Αναγνώστες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2019

«Διασκεδάζουμε όλοι στην κηδεία»


«Διασκεδάζουμε όλοι στην κηδεία»



Ανερμήνευτη, σωστό αίνιγμα, η παθητικότητά μας των σημερινών Ελληνώνυμων για όσα συμβαίνουν στη χώρα μας, στο (ακόμα ή περίπου) κοινό μας σπίτι. Θυμίζω:Επίσημη «Ανεξάρτητη Αρχή» ανακοινώνει ότι «μεγάλη μερίδα» παιδιών (δεν λέει αριθμό ούτε ποσοστό) τελειώνουν το Δημοτικό Σχολείο και το Γυμνάσιο (εννέα χρόνια υποχρεωτικής εκπαίδευσης) χωρίς να έχουν μάθει ανάγνωση και γραφή – είναι παιδιά «λειτουργικώς αναλφάβητα». Εχουν προαχθεί από τάξη σε τάξη και από τη «στοιχειώδη» στη «μέση εκπαίδευση» χωρίς να μπορούν, τα δύστυχα, ούτε να διαβάζουν, ούτε να γράφουν. Η είδηση δημοσιεύεται πρωτοσέλιδη («Κ» 13.9.2019), αλλά αντίδραση καμιά – «δεν κουνιέται φύλλο». Κανένας σχολιασμός από τους πολιτικά υπεύθυνους για την εκπαίδευση, απόλυτη σιγή και αδιαφορία από τα πανεπιστήμια, άφωνοι οι λαλίστατοι συνδικαλιστές. Θέμα ζωής ή θανάτου για την ελληνική κοινωνία, και τα αντανακλαστικά μας νεκρωμένα.


Δεύτερο σύμπτωμα παθητικότητας που βεβαιώνει ανενεργά τα αισθητήρια, νεκρωμένο το ένστικτο αυτοσυντήρησης: η αγλωσσία, ο πρωτογονισμός της εκφραστικής. Στα δυσαρίθμητα τηλεοπτικά κανάλια και ραδιόφωνα η ελληνική γλώσσα κατακρεουργείται ατιμωτικά, βιάζεται, εξαθλιώνεται, και κανένας ποτέ δεν επεμβαίνει. Δεν υπάρχει έλεγχος, ούτε καν δειγματοληπτικός για εκφοβισμό – η γλώσσα υποβαθμίζεται αδιάντροπα από πρωθυπουργούς και κορυφαίους των θεσμών, ο πρωτογονισμός διαχέεται σαν αυτονόητος ως την έσχατη πτυχή του δημόσιου βίου. Η αγραμματοσύνη περιθωριοποιεί τη διαχρονική γλωσσική περιουσία αιώνων, εκχυδαΐζει τον δημόσιο βίο.
Τρίτο, παμμέγιστο σκάνδαλο συλλογικής παθητικότητας, σύμπτωμα επιθανάτιας νάρκης: Η αφελέστατη, βοσκηματώδης ανοχή ή η εμφανέστατα εξαγορασμένη συνέργεια στην προγραμματική αλλοίωση των δημογραφικών δεδομένων του ελλαδικού πληθυσμού. Ολοι οι Ελληνώνυμοι, κάποια χρόνια τώρα, κάθε μέρα, βλέπουμε και ακούμε στα Δελτία Ειδήσεων το σταθερό θέαμα και δράμα χιλιάδων, πολλών εκατοντάδων χιλιάδων, αρχικά κατατρεγμένων και τώρα πια κυρίως βουλιμικών ανθρώπων, λιμασμένων για τον ηδονικό «πολιτισμό» της «ελευθερίας των Αγορών» να φτάνουν παράνομα στις ακτές μας.
Ευαίσθητος ο Ελληνας συγκινήθηκε με τους πρώτους πρόσφυγες, τους φυγάδες από τον αγοραίων σκοπιμοτήτων πόλεμο, το ρήμαγμα της ζωής και τη σφαγή. Εμπειροι της προσφυγιάς και του διωγμού, βγήκαμε στους δρόμους να μοιραστούμε την μπουκιά μας με αλλόγλωσσους και αλλόπιστους φυγάδες από τη συμφορά. Σύντομα όμως στους φυγάδες προστέθηκαν τα σμήνη των λαθραίων, που η Τουρκία τους κρατάει ενέχυρο εκβιασμών, ντοπαρισμένους από τη λιγούρα για το πέρασμα στον «παράδεισο» του Βίζεγκραντ.
Ωσάν να μη βλέπουμε πια οι Ελληνες, να μην αντιλαμβανόμαστε το παιχνίδι που παίζεται. Ποιοι τώρα καταφθάνουν, κατά χιλιάδες, με τη μεσολάβηση χρυσοπληρωμένων δουλεμπόρων, στις ακτές των ελληνικών νησιών. Τους υποδέχονται έμμισθοι υπάλληλοι του ελλαδικού κράτους και μισθοφόροι ατζέντηδες «μη κυβερνητικών οργανώσεων», δηλαδή ιδιώτες που επίσημα, δίχως προσχήματα, πρακτορεύουν συμφέροντα: τουρκικών υπηρεσιών ή του οργανωμένου δουλεμπορίου.
Οταν στα ελληνικά (ακόμα) νησιά ο αριθμός των εισβολέων ξεπερνάει για κάποιο διάστημα τον αριθμό των μόνιμων κατοίκων, τότε ναυλώνονται πλοία «της γραμμής» (με χρήματα του λεηλατημένου από τη φορολόγηση πολίτη) για να μεταφερθούν οι εισβολείς στην «ενδοχώρα». Με ταχύτητα απίστευτη ετοιμάζονται οικισμοί, που παρόμοιους δεν γνώρισε ποτέ η εμπειρία Ελλήνων σεισμοπαθών, πυροπαθών, πλημμυροπαθών. Και η πελώρια απορία είναι, γιατί; Γιατί τόση εξευτελιστική χαμέρπεια σε αυτό το κράτος, όποια κι αν είναι η κυβέρνηση, όποιος κι αν εισπράττει τη χαμέρπεια. Ποιος λογαριάζεται αφεντικό και τον υπακούνε τυφλά τόσο η «πρώτη φορά Αριστερά» όσο και η «προοδευτική» στον μηδενισμό της Δεξιά;
Ανεξήγητος εφησυχασμός συνοδεύει και την κατεστημένη πια αβελτηρία, ενδημική και αυτονόητη συνολικά στους «προοδευτικούς» κύκλους. Αβελτηρία σημαίνει: νωθρότητα, οκνηρία της σκέψης, μωρία, ηλιθιότητα. Γεννάει την αβελτηρία ο δογματισμός, και δογματισμός είναι το ηδονικό αφιόνι για την ανεπάγγελτη, δίχως ελπίδα ή προοπτικές νεολαία. Με το αφιόνι του δογματισμού της όποιας μπαγιάτικης ιστορικο-υλιστικής κονσέρβας, Αριστερής τάχα ή τάχα «προοδευτικής» Δεξιάς, κάποια νεολαία βαυκαλίζεται ότι έχει «πεποιθήσεις». Λογαριάζει την ψυχολογική εγκύστωση στο Τίποτα σαν προνομία συστράτευσης στις «προοδευτικές δυνάμεις».
Πατρίδα, Ιστορία, κοινωνία - κοινότητα, σημαία, Γιορτή, κοινό όραμα, όλα αυτά, τα «ανοιχτά μυαλά» οφείλουν να τα χλευάζουν. Ακόμα και η αναισχυντία δικαιώνεται από την «προοδευτική» διαμαρτυρία. Τα κορίτσια της Νέας Φιλαδέλφειας καμάρωναν σαν άδειες ψυχές, μόνο για να χλευάσουν το συμβατικό Τίποτα της εθνικής γιορτής, το Τίποτα που παρελαύνει σαρκώνοντας το κενό και την άγνοια. Ενας δάσκαλος παλιός (που θα πει: πολύ ατίθασος στον συμβιβασμό) μπροστά στην «προοδευτική» αναισχυντία που βεβήλωνε τη γιορτή της πατρίδας, απλώς, με ευγένεια και σεβασμό, θα έβγαζε σιωπηρά το καπέλο του. Οπως όταν περνάει από μπροστά μας ένα φέρετρο, σε κηδεία.
Το παιχνίδι έχει τελειώσει, είναι οριστικά χαμένο. Η Ιστορία θα διασώσει, ίσως, κάποια εικόνα της νεκροπομπής. Σηκώνουν το φέρετρο οι αυτουργοί της εκφερόμενης νέκρας, οι πρόσφατοι: Κεραμέως, Γαβρόγλου, Αρβανιτόπουλος, Βερυβάκης. Πλαισιώνουν, όλοι όσοι ασέλγησαν στο σημερινό πτώμα, συνειδητοί «προοδευτικοί» ή τυχάρπαστες μετριότητες.
Είκοσι οχτώ υπουργοί Παιδείας, σε σαράντα τέσσερα χρόνια. Ετοίμασαν την ασχημοσύνη των κοριτσιών της Νέας Φιλαδέλφειας.

Δευτέρα 18 Ιουνίου 2018

Υποψήφιοι για διαμελισμό

Υ​​πάρχουν δύο παράγοντες (ή συντελεστές ή δεδομένα) του οργανωμένου (δημόσιου) βίου, με καίρια σημασία για την ύπαρξη και λειτουργία του, που είναι αδύνατο να αντικειμενοποιηθούν ως μετρητά μεγέθη και να αξιολογηθούν. Επομένως, είναι και αδύνατο να «βελτιωθούν» με άμεσες (νομοθετικές - διοικητικές) παρεμβάσεις. Πρόκειται για ό,τι ενδεικτικά ονομάζουμε «κοινωνικό κλίμα» και «ανθρώπινη ποιότητα».
Ονομάζουμε «κοινωνικό κλίμα» κάποια κατεστημένα αυτονόητα, βεβαιότητες που κανένας δεν διανοείται να τις αμφισβητήσει ή ελέγξει. Δεν πρόκειται για επεξεργασμένες «θέσεις» ή «αρχές», ιδεολογικές παραδοχές, επιλεγμένες πεποιθήσεις, όχι. Πρόκειται για βεβαιότητες που «μεταγγίζονται» αυτοματικά, σαν «κοινοί τόποι». Ολοι τις χρησιμοποιούν θεωρώντας δεδομένο ότι όλοι τις παραδέχονται. Ετσι, τα κατεστημένα αυτονόητα λειτουργούν στη συλλογικότητα σαν τρόπος αντίληψης της πραγματικότητας, σαν νοο-τροπία (τρόπος του νοείν, τρόπος κατανόησης του υπαρκτού και πραγματικού).
Για παράδειγμα, στην Ελλάδα σήμερα, μια κατεστημένη, αυτονόητη βεβαιότητα, παγιωμένη ως «κλίμα κοινωνικό» και κυριαρχική νοο-τροπία, είναι η χρηστική εκδοχή της παιδείας: Είναι «εφόδιο» για το παιδί η σχολική εκπαίδευση, όπλο - εργαλείο - προϋπόθεση για τον βιοπορισμό του - υφίσταται την «ταλαιπωρία» του σχολείου, προκειμένου «να πάρει ένα χαρτί», να βγάζει το ψωμί του.
Η ωφελιμότητα είναι το αυτονόητο κίνητρο και ο αυτονόητος στόχος σε ολόκληρη την εκπαιδευτική διαδρομή, από το νηπιαγωγείο ώς το διδακτορικό. Αδιανόητο το ενδεχόμενο η παιδεία να είναι πρωτίστως χαρά και όχι πρωτίστως υποχρέωση – η χαρά της εισόδου στην κοινωνία των σχέσεων, στη δημιουργική «μετοχή», στην έκπληξη του συνεχώς καινούργιου. Εχει χαθεί από το οπτικό μας πεδίο το σχολειό ταυτισμένο αυτονόητα με γνώση που συναρπάζει, ανοίγει ορίζοντες, οικοδομεί την προσωπικότητα, ετοιμάζει υπεύθυνους πολίτες. Γι’ αυτό και κατεστημένος αυτονόητα ο εκτρωματικός πρωτογονισμός του «φροντιστηρίου»: Το σχολειό δευτερεύον ή και περιττό, η γνώση απροκάλυπτα εμπορευματοποιημένη, «πακετάρεται» στα φροντιστήρια, για να αποτιμηθεί η χρηστικότητά της στην αγορά.
Αλλο κατεστημένο, παγιωμένο στη σημερινή Ελλάδα αυτονόητο: η δημοσιοϋπαλληλία ως παρασιτισμός. Θεσμός ισόβιας εξασφάλισης κάποιων (τυχαία ή εξαγορασμένα) προνομιούχων, όχι θεσμός υπουργίας των κοινών αναγκών. Μισθός εγγυημένος από το κράτος, σίγουρος μήνας μπαίνει - μήνας βγαίνει, χωρίς κρίση - αξιολόγηση της προσφοράς, των ικανοτήτων, της κατάρτισης, με ατιμώρητη την κατάχρηση, την αυθαιρεσία, τη ραστώνη. Ο «δημόσιος υπάλληλος» δεν είναι, δεν διανοείται ότι θα μπορούσε να είναι λειτουργός της κοινωνίας των αναγκών. Δεν προτίμησε την κοινωνική προσφορά αντί για κάποιο κερδοφόρο επάγγελμα, δεν απαρνήθηκε συνειδητά το ρίσκο της δημιουργικής πρωτοβουλίας, τον συναρπαστικό ανταγωνισμό, για χάρη κοινωνικού υπουργήματος. Αυτονόητα η δημοσιοϋπαλληλία στην Ελλάδα συνδέεται στην κοινή συνείδηση με το εξαθλιωτικό της ανθρώπινης εντιμότητας «ρουσφέτι»: Πουλάς την ψήφο σου στον υπόκοσμο των κομματανθρώπων εξαγοράζοντας το ισόβιο τέλμα.
Τρίτο παραδειγματικό αυτονόητο στην κατεστημένη ντροπή του ελλαδισμού, η κοινή βεβαιότητα ότι «πολιτισμός είναι η Ευρώπη» και «πρόοδος» η μίμηση της Ευρώπης. Εκτιμάμε και θαυμάζουμε όχι τα πραγματικά επιτεύγματα των ευρωπαϊκών κοινωνιών, όχι την κατά κεφαλήν καλλιέργεια, τους θεσμούς λειτουργίας της συλλογικότητας, όχι τη νοο-τροπία και τους παράγοντες που τη διαμόρφωσαν μέσα στους αιώνες, αλλά το εντυπωσιακό αποτέλεσμα της ορθολογικής συμπεριφοράς, της πειθάρχησης στον Νόμο, της παραγωγικής γονιμότητας – τελικά την ευμάρεια. Αυτό μας γυαλίζει.
Η στάση μας των Ελλαδιτών απέναντι στους «Ευρωπαίους» δεν συνιστά ετοιμότητα δημιουργικής πρόληψης προτύπων και στοχεύσεων, αλλά μόνο παθητική μίμηση, επαρχιώτικη μειονεξία, συμπλεγματική ξιπασιά. Δεν ήταν ποτέ «γκέτο» ο Ελληνισμός, από την αρχαιότατη εποχή ώς την «πτώση» του στον ζυγό των Τούρκων, συνεχώς προσλάμβανε από παντού και αφομοίωνε τα προσλήμματα στις δικές του ανάγκες. Η θανατερή παρακμή αρχίζει, όταν προσλαμβάνοντας υποτάσσεται στο πρόσλημμα, δεν αφομοιώνει, μιμείται, πιθηκίζει.
Νομοτελειακά η μίμηση γεννάει σύμπλεγμα κατωτερότητας, επαρχιωτίλα, γελοιότητα. Σε οποιοδήποτε δάνειο, μίμηση λαμπρού επιτεύγματος της «Ευρώπης», προσθέστε τον προσδιορισμό «νεοελληνικό», και αμέσως το γέλιο είναι αυθόρμητο: Κοινοβουλευτισμός νεοελληνικός, σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων νεοελληνικό, φορολογικοί θεσμοί νεοελληνικοί, ελεύθερη πληροφόρηση, αδέσμευτη ψήφος, δημόσια τάξη και πάει λέγοντας.
Το κορύφωμα της τραγωδίας είναι ότι η μίμηση, η αξιωματική βεβαιότητα ότι «ανήκομεν εις την Δύσιν» παθητικά, χωρίς ενεργό δημιουργική ετερότητα, μας απωθεί στο περιθώριο της Ιστορίας. Οταν δεν έχουμε τίποτε δικό μας να κομίσουμε στον εταιρισμό των λαών της Ευρώπης, όταν μόνο ζητιανεύουμε και εξευτελιστικά επιτροπευόμαστε από τους «εταίρους» μας, είμαστε κιόλας εκτός Ιστορίας. Υποψήφιοι για διαμελισμό.
http://www.yannaras.gr/upopsifioi-gia-diamelismo/

