Αναγνώστες

Δευτέρα 12 Μαΐου 2014

Η Ιστορία της Αρχαίας Θράκης


Κατά τις κρατούσες ιστορικές αντιλήψεις - τις οποίες δεν συμμερίζομαι - οι Θράκες είναι αρχαίο ινδοευρωπαϊκό φύλο συγγενές προς τους Έλληνες, Φρύγες, Ιλλυριούς.
Κατά την προσωπική μου άποψη, όλοι οι πληθυσμοί της χερσονήσου του Αίμου είναι γηγενείς και σε χρόνους πολύ μακρινούς είχαν κοινή ανθρωπολογική βάση. Η οποιαδήποτε πολιτιστική τους ανάπτυξη συντελείται με κέντρο το Αιγαίο. Συνεπώς, οι λεγόμενοι Θράκες, Ιλλυριοί, Μακεδόνες, Τρώες, Κρήτες κ.λπ. είναι περιφερειακοί πληθυσμοί που έχουν σαν κέντρο τον Αιγαιακό πολιτισμό.
Οι οποιεσδήποτε διαφοροποιήσεις συντελούνται μετά την καταστροφή -λόγω της εκρήξεως του Ηφαιστείου της Θήρας— του Αιγαιακού πολιτισμού. Μοιραία την πολιτική σκυτάλη παίρνουν πρώτα η Κρήτη και ακολούθως τα οχυρά πολίσματα της Πελοποννήσου και της Βοιωτίας. Η περίοδος που ονομάζεται μυκηναϊκή είναι, όπως αποδεικνύουν τα γλωσσικά ευρήματα, περίοδος ελληνική, άρα και η προγενέστερη πρέπει να ήταν περίοδος Ελλήνων, εφόσον υπάρχει μια αδιάσπαστη πολιτιστική και γλωσσική ενότητα.
Εξελληνισμός σημαίνει εκπολιτισμός. Και συνεπώς, ανεξάρτητα από ονομασίες, οι λαοί εξελληνίζονται, δηλαδή εκπολιτίζονται, όχι με τον ερχομό κάποιων δήθεν Ελληνικών φύλων από το Βορρά, αλλά με την άνοδο του πολιτισμού από το Νότο προς το Βορρά. Άρα και οι Θράκες, στο μέτρο που μετέχουν μια κοινής πολιτικής παραδόσεως που ονομάστηκε ελληνική και η οποία ανεξάρτητα από επιρροές —κυρίως από Ανατολή και Νότο—, είναι μια ιθαγενής πολιτιστική δημιουργία. Οι Θράκες για πρώτη φορά απαντούν στον Όμηρο, ως συγγενείς και σύμμαχοι των Τρώων.
Ονομάζονται δε «Θρήικες ακρόκομοι». Ο Ηρόδοτος θεωρεί τους Θράκες ως τον πολυπληθέστερο μετά τους Ινδούς λαό του αρχαίου κόσμου. Το ίδιο υποστηρίζει και ο περιηγητής Παυσανίας. Ο γεωγράφος Στράβων (2ος μ.Χ. αιώνας) υπολογίζει τους Θράκες σε 2.000.000 και τους χωρίζει σε 22 φυλές.
Οι θρακικές φυλές δεν είχαν μόνιμη εγκατάσταση, αλλά λόγω ποιμενικού βίου ήσαν μετακινούμενες. Ίσως μάλιστα οι φυλές να δημιουργήθηκαν με βάση κάποιον ισχυρό ποιμένα πατριάρχη, που εξελίχθηκε σε φύλαρχο. Την κινητικότητα των θρακικών φυλών υποδηλώνει το όνομα μιας θρακικής φυλής, των «αλητών». Αλητοί, από το ρήμα αλάομαι, σημαίνει περιπλανώμενοι.
Άλλες γνωστές Θρακικές φυλές είναι:
Αψίνθιοι (ανατολικά του Αίμου),
Βέσσοι ή Βησσοί (μεταξύ Ροδόπης και Αίμου),
Βισαλτοί (κατά μήκος του Στρυμόνα),
Βίστονες (στις ακτές του Αιγαίου),
Βρίαντες (απέναντι από τη Σαμοθράκη),
Γέτες (μεταξύ Αίμου και Δουνάβεως),
Δερραίοι (στον κάτω Στρυμόνα),
Δίοι (στη Ροδόπη),
Ηδώνες (στην πεδιάδα του κάτω Στρυμόνα),
Θυνοί (στην ενδοχώρα του Βυζαντίου),
Κορπίλοι (κοντά στο Διδυμότειχο),
Μαίδοι, (στις κοιλάδες του άνω Στρυμόνα),
Οδρύσσαι (στην κοιλάδα του Έβρου),
Πίερες (στην περιοχή του Παγγαίου),
Σαπαίοι (μεταξύ Βιστονίδος και Νέστου),
Σέρδαι (στην περιοχή της Σερδικής νυν Σόφιας),
Σίθωνες (στη Σιθωνία),
Σιντοί (μεταξύ Στρυμόνα και Νέστου),
Τραλείς (στον άνω Νέστο) κ.ά.
Από τον Ξενοφώντα μνημονεύεται και μια θρακική φυλή, οι Μελινοφάγοι , επειδή έτρωγαν μελίνη, είδος κέγχρου (Ξεν. Αν. 7, 5, 12). Από τις τοποθεσίες που μνημονεύσαμε φαίνεται σαφώς, ότι το ανατολικό Τμήμα της προ του Φιλίππου Μακεδονίας το κατοικούσαν θρακικά φύλα. Ήταν με άλλα λόγια Θράκη. Άρα, το βασίλειο του Φιλίππου ήταν Μακεδονο-θρακικό.
Οι πληροφορίες των αρχαίων για τους Θράκες ποικίλλουν. Στον Όμηρο αναφέρονται ως δίκαιοι, φιλήσυχοι και λιτοδίαιτοι. Άλλοι γράφουν πως ήσαν φιλήδονοι και οινοπότες. Ο Θουκυδίδης, που ήταν Θραξ από τον πατέρα του κι έζησε το 2ο ήμισυ της ζωής του στη Θράκη, τους χαρακτηρίζει λαό μαχητικό.
Ο Μένανδρος γράφει ότι μεταξύ των Θρακών ίσχυε η πολυγαμία, πράγμα που δημιουργούσε δημογραφικά προβλήματα με ιδιότυπες κοινωνικές προεκτάσεις (π.χ. πώληση γυναικών και παιδιών, θρήνοι κατά τη γέννηση των παιδιών, χαρές και χοροί όταν πέθαινε κάποιος). Οι νεκροί καιγόταν και οι τάφοι των πλουσίων καλύπτονταν με τύμβους. Για να υποδηλώσουν την ευγενή καταγωγή τους συνήθιζαν να στιγματίζουν το σώμα τους, να κάνουν, δηλαδή, «τατουάζ».
Ο οπλισμός τους, όπως μαθαίνουμε από τον Ηρόδοτο, ήταν ελαφρύς μικρές ασπίδες (πέλτες), ακόντια και κοντά εγχειρίδια. Δεν είχαν ανεπτυγμένη οικονομία. Ζούσαν κυρίως από τον πόλεμο. Μόνο όταν δημιουργήθηκαν μεγάλα ελληνικά κέντρα στις παραλιακές περιοχές, αρχίζει ν’ αναπτύσσεται η υλοτομία, η γεωργία, η κτηνοτροφία και η μεταλλουργία με κέντρο τη Σπαπτή ‘Υλη του Παγγαίου.
