Αναγνώστες
Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2015
H Παλλήνη στη διαδρομή των αιώνων
Διαβάστε αναλυτικά την ιστορία της Παλλήνης, όπως αυτή παρουσιάστηκε στο πρώτο λεύκωμα του Συλλόγου.
Ελάτε να ταξιδέψουμε μαζί σε ένα όνειρο, σε ένα παραμύθι, γιατί η ιστορία της Παλλήνης μας ξεκινάει από ένα μύθο πριν τα Ιστορικά χρόνια. Είναι γνωστή η συνήθεια των αρχαιοτάτων προγόνων μας να κατασκευάζουν μύθους, γι' αυτό και η μοναδική Ελληνική μυθολογία εμπλέκεται με θρύλους, παραδόσεις και πριν από το γραπτό λόγο. Μύθους βέβαια έφτιαχναν για αξιόλογα μέρη και η Παλλήνη από αρχαιοτάτων χρόνων ήταν αξιόλογος τόπος αφού και ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι η Παλλήνη ήταν ο αρχαιότερος και αξιολογότερος δήμος της Μεσογαίας.
Πρώτος λοιπόν βασιλιάς της Παλλήνης κατά τη μυθολογία ήταν ο Παλλάς. Δεν ήταν ένας τυχαίος βασιλιάς ο Πάλλας, διότι ήταν αδελφός του πανίσχυρου Αιγέα του βασιλιά της Αθήνας και επομένως θείος του Θησέα, διάδοχου του θρόνου των Αθηνών. Όταν ο Θησέας πήγε στην Κρήτη να αντιμετωπίσει τον Μινώταυρο κανείς δεν ήλπιζε ότι θα γύριζε ζωντανός, επομένως ο Πάλλας πίστευε ότι αυτός θα ήταν ο επόμενος βασιλιάς της Αθήνας. Ο Θησέας όμως γύρισε και ο Αιγέας, από παρεξήγηση, ως γνωστόν, έπεσε στα νερά της θάλασσας και βάφτισε το Αιγαίο πέλαγος με τ' όνομά του. Ο Πάλλας που είχε πιστέψει ότι θα γινόταν βασιλιάς της Αθήνας δεν μπορούσε να συμβιβαστεί με την πραγματικότητα, γι' αυτό μαζί με τους πενήντα γιους του, τους Παλλαντίδες, πολέμησε τον Θησέα για να του πάρει το θρόνο, αλλά ο Θησέας τον νίκησε κι έτσι ο Πάλλας παρέμεινε άρχων της Παλλήνης, έδωσε το όνομα του στη πόλη μας κι έτσι έχουμε – Πάλλας (με δυο λάμδα) – Παλλήνη – Παλλάς Αθηνά – Ναός Παλληνίδος Αθηνάς – Παλάνα και με την παραφθορά , «Μπαλάνα». Όλα έχουν την ίδια ρίζα.
Ο συμπατριώτης μας, στρατηγός και επίτιμος πρόεδρος του Συλλόγου μας, κ. Ιωάννης Οικονόμου, έχει συγγράψει ένα αξιολογότατο ιστορικό βιβλίο, το μόνο που έχει κωδικοποιήσει την ιστορία της Παλλήνης, από αρχαιοτάτων μέχρι των τελευταίων χρόνων της. Έτσι εκεί μπορεί κανείς να βρει πολύτιμα στοιχεία για την πόλη μας με μεγάλη ακρίβεια, αφού ανατρέχει σε βιβλιογραφία 72 τουλάχιστον συγγραφέων (αρχαίων και νεωτέρων) και θεωρείται ένα επιστημονικό μοναδικό ντοκουμέντο. Ευχαριστούμε πολύ τον κ. Οικονόμου για τα 5-6 χρόνια που διέθεσε με πολύ ζήλο ανατρέχοντας σε βιβλιοθήκες και άλλες πηγές, ώστε να μας προσφέρει τόσο γλαφυρά την ταυτότητα της πόλης μας.
Μετά όμως από την προϊστορία και την μυθολογία ερχόμαστε σε ιστορικά πλέον γεγονότα, που έχουν τη σφραγίδα του Ηρόδοτου και άλλων αρχαίων ιστορικών.
Η πιθανότερη θέση που ήταν κτισμένη αυτή η πόλη, ευρίσκεται δυτικότερα από τη σημερινή και θα μπορούσαμε να τη σκεφτούμε μεταξύ Μπαλάνας, Σταυρού και Κάντζας. Ο ναός της Παλληνίδος Αθηνάς εντοπίζεται από τις τελευταίες ανασκαφές της Αττικής οδού, στην περιοχή του Σταυρού και μάλιστα κοντά στην οδό Κλεισθένους. Οι αρχαιολόγοι δικαιολογούν αυτήν τη θέση, διότι αποτελεί σταυροδρόμι μεταξύ Γαργηττού, Μενιδίου, Αθηνών, Μεσογείων, καθότι η Παλλήνη πάντα αποτελεί κόμβο όλων αυτών των περιοχών και σήμερα συμβαίνει το ίδιο, γι' αυτό και ο κατακερματισμός από τους μεγάλους δρόμους. Οι ανασκαφές για τη δημιουργία της Αττικής οδού και τα συνεργεία αρχαιολόγων που ακολούθησαν, επιβεβαιώνουν την αρχαιολογική αξία της περιοχής μας με ευρήματα και κτερίσματα, καθόλο το μήκος της δυτικής σημερινής Παλλήνης, εκεί δηλαδή που πιθανολογείται η θέση της αρχαίας πόλης και εξ όσων γνωρίζουμε, τα ευρήματα αυτά συσσωρεύθηκαν κατ' αρχήν στο εργοστάσιο του Καμπά και εν συνεχεία αποθηκεύτηκαν σε αποθήκες στον Πειραιά, με άγνωστη την τύχη τους. .
Το 425 π.Χ. ο Αριστοφάνης ανέβασε την κωμωδία του «Αχαρνής». Σ' ένα χορικό του αναφέρεται και στην Παλλήνη, όπου ο χορός σε μετάφραση λέει: "Εμπρός! αυτόν τον άνθρωπο στο χέρι πια να βάλουμε κι ως την Παλλήνη ας τρέξουμε να στήσουμε παγάνα"... κλπ.
Από την Παλλήνη ασφαλώς πέρασε ο Μαραθωνοδρόμος αγγελιοφόρος, όταν από τον Μαραθώνα έτρεξε στην Αθήνα το 490π.Χ να αναγγείλει το "νενικήκαμε".
Τον φανταζόμαστε να έχει κάνει μια στάση στη μεγάλη πόλη της διαδρομής του για να πιει δροσερό νεράκι από κάποιο πηγάδι κι έτσι οι Παλληνιώτες έμαθαν πριν από τους Αθηναίους το χαρμόσυνο γεγονός, ασφαλώς πανηγύρισαν και για τους πολεμιστές της Παλλήνης, που συμμετείχαν κι αυτοί στην ιστορική μάχη. Ως γνωστό σε ανάμνηση αυτής της διαδρομής έχει καθιερωθεί σαν βασικό αθλητικό αγώνισμα ο Μαραθώνιος, που όταν γίνεται στην κλασική του διαδρομή περνούν οι αθλητές, όλου του κόσμου από την πόλη μας.
Αξίζει να αναφέρουμε ότι το 1896, (πους πρώτους σύγχρονους Ολυμπιακούς αγώνες, οι κάτοικοι είχαν φτιάξει ασπίδα για να υποδεχθούν τον πρώτο Μαραθωνοδρόμο που πέρασε από την Παλλήνη.
Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι ο Αμεινίας ήταν Παλληνεύς. Μεγάλη η δόξα του Αμεινία. Πρόσωπο που έπαιξε σπουδαίο ρόλο στην ιστορία. Στη ναυμαχία της Σαλαμίνας το 480π.Χ. ήταν αυτός που πρώτος εμβόλισε περσικό πλοίο κι έτσι άρχισε εκεί ο αγώνας.
Όπως είναι γνωστό υπήρχε αντιπαράθεση μεταξύ του Αθηναίου Θεμιστοκλή και του Πελοποννήσιου Ευρυβιάδη.
Ο Θεμιστοκλής επέμενε ότι μόνο σε κλειστό χώρο, όπως τα στενά της Σαλαμίνας μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τον ισχυρότερο και πολυαριθμότερο περσικό στόλο, ώστε τα μεγάλα τους πλοία να εγκλωβιστούν σε χώρο που να μην τους επιτρέπει χειρισμούς, που οι ευέλικτες ελληνικές τριήρεις θα μπορούσαν να κάνουν. Να σκεφθούμε ότι οι Πέρσες είχαν χίλια τριακόσια περίπου μεγάλα πλοία ενώ οι Έλληνες τριακόσια μικρότερα. Η αντιπαράθεση λοιπόν στην ανοικτή θάλασσα, όπως υποστήριζε ο Ευρυβιάδης και μερικοί άλλοι, μόνον καταστροφή μπορούσε να φέρει.
Ενώ λοιπόν οι διαβουλεύσεις των αρχηγών γίνονταν με μεγάλη οξύτητα, μέχρι που ο Ευρυβιάδης σήκωσε το μπαστούνι του να κτυπήσει τον Θεμιστοκλή και ακούστηκε το ιστορικό: «πάταξον μεν, άκουσον δε» ο Αμεινίας «ως ο από μηχανής θεός» επιτίθεται και εμβολίζει ένα μεγάλο Περσικό με τέτοια ορμή που ήταν αδύνατο να το αποκολλήσουν κι έτσι με ένα ρεσάλτο ο Αμεινίας με το πλήρωμα του, κατέσφαξε το πολυάριθμο πλήρωμα των Περσών. Έτσι η ναυμαχία γίνεται πια στο χώρο που είχε επιλέξει ο Θεμιστοκλής και γενικεύεται .
