Αναγνώστες

Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2014

αρχαία Καλυδώνα





  
Η θέση της Καλυδώνας
Η αρχαία Καλυδώνα βρίσκεται στη θέση «Κούτραγα» πεντακόσια περίπου μέτρα από τα τελευταία σπίτια του Άνω Ευηνοχωρίου Αιτωλοακαρνανίας.
Η ζωή της αρχίζει από τους προϊστορικούς χρόνους και φθάνει μέχρι τους ύστερους Ελληνικούς χρόνους. Από τον Όμηρο, μάλιστα αναφέρεται με την ονομασία «πετρήεσσα».
Σήμερα στο χώρα σώζονται: τμήματα του τειχικού περιβόλου, δίκλιτη στοά καθώς και η ιερά οδός που οδηγεί στο λατρευτικό τέμενος των ναών της Λαφρίας Αρτέμιδας και του Απόλλωνα.
Επίσης ανατολικά της ιεράς οδού αποκαλύφθηκε ωραίος θολωτός τάφος.
Η λίθινη θύρα αυτού του τάφου και οι προτομές του Ηρώου εκθέτονται σήμερα στο Μουσείο Αγρινίου.
Το 1965 αποκαλύφθηκε το βουλευτήριο, που μοιάζει με εκείνο της αρχαίας μικρασιατικής Πριήνης





Αναπαράσταση του χώρου
  
   




Η Καλυδώνα στο χώρο της Μυθολογίας
Σύμφωνα με τη μυθολογία βασιλιάς της Καλυδώνας ήταν ο Οινέας και σύζυγός του ήταν η Αλθαία.
Ο Οινέας είχε τρία παιδιά: τον Τυδέα, τη Δηιάνειρα και το Μελέαγρο,
Ο Τυδέας ήταν ο πατέρα του Διομήδη, η Δηιάνειρα ήταν η γυναίκα του Ηρακλή και ο Μελέαγρος είναι αυτός που συνδέεται με μια πολύ τραγική ιστορία. Σύμφωνα με αυτή κατά τη γέννησή του οι Μοίρες, είπαν στην μητέρα του την Αλθαία, πως ο Μελέαγρος θα σκοτώνονταν όταν καιγόταν ολοκληρωτικά  ένα δαυλί, που ήταν ήδη αναμμένο στο τζάκι. Εκείνη τότε πήρε το ξύλο, το έσβησε και το έκρυψε από όλους.





Ο Οινέας
 Ο Μελέαγρος

Ο Θάνατος του Μελέαγρου
Κυνήγι αγριόχοιρου
Κάποτε όμως ο Οινέας ξέχασε να προσφέρει θυσία στην θεά
Ο Θάνατος του Καλυδώνιου κάπρου
Άρτεμη και η θεά θυμωμένη κατέβασε απ' τον Αράκυνθο το φοβερό καλυδώνιο κάπρο, που ρήμαζε την περιοχή σκοτώνοντας ζώα και βοσκούς και κατέστρεφε τις καλλιέργειες.
Ο βασιλιάς της Καλυδώνας, ο Οινέας, προκήρυξε διαγωνισμό μεταξύ των ηρώων για την εξόντωσή του προσφέροντας ως έπαθλο το δέρμα του κάπρου ή κατ’ άλλους το κεφάλι του. Ονομαστοί ήρωες, όπως ο Ίδας, ο Λυγκέας, ο Θησέας, ο Ιάσονας, ο Τελαμώνας, ο Κάστορας και ο Πολυδεύκης, ο Υλέας, ο Αγκαίος κ.ά. έλαβαν μέρος στο κυνήγι αυτό. Ανάμεσά στους άντρες ήρωες συγκαταλεγόταν και η περίφημη για την ομορφιά και την κυνηγητική δεινότητά της Αταλάντη, απ' την Αρκαδία.
Στη διάρκεια του κυνηγιού σκοτώθηκαν ο Υλέας και ο Αγκαίος. Τελικά πρώτη πλήγωσε τον κάπρο η Αταλάντη και τον αποτελείωσε ο Μελέαγρος που πρόσφερε το δέρμα του ή το κεφάλι του κατ’ άλλους ως έπαθλο στην Αταλάντη.
Έτσι όμως άναψε καυγάς μεταξύ των αδελφών της Αλθαίας και του Μελέαγρου και σε αυτή τη συμπλοκή αυτός σκοτώνει τους θείους του. Απελπισμένη η Αλθαία απ' τον θάνατο των αδελφών της πετάει στην φωτιά τον δαυλί που είχε φυλάξει. Αποτέλεσμα αυτής της ανόητης ενέργειας ήταν να πεθάνει ο Μελέαγρος. Η μητέρα του Αλθαία μόλις συνειδητοποίησε τι έγινε αυτοκτόνησε και οι κόρες της, που θρηνούσαν τον αδελφό τους και την μητέρα τους σπαραχτικά μεταμορφώθηκαν σε πουλιά, τις Μελεαγρίδες, δηλαδή τις σημερινές φραγκόκοτες.

Η απιστία της Αλθαίας
Δηιάνειρα και Νέσσος
Επίσης σύμφωνα με τη μυθολογία ο Διόνυσος, ο οποίος κάποτε φιλοξενήθηκε από τον Οινέας, ερωτεύτηκε την γυναίκα του την Αλθαία. Ο Οινέας αντιλήφθη αυτό το γεγονός και για να μην εμποδίσει αυτή την παράνομη σχέση προσποιήθηκε πως ήταν υποχρεωμένος να απουσιάσει για κάποια θυσία και άφησε το παράνομο ζευγάρι μόνο του. Από τις σχέση του Διονύσου με την Αλθαία γεννήθηκε η Δηιάνειρα η μετέπειτα σύζυγος του Ηρακλή.
Ο Διόνυσος μη θέλοντας να φανεί αχάριστος αντάμειψε τον Οινέα με το να του μάθει την καλλιέργεια του αμπελιού και από αυτό πήρε το όνομά του το κρασί (οίνος).


Ηρακλής και Διιάνειρα
Ο Ηρακλής σκοτώνει τον κένταυρο Νέσσο
Όταν ο Ηρακλής παντρεύτηκε την Δηιάνειρα, εγκαταστάθηκε για ένα διάστημα στην Καλυδώνα. Εκείνο το διάστημα ήταν που ο Ηρακλής βοήθησε τους Καλυδώνιους στην εκστρατεία τους εναντίον των Θεσπρωτών .
Κατά τη διαμονή του στην Καλυδώνα, άθελά του ο Ηρακλής σκότωσε κάποιον στην Καλυδώνα, οπότε μετά από αυτό αναγκάστηκε να την εγκαταλείψει και να μεταβεί με τη σύζυγό του Δηιάνειρα και το γιο του Ύλλο στην Τραχίνα. Στο δρόμο του όμως έπρεπε να περάσουν από τον ποταμό Εύηνο, που ήταν πολύ δύσβατος.
Στον ποταμό αυτό είχε εγκατασταθεί ο κένταυρος Νέσσος που είχε γλιτώσει απ' τον Ηρακλή σε μια συμπλοκή του με τους Κένταυρους. Αυτός προσφέρθηκε να πάρει στην πλάτη του τη Δηιάνειρα και να την περάσει απέναντι, ενώ ο Ηρακλής θα περνούσε τον ποταμό μόνος του κολυμπώντας. Όμως την ώρα που ο κένταυρος περνούσε απέναντι τη γυναίκα του Ηρακλή θέλησε να τη βιάσει, τέτε αυτή αντιστάθηκε και έβαλε τις φωνές. Εξαγριωμένος  ο Ηρακλής απ’ αυτό το γεγονός τράβηξε ένα βέλος, το έβαλε στο τόξο του και με αυτό τρύπησε την καρδιά του κενταύρου Νέσσου.
Ο Νέσσος νοιώθοντας να πεθαίνει λέει στην Δηιάνειρα πως, αν θέλει να κάνει τον άντρα της να την αγαπάει για πάντα, να αναμείξει το σπέρμα του με το αίμα που κυλούσε απ' την πληγή του και σ' αυτό να βουτήξει τον χιτώνα του Ηρακλή.
Αυτό έκανε η Δηιάνειρα και αργότερα όταν χρησιμοποίησε τον χιτώνα ο Ηρακλής βρήκε τραγικό θάνατο.



Ιστορική προσέγγιση της Καλυδώνας
Το ηρώο ή τάφος του λέοντα
Η ίδρυσή της πόλης χρονικά τοποθετείται στην αρχή της προϊστορίας, περίπου τον 3η χιλιετία π.Χ. και σύμφωνα με τις μαρτυρίες που έχουμε φτάνει μέχρι τους ύστερους Ελληνιστικούς χρόνους.
Η Καλυδώνα έλαβε μέρος στην Αργοναυτική εκστρατεία με το Μελέαγρο, έστειλε ναυτική δύναμη στην Τροία όπου σύμφωνα με τον Όμηρο συμμετείχε στην πολιορκία της, έστειλε στρατό που νίκησε και αναχαίτισε τους επιδρομείς Γαλάτες, και είχε σπουδαίο ρόλο στην Αιτωλική Συμπολιτεία σαν κυρίαρχη πόλη.
Η Καλυδώνα ήταν η μία απ' τις 5 κυριότερες αιτωλικές πόλεις.
Κατά τους χρόνους του Πελοποννησιακού πολέμου ήταν αυτόνομη, αλλά μετά την μάχη των Λεύκτρων επανήλθε στην Αιτωλική κυριαρχία.
Μεγάλες καταστροφές η πολιτεία υπέστη μετά τηνήττα των Αιτωλών απ' τον Φίλιππο Ε', αλλά και πάλι κατάφερε να βρει ξανά την αίγλη της...
Το 48 π.χ. αντιστάθηκε στα επεκτατικά σχέδια των Ρωμαίων. Τελικά όμως υποτάχθηκε στις λεγεώνες του Ιουλίου Καίσαρα, και το 30 π.Χ. την κατέστρεψε απ’ τα θεμέλια της και την έσβησε εντελώς από το χάρτη, μεταφέροντας τους κατοίκους της στην νεοϊδρυθείσα από αυτόν πόλη της Νικόπολης και τους θησαυρούς της στην πόλη των Πατρών.
Το χρυσελεφάντινο άγαλμα της προστάτιδας θεάς Αρτέμιδας μεταφέρθηκε κι αυτό στην Πάτρα.
Έκτοτε δεν αναφέρθηκε ποτέ πια ξανά το όνομα της Καλυδώνας.

Περιήγηση στο χώρο της Καλυδώνας
Ο ναός της Λαφρίας Αρτέμιδας και στο βάθος η Βαράσοβα
Το ηρώο ή τάφος του λέοντα
Στους χώρους των ανασκαφών, με την υπέροχη δουλειά του Δανού καθηγητή αρχαιολογίας dr. Søren Dietzκαι των μαθητών του υπάρχουν πολλά ενδιαφέροντα ευρήματα. Εκεί αντικρίζει κανείς το αρχαίο θέατρο που είναι σε πολύ καλή κατάσταση και συνεχίζοντας θα περάσει απ το Ηρώο και απ’ τον τάφο του Καλυδώνιου ήρωα Λέοντα.
Στη συνέχεια περνώντας την Ιερά Οδό και τα ερείπια της Στοάς φτάνεις σε έναν βράχο απ’ όπου φαίνεται ο κάμπος του Ευηνοχωρίου και εκεί αντικρίζεις τους χώρους του ναού της προστάτιδας της πόλης Λαφρίας Αρτέμιδας και λίγο πιο δίπλα το ναό του αδελφού της Απόλλωνα, ενώ κάτω απ' τον βράχο αυτόν υπάρχουν και άλλοι τάφοι που έχουν ανοιχθεί.
Ανηφορίζοντας προς την Ακρόπολη, περνάς από το εγκαταλειμμένο και ερειπωμένο εκκλησάκι του Αϊ Γιάννη, όπου είναι χτισμένο πάνω απ' τον ναό του Διόνυσου και μάλιστα χρησιμοποιήθηκαν υλικά απ' τον αρχαίο ναό για το κτίσιμο της εκκλησίας...
Λίγο πιο πάνω φτάνουμε στα τείχη της Ακρόπολης, όπου βλέπουμε διάφορα κτίσματα και θεμέλια μέσα στον χώρο της Ακρόπολης.


