Έρασμος,1466-1536 (Erasmus Desiderius)
12345( 12 Αξιολογήσεις )
Ο Έρασμος ή Erasmus Desiderius έμεινε στην ιστορία ως φιλόλογος, θεολόγος και μεγάλος ουμανιστής σε μία περίοδο μάλιστα , όπου η ελεύθερη σκέψη και τα υποτυπώδη ανθρώπινα δικαιώματα , μόλις άρχισαν να διαφαίνονται στον ορίζοντα. Γεννήθηκε μάλλον το 1466 στο Ρότερνταμ και πέθανε στην Ελβετία το 1536.Το όνομα Έρασμος είναι εξελληνισμένη μορφή του κανονικού του ονόματος που ήταν Desiderius. Σπούδασε στη Γαλλία, την Ιταλία και την Αγγλία. Διορίστηκε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και το 1505 αναγορεύθηκε διδάκτωρ στο πανεπιστήμιο του Τορίνο.
Υπήρξε πολυγραφότατος, διακεκριμένος για τη γλαφυρότητα και ιδιαίτερα την καυστικότητα του. Το έργο του διαπνέεται από φιλειρηνισμό, ανθρώπινες αξίες, ενοποίηση του ευρωπαϊκού πολιτισμού.
Μελέτησε έργα της αρχαίας Ελληνικής γραμματείας, γνώριζε άριστα την Ελληνική και τη λατινική γλώσσα και μπορούσε να συνθέτει πεζά κείμενα και ποιήματα και στις δύο γλώσσες. Μελετούσε την κλασσική και την βιβλική γραμματεία και πραγματοποίησε πολλές σχολιασμένες εκδόσεις, όπως είναι εκείνες ορισμένων έργων του Αριστοτέλη, του Πτολεμαίου, του Δημοσθένη, του Ισοκράτη, του Ευριπίδη, της Καινής Διαθήκης και αρκετών Πατέρων της Εκκλησίας.
Διατηρούσε προσωπικές επαφές με πολλούς λόγιους της εποχής του, ταξιδεύοντας συχνά ,αλλά και ανταλλάσσοντας επιστολές. Παρότι ήταν κληρικός η κύρια ασχολία του ήταν η μετάφραση των αρχαίων πηγών, η επιμέλεια και ή νέα έκδοση της κλασσικής και βιβλικής γραμματείας και η παραγωγή παιδαγωγικών και διδακτικών έργων. Έτσι μπορούμε να τον θεωρήσουμε και σαν τον πρόδρομο της κατοπινής εκκλησιαστικής μεταρρύθμισης του Λουθήρου. Η πρώτη μετάφραση της Καινής Διαθήκης από τα Ελληνικά που παρουσίασε ο Έρασμος το 1516, χρησίμευσε στο Λούθηρο για τη δική του μετάφραση.
Σπουδαιότερα από τα έργα του είναι: «Το Μωρίας εγκώμιον» , οι περίφημοι «Οικογενειακοί διάλογοι» ή «Διάλογοι με οικειότητα», το «Adagia» - μια συλλογή σχολιασμένων ελληνικών και λατινικών ρητών - το «εγχειρίδιο του χριστιανού στρατιώτη» κ.α.
Όλα τα παραπάνω τον καθιστούν τυπικό εκπρόσωπο του ουμανιστικού πνεύματος.
Ήταν επικριτικός για τις κοσμικές και πνευματικές δυνάμεις και τον απολιθωμένο σχολαστικισμό της εποχής του. Έγραφε συχνά σε οξύτατο κριτικό , σατιρικό τόνο, καλλιεργώντας ιδιαίτερα την ειρωνεία.
Η κριτική του στην εξουσία του κλήρου και στη λατρεία δήθεν ιερών απολιθωμάτων συνέβαλλαν στην προετοιμασία της θρησκευτικής μεταρρύθμισης στην Ευρώπη.
Όλα τα χαρακτηριστικά του προτύπου λογιοσύνης που εκπροσωπούσε ο Έρασμος γίνονται φανερά στο «Μωρίας εγκώμιον», έργο γραμμένο στη λατινική γλώσσα. Ο εγκωμιασμός ενός ευτελούς θέματος ήταν ένα παραδοσιακό μέσο ρητορικής άσκησης ή επίδειξης ρητορικής δεινότητας. Η πρωτοτυπία του Έρασμου έγκειται στο γεγονός ότι βάζει την τρέλα προσωποποιημένη να εγκωμιάζει τον εαυτό της. Πρώτοι στο στόχαστρο της τρέλας μπαίνουν οι γραμματικοί και ακολουθούν οι ποιητές, οι ρήτορες, οι συγγραφείς, οι νομικοί και τέλος οι φιλόσοφοι. Η ειρωνεία του είναι ισοπεδωτική. Σαρώνει τους πάντες και δεν αφήνει καμία εξαίρεση, έστω και προς επιβεβαίωση του κανόνα. Σκοπός της ερασμιακής ειρωνείας δεν είναι ο ισχυρισμός περί ανυπαρξίας της πραγματικής σοφίας. Αντίθετα αυτό που θέλει να διδάξει, στους μη λόγιους πλέον αναγνώστες, είναι πως θα πρέπει να στέκονται κριτικοί απέναντι στους πάσης φύσεως σοφούς και να μην «τους παραδέχονται γι’ αυτό που παριστάνουν πως είναι».
Ο Έρασμος χρησιμοποιεί τις συμβάσεις της ουμανιστικής λογιοσύνης με στόχο να αμφισβητήσει τις προθέσεις. Ψέγει την ιδιοτέλεια των λογίων αλλά και την αφέλεια του κόσμου. Μάχεται υπέρ της εγγραμματοσύνης και της καλλιέργειας, η οποία όμως θα έχει στόχο την πνευματική πρόοδο και την προσωπική βελτίωση. Αυτό που διακήρυσσε είναι η ίδια η ουσία του ουμανιστικού πνεύματος.
Ακόμη και σήμερα ο Έρασμος σχολιάζεται απαξιωτικά τόσο από την καθολική , όσο και από την προτεσταντική εκκλησία. Αλλά η τοποθέτησή του για μια χριστιανική ηθική κοντά στις καθημερινές ανάγκες της ζωής, για ένα Χριστιανισμό χωρίς δογματισμούς, ιδεοληψίες και δεισιδαιμονίες, όπως και η προβολή του υπέρτατου αγαθού της ειρήνης, τον αναδεικνύουν ως μία κεντρική προσωπικότητα του 16ου αιώνα. Χαρακτηριστικό απόφθεγμα-φράση του Έρασμου για τις σχέσεις της ανεκτικότητας ,και του αλτρουϊσμού που πρέπει να διακατέχουν τους ανθρώπους είναι το επόμενο. «Ήθελα να μιλήσω με τα πουλιά. Θέλω να τα ρωτήσω, πώς μοιράζουν έτσι καλά τον ουρανό με τα τ’ αδέλφια τους. Χθες σκοτώθηκαν δύο άνθρωποι. Μοίραζαν μια μηλιά.»
«Έρχομαι σ’ εκείνους, που ανάμεσα στους θνητούς ποζάρουν για σοφοί κι ορέγονται, όπως λένε, το χρυσό κλαδί.» Σ’ ένα πρώτο επίπεδο, λοιπόν, η ειρωνεία χρησιμοποιείται για να δείξει ότι η ενασχόληση των λογίων που θεωρητικά περιβάλλεται από σοβαρότητα και σοφία στην πραγματικότητα είναι ανοησία και ανήκει στην Τρέλα.
Το εύλογο αυτό συμπέρασμα στο οποίο εύκολα καταλήξαμε ανατρέπεται, ωστόσο, από το γεγονός ότι ο είρων σ’ αυτή την ομιλία είναι η ίδια η Τρέλα. Εδώ αναφαίνεται το δεύτερο επίπεδο της ειρωνείας του Έρασμου. Θα πρέπει να δεχτούμε ότι ο πραγματικός ομιλητής είναι ο Έρασμος, ο οποίος ενδύεται απλώς το προσωπείο της Τρέλας για να καυτηριάσει τα κακώς κείμενα των ομολόγων του; Ή θα υποθέσουμε ότι επίτηδες βάζει αυτά τα ειρωνικά λόγια στο στόμα της Τρέλας για να καταδείξει την μωρία όσων δεν αναγνωρίζουν το σοβαρό έργο των λογίων; Εντύπωση, εντούτοις, δημιουργεί το γεγονός ότι η ειρωνεία του Έρασμου είναι ισοπεδωτική.
Στο πέρασμά της σαρώνει τους πάντες και δεν αφήνει καμία εξαίρεση, έστω προς επιβεβαίωση του κανόνα. Ακόμα κι όταν η Τρέλα λέει για τους ρήτορες «μου κάνουν κάπου-κάπου απιστίες πιάνοντας σχέσεις με τους φιλοσόφους, μα είναι δικοί μου», κάνοντας τον αναγνώστη να πιστέψει πως ίσως στους φιλοσόφους βρει τους πραγματικά σοφούς ανθρώπους, η διάψευση δεν αργεί να έρθει• είναι κι αυτοί το ίδιο ανόητοι. «Αλλά και οι σοφοί, που τα περιγελούν όλα τούτα και γλεντούν με τις τρέλες των ανθρώπων, μου χρωστάνε πολλά κι ας μην το κρύβουν».
Τέλος προς την αυθεντική προφορά της Ελληνικής και λατινικής γλώσσας στηριζόμενος στις ιδέες που είχαν αναπτύξει νωρίτερα άλλοι λόγιοι, ο Έρασμος υποστήριξε ότι η προφορά ορισμένων φωνηέντων και συμφώνων ήταν διαφορετική κατά την κλασική περίοδο απ’ ό,τι στα μεταγενέστερα χρόνια και εισηγήθηκε ο ίδιος μια διαφορετική προφορά της αρχαίας ελληνικής, κατά την οποία όλα τα διπλά φωνήεντα διαβάζονται αυτοτελώς, π.χ. αυ=αϋ, ει=εϊ κτλ. Στήριξε την πρόταση του σε ένα σύνολο από επιχειρήματα, ξεκινώντας από το ότι οι ελληνικές λέξεις που υιοθετήθηκαν από την λατινική γλώσσα γράφονταν διαφορετικά απ’ ότι προφέρονταν από τους σύγχρονούς του Έλληνες, γεγονός που προϋποθέτει διαφορά ανάμεσα στην αρχαία και τη νέα ελληνική προφορά.
Από: http://biographies.nea-acropoli.gr
Αναγνώστες
Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2011
Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2011
Το να αναλύεις μέχρις εσχάτων ένα ποίημα...
Το να αναλύεις μέχρις εσχάτων ένα ποίημα , το να επιχειρείς να το διαμελίσεις σαν ένα σώμα ο νεκροτόμος, έχει τον κίνδυνο να πιστέψεις ότι έφτασες στο μυστικό της ζωής που εκείνο κάποτε κατείχε.
Λάθος!
Αφενός η ζωή είναι τόσο μαγική που δεν εξηγείται και αν θέλεις να την ερμηνεύσεις σωστά θα πρέπει να νιώσεις τι ένιωσε ο δημιουργός μόλις αντίκρισε το πλάσμα του.
Δύσκολο είναι αλήθεια αυτό..
Θέλει να μην στέκεσαι στο εγωιστικό σου βάθρο και να βλέπεις βαθιά μες τον ορίζοντα όλη την πανδαισία των χρωμάτων που είναι ουσιαστικά το φόντο των συγκινήσεων που θα σου προκληθούν.
Λοιπόν ζήσε την μαγεία σαν μια διαδικασία που κάνει τα μάτια σου να βλέπουν πιο ευρυγώνια και στρέψε την σκέψη σου προς τις επάλξεις του κάστρου μιας νέας ελπίδας.
Θα σε αγγίξει η πνοή των νεφών.
Το οξυγόνο θα τρέμει μες το σώμα σου και θα το ανάβει.
Τότε θα βρεθείς στην θέση το ποίημα να αφομοιωθεί από το αίμα σου και να γίνει κτήμα σου.
Τότε θα είσαι όχι κριτής αλλά ο μύστης που θα πρέπει να είσαι, όταν η θαλπωρή των λέξεων κάνει την καρδιά σου να φλέγεται από μετάληψη του θείου δώρου των λεκτικών κατορθωμάτων..
Λάθος!
Αφενός η ζωή είναι τόσο μαγική που δεν εξηγείται και αν θέλεις να την ερμηνεύσεις σωστά θα πρέπει να νιώσεις τι ένιωσε ο δημιουργός μόλις αντίκρισε το πλάσμα του.
Δύσκολο είναι αλήθεια αυτό..
Θέλει να μην στέκεσαι στο εγωιστικό σου βάθρο και να βλέπεις βαθιά μες τον ορίζοντα όλη την πανδαισία των χρωμάτων που είναι ουσιαστικά το φόντο των συγκινήσεων που θα σου προκληθούν.
Λοιπόν ζήσε την μαγεία σαν μια διαδικασία που κάνει τα μάτια σου να βλέπουν πιο ευρυγώνια και στρέψε την σκέψη σου προς τις επάλξεις του κάστρου μιας νέας ελπίδας.
Θα σε αγγίξει η πνοή των νεφών.
Το οξυγόνο θα τρέμει μες το σώμα σου και θα το ανάβει.
Τότε θα βρεθείς στην θέση το ποίημα να αφομοιωθεί από το αίμα σου και να γίνει κτήμα σου.
Τότε θα είσαι όχι κριτής αλλά ο μύστης που θα πρέπει να είσαι, όταν η θαλπωρή των λέξεων κάνει την καρδιά σου να φλέγεται από μετάληψη του θείου δώρου των λεκτικών κατορθωμάτων..
Ετικέτες
ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΕΝΟΣ ΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΑΝΕΜΟΥ..
Κυριακή 27 Νοεμβρίου 2011
Ξόδεψα πολύ χρόνο για να ‘ρθω σ’ αυτή την ήσυχη σκέψη
Ξόδεψα πολύ χρόνο για να ‘ρθω σ’ αυτή την ήσυχη σκέψη ότι όλα στέκονται εντός μου ταχτοποιημένα σαν να είναι να ακυρωθούν.
Είναι η ζωή με τις αντιφάσεις της που σε πολιορκεί, αλήθεια σε πολιορκεί, και δεν φτάνεις ποτέ νικητής πουθενά.
Έζησα έναν ήλιο ποιητικό. Τον πίστεψα τόσο που με κατέφαγε. Αλλά παράλληλα μου έδωσε τόση δύναμη και τόσο καθαρή ματιά που έγινε να υιοθετηθεί από μένα ολοκληρωτικά το μανιφέστο του- προσανατολίστηκα στον καημό μιας Ελλάδας.
Και πικραινόμουν που ένιωθα ότι αυτή η πατρίδα μες τους αιώνες προδόθηκε, ήθελα να μεγαλουργήσει πάλι με την παιδεία της- αλλά έβλεπα το ράθυμο ″εγώ″ να λειτουργεί σαν τροχοπέδη σ’ αυτήν την πορεία που ονειρευόμουνα.
Να τι γίνεται όταν εξαπλωθεί η κόλαση: το βόλεμα του οκνού.
Πάνω σε μια μάντρα διάβασα το σύνθημα ″Ξυπνήστε ρε, κάποια στιγμή θα σας πάρουν και τους καναπέδες- δεν θα ‘χετε που να κάθεστε…″..
Ω πόσο δίκιο!
Μήπως ο πυρήνας της υγιούς σκέψης και της υγιούς αντίδρασης είναι πάντα αναρχικός;
Η πολιτική βάρυνε πάνω από τον τόπο σαν ένα σύννεφο που θα βρέξει δυστυχίες.
Θέλω να σταθώ στο ύψος μιας τολμηρής θέλησης και να ανταμώσω με έναν λαό περήφανο που δεν δέχεται να του στερούν την λευτεριά του.
Θέλω να εξοστρακίσω στο όνομα της δημοκρατίας, στο όνομα της ψυχής που θέλει να ζήσει λευκά και της ταιριάζουν οι πολλές αθωότητες.
Ας είναι ρηξικέλευθα τα στιχάκια μου κι ας τολμήσει να υιοθετήσει μιαν προσήλωση στο μη ταπεινό η εποχή.
Ας έρθουν οι ποιητικοί άνεμοι απολυμαντικοί να σαρώσουν το σκέλεθρο σώμα μιας αρρωστημένης κάστας σαλτιμπάγκων του φαιδρού που ξεπουλούν τα πάντα γιατί γι αυτούς τίποτα πια δεν είναι πατρίδα..
Σ.Π 27.11.2011
Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2011
ΦΥΓΗ
Φυγή - Αυτοί οι στίχοι συχνά-πυκνά με στοιχείωνουν.. έρχονται σε στιγμές και επαναλαμβάνονται στο μυαλό μου...
Ι
Αἰσθάνομαι τὴν πραγματικότητα μὲ σωματικὸ πόνο. Γύρω δὲν ὑπάρχει
ἀτμόσφαιρα, ἀλλὰ τείχη ποὺ στενεύουν διαρκῶς περισσότερο, τέλματα
στὰ ὁποῖα βυθίζομαι ὁλοένα. Ἀναρχοῦμαι ἀπὸ τὶς αἰσθήσεις μου.
Ἡ παραμικρότερη ὑπόθεση γίνεται τώρα σωστὴ περιπέτεια. Γιὰ νὰ πῶ
μία κοινὴ φράση, πρέπει νὰ τὴ διανοηθῶ σ᾿ ὅλη της τὴν ἔκταση, στὴν
ἱστορική της θέση, στὶς αἰτίες καὶ τὰ ἀποτελέσματά της. Ἀλγεβρικὲς
ἐξισώσεις τὰ βήματά μου.
Ι
Αἰσθάνομαι τὴν πραγματικότητα μὲ σωματικὸ πόνο. Γύρω δὲν ὑπάρχει
ἀτμόσφαιρα, ἀλλὰ τείχη ποὺ στενεύουν διαρκῶς περισσότερο, τέλματα
στὰ ὁποῖα βυθίζομαι ὁλοένα. Ἀναρχοῦμαι ἀπὸ τὶς αἰσθήσεις μου.
Ἡ παραμικρότερη ὑπόθεση γίνεται τώρα σωστὴ περιπέτεια. Γιὰ νὰ πῶ
μία κοινὴ φράση, πρέπει νὰ τὴ διανοηθῶ σ᾿ ὅλη της τὴν ἔκταση, στὴν
ἱστορική της θέση, στὶς αἰτίες καὶ τὰ ἀποτελέσματά της. Ἀλγεβρικὲς
ἐξισώσεις τὰ βήματά μου.
Σάββατο 19 Νοεμβρίου 2011
Η κάθε λέξη είναι μια έξοδος
Σε αναζήτηση της ποιητικής ισοδυναμίας, της Λίζυς Τσιριμώκου
Η κάθε λέξη είναι μια έξοδος
για μια συνάντηση, πολλές φορές ματαιωμένη,
και τότε είναι μια λέξη αληθινή, σαν επιμένει στη συνάντηση.
Γ. Ρίτσος, «Παρενθέσεις»
Η επιλογή της λέξης στην ποίηση είναι αυτοσκοπός. Αν στην καθημερινή γλωσσική επικοινωνία η λέξη είναι απλός διάμεσος, όχημα, αχθοφόρος του νοήματος, στην ποιητική πράξη χάνει τη διαφάνειά της, ανακτά την αρχική της πύκνωση, γίνεται ψηλαφητή, απτή, αιχμηρή, προβάλλει τις αντιστάσεις της. Eδώ η λέξη λειτουργεί περισσότερο ως δείκτης μιας βιογλωσσικής εμπειρίας, μιας ιδιαίτερης και αγωνιώδους σχέσης με τη γλώσσα: ο ποιητής, γλωσσοτεχνίτης, ανακωδικοποιεί τον κόσμο, δοκιμάζει συνεχώς τις αντοχές και τις δυνατότητες των γλωσσικών εργαλείων του, νομοθετεί ενίοτε στα όρια της γραμματικής και συντακτικής αυθαιρεσίας, αναζητώντας με πάθος την ενάργεια, την καίρια έκφραση, την ακριβόλογη διατύπωση της ευαισθησίας του. Εν ολίγοις, οι λέξεις αποτελούν το ιδιαίτερο βασίλειο του ποιητή και διαμορφώνουν σταδιακά την ηθική της γραφής του. Ίσως, λοιπόν, επειδή γνωρίζει καλά την πάλη, τον παιδεμό για την κατάκτηση της ζητούμενης λέξης, έχει την απαίτηση από τον μεταφραστή που θα μετακενώσει το κείμενό του σε μιαν άλλη γλώσσα να κάνει το αντίστοιχο ταξίδι, να υποβληθεί στην ίδια δοκιμασία προκειμένου οι κοινόχρηστες λέξεις να γίνουν πράγματα, μοναδικά χειροτεχνήματα του λόγου· και όταν συμβαίνει να εμπλέκεται ο ίδιος στη μεταφραστική διαδικασία, υποτάσσει τις δικές του εμμονές, πειθαρχεί στις ευρετικές αυθαιρεσίες του πρωτοτύπου, επιχειρεί να τις διασώσει όσο και όπως μπορεί, σέβεται δηλαδή τον γλωσσικό κόσμο του ομοτέχνου και αγωνιά να βρει την πλήρη, ει δυνατόν, ισοδυναμία του στον νέο κώδικα. Η πιστότητα στο πρωτότυπο με αυτούς τους όρους είναι το πρώτο μέλημα του μεταφραστή.
Ο Γιάννης Ρίτσος, ως ποιητής και μεταφραστής, δεν εξαιρείται από αυτόν τον κανόνα. Παρά την πληθωρική παραγωγή του, είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε πόσο τον παίδευε ακόμη και το ελάχιστο ποίημα, ο κάθε στίχος, και πόσο επεδίωκε να κρατήσει την παραμικρή απόχρωση της ξένης φωνής, όταν μετέφραζε· γνωρίζουμε, για παράδειγμα, στις συνεταιρικές μεταφράσεις του με τον Άρη Αλεξάνδρου από τα ρωσικά πόσο επέμενε στον γλωσσικό βηματισμό, λέξη προς λέξη, από το πρωτότυπο στην απόδοσή του, και πάλι και πάλι, τρίβοντας συνεχώς τις λέξεις έως ότου πετύχει τον ποιητικό σπινθήρα. Aπό την αλληλογραφία του με τον Άρη Αλεξάνδρου και την Καίτη Δρόσου (Τροχιές σε διασταύρωση, Άγρα, 2008) απομονώνουμε ορισμένα σημεία, δηλωτικά ακριβώς της σημασίας που απέδιδε ο Ρίτσος στη μεταφραστική πιστότητα.
1. Ο Αλεξάνδρου τού έχει στείλει από το Παρίσι δείγμα των γαλλόφωνων ποιημάτων του (τη «Lucidité» και άλλα επτά).1 Ο Ρίτσος, στην απαντητική επιστολή του από την Αθήνα (12. VII. 71), αυτοσχεδιάζει επιχειρώντας να αποδώσει στα ελληνικά τη δυσκολία ενός στίχου: «Cela m’insupportait». To μεταφράζει παιγνιωδώς: «Αυτό με ανυπόφερε». Είναι σαφές ότι προσπαθεί να κρατήσει την ισοδυναμία στη μετάβαση από τη μια γλώσσα στην άλλη, το ρήμα να αποδοθεί με ρήμα, έστω και αν καταστρατηγηθούν οι κανόνες της ελληνικής γραμματικής και σύνταξης –όπως, άλλωστε το κάνει και ο Αλεξάνδρου στο πρωτότυπο ποίημά του. Το «λάθος» οφείλει να τηρηθεί ως ξενότητα και στη μεταφραστική εκδοχή, η κυριολεξία να μείνει αλώβητη.
2. Σε επόμενο γράμμα του από τη Σάμο στην Καίτη και στον ΄Αρη (26. XI. 71), σχολιάζοντας την αγγλική μετάφραση της συλλογής του Χειρονομίες (Gestures) που μόλις είχε φτάσει στα χέρια του, επισημαίνει την απογοήτευσή του για την απώλεια μιας λέξης (ενός επιθέτου) στη μεταγλώττιση του ποιήματος «Αβέβαιες αποφάσεις»:
Κ’ εκείνο το βαθύ, κοίλο φεγγάρι λάμπει ψηλά πάνω απ’ το Τελωνείο,
κατοικημένο ολόκληρο από μιαν ακραία, ζεσταμένη ματαιότητα.
The deep, concave moon shines over the Customs
inhabited by an extreme futility.
«Όπως βλέπετε, μου φάγανε μια κύρια για μένα λέξη. “ζεσταμένη”, που χρωματίζει ιδιαίτερα τη λέξη “ματαιότητα”». Eίναι και πάλι προφανές ότι ο ποιητής επιζητεί τις λιγότερες δυνατές απώλειες στη διαδικασία της μετάφρασης. Τίποτε δεν είναι τυχαίο στη γλωσσική κατασκευή ενός ποιήματος· πρόκειται για λειτουργικό σύστημα το οποίο απαιτεί και το ελάχιστο συστατικό του στοιχείο, ακόμη και το σημείο στίξης, για να τεθεί σε κίνηση στην έτερη γλώσσα.