Μπορεί οι Θράκες να πήραν πολλά πολιτιστικά στοιχεία από τη Νότια Ελλάδα, έδωσαν όμως σ’ αυτήν κάτι πολύ σημαντικότερο: την Ορφική λατρεία και τη Διονυσιακή λατρεία από την οποία γεννήθηκαν η αρχαία μουσική, τα αρχαία μυστήρια, η αρχαία ποίηση και ειδικά στο Νότο, εκτός από τα μυστήρια, και πολλές άλλες θεότητες, κυρίως χθόνιες.
Είναι ενδεικτικό ότι ο Εύμολπος, γιος του Μουσαίου, θεωρείται ιδρυτής των Ελευσινίων Μυστηρίων, και ο Ορφεύς, των ορφικών μυστηρίων. Τα παραπάνω ονόματα (Μουσαίος, Εύμολπος, Ορφεύς) δείχνουν πως οι ποιητικές καταβολές του ελληνικού κόσμου έχουν αφετηρία τις θρακικές τελετές. Είναι ακόμη ενδεικτικό ότι οι Θράκες μετείχαν στις εορτές των Αθηναίων. Στο περίφημο προοίμιο της “Πολιτείας του Πλάτωνα ο Σωκράτης λέγει για μια εορτή του Πειρειά:
Καλή μεν συν μοι και η των επιχωρίων πομπή έδοξε είναι, ου μέντοι ήταν εφαίνεται πρέπειν ην οι Θράκες έπιμπον
(Ωραία μου φάνηκε και η πομπή των εντοπίων, αλλά νομίζω ότι, καθόλου δεν υστερούσε και η πομπή που έστειλαν οι Θράκες).
Εξάλλου, οι κάτοικοι των νοτίων περιοχών δεν έκαναν διάκριση ανάμεσα στον εαυτό τους και τους Θράκες πάνω στη βάση της φυλετικότητας. Είναι χαρακτηριστικό ότι πολλοί ελληνικοί μύθοι συνδέουν τους Θράκες με τους κατοίκους νοτίων περιοχών. Π.χ. ο «Θρήικιος Βορέας» αρπάζει την Ωρείθνια, ο Ηρακλής αρπάζει τ’ άλογα του Θρακός Διομήδη, ο Φινεύς από τη Θράκη μετέχει στην αργοναυτική εκστρατεία, ο Τηρεύς (Θραξ και αυτός) βοηθά τον Αθηναίο Πανδίωνα και νυμφεύεται τη θυγατέρα του Πρόκνη. Τέλος, ο Ορέστης ιδρύει πόλη στη Θράκη που φέρει τ’ όνομά του, Ορεστιάδα.
Εκείνο πάντως που διαφοροποιούσε τους κατοίκους της Θράκης από τους κατοίκους των νοτίων περιοχών είναι η γλώσσα. Δεν ξέρω σε ποια γλωσσικά στοιχεία στηρίζονται διάφοροι ερευνητές, ώστε να θεωρούν την αρχαία θρακική τμήμα της ινδοευρωπαϊκής, γλώσσα συγγενή προς τη φρυγική και αρμενική, με επιδράσεις Ιλλυρικές, Σκυθικές, κ.λ.π. Όμως διερωτώμαι: χωρίς γλωσσική συγγένεια προς την ελληνική, πώς επετεύχθη η διείσδυση τόσων λατρευτικών στοιχείων της Θράκης στη Ν. Ελλάδα;
Εκείνο πάντως που είναι βέβαιο, μια και οι Θράκες δεν είχαν δική τους γραφή, είναι πως τα πρώτα γραπτά ίχνη της Θράκης είναι Ελληνικά. Αυτό που οι ερευνητές —ακόμη και οι δικοί μας— ονομάζουν «εξελληνισμό», ενώ πρόκειται περί εκπολιτισμού, συντελείται εντονότερα μετά τον 7ο π. Χ. αιώνα. Οι διαφορές Βορρά-Νότου δεν ήταν τόσο φυλετικού όσο πολιτιστικού επιπέδου. Με άλλα λόγια κατά τον 6ο και 5ο π. Χ. αιώνα δεν υπάρχουν μεταξύ Αθηναίων και Θρακών φυλετικές προκαταλήψεις.
Είναι ενδεικτικό ότι η Αβρότονος, μητέρα του Θεμιστοκλή, και η Ηγησιπύλη μητέρα του Κίμωνα, αλλά και ο Όμηρος πατέρας του Θουκυδίδη, ήσαν από τη Θράκη. (Οι Αθηναίοι είχαν εξ αρχής επισημάνει τη σημασία ειδικά της Καλλιπόλεως. Μετά από πρόσκληση των Δολόγκων, ο Μιλτιάδης ο Πρεσβύτερος, έκτισε εκεί αποικία. Στη διοίκηση τον διαδέχθηκε αργότερα ο Μιλτιάδης ο Νεώτερος, ο νικητής του Μαραθώνα.
Ο Μιλτιάδης νυμφεύθηκε την Ηγησιούλη, μητέρα του Κίμωνα. Επίσης στη Θράκη κατέφυγε μετά την τελευταία εξορία του ο Αλκιβιάδης, που είχε στενούς δεσμούς με τοπικούς άρχοντες). Πάντως στους μετά το Φίλιππο χρόνους, το μεγαλύτερο μέρος της Θράκης, κυρίως το νοτίως του Αίμου και των παραλίων του Εύξεινου, της Προποντίδας και του Αιγαίου είχε ως μητρική γλώσσα την ελληνική.
Οι Θράκες μετείχαν σ’ όλες τις περιπέτειες του ελληνισμού. Στους Μηδικούς πολέμους, στον Πελοποννησιακό πόλεμο (τότε αναδεικνύεται ο βασιλιάς Σιτάλκης), στους πολέμους Αθηναίων-Φιλίππου (τότε ακούγεται το όνομα του Κερσοβλέπτη), στην εκστρατεία του Αλεξάνδρου και σ’ όλη πια την ύστερη περίοδο, ελληνιστική, ελληνορωμαϊκή, βυζαντινή, λογίζονται ως τμήμα του ευρύτερου ελληνικού χώρου. Ακμαίες ελληνικές αποικίες θα δώσουν ιδιαίτερη λάμψη στην περιοχή, όπως τα Άβδηρα, η Μεσημβρία, η Μαρώνεια, η Σηστός, η Πέρινθος και τέλος η Αγχίαλος
Για τους αρχαίους προγόνους μας η Θράκη πήρε την ονομασία της από την Κόρη του Ωκεανού και της Παρθενόπης και ότι για τον Πλάτωνα, τον Πίνδαρο και τον Αισχύλο η ονομασία της είχε συμβολικό χαρακτήρα και υποδήλωνε τον τόπο της αγνής διδασκαλίας και της ιερής ποίησης.
Για μας μέχρι πρόσφατα ήταν τόπος τιμωρίας, εξορίας, δυσμενούς μεταθέσεως, έτσι που οι εντόπιοι να αποκαλούν χλευαστικά την ευλογημένη γη τους Θρακιστάν!