Οι ανασκαφές του χώρου
Η θέση της πόλης εντοπίστηκε, με βάση τις περιγραφές του Στράβωνα από δυο περιηγητές το 1805. Στη συνέχεια ο λέκτορας κλασσικών σπουδών του πανεπιστημίου της Ουαλίας Δρ. Ουίλιαμς Γούντσγουορθ μελέτησε και σχεδίασε λεπτομερείς χάρτες οι οποίοι βοήθησαν 30 χρόνια αργότερα, το έτος 1824, τον αρχαιολόγο καθηγητή Κώστα Ρωμαίο και το Δανό ομόλογό του Fr. Doulsen να φέρουν στο φως όλα όσα ανασκάφτηκαν εκείνη την εποχή.
Απ τις ανασκαφές έχουν βρεθεί αναρίθμητα αντικείμενα ανυπολόγιστης ιστορικής αξίας, τα οποία κοσμούν δυστυχώς τα ευρωπαϊκά μουσεία.
Στο μουσείο μάλιστα του Λούβρου υπάρχει ένα μεγάλο τμήμα που «φιλοξενεί» τα πιο όμορφα αγάλματα που βρέθηκαν στον χώρο της αρχαίας Καλυδώνας.
Το ίδιο επίσης στα αρχαιολογικά μουσεία της Βαρκελώνης, των Βρυξελλών, του Άμστερνταμ και του Βερολίνου. Εκτός από αυτό αξιοπρόσεχτο είναι το γεγονός ότι πολλοί μεγάλοι ζωγράφοι αλλά και γλύπτες έχουν εμπνευστεί απ' τους Καλυδώνιους μύθους και έχουν δημιουργήσει υπέροχα έργα τέχνης που στολίζουν μεγάλα μουσεία σε όλο τον κόσμο.
Επίσης, αρκετά ευρήματα υπάρχουν στο Αρχαιολογικό Μουσείο των Αθηνών (τα πιο πολλά μέσα σε κουτιά στις αποθήκες λόγω έλλειψης χώρου), αλλά και στο Παπαστράτειο Αρχαιολογικό Μουσείο Αγρινίου, όπου εκτίθενται αγάλματα του Μελέαγρου, του Ηρακλή, διαφόρων άλλων θεοτήτων, πιθάρια, υδρίες και πλήθος άλλων εξαιρετικής αξίας και ομορφιάς αντικειμένων...
Την ευθύνη των σύγχρονων ανασκαφών έχει ο Δανός καθηγητής Søren Dietz και η ομάδα του που εδώ και αρκετά χρόνια με υπομονή, επιμονή και αγάπη συνεχίζουν τις ανασκαφικές εργασίες στο χώρο.
Η έδρα τους είναι το κτίριο της αποθήκης της Ένωσης Συν/σμών Μεσολογγίου, που τους έχει παραχωρηθεί και το έχουν διαμορφώσει κατάλληλα σε χώρο αποθήκευσης και καταγραφής των ευρημάτων μέχρι αυτά να προωθηθούν στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Το χώρο αυτό τον χρησιμοποιούν και για κατάλυμα τα μέλη της ομάδας των ανασκαφέων.
Κατά τις τελευταίες ανασκαφές του 2006, ήρθαν στην επιφάνεια κεφαλή της θεάς Κυβέλης σε άριστη κατάσταση αλλά και ο ένας εκ των δύο λεόντων που η θεά ακουμπούσε τα χέρια της...
Το  κεφάλι της θεάς κατασκευασμένο από Πεντελικό μάρμαρο, στηριζόταν στο υπόλοιπο κορμό του σώματός της που ήταν προφανώς από άλλο υλικό, ίσως κεραμικό, γι αυτό και υποθέτουν ότι το κεφάλι αυτό μεταφέρθηκε ως λάφυρο από κάποια επιδρομή των Καλυδωνίων.

Οι ανασκαφές
Ο καθηγητής Søren Dietz
Το κεφάλι της Κυβέλης και το λιονταράκι

http://fourtounis.gr/mes/kalidona/kalidona.html

Σάββατο 6 Δεκεμβρίου 2014

Ο ΚΩΣΤΑΣ ΛΟΓΑΡΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΕΝΗ ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΕΑ




ΜΕΝΗΣ ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΕΑΣ 
Η νήπια ματιά τού αφηγητή 
Αγαπητοί φίλοι, Θα ήθελα να μιλήσω απόψε για το έργο του Μένη Κουμανταρέα όχι με τον τρόπο που θα το έκανε, ίσως, κάποιος θεωρητικός της λογοτεχνίας. Αλλά, με τη ματιά του αναγνώστη που ανοίγει χρόνια μετά, ένα συρτάρι με παλιές φωτογραφίες κι ανακαλεί στη μνήμη του μορφές της μυθιστορίας και πρόσωπα λησμονημένα• γεγονότα της ζωής τους, χώρους και περιβάλλοντα που κάποτε υπήρξαν. 
Μ’ αυτόν τον τρόπο επιθυμώ να ξαναφέρω στο μυαλό μου τις λογοτεχνικές περσόνες που ο συγγραφέας ανοίγοντας διάπλατα τις πόρτες τής μυθοπλασίας με ξενάγησε στον κόσμο τους: σε τόπους, σε καταστάσεις και αισθήματα• όπου, με περιέργεια παρακολούθησα τις σχέσεις τους, τις αγωνίες τους, τα πάθη και τους έρωτές τους. Κι ακολουθώντας τις σκοτεινές τους διαδρομές, μπήκα ως τα βάθη της ψυχής και του μυαλού τους. 
Και ενώ, έχω λησμονήσει πια τα ονόματά των ηρώων και των ηρωίδων του - ακόμα, ακόμα και την ίδια τους την ύπαρξη -, όμως το πέρασμά τους από τη δική μου τη ζωή, η δράση τους κι οι αντιλήψεις τους, μέρες μακρόσυρτες μέσα σε μίζερα λογιστικά γραφεία και σχέσεις που δεν βγάζουν πουθενά, έχουν αφήσει πάνω μου τα ίχνη τους. Προπάντων η ατμόσφαιρα και το συγκεκριμένο ύφος τους: άλλοτε χαλαρό κι άλλοτε εναγώνιο, συγκρατημένο ή απόμακρο, και κάποτε παράτολμο, μα πάντοτε αληθινό, έχει εμποτίσει τη συνείδησή μου. 
Η κ. Κούλα, ο Μπίλης, ο Κουρέας του, ο Ωραίος λοχαγός, η μυστήρια Συμμορία της άρπας, ένας πλανόδιος σαλπιγκτής, ο Νώε ή το μαύρο σκυλί της Πάτρας. Αφομοιωμένοι όλοι τους ως ύλη βιωματική, έχουν ενσωματωθεί εντός μου κι έχουν γίνει ένα ενιαίο σύνολο μαζί μου: μια αξεδιάλυτη ύλη εμπειριών και βιωμάτων. Όπως ακριβώς συμβαίνει και με τους ήρωες της πραγματικής ζωής: πρόσωπα λησμονημένα (η μορφή τους ξεχασμένη εντελώς) αλλά που η αίσθησή τους παραμένει ακόμα ζωντανή. 
Αυτό δεν είναι άλλωστε ο απώτερος σκοπός του συγγραφέα; Να κάνει τους αναγνώστες του να δουν τον κόσμο μέσα απ’ τα δικά του μάτια, και να βιώσουν μιαν άλλη - τη δική του - οπτική των πραγμάτων. 
Τα στοιχεία που εντυπώθηκαν λοιπόν στη μνήμη μου από τον έργο του Μένη Κουμανταρέα έχουν να κάνουν
~με τους αδρούς χαρακτήρες και τη στιβαρότητα που αναδύεται από το λόγο τους 
~με την ατμόσφαιρα των σκηνικών του, 
~με την πανοραμική καταγραφή μιας αστικής κοινωνίας, και τέλος 
~με το μυστήριο ενός τριπρόσωπου αφηγητή που βρίσκεται πίσω απ’ όλα αυτά. 
Αυτά με προσείλκυσαν στη γραφή του. Αυτά ακριβώς αποτελούν και τους άξονες γύρω από τους οποίους θα περιστραφεί η εισήγησή μου για τον συγγραφέα που τιμάμε απόψε. 
Με τρόπο λεπτό και από τη δέουσα απόσταση χτίζει τις λογοτεχνικές περσόνες του. Η διεισδυτική του ματιά έχει πάντα τα όριά της. Γι’ αυτό και συνυπάρχουν με μέτρο, 
~η ψυχογραφία των ηρώων (αλλά και ο σεβασμός στην αυτονομία τους), 
~η απόδοση τής λεπτομέρειας (και συγχρόνως η διακριτικότητα στην καταγραφή της). 
Η ευθύβολη ματιά του αφηγητή - είτε περίοπτη, είτε εστιασμένη στις μικρολεπτομέρειες -, τού επιτρέπει να διεισδύει από απόσταση στους χαρακτήρες του. Αλλά, και να ιχνηλατεί το κοινωνικό τους στίγμα. Οι μυρωδιές, οι ήχοι, τα βλέμματα τον παρασέρνουν. Γίνονται αφορμές πολλές φορές για το πλάσιμο του μύθου, για το χτίσιμο των χαρακτήρων του• ή, μπορεί να οδηγήσουν την πλοκή σε μονοπάτια και σε δρόμους άλλους. Το έλασσον της ζωής, η ουσιαστική της λεπτομέρεια ανασύρεται και ανάγεται σε κύριο θέμα. 
(Μια φλέβα λ.χ. του χεριού τους, ο τρόπος που ανιχνευτικά ακουμπούν τα πόδια τους δυο άγνωστα - προς το παρόν - κορμιά και σε λίγο παθιασμένοι εραστές, μπορούν να συνιστούν μέρος της προσωπικότητάς τους, αλλά και στοιχεία δηλωτικά της ταξικής τους προέλευσης. Αρκεί, κάποιες φορές, ένας υπαινιγμός και μόνο, μια μονολεκτική περιγραφή τού τρόπου που ο ήρωας τινάζει τα μαλλιά του «περήφανα» ή «με νεύρο», για να δηλωθούν, έτσι, οι εσωτερικές διεργασίες, σκέψεις του ήρωα ή συναισθήματα που αν και παραμένουν ανείπωτα, όμως εξαιτίας τού ελάχιστου αυτού υπαινιγμού, γίνονται ήδη αντιληπτά. Ο αναγνώστης έχει σχηματίσει την πλήρη εικόνα του προσώπου: Ευκρινώς). 
Και ενώ, το αποστασιοποιημένο – όπως είπα παραπάνω - βλέμμα τού αφηγητή θα μπορούσε να οδηγήσει στην εγκεφαλική καταγραφή, ίσως ψυχρή κι αδιάφορη, όμως μια αθωότητα (πώς να την πω αλλιώς;) αθωότητα παράδοξα παιδική, ως προς τον τρόπο που αυτός βλέπει τα πράγματα, μια νήπια ματιά που πέφτει φυσική και αβίαστη, χωρίς επίγνωση θαρρείς της φυσικότητάς της, ανεβάζει τη θερμοκρασία τού κειμένου και, εξασφαλίζοντας το κατάλληλο συναισθηματικό υπόβαθρο, κάνει τη λιτή γλώσσα να λειτουργεί με τον πλέον δραστικό τρόπο. Αυτό πιστεύω πως είναι το ιδιαίτερο γνώρισμα στο έργο του Μένη Κουμανταρέα. Αυτό το χαρακτηριστικό συμβάλλει καθοριστικά στη δημιουργία του ύφους του. 
Είχα πάντα δηλαδή την εντύπωση ότι στο βάθος των ηρώων του, ακόμα και στην πλέον σκοτεινή πλευρά τους, υπήρχε ένα παιδί που παρακολουθούσε θαυμαστικά τον κόσμο. Που έβλεπε με καθαρή και έντιμη ματιά. Και με άλλη τόση ενάργεια περιέγραφε τα πράγματα. Ήταν ο συγγραφέας; Μόνον ο αφηγητής του; Ποιός να ξέρει. 
Πάντως, από τα πρώτα κιόλας διαβάσματα των έργων του διέκρινα στο ρόλο τού αφηγητή το παιδί που πίσω απ’ τα περίτεχνα κάγκελα του «μπαλκονιού» του, σαν από θεωρείο στημένο στην πρόσοψη ενός μεγαλοαστικού σπιτιού, έβλεπε με λαχτάρα τα άλλα παιδιά να παίζουν στην πλατεία. Να χτυπιούνται, να κάνουνε παρέες και να ζουν. Κι αυτό συμμετείχε νοερά. Σαν θεατής. Από μακριά και μόνος... 
Έκτοτε, έχω την εντύπωση ότι ο συγγραφέας εξακολουθεί να παραμένει ένα παιδί – ακόμα και στα πιο σύνθετα, στα πιο ώριμα έργα του. Γιατί καθώς μεγάλωνε κι ανοιγότανε στον κόσμο, εντούτοις έμενε μέσα του έφηβος που έζησε από μακριά φίλους παιδικούς, δεν τους άγγιξε σχεδόν ποτέ, δε μάτωσε μύτες-γόνατα παλεύοντας ή παίζοντας μαζί τους στις αλάνες. Αν και θα το ήθελε πολύ : να συγχρωτιστεί μ’ εκείνους, να μαλώσει, να τον δείρουνε και να τους δείρει. Κι ύστερα, ας φιλιώσουνε. 
Απ’ αυτή τη θέση ο συγγραφέας, ώριμος πια, περιγράφει όλα τα χαμίνια του, τα κλεφτρόνια, τους μπαγαπόντηδες• εννοώ, τους λαϊκούς του ήρωες και τους ανθρώπους του περιθωρίου. Διατηρώντας πάντα το αχνό χαμόγελο, το δίχως φθόνο βλέμμα, τη συμπαθητική ματιά εκείνου του παιδιού: Που μέσα του έχουν αποτυπωθεί επιθυμίες ανεκπλήρωτες. Ίσως γι’ αυτό, τα έργα του τα διαποτίζει μια υποδόρια θλίψη, τα διατρέχει μια επιθυμία ανεκπλήρωτη. (Ή μήπως τάχατες μόνον εγώ τα βλέπω όλα αυτά;). 
Ο Μένης ισορροπεί βαδίζοντας ανάμεσα σε δύο κόσμους: Από τη μια μεριά, η αστική του κοινωνία, η αστική καταγωγή - που δεν την απαρνήθηκε ποτέ αλλά και ποτέ δεν ταυτίστηκε μαζί της. Κι απ’ την άλλη, ένας κόσμος λαϊκός (που μολονότι ο αστός αφηγητής τού αφιέρωσε τον θαυμασμό του) όμως, μέρος του δεν έγινε ποτέ. Μπαινόβγαινε με άνεση στο περιβάλλον και τα στέκια τους, κι ωστόσο ουδέποτε ενσωματώθηκε ο ίδιος μέσα σ’ αυτό το χώρο. 
Παρόλα αυτά, η παιδική εκείνη έκπληξη για τα πράγματα τριγύρω, η αμήχανη στάση του μπροστά στην παράξενη ομορφιά του κόσμου δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Μάλλον αυτό είναι το μυστικό της ζωντανής γραφής του, αλλά και ο λόγος που το ενδιαφέρον τού κοινού για τα βιβλία του παραμένει αδιάπτωτο: Η ειλικρίνεια και η αυθεντικότητά του - αυτό. 
Στα παραπάνω στοιχεία πρέπει να προστεθεί το χιούμορ, ο σαρκασμός κι ο αυτοσαρκασμός του. Που, με τον καιρό, όσο εδραιώνονταν η φήμη του ως συγγραφέα (νωρίς, νωρίς - ευτυχώς, για το ύφος του) τόσο περισσότερο αναδεικνύονταν στο έργο του. Απόρροια της πείρας που συσσωρεύει στον άνθρωπο η σοφία της ζωής. Αλλά και που προσδίδει στη συγγραφική ματιά η αποδοχή από τους άλλους. 
Θέλω να αναφερθώ, τώρα, για λίγο στο κοινωνικό του στίγμα, στην ατμόσφαιρα των έργων του. Την αναδυόμενη από τους τόπους και τα σκηνικά του, αλλά και τα εσωτερικά ανθρώπινα τοπία, τις αντιθέσεις προπαντός ανάμεσα στην αστική κοινωνία και στους ανθρώπους λαϊκής καταγωγής. 
Η αντιπαραβολή των αντιλήψεων, της νοοτροπίας τους, της ψυχολογίας των δύο αυτών κόσμων αποτέλεσαν (για μένα οπωσδήποτε, αλλά πιστεύω και για το σύνολο των αναγνωστών του) έναν ισχυρό πόλο έλξης. 
Στον διαφαινόμενο τότε μετασχηματισμό της κοινωνίας της δεκαετίας του’60, και πολύ περισσότερο στη δεκαετία του ’70, η θεματική του Κουμανταρέα κατέγραφε τις κοινωνικές αλλαγές, αποτύπωνε τον παλμό της εποχής, αποσαφήνιζε τις καταστάσεις, ερμήνευε σαν σε πανόραμα τις εκφάνσεις της μεσοαστικής κοινωνίας. 
Κυρίως όμως, έβγαζε στο προσκήνιο τη φθορά του αστικού κόσμου, την κοσμοαντίληψη, τις μύχιες σκέψεις τους. Φωτογράφιζε με κάθε λεπτομέρεια έναν κόσμο που μετεξελισσότανε ραγδαία, αλλοιωνόταν η φυσιογνωμία του και που σε λίγο έμελλε να αλωθεί πλήρως από την οικονομική και κοινωνική άνοδο της λαϊκής τάξης. Η οποία από τα μέσα του ’70 και μετά θα έπαιζε ρόλο πρωταγωνιστικό στον μετασχηματισμό της ελληνικής κοινωνίας ως κύριος φορέας πολιτικών αλλαγών. 
Ο Κουμανταρέας έδωσε σ’ αυτούς τους ανθρώπους εξαρχής ρόλο πρωταγωνιστικό, δίπλα στη φθίνουσα αστική κοινωνία. Χωρίς να κινείται ιδιαίτερα, πιστεύω, από καμία πολιτική σκοπιμότητα παρεκτός την ιδεολογική του στράτευση –νομίζω — σε μιαν ουμανιστική αντίληψη, μια πίστη σταθερή στα δικαιώματα και τις ελευθερίες των ανθρώπων. Πέρα από τάξεις, ή οικονομικά και κοινωνικά κριτήρια. 
Και ο τρόπος του δεν έμοιαζε ούτε με τον τρόπο του Ιωάννου, ούτε με τον τρόπο του Ταχτσή (η πολύ ενδιαφέρουσα λογοτεχνική περσόνα του Ιωάννου, πρωτότυπη και εντελώς πρωτοποριακή, ήταν κλεισμένη στον εσωτερικό της κόσμο, διαλεγόμενη με τον εαυτό της, ενώ οι μικροαστοί ήρωες του Ταχτσή – βγαλμένοι από μιαν ηθογραφία φρέσκια κι ολοζώντανη, παρέμεναν ωστόσο στον περιορισμένο χώρο της λαϊκής τους συνοικίας. Δεν πήγαιναν πιο πέρα• εννοώ τον ταξικό τους χώρο κι όχι την μεγάλη, αντιθέτως, λογοτεχνική αξία τους). 
Ο Κουμανταρέας έκανε κάτι διαφορετικό: κατέγραψε τον αστικό κόσμο αλλά και παρεισέφρησε στις λαϊκές γειτονιές. Έφερε σε επικοινωνία τη λαϊκή τάξη με την αστική κοινωνία. Και μέσα από τη σύγκριση των δύο κόσμων ο αναγνώστης έβγαζε συμπεράσματα, χωρίς να καθοδηγείται ασφυκτικά από κάποιον παντογνώστη αφηγητή. Ανάδειξε εύστοχα τα θέματά του στοχεύοντας όχι στο θυμικό του αναγνώστη του κυρίως, αλλά στη λογική του. Και χρησιμοποιώντας ευρυγώνιους φακούς ανέπτυξε τα σκηνικά του, ξανοίχτηκε σε πανοραμικά τοπία, σε κοινωνικές ομάδες και θεματικές, και έδωσε τοιχογραφίες της εποχής, πληρέστερες και ολοκληρωμένες. 
Αυτά με βρήκαν έτοιμο να τα παρακολουθήσω. Κι ήμουν περίεργος να ακούσω και να δω. Γιατί τον έναν κόσμο (τον λαϊκό) τον ήξερα καλά, τον άλλον όμως τον αγνοούσα πλήρως. Ο Κουμανταρέας με συμπαρέσυρε στο λογοτεχνικό του σύμπαν, και με έμπασε στο σκηνικό του, μέσα από τη γλώσσα του. 
Το σημείο όπου συναντιόντουσαν οι δύο κόσμοι του ήταν ακριβώς το γλωσσικό τους ιδίωμα.Μια γλώσσα τολμηρή και πειστική που τραβά την περιέργεια του αναγνώστη, κάμπτει τις αμφιβολίες και, κερδίζοντας την εμπιστοσύνη, πείθει για την ειλικρίνεια των προθέσεων του συγγραφέα. Παρατηρείστε, π. χ. με ποιο τρόπο παρεισφρέει ο ένας κόσμος μες στον άλλο. 
Φτάνει μια λέξη για να μετακομίσει η ηρωίδα του από τον καθωσπρεπισμό της αστικής κοινωνίας στον παρορμητισμό τής λαϊκής γυναίκας με τις ασυγκράτητες επιθυμίες, τα αχαλίνωτα πάθη. Λέει η αστή ηρωίδα στον λαϊκό εραστή της 
~ «…κατά βάθος, σε βλάπτω …» (του λέει χρησιμοποιώντας το ρήμα στον καθαρεύοντα τύπο του) 
~« εγώ σε βλάφτω,» της απαντάει ο λαϊκός Μίμης. Καμία άλλη νύξη. Τα όρια της γλώσσας τους καθορίζουν και τα όρια του κόσμου τους, όπως θα έλεγε ο ποιητής. 
Κι ακόμα: Οι αστικές φιγούρες δίνονται με μια γλώσσα προσεγμένη, που ταιριάζει στα μέτρα τους (π. χ. «περιποιημένη στην τρίχα» ή «μ’ ένα σκούρο ταγεράκι»). Άλλωστε, η πιο αντιπροσωπευτική απ’ όλες: «η Κούλα» της ομώνυμης νουβέλας, είναι μια «Κυρία». Ούτε που θα το διανοήθηκε, φαντάζομαι, ο συγγραφέας, αλλά κι ο αναγνώστης θα δυσανασχετούσε αν ξαφνικά την αποκαλούσε με το ανάρμοστο για μιαν αστή προσωνύμιο: «Κυρά Κούλα». Ενώ ο Μίμης, λαϊκής καταγωγής, το πρώτο που ζητάει από την συνομιλήτρια είναι να του μιλάει στον ενικό. Γιατί – εξηγεί ο αφηγητής - : «του ερχόταν δύσκολο να κρατάει τους τύπους». Ιδού η σύγκριση των δύο κόσμων και η τεράστια, ανάμεσά τους, διαφορά. 
Τελειώνοντας, ο Μένης Κουμανταρέας, φαίνεται ότι αντλεί από το αστικό του περιβάλλον δύο πολύτιμα στοιχεία: 
Πρώτον, την ευρύτητα ενός χώρου βιωμένου (ενώ από τον λαϊκό κόσμο, το βάθος του μυστηριώδους γι’ αυτόν ανθρώπινου τοπίου). Και ενώ στον αστικό του κόσμο στιγματίζει τις αλλοτριωμένες σχέσεις, την αποξένωση των ανθρώπων και την ανούσια συμβίωση, στους λαϊκούς ανθρώπους φαίνεται να τον συγκινεί η ψυχική τους δύναμη (αλλά και η ανεπίγνωστη ομορφιά τους, όταν αυτή συμβαίνει να είναι αυθεντική). 
Το δεύτερο πολύτιμο στοιχείο αφορά το αργό ξετύλιγμα της αφήγησης. Έχει να κάνει δηλαδή με τη βραδύτητα του χρόνου. Με την ηρεμία τού τίποτα, μιας καθημερινής συνήθειας, με την αίσθηση ότι η ζωή περνάει στα χαμένα, και που συνέχεια ελλοχεύει η απειλή της σήψης, ο κίνδυνος να λιώσουν όλα ξαφνικά ή να τιναχτούν από κάποια απροσδόκητη αιτία στον αέρα με τον πιο εκκωφαντικό θόρυβο. 
Κυρίες και κύριοι, αν οι ραγδαίες εξελίξεις έχουν απωθήσει τόσο πολύ από τη μνήμη μας τις κοντινές μας εποχές ώστε να μοιάζουνε απόμακρες, όμως πολλά από τα χρώματα, τα βλέμματα, τις μυρωδιές τα ίχνη του καιρού μας ζωντανεύουν στα γραπτά του τιμώμενου απόψε συγγραφέα. Ένα μεγάλο μέρος από την ατμόσφαιρα της εποχής, τα κοινωνικά δεδομένα και οι εξελίξεις, η ψυχολογία των ανθρώπων έχουν αποτυπωθεί με ενάργεια στο έργο του. Οι λέξεις του Κουμανταρέα, οι εικόνες κι οι περιγραφές μάς κάνουν να ανακαλούμε στο μυαλό μας βιώματα εφηβικά• μιαν ιδιάζουσα αίσθηση των πραγμάτων. Τα χρόνια της πνευματικής και βιολογικής μας ωριμότητας. Γι’ αυτό και τον ευχαριστώ. 
Κώστας Λογαράς 
(Παρουσίαση του Μένη Κουμανταρέα στο 2ο Συνέδριο Πεζογραφίας, Πάτρα 8/11/2009)
http://panagiotisandriopoulos.blogspot.gr/2014/12/blog-post_89.html