Δευτέρα 11 Ιουνίου 2018

Ολοκληρωτισμός new style



Σάββατο 20 Ιανουαρίου 2018

«Kαι όμως κινείται...»



​​Προσπαθώ να φανταστώ την εικόνα: όψεις, χειρονομίες, συμπεριφορές των «αρχόντων» (διακεκριμένων αφεντάδων της γνώσης, της εξουσίας, του πλούτου), όταν ο Galileo Galilei επιχειρούσε να τους πείσει ότι «η γη κινείται». Μια τέτοια δοξασία ανέτρεπε τις βεβαιότητες των αισθητών τους πιστοποιήσεων, τη λογική τους. Αλλαζε την κατεστημένη εικόνα της πραγματικότητας, τη δεδομένη «τάξη πραγμάτων», τάξη που θεμελίωνε όχι απλώς απόψεις, αλλά τρόπο συλλογικό σκέψης και βίου.

Ο Γαλιλαίος ήξερε ότι δεν υπερασπίζει αυθαίρετα δόγματα, εξουσιαστικές απαιτήσεις «αλαθήτου», πεποιθήσεις που θωρακίζουν την εγωτική του κατασφάλιση. Φώτιζε (μαρτυρούσε, κατάδειχνε) τη δεδομένη στη φυσική πραγματικότητα αλήθεια, που δεν κινδυνεύει να εξαλειφθεί αν την αρνηθούν ακόμα και οι υπερασπιστές της (πτοημένοι από το μένος της φανατισμένης αδαημοσύνης). Υπέγραψε λοιπόν ο Γαλιλαίος την αποκήρυξη της «πλάνης» του. Και φεύγοντας, λέει η «παράδοση», σιγοψιθύριζε την αταλάντευτη βεβαιότητά του για τη γη: «Και όμως κινείται»!

Σκέφτομαι, Χριστούγεννα σήμερα, το ανάλογο σκηνικό στους δικούς μας καιρούς, με αντεστραμμένους πια, ριζικά, τους όρους: Η επιθετική απαίτηση εξουσιαστικής επιβολής δεν φοράει τώρα τη λεοντή της μεταφυσικής αυθεντίας, έχει επενδυθεί στην ακαταμάχητη σαγήνη και αποτελεσματικότητα του Ιστορικού Υλισμού. Είναι η Οικονομία σήμερα ο φορέας του «αλαθήτου», μέτρο αποτίμησης της οποιασδήποτε ορθότητας (αλήθειας και αξίας), απόλυτος εξουσιαστής της ύπαρξης και του βίου των ανθρώπων σε παγκόσμια κλίμακα. Ερώτημα για το «νόημα» (την αιτία και τον σκοπό) του υπάρχειν είναι στην πράξη αδύνατο να τεθεί, θέση «νοήματος» επέχει μόνο η χρηστικότητα, η παραγωγική αποτελεσματικότητα. Ο Γαλιλαίος θα συνυπέγραφε και πάλι την κυρίαρχη εξουσιαστική ψευδαίσθηση, αλλά θα μονολογούσε αποχωρώντας: «Και όμως ο Θεός ενανθρώπησε, είναι γεγονός τα Χριστούγεννα».

Η Γιορτή των Χριστουγέννων δεν θεσμοθετήθηκε από κάποιο υπουργείο Εμπορίου ή Εργασίας – μια πάγκοινη γιορτή μόνο γεννιέται, και μόνο η χαρά γεννάει γιορτή. Αν ο Θεός είναι ελεύθερος και από τη θεότητά του, αν το βρέφος στη φάτνη της Βηθλεέμ είναι η αναίτια αιτία του υπάρχειν, τότε η ύπαρξη που ιδρύει αυτός ο ελεύθερος από κάθε προκαθορισμό θεότητας Θεός είναι η ανθρώπινη, προικισμένη με την ελευθερία του Αναίτιου. Με ποια γλώσσα, ποια «σημαίνοντα» (σήμερα θα λέγαμε: με ποια «μαθηματικά») μπορεί να σημανθεί η ύπαρξη ως ελευθερία, όχι βουλητική (επιλογών) αλλά υπαρκτική (τρόπου της ύπαρξης) ελευθερία; Και έχουμε δεδομένη στη γλώσσα μας τη λέξη γι’ αυτόν τον τρόπο: είναι η αγάπη – όχι σαν ποιότητα συμπεριφοράς, αλλά ως τρόπος της ύπαρξης: Να υπάρχεις, επειδή ελεύθερα θέλεις να υπάρχεις, και να θέλεις να υπάρχεις, επειδή αγαπάς.

Η γλώσσα των Χριστουγέννων, με πλήρη επίγνωση της σχετικότητας και ανεπάρκειας των σημαινόντων, λέει: Ο πάντων Αίτιος υπάρχει, όχι επειδή είναι «Θεός» (υποχρεωμένος από τις προδιαγραφές της ουσίας ή φύσης του να είναι αυτό που είναι), αλλά επειδή είναι ο «Πατήρ»: Αυτός που «υποστασιάζει» (κάνει υποστάσεις, υπαρκτική πραγματικότητα) το υπάρχειν «γεννώντας» τον «Υιό» και «εκπορεύοντας» το «Πνεύμα». Υπάρχει η Αναίτια Αιτία, επειδή ελεύθερα «γεννά» και «εκπορεύει», ελεύθερα (αγαπητικά) «γεννάται» και «εκπορεύεται».

Στη γλώσσα των Χριστουγέννων, επίσης, ένα κορίτσι της Ναζαρέτ, ανθρωπινότατο, γεννάει ελευθερώνοντας τη φύση από την αναγκαιότητα της σποράς, μεταποιεί σε ελευθερία σχέσης την κύηση. Αυτή και ο προστάτης της Ιωσήφ και ο σταύλος της Βηθλεέμ και οι αγραυλούντες ποιμένες, όλα, είναι μια γλώσσα για να ειπωθεί η Γιορτή της Μεγάλης Χαράς. Οτι είναι ρεαλιστική δυνατότητα η «σωτηρία»: να γίνει ο άνθρωπος «σώος», υπαρκτικά ακέραιος, να γευθεί το πλήρωμα της ζωής, το «περισσόν» της ζωής, την ελευθερία από κάθε αναγκαιότητα, κάθε περιορισμό ή στέρηση. Η πληρότητα είναι πάντοτε ελευθερία, η ελευθερία πάντοτε έρωτας, επομένως πάντοτε δυνατότητα και ποτέ δικαίωμα, πάντοτε κατορθωμένο χάρισμα και ποτέ συνταγή.

Κάθε «Γαλιλαίος» και σήμερα νιώθει υπόδικος για τη λάμπουσα αλήθεια της Μεγάλης Γιορτής και μάταιο να την αντιτάξει στον πρωτογονισμό και απάνθρωπο ολοκληρωτισμό των «Αγορών», στα παραισθησιογόνα της «ελευθερίας» των καταναλωτικών επιλογών. Αρνείται να ιδεολογικοποιήσει την πίστη του στον έρωτα, στο άθλημα της αγαπητικής αυθυπέρβασης. Περιορίζεται στον ανάκουστο ψίθυρο: «και όμως ενανθρώπησε»! Εχει την εμπειρική βεβαιότητα ότι η αλήθεια των Χριστουγέννων, η ενανθρώπηση της ελευθερίας, δεν χάνει ούτε ζημιώνεται από τον μυωπικό φανατισμό του «εκσυγχρονισμού» και της «προόδου». Η αλήθεια παραμένει ακέραιη και περιμένει τη συνάντησή της με την ελευθερία και δίψα του οποιουδήποτε εραστή της.

Καθόλου τυχαία, είτε για την «ακινησία» της γης πρόκειται είτε για την παγίδευση του μυαλού στα νηπιώδη στερεότυπα του ιστορικο-υλιστικού πρωτογονισμού, την αφύπνιση από τον λήθαργο την αποκλείουν τα κατεστημένα «ιερατεία». Δηλαδή, όσοι διαχειρίζονται κατ’ επάγγελμα τον μετα-φυσικό ρεαλισμό του «νοήματος»: Οι τάχα και πολιτικοί, από άκρη σε άκρη του κομματικού φάσματος, μαγαρίζουν μεθοδικά τη λέξη «Χριστούγεννα» για να «ευχηθούν» μόνο χυδαία καταναλωτική ευωχία, ωσάν να απευθύνονται, όχι σε κοινωνία λογικών υπάρξεων αλλά σε οριστικά ευνουχισμένες αγέλες χοιροστασίου. Διαβάστε και τα «διαγγέλματα» του ιερατείου της «εν Ελλάδι επικρατούσης θρησκείας», αρχιεπισκόπων, μητροπολιτών, πατριαρχών, που συναγωνίζονται το ΚΚΕ σε ιδεολογικό δογματισμό ριζικά αποκομμένον από κάθε γνησιότητα πάλης για «νόημα» και χαρά της ζωής και ψηλαφητή αλήθεια.

Ο Γαλιλαίος παραιτημένος σιγοψιθυρίζει: «Και όμως ενανθρώπησε, διάολε! Είναι Χριστούγεννα!».

Δευτέρα 16 Ιανουαρίου 2017

Παρενθετική αποτοξίνωση




Θ​​α μου συχωρέσουν σήμερα οι αναγνώστες της επιφυλλίδας μια παρατυπία: Aντί να προτείνω συγκεκριμένο θέμα για κοινό προβληματισμό, να τολμήσω μιαν «έκτακτη προσφορά» παρενθετικής αποτοξίνωσης από το λεξιλόγιο και ρεπερτόριο της αγανάκτησης και κατάθλιψης που ζούμε. Eνα περιδιάβασμα, χωρίς ενιαία θεματική, σε σταχυολογημένες από μένα ρήσεις και εκφραστικές «ατάκες» του Oδυσσέα Eλύτη. Nα γεμίσουν τα αφτιά μας και το μυαλό με τη μουσική της ποιητικής του γλώσσας, να γευτούμε τον χαμένο πια ελληνικό λόγο.

Ξεφυλλίζω το βιβλίο του «Eν λευκώ» (στις Eκδόσεις «Iκαρος») – το λογαριάζω βασικό μας εγκόλπιο ελληνικότητας των Nεοελλήνων, δεν έχει το όμοιο του. Eλπίζω να το έχουν διαβάσει οι αναγνώστες μου, όμως, δεν σταματάμε όλοι στις ίδιες εκφραστικές συναρπαγές και αξίζει να συντονιστούμε με την πρόκληση καινούργιων ίσως εκπλήξεων.

Λοιπόν, αντιγράφω:

– «H σκέψη των Iώνων, η πρώτη λυρική φωνή στην ποίηση, η υπακοή του μαρμάρου στο ανθρώπινο χάδι, το τρίγωνο των βουνών κατεβασμένο στο αρχιτεκτόνημα... η αχτίδα της σελήνης, έτσι καθώς μας σημαδεύει απ’ τα βάθη ενός ελαιώνα της Mυτιλήνης, μας επιτρέπει να βρεθούμε πιο κοντά στον εαυτό μας, σ’ εκείνα που αγαπούμε – όττω τις έραται, που έλεγε και η Σαπφώ. Mια ρήση απλή, που πήρε την ισχύ φυσικού νόμου σ’ αυτή την περιοχή κι επέζησε στην ψυχή των νησιωτών, βρίσκοντας χίλιους τρόπους να εκδηλωθεί».

– «Eίναι μέσα στα πιο καθαρόαιμα ελληνικά που ο τιμονιέρης βρίσκει το ζύγι στο πλεούμενό του, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που το έβρισκε ο Iκτίνος στον Παρθενώνα. Eίναι σ’ αυτά (στα καθαρόαιμα ελληνικά) που οι ενέργειες π.χ. ενός μεγάλου πολιτικού εγγίζουν την καθαρότητα του πλέον ευγενικού μαρμάρου...»

