Αναγνώστες

Κυριακή 27 Νοεμβρίου 2016

Εκκλησία Αγίου Λαζάρου, Λάρνακα







Η εκκλησία του Αγίου Λαζάρου είναι κτισμένη στην παραλιακή ζώνη της πόλης της Λάρνακος και αποτελεί το λατρευτικό κέντρο του Αγίου Λαζάρου στην Κύπρο. Η σχέση του αγίου με το νησί υπήρξε στενή. Μετά την έγερσή του κατέφυγε στην Κύπρο όπου συναντήθηκε με τους Αποστόλους Παύλο και Βαρνάβα, οι οποίοι τον χειροτόνησαν επίσκοπο Κιτίου. Οι πηγές αναφέρουν ότι τάφηκε σε μαρμάρινη λάρνακα η οποία έφερε την επιγραφή «Λάζαρος ó τετραήμερος καί φίλος τοũ Χριστοũ». Με εντολή του αυτοκράτορα Λέοντος Στ, τα λείψανα του αγίου μεταφέρθηκαν από το Κίτιο στην Κωνσταντινούπολη. Κατά την παράδοση η ανέγερση του ναού εντάσσεται στην ίδια περίοδο (αρχές 10ου αιώνα), και πραγματοποιήθηκε με αυτοκρατορική χορηγία ως αντάλλαγμα της μεταφοράς του λειψάνου στην Κωνσταντινούπολη. 

Ο ναός του Αγίου Λαζάρου, μαζί με το οχυρωμένο λιμάνι και το φράγκικο κάστρο, αποτελούσαν κατά τους μεσαιωνικούς και νεότερους χρόνους τα μεγαλοπρεπέστερα κτίρια της Λάρνακος. Μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα ο ναός περιβαλλόταν από κελλιά τα οποία ενοικίαζαν έμποροι, ταξιδιώτες και τεχνίτες. Με τα χρόνια, η εκκλησία αποτέλεσε τον πολεοδομικό πυρήνα, περιμετρικά του οποίου αναπτύχθηκαν οι συνοικίες του λιμανιού της πόλης.


Εκκλησία Αγίου Λαζάρου, Λάρνακα
Εκκλησία Αγίου Λαζάρου, Λάρνακα

Οι ανασκαφικές έρευνες που έγιναν στον χώρο του ναού απεκάλυψαν τα κατάλοιπα δύο πρωιμότερων εκκλησιών, πάνω από τα οποία κτίστηκε η σημερινή. Οι ανασκαφές στον περίβολο και στο εσωτερικό του ναού απεκάλυψαν μαρμάρινες σαρκοφάγους και κιβωτιόσχημους τάφους, μερικοί εκ των οποίων φαίνονται στην κρύπτη της εκκλησίας. Σύμφωνα με περιηγητικά κείμενα του 16ου αιώνα, ένα όρυγμα που βρισκόταν κάτω από το Ιερό λατρευόταν ως ο τάφος του Αγίου Λαζάρου και αποτελούσε πανορθόδοξο προσκύνημα.

Ο αρχιτεκτονικός τύπος του ναού ανήκει στην κατηγορία του σύνθετου σταυροειδούς εγγεγραμμένου με τρούλο. Κατά το 15ο-16ο αιώνα ένα γοτθικό προστώο προστέθηκε κατά μήκος του νότιου τοίχου του ναού. Ενδέχεται την ίδια περίοδο ο ναός να μετατράπηκε σε καθολικό μοναστήρι και ο χώρος του προαυλίου του σε κοιμητήριο. Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας ο ναός μετατράπηκε σε ισλαμικό τέμενος και το 1589 πουλήθηκε στην ορθόδοξη κοινότητα έναντι 3.000 άσπρων. Μέχρι το 1784 ο ναός χρησιμοποιείτο και από τους καθολικούς, οι οποίοι λειτουργούσαν στο ναό μόνο δύο μέρες το χρόνο. Το κωδωνοστάσιο του ναού είναι κτίσμα του 1857 με νεογοτθικά και νεοκλασσικά στοιχεία. Μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα σώζονταν στο εσωτερικό του ναού σπαράγματα τοιχογραφιών.


Εκκλησία Αγίου Λαζάρου, Λάρνακα
Εκκλησία Αγίου Λαζάρου, Λάρνακα

Σήμερα, κάποια από τα κελλιά της υπόστυλης πτέρυγας που σώζεται στα νότια του ναού, λειτουργούν ως μουσείο στο οποίο εκτίθενται εκκλησιαστικά κειμήλια από το ναό του Αγίου Λαζάρου, φορητές εικόνες, παλαίτυπα και σταυροί. Το πρόσκτισμα που διατηρείται στη δυτική πλευρά του ναού λειτουργούσε από το 1858 μέχρι το 1910 ως αλληλοδιδακτικό σχολείο, ενώ σήμερα χρησιμοποιείται ως χώρος εκδηλώσεων.

http://www.mcw.gov.cy/mcw/DA/DA.nsf/0/6E9D607D77BC7ECFC2257199002E8FDF?OpenDocument



Ο ΑΓΙΟΣ ΛΑΖΑΡΟΣ – Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΤΟΥ ΣΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑ

Λάρνακα, το αρχαίο Κίτιο. Μια από τις πιο ωραίες και αρχαίες εκκλησίες της Κύπρου στολίζει την πόλη αυτή του φιλοσόφου Ζήνωνα, τη Λάρνακα: είναι η εκκλησία του αγίου Λαζάρου, του φίλου του Χριστού, κτισμένη πάνω από τον τάφο του αγίου, ο οποίος διετέλεσε, κατά την παράδοση, πρώτος Επίσκοπος Κιτίου. Για λίγα σχετικά και κατατοπιστικά λόγια ας κάνουμε μια μικρή αναδρομή στο παρελθόν.
Ο άγιος Λάζαρος, (Ελεάζαρ στα εβραϊκά) ήταν Εβραίος και καταγόταν από τη Βηθανία, μια κώμη τρία περίπου χιλιόμετρα στ’ ανατολικά της Ιερουσαλήμ. Είναι γνωστός ως «τετραήμερος και φίλος του Χριστού»: «τετραήμερος» από το γεγονός της ανάστασης του από το Χριστό τέσσερις μέρες μετά το θάνατο και την ταφή του. «φίλος του Χριστού» γιατί έτσι τον αποκαλεί η Αγία Γραφή , επισημαίνοντας τους φιλικούς δεσμούς του Κυρίου με όλη την οικογένεια: «Ηγάπα [ο Χριστός] την Μάρθαν και την αδελφήν αυτής [Μαρίαν] και τον [αδελφόν αυτών]Λάζαρον», μας πληροφορεί ο ευαγγελιστής Ιωάννης.
Πολλές φορές ο Χριστός φιλοξενήθηκε στο σπίτι τους . Κατά τη διάρκεια της τελευταίας πορείας Του από τη Γαλιλαία προς τα Ιεροσόλυμα, όπου πήγαινε για να σταυρωθεί «υπέρ της του κόσμου ζωής», κι ενώ ακόμα βρισκόταν μακριά, οι δύο αδελφές τον ειδοποίησαν ότι ο αδελφός τους, άρρωστος βαριά, πέθαινε: «Κύριε , ίδε ον φιλείς ασθενεί». Κι ο Κύριος, που δήλωσε πως αυτή η ασθένεια «ούκ έστι προς θάνατον αλλ’ υπέρ της δόξης του θεού», καθυστέρησε δύο μέρες κι ύστερα ξεκίνησε για τη Βηθανία, όπου έφθασε τέσσερις μέρες μετά την ταφή του Λαζάρου. Συγκινημένος στάθηκε μπροστά στο μνήμα και – σαν Κύριος της ζωής και του θανάτου – τον επανέφερε στη ζωή παρ’ όλον ότι ήταν «τεταρταίος» και «ήδη ώζε»
Αργότερα ο Λάζαρος αναγκάστηκε να ζητήσει καταφύγιο στο Κίτιο της Κύπρου, φεύγοντας την επιβουλή των αρχιερέων και φαρισαίων που ζητούσαν να τον σκοτώσουν:
«Εβουλεύσαντο δε οι αρχιερείς ίνα και τον Λάζαρον αποκτείνωσιν, ότι πολλοί δι’ αυτόν υπήγον των Ιουδαίων και επίστευον εις τον Ιησούν». (Οι αρχιερείς τότε απεφάσισαν να θανατώσουν και τον Λάζαρον, διότι εξ αιτίας του πολλοί από τους Ιουδαίους έφευγαν και πίστευαν εις τον Ιησούν).
Πιθανότερος χρόνος φυγής του θεωρείται το 33 μ.Χ., και, συγκεκριμένα, ο καιρός του διωγμού που ξέσπασε μετά το λιθοβολισμό του πρωτομάρτυρος Στεφάνου, οπότε πολλοί χριστιανοί της Ιουδαίας «διασπαρέντες από της θλίψεως της γενομένης επί Στεφάνω, διήλθον έως Φοινίκης και Κύπρου και Αντιοχείας»
Κατά την παράδοση της Εκκλησίας ο Λάζαρος ήταν τριάντα ετών το 33 μ.Χ. όταν ο Χριστός τον ανέστησε εκ νεκρών . Έζησε δε άλλα τριάντα χρόνια στο Κίτιο και απέθανε γύρω στο 63 μ.Χ. σε ηλικία εξήντα ετών. Εδώ λοιπόν τον βρήκαν οι Απόστολοι Παύλος και Βαρνάβας, όταν ήλθαν στην Κύπρο το 45 μ.Χ. και τον χειροτόνησαν πρώτο Επίσκοπο Κιτίου. Εποίμανε το ποίμνιό του για δεκαοχτώ χρόνια (45-63 μ.Χ.), οπότε πέθανε για δεύτερη φορά και ετάφη στο Κίτιο, εκεί όπου σήμερα υψώνεται ο βυζαντινός ναός του.
Δεν γνωρίζουμε λεπτομέρειες από τη ζωή του ως Επισκόπου στο Κίτιο γιατί δεν διασώθηκαν ή δεν υπήρξαν σχετικές γραπτές πηγές. Το έργο του όμως, όπως κι εκείνο των άλλων Επισκόπων της Κύπρου του πρώτου αιώνα, δεν θα πρέπει να ήταν καθόλου εύκολο λόγω της δύναμης που είχαν οι δυο αντίθετες προς το Χριστιανισμό δυνάμεις: η ειδωλολατρεία από την μια, που, εξ αιτίας της λατρείας της Αφροδίτης, ήταν πολύ δημοφιλής στην Κύπρο. και ο αντιχριστιανικός φανατισμός της εδώ πολυάριθμης και ισχυρής Ιουδαϊκής κοινότητας, από την άλλη, η οποία αντιδρούσε και αντενεργούσε με κάθε τρόπο στο έργο των Χριστιανών. Η Εκκλησία της Κύπρου χρειάστηκε να παλέψει σκληρά για πολύ καιρό ακόμα έως ότου εδραιωθεί.
line
Ο ναός του αγίου στη Λάρνακα ήταν από πολύ παλιά γνωστός στο χριστιανικό κόσμο και αποτελούσε, μέχρι και τα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα, απαραίτητο συμπλήρωμα στο προσκύνημα των Αγίων Τόπων. Εκτός αυτού πολλές θεραπείες και άλλα θαύματα επιτελούνταν εδώ με τη χάρη του, όπως μας πληροφορεί στις εντυπώσεις του παλιός ξένος περιηγητής, ο Pietro Della Valle, Ρωμαίος ευγενής, που επισκέφθηκε τη Λάρνακα και το ναό στα 1614 και 1626: όπως αναφέρει, στις επιφυλάξεις του για το αν πρόκειται πράγματι για τον Λάζαρο το φίλο του Χριστού, του δόθηκε η απάντηση ότι «η αλήθεια αυτή αποδεικνύεται από τα θαύματα που ο άγιος επιτελεί στο ναό καθημερινά, θεραπείες κ.ά.». Θα πρέπει λοιπόν να αποτελούσε μεγάλο προσκύνημα, όχι μόνο για ντόπιους μα και για ξένους προσκυνητές.
Η σημασία του σαν ιερό προσκύνημα επαυξήθηκε σήμερα, μετά την ανεύρεση, στις 23 Νοεμβρίου 1972 (κατά τη διάρκεια εργασιών ανακαίνισης του ναού), μέρους των λειψάνων του αγίου βαθιά κάτω από την αγία Τράπεζα, μέσα σε μαρμάρινη λάρνακα.
Όπως είναι γνωστό το λείψανο του αγίου είχε πρωτοβρεθεί το 890 μ.Χ. στον τάφο του, μέσα στο μικρό ναό, που υπήρχε την εποχή εκείνη και μέσα σε μαρμάρινη λάρνακα στην οποία ήταν χαραγμένα (όχι όμως στα ελληνικά) τα εξης: «Λάζαρος ο τετραήμερος και φίλος του Χριστού». Ο τότε αυτοκράτορας του Βυζαντίου Λέων ΣΤ΄ ο Σοφός, σύμφωνα με τη συνήθεια που επικρατούσε, μετέφερε το ιερό λείψανο στην Κωνσταντινούπολη και σ’ αντάλλαγμα έστειλε χρήματα και τεχνίτες για να κτίσουν το ναό που βλέπουμε σήμερα. Είναι όμως αδιανόητο να δεχτούμε ότι οι τότε Κιτιείς είχαν δώσει ολόκληρο το λείψανο χωρίς να κρατήσουν ένα μικρό μέρος για την πόλη τους . Γι΄ αυτό το γεγονός ότι σήμερα βρέθηκε στον τάφο μέρος μόνο λειψάνου και όχι ολόκληρο λείψανο, αποτελεί μια ισχυρή ένδειξη για την αυθεντικότητά του.
Τη μεταφορά αυτή του ιερού σκήνους από το Κίτιο στην Κωνσταντινούπολη αποθανάτισε ο τότε Επίσκοπος Καισαρείας Αρέθας σε δύο πανηγυρικές ομιλίες, που έγραψε γι’ αυτόν ακριβώς το σκοπό. Στην πρώτη εκθειάζει το γεγονός της αφίξεως του λειψάνου στην Κωνσταντινούπολη από την Κύπρο, ενώ στη δεύτερη περιγράφει λεπτομερώς την πομπή που σχηματίστηκε από τον αυτοκράτορα για τη μεταφορά του λειψάνου από την Χρυσούπολη στο ναό της Αγίας Σοφίας. Ο Λέων ΣΤ΄, εκτός από το ναό που έκτισε στο Κίτιο επ’ ονόματι του αγίου Λαζάρου, έκτισε και δεύτερο στην Κωνσταντινούπολη προς τιμή του αγίου. Κατά παράδοση ο εκάστοτε αυτοκράτορας παρευρίσκετο στη λειτουργία κατά το Σάββατο του Λαζάρου σ ΄αυτή την εκκλησία. Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους το 1204, οι Σταυροφόροι, εκτός από τους άλλους θησαυρούς που μετέφεραν στη Δύση, μετέφεραν και το λείψανο του αγίου στη Μασσαλία, απ’ όπου όμως αργότερα χάθηκε. Εκμεταλλευθέντες μάλιστα οι Φράγκοι το γεγονός αυτό καλλιέργησαν παλαιότερα, για λόγους θρησκευτικούς και εθνικιστικούς, τη φήμη ότι εκεί και όχι αλλού έζησε ο Λάζαρος σαν επίσκοπος.
Η περίφημη αυτή αρχαία εκκλησία του αγίου Λαζάρου, κτισμένη όπως αναφέρθηκε, πάνω στον τάφο του, είναι ότι πολυτιμότερο έχει να επιδείξει η Λάρνακα. Ποιος να μπει μέσα και να μη κατανυγεί! Ένα πρωτοχριστιανικό μεγαλείο τη χαρακτηρίζει, ένα «δωρικό» μεγαλείο, που σε εντυπωσιάζει και σε συναρπάζει. Μα και το περίφημο εικονοστάσι της που, με τα ξυλόγλυπτα αριστουργήματά του, μοιάζει με τεράστια χρυσοκέντητη δανδέλλα, ποιος να το αντικρίσει και να μη νοιώσει κατάνυξη και θαυμασμό! Αναρίθμητες μορφές στολίζουν τα εκτεταμένα πλάτη και ύψη του: μορφές πάγκαλες, πανάγιες, μορφές «μυστικές» γεμάτες «ειρήνη του Θεού που υπερέχει πάντα νούν», μορφές αγίων που σε κάθε λειτουργία κι εσπερινό λες και κατεβάζουν τον ουρανό στη γη. Μοιάζει, αληθινά, το πανώριο εικονοστάσι με «νοητό στερέωμα» κι οι εικόνες του «αστέρες πολύφωτοι» – αληθινός πίνακας «πανηγύρεως πρωτοτόκων εν ουρανοίς απογεγραμμένων» – (Εβρ. Ιβ’23), πίνακας που θυμίζει τόσο ζωντανά τον κόσμο του «επέκεινα»!
Η εκκλησία του αγίου Λαζάρου είναι μια από τις τρεις εκκλησίες με τρεις τρούλους που υπάρχουν στην Κύπρο. Οι τρεις αυτές εκκλησίες (η ερειπωμένη εκκλησία που κτίστηκε στο διάδρομο που οδηγεί από τη βασιλική του αγίου Επιφανίου στο βαπτιστήριό της, η εκκλησία του Απ. Βαρνάβα και αυτή του αγίου Λαζάρου) διαφέρουν από τις άλλες πολύτρουλλες εκκλησίες της Κύπρου και αποτελούν ιδιαίτερο τύπο, στον οποίο συνδυάζονται τρεις συνεπτυγμένοι εγγεγραμμένοι σταυροειδείς με τρούλο.
Κτίστηκε στα τέλη του 9ου αιώνα, γύρω στο 890 μ.Χ., από τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου Λέοντα Στ’ το Σοφό. Κτισμένη εξ ολοκλήρου από πέτρα, είναι τρίκλιτη, με τους τρεις τρούλους στο μεσαίο κλίτος. Οι τρεις τρούλοι είναι σήμερα κομμένοι. Κατερρίφθησαν τον καιρό της Τουρκοκρατίας όταν, κατά την παράδοση, Τούρκος αξιωματούχος διέταξε την κατεδάφιση τους επειδή, μπαίνοντας στο λιμάνι της Λάρνακας, προσευχήθηκε εκλαμβάνοντάς τους σαν θόλους τουρκικού τεμένους. Σύμφωνα με άλλη άποψη, καταστράφηκαν από σεισμό, άγνωστο πότε.Το 1734 όταν επισκέφθηκε την εκκλησία ο Ρώσσος μοναχός Βασίλι Μπάρσκυ, ήταν ήδη κατεσραμμένοι.
Στα τέλη της Φραγκοκρατίας κτίστηκε η στοά, που βλέπουμε στη νότια πλευρά του ναού. Το 1857 κτίστηκε το σημερινό καμπαναριό. Μέχρι τότε ο ναός εστερείτο λιθόκτιστου κωδωνοστασίου γι’ αυτό και οι καμπάνες ήταν τοποθετημένες πάνω σε ξύλινο βάθρο. Είναι γνωστό ότι οι Τούρκοι, από το 1571 που κατέλαβαν την Κύπρο, μέχρι τα μέσα σχεδόν του 19ου αιώνα, δεν επέτρεπαν την ύπαρξη καμπαναριών ούτε τη χρήση καμπάνων στις χριστιανικές εκκλησίες. Μόλις το 1856 το επέτρεψαν, ύστερα από απαίτηση της ορθόδοξης χριστιανικής Ρωσσίας, αλλά μόνο κατόπιν βεζυρικής άδειας. Στη Λευκωσία μόλις το 1858 επετράπη να στηθεί μια και μόνη καμπάνα στον ι. Ναό Φανερωμένης. Στη Λάρνακα, αντίθετα, ο ναός του αγίου Λαζάρου είχε καμπάνες πολύ πριν το 1856, γενόμενες σιωπηρά ανεκτές από τους Τούρκους κι αυτό γιατί οι Λαρνακείς είχαν πολύ μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων λόγω της υπάρξεως των Προξενείων και μεγάλης ευρωπαϊκής παροικίας στην πόλη τους. Κατά την περίοδο όμως της Φραγκοκρατίας, ο ναός θα πρέπει να είχε άλλο εξ ίσου επιβλητικό καμπαναριό, αν κρίνουμε από παλιά σχέδια της Λάρνακας που δημοσίευσαν στην Ευρώπη περιηγητές των περασμένων αιώνων και όπου ο άγιος Λάζαρος διακρίνεται με τους τρούλους του ακέραιους και με ψηλό καμπαναριό. Τούτο θα πρέπει να κατεδαφίστηκε αργότερα από τους Τούρκους. Επειδή οι Βυζαντινοί δεν έκτιζαν ψηλά καμπαναριά, υποθέτουμε ότι τούτο θα είχε κτισθεί κατά την εποχή της Φραγκοκρατίας, κατά το πρότυπο των ψηλών ιταλικών καμπαναριών. (Την ιταλική αυτή επίδραση τη βλέπουμε ακόμα και σήμερα στα καμπαναριά όλων των παλαιών εκκλησιών της Λάρνακας).
P7040030c
Τα παράθυρα του ναού ήταν, παλαιότερα, στενόμακρα και άφηναν λίγο μόνο εξωτερικό φως να εισχωρεί στο εσωτερικό αυτό εξ άλλου επέβαλλε και η βυζαντινή εκκλησιαστική αρχιτεκτονική, που επεδίωκε το κατανυκτικό ημίφως στο εσωτερικό των ναών. Γενικά η αρχιτεκτονική του ναού, σπάνιου αρχαίου ρυθμού, φαίνεται ότι εντυπωσίαζε τους ξένους, αν κρίνουμε από τις εντυπώσεις ενός άλλου περιηγητού, του Alexander Drummond, Άγγλου Πρόξενου στο Χαλέπι της Συρίας, που επισκέφθηκε την Κύπρο το 1745 και ο οποίος γράφει τα εξής: «Στην πόλη των Αλυκών (όπως ήταν τότε γνωστή στους ευρωπαίους η Λάρνακα), υπάρχει εκκλησία αφιερωμένη στον άγιο Λάζαρο. H αρχιτεκτονική είναι τέτοια που ποτέ δεν έχω ξαναδεί «. Αλλά και ο προαναφερθείς Pietro Della Valle (1614-1626), περιγράφει το ναό σαν «αρχαίο, με ωραιότατη αρχιτεκτονική διαρρύθμιση».
Το ξυλόγλυπτο εικονοστάσι, εξαιρετικής τέχνης, θεωρείται ένα από τα ωραιότερα στην Κύπρο και είναι (όπως και το εξ ίσου θαυμάσιο εικονοστάσι του ναού του Τρυπιώτη στη Λευκωσία), έργο του δόκιμου λεπτουργού Χατζησάββα Ταλιαδώρου, που καταγόταν από την ενορία Τρυπιώτη. Η κατασκευή του άρχισε το 1773 και τελείωσε το 1782. Λίγο αργότερα, το 1793-1797 επιχρυσώθηκε και συμπληρώθηκε η αγιογράφησή του από το ζωγράφο Μιχαήλ Προσκυνητή ή Χατζημιχαήλ και τους συνεργάτες του. Το εικονοστάσι κοσμούν συνολικά 120 εικόνες θαυμάσιας τέχνης: 13 μεγάλες στην κάτω σειρά και 60 μικρότερες πάνω (σε δύο σειρές από 30 εικόνες η καθεμμία), 25 στη βημόθυρα των τριών πυλών του ιερού και 4 στο σύμπλεγμα του Εσταυρωμένου στην κορυφή με συμβολική παράστασή του «πελεκάνου» στη βάση του σταυρού. Οι υπόλοιπες είναι 16 μικρές κυκλικές εικόνες στο ήμισυ του ύψους του εικονοστασίου και 2 στην κορυφή.
Αριστούργημα ξυλογλυπτικής τέχνης αποτελεί επίσης η αγία Τράπεζα, έργο κι αυτό του 1773, καθώς και ο δεσποτικός θρόνος, πάνω στον οποίο υπάρχει εικόνα του αγίου Λαζάρου ως Επισκόπου με ημερομηνία 1734.
Μέσα στο ναό φυλάσσονται και οι εξής πολύτιμες και αρχαίες εικόνες, που ίσως να ανήκαν σε παλαιότερο εικονοστάσι: μια του αγίου Λαζάρου ως Επισκόπου, φέροντος «πολυσταύριον φελόνιον», (μέσα 16ου αιώνα), και μια της Αναστάσεως του Λαζάρου, εξ ίσου παλαιά, βυζαντινής λαϊκής τεχνοτροπίας. Αξιοσημείωτες είναι τέλος και τέσσερις άλλες μεγάλες εικόνες που, τοποθετημένες σε ξυλόγλυπτα τέμπλα, κοσμούν τους τέσσερις πεσσούς του κεντρικού θόλου: της Παναγίας με ρωσσικό διάκοσμο, της αναστάσεως του Λαζάρου, του αγίου Νικολάου και του αγίου Γεωργίου με σκηνές από το βίο του περιμετρικά της κεντρικής παραστάσεως, έργο του 1717 του Ιακώβου Μόσκου του Κρητός.
Φαίνεται ότι, παλαιότερα, ολόκληρος ο ναός ήταν αγιογραφημένος, γιατί μέχρι τον περασμένο αιώνα σώζονταν μερικές τοιχογραφίες στους πεσσούς του κεντρικού θόλου. Οι τοιχογραφίες του ναού καταστράφηκαν απο άγνωστη αιτία κατά την πολύκαιρη διάρκεια ύπαρξης του ναού ή κατ’ άλλη εκδοχή πρέπει να καταστράφηκαν, πιθανότατα, από την πολλή υγρασία που επικρατεί στην περιοχή της Λάρνακας και ειδικότερα της ενορίας Σκάλας, όπου το υψόμετρο ελάχιστα διαφέρει εκείνου της θάλασσας. (Μέχρι τα μέσα του περασμένου αιώνα μάλιστα οι περιοχές νοτιοδυτικά του ναού μέχρι την Αλυκή αποτελούσαν λιμνώδεις εκτάσεις, γνωστές σαν «λίμνες τ’ άι Λαζάρου»).
line
Στα πολύ παλιά χρόνια, όταν η περιοχή Σκάλας ήταν ακόμα σχεδόν ακατοίκητη και η πόλη περιοριζόταν μόνο στην παλιά Λάρνακα, ο άγιος Λάζαρος, μονήρης όπως ήταν, λειτουργούσε σαν μοναστήρι. Τον καιρό της Φραγκοκρατίας μετατράπηκε σε μοναστήρι Βενεδικτίνων (καθολικών) μοναχών.
Όταν οι Τούρκοι κατέλαβαν την Κύπρο το 1570, κατακράτησαν το ναό (όπως έκαμαν για όλες τις εκκλησίες, που κατείχαν οι Λατίνοι) μέχρι το 1589, οπότε τον εξαγόρασε η ορθόδοξη εκκλησία για 3,000 «άσπρα» αργυρά νομίσματα. Συγχρόνως δόθηκε και στους Λατίνους το δικαίωμα να λειτουργούν δύο φορές το χρόνο στη βόρεια κόγχη του ιερού: την ημέρα του αγίου Λαζάρου και την ημέρα της Μαρίας της Μαγδαληνής, μετατραπέντος του αριστερού κλίτους του ναού (από τη βόρεια κόγχη του ιερού μέχρι τη βόρεια είσοδο του ναού) σε παρεκκλήσιο των Λατίνων. Το δικαίωμα τους αυτό καταργήθηκε το 1794 κατόπιν ενεργειών του αρχιεπισκόπου Χρυσάνθου (1767-1810) και του Κιτίου Μελετίου Α’ (1776-1797), επειδή οι Λατίνοι, εκμεταλλευόμενοι αυτό ήγειραν αξιώσεις συνιδιοκτησίας επί του ναού. Πάνω στη βόρεια είσοδο του ναού υπάρχει ακόμη ο λατινικός πεντάσταυρος και στη βόρεια κόγχη του ιερού διατηρείται ακόμη το λατινικό «αλτάριον», που μαρτυρούν το πέρασμα αυτό των Λατίνων από το ναό.
Όταν, από τις αρχές του 18ου αιώνα, η περιοχή Σκάλας άρχισε να αναπτύσσεται και να ολοκληρώνεται σαν δεύτερη πόλη κοντά στη παλιά Λάρνακα, ο άγιος Λάζαρος έγινε ο ενοριακός ναός ολόκληρης της νέας πόλης Σκάλας. Μέχρι όμως τα μέσα του 19ου αιώνα εξακολουθεί να ονομάζεται «μοναστήρι» (όπως βλέπουμε στα σχετικά έγγραφα της εποχής), ενώ είχε προ πολλού παύσει να είναι τέτοιο. Οι οντάδες του γύρω-γύρω, το μοναστηριακό τυπικό που διατήρησε, οι πολλές ακολουθίες και το πολυπληθές ιερατικό προσωπικό, που είχε, εξακολουθούσαν να του προσδίδουν όψη μοναστηριού.
Αυτά τα γύρω του ναού δωμάτια, περίπου είκοσι παλαιότερα, χρησίμευαν στους προηγούμενους αιώνες και σαν ξενώνας στον οποίο διέμεναν περαστικοί ξένοι, προσκυνητές, χατζήδες, εμπορευόμενοι κ.α. Στο βορειοδυτικό τμήμα του περιβόλου υπάρχει μικρό κοιμητήριο Διαμαρτυρομένων με ωραίους μαρμαρόγλυπτους τάφους, στο οποίο είναι θαμμένοι Ευρωπαίοι έμποροι, ναυτικοί, Άγγλοι πρόξενοι και Αμερικάνοι ιεραπόστολοι που πέθαναν στη Λάρνακα.
Σαν το μοναδικό θρησκευτικό κέντρο της Σκάλας (της μιας δηλαδή από τις δύο δίδυμες τότε πόλεις ), είχε 4-5 ιερείς (εκτός από τον ή τους διακόνους). Οι ιεροτελεστίες στο ναό αυτό γίνονταν πάντα με κάποια επισημότητα και μεγαλοπρέπεια. Από υπάρχουσες ενδείξεις συμπεραίνουμε ότι στα μέσα του περασμένου αιώνα γίνονταν δύο λειτουργίες κάθε Κυριακή και σε μερικές μεγάλες γιορτές.
line
DSC_4256
Ο ναός του αγίου Λαζάρου δέθηκε κατά τρόπο μοναδικό με τη ζωή των πολιτών της Σκάλας – Λάρνακας. Ας μας επιτραπεί εδώ μια ιστορική παρένθεση: Οι παλαιότερα ξεχωριστές αυτές πόλεις ιδρύθηκαν το Μεσαίωνα στη θέση και πάνω στα ερείπια του αρχαίου Κιτίου. Στην αρχή, επί Φραγκοκρατίας – Ενετοκρατίας, μόνο η Λάρνακα υπήρχε σαν πόλη, σε απόσταση ενός μιλίου από την ακτή, γνωστή στους Ευρωπαίους με το όνομα Salines (Αλυκές), ενώ η Σκάλα, γνωστή στους Ευρωπαίους με το όνομα Marina περιοριζόταν σε λιμενικές αποθήκες και ένα μικρό συνοικισμό κοντά στη θάλασσα και γύρω από το ναό του αγίου Λαζάρου και το μικρό μεσαιωνικό καστρο, για τις ανάγκες του λιμανιού και την εκμετάλλευση της Αλυκής, (το αλάτι της οποίας, παραγόμενο τότε σε πολύ πιο μεγάλες ποσότητες από τις σημερινές, ήταν περιζήτητο στην Ευρώπη λόγω της εξαιρετικής του ποιότητας). Όταν τον 15ον αιώνα το λιμάνι της μεσαιωνικής Αμμοχώστου παρήκμασε, άρχισε να αναπτύσσεται το της Λάρνακας, σε σημείο που για πέντε αιώνες (15ος μέχρι τέλους 19ου) να είναι ένα από τα εμπορικότερα λιμάνια της Ανατολικής Μεσογείου, ένα από τα σπουδαιότερα κέντρα του τότε διαμετακομιστικού εμπορίου μεταξύ Ευρώπης και Μέσης Ανατολής. Γι’ αυτό διάφορα τότε κράτη της Ευρώπης (Γαλλία, Αγγλία Αυστρία, Νεάπολις, Βενετία, Ραγούζα, Σικελία, Ισπανία, Ρωσσία, Ελλάς, Ολλανδία κ.α) εγκαθίδρυσαν στη Λάρνακα παροικίες τους και Προξενεία. Με τη σπουδαιότητα αυτή που άρχισε ν’ αποκτά το λιμάνι της και τη ζωηρή κίνηση πλοίων που παρετηρείτο, ο μέχρι τότε ασήμαντος παραθαλάσσιος συνοικισμός άρχισε ν’ αναπτύσσεται, ιδίως από τα τέλη του 17ου – αρχές του 18ου αιώνα και να σχηματίζει σιγά-σιγά μια νέα πόλη, τη Σκάλα. Στο δεύτερο ήμισυ του 18ου αιώνα ήταν ήδη μια ολοκληρωμένη πολιτεία δίπλα στη Λάρνακα, με έντονα εξευρωπαϊσμένη ζωή λόγω της παρουσίας εκατοντάδων Ευρωπαίων (εμπόρων, Προξένων κ.α.) που είχαν εγκατασταθεί μόνιμα στις δύο δίδυμες πόλεις. Έτσι, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, η πόλη Σκάλα-Λάρνακα αποτελούσε τη βιτρίνα της Κύπρου και το σημείο επαφής της με το εξωτερικό, μια ακτίνα φωτός και πολιτισμού στους σκοτεινούς εκείνους χρόνους της σκλαβιάς. Αν η Λευκωσία ήταν η διοικητική πρωτεύουσα της Κύπρου, η Λάρνακα ήταν η διπλωματική και εμπορική της πρωτεύουσα, που μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα εξακολουθούσε να κρατά τα πρωτεία της κοινωνικής, μορφωτικής, πολιτιστικής, εμπορικής κλπ, ζωής του νησιού. Μετά όμως τη μεταφορά των Προξενείων στη Λευκωσία και την ανάπτυξη των λιμένων Αμμοχώστου και Λεμεσού, η Λάρνακα πέρασε σε δεύτερη μοίρα κι έχασε την παλιά της αίγλη και σπουδαιότητα.
Ο ναός του αγίου Λαζάρου δέθηκε τόσο στενά με τη ζωή της πόλης, ώστε η ιστορία του ν’ αποτελεί ιστορία και της ίδιας της πόλης. Από τον 18ο μέχρι τα μέσα σχεδόν του 20ου αιώνα – ήταν το θρησκευτικό, εθνικό, φιλανθρωπικό και εκπαιδευτικό κέντρο της πόλης, ο άξονας γύρω από τον οποίο περιστρεφόταν η θρησκευτικοκοινωνική ζωή της. Γράφει χαρακτηριστικά ο ιστοριοδίφης Ν.Γ. Κυριαζής στο βιβλίο του «Η πόλης της Λάρνακας υπό το φως ιστορικών εγγράφων»: «Εκ των ελαχίστων εν Κύπρω ναών, όσοι επέσυραν την προσοχήν και απησχόλησαν την ιστορία, ο ναός του αγίου Λαζάρου αναμφιβόλως υπάρχει ο καταλαβών εξέχουσαν θέσιν εις την ενοριακήν ναογραφίαν της Κύπρου» και «Ολίγοι ναοί έχουσι να επιδείξωσι την του αγίου Λαζάρου πολυσχιδή και κοινωφελή δράσιν. Ίδρυσε και συνετήρησε Σχολεία, εμερίμνησε δια Νοσοκομεία και Νεκροταφείον, εβοήθησε πτωχούς, εγένετο φρουρός και θεματοφύλαξ των συμφερόντων των πολιτών, προστάτης και παραστάτης παντός έχοντος ανάγκην, εκπρόσωπος ισχυρός και συνετός της πόλεως και των συμφερόντων της…»
Τα του ναού διευθύνονταν από Επιτροπή η οποία μέχρι το 1854 οριζόταν αριστίνδην, ενώ από το 1854 και μετά εκλέγεται από τους ενοριάτες. Σχετικές πληροφορίες για πρόσωπα και δραστηριότητες της Επιτροπής έχουμε από το 1734 ενώ για τους προηγούμενους χρόνους στερούμεθα στοιχείων. Η Επιτροπή του ναού εθεωρείτο στα χρόνια εκείνα της Τουρκοκρατίας και Επιτροπή ολόκληρης της κοινότητας Σκάλας και σ’ αυτήν προσέφευγαν οι πολίτες για πάσης φύσεως υποθέσεις των. Σεβαστή από όλους, πρόβαλλε σαν εκπρόσωπος της θελήσεως της κοινότητας και καθίστατο υπολογίσιμη δύναμη στις σκέψεις και τις αποφάσεις των τότε Τουρκικών αρχών.
Στον τομέα της Παιδείας η συμβολή του ναού του αγίου Λαζάρου υπήρξε πραγματικά μοναδική. Στη Σκάλα-Λάρνακα λειτουργούσαν από τις αρχές του 19ου αιώνα σχολεία, τα οποία όμως ήσαν ιδιωτικά και στα οποία μόνο λίγοι εύποροι μπορούσαν να φοιτήσουν. Γι΄ αυτό ο ναός μερίμνησε για την ίδρυση δημοσίων Σχολείων, τα οποία συντηρούσε, μαζί με τη μονή αγίου Γεωργίου του Κοντού, μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του αιώνα μας.
Συγκεκριμένα και χάρη της ιστορίας αξίζει να σημειωθεί ότι εδώ στη Λάρνακα είχε ιδρυθεί το 1733 η πρώτη στην Κύπρο μετά την Τουρκική κατάκτηση Σχολή με πρώτο δάσκαλο τον διάκονο Φιλόθεο. Στις αρχές του 19ου αιώνα ακολουθεί η ίδρυση και άλλων ιδιωτικών σχολείων. Το 1822 ιδρύθηκε η Ελληνική Σχολή ή Σχολαρχείο, στο οποίο δίδαξαν ονομαστοί καθηγητές, όπως οι Δημ. Θεμιστοκλέους (1822-48), Αθ. Σακελλάριος (1849-53), Χρύσανθος Ιωαννίδης (1860-80), Νικόλαος Λανίτης (1880-96), Σίμος Μενάρδος (1896-7) κ.α. Το 1830 ιδρύθηκε το Αλληλοδιδακτικό Λάρνακας. Ο ναός του Αγίου Λαζάρου μερίμνησε ώστε η ιδιωτική εκπαίδευση να καταστεί δημόσια, ιδρύοντας δημόσια σχολεία τα οποία και συντηρούσε, μαζί με την ι. Μονή Αγίου Γεωργίου Κοντού, μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του αιώνα μας. Συγκεκριμένα , το 1857 ίδρυσε στον περίβολο, πίσω από την εκκλησία, το «Δημόσιον Αλληλοδιδακτικόν Σχολείον» (το κτίριο του οποίου διατηρείται μέχρι σήμερα με τη σχετική επιγραφή στην πρόσοψη), το οποίον υπήρξε η επί κοινοτικής βάσεως συνέχεια του παλιού Αλληλοδιδακτικού Σκάλας. (Το κτίριο αυτό εχρησιμοποιείτο μέχρι το 1910, οπότε η Σχολή στεγάστηκε αλλού σαν Αρρεναγωγείο Σκάλας). Το 1859 ιδρύθηκε το Παρθεναγωγείο Σκάλας και λίγο μετά το Παρθεναγωγείο Λάρνακας, ενώ η Ελληνική Σχολή ή Σχολαρχείο μετατρεπόταν κι αυτό σε δημόσιο. Έτσι, στα μέσα του περασμένου αιώνα, η εκπαίδευση από ιδιωτική μετετράπη σε δημόσια, χάριν στις ενέργειες της Εκκλησιαστικής Επιτροπής του Αγίου Λαζάρου. Χάριν πάλιν της ιστορίας σημειώνουμε ότι το 1898 η Ελληνική Σχολή μετετράπη σε Ημιγυμνάσιο και, τελικά, το 1911, στο γνωστό Παγκύπριο Εμπορικό Λύκειο Λάρνακας (και νύν Παγκύπριο Λύκειο Λάρνακας) που ακτινοβολούσε σ΄ όλη την Κύπρο για δεκαετίες.
Παρόμοια ήταν η μέριμνα του ναού στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και τις πρώτες δεκαετίες της Αγγλοκρατίας στον τομέα της φιλανθρωπίας και κοινωνικής πρόνοιας, ελλείψει φιλανθρωπικών σωματείων και κρατικής μέριμνας.
Τέλος πρέπει να σημειωθεί ότι, όταν Πρόεδρος της Επιτροπής ήταν ο ιστοριοδίφης Ν. Γ. Κυριαζής (1922-24 και 1927-28), ιδρύθηκε και «Μουσείον Αγίου Λαζάρου «, το οποίο στεγαζόταν στον περίβολο του ναού, στο κτίριο του Αλληλοδιδακτικού Σχολείου και περιλάμβανε δεκάδες βυζαντινών εικόνων που πρέπει να ανήκαν σε παλαιότερο εικονοστάσι, καθώς και άλλα εκκλησιαστικά αντικείμενα. Τα κειμήλια αυτά μεταφέρθηκαν αργότερα, δυστυχώς, στο μεσαιωνικό κάστρο της τουρκικής συνοικίας Σκάλας, στο οποίο στεγάσθηκε το τότε το Επαρχιακό Μουσείο Λάρνακας, με συνέπεια να πέσουν στα χέρια των Τούρκων, κατά την Τουρκοκυπριακή ανταρσία του 1963, και να χαθούν. Το μουσείο έχει επανασυσταθεί και λειτουργεί στη νοτιοανατολική στοά του περίβολου του ναού από το 1990.
Σήμερα με την ανάληψη από το κράτος όλων των τομέων κοινωνικής δραστηριότητας, ο ρόλος του ναού περιορίστηκε στη θρησκευτική ζωή της πόλης. Οι μεγάλες καμπάνες που στολίζουν το τιτάνιο καμπαναριό, στέλλουν, σχεδόν καθημερινά, τη γλυκιά μελωδία τους στα πέρατα της πόλης. Ο γνωστός ήχος τους αποτελεί χαρακτηριστικό και οικείο ήχο για τους Λαρνακείς, που έσμιξε με την καθημερινή τους ζωή, ένα ήχο που για ολόκληρες γενιές τώρα μας καλεί στις λειτουργίες και τους εσπερινούς, σε κατανυκτικές ακολουθίες, σε γάμους και σε κηδείες, σε επίσημες δοξολογίες αλλά και στις ταπεινές παρακλήσεις.
Τελειώνοντας την ιστορική τούτη αναδρομή, ας ευχηθούμε ο άγιος Λάζαρος, ο και πολιούχος της Λάρνακας, να φυλάττει την πόλη του από κάθε κακό και να πρεσβεύει για τους πιστούς. Αλλά κι εμείς πρέπει να συνειδητοποιήσουμε τι θησαυρό διαθέτει η πόλη μας και να προσπαθήσουμε να ξαναγίνει η χιλιόχρονη εκκλησία με τον αγιασμένο τάφο τόπος πανορθοδόξου προσκυνήματος. Ιδίως στο τριήμερο, που αρχίζει την παραμονή της γιορτής του αγίου με το μεγάλο εσπερινό και συνεχίζεται την επαύριο, «Σάββατο του Λαζάρου», με πανηγυρική λειτουργία το πρωί και μεγάλη λιτανεία στους δρόμους της πόλης το απόγευμα και τελειώνει την Κυριακή των Βαίων με πανηγυρική πάλι λειτουργία. Τέτοιες μέρες οι πιστοί της Λάρνακας νοιώθουν πιο κοντά στους Αγίους Τόπους, ζουν πιο έντονα τις παραμονές του θείου Πάθους και τα ένδοξα προεόρτια της Αναστάσεως, σε μια δεύτερη μα πραγματική «Βηθανία», κοντά στο μνήμα του αγαπημένου φίλου του Χριστού.