Ο Παλληνεύς όμως Αμεινίας δε σταματά εδώ. Μεταπηδώντας και αναλαμβάνοντας τη διοίκηση άλλου πλοίου, εφορμά κατά της Περσικής ναυαρχίδας, όπου ο στόλαρχος Αριαβίγνης, αδελφός του Ξέρξη και γλιτώνει από την καταστροφή το Θεμιστοκλή, γιατί το πλοίο του Αριαβίγνη ήταν έτοιμο να εμβολίσει την τριήρη του Έλληνα στόλαρχου. Ο Αμεινίας πέφτει με τέτοια ορμή, που ο Αριαβίγνης εκτοξεύεται στη Θάλασσα και πνίγεται. Αρχίζει έτσι ο ενθουσιασμός των Ελλήνων και ο πανικός των Περσών. Και ο Αμεινίας ακάθεκτος κυνηγά την τρομερή βασίλισσα της Αλικαρνασσού, την Αρτεμισία, που πολεμούσε καλύτερα από τους άνδρες.
Είναι γνωστό ότι η ναυμαχία έκρινε τελικά την τύχη της Ελλάδος , αλλά και της Ευρώπης, διότι το πανίσχυρο Περσικό κράτος αν περνούσε τη δυνατή τότε Ελλάδα, δεν θα αντιμετώπιζε σπουδαία αντίσταση από τους ανύπαρκτους εκείνο τον καιρό Ευρωπαίους. Η σημασία λοιπόν του εγχειρήματος του Αμεινία ήταν σπουδαία και γι' αυτό ήταν ένας από τους τρεις ήρωες που τιμήθηκαν με το αριστείο ανδρείας σ' αυτήν τη σωτηρία ναυμαχία.
Για τα αρχαιότατα ευρήματα που κατά καιρούς έχουν ανακαλυφθεί στην Παλλήνη και που αρχίζουν από τους Μυκηναϊκούς χρόνους, αλλά και για διάφορα ιστορικά γεγονότα, όπως οι μάχες του Πεισίστρατου και των παιδιών του που έγιναν στη περιοχή μας, πρέπει να αφιερώσουμε αρκετές σελίδες. Απλώς θα αναφέρουμε ότι σε ανάμνηση της νίκης του Πεισίστρατου και των Πεισιστρατίδων (Ιππίας και Ίππαρχος) πιθανολογείται ότι εστήθη ο λέων που και σήμερα μετά από δύο χιλιάδες πεντακόσια χρόνια υπάρχει στην Κάντζα. Εμείς όμως κάνουμε μια απλή περίληψη, ώστε να ασχοληθούμε και με τους νεώτερους χρόνους.
Μετά λοιπόν τα ένδοξα αρχαία χρόνια, η Παλλήνη ακολούθησε την τύχη της Ελλάδος, με τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία να κατακυριεύει όλους τούς χώρους της πατρίδος μας, που βεβαία ακολουθεί το Βυζάντιο, αλλά και η κατοχή από τους Ενετούς-Φλωρεντινούς και άλλους Ιταλικούς λαούς. Η Παλλήνη την εποχή αυτή είναι σχεδόν ανύπαρκτη, έναντι των όμορων δήμων της περιοχής μας, που αποτελούν συγκροτημένα χωριά .
Αυτό όπως θα δούμε έχει την σημασία του.
Ο Κώστας Μπίρης έχει συγγράψει ένα ογκώδες βιβλίο, που ονομάζεται «ΑΡΒΑΝΙΤΕΣ» (Οι Δωριείς του νεώτερου Ελληνισμού). Υπήρχε η εντύπωση ότι τους Αλβανούς τους έφεραν οι Τούρκοι στην Ελλάδα , για να επιτηρήσουν τα κατεχόμενα. Δεν είναι όμως έτσι. Τους Αλβανούς τους έφεραν οι Ενετοί , οι Φλωρεντινοί, αλλά και οι Βυζαντινοί, διότι οι Αλβανοί ήταν επαγγελματίες πολεμιστές , μισθοφόροι δηλαδή και τους έφεραν για να αστυνομεύουν τα κεκτημένα τους.
Όταν με την πτώση της Κωνσταντινούπολης το 1453 οι Τούρκοι εισέβαλαν και στην υπόλοιπη Ελλάδα, αυτοί που κυρίως εμάχοντο κατά των Τούρκων εισβολέων, ήταν οι Αλβανοί, γιατί αυτοί αποτελούσαν και τον οργανωμένο στρατό. Όλα αυτά τα στρατεύματα που κατά καιρούς ήλθαν σε περιοχές της Ελλάδος, μεταξύ αυτών και στην Αττική, ή έφεραν και τις οικογένειες τους, ή δημιούργησαν εδώ οικογένειες. Ασφαλώς πήραν πολλά από τον πολιτισμό των Ελλήνων, αλλά άφησαν κι αυτοί πολλά στοιχεία, όπως τη γλώσσα τους. Η ανέχεια και η αγραμματοσύνη που επικρατούσε τότε, λόγω συνεχών αιώνων κατοχής, έκαναν πολλούς Έλληνες να χρησιμοποιούν την απλή Αλβανική γλώσσα, με κάποια παραφθορά, έναντι της γλαφυρής και με επιστημονική ακρίβεια Ελληνικής γλώσσας.
Έχουμε λοιπόν τα «Αρβανίτικα».Η Παλλήνη την εποχή αυτή σχεδόν δεν έχει κατοίκους. Τα υπόλοιπα γειτονικά χωριά, που ήταν κατοικημένα αναμείχθηκαν με τους Αλβανούς και να λοιπόν οι Αρβανίτες. Οι παλιότεροι θυμόμαστε προπολεμικά, ηλικιωμένους ομόρων δήμων που δεν μιλούσαν Ελληνικά, παρά μόνο Αρβανίτικα.
Έκτοτε η Παλλήνη λειτουργεί σαν μεγάλο τσιφλίκι.
Το πιθανότερο είναι, ότι επί τουρκοκρατίας, κάποιος Harvat μπέης κατείχε το τεράστιο τσιφλίκι της Παλλήνης και μάλιστα παίρνει και το όνομα του, γι' αυτό το χωριό το ξέρουμε σαν Χαρβάτι και ξεχνιέται το πραγματικό όνομα του Ιστορικού τόπου.
Εδώ, όμως συμβαίνουν περίεργα πράγματα. Ενώ όλοι νόμιζαν ότι με την απελευθέρωση των Ελλήνων από τον τουρκικό ζυγό, τα κτήματα θα έρχονταν οτα χέρια των Ελλήνων εργατών, που σαν σκλάβοι τα καλλιεργούσαν, με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου του 1830 οι ιδιοκτησίες των Τούρκων παραμένουν δικές τους για μερικά χρόνια και έτσι μπορούν να τα πουλήσουν σε μεγάλους αγοραστές. Διάφοροι αγοραστές παρήλασαν, οι οποίοι με εξευτελιστικές τιμές αγόραζαν και πουλούσαν το τσιφλίκι, με τους κολίγες μαζί.
Ιδιοκτησία λοιπόν των αφεντάδων και οι εργαζόμενοι σκλάβοι. Πολλοί όπως είπαμε οι ιδιοκτήτες που παρήλασαν. Σταματούμε όμως στον Γάλλο πρόξενο Αλέξανδρο Λουδοβίκο Ντε Ρουζού. Το 1845 ο Ρουζού έκτισε ένα λαμπρό κτίριο(στη θέση που σήμερα βρίσκεται ο Ιερός Ναός του Αγίου Τρύφωνος) και το χρησιμοποιούσε σαν κατοικία του, με πολύ προσωπικό, στάβλους, κτιστό νερόμυλο που εφοδίαζε με νερό το μέγαρο. Αυτός ο μόλος είναι σήμερα το μόνο κτίσμα που απέμεινε από τις εγκαταστάσεις του κτιρίου.
Το 1900 το κτίριο καταστράφηκε από φωτιά, που προήλθε από τα υπόγεια μαγειρεία και έκτοτε δεν επανήλθε οτην αρχική του μορφή. Εμείς οι Παλληνιώτες το θυμόμαστε ημικατεστραμμένο και το ονομάζαμε «το παλάτι» .Εκτός από το μύλο, εμείς προφτάσαμε το σπίτι του επιστάτη του κτήματος, πλησίον του υπάρχοντος ευτυχώς περιστερώνα, ένα διώροφο κτίριο που χρησιμοποιήθηκε σαν κατοικία των μετέπειτα τσιφλικάδων, αφού το παλάτι είχε καταστραφεί.
Αυτό το διώροφο κτίριο έγινε κατοικία του τελευταίου φεουδάρχη, του Καλλιφρονά, αλλά και των μετέπειτα αγοραστών, Μεϊντάνη και Τάνες.
Επίσης υπήρχαν τέσσερις σειρές ταπεινών, χαμηλών και συνεχόμενων οικισμών, όπου έμεναν οι κολίγες και στέγαζαν τη φτώχεια τους. Εν τω μεταξύ το 1874 το κτήμα αγοράζεται από τον Θεοφιλάτο, ο οποίος το κρατά τριάντα χρόνια μέχρι το θάνατο του, τιμή αγοράς διακόσιες είκοσι έξι χιλιάδες δραχμές. Μετά το Θεοφιλάτο ιδιοκτήτης είναι ο Καλλιφρονάς. Το αγόρασε το 1904 εξακόσιες πενήντα χιλιάδες δραχμές και είναι ο τελευταίος τσιφλικάς.