Σκλαβενίτης

: Η αυτοκρατορία των "δεν"




Εάν υπάρχει μία εταιρεία που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο μελέτης για τον τρόπο που λειτουργεί στην Ελλάδα δεν είναι άλλη από την Σκλαβενίτης. Δραστηριοποιείται στον πλέον ανταγωνιστικό κλάδο της οικονομίας, αυτό των σούπερ μάρκετ - εκεί όπου και το 0,01 ευρώ μετράει - και ενώ οι Σειρήνες έχουν αυξηθεί καταφέρνουν όχι μόνο να κρατήσουν τους πελάτες τους αλλά και να τους αυξάνουν. Πως; Μην κάνοντας τίποτα από όλα αυτά που έχουν κάνει κάποιοι από τους ανταγωνιστές τους για να πετύχουν:
Δεν έχουν δει ποτέ τους εργαζόμενους τους ως αναλώσιμους. Δεν έχουν χάσει ποτέ τον οικογενειακό χαρακτήρα τους, ούτε την ελληνικότητα τους. Δεν κάνουν διαφήμιση στην τηλεόραση ούτε προβάλουν τις προσφορές τους στα έντυπα. Δεν μοιράζουν φυλλάδια, ούτε μπήκαν ποτέ στο παιχνίδι των κουπονιών με εφημερίδες. Δεν έχουν εταιρική σελίδα στο ίντερνετ και “φυσικά” δεν ξέρουν τι θα πει facebook και twitter. Δεν ανοίγουν τα καταστήματα τους τις Κυριακές όταν το επιτρέπει ο νόμος. Δεν έχουν βγει από το νομό Αττικής.
To τελευταίο δεν "σπάει" με την εξαγορά της αλυσίδας Cash &Carry Makro στην Ελλάδα .καθώς η τελευταία διαθέτει καταστήματα σε όλη την χώρα ενώ ισχυρή θα είναι σύντομα και η παρουσία της Σκλαβενίτης στην Κρήτη με την αγορά του ποσοστού της Βερόπουλος στην αλυσίδα Χαλκιαδάκης. Η λίστα όμως με τα «δεν» μπορεί να συνεχιστεί ως προς το επίπεδο των μετόχων οι οποίοι δεν τους αρέσει η δημοσιότητα και δεν δίνουν συνεντεύξεις ενώ και μία έρευνα στο διαδίκτυο μπορεί να αποδείξει ότι είναι από τους λιγότερο φωτογραφημένους επιχειρηματίες στην Ελλάδα. Δεν αποτελεί κάποιο είδος «παραξενιάς» απλώς είναι άνθρωποι προσηλωμένοι σε αυτό που ξέρουν να κάνουν καλά: την δουλειά τους. Μίας δουλειάς που έχει στηριχθεί στο τρίπτυχο (με την συγκεκριμένη σειρά): ικανοποιημένοι εργαζόμενοι, ικανοποιημένοι πελάτες, ικανοποιημένοι προμηθευτές. Δεν είναι τυχαία ότι στην πρώτη δημόσια δήλωση που έκανε ο Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας Γεράσιμος Σκλαβενίτης, την Τρίτη που πέρασε, με αφορμή την εξαγορά της Makro ανέφερε μεταξύ άλλων: « Κινητήρια δύναμη και στη νέα μας προσπάθεια αποτελούν οι διαρκείς προσπάθειες των εργαζομένων μας για την ικανοποίηση των πελατών μας και οι άριστες σχέσεις μας με τους προμηθευτές μας».
Η σχέση προσωπικού – διοίκησης έχει αποκτήσει μυθικές διαστάσεις για τα ελληνικά δεδομένα καθώς όπως αναφέρουν αρκετοί υπάλληλοι είναι τέτοιος ο βαθμός ικανοποίησης που διαβεβαιώνουν ότι θα πάρουν σύνταξη μέσα από το κατάστημα που δουλεύουν. Ενδεικτικό της αμοιβαίας εκτίμησης είναι ότι η διοίκηση σεβόμενη τις ανάγκες των 8.500 εργαζομένων της, θυσίασε τζίρο, κέρδη και πιθανόν πελάτες με το να μην ανοίγει – όπως προαναφέρθηκε τα καταστήματα της Κυριακές την ώρα που η συγκεκριμένη ημέρα έχει γίνει “σημαία” ή σανίδα σωτηρίας από τις περισσότερες ανταγωνιστικές αλυσίδες.
Σε οικονομικό επίπεδο τα μεγέθη της πάντως δεν δείχνουν να επηρεάζονται ούτε από την ύφεση ούτε από την περιορισμένη γεωγραφική της ανάπτυξη. Το 2013 την βρήκε να συνεχίζει να πραγματοποιεί πωλήσεις πάνω από 1 δισ. ευρώ (συγκεκριμένα 1,19 δισ. ευρώ) με την κερδοφορία της να διαμορφώνεται στα 16,5 εκατ. ευρώ αυξημένη κατά 13,4% σε σχέση με το 2012 όταν ο μέσος όρος αύξησης για τον κλάδο ήταν της τάξης του 4,8%. Εδώ αξίζει να αναφερθεί ότι παρ' όλη την αύξηση των καταστημάτων της (μετά από επεκτάσεις και εξαγορές έχει φτάσει τα 110) τα καταστήματα της είναι από τα πλέον αποδοτικά καθώς αλυσίδες που έχουν πολύ περισσότερα σημεία πώλησης δεν μπορούν να πιάσουν τέτοιους τζίρους οι κερδοφορίες.
Εκείνο που δεν είναι ευρύτερα γνωστό είναι ότι οι Σκλαβενίτηδες πέρα από λιανέμποροι (και χονδρέμποροι πλέον με την Makro) είναι και βιομήχανοι. Πριν από 10 χρόνια επένδυσαν στην βιομηχανία «Γλάρος» που παράγει για λογαριασμό της αλυσίδας, αλλά και για τρίτους, χαρτιά υγείας, κουζίνας και χαρτοπετσέτες και σήμερα, που έχουν κλείσει κραταιές χαρτοβιομηχανίες, αυτή είναι από τις πλέον κερδοφόρες και δυναμικές μιάς και ετοιμάζεται να πραγματοποιήσει επενδύσεις επέκτασης.

Από την Λευκάδα στην Αθήνα

Οι επιχειρηματικές ρίζες της οικογένειας ξεκινούν από την Λευκάδα, στις αρχές του περασμένου αιώνα όπου ο παππούς των σημερινών μετόχων Γεράσιμος Σκλαβενίτης δραστηριοποιείται στην εισαγωγή ξυλείας και την εξαγωγή κρασιών. Το 1936 η οικογένεια μαζί με τα τέσσερα παιδιά της, Θεοδώρα, Γιάννη, Σπύρο και Νάσο, θα βρεθεί στην Αθήνα μετά από μια απρόβλεπτη επιχειρηματική εξέλιξη. Ένα ατύχημα σε μια μεγάλη παρτίδα εξαγωγών ήταν αιτία να καταστραφούν οικονομικά και η νέα αρχή επιδιώχθηκε στην πρωτεύουσα. Η νέα αρχή δεν ήρθε ποτέ καθώς τους πρόλαβε ο Πόλεμος και η Κατοχή. Οι δύο γονείς θα πεθάνουν από ασιτία το 1942 και ρόλο προστάτη αναλαμβάνει ο μεγαλύτερο γιος, ο 18χρόνος Γιάννης. Μετά την αποχώρηση των Γερμανών μαζί με τον Σπύρο έδειξαν αμέσως την έφεση τους προς το εμπόριο. Στην Κεντρική Αγορά άρχισαν να διαθέτουν μπαχαρικά, κεχρί και καναβούρι. Καταλυτική για την περαιτέρω εξέλιξη τους ήταν η συνεργασία με τον Μιλτιάδη Παπαδόπουλο, έναν Μικρασιάτη πρόσφυγα, στις αρχές της δεκαετίας του ΄50. Μαζί το 1954 θα δημιουργήσουν στα Πετράλωνα την «Σκλαβενίτης & ΣΙΑ» όπου είχε αντικείμενο το χονδρεμπόριο τροφίμων.

Η πρώτη εταιρεία Delivery

Η μεταπολεμική Αθήνα αποκτά τα πρώτα εξαψήφια τηλέφωνα και η παρέα σκέφτεται να το εκμεταλλευτεί την νέα τεχνολογία που εισέρχονταν στην καθημερινότητα της πόλης. Δημιουργούν ΤΗΛ.ΕΞΥΠ. (ΤΗΛεφωνική ΕΞΥΠηρέτηση) και εκτελούν παραγγελίες τροφίμων κατ'οίκον. Η πρώτη εταιρεία delivery στην Ελλάδα είναι γεγονός και αν ακόμη και σήμερα η αλυσίδα Σκλαβενίτης κατέχει την πρωτοκαθεδρία σε αυτό τον τομέα το χρωστάει στην πολύ μεγάλη παράδοση της. Σύντομα η φήμη τους για την εξυπηρέτηση και τις χαμηλές τιμές εξαπλώνεται σε όλο το λεκανοπέδιο και οι τζίροι τους ανεβαίνουν από χρονιά σε χρονιά.

Το πρώτο σούπερ μάρκετ

Στα τέλη της δεκαετίας του '60, την εποχή που κυριαρχούσαν τα μπακάλικα, αντιλαμβάνονται την ανάγκη για φθηνές αγορές στις λαϊκές γειτονίες των δυτικών προαστίων. Έτσι πριν από ακριβώς 45 χρόνια, στις 6 Φεβρουαρίου 1969 στο ισόγειο της ΤΗΛΕΞΥΠ, στο 80 της Λεωφόρου Κηφισού ανοίγει το πρώτο σούπερ μάρκετ. Η επέκταση θα έρθει από τις άλλες λαϊκές γειτονίες του Πειραιά, στα Καμίνια και στο Μοσχάτο και στην συνέχεια σε όλη την Αττική.