3. Στο προλογικό της κείμενο η Καίτη Δρόσου αναθυμάται τη δυσφορία του Ρίτσου σε παλαιότερα χρόνια (μάλλον το 1959), όταν μόλις είχε παραλάβει μια ρωσική ανθολογία ποιημάτων του και, μη γνωρίζοντας ρωσικά, ζήτησε από τον Αλεξάνδρου να του κάνει μια πρόχειρη κατά λέξη μετάφραση. Αγανακτισμένος με τις μεταφραστικές αυθαιρεσίες που αλλοίωναν εμφανώς την ποιητική του πρόθεση, ξέσπασε: «Τί διαβάζεις; να λέει του Άρη, τί βιβλίο κρατάς στα χέρια σου, αυτοί οι στίχοι που μας αραδιάζεις δεν είναι δικοί μου, δεν τους έγραψα εγώ».
Εντάσσοντας όσα προηγήθηκαν σε μια μεταφραστική τυπολογία, ο επαρκής αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι ο Ρίτσος τάσσεται αναφανδόν υπέρ της κατά λέξη μετάφρασης, της αναζήτησης μιας λεκτικής ισοδυναμίας, μιας ισορροπίας (ή μάλλον σχοινοβασίας) ανάμεσα στο ιδιόφωνο και το αλλόφωνο, που δεν καταργεί τις ιδιαιτερότητές τους, αλλά τις διατηρεί, τις αναδεικνύει, τις προβάλλει. Για την καίρια λέξη στη διαδικασία της δημιουργίας αλλά και της αναδημιουργίας (της μετάφρασης) ας κρατήσουμε την εύστοχη διατύπωση του ποιητή:
Η λέξη με είχε
με βρήκε
με είπε.
Κι εγώ
μονάχα «ευχαριστώ».
Στη λέξη
μια λέξη.
Ο κόσμος.
Από: http://www.apiliotis.gr/ArticlesList.aspx?C=160&A=164
Η κάθε λέξη είναι μια έξοδος
για μια συνάντηση, πολλές φορές ματαιωμένη,
και τότε είναι μια λέξη αληθινή, σαν επιμένει στη συνάντηση.
Γ. Ρίτσος, «Παρενθέσεις»
Η επιλογή της λέξης στην ποίηση είναι αυτοσκοπός. Αν στην καθημερινή γλωσσική επικοινωνία η λέξη είναι απλός διάμεσος, όχημα, αχθοφόρος του νοήματος, στην ποιητική πράξη χάνει τη διαφάνειά της, ανακτά την αρχική της πύκνωση, γίνεται ψηλαφητή, απτή, αιχμηρή, προβάλλει τις αντιστάσεις της. Eδώ η λέξη λειτουργεί περισσότερο ως δείκτης μιας βιογλωσσικής εμπειρίας, μιας ιδιαίτερης και αγωνιώδους σχέσης με τη γλώσσα: ο ποιητής, γλωσσοτεχνίτης, ανακωδικοποιεί τον κόσμο, δοκιμάζει συνεχώς τις αντοχές και τις δυνατότητες των γλωσσικών εργαλείων του, νομοθετεί ενίοτε στα όρια της γραμματικής και συντακτικής αυθαιρεσίας, αναζητώντας με πάθος την ενάργεια, την καίρια έκφραση, την ακριβόλογη διατύπωση της ευαισθησίας του. Εν ολίγοις, οι λέξεις αποτελούν το ιδιαίτερο βασίλειο του ποιητή και διαμορφώνουν σταδιακά την ηθική της γραφής του. Ίσως, λοιπόν, επειδή γνωρίζει καλά την πάλη, τον παιδεμό για την κατάκτηση της ζητούμενης λέξης, έχει την απαίτηση από τον μεταφραστή που θα μετακενώσει το κείμενό του σε μιαν άλλη γλώσσα να κάνει το αντίστοιχο ταξίδι, να υποβληθεί στην ίδια δοκιμασία προκειμένου οι κοινόχρηστες λέξεις να γίνουν πράγματα, μοναδικά χειροτεχνήματα του λόγου· και όταν συμβαίνει να εμπλέκεται ο ίδιος στη μεταφραστική διαδικασία, υποτάσσει τις δικές του εμμονές, πειθαρχεί στις ευρετικές αυθαιρεσίες του πρωτοτύπου, επιχειρεί να τις διασώσει όσο και όπως μπορεί, σέβεται δηλαδή τον γλωσσικό κόσμο του ομοτέχνου και αγωνιά να βρει την πλήρη, ει δυνατόν, ισοδυναμία του στον νέο κώδικα. Η πιστότητα στο πρωτότυπο με αυτούς τους όρους είναι το πρώτο μέλημα του μεταφραστή.
Ο Γιάννης Ρίτσος, ως ποιητής και μεταφραστής, δεν εξαιρείται από αυτόν τον κανόνα. Παρά την πληθωρική παραγωγή του, είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε πόσο τον παίδευε ακόμη και το ελάχιστο ποίημα, ο κάθε στίχος, και πόσο επεδίωκε να κρατήσει την παραμικρή απόχρωση της ξένης φωνής, όταν μετέφραζε· γνωρίζουμε, για παράδειγμα, στις συνεταιρικές μεταφράσεις του με τον Άρη Αλεξάνδρου από τα ρωσικά πόσο επέμενε στον γλωσσικό βηματισμό, λέξη προς λέξη, από το πρωτότυπο στην απόδοσή του, και πάλι και πάλι, τρίβοντας συνεχώς τις λέξεις έως ότου πετύχει τον ποιητικό σπινθήρα. Aπό την αλληλογραφία του με τον Άρη Αλεξάνδρου και την Καίτη Δρόσου (Τροχιές σε διασταύρωση, Άγρα, 2008) απομονώνουμε ορισμένα σημεία, δηλωτικά ακριβώς της σημασίας που απέδιδε ο Ρίτσος στη μεταφραστική πιστότητα.
1. Ο Αλεξάνδρου τού έχει στείλει από το Παρίσι δείγμα των γαλλόφωνων ποιημάτων του (τη «Lucidité» και άλλα επτά).1 Ο Ρίτσος, στην απαντητική επιστολή του από την Αθήνα (12. VII. 71), αυτοσχεδιάζει επιχειρώντας να αποδώσει στα ελληνικά τη δυσκολία ενός στίχου: «Cela m’insupportait». To μεταφράζει παιγνιωδώς: «Αυτό με ανυπόφερε». Είναι σαφές ότι προσπαθεί να κρατήσει την ισοδυναμία στη μετάβαση από τη μια γλώσσα στην άλλη, το ρήμα να αποδοθεί με ρήμα, έστω και αν καταστρατηγηθούν οι κανόνες της ελληνικής γραμματικής και σύνταξης –όπως, άλλωστε το κάνει και ο Αλεξάνδρου στο πρωτότυπο ποίημά του. Το «λάθος» οφείλει να τηρηθεί ως ξενότητα και στη μεταφραστική εκδοχή, η κυριολεξία να μείνει αλώβητη.
2. Σε επόμενο γράμμα του από τη Σάμο στην Καίτη και στον ΄Αρη (26. XI. 71), σχολιάζοντας την αγγλική μετάφραση της συλλογής του Χειρονομίες (Gestures) που μόλις είχε φτάσει στα χέρια του, επισημαίνει την απογοήτευσή του για την απώλεια μιας λέξης (ενός επιθέτου) στη μεταγλώττιση του ποιήματος «Αβέβαιες αποφάσεις»:
Κ’ εκείνο το βαθύ, κοίλο φεγγάρι λάμπει ψηλά πάνω απ’ το Τελωνείο,
κατοικημένο ολόκληρο από μιαν ακραία, ζεσταμένη ματαιότητα.
The deep, concave moon shines over the Customs
inhabited by an extreme futility.
«Όπως βλέπετε, μου φάγανε μια κύρια για μένα λέξη. “ζεσταμένη”, που χρωματίζει ιδιαίτερα τη λέξη “ματαιότητα”». Eίναι και πάλι προφανές ότι ο ποιητής επιζητεί τις λιγότερες δυνατές απώλειες στη διαδικασία της μετάφρασης. Τίποτε δεν είναι τυχαίο στη γλωσσική κατασκευή ενός ποιήματος· πρόκειται για λειτουργικό σύστημα το οποίο απαιτεί και το ελάχιστο συστατικό του στοιχείο, ακόμη και το σημείο στίξης, για να τεθεί σε κίνηση στην έτερη γλώσσα.
3. Στο προλογικό της κείμενο η Καίτη Δρόσου αναθυμάται τη δυσφορία του Ρίτσου σε παλαιότερα χρόνια (μάλλον το 1959), όταν μόλις είχε παραλάβει μια ρωσική ανθολογία ποιημάτων του και, μη γνωρίζοντας ρωσικά, ζήτησε από τον Αλεξάνδρου να του κάνει μια πρόχειρη κατά λέξη μετάφραση. Αγανακτισμένος με τις μεταφραστικές αυθαιρεσίες που αλλοίωναν εμφανώς την ποιητική του πρόθεση, ξέσπασε: «Τί διαβάζεις; να λέει του Άρη, τί βιβλίο κρατάς στα χέρια σου, αυτοί οι στίχοι που μας αραδιάζεις δεν είναι δικοί μου, δεν τους έγραψα εγώ».
Εντάσσοντας όσα προηγήθηκαν σε μια μεταφραστική τυπολογία, ο επαρκής αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι ο Ρίτσος τάσσεται αναφανδόν υπέρ της κατά λέξη μετάφρασης, της αναζήτησης μιας λεκτικής ισοδυναμίας, μιας ισορροπίας (ή μάλλον σχοινοβασίας) ανάμεσα στο ιδιόφωνο και το αλλόφωνο, που δεν καταργεί τις ιδιαιτερότητές τους, αλλά τις διατηρεί, τις αναδεικνύει, τις προβάλλει. Για την καίρια λέξη στη διαδικασία της δημιουργίας αλλά και της αναδημιουργίας (της μετάφρασης) ας κρατήσουμε την εύστοχη διατύπωση του ποιητή:
Η λέξη με είχε
με βρήκε
με είπε.
Κι εγώ
μονάχα «ευχαριστώ».
Στη λέξη
μια λέξη.
Ο κόσμος.
Από: http://www.apiliotis.gr/ArticlesList.aspx?C=160&A=164
Ετικέτες
Η κάθε λέξη είναι μια έξοδος
Τρίτη 8 Νοεμβρίου 2011
Η ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΑΒΑΤΟΝ ΤΗΣ
Στο κείμενό μου με τίτλο "Ποίηση και Αναγκαιότητα" ενετόπιζα τις κατά τη γνώμη μου σταθερές παραμέτρους αξιολόγησης ενός ποιητικού έργου, παράμετροι που έχουν να κάνουν τόσο με την φύση μιας συγκεκριμένης εποχής, όσο, και κυρίως, με το πέραν αυτής ως το πλεόνασμά της, το οποίο οφείλει η ποίηση να συλλαμβάνει και να "καθαρπάζει" εν εμπνεύσει και πραγματώσει, και βάσει αυτού να καθίσταται σε τελική ανάλυση διαιώνια αξία ή όχι.
Επειδή ακριβώς η ποίηση είναι περισσότερο απ' όλες τις τέχνες εκείνη που θα αποκαλούσαμε μια αναλλοίωτη σταθερά μέσα στο χρόνο, τουτέστιν, ένα μέγεθος ασάλευτης έκφρασης και παγίωσης του νοητικού μέσα σε έναν, στην κυριολεξία, χαοτικών αλλαγών κόσμο και συνεπακολούθων εξαιρετικά ασταθών οριζουσών σκέψης και εκτίμησης.
Ο κόσμος έρχεται να εκτιμήσει, η ποίηση να αποτιμήσει.
Σε μια άλλη διάσταση αναφοράς, ο πρώτος έρχεται να εξελίξει κάτι, η ποίηση, ωστόσο, μάλλον να το ακινητοποίησει στην καλύτερη πνευματική και ερμηνευτική εκδοχή του.
Όπως καταλαβαίνει κανείς όχι και τόσο εύκολα λοιπόν, η επενέργεια της ποίησης στα ανθρώπινα είναι "αριστοκρατικής" υφής και ακόμα, μια κίνηση από τα πάνω προς τα κάτω, και όχι το αντίθετο.
Όσες φορές επιχειρήθηκε να προσδωθεί μια πιο "λαϊκή" ή εσκεμμένης πρόθεσης "μαζική" διάσταση στις ποιότητες των αρμών που προσδένουν την ποίηση με τους αποδέκτες της, τότε είχαμε στην καλύτερη περίπτωση κάτι το εξαιρετικά άτσαλο ως αποτέλεσμα, και στη χειρότερη, μια πλήρη ιλαροτραγωδία.
Πράγμα άλλωστε λογικό, στο βαθμό που η ποίηση συνιστά, όχι απλά μια τέχνη, αλλά πρωτίστως ένα άβατον του Λόγου, αν μπορεί να το πει κανείς έτσι, συνεπώς κάτι από τη φύση του ιερόν, όχι τόσο με τη λατρευτική-μεταφορική έννοια, όσο, -για έναν πραγματικό ποιητή τουλάχιστον- με την πλέον ρεαλιστική και αδυσώπητη της λέξης.
Αν "ο Λόγος εγένετο σαρξ" για να θυμηθούμε την καταπληκτική διαπίστωση του Ιωάννη, τότε, πέρα από την ομιλία (το θείο και σκοτεινό μυστήριο της ομιλίας) και τη γραφή, η σαρξ του Λόγου είναι πρωτίστως αυτό το σώμα της ποίησης, ο ναός ενός μακροκοσμικού ανθρώπου εντός του οποίου τελούνται οι διεργασίες υψώσεώς του από το ακατέργαστο επίπεδο του νοείν μέσω του συμβατικού λόγου προς ένα είδος συγκεντρωτικής και απόλυτης σκέψης, στην οποία, μια λέξη μπορεί να έχει την αξία και την σημασία εκατό λέξεων σε κοινότερη χρήση μέσα στο καθημερινό λόγο.
Αναρωτάται συνεπώς κανείς, και εύλογα, ποια μπορεί να είναι η δημόσια στάση και θέση ενός πραγματικού ποιητή απέναντι στο ιερό μυστήριο της ποιήσεως, και στο βαθμό βέβαια που ο ίδιος είναι σε θέση να συνειδητοποιήσει πως ο,τιδήποτε έχει να κάνει εδώ με μια περαιτέρω "αντικειμενικοποίηση" του Λόγου, όχι αναγκαία και νομοτελειακή, και υπαγορευόμενη από μια όχι και τόσο νοήμονα επιθυμία "μικροεπιφάνειας", "μικρομεγαλισμού" και "αυτοανάδειξης" μέσα από οποιονδήποτε τρόπο, είναι τόσο εύστοχο για τη ποίηση όσο πιθανώς θα ήταν η τοποθέτηση πηρουνιών μέσα σε ένα ανθοδοχείο... (αν και κάποιες φορές κάτι τέτοιο θα είχε αναμφίβολα ειδικό ενδιαφέρον νοσηρών συνιστωσών αλλά σε κάθε περίπτωση όχι μόνιμο).
Ο σάλος, η θορυβώδης κίνηση της "αγοράς" , οι εξ ορισμού πάντοτε γελοίοι και συμπλεγματικών εκκινήσεων "λογοτεχνικοί" καυγάδες και αστείοι διαξιφισμοί που ως κίνητρό τους δεν κρύβουν τίποτε περισσότερο από το απλοποιημένο "ζήτω εμείς, κάτω εσείς" ήταν, είναι και θα είναι πάντοτε ξένα σώματα προς την πραγματική ποίηση και ο συντομότερος δρόμος για την φαιδροποίησή της.
Ο χρόνος άλλωστε μέσα στον άτεγκτο βηματισμό του στην Ιστορία της Λογοτεχνίας και εν γένει του ανθρωπίνου πνεύματος, στην κυριολεξία εξανεμίζει όλα αυτά τα παρα-ποιητικά φαινόμενα και παρενέργειες και τα εναποθέτει -μαζί με τους φορείς τους- αργά η γρήγορα, είναι κάτι περισσότερο από αλήθεια αυτό, στην ανυπαρξία.
Πράγμα, βέβαια, που είναι αναμενόμενο. Επειδή ακριβώς το μυστήριο της ποίησης δεν συγχωρεί και ούτε πρόκειται να συγχωρήσει ποτέ μια περισσότερη "εκκοσμίκευση" απ' όση το ίδιο ορίζει, και περαιτέρω μια αυξανόμενη σε ποσότητα και ποιότητα "ενδοαλλοτρίωσή" του περισσότερη απ'όσο το ίδιο είναι διαθέσιμο να ανθέξει.
Όπως ακριβώς ένας ναός παύει να είναι ναός, αν οι συγκεντρωμένοι, ή ακόμα οριακότερα, οι ιερείς, αρχίζουν να φλυαρούν στα καθημερινά ή τσακώνονται και ασχημονούν ακόμα και εν τω μέσω της λειτουργίας, έτσι και η ποίηση και ο ποιητής έχουν πάψει προ πολλού να υφίστανται ως συγκεκριμένες υπαρκτές ποιότητες, όταν πλέον το κούφιο άγχος για προσωπική καταξίωση περνάει μέσα από τον ιδιάζοντα και ιδιοπαθή συνήθως "θόρυβο" και την ευτέλεια της έκπτωσης του ποιητικού λόγου σε άναρθρες αιτιάσεις και φωνασκίες, μέσα μάλιστα σε εκείνο τον "χώρο" που οφείλει πάνω απ'όλα να είναι ο ναός του Λόγου και όχι το γήπεδο εκτόνωσης του καθενός ερασιτέχνη ή σαχλοαισθηματία γραφιά.
Σε αυτές τις περιπτώσεις βέβαια, όπως έχει επισημανθεί αρκετές φορές από την Ιστορία της Λογοτεχνίας πρώτα παύει η ποίηση και μετά ο ποιητής.
Κατά κανόνα, η αδυναμία παραγωγής τουλάχιστον αξιοπρεπούς έργου κρύβεται πίσω από τις περισσότερες καταρρεύσεις της ποίησης και της ατμόσφαιράς της σε ένα γελοιογραφικό χάος τσακωμών, διαμαρτυριών, υστεριών, δημιουργίας "παρα-ποιήσεως" κλπ. κλπ.
Και είναι κοινό μυστικό, πως εκείνος που "επιτίθεται" πρώτος, έχει ήδη χάσει το παιγνίδι για το απλούστατο λόγο ότι με αυτή τη κίνηση αναγνωρίζει το ελλειματτικό της ποιητικής υπόστασής του.
Αν είχε και την στοιχειωδέστερη αυτοπεποίθηση και πίστη σε αυτό που κάνει, και ήταν απηλλαγμένος από κάθε αίσθημα φθόνου και ζηλοτυπίας, πολύ απλά δεν θα ένοιωθε την ανάγκη για τέτοιες αυτοκαταρρεύσεις λόγου και προσωπικότητας.
Ο ποιητής εκείνος που έχει πραγματικά δημιουργήσει μέσα στην ποίηση δεν έχει ανάγκη να προσφεύγει αυτοκαταστρεφόμενος σε τέτοιες διαδικασίες.
Ξέρει να περιφρουρεί σοφά το ταλέντο του και να μην μειγνύεται με τη σκόνη του χρόνου...
Ξέρει πάνω απ'όλα να προφυλάσσει το ιερό της ποιήσεως από την δυσλαλία μιας ψευδούς κοινωνικότητας που προσπαθεί να εξισώσει με την ανούσια υπόστασή της ό,τι δεν καταλαβαίνει και να ερμηνεύσει τα ανερμήνευτα, όχι πια -και εδώ είναι η τραγωδία- με την πολυτροπία του ποιητικού λόγου, αλλά με τις μονοδιάστατες ταυτοποιήσεις και απλουστευτικές αποφορές της πιο επίπεδης και ρηχής, και πάντοτε όπως έχει παρατηρηθεί σε αυτές τις περιπτώσεις, "θυμικής" (μη) ποιότητας "γραφής".
Σίγουρα δεν είναι όλοι οι άνθρωποι για το ιερό της ποιήσεως. Είναι κάτι περισσότερο από βέβαιο, πως αρκετοί δεν μπορούν να ανθέξουν την έλλειψη μιας παραποιητικής ψευδοκοινωνικότητας και των άχαρων "ζυμώσεών" της από το περιρρέοντα χώρο του ποιητικού σώματος.
Δεν μπορούν βέβαια, εκτός αν είναι...πραγματικοί ποιητές. Αλλιώς, κακά τα ψέμματα, δεν κάνουν γι'αυτή τη δουλειά.
Ο ποιητής οφείλει να μιλάει με το έργο του και μόνον.
Όπου αυτό εκλείπει , αρχίζουν τα άχρηστα "έκτροπα", τα οποία συνήθως είναι τόσο ...έξυπνα και τόσο αποτελεσματικά, όσο και ο μοναχικός ήχος του κουδουνιού της αδιόρθωτης βλακείας μέσα στο καμπανοστάσιο της πραγματικής δημιουργίας...
Από αυτή την άποψη, το άβατον της ποιήσεως είναι πραγματικό , υπαρκτό, αλλά δεν το κατανοούν, όχι οι πολλοί ή οι λίγοι, αλλά όσοι δεν πρέπει έτσι κι αλλιώς να το κατανοήσουν και δεν υπάρχει ποτέ περίπτωση να το κατανοήσουν στον αιώνα, ακόμα και αν η πρόθεσή τους φανεί ότι αλλάζει επ'αυτού.
Κατά συνέπεια, ούτε ο κακής ποιότητας "διαμαρτυρόμενος", ούτε ο αδιόρθωτα ερασιτέχνης, μηδέ ο κούφιος λαϊκός και συναισθηματολόγος ποιητής, μήτε και ο αναχρονιστικός "ποιητής-σπουργίτι" που με παιδιάστικους λεττρισμούς αποπειράται να περισώσει τα εννοιολογικά ναυάγιά του, γενικά, ο περιορισμένων δυνατοτήτων και βεληνεκούς, θα εννοήσουν ποτέ ότι δεν είναι τόσο το άχρωμο και μέτριο έργο τους που τους ωθεί σε μια κωμικοτραγική "υπέρβαση" προς τα κάτω των σοφά οριοθετημένων από τους αιώνες πέπλων που συγκρατούν την ποίηση από την έκπτωσή της σε καθημερινό, άσκοπο ή χυδαίο λόγο και πρακτική.
Είναι πάνω απ'όλα η αδυναμία κατανοήσεως πως το άβατον της ποιήσεως είναι βατό μόνο για εκείνους που είναι αποφασισμένοι να μιλήσουν μονάχα με το έργο τους.
Όλα τα υπόλοιπα είναι αστεία, και προοριζόμενα μόνο για τις χωματερές ούτε καν της ιστορίας της λογοτεχνίας (αλλοίμονο αν ησχολείτο με τέτοια...), αλλά αυτής της τρεχούσης καθημερινότητας.
Από: http://centurycamerareturn.blogspot.com
Επειδή ακριβώς η ποίηση είναι περισσότερο απ' όλες τις τέχνες εκείνη που θα αποκαλούσαμε μια αναλλοίωτη σταθερά μέσα στο χρόνο, τουτέστιν, ένα μέγεθος ασάλευτης έκφρασης και παγίωσης του νοητικού μέσα σε έναν, στην κυριολεξία, χαοτικών αλλαγών κόσμο και συνεπακολούθων εξαιρετικά ασταθών οριζουσών σκέψης και εκτίμησης.
Ο κόσμος έρχεται να εκτιμήσει, η ποίηση να αποτιμήσει.
Σε μια άλλη διάσταση αναφοράς, ο πρώτος έρχεται να εξελίξει κάτι, η ποίηση, ωστόσο, μάλλον να το ακινητοποίησει στην καλύτερη πνευματική και ερμηνευτική εκδοχή του.
Όπως καταλαβαίνει κανείς όχι και τόσο εύκολα λοιπόν, η επενέργεια της ποίησης στα ανθρώπινα είναι "αριστοκρατικής" υφής και ακόμα, μια κίνηση από τα πάνω προς τα κάτω, και όχι το αντίθετο.
Όσες φορές επιχειρήθηκε να προσδωθεί μια πιο "λαϊκή" ή εσκεμμένης πρόθεσης "μαζική" διάσταση στις ποιότητες των αρμών που προσδένουν την ποίηση με τους αποδέκτες της, τότε είχαμε στην καλύτερη περίπτωση κάτι το εξαιρετικά άτσαλο ως αποτέλεσμα, και στη χειρότερη, μια πλήρη ιλαροτραγωδία.
Πράγμα άλλωστε λογικό, στο βαθμό που η ποίηση συνιστά, όχι απλά μια τέχνη, αλλά πρωτίστως ένα άβατον του Λόγου, αν μπορεί να το πει κανείς έτσι, συνεπώς κάτι από τη φύση του ιερόν, όχι τόσο με τη λατρευτική-μεταφορική έννοια, όσο, -για έναν πραγματικό ποιητή τουλάχιστον- με την πλέον ρεαλιστική και αδυσώπητη της λέξης.