Οι κολίγες ήταν άνθρωποι από διάφορες περιοχές της χώρας, που κατέφευγαν για να βρουν εργασία. Γι' αυτό στην Παλλήνη υπήρχε πάντα ένα χάνι (Μοτέλ), που φιλοξενούσε τους διερχόμενους, αλλά κι αυτούς που διέμεναν πολύ λίγο εδώ. Το κτίριο αυτό είναι το σημερινό Δημοτικό Μέγαρο. Η ιδιαιτερότητα της Παλλήνης λοιπόν ήταν ,ότι σ' αυτόν τον τόπο την εποχή των Αρβανιτών δεν υπήρχαν μόνιμοι κάτοικοι, να δεχθούν τον επηρεασμό των Αλβανών, γι' αυτό και στο Χαρβάτι λίγοι μιλούσαν Αρβανίτικα κι αυτοί τα είχαν φέρει από τις πατρίδες τους, αν χρησιμοποιείτο εκεί η Αρβανίτικη γλώσσα.
Την Παλλήνη όμως, το Χαρβάτι θα λέγαμε καλύτερα, αυτήν τη εποχή συντάραξε ένα συγκλονιστικό γεγονός.
Το 1913 άρχισε να εφαρμόζεται ο νόμος 1072 για την απαλλοτρίωση των τσιφλικιών. Υπήρχαν οι λεγόμενοι κολίγες εμφυτευτές. Αυτοί λοιπόν είχαν φυτεύσει στα κτήματα του τσιφλικιού δικά τους αμπέλια, ελιές ή άλλα δένδρα και κρατούσαν ένα μέρος του καρπού, ενώ ένα άλλο μέρος παρέδιδαν στο αφενιικό. Η αναλογία ήταν 1/3 στον εμφυτευτή και 2/3 στον τσιφλικά. Οι εμφυτευτές αυτοί το 1917-1918 δημιούργησαν αμπελουργικό συνεται-ρισμό, που όπως γράφει ο Γιάννης Κορδάτος, ήταν ο πρώτος συνεταιρισμός της Αττικής. Ο συνεταιρισμός αυτός αποτελεί τον πρώτο πυρήνα της ιδιοκτησίας .
Ο αέρας της ελευθερίας και της ιδιοκτησίας άρχισε να πνέει και ξεκίνησε ο αγώνας της απαλλοτρίωσης . Ήδη και με τους αγώνες των Θεσσαλών, τις θυσίας του ΚΙΛΕΛΕΡ και ότι συνέβαινε κι εκεί, εφαίνετο ξεκάθαρα ότι το φεουδαρχικό σύστημα στην Ελλάδα κατέρρεε ολοταχώς, παραχωρώντας τη θέση του στο Καπιταλιστικό σύστημα. Έτσι το 1923, μετά από πολλές αντιπαραθέσεις με τον φεουδάρχη και σκληρές προσπάθειες επί κυβερνήσεως Ελ. Βενιζέλου , εδόθησαν στους κολίγες οι προσωρινοί τίτλοι ιδιοκτησίας. Τα οριστικά παραχωρητήρια απεκτήθησαν το 1953. Οι κληρούχοι ήταν σαράντα οκτώ φυσικά πρόσωπα και ανά έναν κλήρο πήρε η εκκλησία και το Δημοτικό Σχολείο Παλλήνης. Επίσης μικροί κλήροι των έντεκα περίπου στρεμμάτων εδόθησαν σε επαγγελματίες που ευρέθηκαν κατά την απαλλοτρίωση στην Παλλήνη ενώ οι κανονικοί κληρούχοι έλαβαν κλήρους των εκατόν εξήντα περίπου στρεμμάτων.
Όλα αυτά βεβαίως δεν έγιναν αυτομάτως βάσει του Νόμου 1072. Οι τσιφλικάδες αντέδρασαν πολύ σκληρά με όλα τα πολιτικά και κοινωνικά μέσα που τους έδινε η υψηλή κοινωνική τους θέση και μόνο η αποφασισιική θέληση του Βενιζέλου έσωσε την κατάσταση. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι ο Καλλιφρονάς, φοβούμενος τα χειρότερα, έσπευσε να πουλήσει, ότι μπορούσε και κυρίως το εναπομένον 1/3 του τσιφλικιού, για το οποίο πρόθυμοι αγοραστές από το Λιόπεσι, τη σημερινή Παιανία, θέλησαν να αγοράσουν σε τιμή ευκαιρίας.
Η αντίδραση των κολίγων ήταν έντονη και η αντιπαράθεση έφθασε σε ένοπλη αναμέτρηση, έτσι που την άνοιξη του 1929, το Χαρβάτι θρήνησε την απώλεια δύο νέων κοριτσιών, της Ειρήνης Πράπα και της Φανής Σιδεριά. Στη θέση Χούντα της περιοχής Αγ. Αθανασίου, όπου έγινε το φονικό, οι εκσκαφές της Αττικής Οδού έφεραν στην επιφάνεια μαρμάρινη στήλη με τα ονόματα τους.
Και τα χρόνια περνούν. Μετά τον Α' Παγκόσμιο πόλεμο και τους Βαλκανικούς πολέμους, όπου οι περισσότεροι από τους γονείς μας αγωνίσθηκαν για την απελευθέρωση και τον διπλασιασμό της Ελλάδος, ήλθε ο Β' Παγκόσμιος πόλεμος, όπου η Παλλήνη και πάλι συνεισέφερε αίμα των παιδιών της, στον κοινό αγώνα κατά του φασισμού. Θύματα υπήρξαν στρατευμένα παιδιά αλλά και πολίτες.
Να δούμε όμως την τύχη του υπόλοιπου κτήματος του Καλλιφρονά, αυτό δηλαδή που δεν απαλλοτριώθηκε και δεν πουλήθηκε σε τρίτους. Το κομμάτι αυτό μεταβιβάσθηκε από τον Καλλιφρονά σιον Μεϊντάνη, που αρκετοί από μας τον θυμόμασιε και το 1939 από τον Μεϊντάνη στους αδερφούς Τάνες αντί πέντε εκατομμυρίων δραχμών.
Σήμερα αποτελεί την οικοδομημένη περιοχή Τάνες, που ανήκει σε πολλούς ιδιοκτήτες και είναι το νοτιοδυτικό τμήμα της πόλης μας. Αυτή, αγαπητοί μου, είναι με λίγα λόγια η μεγάλη ιστορία της Παλλήνης, που ξεκινάει από τη μυθολογία και φτάνει μέχρι και τον προηγούμενο αιώνα. Όμως μετά την καταγεγραμμένη ιστορία της, εμείς οι παλαιότεροι έχουμε μνήμες, μνήμες προσωπικές, αλλά και ζωντανές ακόμη διηγήσεις των γονιών μας και αυτές γράφουν τη συνέχεια της Ισιορίας. Θυμόμαστε λοιπόν τους γονείς μας να λένε ότι το δάσος της Πεντέλης, πυκνό από πεύκα και άλλα δέντρα και θάμνους, έφτανε μέχρι την Λ. Μαραθώνος. Αργότερα κάηκε από μεγάλη φωτιά. Τους χειμωνιάτικους μήνες άκουγαν λύκους και τσακάλια να φωνάζουν, πλησιάζοντας τα λίγα σπίτια του χωριού.
Προ του πολέμου, ο μικρός και μισοκατεστραμμένος δρόμος της οδού Μαραθώνος, είχε τόσο μικρή κίνηση από αυτοκίνητα, που τα παιδιά του χωριού πήγαιναν στις δέκα το πρωί για να δούνε κάποιο αυτοκίνητο που περνούσε αυτήν την ώρα. Το είδος ήταν σπάνιο, τους έκανε εντύπωση και το θαυμάζανε.
Η απογραφή της Παλλήνης πολύ παλιά κατέγραφε είκοσι πέντε οικογένειες, άτομα εκατό. Το 1927 πεντακοσίους δύο κατοίκους, το 1951 εννιακόσιους δύο κατοίκους και το 1971 δύο χιλιάδες τετρακόσιους πενήντα περίπου.
Η εξέλιξη, όπως παντού εκάλπασε. Άλλαξε τους ρυθμούς, ζούμε μία διαφορετική εποχή και το παλιό μας χωριό ξεχνιέται. Ο Σύλλογός μας κάνει την πρόταση και μπορεί να συλλέξει παλιά αντικείμενα, έγγραφα, φωτογραφίες και στοιχεία που αξίζει να περισωθούν, όσο ακόμη η δική μας γενιά βρίσκεται κοντά σ' αυτά που φεύγουν και χάνονται. Οι γενιές που ακολουθούν, δικαιολογημένα είναι μακρύτερα από αυτήν την εποχή. Ζητούμε λοιπόν, ένα χώρο να στεγάσουμε την πρόσφατη έστω ιστορία της πόλης μας, σ' ένα λαογραφικό μουσείο που τόσο μας λείπει. Το ζήτημα αυτό του Συλλόγου μας, είναι πάγιο, το επαναλαμβάνουμε εγγράφως και προφορικώς, σε κάθε ευκαιρία. Εμείς αναλαμβάνουμε τη δουλειά της συγκέντρωσης και κατάταξης του υλικού. Αναζητούμε το χώρο να στεγάσουμε τις μνήμες μας.
Τελειώνοντας ας ευχηθούμε :
Η Παλλήνη να διατηρήσει, ότι είναι δυνατόν από το χαρακτήρα της, τη μεγάλη της ιστορία και οι κάτοικοι της να ζουν ευτυχισμένοι, σ' αυτόν τον ιστορικό τόπο, που τόσο αγαπήσαμε.
