Μαθηματικός, εφευρέτης, μηχανικός, αστρονόμος, από τους επιφανέστερους της αρχαιότητας. Θεμελιωτής της Θεωρητικής Μηχανικής και ο μεγαλύτερος εφευρέτης της εποχής του (287-212). Ήταν γόνος πλούσιας και σπουδαίας οικογένειας, γιος του αστρονόμου Φειδία και συγγενής του τυράννου των Συρακουσών, σύμφωνα με τη γνωστή παράδοση.
Ταξίδεψε στην Αίγυπτο όπου σπούδασε στην Αλεξάνδρεια που ήταν τότε το πνευματικό κέντρο της εποχής. Δάσκαλοί του στη μαθηματική επιστήμη ήταν οι διάδοχοι του Ευκλείδη. Έγινε μάλιστα φίλος με το διάσημο μαθηματικό Κόνωνα το Σάμιο. Είχε επιστημονική επαφή με τον Ερατοσθένη της Κυρήνειας, διευθυντή της βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας.
Επιστέφοντας στις Συρακούσες αφιερώθηκε στη μαθηματική έρευνα και στην πραγματοποίηση διαφόρων μηχανικών εφευρέσεων.
Οι εφευρέσεις του τον έκαναν διάσημο και έφτασαν μέχρι εμάς μέσα από την παράδοση και τα έργα μεταγενέστερων.
Η ιστορία και ο θρύλος αναφέρουν περισσότερα για τις μηχανικές επινοήσεις του Αρχιμήδη παρά για τα θεωρητικά και μαθηματικά επιτεύγματα. Οι μηχανές που επινόησε χρησιμοποιήθηκαν με σημαντικά αποτελέσματα εναντίον των Ρωμαίων στην πολιορκία των Συρακουσών.
Επινόησε καταπέλτες τόσο έξυπνα κατασκευασμένους ώστε είχαν και μακρινή και κοντινή εμβέλεια.
Ακόμη κατασκεύασε μηχανές για εκτόξευση βλημάτων δια μέσω οπών κατασκευασμένων στα τείχη (τηλεβόλα). Κατασκεύασε πρωτότυπες βλητικές μηχανές και άρπαγες με τις οποίες συλλάμβανε τα ρωμαϊκά πλοία και αφού τα σήκωνε ψηλά μετά τα κατέστρεφε. Ακόμη κάτοπτρα με τα οποία συγκέντρωνε τις ακτίνες του ήλιου πάνω στα εχθρικά πλοία τα οποία και έκαιγε.
Η συμβολή του Αρχιμήδη στην ανάπτυξη της Μηχανικής συνίσταται πέρα από την επινόηση των τροχαλιών, του πολύσπαστου και των οδοντωτών τροχών και ενός ιδιόμορφου αντλητικού συγκροτήματος, στην έλικα που φέρει το όνομά του. Ακόμη η επακριβής διατύπωση των νόμων των μοχλών και των ισορροπιών ή κέντρα βαρών. Εδώ υπάρχει και η περίφημη πρόταση: « σύμμετρα μεγέθη ισορροπούν σε αποστάσεις αντιστρόφως ανάλογες προς το βάρος τους».
Σε σχέση με τους μοχλούς και τις δυνατότητές τους μας αναφέρει τη φράση: «δος μοι πα στω και ταν γαν κινάσω». Απέδειξε στον Ιέρωνα ότι με ένα σύστημα τροχαλιών – οδοντωτών τροχών και μοχλών μπορεί να μετακινήσει ένα τεράστιο πλοίο με όλο το πλήρωμα μέσα, μόνος του. Ήταν ακόμη ο ίδιος που σχεδίασε και επιμελήθηκε τη ναυπήγηση του πλοίου.
Ανέλαβε, μετά από εντολή του Ιέρωνα, την οχύρωση της πόλης και διηύθυνε ο ίδιος την άμυνά της εναντίον των Ρωμαίων.
Στην Αστρονομία, ο Λίβιος μας λέει ότι ο Αρχιμήδης είναι «μοναδικός παρατηρητής του ουρανού και των αστέρων». Ο Ίπαρχος μας λέει ότι ο Αρχιμήδης ασχολήθηκε με τη μελέτη των ηλιοστασίων καθώς και με τον υπολογισμό της διάρκειας του έτους.
Ο Μακρόβιος αναφέρει ότι ο Αρχιμήδης ανακάλυψε τις αποστάσεις των πλανητών, ενώ στο έργο «Ψαμμίτης» περιγράφει τη συσκευή μέσω της οποίας μέτρησε τη φαινομενική γωνιακή διάμετρο του ήλιου.
Ο Κικέρων αναφέρεται με θαυμασμό για τον Αρχιμήδη στα «Κατοπτρικά».
Στα Μαθηματικά, που ο ίδιος θεωρούσε ως τα πιο σημαντικά ,παρουσίασε τη μέθοδο του προσδιορισμού του αριθμού π. Τελειοποίησε το ελληνικό σύστημα αρίθμησης και παρουσίασε μία μέθοδο παράστασης των πολύ μεγάλων αριθμών. Ασχολήθηκε με τη διαφορική Γεωμετρία, βρήκε τους τύπους πρόσθεσης και αφαίρεσης τόξων. Υπολόγισε το εμβαδόν της σφαίρας και του κυλίνδρου. Μελέτησε διάφορα στερεά εκ περιστροφής, όπως τα στερεά που παράγονται από περιστροφή έλλειψης υπερβολής και παραβολής γύρω από έναν άξονα.
Στη Γεωμετρία, το έργο του Αρχιμήδη αποτελείται κατά κύριο λόγο από πρωτότυπες μελέτες σχετικά με τον τετραγωνισμό των καμπυλόγραμμων επίπεδων σχημάτων, καθώς και με τον τετραγωνισμό και τον κυβισμό καμπύλων επιφανειών.
Τέλος επινόησε στο σύνολό της την Υδροστατική Επιστήμη, την οποία ανέπτυξε πλήρως.
Οι μελέτες του αναπαριστούν ένα σύνολο μαθηματικών και γεωμετρικών επιτευγμάτων, το οποίο δεν ξεπέρασε κανείς στην ανθρώπινη ιστορία.
Όπως αναφέρει ο Πλούταρχος για τον Αρχιμήδη «δεν είναι δυνατόν να βρεθούν στη Γεωμετρία δυσκολότερα και πιο βασανιστικά ερωτήματα ή αποδείξεις, διατυπωμένα σε μορφή απλούστερων και σαφέστερων προτάσεων.»
Όπως αναφέρει ο Wallis « ο Αρχιμήδης αφήνει ένα συγκεκριμένο μυστήριο να καλύπτει τον τρόπο με τον οποίο κατέληγε στα αποτελέσματά του. Είναι σαν να είχε καλύψει σκοπίμως τα ίχνη του, τα ίχνη των ερευνών του, σα να ήταν απρόθυμος να αποκαλύψει το μυστικό της μεθόδου έρευνάς του στους μεταγενέστερους, ενώ επιθυμούσε να αποσπάσει τη συναίνεσή τους για τα αποτελέσματά του».
Και πάλι ο Wallis μας αναφέρει: «ο Αρχιμήδης, αλλά και οι πιο σημαντικοί αρχαίοι επιστήμονες, έκρυβαν από τους μεταγενέστερους τη μέθοδο ανάλυσης που χρησιμοποιούσαν ‘ώστε οι πιο σύγχρονοι μαθηματικοί να θεωρούν ευκολότερο να επινοήσουν μία νέα ανάλυση παρά να αναζητήσουν την παλιά».
Ο ίδιος ο Αρχιμήδης, ως φορέας ενός ανώτερου φιλοσοφικού πνεύματος, θεωρούσε ταπεινή και ανάξια κάθε τέχνη που εξυπηρετούσε πρακτικές ανάγκες ή αποσκοπούσε στο οικονομικό κέρδος. Γι` αυτό και έστρεψε όλη του την προσοχή και τις επιδιώξεις στους καθαρούς στοχασμούς, χωρίς να καταδεχτεί να αφήσει κάποιο γραπτό στοιχείο για τις τεχνολογικές του ανακαλύψεις, με μοναδική εξαίρεση όσες αναφέρονται στο έργο του «περί σφαιροποιίας». Δεν είναι καθόλου τυχαίο λοιπόν ΄το ότι ο Κικέρων αργότερα βρήκε τον τάφο του και πάνω μία αναπαράσταση ενός κυλίνδρου περιγεγραμμένου σε σφαίρα με μία περιγραφή που έδινε το λόγο του κυλίνδρου προς τη σφαίρα.
Όπως για τον Πυθαγόρα και τον Πλάτωνα, έτσι και για τον Αρχιμήδη, οι μορφές και τα απτά πράγματα είναι σκιές ή πιο χοντροειδείς καταστάσεις ανώτερων ιδεών. Γι` αυτό το λόγο, μία οντότητα αυτού του μεγέθους, ορθά θεωρεί ότι η αλήθεια βρίσκεται στις ιδέες και σε πιο λεπτά νοητικά επίπεδα και με αυτές είναι που πρέπει να ασχολείται. Έτσι ένας ανώτερος άνθρωπος δεν επικεντρώνεται στη σκιά αλλά σε αυτό που παράγει τη σκιά. Ακόμη και ο θάνατός του τον βρήκε ενώ στοχαζόταν πάνω σε κάποια σχήματα που είχα σχεδιάσει πάνω στο χώμα. Όταν τον πλησίασε ο Ρωμαίος στρατιώτης αυτός του είπε: « Άνθρωπε μείνε μακριά από το σχήμα μου». Ο στρατιώτης εξαγριωμένος τον σκότωσε.
Αναγνώστες
Παρασκευή 27 Μαΐου 2011
Πέμπτη 26 Μαΐου 2011
Γιάννης Βαρβέρης
Ξαφνικά και σε ηλικία 56 ετών
Πέθανε ξαφνικά χθες το βράδυ στα 56 του χρόνια και από ανακοπή καρδιάς ο πολυβραβευμένος ποιητής Γιάννης Βαρβέρης.
Ο Γιάννης Βαρβέρης σπούδασε νομικά, εξέδωσε έντεκα βιβλία ποίησης, καθώς και μεταφράσεις ξένης λογοτεχνίας και αττικής κωμωδίας.
Το 1976 ξεκίνησε να γράφει κριτική θεάτρου και τα κείμενά του έχουν συγκεντρωθεί σε έξι τόμους.
Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε ανθολογίες στα αγγλικά, στα γαλλικά, στα γερμανικά, στα ιταλικά, στα ισπανικά και στα ρουμάνικα.
Το 1996 του απονεμήθηκε το Κρατικό Βραβείο Κριτικής - Δοκιμίου. Το 2001 του απονεμήθηκε το Βραβείο Καβάφη για την ποιητική συλλογή «Ποιήματα 1975-1996» (Κέδρος, 2000).
Το 2002 του απονεμήθηκε το Βραβείο Ποίησης του περιοδικού «Διαβάζω» για την ποιητική συλλογή «Στα ξένα» (Κέδρος, 2001), ενώ το 2010 τιμήθηκε με το Βραβείο Ποίησης του Ιδρύματος Πέτρου Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών, για το σύνολο του ποιητικού του έργου.
Πέθανε ξαφνικά χθες το βράδυ στα 56 του χρόνια και από ανακοπή καρδιάς ο πολυβραβευμένος ποιητής Γιάννης Βαρβέρης.
Ο Γιάννης Βαρβέρης σπούδασε νομικά, εξέδωσε έντεκα βιβλία ποίησης, καθώς και μεταφράσεις ξένης λογοτεχνίας και αττικής κωμωδίας.
Το 1976 ξεκίνησε να γράφει κριτική θεάτρου και τα κείμενά του έχουν συγκεντρωθεί σε έξι τόμους.
Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε ανθολογίες στα αγγλικά, στα γαλλικά, στα γερμανικά, στα ιταλικά, στα ισπανικά και στα ρουμάνικα.
Το 1996 του απονεμήθηκε το Κρατικό Βραβείο Κριτικής - Δοκιμίου. Το 2001 του απονεμήθηκε το Βραβείο Καβάφη για την ποιητική συλλογή «Ποιήματα 1975-1996» (Κέδρος, 2000).
Το 2002 του απονεμήθηκε το Βραβείο Ποίησης του περιοδικού «Διαβάζω» για την ποιητική συλλογή «Στα ξένα» (Κέδρος, 2001), ενώ το 2010 τιμήθηκε με το Βραβείο Ποίησης του Ιδρύματος Πέτρου Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών, για το σύνολο του ποιητικού του έργου.
Τετάρτη 25 Μαΐου 2011
Κάντε ησυχία μην ξυπνήσουμε τους Έλληνες!
Κάντε ησυχία μην ξυπνήσουμε τους Έλληνες! -
Γίναμε σύνθημα στα χείλη των Ισπανών διαδηλωτών...
Με το σύνθημα Κάντε ησυχία μην ξυπνήσουμε τους Έλληνες ,
οι Ισπανοί συγκεντρωμένοι διαδηλωτές στη Μαδρίτη
μας χλευάζουν για την απάθειά μας.
Γίναμε σύνθημα στα χείλη των Ισπανών διαδηλωτών...
Με το σύνθημα Κάντε ησυχία μην ξυπνήσουμε τους Έλληνες ,
οι Ισπανοί συγκεντρωμένοι διαδηλωτές στη Μαδρίτη
μας χλευάζουν για την απάθειά μας.
Παρασκευή 20 Μαΐου 2011
"Παλάτι του Τσαουσέσκου".
Κοινό χαρακτηριστικό των ολοκληρωτικών καθεστώτων είναι το παραλήρημα μεγαλείου και η προσωπολατρεία. Αυτά εκδηλώνονται με τη μνημειακή κρατική αρχιτεκτονική, η οποία προβάλλει την ισχύ του καθεστώτος. Πρωτοπόρος αυτής της ιδεολογίας υπήρξε ο Νικολάε Τσαουσέσκου, Πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Ρουμανίας και Γενικός Γραμματέας του Ρουμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος (ο οποίος ήταν νομίμως εκλεγμένος και όχι δικτάτωρ, σύμφωνα πάντα με τα κομμουνιστικά δεδομένα). Μετά την υποχρεωτική κρατικοποίηση της γης, συνέλαβε ένα μεγαλοπρεπές σχέδιο: τον εξορθολογισμό (rationalizare) των αστικών και αγροτικών οικισμών, που θα οδηγούσε τη χώρα του στη "Χρυσή Εποχή
Ο καταστροφικός σεισμός του 1977 που έπληξε την πρωτεύουσα Βουκουρέστι και μεγάλο μέρος του νότου της χώρας, του έδωσε την ευκαιρία να βάλει τα σχέδιά του σε εφαρμογή. Έχοντας ως πρότυπο την πρωτεύουσα της Βορείου Κορέας Πυονγκ Γιάνγκ, αποφάσισε την ανοικοδόμηση του Βουκουρεστίου. Τον τετραετούς διάρκειας διαγωνισμό κέρδισε η 28χρονη Άνκα Πετρέσκου.
Αρχικά ισοπεδώθηκαν, με συνοπτικές διαδικασίες αποβολής των 40.000 κατοίκων από τα σπίτια τους, 7 τετραγωνικά χιλιόμετρα από την έκταση της παλιάς πόλεως του Βουκουρεστίου, που αντιστοιχούν με την έκταση της Βενετίας. Σε αυτήν βρίσκονταν πλήθος μνημείων του Ρουμανικού έθνους: μοναστήρια και εκκλησίες, νοσοκομεία, δημόσια κτήρια και οικίες αξιόλογης αρχιτεκτονικής, τα οποία έδιναν στο Βουκουρέστι επαξίως τον τίτλο "Παρίσι της Ανατολής". Μεταξύ αυτών και αξιολογότατα μνημεία της εποχής των Φαναριωτών, όπως η Μονή Βακαρέστι, μνημείο της Ουνέσκο, το Νοσοκομείο Μπρινκοβεάνου, ο μοναδικός λόφος της πόλεως με τη Μονή Μιχαήλ Βόδα, που στέγαζε τα Αρχεία του Κράτους και πλήθος άλλων.
Τίποτε από αυτά δε συγκίνησε τον μεγαλομανή ηγέτη. Μόνο κάποιες εκκλησίες γλύτωσαν, αλλά μεταφέρθηκαν σε νέες θέσεις, πίσω από τις πολυκατοικίες που στέγαζαν κομματικά στελέχη, για να μην είναι ορατές και διαταράσσουν τη σοσιαλιστική αρμονία. Η τεχνολογία μεταφοράς κτηρίων που είδαμε τα τελευταία χρόνια και στην Ελλάδα είναι ρουμανική, και οφείλεται στα σχέδια του Τσαουσέσκου. Στη θέση των γραφικών συνοικιών που βρίσκονταν εκατέρωθεν του ποταμού Ντιμπόβιτσα, άρχισε να διαμορφώνεται το νέο, σοσιαλιστικό διοικητικό κέντρο της Ρουμανίας, ένα κράτος εν κράτει. Έμβλημά του, το "Σπίτι του Λαού" (Casa Poporului), στο οποίο οδηγούσε μία μεγαλοπρεπής λεωφόρος με το βαρύγδουπο όνομα "Νίκη του Σοσιαλισμού" (Victoria Socialismului), που περιβαλλόταν από πολυκατοικίες για την κομματική νομενκλατούρα. Το κτήριο αυτό αρχικά προοριζόταν για να στεγάσει το Προεδρικό Μέγαρο, τη Βουλή και τη Γερουσία, καθώς και όλα τα Υπουργεία, ήταν δηλαδή ένα συγκεντρωτικό διοικητικό κτήριο απίστευτης χλιδής. Φυσικά, μόνο σπίτι του λαού δεν ήταν, καθώς ο λαός το αποκαλούσε εύστοχα "Παλάτι του Τσαουσέσκου".
Η ανέγερσή του ξεκίνησε το 1983. Το μέγεθός του είναι ασύλληπτα μεγάλο: έχει διαστάσεις 270Χ240 μέτρα, ύψος 84 μέτρα, και βάθος 92 μέτρα. Καλύπτει επιφάνεια 66.000 τετραγωνικών μέτρων, ενώ το συνολικό εμβαδόν του ανέρχεται στα 330.000 τετραγωνικά μέτρα και έχει όγκο 2.550.000 κυβικά μέτρα. Έχει 12 ορόφους και 8 υπόγεια. Είναι το δεύτερο μεγαλύτερο διοικητικό κτήριο στον κόσμο, μετά το αμερικανικό Πεντάγωνο, και το τρίτο σε όγκο, μετά τη βάση εκτοξεύσεως πυραύλων του Ακρωτηρίου Κανάβεραλ στη Φλόριδα των ΗΠΑ και την πυραμίδα του Κετζαλκοάτλ στο Μεξικό.
Για το σχεδιασμό και την ανοικοδόμησή του απασχολήθηκαν μόνο ρουμανικά χέρια και χρησιμοποιήθηκαν αποκλειστικά ρουμανικά υλικά. Τα καλύτερα μάρμαρα, ξύλα, μέταλλα, κρύσταλλα, γυαλιά, δέρματα και οι καλύτεροι τεχνίτες της χώρας συνέβαλαν στην ανοικοδόμηση αυτού του μεγαλοπρεπούς κτηρίου, το οποίο στεγάζει το μεγαλύτερο χαλί και τον μεγαλύτερο πολυέλαιο του κόσμου. Επειδή μάλιστα το χαλί, εάν μεταφερόταν από αλλού, θα καταστρεφόταν από το βάρος του, κατασκευάστηκε επί τόπου. Κάθε ένα από τα 1000 δωμάτιά του έχει μοναδικό διάκοσμο. Ένα εκατομμύριο τετραγωνικά μέτρα μαρμάρου καλύπτουν τις επιφάνειές του και 2.800 πολυέλαιοι το φωτίζουν. Επτακόσιοι αρχιτέκτονες και είκοσι χιλιάδες εργάτες δούλευαν επί εικοσιτετραώρου βάσεως για την κατασκευή του.
Όλα αυτά έλαβαν τέλος με την επανάσταση του Ρουμανικού λαού, που έζησε μια πραγματική λιμοκτονία από το 1980 έως το Δεκέμβριο του 1989, προκειμένου να πραγματοποιηθούν τα σχέδια του συντρόφου Τσαουσέσκου. Η μεταπολίτευση το βρήκε ημιτελές και ακολούθησε μεγάλος προβληματισμός για την τύχη του κτηρίου που εξέφραζε τη μεγαλομανία του, αλλά και τη δημιουργικότητα του Ρουμανικού λαού. Προτάθηκε να πωληθεί στο ΝΑΤΟ, προκειμένου να αποτελέσει την έδρα του. Τελικά αποφασίστηκε ότι ήταν πιο συμφέρον να αποπερατωθεί σύμφωνα με τα αρχικά σχέδια, παρά να πάνε χαμένοι οι κόποι και τα χρήματα του λαού.
Τελικά από τη δεκαετία του 1990 και μετά από νέες θυσίες και έξοδα, στέγασε τη Βουλή και τη Γερουσία, άλλες κρατικές υπηρεσίες και το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης. Καθώς ένα μέρος του είναι επισκέψιμο από το κοινό, αποτελεί έναν από τα πλέον ενδιαφέροντα αξιοθέατα της πόλεως.
Ετικέτες
"Παλάτι του Τσαουσέσκου".
Πέμπτη 5 Μαΐου 2011
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ (1900 - 1971) Ο Γιώργος Σεφέρης (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Γιώργου Σεφεριάδη) γεννήθηκε στη Σμύρνη, γιος του δικηγόρου και διδάκτορα της Νομικής Σχολής του Παρισιού Στέλιου Σεφεριάδη και της Δέσπως το γένος Γιωργάκη Τενεκίδη. Είχε δύο μικρότερα αδέρφια την Ιωάννα (μετέπειτα σύζυγο του Κωνσταντίνου Τσάτσου) και τον Άγγελο.
Η πανεπιστημιακή καριέρα του πατέρα του υπήρξε λαμπρή και κατέληξε το 1933 στην αναγόρευσή του ως Πρύτανη του Πανεπιστημίου Αθηνών και Ακαδημαϊκού. Μετά το ξέσπασμα του πρώτου παγκοσμίου πολέμου το 1914 η οικογένεια Σεφεριάδη εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Στην Αθήνα ο Σεφέρης τέλειωσε το Πρότυπο Κλασικό Γυμνάσιο. Από το 1918 ως το 1924 έζησε στο Παρίσι όπου σπούδασε νομικά και ήρθε σε επαφή με τη σύγχρονή του γαλλική λογοτεχνική παραγωγή.
Στο Παρίσι συνεργάστηκε με το φοιτητικό περιοδικό Βωμός (με το ψευδώνυμο Γιώργος Σκαλιώτης), έδωσε μια διάλεξη για τον Jan Moreas στο Σύλλογο Ελλήνων Σπουδαστών και άρχισε να γράφει ποιήματα στα γαλλικά και τα ελληνικά. Το καλοκαίρι του 1924 μετά την αποφοίτησή του από το πανεπιστήμιο έφυγε για το Λονδίνο, όπου έμεινε ως το χειμώνα του επόμενου χρόνου. Εκεί έγραψε το ποίημα Fog. Μετά την επιστροφή του στην Αθήνα άρχισε να γράφει το Ημερολόγιο, και το γνωστό ως Έξι νύχτες στην Ακρόπολη πεζογράφημα και πρωτοδιάβασε τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη.
Το 1926 πέθανε η μητέρα του και στις 29 Δεκεμβρίου του ίδιου χρόνου ο Σεφέρης διορίστηκε ακόλουθος του Υπουργείου Εξωτερικών. Το 1928 δημοσιεύτηκε η μετάφρασή του από το έργο του Βαλερύ Μια νύχτα με τον κ.Τεστ στη Νέα Εστία. Τον ίδιο χρόνο έγραψε Το ύφος μιας μέρας και το Γράμμα του Μαθιού Πασκάλη. Το 1931 κυκλοφόρησε η πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο Στροφή, για την οποία ο Παλαμάς δημοσίευσε επιστολή στη Νέα Εστία.
Διορίστηκε υποπρόξενος και στη συνέχεια πρόξενος στο Γενικό Προξενείο του Λονδίνου, όπου παρέμεινε ως το 1934. Το 1932 δημοσίευσε τη Στέρνα και το 1935 το Μυθιστόρημα, και τα δύο σε περιορισμένα αντίτυπα. Το 1936 δημοσίευσε το βιβλίο Θ.Σ.Έλιοτ και διορίστηκε Πρόξενος στην Κορυτσά, όπου έμεινε ως το 1937, που ταξίδεψε στο Βουκουρέστι για το Συνέδριο Διαβαλκανικού Τύπου. Τότε πραγματοποιήθηκε και η πρώτη μετάφραση ποιήματός του στα γαλλικά από την Έλλη Λαμπρίδη.
Το 1938 διορίστηκε προϊστάμενος της Διευθύνσεως Εξωτερικού Τύπου στην Αθήνα και ένα χρόνο αργότερα γνωρίστηκε με τον Αντρέ Ζιντ στο σπίτι του Κ.Θ.Δημαρά και ταξίδεψε στη Ρουμανία με τον Τ.Παπατσώνη.
Το 1940 εξέδωσε τα Ημερολόγιο Καταστρώματος Α’, Ποιήματα 1 και Τετράδιο Γυμνασμάτων (1928-1937). Τον ίδιο χρόνο υπέγραψε μανιφέστο κατά του Ιταλικού Φασισμού και το διάγγελμα του βασιλιά μαζί με το Νικολούδη. Το 1941 παντρεύτηκε τη Μαρώ Ζάννου, εξέδωσε το Χειρόγραφο Σεπτ. ‘41 και ταξίδεψε με την ελληνική κυβέρνηση στη Σούδα, την Αίγυπτο και τη Νότιο Αφρική.
Το 1942 εκδόθηκε στην Αλεξάνδρεια η Λύρα του Κάλβου με πρόλογο του Σεφέρη. Ταξίδεψε στην Ιερουσαλήμ και μετατέθηκε στο Κάιρο (Διεύθυνση Τύπου και Πληροφοριών της Ελληνικής Κυβέρνησης). Το 1943 έδωσε διαλέξεις για τον Παλαμά και το Μακρυγιάννη στο Κάιρο και την Αλεξάνδρεια και γνωρίστηκε με το Στρατή Τσίρκα.
Το 1944 εκδόθηκαν οι Δοκιμές στο Κάιρο και το Ημερολόγιο Καταστρώματος Β’. Ταξίδεψε με την κυβέρνηση στην Ιταλία και τον Οκτώβρη επέστρεψε στην Ελλάδα. Το 1945 διετέλεσε διευθυντής του πολιτικού γραφείου του Αντιβασιλέα Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού και διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου.
Το 1946 γνωρίστηκε με τον Eluard , εξέδωσε τον Ερωτόκριτο, την Κίχλη και διάβασε τη μελέτη του Καβάφης - Έλιοτ · Παράλληλοι στο Βρετανικό Συμβούλιο της Αθήνας.
Το 1947 τιμήθηκε με το έπαθλο Παλαμά και ένα χρόνο αργότερα παραιτήθηκε μαζί με πολλούς άλλους συγγραφείς από την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών, τονίζοντας τη φθορά που είχε υποστεί ο θεσμός. Διορίστηκε σύμβουλος πρεσβείας στην Άγκυρα.
Το 1949 εκδόθηκε η μετάφρασή του από ποιήματα του Έλιοτ με τίτλο Η έρημη χώρα και άλλα ποιήματα. Το 1950 πέθανε ο αδερφός του Άγγελος στην Αμερική. Τον ίδιο χρόνο ο Σεφέρης ταξίδεψε στη Μικρά Ασία και την Κωνσταντινούπολη. Τον επόμενο χρόνο πέθανε ο πατέρας του · διορίστηκε σύμβουλος στην πρεσβεία του Λονδίνου.
Το 1952 μετατέθηκε στη Βηρυτό και το 1953 πραγματοποίησε το πρώτο του ταξίδι στην Κύπρο μαζί με τη γυναίκα του (ακολούθησε δεύτερο ταξίδι τον επόμενο χρόνο και τρίτο το 1955).
Το 1956 έγινε διευθυντής στην Β’ Πολιτική Διεύθυνση του Υπουργείου Εξωτερικών και το 1957 συμμετείχε στη συζήτηση για το Κυπριακό στη Νέα Υόρκη. Τότε διορίστηκε πρεσβευτής στο Λονδίνο, όπου παρέμεινε ως το 1962.
Το 1960 ανακηρύχτηκε επίτιμος διδάκτωρ των γραμμάτων από το πανεπιστήμιο του Cambridge, το 1961 τιμήθηκε με το βραβείο Foyle και το 1963 με το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας. Ένα χρόνο αργότερα αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτωρ των Πανεπιστημίων Θεσσαλονίκης και Οξφόρδης και ταξίδεψε στην Ισπανία.
Το 1964 δημοσιεύτηκε η μετάφρασή του από το Άσμα ασμάτων και οι Αντιγραφές. Τότε γνωρίστηκε με τον Ezra Pound, ενώ ένα χρόνο αργότερα δημοσιεύτηκαν τα Τρία Κρυφά ποιήματα και εκδόθηκε η μετάφραση της Αποκάλυψης του Ιωάννη.
Το 1969 δημοσιεύτηκε η δήλωσή του κατά της χούντας του Παπαδόπουλου και ο Σεφέρης παύτηκε από πρέσβης επί τιμή, ενώ του απαγορεύτηκε και να κάνει χρήση του διπλωματικού του διαβατηρίου. Το 1971 έγραψε το τελευταίο του ποίημα με τίτλο Επί ασπαλάθων.
Πέθανε το Σεπτέμβρη του ίδιου χρόνου. Είχε προηγουμένως υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση στο δωδεκαδάκτυλο. Την κηδεία του παρακολούθησαν χιλιάδες κόσμου.
Ο Γιώργος Σεφέρης υπήρξε ηγετική μορφή στην ποίηση και τη θεωρία της λογοτεχνίας στην Ελλάδα του εικοστού αιώνα. Με τη σκέψη και τη δημιουργία του ανανέωσε ριζικά τον προσανατολισμό της νεοελληνικής λογοτεχνίας, συνδυάζοντας βαθιά γνώση της παράδοσης και των παγκόσμιων ιδεολογικών ρευμάτων και προτάσσοντας το αίτημα της ελληνικότητας στα πλαίσια της ευρωπαϊκής πραγματικότητας.
Η πανεπιστημιακή καριέρα του πατέρα του υπήρξε λαμπρή και κατέληξε το 1933 στην αναγόρευσή του ως Πρύτανη του Πανεπιστημίου Αθηνών και Ακαδημαϊκού. Μετά το ξέσπασμα του πρώτου παγκοσμίου πολέμου το 1914 η οικογένεια Σεφεριάδη εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Στην Αθήνα ο Σεφέρης τέλειωσε το Πρότυπο Κλασικό Γυμνάσιο. Από το 1918 ως το 1924 έζησε στο Παρίσι όπου σπούδασε νομικά και ήρθε σε επαφή με τη σύγχρονή του γαλλική λογοτεχνική παραγωγή.
