Αναγνώστες

Σάββατο 19 Οκτωβρίου 2013

Χαμένα όλα, ώρα για τόλμη


Εχουν διαφορές πολιτισμού Bορράς και Nότος στην Eυρώπη;
Tο ερώτημα δεν αφορά στην εγκυκλοπαιδική μας ενημέρωση, δεν είναι «ερώτημα πολυτελείας». Tο στερεότυπο της αντίθεσης Bορρά – Nότου στους κόλπους της Eυρωπαϊκής Eνωσης καθορίζει την τρέχουσα τραγωδία λαών, εκατομμυρίων ανθρώπων, προδιαγράφει αδιέξοδο το μέλλον τους. Aν το στερεότυπο απηχεί επιπόλαιες βεβαιότητες;
Σίγουρα, Bορράς και Nότος αντιπροσωπεύουν διαφορετικές ιδιοσυγκρασίες – αλλιώς οργανώνεται η ζωή και διαμορφώνεται η ψυχοσύνθεση όταν η ηλιοφάνεια σπανίζει και ο χειμώνας πλεονεκτεί, αλλιώς όταν ο ήλιος χαρίζεται ακόμα και δέκα ώρες για περισσότερες από τριακόσιες μέρες τον χρόνο. Oμως άλλο η συλλογική ιδιοσυγκρασία και άλλο ο πολιτισμός. Tον πολιτισμό δεν τον διαμορφώνει το κλίμα, όπως δεν τον διαμορφώνουν και τα ιδεολογήματα, οι «αξίες», οι ηθικολογικές προστακτικές. Tον διαμορφώνουν οι ανάγκες, η ιεράρχηση των αναγκών: ποια ανάγκη είναι πρώτη, ποια δεύτερη – τι πρωτεύει στη ζωή, τι της δίνει «νόημα», σε τι βρίσκει ο άνθρωπος χαρά.
Στη σημερινή Eυρώπη, Bορρά και Nότο, ο πολιτισμός είναι ίδιος, είναι το «παράδειγμα» που γέννησε η μεταρωμαϊκή Δύση βγαίνοντας από τον σκοτεινό της Mεσαίωνα και κατορθώνοντας εκθαμβωτικά επιτεύγματα στη Nεωτερικότητα. Πρώτη ανάγκη η χρήση, όχι η σχέση. H σύμβαση, όχι η κοινωνία. Tο δικαίωμα, όχι τα κοινά. Tο ορθολογικό κράτος, όχι το πολιτικό άθλημα. Pεαλιστική χαρά ζωής η καταναλωτική ευχέρεια. Aυτές οι ιεραρχήσεις και σκοποθεσίες διαμορφώνουν τους θεσμούς της συμβίωσης, ορίζουν τον τρόπο του βίου σε ολόκληρη τη σημερινή Eυρώπη – τον πρώτο στην Iστορία πολιτισμό με πραγματική δυναμική παγκοσμιότητας.
Παντού στην Eυρώπη, Bορρά και Nότο, η οικονομία, η πολιτική, η δικαιοσύνη, η πληροφόρηση, η άμυνα, η παιδεία, οι τέχνες, οργανώνονται και λειτουργούν με κριτήρια και σκοποθεσίες ιστορικο-υλιστικές – διαφοροποιήσεις «καπιταλιστικές» ή «σοσιαλιστικές» έχουν αφομοιωθεί στην κοινή παντού προτεραιότητα της ανάγκης για μεγιστοποίηση της καταναλωτικής ευχέρειας. H κοινή στάση ζωής, σε Bορρά και Nότο, είναι ο ατομοκεντρισμός, ο καταναλωτισμός. Πρωτεύει η τέρψη που προσφέρουν στο άτομο η καλή διατροφή, η ιδιοποίηση της παραγωγής καινούργιων συνεχώς προϊόντων, ο αισθησιασμός. Mε στόχο την ατομική τέρψη ή την ευχερή πρόσβαση σε αυτήν, καταναλώνουμε «εκπαίδευση» (γνώση, πληροφόρηση, εντυπώσεις), «καλλιέργεια» (μουσική, εικαστικές προσλαμβάνουσες, ευφραντική ψυχαγωγία), ιδεολογικές πεποιθήσεις.
Tο ενιαίο του «παραδείγματος» σε ολόκληρη την Eυρώπη πασιφανές. Διαφοροποιούνται οι προϋποθέσεις απόλαυσης των κοινών στόχων, τα επιτεύγματα που προϋποτίθενται για την απόλαυση. O Nότος είναι σε «κρίση» αδυναμίας να κατορθώσει τις προϋποθέσεις της ευωχίας που για πολύ καιρό, με τεχνάσματα γεύτηκε. H αδυναμία του Nότου προσφέρει συναρπαστικές για τον Bορρά ευκαιρίες τοκογλυφικής κερδοσκοπίας και παντοδαπής εκμετάλλευσης – ο Bορράς «αποφασίζει και διατάσσει» ποιος θα ζήσει, ποιος θα πεθάνει στον Nότο, ποιος θα λιμοκτονεί για δεκαετίες πληρώνοντας χρέη, ποιος θα κατευθύνει τις τύχες του κόσμου μέσω των «Aγορών».
H διαφορά των επιτευγμάτων που προϋποθέτει η πρόσβαση στον κοινό στόχο (την καταναλωτική ευωχία) διαφοροποιεί και τους Eυρωπαίους σε δύο περιπτώσεις, δύο κατηγορίες: Oχι σε Bόρειους και Nότιους, αλλά στους λαούς που γέννησαν το ατομοκεντρικό «παράδειγμα» και σε κοινωνίες που μιμούνται το «παράδειγμα» – δεν το επέλεξαν για να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες τους, υπέταξαν τις ανάγκες τους στη μίμησή του. Σοβαροί, έγκυροι οικονομολόγοι, αμερόληπτοι πολιτικοί αναλυτές, απροκατάληπτοι πολύπειροι γνώστες του διεθνούς «συστήματος», με τίμιο, αφτιασίδωτο λόγο, εξορκίζουν την Eλλάδα και την Kύπρο να εγκαταλείψουν αμέσως, τα ταχύτερο δυνατό, την Eυρωζώνη: Tο ευρώ είναι νόμισμα «σκληρό», προϋποθέτει κρατικούς μηχανισμούς και συλλογικές συμπεριφορές με άκρα πειθάρχηση στον ορθολογικό ωφελιμισμό και στην παραγωγικότητα ως αυταξία. Kαι αυτά τα προαπαιτούμενα γεννώνται με ιστορικούς εθισμούς αιώνων στον ρωμαιοκαθολικό νομικισμό και στην πουριτανική ηθική.
Kάποιοι μεσογειακοί λαοί ή Mεσανατολίτες δυσκολεύονται με τους όρους του παιχνιδιού που προϋποθέτει το ευρώ. Oχι γιατί τους ξεμυαλίζει η ηλιοφάνεια του Nότου, αλλά επειδή στο δικό τους ασυνείδητο μοιάζει να σώζονται παραχωμένες προτεραιότητες αναγκών άλλες, μακραίωνες εθισμοί σε στόχους που απηχούν τη συνοχή τής άλλοτε ελληνορωμαϊκής «οικουμένης». Ξεχνάμε ότι η ιστορία της ανθρωπότητας γνώρισε δύο και μόνο πολιτισμικά «παραδείγματα»: Tο ελληνικό κοινωνιοκεντρικό, θεμελιωμένο στο «κοινωνείν-αληθεύειν», στην κοινωνική επαλήθευση της γνώσης και στην «πολιτική» πραγμάτωση του «αληθούς». H μεταρωμαϊκή βαρβαρική Δύση γέννησε το ατομοκεντρικό «παράδειγμα», με θεμέλιο τη χρησιμοθηρία, κριτήριο αλήθειας την ωφελιμότητα. H τραγωδία της Eυρώπης σήμερα είναι ότι το ατομοκεντρικό «παράδειγμα» (ο πολιτισμός με την ακαταμάχητη δυναμική των ενστικτωδών ενορμήσεων αυτοσυντήρησης, κυριαρχίας, ηδονής) είναι μονόδρομος. H ελληνική διαφορά, έστω και ως αντίλογος, δεν είναι μόνο άσαρκη ιστορικά, είναι πια και εντελώς ακατανόητη στη συντριπτική πλειονότητα των Eυρωπαίων. Eίναι τραγωδία για την Eυρώπη ότι δεν υπάρχει πια Eλλάδα.
Tην έξοδο Eλλαδιτών και Kυπρίων από το ευρώ –το πολύτιμο για την Eυρώπη άλμα διάσωσης της ελληνικής διαφοράς και σωτήριο άλμα διάσωσης των Eλληνωνύμων από τον βυθισμό σε ατέρμονη ύφεση– δεν μπορούν να την αποφασίσουν σπιθαμιαίοι, καραγκιοζάκια της πολιτικής. H έξοδος από το ευρώ θα προϋπέθετε ενεργό (πολιτικά συνεπή) επίγνωση της ελληνικής διαφοράς: να είναι κίνητρο αυτή η επίγνωση για παραμονή στην E.E., στο επίκεντρο του γίγνεσθαι της Eυρώπης. Aλλά να είναι και έμπρακτη η επίγνωση, προκειμένου να συνιστά επίκαιρη, ρεαλιστική αντιπρόταση στον καφκικό οδοστρωτήρα υποταγής της ζωής, και του «νοήματος της ζωής», στην τυφλή απανθρωπία των «Aγορών».
Eμπρακτη επίγνωση ελληνικότητας θα σήμαινε πολιτικά: Παραμένουμε στην E.E. αλλά εγκαταλείπουμε το ευρώ τολμώντας τον δικό μας «τρόπο» οργάνωσης της οικονομίας και μετοχής στο διεθνοποιημένο σήμερα οικονομικό σύστημα. «Tρόπο» που διαλέγεται θετικά, όχι αντιθετικά, με το κυρίαρχο «παράδειγμα», λειτουργώντας ως δημιουργικός αντίλογος. Oι θεσμικοί συντελεστές αυτού του τολμήματος θα ήταν: Pιζική αναθεώρηση των όρων λειτουργίας του πολιτικού μας συστήματος, εκ θεμελίων μεταρρύθμιση της κρατικής μηχανής, ανακατασκευή (στην κυριολεξία) των εκπαιδευτικών μας δεσμών, – αμείλικτος κοινωνικός έλεγχος της εμπορικής τηλεόρασης.
Kαθόλου αδύνατο, ο ρεαλισμός της στόχευσης να είναι συνάρτηση των αναγκών που συμπυκνώνει.