Σαράντος Καργάκος

Όταν ο Σταύρος Θεοδωράκης σε τάιζε πoυτ@vες για να μην βλέπεις τις κομματιασμένες μανάδες της Σερβίας.


Όταν ο Σταύρος Θεοδωράκης σε τάιζε πoυτ@vες για να μην βλέπεις τις κομματιασμένες μανάδες της Σερβίας.






















Τον Μάιο του 1999 η υφήλιος ζούσε έναν ακόμη πόλεμο. Το Βελιγράδι ήταν παραδομένο στους βομβαρδισμούς. Άμαχοι σκοτώνονταν από πυραύλους για να τιμωρηθεί ο κακός Μιλόσεβιτς. Αλλά ο Σταύρος Θεοδωράκης δεν έβλεπε αυτό το έγκλημα, όπως σήμερα δεν είδε το άλλο στο Φαρμακονήσι.


Ο Θεοδωράκης ως διευθυντής σύνταξης του περιοδικού ΚΛΙΚ έβλεπε το νέο πρόσωπο της Αμερικής. Σε όλο τον κόσμο έκαιγαν αμερικανικές σημαίες, διαμαρτυρόμενοι για τους βομβαρδισμούς (όχι επειδή όλοι αυτοί ήταν με τον Μιλόσεβιτς), αλλά ο Σταύρος στο περιοδικό που διηύθυνε με τον έτερο Καπαδόκη του σημερινού freepressικού νεοφιλελευθερισμού επέλεξε να κάνει πρωτοσέλιδο την αμερικανική σημαία με τον τίτλο «1999 το νέο πρόσωπο της Αμερικής».
Ο Θεοδωράκης ως διευθυντής σύνταξης του περιοδικού ΚΛΙΚ

Μπροστά από τη σημαία η Πάμελα Άντερσον έβγαινε γυμνή από ένα αυγό, σηματοδοτώντας τη γέννηση της νέας Pax Americana, Life style, αναισθησία, βγάλσιμο της γλώσσας σε όσους δεν αποδέχονταν τα ευεργετικά αποτελέσματα των βομβαρδισμών.

Pax Americana, Life style, αναισθησία

Κάτι ανάλογο άλλωστε γίνεται από τους ίδιους μιντιάρχες για όσους δεν αντιλαμβάνονται την ευεργεσία των μνημονίων. Μόνο που τη θέση της γυμνής Πάμελα έχουν πάρει τα διαφημιστικά για την ανάπτυξη. Ο Θεοδωράκηςσε εκείνο το τεύχος είχε γράψει ένα άρθρο, κατηγορώντας τους συναδέλφους του «που έκαναν ρεπορτάζ πίσω από τα φιμέ τζάμια των κρατικών Μερσεντές»του Μιλόσεβιτς.

Αφού διευκρινίζει πως «ως δημοσιογράφος δεν έχω ταχθεί a priori εναντίον κάθε είδους βομβαρδισμών (σ.σ. εδώ δεν ισχύει το κατά της βίας απ’ όπου κι αν προέρχεται), όπως την εγγραφή μου στην ΕΣΗΕΑ δεν την έχει προσυπογράψει -καλώς ή κακώς- καμία κίνηση ειρήνης και καμιά αντιαμερικανική ένωση παλιών κομμουνιστών ή απόστρατων αξιωματικών», προχωρά σε κριτική για τους απεσταλμένους των Μέσων Ενημέρωσης.


Φωτό: Η επιτομή της γενοκτονίας. Τα κτήνη του Θεοδωράκη και του Παπανδρέου, εισβάλλουν σε αγροικία οικογένειας Σέρβων. Δολοφονούν τον Παπού τινάζοντας του τα μυαλά στον αέρα (αριστερά). Ήταν ο πιο τυχερός. Κόβουν με τσεκούρι τα πόδια του συζύγου από το γόνατο και κάτω μπροστά στα μάτια της εγκύου γυναίκας του. Τον υποχρεώνουν να παρακολουθεί τον ομαδικό βιασμό και βασανισμό της εγκύου συζύγου του από τα κτήνη του UCK. Στο τέλος ξεριζώνουν από την κοιλιά της μάνας το έμβρυο. Η γενοκτονία έχει ολοκληρωθεί, ο Θεοδωράκης σερβίρει πουτάνες, ο Σημίτης γκλαμουριά, ο Κωστόπουλος σεμινάρια κόκας και ο Παπανδρέου ζεϊμπέκικα.

Σε κάποια από όσα αναφέρεται ο Θεοδωράκης πιθανόν να έχει δίκιο. Αναφέρεται σε φαινόμενα στήριξης του καθεστώτος από δημοσιογράφους που λειτουργούν επικοινωνιακά και όχι δημοσιογραφικά στο Βελιγράδι. Εδώ όμως θα μπορούσε να πει, «είπε ο γάιδαρος τον πετεινό κεφάλα», αλλά δεν είναι αυτό το θέμα. Ο Θεοδωράκης καθισμένος οτο γραφείο του με πούρα και γυμνές αφίσες της Πάμελα κρίνει τους πάντες. Αν και δημοσιογράφος ο ίδιος, δεν κάνει τον κόπο να πάρει το άγνωστο τότε σακίδιο του και να πεταχτεί ως το Βελιγράδι για να δει τι εστί βερίκοκο, αλλά κάνει τον θεματοφύλακα της δημοσιογραφίας που στην ουσία δεν έκανε ποτέ. 

Γράφει χαρακτηριστικά ο υπερδημοσιογράφος του ΚΛΙΚ:
«Όταν όλα τα ελληνικά ΜΜΕ στα δελτία της Κυριακής του Πάσχα δείχνουν μόνο τους ορθόδοξους σέρβους να ψάλλουν το Χριστός Ανέστη και δεν λένε λέξη για το δράμα των προσφύγων παίρνουν αυτομάτως θέση». 
Αν μία ημέρα ήταν δικαιολογημένα τα ελληνικά ΜΜΕ να δείξουν τους Σέρβους, προφανώς και αυτή ήταν η μέρα του Πάσχα που το θρησκευτικό συναίσθημα επιστρατευόταν απέναντι στον πόλεμο. Αλλά αν αυτό ήταν θέση, η επιμονή του Σταύρου Θεοδωράκη να μην παίρνει θέση ενάντια στους βομβαρδισμούς τι ήταν;

Τον πειράζουν ακόμα και οι απανωτές ζωντανές συνδέσεις με Βελιγράδι, αφού γράφει:
«Μέχρι και σερβικά τραγούδια έμαθαν πολλοί αυτές τις μέρες με τις απανωτές ζωντανές συνδέσεις με την πλατεία στο Βελιγράδι». 
Στο άρθρο του χρησιμοποιεί την τακτική των ίσων αποστάσεων, δίνοντας κακά παραδείγματα από τις δύο πλευρές του μετώπου, για να σταθεί στο συμπέρασμα όμως της πονηρής ουδετερότητας απέναντι στο έγκλημα των βομβαρδισμών.

Είναι η εποχή που ο Θεοδωράκης είναι ακόμη στον προθάλαμο των εκδοτικών γραφείων και ίσως ανιχνεύει τον τρόπο που μπορεί να μπει. Γράφει λοιπόν μάλλον προφητικά:
«Οι δημοσιογράφοι που υπερηφανεύονται για τους φίλους τους από την πλευρά της (κάθε) εξουσίας πληθαίνουν και οι δημοσιογράφοι που είναι αποφασισμένοι να γίνουν δυσάρεστοι και να βάλουν το χέρι τους στη φωτιά λιγοστεύουν. Όλο πιο συχνά, όλο και πιο πολλοί σε αυτό το επάγγελμα δεν ενδιαφέρονται γι’ αυτό που κάνουν, αλλά ενδιαφέρονται γι’ αυτό που είναι (έλληνες, ορθόδοξοι, κόκκινοι, πράσινοι)».

Αναρωτιέται λοιπόν κάποιος σήμερα, σε ποια κατηγορία ανήκει ο φίλος του Κώστα και της Δάφνης Σημίτη, του Γιώργου Παπανδρέου, του Μιχάλη Χρυσοχοΐδη και τόσων άλλων, που λέγεται Σταύρος Θεοδωράκης.