Στο Παρίσι συνεργάστηκε με το φοιτητικό περιοδικό Βωμός (με το ψευδώνυμο Γιώργος Σκαλιώτης), έδωσε μια διάλεξη για τον Jan Moreas στο Σύλλογο Ελλήνων Σπουδαστών και άρχισε να γράφει ποιήματα στα γαλλικά και τα ελληνικά. Το καλοκαίρι του 1924 μετά την αποφοίτησή του από το πανεπιστήμιο έφυγε για το Λονδίνο, όπου έμεινε ως το χειμώνα του επόμενου χρόνου. Εκεί έγραψε το ποίημα Fog. Μετά την επιστροφή του στην Αθήνα άρχισε να γράφει το Ημερολόγιο, και το γνωστό ως Έξι νύχτες στην Ακρόπολη πεζογράφημα και πρωτοδιάβασε τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη.
Το 1926 πέθανε η μητέρα του και στις 29 Δεκεμβρίου του ίδιου χρόνου ο Σεφέρης διορίστηκε ακόλουθος του Υπουργείου Εξωτερικών. Το 1928 δημοσιεύτηκε η μετάφρασή του από το έργο του Βαλερύ Μια νύχτα με τον κ.Τεστ στη Νέα Εστία. Τον ίδιο χρόνο έγραψε Το ύφος μιας μέρας και το Γράμμα του Μαθιού Πασκάλη. Το 1931 κυκλοφόρησε η πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο Στροφή, για την οποία ο Παλαμάς δημοσίευσε επιστολή στη Νέα Εστία.
Διορίστηκε υποπρόξενος και στη συνέχεια πρόξενος στο Γενικό Προξενείο του Λονδίνου, όπου παρέμεινε ως το 1934. Το 1932 δημοσίευσε τη Στέρνα και το 1935 το Μυθιστόρημα, και τα δύο σε περιορισμένα αντίτυπα. Το 1936 δημοσίευσε το βιβλίο Θ.Σ.Έλιοτ και διορίστηκε Πρόξενος στην Κορυτσά, όπου έμεινε ως το 1937, που ταξίδεψε στο Βουκουρέστι για το Συνέδριο Διαβαλκανικού Τύπου. Τότε πραγματοποιήθηκε και η πρώτη μετάφραση ποιήματός του στα γαλλικά από την Έλλη Λαμπρίδη.
Το 1938 διορίστηκε προϊστάμενος της Διευθύνσεως Εξωτερικού Τύπου στην Αθήνα και ένα χρόνο αργότερα γνωρίστηκε με τον Αντρέ Ζιντ στο σπίτι του Κ.Θ.Δημαρά και ταξίδεψε στη Ρουμανία με τον Τ.Παπατσώνη.
Το 1940 εξέδωσε τα Ημερολόγιο Καταστρώματος Α’, Ποιήματα 1 και Τετράδιο Γυμνασμάτων (1928-1937). Τον ίδιο χρόνο υπέγραψε μανιφέστο κατά του Ιταλικού Φασισμού και το διάγγελμα του βασιλιά μαζί με το Νικολούδη. Το 1941 παντρεύτηκε τη Μαρώ Ζάννου, εξέδωσε το Χειρόγραφο Σεπτ. ‘41 και ταξίδεψε με την ελληνική κυβέρνηση στη Σούδα, την Αίγυπτο και τη Νότιο Αφρική.
Το 1942 εκδόθηκε στην Αλεξάνδρεια η Λύρα του Κάλβου με πρόλογο του Σεφέρη. Ταξίδεψε στην Ιερουσαλήμ και μετατέθηκε στο Κάιρο (Διεύθυνση Τύπου και Πληροφοριών της Ελληνικής Κυβέρνησης). Το 1943 έδωσε διαλέξεις για τον Παλαμά και το Μακρυγιάννη στο Κάιρο και την Αλεξάνδρεια και γνωρίστηκε με το Στρατή Τσίρκα.
Το 1944 εκδόθηκαν οι Δοκιμές στο Κάιρο και το Ημερολόγιο Καταστρώματος Β’. Ταξίδεψε με την κυβέρνηση στην Ιταλία και τον Οκτώβρη επέστρεψε στην Ελλάδα. Το 1945 διετέλεσε διευθυντής του πολιτικού γραφείου του Αντιβασιλέα Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού και διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου.
Το 1946 γνωρίστηκε με τον Eluard , εξέδωσε τον Ερωτόκριτο, την Κίχλη και διάβασε τη μελέτη του Καβάφης - Έλιοτ · Παράλληλοι στο Βρετανικό Συμβούλιο της Αθήνας.
Το 1947 τιμήθηκε με το έπαθλο Παλαμά και ένα χρόνο αργότερα παραιτήθηκε μαζί με πολλούς άλλους συγγραφείς από την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών, τονίζοντας τη φθορά που είχε υποστεί ο θεσμός. Διορίστηκε σύμβουλος πρεσβείας στην Άγκυρα.
Το 1949 εκδόθηκε η μετάφρασή του από ποιήματα του Έλιοτ με τίτλο Η έρημη χώρα και άλλα ποιήματα. Το 1950 πέθανε ο αδερφός του Άγγελος στην Αμερική. Τον ίδιο χρόνο ο Σεφέρης ταξίδεψε στη Μικρά Ασία και την Κωνσταντινούπολη. Τον επόμενο χρόνο πέθανε ο πατέρας του · διορίστηκε σύμβουλος στην πρεσβεία του Λονδίνου.
Το 1952 μετατέθηκε στη Βηρυτό και το 1953 πραγματοποίησε το πρώτο του ταξίδι στην Κύπρο μαζί με τη γυναίκα του (ακολούθησε δεύτερο ταξίδι τον επόμενο χρόνο και τρίτο το 1955).
Το 1956 έγινε διευθυντής στην Β’ Πολιτική Διεύθυνση του Υπουργείου Εξωτερικών και το 1957 συμμετείχε στη συζήτηση για το Κυπριακό στη Νέα Υόρκη. Τότε διορίστηκε πρεσβευτής στο Λονδίνο, όπου παρέμεινε ως το 1962.
Το 1960 ανακηρύχτηκε επίτιμος διδάκτωρ των γραμμάτων από το πανεπιστήμιο του Cambridge, το 1961 τιμήθηκε με το βραβείο Foyle και το 1963 με το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας. Ένα χρόνο αργότερα αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτωρ των Πανεπιστημίων Θεσσαλονίκης και Οξφόρδης και ταξίδεψε στην Ισπανία.
Το 1964 δημοσιεύτηκε η μετάφρασή του από το Άσμα ασμάτων και οι Αντιγραφές. Τότε γνωρίστηκε με τον Ezra Pound, ενώ ένα χρόνο αργότερα δημοσιεύτηκαν τα Τρία Κρυφά ποιήματα και εκδόθηκε η μετάφραση της Αποκάλυψης του Ιωάννη.
Το 1969 δημοσιεύτηκε η δήλωσή του κατά της χούντας του Παπαδόπουλου και ο Σεφέρης παύτηκε από πρέσβης επί τιμή, ενώ του απαγορεύτηκε και να κάνει χρήση του διπλωματικού του διαβατηρίου. Το 1971 έγραψε το τελευταίο του ποίημα με τίτλο Επί ασπαλάθων.
Πέθανε το Σεπτέμβρη του ίδιου χρόνου. Είχε προηγουμένως υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση στο δωδεκαδάκτυλο. Την κηδεία του παρακολούθησαν χιλιάδες κόσμου.
Ο Γιώργος Σεφέρης υπήρξε ηγετική μορφή στην ποίηση και τη θεωρία της λογοτεχνίας στην Ελλάδα του εικοστού αιώνα. Με τη σκέψη και τη δημιουργία του ανανέωσε ριζικά τον προσανατολισμό της νεοελληνικής λογοτεχνίας, συνδυάζοντας βαθιά γνώση της παράδοσης και των παγκόσμιων ιδεολογικών ρευμάτων και προτάσσοντας το αίτημα της ελληνικότητας στα πλαίσια της ευρωπαϊκής πραγματικότητας.
Πέμπτη 28 Απριλίου 2011
Πράγα
Η Πράγα (τσέχικα: Praha), είναι η πρωτεύουσα και μεγαλύτερη πόλη της Τσεχίας. Χτισμένη στον ποταμό Μολδάβα (Vltava), στην κεντρική Βοημία, έχει 1,2 εκατομμύριο κατοίκους. Αποκαλείται επίσης «η χρυσή πόλη» και «μητέρα των πόλεων». Από το 1992, το ιστορικό κέντρο της Πράγας ανήκει στον κατάλογο παγκόσμιας κληρονομιάς της ΟΥΝΕΣΚΟ.
Η ευρύτερη περιοχή της Πράγας κατοικείται από την Παλαιολιθική Εποχή. Γύρω στο 200 π.Χ., Κέλτες εγκαταστάθηκαν σε μια περιοχή προς τα νότια ονόματι Ζάβιστ, αλλά αργότερα εκδιώχθηκαν ή αφομοιώθηκαν από γερμανικά φύλα. Από τον 4ο αιώνα κι έπειτα, η περιοχή βρισκόταν υπό την εξουσία των Σλάβων, αν και για μια περίοδο υποτάχτηκαν στους Αβάρους.
Σύμφωνα με το θρύλο, η Πράγα ιδρύθηκε από την Πριγκίπισσα Λιμπούσε και το σύζυγό της, Πρέμυσλ, ιδρυτή της ομώνυμης δυναστείας. Τον αρχικό πυρήνα της πόλης αποτελούσε ένα κάστρο σε ένα λόφο στη δεξιά όχθη του Μολδάβα, γνωστό ως Βίσεχραντ, που σημαίνει «υψηλό, ανώτερο κάστρο». Σύντομα, η πόλη έγινε η έδρα των Βασιλέων της Βοημίας, κάποιοι εκ των οποίων κυβέρνησαν αργότερα ως αυτοκράτορες της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, καθώς και σημαντικότατο εμπορικό κέντρο, το οποίο προσέλκυε εμπόρους από όλη την Ευρώπη. H πόλη έγινε επισκοπάτο το 973.
Ο βασιλιάς Βλαδισλάβος Β' έχτισε το 1170 την πρώτη γέφυρα πάνω από το Μολδάβα, τη Γέφυρα της Ιουδήθ, αν και κατέρρευσε το 1342. Στα θεμέλιά της χτίστηκε αργότερα η Γέφυρα του Καρόλου. Το 1257, υπό τη βασιλεία του Ότακαρ Β', δημιουργήθηκε η Μάλα Στράνα, συνοικία των Γερμανών, που είχαν το δικαίωμα απονομής δικαιοσύνης, σύμφωνα με τη νομοθεσία του Μαγδεμβούργου. Η νέα συνοικία ήταν στην απέναντι όχθη από το Στάρε Μιέστο, την Παλαιά Πόλη.
Η πόλη άνθισε το 14ο αιώνα, κατά τη βασιλεία του Καρόλου του 4ου, ο οποίος διέταξε την κατασκευή του Νόβε Μιέστο, της Νέας Πόλης, δίπλα στην Παλαιά. Επίσης ανεγέρθηκε η Γέφυρα του Καρόλου, η οποία και συνέδεε τη νέα περιοχή με τη Μάλα Στράνα. Μνημεία της εποχής αυτής είναι και ο Καθεδρικός του Αγίου Βίτου μέσα στο κάστρο Χρατσάνι, ο παλαιότερος γοτθικός καθεδρικός ναός στην κεντρική Ευρώπη, καθώς και το Πανεπιστήμιο Καρόλου, το παλαιότερο πανεπιστήμιο στην κεντρική Ευρώπη. Κατά τη βασιλεία του Βέντσεσλας του 4ου, ο Γιαν Χους, θεολόγος και λέκτορας Πανεπιστημίου, διεξήγαγε τις ομιλίες του στην Πράγα, κηρύσσοντας τις ιδέες του για τη μεταρρύθμιση της εκκλησίας. Έχοντας γίνει επικίνδυνος για πολιτικούς και θρησκευτικούς λόγους, ο Χους κάηκε στην πυρά το 1415.
Στους επόμενους δύο αιώνες, η Πράγα καθιερώθηκε σαν εμπορικό κέντρο στην καρδιά της Ευρώπης. Το 1526, το Βασίλειο της Βοημίας παραχωρήθηκε στους Αψβούργους. Ευημερία γνώρισε η πόλη όσο ήταν στο θρόνο ο Αυτοκράτορας Ροδόλφος ο 2ος, εκλεγμένος βασιλιάς της Βοημίας το 1576. Ζούσε στο Κάστρο, όπου συγκέντρωνε στην αυλή του πλήθος από αστρολόγους, μάγους και άλλες παράξενες φυσιογνωμίες.
Στις 23 Μαΐου 1618, η περίφημη Εκπαραθύρωση της Πράγας προκάλεσε τον Τριακονταετή Πόλεμο, όταν οι προτεστάντες ηγέτες πέταξαν από το παράθυρο τους καθολικούς απεσταλμένους της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Με τη λήξη του πολέμου και τη Συνθήκη της Βεστφαλίας, ο βασιλιάς Φερδινάνδος μετέφερε την αυλή στη Βιέννη κι έτσι η Πράγα έπεσε σε παρακμή: ο πληθυσμός έφτασε τους 20.000 από 60.000 κατοίκους που ζούσαν εκεί πριν από τον πόλεμο. Το 1784, υπό τον Ιωσήφ το 2ο, οι τέσσερις δήμοι της Πράγας (Μάλα Στράνα, Νόβε Μιέστο, Στάρε Μιέστο, Χρατσάνι) ενώθηκαν σε έναν. Μόλις το 1850 συμπεριλήφθηκε και η εβραϊκή συνοικία, το Γιόζεφοβ, που ονομάστηκε έτσι προς τιμήν του. Η Βιομηχανική Επανάσταση επηρέασε σημαντικά την Πράγα. Το 1817, δημιουργήθηκε το προάστιο Καρλίν, ενώ οι πρώτες σιδηροδρομικές γραμμές κατασκευάστηκαν το 1842.
Ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος έληξε με την ήττα της Αυστροουγγαρίας και τη δημιουργία της Τσεχοσλοβακίας, με πρωτεύουσα την Πράγα. Μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, κυριάρχησε απολυταρχικό καθεστώς. Το 1967, στο 4ο Συνέδριο Τσεχοσλοβάκων Συγγραφέων στην Πράγα, εκδηλώθηκε μια σφοδρή αντίθεση ενάντια στο καθεστώς. Με ηγέτη το νέο γραμματέα του Κομμουνιστικού Κόμματος, Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ, ξεκίνησε η περίοδος του «σοσιαλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο». Ήταν η «Άνοιξη της Πράγας», η οποία όμως προκάλεσε την αντίδραση της Σοβιετικής Ένωσης: τον Αύγουστο του 1968 στρατεύματα του Συμφώνου της Βαρσοβίας κατέλαβαν τη Τσεχοσλοβακία και την πρωτεύουσα καταπνίγοντας την εξέγερση.
Το 1989, μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και τη Βελούδινη Επανάσταση στους δρόμους της Πράγας, κατέρρευσε το κομμουνιστικό καθεστώς στην Τσεχοσλοβακία. Το 1993, η Πράγα έγινε η πρωτεύουσα της νεοσύστατης Τσέχικης Δημοκρατίας.
Χρονοδιάγραμμα της ιστορίας της Πράγας
870 Δημιουργείται το Κάστρο της Πράγας
1085 Η Πράγα γίνεται η έδρα των βασιλιάδων - 1ος βασιλιάς Βρατισλάβος ο 2ος της Βοημίας
1344 Η επισκοπή της Πράγας γίνεται αρχιεπισκοπή
1346 Πρωτεύουσα Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας
1348 Ιδρύεται το Πανεπιστήμιο της Πράγας
1378 Ανασχηματισμοί του Γιαν Χους
1419 Πρώτη Εκπαραθύρωση της Πράγας
1420 Μάχη στο βουνό Βίτκοφ - Οι Χουσίτες νικούν τους Σταυροφόρους
1583 Ροδόλφος ο 2ος - πρωτεύουσα Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας
1618 Δεύτερη Εκπαραθύρωση της Πράγας - Τριακονταετής Πόλεμος
1621 Εκτέλεση 27 Τσέχων λόρδων στην Πλατεία της Παλιάς Πόλης μετά τη μάχη στο Λευκό Όρος
1648 Η δυτική όχθη της Πράγας τελεί υπό την κατοχή του σουηδικού στρατού
1741 Κατοχή από γαλλικό και βαυαρικό στρατό
1744 Κατοχή από πρωσικό στρατό
1848 Εξέγερση που συντρίβεται από τον αυτοκρατορικό στρατό
1890 Μεγάλη πλημμύρα προκαλεί τεράστιες ζημιές
1918 Πρωτεύουσα της Τσεχοσλοβακίας
1938 Μετά από την πολιτική Συμφωνία του Μονάχου, η Ναζιστική Γερμανία κατέλαβε τη Σουδητία και το 1939 ολόκληρη τη χώρα
1945 Η Πολεμική Αεροπορία των Η.Π.Α. διευθύνει το βομβαρδισμό της Πράγας στον Β' Παγκόσμιο πόλεμο. Εκατοντάδες κάτοικοι σκοτώνονται από λάθος, καθώς στόχος ήταν η Δρέσδη, 134 χλμ. μακριά.
1948 Κομμουνιστική κατάληψη
1968 Σοβιετική εισβολή στρατού για την καταστολή της Άνοιξης της Πράγας
1989 Η Πράγα είναι το κέντρο της Βελούδινης Επανάστασης
2000 Διαμαρτυρίες αντι-παγκοσμιοποίησης στην Πράγα
2002 Πλημμύρες στο κέντρο της Πράγας
Η Πράγα ήταν μια από τις λίγες ευρωπαϊκές πόλεις που έμειναν σχετικά άθικτες κατά τη διάρκεια των παγκόσμιων πολέμων. Υπάρχουν πολλά παλαιά κτηρία με όμορφες τοιχογραφίες. Περιέχει μια από πιο παλιές και ποικίλες συλλογές της αρχιτεκτονικής παγκοσμίως, από μπαρόκ, την αναγέννηση μεχρι αρ νουβώ και κυβισμό. Μερικά από τα πιό γνωστα αξιοθέατα είναι:
Στάρε Μιέστο - Παλαιά Πόλη
Νόβε Μιέστο - Νέα Πόλη
Καθεδρικός του Αγίου Βίτου (St.Vitus)
Γέφυρα του Καρόλου
Αστρονομικό Ρολόι
Εθνικό Μουσείο
Χρατσάνι - Κάστρο της Πράγας
Γιόζεφοβ - Εβραϊκή συνοικία
Βίσεχραντ
Μουσείο Μούχα
Πύργος της τηλεόρασης Žižkov
Μνημείο Γιαν Χους
Οικία - Μουσείο Κάφκα
Τα Καφέ: Καφέ Σλάβια, Καφέ Εβρόπα, Καφέ Ιμπέριαλ, Καφέ Λουβρ
Από: http://el.wikipedia.org/
Δευτέρα 25 Απριλίου 2011
Έφυγε από τη ζωή ο ποιητής Γκονζάλο Ρόχας
Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 93 ετών ένας από τους κορυφαίους μοντέρνους ποιητές της Λατινικής Αμερικής, ο χιλιανός Γκονζάλο Ρόχας, ο οποίος είχε υποστεί εγκεφαλικό το Φεβρουάριο.
Είχε τιμηθεί με πολλά λογοτεχνικά βραβεία, μεταξύ αυτών και το Βραβείο Θερβάντες για το 2003, το κορυφαίο βραβείο για την ισπανόφωνη λογοτεχνία. Εξορίστηκε από τη χώρα του με τη δικτατορία του Πινοσέτ, η οποία του απαγόρευσε να διδάξει σε οποιοδήποτε πανεπιστήμιο της Χιλής.
Ο Γκονζάλο Ρόχας γεννήθηκε το 1917 στο Λέμπου. Ήταν το έβδομο παιδί ενός ανθρακωρύχου. Στα νεανικά του χρόνια υπήρξε αρχισυντάκτης στο περιοδικό Αντάρκτικα του Σαντιάγο ενώ εργάστηκε ως λέκτορας στο πανεπιστήμιο του Βαλπαραΐσο. Το 1948 εκδίδεται η πρώτη του ποιητική συλλογή.
Η δικτατορία του Πινοσέτ του απαγόρευσε να εργαστεί σε οποιοδήποτε πανεπιστήμιο της χώρας και του αφαίρεσε την υπηκοότητα. Την περίοδο εκείνη το πανεπιστήμιο του Ροστόκ της Ανατολικής Γερμανίας του προσφέρει μία θέση.
Στα χρόνια της εξορίας διδάσκει στη Γερμανία, στις ΗΠΑ, στην Ισπανία και στο Μεξικό. Με υποτροφία του Guggenheim γυρίζει στην Αργεντινή το 1979, εξακολουθεί ωστόσο να μην μπορεί να διδάξει στο πανεπιστήμιο του Τσιγιάν όπου εγκαθίσταται.
Από το 1980 ως το 1994 ζει στις ΗΠΑ. Από το 1980 ως το 1985 υπήρξε επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια και το Πανεπιστήμιο του Σικάγο. Από το 1985 ως το 1994 ήταν καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Brigham Young.
Το 1992, τιμήθηκε με το Εθνικό Βραβείο Λογοτεχνίας της Χιλής και με το Βραβείο "Βασίλισσα Σοφία". Επίσης του απονεμήθηκε το βραβείο "Οκτάβιο Παζ" ενώ το 2004 τιμήθηκε με το Βραβείο "Θερβάντες" για το 2003.
Η ποίησή του μεταφράστηκε στα αγγλικά, στα γερμανικά, στα γαλλικά, στα πορτογαλικά, στα ρωσικά, στα ιταλικά, στα ρουμάνικα, στα σουηδικά, στα κινέζικα, στα τουρκικά και στα ελληνικά.
Η κυβέρνηση της Αργεντινής κήρυξε διήμερο πένθος ενώ ανακοινώθηκε ότι θα ταφεί στο Τσιγιάν το Σάββατο. Παρών αναμένεται να είναι και ο πρόεδρος της Χιλής Σεμπαστιάν Πινέιρα.
Είχε τιμηθεί με πολλά λογοτεχνικά βραβεία, μεταξύ αυτών και το Βραβείο Θερβάντες για το 2003, το κορυφαίο βραβείο για την ισπανόφωνη λογοτεχνία. Εξορίστηκε από τη χώρα του με τη δικτατορία του Πινοσέτ, η οποία του απαγόρευσε να διδάξει σε οποιοδήποτε πανεπιστήμιο της Χιλής.
Ο Γκονζάλο Ρόχας γεννήθηκε το 1917 στο Λέμπου. Ήταν το έβδομο παιδί ενός ανθρακωρύχου. Στα νεανικά του χρόνια υπήρξε αρχισυντάκτης στο περιοδικό Αντάρκτικα του Σαντιάγο ενώ εργάστηκε ως λέκτορας στο πανεπιστήμιο του Βαλπαραΐσο. Το 1948 εκδίδεται η πρώτη του ποιητική συλλογή.
Η δικτατορία του Πινοσέτ του απαγόρευσε να εργαστεί σε οποιοδήποτε πανεπιστήμιο της χώρας και του αφαίρεσε την υπηκοότητα. Την περίοδο εκείνη το πανεπιστήμιο του Ροστόκ της Ανατολικής Γερμανίας του προσφέρει μία θέση.
Στα χρόνια της εξορίας διδάσκει στη Γερμανία, στις ΗΠΑ, στην Ισπανία και στο Μεξικό. Με υποτροφία του Guggenheim γυρίζει στην Αργεντινή το 1979, εξακολουθεί ωστόσο να μην μπορεί να διδάξει στο πανεπιστήμιο του Τσιγιάν όπου εγκαθίσταται.
Από το 1980 ως το 1994 ζει στις ΗΠΑ. Από το 1980 ως το 1985 υπήρξε επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια και το Πανεπιστήμιο του Σικάγο. Από το 1985 ως το 1994 ήταν καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Brigham Young.
Το 1992, τιμήθηκε με το Εθνικό Βραβείο Λογοτεχνίας της Χιλής και με το Βραβείο "Βασίλισσα Σοφία". Επίσης του απονεμήθηκε το βραβείο "Οκτάβιο Παζ" ενώ το 2004 τιμήθηκε με το Βραβείο "Θερβάντες" για το 2003.
Η ποίησή του μεταφράστηκε στα αγγλικά, στα γερμανικά, στα γαλλικά, στα πορτογαλικά, στα ρωσικά, στα ιταλικά, στα ρουμάνικα, στα σουηδικά, στα κινέζικα, στα τουρκικά και στα ελληνικά.
Η κυβέρνηση της Αργεντινής κήρυξε διήμερο πένθος ενώ ανακοινώθηκε ότι θα ταφεί στο Τσιγιάν το Σάββατο. Παρών αναμένεται να είναι και ο πρόεδρος της Χιλής Σεμπαστιάν Πινέιρα.
Κυριακή 24 Απριλίου 2011
Πανω στα Ορια της Γλωσσας
Λίγοι φιλόσοφοι γοήτευσαν όσο ο Λούντβιχ Βιττγκενστάιν. Πατέρας της αναλυτικής φιλοσοφίας, πολέμιος τόσο της μεταφυσικής όσο και του επιστημονισμού, στοχαστής των ορίων της γλώσσας και του νοήματος, θεματοφύλακας της σιωπής και του μυστικού, ο Βιττγκενστάιν εμφανίζεται με πολλά πρόσωπα, αλλά πάντοτε με μια παθιασμένη ακεραιότητα. Τα δύο τόσο ανόμοια αριστουργήματά του, ο Τρακτάτους και οι Φιλοσοφικές Έρευνες, έφεραν διαδοχικές επαναστάσεις στη φιλοσοφική σκηνή και μπόλιασαν τον εικοστό αιώνα με ιδέες και αντιλήψεις που μοιάζουν να μην άφησαν ανεπηρέαστη καμία έκφανση του πολιτισμού μας.
Ίσως η πιο ρηξικέλευθη συνεισφορά της βιττγκενσταϊνιανής σκέψης είναι η αντίληψη πως η φιλοσοφία δεν αποτελεί ένα σώμα θέσεων και θεωριών, αλλά μια δραστηριότητα, μια πρακτική, που στόχο έχει όχι την κατάκτηση ενός μεταφυσικού βάθους, αλλά τη διασάφηση του νοήματος. Αυτή η νέα αντίληψη για το φιλοσοφείν εκφράζεται με τον πιο παραστατικό τρόπο στην ίδια την αφοριστική και κατακερματισμένη γραφή του Βιττγκενστάιν. Η συμπερίληψή του στη σειρά «Στοχασμοί» των εκδόσεων Στιγμή, μια απ’τις ομορφότερες σειρές των ελληνικών γραμμάτων, υπήρξε οπωσδήποτε μια ευτυχέστατη επιλογή· ιδίως όταν αυτή φέρει τη σφραγίδα του Κωστή Κωβαίου. Το ανθολόγιο στοχασμών και αφορισμών που συνέταξε ο Κωβαίος είναι ένα έργο που μπορεί να σταθεί από μόνο του και συνιστά χωρίς καμία αμφιβολία την καλύτερη εισαγωγή στη σκέψη, και κυρίως στο πνεύμα, του Βιττγκενστάιν.
Ο Ραίυ Μονκ είναι γνωστός στην Ελλάδα ως συγγραφέας ενός εκ πρώτης όψεως απρόσμενου, αν και εκ των υστέρων δικαιολογημένου, φιλοσοφικού μπεστ-σέλερ: της βιογραφίας του Βιττγκενστάιν (εκδ. Σκρίπτα). Το νέο του βιβλίο είναι μια εξαιρετικά καλογραμμένη εισαγωγή στη βιττγκενσταϊνιανή φιλοσοφία. Ο Μονκ παρακολουθεί την φιλοσοφική εξέλιξη του Βιττγκενστάιν από τα πρώτα του βήματα στο Καίμπριτζ πλάι στους Ράσελ και Μουρ, μέχρι τη συγγραφή του Τρακτάτους, την δεκαετή του απόσυρση από τη φιλοσοφική ζωή, την επιστροφή του, την αναθεώρηση των συμπερασμάτων της πρώτης περιόδου και την σταδιακή διαδικασία που οδήγησε στις Φιλοσοφικές Έρευνες. Ένα απ’τα σημαντικότερα επιτεύγματα του Μονκ είναι ότι καταφέρνει να δώσει μια ευσύνοπτη περιγραφή των ιδεών του Τρακτάτους, πράγμα σπάνιο. Η πιο πετυχημένη, ωστόσο, στιγμή του βιβλίου είναι τα κεφάλαια που εξετάζουν τα προβλήματα που οδήγησαν τον Βιττγκενστάιν στην αναθεώρηση των θέσεων του Τρακτάτους. Ιδιαίτερο ενδιαφέρουν έχουν οι ουσιαστικές και γόνιμες προσπάθειες που καταβάλλει ο Μονκ να συνδέσει την τεχνική όψη της φιλοσοφίας του Βιττγκενστάιν με το πνεύμα του βιτγκενσταϊνιανού στοχασμού.
Το βιβλίο του Μιλτιάδη Θεοδοσίου βρίσκεται σε διαφορετικό επιπέδο. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια μονογραφία ολκής πάνω στην ερμηνεία της φιλοσοφίας του Βιττγκενστάιν. Αν κάτι εντυπωσιάζει στο βιβλίο του Θεοδοσίου, αυτό δεν είναι τόσο οι εξαιρετικά εμπεριστατωμένες αναλύσεις του, όσο ο σπάνιος συνδυασμός οξύνοιας και πάθους. Προτού παρουσιάσει και αποτιμήσει τη Νέα ή Τολμηρή Ερμηνεία της βιττγκενσταϊνιανής φιλοσοφίας, ο Θεοδοσίου προβαίνει σε μια πολυμέτωπη κριτική της λεγόμενης ορθόδοξης ερμηνείας. Στην ύστερη φιλοσοφία του Βιττγκενστάιν, το νόημα και η ανοησία δεν ορίζονται με βάση απριόρι κριτήρια, όπως συνέβαινε στον Τρακτάτους, αλλά μέσα απ’τη χρήση της γλώσσας στο πλαίσιο πολύμορφων γλωσσικών παιχνιδιών. Δουλειά του φιλοσόφου είναι να περιγράψει αυτά τα γλωσσικά παιχνίδια και τους κανόνες που τα διέπουν. Οι κανόνες αυτοί συγκροτούν αυτό που ο Βιττγκενστάιν ονομάζει γραμματική της γλώσσας. Η φιλοσοφική πρακτική συνίσταται ακριβώς σε μια επισκόπηση της κοινής χρήσης της γλώσσας. Για την ορθόδοξη ερμηνεία, ρόλος του φιλοσόφου είναι να διορθώνει τον συζητητή του υπενθυμίζοντάς του την καθημερινή χρήση των λέξεων, τη χρήση τους «εκτός φιλοσοφίας».