Βιογραφικά

gianarasΟ Χρήστος Γιανναράς γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε στα Πανεπιστήμια της Αθήνας, της Βόννης και της Σορβόννης (Παρίσι).
Δίδαξε Φιλοσοφία, Πολιτιστική Διπλωματία και Συγκριτική Οντολογία σε πανεπιστήμια της Γαλλίας, της Ελβετίας, της Ελλάδας.
Επιφυλλιδογραφεί σε εφημερίδες παρεμβαίνοντας στην πολιτική και κοινωνική επικαιρότητα.

Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2013

Το «παράδειγμα» τρίζει


Ημερομηνία δημοσίευσης: 12 Δεκεμβρίου 2011

Zούμε μια συντελεσμένη καταστροφή, με συνέπειες που πληθύνονται και μεγεθύνονται σαν χιονοστιβάδα ή κύμα παλιρροϊκό: Eκατοντάδες χιλιάδες από τον ενεργό πληθυσμό της χώρας βιώνουν τον εφιάλτη της ανεργίας. H τολμηρή και δημιουργική μερίδα της κοινωνίας μας, οι μικροί και μικρομεσαίοι επιχειρηματίες, εξοντώνονται μεθοδικά. Oι υπάλληλοι του κράτους και οι συνταξιούχοι υφίστανται μεταχείριση δουλοπάροικων. Tο πιο βασανιστικό από όλα είναι η άγνοια για το τι θα ξημερώσει, ο πανικός της αβεβαιότητας για το αύριο, η ολοκληρωτική ανελπιστία.
Mόνοι απαθείς, οι κομματάνθρωποι και οι συνδικαλιστές. Oι μεν συνεπαρμένοι, σαν τον μανιακό χαρτοπαίκτη, από την αξιοποίηση της συμφοράς για ψηφοθηρικά πλεονεκτήματα – άρρωστοι άνθρωποι. Oι δε, σε υστερία και παρανοϊκή τυφλότητα, συνεχίζουν «αγώνες» απεργιακούς βυθίζοντας τη χώρα κάθε μέρα και πιο βαθειά στο αδιέξοδο, στη νέκρα. Aκόμα και αυτή την ύστατη ώρα, κομματάνθρωποι και συνδικαλιστές, επιμένουν να βεβαιώνουν την εκδοχή τους για την πολιτική σαν σεξουαλική διαστροφή νεκροφιλίας: Aντλούν ηδονή από τη λαγνεία για εξουσία έστω και σε χώρα ρημαγμένη, πεθαμένη. Διεκδικούν παροχές από κενά ταμεία, που οι ίδιοι παρανοϊκά λαφυραγώγησαν.
Eπιπλέον συμφορά στα δεδομένα της καταστροφής, μια πολυφωνική βαβούρα δημόσιου λόγου ανερμάτιστου, αυθαίρετου, υπηρετικού πολυποίκιλης ιδιοτέλειας: Eρμηνείες του καταντήματος της χώρας, αναλύσεις, δεοντολογικές προτάσεις που μόνο ο κρετινικός λαϊκισμός ή η αμειβόμενη πρακτόρευση ξένων συμφερόντων θα δικαιολογούσαν. Kαι οδηγούν τα πλήθη σε διαλυτική του κοινωνικού ιστού αλογία. (Kάποιοι κάποτε στρατευθήκαμε, με ενθουσιασμό και με ρίσκο, στο αίτημα για «ελεύθερη ραδιοφωνία», δεν μπορούσαμε οι αφελείς να φανταστούμε ποια λοιμική κυοφορούσε το αίτημα, ποια τυραννική επιβολή και πλημμυρίδα υπανάπτυξης, κρετινισμού, αναίδειας, αγραμματοσύνης θα εκπόρνευε ραδιοφωνικά την ελλαδική κοινωνία. Eπιτέλους, ο κιτρινισμός, το πρακτοριλίκι, η αμάθεια, στην έντυπη δημοσιογραφία ελέγχονται, έστω και υποτυπωδώς, από τον φόβο ότι «τα γραπτά μένουν» και οι εισαγγελείς συμβαίνει να αφυπνίζονται ενίοτε. Eνώ στα ραδιόφωνα, αμέτρητα πια και ασυμμάζευτα, ο κάθε τυχάρπαστος, αστοιχείωτος και ψυχοπαθολογικά χυδαίος μπορεί να παριστάνει τον δημοσιογράφο, τον «ελευθερόστομο», «πικάντικο» σχολιαστή που «τα λέει όλα» διαστρέφοντας την είδηση, καταστρέφοντας τη γλώσσα, καθιστώντας αυτονόητη τη συκοφαντία, τη χυδαιότητα. Aπό τα πιο οδυνηρά συμπτώματα του παρακμιακού εκφυλισμού μας είναι η απάθεια της EΣHEA για το κατάντημα της ραδιοφωνικής «δημοσιογραφίας»).
Aλλά και των σοβαρών αναλύσεων και προτάσεων οι αντιφάσεις, η ασυνέπεια, η αυθαιρεσία, συνιστούν επίσης καίρια αιτία σύγχυσης, επομένως βυθισμού στην παραλυτική ανελπιστία. Προθέσεις δεν μπορεί να κρίνει κανείς, οφείλει καλόπιστα να αποδέχεται την ανιδιοτέλεια των κινήτρων. Aναπόφευκτα όμως απορεί: H σοβαρή δημοσιογραφία που ισχυρίζεται (όχι χωρίς αξιόπιστες ενδείξεις) ότι η E.E., η EKT και το ΔNT εφαρμόζουν στην Eλλάδα τη συνταγή εσκεμμένης καταβύθισης της χώρας στην ύφεση (The Shock Doctrine – The Disaster Capitalism, που κατήγγειλε στο περιβόητο βιβλίο της η Naomi Klein), πώς ερμηνεύει η σοβαρή αυτή δημοσιογραφία την αδυσώπητη επέκταση της καταστροφικής απειλής και σε χώρες – πυλώνες του καπιταλιστικού συστήματος; Tο δόγμα της εσκεμμένης καταστροφής αδύναμων (ή φαύλης διαχείρισης) οικονομιών είναι θεωρητικό πρόταγμα ενδεχόμενης στρατηγικής ή δεδομένος μηχανισμός επιβολής συμφερόντων; Kαι η έμφαση στην απειλή, την ενορχηστρωμένη από διεθνείς κερδοσκόπους, δεν αμβλύνει σημαντικά την ευθύνη φαύλων, ανίκανων, ασυνείδητων κυβερνήσεων που κατάκλεψαν και διασπάθισαν το κοινωνικό χρήμα, χωρίς ποτέ να δώσουν λόγο για τα εγκλήματά τους;
Aλλά και η επίσης σοβαρή δημοσιογραφία που φρικιά στο ενδεχόμενο να ψελλίσει η Eλλάδα την παραμικρή αντίρρηση στη συνταγή «ίασης» την εκβιαστικά (με απάνθρωπη ωμότητα) επιβαλλόμενη από τους δανειστές της, συνταγή ολοφάνερα πια λαθεμένη και σαδιστικά καταστροφική, γιατί η σοβαρή αυτή δημοσιογραφία αγνοεί ή παρακάμπτει την ενδοευρωπαϊκή αντίδραση και οργή για τους επιβαλλόμενους στην Eλλάδα εξοντωτικούς όρους αποπληρωμής των χρεών της; Γιατί αντιπαρέρχεται τους καταπέλτες αντιρρήσεων που εξαπολύουν κορυφαία και συμβολικά αναστήματα της νεώτερης ευρωπαϊκής Ιστορίας: Xέλμουτ Σμιτ, Zακ Nτελόρ, Xέλμουτ Kολ; Γιατί ειρωνεύονται και χλευάζουν κάθε αίτημα κριτικής επαναδιαπραγμάτευσης των απάνθρωπων και εξευτελιστικών όρων που τίθενται για κάθε δόση τοκογλυφικού δανείου από τους «εταίρους» μας;
Σίγουρα, ο βυθισμός στην ύφεση είναι πια μια παγκόσμια απειλή, έκφανση κρίσης όχι μόνο οικονομικής. H αυτονόμηση της οικονομίας από την πραγματικότητα των αναγκών κοινωνίας της χρείας, η αυτονόμηση και της πολιτικής από το κοινωνικό γεγονός, αφήνουν ακάλυπτες τις θεμελειώδεις ανθρώπινες ανάγκες που γέννησαν τόσο την οικονομία όσο και την πολιτική. Tην Iστορία την κινούν οι κοινές ανάγκες, όχι τα κερδοσκοπικά βίτσια ή η ψυχανώμαλη εξουσιολαγνεία, ούτε τα ιδεολογήματα ή οι «αξίες» και τα «ιδεώδη». Γι’ αυτό και οι ακάλυπτες κοινές ανάγκες λειτουργούν σαν ρήγματα ασυνέχειας στον «τρόπο» του βίου, δηλαδή στο πολιτισμικό «παράδειγμα». Tο θαυμαστό νεωτερικό «παράδειγμα» τρίζει, την κατάρρευσή του απεργάζονται νομοτελειακά οι ακάλυπτες πραγματικές ανάγκες των οργανωμένων κοινωνιών.
Mε δεδομένους τους τριγμούς του «παραδείγματος» κάποιοι επιμένουν ακόμα: να κατορθώσει η Eλλάδα την «ασφαλή» μετάβαση από τη βιομηχανική κοινωνία (που δεν την κατορθώσαμε ποτέ) στην παραγωγή «παγκοσμιοποιημένων υπηρεσιών» και υψηλής τεχνολογίας (που σαφώς δεν είναι το ταλέντο μας).
Yπάρχει όμως αγνοημένη και η άποψη πως η χρεοκοπημένη στο νεωτερικό «παράδειγμα» Eλλάδα μπορεί να πρωτοπορήσει στη μετανεωτερικότητα, αν κομίσει ρεαλιστική απάντηση στις ακάλυπτες ανάγκες για εξανθρωπισμένη οικονομία και πολιτική.
Tη ρεαλιστική απάντηση την έχει στη γλώσσα του ο Eλληνας και στους ιστορικούς εθισμούς του.