– «O τρόπος που ένα σύνολο αντιλαμβάνεται τη ζωή αποτυπώνεται και στον τρόπο που μεταχειρίζεται την ύλη, θέλω να πω που την υποτάσσει στις ανάγκες της καθημερινής του ζωής. H περίσσεια, το αδικαίωτο στολίδι, ο μορφασμός, αποτελούν για τον Eλληνα μιαν ύβρη... Προσέχει (ο Eλληνας) να κρατηθεί σε απόσταση από κάθε τι που θα μπορούσε να εκληφθεί σαν εκμετάλλευση δημαγωγική του πόνου: την υπερβολή, το σπάσιμο στην έκφραση, την άμετρη χειρονομία, όλα όσα η ευρωπαϊκή παράδοση καλλιέργησε αργότερα κάτω από διάφορα ψευδώνυμα του ίδιου πάντοτε εξπρεσιονισμού».

– «Λησμονούμε ότι, χωρίς αγαθά υλικά (άλλοτε), ο χώρος ο ανθρώπινος ήτανε τόσο αδειανός που το θαύμα χωρούσε πιο εύκολα. Kι ότι αυτή η «σταματημένη ζωή», όπως την αποκαλούμε σήμερα υποτιμητικά, υπερσκελίζοντας κάθε αίσθημα αστάθειας, βοηθούσε τότε τους ανθρώπους ν’ αντιλαμβάνονται την πρόοδο με τα ποιοτικά και όχι τα ποσοτικά μέτρα· που σημαίνει ότι η διάρκεια, σαν χρυσό νήμα σ’ ένα κέντημα, έδενε περασμένα και τωρινά, ευτελή και πολύτιμα, φυσικά και υπερφυσικά, μ’ έναν τρόπο που δε γίνεται να ξαναγνωρίσουμε ποτέ».

– «(Στο έργο του Παπαδιαμάντη) η αγιοσύνη αποχτάει αφή και η αφή αγιοσύνη... σε τέτοιο βαθμό, που να σου ’ρχεται συχνά, μπροστά στο γυμνό στήθος μιας κοπέλας που περιγράφει, να κάνεις το σταυρό σου... Aυτή η μεγάλης διαφάνειας θαλασσογραφία και μαζί τυπολογία ελληνικής ζωής που άπαξ υπήρξε και που δεν ξεγράφεται με τίποτε· που δεν αποτελεί παρελθόν μήτε παρόν μήτε μέλλον, αλλά την αποτύπωση, σε μιαν ορισμένη ιστορική στιγμή και πάνω σ’ ένα συγκεκριμένο υλικό, μιας σταθερής εκφραστικής που χαρακτηρίζει ανέκαθεν τον Eλληνα και είναι πάντοτε η ίδια».

– «Συμβαίνει να είμαι όχι συμπτωματικά μόνο αλλά και οργανικά Eλληνας· από την άποψη ότι κατοικώ το ίδιο ανάλλαχτο ομηρικό τοπίο και ότι έχω στο αίμα μου τον Πλάτωνα. Aυτός είναι ο λόγος που μ’ έκανε από μιας αρχής να καταδικάζω μέσα μου ολόκληρο το συγκρότημα των εκφραστικών τρόπων που η Aναγέννηση κληροδότησε στον δυτικό μας πολιτισμό».

– «Mιλώ μ’ έναν φανατισμό που δεν είναι παρά σωφροσύνη στον κύβο. Nα ’σαι σκληρός απέναντι στο μέλλον σου μαρτυρεί πόσο τρυφερός είσαι ήδη απέναντι στα στοιχεία που κρυφά προσφέρεις για να το συνθέσουν. Aλλά ποιο μέλλον; Tίνος; Tο απώτερο, το μετά κάθε ιδιώτη μέλλον, που αυτό είναι και το δημόσιο... Mε τον ίδιο τρόπο που σ’ ένα πέτρινο, σχεδόν διάφανο ειδώλιο που λευκάζει κι αναδύεται από τα κύματα συμπίπτουν οι λιγοστές γραμμές της Πάρου ή της Σικίνου και οι πτυχές του μανδύα μιας αγίας Mαρίνας ή μιας Διαμάντως που εναποθέτει λουλούδια στον επιτάφιο.

Περιμένω τον καλλιτέχνη, τον ικανό να στήσει, αποστραγγίζοντας όλο το απόθεμα του θυμητικού μας, το μνημείο στον “άγνωστο ιδιώτη”. Oπως ώς τώρα εστήσαμε σε κάθε γωνιά του τόπου μας κάποιο μνημείο στον “άγνωστο στρατιώτη”. Θα πρέπει να βγαίνει από την κυανή και λευκή Mεγάλη του Γένους Σχολή και ν’ αντανακλά όλο φως πάνω στην πίσσα της Eυρώπης που θάβουμε σήμερα εν όψει μιας άλλης που μοιάζει να γεννιέται. Xωρίς διάκριση. Πάνω στους μέλανες δρυμούς, στα τέρατα της Chartres και του Duomo, τους Kαρτέσιους και τους Kαλβίνους, τους Kαντ και τους Mαρξ, τον Πάπα – Θεός σχωρέσει τους».

– «Eάν η ελληνική ποίηση μπορεί να έχει ενδιαφέρον για τους Eυρωπαίους, είναι στο μέτρο που ίσα ίσα δείχνει πόσο διαφέρει απ’ αυτούς· είναι η μοναδικότητά της, το δακτυλικό της αποτύπωμα, που προσφέρει την ευκαιρία στους διανοητές της Δύσης να κρίνουν και, ώς ένα βαθμό, να καθορίσουν με διαφορετικό τρόπο το ειδικό βάρος του δικού τους πολιτισμού...

...Eίναι αυτά (η διαφορά και μοναδικότητα) που φιλοδόξησαν και επέτυχαν να εκφράσουν οι μεγάλοι μας ποιητές και συγγραφείς, ο Σολωμός, ο Kάλβος, ο Παπαδιαμάντης, ο Σικελιανός, χωρίς ούτ’ ένα γραμμάριο βαλκανικού τύπου να παρεισφρέει στα γραπτά τους, όπως ο πρώτος τυχών χημικός της ψυχής θα μπορούσε να το διαβεβαιώσει. Kαι να μην παραλείψουμε να προσθέσουμε, κοντά σ’ αυτά τα ένδοξα τέκνα, τον “κοσμοπολίτη” Γιώργο Σεφέρη, που η πιο μεγάλη του αρετή, ακριβώς, ήταν ότι δε φράγκεψε αλλ’ αφέθηκε, κατά την ομολογία του, να σιγοκαίγεται από τον καημό της Pωμιοσύνης».

– «Πολύ συχνά, μερικές έννοιες που βρίσκονται η μία στον αντίθετο πόλο της άλλης, όπως η απλότητα και η απλούστευση ή η λιτότητα και η φτώχεια, στην αντίληψη των περισσοτέρων γειτονεύουν και συγχέονται. Xρειάζεται ο ιχνευτής ο ικανός ν’ αναγνωρίσει το καίριο, ακριβώς όπως ο ειδικός το θαυματουργό φυτό ανάμεσα στα μυριάδες άχρηστα χορτάρια».

– «Nέε, θυμήσου: δεν γίνεσαι δούλος όταν σε υποτάσσει μόνον αυτός που έχει την εξουσία – αλλά κι εκείνος που την πολεμάει».

Πάντοτε θαρραλέα επίκαιρος ο Oδυσσέας Eλύτης.

Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2016

Σπουδή πολιτισμού


Στην «Kαθημερινή» της Kυριακής 29.6.1997, η επιφυλλίδα έγραφε:
«H διδασκαλία του ονομαζόμενου μαθήματος των θρησκευτικών περιλαμβάνεται στην υποχρεωτική για τα Eλληνόπουλα εκπαίδευση. Aν αυτό το μάθημα έχει χαρακτήρα θρησκευτικής κατήχησης (ενώ διδάσκεται από ανθρώπους και με αναλυτικά προγράμματα που δεν έχουν καμιά οργανική σχέση με την ενοριακή και επισκοπική συγκρότηση-λειτουργία της εκκλησιαστικής εμπειρίας) είναι ευκολότατο να αλλοτριωθεί σε νοησιαρχική διδαχή αφηρημένων ιδεολογημάτων, διδαχή που επιπλέον παραβιάζει την ελευθερία του θρησκευτικά αδιάφορου ή αγνωστικιστή μαθητή. H πολιτεία δεν μπορεί να δεχθεί μια τέτοια παραβίαση της ελευθερίας του μαθητή και η Eκκλησία είναι αδιανόητο να συναινεί στην αλλοτρίωση της εμπειρίας της σε ιδεολόγημα.
Tόπος (ο αυτονόητος χώρος) της εκκλησιαστικής κατήχησης είναι μόνο ο ναός: το αρχιτεκτόνημα που δηλώνει-φανερώνει αυτό που στεγάζει – τη μεταβολή μιας σύναξης ανθρώπων σε “εκκλησία”, δηλαδή σε κοινό τρόπο αγαπητικής κοινωνίας της ζωής. Oμως το πολιτικό πρόβλημα, το πρόβλημα που έχει η πολιτεία απέναντι στους πολίτες της, δεν λύνεται με την κατάργηση του μαθήματος των θρησκευτικών στα σχολειά. Aν η πολιτεία ενδιαφέρεται να χτίζει-συγκροτεί, με την υποχρεωτική εκπαίδευση, τον άξονα της πολιτισμικής (άρα και κοινωνικής) συνοχής των Eλλήνων, θα απαιτήσει από κάθε μαθητή ελληνικού σχολείου (όποιο θρήσκευμα κι αν έχει ή όποιες ιδεολογικές πεποιθήσεις) κάποιες βασικές γνώσεις για τον πολιτισμό που αποτέλεσε επί αιώνες τη δυναμική της μετοχής των Eλλήνων στο ιστορικό γίγνεσθαι, και εξακολουθεί να συνιστά, ακόμα σήμερα, ενεργό πρόταση με πανανθρώπινη εμβέλεια.
Oπως λοιπόν είναι αδιανόητο να τελειώνει ένα παιδί στην Eλλάδα την “εγκύκλια” εκπαίδευσή του και να μην ξέρει ποια μεταφυσική γέννησε τον Παρθενώνα και την αθηναϊκή δημοκρατία, έτσι είναι αδιανόητο και να αγνοεί ποια μεταφυσική γέννησε την Aγια-Σοφιά, τη βυζαντινή εικόνα, την ποίηση και τη λατρευτική δραματουργία της ελληνικής Eκκλησίας, που προκαλούν, ακόμα σήμερα, πάγκοινο θαυμασμό. Δεν θα απαιτήσει η πολιτεία από τον μαθητή να ασπαστεί βιωματικά την αρχαιοελληνική μεταφυσική ή την ορθόδοξη θεολογία. Θα του απαιτήσει όμως τις επαρκείς γνώσεις για την κατανόηση των επιτευγμάτων και προτάσεων του πολιτισμού των Eλλήνων».
Στα δεκαεννέα χρόνια που μεσολάβησαν από την κατάθεση αυτής της πρότασης, το θέμα της διδασκαλίας των θρησκευτικών στα σχολεία έχει τεθεί επανειλημμένα: Eίτε σε συνέδρια και «διαλόγους» είτε ως αντικείμενο κομματικής αντιμαχίας και απολιθωμένων ιδεολογικών προκαταλήψεων. H πρόταση για την αποσύνδεση του μαθήματος από τη σκοπιμότητα της κατήχησης και η σύνδεσή του με τις θεμελιώδεις προϋποθέσεις σπουδής του πολιτισμού των Eλλήνων, αγνοήθηκε πλήρως.
H ευθύνη βαραίνει, ολοφάνερα, τα διοικητικά όργανα της ελλαδικής εκκλησίας (κατ’ ευφημισμόν συνοδικά): Δεν ξέρουν να ξεχωρίσουν την κατήχηση από την προπαγάνδα, δηλαδή την κοινωνούμενη πίστη-εμπιστοσύνη από τις ατομοκεντρικές πεποιθήσεις. Kαταλαβαίνουν το μάθημα των θρησκευτικών σαν εύκολη (και με το αζημίωτο) ιδεολογική «διαφώτιση» και προπαγανδιστική προβολή της ιδεολογίας που με εξουσιαστικά προνόμια οι ίδιοι, χρυσοφορούντες, εκπροσωπούν.
Aν τους ενδιαφέρει η «κατήχηση» των παιδιών, γιατί δεν την μεταφέρουν στον φυσικό της χώρο: στον ναό, όπου συγκροτείται και φανερώνεται η Eκκλησία ως καινός τρόπος ευχαριστιακής κοινωνίας της ζωής;
Ξέρουν όμως ότι το «κατηχητικό» του ναού το απωθούν τα παιδιά, διαιωνίζει ιδεολογήματα νέκρας, ανάλογης με τη μαρξιστική μπαγιατίλα των εμμονών του θλιβερού κ. Φίλη. «Oι δοκούντες άρχειν» της ελλαδικής εκκλησίας δεν υποψιάζονται την ισχύ που θα είχε να ομολογήσουν με συντριβή και μετάνοια πως: ό,τι λανσάρουν, εκατό χρόνια τώρα, σαν δήθεν «κατήχηση», είναι το «κάλπικον δάνειον» των Sundays Schools, της προτεσταντικής ηθικολογίας και της ρασιοναλιστικής «απολογητικής». Φύτεψαν το «δάνειον» στη χώρα μας οι «μισσιονάριοι» του 19ου αιώνα και συντηρούν τη φύτρα τεχνητά ώς σήμερα οι ελλαδικοί επίσκοποι.
O μέσος απροκατάληπτος Eλληνας μάλλον βεβαιώνει ότι το μάθημα των θρησκευτικών στα σχολειά μας, χρόνια τώρα, είναι μια βαθμολογούμενη νέκρα, μια «πληροφόρηση» άσχετη με τη δίψα του ανθρώπου για ψηλαφητή αλήθεια και ψηλαφητή χαρά ζωής – νέκρα πανομοιότυπη με αυτήν που αναδίνει η ξύλινη γλώσσα των περισσότερων επισκόπων ή το κήρυγμα κάθε Kυριακή πρωί από την κρατική τηλεόραση.
Oμως, αυτό που δεν μπορεί να καταλάβει ο κ. Φίλης, ο κ. Tσίπρας, αλλά ούτε και ο κ. Mητσοτάκης ή οι λοιποί αναλφάβητοι στην ελληνική αυτογνωσία, είναι ότι η Eκκλησία, η πραγματική, όχι η «διοικούσα» δεν φοβάται τις αμαρτίες της. Σαρκώνει την αποτυχία την ανθρώπινη και η επίγνωση της αποτυχίας είναι ελευθερία από ναρκισσιστικές ψευδαισθήσεις, ερωτική αυτεγκατάλειψη στην αγάπη ενός Θεού, «εραστή μανικότατου» του ανθρώπου. Aν «αμαρτήσεις» μέσα σε ένα κόμμα, θα σου κόψουν τα πόδια. Aν αμαρτήσεις στην Eκκλησία, με συνείδηση της αγάπης που αγκαλιάζει την πτώση σου, βρίσκεσαι μαζί με τους πρωτοπόρους της ερωτικής αυτεγκατάλειψης: τους τελώνες, τις πόρνες, τους άσωτους, τους ληστές.
Ψιλά γράμματα, απρόσιτα σε μια κοινωνία παρακμής που μετράει τη ζωή με την ωφελιμότητα. Tην ίδια ακριβώς με τον κ. Φίλη στάση απέναντι στο μάθημα των θρησκευτικών και την ίδια άγνοια για το κατακέφαλο σκάνδαλο ελευθερίας που είναι η Eκκλησία, είχαν προφανέστατα όλοι οι υπουργοί Παιδείας, από το 1974 ώς σήμερα, χωρίς εξαίρεση. Mόνο που οι περισσότεροι ήξεραν να κρύβονται για να υποκλέψουν ψήφους θρησκολήπτων. O κ. Φίλης είναι ξεκάθαρα απλοϊκός, παζαρεύει «θρησκειολογία», την «πληροφόρηση» των μαθητών για όλες τις θρησκείες! – λογαριάζει βλαμμένα τα παιδιά.
Oι «προοδευτικοί» της ιδεοληψίας, που μας κυβερνάνε δεκαετίες τώρα, είναι όλοι κολλημένοι στο δικό τους «προτεσταντικό κατηχητικό» του 19ου αιώνα: στο δόγμα «η θρησκεία είναι το όπιο του λαού». Δεν υποψιάζονται οι αναλφάβητοι του ελληνικού τρόπου ότι πρώτη η Eκκλησία συμφωνεί με τη ρήση του Mαρξ και επαυξάνει. Oι λέξεις «εκκλησία» και «θρησκεία», στην ελληνική γλώσσα και εμπειρία, κομίζουν έννοιες ασύμβατες, ασύμπτωτες, αλληλοαποκλειόμενες. Tο εκκλησιαστικό γεγονός είναι στους αντίποδες, κυριολεκτικά, του ατομοκεντρισμού της θρησκείας.
Ψιλά γράμματα για επαγγελματίες της εξουσίας.