Ο Θεοδοσίου παρατηρεί τις δυσκολίες που αναφύονται από τη στιγμή που ο συζητητής του βιτγκενσταϊνικού φιλοσόφου αρνείται να αποδεχτεί την περιγραφή που δίνει ο φιλόσοφος για την καθημερινή χρήση της γλώσσας. Αυτή η στιγμή της διαφωνίας αποτελεί το επίκεντρο της κριτικής του Θεοδοσίου. Φέρνοντας στο προσκήνιο τον διαπροσωπικό χαρακτήρα της βιττγκενσταϊνιανής φιλοσοφίας, ο Θεοδοσίου ζητά απ’το φιλόσοφο να διαπραγματευτεί με το συζητητή του, να ακολουθήσει το στοχασμό του, αντί να βιαστεί να τον διορθώσει. Ο Θεοδοσίου επιμένει στη στιγμή της ανησυχίας την οποία προκαλεί η μεταφυσική απορία. Ο Βιττγκενστάιν, σύμφωνα με την ερμηνεία του Θεοδοσίου, δεν θέλει να διορθώσει τον συζητητή του, υπενθυμίζοντάς του τα όρια του νοήματος και της ανοησίας, αλλά να συζητήσει μαζί του πάνω στις ρίζες της μεταφυσικής του ανησυχίας και να του προσφέρει μια μέθοδο, εάν την επιθυμεί, για την απαλλαγή από την ανησυχία αυτή.
Μπορούμε να θυμηθούμε πως η έννοια της ανησυχίας έχει βαθειές ρίζες στην ιστορία της φιλοσοφίας. Για τον Ακινάτη η angustia, με την έννοια της αγωνίας, της ανησυχίας και της α-πορίας, αποτελεί κομμάτι της ανθρώπινης κατάστασης. Για τον Χέγκελ πάλι η ανησυχία αποτελεί την ίδια την ουσία του πνεύματος και την κινητήρια δύναμή του. Μια απ’τις σημαντικότερες συμβολές του Θεοδοσίου είναι πως παρουσιάζει έναν Βιττγκενστάιν δίχως την πολεμική περιβολή με την οποία παρουσιάζεται συνήθως και περισσότερο πρόθυμο να συζητήσει με την ιστορία της φιλοσοφίας. Το βιβλίο του αποτελεί αναμφίβολα μια εξαιρετική συμβολή στην ελληνική φιλοσοφική παραγωγή.
(δημοσιεύτηκε στο ένθετο βιβλίου της Καθημερινής, 9 Δεκεμβρίου 2007)
Ίσως η πιο ρηξικέλευθη συνεισφορά της βιττγκενσταϊνιανής σκέψης είναι η αντίληψη πως η φιλοσοφία δεν αποτελεί ένα σώμα θέσεων και θεωριών, αλλά μια δραστηριότητα, μια πρακτική, που στόχο έχει όχι την κατάκτηση ενός μεταφυσικού βάθους, αλλά τη διασάφηση του νοήματος. Αυτή η νέα αντίληψη για το φιλοσοφείν εκφράζεται με τον πιο παραστατικό τρόπο στην ίδια την αφοριστική και κατακερματισμένη γραφή του Βιττγκενστάιν. Η συμπερίληψή του στη σειρά «Στοχασμοί» των εκδόσεων Στιγμή, μια απ’τις ομορφότερες σειρές των ελληνικών γραμμάτων, υπήρξε οπωσδήποτε μια ευτυχέστατη επιλογή· ιδίως όταν αυτή φέρει τη σφραγίδα του Κωστή Κωβαίου. Το ανθολόγιο στοχασμών και αφορισμών που συνέταξε ο Κωβαίος είναι ένα έργο που μπορεί να σταθεί από μόνο του και συνιστά χωρίς καμία αμφιβολία την καλύτερη εισαγωγή στη σκέψη, και κυρίως στο πνεύμα, του Βιττγκενστάιν.
Ο Ραίυ Μονκ είναι γνωστός στην Ελλάδα ως συγγραφέας ενός εκ πρώτης όψεως απρόσμενου, αν και εκ των υστέρων δικαιολογημένου, φιλοσοφικού μπεστ-σέλερ: της βιογραφίας του Βιττγκενστάιν (εκδ. Σκρίπτα). Το νέο του βιβλίο είναι μια εξαιρετικά καλογραμμένη εισαγωγή στη βιττγκενσταϊνιανή φιλοσοφία. Ο Μονκ παρακολουθεί την φιλοσοφική εξέλιξη του Βιττγκενστάιν από τα πρώτα του βήματα στο Καίμπριτζ πλάι στους Ράσελ και Μουρ, μέχρι τη συγγραφή του Τρακτάτους, την δεκαετή του απόσυρση από τη φιλοσοφική ζωή, την επιστροφή του, την αναθεώρηση των συμπερασμάτων της πρώτης περιόδου και την σταδιακή διαδικασία που οδήγησε στις Φιλοσοφικές Έρευνες. Ένα απ’τα σημαντικότερα επιτεύγματα του Μονκ είναι ότι καταφέρνει να δώσει μια ευσύνοπτη περιγραφή των ιδεών του Τρακτάτους, πράγμα σπάνιο. Η πιο πετυχημένη, ωστόσο, στιγμή του βιβλίου είναι τα κεφάλαια που εξετάζουν τα προβλήματα που οδήγησαν τον Βιττγκενστάιν στην αναθεώρηση των θέσεων του Τρακτάτους. Ιδιαίτερο ενδιαφέρουν έχουν οι ουσιαστικές και γόνιμες προσπάθειες που καταβάλλει ο Μονκ να συνδέσει την τεχνική όψη της φιλοσοφίας του Βιττγκενστάιν με το πνεύμα του βιτγκενσταϊνιανού στοχασμού.
Το βιβλίο του Μιλτιάδη Θεοδοσίου βρίσκεται σε διαφορετικό επιπέδο. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια μονογραφία ολκής πάνω στην ερμηνεία της φιλοσοφίας του Βιττγκενστάιν. Αν κάτι εντυπωσιάζει στο βιβλίο του Θεοδοσίου, αυτό δεν είναι τόσο οι εξαιρετικά εμπεριστατωμένες αναλύσεις του, όσο ο σπάνιος συνδυασμός οξύνοιας και πάθους. Προτού παρουσιάσει και αποτιμήσει τη Νέα ή Τολμηρή Ερμηνεία της βιττγκενσταϊνιανής φιλοσοφίας, ο Θεοδοσίου προβαίνει σε μια πολυμέτωπη κριτική της λεγόμενης ορθόδοξης ερμηνείας. Στην ύστερη φιλοσοφία του Βιττγκενστάιν, το νόημα και η ανοησία δεν ορίζονται με βάση απριόρι κριτήρια, όπως συνέβαινε στον Τρακτάτους, αλλά μέσα απ’τη χρήση της γλώσσας στο πλαίσιο πολύμορφων γλωσσικών παιχνιδιών. Δουλειά του φιλοσόφου είναι να περιγράψει αυτά τα γλωσσικά παιχνίδια και τους κανόνες που τα διέπουν. Οι κανόνες αυτοί συγκροτούν αυτό που ο Βιττγκενστάιν ονομάζει γραμματική της γλώσσας. Η φιλοσοφική πρακτική συνίσταται ακριβώς σε μια επισκόπηση της κοινής χρήσης της γλώσσας. Για την ορθόδοξη ερμηνεία, ρόλος του φιλοσόφου είναι να διορθώνει τον συζητητή του υπενθυμίζοντάς του την καθημερινή χρήση των λέξεων, τη χρήση τους «εκτός φιλοσοφίας».
Ο Θεοδοσίου παρατηρεί τις δυσκολίες που αναφύονται από τη στιγμή που ο συζητητής του βιτγκενσταϊνικού φιλοσόφου αρνείται να αποδεχτεί την περιγραφή που δίνει ο φιλόσοφος για την καθημερινή χρήση της γλώσσας. Αυτή η στιγμή της διαφωνίας αποτελεί το επίκεντρο της κριτικής του Θεοδοσίου. Φέρνοντας στο προσκήνιο τον διαπροσωπικό χαρακτήρα της βιττγκενσταϊνιανής φιλοσοφίας, ο Θεοδοσίου ζητά απ’το φιλόσοφο να διαπραγματευτεί με το συζητητή του, να ακολουθήσει το στοχασμό του, αντί να βιαστεί να τον διορθώσει. Ο Θεοδοσίου επιμένει στη στιγμή της ανησυχίας την οποία προκαλεί η μεταφυσική απορία. Ο Βιττγκενστάιν, σύμφωνα με την ερμηνεία του Θεοδοσίου, δεν θέλει να διορθώσει τον συζητητή του, υπενθυμίζοντάς του τα όρια του νοήματος και της ανοησίας, αλλά να συζητήσει μαζί του πάνω στις ρίζες της μεταφυσικής του ανησυχίας και να του προσφέρει μια μέθοδο, εάν την επιθυμεί, για την απαλλαγή από την ανησυχία αυτή.
Μπορούμε να θυμηθούμε πως η έννοια της ανησυχίας έχει βαθειές ρίζες στην ιστορία της φιλοσοφίας. Για τον Ακινάτη η angustia, με την έννοια της αγωνίας, της ανησυχίας και της α-πορίας, αποτελεί κομμάτι της ανθρώπινης κατάστασης. Για τον Χέγκελ πάλι η ανησυχία αποτελεί την ίδια την ουσία του πνεύματος και την κινητήρια δύναμή του. Μια απ’τις σημαντικότερες συμβολές του Θεοδοσίου είναι πως παρουσιάζει έναν Βιττγκενστάιν δίχως την πολεμική περιβολή με την οποία παρουσιάζεται συνήθως και περισσότερο πρόθυμο να συζητήσει με την ιστορία της φιλοσοφίας. Το βιβλίο του αποτελεί αναμφίβολα μια εξαιρετική συμβολή στην ελληνική φιλοσοφική παραγωγή.
(δημοσιεύτηκε στο ένθετο βιβλίου της Καθημερινής, 9 Δεκεμβρίου 2007)
Ετικέτες
Λουντβιχ Βιττγκενσταιν –
Τρίτη 19 Απριλίου 2011
Οι έξωθεν και οι έσωθεν κερδοσκόποι
Η παρακμή μιας κοινωνίας συνοδεύεται, σχεδόν πάντοτε, από την προσπάθεια των παρηκμασμένων να μεταθέσουν σε άλλους τις ευθύνες και την ενοχή για την παρακμή τους. Είναι φυσικό. «Η υπεράσπιση του εγώ μας πεθαίνει ένα τέταρτο μετά τον θάνατό μας». Οι άνθρωποι δεν αντέχουμε την αποτυχία μας, ο ψυχισμός μας ορμέμφυτα την αρνείται. Πρέπει, οπωσδήποτε, κάποιοι άλλοι να φταίνε για τη δική μας παρακμή – άνθρωποι, συγκυρίες, διεθνείς παράγοντες. Η αυτεπίγνωση λαθών, αστοχημάτων, ανικανότητας είναι σπάνιο ατομικό κατόρθωμα και σχεδόν ποτέ συλλογικό. Η προσπάθεια, ψυχολογικά ανεπίγνωστη και αντανακλαστικά αυτονόητη, να επιρρίψουμε σε άλλους την ευθύνη της δικής μας παρακμής, γεννάει και το σύμπτωμα που εύστοχα ονομάστηκε «συνωμοσιολογία»: Κάποιοι σίγουρα συνωμοτούν εναντίον μας, μεθοδεύουν και επιδιώκουν την ιστορική μας εξαφάνιση, μας πολεμούν ύπουλα και πονηρά. Μόνον έτσι δικαιολογούμε τον εκπεσμό μας, την κρατική μας διάλυση, τον εκφαυλισμό μας, την κυρίαρχη ανικανότητα και αναξιοκρατία, τον διεθνή διασυρμό μας.
Θα άξιζε μια στατιστική απογραφή του ποσοστού των Ελληνωνύμων σήμερα που είναι απόλυτα πεπεισμένοι ότι για την οικονομική χρεοκοπία του κράτους μας, για τη διάλυση και καταρράκωση του εκπαιδευτικού μας συστήματος, τη θλιβερή αγλωσσία μας, το μπάχαλο της δημόσιας διοίκησης, την ολέθρια ανικανότητα και ιδιοτέλεια των πολιτικών μας, την ανομία και την ξέφρενη βία στις μεγαλουπόλεις μας, για όλα, φταίνε άλλοι: Οι Αμερικανοί και το ΝΑΤΟ, οι Εβραίοι (άγνωστο γιατί), το Βατικανό (επειδή «μισεί» τους Ορθοδόξους), κάποιες αλλοεθνείς «μυστικές υπηρεσίες» (ΜΙΤ, Μοσάντ, CIA), οι διεθνείς μαφίες κερδοσκόπων. Οι συνωμοσιολόγοι δεν μπορούν (δεν έχουν τη νοητική διαύγεια) να δουν τα προφανή και απλούστατα, επιμένουν να φαντάζονται τα περίπλοκα και αναπόδεικτα. Προφανές και απλό είναι ότι κάθε οργανωμένη συλλογικότητα θέλει να προωθήσει, στον στίβο του διεθνούς ανταγωνισμού, τα δικά της συμφέροντα. Και φυσικά εκμεταλλεύεται τους αδύναμους ή ανίκανους ανταγωνιστές της, ίσως και να μεθοδεύει, αν της προσφέρονται ευκαιρίες, την επιδείνωση της ανικανότητάς τους, το ξεγύμνωμα των αδυναμιών τους. Αλλά οι όροι αυτοί του ανταγωνισμού είναι κοινοί για όλους στον διεθνή στίβο, και θα είναι ίδιοι πάντοτε – «έως αν η αυτή φύσις ανθρώπων ή» (όσο η φύση των ανθρώπων θα είναι αυτή που είναι). Επομένως οι συμφεροντολογικές δολιότητες κυβερνήσεων, οικονομικών παραγόντων, μυστικών υπηρεσιών ή όποιων άλλων είναι φυσικό να εκμεταλλεύονται την παρακμή μιας οργανωμένης σε κράτος κοινωνίας, αλλά δύσκολο, ίσως και αδύνατο, να προκαλέσουν την παρακμή.
Εκτός από τους συνωμοσιολόγους, η παρακμή γεννάει και ένα άλλο, στους αντίποδες, έκτρωμα: Ανθρώπους έτοιμους να πουλήσουν διευκολύνσεις στον οποιονδήποτε, ορεγόμενο να εκμεταλλευτεί την παρακμή της χώρας τους, ισχυρό αλλοδαπό. Η παροχή διευκολύνσεων γίνεται με ωμά, χυδαία ανταλλάγματα (σπανιότερα με χρήμα, συχνότερα με έξωθεν υποστήριξη για την κατάκτηση επιφανών εγχώριων «πόστων» εξουσιαστικής ισχύος ή για την εξασφάλιση προνομιακής δημόσιας προβολής). Γίνεται η παροχή διευκολύνσεων και χωρίς ανταλλάγματα: από συμπλεγματικούς που κολακεύονται να εκλαμβάνουν το πρακτοριλίκι σαν «κοσμοπολιτισμό», δείγμα «εκσυγχρονισμού», επιδεικτικής απαλλαγής τους από τη μειονεξία του επαρχιώτη που κουβαλάνε στην ψυχή τους. Ο συνδυασμός των δύο (φτηνής ιδιοτέλειας και συμπλεγμάτων επαρχιωτικής μειονεξίας) αναδείχνει κορυφαίους σε επιδόσεις αρνησιπατρίας τους καριερίστες της «ανανεωτικής» τάχα και Αριστεράς. Με το πρόσχημα της εμμονής στον μαρξιστικό διεθνισμό πουλάνε ανενδοίαστα εκδουλεύσεις στη διεθνώς ηγεμονεύουσα σήμερα φιλοδοξία «Νέας Τάξης» πραγμάτων (δηλαδή αγορών). Προπαγανδίζουν με ζηλωτικό φανατισμό το μοντέλο της «πολυπολιτισμικής» κοινωνίας, αρνούνται κάθε κριτήριο πολιτισμικής συμβατότητας για την παροχή ελληνικής ιθαγένειας σε όσους παράνομα και εκβιαστικά εισέρχονται στη χώρα. Κηρύχνουν παθιασμένα το εθνικό κράτος «ξεπερασμένο» και ιδεολόγημα τον στόχο της κοινωνικής συνοχής. Μάχονται, με νύχια και με δόντια, να επιβάλουν στανικά την κατασυκοφάντηση (ή την αγνόηση) της ιστορίας και του πολιτισμού των Ελλήνων στο ελληνικό σχολείο, στον πολιτικό λόγο, στην τηλεοπτική χειραγώγηση του λαού – να καταστήσουν την αρνησιπατρία κυρίαρχη εξουσιαστική ιδεολογία.
Είτε συμπλεγματικοί είτε συμφεροντοσκόποι, οι θιασώτες του αφασικού «πλουραλισμού», αν και με καταγωγική εξάρτηση από τον μαρξιστικό διεθνισμό, συγκροτούν σήμερα την πιο πειθαρχημένη σε ομογνωμία και ομογλωσσία παράταξη που καλύπτει ολόκληρο το πολιτικό φάσμα: από την άκρα Δεξιά (τη νεοφιλελεύθερη) ώς την εκτός Περισσού παρδαλότροπη Αριστερά. Η εξουσιαστική ισχύς αυτής της (κοινωνικά περιθωριακής) παράταξης είναι προκλητικά δυσανάλογη με το αριθμητικό μέγεθός της και τα ουσιαστικά προσόντα των ανθρώπων που τη συγκροτούν. Πώς γίνεται να στελεχώνουν και να ελέγχουν, με κάθε κυβέρνηση, το υπουργείο Παιδείας και τους νευραλγικότερους εκπαιδευτικούς θεσμούς, τα πιο κρίσιμα πόστα τηλεοπτικής «ενημέρωσης», την εμφατικότερη προβολή και αποκλειστική εκπροσώπηση της ελληνικής «ιντελιγκέντσιας» στον Τύπο; Επιτρέπουν στους «συνωμοσιολόγους» να υποθέτουν τον «ξένο παράγοντα» δικτυωμένον ώς τις πιο απίθανες πτυχές των κέντρων εξουσίας στην Ελλάδα.
Σίγουρα οι «συνωμοσιολόγοι» φαντάζονται και υπερβάλλουν, θέλουν η ευθύνη για την παρακμή μας να είναι στους ξένους. Αλλά οι λαβές που τους δίνουν οι πανίσχυροι αρνησιπάτριδες δεν είναι λίγες ούτε ευκαταφρόνητες: Υπερασπίζουν με πάθος το «δικαίωμα» των Σκοπιανών να «αυτοκαθορίζονται», έστω και πλαστογραφώντας την Ιστορία, για να προωθήσουν επιθετικό αλυτρωτισμό. Στις ελληνοτουρκικές σχέσεις το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι «ο δικός μας εθνικισμός, η δική μας πατριδοκαπηλία, ο σκοταδισμός μας, όλα αυτά που εμποδίζουν να κατανοήσουμε την εποχή μας». Να ψηφίσουμε λοιπόν, άνευ όρων, την είσοδο της «Μακεδονίας» στο ΝΑΤΟ, την είσοδο της Τουρκίας στην Ε. Ε.
Να καταργήσουμε τη διδασκαλία της αρχαίας γλώσσας – είναι περιττή, ξένη γλώσσα. Να πάψουμε να διδάσκουμε στην Ιστορία γεγονότα που συντηρούν έχθρητα ή αντιπάθεια για τους γείτονές μας, να ξεχάσουμε ήρωες πολέμων, να προβάλλουμε στα παιδιά ήρωες «κοινωνικών διεκδικήσεων». Ούτε εικόνες ούτε προσευχές, καμιά μετάγγιση της μεταφυσικής παράδοσης των Ελλήνων στα παιδιά – η «αποδόμηση» προκαταλήψεων είναι προϋπόθεση για να λειτουργήσει η ελευθερία των ατομικών επιλογών, ελευθερία της αγοράς. Τελικά η παρακμή είναι «λουκούμι» και για ξένα συμφέροντα και για το ντουέτο αρνησιπάτριδων και συνωμοσιολόγων.
Από:
http://yannaras.gr/
Θα άξιζε μια στατιστική απογραφή του ποσοστού των Ελληνωνύμων σήμερα που είναι απόλυτα πεπεισμένοι ότι για την οικονομική χρεοκοπία του κράτους μας, για τη διάλυση και καταρράκωση του εκπαιδευτικού μας συστήματος, τη θλιβερή αγλωσσία μας, το μπάχαλο της δημόσιας διοίκησης, την ολέθρια ανικανότητα και ιδιοτέλεια των πολιτικών μας, την ανομία και την ξέφρενη βία στις μεγαλουπόλεις μας, για όλα, φταίνε άλλοι: Οι Αμερικανοί και το ΝΑΤΟ, οι Εβραίοι (άγνωστο γιατί), το Βατικανό (επειδή «μισεί» τους Ορθοδόξους), κάποιες αλλοεθνείς «μυστικές υπηρεσίες» (ΜΙΤ, Μοσάντ, CIA), οι διεθνείς μαφίες κερδοσκόπων. Οι συνωμοσιολόγοι δεν μπορούν (δεν έχουν τη νοητική διαύγεια) να δουν τα προφανή και απλούστατα, επιμένουν να φαντάζονται τα περίπλοκα και αναπόδεικτα. Προφανές και απλό είναι ότι κάθε οργανωμένη συλλογικότητα θέλει να προωθήσει, στον στίβο του διεθνούς ανταγωνισμού, τα δικά της συμφέροντα. Και φυσικά εκμεταλλεύεται τους αδύναμους ή ανίκανους ανταγωνιστές της, ίσως και να μεθοδεύει, αν της προσφέρονται ευκαιρίες, την επιδείνωση της ανικανότητάς τους, το ξεγύμνωμα των αδυναμιών τους. Αλλά οι όροι αυτοί του ανταγωνισμού είναι κοινοί για όλους στον διεθνή στίβο, και θα είναι ίδιοι πάντοτε – «έως αν η αυτή φύσις ανθρώπων ή» (όσο η φύση των ανθρώπων θα είναι αυτή που είναι). Επομένως οι συμφεροντολογικές δολιότητες κυβερνήσεων, οικονομικών παραγόντων, μυστικών υπηρεσιών ή όποιων άλλων είναι φυσικό να εκμεταλλεύονται την παρακμή μιας οργανωμένης σε κράτος κοινωνίας, αλλά δύσκολο, ίσως και αδύνατο, να προκαλέσουν την παρακμή.
Εκτός από τους συνωμοσιολόγους, η παρακμή γεννάει και ένα άλλο, στους αντίποδες, έκτρωμα: Ανθρώπους έτοιμους να πουλήσουν διευκολύνσεις στον οποιονδήποτε, ορεγόμενο να εκμεταλλευτεί την παρακμή της χώρας τους, ισχυρό αλλοδαπό. Η παροχή διευκολύνσεων γίνεται με ωμά, χυδαία ανταλλάγματα (σπανιότερα με χρήμα, συχνότερα με έξωθεν υποστήριξη για την κατάκτηση επιφανών εγχώριων «πόστων» εξουσιαστικής ισχύος ή για την εξασφάλιση προνομιακής δημόσιας προβολής). Γίνεται η παροχή διευκολύνσεων και χωρίς ανταλλάγματα: από συμπλεγματικούς που κολακεύονται να εκλαμβάνουν το πρακτοριλίκι σαν «κοσμοπολιτισμό», δείγμα «εκσυγχρονισμού», επιδεικτικής απαλλαγής τους από τη μειονεξία του επαρχιώτη που κουβαλάνε στην ψυχή τους. Ο συνδυασμός των δύο (φτηνής ιδιοτέλειας και συμπλεγμάτων επαρχιωτικής μειονεξίας) αναδείχνει κορυφαίους σε επιδόσεις αρνησιπατρίας τους καριερίστες της «ανανεωτικής» τάχα και Αριστεράς. Με το πρόσχημα της εμμονής στον μαρξιστικό διεθνισμό πουλάνε ανενδοίαστα εκδουλεύσεις στη διεθνώς ηγεμονεύουσα σήμερα φιλοδοξία «Νέας Τάξης» πραγμάτων (δηλαδή αγορών). Προπαγανδίζουν με ζηλωτικό φανατισμό το μοντέλο της «πολυπολιτισμικής» κοινωνίας, αρνούνται κάθε κριτήριο πολιτισμικής συμβατότητας για την παροχή ελληνικής ιθαγένειας σε όσους παράνομα και εκβιαστικά εισέρχονται στη χώρα. Κηρύχνουν παθιασμένα το εθνικό κράτος «ξεπερασμένο» και ιδεολόγημα τον στόχο της κοινωνικής συνοχής. Μάχονται, με νύχια και με δόντια, να επιβάλουν στανικά την κατασυκοφάντηση (ή την αγνόηση) της ιστορίας και του πολιτισμού των Ελλήνων στο ελληνικό σχολείο, στον πολιτικό λόγο, στην τηλεοπτική χειραγώγηση του λαού – να καταστήσουν την αρνησιπατρία κυρίαρχη εξουσιαστική ιδεολογία.
Είτε συμπλεγματικοί είτε συμφεροντοσκόποι, οι θιασώτες του αφασικού «πλουραλισμού», αν και με καταγωγική εξάρτηση από τον μαρξιστικό διεθνισμό, συγκροτούν σήμερα την πιο πειθαρχημένη σε ομογνωμία και ομογλωσσία παράταξη που καλύπτει ολόκληρο το πολιτικό φάσμα: από την άκρα Δεξιά (τη νεοφιλελεύθερη) ώς την εκτός Περισσού παρδαλότροπη Αριστερά. Η εξουσιαστική ισχύς αυτής της (κοινωνικά περιθωριακής) παράταξης είναι προκλητικά δυσανάλογη με το αριθμητικό μέγεθός της και τα ουσιαστικά προσόντα των ανθρώπων που τη συγκροτούν. Πώς γίνεται να στελεχώνουν και να ελέγχουν, με κάθε κυβέρνηση, το υπουργείο Παιδείας και τους νευραλγικότερους εκπαιδευτικούς θεσμούς, τα πιο κρίσιμα πόστα τηλεοπτικής «ενημέρωσης», την εμφατικότερη προβολή και αποκλειστική εκπροσώπηση της ελληνικής «ιντελιγκέντσιας» στον Τύπο; Επιτρέπουν στους «συνωμοσιολόγους» να υποθέτουν τον «ξένο παράγοντα» δικτυωμένον ώς τις πιο απίθανες πτυχές των κέντρων εξουσίας στην Ελλάδα.
Σίγουρα οι «συνωμοσιολόγοι» φαντάζονται και υπερβάλλουν, θέλουν η ευθύνη για την παρακμή μας να είναι στους ξένους. Αλλά οι λαβές που τους δίνουν οι πανίσχυροι αρνησιπάτριδες δεν είναι λίγες ούτε ευκαταφρόνητες: Υπερασπίζουν με πάθος το «δικαίωμα» των Σκοπιανών να «αυτοκαθορίζονται», έστω και πλαστογραφώντας την Ιστορία, για να προωθήσουν επιθετικό αλυτρωτισμό. Στις ελληνοτουρκικές σχέσεις το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι «ο δικός μας εθνικισμός, η δική μας πατριδοκαπηλία, ο σκοταδισμός μας, όλα αυτά που εμποδίζουν να κατανοήσουμε την εποχή μας». Να ψηφίσουμε λοιπόν, άνευ όρων, την είσοδο της «Μακεδονίας» στο ΝΑΤΟ, την είσοδο της Τουρκίας στην Ε. Ε.
Να καταργήσουμε τη διδασκαλία της αρχαίας γλώσσας – είναι περιττή, ξένη γλώσσα. Να πάψουμε να διδάσκουμε στην Ιστορία γεγονότα που συντηρούν έχθρητα ή αντιπάθεια για τους γείτονές μας, να ξεχάσουμε ήρωες πολέμων, να προβάλλουμε στα παιδιά ήρωες «κοινωνικών διεκδικήσεων». Ούτε εικόνες ούτε προσευχές, καμιά μετάγγιση της μεταφυσικής παράδοσης των Ελλήνων στα παιδιά – η «αποδόμηση» προκαταλήψεων είναι προϋπόθεση για να λειτουργήσει η ελευθερία των ατομικών επιλογών, ελευθερία της αγοράς. Τελικά η παρακμή είναι «λουκούμι» και για ξένα συμφέροντα και για το ντουέτο αρνησιπάτριδων και συνωμοσιολόγων.
Από:
http://yannaras.gr/
Κυριακή 3 Απριλίου 2011
ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ..,
Αν η ύφεση οδηγήσει σε έκρηξη
Η επιδίωξη της εξουσίας και η άσκηση της εξουσίας σήμερα βασίζονται κυρίως σε πρακτικές μη πολιτικές. Το φαινόμενο είναι διεθνές, η έκταση και ένταση του φαινομένου, συναρτήσεις της κατά κεφαλήν καλλιέργειας σε κάθε κοινωνία.
Πρακτικές επιδίωξης και άσκησης της εξουσίας είναι οι νομικοί θεσμοί, κομματικοί σχεδιασμοί, επιτελικές μεθοδεύσεις, στρατηγικές και τακτικές, χρήση τεχνολογικών δυνατοτήτων πληροφόρησης και έκφρασης. Πολιτικές ονομάζουμε τις πρακτικές που αποβλέπουν, κατά απόλυτη προτεραιότητα, να προκαλέσουν τη σκέψη, την κρίση, τον προβληματισμό του πολίτη, να δημιουργήσουν αίσθηση ευθύνης στον πολίτη για τις επιπτώσεις της ψήφου του. Μη πολιτικές πρακτικές ονομάζουμε τα πολυποίκιλα μηχανεύματα που εφευρίσκονται και επιστρατεύονται προκειμένου να παρασυρθεί ο πολίτης σε διαχείριση της ψήφου του άσχετη με οποιαδήποτε συνείδηση κοινωνικής ευθύνης. Δηλαδή:
Να χειραγωγηθεί έντεχνα ο πολίτης σε ακούσια και ανεπίγνωστη παραίτηση από τη σκέψη, την κρίση, την ευθύνη του. Να δίνει την ψήφο του με κριτήριο το ατομικό του και μόνο συμφέρον (διορισμός, δάνειο, προαγωγή, μετάθεση, κομματικό πόστο, διατήρηση προνομίων κ.λπ.). Να ψηφίζει υποταγμένος σε συμπλεγματικές ψυχολογικές εξαρτήσεις γονεϊκές, νεανικών στρατεύσεων, άκριτων προκαταλήψεων και εθισμών. Να έχει ανάγκη την ένταξη, την αίσθηση ότι επιτέλους «ανήκει» και αυτός κάπου, σε κόμμα, παράταξη, ιδεολογία.