Η νέα γενιά

Κομβικό σημείο στην εξέλιξη της αλυσίδας υπήρξε ο θάνατος των τριών δημιουργών της, με τελευταίο αυτό του Σπύρου (πατέρα των σημερινών μετόχων) τον Μάρτιο του 2006. Ένα χρόνο νωρίτερα είχε προηγηθεί πρόταση εξαγοράς από πολυεθνικό όμιλο ύψους 400 εκατ. ευρώ την οποία καλόβλεπε μερίδα των τότε μετόχων. Τα παιδιά του Σπύρου, (Μαρία, Γεράσιμος, Στέλιος, και Βίκυ) τηρώντας την υπόσχεση που είχαν δώσει στον πατέρα τους, ότι η αλυσίδα θα παραμείνει ελληνική, συνεργάζονται με τις οικογένειες Νίκου Μαμιδάκη και Ανδρέα Ποταμιάνου ώστε να αγοράσουν τις μετοχές των ξαδέλφων τους και αργότερα και των κληρονόμων του Παπαδόπουλου.
Εδώ και οκτώ χρόνια η νέα διοίκηση έχει καταφέρει να αποδείξει ότι είναι άξιοι συνεχιστές της οικογενειακής παράδοσης μίας και στις μέρες τους διπλασιάστηκε ο αριθμός των καταστημάτων με τα περισσότερα από αυτά να προστίθενται την περίοδο της ύφεσης. 

Προκλητική ανθολογία


Ο Ζήσιμος Λορεντζάτος ανθολογεί τον λυρικό ποιητή και τον επανατοποθετεί στο ποιητικό πάνθεον αποφεύγοντας να τον δει ως εμβληματικό ιεροφάντη.


Η ήρα από το στάρι του Σικελιανού
Προσωπική όσο και προκλητική η ανθολόγηση του Αγγελου Σικελιανού που προτείνει ο Ζήσιμος Λορεντζάτος. Ο νέστορας στοχαστής μας επιλέγει εννέα ποιήματα του Σικελιανού για να επανατοποθετήσει το ποιητικό μέγεθός του μέσα στην ποίηση του 20ού αιώνα. Παρ' όλο που τα ποιήματα είναι λίγα σε σχέση με το μεγάλο λυρικό corpus του Σικελιανού, ο Λορεντζάτος δεν διστάζει να καταλήξει ότι μόνο με αυτά τα ποιητικά έργα ο Αγγελος Σικελιανός είναι «αδιαφιλονίκητα ο μεγαλύτερος έλληνας ποιητής του 20ού αιώνα». Αυτή την υποκειμενική και ταυτόχρονα γοητευτική ανθολογία κρίνει, προβάλλοντας κυρίως αντιρρρήσεις, ο Νάσος Βαγενάς.
Υπάρχουν τρεις κυρίως τρόποι για να ανθολογήσει κανείς το έργο ενός ποιητή. Ο πρώτος είναι ο «ιστορικός». Ο δεύτερος τρόπος είναι ο αισθητικός, ο «ποιητικός». Ο τρίτος τρόπος είναι ο θεματικός.
Οι περισσότερες ανθολογίες του έργου ελλήνων ποιητών ανήκουν στην πρώτη κατηγορία. Οι δύο ανθολογίες της ποίησης του Παλαμά, π.χ., εκείνη που επιμελήθηκε ο Λέανδρος Παλαμάς (1937) και η των Γ. Κ. Κατσίμπαλη και Αντρέα Καραντώνη (1973), φιλοδοξούν να δώσουν και μιαν εικόνα της εξέλιξης του παλαμικού ποιητικού έργου· το ίδιο αντιπροσωπευτική και των περιόδων της είναι και η Επιτομή της ποίησης του Ρίτσου (υπότιτλος: «Ιστορική ανθολόγηση του ποιητικού του έργου») που φιλοπόνησε ο Γιώργος Βελουδής, στην οποία μάλιστα η κατάταξη των ποιημάτων γίνεται με κριτήριο το έτος όχι της πρώτης δημοσίευσής τους αλλά της πρώτης γραφής τους. Αλλά και δύο από τις τέσσερις, ως χθες, εκδεδομένες σε μορφή βιβλίου ανθολογίες της ποίησης του Σικελιανού (γιατί βέβαια υπάρχουν και ανθολογήσεις της σε αφιερωματικά τεύχη περιοδικών) ­ τοΑντίδωρο, με επιλογή του ίδιου του Σικελιανού (1943), και το Αγγελου Σικελιανού Ανθολόγημα (1981) του Παντελή Πρεβελάκη ­ αποσκοπούν στην παρουσίαση των σημαντικότερων στιγμών της εξελικτικής πορείας του ποιητή, ενώ η κυπριακή ­ τοΑνθολόγιο από την ποίηση του Αγγελου Σικελιανού του Νίκου Σ. Σπανού, 1981 ­ είναι θεματική, όπως θεματική φαίνεται να είναι, αν κρίνουμε από την περιγραφή της στηΒιβλιογραφία Α. Σικελιανού του Κατσίμπαλη, η χρονικά πρώτη και δυσεύρετη σήμερα «εκλογή» Λυρικών του Σικελιανού από τον Αγι Θέρο (1935).

Στους ως τώρα τρόπους ανθολόγησης του Σικελιανού αλλά και στην «ιστορική» ανθολογική παράδοση, που συνεχίζει σήμερα συστηματικότερα από κάθε άλλη η σειρά των (15 ως τώρα) τόμων του «Ανθολόγου Ερμή», φαίνεται να αντιπαρατίθεται η πέμπτη αυτοτελής επιλογή ποιημάτων του Σικελιανού, η του Ζήσιμου Λορεντζάτου, που κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο από τον «Ικαρο». Λέω φαίνεται γιατί, ενώ το εξώφυλλο ­Αγγελος Σικελιανός, Ανθολογία (Ζήσιμος Λορεντζάτος) ­, η επιλογή, η διάταξη των ποιημάτων και το ίδιο το όνομα του ανθολόγου δηλώνουν ότι η ανθολόγηση έγινε σύμφωνα με τον, αντίθετο του «ιστορικού», καθαρά αισθητικό τρόπο, ο «Πρόλογος» του βιβλίου, παρά τις αρχικές διακηρύξεις του, καλύπτεται κατά το κρισιμότερο μέρος του από στοιχεία που προσιδιάζουν περισσότερο στον θεματικό τρόπο.
Μελετώντας κανείς το βιβλίο του Λορεντζάτου αντιλαμβάνεται ότι το χαρακτηρίζει μια εσωτερική ασυμβατότητα ή, ακριβέστερα, μια σειρά ασύμφωνων μεταξύ τους στοιχείων που γίνονται αισθητά ως αντιφάσεις. Μια μείζων αντίφαση είναι αυτή που ήδη αναφέραμε: ενώ η ανθολόγηση, που περιορίζεται σε εννέα μόνο ποιήματα, αποτελεί μια πολύ προσωπική επιλογή, ο ανθολόγος στον «Πρόλογό» του, παρά τον υποκειμενικό του τόνο της αρχής («ο Σικελιανός δεν είναι για εμάς ιεροφάντης...»), μιλάει ως κάτοχος της απόλυτης αλήθειας («Κάποιος πρέπει να βρεθεί να τα πει αυτά θαρρετά. (...) Ποτέ η αλήθεια δε φοβάται την αυστηρή κρίση»). Ανακολουθία υπάρχει και ανάμεσα στο βάρος των ανθολογουμένων ποιημάτων και στον χαρακτηρισμό της ποίησης του Σικελιανού. Τα ποιήματα που επιλέγει ο Λορεντζάτος ως υψηλότερα δείγματα της τέχνης του Σικελιανού είναι, κατά την τάξη που έχουν στο βιβλίο, η οποία απεικονίζει και την αξιολογική τους κλίμακα, τα εξής: Μήτηρ Θεού (1917), Ιερά Οδός (1935), Αγραφον (1941), Στ' Οσιου Λουκά το μοναστήρι (1935), Θαλερό (1915), Τρεχαντήρα (1914), Το πρωτοβρόχι (1912), Γιατί βαθιά μου δόξασα (1938). Αισθάνεται κανείς ότι τα ποιήματα αυτά είναι πολύ λίγα και ότι οπωσδήποτε δεν είναι αρκετά για να επιβεβαιώσουν την πεποίθηση του Λορεντζάτου ότι ο Σικελιανός είναι «αδιαφιλονίκητα ο μεγαλύτερος έλληνας ποιητής του 20ού αιώνα» ­ πολύ περισσότερο για να στηρίξουν την κατηγορηματικότητά της.
Εξίσου ασύμβατα είναι, μέσα στο πλαίσιο του «Προλόγου», και δύο κεντρικά σημεία του. Από τη μια ο Λορεντζάτος δηλώνει εμφατικά ότι η επιλογή των ποιημάτων έγινε «με γνώμονα ποιητικό» και όχι τη «σκέψη» (το περιεχόμενο των ποιημάτων)· και από την άλλη, ενώ δεν θεωρεί αναγκαίο ­ εκτός από κάποια γενικά σχόλια ­ να εξηγήσει ποια είναι γι' αυτόν τα κύρια γνωρίσματα της τέχνης του Σικελιανού, αναλώνει ένα όχι βραχύ τμήμα του «Προλόγου» στην ανάλυση του μηνύματος του Μήτηρ Θεού, η οποία συνοδεύεται από μια κηρυγματικής φύσεως διαπίστωση: «Φύγαμε για πάντα από τον αρχαίο κόσμο (τον πρόσκαιρο) και περάσαμε για πάντα στο Χριστό (το παντοτινό). (...) Μερικοί φαντάζονται πως υπάρχουν, για τον άνθρωπο, πνευματικές δυνατότητες πέρα από το Χριστό».
Βέβαια η διαμόρφωση της τέχνης ενός ποιητή δεν γίνεται ερήμην του οράματός του. Για τον Λορεντζάτο όμως η χριστιανική κοσμοθεωρία φαίνεται να προσφέρει στην καλλιτεχνική ποιότητα ενός έργου περισσότερα απ' ό,τι κάθε άλλη δοξασία ή ιδεολογία. Στο συμπέρασμα αυτό μας οδηγεί όχι μόνο το γεγονός ότι στην κορυφή της ποίησης του Σικελιανού ο Λορεντζάτος τοποθετεί τρία «χριστιανικού» πνεύματος ποιήματα αλλά και το ότι αυτά «τα τρία μεγάλα ποιήματα» (το Μήτηρ Θεού ­ 558 στίχοι ­ ανθολογείται ολόκληρο) μαζί με δύο ακόμη ­ του ιδίου πνεύματος ­ από τα υπόλοιπα (τα «δευτερότερα») ποιήματα της ανθολογίας (τα Στ' Οσιου Λουκά το μοναστήρι και Γιατί βαθιά μου δόξασα) καταλαμβάνουν 633 ­ δηλαδή το 66,42% ­ από τους συνολικά 953 στίχους της.
Καθώς η ανθολόγηση του Λορεντζάτου, παρά την περί του αντιθέτου βεβαιότητά του, γίνεται, όπως είπαμε, με κριτήρια πολύ υποκειμενικά, κάθε κριτική της παρέλκει. Το βιβλίο αυτό (όπως, άλλωστε, και η παλαιότερη ανθολογία του Λορεντζάτου Ελληνική κριτική σκέψη, 1976) μας λέει λιγότερα για το αντικείμενό του και περισσότερα για τον ίδιο τον Λορεντζάτο ­ και σε τούτο έγκειται, ως ένα βαθμό, το ενδιαφέρον του. Το υπόλοιπο ενδιαφέρον του βρίσκεται, πιστεύω, στην τοποθέτηση του Σικελιανού στην κορυφή της ελληνικής ποίησης του αιώνα, όχι γιατί η αναγόρευση αυτή είναι προκλητική όσο γιατί επαναφέρει στο επίκεντρο της ποιητικής μας προσοχής ­ οι συζητήσεις έχουν ήδη αρχίσει ­ ένα μεγάλο θέμα της ποίησης και της κριτικής μας που είναι ο Σικελιανός. Θα περιοριστούμε λοιπόν στην κριτική που κάναμε του «Προλόγου», προσθέτοντας μόνο ορισμένες σκέψεις μας για μιαν ανθολόγηση του ποιητικού έργου του Σικελιανού η οποία δεν θα είχε βέβαια την απαίτηση της αντικειμενικότητας ούτε την ψευδαίσθηση ότι δεν θα ήταν προσωπική, θα φιλοδοξούσε όμως να είναι λιγότερο υποκειμενική από την ανθολόγηση του Λορεντζάτου. 
Δημιουργικός διχασμός
Πολύ περισσότερο από μιαν «ιστορική» ή θεματική ανθολογία της ποίησης του Σικελιανού χρειαζόμαστε σήμερα μια «ποιητική» ανθολογία ­ και ο Λορεντζάτος πολύ σωστά τονίζει την ανάγκη «να καθαριστεί η ήρα από το στάρι του Σικελιανού». Και τούτο γιατί στην ποιητική προσωπικότητα του Σικελιανού διακρίνει κανείς ένα διχασμό ­ θα έλεγα, ένα δημιουργικό διχασμό ­ από τον οποίο απορρέουν όχι μόνο οι αδυναμίες αλλά και η δύναμη του ποιητικού έργου του. Αναφέρομαι στις διιστάμενες, από ένα συμπορευτικό σημείο και μετά, κατευθύνσεις της ποιητικής και της ιεροφαντικής (της «προφητικής» του) φύσης. Στα μεγάλα σε έκταση και γραμμένα σε ελευθερωμένο ή σε ελεύθερο στίχο έργα (Αλαφροΐσκιωτος, Πρόλογος στη ζωή) αλλά και ­ παρά την πειθαρχημένη έμμετρη μορφή του ­ στο Μήτηρ Θεού αισθάνεται κανείς ότι υπερισχύει ο μυσταγωγός και ότι το σύνολο πάσχει από μιαν οραματική και συναισθηματική διάχυση που το καθιστά ποιητικό πρόπλασμα μάλλον παρά τελειωμένο ποιητικό έργο. Συγχρόνως όμως νιώθει κανείς ότι αυτό είναι το τίμημα που έπρεπε να καταβάλει ο Σικελιανός για να φτάσει στην ποιητική τελειότητα: ότι ο ποιητής Σικελιανός δεν θα μπορούσε να είχε απελευθερωθεί πλήρως αν δεν είχε εκτονωθεί ο μύστης Σικελιανός, με τη διοχέτευση του ογκώδους υπερβάλλοντος βάρους των «προφητικών» αναζητήσεών του στις μακρές συνθέσεις του· και ότι ο με τον τρόπο αυτό κεκαθαρμένος βαθύτερος «μυστικός» του παλμός είναι εκείνος που κινεί τα καλύτερά του ποιήματα και τα εκτινάσσει στα ύψη.
Στα ποιήματα αυτά, που είναι μικρής εκτάσεως, γραμμένα αβίαστα ­ θα έλεγε κανείς ­ στο περιθώριο των προγραμματικών συνθέσεων, ο ύψιστος βαθμός και η υπέρτατη ένταση του συντονισμού της ευαισθησίας με το ποιητικό ρήμα (για να χρησιμοποιήσω τη σεφερική ορολογία) μετατρέπει ακόμη και το πρόσκομμα ορισμένων παλαιοδημοτικών τύπων σε πηγή προσωδιακής ενέργειας, παράγοντας μιαν οπτική και συγκινησιακή ακρίβεια και διαύγεια που όμοιά της δεν θα συναντήσουμε σε κανέναν άλλο νεοέλληνα ποιητή. Είναι, πιστεύω, αυτά, στα οποία το ποιητικό όραμα του Σικελιανού φτάνει σε οντολογικές διαστάσεις, τα ποιήματα που μπορούν να συγκροτήσουν μια «ποιητική» ανθολογία της ποίησης του Σικελιανού· ποιήματα όπως τα Θαλερό, Παν, Γιατί βαθιά μου δόξασα, Ιερά Οδός, Αγραφον, τα οποία ανθολογεί ο Λορεντζάτος, και πολλά άλλα που δεν ανθολογεί: ταΥμνος του Μεγάλου Νόστου, Παντάρκης, Γιάννης Κητς, Η Μάννα του Dante, Αχελώος, Το θείο ταξίδι, Στο έρμο χωράφι εκεί στη Σαλαμίνα, Στον Ακροκόρινθο, Η Αυτοκτονία του Ατζεσιβάνο, το δεύτερο από τα Γράμματα, το δεύτερο ή το τρίτο μέρος των Καθαρμών από το Πάσχα των Ελλήνων και ακόμη ορισμένα λυρικά κομμάτια από τις τραγωδίες: Το τραγούδι των μουσικών του Απόλλωνα και του Διονύσου (Σίβυλλα, στ. 1630-1641), ο Υμνος στη Μάννα - Νύχτα (Ο Διθύραμβος του Ρόδου, στ. 297-379), ο Υμνος του Επιδότη Υπνου (Ασκληπιός, στ. 490-425) και ο Λόγος του Ορφέα (Ο Δαίδαλος στην Κρήτη, στ. 879-898).
Αυτά τα 20, που είναι ­ πιστεύω ­ από τα δυνατότερα ποιήματα που γράφτηκαν στη νέα ελληνική γλώσσα, δεν ξέρω αν επιβεβαιώνουν την άποψη ότι ο Σικελιανός είναι ο μεγαλύτερος έλληνας ποιητής του 20ού αιώνα. Μας επιτρέπουν, ωστόσο, να πούμε ότι περιέχουν περισσότερα από όσα μεγάλα ποιήματα έγραψε στον αιώνα μας οποιοσδήποτε άλλος έλληνας ποιητής.
Ο κ. Νάσος Βαγενάς είναι καθηγητής της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Αν ο Ρωμανός ήταν έμπορος ναρκωτικών ο Αθανασίου θα τον είχε βγάλει