Αν "ο Λόγος εγένετο σαρξ" για να θυμηθούμε την καταπληκτική διαπίστωση του Ιωάννη, τότε, πέρα από την ομιλία (το θείο και σκοτεινό μυστήριο της ομιλίας) και τη γραφή, η σαρξ του Λόγου είναι πρωτίστως αυτό το σώμα της ποίησης, ο ναός ενός μακροκοσμικού ανθρώπου εντός του οποίου τελούνται οι διεργασίες υψώσεώς του από το ακατέργαστο επίπεδο του νοείν μέσω του συμβατικού λόγου προς ένα είδος συγκεντρωτικής και απόλυτης σκέψης, στην οποία, μια λέξη μπορεί να έχει την αξία και την σημασία εκατό λέξεων σε κοινότερη χρήση μέσα στο καθημερινό λόγο.
Αναρωτάται συνεπώς κανείς, και εύλογα, ποια μπορεί να είναι η δημόσια στάση και θέση ενός πραγματικού ποιητή απέναντι στο ιερό μυστήριο της ποιήσεως, και στο βαθμό βέβαια που ο ίδιος είναι σε θέση να συνειδητοποιήσει πως ο,τιδήποτε έχει να κάνει εδώ με μια περαιτέρω "αντικειμενικοποίηση" του Λόγου, όχι αναγκαία και νομοτελειακή, και υπαγορευόμενη από μια όχι και τόσο νοήμονα επιθυμία "μικροεπιφάνειας", "μικρομεγαλισμού" και "αυτοανάδειξης" μέσα από οποιονδήποτε τρόπο, είναι τόσο εύστοχο για τη ποίηση όσο πιθανώς θα ήταν η τοποθέτηση πηρουνιών μέσα σε ένα ανθοδοχείο... (αν και κάποιες φορές κάτι τέτοιο θα είχε αναμφίβολα ειδικό ενδιαφέρον νοσηρών συνιστωσών αλλά σε κάθε περίπτωση όχι μόνιμο).
Ο σάλος, η θορυβώδης κίνηση της "αγοράς" , οι εξ ορισμού πάντοτε γελοίοι και συμπλεγματικών εκκινήσεων "λογοτεχνικοί" καυγάδες και αστείοι διαξιφισμοί που ως κίνητρό τους δεν κρύβουν τίποτε περισσότερο από το απλοποιημένο "ζήτω εμείς, κάτω εσείς" ήταν, είναι και θα είναι πάντοτε ξένα σώματα προς την πραγματική ποίηση και ο συντομότερος δρόμος για την φαιδροποίησή της.
Ο χρόνος άλλωστε μέσα στον άτεγκτο βηματισμό του στην Ιστορία της Λογοτεχνίας και εν γένει του ανθρωπίνου πνεύματος, στην κυριολεξία εξανεμίζει όλα αυτά τα παρα-ποιητικά φαινόμενα και παρενέργειες και τα εναποθέτει -μαζί με τους φορείς τους- αργά η γρήγορα, είναι κάτι περισσότερο από αλήθεια αυτό, στην ανυπαρξία.
Πράγμα, βέβαια, που είναι αναμενόμενο. Επειδή ακριβώς το μυστήριο της ποίησης δεν συγχωρεί και ούτε πρόκειται να συγχωρήσει ποτέ μια περισσότερη "εκκοσμίκευση" απ' όση το ίδιο ορίζει, και περαιτέρω μια αυξανόμενη σε ποσότητα και ποιότητα "ενδοαλλοτρίωσή" του περισσότερη απ'όσο το ίδιο είναι διαθέσιμο να ανθέξει.
Όπως ακριβώς ένας ναός παύει να είναι ναός, αν οι συγκεντρωμένοι, ή ακόμα οριακότερα, οι ιερείς, αρχίζουν να φλυαρούν στα καθημερινά ή τσακώνονται και ασχημονούν ακόμα και εν τω μέσω της λειτουργίας, έτσι και η ποίηση και ο ποιητής έχουν πάψει προ πολλού να υφίστανται ως συγκεκριμένες υπαρκτές ποιότητες, όταν πλέον το κούφιο άγχος για προσωπική καταξίωση περνάει μέσα από τον ιδιάζοντα και ιδιοπαθή συνήθως "θόρυβο" και την ευτέλεια της έκπτωσης του ποιητικού λόγου σε άναρθρες αιτιάσεις και φωνασκίες, μέσα μάλιστα σε εκείνο τον "χώρο" που οφείλει πάνω απ'όλα να είναι ο ναός του Λόγου και όχι το γήπεδο εκτόνωσης του καθενός ερασιτέχνη ή σαχλοαισθηματία γραφιά.
Σε αυτές τις περιπτώσεις βέβαια, όπως έχει επισημανθεί αρκετές φορές από την Ιστορία της Λογοτεχνίας πρώτα παύει η ποίηση και μετά ο ποιητής.
Κατά κανόνα, η αδυναμία παραγωγής τουλάχιστον αξιοπρεπούς έργου κρύβεται πίσω από τις περισσότερες καταρρεύσεις της ποίησης και της ατμόσφαιράς της σε ένα γελοιογραφικό χάος τσακωμών, διαμαρτυριών, υστεριών, δημιουργίας "παρα-ποιήσεως" κλπ. κλπ.
Και είναι κοινό μυστικό, πως εκείνος που "επιτίθεται" πρώτος, έχει ήδη χάσει το παιγνίδι για το απλούστατο λόγο ότι με αυτή τη κίνηση αναγνωρίζει το ελλειματτικό της ποιητικής υπόστασής του.
Αν είχε και την στοιχειωδέστερη αυτοπεποίθηση και πίστη σε αυτό που κάνει, και ήταν απηλλαγμένος από κάθε αίσθημα φθόνου και ζηλοτυπίας, πολύ απλά δεν θα ένοιωθε την ανάγκη για τέτοιες αυτοκαταρρεύσεις λόγου και προσωπικότητας.
Ο ποιητής εκείνος που έχει πραγματικά δημιουργήσει μέσα στην ποίηση δεν έχει ανάγκη να προσφεύγει αυτοκαταστρεφόμενος σε τέτοιες διαδικασίες.
Ξέρει να περιφρουρεί σοφά το ταλέντο του και να μην μειγνύεται με τη σκόνη του χρόνου...
Ξέρει πάνω απ'όλα να προφυλάσσει το ιερό της ποιήσεως από την δυσλαλία μιας ψευδούς κοινωνικότητας που προσπαθεί να εξισώσει με την ανούσια υπόστασή της ό,τι δεν καταλαβαίνει και να ερμηνεύσει τα ανερμήνευτα, όχι πια -και εδώ είναι η τραγωδία- με την πολυτροπία του ποιητικού λόγου, αλλά με τις μονοδιάστατες ταυτοποιήσεις και απλουστευτικές αποφορές της πιο επίπεδης και ρηχής, και πάντοτε όπως έχει παρατηρηθεί σε αυτές τις περιπτώσεις, "θυμικής" (μη) ποιότητας "γραφής".
Σίγουρα δεν είναι όλοι οι άνθρωποι για το ιερό της ποιήσεως. Είναι κάτι περισσότερο από βέβαιο, πως αρκετοί δεν μπορούν να ανθέξουν την έλλειψη μιας παραποιητικής ψευδοκοινωνικότητας και των άχαρων "ζυμώσεών" της από το περιρρέοντα χώρο του ποιητικού σώματος.
Δεν μπορούν βέβαια, εκτός αν είναι...πραγματικοί ποιητές. Αλλιώς, κακά τα ψέμματα, δεν κάνουν γι'αυτή τη δουλειά.
Ο ποιητής οφείλει να μιλάει με το έργο του και μόνον.
Όπου αυτό εκλείπει , αρχίζουν τα άχρηστα "έκτροπα", τα οποία συνήθως είναι τόσο ...έξυπνα και τόσο αποτελεσματικά, όσο και ο μοναχικός ήχος του κουδουνιού της αδιόρθωτης βλακείας μέσα στο καμπανοστάσιο της πραγματικής δημιουργίας...
Από αυτή την άποψη, το άβατον της ποιήσεως είναι πραγματικό , υπαρκτό, αλλά δεν το κατανοούν, όχι οι πολλοί ή οι λίγοι, αλλά όσοι δεν πρέπει έτσι κι αλλιώς να το κατανοήσουν και δεν υπάρχει ποτέ περίπτωση να το κατανοήσουν στον αιώνα, ακόμα και αν η πρόθεσή τους φανεί ότι αλλάζει επ'αυτού.
Κατά συνέπεια, ούτε ο κακής ποιότητας "διαμαρτυρόμενος", ούτε ο αδιόρθωτα ερασιτέχνης, μηδέ ο κούφιος λαϊκός και συναισθηματολόγος ποιητής, μήτε και ο αναχρονιστικός "ποιητής-σπουργίτι" που με παιδιάστικους λεττρισμούς αποπειράται να περισώσει τα εννοιολογικά ναυάγιά του, γενικά, ο περιορισμένων δυνατοτήτων και βεληνεκούς, θα εννοήσουν ποτέ ότι δεν είναι τόσο το άχρωμο και μέτριο έργο τους που τους ωθεί σε μια κωμικοτραγική "υπέρβαση" προς τα κάτω των σοφά οριοθετημένων από τους αιώνες πέπλων που συγκρατούν την ποίηση από την έκπτωσή της σε καθημερινό, άσκοπο ή χυδαίο λόγο και πρακτική.
Είναι πάνω απ'όλα η αδυναμία κατανοήσεως πως το άβατον της ποιήσεως είναι βατό μόνο για εκείνους που είναι αποφασισμένοι να μιλήσουν μονάχα με το έργο τους.
Όλα τα υπόλοιπα είναι αστεία, και προοριζόμενα μόνο για τις χωματερές ούτε καν της ιστορίας της λογοτεχνίας (αλλοίμονο αν ησχολείτο με τέτοια...), αλλά αυτής της τρεχούσης καθημερινότητας.
Από: http://centurycamerareturn.blogspot.com
Ετικέτες
Η ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΑΒΑΤΟΝ ΤΗΣ
Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2011
Carol Ann Duffy
Carol Ann Duffy
Η Κάρολ Αν Ντάφυ είναι η πρώτη γυναίκα στην οποία απονεμήθηκε η ύψιστη βρετανική λογοτεχνική διάκριση του Δαφνοστεφούς Ποιητή (Poet Laureate), τον Μάιο τού 2009, σπάζοντας παράδοση 341 ετών πού ήθελε τον τίτλο να απονέμεται αποκλειστικά σε άνδρες. Η Ντάφυ γεννήθηκε στις 23 Δεκεμβρίου 1955 στη Γλασκώβη από πατέρα Σκοτσέζο και μητέρα Ιρλανδή. Σπούδασε φιλοσοφία στο Λίβερπουλ και το 1981 εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο, όπου παρέμεινε έως το 1996. Από το 1996 έως σήμερα ζει στο Μάντσεστερ, όπου είναι καθηγήτρια στο Μητροπολιτικό Πανεπιστήμιο και διευθύντρια προγράμματος δημιουργικής γραφής. Πολυγραφότατη ποιήτρια, συγγραφέας θεατρικών έργων, παιδικής λογοτεχνίας και ποίησης, καθώς και ανεξάρτητη δημοσιογράφος σε πολλές εφημερίδες, έχει τιμηθεί, από τα πρώτα της βήματα μέχρι σήμερα, με αρκετά βραβεία. Η τελευταία ποιητική της συλλογή Rapture (Σαγήνη), βραβευμένη το 2005 με το σημαντικότατο Βραβείο Ποίησης T.S. Eliot, αποτελεί ένα μακροσκελές ερωτικό άσμα, αλλά και συγκινητική πράξη προσωπικής κατάθεσης.
Η Σαγήνη θα κυκλοφορήσει σε δίγλωσση έκδοση από τις Εκδόσεις Ηριδανός, τον Οκτώβριο του 2009, σε μετάφραση Θάλειας Μελή-Χωλλ.
IF I WAS DEAD
If I was dead,
and my bones adrift
like dropped oars
in the deep, turning earth;
or drowned,
and my skull
a listening shell
on the dark ocean bed;
if I was dead,
and my heart
soft mulch
for a red, red rose;
or burned,
and my body
a fistful of grit, thrown
in the face of the wind;
if I was dead,
and my eyes,
blind at the roots of flowers,
wept into nothing,
I swear your love
would raise me
out of my grave,
in my flesh and blood,
like Lazarus;
hungry for this,
and this, and this,
your living kiss.
CHINATOWN
Writing it, I see how much I love the sound.
Chinatown, Chinatown, Chinatown.
We went down, the day of the Year of the Monkey,
dim sum and dragons bound.
Your fair head
was a pearl in the mouth of the crowd. The fireworks
were as loud as love, if love were allowed
a sound. Our wishing children pressed their incense
into a bowl of sand
in Chinatown, the smoke drifting off
like question marks over their heads. If I had said
what I’d wished, if I had asked you to tell me the words,
shifting up from your heart
for your lips to sift,
at least I’d have heard their sound uttered by you,
although then nothing we’d wished for in Chinatown,
Chinatown, Chinatown, would ever come true.
WRITE
Write that the sun bore down on me,
kissing and kissing, and my face
reddened, blackened, whitened to ash,
was blown away by the passionate wind
over the fields, where my body’s shape
still flattened the grass, to end as dust
in the eyes of my own ghost.
Or write
that the river held me close in its arms, cold fingers
stroking my limbs, cool tongue probing my mouth,
water’s voice swearing its love love love in my ears,
as I drowned in belief.
Then write the moon
striding down from the sky in its silver boots
to kick me alive; the stars like a mob of light,
chanting a name, yours. Write your name on my lips
when I entered the dark church of the wood
like a bride, lay down for my honeymoon,
and write the night, sexy as hell, write the night
pressing and pressing my bones
into the ground.
ITHACA
And when I returned,
I pulled off my stiff and salty sailor’s clothes,
slipped on the dress of the girl I was,
and slid overboard.
A mile from Ithaca, I anchored the boat.
The evening softened and spread,
the turquoise water mentioning its silver fish,
the sky stooping to hear.
My hands moved in the water, moved in the air,
the lover I was, tracing your skin, your hair,
and Ithaca there, the bronze mountains
shouldered like rough shields,
the caves, where dolphins hid,
dark pouched for jewels,
the olive trees ripening their tears in our pale fields.
Then I drifted in on a ribbon of light,
tracking the scents of rosemary, lemon, thyme,
the fragrance of your name,
which I chanted again in my heart,
like the charm it was, bringing me back
to Ithaca, all hurt zeroed now
by the harm you could do with a word,
me as hero plainly absurd,
wading in, waist-high, from the shallows at dusk,
dragging my small white boat.
ART
Only art now – our bodies, brushstroke, pigment, motif;
our story, figment, suspension of disbelief;
the thrum of our blood, percussion;
chords, minor, for the music of our grief.
Art, the chiselled, chilling marble of our kiss;
locked into soundless stone, our promises,
or fizzled into poems; page print
for the dried flowers of our voice.
No choice for love but art’s long illness, death,
huge theatres for the echoes that we left,
applause, then utter dark;
grand opera for the passion of our breath;
and the Oscar-winning movie in your heart;
and where my soul sang, croaking art.
ΑΝ ΗΜΟΥΝ ΝΕΚΡΗ
Αν ήμουν νεκρή,
και τα οστά μου έρμαια
σαν κουπιά πεταμένα
στη βαθιά περιστροφή της Γης·
ή είχα πνιγεί,
και το κρανίο μου
όστρακο που αφουγκράζεται
σε σκοτεινό τού ωκεανού βυθό·
αν ήμουν νεκρή,
και η καρδιά μου
λίπασμα μαλακό
σε κατακόκκινη τριανταφυλλιά·
ή είχα καεί,
και το κορμί μου
μια χούφτα αμμοβολή
στο πρόσωπο του αγέρα·
αν ήμουν νεκρή,
και τα μάτια μου,
αόμματα σε ρίζες λουλουδιών,
δάκρυα έχυναν στο τίποτα,
όρκο παίρνω πως η αγάπη σου
θα με ανάσταινε
από το μνήμα μου,
με σάρκα και αίμα,
όπως ο Λάζαρος·
διψασμένη για τούτο,
και κείνο, και κάθε
δικό σου φιλί της ζωής.
ΤΣΑΪΝΑΤΑΟΥΝ
Γράφοντάς την, διαπιστώνω πόσο λατρεύω τον ήχο.
Τσάιναταουν. Τσάιναταουν. Τσάιναταουν.
Φθάσαμε εκεί, την ημέρα της Χρονιάς του Πιθήκου,
γεύματα ντιμ-σουμ και δράκοι να χοροπηδούν.
Τα χρυσά σου μαλλιά πέρλες στο στόμα του πλήθους.
Τα πυροτεχνήματα ηχηρά σαν τον έρωτα, αν ο έρως
επιδέχεται κάποιον ήχο. Οι καρποί των επιθυμιών μας
θυμιάματα μπηγμένα σε μπολ γεμάτα άμμο
στην Τσάιναταουν, καπνοί που αιωρούνταν από πάνω τους
ψηλά σαν ερωτηματικά. Εάν είχα εκφράσει όσα είχα ευχηθεί,
εάν σου ζητούσα να μου πεις τις λέξεις που θα ανέσυρες
απ’ την καρδιά σου
έως τών χειλιών σου τη σήτα, θα είχα τουλάχιστον ακούσει
τον ήχο τους να προφέρεται από σένα, αν και καμιά απ’ όσες
κάναμε ευχή στην Τσάιναταουν, Τσάιναταουν, Τσάιναταουν,
θα έβγαινε ποτέ αληθινή.
ΓΡΑΨΕ
Γράψε πως ο ήλιος έστρεψε πάνω μου τα πυρά του,
φιλώντας με, φιλώντας, το πρόσωπό μου έκαψε,
μελάνιασε, σε τέφρα λευκή μετέτρεψε, που άνεμος
παράφορος παρέσυρε πέρα σ’ αγρούς και χλόη,
όπου νωπό ακόμη αποτύπωμα το σχήμα
του κορμιού μου, σκόνη στα μάτια που κατέληξε
στη σκιά του εαυτού μου.
Ή γράψε πως ο ποταμός σε σφιχτή με έκλεισε αγκαλιά,
δάχτυλα κρύα τα μέλη μου να χαϊδεύουν, γλώσσα ψυχρή
το στόμα μου να εξερευνά, του νερού η φωνή ν’ αντιβουΐζει
με όρκους αγάπης και λατρείας, καθώς εγώ πνιγόμουνα
σε δίνη ευπιστίας.
Μετά γράψε η σελήνη, φορώντας μπότες ασημένιες,
τον ουρανό δρασκέλισε, κατέβηκε στη Γη, να με κλωτσήσει
ζωντανή· τ’ αστέρια, όχλος φωτός, ένα όνομα να ψάλλουν,
το δικό σου. Γράψε στα χείλη μου επάνω τ’ όνομά σου
όταν σαν νύφη διάβηκα τον σκοτεινό ναό του δάσους,
και έγειρα στου μέλιτος το χλοερό το στρώμα,
γράψε η νύχτα, σέξι σαν κολασμένη, γράψε πως η νύχτα
τα κόκαλά μου έχωνε βαθιά μέσα στο χώμα.
ΙΘΑΚΗ
Κι όταν επέστρεψα,
από πάνω μου πέταξα τη σκληρόπετση, αλμυρή του θαλασσόλυκου στολή,
φόρεσα βιαστικά το φόρεμα του κοριτσιού που ήμουν,
και γλίστρησα στη θάλασσα.
Ένα μίλι απ’ την Ιθάκη, έριξα άγκυρα.
Το απόβραδο γλύκανε κι απλώθηκε,
το γαλάζιο πέλαγος μνημόνευε τους ασημένιους του ιχθύς,
κι ο ουρανός σκυμμένος ωτακουστής.
Με επιδέξιες κινήσεις στον αέρα, στο νερό, τα χέρια μου
ανίχνευαν, σαν εραστής που ήμουν, το δέρμα, τα μαλλιά σου,
και η Ιθάκη εκεί, τα μπρούτζινα όρη
να εξέχουν, σαν ακατέργαστες ασπίδες,
οι σπηλιές, όπου κρύβονταν δελφίνια,
θύλακοι σκοτεινοί για τιμαλφή,
οι ελιές τα δάκρυά τους να ωριμάζουν στους χλομούς μας ελαιώνες.
Μετά, το ρεύμα με παρέσυρε σε μια λωρίδα φωτεινή,
τις μυρωδιές ν’ ακολουθώ του δεντρολίβανου, της λεμονιάς,
του θυμαριού, τις ευωδιές του ονόματός σου,
που εξυμνούσα πάλι στην καρδιά μου,
σαν φυλαχτό κρυφό που επιφύλασσε τον νόστο μου
στην Ιθάκη, όποια κι αν πέρασα οδύσσεια τώρα μηδενισμένη
απ’ το κακό που θα έκανε μια δική σου λεξούλα,
σε μένα, έναν ήρωα σαφώς παραλογισμένο,
να βωλοδέρνω στο νερό, έως τη μέση, κι απ’ τ’ αβαθή προς την ακτή
κατά το δείλι, να σέρνω τη λευκή μου τη βαρκούλα.
ΤΕΧΝΗ
Μόνο τέχνη τώρα – τα κορμιά μας, πινελιά, χρώμα, μοτίβο·
η ιστορία μας, μυθοπλασία, περιρρέουσα δυσπιστία·
σε ρόλο κρουστών, οι παλμοί και οι σφύξεις μας·
ακόρντα, μινόρε, μουσική συνοδεία της θλίψης μας.
Τέχνη, το σμιλευτό, ψυχρό μάρμαρο του φιλιού μας·
σε άηχη πέτρα σφαλισμένες, οι υποσχέσεις μας,
ή σε ποίησης ψελλίσματα ξεθυμασμένες· σελίδων αποτύπωμα
τα ξεραμένα άνθη της φωνής μας.
Επιλογή ο έρωτας δεν έχει, παρά της τέχνης τη μακρά ασθένεια
και το θάνατο, μέγαρα θεατρικά να αντηχούν τα φευγάτα μας
φωνητικά, χειροκρότημα, απόλυτο σκοτάδι μετά·
μελόδραμα, της ανάσας μας το πάθος να χωρά·
βραβευμένη με Όσκαρ ταινία, αυτή της δικής σου καρδιάς·
και όπου η ψυχή μου τραγούδησε, τέχνη της συμφοράς.
Από: http://www.apiliotis.gr
Η Κάρολ Αν Ντάφυ είναι η πρώτη γυναίκα στην οποία απονεμήθηκε η ύψιστη βρετανική λογοτεχνική διάκριση του Δαφνοστεφούς Ποιητή (Poet Laureate), τον Μάιο τού 2009, σπάζοντας παράδοση 341 ετών πού ήθελε τον τίτλο να απονέμεται αποκλειστικά σε άνδρες. Η Ντάφυ γεννήθηκε στις 23 Δεκεμβρίου 1955 στη Γλασκώβη από πατέρα Σκοτσέζο και μητέρα Ιρλανδή. Σπούδασε φιλοσοφία στο Λίβερπουλ και το 1981 εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο, όπου παρέμεινε έως το 1996. Από το 1996 έως σήμερα ζει στο Μάντσεστερ, όπου είναι καθηγήτρια στο Μητροπολιτικό Πανεπιστήμιο και διευθύντρια προγράμματος δημιουργικής γραφής. Πολυγραφότατη ποιήτρια, συγγραφέας θεατρικών έργων, παιδικής λογοτεχνίας και ποίησης, καθώς και ανεξάρτητη δημοσιογράφος σε πολλές εφημερίδες, έχει τιμηθεί, από τα πρώτα της βήματα μέχρι σήμερα, με αρκετά βραβεία. Η τελευταία ποιητική της συλλογή Rapture (Σαγήνη), βραβευμένη το 2005 με το σημαντικότατο Βραβείο Ποίησης T.S. Eliot, αποτελεί ένα μακροσκελές ερωτικό άσμα, αλλά και συγκινητική πράξη προσωπικής κατάθεσης.
Η Σαγήνη θα κυκλοφορήσει σε δίγλωσση έκδοση από τις Εκδόσεις Ηριδανός, τον Οκτώβριο του 2009, σε μετάφραση Θάλειας Μελή-Χωλλ.
IF I WAS DEAD
If I was dead,
and my bones adrift
like dropped oars
in the deep, turning earth;
or drowned,
and my skull
a listening shell
on the dark ocean bed;
if I was dead,
and my heart
soft mulch
for a red, red rose;
or burned,
and my body
a fistful of grit, thrown
in the face of the wind;
if I was dead,
and my eyes,
blind at the roots of flowers,
wept into nothing,
I swear your love
would raise me
out of my grave,
in my flesh and blood,
like Lazarus;
hungry for this,
and this, and this,
your living kiss.