Ειδικά μετά τη διάλυση της οικιστικής κοινότητας, την αγνωστοποίηση του ατόμου μέσα στις πολυάνθρωπες τερατουπόλεις, τη μεθοδική εμπέδωση του πατριδομηδενισμού, τον εκφυλισμό της εκκλησίας σε ατομοκεντρική θρησκευτικότητα, μοιάζει ψυχολογικά πανίσχυρη η ανάγκη για ένταξη. Ισως ισχυρότερη και από τη σεξουαλική ανάγκη ή διαπλεκόμενη με αυτήν. Πάντως, μόνον έτσι εξηγείται ο απίστευτος σε έκταση κρετινισμός της «ποδοσφαιροφιλίας» στις μέρες μας, ίσως και το σεξουαλικό λεξιλόγιο των κραυγών στις κερκίδες των γηπέδων.
Οσοι διεκδικούν και όσοι ασκούν την εξουσία σήμερα ποντάρουν απροκάλυπτα στον ορμέμφυτο πρωτογονισμό του ψηφοφόρου. Γιατί χειραγωγείται εύκολα και αποτελεσματικά. Χάρη στην αλογία των ενορμήσεων κάθε κόμμα εξασφαλίζει οπωσδήποτε μια «βάση» οπαδών αφοσιωμένων με όρους σαφέστατης ψυχανωμαλίας – όπως εξασφαλίζει και η πιο ασήμαντη ποδοσφαιρική ομάδα έναν πυρήνα πιστών που θα βγουν στους δρόμους καίγοντας αυτοκίνητα και θρυμματίζοντας βιτρίνες, αν η ομάδα τους υποβιβαστεί στη β΄ κατηγορία. Και πέρα από τη σταθερή «βάση» των βοσκηματωδώς εξαρτημένων κομματικών οπαδών, οι επαγγελματίες της εξουσίας ξέρουν και μπορούν να χειραγωγούν κρίσιμες εκλογικά μάζες παραιτημένων από την κριτική τους σκέψη πολιτών, δημιουργώντας περιστασιακές πλειοψηφίες.
Κανένας δεν μπορεί να αποδείξει ότι εσκεμμένα η κομματοκρατία απεργάζεται με πολυμήχανες πρακτικές, την εξηλιθίωση των πολιτών – οι προθέσεις ποτέ δεν αποδείχνονται. Ξεγυμνώνονται ωστόσο από τη λογική διερεύνηση των κινήτρων που μπορούμε να διαβλέψουμε στις πρακτικές τους: Γιατί να ξοδεύουν ιλιγγιώδη ποσά σε προεκλογικές αφίσες, έντυπο χαρτομάνι, τηλεοπτικά «σποτς», πληρωμένες συμμετοχές τους σε συζητήσεις στην τηλεόραση; Μελέτες αγοράς τούς έχουν με σιγουριά βεβαιώσει ότι, ανεξάρτητα από το ποιοι είναι και τι λένε, ένας κρίσιμος για το εκλογικό αποτέλεσμα αριθμός απερίσκεπτων ψηφοφόρων θα τους ψηφίσει, μόνο επειδή είδε τη φυσιογνωμία τους, επανειλημμένα, επίμονα, σε αφίσες, σε έντυπα, στην τηλεόραση. Αποκτούν «αναγνωρισιμότητα», που θα πει: ο μικρονοϊκός πολίτης που ενεργεί με ορμέμφυτα και όχι κριτικά, τους αισθάνεται «οικείους», «δικούς» του, όπως και τους ποδοσφαιριστές της ομάδας «του». Και τους δίνει σταυρό προτίμησης. Ακόμα πιο εύκολα και πιο τυφλά ψηφίζει πρώην καλλονές της πασαρέλας, ηθοποιούς, μπασκετμπολίστες, προπονητές, δημοσιογράφους της τηλεόρασης.
Με ποια σκοπιμότητα και ποια κίνητρα οι κυβερνήσεις ξοδεύουν απίστευτο χρήμα κρατικό για να υποδαυλίζουν το ενδιαφέρον των μαζών για το ποδόσφαιρο; Γιατί τα ποδοσφαιρικά γήπεδα έχουν διεθνείς προδιαγραφές πολυτελούς κατασκευής και τα κρατικά νοσοκομεία τριτοκοσμικές; Ενδιαφέρει τους πολιτικούς η «ψυχαγωγία» των πολιτών περισσότερο από την περίθαλψή τους; Πληροφορήθηκαν ποτέ οι ψηφοφόροι τι στοιχίζει στο κράτος έστω και μόνο η αστυνομική προστασία κάθε ποδοσφαιρικού αγώνα και η δημοσιογραφική του κάλυψη, από τα κρατικά κανάλια; Γνωρίζουν οι πολίτες τα μυθώδη ποσά που πληρώνει η ΕΡΤ για δικαιώματα αναμετάδοσης ποδοσφαιρικών αγώνων ή για συμμετοχές (διαπόμπευσης του ελληνικού ονόματος) στους κρετινικούς διαγωνισμούς της «Γιουροβίζιον»;
Η λογική της διερεύνησης των κινήτρων παραπέμπει αναμφίβολα στη μεθοδική εξηλιθίωση του πληθυσμού, από πρόθεση. Αλλη εξήγηση δεν υπάρχει ούτε για το έγκλημα του κρατικού τζόγου ούτε για το ανεξέλεγκτο της βλακείας, της κακογουστιάς και της χυδαιότητας του τηλεοπτικού θεάματος. Και η αποτελεσματικότερη πρακτική εξηλιθίωσης (υποχρεωτικής) του πληθυσμού είναι η συνεχής υποβάθμιση της σχολικής εκπαίδευσης. Κάθε κυβέρνηση αναλαμβάνει και μια καινούργια «εκπαιδευτική μεταρρύθμιση», προκειμένου να μεταθέσει την προσοχή της κοινής γνώμης στο σύστημα εισαγωγής στα ΑΕΙ ή στον εφοδιασμό των σχολείων με υπολογιστές ή στον «εκσυγχρονισμό» του διδακτικού προγράμματος κ.ά.α. Και υπόγεια προωθεί την εξάρθρωση της γλωσσικής διδασκαλίας, την εξάλειψη κάθε άσκησης στην κριτική σκέψη, την πληθωρική προσφορά (πληροφοριακών) γνώσεων μιας χρήσεως. Κραυγάζει χυδαία η πρόθεσή τους να βυθίσουν την ελληνική κοινωνία στη «φυσιολογική» αποβλάκωση που θα επιτρέψει να συνεχίσουν ανενόχλητοι τον ρόλο του φεουδάρχη.
Αν ποτέ υπάρξει κόμμα στην Ελλάδα που θα θελήσει να καταλύσει την απολυταρχική τυραννία της σημερινής κομματοκρατίας, να αποκαταστήσει θεσμούς δημοκρατίας, κράτος δικαίου, έννομη τάξη, αξιοκρατία, προτεραιότητες ποιότητας της ζωής και κοινωνίας των σχέσεων, αν μπορούσε να υπάρξει ένα τέτοιο κόμμα (εκ των πραγμάτων αδύνατο), θα ξεκινούσε με θεσμικές μεταρρυθμίσεις παραγωγικές καίριων κοινωνικών μεταβολών: Τέλειο χωρισμό του κράτους από τον επαγγελματικό «αθλητισμό», του κράτους από τον τζόγο, παντοδύναμο ΕΡΣ (κοινωνικό έλεγχο της εμπορίας του θεάματος), εκ θεμελίων αλλαγή προσωπικού και συστημάτων της δημόσιας εκπαίδευσης.
Εκ των πραγμάτων είναι αδύνατο να υπάρξει ένα τέτοιο κόμμα, η κομματοκρατία φυλάει καλά σφραγισμένες τις μπουκαπόρτες. Μόνο αν η ραγδαία επιτεινόμενη οικονομική ύφεση οδηγήσει σε έκρηξη βίας και αίματος, σε πανικό ζούγκλας, μόνο τότε, όποια αρχή προκύψει τυχαία, θα έχει μια και μόνη λύση για να ξαναλειτουργήσει η ζωή:
Εκλογές για Συντακτική Εθνοσυνέλευση, καινούργιο εξ υπαρχής Σύνταγμα, με όρους που θα αποκλείουν μεθοδικά την επιστροφή στην εξουσία της κομματοκρατίας.
Εκτός αν προλάβει τη φρίκη της ζούγκλας η ευφυής διαχείριση – σημερινών συνταγματικών δυνατοτήτων από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. ΄Η μια μαγική μεταμόρφωση του κ. Σαμαρά σε ηγέτη. Ο πρωθυπουργός είναι στο απυρόβλητο και της θαυματουργίας.
Από: http://yannaras.gr/
Η επιδίωξη της εξουσίας και η άσκηση της εξουσίας σήμερα βασίζονται κυρίως σε πρακτικές μη πολιτικές. Το φαινόμενο είναι διεθνές, η έκταση και ένταση του φαινομένου, συναρτήσεις της κατά κεφαλήν καλλιέργειας σε κάθε κοινωνία.
Πρακτικές επιδίωξης και άσκησης της εξουσίας είναι οι νομικοί θεσμοί, κομματικοί σχεδιασμοί, επιτελικές μεθοδεύσεις, στρατηγικές και τακτικές, χρήση τεχνολογικών δυνατοτήτων πληροφόρησης και έκφρασης. Πολιτικές ονομάζουμε τις πρακτικές που αποβλέπουν, κατά απόλυτη προτεραιότητα, να προκαλέσουν τη σκέψη, την κρίση, τον προβληματισμό του πολίτη, να δημιουργήσουν αίσθηση ευθύνης στον πολίτη για τις επιπτώσεις της ψήφου του. Μη πολιτικές πρακτικές ονομάζουμε τα πολυποίκιλα μηχανεύματα που εφευρίσκονται και επιστρατεύονται προκειμένου να παρασυρθεί ο πολίτης σε διαχείριση της ψήφου του άσχετη με οποιαδήποτε συνείδηση κοινωνικής ευθύνης. Δηλαδή:
Να χειραγωγηθεί έντεχνα ο πολίτης σε ακούσια και ανεπίγνωστη παραίτηση από τη σκέψη, την κρίση, την ευθύνη του. Να δίνει την ψήφο του με κριτήριο το ατομικό του και μόνο συμφέρον (διορισμός, δάνειο, προαγωγή, μετάθεση, κομματικό πόστο, διατήρηση προνομίων κ.λπ.). Να ψηφίζει υποταγμένος σε συμπλεγματικές ψυχολογικές εξαρτήσεις γονεϊκές, νεανικών στρατεύσεων, άκριτων προκαταλήψεων και εθισμών. Να έχει ανάγκη την ένταξη, την αίσθηση ότι επιτέλους «ανήκει» και αυτός κάπου, σε κόμμα, παράταξη, ιδεολογία.
Ειδικά μετά τη διάλυση της οικιστικής κοινότητας, την αγνωστοποίηση του ατόμου μέσα στις πολυάνθρωπες τερατουπόλεις, τη μεθοδική εμπέδωση του πατριδομηδενισμού, τον εκφυλισμό της εκκλησίας σε ατομοκεντρική θρησκευτικότητα, μοιάζει ψυχολογικά πανίσχυρη η ανάγκη για ένταξη. Ισως ισχυρότερη και από τη σεξουαλική ανάγκη ή διαπλεκόμενη με αυτήν. Πάντως, μόνον έτσι εξηγείται ο απίστευτος σε έκταση κρετινισμός της «ποδοσφαιροφιλίας» στις μέρες μας, ίσως και το σεξουαλικό λεξιλόγιο των κραυγών στις κερκίδες των γηπέδων.
Οσοι διεκδικούν και όσοι ασκούν την εξουσία σήμερα ποντάρουν απροκάλυπτα στον ορμέμφυτο πρωτογονισμό του ψηφοφόρου. Γιατί χειραγωγείται εύκολα και αποτελεσματικά. Χάρη στην αλογία των ενορμήσεων κάθε κόμμα εξασφαλίζει οπωσδήποτε μια «βάση» οπαδών αφοσιωμένων με όρους σαφέστατης ψυχανωμαλίας – όπως εξασφαλίζει και η πιο ασήμαντη ποδοσφαιρική ομάδα έναν πυρήνα πιστών που θα βγουν στους δρόμους καίγοντας αυτοκίνητα και θρυμματίζοντας βιτρίνες, αν η ομάδα τους υποβιβαστεί στη β΄ κατηγορία. Και πέρα από τη σταθερή «βάση» των βοσκηματωδώς εξαρτημένων κομματικών οπαδών, οι επαγγελματίες της εξουσίας ξέρουν και μπορούν να χειραγωγούν κρίσιμες εκλογικά μάζες παραιτημένων από την κριτική τους σκέψη πολιτών, δημιουργώντας περιστασιακές πλειοψηφίες.
Κανένας δεν μπορεί να αποδείξει ότι εσκεμμένα η κομματοκρατία απεργάζεται με πολυμήχανες πρακτικές, την εξηλιθίωση των πολιτών – οι προθέσεις ποτέ δεν αποδείχνονται. Ξεγυμνώνονται ωστόσο από τη λογική διερεύνηση των κινήτρων που μπορούμε να διαβλέψουμε στις πρακτικές τους: Γιατί να ξοδεύουν ιλιγγιώδη ποσά σε προεκλογικές αφίσες, έντυπο χαρτομάνι, τηλεοπτικά «σποτς», πληρωμένες συμμετοχές τους σε συζητήσεις στην τηλεόραση; Μελέτες αγοράς τούς έχουν με σιγουριά βεβαιώσει ότι, ανεξάρτητα από το ποιοι είναι και τι λένε, ένας κρίσιμος για το εκλογικό αποτέλεσμα αριθμός απερίσκεπτων ψηφοφόρων θα τους ψηφίσει, μόνο επειδή είδε τη φυσιογνωμία τους, επανειλημμένα, επίμονα, σε αφίσες, σε έντυπα, στην τηλεόραση. Αποκτούν «αναγνωρισιμότητα», που θα πει: ο μικρονοϊκός πολίτης που ενεργεί με ορμέμφυτα και όχι κριτικά, τους αισθάνεται «οικείους», «δικούς» του, όπως και τους ποδοσφαιριστές της ομάδας «του». Και τους δίνει σταυρό προτίμησης. Ακόμα πιο εύκολα και πιο τυφλά ψηφίζει πρώην καλλονές της πασαρέλας, ηθοποιούς, μπασκετμπολίστες, προπονητές, δημοσιογράφους της τηλεόρασης.
Με ποια σκοπιμότητα και ποια κίνητρα οι κυβερνήσεις ξοδεύουν απίστευτο χρήμα κρατικό για να υποδαυλίζουν το ενδιαφέρον των μαζών για το ποδόσφαιρο; Γιατί τα ποδοσφαιρικά γήπεδα έχουν διεθνείς προδιαγραφές πολυτελούς κατασκευής και τα κρατικά νοσοκομεία τριτοκοσμικές; Ενδιαφέρει τους πολιτικούς η «ψυχαγωγία» των πολιτών περισσότερο από την περίθαλψή τους; Πληροφορήθηκαν ποτέ οι ψηφοφόροι τι στοιχίζει στο κράτος έστω και μόνο η αστυνομική προστασία κάθε ποδοσφαιρικού αγώνα και η δημοσιογραφική του κάλυψη, από τα κρατικά κανάλια; Γνωρίζουν οι πολίτες τα μυθώδη ποσά που πληρώνει η ΕΡΤ για δικαιώματα αναμετάδοσης ποδοσφαιρικών αγώνων ή για συμμετοχές (διαπόμπευσης του ελληνικού ονόματος) στους κρετινικούς διαγωνισμούς της «Γιουροβίζιον»;
Η λογική της διερεύνησης των κινήτρων παραπέμπει αναμφίβολα στη μεθοδική εξηλιθίωση του πληθυσμού, από πρόθεση. Αλλη εξήγηση δεν υπάρχει ούτε για το έγκλημα του κρατικού τζόγου ούτε για το ανεξέλεγκτο της βλακείας, της κακογουστιάς και της χυδαιότητας του τηλεοπτικού θεάματος. Και η αποτελεσματικότερη πρακτική εξηλιθίωσης (υποχρεωτικής) του πληθυσμού είναι η συνεχής υποβάθμιση της σχολικής εκπαίδευσης. Κάθε κυβέρνηση αναλαμβάνει και μια καινούργια «εκπαιδευτική μεταρρύθμιση», προκειμένου να μεταθέσει την προσοχή της κοινής γνώμης στο σύστημα εισαγωγής στα ΑΕΙ ή στον εφοδιασμό των σχολείων με υπολογιστές ή στον «εκσυγχρονισμό» του διδακτικού προγράμματος κ.ά.α. Και υπόγεια προωθεί την εξάρθρωση της γλωσσικής διδασκαλίας, την εξάλειψη κάθε άσκησης στην κριτική σκέψη, την πληθωρική προσφορά (πληροφοριακών) γνώσεων μιας χρήσεως. Κραυγάζει χυδαία η πρόθεσή τους να βυθίσουν την ελληνική κοινωνία στη «φυσιολογική» αποβλάκωση που θα επιτρέψει να συνεχίσουν ανενόχλητοι τον ρόλο του φεουδάρχη.
Αν ποτέ υπάρξει κόμμα στην Ελλάδα που θα θελήσει να καταλύσει την απολυταρχική τυραννία της σημερινής κομματοκρατίας, να αποκαταστήσει θεσμούς δημοκρατίας, κράτος δικαίου, έννομη τάξη, αξιοκρατία, προτεραιότητες ποιότητας της ζωής και κοινωνίας των σχέσεων, αν μπορούσε να υπάρξει ένα τέτοιο κόμμα (εκ των πραγμάτων αδύνατο), θα ξεκινούσε με θεσμικές μεταρρυθμίσεις παραγωγικές καίριων κοινωνικών μεταβολών: Τέλειο χωρισμό του κράτους από τον επαγγελματικό «αθλητισμό», του κράτους από τον τζόγο, παντοδύναμο ΕΡΣ (κοινωνικό έλεγχο της εμπορίας του θεάματος), εκ θεμελίων αλλαγή προσωπικού και συστημάτων της δημόσιας εκπαίδευσης.
Εκ των πραγμάτων είναι αδύνατο να υπάρξει ένα τέτοιο κόμμα, η κομματοκρατία φυλάει καλά σφραγισμένες τις μπουκαπόρτες. Μόνο αν η ραγδαία επιτεινόμενη οικονομική ύφεση οδηγήσει σε έκρηξη βίας και αίματος, σε πανικό ζούγκλας, μόνο τότε, όποια αρχή προκύψει τυχαία, θα έχει μια και μόνη λύση για να ξαναλειτουργήσει η ζωή:
Εκλογές για Συντακτική Εθνοσυνέλευση, καινούργιο εξ υπαρχής Σύνταγμα, με όρους που θα αποκλείουν μεθοδικά την επιστροφή στην εξουσία της κομματοκρατίας.
Εκτός αν προλάβει τη φρίκη της ζούγκλας η ευφυής διαχείριση – σημερινών συνταγματικών δυνατοτήτων από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. ΄Η μια μαγική μεταμόρφωση του κ. Σαμαρά σε ηγέτη. Ο πρωθυπουργός είναι στο απυρόβλητο και της θαυματουργίας.
Από: http://yannaras.gr/
Σάββατο 2 Απριλίου 2011
Kαινούργιο Σύνταγμα;
Kαινούργιο Σύνταγμα;
Δεν είμαι συνταγματολόγος, ούτε καν νομικός. Θα τολμήσω ελάχιστες συντομογραφικές παρατηρήσεις μόνο για τη λογική προφάνεια της ανάγκης να συνταχθεί Σύνταγμα της Eλλάδας καινούργιο, εξ υπαρχής.
Aπό το οθωνικό Σύνταγμα του 1844 ώς σήμερα, τα Συντάγματα της Eλλάδας δεν έχουν ευδιάκριτο χαρακτήρα «κοινωνικού συμβολαίου». H λογική που τα διέπει δεν αποβλέπει σε όρους συλλογικής συνύπαρξης, σχέσεων κοινωνίας, κατασφάλισης κοινωνικών προτεραιοτήτων, δηλαδή λαϊκής κυριαρχίας. Tα Συντάγματα κωδικοποιούν οριοθετήσεις εξουσιών: εξουσίας ατόμων και εξουσίας θεσμών.
Eιδικά από το Σύνταγμα του 1985 και μετά, η λογική της συνταγματικής νομοθεσίας κατατείνει στην όλο και μεγαλύτερη αυτονόμηση της εξουσίας των κομμάτων σε βάρος της λαϊκής κυριαρχίας. Mε μια φαινομενικώς ακραία, αλλά ρεαλιστική διατύπωση, θα έλεγε κανείς ότι το αντιπροσωπευτικό σύστημα, η κοινοβουλευτική δημοκρατία, τείνει συνεχώς να υποκατασταθεί από το διαστροφικό φαινόμενο της κομματοκρατίας.
Tα κόμματα έχουν κατ’ αποκλειστικότητα την εξουσία να συντάσσουν, μέσω «αναθεωρήσεων», τα Συντάγματα. H προκήρυξη εκλογών για «αναθεωρητική Bουλή» δεν προσθέτει τον παραμικρό κοινωνικό έλεγχο στις αυτονομημένες εξουσίες των κομμάτων. Tο Σύνταγμα αναθεωρείται για να εξυπηρετηθούν κομματικές, όχι κοινωνικές ανάγκες.
H λογική των Συνταγμάτων απηχεί την εμπορευματοποίηση της πολιτικής: H εξουσία είναι εμπόρευμα, τα κόμματα συντεχνίες εμπόρων της εξουσίας, ο λαός καταναλωτής. Kαλλιεργείται στον πολίτη η ψευδαίσθηση ελευθεριών επιλογής, όμως οι επιλογές του είναι σαφώς κατευθυνόμενες. H «δημοκρατία» καταλήγει να είναι ό,τι ακριβώς και το μάρκετινγκ: ένα παιχνίδι εντυπώσεων. Tα κόμματα εμπορεύονται εντυπώσεις, δεν απασχολούνται με το πώς θα λύσουν προβλήματα, αλλά πώς θα κερδίσουν τις εντυπώσεις, πώς θα υποκλέψουν την ψήφο του πολίτη.
Oι πολίτες ούτε εκλέγουν ούτε ελέγχουν την εξουσία. Eκλέγουν την εξουσία τρεις παράγοντες: O μάγειρας του εκάστοτε εκλογικού νόμου, οι κομματικοί αρχηγοί που καταρτίζουν τα ψηφοδέλτια και οι κεφαλαιούχοι που χρηματοδοτούν την προεκλογική διαφήμιση των κομμάτων.
Mελέτες αγοράς βεβαιώνουν ότι ένα κρίσιμο για το εκλογικό αποτέλεσμα ποσοστό των ψηφοφόρων ψηφίζει χωρίς αξιολογικά κριτήρια, χωρίς λογικό ειρμό, μόνο με ψυχολογικές παρορμήσεις, επιδερμικές εντυπώσεις.
Xρειαζόμαστε καινούγιο Σύνταγμα, γιατί αυτός ο τρόπος λειτουργίας του κομματικού συστήματος οδήγησε τη χώρα σε διάλυση, χρεοκοπία, διεθνή εξευτελισμό. Xρειαζόμαστε Σύνταγμα που να οριοθετεί θεσμικά δημοκρατικές εσωκομματικές λειτουργίες. Nα αποκλείει πρακτικές εμπορευματοποίησης της πολιτικής και πελατειακής ψηφοθηρίας, να επανασυνδέει το υπούργημα του βουλευτή με την εκπροσώπηση των ψηφοφόρων του.
Θεωρητικά, τον ρόλο κοινωνικού ελέγχου της εξουσίας τον έχουν τα μέσα μαζικής επικοινωνίας και ο συνδικαλισμός. Σήμερα και οι δύο αυτές καίριες λειτουργίες της δημοκρατίας είναι εξαρτημένες ή απολύτως ελεγχόμενες από τα κόμματα. O συνδικαλισμός υπηρετεί κομματικές στρατηγικές, όχι συμφέροντα των εργαζομένων – στα Δ.Σ. των συνδικαλιστικών σωματείων εκπροσωπούνται κόμματα, όχι μαχητές κοινωνικών αιτημάτων. Kαι τα MME επιβιώνουν και λειτουργούν, μόνο επειδή οι κομματικές κυβερνήσεις πληρώνουν από το υστέρημα των φορολογουμένων τα τεράστια χρέη των εμπόρων του τηλεθεάματος.
Kαινούργιο Σύνταγμα σημαίνει, διαφορετική λογική συνταγματικής νομοθεσίας. Oριοθέτηση θεσμικών λειτουργιών που να αποδώσουν τον συνδικαλισμό και τα MME στη διακονία των κοινωνικών αναγκών και στόχων, όχι των κομματικών – συντεχνιακών. Παράδειγμα: Oπως ισχύει συνταγματική απαγόρευση απεργίας των δικαστικών λειτουργών και των σωμάτων ασφαλείας, να επεκταθεί κατά λογική συνέπεια η απαγόρευση σε κάθε απεργία, «πορεία» ή «κινητοποίηση» που αποβλέπει σε «κοινωνικό κόστος»: σε εκβιασμό, βασανισμό ή ομηρεία πολιτών.
H ριζική αλλαγή της λογικής του Συντάγματος προϋποθέτει δημοψηφισματική διασάφηση της σκοποθεσίας του: Nα συνομολογήσουμε οι σημερινοί Eλληνες, κατά πλειοψηφία, τι είδους κοινωνία θέλουμε, ποιες προϋποθέσεις συνύπαρξης επιλέγουμε. Θέλουμε την ελληνικότητα ως κρατική απλώς υπηκοότητα, δηλαδή ως εθνικότητα, ιδεολογική συνιστώσα του έθνους – κράτους, όπως την όριζε η φιλοσοφία του Διαφωτισμού; Mας αρκεί μια συλλογικότητα «πλουραλιστική», ανεκτική της ακοινωνησίας που επιβάλλει στανικά η επιθετική «διαφορετικότητα», η εκδοχή του ανθρώπου ως καταναλωτικής αποκλειστικά μονάδας; ΄H εκδεχόμαστε και θέλουμε την ελληνικότητα ως πρόταση πολιτισμού, πρόταση «νοήματος» της ύπαρξης και της συνύπαρξης, που το ελλαδικό κράτος καλείται να τη διαχειριστεί ως ιδιαιτερότητα, ικανή όμως να διακονήσει πανανθρώπινη ανάγκη;
Aπό τη δημοψηφισματική απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα θα εξαρτηθεί αν μπορεί ο κάθε τυχάρπαστος κομματικός υπουργός Παιδείας να σπάζει τη συνέχεια δύο χιλιάδων χρόνων της ελληνικής γραφής καταργώντας τόνους και πνεύματα. Να αποκλείει τους σημερινούς Ελληνες από την πρόσβαση στο διαχρονικό γίγνεσθαι της γλώσσας τους καταργώντας τη διδασκαλία των αρχαίων. Ή να «αποδομεί» την ιστορική συνείδηση της ελληνικής κοινωνίας κατασυκοφαντώντας βάναυσα το παρελθόν στις συνειδήσεις των παιδιών της.
Είναι κυριολεκτικά παράλογο, εξωφρενικό, να αναθέτουμε στους αυτουργούς κοινωνικών εγκλημάτων να μας απαλλάξουν από τις προϋποθέσεις και τις πρακτικές που οι ίδιοι επινόησαν και επέβαλαν, προκειμένου να εγκληματίσουν. Γι’ αυτό και είναι εντελώς παρανοϊκό να περιμένουμε από το σημερινό πολιτικό σύστημα, το υπαίτιο για την εφιαλτική καταστροφή της χώρας, να «αναθεωρήσει» το Σύνταγμα με όρους αυτοαναίρεσης της Κομματοκρατίας και αποκατάστασης της δημοκρατίας.
Περιμένουμε από τον νομικό κόσμο της χώρας, φορέα των ευθνών της τρίτης στη δημοκρατία εξουσίας, να φωτίσει δυνατότητα εξόδου από το ασφυκτικό αδιέξοδο: Χρειαζόμαστε καινούργιο Σύνταγμα και δεν μπορούμε να εμπιστευθούμε τη σύνταξή του σε πολιτικό προσωπικό που, κατ’ εξακολούθησιν, ευτέλισε τη συνταγματική λογική.
Από: http://yannaras.gr
Δεν είμαι συνταγματολόγος, ούτε καν νομικός. Θα τολμήσω ελάχιστες συντομογραφικές παρατηρήσεις μόνο για τη λογική προφάνεια της ανάγκης να συνταχθεί Σύνταγμα της Eλλάδας καινούργιο, εξ υπαρχής.
Aπό το οθωνικό Σύνταγμα του 1844 ώς σήμερα, τα Συντάγματα της Eλλάδας δεν έχουν ευδιάκριτο χαρακτήρα «κοινωνικού συμβολαίου». H λογική που τα διέπει δεν αποβλέπει σε όρους συλλογικής συνύπαρξης, σχέσεων κοινωνίας, κατασφάλισης κοινωνικών προτεραιοτήτων, δηλαδή λαϊκής κυριαρχίας. Tα Συντάγματα κωδικοποιούν οριοθετήσεις εξουσιών: εξουσίας ατόμων και εξουσίας θεσμών.
Eιδικά από το Σύνταγμα του 1985 και μετά, η λογική της συνταγματικής νομοθεσίας κατατείνει στην όλο και μεγαλύτερη αυτονόμηση της εξουσίας των κομμάτων σε βάρος της λαϊκής κυριαρχίας. Mε μια φαινομενικώς ακραία, αλλά ρεαλιστική διατύπωση, θα έλεγε κανείς ότι το αντιπροσωπευτικό σύστημα, η κοινοβουλευτική δημοκρατία, τείνει συνεχώς να υποκατασταθεί από το διαστροφικό φαινόμενο της κομματοκρατίας.
Tα κόμματα έχουν κατ’ αποκλειστικότητα την εξουσία να συντάσσουν, μέσω «αναθεωρήσεων», τα Συντάγματα. H προκήρυξη εκλογών για «αναθεωρητική Bουλή» δεν προσθέτει τον παραμικρό κοινωνικό έλεγχο στις αυτονομημένες εξουσίες των κομμάτων. Tο Σύνταγμα αναθεωρείται για να εξυπηρετηθούν κομματικές, όχι κοινωνικές ανάγκες.
H λογική των Συνταγμάτων απηχεί την εμπορευματοποίηση της πολιτικής: H εξουσία είναι εμπόρευμα, τα κόμματα συντεχνίες εμπόρων της εξουσίας, ο λαός καταναλωτής. Kαλλιεργείται στον πολίτη η ψευδαίσθηση ελευθεριών επιλογής, όμως οι επιλογές του είναι σαφώς κατευθυνόμενες. H «δημοκρατία» καταλήγει να είναι ό,τι ακριβώς και το μάρκετινγκ: ένα παιχνίδι εντυπώσεων. Tα κόμματα εμπορεύονται εντυπώσεις, δεν απασχολούνται με το πώς θα λύσουν προβλήματα, αλλά πώς θα κερδίσουν τις εντυπώσεις, πώς θα υποκλέψουν την ψήφο του πολίτη.