Αν ο Ρωμανός ήταν έμπορος ναρκωτικών ο Αθανασίου θα τον είχε βγάλει

Ο υπουργός Δικαιοσύνης Χαράλαμπος Αθανασίου ήταν απόλυτος: ο Ρωμανός δεν είναι δυνατόν να βγαίνει από τη φυλακή για να σπουδάσει. Ο λόγος είναι οι νόμοι και οι νομικές διαδικασίες που ισχύουν. “Με τη νομιμότητα και τους νόμους” ο υπουργός,θα πει κάποιος. Η αλήθεια είναι πως ο υπουργός είναι με τη νομιμότητα,αλλά αυτή που δημιουργεί ο ίδιος για να εξυπηρετήσει συγκεκριμένες καταστάσεις και κατηγορίες παράνομων. Προφανώς όχι ένα νεαρό 21 χρόνων που κραυγάζει πως θέλει να σπουδάσει.

Αλλά αφού αρέσει τόσοι πολύ η νομιμότητα στον κύριο υπουργό,ας μιλήσουμε για νομιμότητα. Κατ αρχήν οφείλει να γνωρίζει ως νομικός,πως οι νόμοι αλλάζουν όταν οι ίδιες οι κοινωνικές συνθήκες και η κοινωνία απαιτούν να αλλάξουν. Η νομιμότητα δεν είναι πλαίσιο από νόμους και διατάξεις,αλλά πρωτίστως απόδοση Δικαιοσύνης συμβατή με την κοινωνία. Όταν η νομιμότητα δεν συμβαδίζει με την κοινωνική αντίληψη,το περί δικαίου αίσθημα και την απόδοση Δικαιοσύνης,τότε είναι η ώρα που αλλάζει. 

Ο κύριος Αθανασίου, δεν θέλησε να αλλάξει κάτι,το νόμο έστω αν αυτός είναι το εμπόδιο. Δηλαδή ο Υπουργός Δικαιοσύνης παρουσιάζει μια δυσπραγία στο θέμα αυτό αν και είναι ευέλικτος στις αλλαγές νόμων. Να θυμίσω πως το λίγο διάστημα που είναι Υπουργός Δικαιοσύνης.

1. Έκανε νόμο μερικών ημερών (από λάθος όπως είπε) και έδωσε τη δυνατότητα στους εγκληματίες του λευκού κολάρου,σε αυτούς που έχουν καταχραστεί Δημόσιο χρήμα να μην δικαστούν. Άλλαξε τότε άρθρο του Ποινικού Κώδικα για να το κάνει. Του ίδιου κώδικα που δεν μπορεί να αλλάξει για να σπουδάζει κάποιος ενώ είναι φυλακή.

2. Έδωσε χάρη σε εμπόρους ναρκωτικών και άλλους κατάδικους με εγκλήματα μεγαλύτερα από του Ρωμανού

3. Ψήφισε νόμο που προβλέπει πως όσοι έχουν κάθειρξη πάνω από 15 έτη για ναρκωτικά,όσοι είναι μεγαλέμποροι ναρκωτικών δηλαδή και όχι μικρέμποροι,αποφυλακίζονται στο ένα τρίτο της ποινής. Το ένα τρίτο είναι και αυτό εικονικό αφού αν κάποιος έμπορος που έφερε ένα τόνο ηρωίνη στην Ελλάδα καταδικαστεί σε 15 χρόνια κάθειρξη και κάνει μεροκάματα στη φυλακή σε δύο χρόνια το πολύ είναι έξω.

4. Άλλαξε το νόμο Κακλαμάνη για τον έλεγχο του Πόθεν Έσχες των πολιτικών και φροντίζει να αμνηστεύονται πρακτικά και να πέφτουν στα μαλακά όσοι πιάνονται με ψευδές Πόθεν έσχες. Ο νόμος αυτός αμνηστεύει και τον ίδιο ο οποίος έχει δηλώσει ψευδή περιουσιακά στοιχεία.

5. Με αλλαγές στον ίδιο νόμο δεν επιτρέπει τον πραγματικό έλεγχο των στοιχείων των πολιτικών αφού αφαιρεί το δικαίωμα άρσης απορρήτου των τραπεζικών λογαριασμών.

Υπάρχουν πολλοί ακόμη νόμοι που αποδεικνύουν την νομική ευελιξία Αθανασίου,η οποία συγκρίνεται μόνο με αυτή του Βενιζέλου. Υπήρξε επίσης νομικά ευέλικτος στο θέμα της δικογραφίας Μιχελάκη για χρηματισμό την οποία κράτησε επί μήνες στα συρτάρια του αντί να την πάει στη Βουλή. Να θυμίσω επίσης πως ο πρώτος νόμος που επιχείρησε να περάσει στην καριέρα του ήταν για να μην δηλώνονται στο Πόθεν Έσχες περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν σε offshore ναυτιλιακές. Αν περνούσε ο νόμος,ο Καρατζαφέρης δεν θα είχε εναντίον του σήμερα κατηγορίες και πιθανότητα να φυλακιστεί. Για ποιόν άραγε παρουσίασε αυτή την νομική διάθεση που δεν παρουσιάζει για ένα νεαρό που θέλει να σπουδάσει;

Ας δούμε όμως από την άλλη πλευρά,πώς όσοι διαφυλάττουν το νόμο τον ξεφτίλισαν στην περίπτωση του Ρωμανού. Ο Νίκος Ρωμανός,ως έφηβος έζησε τη δολοφονία του φίλου του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου από τον Κορκονέα. Λίγο αργότερα συλλαμβάνεται για διάπραξη ληστειών στο Βελβεντό. Η Αστυνομία τον συνδέει με του Πυρήνες της Φωτιάς,ανακοινώνει τη σύνδεσή του με την τρομοκρατία,τον ξυλοφορτώνει και δημοσιεύει φωτογραφίες του που έχει επεξεργαστεί με photoshop για να μην φαίνεται η κακοποίηση. Όσο διάστημα είναι προφυλακισμένος,η Αστυνομία διαρρέει πληροφορίες που τον φωτογραφίζουν ως τρομοκράτη. Στη δίκη όμως που γίνεται,ο Ρωμανός και οι φίλοι του δεν καταδικάζονται για τρομοκρατία. Ο εισαγγελέας της δίκης μάλιστα Γρηγόρης Πεπόνης ρίχνει χαστούκι στους ισχυρισμούς της ΕΛΑΣ. Λέει στην αγόρευσή του:

«Πρώτη φορά βλέπω ληστεία που να αφήνουν τους ομήρους ελεύθερους, κατά δε την καταδίωξη, ενώ είχαν το επάνω χέρι διαθέτοντας βαρύ οπλισμό, ούτε πυροβόλησαν τους αστυνομικούς που τους καταδίωξαν ούτε χρησιμοποίησαν τον όμηρο σαν ασπίδα για να διαφύγουν... Από κανένα στοιχείο δεν μου προκύπτει ότι αποδεικνύεται η κατηγορία για συγκρότηση και ένταξη σε τρομοκρατική ομάδα».