line

ΛΑΪΚΕΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ

Το πέρασμα του αγίου Λαζάρου από το Κίτιο συνδέθηκε με διάφορες παραδόσεις. Σύμφωνα με μια τέτοια παράδοση, στα τριάντα αυτά χρόνια που έζησε μετά την ανάστασή του, δεν γέλασε ποτέ -εκτός από μια φορά , όταν είδε κάποιον να κλέβει ένα πήλινο δοχείο, οπότε χαμογέλασε λέγοντας: «ο πηλός κλέβει τον πηλό»-συγκλονισμένος από το θέαμα των αλυτρώτων ψυχών, που είδε στον άδη κατά την εκεί τετραήμερη παραμονή του. (Δεν είχε λάβει ακόμα χώραν η λυτρωτική θυσία του Χριστού πάνω στο σταυρό και η Ανάστασή Του, η οποία και ελύτρωσε τον άνθρωπο από τα δεσμά του άδη και της αιώνιας καταδίκης).
Μια άλλη παράδοση συνδέει το πέρασμα του αγίου από το Κίτιο-Λάρνακα με τις εκεί πλησίον ευρισκόμενες Αλυκές. Η παράδοση αυτή θέλει τις Αλυκές την εποχή εκείνη απέραντο αμπέλι . Διψασμένος οδοιπόρος ο άγιος, κάποια μέρα, ζήτησε από τον ιδιοκτήτη λίγο σταφύλι για να ξεδιψάσει. Εκείνος αρνήθηκε κι όταν ο άγιος του έδειξε ένα καλάθι που φαινόταν να είναι γεμάτο σταφύλι, εκείνος απάντησε ότι περιέχει άλας. Τότε ο άγιος, για να τιμωρήσει την κακία και υποκρισία των ανθρώπων εκείνων, μετέτρεψε δια θαύματος το απέραντο αμπέλι σε λίμνη άλατος.
Εκτός από αυτά, υπάρχει και παράδοση περί επισκέψεως της Υπεραγίας Θεοτόκου στην Κύπρο και ειδικά στο Κίτιο, για συνάντηση του Λαζάρου. Η παράδοση αυτή , αγιορείτικης προελεύσεως, αναφέρει ότι ο Λάζαρος εθλίβετο πολύ που δεν έβλεπε τη Μητέρα του Κυρίου. Γι αυτό, ύστερα από σχετική συνεννόηση, έστειλε πλοίο στην Παλαιστίνη και την παρέλαβε μαζί με τον ευαγγελιστή Ιωάννη και άλλους μαθητές, για να τους φέρει στην Κύπρο. Πριν φθάσουν όμως εδώ μεγάλη τρικυμία και ενάντιος άνεμος τους παρέσυρε μέχρι το βόρειο Αιγαίο, στις ακτές του όρους Άθω (δηλαδή του Αγίου Όρους). Εκεί η Παναγία, μετέστρεψε στη χριστιανική πίστη τους ειδωλολάτρες κατοίκους και ζήτησε από τον Υιόν Της σκέπη και προστασία για όσους θα ασκούνται χριστιανικά στο όρος τούτο. Επειτα αναχώρησε και έφθασε, επί τέλους, στην Κύπρο, στο Κίτιο, όπου συνάντησε το Λάζαρο, στον οποίο έφερε δώρο επισκοπικό ωμοφόριο και επιμανίκια, τα οποία είχε κάμει με τα ίδιά της τα χέρια. Και αφού ευλόγησε την κατά Κίτιον Εκκλησία επέστρεψε στα Ιεροσόλυμα.
Είναι τόσο ισχυρή και τόσο διαδεδομένη σ’ ολόκληρο τον Ορθόδοξο κόσμο, μηδέ της Ρωσσίας εξαιρουμένης, η παράδοση για την έλευση και χειροτονία του αγίου Λαζάρου στο Κίτιο, ώστε η έλλειψη σχετικών γραπτών πηγών του πρώτου αιώνα να μην αναιρεί, πιστεύομε, την πραγματικότητά της. Βοώσαν παράδοσιν αποτελεί εξ’ άλλου και ο αρχαίος ναός του αγίου, κτισμένος πάνω στον κατά παράδοση τάφο του.
Κατά το Σάββατο του Λαζάρου υπήρχε παλαιότερα στη Λάρνακα – όπως και σε πλείστα άλλα μέρη της Κύπρου – το έθιμο να περιέρχονται τα παιδιά, κατά ομάδες, τα σπίτια και να τραγουδούν το άσμα του Λαζάρου ή κάλαντα του Λαζάρου. Το έθιμο αυτό αποκτούσε ιδιαίτερη σημασία στην ενορία Σκάλας (Αγίου Λαζάρου), όπου γινόταν ολόκληρη ιεροτελεστία με αναπαράσταση της εγέρσεως του αγίου. Περιγραφή του εθίμου, όπως γινόταν στα τέλη του περασμένου αιώνα, έχει ως εξής:
΄΄Οι επίτροποι και οι διάκονοι του ναού έντυναν ένα αγόρι της περιοχής, το Λαζαρόπαιδο, με κίτρινες μαργαρίτες που είχαν πλεχθεί ειδικά για τη γιορτή. Ο μητροπολίτης με τους ιερείς και τους πιστούς περίμεναν στο μεγάλο δωμάτιο υποδοχής, τραγουδώντας πένθιμα άσματα με τη συνοδεία πένθιμης μουσικής. Το Λαζαρόπαιδο έπεφτε στη συνέχεια σε ένα στρώμα από λουλούδια και φύλλα, τριαντάφυλλα, ανθούς πορτοκαλιάς και ροδιάς, κλαδιά δάφνης, μυρσίνης και φοινικιάς. Ο πρωτοπαπάς διάβαζε το ευαγγέλιο και όταν έφθανε στη φράση «Λάζαρε δεύρο έξω» ύψωνε τη φωνή του, όπως αναφέρεται ότι είχε κάμει κι ο Χριστός. Ενώ ακουγόταν αυτή η φράση, οι ιερείς κι οι διάκονοι τοποθετούσαν το σταυρό στο κεφάλι του παιδιού, το θυμιάτιζαν και το ράντιζαν με κλαδιά μυρσίνης βουτηγμένα σε αγίασμα. Ο υποτιθέμενος νεκρός Λάζαρος τότε «αναστηνόταν». Το Λαζαρόπαιδο σηκωνόταν, οι γυναίκες το ράντιζαν με ροδόσταγμο, το έραιναν με ροδοπέταλα κι έβαζαν στο στόμα του γλυκό, μια γουλιά κρασί και μια μπουκιά ψωμί. Τότε οι φλογέρες , τα βιολιά και τα λαγούτα, μαζί με την εκκλησιαστική χορωδία, άρχιζαν ένα χαρμόσυνο ύμνο τον οποίο τραγουδούσε μαζί και η κοινότητα. Όποιος πλησίαζε, φώναζε δυνατά : «Ο Λάζαρος αναστήθηκε…». Κατόπιν οι Σκαλιώτες, (Λαρνακιώτες) που αποτελούσαν την επιτροπή για τη γιορτή, άρχιζαν να μοιράζουν κόλλυβα, φαγητά ποτά, γλυκίσματα και ψωμιά. Πρόσφεραν επίσης κουμανταρία (το περίφημο γλυκό κυπριακό κρασί) και ζιβανία (τσίπουρο). Συγχρόνως ράντιζαν τον κόσμο με ροδόσταγμο από ασημένιες μυροχόες (μερρέχες) και θυμιάτιζαν για το βάσκανο μάτι. Έτσι τελείωνε η ιεροτελεστία στην αυλή της εκκλησίας του Αγίου Λαζάρου. Κατόπιν η επιτροπή για την γιορτή κι ολόκληρη η «πομπή του Λαζάρου», με αναμμένα κεριά, πήγαιναν μέχρις αργά τη νύχτα στα σπίτια όπου υπήρχαν αυτοσχέδια «στρώματα του Λαζάρου», στολισμένα με λουλούδια και κλαδιά. Στα σπίτια κερνούσαν τους επιτρόπους και τους ιερείς, προσφέροντάς τους γλυκά , ψωμιά, τσιγάρα, χρήματα κ.ά. Η διαδρομή της λιτανείας αυτής ήταν καθορισμένη.΄΄