Oι πολίτες ούτε εκλέγουν ούτε ελέγχουν την εξουσία. Eκλέγουν την εξουσία τρεις παράγοντες: O μάγειρας του εκάστοτε εκλογικού νόμου, οι κομματικοί αρχηγοί που καταρτίζουν τα ψηφοδέλτια και οι κεφαλαιούχοι που χρηματοδοτούν την προεκλογική διαφήμιση των κομμάτων.
Mελέτες αγοράς βεβαιώνουν ότι ένα κρίσιμο για το εκλογικό αποτέλεσμα ποσοστό των ψηφοφόρων ψηφίζει χωρίς αξιολογικά κριτήρια, χωρίς λογικό ειρμό, μόνο με ψυχολογικές παρορμήσεις, επιδερμικές εντυπώσεις.
Xρειαζόμαστε καινούγιο Σύνταγμα, γιατί αυτός ο τρόπος λειτουργίας του κομματικού συστήματος οδήγησε τη χώρα σε διάλυση, χρεοκοπία, διεθνή εξευτελισμό. Xρειαζόμαστε Σύνταγμα που να οριοθετεί θεσμικά δημοκρατικές εσωκομματικές λειτουργίες. Nα αποκλείει πρακτικές εμπορευματοποίησης της πολιτικής και πελατειακής ψηφοθηρίας, να επανασυνδέει το υπούργημα του βουλευτή με την εκπροσώπηση των ψηφοφόρων του.
Θεωρητικά, τον ρόλο κοινωνικού ελέγχου της εξουσίας τον έχουν τα μέσα μαζικής επικοινωνίας και ο συνδικαλισμός. Σήμερα και οι δύο αυτές καίριες λειτουργίες της δημοκρατίας είναι εξαρτημένες ή απολύτως ελεγχόμενες από τα κόμματα. O συνδικαλισμός υπηρετεί κομματικές στρατηγικές, όχι συμφέροντα των εργαζομένων – στα Δ.Σ. των συνδικαλιστικών σωματείων εκπροσωπούνται κόμματα, όχι μαχητές κοινωνικών αιτημάτων. Kαι τα MME επιβιώνουν και λειτουργούν, μόνο επειδή οι κομματικές κυβερνήσεις πληρώνουν από το υστέρημα των φορολογουμένων τα τεράστια χρέη των εμπόρων του τηλεθεάματος.
Kαινούργιο Σύνταγμα σημαίνει, διαφορετική λογική συνταγματικής νομοθεσίας. Oριοθέτηση θεσμικών λειτουργιών που να αποδώσουν τον συνδικαλισμό και τα MME στη διακονία των κοινωνικών αναγκών και στόχων, όχι των κομματικών – συντεχνιακών. Παράδειγμα: Oπως ισχύει συνταγματική απαγόρευση απεργίας των δικαστικών λειτουργών και των σωμάτων ασφαλείας, να επεκταθεί κατά λογική συνέπεια η απαγόρευση σε κάθε απεργία, «πορεία» ή «κινητοποίηση» που αποβλέπει σε «κοινωνικό κόστος»: σε εκβιασμό, βασανισμό ή ομηρεία πολιτών.
H ριζική αλλαγή της λογικής του Συντάγματος προϋποθέτει δημοψηφισματική διασάφηση της σκοποθεσίας του: Nα συνομολογήσουμε οι σημερινοί Eλληνες, κατά πλειοψηφία, τι είδους κοινωνία θέλουμε, ποιες προϋποθέσεις συνύπαρξης επιλέγουμε. Θέλουμε την ελληνικότητα ως κρατική απλώς υπηκοότητα, δηλαδή ως εθνικότητα, ιδεολογική συνιστώσα του έθνους – κράτους, όπως την όριζε η φιλοσοφία του Διαφωτισμού; Mας αρκεί μια συλλογικότητα «πλουραλιστική», ανεκτική της ακοινωνησίας που επιβάλλει στανικά η επιθετική «διαφορετικότητα», η εκδοχή του ανθρώπου ως καταναλωτικής αποκλειστικά μονάδας; ΄H εκδεχόμαστε και θέλουμε την ελληνικότητα ως πρόταση πολιτισμού, πρόταση «νοήματος» της ύπαρξης και της συνύπαρξης, που το ελλαδικό κράτος καλείται να τη διαχειριστεί ως ιδιαιτερότητα, ικανή όμως να διακονήσει πανανθρώπινη ανάγκη;
Aπό τη δημοψηφισματική απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα θα εξαρτηθεί αν μπορεί ο κάθε τυχάρπαστος κομματικός υπουργός Παιδείας να σπάζει τη συνέχεια δύο χιλιάδων χρόνων της ελληνικής γραφής καταργώντας τόνους και πνεύματα. Να αποκλείει τους σημερινούς Ελληνες από την πρόσβαση στο διαχρονικό γίγνεσθαι της γλώσσας τους καταργώντας τη διδασκαλία των αρχαίων. Ή να «αποδομεί» την ιστορική συνείδηση της ελληνικής κοινωνίας κατασυκοφαντώντας βάναυσα το παρελθόν στις συνειδήσεις των παιδιών της.
Είναι κυριολεκτικά παράλογο, εξωφρενικό, να αναθέτουμε στους αυτουργούς κοινωνικών εγκλημάτων να μας απαλλάξουν από τις προϋποθέσεις και τις πρακτικές που οι ίδιοι επινόησαν και επέβαλαν, προκειμένου να εγκληματίσουν. Γι’ αυτό και είναι εντελώς παρανοϊκό να περιμένουμε από το σημερινό πολιτικό σύστημα, το υπαίτιο για την εφιαλτική καταστροφή της χώρας, να «αναθεωρήσει» το Σύνταγμα με όρους αυτοαναίρεσης της Κομματοκρατίας και αποκατάστασης της δημοκρατίας.
Περιμένουμε από τον νομικό κόσμο της χώρας, φορέα των ευθνών της τρίτης στη δημοκρατία εξουσίας, να φωτίσει δυνατότητα εξόδου από το ασφυκτικό αδιέξοδο: Χρειαζόμαστε καινούργιο Σύνταγμα και δεν μπορούμε να εμπιστευθούμε τη σύνταξή του σε πολιτικό προσωπικό που, κατ’ εξακολούθησιν, ευτέλισε τη συνταγματική λογική.
Από: http://yannaras.gr
Σάββατο 26 Μαρτίου 2011
Βαλαωρίτης, Νάνος
Ο Νάνος Βαλαωρίτης γεννήθηκε στη Λωζάνη της Ελβετίας το 1921. Σπούδασε φιλολογία και νομικά στα πανεπιστήμια Αθηνών, Λονδίνου, Σορβόνης. Παρουσίασε άρθρα και μετέφρασε πρώτος στο Λονδίνο εκτενώς Έλληνες ποιητές του 1930 -Σεφέρη, Ελύτη, Εμπειρίκο, Εγγονόπουλο, Γκάτσο. Στην Αγγλία έζησε από το 1944 έως το 1953 και γνώρισε τον Έλιοτ και όλο τον κύκλο του. Το διάστημα 1954-60 έμεινε στο Παρίσι και γνώρισε τον Αντρέ Μπρετόν και τους υπερρεαλιστές. Το 1960 γύρισε στην Ελλάδα και διηύθυνε το περιοδικό "Πάλι" (1963-1966). Το 1969 παρουσίασε ελληνική ποίηση στο γαλλικό περιοδικό "Lettres Nouvelles". Από το 1968 έως το 1993 δίδαξε συγκριτική λογοτεχνία και δημιουργική γραφή στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο του Σαν Φρανσίσκο. Εκεί, ποιητικά του κείμενα εκδόθηκαν από τον οίκο City Lights του Λώρενς Φερλινγκέττι. Οργάνωσε παρουσίαση των Ελλήνων υπερρεαλιστών στο Κέντρο Πομπιντού το 1990-91. Διηύθυνε από το 1989 έως το 1995 με τον ποιητή Αντρέα Παγουλάτο το περιοδικό "Συντέλεια", το οποίο επανεκδόθηκε το 2004 με τίτλο "Νέα Συντέλεια". Το 1959 βραβεύτηκε με το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης το οποίο και αρνήθηκε. Πήρε το Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1982) και το Κρατικό Βραβείο Χρονικού - Μαρτυρίας (1998). Επίσης έλαβε κι ένα βραβείο του Ν.Ρ.Α. [National Poetry Association (Αμερικανική Εταιρεία Ποίησης)] το 1996 -βραβείο που είχε δοθεί προηγουμένως στους Φερλινγκέττι, Γκίνσμπεργκ και άλλους. Έχει λάβει το Βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών για το ποιητικό του έργο (2006). Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας του απένειμε τον Χρυσό Σταυρό του Τάγματος Τιμής (2006). Το 2009 τιμήθηκε με το Μεγάλο Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου του. Βιβλία του έχουν εκδοθεί στο εξωτερικό σε αγγλικές και γαλλικές μεταφράσεις. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων. Στην Ελλάδα επέστρεψε μόνιμα το 2004.
Εργογραφία:
Ποίηση
- "Η τιμωρία των μάγων", Λονδίνο 1947
- "Κεντρική στοά", Αθήνα 1958
- "Εστίες μικροβίων", εκδ. Καλώδιο, Σαν Φρανσίσκο 1977
- "Ανώνυμο ποίημα του Φωτεινού Αηγιάννη", Ίκαρος 1978
- "Ο ήρωας του τυχαίου", Τραμ, Θεσσαλονίκη 1979
- "Η πουπουλένια εξομολόγηση", Ίκαρος 1982
- "Στο κάτω κάτω της γραφής", Νεφέλη 1984
- "Ο έγχρωμος στυλογράφος", Δωδώνη 1986
- "Ποιήματα Ι", Ύψιλον 1987, "Ποιήματα ΙΙ", Ύψιλον 1987
- "Ανιδεογράμματα", Καστανιώτης 1996
- "Ήλιος ο δήμιος μιας πράσινης σκέψης", Καστανιώτης 1996
- "Αλληγορική Κασσάνδρα", Καστανιώτης 1998
- "Η κάθοδος των Μ", Ύψιλον 2002
- "Μια αλφάβητος των κωφαλάλων", Άγκυρα 2003
- "Άστεγος ο Μέγας", Ύψιλον 2004
- "Το ξανανοιγμένο κουτί της Πανδώρας", Άγκυρα 2006
Πεζογραφία
- "Ο προδότης του γραπτού λόγου", Ίκαρος 1980
- "Απ' τα κόκκαλα βγαλμένη", Νεφέλη 1982, β΄ έκδοση 1999
- "Μερικές γυναίκες", Θεμέλιο 1982
- "Ο θησαυρός του Ξέρξη", Εστία 1984, Άγκυρα 2008
- "Η δολοφονία", Θεμέλιο 1984
- "Η ζωή μου μετά θάνατον εγγυημένη", Νεφέλη 1995
- "Παραμυθολογία", Νεφέλη 1996
- "Ο σκύλος του Θεού", Καστανιώτης 1998, β΄ έκδοση 2004
- "Τα σπασμένα χέρια της Αφροδίτης της Μήλου", Άγρα 2002
- "Γνωρίζετε την Ελπινίκη;" Ηλέκτρα 2005
Δοκίμια
- "Ανδρέας Εμπειρίκος", Ύψιλον 1989
- "Για μια θεωρία της γραφής", Εξάντας 1990
- "Μοντερνισμός, πρωτοπορία και πάλι", Καστανιώτης 1997
- "Αλληλογραφία Γ. Σεφέρη - Ν. Βαλαωρίτη 1945-1958", Ύψιλον 2004
- "Για μια θεωρία της γραφής, Β", Ηλέκτρα 2006
Νάνος Βαλαωρίτης: Η έλλειψη κανόνων δημιουργεί σύγχυση και μεροληψία
Κρημνιώτη Π.
Ημερομηνία δημοσίευσης: 03/01/2010
Συνέντευξη στην Πόλυ ΚΡΗΜΝΙΩΤΗ
Μία έκδοση σήμερα γίνεται με τους όρους της αγοράς. Διαφήμιση, προώθηση, κριτική, είναι ένας διαδεδομένος μηχανισμός, οπότε αν πέσεις στα χέρια ενός εκδότη που δεν σε διαφημίζει εξαρτάσαι από το κοινό. Η κριτική είναι μεροληπτική αυτό είναι σίγουρο
Δημιουργός και στοχαστής, καλλιτέχνης και γητευτής, ο Νάνος Βαλαωρίτης μοιάζει με εκείνους τους ανθρώπους που δεν αρκούνται σ' ένα ταλέντο. Ποιητής πάνω απ' όλα, αλλά δοκιμασμένος σε όλα τα είδη του γραπτού λόγου, το δοκίμιο, τη μετάφραση, τη θεατρική γραφή, την πεζογραφία. Και ζωγράφος επίσης. Αν σ' όλα αυτά προστεθεί η διακριτή πολιτική παρουσία του και ο κριτικός λόγος του τότε στο πρόσωπό του ιχνογραφείται το πορτρέτο ενός αναγεννησιακού τύπου διανοούμενου, είδους δηλαδή που αν δεν έχει εκλείψει τουλάχιστον δεν βρίσκεται σε επάρκεια στην εποχή μας. Κοσμοπολίτης, πολυταξιδεμένος και ιδιαίτερα τολμηρός στις επιλογές του, ο Νάνος Βαλαωρίτης της υψηλής καλλιέργειας και του μυθιστορηματικού βίου, δισέγγονος ποιητή, με λαμπρές σπουδές, ο πρώτος μεταφραστής των Ελύτη, Σεφέρη, Εμπειρίκου, Εγγονόπουλου, Γκάτσου στα αγγλικά, και από τους λίγους Έλληνες που συναντήθηκε με τις πρωτοπορίες του 20ού αιώνα και συνομίλησε με τολμηρά πνεύματα όπως ο Μπρετόν, ο Έλιοτ, ο Ντύλαν Τόμας. Τον ξεπέρασε τον προπάππο Αριστοτέλη.
Αντλεί το ποιητικό του ιδίωμα από τη διαχρονία του υπερρεαλισμού και για το έργο του έχει τιμηθεί με διεθνείς διακρίσεις. Ωστόσο η βράβευσή του από την ελληνική πολιτεία με το Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου του, οφειλόμενη τιμή σ' έναν από τους μεγαλύτερους εν ζωή ποιητές μας, έχει τη δική της σημασία. “Είμαι Έλληνας συγγραφέας, εδώ είναι η χώρα μου και θεωρώ πιο σημαντικό να με αναγνωρίζουν στη χώρα μου παρά σε άλλες” μας λέει ο Νάνος Βαλαωρίτης. “Τα βραβεία καθώς ξέρετε δίνονται κάθε χρόνο σε διάφορους και καμιά φορά δεν έχουν το αποτέλεσμα που θα ήθελε ο συγγραφέας, δηλαδή, να γίνει πιο γνωστό το έργο του”.
* Η αλήθεια είναι ότι τα ελληνικά βραβεία είναι πολύ λίγο συνδεδεμένα με το βιβλιοπωλείο. Πού το αποδίδετε;
“Ίσως στο ότι οι Έλληνες δεν διαβάζουν κατ' επιταγήν. Το τι διαβάζει ο Έλληνας είναι μυστηριώδες γιατί η αναγνωστική συμπεριφορά του προέρχεται από την επικοινωνία του με άλλους αναγνώστες, οπότε και οι κριτικές ακόμα δεν παίζουν τόσο μεγάλο ρόλο. Ο Ροΐδης έλεγε ότι οι Έλληνες δεν διαβάζουν. Αυτό δεν ισχύει σήμερα. Υπάρχει αναγνωστικό κοινό αλλά επιλέγει αυτά που του ταιριάζουν. Τα δικά μου βιβλία, για παράδειγμα, έχουν εκδοθεί από 12 εκδότες. Αν και κατά εποχές είχαν καλές πωλήσεις κανένα δεν έγινε μπεστ σέλερ. Σ' αυτό δεν νομίζω ότι φταίνε οι εκδότες αλλά τα ίδια τα έργα, που απευθύνονται σε ένα κοινό κάπως ιδιαίτερο, πιο πληροφορημένο, όχι τόσο λαϊκίστικο δεν είναι, δηλαδή, μαζικής κατανάλωσης. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν καλά έργα τα οποία διαβάζονται πολύ. Τα μεγάλα βραβεία σε Αγγλία και Γαλλία έχουν κάποιο αποτέλεσμα. Και βέβαια δεν είναι κρατικά. Το Γκονκούρ συνεχίζει την παράδοση των αδελφών Γκονκούρ, δεν προσφέρει χρηματική αμοιβή αλλά ο συγγραφέας αμείβεται από την εκτίναξη των πωλήσεων του βιβλίου του. Είναι βραβεία μεγάλης φήμης”.
* Η υπερπληθώρα εκδόσεων βοηθάει έναν αναγνώστη;
“Νομίζω όχι, ο αναγνώστης πια δεν ξέρει τι να διαλέξει μπαίνοντας στο βιβλιοπωλείο, γιατί οι πάγκοι και οι βιτρίνες αλλάζουν με τεράστια ταχύτητα και πριν προλάβει ένα βιβλίο να μπει στο μάτι του κοινού έχει αποσυρθεί. Το κοινό έχει το γούστο του, αλλά είναι και πολύ εύκολο να το επηρεάσει η διαφήμιση και οι μηχανισμοί της προβολής. Υπάρχει αυτός ο τεράστιος τζίρος”.
* Σ' αυτή τη συνθήκη άγριας εμπορευματοποίησης πώς στέκεται το βιβλίο;
“Πού και πού ορισμένα βιβλία καταφέρνουν να διαπεράσουν τον τοίχο αυτής της εμπορικότητας και να γίνουν κλασικά έργα. Εμείς έχουμε το εξής φαινόμενο, ορισμένοι ποιητές έχουν ένα σταθερό κοινό, όπως η Κατερίνα Γώγου, η Δημουλά, ο Καββαδίας και παραδόξως ο Καρυωτάκης έχουν το κοινό τους. Όμως υπάρχουν και περιπτώσεις παραμερισμού, όπως της άξιας ποιήτριας Μαντώς Αραβαντινού η οποία επειδή δεν είχε έναν εκδότη να την προωθήσει έχει σχεδόν ξεχαστεί. Κι αυτό συμβαίνει και σε άλλες περιπτώσεις. Στην περίπτωσή μου, που έχω 12 εκδότες, δεν είναι ότι ήθελα να έχω τόσους πολλούς αλλά αναγκαζόμουν να πάω από τον έναν στον άλλο επειδή μετά από λίγο θεωρούσαν ότι τα έργα μου δεν θα πουλούσαν. Δεν φταίνε οι εκδότες φταίνε ίσως τα έργα”.
* Σας πήραν τηλέφωνο τώρα μετά τη βράβευση να σας συγχαρούν;
“Όχι, ούτε ένας”.
* Είναι καλό για έναν λογοτέχνη να μην έχει έναν σταθερό εκδότη;
“Νομίζω πως όχι. Γιατί το σκόρπισμα αυτό δημιουργεί προβλήματα αναγνώρισης”.
* Μπορεί να έχετε εσείς τέτοιου είδους προβλήματα;
“Βεβαίως και έχω. Βιβλία μου που δεν είχαν κριτική υποδοχή έκαναν 15 με 20 χρόνια να πουληθούν. Έμεναν θαμμένα. Και ξαφνικά όταν κάποιος εκδότης ήθελε να κάνει μια δεύτερη έκδοση αναστήθηκαν. Όμως η δική μου γραφή δεν απευθύνεται πάντα σε ευρύ κοινό. Κι γι' αυτό φταίω εγώ. Μία έκδοση σήμερα γίνεται με τους όρους της αγοράς. Διαφήμιση, προώθηση, κριτική, είναι ένας διαδεδομένος μηχανισμός, οπότε αν πέσεις στα χέρια ενός εκδότη που δεν σε διαφημίζει εξαρτάσαι από το κοινό. Η κριτική είναι μεροληπτική αυτό είναι σίγουρο. Ένα έργο που αξίζει τον κόπο όπως “Ο άρχων του σκότους” του Δημήτρη Ρικάκη που είναι ένα μικρό αριστούργημα, είναι όλη η ιστορία της “Διάπλασις των παίδων”, έχει σχεδόν αποσιωπηθεί. Υπάρχει σύγχυση και μεροληψία ταυτόχρονα γιατί δεν υπάρχουν κανόνες. Ξαφνικά βλέπεις κριτικούς να αλλάζουν θέση απέναντι σε συγγραφείς και σε έργα”.
* Δεν είναι ένα γενικότερο φαινόμενο της εποχής μας;
“Έχει να κάνει με την ταχύτητα της αλλαγής, της εμπορευματοποίησης και των πολύ ισχυρών οίκων, είτε είναι εκδοτικοί οργανισμοί είτε τράπεζες, με αποτέλεσμα να παραγνωρίζονται αξιόλογοι συγγραφείς και έργα. Κι όσο πάει χειροτερεύει η κατάσταση γιατί ότι δεν πουλάει εξοβελίζεται”.
* Αισθάνεστε βολικά στην εποχή μας;
“Δεν είμαι πολύ αισιόδοξος, μάλλον προς τη δυστοπία κλίνω. Κινδυνεύει η ανθρωπότητα από τις κλιματικές αλλαγές, είναι σα να βρισκόμαστε μπροστά σ' έναν πόλεμο που μας αφορά όλους. Μπορούμε να ενωθούμε για να το αντιμετωπίσουμε; αυτό είναι το ερώτημα. Δηλαδή μπορούμε να κάνουμε τόσο ριζικές αλλαγές ώστε να μπορέσουμε να αντεπεξέλθουμε; Μέχρι στιγμής δεν έχει δημιουργηθεί ούτε συμφωνία μεταξύ των μεγάλων χωρών”.
* Μήπως πρέπει να δημιουργήσουμε ξανά συλλογικότητες;
“Αυτό είναι ιδεατή λύση αλλά είναι και επικίνδυνο γιατί μπορεί να οδηγήσει σε ολοκληρωτισμούς. Δηλαδή πράσινους ολοκληρωτισμούς. Υπάρχουν ήδη πολλά βιβλία που προειδοποιούν για τον κίνδυνο ενός πράσινου ολοκληρωτισμού. Δηλαδή δογματισμός, αφόρητη επέμβαση στην ατομική ζωή”.
* Κάτι τέτοιο διακρίνατε στους Οικολόγους Πράσινους και αποχωρήσατε;
“Ναι, εδώ βέβαια διακρίνεται εμβρυακά αλλά στα πράσινα κινήματα της Ευρώπης είναι πολύ πιο φανερό. Επεμβαίνουν στα πάντα”.
* Δηλαδή δεν υπάρχει ελπίδα;
“Πρέπει να είμαστε διαυγείς, σαφείς και να έχουμε συνείδηση των κινδύνων. Μπορούμε όλα αυτά να τα υπερβούμε, αλλά πρέπει να τα ξέρουμε. Ο Πλάτωνας δεν λέει ότι το κακό είναι η άγνοια και τίποτε άλλο;”
Από: http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=514898
Εργογραφία:
Ποίηση
- "Η τιμωρία των μάγων", Λονδίνο 1947
- "Κεντρική στοά", Αθήνα 1958
- "Εστίες μικροβίων", εκδ. Καλώδιο, Σαν Φρανσίσκο 1977
- "Ανώνυμο ποίημα του Φωτεινού Αηγιάννη", Ίκαρος 1978
- "Ο ήρωας του τυχαίου", Τραμ, Θεσσαλονίκη 1979
- "Η πουπουλένια εξομολόγηση", Ίκαρος 1982
- "Στο κάτω κάτω της γραφής", Νεφέλη 1984
- "Ο έγχρωμος στυλογράφος", Δωδώνη 1986
- "Ποιήματα Ι", Ύψιλον 1987, "Ποιήματα ΙΙ", Ύψιλον 1987
- "Ανιδεογράμματα", Καστανιώτης 1996
- "Ήλιος ο δήμιος μιας πράσινης σκέψης", Καστανιώτης 1996
- "Αλληγορική Κασσάνδρα", Καστανιώτης 1998
- "Η κάθοδος των Μ", Ύψιλον 2002
- "Μια αλφάβητος των κωφαλάλων", Άγκυρα 2003
- "Άστεγος ο Μέγας", Ύψιλον 2004
- "Το ξανανοιγμένο κουτί της Πανδώρας", Άγκυρα 2006
Πεζογραφία
- "Ο προδότης του γραπτού λόγου", Ίκαρος 1980
- "Απ' τα κόκκαλα βγαλμένη", Νεφέλη 1982, β΄ έκδοση 1999
- "Μερικές γυναίκες", Θεμέλιο 1982
- "Ο θησαυρός του Ξέρξη", Εστία 1984, Άγκυρα 2008
- "Η δολοφονία", Θεμέλιο 1984
- "Η ζωή μου μετά θάνατον εγγυημένη", Νεφέλη 1995
- "Παραμυθολογία", Νεφέλη 1996
- "Ο σκύλος του Θεού", Καστανιώτης 1998, β΄ έκδοση 2004
- "Τα σπασμένα χέρια της Αφροδίτης της Μήλου", Άγρα 2002
- "Γνωρίζετε την Ελπινίκη;" Ηλέκτρα 2005
Δοκίμια
- "Ανδρέας Εμπειρίκος", Ύψιλον 1989
- "Για μια θεωρία της γραφής", Εξάντας 1990
- "Μοντερνισμός, πρωτοπορία και πάλι", Καστανιώτης 1997
- "Αλληλογραφία Γ. Σεφέρη - Ν. Βαλαωρίτη 1945-1958", Ύψιλον 2004
- "Για μια θεωρία της γραφής, Β", Ηλέκτρα 2006
Νάνος Βαλαωρίτης: Η έλλειψη κανόνων δημιουργεί σύγχυση και μεροληψία
Κρημνιώτη Π.
Ημερομηνία δημοσίευσης: 03/01/2010
Συνέντευξη στην Πόλυ ΚΡΗΜΝΙΩΤΗ
Μία έκδοση σήμερα γίνεται με τους όρους της αγοράς. Διαφήμιση, προώθηση, κριτική, είναι ένας διαδεδομένος μηχανισμός, οπότε αν πέσεις στα χέρια ενός εκδότη που δεν σε διαφημίζει εξαρτάσαι από το κοινό. Η κριτική είναι μεροληπτική αυτό είναι σίγουρο
Δημιουργός και στοχαστής, καλλιτέχνης και γητευτής, ο Νάνος Βαλαωρίτης μοιάζει με εκείνους τους ανθρώπους που δεν αρκούνται σ' ένα ταλέντο. Ποιητής πάνω απ' όλα, αλλά δοκιμασμένος σε όλα τα είδη του γραπτού λόγου, το δοκίμιο, τη μετάφραση, τη θεατρική γραφή, την πεζογραφία. Και ζωγράφος επίσης. Αν σ' όλα αυτά προστεθεί η διακριτή πολιτική παρουσία του και ο κριτικός λόγος του τότε στο πρόσωπό του ιχνογραφείται το πορτρέτο ενός αναγεννησιακού τύπου διανοούμενου, είδους δηλαδή που αν δεν έχει εκλείψει τουλάχιστον δεν βρίσκεται σε επάρκεια στην εποχή μας. Κοσμοπολίτης, πολυταξιδεμένος και ιδιαίτερα τολμηρός στις επιλογές του, ο Νάνος Βαλαωρίτης της υψηλής καλλιέργειας και του μυθιστορηματικού βίου, δισέγγονος ποιητή, με λαμπρές σπουδές, ο πρώτος μεταφραστής των Ελύτη, Σεφέρη, Εμπειρίκου, Εγγονόπουλου, Γκάτσου στα αγγλικά, και από τους λίγους Έλληνες που συναντήθηκε με τις πρωτοπορίες του 20ού αιώνα και συνομίλησε με τολμηρά πνεύματα όπως ο Μπρετόν, ο Έλιοτ, ο Ντύλαν Τόμας. Τον ξεπέρασε τον προπάππο Αριστοτέλη.
Αντλεί το ποιητικό του ιδίωμα από τη διαχρονία του υπερρεαλισμού και για το έργο του έχει τιμηθεί με διεθνείς διακρίσεις. Ωστόσο η βράβευσή του από την ελληνική πολιτεία με το Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου του, οφειλόμενη τιμή σ' έναν από τους μεγαλύτερους εν ζωή ποιητές μας, έχει τη δική της σημασία. “Είμαι Έλληνας συγγραφέας, εδώ είναι η χώρα μου και θεωρώ πιο σημαντικό να με αναγνωρίζουν στη χώρα μου παρά σε άλλες” μας λέει ο Νάνος Βαλαωρίτης. “Τα βραβεία καθώς ξέρετε δίνονται κάθε χρόνο σε διάφορους και καμιά φορά δεν έχουν το αποτέλεσμα που θα ήθελε ο συγγραφέας, δηλαδή, να γίνει πιο γνωστό το έργο του”.
* Η αλήθεια είναι ότι τα ελληνικά βραβεία είναι πολύ λίγο συνδεδεμένα με το βιβλιοπωλείο. Πού το αποδίδετε;
“Ίσως στο ότι οι Έλληνες δεν διαβάζουν κατ' επιταγήν. Το τι διαβάζει ο Έλληνας είναι μυστηριώδες γιατί η αναγνωστική συμπεριφορά του προέρχεται από την επικοινωνία του με άλλους αναγνώστες, οπότε και οι κριτικές ακόμα δεν παίζουν τόσο μεγάλο ρόλο. Ο Ροΐδης έλεγε ότι οι Έλληνες δεν διαβάζουν. Αυτό δεν ισχύει σήμερα. Υπάρχει αναγνωστικό κοινό αλλά επιλέγει αυτά που του ταιριάζουν. Τα δικά μου βιβλία, για παράδειγμα, έχουν εκδοθεί από 12 εκδότες. Αν και κατά εποχές είχαν καλές πωλήσεις κανένα δεν έγινε μπεστ σέλερ. Σ' αυτό δεν νομίζω ότι φταίνε οι εκδότες αλλά τα ίδια τα έργα, που απευθύνονται σε ένα κοινό κάπως ιδιαίτερο, πιο πληροφορημένο, όχι τόσο λαϊκίστικο δεν είναι, δηλαδή, μαζικής κατανάλωσης. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν καλά έργα τα οποία διαβάζονται πολύ. Τα μεγάλα βραβεία σε Αγγλία και Γαλλία έχουν κάποιο αποτέλεσμα. Και βέβαια δεν είναι κρατικά. Το Γκονκούρ συνεχίζει την παράδοση των αδελφών Γκονκούρ, δεν προσφέρει χρηματική αμοιβή αλλά ο συγγραφέας αμείβεται από την εκτίναξη των πωλήσεων του βιβλίου του. Είναι βραβεία μεγάλης φήμης”.