CHINATOWN
Writing it, I see how much I love the sound.
Chinatown, Chinatown, Chinatown.
We went down, the day of the Year of the Monkey,
dim sum and dragons bound.
Your fair head
was a pearl in the mouth of the crowd. The fireworks
were as loud as love, if love were allowed
a sound. Our wishing children pressed their incense
into a bowl of sand
in Chinatown, the smoke drifting off
like question marks over their heads. If I had said
what I’d wished, if I had asked you to tell me the words,
shifting up from your heart
for your lips to sift,
at least I’d have heard their sound uttered by you,
although then nothing we’d wished for in Chinatown,
Chinatown, Chinatown, would ever come true.
WRITE
Write that the sun bore down on me,
kissing and kissing, and my face
reddened, blackened, whitened to ash,
was blown away by the passionate wind
over the fields, where my body’s shape
still flattened the grass, to end as dust
in the eyes of my own ghost.
Or write
that the river held me close in its arms, cold fingers
stroking my limbs, cool tongue probing my mouth,
water’s voice swearing its love love love in my ears,
as I drowned in belief.
Then write the moon
striding down from the sky in its silver boots
to kick me alive; the stars like a mob of light,
chanting a name, yours. Write your name on my lips
when I entered the dark church of the wood
like a bride, lay down for my honeymoon,
and write the night, sexy as hell, write the night
pressing and pressing my bones
into the ground.
ITHACA
And when I returned,
I pulled off my stiff and salty sailor’s clothes,
slipped on the dress of the girl I was,
and slid overboard.
A mile from Ithaca, I anchored the boat.
The evening softened and spread,
the turquoise water mentioning its silver fish,
the sky stooping to hear.
My hands moved in the water, moved in the air,
the lover I was, tracing your skin, your hair,
and Ithaca there, the bronze mountains
shouldered like rough shields,
the caves, where dolphins hid,
dark pouched for jewels,
the olive trees ripening their tears in our pale fields.
Then I drifted in on a ribbon of light,
tracking the scents of rosemary, lemon, thyme,
the fragrance of your name,
which I chanted again in my heart,
like the charm it was, bringing me back
to Ithaca, all hurt zeroed now
by the harm you could do with a word,
me as hero plainly absurd,
wading in, waist-high, from the shallows at dusk,
dragging my small white boat.
ART
Only art now – our bodies, brushstroke, pigment, motif;
our story, figment, suspension of disbelief;
the thrum of our blood, percussion;
chords, minor, for the music of our grief.
Art, the chiselled, chilling marble of our kiss;
locked into soundless stone, our promises,
or fizzled into poems; page print
for the dried flowers of our voice.
No choice for love but art’s long illness, death,
huge theatres for the echoes that we left,
applause, then utter dark;
grand opera for the passion of our breath;
and the Oscar-winning movie in your heart;
and where my soul sang, croaking art.
ΑΝ ΗΜΟΥΝ ΝΕΚΡΗ
Αν ήμουν νεκρή,
και τα οστά μου έρμαια
σαν κουπιά πεταμένα
στη βαθιά περιστροφή της Γης·
ή είχα πνιγεί,
και το κρανίο μου
όστρακο που αφουγκράζεται
σε σκοτεινό τού ωκεανού βυθό·
αν ήμουν νεκρή,
και η καρδιά μου
λίπασμα μαλακό
σε κατακόκκινη τριανταφυλλιά·
ή είχα καεί,
και το κορμί μου
μια χούφτα αμμοβολή
στο πρόσωπο του αγέρα·
αν ήμουν νεκρή,
και τα μάτια μου,
αόμματα σε ρίζες λουλουδιών,
δάκρυα έχυναν στο τίποτα,
όρκο παίρνω πως η αγάπη σου
θα με ανάσταινε
από το μνήμα μου,
με σάρκα και αίμα,
όπως ο Λάζαρος·
διψασμένη για τούτο,
και κείνο, και κάθε
δικό σου φιλί της ζωής.
ΤΣΑΪΝΑΤΑΟΥΝ
Γράφοντάς την, διαπιστώνω πόσο λατρεύω τον ήχο.
Τσάιναταουν. Τσάιναταουν. Τσάιναταουν.
Φθάσαμε εκεί, την ημέρα της Χρονιάς του Πιθήκου,
γεύματα ντιμ-σουμ και δράκοι να χοροπηδούν.
Τα χρυσά σου μαλλιά πέρλες στο στόμα του πλήθους.
Τα πυροτεχνήματα ηχηρά σαν τον έρωτα, αν ο έρως
επιδέχεται κάποιον ήχο. Οι καρποί των επιθυμιών μας
θυμιάματα μπηγμένα σε μπολ γεμάτα άμμο
στην Τσάιναταουν, καπνοί που αιωρούνταν από πάνω τους
ψηλά σαν ερωτηματικά. Εάν είχα εκφράσει όσα είχα ευχηθεί,
εάν σου ζητούσα να μου πεις τις λέξεις που θα ανέσυρες
απ’ την καρδιά σου
έως τών χειλιών σου τη σήτα, θα είχα τουλάχιστον ακούσει
τον ήχο τους να προφέρεται από σένα, αν και καμιά απ’ όσες
κάναμε ευχή στην Τσάιναταουν, Τσάιναταουν, Τσάιναταουν,
θα έβγαινε ποτέ αληθινή.
ΓΡΑΨΕ
Γράψε πως ο ήλιος έστρεψε πάνω μου τα πυρά του,
φιλώντας με, φιλώντας, το πρόσωπό μου έκαψε,
μελάνιασε, σε τέφρα λευκή μετέτρεψε, που άνεμος
παράφορος παρέσυρε πέρα σ’ αγρούς και χλόη,
όπου νωπό ακόμη αποτύπωμα το σχήμα
του κορμιού μου, σκόνη στα μάτια που κατέληξε
στη σκιά του εαυτού μου.
Ή γράψε πως ο ποταμός σε σφιχτή με έκλεισε αγκαλιά,
δάχτυλα κρύα τα μέλη μου να χαϊδεύουν, γλώσσα ψυχρή
το στόμα μου να εξερευνά, του νερού η φωνή ν’ αντιβουΐζει
με όρκους αγάπης και λατρείας, καθώς εγώ πνιγόμουνα
σε δίνη ευπιστίας.
Μετά γράψε η σελήνη, φορώντας μπότες ασημένιες,
τον ουρανό δρασκέλισε, κατέβηκε στη Γη, να με κλωτσήσει
ζωντανή· τ’ αστέρια, όχλος φωτός, ένα όνομα να ψάλλουν,
το δικό σου. Γράψε στα χείλη μου επάνω τ’ όνομά σου
όταν σαν νύφη διάβηκα τον σκοτεινό ναό του δάσους,
και έγειρα στου μέλιτος το χλοερό το στρώμα,
γράψε η νύχτα, σέξι σαν κολασμένη, γράψε πως η νύχτα
τα κόκαλά μου έχωνε βαθιά μέσα στο χώμα.
ΙΘΑΚΗ
Κι όταν επέστρεψα,
από πάνω μου πέταξα τη σκληρόπετση, αλμυρή του θαλασσόλυκου στολή,
φόρεσα βιαστικά το φόρεμα του κοριτσιού που ήμουν,
και γλίστρησα στη θάλασσα.
Ένα μίλι απ’ την Ιθάκη, έριξα άγκυρα.
Το απόβραδο γλύκανε κι απλώθηκε,
το γαλάζιο πέλαγος μνημόνευε τους ασημένιους του ιχθύς,
κι ο ουρανός σκυμμένος ωτακουστής.
Με επιδέξιες κινήσεις στον αέρα, στο νερό, τα χέρια μου
ανίχνευαν, σαν εραστής που ήμουν, το δέρμα, τα μαλλιά σου,
και η Ιθάκη εκεί, τα μπρούτζινα όρη
να εξέχουν, σαν ακατέργαστες ασπίδες,
οι σπηλιές, όπου κρύβονταν δελφίνια,
θύλακοι σκοτεινοί για τιμαλφή,
οι ελιές τα δάκρυά τους να ωριμάζουν στους χλομούς μας ελαιώνες.
Μετά, το ρεύμα με παρέσυρε σε μια λωρίδα φωτεινή,
τις μυρωδιές ν’ ακολουθώ του δεντρολίβανου, της λεμονιάς,
του θυμαριού, τις ευωδιές του ονόματός σου,
που εξυμνούσα πάλι στην καρδιά μου,
σαν φυλαχτό κρυφό που επιφύλασσε τον νόστο μου
στην Ιθάκη, όποια κι αν πέρασα οδύσσεια τώρα μηδενισμένη
απ’ το κακό που θα έκανε μια δική σου λεξούλα,
σε μένα, έναν ήρωα σαφώς παραλογισμένο,
να βωλοδέρνω στο νερό, έως τη μέση, κι απ’ τ’ αβαθή προς την ακτή
κατά το δείλι, να σέρνω τη λευκή μου τη βαρκούλα.
ΤΕΧΝΗ
Μόνο τέχνη τώρα – τα κορμιά μας, πινελιά, χρώμα, μοτίβο·
η ιστορία μας, μυθοπλασία, περιρρέουσα δυσπιστία·
σε ρόλο κρουστών, οι παλμοί και οι σφύξεις μας·
ακόρντα, μινόρε, μουσική συνοδεία της θλίψης μας.
Τέχνη, το σμιλευτό, ψυχρό μάρμαρο του φιλιού μας·
σε άηχη πέτρα σφαλισμένες, οι υποσχέσεις μας,
ή σε ποίησης ψελλίσματα ξεθυμασμένες· σελίδων αποτύπωμα
τα ξεραμένα άνθη της φωνής μας.
Επιλογή ο έρωτας δεν έχει, παρά της τέχνης τη μακρά ασθένεια
και το θάνατο, μέγαρα θεατρικά να αντηχούν τα φευγάτα μας
φωνητικά, χειροκρότημα, απόλυτο σκοτάδι μετά·
μελόδραμα, της ανάσας μας το πάθος να χωρά·
βραβευμένη με Όσκαρ ταινία, αυτή της δικής σου καρδιάς·
και όπου η ψυχή μου τραγούδησε, τέχνη της συμφοράς.
Από: http://www.apiliotis.gr
Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2011
ΘΕΑ ΑΘΗΝΑ
H Αθηνά ήταν η θεά που συμβόλιζε τη σοφία. Οι Έλληνες, ο πρώτος λαός που κατέκτησε τη λογική σκέψη και διατύπωσε καθολικούς νόμους για τη λειτουργία του σύμπαντος, έπλασαν μια θεά που προσωποποιούσε την εξυπνάδα και τη φρόνηση. Άλλωστε, ακόμη και ο τρόπος γέννησης της θεάς ήταν τέτοιος που μαρτυρούσε τις ιδιότητές της. Η γαλανομάτα κόρη ξεπήδησε από το κεφάλι του παντοδύναμου και πάνσοφου Δία.
Τον καιρό που ο πατέρας των θεών και των ανθρώπων ανατρεφόταν στην Κρήτη, χωρίς να το γνωρίζει ο Κρόνος, από τις Νύμφες του βουνού και τις Ωκεανίδες, ερωτεύτηκε τη Μήτιδα. Αυτή ήταν η πιο συνετή από όλες τις αδερφές της. Με τις συμβουλές της βοήθησε αποφασιστικά τον Δία να πάρει την τελική νίκη. Αυτή του έδωσε το μαγικό βοτάνι με το οποίο ο φοβερός παιδοφάγος αναγκάστηκε να βγάλει από το στομάχι του τους θεούς που είχε καταπιεί. Η Μήτιδα ήταν η πρώτη σύζυγος του Δία ή σύμφωνα με άλλους η πρώτη ερωμένη του. Σε κάποιο γλέντι που έγινε στον Όλυμπο για να επισημοποιήσουν τη σχέση τους, ο Ουρανός και η Γη αποκάλυψαν στον εγγονό τους πως θα του χάριζε πρώτα μια κόρη και ύστερα ένα γιο, που θα γινόταν τόσο δυνατός, ώστε θα ονομαζόταν πρώτος των θεών. Ο χρησμός αυτός των προγόνων του τον έβαλε σε σκέψεις. Έτσι, όταν είδε τη γυναίκα του έγκυο, δεν μπορούσε να ηρεμήσει. Γι' αυτό ζήτησε ένα βοτάνι από τη γιαγιά του που όποιος το έτρωγε γινόταν μικρός σαν το δάχτυλο. Η Γαία του έκανε τη χάρη και αυτός έτρεξε στη Μήτιδα και της το έδωσε να το καταπιεί, λέγοντας πως θα έκανε γερά παιδιά. Έτσι κι έγινε μα σε λίγο η Μήτιδα άρχισε να μικραίνει. Τότε ο Δίας άνοιξε το τεράστιο στόμα του και την κατάπιε. Κατέφυγε δηλαδή στο κόλπο του πατέρα του, αλλά ο ίδιος εξαφάνισε και τη σύζυγό του μαζί με το παιδί που είχε στην κοιλιά της. Ο Δίας από τη στιγμή που κατάπιε τη Μήτιδα κατέκτησε ολόκληρη τη σοφία του κόσμου. Ήξερε κάθε στιγμή ποιο είναι το καλό και ποιο το κακό.
Ύστερα από λίγες μέρες άρχισε να τον ενοχλεί κάτι στο κεφάλι του. Ένιωθε σαν ένα μικρό σπαθί να αγγίζει απαλά το μυαλό του. Καθώς όμως ο καιρός περνούσε οι ενοχλήσεις έγιναν πιο έντονες και ο πόνος στο κεφάλι πολύ δυνατός. Ο Δίας βογκούσε από τους πόνους! όλες οι θεές προσπαθούσαν να τον καταπραΰνουν με μαγικά βότανα, αλλά τίποτε. Ούρλιαζε και χτυπιόταν καταγής, έτσι που ολόκληρος ο Όλυμπος αντιλαλούσε και σειόταν από τις σπαρακτικές του φωνές. Μια νύχτα που δεν άντεχε άλλο, κάλεσε τον Ήφαιστο να έρθει στο παλάτι του με το τεράστιο σφυρί του. Ο γιος του έφτασε μουντζουρωμένος και ιδρωμένος.
Μόλις τον είδε ο Δίας του είπε: - Γρήγορα Ήφαιστε, δώσε μια με το σφυρί σου στο κεφάλι μου για να με γλιτώσεις μια και καλή απ' αυτό το μαρτύριο. Ο θεϊκός σιδηρουργός κοντοστάθηκε, γούρλωσε τα μάτια του και αρνήθηκε να κάνει κάτι τέτοιο. Όμως ο Δίας δεν αστειευόταν. Οργισμένος απείλησε τον Ήφαιστο πως θα τον πετούσε για δεύτερη φορά από τον Όλυμπο. Τρομαγμένος ο νεαρός θεός σήκωσε το τεράστιο σφυρί και το κατέβασε μ' όλη του τη δύναμη στο κεφάλι του πατέρα του. Τότε μπροστά στα κατάπληκτα μάτια των Ολυμπίων ξεπετάχτηκε από το κεφάλι του Δία μια γαλανομάτα κόρη πάνοπλη. Κρατούσε ασπίδα, φορούσε περικεφαλαία και κουνούσε απειλητικά το δόρυ της. Ήταν η Αθηνά, πολεμική θεά μα και προστάτιδα της σοφίας κληρονόμησε την παντοδυναμία του πατέρα της και τη σύνεση της Μήτιδας.
Την ώρα της γέννησής της έβγαλε μια πολεμική κραυγή που έκανε τον Όλυμπο να σειστεί ολόκληρος και έφτασε ως τα πέρατα του κόσμου. Η γη τραντάχτηκε και η θάλασσα αναταράχτη,. πελώρια κύματα σηκώθηκαν απειλητικά και τη σκέπασαν. Ο Ήλιος σταμάτησε το ολόχρυσο άρμα του και παρακολουθούσε τη θεά μέχρι να βγάλει την πανοπλία της από το αδύναμο ακόμη κορμί της. Σε λίγο σταμάτησε η κοσμοχαλασιά που προκάλεσε η γέννηση της θεάς. Η φύση ολόκληρη γαλήνεψε. Ο Δίας, που απαλλάχτηκε από το φοβερό πονοκέφαλό του, ανακουφισμένος αντίκρισε τη νέα του κόρη και της χαμογέλασε. Αυτή σε λίγη ώρα μεγάλωσε και απέκτησε σ' όλη του την έκταση το θεϊκό της μεγαλείο. Οι θεοί έστησαν γλέντι για να καλωσορίσουν τη νέα τους σύντροφο. Το χορό έσυρε πρώτη η Αθηνά. Σύμφωνα μ' έναν άλλο μύθο που έλεγαν στην Κρήτη, η θεά γεννήθηκε στο νησί από ένα σύννεφο που χτύπησε ο Δίας με τον κεραυνό του. Άλλοτε πάλι έλεγαν πως ήταν κόρη του γίγαντα Πάλλαντα ή κόρη του Ποσειδώνα και της Τριτωνίδας. Πολλές φορές την ονόμαζαν Παλλάδα. Για το όνομα αυτό υπήρχε ο ακόλουθος μύθος.
Τα πρώτα χρόνια της ζωής της μεγάλωσε με μια κοπέλα που ονομαζόταν Παλλάδα. Είχαν γίνει πολύ αγαπημένες φίλες. Μάθαιναν μαζί την πολεμική τέχνη και έπαιζαν αρκετά βίαια παιχνίδια. Μια μέρα που μάλωσαν, η Παλλάδα ήταν έτοιμη να χτυπήσει την Αθηνά. Όμως ο Δίας που τα έβλεπε όλα, φοβήθηκε για τη μικρή του κόρη και την προστάτεψε με την αιγίδα του. Η κοπέλα τρόμαξε όταν είδε να προσγειώνεται μπροστά της η τρομερή ασπίδα. Η μικρή θεά εκμεταλλεύτηκε την ταραχή της και τη χτύπησε θανάσιμα. Όταν κατάλαβε πως η φιλενάδα της είχε πεθάνει, τότε ξέσπασε σε απαρηγόρητο κλάμα. Για να τιμήσει τη νεαρή της φίλη, δημιούργησε ένα άγαλμα που της έμοιαζε και το τοποθέτησε δίπλα στον πατέρα της. Το άγαλμα ήταν ξύλινο και ονομάστηκε Παλλάδιο. Κάποτε όμως ο Δίας το πέταξε από τον Όλυμπο και αυτό έπεσε στην Τροία τον καιρό που χτιζόταν η πόλη. Το άγαλμα αυτό προστάτευε από τότε την περιοχή. Επειδή είχε πέσει στο ναό της Αθηνάς, ονόμασαν τη θεά Αθηνά-Παλλάδα.
Πολλές πόλεις στην αρχαιότητα υποστήριζαν πως είχαν Παλλάδια και πως απολάμβαναν την προστασία της.
Η Αθηνά είναι το πιο αγαπημένο παιδί του Δία και πέρασε ολόκληρη τη ζωή της αφοσιωμένη στον πατέρα της που τον υπεραγαπούσε. Πολύτιμη ήταν η βοήθειά της στη Γιγαντομαχία όπου σκότωσε και έγδαρε τον Πάλλαντα και καταπλάκωσε τον Εγκέλαδο με τη Σικελία. Μόνο αυτή έμεινε πλάι στον Δία, όταν ο φοβερός Τυφώνας όρμησε στον Όλυμπο. Μονάχα μια φορά συμμετείχε στη συνωμοσία της Ήρας, του Ποσειδώνα και του Απόλλωνα εναντίον του πατέρα της. Μα και τότε ήταν η μόνη που δε γνώρισε την οργή του Δία και έτσι η σχέση αγάπης και στοργής συνεχίστηκε χωρίς άλλα προβλήματα. Η Αθηνά αγαπούσε τις πολεμικές και τις καλές τέχνες και ασχολούνταν διαρκώς μ' αυτές. Δεν είχε καθόλου ερωτικές περιπέτειες και συμβόλιζε την αιώνια παρθενία. Γι' αυτό άλλωστε οι Αθηναίοι ονόμασαν το ναό της θεάς πάνω στην Ακρόπολη, Παρθενώνα. Μόνο μια φορά λένε προσπάθησε να την ενοχλήσει ερωτικά ο Ήφαιστος, μα η θεά αντιστάθηκε παλικαρίσια. Από το σπέρμα του θεού που έπεσε στη γη γεννήθηκε ο Εριχθόνιος, ένας ονομαστός ήρωας της Αθήνας, που η θεά του συμπεριφερόταν σαν να ήταν γιος της. Άλλοι ισχυρίζονται πως ο Εριχθόνιος ήταν γιος της Γαίας που τον εμπιστεύτηκε στην Αθηνά να τον αναθρέψει. Λένε μάλιστα πως ο ήρωας καθιέρωσε τα Παναθήναια, τη σημαντικότερη γιορτή προς τιμή της Αθηνάς. Επίσης πίστευαν πως η θεά του δίδαξε να οδηγεί το τέθριππο, το άρμα δηλαδή που έσερναν τέσσερα άλογα. Πιο αγαπημένη της πόλη ήταν η Αθήνα, που πήρε και το όνομά της. Έλεγαν πως πρώτος έφτασε στην Αττική ο Ποσειδώνας. Αυτός χτύπησε με την τρίαινά του ένα βράχο της Ακρόπολης και αμέσως ανάβλυσε μια πηγή με αλμυρό νερό. Κατόπιν η Αθηνά, που διεκδικούσε κι αυτή την κυριαρχία και την προστασία του τόπου, φύτεψε μια ελιά. Τότε οι υπόλοιποι Ολύμπιοι μπήκαν κριτές στη διαμάχη των θεών και αποφάσισαν υπέρ της Αθηνάς.
Σύμφωνα μ' έναν άλλο μύθο κάποτε φύτρωσε στην Ακρόπολη μια ελιά και παραπέρα ανάβλυσε μια πηγή. Ο Κέκροπας που ήταν άρχοντας της περιοχής ζήτησε τη συμβουλή του μαντείου και πληροφορήθηκε πως το δέντρο αντιπροσώπευε την Αθηνά και η πηγή τον Ποσειδώνα. Τότε κάλεσε λαϊκή συνέλευση των ανδρών και των γυναικών. Όλοι οι άνδρες ψήφισαν υπέρ του Ποσειδώνα και όλες οι γυναίκες υπέρ της Αθηνάς. Όμως αυτές ήταν περισσότερες και έτσι η πόλη δόθηκε στη θεά. Ο Ποσειδώνας οργισμένος πλημμύρισε την περιοχή. Οι άνδρες, τότε, για να τιμωρήσουν τις γυναίκες, τις απαγόρευσαν να συμμετέχουν στις συνελεύσεις και να ψηφίζουν.
Αλλά η πιο κοινή εκδοχή του μύθου είναι η ακόλουθη. Οι θεοί είπαν στους αντίδικους ότι θα κέρδιζε την πόλη εκείνος που θα έκανε το πιο χρήσιμο δώρο στους κατοίκους. Τότε ο Ποσειδώνας χτύπησε την τρίαινά του στη γη και ξεπετάχτηκε ένα κατάλευκο άλογο.
Οι αθάνατοι θαύμασαν το δώρο αυτό, γιατί ήξεραν πόσο χρήσιμο ήταν στη γεωργία και στα άλλα επαγγέλματα. Αμέσως όμως η σοφή Αθηνά χτύπησε με το δόρυ της την αττική γη και φύτρωσε μια φουντωτή και αειθαλής ελιά. Τότε οι Ολύμπιοι αποφάσισαν πως ο καρπός του ευλογημένου δέντρου ήταν πιο χρήσιμος για τους ανθρώπους της περιοχής και έτσι έδωσαν τη νίκη στην Αθηνά.
Η Αθηνά, ως παρθενική θεά, δεν τα πήγαινε καλά με την Αφροδίτη, την προστάτιδα του έρωτα. Πολύ συχνά μάλωναν και λογοφέρνανε, ακόμη και μπροστά στον πατέρα τους, τον Δία. Αυτός πάντα προσπαθούσε να τις συμφιλιώσει. Φαίνεται όμως πως δεν τα κατάφερνε, όταν οι δυο θεές βρέθηκαν αντίπαλες στον Τρωικό πόλεμο, η Αθηνά δε δίστασε, μέσω του Διομήδη βέβαια, να χτυπήσει την Αφροδίτη και να την πληγώσει.