ΚΩΣΤΑΣ ΡΟΜΠΟΤΗΣ
http://istoria-palineus.blogspot.gr/2007/02/h_09.html
Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2015
H αυτόχειρας συγγραφέας Βιρτζίνια Γουλφ
Η ζωή και το έργο της ιδιαίτερης κυρίας των βρετανικών γραμμάτων
Η βρετανή μυθιστοριογράφος, δοκιμιογράφος, βιογράφος και φεμινίστρια ήταν πράγματι μια γόνιμη πένα, το μοντερνιστικό στιλ γραφής της οποίας άλλαζε μάλιστα με κάθε νέο πόνημα.
Η εκτεταμένη επιστολογραφία της φανερώνει ότι η Γουλφ ήταν στο κέντρο της βρετανικής λογοτεχνικής κουλτούρας, αντιπροσωπεύοντας την ιστορική εκείνη στιγμή που η τέχνη ήταν συνυφασμένη με την κοινωνία.
Κι όπως παρατηρούσε ο κορυφαίος ποιητής Τ.Σ. Έλιοτ στη νεκρολογία του για τη Βιρτζίνια Γουλφ, «με τον θάνατό της, ένα ολόκληρο πρότυπο κουλτούρας χάθηκε για πάντα».
Ας δούμε λοιπόν τις σημαντικότερες στιγμές της ιδιαίτερης αυτής περσόνας της αγγλικής λογοτεχνίας, της γυναίκας που ευθύνεται για αφηγήματα όπως «Η Κυρία Ντάλογουεϊ», «Ο Φάρος», «Τα Κύματα», «Τα Χρόνια», «Ορλάντο» και πολλά ακόμα...
Πρώτα χρόνια
Η Βιρτζίνια Γουλφ γεννιέται σε ένα αξιοσημείωτο νοικοκυριό. Ο πατέρας της, σερ Λέσλι Στίβεν, ήταν ιστορικός και συγγραφέας, καθώς και μια από τις πλέον διακεκριμένες φιγούρες της χρυσής εποχής της ορειβασίας. Η μητέρα της, Τζούλια Πρίνσεπ Στίβεν, είχε γεννηθεί στην Ινδία και είχε ποζάρει ως μοντέλο σε πολλούς βρετανούς προραφαηλίτες ζωγράφους, την ίδια στιγμή που ήταν επιφανής νοσοκόμα και συγγραφέας βιβλίων στον τομέα της.
Αμφότεροι οι γονείς της ήταν ξαναπαντρεμένοι και είχαν παιδιά από προηγούμενους γάμους, με τη Γουλφ να μετρά 3 αδέλφια και 4 ακόμα ετεροθαλή, με την πολυμελή φαμίλια να ζει αρμονικά στο σπίτι της στο Κένσιγκτον του Λονδίνου.
Στο σπιτικό λοιπόν επικρατούσε κλίμα πνευματικό, με την άρτια εκπαίδευση των παιδιών να είναι το πρώτο μέλημα των γονέων. Η αχανής βικτοριανή βιβλιοθήκη της οικίας λειτουργούσε άλλωστε συμπληρωματικά με τις σπουδές, την ίδια ώρα που το σπίτι κατακλυζόταν από τους διακεκριμένους φίλους των γονιών, όλοι τους άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών. Η νεαρή Γουλφ έρχεται λοιπόν από νωρίς σε επαφή με τον κόσμο του πνεύματος και της λογοτεχνίας, μεγαλώνοντας σε ένα ιδανικό οικογενειακό σκηνικό για να αναπτύξει το συγγραφικό της ταλέντο.
Από τη στιγμή που ήρθε στο φως, στις 25 Ιανουαρίου 1882, η Βιρτζίνια μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον αγάπης και στοργής. Μοναδική μελανή στιγμή, το τραυματικό περιστατικό με τα δυο μεγαλύτερα αδέλφια της που την κακοποίησαν σεξουαλικά, με τη Βιρτζίνια να είναι μόλις 6 ετών. Το αποτρόπαιο γεγονός έμελλε να αφήσει ανεξίτηλο το χνάρι του στον ψυχισμό του μικρού κοριτσιού, με τα πράγματα να γίνονται ακόμα χειρότερα όταν η μητέρα της θα πέθαινε ξαφνικά, σε ηλικία 49 ετών.
Εκπαίδευση
Η μάχη των ορμονών της πρώιμης εφηβικής ηλικίας, σε συνδυασμό με την αναντίρρητη πραγματικότητα της τεράστιας αυτής απώλειας, θα βυθίσουν τη νεαρή Βιρτζίνια στην απελπισία, με τον νευρικό κλονισμό να ακολουθεί αμέσως μετά. Η κατάσταση έμελλε ωστόσο να χειροτερεύσει όταν δύο χρόνια αργότερα χάνει και τη λατρεμένη ετεροθαλή αδερφή της Στέλλα.
Παρά τη βαθύτατη μελαγχολία της, η Βιρτζίνια εντρυφεί στη μελέτη των γερμανικών, των ελληνικών και των λατινικών στο Γυναικείο Τμήμα του περίφημου King’s College του Λονδίνου. Στη διάρκεια των τεσσάρων ετών που πέρασε στο ακαδημαϊκό περιβάλλον θα έρθει σε επαφή με τον ριζοσπαστικό φεμινισμό, οι εκπρόσωποι του οποίου επιζητούσαν την πολυπόθητη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση.
Το 1904, χάνει και τον πατέρα της, με το γεγονός του θανάτου του να μένει ορόσημο στη ζωή της. Τέτοιο ορόσημο που θα χρειαστεί να νοσηλευτεί για να συμβιβαστεί με τον χαμό του. Το μοτίβο της παλινδρόμησης μεταξύ λογοτεχνικής έκφρασης και προσωπικής απόγνωσης θα εγκαθιδρυόταν την εποχή αυτή και θα συνέχιζε να υφίσταται για το υπόλοιπο της ζωής της.
Έρωτας
Τον ίδιο καιρό, τα αδέλφια της Βανέσα και Μπράιαν θα πουλούσαν το πατρικό σπίτι του Κένσιγκτον και θα αγόραζαν ένα καινούριο στην περιοχή του Μπλούμσμπερι. Μέσω των διασυνδέσεων των αδελφών της, η Βιρτζίνια θα ερχόταν σε επαφή με το περίφημο Bloomsbury Group, έναν κύκλο διανοουμένων και καλλιτεχνών που θα γινόταν διαβόητα γνωστός το 1910 για μια φάρσα που σκάρωσε.
Μέλη του κύκλου μασκαρεύτηκαν ως αντιπροσωπεία της βασιλικής οικογένειας της Αιθιοπίας και κατάφεραν να πείσουν τους αξιωματούχους του Βασιλικού Ναυτικού της Αγγλίας να τους ξεναγήσουν στο καμάρι του στόλου, το πολεμικό πλοίο HMS Dreadnought!
Η Γουλφ συμμετείχε στη φάρσα μασκαρεμένη σε γενειοφόρο άντρα! Μετά την εξωφρενική για τα ήθη της εποχής πλάκα, ο Λέοναρντ Γουλφ, συγγραφέας και μέλος της ομάδας του Μπλούμσμπερι, άρχισε να τη βλέπει με άλλο μάτι. Ένα φλογερό ειδύλλιο ξέσπασε μεταξύ τους, το οποίο θα κατέληγε στον γάμο τους το 1912. Ο άσβεστος έρωτάς τους θα κρατούσε για το υπόλοιπο της ζωής τους...
Γραπτά
Μπόλικα χρόνια πριν παντρευτεί τον εκλεκτό της καρδιάς της, η Βιρτζίνια είχε ξεκινήσει να δουλεύει το πρώτο της μυθιστόρημα. Εννέα χρόνια και αναρίθμητες εκδοχές και προσχέδια μετά, το βιβλίο εκδίδεται το 1915 με τίτλο «The Voyage Out». Ήταν ένα πειραματικό έργο, με τη Γουλφ να εξερευνά διαφορετικά λογοτεχνικά στιλ και να αποπειράται μια ασυνήθιστη αφηγηματική προοπτική, ενσωματώνοντας ελεύθερους συνειρμούς και ονειρικές καταστάσεις.
Το 1925 κυκλοφορεί «Η Κυρία Ντάλογουεϊ» (Mrs. Dalloway), το τέταρτο μυθιστόρημά της, το οποίο γίνεται δεκτό με διθυραμβικές κριτικές! Η συναρπαστική μυθιστορία, συνυφασμένη με εσωτερικούς μονολόγους, διανθίζεται με φεμινιστικές πινελιές, ομοφυλοφιλικές νότες και θέματα που άπτονται της ψυχικής ασθένειας στη μεταπολεμική Βρετανία.
Κατά τη διάρκεια της διακεκριμένης λογοτεχνικής της καριέρας, η Γουλφ θα προσκαλούνταν ως ομιλήτρια από κολέγια και πανεπιστήμια, θα συνέτασσε συναρπαστική -αν και ιδιαιτέρως δραματική- επιστολογραφία, σπουδαία δοκίμια και μια μακρά λίστα από διηγήματα.
Μέχρι τα 45 της, ήταν ήδη επιφανής διανοούμενος, έχοντας εγκαθιδρυθεί και ως συγγραφέας αλλά και ως καινοτόμος στοχαστής. Η ικανότητά της να ακροβατεί ανάμεσα στις ονειρικές σκηνές και τη «σφιχτή» λογοτεχνική πλοκή θα της εξασφάλιζε σεβασμό στους λογοτεχνικούς κύκλους αλλά και την αγάπη φυσικά του παγκόσμιου κοινού.