* Η υπερπληθώρα εκδόσεων βοηθάει έναν αναγνώστη;
“Νομίζω όχι, ο αναγνώστης πια δεν ξέρει τι να διαλέξει μπαίνοντας στο βιβλιοπωλείο, γιατί οι πάγκοι και οι βιτρίνες αλλάζουν με τεράστια ταχύτητα και πριν προλάβει ένα βιβλίο να μπει στο μάτι του κοινού έχει αποσυρθεί. Το κοινό έχει το γούστο του, αλλά είναι και πολύ εύκολο να το επηρεάσει η διαφήμιση και οι μηχανισμοί της προβολής. Υπάρχει αυτός ο τεράστιος τζίρος”.
* Σ' αυτή τη συνθήκη άγριας εμπορευματοποίησης πώς στέκεται το βιβλίο;
“Πού και πού ορισμένα βιβλία καταφέρνουν να διαπεράσουν τον τοίχο αυτής της εμπορικότητας και να γίνουν κλασικά έργα. Εμείς έχουμε το εξής φαινόμενο, ορισμένοι ποιητές έχουν ένα σταθερό κοινό, όπως η Κατερίνα Γώγου, η Δημουλά, ο Καββαδίας και παραδόξως ο Καρυωτάκης έχουν το κοινό τους. Όμως υπάρχουν και περιπτώσεις παραμερισμού, όπως της άξιας ποιήτριας Μαντώς Αραβαντινού η οποία επειδή δεν είχε έναν εκδότη να την προωθήσει έχει σχεδόν ξεχαστεί. Κι αυτό συμβαίνει και σε άλλες περιπτώσεις. Στην περίπτωσή μου, που έχω 12 εκδότες, δεν είναι ότι ήθελα να έχω τόσους πολλούς αλλά αναγκαζόμουν να πάω από τον έναν στον άλλο επειδή μετά από λίγο θεωρούσαν ότι τα έργα μου δεν θα πουλούσαν. Δεν φταίνε οι εκδότες φταίνε ίσως τα έργα”.
* Σας πήραν τηλέφωνο τώρα μετά τη βράβευση να σας συγχαρούν;
“Όχι, ούτε ένας”.
* Είναι καλό για έναν λογοτέχνη να μην έχει έναν σταθερό εκδότη;
“Νομίζω πως όχι. Γιατί το σκόρπισμα αυτό δημιουργεί προβλήματα αναγνώρισης”.
* Μπορεί να έχετε εσείς τέτοιου είδους προβλήματα;
“Βεβαίως και έχω. Βιβλία μου που δεν είχαν κριτική υποδοχή έκαναν 15 με 20 χρόνια να πουληθούν. Έμεναν θαμμένα. Και ξαφνικά όταν κάποιος εκδότης ήθελε να κάνει μια δεύτερη έκδοση αναστήθηκαν. Όμως η δική μου γραφή δεν απευθύνεται πάντα σε ευρύ κοινό. Κι γι' αυτό φταίω εγώ. Μία έκδοση σήμερα γίνεται με τους όρους της αγοράς. Διαφήμιση, προώθηση, κριτική, είναι ένας διαδεδομένος μηχανισμός, οπότε αν πέσεις στα χέρια ενός εκδότη που δεν σε διαφημίζει εξαρτάσαι από το κοινό. Η κριτική είναι μεροληπτική αυτό είναι σίγουρο. Ένα έργο που αξίζει τον κόπο όπως “Ο άρχων του σκότους” του Δημήτρη Ρικάκη που είναι ένα μικρό αριστούργημα, είναι όλη η ιστορία της “Διάπλασις των παίδων”, έχει σχεδόν αποσιωπηθεί. Υπάρχει σύγχυση και μεροληψία ταυτόχρονα γιατί δεν υπάρχουν κανόνες. Ξαφνικά βλέπεις κριτικούς να αλλάζουν θέση απέναντι σε συγγραφείς και σε έργα”.
* Δεν είναι ένα γενικότερο φαινόμενο της εποχής μας;
“Έχει να κάνει με την ταχύτητα της αλλαγής, της εμπορευματοποίησης και των πολύ ισχυρών οίκων, είτε είναι εκδοτικοί οργανισμοί είτε τράπεζες, με αποτέλεσμα να παραγνωρίζονται αξιόλογοι συγγραφείς και έργα. Κι όσο πάει χειροτερεύει η κατάσταση γιατί ότι δεν πουλάει εξοβελίζεται”.
* Αισθάνεστε βολικά στην εποχή μας;
“Δεν είμαι πολύ αισιόδοξος, μάλλον προς τη δυστοπία κλίνω. Κινδυνεύει η ανθρωπότητα από τις κλιματικές αλλαγές, είναι σα να βρισκόμαστε μπροστά σ' έναν πόλεμο που μας αφορά όλους. Μπορούμε να ενωθούμε για να το αντιμετωπίσουμε; αυτό είναι το ερώτημα. Δηλαδή μπορούμε να κάνουμε τόσο ριζικές αλλαγές ώστε να μπορέσουμε να αντεπεξέλθουμε; Μέχρι στιγμής δεν έχει δημιουργηθεί ούτε συμφωνία μεταξύ των μεγάλων χωρών”.
* Μήπως πρέπει να δημιουργήσουμε ξανά συλλογικότητες;
“Αυτό είναι ιδεατή λύση αλλά είναι και επικίνδυνο γιατί μπορεί να οδηγήσει σε ολοκληρωτισμούς. Δηλαδή πράσινους ολοκληρωτισμούς. Υπάρχουν ήδη πολλά βιβλία που προειδοποιούν για τον κίνδυνο ενός πράσινου ολοκληρωτισμού. Δηλαδή δογματισμός, αφόρητη επέμβαση στην ατομική ζωή”.
* Κάτι τέτοιο διακρίνατε στους Οικολόγους Πράσινους και αποχωρήσατε;
“Ναι, εδώ βέβαια διακρίνεται εμβρυακά αλλά στα πράσινα κινήματα της Ευρώπης είναι πολύ πιο φανερό. Επεμβαίνουν στα πάντα”.
* Δηλαδή δεν υπάρχει ελπίδα;
“Πρέπει να είμαστε διαυγείς, σαφείς και να έχουμε συνείδηση των κινδύνων. Μπορούμε όλα αυτά να τα υπερβούμε, αλλά πρέπει να τα ξέρουμε. Ο Πλάτωνας δεν λέει ότι το κακό είναι η άγνοια και τίποτε άλλο;”
Από: http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=514898
Σάββατο 19 Μαρτίου 2011
Φρανθίσκο Γκόγια
Ο Φρανθίσκο Γκόγια (Francisco José de Goya y Lucientes, 30 Μαρτίου 1746 – 16 Απριλίου 1828) ήταν Ισπανός ζωγράφος και χαράκτης. Υπήρξε ζωγράφος της βασιλικής αυλής της Ισπανίας, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σε τρεις γενιές μοναρχών και θεωρείται ο σπουδαιότερος Ισπανός καλλιτέχνης, από τα τέλη του 18ου αιώνα μέχρι τις αρχές του 19ου. Το έργο του, που ανήκει στην περίοδο του ροκοκό και του ρομαντισμού, περιλαμβάνει περισσότερους από 700 πίνακες ζωγραφικής, 900 σχέδια και σχεδόν 300 χαρακτικά, που στο σύνολό τους χαρακτηρίζονται από καινοτομίες και ρηξικέλευθα στοιχεία σύνθεσης.
Αν και υπήρξε διακεκριμένος και αναγνωρισμένος καλλιτέχνης στην Ισπανία, η φήμη του εξαπλώθηκε στην υπόλοιπη Ευρώπη αρκετές δεκαετίες μετά το θάνατό του. Κατά το 19ο αιώνα, το έργο του εκτιμήθηκε από τους ζωγράφους του ρομαντισμού, με κύριο θαυμαστή του τον Ντελακρουά, ενώ την ίδια στάση τήρησαν καλλιτέχνες και θεωρητικοί της τέχνης του 20ού αιώνα, με αποτέλεσμα να αναγνωρίζεται σήμερα ως ένας από τους μείζονες ζωγράφους όλων των εποχών, καθώς και ένας εκ των πρώτων «μοντέρνων» καλλιτεχνών.
Ο Γκόγια γεννήθηκε στο χωριό Φουεντετόδος, όπου έζησε τα παιδικά του χρόνια πριν μετακομίσει με την οικογένειά του στη Σαραγόσα. Σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών ξεκίνησε μαθήματα ζωγραφικής στην Ακαδημία Καλών Τεχνών με τον ζωγράφο Χοσέ Λουθάν Μαρτίνεθ, καλλιτέχνη που είχε εκπαιδευτεί στη Νάπολι και συνδεόταν φιλικά με τον πατέρα του Γκόγια. Το 1764 και το 1766 συμμετείχε σε εξετάσεις για την υποτροφία που είχε θεσπίσει η Βασιλική Ακαδημία του Σαν Φερνάρντο στη Μαδρίτη, στις οποίες τελικά απέτυχε. Αργότερα, υπήρξε μαθητής του διακεκριμένου αυλικού ζωγράφου Φρανσίσκο Μπαγέ, στη Μαδρίτη. Το 1771 ταξίδεψε στη Ρώμη όπου συνέχισε την εκπαίδευσή του, ενώ μετά την επιστροφή του ανέλαβε τις πρώτες σημαντικές παραγγελίες για εκκλησίες και μοναστήρια της περιοχής της Σαραγόσας, κυρίως νωπογραφίες, τις οποίες ολοκλήρωσε μέσα στα επόμενα χρόνια.
Τον Ιούλιο του 1773 παντρεύτηκε την Χοσέφα Μπαγέ, αδερφή τού δασκάλου του και τον επόμενο χρόνο εγκαταστάθηκε στη Μαδρίτη, όπου ανέλαβε να φιλοτεχνήσει προσχέδια για το Βασιλικό Ταπητουργείο της Αγίας Βαρβάρας (Real Fábrica de Tapices de Santa Bárbara). Η επιρροή του Μπαγιέ στους κύκλους της αυλής της Μαδρίτης υπήρξε ενδεχομένως καθοριστική για την ανάθεση του έργου στον Γκόγια, πέρα από το ταλέντο που είχε ήδη εκδηλωθεί στο πρώιμο έργο του. Οι ύστεροι τοιχοτάπητες που ολοκλήρωσε αποτυπώνουν την αυτονομία του Γκόγια ως καλλιτέχνη και την ανάπτυξη ενός προσωπικού ύφους που εξελίχθηκε τα επόμενα χρόνια. Τον Μάιο του 1780 εκλέχθηκε μέλος της Βασιλικής Ακαδημίας Καλών Τεχνών του Σαν Φερνάντο (Real Academia de Bellas Artes de S Fernando) υποβάλοντας τον πίνακα Ο Χριστός στο Σταυρό, μία συμβατική σύνθεση στα ακαδημαϊκά πρότυπα του Άντον Ράφαελ Μενγκς, που πιθανώς στηρίζεται στο ομώνυμο έργο του Ντιέγκο Βελάσκεθ. Πέντε χρόνια αργότερα, διορίστηκε βοηθός διευθυντή του τμήματος ζωγραφικής της Ακαδημίας, ενώ στις 25 Ιουνίου του 1786 ανακηρύχθηκε επισήμως «ζωγράφος του βασιλιά» της Ισπανίας Καρόλου Γ', με ετήσιο μισθό 15.000 ρεάλια. Την περίοδο αυτή, ο Γκόγια καθιερώθηκε και απέκτησε σημαντική φήμη ως προσωπογράφος.
Ο θάνατος του Καρόλου Γ' το 1788, λίγο πριν το ξέσπασμα της Γαλλικής Επανάστασης, οδήγησε σε μία νέα εποχή πολιτικών και κοινωνικών αναταράξεων, υπό την ηγεμονία του Καρόλου Δ'. Υπό την προστασία του νέου βασιλιά, ο Γκόγια ανακηρύχθηκε «ζωγράφος της Αίθουσας του βασιλιά» και σύντομα εξελίχθηκε σε έναν από τους διασημότερους και πιο πετυχημένους ζωγράφους της Ισπανίας. Το 1795 διορίστηκε Διευθυντής Ζωγραφικής της Ακαδημίας, θέση από την οποία παραιτήθηκε όμως δύο χρόνια αργότερα, εξαιτίας προβλημάτων υγείας, τα οποία είχαν εμφανιστεί από το 1792, όταν προσβλήθηκε από μία σοβαρή νόσο που είχε ως αποτέλεσμα την μόνιμη απώλεια της ακοής του. Σχετικά με την αρρώστια του, δεν διαθέτουμε ακριβείς πληροφορίες, ούτε γνωρίζουμε αν υπήρξε αποκλειστικά σωματικής φύσης ή επηρέασε την ψυχική του υγεία. Το 1799, ονομάστηκε «Πρώτος Ζωγράφος της Αίθουσας του Βασιλιά», με ετήσιο μισθό 50.000 ρεάλια. Τον ίδιο χρόνο, τυπώθηκε και η δημοφιλής σειρά χαρακτικών του, με τίτλο Καπρίτσια (Los Caprichos), έργο που είχε ξεκινήσει να φιλοτεχνεί από το 1796 και επιβεβαίωνε μία γενικότερη αλλαγή στο ύφος του έργου του, αν και οι επίσημες παραγγελίες που αναλάμβανε διατηρούσαν ακόμα τις καθιερωμένες φόρμες. Ανάμεσα σε αυτές τις παραγγελίες ξεχωρίζουν, την περίοδο αυτή, οι νωπογραφίες που φιλοτέχνησε για τον Άγιο Αντώνιο δε λα Φλόριδα της Μαδρίτης, καθώς και το ομαδικό πορτρέτο για την οικογένεια του Καρόλου Δ'.
Το 1808, ο βασιλιάς της Ισπανίας παραιτήθηκε και τον διαδέχτηκε ο γιος του, Φερνδινάνδος Δ', ο οποίος αναγκάστηκε να καταφύγει στο εξωτερικό λόγω της εισβολής των στρατευμάτων του Ναπολέοντα. Ο Γκόγια, όπως και η πλειοψηφία των φιλελεύθερων Ισπανών, διχάστηκε σε ό,τι αφορά τη στάση που έπρεπε να κρατήσει καθώς έβλεπε θετικά τις μεταρρυθμίσεις που πίστευε πως θα προωθούσαν οι Γάλλοι, από την άλλη πλευρά όμως, δεν ήταν αδιάφορος απέναντι σε πατριωτικά αισθήματα και στη γενικευμένη εξέγερση του ισπανικού λαού εξαιτίας των εκτελέσεων που πραγματοποίησαν τα γαλλικά στρατεύματα. Διατηρούσε επίσης στενές σχέσεις με Ισπανούς εκπροσώπους του Διαφωτισμού. Τελικά διατήρησε τη θέση του ως αυλικός ζωγράφος, αποτυπώνοντας στις προσωπογραφίες του τόσο Ισπανούς όσο και Γάλλους στρατιωτικούς. Τον Οκτώβριο του 1808 ταξίδεψε στη Σαραγόσα όπου ανέλαβε να φιλοτεχνήσει έναν πίνακα με θέμα την αντίσταση των κατοίκων της πόλης. Ολοκλήρωσε επίσης μία προσωπογραφία του Ιωσήφ Βοναπάρτη που ανέβηκε στο θρόνο της Ισπανίας το Δεκέμβριο του 1808. Ανάμεσα στα διασημότερα έργα του Γκόγια, αυτής της περιόδου, ανήκει ένας κύκλος χαρακτικών που απεικονίζουν τη σκληρότητα του πολέμου, με γενικό τίτλο Οι Συμφορές του Πολέμου.
Μετά την παραίτηση του Ναπολέοντα και την επιστροφή του Φερδινάνδου Ζ' στην Ισπανία, επαναφέρθηκε το παλαιό απολυταρχικό καθεστώς, ενώ δεκάδες χιλιάδες Ισπανοί αναγκάστηκαν να καταφύγουν σε άλλες χώρες. Ο Γκόγια διατήρησε τη θέση του, παρά το γεγονός πως είχε υπηρετήσει τον Γάλλο βασιλιά και θεωρείτο «ύποπτος» ως φιλελεύθερος, αν και αναγκάστηκε να απολογηθεί προς την Ιερά Εξέταση για τους πίνακες Γυμνή maja και Ντυμένη maja που θεωρήθηκαν «άσεμνοι», χωρίς ωστόσο να καταδικαστεί. Με αφορμή την παλινόρθωση των Βουρβόνων, φιλοτέχνησε τους πίνακες 2α Μαΐου 1808 και 3η Μαΐου 1808, χάρη στους οποίους βελτίωσε τις σχέσεις του με τον Ισπανό μονάρχη. Το 1819 ο Γκόγια μετακόμισε στα περίχωρα της Μαδρίτης, σε μία κατοικία που ονομάστηκε από τους περίοικους «Η έπαυλη του κουφού» (La Quinta del Sordo). Στα τέλη του έτους αρρώστησε βαριά, την ίδια περίοδο που φιλοτέχνησε τους αποκαλούμενος και «μαύρους» πίνακές του. Το 1824, όταν οι διώξεις έναντι των φιλελεύθερων και αντιμοναρχικών στοιχείων ανανεώθηκαν, ο Γκόγια υπέβαλε αίτημα για άδεια μετακίνησής του στη Γαλλία, για λόγους υγείας. Εγκαταστάθηκε αρχικά στο Παρίσι, ενώ αργότερα έζησε στο Μπορντώ μέχρι το τέλος της ζωής του, με εξαίρεση λίγες ημέρες κατά τις οποίες επισκέφθηκε τη Μαδρίτη προκειμένου να διευθετήσει το ζήτημα της συνταξιοδότησής του. Ακόμα και σε προχωρημένη ηλικία, ο Γκόγια συνέχισε να εργάζεται, ενώ στα τελευταία χρόνια της ζωής του ολοκλήρωσε μία σειρά λιθογραφιών, με σκηνές ταυρομαχίας.
Πέθανε στις 16 Απριλίου του 1828 στο Μπορντώ, σε ηλικία 82 ετών. Τα λείψανά του μεταφέρθηκαν το 1901 στη Μαδρίτη και θάφτηκαν τελικά στην εκκλησία του Αγίου Αντωνίου δε λα Φλόριδα, διακοσμημένη με τις νωπογραφίες του Γκόγια του 1798.
.Τα πρώτα έργα του Γκόγια, ως επί το πλείστον νωπογραφίες για εκκλησίες και καθεδρικούς ναούς της Σαραγόσας, αποτύπωναν θρησκευτικά θέματα και ήταν επηρεασμένα από την κυρίαρχη τεχνοτροπία του ροκοκό. Μετά την εγκατάστασή του στη Μαδρίτη, το 1774, τού ανατέθηκε να φιλοτεχνήσει προσχέδια για το Βασιλικό Ταπητουργείο της Αγίας Βαρβάρας, με το οποίο ανέπτυξε μία σταθερή συνεργασία. Αυτό το είδος της ζωγραφικής δεν έχαιρε ιδιαίτερης εκτίμησης, ωστόσο αποτελούσε πιθανότατα μία ευκαιρία διάκρισης για τον νεαρό Γκόγια, ο οποίος παρουσίασε τα προσχέδια για τους τοιχοτάπητες το 1780, μπροστά στον βασιλιά. Συνολικά συνέθεσε 62 προσχέδια, αντλώντας τα θέματά του με βάση τα ιδιαίτερα ενδιαφέροντα των μελών της βασιλικής οικογένειας, των οποίων τα δωμάτια θα διακοσμούσαν, αποδίδοντας κυρίως σκηνές της καθημερινότητας, όπως στιγμιότυπα από κυνήγι ή διασκεδάσεις. Αρκετά προσχέδια του αποτύπωσαν επίσης τους άνδρες (majos) και τις γυναίκες (majas) των λαϊκών συνοικιών, που διακρίνονταν για την προκλητική τους συμπεριφορά και την ιδιαίτερη ενδυμασία τους. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι συνθέσεις Ο Γάμος και Η Μαριονέτα, στις οποίες διαφαίνεται η κριτική διάθεση του Γκόγια. Η πρώτη αποτελεί ένα σχόλιο αποδοκιμασίας για τους γάμους που πραγματοποιούνταν από οικονομικό συμφέρον, ενώ η δεύτερη σατιρίζει την ικανότητα των γυναικών να χειραγωγούν τους άνδρες.
Από το 1786, χρονιά κατά την οποία έλαβε τον τίτλο του «ζωγράφου του βασιλιά», ο Γκόγια ξεχώρισε και έγινε περισσότερο γνωστός μέσα από τις προσωπογραφίες του, φιλοτεχνώντας κυρίως πορτρέτα εκπροσώπων της άρχουσας τάξης και πλούσιων αστών. Στο ομαδικό πορτρέτο Η Οικογένεια του Καρόλου Δ', ακολούθησε το παράδειγμα του Ντιέγκο Βελάσκεθ, απεικονίζοντας τον εαυτό του σε μία άκρη του πίνακα, όπως είχε κάνει και ο Βελάσκεθ στον πίνακα Las Meninas. Ο Γκόγια είχε μελετήσει το έργο του Βελάσκεθ, ο οποίος επίσης διακρίθηκε ως προσωπογράφος, και πιθανώς επηρεάστηκε από αυτό. Ενδεικτικό είναι ακόμα το γεγονός πως επέλεξε να απεικονίσει με απόλυτα ρεαλιστικό τρόπο τα μέλη της βασιλικής οικογένειας, χωρίς διάθεση κολακείας. Ανάμεσα στους διακεκριμένους παραγγελιοδότες του Γκόγια, ανήκε επίσης ο πρωθυπουργός της Ισπανίας, Μανουέλ Γκοντόυ.
Το γεγονός της βαριάς ασθένειάς του, που εκδηλώθηκε το 1792 και προκάλεσε μεταξύ άλλων την απώλεια της ακοής του, αποτέλεσε πιθανά την αφορμή για την έντονη διαφοροποίηση των καλλιτεχνικών προσανατολισμών του και την απεικόνιση των προσωπικών του οραμάτων, πέρα από τις επίσημες παραγγελίες που αναλάμβανε. Την περίοδο αυτή ολοκλήρωσε ένα νέο κύκλο έργων μικρών διαστάσεων, ζωγραφισμένα σε πλάκες λευκοσίδηρου, που διακρίνονταν για την πρωτοτυπία, τη φαντασία αλλά και την εφιαλτική ατμόσφαιρα τους. Σε ένα από αυτά, με τίτλο Το Προαύλιο των Τρελών, ο Γκόγια απεικόνισε μία ομάδα τρελών, μερικοί από τους οποίους παλεύουν μεταξύ τους ενώ άλλοι χαμογελούν ή ειρωνεύονται προς τον θεατή. Στον πίνακα φαίνεται αμυδρά μία περίφραξη, ενώ ο φωτισμός εντείνει με τη σειρά του τη ζοφερή ατμόσφαιρα που μεταδίδεται. Στα πλαίσια των «οραματικών» έργων του, ο Γκόγια κυκλοφόρησε το 1799 μία σειρά 80 χαρακτικών, με τον γενικό τίτλο Καπρίτσια (όρος που απέδιδε περισσότερο την έννοια φαντασιώσεις). Για τη δημιουργία των χαρακτικών, υιοθέτησε τη μέθοδο της οξυγραφίας, κυρίως της γραμμικής, αλλά και της τονικής. Οι συνθέσεις σατίριζαν ή καυτηρίαζαν τα ανθρώπινα πάθη ή τα ήθη της κοινωνίας της εποχής, ειδικότερα την εξουσία της Ιεράς Εξέτασης και γενικά του κλήρου, τη στιγμή που ο ίδιος ο Γκόγια αποτελούσε οπαδό του Διαφωτισμού. Λίγες ημέρες μετά την κυκλοφορία τους, τα Καπρίτσια έπαψαν να διατίθενται, πιθανά υπό το βάρος πιέσεων που ασκήθηκαν από εκκλησιαστικούς κύκλους, ενώ το 1803 οι μήτρες των χαρακτικών δόθηκαν ως δώρο στον Κάρολο Δ' και μεταφέρθηκαν στο Βασιλικό Χαλκογραφείο. Τυπώθηκαν εκ νέου πολύ μεταγενέστερα, στα μέσα του 19ου αιώνα, ενισχύοντας σημαντικά τη φήμη του Γκόγια εκτός των ισπανικών συνόρων.
Στα δημοφιλέστερα έργα του Γκόγια ανήκει ο πίνακας Γυμνή maja (La Maja Desnuda), που φιλοτεχνήθηκε περίπου το 1800 και αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα γυμνά στην ιστορία της ισπανικής τέχνης. Απεικονίζει μία γυμνή γυναίκα (maja) που σε αντίθεση με ανάλογους παλαιότερους πίνακες (όπου ακολουθείται συνήθως η «αιδήμονα» στάση), δεν επιχειρεί να καλύψει τα επίμαχα σημεία του σώματός της αλλά στρέφει προκλητικά το βλέμμα προς το θεατή. Παραγγελιοδότης του έργου ήταν πιθανώς ο Μάνουελ Γκοντόυ, εκδοχή που εξηγεί ενδεχομένως την ύπαρξη του έργου, καθώς μόνο κάποιος με ανάλογη εξουσία θα μπορούσε να παραγγείλει ένα τόσο προκλητικό θέμα, με δεδομένο πως το γυναικείο γυμνό ήταν απαγορευμένο στη Ισπανία εκείνη την εποχή. Σχετικά με την ταυτότητα του μοντέλου έχουν διατυπωθεί διάφορες πιθανές εκδοχές, ωστόσο καμία δεν έχει αποδειχθεί μέχρι σήμερα. Ο Γκόγια ζωγράφισε επίσης ένα πανομοιότυπο έργο, στο οποίο το μοντέλο απεικονίζεται ντυμένο, με τίτλο Ντυμένη maja (La Maja Vestida). Η πρώτη αναφορά σε αυτό τον πίνακα χρονολογείται στα 1800 και βρέθηκε στο ημερολόγιο ενός χαράκτη και ακαδημαϊκού που επισκέφτηκε το παλάτι του Γκοντόυ. Το γεγονός ότι δεν αναφέρεται η Γυμνή maja, οδηγεί ενδεχομένως στο συμπέρασμα πως αποτελεί μεταγενέστερο πίνακα[1]. Σύμφωνα με μία άλλη εκδοχή, ο Γκοντόυ παρήγγειλε την Ντυμένη maja λίγο μετά το γυναικείο γυμνό, έτσι ώστε να εμφανίζει στους καλεσμένους του έναν από τους δύο πίνακες, ανάλογα με την ηθική τους[2]. Οι πίνακες κατασχέθηκαν από την Ιερά Εξέταση το 1815 και ο Γκόγια αναγκάστηκε να απολογηθεί για το «άσεμνο» περιεχόμενό τους.
.Η ενασχόλησή του με τη χαρακτική συνεχίστηκε, όταν με αφορμή την εισβολή των γαλλικών στρατευμάτων ολοκλήρωσε ένα κύκλο έργων που ονομάστηκε Συμφορές του Πολέμου, αποτελούμενος από 82 συνθέσεις που αποτύπωναν τις θηριωδίες του πολέμου. Ο Γκόγια επέλεξε να φιλοτεχνήσει τα έργα από μία μάλλον ουδέτερη οπτική γωνία, χωρίς διάθεση να εξυμνήσει τα κατορθώματα μίας πλευράς ή να αναδείξει στοιχεία ηρωισμού, ενώ τα θέματά τους δεν βασίστηκαν σε προσωπικές του εμπειρίες, αλλά αποτέλεσαν προϊόν της φαντασίας του. Μετά την ήττα του Ναπολέοντα, ο Γκόγια συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στον Φερδινάνδο Ζ' και το 1814 ολοκλήρωσε δύο παραγγελίες για τους πίνακες 2α Μαΐου 1808 και 3η Μαΐου 1808, στους οποίους αποτύπωσε την εξέγερση που είχε ξεσπάσει το 1808 στη Μαδρίτη. Στα έργα αυτά, ο Γκόγια επιχείρησε να αποδώσει τα ιστορικά γεγονότα δίνοντας στην ισπανική εξέγερση μία θρησκευτική διάσταση, χωρίς να δώσει έμφαση στη ρεαλιστική απεικόνιση των σκηνών.
Το χειμώνα του 1819, ο Γκόγια ξεκίνησε να φιλοτεχνεί μία σειρά 14 ελαιογραφιών, έργα που έμειναν γνωστά με την ονομασία «μαύροι πίνακες» λόγω των σκοτεινών τόνων που τα χαρακτηρίζουν. Οι πίνακες προορίζονταν για τη διακόσμηση της νέας κατοικίας του, στα περίχωρα της Μαδρίτης, και συνέπεσαν χρονικά με μία σοβαρή επιδείνωση της υγείας του. Οι «μαύροι πίνακες», όπως και άλλοι που ανήκουν στο ύστερο έργο του, διακρίνονται για την ζοφερή και απαισιόδοξη ατμόσφαιρά τους. Ένας από τους δημοφιλέστερους πίνακες της σειράς αυτής, με τίτλο Κρόνος, απεικονίζει τον ομώνυμο θεό της μυθολογίας να καταβροχθίζει ένα από τα παιδιά του. Το ίδιο θέμα απεικόνισε περίπου το 1636 ο Πέτερ Πάουλ Ρούμπενς, ο οποίος ωστόσο απέδωσε τον Κρόνο με λιγότερο τερατώδη χαρακτηριστικά, σε σύγκριση με το αντίστοιχο έργο του Γκόγια που διακρίνεται για την ωμότητα του. Οι «μαύροι πίνακες» ήταν αρχικά τοιχογραφίες, οι οποίες μεταγενέστερα «μεταφέρθηκαν» σε μουσαμά και από το 1881 ανήκουν στο Μουσείο Πράδο.
Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, μετά την εγκατάστασή του στο Μπορντώ της Γαλλίας, ο Γκόγια φιλοτέχνησε κυρίως προσωπογραφίες φιλικών του προσώπων και άλλες μικρογραφίες, ενώ παράλληλα ασχολήθηκε με την τεχνική της λιθογραφίας, που είχε ανακαλυφθεί περίπου το 1798. Μεταξύ των τελευταίων έργων του Γκόγια ξεχωρίζουν οι τέσσερις λιθογραφίες της σειράς Οι Ταύροι του Μπορντώ, που απεικονίζουν σκηνές από ταυρομαχίες, αγαπημένο θέμα του Γκόγια από τα νεανικά του χρόνια. Την περίοδο 1815-16, παράλληλα με τις Συμφορές του πολέμου, είχε φιλοτεχνήσει επίσης μία σειρά 33 χαρακτικών με γενικό τίτλο Ταυρομαχία, στις οποίες απεικονίζονται αρκετές βίαιες σκηνές ή ριψοκίνδυνες ενέργειες των ταυρομάχων. Αντίθετα, στους Ταύρους του Μπορντώ, ο Γκόγια εστιάζει περισσότερο στην ταυρομαχία ως είδος λαϊκής διασκέδασης και αναχυψής.