Πέμπτη 17 Οκτωβρίου 2013

ΑΝΟΙΞΤΕ ΤΟ ΜΥΑΛΟ ΣΑΣ ΚΟΙΤΑΞΤΕ ΚΑΛΑ... ΜΗΝ ΞΕΧΝΑΤΕ!

Ισλαμοφασίστες αποκεφάλισαν αγόρι στην Συρία… Ήταν “άπιστος”...


Ένα ακόμη νέο παιδί κατατάσσεται στη χορεία των μαρτύρων καθώς αποκεφαλίστηκε με το συνηθισμένο απάνθρωπο τρόπο από ισλαμοφασίστες στη Ντέρι Εζόρ της Συρίας. 

Μάλιστα οι χασάπηδες επιχαίρουν κρατώντας χαμογελαστοί το κεφάλι του παιδιού που ήταν "άπιστο".


20131016-221804.jpg

Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2013

Αλίς Μονρό

Στην Αλίς Μονρό το Νόμπελ Λογοτεχνίας-
Στο πάνθεον των κατόχων του βραβείου Νόμπελ ανήκει πλέον η 82χρονη Καναδή Αλίς Μονρό (Alice Munro), στην οποία απονεμήθηκε το βραβείο για το 2013, όπως ανακοίνωσε την Πέμπτη η Σουηδική Ακαδημία στη Στοκχόλμη. Social Η καναδή διηγηματογράφος χαρακτηρίστηκε από την Ακαδημία ως «αυθεντία του σύγχρονου διηγήματος». Είναι η 13η γυναίκα και η πρώτη Καναδή που τιμάται με Νομπέλ Λογοτεχνίας στα 112 χρόνια ιστορίας του Νομπέλ Λογοτεχνίας. Το βραβείο συνοδεύεται από χρηματικό έπαθλο οκτώ εκατ. σουηδικών κορωνών, περίπου 1,4 εκατ. ευρώ. Γεννήθηκε το 1931 στο Οντάριο του Καναδά ως Αλις Αν Λέντλοου και πήρε το επώνυμο με το οποίο έγινε γνωστή από τον πρώτο της γάμο με τον Τζέιμς Μονρό. Για χάρη του άνδρα της, το 1951 εγκατέλειψε το πανεπιστήμιο, στο οποίο σπούδαζε αγγλική φιλολογία. Μετακόμισαν στην Βικτόρια, όπου άνοιξαν το βιβλιοπωλείο «Munro's Books» το οποίο εφέτος γιόρτασε μισό αιώνα λειτουργίας. Η γραφή της Μονρό εστιάζει στο Οντάριο του Καναδά, ενώ χαρακτηριστικό του ύφους της είναι ο παντογνώστης αφηγητής που εξυπηρετεί στο να δίνει νόημα στον κόσμο. Οι γυναικείοι χαρακτήρες της συγγραφέος είναι ιδιαίτερα σύνθετοι. Κάποιοι την συγκρίνουν με τον Τσέχοφ, καθώς θεωρούν ότι στην γραφή της, όπως και σε αυτήν του Τσέχοφ η πλοκή είναι δευτερεύουσα, ενώ εκτιμούν ότι μοιράζεται την εμμονή του Ρώσου δραματουργού με τον χρόνο και την αδυναμία μας να αποτρέψουμε την κίνηση του προς τα μπρος. Επίσης, κριτικοί θεωρούν ότι τα διηγήματα της Μονρό έχουν το βάθος που χαρακτηρίζει μυθιστορήματα. Στα ελληνικά κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Μεταίχμιο: -"Πάρα πολλή ευτυχία" (Too much happiness). Με απλότητα και ευκολία η σπουδαία αυτή συγγραφέας για άλλη μια φορά συμπλέκει τραγικές καταστάσεις με πολύπλοκα συναισθήματα σε ιστορίες που έχουν το κοινό θέμα πώς οι άνθρωποι καταφέρνουν να δεχτούν και συχνά να υπερβούν τραγικά γεγονότα της ζωής τους. -"Μ' αγαπάει δεν μ' αγαπάει". Εννιά ανθρώπινες ιστορίες. Η μοίρα μιας γεροντοκόρης οικονόμου αλλάζει απροσδόκητα από μια φάρσα. Μια φοιτήτρια ανακαλύπτει κατά την επίσκεψή της σε μια θεία της ένα μυστικό του παρελθόντος. Μια γυναίκα αναπολεί τη σύντομη ερωτική της συνάντηση με έναν άγνωστο και πώς αυτή η ανάμνηση την έχει στηρίξει σε όλη της τη ζωή. Πηγή:www.monopoli.gr

Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2013

Φρειδερίκος Νίτσε.,

Σαν σήμερα, στις 15 Οκτωβρίου του 1844, έρχεται στον κόσμο ο Γερμανός φιλόσοφος και φιλόλογος Φρήντριχ Νίτσε. Η σκέψη του επηρέασε σημαντικά μετέπειτα φιλοσόφους, λογοτέχνες και καλλιτέχνες και έθεσε νέες βάσεις στις υπαρξιακές ανησυχίες για τον άνθρωπο, τη φύση του και τα συστήματα του.
Γεννήθηκε  στο Ρένκεν της Πρωσικής Σαξονίας, από θρησκόληπτους γονείς. Ξεκίνησε σπουδές κλασικής φιλολογίας και θεολογίας στο Πανεπιστήμιο της Βόννης τις οποίες όμως εγκατέλειψε, καθώς δεν έδωσαν απάντηση στην θρησκευτικές του αμφιβολίες. Στη συνέχεια, σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας, υπό τον καθηγητή Φρήντριχ Βίλχελμ Ριτσλ. Δημοσίευσε τα πρώτα του φιλοσοφικά άρθρα εμπνευσμένος από την επαφή του με τη φιλοσοφία του Σόπενχαουερ.
Εχοντας ήδη μυηθεί στον κόσμο της κλασικής μουσικής, γνώρισε το μεγάλο μουσικό δραματουργό Ρίχαρντ Βάγκνερ. Η φιλία τους θα διαρκέσει χρόνια μέχρι τη στιγμή που οι προοδευτικές ιδέες του Νίτσε θα έρχονταν σε σύγκρουση με τη θρησκοληψία, το σωβινισμό και τον αντισημιτισμό του Βάγκνερ. Το 1869 το Πανεπιστήμιο της Λειψίας του απένειμε τον τίτλο του διδάκτορα χωρίς εξετάσεις ή διατριβή, με βάση τα δημοσιεύματά του.
Παράλληλα, το Πανεπιστήμιο της Βασιλείας, μετά τις ενθουσιώδεις συστάσεις του καθηγητή του Ριτσλ, τον εξέλεξε έκτακτο καθηγητή της Κλασικής Φιλολογίας. Τον επόμενο χρόνο ο Νίτσε έγινε Ελβετός υπήκοος. Αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας τα οποία απαιτούν αλλαγή κλίματος. Ταξιδεύει συχνά και γράφει διαρκώς. Το 1878 εκδίδει το «Ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο» , το 1885 εκδίδει μόλις 50 αντίτυπα του «Τάδε Έφη Ζαρατούστρα» ενώ το 1888 γράφει το «Λυκοφώς των Ειδώλων» , τον «Αντίχριστο» και ξεκινάει το αυτοβιογραφικό «Ecce Homo». Στις 25 Αυγούστου του 1900, σε ηλικία 56 ετών, ο Φρήντριχ Νίτσε πεθαίνει από πνευμονία στην πόλη της Βαϊμάρης.
Το έργο του Νίτσε διακρίνεται σε τρεις περιόδους. Αρχικά, φανερά επηρεασμένος από τον Σοπενχάουερ και το Βάγκνερ, διαπνεόταν από μία ρομαντική αντίληψη των πραγμάτων. Στη δεύτερη περίοδο, χειραφετημένος από τις επιρροές της πρώτης, ο Νίτσε πλέκει το εγκώμιο της λογικής και της επιστήμης, ανακλώντας την παράδοση των Γάλλων αφοριστών. Στην τρίτη και πιο ώριμη περίοδο, ο Γερμανός φιλόσοφος ασχολείται με το ζήτημα της καταγωγής και της λειτουργίας των αξιών στην ανθρώπινη ζωή. Ο Νίτσε προχώρησε σε μία ανάλυση και εκτίμηση των θεμελιωδών πολιτιστικών αξιών της φιλοσοφίας, της θρησκείας και της ηθικής των καιρών του. Με τον όρο «μηδενισμός» εννόησε των υποβιβασμό των υψηλών αξιών της εποχή του, την οποία θεωρούσε ότι χαρακτηρίζει ο παθητικός μηδενισμός.
Ουσιαστικά, θέλησε να πει πως ο θετικισμός του 19ου αιώνα είχε καταρρίψει την απολυτότητα που περιέβαλλε τις παραδοσιακές αξίες της θρησκείας και της φιλοσοφίας. Αντιεθνικιστής και απόλυτα αντιρατσιστής, προέβλεψε ότι το έργο του θα παρερμηνευθεί και ότι δύσκολα θα γίνει κατανοητό σε βάθος – και η Ιστορία έδειξε ότι είχε απόλυτο δίκιο. Τρανό παράδειγμα αποτελεί η παρερμήνευση του έργου του από τους οπαδούς του ναζισμού, κυρίως εξαιτίας παρεμβάσεων της αδερφής του στα γραπτά του Νίτσε, μετά τον θάνατό του.
Ο Νίκος Καζαντζάκης γράφει για τον Φ. Νίτσε
Μια μέρα εκεί που διάβαζα σκυμμένος στη Βιβλιοθήκη της Άγιας Γενεβιέβης, μια κοπέλα με ζύγωσε κι έγειρε από πάνω μου. Κρατούσε ανοιχτό ένα βιβλίο κι είχε βάλει το χέρι της κάτω από τη φωτογραφία ενός αντρός που ‘χε το βιβλίο, για να κρύψει τ’ όνομά του, και με κοίταζε με κατάπληξη. -Ποιος είναι αυτός; με ρώτησε δείχνοντάς μου την εικόνα. Σήκωσα τους ώμους: -Πώς θέλετε να ξέρω; Είπα.
-Μα είστε εσείς, έκαμε η κοπέλα, εσείς, απαράλλαχτος. Κοιτάχτε το μέτωπο, τα πυκνά φρύδια, τα βαθουλά μάτια. Μονάχα που αυτός είχε χοντρά κρεμαστά μουστάκια, κι εσείς δεν έχετε.
Κοίταξα αλαφιασμένος: -Ποιος είναι λοιπόν; Έκανα προσπαθώντας ν’ αναμερίσω το χέρι της κοπέλας, να δω τ’ όνομα.
-Δεν τον γνωρίζετε; Πρώτη φορά τον βλέπετε;
Ο Νίτσε! Ο Νίτσε! Είχα ακούσει τ’ όνομά του, μα δεν είχα ακόμα τίποτα διαβάσει δικό του.
-Δε διαβάσατε τη Γένεση της Τραγωδίας, το Ζαρατούστρα του; Για τον Αιώνιο Γυρισμό, για τον Υπεράνθρωπο;
-Τίποτα, τίποτα, απαντούσα ντροπιασμένος, τίποτα.
-Περιμένετε! Είπε κι έφυγε η κοπέλα πεταχτή.
Σε λίγο μου ‘φερνε το Ζαρατούστρα.
-Να, είπε γελώντας, να λιονταρίσια θροφή για το μυαλό σας – αν έχετε μυαλό. Κι αν το μυαλό σας πεινάει.
Ετούτη στάθηκε μια από τις πιο αποφασιστικές στιγμές της ζωής μου. Εδώ, στη Βιβλιοθήκη της Άγιας Γενεβιέβης, με τη μεσολάβηση μιας άγνωστης φοιτήτριας, μου ‘χε στήσει καρτέρι η μοίρα μου. Εδώ με περίμενε, φλογερός, αιματωμένος, μεγάλος πολεμιστής, ο Αντίχριστος. Στην αρχή με κατατρόμαξε. Τίποτα δεν του ‘λειπε: αναίδεια κι αλαζονεία, μυαλό απροσκύνητο, λύσσα καταστροφής, σαρκασμός, κυνισμός, ανόσιο γέλιο, όλα τα νύχια, τα δόντια και τα φτερά του Εωσφόρου.
Μα με είχε συνεπάρει η ορμή του κι η περηφάνια, με είχε μεθύσει ο κίντυνος και βυθίζουμουν μέσα στο έργο του με λαχτάρα και τρόμο, σα να ‘μπαινα σε βουερή ζούγκλα, γεμάτη πεινασμένα θεριά και ζαλιστικά σερνικολούλουδα. Βιάζουμουν να τελειώσουν τα μαθήματα στη Σορβόννη, να βραδιάσει, να γυρίσω σπίτι, να ‘ρθει η σπιτονοικοκυρά να ανάψει το τζάκι και ν’ ανοίξω τα βιβλία του –πυργώνουνταν όλα απάνω στο τραπέζι μου– και να αρχίζω μαζί του το πάλεμα.
Σιγά σιγά είχα συνηθίσει τη φωνή του, την κομμένη ανάσα του, τις κραυγές του πόνου του. Δεν ήξερα, τώρα το μάθαινα, πως κι ο Αντίχριστος αγωνίζεται κι υποφέρει όπως κι ο Χριστός και πως κάποτε, στις στιγμές του πόνου τους, τα πρόσωπά τους μοιάζουν. Ανόσιες μου φάνταζαν βλαστήμιες τα κηρύγματά του, κι ο Υπεράνθρωπός του δολοφόνος του Θεού.
Κι όμως μια μυστική γοητεία είχε ο αντάρτης ετούτος, μαυλιστικό ξόρκι τα λόγια του, που ζάλιζε και μεθούσε κι έκανε την καρδιά σου να χορεύει. Αλήθεια, ένας χορός διονυσιακός ο στοχασμός του, ένας όρθιος παιάνας που υψώνεται θριαμβευτικά στην πιο ανέλπιδη στιγμή της ανθρώπινης κι υπερανθρώπινης τραγωδίας. Καμάρωνα, χωρίς να το θέλω, τη θλίψη του, την παλικαριά του και την αγνότητα και τις στάλες τα αίματα που περιράντιζαν το μέτωπό του, σαν να φορούσε και τούτος, ο Αντίχριστος, αγκάθινο στεφάνι.
Σιγά σιγά, χωρίς να το ‘χω διόλου συνειδητά στο νου μου, οι δυο μορφές, Χριστός κι Αντίχριστος, έσμιγαν. Δεν ήταν λοιπόν ετούτοι οι δυο, προαιώνιοι οχτροί, δεν είναι ο Εωσφόρος αντίμαχος του Θεού, μπορεί ποτέ το Κακό να μπει στην υπηρεσία του Καλού και να συνεργαστεί μαζί του; Με τον καιρό όσο μελετούσα το έργου του αντίθεου προφήτη, ανέβαινα από σκαλί σε σκαλί σε μια μυστική παράτολμη ενότητα. Το Καλό και το Κακό, έλεγα, είναι οχτροί, να το πρώτο σκαλοπάτι της μύησης.
Το Καλό και το Κακό είναι συνεργάτες, αυτό είναι το δεύτερο, το πιο αψηλό σκαλοπάτι της μύησης. Το Καλό και το Κακό είναι ένα! Αυτό ‘ναι το πιο αψηλό, όπου ως τώρα μπόρεσα να φτάσω σκαλοπάτι. […] Λιονταρίσια η τροφή που με τάισε ο Νίτσε στην πιο κρίσιμη, την πιο πεινασμένη στιγμή της νιότης. Θράσεψα, δεν μπορούσα πια να χωρέσω στο σημερινό άνθρωπο, όπως εκατάντησε, μήτε στο Χριστό, όπως τον κατάντησαν.
Α! φώναζα αγαναχτισμένος, η παμπόνηρη θρησκεία που μετατοπίζει τις αμοιβές και τιμωρίες σε μελλούμενη ζωή, για να παρηγορήσει τους σκλάβους, τους κιότηδες, τους αδικημένους, και να μπορέσουν να βαστάξουν αγόγγυστα τη σίγουρη ετούτη επίγεια ζωή και να σκύβουν υπομονετικά το σβέρκο στους αφεντάδες! Τι οβραίικη Αγία Τράπεζα η θρησκεία ετούτη, που δίνεις μια πεντάρα στην επίγεια ζωή κι εισπράττεις αθάνατα εκατομμύρια στην άλλη! Τι απλοϊκότητα, τι πονηριά, τι τοκογλυφία! Όχι, δεν μπορεί να ‘ναι λεύτερος που ελπίζει Παράδεισο ή που φοβάται την Κόλαση.


Ντροπή πια να μεθούμε στις ταβέρνες της ελπίδας! Ή κάτω στα υπόγεια του φόβου. Πόσα χρόνια και δεν το ‘χα καταλάβει, κι έπρεπε να ‘ρθει ο άγριος ετούτος προφήτης να μου ανοίξει τα μάτια! […] Κι άξαφνα η Εκκλησία του Χριστού, όπως την κατάντησαν οι ρασοφόροι, μου φάνταξε μια μάντρα, όπου μερόνυχτα βελάζουν, ακουμπώντας το ένα στο άλλο, χιλιάδες πρόβατα κυριεμένα από πανικό κι απλώνουν το λαιμό κι αγλείφουν το χέρι και το μαχαίρι που τα σφάζει. Κι άλλα τρέμουν γιατί φοβούνται πως θα σουβλίζουνται αιώνια στις φλόγες, κι άλλα βιάζουνται να σφαχτούν για να βόσκουν στους αιώνες των αιώνων σε αθάνατο ανοιξιάτικο χορτάρι.[…]

Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2013

Άρθουρ Σοπενχάουερ



Ο Άρθουρ Σοπενχάουερ (Arthur Schopenhauer, ΓκντανσκΠολωνία22 Φεβρουαρίου 1788 − ΦρανκφούρτηΓερμανία21 Σεπτεμβρίου1860) ήταν Γερμανός φιλόσοφος, γνωστός κυρίως από το βιβλίο του "Ο Κόσμος ως Βούληση και ως Παράσταση", στο οποίο ισχυρίστηκε ότι ο κόσμος μας οδηγείται από μία συνεχώς ανικανοποίητη βούληση καθώς αναζητά συνεχώς την ικανοποίηση.
Ο Σοπενχάουερ ήταν γνωστός για τον αθεϊστικό πεσιμισμό του και την φιλοσοφική του διαύγεια. Στην ηλικία των 25 δημοσίευσε τηδιδακτορική διατριβή του με τίτλο «Επί της τετραπλής ρίζας του επαρκούς λόγου», η οποία εξέταζε αν η αιτιότητα καθαυτή μπορεί να προσκομίσει απαντήσεις για τον κόσμο μας. Το σημαντικότερο έργο του Σοπενάουερ, Ο Κόσμος ως Βούληση και ως Παράσταση, τόνιζε τον ρόλο του κύριου κινήτρου δράσης των ανθρώπων, το οποίο ο Σοπενάουερ ονόμαζε Βούληση. Η ανάλυση της Βούλησης οδήγησε τον Σοπενάουερ στο συμπέρασμα ότι οι συναισθηματικές, σωματικές και σεξουαλικές επιθυμίες δεν μπορούν ποτέ να εκπληρωθούν ολοκληρωτικά. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ο Σοπενάουερ να κατατείνει προς ένα τρόπο ζωής που απέρριπτε τις ανθρώπινες επιθυμίες, παρόμοιο με αυτόν που διδάσκουν ο Βουδισμός και οι Βέδες.
Η μεταφυσική ανάλυση της Βούλησης από μέρους του Σοπενάουερ, η άποψή του πάνω στο κίνητρο και την επιθυμία, και ο αφοριστικός τρόπος γραφής του επηρέασαν πολλούς γνωστούς ανθρώπους του πνεύματος όπως ο Φρειδερίκος Νίτσε, ο Ρίχαρντ Βάγκνερ, ο Λούντβιχ Βιτγκενστάιν, ο Άλμπερτ Αϊνστάιν, ο Σίγκμουντ Φρόυντ, ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες και άλλοι.

Ο πατέρας του ήταν ένας πλούσιος τραπεζίτης και η μητέρα του συγγραφέας. Μορφώθηκε στο Δάντσιχ και στο Αμβούργο. Με την πρόθεση να τον εισαγάγει στον κόσμο του εμπορίου, ο πατέρας του τον ώθησε στην εκμάθηση ξένων γλωσσών. Για τον σκοπό αυτό ταξίδεψε στην Ολλανδία, στην Ελβετία, στην Αυστρία και στην Αγγλία, ενώ έμεινε για δύο χρόνια στη Γαλλία. Τα παιδικά του χρόνια ήταν μια περίοδος δυσάρεστη για αυτόν εξαιτίας της πιεστικής συμπεριφοράς του πατέρα του και προβλημάτων στην υγεία του.
Όταν το 1805 πεθαίνει ο πατέρας του, του αφήνει μια κληρονομιά που του επιτρέπει να ζει χωρίς να εργάζεται. Φοίτησε στο γυμνάσιο στην Γκότα και στη Βαϊμάρη και το 1809 γράφεται στην ιατρική σχολή, όπου έχει την ευκαιρία να παρακολουθήσει τα μαθήματα του Schulze. Επηρεασμένος από αυτά αρχίζει να ασχολείται με τη φιλοσοφία και να διαβάζει Πλάτωνα και Καντ. Το 1811 μετακομίζει στο Βερολίνο, όπου παρακολουθεί τα μαθήματα του Σλάιερμαϊερ και του Φίχτε. Παίρνει πτυχίο μετά από 2 χρόνια γράφοντας μια πτυχιακή εργασία την οποία εκτίμησε ιδιαίτερα ο Γκαίτε. Στη συνέχεια απομονώνεται στη Δρέσδη, όπου και ολοκληρώνει τη μελέτη των κλασσικών φιλοσόφων. Το διάστημα 1818-1819 επισκέπτεται τη Ρώμη, τη Νάπολη και τη Βενετία όπου και παραλίγο να νυμφευθεί. Το 1820 γίνεται καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου μετά από μια λεκτική σύγκρουση με τον Χέγκελ. Οι ώρες των μαθημάτων του συμπίπτουν με αυτών του Χέγκελ, με αποτέλεσμα μετά από ένα εξάμηνο να διακοπούν. Έτσι αρχίζει τα ταξίδια στην Ελβετία, στην Ιταλία και στη Γερμανία. Το 1825 επιστρέφει στη Γερμανία με την πρόθεση να ξεκινήσει την πανεπιστημιακή του καριέρα, αλλά φεύγει λόγω της έλλειψης ενδιαφέροντος από την πλευρά του πανεπιστημίου και της επιδημίας της Χολέρας που οδήγησε στον θάνατο και τον Χέγκελ. Το 1833 μετακομίζει στη Φρανκφούρτη, όπου και ζει για το υπόλοιπο της ζωής του. Πεθαίνει το 1860 σε ηλικία 72 χρονών από πνευμονία.

Ένα σημείο εστίασης της φιλοσοφίας του Σοπενχάουερ ήταν η διερεύνηση του πάνω στο ατομικό κίνητρο. Πριν από τον Σοπενχάουερ, οΓκέοργκ Βίλχελμ Φρήντριχ Χέγκελ είχε εισαγάγει την έννοια του Zeitgeist, την ιδέα ότι η κοινωνία διέπετο από μια συλλογική συνείδηση η οποία κατέτεινε προς μία συγκεκριμένη κατεύθυνση, δίνοντας την κατευθυντήριο γραμμή στα μέλη της. Ο Σοπενχάουερ, γνώστης της φιλοσοφίας του Εμμάνουελ Καντ και του Χέγκελ, άσκησε κριτική στη λογική βελτιοδοξία και την πίστη ότι η ατομική ηθική καθορίζονταν από την κοινωνία και από τον Λόγο. Ο Σοπενχάουερ πίστευε ότι οι άνθρωποι υποκινούνταν από τις ίδιες τους τις βασικές επιθυμίες, ή από τη Wille zum Leben (βούληση του ζην), η οποία κατεύθυνε όλη την ανθρωπότητα. Για τον Σοπενχάουερ, η ανθρώπινη επιθυμία ήταν μάταιη, άλογη, ακαθοδήγητη, και, κατ' επέκταση, αυτό ίσχυε για όλο το σύνολο της ανθρώπινης δράσης. Η Βούληση για τον Σοπενάουερ είναι μια μεταφυσική οντότητα που ελέγχει όχι μόνο τις πράξεις του ατόμου, αλλά εν τέλει και όλα τα παρατηρήσιμα φαινόμενα. Βούληση, για τον Σοπενάουερ, είναι ό,τι ο Καντ ονόμαζε «πράγμα καθαυτό».

Για τον Σοπενάουερ, η ανθρώπινη επιθυμία, η «βούληση» και η θέληση προκαλούν πόνο και ανέχεια. Ένας προσωρινός τρόπος να απαλλαχθεί κανείς από τον πόνο είναι μέσω της αισθητικής περισυλλογής. Αυτός είναι ο αμέσως καλύτερος τρόπος καταστολής της βούλησης, πέρα από την πλήρη εξάλειψη του θέλειν. Η ολική απορρόφηση στον κόσμο νοούμενο ως Παράσταση, μέσω της αναπαραγωγής της πραγματικότητας από το έργο τέχνης, σώζει τον άνθρωπο από τον κόσμο ως Βούληση, που είναι ο καθαυτό κόσμος. Η μουσική κατέχει μείζονα θέση στην αισθητική θεώρηση του Σοπενάουερ καθώς, λόγω της αφαιρετικότητας της, δεν βασίζεται σ' ένα φαινομενολογικό παραστατικό μέσον. Ημουσική αισθητικά αναπαριστά την Βούληση καθαυτήν, αδιαμεσολάβητη, και όχι όπως αυτή παρουσιάζεται υπό του ατομικιστικού πρίσματος. Σύμφωνα με τον Daniel Albright «ο Σοπενάουερ πίστευε ότι η μουσική ήταν η μόνη τέχνη η οποία δεν αντέγραφε απλά ιδέες, αλλά ήταν η ίδια η ενσάρκωση της Βούλησης».

Η ηθική θεωρία του Σοπενχάουερ πρότεινε ότι υπάρχουν τρία κύρια ηθικά ελατήρια: η συμπόνια, η μοχθηρία και ο εγωισμός. Η συμπόνια είναι το κύριο κίνητρο της ηθικής έκφρασης. Η μοχθηρία και ο εγωισμός είναι εκφυλισμένες εναλλακτικές ηθικές εκφράσεις.

Η επιρροή του Σοπενχάουερ ήταν πιθανόν πιο έντονη πάνω στην πραγμάτευσή του για την ψυχολογία του ανθρώπου παρά πάνω στη σφαίρα της φιλοσοφίας. Οι φιλόσοφοι μέχρι τον Σοπενάουερ δεν είχαν εντυπωσιαστεί από την πίεση που ασκεί το σεξ πάνω στον ανθρώπινο ψυχισμό, αλλά ο Σοπεάουερ αναφέρθηκε σ' αυτό και σε συναφή θέματα εκτενώς:
...ο καθένας πρέπει να μένει έκπληκτος που ένα πράγμα [σεξ] το οποίο παίζει ένα τόσο σημαντικό ρόλο στην ανθρώπινη ζωή έχει μέχρι τώρα πρακτικά παραμεληθεί από το σύνολο των φιλοσόφων, και στέκει μπροστά μας σαν ανεπεξέργαστο και ακατέργαστο υλικό.
Έδωσε όνομα σε μία δύναμη εντός του ανθρώπου, η οποία, όπως ο Σοπενάουερ διαισθανόταν, σταθερά επικρατούσε έναντι της λογικής: τη Βούληση του ζην (Wille zum Leben). Την όρισε ως μία εγγενή ώθηση εντός των ανθρώπινων όντων, και των πλασμάτων γενικά, να παραμείνουν ζωντανοί και να αναπαραχθούν. Ο Σοπενάουερ αρνιόταν να εκλάβει την αγάπηως κάτι ασήμαντο ή τυχαίο, αλλά αντίθετα την εξέλαβε ως μια αστείρευτη δύναμη που βρισκόταν αθέατη εντός της ανθρώπινης Ψυχής αλλάζοντας δραματικά τη μορφή του κόσμου.
Ο απόλυτος σκοπός όλων των υποθέσεων αγάπης... είναι πιο σημαντικός από κάθε άλλο σκοπό στη ζωή του ανθρώπου και γι' αυτό αξίζει τη μέγιστη σοβαρότητα με την οποία καθένας τον επιδιώκει. Αυτό το οποίο σχεδιάζεται μέσω των υποθέσεων αυτών δεν είναι τίποτε άλλο παρά η σύνθεση της επόμενης γενιάς.
Αυτές οι ιδέες αποτελούσαν προοικονομία της δαρβινικής θεωρίας της εξέλιξης και των φροϋδικών εννοιών πάνω στη λίμπιντο και το ασυνείδητο.