Όσοι τον αποκάλεσαν τρομοκράτη και τον διέσυραν,σήμερα του απαγορεύουν να σπουδάσει,επικαλούμενοι την επικίνδυνη εικόνα που οι ίδιοι δημιούργησαν για τον Ρωμανό και η οποία δεν ισχύει. Ο Χαράλαμπος Αθανασίου έχει δικαίωμα να θεωρεί ξένο για την κουλτούρα του το να στέλνει έναν έφηβο να σπουδάσει,να σωφρονιστεί δηλαδή. Στο παρελθόν,υπήρχαν άνθρωποι όπως ο πατέρας του ο οποίος ως Χίτης, θεωρούσε πως η άλλη άποψη είναι έγκλημα που πρέπει να τιμωρηθεί με ξύλο,εξορία και φυλακή. Αλλά ο κύριος Αθανασίου εκπροσωπεί αυτή τη στιγμή την Ελληνική Δημοκρατία. Πρέπει να απαντήσει αν σε αυτή τη Δημοκρατία, το να απελευθερώνεις εμπόρους ναρκωτικών είναι προτιμότερο απ το να σωφρονίζεις και να παιδεύεις εφήβους που υπήρξαν παραβατικοί.


πηγή

Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2014

Αλαμπουρνέζικα, η γλώσσα των κουλτουριάρηδων







πηγή:http://www.thessalonikiartsandculture.gr/blog/epilegmena-arthra/alampournezika-i-glossa-ton-koultouriaridon#.VH14URx5OWN



'Eνα εξαιρετικό κείμενο, γραμμένο με τον μοναδικό τρόπο του Ντίνου Χριστιανόπουλου.


Κουλτουριάρηδες είναι οι διανοούμενοι που δίνουν μεγαλύτερη σημασία στη γνώση και την πληροφόρηση και λιγότερη στο αίσθημα και το βίωμα. Ότι έμαθαν ή δεν έμαθαν έχει γι' αυτούς μεγαλύτερη αξία από τη σκέψη. Κουλτουριάρηδες βρίσκονται σ' όλες τις εποχές.


Στην αρχαία Ελλάδα τους κοροϊδεύει πολύ άσχημα ο Αριστοφάνης επειδή χρησιμοποιούσαν πάντα καινούριες και παράξενες λέξεις για να ξιπάσουν τον κόσμο. Και οι σοφιστές ήταν ένα είδος κουλτουριάρηδων της εποχής τους, γιατί έδωσαν πολλή σημασία στη γνώση και όχι στη σωστή κρίση.


Αλλά και παλαιότερα όταν λέγαμε «οι διανοούμενοι» ή «οι άνθρωποι των γραμμάτων» νιώθαμε κάτι σαν δυσφορία και ενόχληση, γιατί καταλαβαίναμε ότι αυτοί οι άνθρωποι είχαν ξεφύγει πολύ από τη ζωή εν ονόματι δήθεν της τέχνης. Αυτοί νομίζανε ότι, επειδή ήτανε άνθρωποι των γραμμάτων, έπρεπε να μιλούν με ειδικό λεξιλόγιο, να καταλαβαίνονται μεταξύ τους, κι ας μην τους καταλαβαίνουν οι άλλοι.


Σε τελική ανάλυση, οι κουλτουριάρηδες είναι ψευτομορφωμένοι. Μόνο ένας ψευτομορφωμένος μπορεί να χρησιμοποιεί λεξιλόγιο που ξιπάζει και ξαφνιάζει, ή να μεταχειρίζεται ωραίες λέξεις και φράσεις για να κάνει εντύπωση, ενώ καταβάθος δεν κατέχει τη γλώσσα και δεν την χρησιμοποιεί σωστά.


Αυτό που σήμερα αποκαλούμε γλώσσα των κουλτουριάρηδων, είναι ένα κουρκούτι από νεόκοπες λέξεις, από ξένες αμετάφραστες λέξεις και από λέξεις παρμένες από διάφορες επιστήμες, λ.χ. «η μεταστοιχείωση της ντεμί νομενκλατούρας».


Μ' ένα τέτοιο κουρκούτι στο τέλος δε βγάζουν νόημα ούτε αυτοί, ούτε φυσικά κι εμείς. Ας πάρουμε για παράδειγμα τη λέξη «δομή» που αναφέρεται στον χώρο, ενώ η λέξη «διαδικασία» αναφέρεται στον χρόνο. Τι θα λέγατε όμως αν ξαφνικά διαβάζατε «δομικές διαδικασίες» ή «διαδικαστικές δομές»;


Ρωτήθηκαν κάποιοι να τις εξηγήσουν, μα δεν μπόρεσε κανείς. Γιατί όπως καταλαβαίνετε, πρόκειται για μπαρούφες. Τι μπορεί λοιπόν να σημαίνουν οι δύο αυτές φράσεις, όταν στην καθεμία το επίθετο αναιρεί το ουσιαστικό; Αλλά τι θα λέγατε αν αυτή η φράση γινόταν ολόκληρη πρόταση;


Διαβάστε λοιπόν: «Όταν οι δομικές διαδικασίες λειτουργούν ανασταλτικά μέσα στον χώρο του μεταμοντέρνου...». Τι να πρωτοσχολιάσει κανείς σ' αυτή τη φράση; Πρώτα πρώτα πόσοι ξέρουν τον όρο «μεταμοντέρνο»; Κι έπειτα, τι ακριβώς συμβαίνει μέσα στον χώρο του «μεταμοντέρνου», εάν λειτουργήσουν ή δε λειτουργήσουν οι «δομικές διαδικασίες»;


Αυτά είναι ακατανόητα και γι' αυτόν που τα γράφει και γι' αυτόν που τα διαβάζει. Είναι αλαμπουρνέζικα. Και σκεφτείτε ότι σαν κι αυτή τη φράση υπάρχουν χιλιάδες, που επαληθεύουν τα τρία χαρακτηριστικά των κουλτουριάρηδων: Πρώτον ότι δεν γνωρίζουν καλά τις λέξεις και τις έννοιές τους (κάποιος έγραφε τη λέξη «ενδιαίτημα» και εννούσε «ένδυμα»!), δεύτερον θέλουν να ξιπάσουν τους άλλους με διάφορες ακαταλαβίστικες λέξεις και τρίτον, δεν έχουν χωνέψει καλά αυτό που λένε.


Χώρια που δεν τα καταφέρνουν ούτε και με το συντακτικό και μπερδεύονται. Βέβαια το μπέρδεμα υπάρχει πρώτα στο μυαλό. Πάντως μ' αυτά και μ' αυτά, καταφέρνουν να κομπλεξάρουν πολλούς, και καμιά φορά όλους, ενώ συντελούν στο να πάει η γλώσσα μας κατά διαόλου.


θα μπορούσε να αναρωτηθεί κάποιος, ότι αφού αποδεχόμαστε την ερμητική γραφή ορισμένων ποιητών, γιατί να μην αποδεχτούμε και τον δυσνόητο τρόπο γραφής των κουλτουριάρηδων; Από μία άποψη, κι ο ποιητής θα έπρεπε, οποιαδήποτε τεχνοτροπία κι αν ακολουθεί, να γράφει κατά τρόπο κατανοητό, για να μπορεί ο αναγνώστης να τον καταλαβαίνει.


Γιατί, τι να την κάνουμε την οποιαδήποτε ποίηση, όταν έχει κοπεί η γέφυρα της επικοινωνίας; Τι να τα κάνουμε τα ερμητικά ποιήματα, όταν δεν τα καταλαβαίνει κανείς; Κι αφού δεν μας λένε τίποτε, πως είναι δυνατόν να μας συγκινήσουν;


Βέβαια ο ποιητής έχει τη δικαιολογία ότι γράφει για να εκφράσει τον εαυτό του, αν και πάλι θα μπορούσε να πει κανείς ότι ένας ποιητής που εκφράζεται ερήμην του αναγνώστη, τι σόι ποιητής είναι; Και αν ο σουρεαλισμός στην πρώτη φράση το παραξύλωσε, τι να πούμε για τους σημερινούς σουρεαλιστές της αρπακόλας, που γράφουν ότι τους κατέβει; Πάντως ο στοχαστής, επειδή δεν έχει καν τη δικαιολογία της έμπνευσης κι επειδή ο στόχος του είναι η συζήτηση με τον αναγνώστη, δεν θα έπρεπε να είναι ακαταλόγιστος σαν τους μοντέρνους ποιητές.


Κάποιοι ισχυρίζονται πως έτσι εμπλουτίζεται η γλώσσα μας, ενώ η απλότητα και η σαφήνεια διατηρούν τη γλώσσα στάσιμη. Αν όμως ο εμπλουτισμός της γλώσσας, γίνεται αιτία για να θριαμβεύσει η ακατανοησία, μήπως θα έπρεπε να προτιμήσουμε κάποιες φυλές τις Αφρικής που συνεννοούνται μόνο με τριακόσιες λέξεις;


Η αιτία του φαινομένου αυτού, οφείλεται όχι μόνο στην ημιμάθεια των περισσότερων κουλτουριάρηδων αλλά και στον εγωισμό τους. Δε θα μπορέσουν ποτέ οι άνθρωποι αυτοί να ακούνε περισσότερο απ' όσο μιλάνε, να σκέφτονται περισσότερο απ' όσο γράφουν, και να περνούν κάθε πληροφορία από το κόσκινο της κρίσης.


Για να συμβεί αυτό θα πρέπει να είναι ταπεινός, να μη νομίζει πως αυτός τα ξέρει όλα και κανείς άλλος. Να μη λέει διαρκώς «εγώ νομίζω», «εγώ πιστεύω», «έχω τη γνώμη», και τα συναφή.Μέσα σ' αυτό το βραχυκύκλωμα ημιμάθειας και εγωισμού, χωρούνε αριστεροί και δεξιοί, εφημερίδες και τηλεόραση, και ορθόδοξοι και νεο-ορθόδοξοι.


Κάποτε ένας κομμουνιστής πιπίλιζε τον Μαρξ και τελικά αποδείχτηκε πως δεν είχε διαβάσει ούτε μια σελίδα από το «Κεφάλαιο». Και πόσοι χριστιανοί δεν έχουν μεσάνυχτα από το ευαγγέλιο; Κι αφήστε εκείνους που δεν διαβάζουν λογοτεχνία, αλλά μόνο τις βιβλιοπαρουσιάσεις, κι έτσι είναι σαν να τα έχουν διαβάσει όλα!


Ας αφήσουμε όμως την πολλή θεωρία κι ας δούμε ένα παράδειγμα κουλτουριάρη. Ας δούμε λ.χ. ένα τεχνοκριτικό σημείωμα που αναφέρεται στη ζωγραφική ενός σπουδαίου καλλιτέχνη. Απολαύστε λοιπόν κριτική ζωγραφικής:

«Η χρονικότητα -στον τάδε ζωγράφο- είναι ψευδαίσθηση, απάτη, διάσπαση, εξαλλαγή, διαστολή υποκειμένου και αντικειμένου, κατακερματισμός και αλλοτρίωση, γι' αυτό κύριο μέλημά του είναι να την εξοστρακίσει αναζητώντας την πρωτογένεια μιας νέας ονοματοθεσίας, μιας ιδιωματικής μορφής, που θα του επιτρέψει την αναδόμηση (βάι, βάι, βάι, κι εδώ αναδόμηση), ενός κόσμου όπου μέσα του, ερωτικά συγκλίνουν τα πάντα, ικανοποιούνται, αποκαθίσταται».

Καταλάβατε τίποτα ή νιώθετε ανεπαρκείς;


Το πιο πιθανό είναι να μην καταλάβατε τίποτα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είστε ανεπαρκείς. Ανεπαρκείς είναι αυτοί που γράφουν τέτοια πράγματα. Αλλά ας αρχίσουμε το ψείρισμα. Πρόκειται ουσιαστικά για μία και μόνη πρόταση. Στην αρχή δίνει την εντύπωση, πως αν το διαβάσεις προσεκτικά, θα βγάλεις κάποιο νόημα. Γελιέσαι, γιατί όσο προχωράς, ακόμη κι εκείνο που υποτίθεται κατάλαβες στην αρχή, ξεχνιέται. Η «χρονικότητα» λοιπόν για τον ζωγράφο μας, είναι «ψευδαίσθηση».