Η εκτέλεση του Αυτοκράτορα Μαξιμιλιανού, 1867, λάδι σε μουσαμά, 252×305 εκ., Kunsthalle. Έργο του Εντουάρ Μανέ εμπνευσμένο από την 3η Μαΐου 1808 του Γκόγια.Ο Γκόγια υπήρξε εν γένει αναγνωρισμένος καλλιτέχνης στην Ισπανία και έλαβε πολυάριθμες διακρίσεις εν ζωή. Η φαντασία του, η ικανότητά του στη διαχείριση του χρώματος και των σκιών, οι καινοτομίες στη σύνθεση και η πρωτοτυπία του αναγνωρίστηκαν από σύγχρονους κριτικούς, ενώ παράλληλα κατακρίθηκε κυρίως για την έλλειψη πειθαρχίας και στις συνθέσεις του και το γεγονός πως δεν «επέμενε» σε λεπτομέρειες των έργων του. Ο Γκόγια δεν διέθετε μεγάλο αριθμό μαθητών, με αποτέλεσμα να μην επηρεάσει άμεσα την καλλιτεχνική ζωή της εποχής του, διαδίδοντας τις γνώσεις, τις αισθητικές του αντιλήψεις ή την τεχνική του σε άλλους ζωγράφους. Σχετικά με τους μαθητές του, διαθέτουμε λίγες πληροφορίες, κυρίως από αναφορές των ονομάτων τους σε σχέδια, έγγραφα ή επιστολές του. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται οι Luis Gil Ranc (1787-1867), Felipe Arrojo (1801-70) και María del Rosario Weiss (1814-43). Η τελευταία υπήρξε κόρη της συντρόφου του Γκόγια, Λεοκάντια Βάις, και μαθήτριά του κατά την παραμονή του στο Μπορντώ.
Αν και κατά την τελευταία εικοσαετία της ζωής του, οι προσωπογραφίες του εκτοπίστηκαν από έργα άλλων σύγχρονων καλλιτεχνών, όπως του Vicente López y Portaña (1772-1850), ορισμένοι ρομαντικοί καλλιτέχνες συνέχισαν να αναπαράγουν πίνακες ή χαρακτικά του Γκόγια, είτε μιμούμενοι το ύφος του, είτε αντιγράφοντας έργα του. Εκτός των ισπανικών συνόρων, η φήμη του ενισχύθηκε σημαντικά με την κυκλοφορία της σειράς χαρακτικών Καπρίτσια. Βασισμένος στα χαρακτικά του Γκόγια, ο Ευγένιος Ντελακρουά ολοκλήρωσε ανάλογα σχέδια, στα μέσα της δεκαετίας του 1820, ενώ μέχρι το 1835, ο Γκόγια θεωρείται πως είχε ασκήσει επίδραση στο σύνολο των Γάλλων ρομαντικών ζωγράφων, ανανεώνοντας παράλληλα το ενδιαφέρον στη Γαλλία, για την ισπανική τέχνη. Ο Εντουάρ Μανέ μελέτησε επίσης το έργο του Γκόγια, γεγονός που αναδεικνύεται χαρακτηριστικά στον πίνακα Η εκτέλεση του Αυτοκράτορα Μαξιμιλιανού (1867), έργο που παραπέμπει στον πίνακα 3η Μαΐου 1808 του Γκόγια.
Μετά το θάνατό του, μέρος του έργου του, κυρίως εκείνο που θεματικά συνδεόταν με τις κοινωνικές και πολιτικές αναταράξεις στην Ισπανία, έπαψε να γίνεται εύκολα αντιληπτό από τις επόμενες γενιές. Έργα όπως οι «μαύροι πίνακες», κρίθηκαν κυρίως υπό το πρίσμα της ωμότητάς και της σκληρότητας που αποπνέουν, θεωρούμενα ως δημιουργία ενός «διαταραγμένου» μυαλού. Οι ιμπρεσιονιστές, αλλά και μεταγενέστερα ρεύματα, εκτίμησαν το έργο του Γκόγια και εμπνεύστηκαν από αυτό, με αποτέλεσμα από τα τέλη του 19ου αιώνα να αναγνωρίζεται ως ένας από τους πρώτους «μοντέρνους» ζωγράφους.
Από: http://el.wikipedia.org
Παρασκευή 18 Μαρτίου 2011
Θάνατος στη λογική του καριόλη
(Aπο τα τελευταια κειμενα του Μανωλη Ρασουλη... )
Θάνατος στη λογική του καριόλη
Ο τίτλος δεν εννοεί: θάνατος στον καριόλη.
Στη λογική του καριόλη .Αυτό είναι ο χειρότερος θάνατος για τον καριόλη.
Ήσυχα κοιμάται η πόλη
Κι όμως αλυχτά η λογική του καριόλη
Μα για ποιόν καριόλη πρόκειται;.......
Τώρα οι υπεύθυνες κι ένοχες εξουσίες τον λένε άσωτο.
Ο άσωτος είχε έναν μη άσωτο πατέρα. Που όταν ξεασώτεψε κι επέστρεψε, ο πάτερ φιμίλιας έσφαξε τον ταύρο τον σιτευτό.
Τούτος ο άσωτος ο greek ποιόν έχει πατέρα για να τον συγχωρέσει;
Ο ίδιος ο πατέρας του ήτανε μπερμπάντης κι άχρηστος οπότε ο γκρίκ πήρε το στιλ του.
Παρ΄τον έναν, χτύπα τον άλλον.
Όμως ας μη τα μηδενίζουμε όλα.
Θα μπορούσαμε να πούμε συμβιβαστικά: συγχώρεσε τον, δεν ξέρει τι κάνει. Αγνοεί η δεξιά του τι ποιεί η αριστερά του.Κι όμως ο καριόλης είναι καριόλης.
Έκ γενετής; Μπορεί.
Πολλοί καριόληδες γεννούν την καριολαρία.
Η οποία κάνει μετάσταση παντού. Το ΄χα πεί: αυτή η λογική θα καταστρέψει τη χώρα. Την Ευρώπη. Τον πλανήτη.
Ήδη φαίνονται τ΄αποτελέσματα. Και τ΄αποτέλεσμα μετράει. Καταβρόχθισε το μέτρο.
Σαν όν δε μετράει.Κι έγινε μάζα.Κι έγινε μπάζα. Χειρότερα κι απο την Αϊτή. Πλάκωσε τους αθώους κάτω απ΄ τα ερείπια. Κατάστρεψε την προλεταριακή κουλτούρα, κατάστρεψε την αστική κουλτούρα. Έβγαλε εσαεί τους όρχεις του όξω προς κοινή θέα. Απο βαθειά εκδίκηση. Γιατί μικρός ήταν φτωχός.Και τώρα βρέθηκε με καταθέσεις. Ο γαμάω.
Οι αρχαίοι Έλληνες φτιάξανε τον άριστο, οι φεουδάρχες τον ιππότη, οι αστοί τον τζέντλμαν, οι μεταδικτατορικοί ρωμιοί έφτιαξαν τον γαμάω. Στα παπάρια του. Κατάντησε την πιο ωραία και ιστορική χώρα ένα γραψαρχιδιστάν.
Και το΄χε πεί ο Τρότσκι: «το αποκρουστικότερο πλάσμα στον κόσμο είναι ο μικροαστός στην αρχική του συσσώρευση.
Σάμπως είχαμε κι αστούς;
Ούτε πλούσιους.
Πλουτοκράτες. Αρχιδομούνια.
Εδώ,ναι εδώ, η μητρόπολις των έτσι και στουπέτσι.
Σφάζονται στα γήπεδα. Ποιοί;
Οι εκτελεστές.
Οι ηθικοί αυτουργοί τα βράδια στα σκυλάδικα σου λένε: «πάρτα, αλλά θέλω το τάδε πιπίνι». «Μάλιστα αφεντικό» ακούγεται η υπόκλησις του γιουβέτσι.
Χορεύουν ημίγυμνα τα ρωσοδούλια, και οι όρχεις των έτσι νάααα.
Τώρα λέν δεν υπάρχει σάλιο.
Και τους σοδομούν χωρίς σάλιο.
Ποιοί; Οι γαμάω.
Βάσει τίνος;
Της λογικής του καριόλη.
Ο μέσος έλλην ανθρωπάκος άλλα λέει, άλλα κάνει και άλλα εννοεί!
Εννοείται.
Όμως μας έχει μείνει ακόμα η γκρίκ σάλατ. Η μεγαλοφυής σύλληψη που κόβεις ντομάτα, αγγούρι, κρεμμύδι κι άντε φέτα και τ’ανακατεύεις. Κανείς πρίν δεν το ΄χε σκεφτεί. Μόνο οι γκρικς.
Κι έτσι τέλειωσε ένα υπέροχο έπος: ο Ζόρμπα.
Ελύτης: βραβείο. Σεφέρης: βραβείο. Θοδωράκης: βραβείο. Χατζιδάκις: βραβείο.
Τώρα γιουροβίζο in greenglish.
Λέει δεν έχει λεφτά. Λέει δεν του δανείζει η παγκόσμια αγορά.
Με τόκους σε πριαπισμό. Κι όλα τα λεφτά του ΄80-΄90 που πήγαν; Πήγαν εκεί που πάει η αγάπη όταν πεθαίνει.
Τη δεκαετία που δεν μου πέταγαν ούτε ψίχουλα. Εμένα που ήξερα απο αγάπη.
Live.
Τώρα κρυμένοι στο ποτάμι ανασαίνουν με καλάμι.
Κι ακαρτερούν στις ρούγες πότε θα πέσουν τα κόνδιλα σαν το μάννα.
Κι όρχεις όξω. Πρός επίδειξη.
Τις μπέρδεψαν με τις ορχιδέες.
Εν κατακλείδι - αν και το θέμα (ανάθεμα) χρίζει διατριβών και κειμένων- αν θέλουμε να μιλήσουμε για ζωή, να αναστήσουμε τη ζωή ας φωνάξουμε με ψυχή (βαθιά και ρηχά) και φωνή: Θάνατος στη λογική του καριόλη.
Θάνατος.
Από: https://lh3.googleusercontent.com/-W-f5mohx6II/
Θάνατος στη λογική του καριόλη
Ο τίτλος δεν εννοεί: θάνατος στον καριόλη.
Στη λογική του καριόλη .Αυτό είναι ο χειρότερος θάνατος για τον καριόλη.
Ήσυχα κοιμάται η πόλη
Κι όμως αλυχτά η λογική του καριόλη
Μα για ποιόν καριόλη πρόκειται;.......
Τώρα οι υπεύθυνες κι ένοχες εξουσίες τον λένε άσωτο.
Ο άσωτος είχε έναν μη άσωτο πατέρα. Που όταν ξεασώτεψε κι επέστρεψε, ο πάτερ φιμίλιας έσφαξε τον ταύρο τον σιτευτό.
Τούτος ο άσωτος ο greek ποιόν έχει πατέρα για να τον συγχωρέσει;
Ο ίδιος ο πατέρας του ήτανε μπερμπάντης κι άχρηστος οπότε ο γκρίκ πήρε το στιλ του.
Παρ΄τον έναν, χτύπα τον άλλον.
Όμως ας μη τα μηδενίζουμε όλα.
Θα μπορούσαμε να πούμε συμβιβαστικά: συγχώρεσε τον, δεν ξέρει τι κάνει. Αγνοεί η δεξιά του τι ποιεί η αριστερά του.Κι όμως ο καριόλης είναι καριόλης.
Έκ γενετής; Μπορεί.
Πολλοί καριόληδες γεννούν την καριολαρία.
Η οποία κάνει μετάσταση παντού. Το ΄χα πεί: αυτή η λογική θα καταστρέψει τη χώρα. Την Ευρώπη. Τον πλανήτη.
Ήδη φαίνονται τ΄αποτελέσματα. Και τ΄αποτέλεσμα μετράει. Καταβρόχθισε το μέτρο.
Σαν όν δε μετράει.Κι έγινε μάζα.Κι έγινε μπάζα. Χειρότερα κι απο την Αϊτή. Πλάκωσε τους αθώους κάτω απ΄ τα ερείπια. Κατάστρεψε την προλεταριακή κουλτούρα, κατάστρεψε την αστική κουλτούρα. Έβγαλε εσαεί τους όρχεις του όξω προς κοινή θέα. Απο βαθειά εκδίκηση. Γιατί μικρός ήταν φτωχός.Και τώρα βρέθηκε με καταθέσεις. Ο γαμάω.
Οι αρχαίοι Έλληνες φτιάξανε τον άριστο, οι φεουδάρχες τον ιππότη, οι αστοί τον τζέντλμαν, οι μεταδικτατορικοί ρωμιοί έφτιαξαν τον γαμάω. Στα παπάρια του. Κατάντησε την πιο ωραία και ιστορική χώρα ένα γραψαρχιδιστάν.
Και το΄χε πεί ο Τρότσκι: «το αποκρουστικότερο πλάσμα στον κόσμο είναι ο μικροαστός στην αρχική του συσσώρευση.
Σάμπως είχαμε κι αστούς;
Ούτε πλούσιους.
Πλουτοκράτες. Αρχιδομούνια.
Εδώ,ναι εδώ, η μητρόπολις των έτσι και στουπέτσι.
Σφάζονται στα γήπεδα. Ποιοί;
Οι εκτελεστές.
Οι ηθικοί αυτουργοί τα βράδια στα σκυλάδικα σου λένε: «πάρτα, αλλά θέλω το τάδε πιπίνι». «Μάλιστα αφεντικό» ακούγεται η υπόκλησις του γιουβέτσι.
Χορεύουν ημίγυμνα τα ρωσοδούλια, και οι όρχεις των έτσι νάααα.
Τώρα λέν δεν υπάρχει σάλιο.
Και τους σοδομούν χωρίς σάλιο.
Ποιοί; Οι γαμάω.
Βάσει τίνος;
Της λογικής του καριόλη.
Ο μέσος έλλην ανθρωπάκος άλλα λέει, άλλα κάνει και άλλα εννοεί!
Εννοείται.
Όμως μας έχει μείνει ακόμα η γκρίκ σάλατ. Η μεγαλοφυής σύλληψη που κόβεις ντομάτα, αγγούρι, κρεμμύδι κι άντε φέτα και τ’ανακατεύεις. Κανείς πρίν δεν το ΄χε σκεφτεί. Μόνο οι γκρικς.
Κι έτσι τέλειωσε ένα υπέροχο έπος: ο Ζόρμπα.
Ελύτης: βραβείο. Σεφέρης: βραβείο. Θοδωράκης: βραβείο. Χατζιδάκις: βραβείο.
Τώρα γιουροβίζο in greenglish.
Λέει δεν έχει λεφτά. Λέει δεν του δανείζει η παγκόσμια αγορά.
Με τόκους σε πριαπισμό. Κι όλα τα λεφτά του ΄80-΄90 που πήγαν; Πήγαν εκεί που πάει η αγάπη όταν πεθαίνει.
Τη δεκαετία που δεν μου πέταγαν ούτε ψίχουλα. Εμένα που ήξερα απο αγάπη.
Live.
Τώρα κρυμένοι στο ποτάμι ανασαίνουν με καλάμι.
Κι ακαρτερούν στις ρούγες πότε θα πέσουν τα κόνδιλα σαν το μάννα.
Κι όρχεις όξω. Πρός επίδειξη.
Τις μπέρδεψαν με τις ορχιδέες.
Εν κατακλείδι - αν και το θέμα (ανάθεμα) χρίζει διατριβών και κειμένων- αν θέλουμε να μιλήσουμε για ζωή, να αναστήσουμε τη ζωή ας φωνάξουμε με ψυχή (βαθιά και ρηχά) και φωνή: Θάνατος στη λογική του καριόλη.
Θάνατος.
Από: https://lh3.googleusercontent.com/-W-f5mohx6II/
Δευτέρα 14 Μαρτίου 2011
Κυριακή 13 Μαρτίου 2011
Σάββατο 12 Μαρτίου 2011
Γεωργάκης Ολύμπιος
O Γεωργάκης Ολύμπιος γεννήθηκε την άνοιξη του 1772 στο Λιβάδι. Η μητέρα του ήταν κόρη Λιβαδιώτη προύχοντα, ο δε πατέρας του Νικόλαος γεννήθηκε στη Φτέρη Πιερίας και καταγόταν από τους φημισμένους αρματωλούς του Ολύμπου, τους Λαζαίους, τους οποίους η Δημοτική μούσα έχει υμνήσει:
«Εκεί μοιράζουν τα φλωριά, και τα καπετανάτα Του Νίκου πέφτ’ η Ποταμιά, του Χρίστου η Ελασσώνα ο Τόλιος καπετάνευε στην Κατερίνη εφέτος και το μικρό Λαζόπουλο πήρε την Πλαταμώνα».
Η μητέρα του Νικολέτα πέθανε λίγα χρόνια μετά τη γέννηση του γιου της. Το χαϊδευτικό όνομα Γιωργάκης, με το οποίο έμεινε στην Ιστορία, δείχνει την άμετρη στοργή, τις φροντίδες και τις περιποιήσεις της γιαγιάς του Αγνής και ολόκληρης της οικογένειάς του, που τον είχε μοναχογιό. Το οικογενειακό του περιβάλλον, των Λαζαίων, δεν τον έκανε μόνο καλό πολεμιστή, αλλά του έδωσε και την καλοψυχία, τη γενναιοψυχία, τη μετριοφροσύνη. Αργότερα ο Γιωργάκης φοίτησε στο ονομαστό Σχολείο του Λιβαδίου κοντά στους σοφούς δασκάλους Ιωνά Σπαρμιώτη και Ιωάννη Πέζαρο. Αλλά και το κοινωνικό περιβάλλον δεν έπαιξε μικρό ρόλο στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του Ολύμπιου. Σ’ όλα τα χρόνια της μαύρης σκλαβιάς ο Όλυμπος και τα Πιέρια υπήρξαν αδούλωτα κάστρα Λευτεριάς για το σκλαβωμένο Γένος. Οι φοβεροί καπεταναίοι Ζήδρος, Λάζος, Βλαχάβας κ.ά. αποτέλεσαν τα ωραιότερα πρότυπα παλικαριάς, αντρειοσύνης και φιλελευθερισμού και έβαλαν ανεξίτηλη σφραγίδα στο χαρακτήρα, στο φρόνημα και στις ιδέες του Ολύμπιου.
Όταν τελείωσε το σχολείο, ο πατέρας του, επιθυμώντας την τελειότερη πολεμική μόρφωση του γιου του, τον παρέδωσε στο περίφημο στρατόπεδο του συγγενή του Έξαρχου Λάζου, όπου έφηβος πια ο Γιωργάκης εκπαιδεύτηκε άριστα γιατί την εποχή αυτή το αρματολίκι του Λάζου ήταν μια τέλεια και αξιοζήλευτη πολεμική σχολή. Τα σωματικά αλλά προπαντός τα πνευματικά του προσόντα τον έκαναν σύντομα να διακριθεί, να αγαπηθεί απ’ όλους και να γίνει πρωτοπαλίκαρο του θείου του Τόλιου Λάζου. Με το αρματολίκι του Ολύμπου δοξάζεται στους αγώνες κατά των Τούρκων. Είναι η εποχή που ο Αλή Πασάς των Ιωαννίνων μεθοδεύει την ίδρυση μεγάλου Αλβανικού κράτους, αποσχιστικά προς τη Μεγάλη Πύλη.
Στα 1804 επικεφαλής πολλών αρματολών δέχεται την έκκληση του Σέρβου αρματολού Βέλκου Πέτροβιτς για να βοηθήσουν τη σέρβικη επανάσταση. Ο Ολύμπιος, όπως και ο Ρήγας Φεραίος, πίστευε πως οι Βαλκανικοί λαοί θα απελευθερωθούν από τους Τούρκους μόνο αν πολεμήσουν ενωμένοι. Στη Σερβία με 550 παλικάρια και άλλους καπεταναίους ενώθηκαν με τους Σέρβους επαναστάτες αιφνιδιάζοντας τους Τούρκους. Μετά από τη σύγκρουση αυτή ο Γεωργάκης Ολύμπιος παρέμεινε στη Σερβία, αγωνιζόμενος ηρωικά στο πλευρό του Σέρβου ηγεμόνα Καραγεώργη και αποκτώντας την αγάπη και το θαυμασμό όλων των Σέρβων. Από την πρώτη στιγμή που πάτησε το πόδι του στη Σερβία, αλληλογραφεί με τον ηγεμόνα της Βλαχίας Κων/νο Υψηλάντη και τον παρακαλεί να βοηθήσει τη Σέρβικη επανάσταση και να οργανώσει στη Βλαχία ένα κίνημα παρόμοιο με το σέρβικο. Με τον τρόπο αυτό πίστευε ότι θα ανάψει η επαναστατική φλόγα στα Βαλκάνια. Μετά την αποτυχία της Σέρβικης εξέγερσης συνεργάζεται με τον Έλληνα ηγεμόνα Κων/νο Υψηλάντη για τη δημιουργία αξιόμαχου στρατιωτικού σώματος από Έλληνες και Παραδουνάβιους. Το σώμα αυτό το 1806, μόλις κηρύχθηκε ο ρωσοτουρκικός πόλεμος, με 1300 άντρες αγωνίζεται στο πλευρό του Ρώσου αρχιστράτηγου Κουτούζωφ με μεγάλη επιτυχία στη μάχη της Όστροβας. Για το ανδραγάθημά του αυτό, οι Ρώσοι τον παρασημοφορούν και του απονέμουν το βαθμό του Συνταγματάρχη. Τα επόμενα χρόνια άλλοτε στο πλευρό των Σέρβων κι άλλοτε στο πλευρό των Ρώσων αποκτά δόξα και φήμη μεγάλου πολέμαρχου. Η φήμη και το λαμπρό όνομα του Γεωργάκη έφτασε μέχρι τα ανάκτορα της Πετρούπολης. Γνωρίζοντας τις διπλωματικές του ικανότητες ο Τσάρος της Ρωσίας Αλέξανδρος ο Α΄ με τον Καποδίστρια συμπεριέλαβαν και τον Γεωργάκη στην αντιπροσωπεία του περίφημου Συνεδρίου της Βιέννης το 1815. Στα 1817, μυείται με ενθουσιασμό στη Φιλική Εταιρεία από το Γ. Λεβέντη και δε γίνεται απλό μέλος της αλλά και ένας από τους 12 αποστόλους της. Το καλοκαίρι του 1820 ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, τον διορίζει Αρχιστράτηγο των επαναστατικών δυνάμεων στη Μολδοβλαχία. Το διορισμό του τον παραδίνουν ο Εμμανουήλ Ξάνθος και ο Χριστόφορος Περραιβός και εκείνος με άμετρη μετριοφροσύνη δίνει όρκο πως θα θυσιάσει το παν για την επιτυχία του αγώνα. Το διοριστήριο αυτό έγγραφο διέσωσε ο ιστορικός Γούδας: «…διορίζω διά του παρόντος μου Αρχιστράτηγον του Δουναβικού στρατεύματος τον Γεώργιον Ολυμπίτην, γνωρίσας αυτόν ενάρετον, πρόθυμον και άξιον να το διοική και να το διευθύνη κατά την περίστασιν…». Και η απάντηση: «…Τώρα δεν μένει άλλο να σας ειπώ παρά να σας διαβεβαιώσω και εγγράφως την γνώμη μου, ότι οπόταν κριθή αρμόδιος ο καιρός να μας δοθή η αποφασιστική σας προσταγή, υπόσχομαι να την εξακολουθήσω με την υστερινή ρανίδα του αίματός μου, χωρίς ποτέ να με δειλιάση καμμιά ανθρώπινος περίστασις».
Τις πνευματικές του ικανότητες τις εκδήλωνε ο Γεωργάκης στις συνεχείς ομιλίες του, εθνικοαπελευθερωτικού περιεχομένου, παντού και πάντοτε, όπου βρισκόταν. Ορκισμένος στις αξίες και τις αρχές της Φιλικής Εταιρείας και διαθέτοντας το ίδιο όραμα με το Ρήγα Φεραίο γύριζε από πόλη σε πόλη κάνοντας ομιλίες. Σε μνημειώδη ομιλία του στην Ακαδημία Ιασίου, της οποίας ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου, εκτός από τη γνωστή, προφητική γι’ αυτόν ρήση του ότι: «ο αγωνιστής την ελευθερία ή την κερδίζει μαχόμενος ή την καθαγιάζει πεθαίνοντας», διασώζεται και το εξής απόσπασμα των παροτρύνσεών του προς το ακροατήριο για οικονομική ενίσχυση του αγώνα: «είναι μεγάλο έγκλημα το να συγκεντρώνει κανείς στην κατοχή του αγαθά περισσότερα από αυτά που του χρειάζονται για να ζήσει, γιατί αφαιρεί τη ζωή από άλλους ανθρώπους που στερούνται παντελώς αγαθών». Ο Γεωργάκης Ολύμπιος πίστευε στη μόρφωση του Λαού σα βασικό συντελεστή για την ολοκληρωτική απελευθέρωσή του. Περίφημη είναι η προκήρυξή του, που βρέθηκε στα Αυστριακά αρχεία. Είναι ένα κείμενο που φανερώνει το ηθικό μεγαλείο και την πίστη του στην αξία της παιδείας: «Από τους ομόδοξους γείτονές μας εκείνοι που μας υποσχέθηκαν βοήθεια, μας εγκατέλειψαν, οι άλλοι με συκοφαντίες εχαρακτήρισαν σαν έγκλημα τους αιματηρούς αγώνες μας για τη θρησκεία μας και την ύπαρξή μας. Η βοήθεια που υποσχέθηκε η Ρωσία έρχεται πολύ αργά για μας. Οι Μοσχοβίτες μεγιστάνες θέλουν πρώτα να ξέρουν ότι έπεσε νεκρό το άνθος της Ελλάδας προτού να έρθει η βοήθειά τους, για να έχουν να κατακτήσουν μόνο αμόρφωτες μάζες και μετά την εξόντωση των μορφωμένων να μη παραλάβουν κανένα πνευματικό παλμό...».
Στα 1821 ο Υψηλάντης κήρυξε την επανάσταση στη Μολδοβλαχία. Ο Ολύμπιος με 1500 παλικάρια τον συναντά γεμάτος ενθουσιασμό παρόλο που ο Υψηλάντης του είχε αφαιρέσει τη γενική Αρχιστρατηγία. Σ’ όλη τη διάρκεια της επανάστασης αγωνίζεται με μεγάλο πείσμα και ηρωισμό. Στη μοιραία μάχη του Δραγατσανίου, 7 Ιουνίου 1821, αν και δεν ήταν παρών απ΄ την αρχή ρίχνεται στη μάχη και με πολύ κόπο και άμεσο κίνδυνο της ζωής του κατόρθωσε να περισώσει τη Σημαία και τα λείψανα του Ιερού Λόχου. Πληγωμένος και ο ίδιος θρηνεί το χαμό τόσων γενναίων παλικαριών. Ο ιστορικός Brofferio γράφει χαρακτηριστικά στο σημείο αυτό:«Κάθε τι που μπορούσε να προσφέρει ο ενθουσιασμός, η γενναιότητα και το θάρρος το επετέλεσεν την ημέραν εκείνην ο θρυλικός Γεωργάκης Ολύμπιος». Μετά την καταστροφή φεύγουν όλοι να γλιτώσουν. Ο Υψηλάντης του οποίου η ζωή κινδύνευε για ύστατη φορά στηρίχτηκε αποκλειστικά στον ηθικό και υπέροχο χαρακτήρα του Ολύμπιου, ο οποίος με απόλυτη ασφάλεια κατόρθωσε να τον οδηγήσει στα Αυστριακά σύνορα. Ο Υψηλάντης συμβουλεύει τον Ολύμπιο να φύγει κι εκείνος αγέρωχα του απαντά:«Δεν σήκωσα τα όπλα για να τα κρύψω!». Στα τέλη Αυγούστου συναντάται με τον άλλο πολέμαρχο και στενό του φίλο, τον Φαρμάκη και αποφασίζουν να αγωνιστούν ως την τελευταία τους πνοή. Μαζί τους έμειναν μόνο 350 διαλεχτοί πολεμιστές, αποφασισμένοι να προσφέρουν τη ζωή τους στο βωμό της πατρίδας. Οι Τουρκικές Αρχές του Βουκουρεστίου θέλουν με κάθε τρόπο να απαλλαγούν από τους άθλιους ραγιάδες επαναστάτες και γι’ αυτό χρησιμοποιούν κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσο. Αναγκάζουν τον ορθόδοξο Αρχιεπίσκοπο Ρομάνο να στείλει στον Ολύμπιο επιστολή με την οποία τον παρακαλεί "να σπεύσει" να προστατεύσει τη Μονή Σέκου και τους θησαυρούς της από την καταστροφική μανία των Τούρκων. Σκοπός του παραπλανητικού αυτού γράμματος είναι να παγιδευτεί ο Ολύμπιος και ο Φαρμάκης στο άγριο αυτό φαράγγι που είναι κτισμένη η Μονή. Το γράμμα στάθηκε μοιραίο. Δίχως τον παραμικρό δισταγμό οι δύο γενναίοι αρχηγοί κατευθύνθηκαν αμέσως στη Μονή Σέκου. Εκεί όμως αποκαλύφθηκε η αλήθεια. Ο Σελήχ πασάς με 10.000 Τούρκους τέλεια οπλισμένους, που παρακολουθούσε κάθε κίνησή τους, τους πολιόρκησε αμέσως. Από τις 2 μέχρι τις 5 Σεπτεμβρίου γίνονται ομηρικές συμπλοκές. Ο Τούρκος πασάς αποστέλλει αντιπροσωπεία που ζητά να δει τον Ολύμπιο και να συζητήσει τους όρους της παράδοσης των Ελλήνων. Η γενναία άρνηση του Γεωργάκη Ολύμπιου σήμανε και την αρχή του τέλους. Ο Θ. Γόρδων στην Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, αναφέρει ότι ο Γεωργάκης στην απελπιστική θέση που βρισκόταν απηύθυνε στους συντρόφους του την εξής προσλαλιά: «Αδελφοί, εν τη κρισίμω ταύτη περιστάσει μόνον ένδοξον θάνατον πρέπει να ευχόμεθα (... ...) ελεύσεται πιθανώς ημέρα, καθ’ ην η πατρίς θέλει συλλέξει τα οστά μας και θέλει μεταφέρει αυτά προς ενταφιασμόν εις την κλασικήν γην των προγόνων μας.». Με τη δημηγορία του αυτή κλείστηκε με ένδεκα πιστούς στο κωδωνοστάσιο της Μονής. Όταν αργότερα είδε ότι πολυάριθμοι Τούρκοι έσπασαν την εξωτερική πόρτα και πλημμύρισαν τη Μονή, άνοιξε τότε την πόρτα του κωδωνοστασίου για να φύγουν όσοι ήθελαν και είπε: «εγώ θα καώ, όστις θέλει να φύγει ας απομακρυνθεί». Αλλά κανείς δεν φεύγει. Γαλήνιος σηκώνει τα μάτια του στον ουρανό, κάτι ψελλίζει σαν προσευχή, κάνει το σταυρό του και με χέρι σταθερό «έθεσε πυρ εις την πυρίτιδα και ανετινάχθη εις τον αέρα, ομού μετά πάντων των περί αυτόν ηρώων». Ήταν Σεπτέμβριος του 1821.