Του Φέλιξ - Ηοt Doc


ΠΗΓΗ:
olympia.gr


Πηγή: Όταν ο Σταύρος Θεοδωράκης σε τάιζε πoυτ@vες για να μην βλέπεις τις κομματιασμένες μανάδες της Σερβίας. (Προσοχή περιέχει σκληρές φωτογραφίες) - RAMNOUSIA 

Παρασκευή 9 Μαΐου 2014

Φρίντριχ Νίτσε




Ο Φρίντριχ Βίλχελμ Νίτσε (γερμ. Friedrich Wilhelm Nietzsche) (15 Οκτωβρίου 1844 - 25 Αυγούστου 1900) ήταν σημαντικός Γερμανός φιλόσοφος,ποιητήςσυνθέτης και φιλόλογος. Έγραψε κριτικά δοκίμια πάνω στην θρησκεία, την ηθική, τον πολιτισμό, την φιλοσοφία και τις επιστήμες, δείχνοντας ιδιαίτερη κλίση προς την χρήση μεταφορών, ειρωνείας και αφορισμών.
Οι κεντρικές ιδέες της φιλοσοφίας του Νίτσε περιλαμβάνουν τον "θάνατο του Θεού", την ύπαρξη του υπερανθρώπου, την ατέρμονη επιστροφή, τονπροοπτικισμό καθώς και την θεωρία της ηθικής κυρίων - δούλων. Αναφέρεται συχνά ως ένας από τους πρώτους «υπαρξιστές» φιλοσόφους. Η ριζική αμφισβήτηση από μέρους του της αξίας και της αντικειμενικότητας της αλήθειας έχει οδηγήσει σε αμέτρητες διαμάχες και η επίδρασή του παραμένει ουσιαστική, κυρίως στους κλάδους του υπαρξισμού, του μεταμοντερνισμού και του μεταστρουκτουραλισμού.
Ξεκίνησε την καριέρα του σαν κλασικός φιλόσοφος, κάνοντας κριτικές αναλύσεις σε αρχαιοελληνικά και Ρωμαϊκά κείμενα, προτού εντρυφήσει στην φιλοσοφία. Το 1869, σε ηλικία 24 ετών, διορίστηκε καθηγητής στοπανεπιστήμιο της Βασιλείας, στην έδρα της Κλασικής Φιλολογίας, όντας ο νεότερος που έχει πετύχει κάτι ανάλογο. Παραιτήθηκε το καλοκαίρι του 1879 εξαιτίας των προβλημάτων υγείας που τον ταλάνιζαν σχεδόν όλη του την ζωή. Σε ηλικία 44 ετών, το 1889, υπέστη νευρική κατάρρευση, η οποία αργότερα διεγνώσθη ως συφιλιδική «παραλυτική ψυχική διαταραχή», διάγνωση η οποία αμφισβητείται. Η επανεξέταση των ιατρικών φακέλων του Φρειδερίκου Νίτσε δείχνει ότι κατά πάσα πιθανότητα πέθανε από όγκο στον εγκέφαλο, ενώ η μετά θάνατον σπίλωση του ονόματός του οφείλεται κυρίως στο αντι-ναζιστικόμέτωπο. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ανέλαβε την φροντίδα του η μητέρα του, μέχρι τον θάνατό της το 1897, και έπειτα η αδελφή του, Ελίζαμπεθ Φούρστερ-Νίτσε, μέχρι τον θάνατό του, το 1900.
Εκτός από την φροντίδα του, η Ελίζαμπεθ Φούρστερ-Νίτσε ανέλαβε χρέη εκδότριας και επιμελήτριας των χειρογράφων του. Ήταν παντρεμένη με τονΜπέρναρντ Φούρστερ, εξέχουσα μορφή του γερμανικού εθνικιστικού καιαντισημιτικού μετώπου, για χάρη του οποίου ξαναδούλεψε αρκετά από τα ανέκδοτα χειρόγραφα του Νίτσε, στην προσπάθειά της να τα «μπολιάσει» με τις ιδέες του, αντιβαίνοντας ριζικά με τις απόψεις του φιλόσοφου, οι οποίες ήταν ξεκάθαρα εναντίον του αντισημιτισμού και του εθνικισμού (βλ. Η κριτική του Νίτσε στον Αντισημιτισμό και τον Εθνικισμό). Με την βοήθεια των εκδόσεων της Φούρστερ-Νίτσε, ο Νίτσε έγινε συνώνυμο του Γερμανικού μιλιταρισμού και τουΝαζισμού, αν και αρκετοί μελετητές του στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα έχουν καταφέρει να αντιστρέψουν την παρερμήνευση των ιδεών του.
Ο Νίτσε γεννήθηκε στις 15 Οκτωβρίου 1844 και μεγάλωσε στην πόλη Ρέκεν (Röcken), κοντά στη Λειψία στην ευρύτερηπρωσική επαρχία της Σαξωνίας. Η ημερομηνία γέννησής του συνέπεσε χρονικά με τα 49α γενέθλια του βασιλιά της Πρωσίας, Φρίντριχ Βίλχελμ Δ΄, προς τιμήν του οποίου έλαβε και το όνομά του (αργότερα ο ίδιος έπαψε να χρησιμοποιεί το όνομα Βίλχελμ[1]). Ο πατέρας του, Καρλ Λούντβιχ Νίτσε (1813-1849), ήταν λουθηρανός πάστορας, ενώ η μητέρα του, Φραντσίσκα Αίλερ (1826-1897) ήταν κόρη του πάστορα Ντάβιντ Φρήντριχ Αίλερ. Ο Νίτσε ήταν το νεότερο από τα παιδιά της οικογένειας. Η αδελφή του Ελίζαμπεθ Τερέζα Αλεξάνδρα Νίτσε γεννήθηκε το 1846 παίρνοντας τα ονόματα τριών πριγκιπισσών και μαθητριών του πατέρα της, ενώ ακολούθησε η γέννηση του αδελφού του Λούντβιχ Ιωσήφ το 1848. Μετά τον πρόωρο θάνατο του πατέρα του Νίτσε από εγκεφαλική ασθένεια το 1849, αλλά και τον χαμό του αδελφού του τον επόμενο χρόνο, η οικογένεια μετακόμισε στο Νάουμπουργκ. Εκεί διέμειναν όλοι με τη γιαγιά του Νίτσε, καθώς η μητέρα του δεν είχε τη δυνατότητα να συντηρήσει δικό της σπίτι.