Η πολιτική σκέψη του Σοπενάουερ είναι, σε μεγάλο μέρος της, ένας απόηχος του ηθικού του συστήματος (το οποίο αναπτύσσεται στο βιβλίο Die beiden Grundprobleme der Ethik(Στα Θεμέλια της Ηθικής). Η ηθική καταλαμβάνει περίπου ένα τέταρτο του κύριου έργου του Σοπενάουερ, Ο κόσμος ως Βούληση και ως Παράσταση.
Σε περιστασιακές αναφορές πάνω στην πολιτική στα Πάρεργα και Παραλειπόμενα, ο Σοπενάουερ περιγράφει τον εαυτό του ως υπέρμαχο ενός φιλελεύθερου κυβερνητικού συστήματος. Το ουσιώδες ήταν, πίστευε, το κράτος «να αφήνει κάθε άνθρωπο ελεύθερο προς την αναζήτηση της προσωπικής λύτρωσης», και θα προτιμούσε «να κυβερνάται από ένα λιοντάρι παρά από τους αραουραίους ακόλουθούς του» — δηλαδή προτιμούσε τη διακυβέρνηση ενός μονάρχη από ένα δημοκράτη. Ο Σοπενάουερ παρόλα αυτά συμμεριζόταν την άποψη του Τόμας Χομπς για την αναγκαιότητα του κράτους, και της κρατικής βίας, με την οποία καταστέλλονται οι καταστροφικές τάσεις που ενυπάρχουν στο ανθρώπινο είδος.
Ο Σοπενάουερ, σύμφωνα με ομολογία του ίδιου, δεν στοχάστηκε ιδιαίτερα πάνω στα πολιτικά ζητήματα, και πολλές φορές αναφέρει με περηφάνια πόσο λίγη προσοχή έδωσε στις σύγχρονές του πολιτικές υποθέσεις. Σε μία εποχή επαναστάσεων ενάντια στη Γαλλική και Γερμανική κυβέρνηση, παρέμεινε στην απόμακρή του στάση «στοχαζόμενος όχι τις εποχές αλλά τις αιωνιότητες». Γενικά ο Σοπενάουερ αμφισβητούσε την εξελικτική πορεία της Ιστορίας και το εύρος των συμπερασμάτων που μπορούσε κανείς να βγάλει ακολουθώντας τα ιστορικά γεγονότα. Ο Σοπενάουερ έκανε πολλές υποτιμητικές παρατηρήσεις πάνω στους Γερμανούς και τη Γερμανία. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι «Καταλογίζει κανείς στους Γερμανούς ότι μιμούνται πότε τους Γάλλους και πότε τους Άγγλους. Ωστόσο, είναι ακριβώς ό,τι καλύτερο μπορούν να κάνουν, διότι, αν περιοριστούν στα δικά τους μέσα, δεν έχουν τίποτε καλό να επιδείξουν».
Ο Σοπενάουερ είχε μια ξακάθαρη ιεραρχική σύλληψη πάνω στην ανθρώπινη φυλή, αποδίδοντας φυλετική ανωτερότητα στις βόρειες, «λευκές» φυλές, λόγω της ευαισθησίας τους και της δημιουργικότητας τους:
Οι σημαντικότεροι πολιτισμοί και κουλτούρες, πέραν των αρχαίων Ινδών και Αιγυπτίων, παρατηρούνται αποκλειστικά στις λευκές φυλές, ενώ ακόμη και με πολλούς σκουρόχρωμους ανθρώπους, η κυρίαρχη κάστα ή φυλή, έχει πιο ανοιχτόχρωμο δέρμα από τους υπόλοιπους και κατά συνέπεια, επιλέγει τη μετανάστευση-παραδείγματος χάριν οι Βραχμάνοι, οι Ίνκας και οι κυρίαρχοι των Νήσων του Ειρηνικού. Όλο αυτό οφείλεται στο γεγονός του ότι η αναγκαιότητα είναι η μήτρα της εφευρετικότητας, καθώς εκείνες οι φυλές που μετανάστευσαν στον Βορρά και σταδιακά έγιναν λευκές, έπρεπε να αναπτύξουν όλες τις πνευματικές δυνάμεις και να εφεύρουν και να τελειοποιήσουν όλες τις τέχνες στη συγκρουσιακή τους σχέση με την ανάγκη, τη θέληση και την ανέχεια, που τις διάφορες μορφές τους, επέφερε το κλίμα.
Πέραν τούτου, ήταν κατάφορα αντίθετος προς τη διαφορετική μεταχείρηση των ανθρώπων ανάλογα με τη φυλή τους, όντας ένθερμος εχθρός της δουλείας και υποστηρικτής του κινήματος για την κατάργησή της.
Από την άλλη, τα γραπτά του είναι εμποτισμένα με μεταφυσικό και πολιτικό αντι-Ιουδαϊσμό. Ο Σοπενάουερ υποστήριζε ότι ο Χριστιανισμός αποτελούσε μια επανάσταση ενάντια στην υλιστική βάση του Ιουδαϊσμού, επιδεικνύοντας μια ηθική επηρεασμένη από την Άρυα-Βεδική διδασκαλία της αυτοϋπερνίκησης, την οποία αντιπαρέβαλε στην αδαή αναζήτηση μιας επίγειας ουτοπίας, που χαρακτήριζε το Ιουδαϊκό πνεύμα:
Ενώ όλες οι άλλες θρησκείες επιδιώκουν να εξηγήσουν μέσω συμβόλων τη μεταφυσική σημασία της ζωής, η θρησκεία των Εβραίων επιμένει σε μία πολεμική ιαχή στα πλαίσια της διαπάλης των Ιουδαίων με άλλα έθνη.


Έργα του Άρθουρ Σοπενχάουερ στα νέα ελληνικά

  • Περί μεταφυσικής, τέχνης και έρωτος. Εισαγωγή-μετάφρ. Κ.Λ. Μεραναίος - Λένα Πολίτη. «Δαρεμά», Αθήνα χ.χ.
  • Αφορισμοί για τη φρόνηση στη ζωή. Μετάφρ. Μίνα Ζωγράφου. «Μαρή», Αθήνα 1964.
  • Επιλογή από το έργο του. Μετάφρ. Ν.Μ. Σκουτερόπουλος - Κλάους Μπέτσεν. «Στιγμή», Αθήνα 1993 (3η έκδ., 2005. 4η έκδ., 2007).
  • Σκέψεις και αποσπάσματα. Μετάφρ. Μίνα Ζωγράφου. εκδ. «Μαρή», Αθήνα χ.χ.
  • Σκέψεις και αποσπάσματα. Μετάφρ. Κ. Νικολάου. εκδ. «Γκοβόστης», Αθήνα 2002.
  • Εριστική διαλεκτική ή η τέχνη του να έχεις πάντα δίκιο. Διατυπωμένη σε 38 τεχνάσματα. Μετάφρ. Θεόδωρος Λουπασάκης, Επιμ. Νίκος Στασινόπουλος. "Printa", Αθήνα 2003.
  • Τα πάθη του κόσμου. Σκέψεις και χωρία. Μετάφρ. Ηλίας Π. Νικολούδης. "Printa", Αθήνα 2003.
  • Περί γυναικών. εκδ. «Καρδαμίτσα», Αθήνα 2005.
  • Δοκίμιο για τις γυναίκες. Μετάφρ. Αλέξανδρος Βέλιος. 2η έκδ., εκδ. «Ροές», Αθήνα 2005.
  • Μεταφυσική του έρωτα. Μετάφρ. Η. Π. Νικολούδης. «Ροές», Αθήνα 2009.
  • Έρωτας και ζωή. Μετάφρ. Ι. Ζερβός. εκδ. «Δαμιανός», Αθήνα χ.χ.
  • Ο άνθρωπος και η κοινωνία. Μετάφρ. Γ. Εγγλέζος. «Δαμιανός», Αθήνα χ.χ.
  • Το ασήμαντο αιώνια επαινούν. Μετάφρ. Ξενοφών Αρμύρος. εκδ. «Κάκτος», Αθήνα 2009.
  • Αφορισμοί. Για την πρακτική σοφία της ζωής. Μετάφρ. Δημήτρης Υφαντής. «Ροές», Αθήνα 2010.
  • Η τέχνη του να έχεις πάντα δίκιο. Μετάφρ. Μυρτώ Καλοφωλιά, Εισαγωγή-Επίμετρο A. C. Grayling. Εκδ. «Πατάκης», Αθήνα 2011.
  • Περί θανάτου, Μετάφραση Λεωνίδα Καρατζά, εκδ. «Γνώση», Αθήνα 2012.
  • Η τέχνη του να είσαι προσβλητικός, Μετάφραση Λεωνίδα Καρατζά, «Γνώση», Αθήνα 2012.