Κατά την παραμονή του στη Σερβία ο Γεωργάκης συνδέθηκε με αιώνια φιλία με τον Καραγιώργη και έγινε αδελφοποιτός με το πρωτοπαλίκαρο του τον Βέλκο Πέτροβιτς, του οποίου αργότερα το 1814 παντρεύτηκε τη χήρα σύζυγό του, την πλούσια και όμορφη Στάνα με την οποία απέκτησε τρία παιδιά. Μετά τη μοιραία μάχη του Δραγατσανίου συνάντησε τα παιδιά του Μιλάνο και Αλέξανδρο και τη γυναίκα του που σε λίγο θα γεννούσε το τρίτο τους παιδί, την Ευφροσύνη, που ήταν γραφτό να μην τη γνωρίσει ποτέ. Αποχαιρετώντας την έγκυο γυναίκα του της λέει: «Αν σκοτωθώ μη με κλάψεις, γιατί από μωρό παιδί είχα τάξει τη ζωή μου στην Πατρίδα. Τους γιους μου θέλω να τους δώσεις στην Ελλάδα. Η Ελευθερία της Ελλάδος αξίζει κάθε θυσία». Μετά την απελευθέρωση το ελληνικό κράτος ξέχασε τελείως τον ήρωα της Μονής Σέκου και την οικογένειά του. Αντί να φέρει τα οστά του στην «κλασικήν γην», όπως ήταν και η τελευταία του θέληση και να αναλάβει το έθνος τα παιδιά του, έδωσε στη χήρα Στάνα μια σύνταξη 140 δραχμών το μήνα και επειδή στερούνταν κάθε άλλου πόρου, μ’ αυτήν την πενιχρή σύνταξη έπρεπε να ζήσει αυτή, η κόρη της και τα δύο αγόρια. Στη σύζυγό του που δώρισε όλη της την περιουσία στη Φιλική Εταιρεία, για τον εθνικό αγώνα. Σε σχετικό άρθρο της εφημερίδας «Συνένωσις» που ανατύπωσε ο «Χρόνος» στο φύλλο της 28ης Μαρτίου 1845 διαβάζουμε:
«…Η οικογένεια του Γεωργάκη Ολυμπίου ψωμοζητεί σήμερον. Εκατόν τεσσαράκοντα δραχμών έχει σύνταξιν, οι δε υιοί της ανθυπολοχαγοί της τιμής δεν λαμβάνουν ουδένα μισθόν, με τοιαύτην μικράν σύνταξιν πώς δύναται να ζήση οικογένεια εκ δύο νεανίων, εκ μιας θυγατρός, εκ τριών ανεψιών και μιας μητρός; Οι υιοί Ολυμπίου δεν δύνανται να εξέλθουν τας οικίας των επειδή οι αγκώνες των είναι τετρυπημένοι, η γυνή του Γεωργάκη Ολυμπίου δεν έχει φόρεμα να εξέλθη διά να παρακαλέση τους Υπουργούς. Η ασθένεια προς τοις άλλοις δυστυχήμασι επέπεσεν εις αυτόν τον οίκον, αυτή δε ετοιμάζεται γυμνή και τετραχηλισμένη να φύγη από την Ελλάδα». Στη βιογραφία του ήρωα που έγραψε ο Θεόδωρος Δ. Φράγκος με την ευκαιρία των αποκαλυπτηρίων του ανδριάντα του Γεωργάκη Ολυμπίου το 1964 στο Λιβάδι και εξέδωσε ο Σύλλογος Λιβαδιωτών Αθήνας διαβάζουμε: «Όλες μας οι προσπάθειες όπως βρούμε έστω και έναν απόγονο του Γεωργάκη από τον οποίο θα μαθαίναμε για την τύχη των παιδιών του απέβησαν δυστυχώς άκαρπες».
Ο μεγάλος πνευματικός φιλέλληνας Κλωντ Φωριέλ από το Σαιντ-Ετιέν της Γαλλίας (1772–1844), εξέδωσε στο Παρίσι το 1824-1825 σε δύο τόμους τα «Νεοελληνικά Τραγούδια», κάνοντας γνωστό στο ευρύτερο κοινό της Ευρώπης το αναμφισβήτητο δικαίωμα των Νεοελλήνων για ελευθερία και βοηθώντας ηθικά τον αγώνα τους, ίσως πολύ περισσότερο από την οποιαδήποτε υλική εξωτερική βοήθεια. Με φιλελληνικό ζήλο και προσοχή, ο Φωριέλ άρχισε να συγκεντρώνει τα τραγούδια της συλλογής του, αμέσως με τα πρώτα μηνύματα των απελευθερωτικών εκδηλώσεων στην Ελλάδα, και το σπουδαιότερο, μπόρεσε ν’ αξιοποιήσει τον ενθουσιασμό που είχαν οι Έλληνες του εξωτερικού, λόγιοι και εμπορευόμενοι και να καταγράψει μέχρι το 1824, τρία τραγούδια, μεταξύ των οποίων ένα για τον Γεωργάκη Ολύμπιο, εμπνευσμένα από την ίδια την Επανάσταση.
«Πέντε πασάδες κίνησαν από την Ιμπραΐλα, στράτευμα φέρνουν περισσό, πεζούρα και καβάλα, σέρνουν και τόπια δώδεκα και βόλια χωρίς μέτρο. Έρχεται κι’ ο Τσαπάνογλους από το Βουκουρέστι, έχει ανδρείο στράτευμα, όλο Γιανιτσαραίους, στα δόντια σέρνουν τα σπαθιά, στα χέρια τα τουφέκια. Τότ’ ο Γιωργάκης φώναξεν’ από το μοναστήρι: Πού είστε, παλικάρια μου, λεβέντες μ’ ανδρειωμένοι; γλήγορα ζώστε τα σπαθιά, πάρετε τα τουφέκια, πιάστε τον τόπο δυνατά, πιάστε τα μετερίζια, ότι Τουρκιά μας πλάκωσε και θέλει να μας φάει. Δίχως ψωμί, δίχως νερό, τρεις μέρες και τρεις νύχτες, βαριά βαρούσαν τον εχθρό κάτου στο Κομπουλάκι. Τούρκων κεφάλια έκοψαν κοντά στις τρεις χιλιάδες. Και ο Φαρμάκης φώναξεν από το μοναστήρι: Αφήστε τα τουφέκια σας, σύρετε τα σπαθιά σας, γιουρούσι απάνω κάμετε, στον Άη Λιάν εβγήτε. Οι Τούρκοι το εχάρηκαν, τρέχουν στο μοναστήρι. Τότ’ ο Φαρμάκης, ζωντανός, φώναξ’ από του Σέκου: Που είσαι, Γιώργο μ’, αδερφέ και πρώτε καπετάνιε; Τουρκιά πολλή μας πλάκωσε και θέλει να μας φάει. Ρίχνει τα τόπια σα βροχή, τα βόλια σα χαλάζι. Ο Γιώργης τότ’ είχε χαθεί, και πλέον δεν τον είδαν Ο Γιώργης είχε σκοτωθεί, τα βόλια δεν τ’ ακούει».
Ο Γάλλος φιλέλληνας αξιωματικός Μαξίμ Ραϋμπότ (Maxime Raybaud) αναφέρει τα εξής: «Με κάλεσε σε γεύμα ο Υψηλάντης, μαζί με Έλληνες καπεταναίους, τον Μάιο του 1821, σε ένα στρατόπεδο της Τριπολιτσάς. Εκεί σε μια γωνιά της κάμαρας, ένας σακάτης με βροντερή φωνή σαν άλλος Τυρταίος, τραγουδούσε τα κατορθώματα του Γεωργάκη Ολυμπίου και των Ιερολοχιτών». Ένας άλλος εθελοντής, ο Γερμανός ιατρός Ηahn είδε στα Μέθανα ένα τυφλό Αρβανίτη ραψωδό, που τα βράδια, στις καλύβες, όταν άρχιζε το συμπόσιο με φλογέρες και κιθάρες, με ενθουσιώδη φωνή, τραγουδούσε τα αθάνατα ανδραγαθήματα του Γεωργάκη Ολυμπίου.
Από:
http://el.wikipedia.org/
«Εκεί μοιράζουν τα φλωριά, και τα καπετανάτα Του Νίκου πέφτ’ η Ποταμιά, του Χρίστου η Ελασσώνα ο Τόλιος καπετάνευε στην Κατερίνη εφέτος και το μικρό Λαζόπουλο πήρε την Πλαταμώνα».
Η μητέρα του Νικολέτα πέθανε λίγα χρόνια μετά τη γέννηση του γιου της. Το χαϊδευτικό όνομα Γιωργάκης, με το οποίο έμεινε στην Ιστορία, δείχνει την άμετρη στοργή, τις φροντίδες και τις περιποιήσεις της γιαγιάς του Αγνής και ολόκληρης της οικογένειάς του, που τον είχε μοναχογιό. Το οικογενειακό του περιβάλλον, των Λαζαίων, δεν τον έκανε μόνο καλό πολεμιστή, αλλά του έδωσε και την καλοψυχία, τη γενναιοψυχία, τη μετριοφροσύνη. Αργότερα ο Γιωργάκης φοίτησε στο ονομαστό Σχολείο του Λιβαδίου κοντά στους σοφούς δασκάλους Ιωνά Σπαρμιώτη και Ιωάννη Πέζαρο. Αλλά και το κοινωνικό περιβάλλον δεν έπαιξε μικρό ρόλο στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του Ολύμπιου. Σ’ όλα τα χρόνια της μαύρης σκλαβιάς ο Όλυμπος και τα Πιέρια υπήρξαν αδούλωτα κάστρα Λευτεριάς για το σκλαβωμένο Γένος. Οι φοβεροί καπεταναίοι Ζήδρος, Λάζος, Βλαχάβας κ.ά. αποτέλεσαν τα ωραιότερα πρότυπα παλικαριάς, αντρειοσύνης και φιλελευθερισμού και έβαλαν ανεξίτηλη σφραγίδα στο χαρακτήρα, στο φρόνημα και στις ιδέες του Ολύμπιου.
Όταν τελείωσε το σχολείο, ο πατέρας του, επιθυμώντας την τελειότερη πολεμική μόρφωση του γιου του, τον παρέδωσε στο περίφημο στρατόπεδο του συγγενή του Έξαρχου Λάζου, όπου έφηβος πια ο Γιωργάκης εκπαιδεύτηκε άριστα γιατί την εποχή αυτή το αρματολίκι του Λάζου ήταν μια τέλεια και αξιοζήλευτη πολεμική σχολή. Τα σωματικά αλλά προπαντός τα πνευματικά του προσόντα τον έκαναν σύντομα να διακριθεί, να αγαπηθεί απ’ όλους και να γίνει πρωτοπαλίκαρο του θείου του Τόλιου Λάζου. Με το αρματολίκι του Ολύμπου δοξάζεται στους αγώνες κατά των Τούρκων. Είναι η εποχή που ο Αλή Πασάς των Ιωαννίνων μεθοδεύει την ίδρυση μεγάλου Αλβανικού κράτους, αποσχιστικά προς τη Μεγάλη Πύλη.
Στα 1804 επικεφαλής πολλών αρματολών δέχεται την έκκληση του Σέρβου αρματολού Βέλκου Πέτροβιτς για να βοηθήσουν τη σέρβικη επανάσταση. Ο Ολύμπιος, όπως και ο Ρήγας Φεραίος, πίστευε πως οι Βαλκανικοί λαοί θα απελευθερωθούν από τους Τούρκους μόνο αν πολεμήσουν ενωμένοι. Στη Σερβία με 550 παλικάρια και άλλους καπεταναίους ενώθηκαν με τους Σέρβους επαναστάτες αιφνιδιάζοντας τους Τούρκους. Μετά από τη σύγκρουση αυτή ο Γεωργάκης Ολύμπιος παρέμεινε στη Σερβία, αγωνιζόμενος ηρωικά στο πλευρό του Σέρβου ηγεμόνα Καραγεώργη και αποκτώντας την αγάπη και το θαυμασμό όλων των Σέρβων. Από την πρώτη στιγμή που πάτησε το πόδι του στη Σερβία, αλληλογραφεί με τον ηγεμόνα της Βλαχίας Κων/νο Υψηλάντη και τον παρακαλεί να βοηθήσει τη Σέρβικη επανάσταση και να οργανώσει στη Βλαχία ένα κίνημα παρόμοιο με το σέρβικο. Με τον τρόπο αυτό πίστευε ότι θα ανάψει η επαναστατική φλόγα στα Βαλκάνια. Μετά την αποτυχία της Σέρβικης εξέγερσης συνεργάζεται με τον Έλληνα ηγεμόνα Κων/νο Υψηλάντη για τη δημιουργία αξιόμαχου στρατιωτικού σώματος από Έλληνες και Παραδουνάβιους. Το σώμα αυτό το 1806, μόλις κηρύχθηκε ο ρωσοτουρκικός πόλεμος, με 1300 άντρες αγωνίζεται στο πλευρό του Ρώσου αρχιστράτηγου Κουτούζωφ με μεγάλη επιτυχία στη μάχη της Όστροβας. Για το ανδραγάθημά του αυτό, οι Ρώσοι τον παρασημοφορούν και του απονέμουν το βαθμό του Συνταγματάρχη. Τα επόμενα χρόνια άλλοτε στο πλευρό των Σέρβων κι άλλοτε στο πλευρό των Ρώσων αποκτά δόξα και φήμη μεγάλου πολέμαρχου. Η φήμη και το λαμπρό όνομα του Γεωργάκη έφτασε μέχρι τα ανάκτορα της Πετρούπολης. Γνωρίζοντας τις διπλωματικές του ικανότητες ο Τσάρος της Ρωσίας Αλέξανδρος ο Α΄ με τον Καποδίστρια συμπεριέλαβαν και τον Γεωργάκη στην αντιπροσωπεία του περίφημου Συνεδρίου της Βιέννης το 1815. Στα 1817, μυείται με ενθουσιασμό στη Φιλική Εταιρεία από το Γ. Λεβέντη και δε γίνεται απλό μέλος της αλλά και ένας από τους 12 αποστόλους της. Το καλοκαίρι του 1820 ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, τον διορίζει Αρχιστράτηγο των επαναστατικών δυνάμεων στη Μολδοβλαχία. Το διορισμό του τον παραδίνουν ο Εμμανουήλ Ξάνθος και ο Χριστόφορος Περραιβός και εκείνος με άμετρη μετριοφροσύνη δίνει όρκο πως θα θυσιάσει το παν για την επιτυχία του αγώνα. Το διοριστήριο αυτό έγγραφο διέσωσε ο ιστορικός Γούδας: «…διορίζω διά του παρόντος μου Αρχιστράτηγον του Δουναβικού στρατεύματος τον Γεώργιον Ολυμπίτην, γνωρίσας αυτόν ενάρετον, πρόθυμον και άξιον να το διοική και να το διευθύνη κατά την περίστασιν…». Και η απάντηση: «…Τώρα δεν μένει άλλο να σας ειπώ παρά να σας διαβεβαιώσω και εγγράφως την γνώμη μου, ότι οπόταν κριθή αρμόδιος ο καιρός να μας δοθή η αποφασιστική σας προσταγή, υπόσχομαι να την εξακολουθήσω με την υστερινή ρανίδα του αίματός μου, χωρίς ποτέ να με δειλιάση καμμιά ανθρώπινος περίστασις».
Τις πνευματικές του ικανότητες τις εκδήλωνε ο Γεωργάκης στις συνεχείς ομιλίες του, εθνικοαπελευθερωτικού περιεχομένου, παντού και πάντοτε, όπου βρισκόταν. Ορκισμένος στις αξίες και τις αρχές της Φιλικής Εταιρείας και διαθέτοντας το ίδιο όραμα με το Ρήγα Φεραίο γύριζε από πόλη σε πόλη κάνοντας ομιλίες. Σε μνημειώδη ομιλία του στην Ακαδημία Ιασίου, της οποίας ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου, εκτός από τη γνωστή, προφητική γι’ αυτόν ρήση του ότι: «ο αγωνιστής την ελευθερία ή την κερδίζει μαχόμενος ή την καθαγιάζει πεθαίνοντας», διασώζεται και το εξής απόσπασμα των παροτρύνσεών του προς το ακροατήριο για οικονομική ενίσχυση του αγώνα: «είναι μεγάλο έγκλημα το να συγκεντρώνει κανείς στην κατοχή του αγαθά περισσότερα από αυτά που του χρειάζονται για να ζήσει, γιατί αφαιρεί τη ζωή από άλλους ανθρώπους που στερούνται παντελώς αγαθών». Ο Γεωργάκης Ολύμπιος πίστευε στη μόρφωση του Λαού σα βασικό συντελεστή για την ολοκληρωτική απελευθέρωσή του. Περίφημη είναι η προκήρυξή του, που βρέθηκε στα Αυστριακά αρχεία. Είναι ένα κείμενο που φανερώνει το ηθικό μεγαλείο και την πίστη του στην αξία της παιδείας: «Από τους ομόδοξους γείτονές μας εκείνοι που μας υποσχέθηκαν βοήθεια, μας εγκατέλειψαν, οι άλλοι με συκοφαντίες εχαρακτήρισαν σαν έγκλημα τους αιματηρούς αγώνες μας για τη θρησκεία μας και την ύπαρξή μας. Η βοήθεια που υποσχέθηκε η Ρωσία έρχεται πολύ αργά για μας. Οι Μοσχοβίτες μεγιστάνες θέλουν πρώτα να ξέρουν ότι έπεσε νεκρό το άνθος της Ελλάδας προτού να έρθει η βοήθειά τους, για να έχουν να κατακτήσουν μόνο αμόρφωτες μάζες και μετά την εξόντωση των μορφωμένων να μη παραλάβουν κανένα πνευματικό παλμό...».
Στα 1821 ο Υψηλάντης κήρυξε την επανάσταση στη Μολδοβλαχία. Ο Ολύμπιος με 1500 παλικάρια τον συναντά γεμάτος ενθουσιασμό παρόλο που ο Υψηλάντης του είχε αφαιρέσει τη γενική Αρχιστρατηγία. Σ’ όλη τη διάρκεια της επανάστασης αγωνίζεται με μεγάλο πείσμα και ηρωισμό. Στη μοιραία μάχη του Δραγατσανίου, 7 Ιουνίου 1821, αν και δεν ήταν παρών απ΄ την αρχή ρίχνεται στη μάχη και με πολύ κόπο και άμεσο κίνδυνο της ζωής του κατόρθωσε να περισώσει τη Σημαία και τα λείψανα του Ιερού Λόχου. Πληγωμένος και ο ίδιος θρηνεί το χαμό τόσων γενναίων παλικαριών. Ο ιστορικός Brofferio γράφει χαρακτηριστικά στο σημείο αυτό:«Κάθε τι που μπορούσε να προσφέρει ο ενθουσιασμός, η γενναιότητα και το θάρρος το επετέλεσεν την ημέραν εκείνην ο θρυλικός Γεωργάκης Ολύμπιος». Μετά την καταστροφή φεύγουν όλοι να γλιτώσουν. Ο Υψηλάντης του οποίου η ζωή κινδύνευε για ύστατη φορά στηρίχτηκε αποκλειστικά στον ηθικό και υπέροχο χαρακτήρα του Ολύμπιου, ο οποίος με απόλυτη ασφάλεια κατόρθωσε να τον οδηγήσει στα Αυστριακά σύνορα. Ο Υψηλάντης συμβουλεύει τον Ολύμπιο να φύγει κι εκείνος αγέρωχα του απαντά:«Δεν σήκωσα τα όπλα για να τα κρύψω!». Στα τέλη Αυγούστου συναντάται με τον άλλο πολέμαρχο και στενό του φίλο, τον Φαρμάκη και αποφασίζουν να αγωνιστούν ως την τελευταία τους πνοή. Μαζί τους έμειναν μόνο 350 διαλεχτοί πολεμιστές, αποφασισμένοι να προσφέρουν τη ζωή τους στο βωμό της πατρίδας. Οι Τουρκικές Αρχές του Βουκουρεστίου θέλουν με κάθε τρόπο να απαλλαγούν από τους άθλιους ραγιάδες επαναστάτες και γι’ αυτό χρησιμοποιούν κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσο. Αναγκάζουν τον ορθόδοξο Αρχιεπίσκοπο Ρομάνο να στείλει στον Ολύμπιο επιστολή με την οποία τον παρακαλεί "να σπεύσει" να προστατεύσει τη Μονή Σέκου και τους θησαυρούς της από την καταστροφική μανία των Τούρκων. Σκοπός του παραπλανητικού αυτού γράμματος είναι να παγιδευτεί ο Ολύμπιος και ο Φαρμάκης στο άγριο αυτό φαράγγι που είναι κτισμένη η Μονή. Το γράμμα στάθηκε μοιραίο. Δίχως τον παραμικρό δισταγμό οι δύο γενναίοι αρχηγοί κατευθύνθηκαν αμέσως στη Μονή Σέκου. Εκεί όμως αποκαλύφθηκε η αλήθεια. Ο Σελήχ πασάς με 10.000 Τούρκους τέλεια οπλισμένους, που παρακολουθούσε κάθε κίνησή τους, τους πολιόρκησε αμέσως. Από τις 2 μέχρι τις 5 Σεπτεμβρίου γίνονται ομηρικές συμπλοκές. Ο Τούρκος πασάς αποστέλλει αντιπροσωπεία που ζητά να δει τον Ολύμπιο και να συζητήσει τους όρους της παράδοσης των Ελλήνων. Η γενναία άρνηση του Γεωργάκη Ολύμπιου σήμανε και την αρχή του τέλους. Ο Θ. Γόρδων στην Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, αναφέρει ότι ο Γεωργάκης στην απελπιστική θέση που βρισκόταν απηύθυνε στους συντρόφους του την εξής προσλαλιά: «Αδελφοί, εν τη κρισίμω ταύτη περιστάσει μόνον ένδοξον θάνατον πρέπει να ευχόμεθα (... ...) ελεύσεται πιθανώς ημέρα, καθ’ ην η πατρίς θέλει συλλέξει τα οστά μας και θέλει μεταφέρει αυτά προς ενταφιασμόν εις την κλασικήν γην των προγόνων μας.». Με τη δημηγορία του αυτή κλείστηκε με ένδεκα πιστούς στο κωδωνοστάσιο της Μονής. Όταν αργότερα είδε ότι πολυάριθμοι Τούρκοι έσπασαν την εξωτερική πόρτα και πλημμύρισαν τη Μονή, άνοιξε τότε την πόρτα του κωδωνοστασίου για να φύγουν όσοι ήθελαν και είπε: «εγώ θα καώ, όστις θέλει να φύγει ας απομακρυνθεί». Αλλά κανείς δεν φεύγει. Γαλήνιος σηκώνει τα μάτια του στον ουρανό, κάτι ψελλίζει σαν προσευχή, κάνει το σταυρό του και με χέρι σταθερό «έθεσε πυρ εις την πυρίτιδα και ανετινάχθη εις τον αέρα, ομού μετά πάντων των περί αυτόν ηρώων». Ήταν Σεπτέμβριος του 1821.
Κατά την παραμονή του στη Σερβία ο Γεωργάκης συνδέθηκε με αιώνια φιλία με τον Καραγιώργη και έγινε αδελφοποιτός με το πρωτοπαλίκαρο του τον Βέλκο Πέτροβιτς, του οποίου αργότερα το 1814 παντρεύτηκε τη χήρα σύζυγό του, την πλούσια και όμορφη Στάνα με την οποία απέκτησε τρία παιδιά. Μετά τη μοιραία μάχη του Δραγατσανίου συνάντησε τα παιδιά του Μιλάνο και Αλέξανδρο και τη γυναίκα του που σε λίγο θα γεννούσε το τρίτο τους παιδί, την Ευφροσύνη, που ήταν γραφτό να μην τη γνωρίσει ποτέ. Αποχαιρετώντας την έγκυο γυναίκα του της λέει: «Αν σκοτωθώ μη με κλάψεις, γιατί από μωρό παιδί είχα τάξει τη ζωή μου στην Πατρίδα. Τους γιους μου θέλω να τους δώσεις στην Ελλάδα. Η Ελευθερία της Ελλάδος αξίζει κάθε θυσία». Μετά την απελευθέρωση το ελληνικό κράτος ξέχασε τελείως τον ήρωα της Μονής Σέκου και την οικογένειά του. Αντί να φέρει τα οστά του στην «κλασικήν γην», όπως ήταν και η τελευταία του θέληση και να αναλάβει το έθνος τα παιδιά του, έδωσε στη χήρα Στάνα μια σύνταξη 140 δραχμών το μήνα και επειδή στερούνταν κάθε άλλου πόρου, μ’ αυτήν την πενιχρή σύνταξη έπρεπε να ζήσει αυτή, η κόρη της και τα δύο αγόρια. Στη σύζυγό του που δώρισε όλη της την περιουσία στη Φιλική Εταιρεία, για τον εθνικό αγώνα. Σε σχετικό άρθρο της εφημερίδας «Συνένωσις» που ανατύπωσε ο «Χρόνος» στο φύλλο της 28ης Μαρτίου 1845 διαβάζουμε:
«…Η οικογένεια του Γεωργάκη Ολυμπίου ψωμοζητεί σήμερον. Εκατόν τεσσαράκοντα δραχμών έχει σύνταξιν, οι δε υιοί της ανθυπολοχαγοί της τιμής δεν λαμβάνουν ουδένα μισθόν, με τοιαύτην μικράν σύνταξιν πώς δύναται να ζήση οικογένεια εκ δύο νεανίων, εκ μιας θυγατρός, εκ τριών ανεψιών και μιας μητρός; Οι υιοί Ολυμπίου δεν δύνανται να εξέλθουν τας οικίας των επειδή οι αγκώνες των είναι τετρυπημένοι, η γυνή του Γεωργάκη Ολυμπίου δεν έχει φόρεμα να εξέλθη διά να παρακαλέση τους Υπουργούς. Η ασθένεια προς τοις άλλοις δυστυχήμασι επέπεσεν εις αυτόν τον οίκον, αυτή δε ετοιμάζεται γυμνή και τετραχηλισμένη να φύγη από την Ελλάδα». Στη βιογραφία του ήρωα που έγραψε ο Θεόδωρος Δ. Φράγκος με την ευκαιρία των αποκαλυπτηρίων του ανδριάντα του Γεωργάκη Ολυμπίου το 1964 στο Λιβάδι και εξέδωσε ο Σύλλογος Λιβαδιωτών Αθήνας διαβάζουμε: «Όλες μας οι προσπάθειες όπως βρούμε έστω και έναν απόγονο του Γεωργάκη από τον οποίο θα μαθαίναμε για την τύχη των παιδιών του απέβησαν δυστυχώς άκαρπες».
Ο μεγάλος πνευματικός φιλέλληνας Κλωντ Φωριέλ από το Σαιντ-Ετιέν της Γαλλίας (1772–1844), εξέδωσε στο Παρίσι το 1824-1825 σε δύο τόμους τα «Νεοελληνικά Τραγούδια», κάνοντας γνωστό στο ευρύτερο κοινό της Ευρώπης το αναμφισβήτητο δικαίωμα των Νεοελλήνων για ελευθερία και βοηθώντας ηθικά τον αγώνα τους, ίσως πολύ περισσότερο από την οποιαδήποτε υλική εξωτερική βοήθεια. Με φιλελληνικό ζήλο και προσοχή, ο Φωριέλ άρχισε να συγκεντρώνει τα τραγούδια της συλλογής του, αμέσως με τα πρώτα μηνύματα των απελευθερωτικών εκδηλώσεων στην Ελλάδα, και το σπουδαιότερο, μπόρεσε ν’ αξιοποιήσει τον ενθουσιασμό που είχαν οι Έλληνες του εξωτερικού, λόγιοι και εμπορευόμενοι και να καταγράψει μέχρι το 1824, τρία τραγούδια, μεταξύ των οποίων ένα για τον Γεωργάκη Ολύμπιο, εμπνευσμένα από την ίδια την Επανάσταση.
«Πέντε πασάδες κίνησαν από την Ιμπραΐλα, στράτευμα φέρνουν περισσό, πεζούρα και καβάλα, σέρνουν και τόπια δώδεκα και βόλια χωρίς μέτρο. Έρχεται κι’ ο Τσαπάνογλους από το Βουκουρέστι, έχει ανδρείο στράτευμα, όλο Γιανιτσαραίους, στα δόντια σέρνουν τα σπαθιά, στα χέρια τα τουφέκια. Τότ’ ο Γιωργάκης φώναξεν’ από το μοναστήρι: Πού είστε, παλικάρια μου, λεβέντες μ’ ανδρειωμένοι; γλήγορα ζώστε τα σπαθιά, πάρετε τα τουφέκια, πιάστε τον τόπο δυνατά, πιάστε τα μετερίζια, ότι Τουρκιά μας πλάκωσε και θέλει να μας φάει. Δίχως ψωμί, δίχως νερό, τρεις μέρες και τρεις νύχτες, βαριά βαρούσαν τον εχθρό κάτου στο Κομπουλάκι. Τούρκων κεφάλια έκοψαν κοντά στις τρεις χιλιάδες. Και ο Φαρμάκης φώναξεν από το μοναστήρι: Αφήστε τα τουφέκια σας, σύρετε τα σπαθιά σας, γιουρούσι απάνω κάμετε, στον Άη Λιάν εβγήτε. Οι Τούρκοι το εχάρηκαν, τρέχουν στο μοναστήρι. Τότ’ ο Φαρμάκης, ζωντανός, φώναξ’ από του Σέκου: Που είσαι, Γιώργο μ’, αδερφέ και πρώτε καπετάνιε; Τουρκιά πολλή μας πλάκωσε και θέλει να μας φάει. Ρίχνει τα τόπια σα βροχή, τα βόλια σα χαλάζι. Ο Γιώργης τότ’ είχε χαθεί, και πλέον δεν τον είδαν Ο Γιώργης είχε σκοτωθεί, τα βόλια δεν τ’ ακούει».
Ο Γάλλος φιλέλληνας αξιωματικός Μαξίμ Ραϋμπότ (Maxime Raybaud) αναφέρει τα εξής: «Με κάλεσε σε γεύμα ο Υψηλάντης, μαζί με Έλληνες καπεταναίους, τον Μάιο του 1821, σε ένα στρατόπεδο της Τριπολιτσάς. Εκεί σε μια γωνιά της κάμαρας, ένας σακάτης με βροντερή φωνή σαν άλλος Τυρταίος, τραγουδούσε τα κατορθώματα του Γεωργάκη Ολυμπίου και των Ιερολοχιτών». Ένας άλλος εθελοντής, ο Γερμανός ιατρός Ηahn είδε στα Μέθανα ένα τυφλό Αρβανίτη ραψωδό, που τα βράδια, στις καλύβες, όταν άρχιζε το συμπόσιο με φλογέρες και κιθάρες, με ενθουσιώδη φωνή, τραγουδούσε τα αθάνατα ανδραγαθήματα του Γεωργάκη Ολυμπίου.
Από:
http://el.wikipedia.org/
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