Ο Νίτσε σε ηλικία δεκαέξι ετών
Ο Νίτσε φοίτησε σε ένα δημοτικό σχολείο της πόλης μέχρι το 1854. Το σχολικό του πρόγραμμα περιλάμβανε κυρίως θρησκευτική αγωγή, ενώ παράλληλα ξεκίνησε μαθήματαλατινικών και αρχαίων ελληνικών, γλώσσες στις οποίες δεν εμφάνισε ιδιαίτερη κλίση. Το1854, ξεκίνησε να φοιτά στο Dom Gymnasium, όπου αφού εξετάστηκε από το διευθυντή του γυμνασίου, μεταπήδησε αμέσως στη δεύτερη τάξη. Ήδη από τα παιδικά του χρόνια έγραφε ποιήματα και μικρά θεατρικά έργα, μέρος των οποίων φρόντιζε να φυλάσσει η αδελφή του. Αφιέρωνε μεγάλο μέρος του χρόνου του στο γράψιμο, επιδεικνύοντας μία πλούσια λογοτεχνική παραγωγή, ενώ ήδη σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών ταξινόμησε τα ποιήματά του σε περιόδους. Στις 5 Οκτωβρίου του 1858 εισήχθη στο Πφόρτα (Pforta ήSchulpforta), ένα από τα πιο φημισμένα σχολεία κλασικών σπουδών της Γερμανίας, θέση που του προσφέρθηκε έπειτα από εξέταση σχολικού επιθεωρητή στο Dom Gymnasium, ο οποίος επέλεξε τον νεαρό Νίτσε ανάμεσα σε άλλους μαθητές της σχολής. Το εκπαιδευτικό πρόγραμμα του Πφόρτα παρουσίαζε ομοιότητες με εκείνο των Ιησουιτών, αν και ήταν λουθηρανικό ίδρυμα, στο οποίο δινόταν έμφαση στην πειθαρχία των μαθητών. Κατά τη διάρκεια της φοίτησής του στο Πφόρτα, είχε πολύ καλές επιδόσεις στα μαθήματα, ενώ συνέχισε να γράφει ποιήματα στον προσωπικό του χρόνο, ασχολούμενος παράλληλα με τη μουσική, συμμετέχοντας στη σχολική χορωδία και γράφοντας δικές του μουσικές συνθέσεις. Μαζί με τον φίλο του Γκούσταφ Κρουγκ, ίδρυσε τον σύλλογο «Germania», ένα είδος λογοτεχνικής, μουσικής και επιστημονικής λέσχης, όπου κάθε μέλος υπέβαλλε απαραιτήτως ένα έργο τον μήνα, ποίημα, δοκίμιο, σχέδιο ή ακόμα και μουσική σύνθεση. Την ίδια περίοδο, ο Νίτσε ήρθε σε στενή επαφή με τη λογοτεχνία, εκτιμώντας ιδιαίτερα το έργο τουΧαίλντερλιν, του Ανακρέοντα και του Σαίξπηρ. Αν και από νωρίς υπήρχε η γενικευμένη αντίληψη πως επρόκειτο να γίνει κληρικός, ο Νίτσε σταδιακά άρχισε να αμφισβητεί τον Χριστιανισμό και περίπου το φθινόπωρο του 1862 είχε απορρίψει οριστικά ένα τέτοιο ενδεχόμενο, σκεπτόμενος να ασχοληθεί επαγγελματικά με τη μουσική.

Πανεπιστημιακές σπουδές (1864-1869)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 7 Σεπτεμβρίου του 1864 αποφοίτησε από το Πφόρτα και ξεκίνησε σπουδές κλασικής φιλολογίας στο πανεπιστήμιο τηςΒόννης. Παράλληλα, γράφτηκε στο θεολογικό τμήμα του πανεπιστημίου με διάθεση να ασχοληθεί περισσότερο με τη φιλολογική κριτική του Ευαγγελίου και τις πηγές της Καινής Διαθήκης, γεγονός που είναι μάλλον ενδεικτικό των θρησκευτικών αμφιβολιών του, αλλά και της αδυναμίας του να ομολογήσει στην οικογένειά του πως δεν επιθυμούσε να γίνει ιερέας. Στη Βόννη ο Νίτσε προσχώρησε στη φοιτητική αδελφότητα «Franconia», που αποτελούσε ένα είδος συνάθροισης φιλολόγων. Συνέχισε τις θεολογικές του σπουδές μέχρι το Πάσχα του 1865, περίοδο κατά την οποία απέρριψε οριστικά τη θρησκευτική πίστη, με επιχειρήματα που αποτυπώνονται και σε επιστολή του προς την αδελφή του, στην οποία ανέφερε χαρακτηριστικά:
«Κάθε αληθινή πίστη είναι αδιάψευστη, εκπληρώνει αυτό που ο πιστός ελπίζει να βρει σ' αυτήν, δεν προσφέρει όμως ούτε το ελάχιστο έρεισμα για τη θεμελίωση μιας αντικειμενικής αλήθειας [...] Θέλεις να επιδιώξεις ψυχική ηρεμία και ευτυχία, τότε πίστευε, θέλεις να είσαι ένας απόστολος της αλήθειας, τότε αναζήτησέ την.»[2]
Σημαντική επιρροή στον Νίτσε, πάνω στα ζητήματα της πίστης, φαίνεται πως άσκησε επίσης το έργο του Ντάβιντ ΣτράουςΗ ζωή του Χριστού κριτικά επεξεργασμένη και η μεταγενέστερη έκδοση του έργου που εκδόθηκε το 1864 υπό τον τίτλο Η ζωή του Χριστού διασκευασμένη για τον γερμανικό λαό[3].

Ο Νίτσε τον Αύγουστο του 1868
Το επόμενο διάστημα αφοσιώθηκε στις φιλολογικές του σπουδές υπό την καθοδήγηση του καθηγητή Φρήντριχ Βίλχελμ Ριτσλ, τον οποίο ακολούθησε το φθινόπωρο του 1865 στο πανεπιστήμιο της Λειψίας. Στα τέλη Οκτωβρίου του 1865 ήρθε σε επαφή με το έργο τουΣοπενχάουερ, το οποίο τον επηρέασε καθοριστικά. Εξίσου μεγάλη επίδραση στη φιλοσοφική του σκέψη είχε το έργο του Φρήντριχ Άλμπερτ ΛάνγκεΙστορία του υλισμού(Geschichte des Materialismus), το οποίο ο Νίτσε θεωρούσε ως το σημαντικότερο φιλοσοφικό έργο των τελευταίων ετών. Τους επόμενους μήνες αφοσιώθηκε στις πανεπιστημιακές του μελέτες, αναλαμβάνοντας να ολοκληρώσει μία φιλολογική κριτική έκδοση πάνω στο έργο του Θεόγνιδος. Παράλληλα ήταν μέλος του φιλολογικού συλλόγου του Ριτσλ και παρέδιδε διαλέξεις στη φοιτητική λέσχη. Το 1867 κατατάχθηκε στοπυροβολικό σώμα του Νάουμπουργκ, όπου διακρίθηκε και πιθανόν να αποκτούσε τον βαθμό του λοχαγού αν δεν είχε υποστεί ένα σοβαρό τραυματισμό που τον κατέστησε «προσωρινά ανίκανο υπηρεσίας», θέτοντας τέλος στην στρατιωτική του σταδιοδρομία. Επέστρεψε στο πανεπιστήμιο της Λειψίας, όπου παρέμεινε ως επί πληρωμή φιλοξενούμενος του καθηγητή Μπήντερμαν και εκδότη της εφημερίδας Deutsche Allgemeine, στην οποία εργάστηκε και ο Νίτσε ως κριτικός όπερας. Παράλληλα προσελήφθη ως βιβλιοκριτικός του περιοδικού Literarisches Zentralblatt. Κατά τη δεύτερη παραμονή του στη Λειψία, συναντήθηκε επίσης για πρώτη φορά με τον Ρίχαρντ Βάγκνερ, γνωριμία που διατηρήθηκε τα επόμενα χρόνια και τον επηρέασε σημαντικά, καθώς ο Βάγκνερ, του οποίου το έργο εκτιμούσε ιδιαίτερα ο Νίτσε, αποτέλεσε ένα είδος πατρικής φιγούρας για εκείνον.