Η πολεμική θεά στάθηκε στο πλευρό πολλών γνωστών ηρώων της αρχαιότητας. Ένας από τους προστατευόμενούς της ήταν ο Ηρακλής. Από την πρώτη στιγμή που τον αντίκρισε η Αθηνά, τότε που ο θνητός ακόμα ήρωας έτρεξε στο πλευρό του Δία για να αντιμετωπίσει τους Γίγαντες, τον συμπάθησε. Με τις πολύτιμες συμβουλές της κατόρθωσε να εξοντώσει τον Αλκυονέα. Όμως και αργότερα, όταν ο Ευρυσθέας υπέβαλε τον Ηρακλή στη δοκιμασία των δώδεκα άθλων, τον βοήθησε. Του χάρισε τα κύμβαλα που ήταν έργο του θεϊκού τεχνίτη Ήφαιστου. Χτυπώντάς τα ο ήρωας τρόμαξε τις Στυμφαλίδες όρνιθες που πέταξαν από τις κρυμμένες φωλιές τους και έτσι τις σκότωσε με τα βέλη του. Για να την ευχαριστήσει της αφιέρωσε τα χρυσά μήλa των Εσπερίδων. Με τη βοήθεια της θεάς ο Περσέας κατάφερε να εξοντώσει τη Γοργόνα. Αυτή ήταν ένα τέρας που αντί για μαλλιά είχε φίδια και τα τρομερά της μάτια προκαλούσαν φριχτό πανικό σ' όποιον τα αντίκριζε ή τον απολίθωναν. Ο ήρωας, όταν πήγε ν' αντιμετωπίσει το φριχτό τέρας, είχε μαζί του τη γυαλιστερή ασπίδα που του έδωσε η Αθηνά. Έτσι, ενώ είχε αλλού στραμμένο το βλέμμα του, παρακολουθούσε τη Γοργόνα που καθρεφτιζόταν πάνω στην ασπίδα και την αποκεφάλισε. Πρόσφερε το φοβερό κεφάλι της, που ακόμη και κομμένο διατηρούσε τις ιδιότητές του, στην Αθηνά. Η θεά τοποθέτησε το λεγόμενο "γοργώνειο" πάνω στην αιγίδα που της είχε κάνει δώρο ο πατέρας της. Μάζεψε το αίμα που πετάχτηκε από τις φλέβες του τέρατος και το έδωσε στον Ασκληπιό, ο οποίος το χρησιμοποίησε σαν γιατρικό. Άλλοι πάλι λένε πως έδωσε δυο σταγόνες αίματος στον Εριχθόνιο. Η μια προκαλούσε το θάνατο και η άλλη είχε θεραπευτικές ιδιότητες.
Ακόμη λένε πως όταν ο Περσέας αποκεφάλισε τη Γοργόνα, οι αδερφές της, η Σθενώ και η Ευρυάλη, που ήταν αθάνατες, τη θρήνησαν γοερά. Όμως αυτός ο θρήνος προερχόταν από τα φίδια που είχαν στα μαλλιά τους και όχι από τις ίδιες. Η Αθηνά προσπάθησε να βρει έναν τρόπο για να τον μιμηθεί. Πήρε λοιπόν το κόκαλο ενός μεγάλου ελαφιού που της είχαν θυσιάσει, άνοιξε κάποιες τρύπες και φυσούσε κατά διαστήματα μέσα στο καινούριο μουσικό όργανο που το ονόμασε φλογέρα. Ενθουσιασμένη έτρεξε στον Όλυμπο και έδειξε την εφεύρεσή της στους θεούς.
Η Ήρα και η Αφροδίτη όμως ξέσπασαν σε ειρωνικά γέλια. Η Αθηνά δεν μπορούσε να εξηγήσει τη συμπεριφορά τους και θύμωσε πάρα πολύ. Τότε της εξήγησαν πως καθώς έπαιζε τη φλογέρα φούσκωναν τα κόκκινα μάγουλά της, παραμορφωνόταν το πρόσωπό της και ήταν πολύ αστεία. Η θεά έτρεξε πεισμωμένη σ' ένα ρυάκι και καθρεφτίστηκε στα νερά του παίζοντας φλογέρα. Κατάλαβε πως οι θεές είχαν δίκιο που την ειρωνεύονταν και οργισμένη πέταξε το μουσικό όργανο.
Γιος της Γοργόνας και του Ποσειδώνα ήταν το φτερωτό άλογο Πήγασος. Ένας ήρωας, ο Βελλεροφόντης, ζήτησε κάποτε τη βοήθεια της Αθηνάς για να συλλάβει και να δαμάσει το άλογο. Μια νύχτα που ο ήρωας κοιμήθηκε στο ναό της, αυτή εμφανίστηκε στον ύπνο του και του χάρισε ένα χαλινάρι με το οποίο το δάμασε. Η Αθηνά ήταν πολύ ντροπαλή με τους άντρες. Έτσι, κάποια μέρα που ο Τειρεσίας την είδε γυμνή να λούζεται στα νερά μιας λίμνης μαζί με τη Νύμφη Χαρικλώ, τον εκδικήθηκε χωρίς οίκτο. Μ' ένα απλό άγγιγμα των ματιών του τον έκανε τυφλό για όλη του τη ζωή. Η φιλενάδα της όμως την παρακαλούσε να τον ευσπλαχνιστεί. Επειδή δεν μπορούσε να πάρει πίσω μια θεϊκή απόφαση, ευνόησε διαφορετικά τον Τειρεσία. Καθάρισε τόσο καλά τα αυτιά του, ώστε μπορούσε να καταλάβει το κελάηδημα των πουλιών και του έδωσε ένα ραβδί που τον βοηθούσε να περπατάει όπως οι άνθρωποι που έβλεπαν. Από τότε ο Τειρεσίας έγινε ο πιο ξακουστός μάντης της αρχαιότητας. Η πολεμική θεά είχε ενεργό δράση στον Τρωικό πόλεμο, όπου και προστάτευε την παράταξη των Ελλήνων κι αυτό γιατί ήταν εξοργισμένη από την κρίση του Πάρη για την ομορφότερη θεά. Αγαπημένοι της πολεμιστές ήταν ο Διομήδης, ο Αχιλλέας και ο Οδυσσέας. Στάθηκε στο πλάι τους σ' όλες τις δύσκολες στιγμές. Όταν μάλιστα υπήρχε μεγάλος κίνδυνος, κατέφευγε σε θαύματα για να τους σώσει. Έκανε θεϊκή φωτιά να βγαίνει από την περικεφαλαία του Διομήδη και σκέπασε με πύρινο σύννεφο το κεφάλι του Αχιλλέα. Μάλιστα, στις πιο δύσκολες στιγμές μεταμορφωνόταν η ίδια σε Τρώα πολεμιστή και πήγαινε στις συγκεντρώσεις των αντίπαλων στρατηγών, δίνοντάς τους λανθασμένες συμβουλές. Αλλά και όταν υπήρχαν διχόνοιες και διαφωνίες στο στρατόπεδο των Ελλήνων, πάντοτε κατάφερνε να προλάβει τα χειρότερα, αυτή δεν άφησε τον Αχιλλέα να σκοτώσει τον Αγαμέμνονα αν και τον είχε προσβάλει βαρύτατα.
Βοήθησε τον πολυμήχανο Οδυσσέα τόσο κατά τη διάρκεια του πολέμου όσο και κατά το δεκάχρονο ταξίδι της επιστροφής του. Στην Οδύσσεια, η Αθηνά παρεμβαίνει με μεταμορφώσεις. Παίρνει τη μορφή του Μέντορα και δίνει πολύτιμες συμβουλές και οδηγίες στον Τηλέμαχο. Στέλνει επίσης όνειρα. Εμφανίζεται στον ύπνο της Ναυσικάς και τη συμβουλεύει να πάει να πλύνει τα ρούχα της στο ποτάμι, τη μέρα που ο Οδυσσέας πλησιάζει στο νησί των Φαιάκων.
Προικίζει τον προστατευόμενό της με υπερφυσική ομορφιά για να γοητεύσει τη βασιλοπούλα και να τον φιλοξενήσει στο ανάκτορο του πατέρα της.
Σ' άλλες περιπτώσεις ξεσηκώνει τον Δία να βοηθήσει τον Οδυσσέα. Με δική της παρέμβαση η Καλυψώ παίρνει εντολή ν' αφήσει ελεύθερο τον ήρωα και να του δώσει μέσο για να ξαναβγεί στο πέλαγος. Ο Ορέστης, ο γιος του Αγαμέμνονα, για να εκδικηθεί το φόνο του πατέρα του σκότωσε τη μητέρα του Κλυταιμνήστρα και τον εραστή της Αίγισθο. Όμως οι Ερινύες, σκοτεινές θεότητες που τιμωρούσαν τους φονιάδες, καταδίωξαν τον Ορέστη, ο οποίος έφτασε στην Αθήνα και ζήτησε καταφύγιο στο ναό της θεάς. Τότε έγινε δικαστήριο στον Άρειο Πάγο για να κριθεί ο νεαρός μητροκτόνος, πρόεδρος ήταν η ίδια η θεά. Η ψηφοφορία έληξε με ισοπαλία, αλλά τελικά ο Ορέστης αθωώθηκε, γιατί η ψήφος της Αθηνάς, που ήταν αθωωτική, θεωρήθηκε διπλή. Από τότε θεσπίστηκε ο νόμος ότι η ισοψηφία στο δικαστήριο μετρούσε υπέρ του κατηγορουμένου.
Προστάτευε όλους γενικά τους τεχνίτες και τους βιοτέχνες. Η ίδια ήταν καταπληκτική υφάντρα. Κάποτε η Αράχνη, μια κοπέλα από τη Λυδία, που είχε αποκτήσει μεγάλη φήμη στην τέχνη της υφαντικής, κάλεσε τη θεά σε διαγωνισμό. Αρχικά η θεά εμφανίστηκε στην κοπέλα μεταμορφωμένη σε γριά και τη συμβούλεψε να δείξει μετριοφροσύνη. Όμως η Αράχνη συνέχιζε να καυχιέται και η Αθηνά εκνευρισμένη πήρε την κανονική της μορφή και ο διαγωνισμός άρχισε. Η Παλλάδα παράστησε πάνω στο υφαντό της την καθημερινή ζωή των θεών και στις άκρες σκηνές που φανέρωναν την πανωλεθρία των θνητών, όταν δεν υπάκουαν τους αθάνατους. Η νεαρή Λυδή απεικόνισε στο ύφασμά της την ερωτική ζωή των θεών και ιδιαίτερα τις εξωσυζυγικές τους σχέσεις. Η Αθηνά δε βρήκε κανένα ψεγάδι στο έργο της Αράχνης όση ώρα κι αν το εξέταζε. Από το θυμό και τη ζήλια της τη μεταμόρφωσε στο ομώνυμο ζωύφιο που αδιάκοπα κλώθει και υφαίνει με την άκρη της κλωστής της.
Κάποτε η θεά είχε μια διένεξη με τον Απόλλωνα σχετικά με τη μαντική τέχνη. Είχε διδαχτεί από τις φτερωτές Νύμφες του Παρνασσού, τις Θρίες, να προλέγει το μέλλον από τις πέτρες που παράσερναν οι χείμαρροι. Όμως ο Φοίβος παραπονέθηκε στον Δία και αυτός αποφάσισε υπέρ του γιου του. Τότε η Αθηνά πέταξε χολωμένη τις πέτρες στην πεδιάδα και από τότε η περιοχή ονομάστηκε Θριάσιο πεδίο.
Η Αθηνά - Παλλάδα συμβόλιζε μερικά από τα πιο σημαντικά ιδεώδη του αρχαιοελληνικού πνεύματος. Συνδύαζε τη δύναμη και τη γενναιότητα με τη σύνεση και την εξυπνάδα. Αγαπημένα της σύμβολα ήταν η αιγίδα, το δόρυ, η κουκουβάγια και η ελιά.
Από: http://mythologia.8m.com/athina.html
Τον καιρό που ο πατέρας των θεών και των ανθρώπων ανατρεφόταν στην Κρήτη, χωρίς να το γνωρίζει ο Κρόνος, από τις Νύμφες του βουνού και τις Ωκεανίδες, ερωτεύτηκε τη Μήτιδα. Αυτή ήταν η πιο συνετή από όλες τις αδερφές της. Με τις συμβουλές της βοήθησε αποφασιστικά τον Δία να πάρει την τελική νίκη. Αυτή του έδωσε το μαγικό βοτάνι με το οποίο ο φοβερός παιδοφάγος αναγκάστηκε να βγάλει από το στομάχι του τους θεούς που είχε καταπιεί. Η Μήτιδα ήταν η πρώτη σύζυγος του Δία ή σύμφωνα με άλλους η πρώτη ερωμένη του. Σε κάποιο γλέντι που έγινε στον Όλυμπο για να επισημοποιήσουν τη σχέση τους, ο Ουρανός και η Γη αποκάλυψαν στον εγγονό τους πως θα του χάριζε πρώτα μια κόρη και ύστερα ένα γιο, που θα γινόταν τόσο δυνατός, ώστε θα ονομαζόταν πρώτος των θεών. Ο χρησμός αυτός των προγόνων του τον έβαλε σε σκέψεις. Έτσι, όταν είδε τη γυναίκα του έγκυο, δεν μπορούσε να ηρεμήσει. Γι' αυτό ζήτησε ένα βοτάνι από τη γιαγιά του που όποιος το έτρωγε γινόταν μικρός σαν το δάχτυλο. Η Γαία του έκανε τη χάρη και αυτός έτρεξε στη Μήτιδα και της το έδωσε να το καταπιεί, λέγοντας πως θα έκανε γερά παιδιά. Έτσι κι έγινε μα σε λίγο η Μήτιδα άρχισε να μικραίνει. Τότε ο Δίας άνοιξε το τεράστιο στόμα του και την κατάπιε. Κατέφυγε δηλαδή στο κόλπο του πατέρα του, αλλά ο ίδιος εξαφάνισε και τη σύζυγό του μαζί με το παιδί που είχε στην κοιλιά της. Ο Δίας από τη στιγμή που κατάπιε τη Μήτιδα κατέκτησε ολόκληρη τη σοφία του κόσμου. Ήξερε κάθε στιγμή ποιο είναι το καλό και ποιο το κακό.
Ύστερα από λίγες μέρες άρχισε να τον ενοχλεί κάτι στο κεφάλι του. Ένιωθε σαν ένα μικρό σπαθί να αγγίζει απαλά το μυαλό του. Καθώς όμως ο καιρός περνούσε οι ενοχλήσεις έγιναν πιο έντονες και ο πόνος στο κεφάλι πολύ δυνατός. Ο Δίας βογκούσε από τους πόνους! όλες οι θεές προσπαθούσαν να τον καταπραΰνουν με μαγικά βότανα, αλλά τίποτε. Ούρλιαζε και χτυπιόταν καταγής, έτσι που ολόκληρος ο Όλυμπος αντιλαλούσε και σειόταν από τις σπαρακτικές του φωνές. Μια νύχτα που δεν άντεχε άλλο, κάλεσε τον Ήφαιστο να έρθει στο παλάτι του με το τεράστιο σφυρί του. Ο γιος του έφτασε μουντζουρωμένος και ιδρωμένος.
Μόλις τον είδε ο Δίας του είπε: - Γρήγορα Ήφαιστε, δώσε μια με το σφυρί σου στο κεφάλι μου για να με γλιτώσεις μια και καλή απ' αυτό το μαρτύριο. Ο θεϊκός σιδηρουργός κοντοστάθηκε, γούρλωσε τα μάτια του και αρνήθηκε να κάνει κάτι τέτοιο. Όμως ο Δίας δεν αστειευόταν. Οργισμένος απείλησε τον Ήφαιστο πως θα τον πετούσε για δεύτερη φορά από τον Όλυμπο. Τρομαγμένος ο νεαρός θεός σήκωσε το τεράστιο σφυρί και το κατέβασε μ' όλη του τη δύναμη στο κεφάλι του πατέρα του. Τότε μπροστά στα κατάπληκτα μάτια των Ολυμπίων ξεπετάχτηκε από το κεφάλι του Δία μια γαλανομάτα κόρη πάνοπλη. Κρατούσε ασπίδα, φορούσε περικεφαλαία και κουνούσε απειλητικά το δόρυ της. Ήταν η Αθηνά, πολεμική θεά μα και προστάτιδα της σοφίας κληρονόμησε την παντοδυναμία του πατέρα της και τη σύνεση της Μήτιδας.
Την ώρα της γέννησής της έβγαλε μια πολεμική κραυγή που έκανε τον Όλυμπο να σειστεί ολόκληρος και έφτασε ως τα πέρατα του κόσμου. Η γη τραντάχτηκε και η θάλασσα αναταράχτη,. πελώρια κύματα σηκώθηκαν απειλητικά και τη σκέπασαν. Ο Ήλιος σταμάτησε το ολόχρυσο άρμα του και παρακολουθούσε τη θεά μέχρι να βγάλει την πανοπλία της από το αδύναμο ακόμη κορμί της. Σε λίγο σταμάτησε η κοσμοχαλασιά που προκάλεσε η γέννηση της θεάς. Η φύση ολόκληρη γαλήνεψε. Ο Δίας, που απαλλάχτηκε από το φοβερό πονοκέφαλό του, ανακουφισμένος αντίκρισε τη νέα του κόρη και της χαμογέλασε. Αυτή σε λίγη ώρα μεγάλωσε και απέκτησε σ' όλη του την έκταση το θεϊκό της μεγαλείο. Οι θεοί έστησαν γλέντι για να καλωσορίσουν τη νέα τους σύντροφο. Το χορό έσυρε πρώτη η Αθηνά. Σύμφωνα μ' έναν άλλο μύθο που έλεγαν στην Κρήτη, η θεά γεννήθηκε στο νησί από ένα σύννεφο που χτύπησε ο Δίας με τον κεραυνό του. Άλλοτε πάλι έλεγαν πως ήταν κόρη του γίγαντα Πάλλαντα ή κόρη του Ποσειδώνα και της Τριτωνίδας. Πολλές φορές την ονόμαζαν Παλλάδα. Για το όνομα αυτό υπήρχε ο ακόλουθος μύθος.
Τα πρώτα χρόνια της ζωής της μεγάλωσε με μια κοπέλα που ονομαζόταν Παλλάδα. Είχαν γίνει πολύ αγαπημένες φίλες. Μάθαιναν μαζί την πολεμική τέχνη και έπαιζαν αρκετά βίαια παιχνίδια. Μια μέρα που μάλωσαν, η Παλλάδα ήταν έτοιμη να χτυπήσει την Αθηνά. Όμως ο Δίας που τα έβλεπε όλα, φοβήθηκε για τη μικρή του κόρη και την προστάτεψε με την αιγίδα του. Η κοπέλα τρόμαξε όταν είδε να προσγειώνεται μπροστά της η τρομερή ασπίδα. Η μικρή θεά εκμεταλλεύτηκε την ταραχή της και τη χτύπησε θανάσιμα. Όταν κατάλαβε πως η φιλενάδα της είχε πεθάνει, τότε ξέσπασε σε απαρηγόρητο κλάμα. Για να τιμήσει τη νεαρή της φίλη, δημιούργησε ένα άγαλμα που της έμοιαζε και το τοποθέτησε δίπλα στον πατέρα της. Το άγαλμα ήταν ξύλινο και ονομάστηκε Παλλάδιο. Κάποτε όμως ο Δίας το πέταξε από τον Όλυμπο και αυτό έπεσε στην Τροία τον καιρό που χτιζόταν η πόλη. Το άγαλμα αυτό προστάτευε από τότε την περιοχή. Επειδή είχε πέσει στο ναό της Αθηνάς, ονόμασαν τη θεά Αθηνά-Παλλάδα.
Πολλές πόλεις στην αρχαιότητα υποστήριζαν πως είχαν Παλλάδια και πως απολάμβαναν την προστασία της.
Η Αθηνά είναι το πιο αγαπημένο παιδί του Δία και πέρασε ολόκληρη τη ζωή της αφοσιωμένη στον πατέρα της που τον υπεραγαπούσε. Πολύτιμη ήταν η βοήθειά της στη Γιγαντομαχία όπου σκότωσε και έγδαρε τον Πάλλαντα και καταπλάκωσε τον Εγκέλαδο με τη Σικελία. Μόνο αυτή έμεινε πλάι στον Δία, όταν ο φοβερός Τυφώνας όρμησε στον Όλυμπο. Μονάχα μια φορά συμμετείχε στη συνωμοσία της Ήρας, του Ποσειδώνα και του Απόλλωνα εναντίον του πατέρα της. Μα και τότε ήταν η μόνη που δε γνώρισε την οργή του Δία και έτσι η σχέση αγάπης και στοργής συνεχίστηκε χωρίς άλλα προβλήματα. Η Αθηνά αγαπούσε τις πολεμικές και τις καλές τέχνες και ασχολούνταν διαρκώς μ' αυτές. Δεν είχε καθόλου ερωτικές περιπέτειες και συμβόλιζε την αιώνια παρθενία. Γι' αυτό άλλωστε οι Αθηναίοι ονόμασαν το ναό της θεάς πάνω στην Ακρόπολη, Παρθενώνα. Μόνο μια φορά λένε προσπάθησε να την ενοχλήσει ερωτικά ο Ήφαιστος, μα η θεά αντιστάθηκε παλικαρίσια. Από το σπέρμα του θεού που έπεσε στη γη γεννήθηκε ο Εριχθόνιος, ένας ονομαστός ήρωας της Αθήνας, που η θεά του συμπεριφερόταν σαν να ήταν γιος της. Άλλοι ισχυρίζονται πως ο Εριχθόνιος ήταν γιος της Γαίας που τον εμπιστεύτηκε στην Αθηνά να τον αναθρέψει. Λένε μάλιστα πως ο ήρωας καθιέρωσε τα Παναθήναια, τη σημαντικότερη γιορτή προς τιμή της Αθηνάς. Επίσης πίστευαν πως η θεά του δίδαξε να οδηγεί το τέθριππο, το άρμα δηλαδή που έσερναν τέσσερα άλογα. Πιο αγαπημένη της πόλη ήταν η Αθήνα, που πήρε και το όνομά της. Έλεγαν πως πρώτος έφτασε στην Αττική ο Ποσειδώνας. Αυτός χτύπησε με την τρίαινά του ένα βράχο της Ακρόπολης και αμέσως ανάβλυσε μια πηγή με αλμυρό νερό. Κατόπιν η Αθηνά, που διεκδικούσε κι αυτή την κυριαρχία και την προστασία του τόπου, φύτεψε μια ελιά. Τότε οι υπόλοιποι Ολύμπιοι μπήκαν κριτές στη διαμάχη των θεών και αποφάσισαν υπέρ της Αθηνάς.
Σύμφωνα μ' έναν άλλο μύθο κάποτε φύτρωσε στην Ακρόπολη μια ελιά και παραπέρα ανάβλυσε μια πηγή. Ο Κέκροπας που ήταν άρχοντας της περιοχής ζήτησε τη συμβουλή του μαντείου και πληροφορήθηκε πως το δέντρο αντιπροσώπευε την Αθηνά και η πηγή τον Ποσειδώνα. Τότε κάλεσε λαϊκή συνέλευση των ανδρών και των γυναικών. Όλοι οι άνδρες ψήφισαν υπέρ του Ποσειδώνα και όλες οι γυναίκες υπέρ της Αθηνάς. Όμως αυτές ήταν περισσότερες και έτσι η πόλη δόθηκε στη θεά. Ο Ποσειδώνας οργισμένος πλημμύρισε την περιοχή. Οι άνδρες, τότε, για να τιμωρήσουν τις γυναίκες, τις απαγόρευσαν να συμμετέχουν στις συνελεύσεις και να ψηφίζουν.
Αλλά η πιο κοινή εκδοχή του μύθου είναι η ακόλουθη. Οι θεοί είπαν στους αντίδικους ότι θα κέρδιζε την πόλη εκείνος που θα έκανε το πιο χρήσιμο δώρο στους κατοίκους. Τότε ο Ποσειδώνας χτύπησε την τρίαινά του στη γη και ξεπετάχτηκε ένα κατάλευκο άλογο.
Οι αθάνατοι θαύμασαν το δώρο αυτό, γιατί ήξεραν πόσο χρήσιμο ήταν στη γεωργία και στα άλλα επαγγέλματα. Αμέσως όμως η σοφή Αθηνά χτύπησε με το δόρυ της την αττική γη και φύτρωσε μια φουντωτή και αειθαλής ελιά. Τότε οι Ολύμπιοι αποφάσισαν πως ο καρπός του ευλογημένου δέντρου ήταν πιο χρήσιμος για τους ανθρώπους της περιοχής και έτσι έδωσαν τη νίκη στην Αθηνά.
Η Αθηνά, ως παρθενική θεά, δεν τα πήγαινε καλά με την Αφροδίτη, την προστάτιδα του έρωτα. Πολύ συχνά μάλωναν και λογοφέρνανε, ακόμη και μπροστά στον πατέρα τους, τον Δία. Αυτός πάντα προσπαθούσε να τις συμφιλιώσει. Φαίνεται όμως πως δεν τα κατάφερνε, όταν οι δυο θεές βρέθηκαν αντίπαλες στον Τρωικό πόλεμο, η Αθηνά δε δίστασε, μέσω του Διομήδη βέβαια, να χτυπήσει την Αφροδίτη και να την πληγώσει.