Ιερομ. Σωφρόνιος Γ. Μιχαηλίδης
Λάρνακα – Κύπρος

Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2016

Ο Βίος του Αγίου Στυλιανού

ΕκτύπωσηE-mail
Ό Αγιος Στυλιανός γεννήθηκε στην Παφλαγονία της Μικράς Ασίας, μεταξύ του 400 και 500 μ.Χ. Ηταν ευλογημένος από την κοιλιά της μητέρας του ακόμη. Όσο μεγάλωνε, τόσο με την Χάριν του Θεού γινόταν κατοικητήριο του Ά­γιου Πνεύματος.Αγ.Στυλιανός
Aπό την παιδική του ηλικία έδειξε τα σπάνια προτερήματα της αγιασμένης ζωής του. Άν και ήταν και αυτός παιδί και νέος και έφηβος, μολο­νότι είχε κι εκείνος σάρκα, εν τούτοις δεν άφη­σε τις επιθυμίες να μολύνουν το πνεύμα και την ψυχή του. Ηταν αγνός, αγνότατος.
Δεν άφησε επίσης να τον κυρίευσει κανένα γη­ινό πάθος. Δεν επέτρεψε στα πλούτη και στην φιλοπλουτία να κυριαρχήσουν στην ψυχή του και να την υποτάξουν στην φθορά και στην απώλεια.
Με την δύναμη και την Χάρη του Θεού πολέ­μησε όλα τα δολώματα της φθαρτής και πρόσκαι­ρης ζωής. Φιλοσόφησε με την αληθινή σοφία του Θεού και είδε πόσο πρόσκαιρος και τιποτένιος είναι ο υλικός τούτος κόσμος. Αποφάσισε έπειτα να βαδίσει με την επιθυμία της ψυχής του. Η ψυχή του τον καλούσε σε αγώνες ηθικούς και ωραίους. Τον καλούσε στην άσκηση της αρε­τής. Του έδειχνε τον δύσκολο και δύσβατο δρόμο της αιωνίας ζωής, της παντοτεινής ευτυχίας.
H αγνή και πιστή καρδιά του υπάκουσε στην φωνή της ψυχής του. Και η πρώτη ενέργεια του ή­ταν να πούλησει την περιουσία του και να την μοιράσει στους φτωχούς της Εκκλησίας. Και όταν δεν του είχε απομείνει τίποτε πια από την πατρική κληρονομία, γεμάτος ανακούφηση και χαρά, είπε:
«Πέταξα μια βαρειά άγκυρα, που με κρατού­σε δεμένο κοντά στις επιθυμίες του φθαρτού σώ­ματος. Πέταξα από πάνω μου τήν φθορά και την απώλεια. Τώρα ανοίγεται μπροστά μου πιο ευδιά­κριτος ό δρόμος της αληθινής ζωής. Απαλλαγμέ­νος, λοιπόν, ο Αγιος από τα φθαρτά, άλλα και συγχρόνως με ευτυχισμένη την καρδιά του, διότι μοίρασε τα πλούτη του σε φτωχούς δυστυχισμένους και σε θεάρεστα άλλα έργα, σκέφτεται πως θα ζήσει τιμιωτερα και αγιώτερα τη ζωή του.
Πόσο ανώτερον κάμνει τον άνθρωπο η διδα­σκαλία του Χριστού, από τη διδασκαλία των φιλο­σόφων! Αυτό το βλέπωμε, εάν συγκρίνωμε την πράξη αυτή του Αγ. Στυλιανού με εκείνο που έκανε ένας αρχαίος φιλόσοφος, Κράτης ονόματι. Και εκείνος κατάλαβε ότι ο πλούτος είναι τύραν­νος. Τον δουλεύει ό άνθρωπος σαν αφεντικό του. Εί­ναι σκλαβωμένος ο άνθρωπος στον πλούτο του και είναι δεμένος. Δεν είναι ελεύθερος. Γι´αυτό και αυτός πήρε τα χρήματα του, ανέβηκε σ´ έναν πα­ραθαλάσσιο βράχο και από εκεί τα πέταξε στη θάλασσα, φωνάζοντας συγχρόνως: «Κράτης Κράτη τα ελεύθεροι». Εγώ δηλ. ό Κράτης με το να πετά­ξω τα λεφτά μου στη θάλασσα ελευθερώνω τον Κράτητα, τον εαυτόν μου.
Κι' o Κράτης ελευθερώθηκε μεν από τα χρή­ματα του, αλλά δέθηκε περισσότερο από τον εγωι­σμό του. Πέταξε τα χρήματα του για να του πούνε ένα «μπράβο». Οι οπαδοί του Χριστού όμως τα απο­χωρίζονται, και συγχρόνως κτυπούν τα πάθη τους και κυρίως τον εγωϊσμόν. Αγωνίζονται να ελευθε­ρωθούν από το τυραννικόν πάθος του εγωισμού, διότι και η φιλοπλουτία είναι παιδί του εγωισμού. Για να απαλλαγούν όμως από τα πάθη και τον εγωϊσμόν αρχίζουν ισόβιο αγώνα, έχοντας συγχρό­νως και τη Θεία Χάρη βοηθόν.
Ο Κράτης ένας ήταν αν που το έκαμε αυτό οδη­γούμενος από τη φιλοσοφία, οι Χριστιανοί όμως που το πετυχαίνουν εφαρμόζοντας την διδασκαλία του Χριστού είναι εκατομμύρια. Πράγματι σε κά­θε γενιά πόσα εκατομμύρια εγκαταλείπουν τα εγ­κόσμια και ζουν θεληματικά φτωχοί. Ενα από τα τρία προσόντα του μοναχού είναι η ακτημοσύνη. Ολα τα πλήθη των μοναστών «αποθέτουν πάντα όγκον» όχι για ένα κούφιο μπράβο, αλλά για να αποκτήσουν την Βασιλείαν του Θεού. Δίνουν τα γη­ινα και παίρνουν τα επουράνια. Δίνουν τα ρέοντα και παίρνουν τα μόνιμα και παντοτεινά. Αποθέτουν το βάρος του πλούτου για να μπορούν ελεύθεροι να τρέχουν για να εισέλθουν στην Βασιλείαν του Θεού. Εχουν υπ´όψει τους το « ως δυσκόλως οι τα χρήματα έχοντες εισελεύσονται εις την Βασιλείαν του Θεού », που είπε ο Κύριος. Πόσο λοιπόν ανώτερη είναι η διδασκαλία του Χριστού από την φιλοσοφίαν των ανθρώπων.
Με μοναδική πλέον περιουσία τα ενδύματα του, αρχίζει ένα σκληρό και αγωνιστικό στάδιο σύμφωνα με την διδασκαλία του Ιησού Χριστού. Αφού, λοιπόν, με τις ευεργεσίες του, ανέβασε ο μακάριος Στυλιανός τον γηινό θησαυρό του στους ουρανούς, και τον ασφάλισε, πήγε σε ένα μονα­στήρι και ντύθηκε το μοναχικό σχήμα. Από τη στιγμή εκείνη καμμιά γηινή σκέψη, καμμιά υλική παρένθεση δεν μπορεί να τον απομακρύνει από την πίστη του και την προσευχή του. Τίποτε άλλο δεν φροντίζει και τίποτε άλλο δεν ε­πιδιώκει, παρά μονάχα ό,τι είναι αρεστό στο άγιο θέλημα του Θεού. Αγωνίζεται πως να αρέσει στον Κύριο, πως να τελειοποίησει την ψυχή του, πως να κερδίσει τον Παράδεισο. Καμμιά δική του θέληση, που αντιστρατεύεται το θέλημα του Θεού, δεν βρίσκει θέση στην ζωή του. Η αυστηρή ασκητική του ζωή είναι απερίγρα­πτη. Η αγιότης του αρχίζει να αστράφτη. Η ταπει­νοφροσύνη του λαμποκοπάει. Η αγνότης του θαμ­πώνει. Η νηστεία του είναι αυστηρότατη. Η προσευ­χή του αληθινή επικοινωνία με τον Θεό. Οι αγρυ­πνίες του είναι θαυμαστές. Τρεις στόχους έβαλε για σκοπό του να επιτύχει ως μοναχός: την ακτημοσύνη, την αγνότητα και την υπακοή. Τους τρεις αυτούς στόχους τους πέτυχε. Και στις τρεις αυτές αρετές πήρε, σαν να πούμε, άριστα ο Αγιος Στυλιανός. Την ακτημοσύνην του την είδαμε. Δεν κράτη­σε για τον εαυτό του από την περιουσία του τίπο­τε απολύτως. Ούτε φρόντισε ν' απόκτησει ποτέ στη ζωή του κάτι τι και αυτός. Εζησε με φτώχεια και τελεία ακτημοσύνη.
Την αγνότητα του επίσης και την ηθικότητα του την κράτησε πολύ ψηλά. Κρατούσε την ψυχή του καθαρή «άπό παντός μολυσμου σάρκας και πνεύματος». Αγωνιζότανε στις επιθέσεις του ε­χθρού να μη τον αγγίξει η βρωμερή αμαρτία. Στο μυαλό του στριφογύριζαν πάντα τα λόγια τού Κυρίου μας που είπε:«Μακάριοι οί κα­θαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται. Ευτυχισμένοι δηλαδή και καλότυχοι είναι όσοι έχουν καθαρή την καρδιά τους από τη βρώμα της ανηθικότητος διότι αυ­τοί θ' αξιωθούν να δούνε το Θεό στη Βασιλεία των Ουρανών. Η υπακοή του στο Γέροντα του και τους άλ­λους ήταν παραδειγματική. Αγωνίστηκε σκληρά νά κόψει «το δικό του θέλημα», που στηρίζεται στον εγωισμό. Είναι πολύ δύσκολο νά κόψη κανείς το θέλημα του. Αυτό το ξέρουν όσοι αγωνίζονται τον πνευματικόν αγώνα. Ο Αγιος Στυλιανός πολέμησε στο Μοναστήρι εκείνο σκληρά εναντίον των τριών εχθρών, της σάρκας, του κόσμου και του διαβόλου. Για να καταβάλει τον κάθενα από αυτούς χρειάσθηκε πόλεμος πολυχρόνιος, σκληρός και ανύστακτος.
Στις τρεις αυτές λέξεις κρύβονται ηρωισμοί και παλαίσματα υπεράνθρωπα.
Ετσι ο Αγιος Στυλιανός αποδεικνύεται λαμπρό αστέρι της ασκητικής ζωής.
Γίνεται παράδειγμα σε νεότερους και παλαιότερους. Ολοι τον θαυμάζουν και τον προβάλλουν σαν παράδειγμα. Τον έχουν σαν πρότυπο μιμήσεως.
Άλλα η αυστηρότης εκείνη του ασκητικού βίου δεν του ειναι αρκετή, θέλει να πλησίασει περισσότε­ρο στην τελειότητα. Επιθυμεί, τώρα την πλήρη μόνωση τον αυστηρότατο ασκητισμό: τον αναχωριτισμό. Αποχαιρετάει τους αδελφούς μονα­χούς στο Μοναστήρι και αποσύρεται ο Αγιος μακρυά σε έρημο και ακατοίκητο μέρος. Εκει στην έρημο κατασκηνώνει σ' ένα σπήλαιο.
Το νέο στάδιο της ασκητικής του ζωής είναι ουράνιας τελειότητος. Οι μέρες και οι νύχτες του κυλούν με λογισμούς, με σκέψεις και προσευχές για τον Τρισυπόστατο Θεό. Ψάλλει ολόψυχα το μεγαλείο του Θεού. Υμνεί την Αγία Τριάδα. Ζεί ενωμένος με τον Θεό! Τίποτε δεν διασπά την θεϊκή του γαλήνη.
Ο­λα όσα βρίσκονται γύρω του και όσα προβάλλουν στον μακρυνό του ορίζοντα δεν είναι τίποτε άλλο, παρά αποδείξεις του Δημιουργού. Μελέτα τα δημιουργήματα του Θεού και δυναμώνει πιο πολύ ή πίστη του. Νοιώθει καλά εκείνο που λέγει ο Απόστολος Παύλος « Τά γάρ αόρατα του Θεό ο τοΐς ποιήμασι νοούμενα κ α θ ο­ρά τ α ι ή τε άΐδιος αύτου δ ύ ν αμις καΐ θειότης».
Ο σημερινός άνθρωπος, δεν έχει την ευκαιρία να βλέπει τα έργα το Θεό, που τον βοηθούν στο να πιστεύει στο Θεό. Ζεί χωμένος μέσα στις τερά­στιες πόλεις, μέσα στις πελώριες πολυκατοικίες ή στο θόρυβο των εργοστασίων. Απομακρύνθηκε έ­τσι από τη φύση, απομακρύνθηκε από τα δημιουρ­γήματα του. Βλέπει περιωρισμένα τα δικά του δη­μιουργήματα μόνον. Γι´αυτό απομακρύνεται από τον Θεό και λιγοστεύει η πίστη του συνεχώς.
Οι αστρονόμοι, οι οποίοι παρατηρούν συνεχώς τα ουράνια σώματα, τα πολυάριθμα άστρα, τα έρ­γα του Θεό, είναι ευσεβείς και θεοφοβούμενοι. Ο μεγάλος αστρονόμος Κέπλερ, όταν άκουε το όνο­μα του Θεού, σηκωνόταν όρθιος και έβγαζε το καπέλλο του.
Και ο ερημίτης Στυλιανός εκεί στην ησυχία της έρημου είχε τον καιρόν να παρατηρεί τα δημι­ουργήματα του Θεού και να φιλοσοφεί επάνω σ' αυτά. Εβλεπε τον Δημιουργόν σε όλα, διότι εσκέπτετο, ότι ήταν αδύνατον να γίνει μόνος του αυτός ο τρισμέγιστος κόσμος, τόσον ωραίος, σκόπιμος και αρμονικός. Εβλεπε τον Θεόν στα απειροπληθή άστρα του ουρανού, που στροβιλίζονται στο αχανές διάστημα με τόση ταχύτητα, άλλα και ακρίβειαν.
Εβλεπε τον Θεό στον γίγαντα της ημέρας τον ήλιο ο οποίος με το να κρατεί κανονική απόστασιν από την γή, δίδει με την θερμότητα του ζωή στους ανθρώπους, τα ζώα και σ' όλην την γύ­ρω φύση. Εβλεπε τον Θεό στο νεράκι που κελλάριζε στις βρυσούλες του βουνού και τον δρόσιζε. Σκεφτόταν ότι το νερό αυτό ήταν κάτω στις θάλασσες και τους ωκεανούς και όμως η πανσοφία και παντοδυ­ναμία του Θεού το ανεβάζει στο βουνό. Το εξατμί­ζει, το κάνει αραιότατο και ανάλαφρο σύννεφο. Το μεταφέρει με τον αέρα στα βουνά, το κάνει ψηλή βροχούλα, το ραντίζει σε όλο τό πρόσωπο της γης και την ποτίζει. Το εναποθηκεύει στα σπλάχνα των ορέων σε τεράστιες αποθήκες και το δίδει λίγο - λί­γο στις βρυσούλες, που τρέχουν συνεχώς! Εβλεπε τον Θεό στα αναρίθμητα ζώα τα μι­κρά και τα μεγάλα, που δημιούργησε ο Θεός «κατά γένος και κατά είδος». Κοίταζε την ποικιλίαν των δένδρων και των φυτών και σκεφτόταν, αν δεν τα έφτιαχνε αυτά ο Θεός, θα ήταν αδύνατον η ζωή των ανθρώπων και των ζώων. Διότι όλα αυ­τά τρέφονται από το φυτικόν βασίλειον.
Τα έβλεπε όλα αυτά και αναφωνούσε με τον Δαυίδ: «Οι ουρανοί διηγούνται δό ξαν Θεού ποίησιν δέ χειρών αυτού αναγγέλλει τό στερέωμα». Ξεσπού­σε κατόπιν σε δοξολογία, λέγοντας: «Ώ ς έμεγαλύνθη τά έργα σου, Κύριε! Πάντα έν σοφία έποίησας. Επληρώθη ή γη της κτίσεως Σου»!
Δύο βιβλία διάβαζε συνεχώς στην έρημο: το βιβλίο της φύσεως και το βιβλίον της Αγίας Γραφής. Η καρδιά του, η διάνοια του, η ψυχή του, όλη ή ύπαρξης του είναι ολόθερμα δοσμένη στον Θεό. Θείο και ιερό ρίγος διαπερνά την ασκητική σάρκα του, καθώς η ψυχή του εμβαθύνει στο κάλ­λος της θείας Δημιουργίας. Το άγιο πάθος της αγάπης του οσίου Στυλια­νού προς το πανάγιο Ονομα του Θεού τον συγκλο­νίζει. Ολη η δύναμη του είναι συγκεντρωμένη στη θεία αυτή αγάπη. Εγκαταλείπει έτσι ό Αγιος το σαρκικό εγώ του. Παύει να φροντίζη για την τροφή του. Γίνεται όλος ακμή πνεύματος και ψυχής. Μπορεί να πει και αυτός «ζω δέ ούκέτι έγώ, ή δέ έν έμοί Χριστός». Τρεφόταν με χόρτα της ερήμου. Και όταν δεν υπήρχαν αυτά, ο Θεός δεν τον άφηνε. Ο Θεός, που θαυματουργεί δια τους Αγίους και μέσω των Αγίων, δεν άφηνε τον σεβάσμιο όσιο να εξαντληθεί από την πείνα. Τον κράτησε στην ζωή στέλνοντας του τροφές με τους αγγέλους, όπως έστελνε και στους άλλους Αγίους, στον Προφήτη Ηλία, τον Αγίο Μάρκο τον Αθηναίο τον φιλόσοφο και λοιπούς.
Πολλά χρόνια έζησε τη σκληρή ζωή του άναχωρητού. Πάλεψε στην έρημο έπι δεκαετίας ολό­κληρες σκληρά με τον διάβολο και τον εαυτό του. Πάλεψε να ξεριζώσει τα πάθη του, να από­κτησει τις αρετές και να φθάσει στην αγιότητα που θέλει ο Θεός, ο Οποίος είπε: «γίνεσθε Αγιοι, ότι Εγώ Αγιος ειμί».
Ο Δημιουργός ήθελε να ζήσει ακόμη ο Αγιος Στυλιανός, για να λαμποκοπάει με την αρετή του και να παραδειγματίζει με την αυστηρότητα της ασκητικής του ζωής. Ηθελε η έμψυχος εκείνη στήλη της εγκράτει­ας, ο φωτεινός λύχνος της ερήμου, να λάμψει σ' όλα τα πέρατα της γης. Ηθελε ο Θεός να φανούν οι ποικίλες αρετές του. Ο λύχνος όμως πρέπει να βρίσκεται ψηλά, για να φέγγει σ' όλους και όχι να κρύβεται και να χά­νεται η λάμψη του. Ετσι και εκείνοι, που φεγγο­βολούν με τις αρετές τους, τους φανερώνει ο Θεός για να γίνονται φως στο δρόμο της ζωής των άλ­λων. Ετσι και ο Αγιος Στυλιανός, άφου με τους σκληρούς ασκητικούς αγώνας του στολίστηκε με τις αρετές και ήταν σαν λαμπάδα, με το γλυκό και ζεστό φως, άφου έφθασε σε ύψη δισθεώρητα αρε­τής, μπορούσε να χύσει στο λαό το ιλαρό φως της αγιότητος του, προς δόξαν Θεού και σωτηρίαν αν­θρώπων. Ο δίκαιος Θεός θα έδειχνε ακόμη στον κόσμο πως αντιδοξάζει εκείνους, που λατρεύουν το όνο­μα Του και Τον δοξάζουν.
Διαδόθηκε, λοιπόν, η φήμη του Αγίου Στυλια­νού παντού. Πλήθος κόσμου από διάφορα μέρη συνέρρεαν μ' ευλάβεια προς τον Αγιον για να θαυ­μάσουν την αγιότητα του και ν' αποκομίσουν ψυχι­κά και σωματικά αγαθά. Η αγία του μορφή, τα σοφά του λόγια, οι προτροπές του άλλαξαν την ζωή πολλών ανθρώπων. Πολλοί ήταν εκείνοι που γοητευμένοι από την ασκητικότητα του, εγκατέ­λειπαν τον κακό εαυτό τους και μετανοούσαν και αναγεννιόνταν ψυχικά. Συγκινητικές ήταν οι εκδηλώσεις των Χριστια­νών που τον επισκέπτονταν στην έρημο, εκεί στο ασκητήριο του. Ηξερε να γαληνεύει τις ταραγμένες ψυχές. Κοντά του έτρεχαν και άλλοι ασκητές για να ενι­σχυθούν με τα λόγια του και την λάμψη του στο σκληρό ασκητικό βίο. Εγνώριζεν ο Αγιος Στυλιανός, ότι για να κερδίσει κανείς την Βασιλεία των Ουρανών πρέπει να έχει την ψυχή του, σαν την ψυχή των μικρών παι­διών. Του έκαναν εντύπωση τα λόγια του Κυρίου: «Έαν μή στραφήτε καί γένησθε ώς τα παιδία ού μή είσέλθητε είς τήν Βασιλείαν τών Ουρα­νών». «Τών γαρ τοιούτων εστίν, ή Βασιλεία του θεού», τών μικρών παιδιών δηλαδή που είναι αθώα. Ηξερε, ότι τα παι­διά έχουν αγγελικές ψυχές. Το κτυπάει ο πατέρας του και πάλι πηγαίνει σ' αυτόν. Τον κτυπάει ο φί­λος του και δεν του κρατάει κακία, αλλά σε λίγο πάλιν παίζουν μαζί. Ενώ οι μεγάλοι το κρατούν σαν κα­μήλα μέσα τους. Γι´αυτό ήθελε να τα βοηθάει, να τα προστατεύει τα παιδιά. Και στην αγία του εκείνη επιθυμία ο Παντο­γνώστης Θεός του έδωσε την Χάρη Του, να μπορεί να κάνει θαύματα.
Ο Θεός βράβευσε το ιερό του αίσθημα και του έδωσε την θαυματουργική δύναμη να θεραπεύει τα ασθενεί παιδιά. Μητέρες από κον­τινά και μακρινά μέρη, με φορτωμένα στους ώμους ανάπηρα και άρρωστα παιδιά έτρεχαν, με πόνο καί πίστη, κοντά στον Αγιο για να ζητήσουν την θεραπείαν των παιδιών τους. Μέρες ολόκληρες βάδιζαν μέσα σ' έρημα μέρη για να βρουν την δοξασμένη από τον Θεό ασκη­τική σπηλιά του Αγίου Στυλιανού. Και όταν έφθασαν εκεί, με δάκρυα στα μάτια έπεφταν στα πόδια του Γέροντα ασκητή, δόξαζαν τον Θεό, που τον συνάντησαν και τον παρακαλού­σαν να γιατρέψει τά παιδιά τους. Ο Αγιος Στυλιανός γεμάτος καλωσύνη και συμπόνοια έπαιρνε τ' άρρωστα νήπια στα χέρια του και με μάτια δακρυσμένα παρακαλούσε το Θεό να τα γιατρέψει. Ο Δεσπότης των Ουρανών άκουγε την ολόψυ­χη προσευχή του και ο Αγιος θαυματουργούσε. Παιδιά άρρωστα εύρισκαν την υγειά τους.
Πα­θήσεις διαφόρων ειδών εξαφανίζονταν. Μπροστά στη δύναμη του Θεού καμιά αρρώστια δεν μπο­ρούσε ν' αντισταθεί. Μανάδες έκλαιγαν από χαρά έξω από το ασκητήριο του. Και άλλες καταφιλούσαν με σεβα­σμό και ευγνωμοσύνη το χέρι του Αγίου γέροντα, δοξάζοντας τον Θεόν. Δοξολογούσε κι' εκείνος ακατάπαυστα το Α­γιο Ονομα Του και τον ευχαριστούσε για τα θαύ­ματα αυτά, που τον αξίωνε να κάνει. Επειτα γεμάτος στοργή κοίταζε τα αθώα πλασματάκια που είχαν λυτρωθεί από την αρρω­στιά. Ενα γλυκό χαμόγελο, χαμόγελο αγγελικό άνθιζε στο πρόσωπο του σεβασμίου ασκητού. Τα θαύματα όμως αυτά γινόταν γνωστά σ' όλα τα μέρη και κόσμος πολύς έτρεχε στον Αγιο Στυλιανό για να τον παρακάλεσει να γιατρέψει από κάποια ασθένεια τα παιδιά του.
Ετσι δόξαζε ο Αγιος Θεός το όνομα του ο­σίου Στυλιανού που αφιέρωσε την ζωή του για την δό­ξα του Θεού. 'Αλλά δεν ήταν μόνο τα θαύματα της θεραπεί­ας των παιδιών που δόξαζαν το όνομα του ταπει­νού Αγίου Στυλιανού. Ο Αγιος απέκτησε φήμη ως θαυματουργού, διότι έκανε τους άτεκνους εύτεκνους, με την προσ­ευχή του. Με την προσευχή του Αγίου Στυλιανού πολλές στείρες τεκνοποιούσαν. Πολλοί πιστοί Χριστιανοί με την ευλογία του, αν και ήταν άτεκνοι πρωτύτερα, απέκτησαν ωραία και γεμάτα υγεία παιδιά.
Πολλοί μάλιστα καλοί Χριστιανοί και μετά την κοίμηση του, επικαλούμενοι το όνομα του Αγίου και ζωγραφίζοντες σαν τάμα την εικόνα του, α­πέκτησαν παιδιά, αν και είχαν χάσει την ελπίδα πια να τεκνοποιήσουν.
Εν' τώ μεταξύ άπ' όλα τα μοναστήρια πήγαι­ναν στον γέροντα ασκητή για να ευφρανθούν κον­τά του, το άρωμα της αγιότητας του. Μοναχοί και ασκητές ζητούσαν από τον Αγιο δάσκαλο συμβουλές, για το πως πρέπει να αντιμε­τωπίζουν τους πειρασμούς και πως να επιβάλλουν την γαλήνη στα κοινόβια τους. Ολοι τον έβλεπαν σαν πρότυπο αγίας ασκητι­κής ζωής. Η προσωπικότητα του ήταν γεμάτη τα­πεινοφροσύνη και άστραφτε από ουράνιο κάλλος.
Και εκείνος ακούραστος με αγγελική γαλήνη τους δίδασκε, τους καθοδηγούσε, τους γέμιζε την καρδιά, τους στερέωνε στην πίστη, τους διέλυε τις αμφιβολίες. Ειρήνευε με τις συμβουλές του από μακρυά όσα μοναστήρια είχαν εσωτερικές διχόνοιες. Ετσι έζησε κι έτσι δόξασε τό όνομα του Θεού και δοξάσθηκε από τον Ουράνιο Πατέρα ο Αγιος Στυλιανός. Οταν έφθασε σε βαθειά γεράματα, έστειλε ο Θεός τους Αγγέλους Του και πήραν την αγίαν του ψυχή, για να την αναπαύσουν από τους πολύ­χρονους κόπους, τις στερήσεις και την σκληρότητα της ασκητικής ζωής. Κοιμήθηκε, λοιπόν, ο Αγιος πλήρης ημερών και αρετών.
Που τον έθαψαν, δεν γνωρίζουμε, ούτε διεσώθηκαν άλλα στοιχεία από την κουρασμένη και αγιασμένη ζωή του. Εμεινε όμως το όνομα του. Τον σέβεται και τον τιμά όλη η Ορθόδοξη Χριστιανωσύνη. Τον επικαλούνται στις ανάγκες τους και προπάντος για τα άρρωστα παιδιά τους. Κτίζουν στο όνομα του μεγαλοπρεπείς Ναούς. Στην Αθήνα υπάρχουν τουλάχιστον δύο Ναοί του Αγίου Στυλιανού στον Γκύζη και στον Καρρέα. Τα θαύματα του Αγίου συνεχίζονται και μετά την κοίμηση του. Και σήμερα ο Αγιος Στυλιανός εξακολουθεί να είναι προστάτης των παιδιών. Λένε μάλιστα, ότι από την λέξη "στυλώνει" που σημαίνει "στηρίζει τη υγεία των παιδιών".
Ο Αγιος εικονογραφείται με ένα νήπιο σπαργανωμένο στην αγκαλιά του που συμβολίζει, ότι είναι ο προστάτης των νηπίων. Η μνήμη του Αγίου Στυλιανού εορτάζεται στις 26. Νοεμβρίου.