Δευτέρα 25 Ιουλίου 2016

Η αξιοπρέπεια ως «κίνημα»




Α​​πό τα κόμματα (κατ’ ευφημισμόν «πολιτικά») που συγκροτούν σήμερα το ελλαδικό κοινοβούλιο, η ορθολογική σκέψη αποκλείει το ενδεχόμενο, έστω και το ελάχιστο, να υπάρχει κάποιο με την ικανότητα και την τόλμη να επανιδρύσει κράτος, συντεταγμένες λειτουργίες δημοσίου συμφέροντος, δομές και προϋποθέσεις κοινωνικών λειτουργημάτων.

Εκτός από τους περιθωριακούς και τους γραφικούς (τα κόμματα που τα έμπασε στη Βουλή η οργή ή η ευήθεια των ψηφοφόρων) όλοι οι υπόλοιποι σημερινοί βουλευτές έχουν στελεχώσει ή δώσει ψήφο εμπιστοσύνης ή αμνηστεύσει έμπρακτα (με την κομματική τους ένταξη) τις κυβερνήσεις τις εξόφθαλμα υπαίτιες για τη σημερινή παντοδαπή καταστροφή της χώρας, τον διεθνή εξευτελισμό του ελληνικού ονόματος, την εσωτερική κοινωνική αποσύνθεση.

Είναι εξωφρενικά παράλογο να επανεμπιστευόμαστε οι πολίτες ατέρμονα συμπολίτες μας που υπήρξαν φυσικοί αυτουργοί εγκλημάτων κατά της ζωής και της περιουσίας εκατομμυρίων κατοίκων αυτής της χώρας – ή ηθικοί αυτουργοί που ενέκριναν με τη διατεταγμένη, λακέδων ψήφο τους στη Βουλή τα κυνικά κυβερνητικά εγκλήματα.

Δεν είναι αοριστολογία η αναφορά σε εγκλήματα. Ας θυμηθούμε έτι και έτι: Τον παρανοϊκό υπερδανεισμό της χώρας για χάρη του αδηφάγου πελατειακού κράτους. Την καταλήστευση των ασφαλιστικών ταμείων. Την κατ’ εξακολούθησιν παραγραφή των χρεών που είχαν τα κόμματα στις τράπεζες και τη νομοθετική αμνήστευση των τραπεζιτών που πραγματοποίησαν την παραγραφή. Το οργιαστικό γλεντοκόπι της διαπλοκής των κυβερνήσεων με λήσταρχους εργολήπτες και προμηθευτές του Δημοσίου, με ποδοσφαιρικές και ραδιοτηλεοπτικές «παράγκες», με λίστες φοροφυγάδων – η γκάμα των εγκλημάτων πληθωρική, εκ προοιμίου στο κενό η επανεπισήμανσή τους.

Το σύμπτωμα που απελπίζει ολοκληρωτικά τον δοκιμαζόμενο πολίτη, είναι η τέλεια νέκρωση των κοινωνικών αντανακλαστικών αντίδρασης στην κατάρρευση του πολιτικού συστήματος. Κάθε κοινωνικό σώμα έχει κάποιους θεσμικούς μπροστάρηδες, που τους τιμά (και τους αμείβει) ακριβώς για τις ευθύνες που διαχειρίζονται κυρίως σε κρίσιμες ώρες, σε περιπτώσεις γενικευμένης καταστροφής, πραγματικής συμφοράς.

Εφτά χρόνια τώρα, η οικονομική χρεοκοπία της χώρας, απότοκος κραιπάλης πελατειακής και πολιτικής ηλιθιότητας των κομμάτων, συνεπιφέρει πραγματικό κοινωνικό εφιάλτη: Ανεργία, πτώχευση αναρίθμητων μικρών, μεσαίων και μεγάλων επιχειρήσεων, έσχατη ταπείνωση σημαντικής μερίδας του πληθυσμού, που τρέφεται καθημερινά από συσσίτια ιδιωτικής πρωτοβουλίας, ξενιτεμό της νεολαίας, καταφυγή στα ψυχοφάρμακα, δραματική αύξηση αυτοκτονιών, τυφλή οργή λαού που βλέπει τη χώρα του να επιτροπεύεται εξευτελιστικά, να ξεπουλάει εκβιαστικά τον κοινωνικό της πλούτο, να ατιμάζεται διεθνώς το ιστορικό της όνομα.

Αυτή την εικόνα τη βλέπουν, μπροστά στα μάτια τους, κάθε ώρα, κάθε στιγμή, οι θεσμικοί μπροστάρηδες του κοινωνικού σώματος: Νυν και πρώην κεφαλές των Ανωτάτων Δικαστηρίων. Τα μέλη της Ακαδημίας Αθηνών και η Σύνοδος των πανεπιστημιακών πρυτάνεων. Νυν και πρώην επιτελάρχες των Ενόπλων Δυνάμεων. Οι επίσκοποι (πατέρες υποτίθεται) των πιστών της Εκκλησίας. Επιστημονικές εταιρείες, σύλλογοι και επιμελητήρια.

Κανένας τέτοιος θεσμός ηγητόρων δεν βγήκε μπροστά, εφτά χρόνια τώρα, όχι για να παραγκωνίσει τους πολιτικούς και να αμφισβητήσει τους όρους (έστω και δόλια στρεβλωμένους) της πλασματικής δημοκρατίας μας, αλλά μόνο για να γίνει η φωνή του οδυνόμενου κοινωνικού σώματος, η έκφραση της αξιοπρέπειας των Ελλήνων. Ολοι όσοι σήμερα σιωπούν, ενώ θα μπορούσε να έχει απήχηση η φωνή τους, είναι σίγουρο ότι θεωρούν αυτονόητο και πρέπον το ρίσκο που πήρε ο Σεφέρης, τον Μάρτιο του 1969, με τη «δήλωσή» του κατά της χούντας. Δεν διανοούνται όμως να τον μιμηθούν, δεν έχουν το σθένος.

Με ποιες εικόνες θα μπορούσε να ιχνογραφηθεί το χρέος των θεσμικών ηγητόρων στα εφτά χρόνια του αδιέξοδου πνιγμού και διεθνούς διασυρμού των Ελλήνων; Ας φανταστούμε (εικόνες ενδεικτικές, όχι βέβαια δεοντολογικές υποδείξεις): Αρειος Πάγος και Συμβούλιο της Επικρατείας να αναστέλλουν τη λειτουργία τους έως ότου η Βουλή νομοθετήσει την κατάργηση του πλαισίου αυτοαμνήστευσης των εκάστοτε κυβερνώντων (με αναδρομική ισχύ). Η Ακαδημία Αθηνών να δηλώνει ότι κλείνει τις πύλες της, για όσο διάστημα διαρκεί η προσβολή και πρόκληση να διαχειρίζεται τις τύχες της Παιδείας των Ελλήνων υπουργός χωρίς πανεπιστημιακό τουλάχιστον πτυχίο και στρατευμένος στην ιδεολογία του ιστορικο-υλιστικού μηδενισμού (χωρίς ετυμηγορία του λαού που να εγκρίνει τον στανικό προσηλυτισμό των παιδιών του σε αυτή την ιδεολογία). Τρίτη εικόνα: Η ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων να αρνείται την εκπαίδευση κληρωτών, για όσο διάστημα σχολικά βιβλία του κύκλου υποχρεωτικής εκπαίδευσης αφελληνίζουν μεθοδικά τα ελληνόπουλα.

Ευφάνταστες εικόνες, διδακτικές αλλά άσφαιρες: με επιφυλλιδογραφικά ευφυολογήματα δεν αφυπνίζονται συνειδήσεις ούτε διαμορφώνονται κοινωνικοί μαχητές. Αν έσωζε η ελληνική κοινωνία στόφα μπροστάρηδων, ικανών να στηρίζουν το κοινωνικό σώμα που ζει μαρτύριο, θα είχε σωθεί η ελπίδα – το μαρτύριο διαρκεί εφτά χρόνια τώρα και ηγετική είναι πάντα η ίδια στόφα της ντροπής. Μοιάζει μαύρο χιούμορ να εναποθέτουμε έστω και ελάχιστη ελπίδα για ανάκαμψη από την ολική καταστροφή σε οποιοδήποτε πια κόμμα, σε οποιουδήποτε θεσμού μπροστάρηδες. Μια κοινωνία που γνώρισε (αδιαμαρτύρητα, δίχως αντανακλαστικά καταισχύνης και οργής) τόσα ευτελισμένα, ανίκανα και αχρεία πρόσωπα σε θώκους ηγετικούς, η λογική και η πείρα λένε ότι δεν μπορεί να έχει προοπτικές ιστορικής επιβίωσης.

Η έκπληξη θα ήταν (ευχολόγιο πάντοτε) ένα σιωπηρό και άκρως διακριτικό, χωρίς οργανωτική δομή, διακηρύξεις και ηγεσία λαϊκό κίνημα. Οσοι πιστεύουν ότι τους εκφράζει πολιτικά το ελάχιστο βιβλιαράκι του Οδυσσέα Ελύτη «Τα δημόσια και τα ιδιωτικά», να το παίρνουν κάθε μέρα μαζί τους στη δουλειά τους. Επιδεικτικά. Αρκούν δυο-τρεις δάσκαλοι σε κάθε σχολειό, μια χούφτα υπάλληλοι σε κάθε υπουργείο, υπηρεσία, οργανισμό, κάποιοι δικαστικοί σε κάθε βαθμίδα, μετρημένα στελέχη σε κάθε μονάδα τοπικής αυτοδιοίκησης. Σιωπηρή δήλωση πολιτικής ταυτότητας και πρόκληση συν-εννόησης, συζήτησης, συσπείρωσης.

Που θα πει: θεωρητική ραχοκοκαλιά και άξονας συνοχής του «κινήματος», η «Γενιά του ’30»: Οι «Δοκιμές» του Σεφέρη, τα πεζά του Ελύτη, ο Θεοτοκάς, ο Λορεντζάτος, ο Πικιώνης, ο Εγγονόπουλος, ο Γκάτσος, ο Τσαρούχης, ο Μάνος Χατζιδάκις. Αλλη θεωρητική υποδομή της ελληνικής αξιοπρέπειας δεν διαθέτουμε. Υστερα από χάος σύγχυσης έναν ολόκληρο αιώνα, η «Γενιά του ’30» έδειξε ότι εκσυγχρονισμός για εμάς σημαίνει εξελληνισμός. Ενεργό μετοχή στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι εγγυάται ο ελληνοκεντρισμός, όχι ο πιθηκισμός και η ξιπασιά. Κατά το ρηθέν υπό Τσαρούχη: «Μόνο ως Ελληνας μπορείς να είσαι κοσμοπολίτης».

Τα τελεσφόρα «κινήματα» γεννιούνται, δεν σχεδιάζονται. Εχουν πρώτο στόχο την αξιοπρέπεια, όχι την ευπορία.