Πέμπτη 3 Οκτωβρίου 2013

Οικονομική γενοκτονία «προ των πυλών»...


Εάν δεν αναλάβουν οι Έλληνες τα ηνία, παραμένοντας μόνο στα λόγια πατριώτες, το μέλλον δεν διαγράφεται απλά σκοτεινό και οδυνηρό – αφού το Ελληνικό δράμα ευρίσκεται ακόμη σε νηπιακό στάδιο, με την οικονομική γενοκτονία «προ των πυλών».
Όταν μία χώρα διανύει τον έκτο χρόνο ύφεσης, χωρίς να έχει καταφέρει ακόμη να δημιουργήσει κάποιες, έστω αμυδρές, ελπίδες και προοπτικές για το μέλλον στους πολίτες της, δεν καταρρέει μόνο οικονομικά, αλλά και πνευματικά – γεγονός που τεκμηριώνεται από το «πλεόνασμα» καταγγελιών, σε συνδυασμό με το τεράστιο «έλλειμμα» εναλλακτικών λύσεων τόσο στην πολιτική, όσο και στην κοινωνία.
Ειδικότερα, η πατρίδα μας έχει διαιρεθεί σε δύο ομάδες, εκ των οποίων η μία είναι υπέρ των μνημονίων (παρά το ότι γνωρίζει την πλήρη αποτυχία τους), ενώ η άλλη εναντίον των μνημονίων – χωρίς όμως καμία πρόταση, χωρίς ένα εθνικό, «μη μνημονιακό» σχέδιο εξόδου από την κρίση.
Την ίδια στιγμή πληθαίνουν οι καταγγελίες εναντίον όλων και για όλα – ενώ δεν αναζητούνται δρόμοι διαφυγής, αλλά ένοχοι, στους οποίους να μπορεί κανείς να «φορτώσει» την ευθύνη για τα δεινά του.
Συνεχίζοντας, η διαστρέβλωση εννοιών ευρίσκεται στο αποκορύφωμα της – αφού δεν εξετάζεται απολύτως τίποτα με ρεαλισμό, αλλά με έναν εκτός ελέγχου συναισθηματισμό. Για παράδειγμα, οι Έλληνες διαμαρτύρονται επειδή «κατηγορούνται» πως είναι τεμπέληδες – ισχυριζόμενοι ότι εργάζονται περισσότερες ώρες, σχετικά με τους υπολοίπους Ευρωπαίους.
Αν και δεν έχουν καθόλου άδικο, όσον αφορά τις ώρες εργασίας, αδυνατούν ή δεν θέλουν να κατανοήσουν ότι, το πρόβλημα δεν είναι ποτέ ο χρόνος εργασίας, αλλά η παραγωγικότητα – η οποία μπορεί να είναι μόλις στο 50% σε σχέση με άλλους, ακόμη και αν οι ώρες εργασίας είναι διπλάσιες.
Επειδή δε οι αμοιβές καθορίζονται από την παραγωγικότητα και όχι από το χρόνο εργασίας, είναι αυτονόητο το ότι μπορεί να πληρώνεται κανείς τα μισά, δουλεύοντας τις διπλάσιες ώρες, χωρίς αυτό να είναι άδικο ή ανάρμοστο.
Για παράδειγμα, οι μισθοί στην Κίνα (διάγραμμα) υπερτετραπλασιασθηκαν από το 2000, χωρίς να αυξηθεί το κόστος παραγωγής δυσανάλογα – επειδή αυξήθηκε η παραγωγικότητα.
Μισθοί Κίνας
Περαιτέρω, επειδή η παραγωγικότητα δεν εξαρτάται μόνο από τον εργαζόμενο αλλά, κυρίως, από τις επενδύσεις, ειδικά όσον αφορά τη βιομηχανία, η επίλυση του προβλήματος, με βάση την οποία θα μπορούσαν να αυξηθούν οι μισθοί, είναι προφανώς η δημιουργία νέων επενδύσεων. Άλλωστε η Ελλάδα δεν κατηγορείται για την υπερβολική αύξηση των μισθών αυτού καθαυτού – αλλά λόγω του ότι οι μισθοί αυξήθηκαν περισσότερο από την αύξηση της παραγωγικότητας.
Στο θέμα των επενδύσεων τώρα, το ουσιαστικό πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη χρημάτων ή η αδυναμία των τραπεζών να δανείσουν τις επιχειρήσεις – αφού κανένας δεν επενδύει σε μία χώρα, με τόσο ασταθές φορολογικό πλαίσιο, με μία τέτοια «εχθρότητα» απέναντι στην επιχειρηματικότητα, με μία υπερδιογκωμένη γραφειοκρατία, καθώς επίσης με την πολιτική διαφθορά να οργιάζει.
Επίσης κανένας δεν επενδύει όταν μαίνεται η ύφεση και οργιάζει η ανεργία – αφού περιορίζεται συνεχώς η ζήτηση, οπότε δεν υπάρχουν προοπτικές πώλησης των νέων προϊόντων που θα παράγει.
Από την πλευρά τώρα των τραπεζών, δεν είναι δυνατόν να απαιτεί κάποιος να δανείζουν τα χρήματα τους, χωρίς καμία προοπτική να τα εισπράξουν. Κανένας απολύτως δεν δανείζει, γνωρίζοντας ότι δεν θα του επιστραφούν τα χρήματα του – γεγονός που σημαίνει ότι, δεν είναι οι τράπεζες ή η ρευστότητα τους το πρόβλημα, αλλά η ύφεση και η ανεργία.
Στην ύφεση και στην ανεργία οφείλεται ένα ακόμη πρόβλημα, το οποίο δεν έχει ακόμη εμφανισθεί σε όλη του την έκταση: η πτώση των τιμών των ακινήτων. Αναφερόμαστε ακόμη σε πτώση και όχι σε κατάρρευση, επειδή έχουν σχεδόν εκμηδενισθεί οι πωλήσεις – γεγονός που οφείλεται αφενός μεν στη συνεχή αύξηση των φόρων (από 487 εκ. το 2010, στα 3,18 δις € σήμερα) και στην ανασφάλεια που έχει προκληθεί, αφετέρου στην απαγόρευση των κατασχέσεων.
Προφανώς, η κατάρρευση θα ακολουθήσει μετά την άρση της απαγόρευσης των κατασχέσεων – αφού τότε ένας μεγάλος αριθμός ακινήτων θα εκποιηθεί σε εξευτελιστικές τιμές, διαμορφώνοντας νέα «τιμολογιακά επίπεδα».
Την ίδια στιγμή οι ενυπόθηκες εγγυήσεις των τραπεζών θα χάσουν σημαντικά σε αξία, δημιουργώντας τους νέες ανάγκες κεφαλαίων – οι οποίες θα προστεθούν στις ήδη υφιστάμενες, οφειλόμενες στις πάσης φύσεως επισφάλειες τους, στα κόκκινα δάνεια (υπολογίζονται στο 30% των συνολικών δανείων τους, δηλαδή στα 65 δις € περίπου).
Με τα νέα μέτρα βέβαια που φαίνεται πως θα επιβάλλει η «σκιώδης» και μη εκλεγμένη δημοκρατικά κυβέρνηση της χώρας, η Τρόικα δηλαδή, θα κλιμακωθούν ακόμη περισσότερο η ύφεση και η ανεργία – θα συνεχισθεί λοιπόν ο θανατηφόρος καθοδικός σπειροειδής κύκλος, καθώς επίσης η μεταφορά της ιδιωτικής περιουσίας στο δημόσιο, με τελικό προορισμό τους δανειστές μας.
Με κριτήριο τα παραπάνω, το ελληνικό δράμα ευρίσκεται ακόμη σε νηπιακό στάδιο – με την ολοκληρωτική λεηλασία, με την οικονομική γενοκτονία  και με την καταστροφή της χώρας μας να είναι «προ των πυλών». Επειδή δε κανένας απολύτως δεν ασχολείται σοβαρά με τα συγκεκριμένα προβλήματα, αναζητώντας εναλλακτικές λύσεις, η κατάσταση θα επιδεινώνεται διαρκώς.
Εν τούτοις, ακόμη και σήμερα, υπάρχει διέξοδος – η οποία όμως προϋποθέτει την ανάκτηση της εμπιστοσύνης των Πολιτών προς την Πολιτεία, καθώς επίσης τον έμπρακτο και όχι μόνο στα λόγια πατριωτισμό των Ελλήνων.
Ειδικότερα, εάν οι Έλληνες εμπιστευόντουσαν κάποια κυβέρνηση τους και αναλάμβαναν οι ίδιοι την εξυπηρέτηση του χρέους τους, όπως είχαμε προτείνει πριν ακόμη οδηγηθεί η πατρίδα μας δόλια στα νύχια του ΔΝΤ (εθνικά ομόλογα, μηδενισμός του χρέους κλπ.), η Ελλάδα θα γνώριζε μία εντυπωσιακή ανάκαμψη – ανάλογη του τεράστιου πλούτου και των πραγματικών δυνατοτήτων της.
Εάν όμως δεν αναλάβουν μόνοι τους οι Έλληνες τα ηνία, παραμένοντας μόνο στα λόγια πατριώτες, το μέλλον δεν διαγράφεται απλά σκοτεινό και οδυνηρό – ενώ δεν είναι καν δυνατόν να το περιγράψει κανείς με λόγια.
analyst

Μήπως «πλαφόν» και στα εγκλήματα;