http://myronzwhs.gr/biosagioustylianou.html

Τρίτη 15 Νοεμβρίου 2016

Μαντείο του Τροφωνίου Διός:

 


Το μυστηριώδες άγνωστο μαντείο της Έρκυνας στη Λιβαδειά (εικόνες) !!

Ανάμεσα στα νερά του ποταμού της Λιβαδειάς... 
 Παντού Ελλάδα: Aνακαλύφθηκε ψηφιδωτό με ελληνική επιγραφή του Ποσειδώνα στην κεντρική Τουρκία (φωτό)
 ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ ΜΕ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΡΑΦΗ ΣΤΟ ΓΙΟΥΜΟΥΡΤΑΛΙΚ (ΑΙΓΕΣ) ΤΩΝ ΑΔΑΝΩΝ!
 Ο Ποντιακός Ελληνισμός εξευτελίζει την Τουρκία: Ζητά αναγνώριση της γενοκτονίας από την Άγκυρα

Ανάμεσα στα νερά του ποταμού της Λιβαδειάς... 

ξεπροβάλλει σε ένα βράχο η προτομή μιας όμορφης γυναίκας. Είναι η νύμφη Έρκυνα από την οποία πήρε το όνομα του το ποτάμι.
Πρόκειται για το άλλο μεγάλο θηλυκό ποτάμι της Ελλάδας μετά τη Νέδα που βρίσκεται στην Ηλεία. Το ποτάμι κοσμεί την περιοχή της Λιβαδειάς από τα αρχαία χρόνια.

Σύμφωνα με τη μυθολογία, η ροή του ξεκίνησε κατά τη διάρκεια ενός παιχνιδιού της Έρκυνας με την φίλη της Περσεφόνη. Ενώ έπαιζαν με μια χήνα στο άλσος Τροφωνίου, το πτηνό απομακρύνθηκε και κρύφτηκε μέσα σε μια σπηλιά.

Η Περσεφόνη για να τo πιάσει, μετακίνησε την πέτρα που βρισκόταν στην είσοδο και ορμητικό νερό ξεχείλισε. Οι πηγές του ποταμού βρίσκονται στην περιοχή Κρύα, νότια της Λιβαδειάς.

Εκεί, μέσα από ένα νερόμυλο ξεκινάει την διαδρομή του για την πόλη. Περνάει ανάμεσα από παλιά κτίρια και κάτω από πέτρινα τοξωτά γεφύρια, δημιουργώντας μικρούς καταρράκτες.

Μεγάλα πλατάνια και λιθόστρωτα δρομάκια ομορφαίνουν τον περίγυρο του ποταμού. Το κέντρο της πόλης, απ’ όπου περνάει η Έρκυνα, αποτελεί σημείο συνάντησης και τόπο αναψυχής για τους κατοίκους.

Ο νερόμυλος είναι ενδεικτικός του καταλυτικού ρόλου που έπαιξε το ποτάμι στην οικονομική ανάπτυξη της πόλης. Τον 19ο αιώνα τα ορμητικά νερά του ποταμού χρησίμευαν, ώστε να κινούνται οι τροχοί των μύλων και οι μηχανές των εργοστασίων.

Μαντείο Τροφωνίου Διός:

Στην περιοχή που βρίσκονται οι πηγές, λειτουργούσε κατά την αρχαιότητα ένα «παράξενο» μαντείο, το μαντείο του Τροφωνίου Διός. Βρισκόταν κοντά στο άλσος του Τροφωνίου και αναφέρεται από τον Παυσανία και τον Ηρόδοτο.

Είχε δημιουργηθεί πριν από το μαντείο των Δελφών και σημαντικές προσωπικότητες το επισκεπτόταν για να πάρουν χρησμό για το μέλλον. Ανάμεσα τους ο Βασιλιάς Κροίσος και ο Ρωμαίος στρατηγός Αιμίλιος-Παύλος.

Η ιδιαιτερότητα του μαντείου έγκειται στο γεγονός ότι βρισκόταν μέσα σε σπήλαιο, σε αντίθεση με τα υπόλοιπα, και στη διαδικασία που έπρεπε να ακολουθήσουν, όσοι ήθελαν να πάρουν χρησμό.

Οι επισκέπτες έπρεπε να πλένονται για μέρες στα νερά του ποταμού Έρκυνα και στη συνέχεια να προσφέρουν θυσίες στους Θεούς. Επόμενη στάση ήταν οι πηγές της Μνήμης και της Λήθης, που βρίσκονταν δίπλα από το μαντείο.

Ντυμένοι με χιτώνες, έπιναν αρχικά το νερό της Λήθης για να ξεχάσουν όσα είχαν στο μυαλό τους και μετά το νερό της Μνήμης για να θυμούνται όσα θα ακούσουν μέσα στο μαντείο.

Για να πάρουν τον πολυπόθητο χρησμό, έπρεπε να συρθούν ανάσκελα σε μια υπόγεια τρύπα, κρατώντας μελόπιτες για τα ερπετά που θα συναντούσαν. Εκεί παρέμεναν για ώρες, ίσως και ημέρες, πριν επιστρέψουν στα εγκόσμια με την ίδια διαδικασία.

Πριν αποχωρήσουν, εκμυστηρεύονταν όσα είδαν και άκουσαν στους ιερείς. Για να συνέλθουν από την απόκοσμη εμπειρία τους και να ευθυμήσουν ξανά, περνούσε πολύ καιρός.

Το μαντείο δεν έχει βρεθεί παρά τις προσπάθειες των αρχαιολόγων. Πιθανόν καταστράφηκε την περίοδο της βυζαντινής εποχής και κατά τη διάρκεια των καταλανικών επιδρομών.

Λέγεται ότι οι Καταλανοί χρησιμοποίησαν τις πέτρες από τα αρχαία μνημεία για να δημιουργήσουν τείχη.

Κάστρο με θέα το φαράγγι:

Το πιο καλοδιατηρημένο κάστρο της περιοχής και ένα από τα λίγα σωζόμενα καταλανικά κάστρα της Ελλάδας, βρίσκεται στο βραχώδη λόφο δίπλα στις πηγές του ποταμού.

Από τα τείχη του φαίνεται το φαράγγι της Έρκυνας. Η ύπαρξή του χρονολογείται από τα αρχαία χρόνια αλλά πολλοί κατακτητές συνέβαλαν στην ολοκλήρωση του.

Ξεκίνησε να φτιάχνεται από τους Φράγκους τον 13ο αιώνα αλλά τελειοποιήθηκε από τους Καταλανούς, οι οποίοι κυριάρχησαν στη περιοχή μετά τη νίκη τους στη μάχη της Κωπαΐδας.