Καθηγητής στη Βασιλεία (1869-1879)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πριν ακόμα αποκτήσει τον διδακτορικό του τίτλο, ο Νίτσε επιλέχθηκε για να καταλάβει την έδρα της κλασικής φιλολογίας στο πανεπιστήμιο της Βασιλείας, έχοντας την υποστήριξη του Ριτσλ. Ως καθηγητής παρέδιδε αρχικά διαλέξεις για την ιστορία τηςαρχαίας ελληνικής ποίησης και για τις Χοηφόρους του Αισχύλου, ωστόσο αργότερα καταπιάστηκε και με θέματα που άπτονταν των προσωπικών του ενδιαφερόντων. Κατά τη διάρκεια του Γαλλοπρωσικού πολέμου (1870-71) υπηρέτησε εθελοντικά στο πλευρό της Πρωσίας, ως βοηθός νοσοκόμος, καθώς η διοίκηση του πανεπιστημίου δεν του επέτρεπε να γίνει στρατιώτης, όπως ο ίδιος επιθυμούσε. Κατά τη διάρκεια της σύντομης θητείας του ήρθε σε επαφή με τη σκληρότητα τουπολέμου, ενώ προσβλήθηκε και από αρκετές ασθένειες, οι οποίες επιβάρυναν ακόμα περισσότερο την ανέκαθεν ασθενική του υγεία.
Μετά την επιστροφή του στη Βασιλεία, ο αμείωτος ενθουσιασμός του για τον Σοπενχάουερ, ο θαυμασμός του για το έργο του Βάγκνερ και οι φιλολογικές σπουδές και μελέτες του συνδυάστηκαν για την έκδοση του πρώτου βιβλίου του, με τίτλο Η Γέννηση της Τραγωδίας (1872). Ο Βάγκνερ εκθείασε το έργο του Νίτσε, όπως και ο φίλος του (λίγο αργότερα καθηγητής φιλολογίας στο Κίελο) Έρβιν Ρόντε. Ωστόσο, η εχθρική κριτική του φιλόλογου Ούλριχ φον Βιλαμόβιτς-Μέλεντορφ, ο οποίος επεσήμανε ανακρίβειες και παραλείψεις, καθώς και του καθηγητή φιλολογίας του πανεπιστημίου της Βόννης Ούζενερ, ο οποίος αποκάλεσε το βιβλίο «απόλυτη ανοησία», μετρίασαν τον βαθμό αποδοχής του στον ακαδημαϊκό κόσμο.
Κατά την παραμονή του στην Ελβετία μέχρι το 1879, ο Νίτσε επισκεπτόταν συχνά τον Βάγκνερ στο Μπαϊρόιτ όπου διέμενε. Την περίοδο 1873-1876, ολοκλήρωσε μία σειρά τεσσάρων δοκιμίων που εκδόθηκαν αργότερα σε μία συλλογή με τον γενικό τίτλο Ανεπίκαιροι Στοχασμοί. Τα δοκίμια αυτά πραγματεύονταν γενικότερα τον σύγχρονο γερμανικό πολιτισμό, εστιάζοντας στο έργο του Νταβίντ Στράους (Νταβίντ Στράους:Ο ομολογητής και ο συγγραφέας), στην κοινωνική αξία της ιστοριογραφίας (Για τα οφέλη και τα μειονεκτήματα της ιστορίας για τη ζωή), στον Σοπενχάουερ (Ο Σοπενχάουερ ως παιδαγωγός) και τέλος στον Βάγκνερ (Ο Ρίχαρντ Βάγκνερ στο Μπαϊρόιτ). Για τον Νίτσε, ο Σοπενχάουερ και ο Βάγκνερ αποτελούσαν φωτεινά παραδείγματα για την ανάπτυξη ενός νέου πολιτισμικού κινήματος που συνέδεε τη μουσική, τη φιλοσοφία και την κλασική φιλολογία. Αργότερα, μετά την απογοητευτική παραγωγή του φεστιβάλ του Μπαϊρόιτ το 1876, όπου παρουσιάστηκε τοΔαχτυλίδι, άρχισε να επέρχεται ρήξη στη σχέση του με τον Βάγκνερ. Το 1878, κατά την τελευταία περίοδο της πανεπιστημιακής του σταδιοδρομίας, ο Νίτσε ολοκλήρωσε το βιβλίο με τίτλο Ανθρώπινο, υπερβολικά ανθρώπινο(Menschliches, Allzumenschliches), έργο που επισημοποιούσε τη ρήξη αυτή[4], σηματοδοτώντας συγχρόνως μία μεταστροφή και διαφοροποίηση των φιλοσοφικών του ιδεών. Το επόμενο διάστημα, η υγεία του κλονίστηκε σοβαρά: υπέφερε από ημικρανίες, που οφείλονταν σε βλάβη του αμφιβληστροειδούς και στα δύο μάτια του, γεγονός που τον ανάγκασε τελικά να υποβάλει παραίτηση από το πανεπιστήμιο, στις 2 Μαΐου του 1879, καθώς αδυνατούσε να αντεπεξέλθει στις υποχρεώσεις του.

Τελευταία χρόνια (1879-1900)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Απελευθερωμένος από τις ακαδημαϊκές υποχρεώσεις, ο Νίτσε πέρασε τα επόμενα χρόνια ταξιδεύοντας συχνά σε πόλεις της Ελβετίας, της Γερμανίας ή της Ιταλίας και αναζητώντας κάθε φορά ένα αναζωογονητικό κλίμα που θα βοηθούσε να βελτιωθεί η κατάσταση της υγείας του. Σημαντική βοήθεια του προσέφερε ο πρώην μαθητής του, Πέτερ Γκαστ, ο οποίος είχε εξελιχθεί σε ένα είδος προσωπικού γραμματέα του Νίτσε, καθώς και ο καθηγητής θεολογίας Φραντς Όβερμπεκ μαζί με την Μαλβίντα φον Μέυζενμπουγκ, γνώριμη του από την περίοδο φιλίας του με τον Βάγκνερ. Τις καλοκαιρινές περιόδους επισκεπτόταν συχνά τα ορεινά θέρετρα του Sils-Maria ή του Σαίν Μόριτς, ενώ τους χειμώνες κύριοι σταθμοί στις μετακινήσεις του υπήρξαν οι ιταλικές πόλεις ΓένοβαΤορίνοΡαπάλλο, καθώς και η γαλλική Νις. Κατά διαστήματα επέστρεφε στο Νάουμπουργκ, όπου επισκεπτόταν την οικογένειά του. Η περίοδος αυτή υπήρξε ιδιαίτερη παραγωγική για τον Νίτσε, παρά τις κρίσεις της ασθένειας και τα διαστήματα βαριάς κατάθλιψης στα οποία υπέκυπτε. Από το 1881, δημοσίευε ένα ολοκληρωμένο βιβλίο, ή σημαντικό μέρος του, ανά έτος, μέχρι το 1888. Στο διάστημα αυτό ολοκλήρωσε μερικά από τα σημαντικότερα έργα του, όπως η Αυγή (1881), η Χαρούμενη επιστήμη (1882), Τάδε έφη Ζαρατούστρα (1883-85), Πέρα από το καλό και το κακό (1886) και Η Γενεαλογία της Ηθικής (1887). Τα τελευταία δημιουργικά του χρόνια συνέπεσαν με την ολοκλήρωση και έκδοση των έργων Το Λυκόφως των Ειδώλων (Αύγουστος-Σεπτέμβριος 1888), Αντίχριστος (Σεπτέμβριος 1888), Ίδε ο άνθρωπος (Οκτώβριος-Νοέμβριος 1888) και Νίτσε εναντίον Βάγκνερ (Δεκέμβριος 1888).