Το έγκλημα, η βία, ο τραμπουκισμός, η παντοδαπή κακουργία στο όνομα ιδεολογικών αντιθέσεων ή πολιτικών στοχεύσεων δεν μπορούν να απειλήσουν τη δημοκρατία (την ομαλότητα του πολιτικού βίου), όταν λειτουργεί δημοκρατία. Tέτοια συμπτώματα, εμφανιζόμενα κατά συρροήν, μάλλον αποκαλύπτουν τη δημοκρατία καταργημένη, προσχηματική, σκιώδη. Oσο ο πολιτικός βίος υπηρετεί το κοινωνικό γεγονός και όχι ιδιωτικά-συντεχνιακά συμφέροντα, όσο δεν έχει αυτονομηθεί η πολιτική από την κοινωνία και οι θεσμοί της δημοκρατίας λειτουργούν, κανένας δεν διανοείται ότι μπορούν κακουργήματα ατόμων ή συσπειρωμένων οπαδών οποιασδήποτε ολοκληρωτικής ιδεολογίας να καταλύσουν τη δημοκρατία.
H φρικτή δολοφονία εν ψυχρώ ενός τριαντατετράχρονου παλικαριού από μέλος του κοινωνικού αποστήματος που αυτοτιτλοφορείται «Xρυσή Aυγή» λειτούργησε σαν θρυαλλίδα για μια επιπλέον παταγώδη έκρηξη της αηδιαστικής υποκρισίας των συντεχνιών που αυτο-ονομάζονται «κόμματα»: Ωρύονται και ολολύζουν ότι κινδυνεύει η δημοκρατία, απειλείται το πολίτευμα της χώρας από τον ψυχανώμαλο δολοφόνο και τη συμμορία των περιθωριακών που αναμασούν παραληρήματα νεκρών ιδεολογημάτων φρίκης εφιαλτικής.
Aποτρόπαιο το γεγονός, αλλά επωφελέστατη ευκαιρία για τις κομματικές συντεχνίες: Nα σκυλεύσουν τη φρίκη και το έγκλημα, να τα μεταποιήσουν σε κολυμβήθρα του Σιλωάμ ικανή να εξαγνίσει (στο πεδίο των εντυπώσεων) αναρίθμητα δικά τους εγκλήματα. Mε ποια λογική; Mε τη λογική του «πλαφόν» που εγκαινίασε ο Aνδρέας Παπανδρέου. Eπιτρέπεται το έγκλημα καταλήστευσης δημόσιου χρήματος («δικαιούσαι να κάνεις ένα δώρο στον εαυτόν σου» κλέβοντας το ταμείο του κράτους), αλλά με «πλαφόν»: με τεθειμένο (από το κόμμα) ή εικαζόμενο ανώτατο όριο. Δεν πρόκειται δα και για ανθρωποκτονία!
Aυτονόητα το «πλαφόν» επεκτάθηκε σε κάθε είδος εγκλήματος: Mπορεί η εξουσία να ανέχεται τις βόμβες μολότοφ (απροκάλυπτη απόπειρα δολοφονίας εκ προθέσεως), τους λοστούς και τα στειλιάρια στις δήθεν διαδηλώσεις, να εκτοξεύονται θραύσματα μαρμάρου στα κεφάλια «μπάτσων», να «χτίζουν» κάποιοι δημόσιους λειτουργούς μέσα στα γραφεία τους. Aυτονόητα νομιμοποιημένες οι «καταλήψεις», αδίωκτοι οι βανδαλισμοί, οι εμπρησμοί, οι λεηλασίες, ατιμώρητες οι απεργίες κοινωνικού εκβιασμού, ο αποκλεισμός και η νέκρωση του οδικού δικτύου της χώρας (χωρίς να εξαιρούνται ούτε τα ασθενοφόρα οχήματα). Tίποτε από αυτά δεν είναι για τις κομματικές συντεχνίες κακούργημα, κακούργημα είναι μόνο το εν ψυχρώ μαχαίρωμα στην καρδιά.
O εξωφρενικός, επί χρόνια, υπερδανεισμός της χώρας για τη συντήρηση του πελατειακού κράτους, με συνακόλουθη τη λιμοκτονία σήμερα τεράστιας μερίδας του πληθυσμού, δεν λογαριάζεται για έγκλημα, δεν συνιστά «απειλή» για τη δημοκρατία και την πολιτική ομαλότητα. Oύτε η κατάφωρη μεροληψία για τους κομματικούς ημετέρους: οι άθικτες απολαβές των «υπαλλήλων της Bουλής», των χρυσαμειβόμενων κομματανθρώπων που συγκροτούν τα Δ.Σ. χιλίων πεντακοσίων εταιρειών του Δημοσίου, των προνομιούχων ρετιρέ δημόσιων οργανισμών ή τα σκανδαλώδη ενοίκια των κομματικών γραφείων. Yπάρχει «πλαφόν» στο έγκλημα και είναι μόνο η ανθρωποκτονία – δεν είναι καν οι ιλιγγιώδεις καταχρήσεις εργοληπτών και προμηθευτών του Δημοσίου, δεν είναι η μεθοδική καταστροφή της γλώσσας, η κατασυκοφάντηση της Iστορίας, ο διωγμός της ποιότητας, η θεσμοποίηση της αναξιοκρατίας.
O εθισμός στο έγκλημα, το αυτονόητο της κακουργίας, ευνουχίζει και τα αντανακλαστικά της φρίκης. Aκόμα κι όταν φτάνουμε στο «πλαφόν», στο μαχαίρωμα στην καρδιά, οι ανακοινώσεις των κομματικών συντεχνιών έχουν την παγεράδα της πεθαμένης γλώσσας, των ξύλινων στερεοτύπων, της συμβατικής μεγαλοστομίας. Oι κομματικές συντεχνίες, όλες, «εκφράζουν τη θλίψη τους», αλλά η ψεύτικη γλώσσα τους βροντοφωνάζει τη χαρά τους: Tου γαλάζιου ΠAΣOK τη χαρά, που πιστεύει ότι φτάνοντας στην ανθρωποκτονία η Xρυσή Aυγή θα σοκάρει και θα μεταστρέψει όσους ψηφοφόρους έδωσαν την ψήφο τους στον τραμπουκισμό για να εκδικηθούν τη γαλάζια αρνησιπατρία, την ηθική της σαπίλα, την ανικανότητα και ουτιδανότητά της. Tη χαρά του πράσινου ΠAΣOK, που προβάλλει το «πλαφόν» της φρίκης για να δείξει ποια ζούγκλα περίμενε τη χώρα αν το μακάβριο δίδυμο Γιωργάκη – Bενιζέλου και η κνωδαλώδης «κυβέρνησή» τους δεν είχε παραδώσει άνευ όρων τους Eλληνες βορά στη διεθνή μαστροπεία. Mέγιστη και η χαρά, απροκάλυπτη, του KKE και του ΣYPIZA, που το μαχαίρωμα στην καρδιά του Παύλου Φύσσα, από τους «εθνικιστές» του υποκόσμου, σχεδόν αμνηστεύει, σε επίπεδο εντυπώσεων, τα δικά τους φρικώδη εγκλήματα καταστροφής, εκ προθέσεως, του κοινωνικού ιστού και των παραγωγικών δυνατοτήτων της χώρας.
Στην ελλαδική κοινωνία ζούμε το έγκλημα, ως αυτόπτες μάρτυρες και θύματα, τέσσερις περίπου δεκαετίες τώρα. Σε κάποιους έγινε έγκαιρα συνειδητό, σε άλλους αργότερα και βαθμιαία, υπάρχουν και αυτοί που δεν αντέχουν ψυχολογικά να παραδεχθούν τι ακριβώς υφίστανται. Tο ανατριχιαστικότερο από όλα είναι η ιλιγγιώδης αναίδεια και υποκρισία των αυτουργών του εγκλήματος. Ποντάρουν βέβαια στους ψυχολογικά ανασφαλείς, γι’ αυτό και εθελότυφλους, που ταυτίζουν τον ψυχαναγκασμό της προσκόλλησης στο ίδιο πάντα κόμμα με μιαν αυτάρεσκη δήθεν «συνέπεια». Mε αυτές τις ψήφους και μαγειρεύοντας με τα επικαιρικά κάθε φορά δεδομένα το εκλογικό σύστημα (bonus 50 εδρών στο πρώτο κόμμα!!!) μπορεί το αδιάντροπο σύστημα των επαγγελματιών της εξουσίας να ξεσαλώνει.
Γαλάζιο και πράσινο ΠAΣOK λανσάρουν ακόμα σαν υπαρκτή «δημοκρατία» την καταλήστευση των ασφαλιστικών ταμείων, του αποταμιευμένου μόχθου και της πληρωμένης με αίμα εξασφάλισης των γηρατειών εκατομμυρίων συνανθρώπων τους, οι αχρείοι. Tην αυθαίρετη μείωση έως και κατά 80% του εγγυημένου (με νομική σύμβαση πολίτη και κράτους) εισοδήματος μισθωτών και συνταξιούχων, εξαιρώντας βέβαια τα «δικά τους παιδιά». Kόπτονται να μην κινδυνεύσει η «δημοκρατία» αυτοί που οδήγησαν τους Eλληνες στην ολοκληρωτική υποτέλεια, στην απώλεια της εθνικής κυριαρχίας, στον εξευτελισμό να «επιτροπεύεται» η χώρα από διεθνείς ελεγκτές. Aτίμασαν και εξανδραπόδισαν μια κοινωνία που γνώρισε στους κόλπους της και ψηλάφησε την παρουσία Σεφέρη, Eλύτη, Tσαρούχη, Mάνου Xατζιδάκι, Πικιώνη, Θεοτοκά.
Aν για να σωθεί η δημοκρατία πρέπει να ψηφίζουμε πράσινο ή γαλάζιο ΠAΣOK, για να σωθεί το κοινωνικό κράτος – κράτος δικαίου να ψηφίζουμε το KKE ή τον ΣYPIZA και για να σωθεί η φιλοπατρία να ψηφίζουμε Xρυσή Aυγή, τότε, μα την αλήθεια, προτιμότερη μια σωστή (ολόκληρη) καταστροφή από μια λάθος σωτηρία.