(Στην αρχική φωτογραφία απεικονίζεται η Νύμφη Έρκυνα, φτιαγμένη από μια πέτρα του ποταμού. Άνοιξη-καλοκαίρι 2000, Σπύρος Γουργιώτης)

Πηγή: mixanitouxronou.gr

Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2016

Ο Αρίσταρχος ο Σάμιος είπε πολύ πριν από τον Κοπέρνικο, ότι η γη γυρίζει


Ο πρώτος που ισχυρίστηκε ότι η Γη γυρίζει γύρω από τον Ήλιο ήταν ο Αρίσταρχος ο Σάμιος, ο οποίος γεννήθηκε το 310 π.Χ., περίπου 1.200 χρόνια πριν από τον Κοπέρνικο.
Ο Αρίσταρχος δεν υποστήριξε μόνο ότι η Γη και οι πλανήτες κινούνται γύρω από τον Ήλιο. Υπολόγισε τα σχετικά μεγέθη και τις σχετικές αποστάσεις της Γης, της Σελήνης και του ‘Ηλιου κι έκανε τη διαπίστωση ότι δεν υπάρχει ουράνια σφαίρα, αλλά ένα σύμπαν που είναι σχεδόν άπειρο. Κανείς ωστόσο δεν του έδωσε μεγάλη σημασία.
aristarxos2Όσο ζούσε, ο Αρίσταρχος ήταν πιο γνωστός ως μαθηματικός παρά ως αστρονόμος.
Δεν γνωρίζουμε πολλά για τη ζωή του εκτός του ότι σπούδασε στο Λύκειο της Αλεξάνδρειας. Ο Ρωμαίος αρχιτέκτονας Βιτρούβιος αναφέρθηκε κάποτε στον Αρίσταρχο χαρακτηρίζοντάς τον άνθρωπο που είχε «βαθιά γνώση όλων των κλάδων της επιστήμης».
Ο Αρίσταρχος εφηύρε επίσης ένα ημισφαιρικό ηλιακό ρολόι.
Το έργο του «Περί των μεγεθών και των αποστημάτων ηλίου και σελήνης», είναι το μοναδικό που έχει διασωθεί. Δυστυχώς σε αυτό δεν περιλαμβάνεται η ηλιοκεντρική του θεωρία.
Σε εμάς έγινε γνωστή μέσω του Αρχιμήδη, ο οποίος σε ένα κείμενό του αναφέρεται στις θεωρίες του Αρίσταρχου, εκφράζοντας της διαφωνία του με αυτές.
Ο Κοπέρνικος γνώριζε τις θεωρίες του Αρίσταρχου όπως αποδεικνύεται από το χειρόγραφο του μνημειώδους βιβλίου του, «Σχετικά με τις περιστροφικές κινήσεις των ουράνιων σωμάτων», στο οποίο ο Κοπέρνικος μνημόνευε τον διορατικό Έλληνα επιστήμονα.
Ωστόσο, όταν το βιβλίο εκδόθηκε το 1514, δεν περιείχε καμία αναφορά στον Αρίσταρχο. Κατά πάσα πιθανότητα ο εκδότης φοβήθηκε ότι κάτι τέτοιο μπορεί να υπονόμευε το κύρος του βιβλίου ως πρωτότυπου έργου. Πηγές: Εδώ και εδώ

Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2016

Ηδωνίδα Γη


Πατήστε στην εικόνα επάνω, για να δείτε σε πανοραμική λήψη, την Ηδωνίδα γη.

Ηδωνίδα Γη και Πρασιάδα λίμνη.

Η περιοχή της Δράμας έχει μια μεγάλη οινική παράδοση, που φθάνει στα Ομηρικά χρόνια και παλαιότερα. Ο Δραμινός συγγραφέας κ. Τηλέμαχος Τσελεπίδης  στο βιβλίο του Δράμα, Ηδωνίδα γη και Πρασιάδα λίμνη καταγράφει τις περιπέτειες  του Διονύσου και ακολουθεί τα ίχνη του ως σήμερα.

Ηδωνίδα Γη

Το ότι η Δράμα, η χώρα των Ηδωνών Θρακών, προγόνων των Δραμινών, έχει μόνο αρχαίους Διονυσιακούς ναούς, δεν είναι τυχαίο. Όλοι οι αρχαίοι συγγραφείς αναφέρονται στον Ηδωνό βασιλέα Λυκούργο, γιο του Δρύαντα, από τους καλύτερους Ήδωνες βασιλείς, ο οποίος έδιωξε τον Διόνυσο και την ακολουθία του από την επικράτειά του, λόγω διαπλεκόμενων μέσα στη χώρα του, και τις συνέπειες που αντιμετώπισε μετά για αυτή του την ενέργεια. Γιατί οι Θεοί του Ολύμπου οργίστηκαν και του επιφύλαξαν τραγικό θάνατο πάνω στο Φαλακρό (Παγγαίο) όρος. 
Ο Διόνυσος, σύμφωνα με τον αρχαίο Αθηναίο συγγραφέα Απολλόδωρο, κατέβηκε συντροφιά με τη θρακιώτισσα θεά Δήμητρα στην νότια Ελλάδα και κατευθύνθηκε στην Αττική. Η Δήμητρα πέρασε στην Ελευσίνα κι ο Διόνυσος κατέλυσε στον δήμο Ικαρίας της Αττικής.
Την θεά της γης Δήμητρα υποδέχτηκε στην Ελευσίνα ο βασιλέας Κελεός και η σύζυγός του Μετάνειρα. Τον θεό Διόνυσο υποδέχτηκε με τιμές στο Δήμο Ικαρίας, τον σημερινό Διόνυσο, ο βασιλέας Ικάριος μαζί με την ποιήτρια σύζυγο του Φανοθέα (η οποία εφεύρε τον εξάμετρο στίχο) και την κόρη τους Ηριγόνη. Τον διάσημο ξένο ο Ικάριος φιλοξένησε στο παλάτι του κατά τον καλύτερο τρόπο κι ο Διόνυσος ευγνώμων, δίδαξε στον Ικάριο την καλλιέργεια της αμπέλου και την παραγωγή κρασιού, ώστε να θεωρείται έκτοτε ο πρώτος έλληνας οινοποιός της Νότιας Ελλάδας, κατά τον Διόδωρο τον Σικελιώτη. Κατά τον Ηρόδοτο μαντείο του θεού Διονύσου είχαν οι Θράκες Σάτρες πάνω στο Φαλακρό (Παγγαίο) όρος, «την οποία πολλοί συγγραφείς εθεώρουν ως πρώτη πατρίδα του θεού του οίνου» (8 σελ. 462,476).«Δεν είναι τυχαίο το ότι ο Διόνυσος πρωτολατρεύτηκε στην Θράκη, γεγονός που συμπίπτει με την εκτεταμένη ανάπτυξη της αμπελουργίας στην περιοχή. Από τα θρακικά φύλα που μετανάστευσαν νοτιότερα, διαδόθηκε η αμπελουργία και η λατρεία του Διονύσου στη Μακεδονία, στη Βοιωτία και στις κοιλάδες του Παρνασσού.» (1 σελ.19) Μιλάμε πάντα για τον Διόνυσο τον Γ΄ γιο του Δία και της θνητής Σεμέλης κόρης του Κάδμου. (6 σελ. 87).
«Δεν είναι τυχαίο το ότι ο Διόνυσος πρωτολατρεύτηκε στην Θράκη, γεγονός που συμπίπτει με την εκτεταμένη ανάπτυξη της αμπελουργίας στην περιοχή. Από τα θρακικά φύλα που μετανάστευσαν νοτιότερα, διαδόθηκε η αμπελουργία και η λατρεία του Διονύσου στη Μακεδονία, στη Βοιωτία και στις κοιλάδες του Παρνασσού.» (1 σελ.19) Μιλάμε πάντα για τον Διόνυσο τον Γ΄ γιο του Δία και της θνητής Σεμέλης κόρης του Κάδμου. (6 σελ. 87).
Ο Διόνυσος Α΄ ήταν γιος του Άμμωνα και της Αμάλθειας που έζησε στην Αφρική. Ο Διόνυσος Β΄ ήταν γιος του Δία και της Ιώ θυγατέρας του Ινάχου. Έγινε βασιλιάς της Αιγύπτου και δημιούργησε τις μυστηριακές τελετές. 
Άλλωστε ο Πίνδαρος αναφέρει χαρακτηριστικά ότι, η Θράκη είναι γεμάτη αμπέλια. «Θραϊκίαν γαίαν αμπελόεσαν τα και εύκαρπον». (5 σελ. 84 Αβδηρίταις)
Την εποχή εκείνη βασιλέας τον Αθηνών ήταν ο Πανδίονας και στην Καλυδώνα της Αιτωλίας βασίλευε ο Οινέας γιος του Πορθάωνος και της Ευρύτης έχοντας ως σύζυγο του την Αλθαία κόρη του Θέστιου και της Ευρύθεμης. Ο Διόνυσος επισκέφτηκε και το βασίλειο της Καλυδώνας δωρίζοντας στον βασιλέα Οινέα φυτό αμπέλου. ( 3 σελ.29) « Ο Οινεύς, που ήταν βασιλιάς της Καλυδώνας, πήρε πρώτος το κλήμα από το Διόνυσο» και μάλιστα κατασκεύασε καλό κρασί που πήρε και τόνομα του, οίνος. (και 2 ραψωδία Ξ, 117 σελ.91) Ο περίφημος Διομήδης, ο ήρωας του Τρωικού πολέμου, ήταν εγγονός του Οινέα από τον γιο του Τυδέα.
Βέβαια η οινοφόρος άμπελος, είναι ένα πολυετές φυτό με βιολογικό κύκλο ενός έτους που για χιλιάδες χρόνια ήταν αυτοφυές στην περιοχή μας. Ήδη, σε άγρια κατάσταση, απαντάται σε όλη την ορεινή περιφέρεια του νομού μας από αμνημονεύτων χρόνων. Και φαίνεται ότι τα σταφύλια και το κρασί σημάδεψαν τη ζωή των αρχαιοελλήνων γιατί συνδέθηκαν και με τα ήθη και τα έθιμά τους. Στο νομό μας τα γραφικά Διονυσιακά δρώμενα στα χωριά Καλή Βρύση, Ξεροπόταμο, Μοναστηράκι, Βώλακα, Πετρούσα, Χωριστή κι αλλού «έχουν σαν βάση τις γιορτές, τα πανηγύρια και τις μεταμφιέσεις του θεού Διόνυσου και της ακολουθίας του» και τελούνται από αμνημονεύτων χρόνων. (4 σελ.211).
Έτσι όταν εδώ οι Ηδωνοί Θράκες μεθούσαν κι ο Διόνυσος ήρθε σε σύγκρουση με τον «κρατερό», κατά τον Όμηρο, βασιλέα των Ηδωνών Λυκούργο, η άμπελος ήταν άγνωστο είδος στην Αθήνα!… Κι αυτό αποδεικνύεται από τους πολλούς, παλαιούς, επώνυμους ναούς αφιερωμένους στον θεό Διόνυσο, ο οποίος και λατρεύονταν από τους Ηδωνούς Θράκες προγόνους μας, αλλά και από πολλά κτερίσματα, ενθυμήματα κι αγάλματα τα οποία βρέθηκαν από τυχαίες ανασκαφές. Και βέβαια από τις καταγραφές στα αρχαία φιλολογικά συγγράμματα.
Από την περιοχή των Σιταγρών, σε ένα προϊστορικό οικισμό 14.000 τετρ. μέτρων σε 11 μέτρα βάθος, που ανασκάφτηκε το 1969, ήρθαν σε φως γίγαρτα, δηλαδή κουκούτσια ήμερων σταφυλιών ανάμεσα σε 290 δείγματα σπόρων, τα οποία χρονολογούνται από την τρίτη με τέταρτη χιλιετία π. Χ. «τα αρχαιότερα σταφύλια που ξέρουμε στον κόσμο!» Εδώ, στην πατρίδα του Διόνυσου, με την αξιοπιστία ενός επιτελείου 50 ειδικών ξένων επιστημόνων.(7 σελ.23) 
Στην  γη των πατέρων μας, ήταν διαδεδομένη, εδώ και χιλιάδες χρόνια η Διονυσιακή λατρεία και η αμπελοκαλλιέργεια, σύμφωνα με ανασκαφικές έρευνες οι οποίες έγιναν στους Σιταγρούς, στην Καλή Βρύση και άλλες περιοχές του λεκανοπεδίου της Δράμας. Οι Ηδωνοί Θράκες ήταν από τους εκλεκτούς αρχαίους οινοποιούς, οι οποίοι συνεχίζουν και σήμερα την παράδοση με σύγχρονες επιχειρηματικές μονάδες. 
Η τοπική μυθολογία και ιστορία, με βάση τα αρχαία συγγράμματα, θέλει τον Διόνυσο να μεγαλώνει και να δραστηριοποιείται στη Νησσαία πόλη της Θράκης, στην οποία τον έφερε ο Ερμής κατ΄ εντολή του Δία. Ήταν νόθος γιος του από την όμορφη κόρη του Κάδμου και της Αρμονίας Σεμέλη και μεταφέρθηκε εδώ το νεογνό για τον φόβο της γυναίκας του Ήρας. Το βρέφος συνόδευε κουστωδία Νυμφών και Μουσών. Όταν μεγάλωσε ο θεός της αμπέλου με τις καλύτερες προϋποθέσεις ξεκίνησε την θεία πορεία του έχοντας ως συνοδούς Σιληνούς, νύμφες, μουσικούς, σάτυρους, και μαινάδες.
Ζώντας μεταξύ των Ηδωνών Θρακών πέρασε στην κοινωνία νέες ιδέες, μυστηριακές τελετές, διασκεδάσεις, κρασί και όργια κι ήρθε σε σύγκρουση με τον συνετό βασιλέα των Ηδωνών Λυκούργο.
Ο Διόνυσος βέβαια ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο. Πήγε στην Αίγυπτο, γύρισε στις Ινδίες κι αλλού, όπως αναφέρεται μέσα στα αρχαία φιλολογικά συγγράμματα. Για τις περιηγήσεις του αυτές έχουν γραφεί ιστορίες πολλές, από κωμικές, μέχρι και πολύ ενδιαφέρουσες και σοβαρές. 
Αναφέρουμε, σε ότι μας αφορά, στη σύγκρουση του θεού Διόνυσου με το βασιλέα των Ηδωνών Λυκούργο. Ο Θεός με τα καμώματα και την ταραχώδη συνοδεία του αναστάτωσε την τοπική συντηρητική κοινωνία των Ηδωνών μεταφέροντας καινοφανείς θεωρίες στους κατοίκους της περιοχής, όπως να τρώνε και να πίνουν και να διασκεδάζουν χωρίς να δουλεύουν. Αυτό όμως δημιούργησε τεράστια κοινωνικά προβλήματα και ο τότε βασιλιάς Λυκούργος έδιωξε κακήν κακώς από τη χώρα του όλη τη Διονυσιακή κουστωδία.
Όμως οι Θεοί του Ολύμπου θύμωσαν και καταδίκασαν τον θνητό βασιλιά με φρικτό θάνατο πάνω στο Φαλακρό. Μια ανθρώπινη τραγωδία εκτυλίχτηκε την οποία ανέδειξαν οι τραγικοί μας ποιητές Ευριπίδης και Σοφοκλής κι αναφέρουν  ο Όμηρος, ο Πίνδαρος και άλλοι αρχαίοι ποιητές.
Με κρασί και γλέντι γιορτάζανε κατά την αρχαιότητα σε όλο το νομό Δράμας και είχαν αφιερώσει πολλούς ναούς στο θεό Διόνυσο. Ο βασικός όμως ναός, ως μητροπολιτικός, προς τιμή του θεού Διονύσου, ήταν πάνω σε μια κορφή του Παγγαίου (Φαλακρού). Ο ναός βρισκόταν υπό τον έλεγχο της Θρακικής φυλής των Σατρών οι οποίοι χρησιμοποιούσαν ως ιερείς τους Θράκες Βησσούς και μάντισσα είχαν γυναίκα προερχόμενη από τους Δελφούς. Ο ναός των Σατρών ο αφιερωμένος στον θεό Διόνυσο ήταν πασίγνωστος για τους διφορούμενους αλλά επιτυχείς χρησμούς της Πυθίας του. Τον επισκέπτονταν όλοι οι Θράκες. Από τον ναό αυτό πήρε χρησμό κι ο Μέγας Αλέξανδρος πριν αναχωρήσει για την εκστρατεία του στην Ασία το 334 π.Χ. Επίσης το ιερό επισκέφθηκε κι ο πατέρας του μεγαλύτερου Ρωμαίου αυτοκράτορα Γάιου Ιούλιου Οκταβιανού, τον αυτοκράτορα που τιμητικά η Σύγκλητος ονόμασε Αύγουστο (64 π.Χ.-14 μ.Χ.). Ήταν ο ανθύπατος Ρωμαίος Οκτάβιος Γάιος που ήρθε για χρησμό το 62 π.Χ. λίγο πριν εκστρατεύσει κατά των Δάρδανων. Χρησμό για την τύχη του γιου της ζήτησε και η Ολυμπιάδα όταν ο Αλέξανδρος πολεμούσε τους Πέρσες στην Ασία.
Παράλληλοι ναοί, αφιερωμένοι στο θεό Διόνυσο, υπήρχαν και μέσα στη Δράμα και στην περιφέρεια, όπως στην Καλή Βρύση. Στο μουσείο της πόλης υπάρχουν προτομές του Βάκχου και πατητήρι κρασιού. Ο Διόνυσος, είναι ένας πολύμορφος θεός και βρίσκεται πάντα κοντά στους ανθρώπους κι ο οποίος σκόρπιζε χαρά και αισιοδοξία σε όλους. Ανατράφηκε με την φροντίδα Μουσών και Νυμφών σε σπηλιές του Νύσσιου (Φαλακρού) όρους της Θράκης. Το όνομά του σύνθετο από το όνομα του πατέρα του, Διός και τις νύμφες Νυσσαίες ή το βουνό, το πόλισμα και το εύφορο πεδίο Νύσσα.
Η αρχαία τοπική ιστορία είναι ζυμωμένη με πλήθος από μύθους και έχει για επίκεντρο την παραδοσιακή καλλιέργεια της αμπέλου. Η τοπική μυθολογία και τα Διονυσιακά δρώμενα της περιοχής αποτελούν στολίδι για τον τόπο, αλλά και γιατί είμαστε η πρώτη αμπελουργική περιοχή της Ελλάδας από αρχαιοτάτων χρόνων, όπως αποδεικνύεται κι από την ανακάλυψη από Αγγλους και Αμερικανούς αρχαιολόγους το 1969,  σπόρων σταφυλιών μέσα στον Νεολιθικό οικισμό των Σιταγρών. 
Το κρασί δένει με ένα ρομαντικό συναίσθημα τον Έλληνα παραγωγό και δημιουργεί μαζί του πρότυπες τοπικές ποικιλίες. Μια σχέση δεσμευτικής αγάπης με το προϊόν κι ένα παθιασμένο δέσιμο φιλίας κι αλληλεξάρτησης με αυτό. Και το γεγονός αυτό γέννησε το μύθο και την ιστορία του Διονυσιακού προϊόντος, αφού οι εδώ μελιηδείς1 (οι γλυκείς σαν το μέλι) οίνοι ήταν το αγαπημένο ποτό των Θρακών βασιλέων και το ποτό χαρακτηρίζονταν μελίφρων2 οίνος, δηλαδή οίνος που γλυκαίνει το νου.