Λογικά, η χρονικότητα πρέπει να έχει σχέση με την έννοια του χρόνου. Τώρα πως ο χρόνος γίνεται χρονικότητα, αυτό είναι ένα από τα μυστήρια των κουλτουριάρηδων. Εδώ έχουμε ένα συγκεκριμένο έργο, ζωγραφιές, υλικά, τεχνοτροπίες, και μόνο στη χρονικότητα βρήκες να σκαλώσεις;


Έστω. Ο χρόνος λοιπόν για τον ζωγράφο μας είναι «ψευδαίσθηση». Είναι όμως και «απάτη». Πως μπορούν αυτά τα δύο να σταθούν πλάι πλάι; Δηλαδή, αν ο χρόνος τον εξαπατά, τότε πως μπορεί ο χρόνος να είναι ψευδαίσθηση; Ακολουθεί η «διάσπαση». Ο χρόνος δηλαδή, πρώτα τον εξαπατάει και τον κοροϊδεύει και ύστερα τον αναγκάζει να διασπαστεί; Και ποιο είναι το υποκείμενο; Διασπάται ο ζωγράφος ή ο ίδιος ο χρόνος είναι διασπασμένος;


Τι από τα δύο συμβαίνει; Ακολουθεί η «εξαλλαγή». Τι σημαίνει εξαλλαγή; Είναι ιατρικός όρος που σημαίνει την μεταβολή των καλοηθών νεοπλασμάτων σε κακοήθη. Δηλαδή ο χρόνος είναι καρκίνος; Καλό κι αυτό: Αμ τότε πως ο καρκίνος είναι ψευδαίσθηση; Παρακάτω γράφει: «διαστολή υποκειμένου και αντικειμένου».


Η φράση ταιριάζει σε φιλοσοφική πραγματεία, όχι σε τεχνοκριτικό σημείωμα. Το κάθε ουσιαστικό απ' αυτά που είδαμε ως τώρα δεν ταιριάζει με το διπλανό του, αλλά το ένα αναιρεί το άλλο. Προχωρώντας, διαβάζουμε «κατακερματισμός και αλλοτρίωση». Ενώ η προηγούμενη φρασούλα «διαστολή υποκειμένου και αντικειμένου», είναι παρμένη από την φιλοσοφία, το «κατακερματισμός και αλλοτρίωση» ανήκει στο σύγχρονο λεξιλόγιο των κουλτουριάρηδων.


Συνοψίζοντας: Η χρονικότητα του τάδε ζωγράφου είναι 1) ψευδαίσθηση, 2) απάτη, 3) διάσπαση, 4) εξαλλαγή, 5) διαστολή υποκειμένου και αντικειμένου, 6) κατακερματισμός, 7) αλλοτρίωση.

Κατάλαβε φαίνεται η συγγραφέας ότι μας μπούκωσε αρκετά και σταμάτησε εδώ τον κατάλογο, για να προχωρήσει σε κάποιες επεξηγήσεις: «γι' αυτό κύριο μέλημά του είναι να την εξοστρακίσει». Το «την» αναφέρεται βέβαια στην χρονικότητα, θα μπορούσε όμως ν' αναφέρεται και σε οποιοδήποτε ουσιαστικό θηλυκού γένους που αναφέρθηκε πιο πάνω, όπως την ψευδαίσθηση, την απάτη, την εξαλλαγή.


Καταλαβαίνετε λοιπόν τι σύγχυση δημιουργείται όταν κάποιος δεν ελέγχει τα λόγια του; Θέλει να πει ότι ο ζωγράφος προσπαθεί να βγάλει τον χρόνο έξω από το έργο του και για να το πει αυτό αυτό, μας αράδιασε του κόσμου τα αφηρημένα ουσιαστικά. Πως όμως θα το κάνει αυτό (να εξοστρακίσει τη χρονικότητα);


«Αναζητώντας την πρωτογένεια μιας νέας ονοματοθεσίας». Τι σημαίνει άραγε η λέξη «πρωτογένεια»; Μήπως θα πει το πρώτο γένος; Η πρώτη γέννηση; Η πρώτη φάση της ζωής του ανθρώπου; Αλλά εκείνο που είναι για γέλια, είναι η «νέα ονοματοθεσία». Τι θέλει να πει η ποιήτρια, ότι να εξοστρακίσει ο ζωγράφος τον χρόνο από τους πίνακές του, δίνει νέα ονομασία στα πράγματα; Γιατί μιλούμε βέβαια, για ζωγράφο. Και στη ζωγραφική, τι πάει να πει «ονοματοθεσία»; Και ποια είναι η νέα ονοματοθεσία και τι σχέση έχει με την πρωτογένεια, με τη διάσπαση του χρόνου και μ' όλα τ' άλλα που μας είπε παραπάνω;

Και δεν σταματά εδώ, αλλά συνεχίζει: Μέλημα του ζωγράφου είναι να εξοστρακίσει τη χρονικότητα, αναζητώντας, εκτός από την πρωτογένεια μιας νέας ονοματοθεσίας, και την πρωτογένεια μιας «ιδιωματικής γραφής». Αυτό το τελευταίο, παραδόξως φαίνεται κάπως κατανοητό. Υποθετικά πάντα, η ιδιωματική μορφή, είναι μια δική του τεχνοτροπία που αποδίδει το δικό του πρόσωπο ή έστω το ιδίωμα. Κι αυτό το απλό πράγμα, δηλαδή το να βρει ο ζωγράφος το προσωπικό του ύφος, το κάνει μόνο και μόνο για να εξοστρακίσει τον χρόνο; Μυστήρια πράγματα συμβαίνουν στον χώρο της τέχνης κι ακόμα πιο μυστήρια στον χώρο της κριτικής...


Προσέξτε όμως να δείτε, ότι αυτή η ιδιωματική μορφή θα εκκολάψει στην τεχνοκριτικό, πολλά πράγματα παρακάτω: «...μιας ιδιωματικής μορφής, που θα του επιτρέψει την αναδόμηση, ενός κόσμου όπου μέσα του, ερωτικά συγκλίνουν τα πάντα, ικανοποιούνται, αποκαθίσταται».

Εδώ μπαίνει και το ερωτικό στοιχείο. Έτσι, πρωτού τελειώσει το τεχνοκριτικό σημείωμα της κυρίας αυτής, εμείς θα έχουμε γνωρίσει και το πρόβλημα του έρωτα του καλλιτέχνη μας. Αν καταλάβαμε λοιπόν σωστά, ο ζωγράφος προσπαθεί να εξοστρακίσει τον χρόνο, που είναι ένα σωρό πράγματα -αυτά τα περνάμε στο ντούκου- κι αυτό το κάνει αναζητώντας την προσωπική του έκφραση για να ξαναδημιουργήσει (η αναδόμηση που λέγαμε) τον κόσμο και να πετύχει και στον έρωτα, θαρρείς πως ο έρωτας δεν έχει σχέση με τον χρόνο. Βλέπετε λοιπόν, ότι αυτή κουλτουριάρα, με το να θέλει να πει πολλά, τελικά δεν λέει τίποτα;


Το «αφιέρωμα» στα αλαμπουρνέζικα των κουλτουριάρηδων, θα κλείσει με ένα ακόμα μικρό δείγμα της «κουλτούρας» τους. Δεν θα γίνει κάποια ανάλυση, όπως στο προηγούμενο κείμενο. Πάρτε το ως «άσκηση» για το σπίτι και πέστε και σε μας τι καταλάβατε:

«Ο ελλαδικός άνθρωπος στην Ορθοδοξία διατυπώνει τον αρνητικό του νόστο ως «ζώο θεούμενο», μέσα από τον διάλογο του Εγώ του με το Άλλο, ως Ανταρσία ενάντια σε ένα Είναι δίχως Πρόσωπο, αφηγείται το καθολικό του βίωμα, τη διαδικασία ενσάρκωσης στο Εγώ του, την πρόσκτηση, με ενοποιό τον εαυτό του, του διάχυτου και απρόσωπου ως την έλευση του γίγνεσθαι που μετουσιώνεται τώρα, μέσα από την ιστορία του, την διάρκεια της Πράξης του, στο Εσύ και το Εμείς του Εκκαθολικευόμενου Εγώ του...

Ο χριστιανικός άνθρωπος εγκολπώνει το Άλλο στο εκκαθολικευμένο του Εγώ, στο Εσύ και στο Εμείς, «ζωντανό σώμα του Θεού», εκκλησία του. Το Άλλο γίνεται έτσι Εσύ για να θριαμβεύσει ως Εμείς μέσα σε ένα Εγώ μεγαλωμένο δυνάμει στο άπειρο, Έρωτας ως Πράξη του Εσύ έξω από τον Καιρό, και ιστορία ως Πράξη του Εμείς, ενσαρκωμένος Καιρός, συμπίπτουν σε μια δισυπόστατη υφή ενός γίγνεσθαι που εκφράζεται στο Πρόσωπο, στην Παρουσία του Ανθρώπου ως ερωτικής σχέσεως, ως αγαπητικής πράξης».

(Περιοδικό «Αντί», αρ. 239, σελ. 20-21, 1983)


Κείμενα σαν τα παραπάνω, δίνουν το κακό παράδειγμα στη χρήση της γλώσσας, στους νέους που τα διαβάζουν. Η νεότερη γενιά που ψευτομορφώνεται με τέτοια κείμενα, θα γράφει ακόμα χειρότερα και οι παρατηρήσεις της θα είναι και χειρότερες και πιο γελοίες. Ο Στρατής Δούκας έλεγε χαρακτηριστικά, ότι με την λογοτεχνία σήμερα ασχολούνται αποκλειστικά οι άνθρωποι που δεν έχουν ιδέα από γλώσσα. Τα κακά επομένως είναι δύο:

1) Η διαφθορά των νέων που θα εκφράζονται χειρότερα στο μέλλον.
2) Η διαφθορά της ίδιας της γλώσσας που κι αυτή θα γίνει θολή και νερόβραστη.

Παλαιότερα, κάποιος καθηγητής γλωσσολογίας έλεγε: «Μακριά από τους μορφωμένους!» κι αυτό που έλεγε εκείνος ο αγαθός άνθρωπος, ισχύει εκατό φορές περισσότερο για τους σύγχρονους κουλτουριάρηδες που ούτε τη γλώσσα ξέρουν και ούτε έχουν οργανωμένη σκέψη.


Για όσους συναισθάνονται αυτή την εξαχρείωση της γλώσσας και θλίβονται κατάκαρδα για όλη αυτή την κατάντια, η λύση είναι μία: Να προσέχουμε πολύ τα λόγια μας κι ακόμα περισσότερο τα γραπτά μας. Κάθε τι που λέμε να το σκεφτόμαστε, και προπάντων πρέπει να γράφουμε κατανοητά. Και για να γίνει αυτό, πρέπει να διαβάζουμε κλασικά κείμενα της λογοτεχνίας μας, που έχουν σωστή και ζωντανή γλώσσα κι επίσης να στήνουμε αυτί στις κουβέντες του λαού.


Ο Σολωμός πήγαινε στις ταβέρνες της Κέρκυρας για ν' ακούσει πρόσφυγες από την Κρήτη που τραγουδούσαν μαντινάδες. Ο Καβάφης πήγαινε στα καφενεία και τα φαρμακεία της ελληνικής παροικίας της Αλεξάνδρειας κι έστηνε αυτί για να τσακώσει καμιά ζωντανή ελληνική φράση.


Ενώ εμείς, σήμερα διαμορφώνουμε τη γλώσσα μας από τις εφημερίδες, το ραδιόφωνο και την τηλεόραση, και χώρια που δεν μας μένει καιρός ούτε να σκεφτούμε, ούτε να χωνέψουμε αυτά που βλέπουμε κι ακούμε. Πάντως, ούτε το να στήνουμε αυτί αρκεί. Χρειάζεται και κάτι ακόμα: Να ασκούμαστε στο γράψιμο. Και η άσκηση γραφής, κρατάει μια ζωή...


Πηγή: Το κείμενο είναι του συγγραφέα Ντίνου Χριστιανόπουλου και αποτελεί διασκευασμένο απόσπασμα από συζήτηση με τον επίσης συγγραφέα Περικλή Σφυρίδη («Αλαμπουρνέζικα ή η γλώσσα των σημερινών κουλτουριάρηδων», πρώτη έκδοση 1990).

http://varelaki.blogspot.gr/2014/12/blog-post.html