Παρά την εξαίσια φήμη της ωστόσο, η Γουλφ θα συνέχιζε να υποφέρει σε όλη της τη ζωή από ξεσπάσματα της κλινικής της κατάθλιψης, συνοδευόμενα από δραματικές κυκλοθυμικές αλλαγές...
Θάνατος
Ο σύζυγός της Λέοναρντ, πάντα στο πλευρό της, έδινε ιδιαίτερη προσοχή σε κάθε σημάδι που αποκάλυπτε ενδεχόμενη επιδείνωση της ψυχολογίας της, φοβούμενος την κατάρρευση του ευαίσθητου ψυχισμού της.
Γεγονός που διέκρινε την εποχή που η Γουλφ δούλευε αυτό που θα ήταν το τελευταίο της χειρόγραφο: παρά τις προσπάθειές του, η σύζυγός του βυθιζόταν ολοένα και περισσότερο σε αυτό που φάνταζε ένας απύθμενος λάκκος.
Ήταν άλλωστε και τα χρόνια που ξέσπασε ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος, με το σπίτι τους στο Λονδίνο να καταστρέφεται από τους βομβαρδισμούς και τη Βιρτζίνια να ανησυχεί για τον κίνδυνο που διέτρεχε ο εβραίος σύζυγός της να πιαστεί από τους Ναζί.
Μέσα στο ζοφερό αυτό κλίμα, το πρωινό της 28ης Μαρτίου 1941 η Βιρτζίνια φόρεσε το παλτό της, βγήκε από το σπίτι και γέμισε τις τσέπες της με πέτρες που βρήκε στον δρόμο για τον ποταμό, πριν πηδήξει τελικά μέσα και παρασυρθεί από το ρεύμα. Οι Αρχές θα έβρισκαν τη σορό της τρεις εβδομάδες μετά.
Παρά το γεγονός ότι η φήμη της μειώθηκε στη μεταπολεμική περίοδο, οι ιστορίες και τα δοκίμιά της θα ζούσαν μια δεύτερη ακμή την εποχή του φεμινιστικού κινήματος της δεκαετίας του '70. Η Βιρτζίνια Γουλφ παραμένει μια από τις γνωστότερες συγγραφείς του 20ού αιώνα...
http://cantfus.blogspot.gr/2015/01/h.html
Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2014
Χριστούγεννα 1822: Ο Έλληνας που θυσίασε γυναίκα, παιδιά και γονείς, για να σώσει το Μεσολόγγι
by ellas
Χριστούγεννα 1822. Δέκα χιλιάδες Τούρκοι, με επικεφαλής τους Ομέρ Βρυώνη και Κιουταχή, πολιορκούν το Μεσολόγγι. Οι δυνάμεις των πολιορκημένων δεν ξεπερνούσαν του 900 άντρες.
Η πολιορκία είχε κρατήσει ήδη δύο μήνες και οι Τούρκοι είχαν αρχίσει να κουράζονται. Οι ασθένειες θέριζαν το στρατόπεδο, οι μισθοί καθυστερούσαν, γινόντουσαν συνεχώς επιθέσεις από ομάδες κλεφτών και είχαν αρχίσει κι οι συνηθισμένες διαφωνίες μεταξύ Τούρκων και Αλβανών αξιωματικών.
Τότε, ο Ομέρ Βρυώνης κι ο Κιουταχής αποφασίζουν να διεξάγουν μία νυχτερινή επίθεση. Για εκείνη την εποχή, οι βραδινές επιχειρήσεις δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Δεν υπήρχαν φωτοβολίδες και προβολείς και ήταν τρομερά δύσκολο να συντονιστούν τα τμήματα.
Αλλά ήταν τέτοια η ανάγκη των Τούρκων να σημειώσουν κάποια πρόοδο με την πολιορκία, που ήταν διατεθειμένοι να τολμήσουν ακόμα και αυτό.
Σχεδίασαν, μάλιστα, να επιτεθούν παραμονή Χριστουγέννων, όταν όλοι οι Έλληνες θα βρίσκονταν στην εκκλησία.
Η θυσία του Γιάννη Γούναρη
Ίσως το Μεσολόγγι να είχε πέσει από την πρώτη πολιορκία, αν οι υπερασπιστές δεν είχαν πληροφορηθεί τα σχέδια των Τούρκων στρατηγών.
Ο σωτήρας των Μεσολογγιτών, ήταν ο Γιάννης Γούναρης. Ήταν κυνηγός του Ομέρ Βρυώνη και ακολουθούσε υποχρεωτικά τον τουρκικό στρατό, γιατί κρατούσαν ομήρους όλη του την οικογένεια στην Άρτα.
Ο Γούναρης γνώριζε για τη νυχτερινή επίθεση, αλλά αν τολμούσε να προειδοποιήσει τους Μεσολογγίτες, θα καταδίκαζε σε θάνατο τη γυναίκα και τα παιδιά του.
Δε δίστασε ούτε στιγμή. Ξέφυγε απ’ το τουρκικό στρατόπεδο, λέγοντας πως πήγαινε για κυνήγι και ενημέρωσε τους πολιορκημένους.
Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ο επικεφαλής των Μεσολογγιτών, προέβλεψε σωστά ότι οι Τούρκοι θα επιτίθονταν απ’ την ανατολική πλευρά του τείχους, που ήταν πιο αδύναμη. Ενίσχυσαν, λοιπόν, εκείνο το τμήμα και ετοιμάστηκαν για τη μάχη.
Είχαν πει σε όσους δεν πολεμούσαν, να πάνε στις εκκλησίες και να κάνουν φασαρία, για να νομίσουν οι Τούρκοι ότι ο κόσμος γιορτάζει.
Έτσι κι έγινε.
Οχτακόσιοι Τουρκαλβανοί επιτέθηκαν στην ανατολική πλευρά του Μεσολογγίου και βρήκαν σθεναρή αντίσταση.
Οχτακόσιοι Τουρκαλβανοί επιτέθηκαν στην ανατολική πλευρά του Μεσολογγίου και βρήκαν σθεναρή αντίσταση.
Οι απώλειες των Μεσολογγιτών ήταν ελάχιστες, οι απώλειες των Τούρκων ξεπερνούσαν τις 500.
Δυστυχώς, ο πληροφοριοδότης που έσωσε το Μεσολόγγι, ο ηρωικός Γιάννης Γούναρης, δεν σώθηκε. Οι Τούρκοι εκτέλεσαν τους γονείς, τη γυναίκα, τα παιδιά του και αρκετούς συγγενείς του.
Αυτή τη μάχη μνημόνευσε κι ο Διονύσιος Σολωμός στον Εθνικό Ύμνο, γράφοντας:
«Πήγες εις το Μεσολόγγι
την ημέρα του Χριστού,
μέρα που άνθισαν οι λόγγοι
για το τέκνο του Θεού»
την ημέρα του Χριστού,
μέρα που άνθισαν οι λόγγοι
για το τέκνο του Θεού»
Πρωτογονισμός και «εποικοδόμημα»
Εβδομάδα γιορτής των Χριστουγέννων και μια «σφυγμομέτρηση» της κοινής γνώμης για το γεγονός της γιορτής θα πρόσφερε, σίγουρα, πλούσιο υλικό κοινωνιογνωσίας. Ποιο ποσοστό του πληθυσμού σώζει ακόμα ίχνη «υπαρξιακού προβληματισμού», έχει ερωτήματα που μπορεί να επιφέρουν ρωγμές στην απανθρωπία της ιστορικο-υλιστικής μονοτροπίας των καιρών μας, ποιο ποσοστό εξακολουθεί να ανέχεται τα στερεότυπα μιας κατεστημένης «γιορτινής» κενολογίας.
Αντιπαλεύοντας τον «τρόπο» του «υπαρκτού σοσιαλισμού» οι κοινωνίες της «φιλελεύθερης οικονομίας» είχαν επιστρατεύσει ρομαντικά ρητορικά προσχήματα ιδεαλισμού. Εκρυβαν επιμελέστατα την κοινή καταγωγή καπιταλισμού και μαρξισμού από την ίδια μήτρα: τον Ιστορικό Υλισμό. Επινόησαν την ετικέτα της «χριστιανοδημοκρατίας» καλλιεργώντας με θαυμαστή αποτελεσματικότητα την ψευδαίσθηση ότι οι στυγνοί νόμοι της «ελευθερίας των αγορών» (νόμοι φυσικής επιλογής, επιβίωσης του ισχυροτέρου, άτεγκτης ανταγωνιστικότητας) μπορούν να συνταιριαστούν με έναν θρησκειοποιημένο Χριστιανισμό, ατομοκεντρικής, «πνευματικά» αιτιολογημένης, ωφελιμοθηρίας.
Η παράσταση κράτησε ώς τα τέλη της δεκαετίας του ’80. Τότε, στις κοινωνίες του «υπαρκτού σοσιαλισμού» οι συγκυρίες ξεγύμνωσαν αποκαλυπτικά τα ιδεολογήματα που συντηρούσαν την ψευδαίσθηση της αντιπαλότητας: Αποκάλυψαν τους εμφανιζόμενους ως αντιπάλους, μαρξισμό και καπιταλισμό, σε σιαμαία συμφυΐα – δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, του Ιστορικού Υλισμού. Τα καθεστώτα του «υπαρκτού σοσιαλισμού» κατέρρευσαν, όχι γιατί απέρριπταν πια τον Ιστορικό Υλισμό, αλλά επειδή λαχταρούσαν περισσότερον Ιστορικό Υλισμό: Ηθελαν μπλου-τζηνς, καλλυντικά, πορνογραφία, «ελευθερία» ανεμπόδιστων ατομικών καταναλωτικών επιλογών.