Πρασιάδα λίμνη

Από το ύψος του καμένου βουνού της Καβάλας, το λόφο του Αι-Σίλα, το γνωστό «γεντίκι», το μάτι του ταξιδιώτη αγκαλιάζει βορειοδυτικά ένα κατάσπαρτο και πλούσιο κάμπο. Ένα ειδυλλιακό τοπίο, χιλιόπλουμο, με όμορφους οικισμούς και πηγαία νερά. Τα νερά της «χρυσής πεδιάδας», όπως την ονόμαζαν οι τούρκοι κατακτητές. Πηγές γάργαρες που σήμερα δροσίζουν και ποτίζουν την πόλη της Καβάλας και τα προάστιά της.
Γύρω-τριγύρω ορεινοί όγκοι. Μπροστά μας ξανοίγεται το περίγραμμα των βουνών που σχηματίζουν ένα κλειστό κάμπο, το λεκανοπέδιο της Δράμας. Στη βορινή πλευρά είναι το Φαλακρό όρος, το αρχαίο Παγγαίο, που εκτείνεται ανατολικά μέχρι τον Πιερικό κόλπο (Καβάλας) και η ψηλότερή του κορυφή, ο Προφήτης Ηλίας ύψους 2.232 μέτρων, βιγλίζει πάνω στον απέραντο Ηδωνικό κάμπο.
Νότια προς τη θάλασσα η οροσειρά του Συμβόλου με ψηλότερη κορυφή το Πιλάφ-Τεπέ ή Κουσνίτσα ύψους 1956 μέτρων και δυτικά δεσπόζει η κορυφή Καραγκιόζ-Γκιόλ του Μενοικίου όρους ύψους 1963 μέτρων. Μια οπτική πανδαισία πράσινης ομορφιάς και υποβλητικής μεγαλοπρέπειας.
Μέσα σε αυτό το λεκανοπέδιο, μέχρι το 1935, απλώνονταν ελώδεις εκτάσεις και μια τεράστια λίμνη 120 χιλιάδων στρέμματων. Το μυθικό της όνομα, κατά τον Όμηρο είναι Θεστίδια λίμνη. H λίμνη πήρε το όνομά της από τον Θέστιο, το νόθο γιο του Θρακιώτη θεού Άρη και της θνητής Δημοδίκης. Τα νερά της λίμνης κατά την περίοδο των βροχοπτώσεων «φουσκώνουν» και καταλαμβάνουν έκταση πάνω από 135.000 στρέμματα.
Η λίμνη την εποχή της δόξας της διέθετε πλούσιο απόθεμα αλιευμάτων. Έχουμε πάρα πολλά στοιχεία γι’ αυτό. Από τους Θράκες Πρασιείς μετονομάστηκε σε Πρασιάδα. Νότια της λίμνης ζούσε το δραστήριο αυτό θρακικό φύλο, οι Πρασιείς. Αποζούσαν από το ψάρεμα στην πλούσια λίμνη. Αυτή είναι η πολύ γνωστή ψαροφόρα Πρασιάδα λίμνη του Ηροδότου, όπως χαρακτηριστικά την περιγράφει ο ιστορικός. Έριχνες, λέει, το καλάθι και γέμιζε ψάρια.
Αργότερα όταν έφτασαν οι κατακτητές Ρωμαίοι ήρθε και εγκαταστάθηκε στην περιοχή μεγάλος αριθμός Ρωμαίων εποίκων από την Ιολίτιδα της σημερινής Ιταλίας. Και για να θυμούνται την πατρίδα τους οι Ρωμαίοι νέοι έποικοι μετονόμασαν την Πρασιάδα λίμνη «Ιολίτιδα». Οι Έλληνες, όμως συνήθιζαν να δίνουν στη λίμνη το όνομα της κοντινότερης με αυτή παραλίμνιας πόλης. Έτσι μετά τους αρχαίους Πρασιείς και οι Πραβιώτες την έλεγαν λίμνη του Πραβίου, οι Δραμινοί λίμνη της Δράμας, οι κάτοικοι των Φιλίππων, λίμνη των Φιλίππων, κλπ.
Τη λίμνη αυτή, όταν οι Τούρκοι κατάκτησαν το 1373 την περιοχή και είδαν πόσο πλούσια σε ψάρια ήταν, την ονόμασαν Μπερεκετλή-Γκιόλ, που σημαίνει πλούσια λίμνη, ευλογία Θεού λίμνη και πολύφερνη λίμνη. Βάλτα την έλεγαν οι Έλληνες κατά την τουρκοκρατία κι αργότερα.
Όμως, όλος ο κάμπος την εποχή των βροχοπτώσεων, Άνοιξη και Φθινόπωρο, ήταν πάντα κατακλυσμένος με πολλά νερά. Και όταν αποσύρονταν τα βροχόνερα, το καλοκαίρι και την εποχή της ξηρασίας, σχηματίζονταν γύρω από τη λίμνη έλη. Τα κουνούπια έβρισκαν μέρος να αναπαραχθούν και η ελονοσία το καλοκαίρι έστηνε χορό μέσα στη Βάλτα στέλνοντας στο θάνατο εκατοντάδες Δραμινούς. Γι’ αυτό ο πληθυσμός εγκατέλειπε τον κάμπο και κατέφευγε στα ορεινά, στα μεσόγεια του νομού, όπου και είχαμε εντυπωσιακή πληθυσμιακή και οικονομική ανάπτυξη, ενώ δημιουργήθηκαν στην ενδοχώρα και αξιόλογα κεφαλοχώρια.
Η μεγάλη Πρασιάδα λίμνη, τότε, έβρεχε την Ελευθερούπολη (Πράβι) και τα νερά της έφταναν μέχρι τον Αμυγδαλεώνα και χτυπούσαν πάνω στα τείχη των Φιλίππων. Η αγαπημένη γραφική Ιολιανή λίμνη των Ρωμαίων έγλυφε με τη δροσιά της τα πόδια του Ματίκιου όρους, του σημερινού Παγγαίου και τα απόνερά της σχημάτιζαν θανατηφόρα έλη γύρω από το καλυβοχώρι Καλαμπάκι, ενώ ήταν πλημμυρισμένο το σημερινό χωριό Μαυρολεύκη. Μια λίμνη εξαιρετικά θεαματική και απέραντη. Αλλά και μια λίμνη κυρίαρχη με το υγρό μεγαλείο της πάνω στο μεγάλο κάμπο της Ηδωνίδας χώρας από την ομίχλη των προϊστορικών χρόνων και μέχρι πριν από εβδομήντα χρόνια.
Τις όχθες της λίμνης και τα βαλτόνερα κάλυπταν τεράστιοι καλαμιώνες και πλατύφυλλα αιωνόβια δένδρα. Ένα αληθινά οργιαστικό και σύνωρα μαγευτικό κι ευφρόσυνο φυσικό τοπίο, μέσα κι έξω από τη λίμνη.
«Λαπατιές χονδρόφυλλες, παχιές, με μεγάλα άπλυτα σκληρά φύλλα πλάι σε ραγάζια, δύο μέτρα ψηλά πάνω από τα σκούρα νερά, θροούσαν σφυρίζοντας στο πρώτο αεράκι. Πλατύφυλλες νυμφαίες, άπλωναν νωχελικά όλη τη μεγαλοπρέπειά τους γεμάτες μυστήριο κι ύποπτη σιωπή. Και καλαμιές… καλαμιές… Πολλά καλάμια, τεράστια, ως τέσσερα μέτρα, υψώνονταν σαν απροσπέλαστο ολοπράσινο τείχος το Καλοκαίρι και σαν χρυσοκίτρινο αποτρεπτικό κάστρο-σύνορο το Χειμώνα. Κι εδώ κι εκεί βάγιες, τα σεκίτια των τούρκων, που με τις βέργες τους οι παραλίμνιοι οικιστές πλέκοντας με δεξιοτεχνία κατασκεύαζαν τα περίφημα και γερά κοφίνια. Ήταν απαραίτητα για άχυρα και καπνά και για εργαλεία στο ψάρεμα. Αλλά κατασκεύαζαν κι άλλα πράγματα, μια ποικιλία από αντικείμενα για πολλαπλές χρήσεις.» (1 σελ.2)
Βέβαια δεν έλειπαν οι λεύκες και οι ιτιές του νερού. Και μαζί οι κρεμοκλάδες κλαίουσες, σα νύφες πανέμορφες και ντροπαλές, που στόλιζαν τις ακρολίμνιες παραλίες.
Πράγματι οι όχθες της λίμνης, σε όλο το απέραντο μήκος της, ήταν καταπληκτικά όμορφες και γραφικές. Και τις αστροφεγγιές ο ουρανός καθρεπτίζονταν μέσα στη μυστηριακή και σαγηνευτική αγκαλιά της Πρασιάδας λίμνης. Λες και σε καλούσε να βυθιστείς στα σπλάχνα της κι εκεί να αναζητήσεις το ιστορικό μεγαλείο του τόπου σου. Να αναβαπτιστείς στην ένδοξη ιστορική πορεία των προγόνων σου ώστε να πληρωθεί η απογυμνωμένη ψυχή σου από ιδανικά κι αρχές που μας έλειψαν τόσο πολύ.
Την ημέρα καθώς ταξίδευες με τις ιδιόμορφες βάρκες για το Πράβι, έβλεπες μέσα στα διάφανα νερά να καθρεπτίζονται οι επιβλητικές δασωμένες πλαγιές με τις οξιές και τις καστανιές, τα έλατα και τις βελανιδιές και τα πλατύφυλλα τεράστια πλατάνια που αγκάλιαζαν, τότε, όλη τη βορινή πλευρά του Συμβόλου όρους, του Βίβλινου βουνού, όπως το αποκαλέί ο ποιητής Επίχαρμος ο Κείος (5ος αιώνας π.Χ.). Σύμβολο λεγότανε το σημερινό Παγγαίο. Έτσι αναφέρεται από το διάσημο έλληνα ιστορικό Δίωνα τον Κάσιο (155-235 π.Χ.) κι έτσι το ονομάζουν όλοι οι χαρτογράφοι-γεωγράφοι έλληνες και ξένοι, από αρχαιοτάτων χρόνων.
Ο Νικησιανιώτης συγγραφέας Τριαντάφυλλος Ράντσιος, που ευτύχισε να χαρεί τα διάφανα νερά της Πρασιάδας λίμνης γράφει.
«Οι κάτοικοι της Νικήσιανης ασχολούνταν με το ψάρεμα στη Βάλτα. Είχε πολύ καλά ψάρια, κυρίως μικρόψαρα, αγριβάδια και τούρνες κι ολίγα χέλια και γουλιανούς. Οι κάτοικοι επίσης ασχολούνταν με τις ψάθες. Ένα ειδικό χόρτο που φύτρωνε στη λίμνη. Κι εκτός από τις σπιτικές ανάγκες στρώνανε τις ψάθες και στα δωμάτια αντί για χαλιά.» (2)
Τόσο όμορφα και πλουμιστά ήταν!… Και συνεχίζει. «Και τροφοδοτούσαν με χαλιά όλα τα χωριά του κάμπου κι έφταναν, τα έργα των χεριών τους, μέχρι το Νευροκόπι και την Άνω Βροντού. Επίσης χρησιμοποιούσαν τις ψάθες για να σκεπάσουν τον καπνό, αλλά ήταν χρήσιμες και στην επεξεργασία του καπνού, στην συσκευασία και στην δεματοποίησή του, καθώς και σαν περιτύλιγμα στις ντάνες, προκειμένου να τις κάνουν εξαγωγή σε όλο τον κόσμο.»
Και κλείνει λέγοντας. «…η Βάλτα ήταν και εστία κουνουπιών… έκανε θραύση η θέρμη… όλα τα σπίτια είχαν ένα δύο άτομα το καλοκαίρι ξάπλα.» (2)


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
  1. Θωμάς Σαββίδης: Ομήρου άμπελος εκδόσεις Αφών Κυριακίδη Θεσ/νίκη 2003
  2. Όμηρος: Ιλιάδα εκδόσεις Ντιακοστίνι Αθήνα 2005 τόμος 2ος μετάφραση Γιώργου Παπασπύρου
  3. Απολλόδωρος ο Αθηναίος: Βιβλιοθήκη τόμος 1ος εκδόσεις Γεωργιάδης μετάφραση Ι. Μ. Χατζηφώτης
  4. Τηλέμαχος Τσελεπίδης: Δράμα Ηδωνίδα γη και Πρασιάδα λίμνη εκδόσεις Αφών Κυριακίδη β΄ έκδοση Θεσ/νίκη 2000
  5. Πίνδαρος: (522-448 π.Χ.) Πινδάρου Ωδαί τόμος 2ος εκδόσεις Γεωργιάδης μετάφραση Β. Τάσου
  6. Διόδωρος ο Σικελιώτης:Ιστορική βιβλιοθήκη τόμος 3ος εκδόσεις Γεωργιάδη
  7. Δραμινά Χρονικά: Φ. Μ. Πέτσα : Στον κάμπο της Δράμας περί το 4.000 π. Χ. έκδοση Νομαρχίας Δράμας Δράμα 1980
  8. JeanRichepin: Ελληνική Μυθολογία τόμος 1ος εκδόσεις Περγαμηναί Αθήναι 1954

Τα Ιερά του ΘΕΟΥ ΔΙΟΝΥΣΟΥ στην χώρα των Ηδώνων






Στη χώρα των Ηδωνών, κατά τις μαρτυρίες αρχαίων συγγραφέων, υπήρχαν τα ακόλουθα ιερά:

α. Ιερό του θεού στο όρος Παγγαίο

Κατά τον Πλούταρχο το όνομα του το όρος το πήρε από τον Παγγαίο, που ήταν γιος του θεού Άρη και της Κριτοβούλης.
Στα ομηρικά χρόνια ονομαζόταν Νύσσα και αργότερα Καρμάνιο.
Οι πρώτοι κάτοικοι του ονομάζονταν Δερρίοπες,
από τα δέρματα που φορούσαν και ζούσαν με το ψάρεμα και το κυνήγι, σημειώνει ο Πλούταρχος.

Προφανώς κατάλοιπο αυτού του τρόπου ενδυμασίας των Δερριόπων
αποτελεί και η σκευή των δρώντων στο

Μοναστηράκι,
στη Νικήσιανη,
στην Καλή Βρύση,
στην Πετρούσα
και στους Πύργους κατά το τριήμερο 6-8 Ιανουαρίου.

Ο Ηρόδοτος αναφερόμενος σ' αυτό γράφει τα ακόλουθα :

«Ταύτας μεν δη τας πόλιας τας παραθαλάσσιας τε και Ελληνίδας εξ ευωνύμου χειρός απεργών παρεξήιε, έθνεα δε Θρηίκων των της χώρης οδόν εποιέετο τοσάδε,

Παίτοι ,
Κίκονες ,
Βίστονες ,
Σαπαίοι ,
Δερσαίοί,
Ήδωνες,
Σάτραι .Τούτων αι μεν παρά θάλασσαν κατοικημένοι εν τήσι νηυσί είποντο.

Οι δε αυτών την μεσόγαιαν οικέοντες καταλεχθέντες τε υπ' εμού, πλην Σατρεων οι άλλοι πάντες πεζή αναγκαζόμενοι είποντο.
Σάτραι δε ουδενός κω ανθρώπων υπήκοοι εγένοντο, όσον ημείς ίδμεν, αλλά διατελεύσι το μέχρι εμεύ αιεί εόντες ελεύθεροι μούνοι Θρηίκων-οικέουσί τε γαρ όρεα υψηλά, ίδησί τε παντοίησι και χιόνι συνηρεφέα, και εισίτα πολέμια άκροι.
Ούτοι οι του Διονύσου το μαντήιόν εισι εκτημένοι-
το δε μαντήιόν τούτο έστι μεν επί των ορέων των υψηλοτάτων,
Βησσοί δε των Σατρέων εισί οι προφητεύοντες του ιερού,
πρόμαντις δε η χρέωσα κατάπερ εν Δελφοίσι ,
και ουδέν ποικιλώτερον.