Ο Νίτσε λίγο πριν τον θάνατό του (Μάιος 1899)
Στις 3 Ιανουαρίου του 1889 υπέστη νευρική κατάρρευση, ενώ βρισκόταν στην πλατεία Κάρλο Αλμπέρτο του Τορίνο. Αν και τα γεγονότα εκείνης της ημέρας δεν είναι απόλυτα εξακριβωμένα, σύμφωνα με μία διαδεδομένη εκδοχή, ο Νίτσε είδε έναν αμαξά να μαστιγώνει το άλογό του και τότε με δάκρυα στα μάτια τύλιξε τα χέρια του γύρω από το λαιμό του αλόγου για να καταρρεύσει αμέσως μετά[5][6]. Τις επόμενες ημέρες απέστειλε πολυάριθμες επιστολές σε οικεία πρόσωπα, που φανέρωναν επίσης την ψυχική διαταραχή του, υπογράφοντας άλλοτε ως «ο Εσταυρωμένος» και άλλοτε ως «Διόνυσος». Στις 10 Ιανουαρίου μεταφέρθηκε σε ψυχιατρική κλινική της Βασιλείας και λίγες ημέρες αργότερα σε κλινική της Ιένας, κατόπιν επιθυμίας της μητέρας του, όπου οι γιατροί διέγνωσαν «παραλυτική ψυχική διαταραχή». Ο λόγος του ήταν παραληρηματικός και τον διακατείχαν παραισθήσεις μεγαλείου, κατά τις οποίες αυτοαποκαλούνταν δούκας του Κάμπερλαντ, Κάιζερ ή Φρειδερίκος Γουλιέλμος Δ', συνοδευόμενες συχνά από βίαιες συμπεριφορές. Στις 24 Μαρτίου του 1890 πήρε εξιτήριο από την κλινική και λίγο αργότερα αναχώρησε μαζί με τη μητέρα του για το Νάουμπουργκ.
Την ίδια περίοδο η ζήτηση για τα βιβλία του αυξήθηκε σημαντικά. Η αδελφή του, Ελίζαμπετ, ματαίωσε τα σχέδια για μία έκδοση με τα άπαντα του Νίτσε σε επιμέλεια του Πέτερ Γκαστ, επειδή επιθυμούσε να είναι εκείνη η βιογράφος του αδελφού της. Οργάνωσε παράλληλα ένα αρχείο με όλα τα χειρόγραφα και το μεγαλύτερο μέρος της αλληλογραφίας του, ενώ όρισε ως επιμελητή τον Φριτς Καίγκελ αντί του Γκαστ. Τον Δεκέμβριο του 1895 εξασφάλισε επίσης όλα τα δικαιώματα των έργων του Νίτσε, που μέχρι πρότινος κατείχε η μητέρα του.
Μετά τον θάνατό της μητέρας του το 1897, ο Νίτσε έζησε στη Βαϊμάρη μαζί με την αδελφή του. Το καλοκαίρι του 1898 υπέστη ελαφρύ εγκεφαλικό που οδήγησε στην επιδείνωση της κατάστασής του. Τον επόμενο χρόνο ακολούθησε ένα ακόμα σοβαρότερο εγκεφαλικό επεισόδιο και στις 25 Αυγούστου 1900 πέθανε από πνευμονία. Τα συμπτώματά του οδήγησαν στο συμπέρασμα πως η ασθένειά του ήταν συφιλιδική (αυτή ήταν η αρχική διάγνωση στις κλινικές της Βασιλείας και της Ιένας), ωστόσο παραμένουν αδιευκρίνιστα τα ακριβή αίτια της διαταραχής του. Η ταφή του έγινε στο κοιμητήριο του Ραίκεν και ακολουθήθηκε η παραδοσιακή λουθηρανική τελετουργία, σύμφωνα με επιθυμία της αδελφής του.

Έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αδόλφος Χίτλερ βασίστηκε στα νιτσεϊκά έργα για να οικοδομήσει τη θεωρία του εθνικοσοσιαλισμού ή ναζισμού. Το πρότυπο της Αρείας φυλής βασίστηκε πάνω στον Υπεράνθρωπο (Τάδε έφη Ζαρατούστρα), το σημαντικότερο ίσως έργο του Νίτσε. Ο Νίτσε όμως, καθώς φαίνεται και μέσα από τα έργα του, υπήρξε δριμύτατος επικριτής τόσο των εθνικιστικών, όσο και κάθε αντισημιτικών τάσεων. Ο Ζαρατούστρα είναι η υπέρβαση του ανθρώπου προς το ανθρωπινότερο και όχι προς το απανθρωπότερο[7]. Εξάλλου και ο ίδιος ο Νίτσε προέβλεψε ότι τα έργα του θα παρερμηνευτούν και ότι δύσκολα θα υπάρξει κάποιος που θα τα κατανοήσει σε βάθος. Ο ίδιος θα πει: «Αυτό που κάνουμε δεν το καταλαβαίνουν ποτέ, μα μονάχα το επαινούν ή το κατηγορούν».
Το νιτσεϊκό έργο ήταν μια κραυγή μέσα στη βαθιά νύχτα των ανθρώπων. Ο ίδιος παρατηρούσε πως για να σε ακούσει κάποιος πρέπει να του σπάσεις τα αυτιά. Γι αυτό άλλωστε και πολλές φορές βρίσκουμε στα έργα του έκδηλη την περιφρόνηση για πρόσωπα και πράγματα. Δεν ήταν κακία ή μικρότητα, αλλά μια φωνή που ήθελε σφοδρά να ακουστεί στα αυτιά και τις συνειδήσεις όλων.
Όταν πέθανε στα 1900 όμως, μόνος και τρελός, είχε την πεποίθηση ότι δεν πρόφτασε να ολοκληρώσει το φιλοσοφικό του έργο. Αυτά που είπε στους ανθρώπους τα παρομοίαζε με πρωτόγνωρα λόγια του ανέμου, με πρωτόγνωρα και γνήσια τραγούδια κάποιου βραχνού χωριάτη. Ήταν ριζωμένη βαθιά στη συνείδησή του η αδυναμία κατανόησης των «ασμάτων» του από τους άλλους: "Αυτά που θα ακούσετε, θα είναι τουλάχιστον καινούργια. Κι αν δεν το καταλαβαίνετε, αν δεν καταλαβαίνετε τον τραγουδιστή, τόσο το χειρότερο! Μη δεν είναι αυτός ο κλήρος του; Μη δεν είναι αυτό που ονομάσανε 'Κατάρα του Τροβαδούρου';"
Δεν πρόφτασε να χτίσει εκείνη τη γέφυρα που πάντα επιθυμούσε, από τον άνθρωπο στον Υπεράνθρωπο. Οι προσδοκίες του όμως από το ανθρώπινο είδος δε σταμάτησαν ποτέ να είναι μεγάλες. Όταν ρωτήθηκε για το τι είναι αυτό που αγαπάει στους άλλους, απάντησε: «Τις ελπίδες μου».
http://el.wikipedia.org/


Παρασκευή 2 Μαΐου 2014

Πυθαγόρας


Πυθαγόρας: Η μυστηριώδης προσωπικότητα η λατρεία προς τη θρησκεία και το πασίγνωστο θεώρημα