Η πολεμική θεά στάθηκε στο πλευρό πολλών γνωστών ηρώων της αρχαιότητας. Ένας από τους προστατευόμενούς της ήταν ο Ηρακλής. Από την πρώτη στιγμή που τον αντίκρισε η Αθηνά, τότε που ο θνητός ακόμα ήρωας έτρεξε στο πλευρό του Δία για να αντιμετωπίσει τους Γίγαντες, τον συμπάθησε. Με τις πολύτιμες συμβουλές της κατόρθωσε να εξοντώσει τον Αλκυονέα. Όμως και αργότερα, όταν ο Ευρυσθέας υπέβαλε τον Ηρακλή στη δοκιμασία των δώδεκα άθλων, τον βοήθησε. Του χάρισε τα κύμβαλα που ήταν έργο του θεϊκού τεχνίτη Ήφαιστου. Χτυπώντάς τα ο ήρωας τρόμαξε τις Στυμφαλίδες όρνιθες που πέταξαν από τις κρυμμένες φωλιές τους και έτσι τις σκότωσε με τα βέλη του. Για να την ευχαριστήσει της αφιέρωσε τα χρυσά μήλa των Εσπερίδων. Με τη βοήθεια της θεάς ο Περσέας κατάφερε να εξοντώσει τη Γοργόνα. Αυτή ήταν ένα τέρας που αντί για μαλλιά είχε φίδια και τα τρομερά της μάτια προκαλούσαν φριχτό πανικό σ' όποιον τα αντίκριζε ή τον απολίθωναν. Ο ήρωας, όταν πήγε ν' αντιμετωπίσει το φριχτό τέρας, είχε μαζί του τη γυαλιστερή ασπίδα που του έδωσε η Αθηνά. Έτσι, ενώ είχε αλλού στραμμένο το βλέμμα του, παρακολουθούσε τη Γοργόνα που καθρεφτιζόταν πάνω στην ασπίδα και την αποκεφάλισε. Πρόσφερε το φοβερό κεφάλι της, που ακόμη και κομμένο διατηρούσε τις ιδιότητές του, στην Αθηνά. Η θεά τοποθέτησε το λεγόμενο "γοργώνειο" πάνω στην αιγίδα που της είχε κάνει δώρο ο πατέρας της. Μάζεψε το αίμα που πετάχτηκε από τις φλέβες του τέρατος και το έδωσε στον Ασκληπιό, ο οποίος το χρησιμοποίησε σαν γιατρικό. Άλλοι πάλι λένε πως έδωσε δυο σταγόνες αίματος στον Εριχθόνιο. Η μια προκαλούσε το θάνατο και η άλλη είχε θεραπευτικές ιδιότητες.
Ακόμη λένε πως όταν ο Περσέας αποκεφάλισε τη Γοργόνα, οι αδερφές της, η Σθενώ και η Ευρυάλη, που ήταν αθάνατες, τη θρήνησαν γοερά. Όμως αυτός ο θρήνος προερχόταν από τα φίδια που είχαν στα μαλλιά τους και όχι από τις ίδιες. Η Αθηνά προσπάθησε να βρει έναν τρόπο για να τον μιμηθεί. Πήρε λοιπόν το κόκαλο ενός μεγάλου ελαφιού που της είχαν θυσιάσει, άνοιξε κάποιες τρύπες και φυσούσε κατά διαστήματα μέσα στο καινούριο μουσικό όργανο που το ονόμασε φλογέρα. Ενθουσιασμένη έτρεξε στον Όλυμπο και έδειξε την εφεύρεσή της στους θεούς.
Η Ήρα και η Αφροδίτη όμως ξέσπασαν σε ειρωνικά γέλια. Η Αθηνά δεν μπορούσε να εξηγήσει τη συμπεριφορά τους και θύμωσε πάρα πολύ. Τότε της εξήγησαν πως καθώς έπαιζε τη φλογέρα φούσκωναν τα κόκκινα μάγουλά της, παραμορφωνόταν το πρόσωπό της και ήταν πολύ αστεία. Η θεά έτρεξε πεισμωμένη σ' ένα ρυάκι και καθρεφτίστηκε στα νερά του παίζοντας φλογέρα. Κατάλαβε πως οι θεές είχαν δίκιο που την ειρωνεύονταν και οργισμένη πέταξε το μουσικό όργανο.
Γιος της Γοργόνας και του Ποσειδώνα ήταν το φτερωτό άλογο Πήγασος. Ένας ήρωας, ο Βελλεροφόντης, ζήτησε κάποτε τη βοήθεια της Αθηνάς για να συλλάβει και να δαμάσει το άλογο. Μια νύχτα που ο ήρωας κοιμήθηκε στο ναό της, αυτή εμφανίστηκε στον ύπνο του και του χάρισε ένα χαλινάρι με το οποίο το δάμασε. Η Αθηνά ήταν πολύ ντροπαλή με τους άντρες. Έτσι, κάποια μέρα που ο Τειρεσίας την είδε γυμνή να λούζεται στα νερά μιας λίμνης μαζί με τη Νύμφη Χαρικλώ, τον εκδικήθηκε χωρίς οίκτο. Μ' ένα απλό άγγιγμα των ματιών του τον έκανε τυφλό για όλη του τη ζωή. Η φιλενάδα της όμως την παρακαλούσε να τον ευσπλαχνιστεί. Επειδή δεν μπορούσε να πάρει πίσω μια θεϊκή απόφαση, ευνόησε διαφορετικά τον Τειρεσία. Καθάρισε τόσο καλά τα αυτιά του, ώστε μπορούσε να καταλάβει το κελάηδημα των πουλιών και του έδωσε ένα ραβδί που τον βοηθούσε να περπατάει όπως οι άνθρωποι που έβλεπαν. Από τότε ο Τειρεσίας έγινε ο πιο ξακουστός μάντης της αρχαιότητας. Η πολεμική θεά είχε ενεργό δράση στον Τρωικό πόλεμο, όπου και προστάτευε την παράταξη των Ελλήνων κι αυτό γιατί ήταν εξοργισμένη από την κρίση του Πάρη για την ομορφότερη θεά. Αγαπημένοι της πολεμιστές ήταν ο Διομήδης, ο Αχιλλέας και ο Οδυσσέας. Στάθηκε στο πλάι τους σ' όλες τις δύσκολες στιγμές. Όταν μάλιστα υπήρχε μεγάλος κίνδυνος, κατέφευγε σε θαύματα για να τους σώσει. Έκανε θεϊκή φωτιά να βγαίνει από την περικεφαλαία του Διομήδη και σκέπασε με πύρινο σύννεφο το κεφάλι του Αχιλλέα. Μάλιστα, στις πιο δύσκολες στιγμές μεταμορφωνόταν η ίδια σε Τρώα πολεμιστή και πήγαινε στις συγκεντρώσεις των αντίπαλων στρατηγών, δίνοντάς τους λανθασμένες συμβουλές. Αλλά και όταν υπήρχαν διχόνοιες και διαφωνίες στο στρατόπεδο των Ελλήνων, πάντοτε κατάφερνε να προλάβει τα χειρότερα, αυτή δεν άφησε τον Αχιλλέα να σκοτώσει τον Αγαμέμνονα αν και τον είχε προσβάλει βαρύτατα.
Βοήθησε τον πολυμήχανο Οδυσσέα τόσο κατά τη διάρκεια του πολέμου όσο και κατά το δεκάχρονο ταξίδι της επιστροφής του. Στην Οδύσσεια, η Αθηνά παρεμβαίνει με μεταμορφώσεις. Παίρνει τη μορφή του Μέντορα και δίνει πολύτιμες συμβουλές και οδηγίες στον Τηλέμαχο. Στέλνει επίσης όνειρα. Εμφανίζεται στον ύπνο της Ναυσικάς και τη συμβουλεύει να πάει να πλύνει τα ρούχα της στο ποτάμι, τη μέρα που ο Οδυσσέας πλησιάζει στο νησί των Φαιάκων.
Προικίζει τον προστατευόμενό της με υπερφυσική ομορφιά για να γοητεύσει τη βασιλοπούλα και να τον φιλοξενήσει στο ανάκτορο του πατέρα της.
Σ' άλλες περιπτώσεις ξεσηκώνει τον Δία να βοηθήσει τον Οδυσσέα. Με δική της παρέμβαση η Καλυψώ παίρνει εντολή ν' αφήσει ελεύθερο τον ήρωα και να του δώσει μέσο για να ξαναβγεί στο πέλαγος. Ο Ορέστης, ο γιος του Αγαμέμνονα, για να εκδικηθεί το φόνο του πατέρα του σκότωσε τη μητέρα του Κλυταιμνήστρα και τον εραστή της Αίγισθο. Όμως οι Ερινύες, σκοτεινές θεότητες που τιμωρούσαν τους φονιάδες, καταδίωξαν τον Ορέστη, ο οποίος έφτασε στην Αθήνα και ζήτησε καταφύγιο στο ναό της θεάς. Τότε έγινε δικαστήριο στον Άρειο Πάγο για να κριθεί ο νεαρός μητροκτόνος, πρόεδρος ήταν η ίδια η θεά. Η ψηφοφορία έληξε με ισοπαλία, αλλά τελικά ο Ορέστης αθωώθηκε, γιατί η ψήφος της Αθηνάς, που ήταν αθωωτική, θεωρήθηκε διπλή. Από τότε θεσπίστηκε ο νόμος ότι η ισοψηφία στο δικαστήριο μετρούσε υπέρ του κατηγορουμένου.
Προστάτευε όλους γενικά τους τεχνίτες και τους βιοτέχνες. Η ίδια ήταν καταπληκτική υφάντρα. Κάποτε η Αράχνη, μια κοπέλα από τη Λυδία, που είχε αποκτήσει μεγάλη φήμη στην τέχνη της υφαντικής, κάλεσε τη θεά σε διαγωνισμό. Αρχικά η θεά εμφανίστηκε στην κοπέλα μεταμορφωμένη σε γριά και τη συμβούλεψε να δείξει μετριοφροσύνη. Όμως η Αράχνη συνέχιζε να καυχιέται και η Αθηνά εκνευρισμένη πήρε την κανονική της μορφή και ο διαγωνισμός άρχισε. Η Παλλάδα παράστησε πάνω στο υφαντό της την καθημερινή ζωή των θεών και στις άκρες σκηνές που φανέρωναν την πανωλεθρία των θνητών, όταν δεν υπάκουαν τους αθάνατους. Η νεαρή Λυδή απεικόνισε στο ύφασμά της την ερωτική ζωή των θεών και ιδιαίτερα τις εξωσυζυγικές τους σχέσεις. Η Αθηνά δε βρήκε κανένα ψεγάδι στο έργο της Αράχνης όση ώρα κι αν το εξέταζε. Από το θυμό και τη ζήλια της τη μεταμόρφωσε στο ομώνυμο ζωύφιο που αδιάκοπα κλώθει και υφαίνει με την άκρη της κλωστής της.
Κάποτε η θεά είχε μια διένεξη με τον Απόλλωνα σχετικά με τη μαντική τέχνη. Είχε διδαχτεί από τις φτερωτές Νύμφες του Παρνασσού, τις Θρίες, να προλέγει το μέλλον από τις πέτρες που παράσερναν οι χείμαρροι. Όμως ο Φοίβος παραπονέθηκε στον Δία και αυτός αποφάσισε υπέρ του γιου του. Τότε η Αθηνά πέταξε χολωμένη τις πέτρες στην πεδιάδα και από τότε η περιοχή ονομάστηκε Θριάσιο πεδίο.
Η Αθηνά - Παλλάδα συμβόλιζε μερικά από τα πιο σημαντικά ιδεώδη του αρχαιοελληνικού πνεύματος. Συνδύαζε τη δύναμη και τη γενναιότητα με τη σύνεση και την εξυπνάδα. Αγαπημένα της σύμβολα ήταν η αιγίδα, το δόρυ, η κουκουβάγια και η ελιά.
Από: http://mythologia.8m.com/athina.html
Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2011
Πέντε δυσκολίες να γράψει κανείς την αλήθεια.
Μπέρτολντ Μπρεχτ:
Πέντε δυσκολίες να γράψει κανείς την αλήθεια.
Συνέδριο για την υπεράσπιση της κουλτούρας,
Παρίσι 1935
Κι η τέχνη πρέπει, σε αυτούς τους καιρούς των αποφάσεων να αποφασίσει. Μπορεί να κάνει τον εαυτό της όργανο µιας µικρής µερίδας ορισµένων που παίζουν τις θεότητες της µοίρας για τους πολλούς και που απαιτούν µια πίστη που πρέπει πρώτα απο όλα να είναι τυφλή, και µπορεί να σταθεί στο πλευρό των πολλών και να βάλει τη µοίρα τους στα δικά τους χέρια. Μπορεί να παραδώσει τον άνθρωπο στις συγχύσεις, τις αυταπάτες και τα θαύµατα, και µπορεί να παραδώ-σει τον κόσµο στον άνθρωπο. Μπορεί να µεγαλώσει την αµάθεια και µπορεί να µεγαλώσει τη γνώση. Μπορεί να κάνει έκκληση στις δυνάµεις που αποδείχνουν τη δύναµη τους καταστρέφο-ντας, και στις δυνάµεις που αποδείχνουν τη δύναµη τους Βοηθώντας.
Όποιος σήµερα θέλει να πολεµήσει την ψευτιά και την αµάθεια και να γράφει την αλήθεια έχει ξεπεράσει το λιγότερο πέντε δυσκολίες. Πρέπει να έχει το θ ά ρ ρ ο ς να γράφει την αλήθεια παρόλο που παντού την καταπνίγουν· την ε ξ υ π ν ά δ α να την αναγνωρίσει παρόλο που τη σκεπάζουν παντού· την τ έ χ ν η να την κάνει ευκολοµεταχείριστη σαν όπλο την κρίση να διαλέξει εκείνους που στα χέρια τους η αλήθεια θα αποχτήσει δύναµη· την π ο ν η ρ ι ά να τη διαδώσει ανάµεσα τους. Αυτές οι
δυσκολίες είναι µεγάλες για κείνους που γράφουν κάτω απο το φασισµό, υπάρχουν όµως και για αυ-τούς που τους κυνήγησαν ή που έφυγαν ακόµα και για όσους γράφουν στις χώρες της αστικής ελευθερίας.
Πέντε δυσκολίες να γράψει κανείς την αλήθεια.
Συνέδριο για την υπεράσπιση της κουλτούρας,
Παρίσι 1935
Κι η τέχνη πρέπει, σε αυτούς τους καιρούς των αποφάσεων να αποφασίσει. Μπορεί να κάνει τον εαυτό της όργανο µιας µικρής µερίδας ορισµένων που παίζουν τις θεότητες της µοίρας για τους πολλούς και που απαιτούν µια πίστη που πρέπει πρώτα απο όλα να είναι τυφλή, και µπορεί να σταθεί στο πλευρό των πολλών και να βάλει τη µοίρα τους στα δικά τους χέρια. Μπορεί να παραδώσει τον άνθρωπο στις συγχύσεις, τις αυταπάτες και τα θαύµατα, και µπορεί να παραδώ-σει τον κόσµο στον άνθρωπο. Μπορεί να µεγαλώσει την αµάθεια και µπορεί να µεγαλώσει τη γνώση. Μπορεί να κάνει έκκληση στις δυνάµεις που αποδείχνουν τη δύναµη τους καταστρέφο-ντας, και στις δυνάµεις που αποδείχνουν τη δύναµη τους Βοηθώντας.
Όποιος σήµερα θέλει να πολεµήσει την ψευτιά και την αµάθεια και να γράφει την αλήθεια έχει ξεπεράσει το λιγότερο πέντε δυσκολίες. Πρέπει να έχει το θ ά ρ ρ ο ς να γράφει την αλήθεια παρόλο που παντού την καταπνίγουν· την ε ξ υ π ν ά δ α να την αναγνωρίσει παρόλο που τη σκεπάζουν παντού· την τ έ χ ν η να την κάνει ευκολοµεταχείριστη σαν όπλο την κρίση να διαλέξει εκείνους που στα χέρια τους η αλήθεια θα αποχτήσει δύναµη· την π ο ν η ρ ι ά να τη διαδώσει ανάµεσα τους. Αυτές οι
δυσκολίες είναι µεγάλες για κείνους που γράφουν κάτω απο το φασισµό, υπάρχουν όµως και για αυ-τούς που τους κυνήγησαν ή που έφυγαν ακόµα και για όσους γράφουν στις χώρες της αστικής ελευθερίας.
Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2011
Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2011
Ο Νίτσε εξηγεί τον ευρωπαϊκό ανθελληνισμό
Πιο επίκαιρος από ποτέ είναι ο Φρειδερίκος Νίτσε, αναμφισβήτητα ένας από τους σημαντικότερους Γερμανούς φιλοσόφους και συγκεκριμένα ένας από τους πρώτους «υπαρξιστές» φιλοσόφους. Στο πρώτο του βιβλίο, με τίτλο «Η Γέννηση της Τραγωδίας» (1872) και συγκεκριμένα στο κεφάλαιο 15, ο Νίτσε κάνει μία ιδιαίτερα μνεία στο ελληνικό έθνος αποδεικνύοντας ότι ο Νίτσε είναι πολύ μπροστά από την εποχή του.
Η στάση ορισμένων κύκλων στην Ευρώπη απέναντί μας σε συνδυασμό με τη δυσπιστία που υπάρχει γύρω από τους Έλληνες έχει προβληματίσει κατά καιρούς και τους πιο αυστηρούς κριτές μας.
«Οι Έλληνες είναι τεμπέληδες και φοροφυγάδες» είναι μερικά μόνο από τα κοσμητικά σχόλια που ακούγονται διεθνώς τους τελευταίους μήνες κάνοντας πολλούς να αναρωτιούνται γιατί τόσο μένος γύρω από ένα λαό με μία λαμπρή ιστορία και ένα αξιοζήλευτο πολιτισμό.
Ο φιλόσοφος Φρειδερίκος Νίτσε δίνει μία ξεχωριστή απάντηση...
Διαβάστε το χαρακτηριστικό απόσπασμα από το βιβλίο:
«Αποδεδειγμένα σε κάθε περίοδο της εξέλιξής του ο δυτικοευρωπαϊκός πολιτισμός προσπάθησε να απελευθερώσει τον εαυτό του από τους Έλληνες. Η προσπάθεια αυτή είναι διαποτισμένη με βαθύτατη δυσαρέσκεια, διότι οτιδήποτε κι αν δημιουργούσαν, φαινομενικά πρωτότυπο και άξιο θαυμασμού, έχανε χρώμα και ζωή στη σύγκρισή του με το ελληνικό μοντέλο, συρρικνωνότανε, κατέληγε να μοιάζει με φθηνό αντίγραφο, με καρικατούρα.
Έτσι ξανά και ξανά μια οργή ποτισμένη με μίσος ξεσπάει εναντίον των Ελλήνων, εναντίον αυτού του μικρού και αλαζονικού έθνους, που είχε το νεύρο να ονομάσει βαρβαρικά ότι δεν είχε δημιουργηθεί στο έδαφός του…
Κανένας από τους επανεμφανιζόμενους εχθρούς τους δεν είχε την τύχη να ανακαλύψει το κώνειο, με το οποίο θα μπορούσαμε μια για πάντα να απαλλαγούμε απ’ αυτούς. Όλα τα δηλητήρια του φθόνου, της ύβρεως, του μίσους έχουν αποδειχθεί ανεπαρκή να διαταράξουν την υπέροχη ομορφιά τους.
Έτσι, οι άνθρωποι συνεχίζουν να νιώθουν ντροπή και φόβο απέναντι στους Έλληνες. Βέβαια, πού και πού, κάποιος εμφανίζεται που αναγνωρίζει ακέραιη την αλήθεια, την αλήθεια που διδάσκει ότι οι Έλληνες είναι οι ηνίοχοι κάθε επερχόμενου πολιτισμού και σχεδόν πάντα τόσο τα άρματα όσο και τα άλογα των επερχόμενων πολιτισμών είναι πολύ χαμηλής ποιότητας σε σχέση με τους ηνίοχους, οι οποίοι τελικά αθλούνται οδηγώντας το άρμα στην άβυσσο, την οποία αυτοί ξεπερνούν με αχίλλειο πήδημα».
Από: http://www.newsbeast.
Η στάση ορισμένων κύκλων στην Ευρώπη απέναντί μας σε συνδυασμό με τη δυσπιστία που υπάρχει γύρω από τους Έλληνες έχει προβληματίσει κατά καιρούς και τους πιο αυστηρούς κριτές μας.
«Οι Έλληνες είναι τεμπέληδες και φοροφυγάδες» είναι μερικά μόνο από τα κοσμητικά σχόλια που ακούγονται διεθνώς τους τελευταίους μήνες κάνοντας πολλούς να αναρωτιούνται γιατί τόσο μένος γύρω από ένα λαό με μία λαμπρή ιστορία και ένα αξιοζήλευτο πολιτισμό.
Ο φιλόσοφος Φρειδερίκος Νίτσε δίνει μία ξεχωριστή απάντηση...
Διαβάστε το χαρακτηριστικό απόσπασμα από το βιβλίο:
«Αποδεδειγμένα σε κάθε περίοδο της εξέλιξής του ο δυτικοευρωπαϊκός πολιτισμός προσπάθησε να απελευθερώσει τον εαυτό του από τους Έλληνες. Η προσπάθεια αυτή είναι διαποτισμένη με βαθύτατη δυσαρέσκεια, διότι οτιδήποτε κι αν δημιουργούσαν, φαινομενικά πρωτότυπο και άξιο θαυμασμού, έχανε χρώμα και ζωή στη σύγκρισή του με το ελληνικό μοντέλο, συρρικνωνότανε, κατέληγε να μοιάζει με φθηνό αντίγραφο, με καρικατούρα.
Έτσι ξανά και ξανά μια οργή ποτισμένη με μίσος ξεσπάει εναντίον των Ελλήνων, εναντίον αυτού του μικρού και αλαζονικού έθνους, που είχε το νεύρο να ονομάσει βαρβαρικά ότι δεν είχε δημιουργηθεί στο έδαφός του…
Κανένας από τους επανεμφανιζόμενους εχθρούς τους δεν είχε την τύχη να ανακαλύψει το κώνειο, με το οποίο θα μπορούσαμε μια για πάντα να απαλλαγούμε απ’ αυτούς. Όλα τα δηλητήρια του φθόνου, της ύβρεως, του μίσους έχουν αποδειχθεί ανεπαρκή να διαταράξουν την υπέροχη ομορφιά τους.
Έτσι, οι άνθρωποι συνεχίζουν να νιώθουν ντροπή και φόβο απέναντι στους Έλληνες. Βέβαια, πού και πού, κάποιος εμφανίζεται που αναγνωρίζει ακέραιη την αλήθεια, την αλήθεια που διδάσκει ότι οι Έλληνες είναι οι ηνίοχοι κάθε επερχόμενου πολιτισμού και σχεδόν πάντα τόσο τα άρματα όσο και τα άλογα των επερχόμενων πολιτισμών είναι πολύ χαμηλής ποιότητας σε σχέση με τους ηνίοχους, οι οποίοι τελικά αθλούνται οδηγώντας το άρμα στην άβυσσο, την οποία αυτοί ξεπερνούν με αχίλλειο πήδημα».
Από: http://www.newsbeast.
Δευτέρα 19 Σεπτεμβρίου 2011
OΣΙΡΙΣ - ΔΙΟΝΥΣΟΣ - ΒΑΚΧΟΣ - ΜΙΘΡΑΣ - ΙΗΣΟΥΣ
Επί χιλιάδες χρόνια πριν τον Χριστιανισμό, οι παγανιστές λάτρευαν έναν Υιό θεού. Ο Σωτήρας των παγανιστών γεννήθηκε κι αυτός από μια παρθένο στης 25 Δεκεμβρίου με μάρτυρες τρεις βοσκούς, μετέτρεψε το νερό σε οίνο, κρεμάστηκε επί ξύλου κι αναστήθηκε ημερολογιακά το Πάσχα, και προσέφερε το σώμα και το αίμα του ως θεια κοινωνία. Δεν ήταν άλλος από τον Διόνυσο τον Αγρία στην Ελλάδα ο όποιος αργότερα μεταφέρθηκε σαν μύθος στην Περσία σαν Μίθρας, στην Μασιά σαν Αττις, στην Συρία σαν Αδωνις, στην Ιταλία σαν Βάκχος, στην Αίγυπτο σαν Οσιρις και στο Ισραήλ σαν Ιησούς.
Από όλους αυτούς τελικά σήμερα επικράτησε η λατρεία του Ισραηλίτικου μύθου.
Πόσο αποσιωπήθηκαν οι αλήθειες με αποτέλεσμα την μεγαλύτερη παραχάραξη που έγινε ποτέ στην ιστορία;
Εκεί όπου υψώνεται σήμερα το Βατικανό άλλοτε υπήρχε ένας παγανιστικός ναός όπου οι παγανιστές ιερείς ευλογούσαν ένα συμβολικό γεύμα από άρτο και οίνο στη μνήμη του σωτήρα τους.
Τελικά πόσο κοντά είμαστε να ανακαλύψουμε την αλήθεια;
Ήταν τέτοια η έκπληξη των πρώτων "πατερών της Εκκλησιάς" όταν κατάλαβαν την πλάνη στην οποία έχανε υποπέσει που ο Ιουστίνος ο Μαρτυράς, Ο Τερτυλλιανός και ο Ειρηναίος έφτασαν στο σημείο να κατηγορήσουν τον διάβολο για "προκαταβολική κλοπή" και αντιγραφή της πραγματικής ιστορίας του Ιησού προτού συμβεί σε μια προσπάθεια να αποπλανηθεί ο αφελής.