Αυτές λοιπόν τις παραθαλάσσιες ελληνικές πόλεις αφήνοντας στα αριστερά του ο Ξέρξης προχωρούσε.
Θρακικοί δε λαοί, που μέσα από τις χώρες τους περνούσε, ήταν οι εξής:

|οι Παίτοι,
οι Κίκονες,
οι Βίστονες,
οι Σαπαίοι,
οι Δερβαίοι,
οι Ηδωνοί
και οι Σάτραι.Από αυτούς όσοι κατοικούσαν στα παράλια ακολουθούσανε με το ναυτικό, ενώ όλοι οι άλλοι, όσοι κατοικούν στα μεσόγεια, εκτός από τους Σάτρες, υποχρεώθηκαν να ακολουθήσουν το πεζικό.

Οι Σάτρες, όσο ξέρω εγώ, δεν υποδουλώθηκαν ποτέ μέχρι σήμερα σε κανένα, παρά μόνο αυτοί από τους θράκες εξακολουθούν ως τα δικά μου χρόνια να μένουν ελεύθεροι, γιατί κατοικούν επάνω σε ψηλά βουνά σκεπασμένα από κάθε είδους δάση και από χιόνια και είναι εξαίρετοι πολεμιστές. Αυτοί είναι που έχουν το μαντείο του Διονύσου.
Το μαντείο αυτό είναι επάνω στο πιο ψηλό βουνό (= κορυφή)
και εκείνοι που είναι προφήται στο ιερό αυτό είναι οι Βησσοί από το λαό των Σατρών.
Και, όπως ακριβώς και στους Δελφούς, η προμάντις που δίνει τους χρησμούς είναι γυναίκα. Δεν υπάρχει τίποτε άλλο εξαιρετικό».

Την επιστασία του ιερού του Διονύσου, που βρισκόταν μέσα στην επικράτεια των Σατρών, λαού ανυπότακτου, κατά τη μαρτυρία του Ηροδότου , την είχαν οι Σάτρες, που παράλληλα εκμεταλλεύονταν και ένα μεγάλο μέρος από τα μεταλλεία χρυσού και αργύρου του Παγγαίου, κάτι που τους έδινε τεράστια δύναμη οικονομική και τους παρείχε τη δυνατότητα καλύτερου πολεμικού εξοπλισμού, γεγονός που μαζί με τη γεωγραφική τους θέση εξηγεί και το ανυπότακτο


Και ενώ την επιστασία του ιερού του θεού την είχαν οι Σάτρες,
θρησκευτικοί επόπτες ήσαν οι Βησσοί ,
που ανήκαν στη φυλή των Σατρών.
Αυτοί ήταν εκείνοι που ερμηνεύανε τα «σημεία» του θεού.
Αν ήταν όνειρα, τα εξηγούσαν, ενώ, όταν εκφράζονταν με λόγια τα «σημεία» του θεού, τότε οι Βησσοί συναρμολογούσαν τις κραυγές του εκστασιασμένου πρόμαντη και τις μεταδίδανε ως χρησμό στους πιστούς, με γυναίκα κατά το πρότυπο της Πυθίας.

Στο κείμενο του Ηροδότου, που αναφέρεται στο ιερό του θεού,
γίνεται ένας παραλληλισμός με αυτό του μαντείου των Δελφών, γεγονός από το οποίο διαφαίνεται η φήμη και η εμβέλεια του διονυσιακού μαντείου .
Τέλος η φράση του Ηροδότου «ουδέν ποικιλώτερον» μας οδηγεί στη σκέψη ότι γύρω από το διονυσιακό μαντείο είχαν κυκλοφορήσει διάφορες φήμες, στις οποίες αποφεύγει να αναφερθεί ο ιστορικός.
Στο ιερό του θεού στο Παγγαίο αναφέρεται και ο σκηνικός φιλόσοφος Ευριπίδης :

Κρυπτός δ' εν άντροις της υπαργύρουχθονός ανθρωποδαίμων κείσεται βλέπων φάος, Βάκχου προφήτης, ώστε Παγγαίου πέτραν ώκησε, σεμνός τοίσιν ειδόσιν θεός.

(= Σαν ανθρωπόθεος όμως μέσα στα άντρα θα μένει ασημογής και φως θα βλέπει, όπως στου Παγγαίου θρόνιασε το βράχο ο προφήτης του Βάκχου, πουλογιέται θεός και τον τιμούν αυτοί που ξέρουν) .

Πού ακριβώς βρισκόταν το μαντείο του Διονύσου δε μας το προσδιορίζει με σαφήνεια καμιά πηγή. Εννοείται σε ποια από τις κορυφές.
Ο Κασόν το 1930 θέλησε να βρει στο Παγγαίο τα ίχνη του.
Στη θέση «Ασκητότρυπα», όταν ερευνούσε για το μαντείο, βρήκε μόνο μερικά λείψανα νεολιθικής και ρωμαϊκής εποχής.
Τι όμως ζητούσε να βρει ο Κασόν;
Μαρμάρινα κτίσματα δεν υπήρχαν την εποχή εκείνη.
Τα μαντεία ήταν κατασκευές πρόχειρες κάτω από κάποια δρυ συνήθως, που το θρόισμα του ανέμου κινούσε τα φύλλα της και αυτός ο ήχος θεωρούνταν ως θεϊκό μήνυμα, το οποίο ενέπνεε τη μάντισσα.


β. Το ιερό του Διονύσου στην Καλή Βρύση Δράμας


Σε απόσταση 2,5 χιλιομέτρων από το χωριό Καλή Βρύση
(παλιά Γκόρνιτσα) βρίσκεται σε τεχνητό λοφίσκο το ιερό του Διονύσου.

Γύρω στο 1921 πραγματοποιήθηκε από τους L. Renaudin και J. Charbonneaux μικρής έκτασης δοκιμαστική έρευνα.
Συστηματικά με την έρευνα του ιερού ασχολήθηκε η ΙΗ' Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, και συγκεκριμένα η αρχαιολόγος Κατερίνα Περιστέρη, από το 1991.

Το ιερό είναι ορθογώνιο κτίριο με διαστάσεις 34,60 Χ16.
Οι ανασκαφικές έρευνες έφεραν στο φως πολύτιμα για την ιστορική έρευνα της εποχής και της περιοχής στοιχεία, όπως οινοχόες, σκύφους, ένα από τα αγαπητά σκεύη του θεού και των οπαδών του, κάνθαρους, κρατήρες και ειδώλια ανδρικών και γυναικείων μορφών.
Ένα μάλιστα από αυτά είναι μασκοφόρο και πανομοιότυπο με το σύγχρονο μπαμπούγερο της Καλής Βρύσης, αποτελεί δηλαδή τον πρόδρομο του.
Βρέθηκαν ακόμη νομίσματα και απομεινάρια από καμένα ξύλα,
γεγονός που οδηγεί στην άποψη ότι η καταστροφή του ιερού προήλθε από τεράστια πυρκαγιά.

Χρονολογικά το ιερό ανήκει στα τέλη του 4ου και τις αρχές του 3ου π.Χ. αιώνα.
Κατά την άποψη της Κατερίνας Περιστέρη, η οποία ανέσκαψε το ιερό, ίσως η καταστροφή του να προήλθε από τους Γαλάτες, οι οποίοι περάσανε από την περιοχή μετά τη μάχη της Λυσιμάχειας, όπου νικήθηκαν το 277 π.Χ. από τον Αντίγονο Γονατά , αφού πρόλαβαν να προξενήσουν μεγάλες καταστροφές στη Βόρειο Ελλάδα.
Ένα από τα θύματα τους και το ιερό του Διονύσου στην Καλή Βρύση.
Η Χάιδω Κουκούλη αναφερόμενη σε ανακοίνωση της Κατερίνας Περιστέρη «Ανασκαφική έρευνα στην Καλή Βρύση Δράμας» γράφει:

«... η Κατερίνα Περιστέρη εντοπίζει σε ορισμένα ευρήματα στοιχεία διονυσιακής λατρείας στο κτήριο- αυτά όμως, κατά την άποψη μου, δεν είναι ισχυρά για να διασφαλίσουν την ταύτιση του κτηρίου με ιερό του Διονύσου».
(Χ. Κουκούλη Χρυσανθάκη, Η Δράμα και η περιοχή της από τη νεολιθική εποχή ως τα τέλη της αρχαιότητας, Ανακοίνωση στη Β' Επιστημονική Συνάντηση, Η Δράμα και η περιοχή της», Δράμα 18-22 Μαΐου 1994, σ. 49-104).
Πάντως, αν λάβουμε υπ' όψη μας ότι κατά την αρχαιότητα
ως τόποι λατρείας θεωρούνταν δάση, πηγές, τεράστια δέντρα,
αλλά και σπήλαια,
νομίζουμε ότι δεν αμαρτάνουμε, αν αποδεχθούμε το κτήριο ως πιθανό ιερό του θεού Διονύσου.
Και ενώ στην πιο πάνω εισήγηση της η Κ. Περιστέρη αναφέρει ότι στο «χώρο Α» του ιερού αποκαλύφθηκαν τελετουργικά αγγεία και μικροευρήματα που σχετίζονται με τη διονυσιακή λατρεία, στην ίδια εισήγηση της σημειώνει:
«Πολλοί καλοπελεκημένοι δόμοι χρησιμοποιήθηκαν στα νεώτερα σπίτια του χωριού σαν οικοδομικό υλικό, στερώντας έτσι την έρευνα μας από κάποια επιγραφή ή άγαλμα, τους τρανταχτούς μάρτυρες που αναζητούνται συνήθως για την απόδειξη κάποιας λατρείας.
Πιθανότατα χάθηκαν για πάντα τέτοια σημάδια ταύτισης του χώρου».
Δε νομίζουμε ότι αυτή η ομολογία της Κ. Περιστέρη οδηγεί σε αμφιβολία για την ταυτότητα του χώρου ως ιερού.
Γιατί τι μας εμποδίζει να υποστηρίξουμε ότι το κεφάλι του πωγωνοφόρου Διονύσου των ρωμαϊκών χρόνων από την περιοχή της Καλής Βρύσης καθώς και η επιγραφή, η αναφερομένη στο Διόνυσο, που βρέθηκε στην περιοχή της Χαριτωμένης, όμορης σχεδόν της Καλής Βρύσης, προέρχονται από το πιο πάνω ιερό, τη στιγμή που δεν επισημαίνεται ανάλογο ιερό στην περιοχή αυτή;
Ίσως, όταν κάποια στιγμή το αρχαιολογικό νυστέρι διανοίξει σε βάθος και πλάτος τα σπλάχνα της χώρας των Ηδωνών, σταθούμε τυχεροί να έχουμε ως ανεκτίμητη κληρονομιά και άλλες επιγραφές και αγάλματα, που να θεμελιώνουν την άποψη ότι στο κτήριο της «Μικρής Τούμπας» της Καλής Βρύσης λατρεύτηκε για αιώνες ο λαϊκός θεός της διασκέδασης, του κεφιού και της αισιοδοξίας, ο πολύπαθης και πολυταξιδεμένος Διόνυσος, ο «ιδών πολλών ανθρώπων άστεα».
Ο Στ. Μερτζίδης (Αι χώραι του παρελθόντος, σελ. 44) παραθέτει την ακόλουθη άποψη του Ε. Ruckert σχετικά με την παρουσία των Γαλατών στην περιοχή της σημερινής Προσοτσάνης:
«Οι Πρώσοιμετά των Γαλατών δις ήλθον ε ν Μακεδονία, εισβαλόντες εχθρικώτατα εν τη χώρα ταύτη, εν η βεβαίως εγκατέλειψαν και το εθνικόν όνομα των.
Ήλθον ούτοι εις τα μέρη ταύτα περί τα έτη 279 και 274 π.Χ.,

ώστε η Πρωσσοτσάνη, ήτις προ της εποχής ταύτης έφερεν έτερον όνομα, κατοικουμένη υφ' ετέρων λαών ελληνικής καταγωγής, ωνομάσθη, ως υποτίθεται, ούτως εκ της διαβάσεως των Πρώσσων,

οίτινες αναμφιβόλως είχον αποικίαν ενταύθα και των οποίων το όνομα ετυμολογείται εκ του Portzen, το οποίο σημαίνει λαόν διαιρούντα, διασχίζοντα και συντρίβοντα παν το προστυχόν».
Αν λάβουμε υπ' όψη μας τη μαρτυρία του Ruckert, τότε η καταστροφή του ιερού από τη βανδαλιστική συμπεριφορά των Γαλατών πρέπει να συντελέστηκε ανάμεσα στα έτη 279 και 274 π.Χ.
Αν τελικά η καταστροφή του ιερού προήλθε από τους Γαλάτες, τότε πιο πιθανή χρονολογία της καταστροφής του πρέπει να θεωρείται ή το έτος 279 ή 278 π.Χ., αφού οι Γαλάτες μετά την ήττα τους από τον Αντίγονο Γονατά στη Λυσιμάχεια το 277 π.Χ. πέρασαν στην Ασία και εγκαταστάθηκαν στη Μ.Ασία (Γαλατία).


γ. Ιερό του Διονύσου στη Δράμα
Μολονότι στην περιοχή της Δράμας βρέθηκαν επιγραφές από τις οποίες συνάγεται η ευρύτατα διαδεδομένη λατρεία του θεού Διονύσου, καθώς και προτομές του, όμως ακόμη αναζητείται το ιερό του θεού στον αρχαίο οικισμό τηςΔράμας
Υποθέτουμε ότι το ιερό του θεού πρέπει να βρισκόταν κάπου στο κέντρο του αρχαίου οικισμού της Δράμας, και συγκεκριμένα στο χώρο όπου τον 10ο ή 110 μ.Χ. αιώνα έχει ανεγερθεί ναός επ' ονόματι της Παναγίας, από τον άρχοντα της εποχής εκείνης Αλέξιο Μανιακή, ο σημερινός ναός της Αγίας Σοφίας, τον οποίο οι Τούρκοι ονομάζανε

Αγιά Σόφια Τζαμισή..Την υπόθεση μας αυτή τη στηρίζουμε στα εξής:

Σε μικρή απόσταση από το ναό της Αγίας Σοφίας βρέθηκε μαρμάρινο βάθρο αγάλματος του θεού με την επιγραφή ¦. \...^ΡΌΚΙ\ΕΟΥΣ
ΙΕΡΗΤΕΥΣΑΣΔΙΟΝΥΣΩΙΟ χώρος όπου βρέθηκε το βάθρο, το οποίο στα μεταγενέστερα χρόνια μετατράπηκε σε λεκάνη, ήταν τα τοιχώματα του ξηροχειμάρρου (τσάι), ο οποίος διασχίζει την πόλη τηςΔράμας.
Ο όγκος και το βάρος του βάθρου δύσκολα επιτρέπουν τη μετακίνηση του σε μεγάλη απόσταση. Αν δε λάβουμε υπ' όψη μας ότι το έδαφος στο σημείο εκείνο είναι κατωφερές, τότε εύκολα εξηγείται η μετακίνηση του κυλιόμενο. Προφανώς η απομάκρυνση του από τον αρχικό χώρο της τοποθέτησης του μαρτυρεί και συναισθήματα απαλλαγής του από την παρουσία του.
Είναι γνωστό ότι ο χριστιανισμός στην προσπάθεια του να υπερισχύσει της μακροχρόνιας παρουσίας της ειδωλολατρίας έκτισε στους χώρους, όπου υπήρχαν κέντρα λατρείας ή ιερά παγανιστικά, ιερούς ναούς.
Ίσως κάτι τέτοιο να συνέβη και με την οικοδόμηση του ιερού ναού της Αγίας του Θεού Σοφίας.
Ακόμη η περιοχή που βρίσκεται έξω από τα όρια του αρχαίου οικισμού ήταν αμπελόφυτη.

Ένα μέρος αυτής της περιοχής, που δε δέχθηκε ακόμη την επέλαση της οικοδομικής μανίας, εξακολουθεί να είναι αμπελόφυτο.
Και είναι αυτονόητο ότι αμπελόφυτοι χώροι εύλογα κέρδιζαν την προτίμηση των οπαδών του θεού Διονύσου για ανέγερση ιερών του και την τέλεση της λατρείας του.

Τέλος, ευρήματα από το ιερό του Διονύσου εντοπίστηκαν στην κοίτη του πιο πάνω ξηροχειμάρρου μαζί με συρροή χωμάτων, τα οποία προέρχονταν από διάνοιξη θεμελίων οικοδομής .
Και τέτοιοι οικοπεδικοί χώροι, οι οποίοι φιλοξενούν στα έγκατα τους αρχαιότητες είναι κυρίως όσοι βρίσκονται μέσα στο ιστορικό κέντρο τηςΔράμας .


Βιβλιογραφία

Χ. Κουκούλη - Χρυσανθάκη, Αρχαίος οικισμός στο Καλαμπόκι Δράμας, Γ Επιστημονική συνάντηση «ΗΔράμα και η περιοχή της», Δράμα 21-24 Μαΐου 1998, σ. 3920.
Όλγας Α. Κυβετού, Τιμητικός τόμος επί τω ιωβηλαίω του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Φιλίππων Νεαπόλεως Θάσου Χρυσοστόμου, Καβάλα 1960.
Γ. Κ. Χατζοπούλου, Εθνικό μας χρέος η ανάδειξη του ιστορικού κέντρου της Δράμας,
εφ. Πρωινός Τύπος, 21-11-2000 και Α. Κουντουρά Χ. Μπακιρτζή,

Η Αγία Σοφία Δράμας, Η Δράμα και η περιοχή της, Δράμα 24-25 Νοεμβρίου 1989