στιγμές ήταν ο Θανάσης Βάγιας, που ήταν το δεξί του χέρι καθώς και η τελευταία του σύζυγος Κυρά Βασιλική.