Τότε και ο «υπαρκτός καπιταλισμός» απέβαλε επιτέλους τα προσωπεία: αρνήθηκε κάθε χαλινό στην κατάφαση των ενστικτωδών ενορμήσεων, των νόμων της ζούγκλας: Οι εκλεγμένες κυβερνήσεις, οι κοινοβουλευτικοί θεσμοί, ο συνδικαλισμός, οι διακηρύξεις των «δικαιωμάτων», η «τέταρτη εξουσία» της πληροφόρησης, απόμειναν ανυπόστατες σκιές, διακοσμητικό ντεκόρ στην απάνθρωπη, πλανητική εξουσία των κερδοσκόπων. Το νόμισμα αυτονομήθηκε από τις παραγωγικές και ανταλλακτικές ανθρώπινες σχέσεις, έγινε αφηρημένο «λογιστικό» χρήμα υπηρετικό ενός τερατώδους, ανίερου τζόγου με ανεξέλεγκτους παίκτες.
Οπως στα κομμουνιστικά καθεστώτα η «κεντρικά ελεγχόμενη οικονομία» κατάργησε την πολιτική και την υποκατέστησε με αυθαίρετες τυραννικές δικτατορίες που η καθεμιά επέβαλε τη δική της «νομενκλατούρα», έτσι και η «φιλελεύθερη» οικονομία καταργεί σήμερα απροκάλυπτα την πολιτική, την υποκαθιστά με παντοδύναμα παντελώς ανεξέλεγκτα οικονομικά «διευθυντήρια». Ιδιωτικοί οίκοι αξιολογούν τις οικονομίες κρατών, βαθμολογούν τη δανειοληπτική τους αξιοπιστία – δηλαδή αποφασίζουν ποια κοινωνία θα ευνοηθεί να ευημερήσει, ποια θα βυθιστεί σε λιμό, σε απόγνωση. Με φρενήρη ρυθμό εκποιούνται κοινωνικές περιουσίες λαών, εισάγονται στο πλανητικό καζίνο του χρηματιστηριακού παιγνίου, με ευφημισμούς ιταμής αναίδειας: όπως, το να θεωρείται ο παλιμβαρβαρισμός των «ιδιωτικοποιήσεων» κορύφωμα «εκσυγχρονισμού» και «προόδου».
Ισως για πρώτη φορά στα χρόνια μας, δυο χιλιετίες μετά Χριστόν, οι άνθρωποι να «γιορτάζουμε» Χριστούγεννα με ριζικά αντεστραμμένους, σε παγκόσμια κλίμακα, τους όρους κατανόησης της Γιορτής. Γιορτή, τώρα πια, είναι μια σύμβαση καθαρά χρηστική: συντηρούμε γραφικότητες συναισθηματικού χαρακτήρα, μόνο για την απόλαυση λίγης αργίας από τη βιοπάλη (αν η βιοπάλη δεν έχει ακυρωθεί από το μαρτύριο της ανεργίας) και με κυρίως στόχο «να κινηθεί η αγορά». Η Γιορτή αρχίζει και τελειώνει στον διάκοσμο –«δέντρο», δώρα, κάλαντα, τραπέζι ευωχίας, γιρλάντες στα μπαλκόνια και στις εξώθυρες– όλα συναρτήσεις του δείχτη καταναλωτικής ευχέρειας. Οι άνθρωποι μοιάζει να έχουμε παλινδρομήσει σε έναν απίστευτο πρωτογονισμό, δίχως καν ερωτήματα για «νόημα» (αιτία και σκοπό) της ύπαρξης, του κόσμου, της Ιστορίας.
Η λέξη «απανθρωπία» κυριολεκτεί: Χάνεται «το κυρίως ανθρώπινον» –ο άνθρωπος προσπερνάει την όποια χαρά ή θλίψη, την επιτυχία ή την απόγνωση, τον έρωτα ή τη μοναξιά, τις προοπτικές της ζωής ή την εγγύτητα του θανάτου, χωρίς περιέργεια ή κριτήριο για την ποιότητα, την αλήθεια ή την ψευδαίσθηση. Προσπερνάει αδιάφορος το αίνιγμα του κάλλους –γιατί τα χρώματα, γιατί η ετερότητα, γιατί η ενεργούμενη μοναδικότητα στο βλέμμα, στο χαμόγελο, στη χειρονομία, στη ζεστασιά της φωνής. Τα μετράμε όλα σήμερα με μέτρο την ωφελιμότητα της χρήσης, όχι την έκπληξη (αλλά και το ρίσκο) της σχέσης. Είναι ο θρίαμβος του Ιστορικού Υλισμού, ο «μετά θάνατον» του μαρξισμού θρίαμβος.
Στην Ελλάδα έχουμε ιστορικο-υλιστικό πρωτογονισμό ακατέργαστον. Αλλά και ιδεαλιστικό «εποικοδόμημα» υπερτροφικό: Υποχρεωτικό μάθημα θρησκευτικών στα σχολειά. Δύο Θεολογικές Σχολές, με τέσσερα Τμήματα, στα πανεπιστήμια Αθήνας και Θεσσαλονίκης. Τέσσερις Ανώτατες Εκκλησιαστικές Ακαδημίες. Κάθε Κυριακή τη λειτουργία με κήρυγμα από την κρατική τηλεόραση. Ραδιοφωνικούς σταθμούς της αρχιεπισκοπής και μητροπόλεων. Πλημμυρίδα θρησκευτικών εντύπων – κάθε μητρόπολη το περιοδικό της, αλλά και ενορίες, χώρια τα έντυπα των ποικιλώνυμων θρησκευτικών οργανώσεων. Και με όλον αυτόν τον κηρυγματικό καταιγισμό, η ελλαδική κοινωνία σήμερα είναι ανατριχιαστικά ακατήχητη. Αγνοεί ακόμα και τα στοιχειώδη της εγκυκλοπαιδικής ενημέρωσης.
Το αποδείχνουν οι πολιτικοί, όταν τολμάνε διαγγέλματα Πάσχα, Χριστούγεννα, Δεκαπενταύγουστο. Το ίδιο και οι δημοσιογράφοι, δημοσιογραφούντες λόγιοι, ραδιοτηλεοπτικοί σχολιαστές, συγγραφείς και κορυφαίοι των Γραμμάτων που φιλοδοξούν αναμέτρηση με μεταφυσικά ερωτήματα. Το πιο αποκαρδιωτικό είναι το επίπεδο προφορικού και γραπτού λόγου των επισκόπων και ιεροκηρύκων – οι τρεις χρονολογικά τελευταίοι αρχιεπίσκοποι φόρτωσαν στο επισκοπικό σώμα τόσην αμάθεια, μικρόνοια και εξηλιθιωμένη στρέβλωση της εκκλησιαστικής μαρτυρίας που, πραγματικά, το φαινόμενο προκαλεί κατάθλιψη ή πανικό.
Ομως σώζεται, ακόμα, η έμπρακτη μαρτυρία της λατρείας: Η αποκαλυπτική δραματουργία, η ιλιγγιώδης ποίηση της υμνολογίας. Ο έρωτας που χωράει στη γλώσσα. Ο «τρόπος» εισόδου στη ρεαλιστική χαρά της Γιορτής.
Ομως σώζεται, ακόμα, η έμπρακτη μαρτυρία της λατρείας: Η αποκαλυπτική δραματουργία, η ιλιγγιώδης ποίηση της υμνολογίας. Ο έρωτας που χωράει στη γλώσσα. Ο «τρόπος» εισόδου στη ρεαλιστική χαρά της Γιορτής.