Τα μαθηματικά, όπως και η φιλοσοφία, είναι επιστήμες ικανές να αλλάξουν κάθε δεδομένο στη ζωή των ανθρώπων που ασχολούνται ενεργά μαζί τους.
Τόσο ο μυστηριώδης κόσμος των αριθμών όσο και το απέραντο σύμπαν των φιλοσοφικών ιδεών μπορούν να «εγκλωβίζουν» αυτούς που βουτάνε στα... βαθιά τους νερά.
Ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα είναι αυτό του Πυθαγόρα, του ανθρώπου που συνδύασε αυτές τις δύο επιστήμες και άφησε πίσω του ένα μοναδικό έργο, αλλά και ένα μύθο γύρω από τη προσωπικότητα του.
Πριν ακόμα γίνει γνωστός για το ξεχωριστό μαθηματικό του ταλέντο, ο Πυθαγόρας είχε ήδη κάνει γνωστή τη παρουσία του στη μικρή τότε κοινωνία της Σάμου οπού γεννήθηκε.
Η ευφράδεια του λόγου του, η αμεσότητα με την οποία εξέφραζε κάθε καινοτόμα ιδέα του και η μεγάλη εξωστρέφεια του είχαν κερδίσει το σεβασμό των δασκάλων του αλλά και των μεγαλύτερων του. Αναγνωρίζοντας τις ιδιαιτερότητες του, ο Θαλής που είχε αναλάβει τη μαθηματική εκπαίδευση του Πυθαγόρα ασχολήθηκε σχεδόν αποκλειστικά με τον... καλύτερο μαθητή του.
Αφού του μετέφερε κάθε πτυχή της γνώσης του, ο Θαλής τον προέτρεψε να ταξιδέψει στην Αίγυπτο και να συμβουλευτεί συγκεκριμένους ιερείς, οι οποίοι θα τον έκαναν «θεϊκότερο και σοφότερο από όλους τους ανθρώπους».
Σε ηλικία δεκαοκτώ ετών και με το τυραννικό καθεστώς να περιορίζει τις πρωτοποριακές του ιδέες αλλά και τη διεύρυνση των γνώσεων του, ο Πυθαγόρας βρήκε την ευκαιρία να αρχίσει το ταξίδι του με προορισμό την Αίγυπτο.
Η... περιπέτεια που έζησε καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού του πέρα από τις γνώσεις, ενίσχυσε και την ήδη αξιόλογη προσωπικότητα του. Η καλή σχέση που διατηρούσε με τη θρησκεία μετατράπηκε σε λατρεία και από το ταλέντο του στα μαθηματικά απελευθερώθηκε μια τεράστια αγάπη προς την αστρονομία και τη γεωμετρία.
Οι Αιγύπτιοι ιερείς το πρώτο καιρό τον αντιμετώπισαν με δυσπιστία και τον ενέταξαν στον δικό τους τρόπο ζωής, θρησκείας και μάθησης που ήταν ομολογουμένως πολύ σκληρότερος από τα ελληνικά δεδομένα. Το πάθος τουΠυθαγόρα για μάθηση όμως, σε συνδυασμό με την ευστροφία του, γρήγορα «έσβησαν» κάθε μικρή αμφιβολία .
Γυρνώντας στη Σάμο, ο γνωστός μαθηματικός ίδρυσε ένα διδασκαλείο και προσπάθησε να μεταδώσει τις γνώσεις του στους συμπατριώτες του. Μετά από λίγα χρόνια όμως, προφασιζόμενος την έλλειψη διάθεσης από τους συντοπίτες του, ταξίδεψε στη νότια Ιταλία για να βρει καινούργιους και περισσότερο συνεργάσιμους μαθητές.
Παράλληλα όμως, ίδρυσε και μια μυστικιστική θρησκευτική και πολιτική αδελφότητα για την οποία δεν υπάρχουν πολλές πληροφορίες, παρά μόνο ότι δημιούργησε πολλές αντιδράσεις.
Ακόμα και στις παραδόσεις του, ο Πυθαγόρας έκανε εμφανή την μυστήρια... ιδιοσυγκρασία του. Δεν άφηνε κανένα μαθητή να κρατά σημειώσεις, απαγόρευε στους περισσότερους να ρωτούν διευκρινήσεις και δεν άφησε κανένα κομμάτι από το μεγάλο του έργο να σωθεί γραπτό. Ούτε το πασίγνωστο Πυθαγόρειο Θεώρημα, για το οποίο δεν υπάρχουν συγκεκριμένες πληροφορίες.
Ακόμα δεν είναι γνωστό αν ο Πυθαγόρας ανακάλυψε μόνος ή με βοήθεια μαθητών το γνωστότερο θεώρημα του. Η απλή πρόταση που λέει πως «σε κάθε ορθογώνιο τρίγωνο το τετράγωνο της υποτείνουσας είναι ίσο με το άθροισμα των τετραγώνων των δύο κάθετων πλευρών» αποδείχτηκε με πλήρη ακρίβεια, λίγο καιρό πριν οι Βαβυλώνιοι προλάβουν να λύσουν πρώτοι το πρόβλημα.
Παρόλο όμως που η σχολή του ήταν από τις πιο γνωστές της εποχής, παρόλο που ο Πυθαγόρας είχε παγκόσμια φήμη και μεγάλο κοινό, η ιδιαίτερη προσωπικότητα του δημιούργησε αρκετούς εχθρούς. Σίγουρα σε αυτό συνέβαλε και η ενεργή πολιτική και θρησκευτική παρουσία του.
Αποτέλεσμα της αντιπάθειας που είχε δημιουργήσει, ήταν η καταστροφή της σχολής του από αντιπάλους του. Η προσπάθεια του να συνδέσει τους αριθμούς με κάθε τι άλλο πάνω στο πλανήτη αλλά και η μυστικοπάθεια οδήγησαν στην απομάκρυνση του από την Ιταλία.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Πυθαγόρας συνέχισε τη διδασκαλεία του κυρίως με περιηγήσεις. Η φήμη του ωστόσο σε αρκετές περιπτώσεις του δημιούργησε εκ νέου προβλήματα.
Όπως και να έχει όμως, όση αμφισβήτηση και να είχε δεχτεί, κανένας δεν μπορεί να αρνηθεί την τεράστια συνεισφορά του στους τομείς των μαθηματικών και της φιλοσοφίας. Η ιδιαίτερη περίπτωση του, είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα που αποδεικνύει τις... «καταστροφικές» συνέπειες του μαθηματικού ταλέντου.

Πέμπτη 1 Μαΐου 2014

Βρέθηκε στην Αίγυπτο ο τάφος του Μ. Αλεξάνδρου;


Ομάδα αρχαιολόγων από το Πολωνικό Κέντρο Αρχαιολογίας που έκαναν έρευνα σε έναν αρχαίο χριστιανικό ναό στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, βρήκαν ένα μαυσωλείο από μάρμαρο και χρυσό που θα μπορούσε να είναι ο άγνωστος τάφος του Μ. Αλεξάνδρου.
Σύμφωνα με το World Daily News, το μαυσωλείο βρίσκεται στην περιοχή Κολ Ελ Ντικά, στην καρδιά της Αλεξάνδρειας, περίπου 60 μέτρα από το τζαμί Νεμπί Ντανιέλ, όπου η αραβική παράδοση λέει πως βρίσκεται ο τάφος του στρατηλάτη.
Το άρθρο αναφέρει πως ο τάφος του Αλεξάνδρου ήταν σπουδαίο «προσκύνημα» καθώς το επισκέπτονταν ρωμαίοι αυτοκράτορες όπως ο Ιούλιος Καίσαρας, ο Γάιος Οκτάβιος («Οκταβιανός Αύγουστος») που λέγεται ότι τοποθέτησε λουλούδια στον τάφο και ένα χρυσό διάδημα το μουμιοποιημένο κεφάλι του Αλεξάνδρου.
Το μνημείο σφραγίστηκε τον 3ο ή τον 4ο αιώνα μ.Χ. –ίσως για να προφυλαχθεί από τους χριστιανικούς διωγμούς και την καταστροφή των «παγανιστικών» μνημείων, μετά την αλλαγή της επίσημης θρησκείας στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.
Φέρει σημεία της επιρροής όλων των πολιτισμών του μακεδονικού βασιλείου, οι επιγραφές είναι στα ελληνικά, ωστόσο περιέχει και αιγυπτιακά ιερογλυφικά που αναφέρουν πως ο τάφος ανήκει στον «Βασιλέα των Βασιλέων, Κατακτητή του Κόσμου, Αλέξανδρο τον Γ'».
Σε γυάλινη σαρκοφάγο περιέχονται 37 οστά που θεωρείται ότι ανήκουν σε ενήλικο άνδρα και η ομάδα των αρχαιολόγων τα εξετάζει μέσω της ανάλυσης με άνθρακα προκειμένου να διαπιστώσει την ηλικία τους. Επειδή το μνημείο έχει συληθεί δεν περιλαμβάνονται σπουδαία αντικείμενα.