Γιατί η Εκκλησία αποκηρύσσει τα Απόκρυφα Ευαγγέλια που στην ουσία αποτελούν την πραγματική μεταφορά του μύθου στον Χριστιανισμό;
Γιατί η Εκκλησία σήμερα αδιαφορεί για τα μυστήρια που κρύβονται μέσα στα Απόκρυφα Ευαγγέλια;
Η ιστορία λοιπόν από τον Διόνυσο μέχρι σήμερα είναι ένας αιώνιος μύθος που σκοπό έχει με τη δύναμη του και την λυτρωτική του γνώση να μπορέσει να μετατρέψει τον καθένα μας σε ένα μικρό Διόνυσο, έναν μικρό Ιησού σε έναν μικρό θεό που είναι ο καθένας μας όπως έλεγε ο Ερμής ο Τρισμέγιστος.
Οι πρώτοι Εθνικοί φιλόσοφοι βλέπαμε την ιστορία του Διόνυσου σαν μια αλληγορία που κρυπτογραφούσε απόκρυφες μυστικές διδασκαλίες και δεν ενδιαφερόταν αν υπήρξε πραγματικά ο θεός τους.
Αυτό τον αποκρυφισμό μετάφερνε με τα Ευαγγέλια τους ο Θωμάς και ο Φίλλιπος, Ευαγγέλια που η Εκκλησία απορρίπτει μετά μανίας.
Το συμπέρασμα που βγαίνει είναι ότι ένας μύθος που ξεκίνησε από τους πρώτους Εθνικούς φιλοσόφους υιοθετήθηκε από τους πρώτους Χριστιανούς στο πρόσωπο (μυθικό η ιστορικό) του Ιησού.
Η Εκκλησία σήμερα στέκεται στους τύπους όπως και τότε ενώ οι πρώτοι μυστικιστές Χριστιανοί μετέφεραν τον πλούτο της γνώσης και του Αποκρυφισμού των μυστηριακών τελετών των αρχαίων Ελλήνων φιλόσοφων(Ελευσίνια μυστήρια) μέσα από τα Απόκρυφα Ευαγγέλια.
Σκοπός μας λοιπόν είναι να αποκαταστήσουμε την αλήθεια του μύθου και όλοι να κοιτάξουμε προς το σημείο που μας δήξανε οι πρώτοι Εθνικοί φιλόσοφοι.
Να μπορέσουμε μέσα από τα απόκρυφα μυστήρια να γίνουμε ο καθένας για τον εαυτό του ένας μικρός Διόνυσος η ένας μικρός Ιησούς.
Όλα είναι πρόσωπα του ίδιου μύθου αλλά οι μυστικιστικές τελετές και ο τρόπος που θα μας ενώσει με το θειο είναι σχεδόν ίδιος.
Μήπως είναι καιρός η Εκκλησία να αφήσει τους τύπους και να δώσει τον πλούτο της γνώσης που τόσο καλά κρύβει στα αρχεία της στον κόσμο;
Μήπως είναι καιρός να συνδεθούν τα Απόκρυφα Ευαγγέλια με τα Ελευσίνια μυστήρια;
Από: http://ixnilasia.blogspot.com/2009/11/o.html
Από όλους αυτούς τελικά σήμερα επικράτησε η λατρεία του Ισραηλίτικου μύθου.
Πόσο αποσιωπήθηκαν οι αλήθειες με αποτέλεσμα την μεγαλύτερη παραχάραξη που έγινε ποτέ στην ιστορία;
Εκεί όπου υψώνεται σήμερα το Βατικανό άλλοτε υπήρχε ένας παγανιστικός ναός όπου οι παγανιστές ιερείς ευλογούσαν ένα συμβολικό γεύμα από άρτο και οίνο στη μνήμη του σωτήρα τους.
Τελικά πόσο κοντά είμαστε να ανακαλύψουμε την αλήθεια;
Ήταν τέτοια η έκπληξη των πρώτων "πατερών της Εκκλησιάς" όταν κατάλαβαν την πλάνη στην οποία έχανε υποπέσει που ο Ιουστίνος ο Μαρτυράς, Ο Τερτυλλιανός και ο Ειρηναίος έφτασαν στο σημείο να κατηγορήσουν τον διάβολο για "προκαταβολική κλοπή" και αντιγραφή της πραγματικής ιστορίας του Ιησού προτού συμβεί σε μια προσπάθεια να αποπλανηθεί ο αφελής.
Γιατί η Εκκλησία αποκηρύσσει τα Απόκρυφα Ευαγγέλια που στην ουσία αποτελούν την πραγματική μεταφορά του μύθου στον Χριστιανισμό;
Γιατί η Εκκλησία σήμερα αδιαφορεί για τα μυστήρια που κρύβονται μέσα στα Απόκρυφα Ευαγγέλια;
Η ιστορία λοιπόν από τον Διόνυσο μέχρι σήμερα είναι ένας αιώνιος μύθος που σκοπό έχει με τη δύναμη του και την λυτρωτική του γνώση να μπορέσει να μετατρέψει τον καθένα μας σε ένα μικρό Διόνυσο, έναν μικρό Ιησού σε έναν μικρό θεό που είναι ο καθένας μας όπως έλεγε ο Ερμής ο Τρισμέγιστος.
Οι πρώτοι Εθνικοί φιλόσοφοι βλέπαμε την ιστορία του Διόνυσου σαν μια αλληγορία που κρυπτογραφούσε απόκρυφες μυστικές διδασκαλίες και δεν ενδιαφερόταν αν υπήρξε πραγματικά ο θεός τους.
Αυτό τον αποκρυφισμό μετάφερνε με τα Ευαγγέλια τους ο Θωμάς και ο Φίλλιπος, Ευαγγέλια που η Εκκλησία απορρίπτει μετά μανίας.
Το συμπέρασμα που βγαίνει είναι ότι ένας μύθος που ξεκίνησε από τους πρώτους Εθνικούς φιλοσόφους υιοθετήθηκε από τους πρώτους Χριστιανούς στο πρόσωπο (μυθικό η ιστορικό) του Ιησού.
Η Εκκλησία σήμερα στέκεται στους τύπους όπως και τότε ενώ οι πρώτοι μυστικιστές Χριστιανοί μετέφεραν τον πλούτο της γνώσης και του Αποκρυφισμού των μυστηριακών τελετών των αρχαίων Ελλήνων φιλόσοφων(Ελευσίνια μυστήρια) μέσα από τα Απόκρυφα Ευαγγέλια.
Σκοπός μας λοιπόν είναι να αποκαταστήσουμε την αλήθεια του μύθου και όλοι να κοιτάξουμε προς το σημείο που μας δήξανε οι πρώτοι Εθνικοί φιλόσοφοι.
Να μπορέσουμε μέσα από τα απόκρυφα μυστήρια να γίνουμε ο καθένας για τον εαυτό του ένας μικρός Διόνυσος η ένας μικρός Ιησούς.
Όλα είναι πρόσωπα του ίδιου μύθου αλλά οι μυστικιστικές τελετές και ο τρόπος που θα μας ενώσει με το θειο είναι σχεδόν ίδιος.
Μήπως είναι καιρός η Εκκλησία να αφήσει τους τύπους και να δώσει τον πλούτο της γνώσης που τόσο καλά κρύβει στα αρχεία της στον κόσμο;
Μήπως είναι καιρός να συνδεθούν τα Απόκρυφα Ευαγγέλια με τα Ελευσίνια μυστήρια;
Από: http://ixnilasia.blogspot.com/2009/11/o.html
Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2011
Έμιλυ Ντίκινσον
Έμιλυ Ντίκινσον :
«Η βασίλισσα του Γολγοθά»
Emily Dickinson (1830 - 1886)
Σήμερα θεωρείται μία από τις μεγαλύτερες (αν όχι η μεγαλύτερη) ποιήτριες της Δύσης, αλλά το έργο της παρέμεινε άγνωστο όσο ζούσε και άρχισε να γίνεται σταδιακά γνωστό κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι τα ποιήματά της παρέμειναν αδημοσίευτα από δική της επιλογή και μόνο ένα μικρό μέρος ήταν γνωστό στον κύκλο της. Η ποίησή της έχει έντονα προσωπικό χαρακτήρα που κάνει σχεδόν αδύνατη την ένταξή της σε κάποια σχολή ή λογοτεχνικό ρεύμα της εποχής της. Είναι χαρακτηριστικό ότι στα ποιήματά της δεν έβαζε τίτλους, γι` αυτό καταχωρούνται με τους αριθμούς που τους έδωσαν αυτοί που πρώτοι ανέλαβαν την έκδοση του έργου της μετά το θάνατό της. Η έρευνα γύρω από το έργο της συνεχίζεται και η βιβλιογραφία πυκνώνει, ενώ μεγάλη δυσκολία παρουσιάζει η ερμηνεία του. Σε αυτό το άρθρο θα παρουσιάσουμε ενδιαφέροντα βιογραφικά στοιχεία που βοηθούν να στοιχειοθετήσουμε τη δική μας ερμηνεία για το έργο της και θα κάνουμε επίσης μία αναφορά στα βιβλία που κυκλοφορούν στα ελληνικά και τα οποία μπορεί να μελετήσει ο αναγνώστης.
Η Έμιλυ Ντίκινσον γεννήθηκε το 1830 στο Άμερστ, μια μικρή πόλη δυο χιλιάδων πεντακοσίων κατοίκων κοντά σε δάσος στην πολιτεία της Μασαχουσέτης. Ο πατέρας της ήταν επιτυχημένος δικηγόρος και ένα διάστημα είχε εκλεγεί αντιπρόσωπος του Κογκρέσου στην Ουάσιγκτον. Η μητέρα της ήταν μία νοικοκυρά που ζούσε στη σκιά του. Είχε έναν αδελφό μεγαλύτερο, τον Ώστιν και μία αδελφή μικρότερη, την Λαβίνια. Μεγάλωσε σε ένα αυστηρά καλβινικό περιβάλλον, όπου ο πατέρας ήθελε τα παιδιά του να διαβάζουν μόνο τη Βίβλο. Τα πρώτα βιβλία τα έφερνε στο σπίτι ένας μαθητευόμενος του πατέρα της, που τα έκρυβε σε ένα θάμνο δίπλα στην πόρτα. Μετά το πρώτο της βιβλίο η Έμιλυ αναλογίστηκε: «Να, τι είναι το βιβλίο, λοιπόν! Και υπάρχουν ακόμα ένα σωρό!» Φοίτησε σε προτεσταντικά σχολεία με εξαιρετικούς δασκάλους, όμως ήταν ώριμη από παιδί και έδειξε από νωρίς την ανεξαρτησία πνεύματος που τη χαρακτήρισε σε όλη της τη ζωή. Ήδη από τα δεκατρία της χρόνια αρνούνταν να πηγαίνει στις θρησκευτικές τελετές δημόσιας μετάνοιας, ομολογίας πίστης και τόνωσης του χριστιανικού φρονήματος, τα revival. Στα δεκαεφτά της, όταν πήγε στο πουριτανικής γραμμής παρθεναγωγείο Mout Holyoke, ένοιωσε να απειλείται η εσωτερική της ελευθερία.[1] Παρόλα αυτά η χριστιανική πνευματικότητα έπαιξε τεράστιο πόλο στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς της, όχι όμως σαν συμμόρφωση και υποταγή, αλλά σαν προσωπικός στοχασμός και προβληματισμός.
Ερωτεύθηκε άνδρες που ήταν αδύνατο να παντρευτεί ή να έχει ερωτική σχέση μαζί τους (γιατί ήταν ήδη παντρεμένοι και ζούσαν σε άλλα μέρη μακρυά, ώστε μόνο η αλληλογραφία να είναι δυνατή), με αποτέλεσμα και το πάθος να διατηρεί και να μην χρειαστεί να κάνει συμβιβασμούς για να αρέσει ή να ικανοποιήσει. Έζησε όλη της τη ζωή στο μεγάλο πατρικό σπίτι μαζί με την αδελφή της που έμεινε κι αυτή ανύπαντρη, διαβάζοντας ασταμάτητα βιβλία και γράφοντας ποιήματα:
Έχω τον τίτλο της συζύγου, δίχως όμως
να`χω την άδεια καθώς ορίζει ο Νόμος.
Σκληρή μου δόθηκε, πικρή κι άδικη μοίρα.
«Βασίλισσα του Γολγοθά»για τίτλο πήρα,
κι όλα είναι βασιλικά, εκτός το στέμμα,
κι ο αρραβώνας, δίχως λίγωμα στο βλέμμα
που ο Θεός σε κάθε θηλυκό χαρίζει,
όταν το κράτημα του άλλου χεριού γνωρίζει.
Διαμαντικό με το διαμαντικό ταιριάζει
και το χρυσάφι, το χρυσάφι αγκαλιάζει.
Η γέννηση, ο αρραβώνας και κατόπι
δυο-τρία μέτρα από του σάβανου το τόπι.
Τριλπή μια νίκη σε μια μέρα να `ναι, φτάνει.
«Ο άντρας μου», λεν οι γυναίκες με στεφάνι
μ`ένα σκοπό που κι η ψυή τους τραγουδάει.
Να `ναι ο τρόπος, τάχα, αυτός; Ποιός μου απαντάει;[2]
Τα ποιήματά της όσο κι αν είναι μερικές φορές σκοτεινά ή βαριά από άποψη θεματολογίας, έχουν μια παιγνιώδη διάθεση, ένα κέφι παιδικό. Η Έμιλυ Ντίκινσον κατάφερε να διασώσει το παιδί που ήταν, να μη το σκοτώσει με αντάλλαγμα την κοινωνική επιτυχία, στην οποία αντιστάθηκε με απαράμιλλο θάρρος. Άντεξε το σταυρό της γεροντοκόρης, της κοινωνικά απομονωμένης και το χειρότερο απ` όλα, της ποιήτριας που τα ποιήματά της θεωρούνται απαράδεκτα. Σχηματίζει κανείς την εντύπωση ότι η εμπειρία του θανάτου στην οποία τόσο συχνά αναφέρεται είναι αυτή η αναχώρηση από τον κόσμο, η χριστιανική απάρνηση του εαυτού, το θάψιμο του ατομικιστικού-ναρκισσιστικού εγώ, χάριν της πνευματικής ανάπτυξης. Αγνόησε όλες τις υποδείξεις που της έγιναν για να γίνουν τα ποιήματά της αποδεκτά από περιοδικά και ανθολογίες της εποχής και συνέχισε να γράφει όπως την ικανοποιούσε εκείνην. Γιατί στα ελάχιστα ποιήματα που δημοσιεύτηκαν όσο ζούσε, της άλλαζαν τις ομοιοκαταληξίες, ολόκληρες λέξεις, της «συμμόρφωναν» δηλαδή το ποίημα που η πρωτοτυπία του προκαλούσε αμηχανία. Κλείστηκε κι αυτή στον εαυτό της και ακολούθησε το δικό της γούστο αναπτύσσοντας τις πρωτοποριακές της τεχνικές, σπάζοντας το ρυθμό όπως η ίδια αισθανόταν, ταιριάζοντας μη ολοκληρωμένες ομοιοκαταληξίες, τελειώνοντας τους στίχους με παύλες, αρχίζοντας με κεφαλαίο γράμμα όποια λέξη ήθελε να τονίσει. Το αποτέλεσμα είναι ότι πρώτη αυτή οδήγησε την αγγλική ποίηση στον ελεύθερο στίχο. Ακόμα έσπασε τους συντακτικούς και γραμματικούς κανόνες όπου έκρινε ότι αυτό ήταν απαραίτητο για την οικονομία του ποιήματος, άφησε τον εαυτό της τελείως ελεύθερο ποιητικά, αφού δεν είχε τίποτα να χάσει, δεν περίμενε την επιβεβαίωση κανενός, ώστε έφτασε τελείως μόνη της στην περιοχή της νεωτερικότητας που οι άλλοι θα έφταναν πολύ αργότερα.
Αφέθηκε μονάχα στην καθαρά πνευματική εμπειρία του ποιήματος, αυτό που η ίδια ονομάζει «έκσταση». Ανεπηρέαστη από τη γνώμη των πολλών και ελεύθερη από κάθε υστεροβουλία, μπόρεσε να δημιουργήσει μία τελείως προσωπική ποίηση, τόσο πρωτοποριακή, που αργά αργά κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα άρχισε να αναγνωρίζεται και είναι μόλις το 1994 που ο μέγας και πολύς Χάρολντ Μπλουμ τη χαρακτήρισε ως τη «μεγαλύτερη ποιήτρια της Δύσης»[3] Είναι χαρακτηριστικό νομίζω το παρακάτω ποίημα όπου βάζει την αφοσίωσή της στην ομορφιά σε ίση μοίρα με την έως θανάτου αφοσίωση των μαρτύρων στην αλήθεια:
449
Πέθανα για την ομορφιά
και μπαίνοντας στο χώμα
ακούω κάποιον ν` ακουμπούν
σε πλαϊνό μου δώμα.
Ψιθύρισε «τι έφταιξε;»
«η ομορφιά» του είπα
«για την αλήθεια πέθανα»
είπε «κι είμαστε αδέρφια».
Κι όπως μιας νύχτας συγγενείς
μιλήσαμε, ωσότου
βρύα ήρθαν στα χείλη μας
κι έκρυψαν τ` όνομά μας. [4]
Ο άξονας θνητότητα-αθανασία διαπερνάει ολόκληρη την ποίησή της. Η άμεση και διαρκής μνεία της θνητότητας στα ποιήματά της, αυτό που οι Πατέρες της Εκκλησίας ονομάζουν «μνήμη θανάτου», επιτυγχάνει να δώσει μια μεταφυσική-πνευματική διάσταση στα πιο καθημερινά και οικεία πράγματα. Το λεξιλόγιο της αποτελούν εικόνες της καθημερινής ζωής του χωριού, στο σπίτι, στην τριγύρω φύση και αναφορές στα διαβάσματά της. Έτσι μετατρέπει τις λέξεις αυτές σε μία συμβολική-μεταφορική γλώσσα, με την οποία δηλώνεται όχι πια η καθημερινή-κοινή εμπειρία, αλλά η έκσταση που αισθάνεται η ποιήτρια μπροστά στο φαινόμενο της ζωής.
[712]
Δεν πέρασα το Θάνατο να πάρω,
και μού `κανε ο ίδιος την τιμή.
στην άμαξα καθίσαμε μονάχα
εμείς κι η μετά θάνατον ζωή.
Βραδύναμε, εκείνος δεν βιαζόταν,
κι εγώ από τα έργα και τους κόπους
κι απ` την ανάπαυλα μου είχα πλέον
παραιτηθεί, για τους καλούς του τρόπους.
Περάσαμε εκεί που τα παιδιά
στο διάλειμμα παλεύαν του σχολείου,
περάσαμε τα ατενή σπαρτά,
και πέρα από τη δύση του ηλίου-
κι ο ήλιος μας προσπέρασε. Κι η δρόσος
έφερνε παγωνιά κι ανατριχίλα-
αράχνης είχα φόρεμα, και τούλι
γύρω στους ώμους που έτρεμαν σαν φύλλα.
Σταθήκαμε μπροστά σε κάποιο σπίτι,
Που έμοιαζε μ` εξόγκωμα στη γη.
Μόλις που διακρινόταν η σκεπή του,
το γείσωμά του έμπαινε στη γη.
Πάει καιρός πολύς, μα εκείνη η μέρα
μοιάζει πολύ μακρύτερη για μένα,
που κοίταξα και είδα των αλόγων
στραμμένα τα κεφάλια στους αιώνες.[5]
Τα βιβλία τα οποία μελετούσε η Ντίκινσον ήταν βασικά η Βίβλος και ο Σαίξπηρ στα οποία ξαναγύριζε πάντοτε, αλλά μελέτησε συγχρόνως τους Άγγλους μεταφυσικούς του 17ου αιώνα (Χέρμπερτ, Βων, Σερ Τόμας Μπράουν) και όλη την αγγλόφωνη ρομαντική και βικτωριανή λογοτεχνία. Από τους Αμερικανούς: Έμερσον και Θορώ, Χώθρον, πολύ πιθανόν Πόε και Μέλβιλ. (Αρνήθηκε, όπως φαίνεται, την ποιήση του Ουίτμαν). Από τους Άγγλους: Κητς και Μπάυρον, Γουέρντγουέρθ και Τέννυσον, Ντίκενς. Ιδιαίτερα όμως τους Μπράουνιγκ (έγραψε τουλάχιστον δύο ποιήματα για την Ελίζαμπεθ), την Τζωρτζ Έλιοτ (δύο ποιήματα αφιερωμένα στη μνήμη της), την Έμιλυ και τη Σαρλότ Μπροντέ. Πολύ νέα διάβασε τη «Μίμηση του Χριστού» (Ιminatio Christi) του γερμανού μυστικού Thomas a Kempis, που της φανέρωσε ένα παράδειγμα ζωής ριζικό και απόλυτο: απαρνήσου τον κόσμο, απόδιωξε την ταραχή του, βρες καταφύγιο στα μύχια της καρδιάς. Γνώριζε σε βάθος το έργο του Ράσκιν και του Καρλάυλ. Στα βιβλία του σπιτιού περιλαμβάνονταν ακόμη θρησκευτική ιστορία, θεολογία, φιλοσοφικά μελετήματα, βιογραφίες (αγαπημένο της ανάγνωσμα). Στους τοίχους του δωματίου της είχε προσωπογραφίες της Έλιοτ και της Μπράουνιγκ.[6]
Κάθε πρωί ο πατέρας διάβαζε στην οικογένεια μία περικοπή της Βίβλου. Και ήταν αυτός που χάρισε στη δωδεκάχρονη Έμιλυ το δικό της αντίτυπο. Η Αγία Γραφή «θα είναι η πρώτη μυθολογία» (Warren 1963). Είναι το υλικό που τροφοδοτεί τα ποιήματά της με ιδέες, εικόνες, θέματα. Οικειοποιείται το ιερό κείμενο, το τροποποιεί, ανοίγει διάλογο μαζί του, κάποτε χαριτολογώντας. Συχνά υποδύεται βιβλικά πρόσωπα (Εύα, Ιουδήθ, Ρεβέκκα) ή ονομάζει τον εαυτό της «βασίλισσα του Γολγοθά». Από τη παλαιά Διαθήκη τα βιβλία που ξεχώριζε ήταν η Γένεση, η Έξοδος, οι Ψαλμοί, ο Ησαίας και από την Καινή τα Ευαγγέλια, ιδιαίτερα του Ματθαίου, η Α΄ προς Κορινθίους, η Αποκάλυψη, αν και τα παραθέματα καλύπτουν όλο το εύρος της Αγίας Γραφής.[7]
124
Ασφαλισμένοι στ` Αλαβάστρινά τους Δώματα-
Ανέγγιχτοι απ` το πρωινό-
Κι ανέγγιχτοι απ` το μεσημέρι-
Κοιμώνται οι πράοι εταίροι της Ανάστασης,
Ατλάζινοι Δοκοί και Στέγη Πέτρινη-
Θριαμβικά περνούν τα Χρόνια,
Πάνω τους μες στο Μισό Φεγγάρι-
Σύμπαντα λαξεύουνε τα Τόξα τους-
Και Στερεώματα - κωπηλατούν-
Διαδήματα - κατρακυλάν-
Και Δόγηδες - παραδίνονται-
Σιωπηλά σα Σημάδια,
Σ` ένα Δίσκο Χιονιού. [8]
Η ποίηση της έχει χαρακτηριστεί «επιθανάτια» από το Διονύση Καψάλη, ο οποίος πολύ σωστά συσχετίζει το θάνατο με την αθανασία: «Η ποίηση της Έμιλυ Ντίκινσον, όλη σχεδόν επιθανάτια, πραγματεύεται, κατά τρόπο εξωφρενικά διαυγή κάποτε, την αθανασία για την οποία δικαιούνται ίσως να μιλούν ακόμα οι άνθρωποι - ή δεν δικαιούνται.[...] Η αθανασία της, σφυρηλατημένη πάνω στην πραγματικότητα του θανάτου, δεν είναι αίτημα ή θεολογικό αξίωμα. Είναι μια επώδυνη υπόθεση εργασίας για την κατανόηση του φυσικού κόσμου και όρος της συνάφειάς του με τον ανθρώπινο νου. Δύσκολα θα βρει κανείς στον δυτικό κόσμο ποίηση τόσο βαθιά αλληλέγγυα με τον πόνο της θνητότητας...» [9] Εκείνο που θα ήθελα να προσθέσω είναι ότι αυτή η εγγύτητα με την επίγνωση του θανάτου μπορεί να επιτευχθεί επειδή ο θάνατος προσεγγίζεται μέσα από την προοπτική της Ανάστασης:
1338
Κι όμως ο Χρόνος συνεχίζεται -
Το λέω χαρούμενη σ` όσους πονάνε τώρα -
Θα ζήσουν -
Υπάρχει Ήλιος -
Δεν το πιστεύουν τώρα -
Το θρησκευτικό στοιχείο στην ποίηση της Ντίκινσον είναι αυτό που πρέπει να εξεταστεί περισσότερο, γιατί εκεί κατά τη γνώμη μου βρίσκεται το κλειδί για την κατανόησή της. Αν και από νωρίς κράτησε αποστάσεις από την επίσημη θρησκεία, η άρνηση αυτή δεν την οδήγησε στην απόρριψη και την άρνηση, αλλά ακολουθώντας χωρίς συμβιβασμούς τον εσωτερικό της δρόμο με το δικαίωμα που έχει ο ποιητής να εξερευνά τον εσωτερικό του κόσμο και έχοντας ως οδηγό την έμπνευση, κατόρθωσε να να ξεπεράσει όλα τα εξωτερικά κοινωνικά χαρακτηριστικά του χριστιανισμού και να φτάσει στη βίωση της πνευματικότητας, απαρνούμενη τον «κόσμο» σαν τους ασκητές και δεχόμενη τη χάρη της έμπνευσης. Δεν είναι τυχαίο νομίζω ότι το βιβλίο που τόσο βαθιά την επηρέασε σε νεαρή ηλικία, η «Μίμηση Χριστού» είναι το μόνο σύγχρονο βιβλίο που συνιστά στα πνευματικά της παιδιά η γερόντισσα Γαβριηλία μαζί με το ευαγγέλιο και τους πατέρες της Εκκλησίας. [10] Προφανώς αυτό το βιβλίο ξεπερνά τους διαχωρισμούς των δογμάτων και αγγίζει το βαθύτερο νόημα του χριστιανισμού, όπως συμπυκνώνεται στη διδασκαλία του Χριστού και όπως μόνο οι άγιοι τον πραγματώνουν.