H απειλή της εκτεχνίκευσης
Υπάρχει κάτι στην εποχή μας που δυσκολεύει την ύπαρξη, που κάνει την ύπαρξη να δυσανασχετεί απέναντι του. Ένα στρεβλό όραμα, ένα αρνητικό ιδεώδες, που εγκλωβίζει τον άνθρωπο στο περίκλειστο περιβάλλον του ατομισμού και συγχρόνως αποστερεί από τα πράγματα τη σαγήνη και την ανοικτότητα τους. Ό, τι κατονομάστηκε ως απομάγευση του κόσμου. Μια τεχνικοεπιστημονική εξέλιξη που αγγίζει στις μέρες μας τα όρια της αγριότητας, συγκλονίζει συθέμελα κοινωνίες, πολιτικές και κουλτούρες, διαμορφώνοντας, όχι μόνο την πραγματικότητα, αλλά με το ισχυρό φαντασιακό της, και την εικονικότητα ενός τεχνο-ονειρικού περιβάλλοντος. Μπροστά σ αυτή την εικονικότητα, η αντικειμενική πραγματικότητα υποχωρεί, μουσειοποιείται. «Η τεχνική της ηλεκτρονικής αρχειοθέτησης είναι η τεχνική της σύγχρονης μουσειοποίησης και απομνημόνευσης», θα πει ο Αξελός. Βρισκόμαστε έτσι μπροστά στο φαινόμενο της μετατροπής της πραγματικότητας σε ένα ανοικτό αρχείο πληροφοριών. Η τεχνολογία επιφορτίζεται στις μέρες μας όλες τις υποθέσεις, δείχνει αποφασισμένη να τα θέσει όλα υπό τη δική της δράση, να αναλάβει αυτή την ίδια τη φυσικότητα του κόσμου, μια εξέλιξη που ο Virilio θα ονομάσει «συνολικοποίηση του κόσμου». «Σωματικότητα, αισθαντικότητα, γλώσσα και σκέψη είναι συνυφασμένες σήμερα με το εγχείρημα της τεχνικής. Προθέσεις, μοσχεύματα και κλώνοι, κώδικες, τεχνητές ευφυΐες και αυτοματισμοί κάθε είδους έχουν όλο το μέλλον μπροστά τους. Δίκτυα πληροφορικής και ηλεκτρονικά συστήματα μεταβάλλουν και θα μεταβάλουν κατά πολύ τα παραδοσιακά σώματα, τις παραδοσιακές όψεις και γλώσσες που παρά ταύτα αντέχουν ακόμη», διαπιστώνει μελαγχολικά ο Αξελός. Ένα τεχνικιστικό περιβάλλον που θα εγείρει όμως και την ανάγκη της δικής του διερώτησης. Όχι για να το ανακρίνει, αλλά για να διακρίνει στο βάθος του, αυτό το έσχατο παράπονο του ανθρώπου. Η φιλοσοφική σκέψη επ’ αυτού διχάστηκε. Από τη μια η επιβλητική περίπτωση του Martin Heidegger και των λαμπρών επιγόνων του, που μιλούν για το τέλος του υποκειμένου μπροστά στον ολοκληρωτισμό της τεχνικης, και από την άλλη η επιστημολογική σκέψη που υπερασπίζεται τον ορθό λόγο, τον τεχνικό πολιτισμό, στην ουσία τη μαθηματική φύση του ανθρώπινου είναι. Έχουμε να κάνουμε κυριολεκτικά με μια τιτανομαχία.Η νεωτερική περίοδος είναι, σύμφωνα με τον Heidegger, η περίοδος όπου ο φυσικός μας κόσμος μεταβάλλεται σε ένα αντικείμενο στα χέρια της τεχνικής. Μέσα απ’ αυτή την ξέφρενη αντικειμενοποίηση του κόσμου δεν γλυτώνει ούτε το υποκείμενο της τεχνολογικής δράσης, το «Είναι» του ανθρώπου. Μια πλανητική πλέον κυριαρχία που συντρίβει το υποκείμενο, εγκαθιστώντας ένα ολοκληρωτικό, μηδενιστικό, απάνθρωπο περιβάλλον, εκριζώνοντας τον άνθρωπο από τις φυσικές του καταγωγές. Ο άνθρωπος, γίνεται έτσι μια ακόμη πρώτη ύλη στα χέρια της τεχνολογικής μηχανής, μιας μηχανής που δεν κάνει τίποτε άλλο από το να απεργάζεται την καταστροφή του πλανήτη και την απανθρωποποίηση της κοινωνίας. Μια ηγεμόνευση που επέφερε για τον Heidegger και κάτι ακόμη: τη μέγιστη απώλεια, το τέλος της φιλοσοφίας. Εφόσον βιώνουμε το τέλος του υποκειμένου, βιώνουμε και το τέλος της σκέψης του. Η τεχνική λέει ο Heidegger είναι μια μη σκέψη.
Η τεχνολογική φαντασμαγορία που επενδύει το σύγχρονο κόσμο μας είναι και για τον Αξελό ένα κορυφαίο αποκαλυπτικό σημείο. Η κλιμάκωση μιας ιδεολογικής πίστης. Μια ιδέα που έχει μια κρυμμένη χρονικότητα, μια συγκλονιστική επικαιρότητα και ένα απρόβλεπτο μέλλον. Είναι δηλαδή μια ιστορία μέσα στην ιστορία, μια ιστορία που αναδιατυπώνει όμως τα ερωτήματα, τις έννοιες, το ίδιο το νόημα του κόσμου. Ο πυρήνας της μοντέρνας τεχνικής που ξεπερνά την τεχνολογία, είναι για τον Αξελό, η δυτική μεταφυσική, η περάτωση της ιουδαιοχριστιανικής κοσμολογίας. Η μεταφυσική, δεν είναι μια θεωρία, αλλά ένας συγκεκριμένος τρόπος χρήσης του κόσμου. Το καταγωγικό σημείο της δυτικής μεταφυσικής, η εγκαθίδρυση του ανθρώπου, του υποκειμένου, του ego από τον Ντεκάρτ, που έρχεται να υποτάξει το σύνολο της φύσης και της ιστορίας είναι το σημείο όπου ο άνθρωπος διαδέχεται το Θεό και γίνεται ο ίδιος ο από μηχανής Θεός της δικής του ιστορίας. Σ αυτό το σημείο είναι που ο Αξελός αναζητά και τη μυθολογική, μεταφυσική βάση της σύγχρονης τεχνολογίας αλλά και των βιοηθικών προβλημάτων που ενσπείρει στον κόσμο μας. «Χωρίς τη μυθολογία θα ήταν αδιανόητη η περιπέτεια της τεχνικής ορθολογικότητας, όπως θα ήταν αδιανόητες και οι επιτυχίες και η αίγλη που επίσης τη συνοδεύει», υποστηρίζει. Ο άνθρωπος έκτοτε παλεύει ενάντια στη φύση και με τη βία της δικής του φύσης, προσπαθεί να ερμηνεύσει και να επαναπροσδιορίσει τον κόσμο γύρω του. Από την κοσμική και τη φυσική κίνηση, περνάμε στην ανθρώπινη τεχνική κίνηση και στο σημερινό τεχνητό περιβάλλον. Ενώ όμως η πρωτόγονη μαγεία αναγνωρίζεται ως η βάση της πρώτης τεχνικής, στην ανάγκη να υποταχθούν τα στοιχεία της φύσης, για τον Αξελό, δεν μπορούμε να μιλάμε σ αυτό το επίπεδο για τεχνικό όραμα. Η μεταφυσική δεν καλλιεργεί τεχνολογικές προσδοκίες. Ο Θάνατος του Θεού είναι έτσι για τον Αξελό το νιτσεϊκό τοπίο της σύγχρονης τεχνολογικής ορθολογικότητας. Μια ορθολογικότητα με μακρινές όμως μυθολογικές, θεολογικές και φιλοσοφικές ρίζες. Μια ορθολογικότητα που ακούει στο αρχαϊκό της κάλεσμα. «Η εποχή μας», σημειώνει ο Αξελός, «είναι μυθο-τεχνο-λογική. Φιλοσοφία, επιστήμες και τεχνικές παγκοσμιοποιούνται, γίνονται πλανητικές, εμβαθύνουν και επεκτείνουν διαρκώς την κυριαρχία τους». Η τεχνική δεν είναι απλώς μια συνέπεια της επιστημονικής μας εποχής αλλά βρίσκεται στην καρδιά των επιστημών, είναι αυτή που τις κατευθύνει, που εμπνέει τους στόχους τους. Καθίσταται έτσι η ίδια η καρδιά της modernite, όταν μεταλλάσει την οντολογία σε οντοτεχνική, στη σταθερή θέληση της να κατακτήσει το πραγματικό και τις πλανητικές του διαστάσεις.

Ο Καναδός φιλόσοφος Charles Taylor εντοπίζει κι αυτός την αιτία της σύγχρονης κρίσης στην ηγεμονία του εργαλειακού λόγου της τεχνοεπιστήμης. Όλες οι λύσεις πλέον που προκρίνονται είναι τεχνολογικές, ακόμη και εκεί όπου η διακύβευση είναι διαφορετική. Οτιδήποτε εγγράφεται εκτός του τεχνολογικού σύμπαντος θεωρείται μια υπόθεση χωρίς κανένα κύρος. Στην ιατρική για παράδειγμα, η αποκλειστικότητα της τεχνολογικής προσέγγισης κομίζει την αντίληψη ότι ο ασθενής είναι ένα πρόβλημα που χρίζει αποκλειστικά τεχνολογική αντιμετώπιση και όχι ένα πρόσωπο με συγκεκριμένη ιστορία που έχει μεταξύ των άλλων και ανάγκη για μια πιο ανθρώπινη φροντίδα, για μια πιο διαπροσωπική περίθαλψη. Απέναντι στους υπέρμαχους της τεχνολογίας που περιμένουν από αυτή να λύσει το σύνολο των προβλημάτων μας και σ΄ αυτούς που βλέπουν στον τεχνολογικό πολιτισμό την απόλυτη παρακμή, ζητώντας την επιστροφή σε μια προτεχνολογική κοινωνία, ο Taylor αναζητεί τη χρυσή τομή στον ηθικό λόγο της νεωτερικότητας. Στην αναζήτηση των ηθικών πηγών της τεχνολογίας, και στον αναπροσανατολισμό του τεχνολογικού γεγονότος στις ανώτερες του δυνατότητες. Το ενδιαφέρον σε αυτή τη θέση του Taylor είναι ότι δεν συντάσσεται με τους ψύχραιμους αμφισβητίες, που επιθυμούν την ανατροπή απλώς του εξουσιαστικού ισοδύναμου μεταξύ της τεχνολογίας και του ανθρώπου, ώστε ο άνθρωπος να πάρει και πάλι το πάνω χέρι και να επιβληθεί στην τεχνολογία, γιατί κάτι τέτοιο για τον Taylor δεν θα μας απελευθέρωνε από τον κλοιό του εργαλειακού λόγου. «Το να επιβληθούμε στην τεχνολογία θα σήμαινε έτσι να υιοθετήσουμε μια εργαλειακή στάση ως προς αυτήν, όπως μέσω αυτής κάνουμε με τα άλλα πράγματα. Χάνουμε έτσι τη δυνατότητα να ενσωματώσουμε την τεχνολογία σε μια μη εργαλειακή στάση, αυτήν λόγου χάρη της ηθικής της μέριμνας». Η ανάπτυξη της τεχνολογικής κοινωνίας δεν απορρέει σύμφωνα με τον Taylor μονάχα από το πρόταγμα της κυριαρχίας αλλά από πολύ πλουσιότερες ηθικές πηγές που όμως η ανάπτυξη του εργαλειακού πνεύματος τις συσκότισε. Μια διαφορετική νοηματοδότηση του τεχνολογικού γεγονότος είναι λοιπόν εφικτή αλλά μόνο μέσα από την επανεύρεση αυτών των ηθικών του καταβολών και εμπνεύσεων. Αντί λοιπόν να αναγνωρίζουμε την τεχνολογία μόνο στο πλαίσιο «ενός συνεχώς αυξανόμενου ελέγχου πάνω σε ένα συνεχώς υποχωρούν όριο ανθιστάμενης φύσης», ο Taylor προτιμά να τη χρεώνει στο «ηθικό πλαίσιο της πρακτικής καλοσύνης», ένα πλαίσιο που προσφέρει μια ορθότερη κατανόηση του «ανθρώπινου πράττειν». Απέναντι στο εργαλειακό λόγο μιας αντικειμενοποιημένης μηχανής, ο Taylor, μας καλεί να αναγνωρίσουμε το τεχνολογικό επίτευγμα ενός όντος με σάρκα και αίμα που πράττει μέσα στον ηθικό ορίζοντα της αυθεντικότητάς του. Σ' αυτό ακριβώς το σημείο που πρέπει να αρχίσει για τον φιλόσοφο και η μεγάλη συζήτηση για του σύγχρονους όρους της αυθεντικότητας του ανθρώπου. Η αυθεντικότητα είναι αυτή που διανοίγει τον σύγχρονο άνθρωπο την «εποχή της υπευθυνοποίησης του». Όπου από τη μια θα είναι ένα ον διαπερατό στη γλώσσα της επιστήμης και από την άλλη σε μια διαρκή επαφή με τις ηθικές καταγωγές του είναι του.