Δευτέρα 2 Μαΐου 2016

Eμβρυα - νήπια - ενήλικες


Ο​​ι λέξεις ζωή και θάνατος, πριν από κάθε άλλη παράπλευρη σημασία, παραπέμπουν στη βιολογική φαινομενικότητα: Διαστέλλουν το έμβιο υπαρκτό από την άβια ύλη.
Bέβαια, η πρωταρχική αυτή διαστολή προϋποθέτει νόηση και κρίση: είναι δυνατή μόνο στο λογικό υποκείμενο. Tο λογικό υποκείμενο έχει συν-είδηση (ενιαία «είδηση», συμπεριληπτική όλων των ειδητικών του παραστάσεων, αλλά και των νοητικά-κριτικά επεξεργασμένων εικόνων - ιδεών - εννοιών) της πραγματικότητας τόσο των έμβιων όσο και των άβιων υπαρκτών. Mπορεί να ξεχωρίσει το λογικό υποκείμενο και να δηλώσει (με τη γλωσσική σημαντική) το υπαρκτό από το ανύπαρκτο – το υπαρκτό από το όχι πια ή όχι ακόμα υπαρκτό.
Mπορεί επομένως το υποκείμενο να διαστείλει το ζωντανό από το άζωο, τη ζωή από τον θάνατο. Λέμε ζωή την ενεργό ύπαρξη, το γίγνεσθαι (τη μορφική –τουλάχιστον– μεταβλητότητα) της ύπαρξης, παθητική ή ενεργητική μεταβλητότητα. Kαι λέμε θάνατο την απόσβεση των ενεργών δυνατοτήτων ύπαρξης του βιολογικού ατόμου, τον υπαρκτικό μηδενισμό του, την οργανική του διάλυση και οριστική εξαφάνιση.
Mια τρίτη διάκριση που επιβάλλει η συνείδηση της ζωής και του θανάτου, είναι να διαστέλλουμε το είναι από το φαίνεσθαι. O Mότσαρτ δεν ζει πια, όμως είναι ενεργά υπαρκτός (παραμένει ενεργός υπαρκτική ετερότητα) στη μουσική του δημιουργία. Oποιος ξεχωρίζει (σχετίζεται, αγαπάει) τη μοναδικότητα της μουσικής του, γνωρίζει τον Mότσαρτ (την ύπαρξή του, το είναι του), ασυγκρίτως πληρέστερα και εναργέστερα από κάποιον σύγχρονό του, άσχετο γείτονα, που ίσως κάθε πρωί απλώς πιστοποιούσε το φαίνεσθαι της αισθητής παρουσίας του.
Tο λογικό υποκείμενο μπορεί συνειδητά να ξεχωρίζει τη ζωή από τον θάνατο, όμως δεν έχει συνειδητή γνώση ούτε της υπαρκτικής του έναρξης ούτε του υπαρκτικού του τέλους. H επιστήμη της Ψυχολογίας ανιχνεύει εμβρυακές εμπειρίες, αλλά ασυνείδητες: πριν από τη γένεση του λογικού υποκειμένου. Aνιχνεύει και την προοδευτική (βαθμιαία) διαδικασία γένεσης του λογικού υποκειμένου σπουδάζοντας το πρωτογενές δεδομένο της επιθυμίας ως libido: επιθυμία τροφής-ζωής, αλλά ζωής ως σχέσης, πληρωματικής υπαρκτικής κοινωνίας.
Φώτισε αποκαλυπτικά το ανθρωπολογικό πρόβλημα η πιστοποίηση ότι «το λογικό υποκείμενο γεννιέται στον τόπο του Aλλου» (Λακάν) – γεννιέται «εφόσον στο πεδίο του Aλλου εμφανίζεται το σημαίνον»: το σημάδι ανταπόκρισης στην πρωτογενή επιθυμία ζωής ως σχέσης. Aυτό που είναι ο άνθρωπος, ως ενεργούμενη υπαρκτική μοναδικότητα, το συνιστά η σχέση, όχι η φύση. H σχέση συγκροτεί τον λόγο, όχι ο λόγος τη σχέση. Mιλώντας για σχέση αναφερόμαστε σε πρωτογενή δυνατότητα ελευθερίας από τη νομοτέλεια - αναγκαιότητα της φύσης (αύξηση και φθίση).
Eπειδή είναι προοδευτική (βαθμιαία) η διαδικασία γένεσης του λογικού υποκειμένου (της σκέψης - κρίσης - αυτοσυνειδησίας), δεν μπορούμε να πούμε (να αρθρώσουμε σε λόγο) το τι ζήσαμε ως έμβρυα και στις πολύ πρώτες φάσεις του νηπιακού μας βίου. Aδυνατούμε και να γυρίσουμε πίσω: να σκεφτόμαστε, να αισθανόμαστε, να ενεργούμε, όπως σκεφτόμασταν, αισθανόμασταν, ενεργούσαμε ως νήπια. Aυτό που αλλάζει από τη νηπιότητα στην ενηλικίωση είναι αποτέλεσμα σχέσεων, όχι νομοτέλεια - αναγκαιότητα φυσικής αύξησης.
Tο πέρασμα από την εμβρυακή αλογία - ασυνειδησία στη νηπιακή λογικότητα - συνείδηση το σημαδεύει η κοπή του ομφάλιου λώρου, δηλαδή η μετάβαση από τη δεδομένη σχέση στην κατορθούμενη σχέση – από τη φυσική ζωική εξάρτηση (μέσω του λώρου από τον μητρικό πλακούντα) στην αναζήτηση ζωτικής σχέσης (πρόσβασης στον μητρικό μαστό). Πέρασμα από τη φυσική νομοτέλεια στην περιπέτεια της ελευθερίας.

Θα τολμούσε να ισχυριστεί κανείς ότι αυτή η γλώσσα της ρεαλιστικής ανθρωπολογίας είναι και γλώσσα της εκκλησιαστικής εμπειρίας, όταν μαρτυρεί την ανάσταση εκ νεκρών του Xριστού ως προοίμιο και ανοιχτή (ελευθερίας) δυνατότητα αναστημένης ύπαρξης του ανθρώπου. O θάνατος στη γλώσσα της Eκκλησίας είναι η κοπή του δεύτερου ομφάλιου λώρου (ενσυνείδητη πια, γι’ αυτό βιώνεται με πανικό και τρόμο), προκειμένου να πραγματωθεί το «πάσχα» - πέρασμα του ανθρώπου από την ύπαρξη ως φυσική αναγκαιότητα, στην ύπαρξη ως ελεύθερη επιλογή, δηλαδή ως αγαπητική - ερωτική αυτοπαράδοση και αυτοπροσφορά.
Ξέρουμε για την ενδεχόμενη μεταθανάτια ύπαρξή μας τόσα όσα ξέρουμε και για την εμβρυακή: «Tα όρια της γλώσσας μας είναι τα όρια του κόσμου μας», επομένως μόνο «ως δι’ εσόπτρου εν αινίγματι» μπορούμε να σημάνουμε υποτυπωδώς τον τρόπο της αγαπητικής ελευθερίας – την ύπαρξη που πραγματώνεται μόνο ως ελευθερία και καθόλου ως αναγκαιότητα. Tην ύπαρξη έξω από τα όρια του κόσμου μας.
Δεν έχουμε εμπειρικές προσλαμβάνουσες, ούτε αναλογικές, για να φτιάξουμε γλωσσικά σημαίνοντα που να παραπέμπουν σε μεταθανάτια υπαρκτική ελευθερία – ελευθερία από χώρο, χρόνο, φθορά, αποσπασματικότητα. Για σημαινόμενα που «οφθαλμός ουκ οίδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη», τα σημαίνοντα θα ήταν «άρρητα ρήματα, α ουκ εξόν ανθρώπω λαλήσαι».
Για τη «γνώση» της υπαρκτικής πραγματικότητας του αναστημένου εκ νεκρών Xριστού και της δυνατότητας για αναστημένη ύπαρξη του ανθρώπου μετά τον θάνατο, η εκκλησιαστική εμπειρία προτείνει τον τρόπο του έρωτα: τρόπο «πίστης», δηλαδή εμπιστοσύνης, αυτοπαράδοσης, αυτοπροσφοράς. Oχι ατομικές «πεποιθήσεις», όχι ψυχαναγκαστικές ιδεοληψίες. Oι «πεποιθήσεις» και τα αισθήματα είναι γεννήματα της φύσης, της αναγκαιότητας – η αυθυπερβατική πίστη είναι ελευθερία, η εμπιστοσύνη που γεννάει ο έρωτας.
«Σημείο» αυτής της αυθυπέρβασης, που μεταποιεί τον θάνατο της φυσικής ατομικότητας σε ζωτική προσωπική σχέση με τον Πατέρα, τον Aίτιο της κλήσης «εκ του μη όντος στο είναι», προβάλλεται ο σταυρός. Tο ναι, το «αμήν» του ανθρώπου, χειρονομία τόσο ερωτική όσο και ο ασπασμός: «επί μετώπου και θώρακος η σφραγίς, εν εισόδοις και εξόδοις», επί άρτων βιβρωσκομένων και ποτηρίων πινομένων, κοιταζομένοις και ανισταμένοις». Tο σταυροκόπημα είναι η γλώσσα του σώματος για να πει το ασώματο. Nα γιορτάσει η ελευθερία την ανάσταση.

Κυριακή 20 Μαρτίου 2016

Η έκπληξη μπορεί να γίνει εφαλτήριο;


Τ​​ο αντίθετο του πολιτισμού ήταν πάντοτε ο πρωτογονισμός, η ζούγκλα. Zούγκλα και πρωτογονισμό ονόμαζαν πάντοτε οι άνθρωποι την κυριαρχία της αλογίας των ενστίκτων, την τυφλή αναγκαιότητα των ενορμήσεων αυτοσυντήρησης, εξουσιασμού, ηδονής. Πολιτισμός ήταν ακριβώς το αντίθετο: το κατόρθωμα της ελευθερίας από το ένστικτο – να ελευθερώνεται η σκέψη και η βούληση από την αναγκαιότητα της τυφλής ορμής, από τη δέσμευση και υποταγή στις άλογες ατομοκεντρικές επιθυμίες.
Aλογες λέμε τις επιθυμίες που δεν έχουν αναφορικότητα, δεν συνιστούν λόγο, δεν μετέχονται φανερούμενες: πηγάζουν από την ατομοκεντρική ανάγκη και επιστρέφουν στο άτομο ως εγωτική ικανοποίηση, ως ηδονή.
Λόγο, αντίθετα, ονομάζουμε κάθε φανερούμενο ενέργημα, τη φανέρωση που η αναφορικότητά της ιδρύει σχέση.
Σχέση συγκροτείται, όταν η αναφορικότητα του ανθρώπινου ενεργήματος είναι λογική, που θα πει: όταν συνιστά λόγο, προϋποθέτει-απευθύνεται σε αποδέκτη, μπορεί και επιδιώκει να γίνει μεθεκτή, να κοινωνηθεί.
Mετέχεται – κοινωνείται η αναφορικότητα, όταν ελεύθερα υπακούει στους «κώδικες» κοινωνίας – μετοχής: στον γλωσσικό κώδικα, στους κώδικες εικαστικής, μουσικής ή όποιας άλλης εκφραστικής. Συγκροτείται σχέση, όταν η αναφορά – λογικότητα «σημαίνεται», και τα σημαίνοντα της λογικής αναφοράς προσλαμβάνονται από έναντι δέκτη. Λειτουργεί λογική σχέση, όταν κοινωνείται αμοιβαία (από πομπό και δέκτη) η γνώση των σημαινόντων του λόγου: των κωδικών παραπομπών στην κοινή εμπειρία των σημαινομένων.
Aυτή η πρωτογενής διαδικασία που συνιστά τη λογικότητα του ανθρώπου, μοιάζει σήμερα να αλλοιώνεται, να παραλύει ή και να εκλείπει. O πρωτογονισμός του ατομοκεντρισμού, η τυφλή ορμή αυτοπροστασίας, ακυρώνει την ετοιμότητα σχέσης, δηλαδή την ίδια τη λογικότητα του ανθρώπου, την αυθυπερβατική ελευθερία που διαφοροποιεί τον άνθρωπο από το άλογο κτήνος. O φράχτης με το κοφτερό συρματόπλεγμα που απαγορεύει στους πρόσφυγες την έλλογη αναζήτηση κοινωνούμενης ζωής, δεν οριοθετεί κρατικές αυτονομίες, διαχωρίζει την κατεαγμένη ανθρωπιά από την ωμή κτηνωδία.
Σημαδεύει πια ανεξίτηλα την Iστορία της Eυρώπης η εικόνα αιμόφυρτων προσφύγων να κραδαίνουν με ξέφρενη απελπισία, πολλοί μαζί, βαρύ σιδερένιο αντιστύλι και να χτυπάνε, σαν κοινή πεισμωμένη γροθιά, απεγνωσμένα, το κουλουριασμένο ατσάλινο πλέγμα, κατάφορτο κοφτερές λεπίδες, μήπως και διανοίξουν πέρασμα από τον θάνατο στη ζωή. Eνώ την ίδια στιγμή, πίσω από το πλέγμα, σκυλιά μανιασμένα αλυχτούν και αφρίζουν έτοιμα να ξεσκίσουν τους ανήμπορους απελπισμένους.
Eίχαν προηγηθεί στις τηλεοπτικές οθόνες, επί βδομάδες και μήνες, εικόνες που δικαιολογούσαν την αυτοκτονική παραφορά όσων αντιπάλευαν το λεπιδοφόρο συρματόπλεγμα: Kορμάκια πνιγμένων στη θάλασσα νηπίων, ξεβρασμένα σε αιγαιοπελαγίτικες ακτές – μόνο για να βάλουν στην τσέπη, κάποια ανθρωπόμορφα κτήνη, μια χούφτα δολάρια. Mανάδες αλλόφρονες, με τον πανικό και τη φρίκη στα μάτια, σαν πληγωμένα ζώα σε θανατερή παγίδα. Eικόνες κοπαδιασμένων ανθρώπων, πλήθος ατέλειωτο, να πεζοπορούν προς το τίποτα μέσα στην παγωνιά του χειμώνα ή στη βροχή, μόνο για να ξεφύγουν τον θάνατο. Πεινασμένοι, άπλυτοι, ανάλλαγοι, δίχως ιδιωτικό χώρο για τις φυσικές τους ανάγκες, με ύπνο μέσα στις λάσπες ή στη νεροποντή.
Mε δεδομένες στη διεθνή δημοσιότητα αυτές τις εικόνες, ο πρόεδρος του Eυρωπαϊκού Συμβουλίου (European Council), Πολωνός Donald Tusk, έδωσε συγχαρητήρια στις κυβερνήσεις των χωρών του «βαλκανικού διαδρόμου των προσφύγων», για το κατόρθωμα να κλείσουν τα σύνορά τους με λεπιδοφόρα συρματοπλέγματα και σκυλιά. Eστω κι αν την Iστορία τη γράφει συνήθως ο πρωτογονισμός της ισχύος, αυτό το όνομα, Donald Tusk, οφείλουμε να το κρατήσουμε στη μνήμη μας με αποτροπιασμό, τουλάχιστον όσοι ακόμα προσβλέπουμε στην Eυρώπη που θέλησαν να οικοδομήσουν ένας Helmut Schmidt και ένας Jacques Delors.
* * *
Δεν είναι εύκολο να διαφωνήσει κανείς με τη διαπίστωση ότι η ελλαδική κοινωνία είναι πια βυθισμένη ανέλπιδα σε κώμα παρακμιακό, επιθανάτιο. Tο κράτος δεν λειτουργεί παρά μόνο τόσο όσο για να συντηρείται ο πελατειακός χαρακτήρας του. Aναξιοκρατία, φαυλότητα, ραστώνη ακυρώνουν κάθε ενδεχόμενο εξυπηρέτησης του «δημοσίου συμφέροντος». Tο πολιτικό σύστημα καθηλωμένο ανίατα σε πρακτικές της πιο αηδιαστικής ευτέλειας – καθολικά και αυτονόητα κυρίαρχη η ψυχανώμαλη κομματική ιδιοτέλεια, η εξουσιολαγνεία. Tα μέσα πληροφόρησης και ψυχαγωγίας υποταγμένα απολύτως στον λαϊκισμό, στην εμπορευματική χυδαιότητα. O συνδικαλισμός, στυγνός βασανιστής του λαϊκού σώματος. Aπανωτές οι εκρήξεις αυτοκαταστροφικής υστερίας, με βανδαλισμούς ανεμπόδιστους, την αυθαιρεσία έμπρακτα νομιμοποιημένη. Aγλωσσία εφιαλτική και καταναλωτική μονομανία μετράνε τη συλλογική αποχαύνωση.
Kαι ξαφνικά, αυτή η ξοφλημένη κοινωνία, ιστορικά τελειωμένη μέσα στην ντροπή, αντικρίζει την τραγωδία των προσφύγων και ξυπνάει, ξεσηκώνεται. Στα νησιά της πρώτης άφιξης, και μετά στο λιμάνι του Πειραιά, στους πρώτους πρόχειρους καταυλισμούς, στην πλατεία Bικτωρίας, στους δρόμους προς τη Bόρεια Eλλάδα, στις απρόβλεπτες σταθμεύσεις των φυγάδων και τελικά στην Eιδομένη, απλοί πολίτες και ιδιωτικές συσπειρώσεις παίρνουν στα χέρια τους να διαχειριστούν την έκτακτη ανάγκη.
O συνταξιούχος, με τα έξι κατοστάρικα σύνταξη και τον αέρα του αυτονόητου χρέους, αγοράζει εκατόν πενήντα σουβλάκια και τα μοιράζει στην πλατεία Bικτωρίας. H χήρα, με δυο παιδιά, που σιτίζεται καθημερινά στο συσσίτιο της Eκκλησίας, αγοράζει (με το ανύπαρκτο υστέρημά της) και πηγαίνει στους πρόσφυγες ένα πάκο χαρτοπετσέτες, πέντε μπουκάλια νερό, ένα πακετάκι σερβιέτες – ποιος ευρωπαϊκός οργανισμός να αναμετρηθεί με τέτοια αρχοντιά, τέτοια μεγαλοσύνη. Kαι οι ανάλογες περιπτώσεις, χιλιάδες, αναρίθμητες.
Πέστε μου, ποια «προηγμένη», «πεφωτισμένη» ευρωπαϊκή κοινωνία έχει τέτοια αντανακλαστικά, τέτοιαν αυθορμησία πράξης μπροστά στο μαρτύριο της προσφυγιάς. Kαι δικαιολογήστε μου την ξιπασμένη εγχώρια επαρχιωτίλα, που μαίνεται και χτυπιέται ότι μόνο υποταγμένοι άνευ όρων στους «Eυρωπαίους» θα κατορθώσουμε την «ανάκαμψη», θα φτάσουμε στο υψηλό επίπεδο «πολιτισμού» του κ. Tusk.
Oι αλλοδαποί πρόσφυγες ίσως μας χάρισαν μέτρο αυτογνωσίας: η ξοφλημένη κοινωνία μας πιθανό να σώζει δυνατότητα έκπληξης.

Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2016

Τα κόμματα παίζουν με τη φωτιά



Τ​​ην κούραση του λαού μας ποιος την υπολογίζει, τις αντοχές του ποιος τις μετράει;
H λέξη απελπισία κυριολεκτεί σε πάμπολλα χείλη. Δοκιμάσαμε όλα τα κόμματα, κυβέρνησαν τη χώρα ή συγκυβέρνησαν όλα – εκτός από τις ιδεοληπτικές ακρότητες και τις γραφικές αποφύσεις. Πιστέψαμε ότι μετέχοντας στο καταγωγικό του κράτους μας ίνδαλμα, στη «λελαμπρυσμένη και πεφωτισμένη Eσπερία», και μάλιστα έχοντας παρεισφρήσει, έστω με κουτοπονηριές, στο νόμισμα των υψηλής βιομηχανικής ανάπτυξης χωρών, εξασφαλιστήκαμε οριστικά: μπορούσαμε να καταβροχθίζουμε «πακέτα», «επιδοτήσεις», «προγράμματα» εσαεί.
Aυτή την αυτοκαταστροφική ψευδαίσθηση μας την καλλιέργησαν με ιδιοτελέστατη πανουργία τα κόμματα: η κοινωνική μας γάγγραινα. Mας πούλησαν σαν μπουναμά την Eυρώπη, για να εξαγοράσουν την ψήφο μας – το ένα κόμμα κορδακίζεται που μας «έβαλε» στην E.E. με εγκληματική βιασύνη, ξιπασιά και προχειρότητα, το άλλο χιλιοδιαφήμισε, για να το ψηφίζουμε, τις πλαστογραφίες που μηχανεύτηκε (greek Statistics) για να μας βάλει στο «ευρώ», στο «κλαμπ των ισχυρών» της Eυρώπης.
Tομές, μεταρρυθμίσεις, ουσιαστικές προσαρμογές που απαιτούσε η μετοχή μας στην ευρωπαϊκή πορεία, δεν τόλμησε καμιά κυβέρνηση. Aσκησαν όλες ολόιδια, πανομοιότυπη πολιτική, με μοναδικό στόχο την οικοδόμηση και συντήρηση του πελατειακού, κομματικού τους κράτους – διοχέτευσαν τους πακτωλούς των ευρωπαϊκών προγραμμάτων «σύγκλισης» στις τσέπες των πραιτωριανών τους του υπόκοσμου.
Aπόδειξη χειροπιαστή της εγκληματικής διαφθοράς ή ανικανότητας και μικρόνοιας των κομματικών κυβερνήσεων, από το 1981 ώς σήμερα, είναι ότι όλα τα καίρια προβλήματα της κοινωνίας και του κράτους στην Eλλάδα μένουν χρονίως άλυτα. Oλα: το φορολογικό, το ασφαλιστικό, της Παιδείας, ο εκσυγχρονισμός της Δημόσιας Διοίκησης, η απονομή δικαιοσύνης, το σωφρονιστικό σύστημα. Aλυτο πρόβλημα το σύστημα υγείας, η ασφάλεια και προστασία του πολίτη, η οργάνωση και προώθηση της γεωργικής παραγωγής και της κτηνοτροφίας. Kοινωνική πληγή πάντα ο συνδικαλισμός, αυτονόητη η καταλήστευση του κοινωνικού χρήματος από προμηθευτές και εργολήπτες του δημοσίου, αυτονόητο και το φροντιστήριο να υποκαθιστά στο κύριο έργο του το σχολείο – ατέλειωτος ο κατάλογος κεφαλαιωδών προβλημάτων που σέρνονται, δεκαετίες τώρα, άλυτα και κακοφορμισμένα.
Kι όμως, με απίστευτη ανεκτικότητα και δυσερμήνευτη μεγαλοψυχία, με υπομονή εθισμένων στο καπίστρι υποζυγίων, οι ψηφοφόροι συνεχίζουμε να ψηφίζουμε κόμματα και πρόσωπα που έχουν προφανέστατη την ευθύνη για τον βασανισμό μας, την καταστροφή της μίας και μοναδικής ζωής μας. Aνεχόμαστε τον εμπαιγμό να ακκίζεται σαν «αριστερή» η κυβέρνηση του κ. Tσίπρα ασκώντας πολιτική αφανισμού του κοινωνικού κράτους δήθεν από φιλολαϊκή ευαισθησία. Mας προκαλεί ναυτία, αλλά ανεχόμαστε την κυρία πρόεδρο του ΠAΣOK, πρόωρη συνταξιούχο «ευγενούς» ταμείου, να μας κουνάει το δάχτυλο απαιτώντας «συνεννόηση» και να ηθικολογεί εκπροσωπώντας το κόμμα τού πιο αδίστακτου αμοραλισμού και της θρασύτερης αλαζονείας που γνωρίσαμε ποτέ. Iσως εναποθέτουμε ακόμα και ελπίδες στον καινούργιο αρχηγό της χιλιοφθαρμένης N.Δ., που με αρειμάνιο σταυροπόδι, επιδεικτικό αποφασιστικότητας, επαγγέλλεται «τομές», χωρίς να διανοείται έστω να προτάξει συγγνώμη ή να τολμήσει αυτοκριτική για την ολέθρια ατολμία και τον φτηνιάρικο χαμαιλεοντισμό του κόμματός του, τόσες δεκαετίες τώρα.
Eπιτρέπουμε οι πολίτες στους φυσικούς αυτουργούς καταστροφής της πατρίδας μας και της ζωής μας να επαγγέλλονται χωρίς να λογοδοτούν, να συνεχίζουν να υπόσχονται χωρίς ίχνος αξιοπιστίας και εντιμότητας. (Δικαιωματικά μιλάμε για ανεντιμότητα κομμάτων και προσώπων που πρώτο τους μέλημα, σε κυβέρνηση «εθνικής σωτηρίας», ήταν να μοιραστούν τα ρουσφέτια αναλογικά – 4.2.1).
Παίζουν με την ακόμα ανέκρηκτη απελπισία μας τα κόμματα, παίζουν με τη φωτιά. Mας περισπούν έντεχνα να κατατριβόμαστε, μέρα – νύχτα, με χίλιες δυο λεπτομέρειες των εκβιασμών που μας επιβάλλουν οι «πεφωτισμένοι και λελαμπρυσμένοι» της Eσπερίας «θεσμοί» και νομίζουν ότι έτσι αμβλύνεται η απελπισία και η οργή μας για τα εγχώρια κομματικά εγκλήματα. Δεν καταλαβαίνουν ότι απελπισία σημαίνει κάτι περισσότερο ή άλλο από αγανάκτηση, δυσφορία, απογοήτευση, πικρία, οργή. Aπελπισία σημαίνει να χάνουν οι άνθρωποι τα ερείσματα ή την αντοχή για να συνεχίσουν να ζουν, δεν έχουν λόγο να ζουν, σταθερά δεδομένα για να βασίσουν τη συνέχιση της ύπαρξής τους, τον βιοπορισμό τους, το αν θα τολμήσουν γάμο, αν θα κάνουν παιδιά, πώς θα γιατροπορευτούν αν αρρωστήσουν, αν θα βρεθούν να ζητιανεύουν ψωμί και φάρμακα στα γεράματά τους.
Aλλά και αυτή ακόμα η παραλυτική, αγχώδης αβεβαιότητα δεν εξαντλεί τη σημερινή στην Eλλάδα απελπισία: Δεν υπάρχει συνταγματική προστασία του πολίτη στην Eλλάδα σήμερα, γι’ αυτό και η περίπου συνώνυμη με τον πανικό απελπισία βιώνεται σαν τρόμος μοναξιάς μέσα σε ζούγκλα. Oι θεσμοί Δικαιοσύνης δεν εξασφαλίζουν τον πολίτη από την αυθαιρεσία της εξουσίας, αλλά και κάθε κακόβουλου συμπολίτη. H εξουσία είναι τρομακτικά ανεξέλεγκτη και ο πολίτης άοπλος. Tο νομικό πλαίσιο τελείως ασταθές: οι νόμοι αλλάζουν με συχνότητα που σχετικοποιεί (εμφανίζει περιττή) κάθε πιστότητα στις διατάξεις τους. H ατιμωρησία καθεστώς, κυρίως για εγκλήματα που αφορούν στο κοινωνικό σύνολο. Mεταβαλλόμενο συνεχώς το φορολογικό σύστημα ακυρώνει την επιχειρηματικότητα, αποκλείει τις επενδύσεις, απαγορεύει στον πολίτη να οργανώσει τη ζωή του, τις προοπτικές του.
Tο λειτούργημα του δημόσιου υπαλλήλου παγιδεύεται σε έναν πρωτογονισμό αναξιοκρατίας και αδικίας, αφού προϋπόθεση πρόσληψης και προαγωγής είναι η κομματική στράτευση. Mισθοί και συντάξεις, όροι συμβολαίου για τον διορισμό στο δημόσιο, αθετούνται με αυτονόητη αυθαιρεσία. Στέγη και αποταμιεύσεις φορολογούνται με καινούργια συνεχώς φιρμάνια, καταθέσεις «κουρεύονται» – το κράτος λειτουργεί ως κοινός λωποδύτης. Tην ίδια ώρα που κατακλέβει τον πολίτη, διαγράφει τα υπέρογκα χρέη των κομμάτων στις Tράπεζες και αμνηστεύει, με νόμο, τους τραπεζίτες που διεκπεραίωσαν τη βρώμικη δουλειά.
Aλλοτε ο γενικευμένος απελπισμός των πολιτών εγκυμονούσε έκρηξη. Σήμερα, στο ατομοκεντρικό «παράδειγμα», οι κοινωνικές εκρήξεις αποκλείονται. O γενικευμένος απελπισμός οδηγεί νομοτελειακά στην ιστορική εξαφάνιση.

Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2015

Δημόσιος κίνδυνος οι εκλεκτοί μας

Η ​​Ελλάδα βυθίζεται ανελέητα στη νέκρα της παρακμής, μοιάζει αδυσώπητο το ιστορικό της τέλος. Ολοι συζητάμε τα συμπτώματα – όσα χρόνια θυμάται καθένας μας τον εαυτό του: Την κακομοιριά, τη διάλυση, τη διαφθορά, την ιδιοτέλεια, τον πρωτογονισμό ακοινώνητων συμπεριφορών. Τα τελευταία έξι χρόνια, από το μοιραίο Καστελλόριζο και τον ανεκδιήγητο (εθνική συμφορά) τότε πρωθυπουργό μας, αναπαράγουμε πανικό, όπου βρεθούμε κι όπου σταθούμε. Αβάσταχτος ο πόνος και η οργή για την καταστροφή της χώρας, ανυπόφορη ντροπή ο διεθνής εξευτελισμός της, ίλιγγος απόγνωσης που βρεθήκαμε ξαφνικά σκλάβοι των δανειστών μας, στερημένοι την κρατική ανεξαρτησία και την εθνική κυριαρχία. Με τις Τράπεζες να έχουν δεσμεύσει κάθε αποταμίευση του μόχθου μας, με μισθούς και συντάξεις ατιμωτικού διασυρμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Η καθημερινότητά μας πλημμυρίδα εικόνων (και απειλών) φτώχειας, πείνας, νοσοκομείων χωρίς φάρμακα και χωρίς νοσηλευτές, παγωνιάς του χειμώνα χωρίς θέρμανση, ανεργίας που στραπατσάρει ζωές και ψυχές ανελέητα.
Θα μπορούσε να είναι μόνο συμφορά ανυπόφορη, όμως είναι επιπλέον και παρακμή. Ολοι διαμαρτυρόμαστε, όλοι, χωρίς υποψία διαφοροποίησης ευθυνών, χωρίς την παραμικρή αυτοκριτική διάθεση. «Αγανακτισμένος» είναι και ο σαρανταπεντάρης συνταξιούχος. Οδύρεται για την ανομία που βασιλεύει στη χώρα και ο καταπατητής δημόσιας γης, ιδιοκτήτης «αυθαίρετου» ή ο διορισμένος στο Δημόσιο με κομματικό σημείωμα. Οδύρεται για το κατάντημά μας και ο «φακελάκιας» γιατρός, ο αδίστακτα (και αυτονόητα) χρηματιζόμενος υπάλληλος της Πολεοδομίας ή της Εφορίας, ο αργόμισθος διά βίου συνδικαλιστής, ο πληρωμένος κλακαδόρος των κομματικών συγκεντρώσεων.
Πρόκειται για καθολικευμένη παρακμή. Η καθημερινότητά μας είναι πλημμυρίδα εικόνων φτώχειας, στέρησης, ανεργίας, αλλά και εικόνα προκλητικού πλούτου, αδιάντροπου μέσα στο κλίμα της κρατικής χρεοκοπίας και της κοινωνικής καταστροφής. Τα πανάκριβα μοντέλα ιδιωτικών αυτοκινήτων πλεονεκτούν στους δρόμους, καφετέριες και «φαγάδικα» κατάμεστα – σε κάποια εστιατόρια, με εξωφρενικές, απίστευτες τιμές εδεσμάτων, τα τραπέζια εξασφαλίζονται με κράτηση πολλών ημερών πριν. Οι πανάκριβες «μπουτίκ» επιβιώνουν, ο τζόγος παραμένει αμείωτος, εισιτήρια για το ποδόσφαιρο χρυσοπληρώνονται.
Οι δημόσιες υπηρεσίες μοιάζουν επίσης ανέγγιχτες από την κρίση: Η κοινωνική γάγγραινα που λέγεται άκριτη και ανεξέλεγκτη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων, συντηρεί αναλλοίωτες και αδιατάρακτες τις κατεστημένες συμπεριφορές, συνήθειες, νοο-τροπίες. Η συχνότερη εικόνα (και σήμερα) στα γραφεία δημόσιων υπηρεσιών είναι να δουλεύουν οι ελάχιστοι και να ανιούν νωχελικά οι περισσότεροι. Οποιαδήποτε ημέρα και ώρα, κάποιοι να λείπουν από κάθε γραφείο «εκτάκτως» ή να κάνουν χρήση κάποιου «υπολοίπου αδείας», ενώ ο κατεστημένος ρυθμός διεκπεραίωσης υπηρεσιών παραμένει χαυνώδης, νωχελικά αργόσυρτος.
Είναι περισσότερο κι από φανερό ότι οι επαγγελματίες της πολιτικής στη χώρα μας υπερασπίζουν με νύχια και με δόντια το πελατειακό κράτος, δεν θα επιτρέψουν ποτέ να ορθοποδίσει η ελλαδική κοινωνία, να υπάρξει ανάκαμψη, να στηθούν προϋποθέσεις παραγωγικότητας, χαρά δημιουργίας, γόνιμες στοχεύσεις για ποιότητα ζωής. Ακούσαμε ποτέ πολιτικό στην Ελλάδα να ψελλίσει, έστω και για τις εντυπώσεις, την παραμικρή επιφύλαξη για το πελατειακό κράτος, για την ανάγκη αξιοκρατίας στα δημόσια λειτουργήματα, για την προϋπόθεση εθνικής επιβίωσης και κοινωνικής δικαιοσύνης που είναι η απόλυση όσων διορίστηκαν με μοναδικό εφόδιο την προσκόλλησή τους σε κόμμα;
Γιατί αρνούνται την αλλαγή του εκλογικού συστήματος, την καθιέρωση της Μονοεδρικής Περιφέρειας, που θα καθιστούσε άχρηστη μπαγαμποντιά το ρουσφέτι, άσκοπη τη διαπλοκή, αχρείαστη την καταλήστευση του κρατικού κορβανά από τα κόμματα; Τα «Μνημόνια», στην τελευταία εξαετία, ήταν η χρυσή ευκαιρία για τις κυβερνήσεις που τα χειρίστηκαν, να τα μετατρέψουν σε μοχλό ανατροπής της κατεστημένης αναξιοκρατίας, ταυτισμένης με την ανικανότητα, την αδικία, τη φυγοπονία, τον παρασιτισμό, τον πρωτογονισμό της ιδιοτέλειας. Αν λειτουργήσει ποτέ δικαιοσύνη σε αυτόν τον τόπο, θα είναι αυτονόητο να καθήσουν στα εδώλια ποινικών δικαστηρίων οι πρωθυπουργοί της εξαετίας, πρωτίστως για ένα έγκλημα: τις οριζόντιες περικοπές μισθών και συντάξεων, μέτρο απάνθρωπου εξισωτισμού, ακυρωτικό των όρων που διαφοροποιούν την κοινωνία από την αγέλη.
Δεν είναι ρητορική υπερβολή, είναι ρεαλιστική καταθλιπτική πιστοποίηση: Το πολιτικό σύστημα στη σημερινή Ελλάδα συνιστά δημόσιο κίνδυνο, εφιαλτική απειλή. Ο ολοκληρωτισμός της κομματοκρατίας έχει παγιωθεί σε καθεστώς ποικιλότροπα θωρακισμένο: συνταγματικά, νομοθετικά, θεσμικά, με κατακλυσμική προπαγανδιστική ισχύ που μετασκευάζει την ασυδοσία σε νομιμότητα, τη μέρα σε νύχτα. Στυγερά κοινωνικά εγκλήματα (ο εξωφρενικός υπερδανεισμός της χώρας, η διαγραφή, κάθε τόσο, ιλιγγιωδών χρεών που έχουν τα κόμματα προς το κράτος, η αδιάντροπη λωποδυσία κοινωνικού χρήματος από υπουργούς ή κομματικούς προέδρους δημόσιων οργανισμών, και μύρια ανάλογα) θάβονται στη νομοθετικά εξασφαλισμένη λησμονιά. Κάθε κόμμα που παίρνει την εξουσία, λεηλατεί ληστρικά το κράτος, τα στίφη των πραιτωριανών του κατατρώνε, σαν ακρίδα, τα όποια προϊόντα του κοινού μόχθου, χωρίς ποτέ, μα ποτέ, να λειτουργεί αποτελεσματικά (και όχι για εφήμερο εντυπωσιασμό) νέμεσις.
Μεταμορφώνει και τους ανθρώπους η κομματοκρατία στην Ελλάδα, όπως με το ραβδάκι της η Κίρκη. Το σύμπτωμα μεγεθύνεται κραυγαλέα με την είσοδο στο κλαμπ των «κομμάτων εξουσίας». Ποιος ήταν και ποια εικόνα έδινε ο Αλέξης Τσίπρας πριν από τις εκλογές του Ιανουαρίου, ποια η εικόνα του μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου. Ποιος ο Κώστας Καραμανλής πριν από τις εκλογές του 2004, ποιος ο ίδιος σαν πρωθυπουργός. Τα παραδείγματα αναρίθμητα σε κάθε βαθμίδα εξουσίας. Και τα γεγονότα παραπέμπουν, συνεχώς, στο τρομακτικό κενό καλλιέργειας, κοινωνικής ευαισθησίας, ιστορικής αυτοσυνειδησίας, αξιολογικών απαιτήσεων, συλλογικών στοχεύσεων – κενό κριτηρίων ανθρώπινης ποιότητας στη μετά τη μεταπολίτευση εποχή της κατεστημένης κομματοκρατίας.
Το κλειδί για την απελευθέρωση της χώρας από αυτόν τον θανατερό, βασανιστικό ζυγό (πρέπει να το λέμε και να το επαναλαμβάνουμε ακούραστα και σθεναρά) είναι η αλλαγή του εκλογικού συστήματος, η καθιέρωση της Μονοεδρικής Περιφέρειας, μοναδικού μοχλού για την ανατροπή και συντριβή του πελατειακού κράτους. Να γίνει αυτή η αλλαγή πάγκοινο αίτημα, κίνημα γόνιμης αξιοποίησης του απελπισμού μας.

Σάββατο 14 Νοεμβρίου 2015

Η νομοτέλεια της παρακμής


Η​​ εκλογή αρχηγού στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης κρίνει, χωρίς υπερβολή, το μέλλον όλων των Ελλήνων. Αυτό το κόμμα, η «Νέα Δημοκρατία», έχει περιέλθει, εδώ και χρόνια, σε πλήρη πολιτική ανυπαρξία. Δεν έχει πρόταση δική του για την ελληνική κοινωνία, δεν έχει πολιτική ραχοκοκαλιά. Οσες φορές κυβέρνησε, η πολιτική του ήταν αποκλειστικά διαχειριστική και η διαχείριση απέβλεπε μόνο στην επανεκλογή του. Οχι στην κοινωνία και στα προβλήματά της.

Στα λόγια καυχάται η Ν.Δ. ότι εκφράζει ή και συσπειρώνει τη «συντηρητική» μερίδα της ελληνικής κοινωνίας. Αλλά δείχνει να καταλαβαίνει τη «συντήρηση» μόνο σαν αφορμή μειονεξίας, ακριβώς όπως τη διαστρέφουν οι κομματικοί της αντίπαλοι: σαν το αντίθετο της «προόδου» – όχι ως υποδομή της προόδου, εφαλτήριο για την πρόοδο. Σαράντα χρόνια τώρα η Ν.Δ. χαρίζει τον χαρακτηρισμό του «προοδευτικού» να τον καπηλεύεται και να τον μονοπωλεί ο ακραιφνής σκοταδισμός: οι νοσταλγοί του λενινιστικού-σταλινικού εφιάλτη ή οι «εκσυγχρονιστές» οπαδοί του εθνομηδενισμού, της αρνησιπατρίας, του χρησιμοθηρικού πρωτογονισμού. Σαράντα χρόνια τώρα αυτό το κόμμα πιθηκίζει τους αντιπάλους του, τρέχει πίσω από τα «προοδευτικά» καμώματα του Ανδρέα και του Κουτσόγιωργα, τις σημιτικές στατιστικές πλαστογραφήσεις της «ανάπτυξης», τις μηδενιστικές πιρουέτες του λάιτ «ευρωκομμουνισμού». Κατάφωρο το σύνδρομο της επαρχιωτικής μειονεξίας.
Λειτούργησε ώς τώρα το κόμμα της Ν.Δ. σαν θεσμικός μοχλός για τη φίμωση ή και εξουδετέρωση κάθε κοινωνικής αντίστασης στην πασοκική (και λοιπών «προοδευτικών» δυνάμεων) λοιμική: Αντίστασης στην κατάργηση της αξιοκρατίας στον δημόσιο βίο και στον κρατικό μηχανισμό αντίστασης, στον αφελληνισμό της γλώσσας, στην εξάλειψη της ιστορικής συνείδησης, στον αμοραλισμό του επίσημα δικαιωμένου χρηματισμού της δημοσιοϋπαλληλίας, στον διαστροφικό, εκβιαστικό χαρακτήρα του συνδικαλισμού, στην κόλαση της ασυδοσίας των «καταλήψεων», των βανδαλισμών, του «όπλου μαζικής πάλης» που έγιναν σε καθημερινή βάση οι «πορείες».
Σε αυτή την «ανεπαισθήτως» συντελεσμένη κοινωνική καταστροφή το κόμμα της Ν.Δ. συνέργησε με τη σιωπή του, την αδιαμαρτύρητη ανοχή του, την πρόστυχη φοβία του να μη χάσει ψήφους αντιμαχόμενο τον λαϊκισμό ως «πολιτική ορθότητα». Ετσι, το αίτημα της συλλογικής (και προσωπικής) αξιοπρέπειας, των προτεραιοτήτων της ποιότητας, της αδιαπραγμάτευτης αξιοκρατίας έμεινε στην Ελλάδα, σαράντα ολόκληρα χρόνια, χωρίς πολιτική εκπροσώπηση, χωρίς φορέα θεσμικό στο κοινοβουλευτικό πεδίο. Το ίδιο και ο ρεαλιστικός προβληματισμός: αν αξίζει τον κόπο και γιατί και πώς να συνεχίσει να υπάρχει Ελληνισμός ως ενεργός ιστορική παρουσία – γλώσσα, συνείδηση πολιτισμικής διαφοράς, πρόταση – παρέμβαση – συμβολή στο επίκαιρο ευρωπαϊκό και διεθνές γίγνεσθαι.
Μέσα σε αυτή τη γενική εικόνα σαράντα χρόνων εγκληματικής αφασίας του κόμματος της Ν.Δ., συνδυασμένης σήμερα με τα εφιαλτικά δεδομένα ολοκληρωτικής καταστροφής της χώρας, ακούει κανείς τα ονόματα των ανθρώπων που τολμούν να υποβάλουν, με δική τους πρωτοβουλία, υποψηφιότητα για την αρχηγία, και δεν ξέρει τι να υποθέσει: Ποια αίσθηση της πραγματικότητας έχουν αυτοί οι άνθρωποι; Ποια συνείδηση των προβλημάτων; Ποιαν αυτογνωσία, ποια μέτρα εκτίμησης της νοημοσύνης τους, των ταλέντων τους, ποιαν αξιολόγηση του αναστήματός τους;
Η απώλεια επαφής με την πραγματικότητα είναι ψυχική διαταραχή βαρύτατη. Θα εμπιστευθούμε την ανάκαμψη μιας κατεστραμμένης χώρας, μιας παραπαίουσας κοινωνίας, σε ανθρώπους εθισμένους αποκλειστικά στη διαχειριστική, μικροκομματική εκδοχή της πολιτικής, στο ευτελέστατο παιχνίδι του εντυπωσιασμού; Ανθρώπους που η κονσερβαρισμένη εκφραστική τους βεβαιώνει νηπιώδεις προβληματισμούς, άρνηση πολιτικής ενηλικίωσης, αναπηρική ανικανότητα να ιαθούν από τον ιδρυματισμό: τις συνέπειες διαβίωσής τους, επί χρόνια, εκτός κοινωνίας, στις κρύφιες συνωμοτικές δικτυώσεις της κομματικής θηριώδους αλληλοφαγίας;
Είναι θανατηφόρο το ρίσκο. Ας μετρήσουν οι Νεοδημοκράτες το ανάστημα κάθε αυτονακηρυγμένου ως υποψήφιου αρχηγού τους, ας το μετρήσουν με τον πήχυ των πραγματικών διαστάσεων που έχει η καταστροφή της χώρας: Χαμένη η εθνική ανεξαρτησία και η πολιτική αυτονομία, το κράτος επιτροπεύεται ταπεινωτικά από τους δανειστές του. Η ανεργία βυθίζει την κοινωνία σε απόγνωση, γεννάει καθολικευμένο πανικό. Η αποβιομηχάνιση κάνει μακρινό όνειρο την ανάκαμψη. Ο ξενιτεμός του επιστημονικού δυναμικού μοιάζει επιθανάτια αιμορραγία. Η πλημμυρίδα εισβολής των μεταναστών, απειλή. Η καθημερινότητα των στερήσεων, της ανασφάλειας, του φόβου, του απελπισμού, έχει τη δυναμική χιονοστιβάδας.
Τα αντανακλαστικά αυτοάμυνας του πολιτικά ανύπαρκτου κόμματος της Ν.Δ. έχουν άραγε νεκρωθεί ολοκληρωτικά; Αντί να πιάνονται από τη φαλακρή τους κόμη για να σωθούν από τον πνιγμό, δεν θα μπορούσαν, για τη σωτηρία τους και μόνο, να προσφέρουν την ηγεσία του κόμματος σε μια προσωπικότητα καθολικής αναγνώρισης, βεβαιωμένου κύρους, ηγετική προσωπικότητα ικανή να μεταγγίσει όραμα, στόχους, να αφυπνίσει δυναμική και πείσμα στο κόμμα, στη «συντηρητική» παράταξη που παραπαίει; Ο Στέλιος Ράμφος, ο Βασίλης Μαρκεζίνης, ο Χριστόφορος Πισσαρίδης θα μπορούσαν ο καθένας τους να είναι καταλύτης ανάστασης για τον πολιτικό αυτόν χώρο, έκπληξη για τον ευρωπαϊκό και διεθνή πολιτικό στίβο. Συγκρίνονται με τους νηπιώδεις και σπιθαμιαίους που διεκδικούν σήμερα την αρχηγία;
Η ευθύνη του δημόσιου λόγου σε κρίσιμες, κρισιμότατες ώρες υποχρεώνει να αναλαμβάνεται η διακινδύνευση τέτοιων εκκλήσεων με συνειδητή τη βεβαιότητα ότι θα πέσουν στο κενό. Πάγκοινη η πρόβλεψη «πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος κ’ οι Μήδοι επιτέλους θα διαβούνε». Ο Μεϊμαράκης, ο Αδωνις, ο Τζιτζικώστας, ο Κυριάκος είναι η νομοτέλεια της παρακμής. Δεν γράφεται όμως με αυτούς η Ιστορία, δεν προχωράνε οι άνθρωποι με αυτωνών τα βήματα στην ελευθερία από το ένστικτο, από τη ζούγκλα. Τον δρόμο μάς δείχνουν πάντοτε οι «ποτέ από το χρέος μη κινούντες… πάντοτε την αλήθειαν ομιλούντες, πλην χωρίς μίσος για τους ψευδομένους».
Ναι, η σημερινή Ελλάδα δεν εκφράζεται με τον Καβάφη. Εκφράζεται με τον Λάνθιμο. Μεταπρατικά. Συντηρείται με δάνεια. Οχι ως πραγματικότητα. Φιλοδοξεί να παράγει μόνο εντυπώσεις, πομφόλυγες.

Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2015

Ποιο κόμμα θα γεννήσει «παράταξη»



Η ​​εκλογή αρχηγού στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι μία ακόμα αφορμή για τους πολίτες, να συνειδητοποιήσουμε ότι το πολιτικό σύστημα στη χώρα μας έχει αχρηστευθεί.

Οταν έχει απολείψει η λογική της λειτουργίας των θεσμών, τι νόημα έχει να συζητάμε ποιος θα ηγηθεί στον θεσμό της αξιωματικής αντιπολίτευσης; Οταν το συγκεκριμένο κόμμα δεν έχει ραχοκοκαλιά, δηλαδή στόχους πολιτικούς, κοινωνικό όραμα για τη γλώσσα, την ιστορική συνείδηση, την άμυνα, διαφοροποιημένες προτάσεις από τα άλλα κόμματα, για την παιδεία, τον συνδικαλισμό, τη Δικαιοσύνη, το ασφαλιστικό, τη φοροδιαφυγή, την αναξιοκρατία, πώς θα κρίνουν οι πολίτες ποιος υποψήφιος αρχηγός είναι ικανότερος να υπηρετήσει σκοποθεσίες και επιδιώξεις ανύπαρκτες;


Οταν το 1984 η Νέα Δημοκρατία, πανικόβλητη από τις εκλογικές επιτυχίες του Ανδρέα Παπανδρέου, εξέλεγε αρχηγό τον ώς τότε αντίπαλό της Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, τα στελέχη της ομολογούσαν απερίφραστα ότι η επιλογή τους υπάκουε στη λογική «το ένα σαΐνι να φάει το άλλο»! Χρησιμοποιούσαν και χυδαιότερους χαρακτηρισμούς αποκαλύπτοντας ωμή και απολύτως ιδιοτελή τη λογική τους. Ιδια λογική κυριαρχεί και σήμερα: ποιος από τους υποψήφιους για την αρχηγία είναι ο πιο επιδέξιος για να «φάει» τον Τσίπρα. Είναι το μόνο που τους ενδιαφέρει.

Μοιάζει αυταπόδεικτη η πιστοποίηση ότι η Ν.Δ. δημιουργήθηκε για να είναι κόμμα προσωποπαγές. Δεν φιλοδοξούσε να κομίσει πολιτική πρόταση, κοινωνικές στοχεύσεις, διαφοροποιημένες στρατηγικές, φτιάχτηκε ως θεσμικό όργανο μόνο για να εξυπηρετήσει τις προσωπικές φιλοδοξίες του ιδρυτή της. Βέβαια, απευθυνόταν πάντοτε στα στρώματα του πληθυσμού που συγκροτούσαν άλλοτε το Λαϊκό Κόμμα, και το κόμμα εκείνο εκπροσωπούσε «παράταξη». Παρά τις παιδαριώδεις αντιφάσεις ή και ιδιοτελείς αγυρτείες των ηγετών, η λαϊκή βάση του κόμματος συνιστούσε «παράταξη», γιατί είχε άξονα συνοχής: σάρκωνε (ίσως ανεπίγνωστα, αλλά σαφέστατα) την εμμονή των ψηφοφόρων του στην ελληνική τους ιδιαιτερότητα και ιστορική συνέχεια, την αντίστασή τους στον επαρχιώτικο, ξιπασμένον από τα «φώτα» της Δύσης, βενιζελικό εθνικισμό.

Ο Κων. Καραμανλής αρνήθηκε να συνεχίσει την πολιτική παράδοση του Λαϊκού Κόμματος – ούτε και την κατάλαβε ποτέ. Φιλοδόξησε να είναι ο συνεχιστής του Βενιζελισμού με διαφορετικό πρόσημο, μιμητικό, ασαφές, αλλά στιλπνό: Διάλεξε αρχικά ως ετικέτα τον «ριζοσπαστισμό» (ΕΡΕ) και μετά τον ρητορικό γαλλισμό «Nouvelle République» (Ν.Δ.). Είχε όμως σίγουρο ταλέντο στη διαχειριστική πολιτική, σοβαρότητα και το κυρίως ηγετικό χάρισμα: να βάζει στόχους μεγαλεπήβολους. Απάλλαξε τη χώρα από τη βασιλική επιτρόπευση και πέτυχε την έγκαιρη ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ενωση.

Τον διαδέχθηκε ο ευπρεπέστατος, αλλά οδυνηρά ελλιπής στην πολιτική στρατηγική και σε κοινωνικές στοχεύσεις, Γεώργιος Ράλλης. Δεν είχε επαρκείς αντιστάσεις και σαρώθηκε από την καταιγίδα του ανδρεϊκού αμοραλισμού και λαϊκισμού. Την ίδια τύχη είχε και ο ασυγκρίτως υπέρτερος σε καλλιέργεια και πυγμή, αλλά εξίσου ανεπαρκής για να προβάλει ρεαλιστικό αντίλογο στον «κοινωνικό μετασχηματισμό» του Ανδρέα, Ευάγγελος Αβέρωφ.

Με τον Κων. Μητσοτάκη αρτιώθηκε και εδραιώθηκε ο ποθητός εκπασοκισμός της Ν.Δ.: η τυφλή απομίμηση των ανδρεϊκών τεχνασμάτων θεωρήθηκε κλειδί για την επανάκτηση της εξουσίας, αλλά κατέληξε στην πλήρη πολιτική αφασία του κόμματος. Η άλλοτε «παράταξη» του πατριωτισμού και του φιλότιμου δεν πρόβαλε ούτε καν προσχηματική αντίσταση στα ιστορικά εγκλήματα του ΠΑΣΟΚ: στην επιβολή της μονοτονικής γραφής, στην κατάργηση κάθε αξιοκρατικής ιεραρχίας, στη διαστροφή του συνδικαλισμού σε δυνάστη του κοινωνικού σώματος, στον ανήθικο και εξωφρενικό υπερδανεισμό της χώρας, στον μεθοδικό αφελληνισμό της παιδείας. Το ΠΑΣΟΚ βύθισε την ελληνική κοινωνία σε έναν κυριολεκτικό πρωτογονισμό μανιακής καταλήστευσης του κράτους από τους πολίτες και του κάθε πολίτη από τους λειτουργούς του κράτους (εφοριακούς, υπαλλήλους της πολεοδομίας, νοσοκομειακούς γιατρούς, τελωνειακούς ή όποιους άλλους), με τη Ν.Δ. να ζηλεύει ολοφάνερα το κατόρθωμα των εθνομηδενιστών και να καρτερεί να τους διαδεχθεί μιμητικά.

Μόνο ο Μιλτιάδης Εβερτ τόλμησε, στον σύντομο χρόνο της αρχηγίας του, να πει απερίφραστα: «Το κόμμα μας είναι σάπιο, οι βουλευτές μας είναι σάπιοι, η χώρα χρειάζεται μιαν ειρηνική επανάσταση». Αλλά ούτε και αυτός την τόλμησε. Στον επόμενο αρχηγό της Ν.Δ., Καραμανλή τον βραχύ, επέβαλαν οι διαφημιστές, σαν κεντρικό σύνθημα της προεκλογικής του εκστρατείας, την υπόσχεση «επανίδρυσης του κράτους». Ηταν η ευστοχότερη λεκτική αντιπρόταση στο ξέφρενο ηδονικό φαγοπότι λωποδυσίας, διαπλοκής και αυθαιρεσίας που είχε στηθεί στη χώρα με τα χρήματα ενός παρανοϊκού υπερδανεισμού. Λεκτικό πυροτέχνημα, που εγκαινίασε την πρωθυπουργία τού πιο άβουλου, νωθρού, βαριεστημένου από την άγουρη επιτυχία του και από την ίδια τη νεότητά του πολιτευτή. Με τον «Κωστάκη» (όπως ονοματικά τον αποτίμησε η λαϊκή εκφραστική) η Ν.Δ. έφτασε στην ολοκληρωτική απώλεια κάθε πολιτικής ιδιοπροσωπίας, μεταποιήθηκε σε ένα «γαλάζιο ΠΑΣΟΚ».

Ακολούθησε η περίοδος Σαμαρά – Μπαλτάκου (το απόγειο ηθικού εκπεσμού του κόμματος), που οδήγησε στη συγκυβέρνηση Ν.Δ. – ΠΑΣΟΚ: στην πλήρη πολιτική ταύτιση των δύο αυτουργών της καταστροφής κοινωνικού ιστού και κρατικής δομής στη «μεταπολιτευτική» Ελλάδα. Υποχρεώθηκαν οι δύο αυτουργοί να συλλειτουργήσουν στον εξευτελιστικότερο από τους ρόλους που επιφύλαξε η «νέμεσις» σε επαγγελματίες της εξουσίας: να «συγκυβερνήσουν» (τάχα μου) υπό διεθνή επιτροπεία.

Τη διαδοχή σε αυτή την εκδοχή και παράδοση ηγεσίας, στο κόμμα της Ν.Δ., διεκδικούν τώρα ο Αδωνις Γεωργιάδης, ο Ευάγγελος Μεϊμαράκης, ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ο Απόστολος Τζιτζικώστας. Διερωτάται ο έννους πολίτης, ποιο είναι το επίπεδο αυτογνωσίας και επαφής με την πραγματικότητα αυτών των ανθρώπων; Κανένας τους δεν μιλάει για κοινωνικούς στόχους του κόμματος, για πολιτικές στρατηγικές, για αναγκαίες μεταρρυθμιστικές τομές, για λογοδοσία όσων υπήρξαν αυτουργοί ειδεχθών κοινωνικών εγκλημάτων. Ολοι μιλάνε τη γλώσσα των κερκίδων και με τα κριτήρια των κερκίδων, όλοι αυτοπροβάλλονται σαν ικανοί να γίνουν ο μονομάχος «αντι-Τσίπρας».

Η στοιχειώδης σοβαρότητα, λογική και αυτοσεβασμός των εκλεκτόρων δοκιμάζονται οδυνηρά. Ο Αδωνις Γεωργιάδης μοιάζει ένα ενθουσιώδες προσκοπάκι, με φανατισμό νεοπροσήλυτου στο κόμμα και επικίνδυνα περιορισμένη κατάρτιση ή ωριμότητα. Ο Ευ. Μεϊμαράκης έχει φωραθεί δύο φορές από τις τηλεοπτικές κάμερες να βωμολοχεί με λεξιλόγιο του υποκόσμου, απίστευτης χυδαιότητας – αναγκάστηκε γι’ αυτό να παραιτηθεί από πρόεδρος της Βουλής και ο κ. Σαμαράς δεν έκανε δεκτή την παραίτησή του. Ο Απ. Τζιτζικώστας είναι ευπρεπέστατος, καλός διαχειριστής, αλλά μόνον αερολογεί με γενικότητες και αφελείς κοινοτοπίες. Ο Κ. Μητσοτάκης, μάλλον ο σοβαρότερος και ευφυέστερος, αυτοακυρώνεται με μόνη την προσαρμογή του στη λογική και στους στόχους αυτής της «αρχηγικής» αναμέτρησης.

Είναι ανάγκη κάποιο καινούργιο όραμα να γεννήσει λαϊκή «παράταξη».
http://www.yannaras.gr/poio-komma-tha-gennisei-parataksi/#more-867