Για τον Badiou οι παραπάνω επιφυλάξεις δεν είναι τίποτε άλλο από μια αρρωστημένη νοσταλγία. Δεν υπάρχει καμία σχέση της εποχής μας με τη λεγόμενη «κυριαρχία της τεχνικής», υποστηρίζει, και φυσικά καμία σχέση της τεχνικής με το μηδενισμό. «Αν θα είχα να πω κάτι για την τεχνική», λέει οBadiou, «θα εξέφραζα απλώς τη λύπη μου που παραμένει τόσο μέτρια, τόσο άτολμη. Κύριοι τεχνικοί προσπαθήστε κι άλλο αν θέλετε πραγματικά μια πλανητική κυριαρχία της τεχνικής». Για τον Badiouμπροστά σ αυτά που μπορούμε να πετύχουμε με την τεχνική έχουμε μείνει πολύ πίσω. Η εξερεύνηση του διαστήματος, η έρευνα πάνω στη παραγωγή ενέργειας, η εικονικότητα, είναι ζητήματα που μένουν στάσιμα. Επίσης μια άλλη ένσταση του Badiou έχει να κάνει και με τον όρο τεχνοεπιστήμη. Υπάρχει βέβαια μια σχέση της τεχνικής με την επιστήμη υποστηρίζει, αλλά αυτή δεν είναι μια σχέση ουσίας, η επιστήμη δεν είναι αποτέλεσμα της τεχνικής. Ένα μαθηματικό θεώρημα είναι για τον Badiou, μια «στοχαστική συμπύκνωση», μια ανώφελη στοχαστική ακροβασία, όπως ακριβώς κι ένα ποίημα. Δεν έχει να μοιραστεί, όπως χαρακτηριστικά λέει, τίποτα με μια ηλεκτρική καφετιέρα. Η αποϊεροποίηση του κόσμου, απόρροια της αντικειμενοποίησης του κατά τον Heidegger, δεν παραπέμπει για τονBadiou σε κανέναν μηδενισμό. Και αυτό γιατί δεν προσβάλει το ανθρώπινο «είναι», ούτε την πρόσβαση στη αλήθεια του κόσμου. Οι αντιτεχνολογικές αντιδράσεις είναι για τον Badiou«οπισθοδρομικές σκέψεις, σκέψεις που συνδέουν τα απομεινάρια της θρησκείας με τις μεσσιανικές πολιτικές και τις απόκρυφες επιστήμες», αυτή η ματαιότητα μιας νοσταλγίας «που στάθηκε ανίκανη να μετατρέψει σε σκέψη το γεγονός ότι ο άνθρωπος έχει γίνει ανεπιστρεπτί κύριος και κάτοχος της φύσης». Ένα γεγονός που δεν είναι μια απώλεια της ανθρώπινης αλήθειας, αλλά ο υψηλότερος προορισμός του ανθρώπου, κάτι που η φιλοσοφία όμως δεν μπόρεσε να παρακολουθήσει αλλά ούτε και να ανταποκριθεί σ’ αυτή την ελευθερία της αποϊεροποιημένης εποχής μας.
ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ ΑΡΤΙΝΟΣ
Ετικέτες
https://plus.google.com/
Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2014
Το τζόκινγκ ωφελεί τον οργανισμό
Το τρέξιμο μπορεί να επιβραδύνει τη διαδικασία του γήρατος, ακόμη και στους ανθρώπους τρίτης ηλικίας (60 ετών και άνω).
Αυτό υποστηρίζει μια έρευνα αμερικανών επιστημόνων, οι οποίοι μελέτησαν τα ποσά ενέργειας που δαπανούν άντρες και γυναίκες, οι οποίοι παρέμεναν δραστήριοι σωματικά στην ηλικία των 60-70 ετών.
Οι μισοί από αυτούς έτρεχαν τακτικά, ενώ οι υπόλοιποι περπατούσαν για τουλάχιστον μισή ώρα τρεις φορές την εβδομάδα ή και περισσότερο.
Όσοι ήταν 69 ετών ή και μεγαλύτεροι και γυμνάζονταν κάνοντας τζόκινγκ κατανάλωναν την ίδια ποσότητα ενέργειας όταν περπατούσαν, όπως και ένας 20αρης. Όσοι προτιμούσαν το περπάτημα σε σχέση με το τρέξιμο δαπανούσαν περίπου την ίδια ποσότητα ενέργειας, όπως οι μεγαλύτερης ηλικίας μη δραστήριοι συνταξιούχοι και έως 22% περισσότερη ενέργεια σε σχέση με τους 20ρηδες.
Τα πλεονεκτήματα αυτά μπορεί να οφείλονται στα μιτοχόνδρια, τα οποία παράγουν μια χημική ουσία, γνωστή ως τριφωσφορική αδενοσίνη, η οποία δίνει την απαραίτητη ενέργεια στους μύες, προκειμένου να εκτελούν διάφορες εργασίες.
Όσοι ασκούνται τακτικά έχουν περισσότερα μιτοχόνδρια στα κύτταρά τους, τα οποία τους παρέχουν περισσότερη ενέργεια που τροφοδοτεί μεγαλύτερες μυϊκές ομάδες.
«Το συμπέρασμα είναι ένα: το τρέξιμο διατηρεί τον οργανισμό νέο, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την ενεργειακή απόδοση» εξήγησε ο καθηγητής Rodger Kram από το πανεπιστήμιο Boulder του Κολοράντο.
Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο διαδίκτυο στο PLOS ONE.
Αυτό υποστηρίζει μια έρευνα αμερικανών επιστημόνων, οι οποίοι μελέτησαν τα ποσά ενέργειας που δαπανούν άντρες και γυναίκες, οι οποίοι παρέμεναν δραστήριοι σωματικά στην ηλικία των 60-70 ετών.
Οι μισοί από αυτούς έτρεχαν τακτικά, ενώ οι υπόλοιποι περπατούσαν για τουλάχιστον μισή ώρα τρεις φορές την εβδομάδα ή και περισσότερο.
Όσοι ήταν 69 ετών ή και μεγαλύτεροι και γυμνάζονταν κάνοντας τζόκινγκ κατανάλωναν την ίδια ποσότητα ενέργειας όταν περπατούσαν, όπως και ένας 20αρης. Όσοι προτιμούσαν το περπάτημα σε σχέση με το τρέξιμο δαπανούσαν περίπου την ίδια ποσότητα ενέργειας, όπως οι μεγαλύτερης ηλικίας μη δραστήριοι συνταξιούχοι και έως 22% περισσότερη ενέργεια σε σχέση με τους 20ρηδες.
Τα πλεονεκτήματα αυτά μπορεί να οφείλονται στα μιτοχόνδρια, τα οποία παράγουν μια χημική ουσία, γνωστή ως τριφωσφορική αδενοσίνη, η οποία δίνει την απαραίτητη ενέργεια στους μύες, προκειμένου να εκτελούν διάφορες εργασίες.
Όσοι ασκούνται τακτικά έχουν περισσότερα μιτοχόνδρια στα κύτταρά τους, τα οποία τους παρέχουν περισσότερη ενέργεια που τροφοδοτεί μεγαλύτερες μυϊκές ομάδες.
«Το συμπέρασμα είναι ένα: το τρέξιμο διατηρεί τον οργανισμό νέο, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την ενεργειακή απόδοση» εξήγησε ο καθηγητής Rodger Kram από το πανεπιστήμιο Boulder του Κολοράντο.
Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο διαδίκτυο στο PLOS ONE.
Ετικέτες
http://www.newsbeast.gr
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)