995
Που έχασα τα Πάντα, Μ` εμπόδισε
Να χάσω Πράγματα μικρότερα.
Αν δε φαινόταν κάτι μεγαλύτερο
Από την Εκτροπή ενός Κόσμου από έναν Άξονα
Ή από του Ήλιου τον Αφανισμό
Τόσο μεγάλο δε θάταν βέβαια
Που να σηκώσω εγώ το βλέμμα απ` τη δουλειά μου
Για περιέργεια. [11]
Ευτυχώς από πέρσι άρχισαν να εκδίδονται βιβλία με ποιήματά της και στα ελληνικά. Πρώτα κυκλοφόρησαν 27 ποιήματα στην πολύ προσεγμένη και άρτια αισθητικά μετάφραση του Διονύση Καψάλη, ο οποίος διαλέγει κάθε λέξη σαν ένα πολύτιμο λίθο που θα βάλει σε ένα μοναδικό κόσμημα. Το βιβλίο αυτό που κυκλοφόρησε πέρυσι από τις εκδόσεις «΄Αγρα» και έχει τον τίτλο «Το μέγα ύδωρ» αποτέλεσε την πρώτη εμφάνιση ποιημάτων της Έμιλυ Ντίκινσον στα ελληνικά.
Φέτος, σαν να δόθηκε μία επιτάχυνση, εκδόθηκαν «44 ποιήματα και 3 γράμματα» σε μετάφραση Ερρίκου Σοφρά από τις εκδόσεις «Το ροδακιό». Οι μεταφράσεις αυτές συνοδεύονται από εκτενείς σημειώσεις και κατατοπιστικό σχολιασμό, βιβλιογραφία καθώς και πλούσιο φωτογραφικό υλικό. Είναι εμφανές ότι ο Ερρίκος Σοφράς δούλεψε συστηματικά για να μας μυήσει στον κόσμο της ποιήτριας.
Επίσης φέτος, κυκλοφόρησε και μία επιλογή από ερωτικά ποιήματα της Ντίκινσον με τίτλο «Αγάπη» σε μετάφραση Άννας Δασκαλοπούλου από τις εκδόσεις Σ.Ι.Ζαχαρόπουλος. Το τεύχος αυτό περιλαμβάνει 58 ποιήματα με σύντομη βιογραφία και βιβλιογραφία και απευθύνεται σε ένα ευρύτερο κοινό, καθώς περιλαμβάνει αποκλειστικά ερωτικά ποιήματα ή ποιήματα που μπορούν να εκληφθούν ως ερωτικά, (μια και η ποίηση της Ντίκινσον είναι πολυεπίπεδη). Η μεταφράστρια καταφεύγει σε ποιητικούς τρόπους που δίνουν την εντύπωση του παρωχημένου (εύκολες ομοιοκαταληξίες, επιλογές λέξεων από μια δημοτική που κανένας δεν χρησιμοποιεί πια και φαίνονται σαν ξεπερασμένοι ποιητικοί τρόποι. Παρόλα αυτά, αν θέλει κανείς να εξερευνήσει την «αγεωγράφητη ήπειρο», όπως ονομάζει την ποίηση της Ντίκινσον η καθηγήτρια Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας κ. Λίζυ Τσιριμώκου [12] , τα διαβάζει κι αυτά παραβλέποντας αυτές τις ατέλειες, αφού έχει υποψιαστεί πια το μέγεθος της Ντίκινσον.
Το καλύτερο θα ήταν μια δίγλωσση έκδοση, για να μπορεί ο αναγνώστης να έχει μια επαφή με το πρωτότυπο και να βοηθιέται από τη μετάφραση. Γιατί τελικά όσο πιο πολλές μεταφράσεις διαβάσει κανείς του ίδιου ποιήματος, τόσο πιο κοντά έρχεται στο ίδιο το ποίημα και συγχρόνως καταλαβαίνει ότι ο μεταφραστής που τον έφερε τόσο κοντά σ`αυτό το ποίημα, ταυτοχρόνως τον απομακρύνει.
Σημειώσεις:
1. ΕΜΙΛΥ ΝΤΙΚΙΝΣΟΝ, 44 ΠΟΙΗΜΑΤΑ και 3 ΓΡΑΜΜΑΤΑ, Επιλογή, μετάφραση, σχολιασμός, επίμετρο ΕΡΡΙΚΟΣ ΣΟΦΡΑΣ, Εκδόσεις Το Ροδακιό, 2005, σελ. 119
2. ΕΜΙΛΥ ΝΤΙΚΙΝΣΟΝ, Αγάπη, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, Μετάφραση ΑΝΝΑ ΔΑΣΚΑΛΟΠΟΥΛΟΥ, ΕΚΔ. Σ.Ι.Ζαχαρόπουλος, σελ. 33
3. όπου προηγουμένως, σελ. 154 -155
4. EMILY DICKINSON, ΤΟ ΜΕΓΑ ΥΔΩΡ, εικοσιεπτά ποιήματα, μετάφραση-πρόλογος ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΚΑΨΑΛΗΣ, εκδόσεις Άγρα, σελ. 26
5. όπου προηγουμένως, σελ. 29 - 30
6. ΕΜΙΛΥ ΝΤΙΚΙΝΣΟΝ, 44 ΠΟΙΗΜΑΤΑ και 3 ΓΡΑΜΜΑΤΑ σελ. 140 -141
7. όπου προηγουμένως, σελ. 141
8. ΕΜΙΛΥ ΝΤΙΚΙΝΣΟΝ, 44 ΠΟΙΗΜΑΤΑ και 3 ΓΡΑΜΜΑΤΑ σελ. 13
9. EMILY DICKINSON, ΤΟ ΜΕΓΑ ΥΔΩΡ, εικοσιεπτά ποιήματα, μετάφραση-πρόλογος ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΚΑΨΑΛΗΣ, εκδόσεις Άγρα, σελ. 11-12
10. «Η ασκητική της αγάπης», Γαβριηλίας μοναχής, σελ. 205 .
11. ΕΜΙΛΥ ΝΤΙΚΙΝΣΟΝ, 44 ΠΟΙΗΜΑΤΑ και 3 ΓΡΑΜΜΑΤΑ, σελ. 41
12. ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ, ΒΙΒΛΙΑ, 8.48, ΚΥΡΙΑΚΗ 15 ΜΑΪΟΥ 2005
Μαρία Δέλλιου
Από: http://www.lexima.gr
«Η βασίλισσα του Γολγοθά»
Emily Dickinson (1830 - 1886)
Σήμερα θεωρείται μία από τις μεγαλύτερες (αν όχι η μεγαλύτερη) ποιήτριες της Δύσης, αλλά το έργο της παρέμεινε άγνωστο όσο ζούσε και άρχισε να γίνεται σταδιακά γνωστό κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι τα ποιήματά της παρέμειναν αδημοσίευτα από δική της επιλογή και μόνο ένα μικρό μέρος ήταν γνωστό στον κύκλο της. Η ποίησή της έχει έντονα προσωπικό χαρακτήρα που κάνει σχεδόν αδύνατη την ένταξή της σε κάποια σχολή ή λογοτεχνικό ρεύμα της εποχής της. Είναι χαρακτηριστικό ότι στα ποιήματά της δεν έβαζε τίτλους, γι` αυτό καταχωρούνται με τους αριθμούς που τους έδωσαν αυτοί που πρώτοι ανέλαβαν την έκδοση του έργου της μετά το θάνατό της. Η έρευνα γύρω από το έργο της συνεχίζεται και η βιβλιογραφία πυκνώνει, ενώ μεγάλη δυσκολία παρουσιάζει η ερμηνεία του. Σε αυτό το άρθρο θα παρουσιάσουμε ενδιαφέροντα βιογραφικά στοιχεία που βοηθούν να στοιχειοθετήσουμε τη δική μας ερμηνεία για το έργο της και θα κάνουμε επίσης μία αναφορά στα βιβλία που κυκλοφορούν στα ελληνικά και τα οποία μπορεί να μελετήσει ο αναγνώστης.
Η Έμιλυ Ντίκινσον γεννήθηκε το 1830 στο Άμερστ, μια μικρή πόλη δυο χιλιάδων πεντακοσίων κατοίκων κοντά σε δάσος στην πολιτεία της Μασαχουσέτης. Ο πατέρας της ήταν επιτυχημένος δικηγόρος και ένα διάστημα είχε εκλεγεί αντιπρόσωπος του Κογκρέσου στην Ουάσιγκτον. Η μητέρα της ήταν μία νοικοκυρά που ζούσε στη σκιά του. Είχε έναν αδελφό μεγαλύτερο, τον Ώστιν και μία αδελφή μικρότερη, την Λαβίνια. Μεγάλωσε σε ένα αυστηρά καλβινικό περιβάλλον, όπου ο πατέρας ήθελε τα παιδιά του να διαβάζουν μόνο τη Βίβλο. Τα πρώτα βιβλία τα έφερνε στο σπίτι ένας μαθητευόμενος του πατέρα της, που τα έκρυβε σε ένα θάμνο δίπλα στην πόρτα. Μετά το πρώτο της βιβλίο η Έμιλυ αναλογίστηκε: «Να, τι είναι το βιβλίο, λοιπόν! Και υπάρχουν ακόμα ένα σωρό!» Φοίτησε σε προτεσταντικά σχολεία με εξαιρετικούς δασκάλους, όμως ήταν ώριμη από παιδί και έδειξε από νωρίς την ανεξαρτησία πνεύματος που τη χαρακτήρισε σε όλη της τη ζωή. Ήδη από τα δεκατρία της χρόνια αρνούνταν να πηγαίνει στις θρησκευτικές τελετές δημόσιας μετάνοιας, ομολογίας πίστης και τόνωσης του χριστιανικού φρονήματος, τα revival. Στα δεκαεφτά της, όταν πήγε στο πουριτανικής γραμμής παρθεναγωγείο Mout Holyoke, ένοιωσε να απειλείται η εσωτερική της ελευθερία.[1] Παρόλα αυτά η χριστιανική πνευματικότητα έπαιξε τεράστιο πόλο στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς της, όχι όμως σαν συμμόρφωση και υποταγή, αλλά σαν προσωπικός στοχασμός και προβληματισμός.
Ερωτεύθηκε άνδρες που ήταν αδύνατο να παντρευτεί ή να έχει ερωτική σχέση μαζί τους (γιατί ήταν ήδη παντρεμένοι και ζούσαν σε άλλα μέρη μακρυά, ώστε μόνο η αλληλογραφία να είναι δυνατή), με αποτέλεσμα και το πάθος να διατηρεί και να μην χρειαστεί να κάνει συμβιβασμούς για να αρέσει ή να ικανοποιήσει. Έζησε όλη της τη ζωή στο μεγάλο πατρικό σπίτι μαζί με την αδελφή της που έμεινε κι αυτή ανύπαντρη, διαβάζοντας ασταμάτητα βιβλία και γράφοντας ποιήματα:
Έχω τον τίτλο της συζύγου, δίχως όμως
να`χω την άδεια καθώς ορίζει ο Νόμος.
Σκληρή μου δόθηκε, πικρή κι άδικη μοίρα.
«Βασίλισσα του Γολγοθά»για τίτλο πήρα,
κι όλα είναι βασιλικά, εκτός το στέμμα,
κι ο αρραβώνας, δίχως λίγωμα στο βλέμμα
που ο Θεός σε κάθε θηλυκό χαρίζει,
όταν το κράτημα του άλλου χεριού γνωρίζει.
Διαμαντικό με το διαμαντικό ταιριάζει
και το χρυσάφι, το χρυσάφι αγκαλιάζει.
Η γέννηση, ο αρραβώνας και κατόπι
δυο-τρία μέτρα από του σάβανου το τόπι.
Τριλπή μια νίκη σε μια μέρα να `ναι, φτάνει.
«Ο άντρας μου», λεν οι γυναίκες με στεφάνι
μ`ένα σκοπό που κι η ψυή τους τραγουδάει.
Να `ναι ο τρόπος, τάχα, αυτός; Ποιός μου απαντάει;[2]
Τα ποιήματά της όσο κι αν είναι μερικές φορές σκοτεινά ή βαριά από άποψη θεματολογίας, έχουν μια παιγνιώδη διάθεση, ένα κέφι παιδικό. Η Έμιλυ Ντίκινσον κατάφερε να διασώσει το παιδί που ήταν, να μη το σκοτώσει με αντάλλαγμα την κοινωνική επιτυχία, στην οποία αντιστάθηκε με απαράμιλλο θάρρος. Άντεξε το σταυρό της γεροντοκόρης, της κοινωνικά απομονωμένης και το χειρότερο απ` όλα, της ποιήτριας που τα ποιήματά της θεωρούνται απαράδεκτα. Σχηματίζει κανείς την εντύπωση ότι η εμπειρία του θανάτου στην οποία τόσο συχνά αναφέρεται είναι αυτή η αναχώρηση από τον κόσμο, η χριστιανική απάρνηση του εαυτού, το θάψιμο του ατομικιστικού-ναρκισσιστικού εγώ, χάριν της πνευματικής ανάπτυξης. Αγνόησε όλες τις υποδείξεις που της έγιναν για να γίνουν τα ποιήματά της αποδεκτά από περιοδικά και ανθολογίες της εποχής και συνέχισε να γράφει όπως την ικανοποιούσε εκείνην. Γιατί στα ελάχιστα ποιήματα που δημοσιεύτηκαν όσο ζούσε, της άλλαζαν τις ομοιοκαταληξίες, ολόκληρες λέξεις, της «συμμόρφωναν» δηλαδή το ποίημα που η πρωτοτυπία του προκαλούσε αμηχανία. Κλείστηκε κι αυτή στον εαυτό της και ακολούθησε το δικό της γούστο αναπτύσσοντας τις πρωτοποριακές της τεχνικές, σπάζοντας το ρυθμό όπως η ίδια αισθανόταν, ταιριάζοντας μη ολοκληρωμένες ομοιοκαταληξίες, τελειώνοντας τους στίχους με παύλες, αρχίζοντας με κεφαλαίο γράμμα όποια λέξη ήθελε να τονίσει. Το αποτέλεσμα είναι ότι πρώτη αυτή οδήγησε την αγγλική ποίηση στον ελεύθερο στίχο. Ακόμα έσπασε τους συντακτικούς και γραμματικούς κανόνες όπου έκρινε ότι αυτό ήταν απαραίτητο για την οικονομία του ποιήματος, άφησε τον εαυτό της τελείως ελεύθερο ποιητικά, αφού δεν είχε τίποτα να χάσει, δεν περίμενε την επιβεβαίωση κανενός, ώστε έφτασε τελείως μόνη της στην περιοχή της νεωτερικότητας που οι άλλοι θα έφταναν πολύ αργότερα.
Αφέθηκε μονάχα στην καθαρά πνευματική εμπειρία του ποιήματος, αυτό που η ίδια ονομάζει «έκσταση». Ανεπηρέαστη από τη γνώμη των πολλών και ελεύθερη από κάθε υστεροβουλία, μπόρεσε να δημιουργήσει μία τελείως προσωπική ποίηση, τόσο πρωτοποριακή, που αργά αργά κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα άρχισε να αναγνωρίζεται και είναι μόλις το 1994 που ο μέγας και πολύς Χάρολντ Μπλουμ τη χαρακτήρισε ως τη «μεγαλύτερη ποιήτρια της Δύσης»[3] Είναι χαρακτηριστικό νομίζω το παρακάτω ποίημα όπου βάζει την αφοσίωσή της στην ομορφιά σε ίση μοίρα με την έως θανάτου αφοσίωση των μαρτύρων στην αλήθεια:
449
Πέθανα για την ομορφιά
και μπαίνοντας στο χώμα
ακούω κάποιον ν` ακουμπούν
σε πλαϊνό μου δώμα.
Ψιθύρισε «τι έφταιξε;»
«η ομορφιά» του είπα
«για την αλήθεια πέθανα»
είπε «κι είμαστε αδέρφια».
Κι όπως μιας νύχτας συγγενείς
μιλήσαμε, ωσότου
βρύα ήρθαν στα χείλη μας
κι έκρυψαν τ` όνομά μας. [4]
Ο άξονας θνητότητα-αθανασία διαπερνάει ολόκληρη την ποίησή της. Η άμεση και διαρκής μνεία της θνητότητας στα ποιήματά της, αυτό που οι Πατέρες της Εκκλησίας ονομάζουν «μνήμη θανάτου», επιτυγχάνει να δώσει μια μεταφυσική-πνευματική διάσταση στα πιο καθημερινά και οικεία πράγματα. Το λεξιλόγιο της αποτελούν εικόνες της καθημερινής ζωής του χωριού, στο σπίτι, στην τριγύρω φύση και αναφορές στα διαβάσματά της. Έτσι μετατρέπει τις λέξεις αυτές σε μία συμβολική-μεταφορική γλώσσα, με την οποία δηλώνεται όχι πια η καθημερινή-κοινή εμπειρία, αλλά η έκσταση που αισθάνεται η ποιήτρια μπροστά στο φαινόμενο της ζωής.
[712]
Δεν πέρασα το Θάνατο να πάρω,
και μού `κανε ο ίδιος την τιμή.
στην άμαξα καθίσαμε μονάχα
εμείς κι η μετά θάνατον ζωή.
Βραδύναμε, εκείνος δεν βιαζόταν,
κι εγώ από τα έργα και τους κόπους
κι απ` την ανάπαυλα μου είχα πλέον
παραιτηθεί, για τους καλούς του τρόπους.
Περάσαμε εκεί που τα παιδιά
στο διάλειμμα παλεύαν του σχολείου,
περάσαμε τα ατενή σπαρτά,
και πέρα από τη δύση του ηλίου-
κι ο ήλιος μας προσπέρασε. Κι η δρόσος
έφερνε παγωνιά κι ανατριχίλα-
αράχνης είχα φόρεμα, και τούλι
γύρω στους ώμους που έτρεμαν σαν φύλλα.
Σταθήκαμε μπροστά σε κάποιο σπίτι,
Που έμοιαζε μ` εξόγκωμα στη γη.
Μόλις που διακρινόταν η σκεπή του,
το γείσωμά του έμπαινε στη γη.
Πάει καιρός πολύς, μα εκείνη η μέρα
μοιάζει πολύ μακρύτερη για μένα,
που κοίταξα και είδα των αλόγων
στραμμένα τα κεφάλια στους αιώνες.[5]
Τα βιβλία τα οποία μελετούσε η Ντίκινσον ήταν βασικά η Βίβλος και ο Σαίξπηρ στα οποία ξαναγύριζε πάντοτε, αλλά μελέτησε συγχρόνως τους Άγγλους μεταφυσικούς του 17ου αιώνα (Χέρμπερτ, Βων, Σερ Τόμας Μπράουν) και όλη την αγγλόφωνη ρομαντική και βικτωριανή λογοτεχνία. Από τους Αμερικανούς: Έμερσον και Θορώ, Χώθρον, πολύ πιθανόν Πόε και Μέλβιλ. (Αρνήθηκε, όπως φαίνεται, την ποιήση του Ουίτμαν). Από τους Άγγλους: Κητς και Μπάυρον, Γουέρντγουέρθ και Τέννυσον, Ντίκενς. Ιδιαίτερα όμως τους Μπράουνιγκ (έγραψε τουλάχιστον δύο ποιήματα για την Ελίζαμπεθ), την Τζωρτζ Έλιοτ (δύο ποιήματα αφιερωμένα στη μνήμη της), την Έμιλυ και τη Σαρλότ Μπροντέ. Πολύ νέα διάβασε τη «Μίμηση του Χριστού» (Ιminatio Christi) του γερμανού μυστικού Thomas a Kempis, που της φανέρωσε ένα παράδειγμα ζωής ριζικό και απόλυτο: απαρνήσου τον κόσμο, απόδιωξε την ταραχή του, βρες καταφύγιο στα μύχια της καρδιάς. Γνώριζε σε βάθος το έργο του Ράσκιν και του Καρλάυλ. Στα βιβλία του σπιτιού περιλαμβάνονταν ακόμη θρησκευτική ιστορία, θεολογία, φιλοσοφικά μελετήματα, βιογραφίες (αγαπημένο της ανάγνωσμα). Στους τοίχους του δωματίου της είχε προσωπογραφίες της Έλιοτ και της Μπράουνιγκ.[6]
Κάθε πρωί ο πατέρας διάβαζε στην οικογένεια μία περικοπή της Βίβλου. Και ήταν αυτός που χάρισε στη δωδεκάχρονη Έμιλυ το δικό της αντίτυπο. Η Αγία Γραφή «θα είναι η πρώτη μυθολογία» (Warren 1963). Είναι το υλικό που τροφοδοτεί τα ποιήματά της με ιδέες, εικόνες, θέματα. Οικειοποιείται το ιερό κείμενο, το τροποποιεί, ανοίγει διάλογο μαζί του, κάποτε χαριτολογώντας. Συχνά υποδύεται βιβλικά πρόσωπα (Εύα, Ιουδήθ, Ρεβέκκα) ή ονομάζει τον εαυτό της «βασίλισσα του Γολγοθά». Από τη παλαιά Διαθήκη τα βιβλία που ξεχώριζε ήταν η Γένεση, η Έξοδος, οι Ψαλμοί, ο Ησαίας και από την Καινή τα Ευαγγέλια, ιδιαίτερα του Ματθαίου, η Α΄ προς Κορινθίους, η Αποκάλυψη, αν και τα παραθέματα καλύπτουν όλο το εύρος της Αγίας Γραφής.[7]
124
Ασφαλισμένοι στ` Αλαβάστρινά τους Δώματα-
Ανέγγιχτοι απ` το πρωινό-
Κι ανέγγιχτοι απ` το μεσημέρι-
Κοιμώνται οι πράοι εταίροι της Ανάστασης,
Ατλάζινοι Δοκοί και Στέγη Πέτρινη-
Θριαμβικά περνούν τα Χρόνια,
Πάνω τους μες στο Μισό Φεγγάρι-
Σύμπαντα λαξεύουνε τα Τόξα τους-
Και Στερεώματα - κωπηλατούν-
Διαδήματα - κατρακυλάν-
Και Δόγηδες - παραδίνονται-
Σιωπηλά σα Σημάδια,
Σ` ένα Δίσκο Χιονιού. [8]
Η ποίηση της έχει χαρακτηριστεί «επιθανάτια» από το Διονύση Καψάλη, ο οποίος πολύ σωστά συσχετίζει το θάνατο με την αθανασία: «Η ποίηση της Έμιλυ Ντίκινσον, όλη σχεδόν επιθανάτια, πραγματεύεται, κατά τρόπο εξωφρενικά διαυγή κάποτε, την αθανασία για την οποία δικαιούνται ίσως να μιλούν ακόμα οι άνθρωποι - ή δεν δικαιούνται.[...] Η αθανασία της, σφυρηλατημένη πάνω στην πραγματικότητα του θανάτου, δεν είναι αίτημα ή θεολογικό αξίωμα. Είναι μια επώδυνη υπόθεση εργασίας για την κατανόηση του φυσικού κόσμου και όρος της συνάφειάς του με τον ανθρώπινο νου. Δύσκολα θα βρει κανείς στον δυτικό κόσμο ποίηση τόσο βαθιά αλληλέγγυα με τον πόνο της θνητότητας...» [9] Εκείνο που θα ήθελα να προσθέσω είναι ότι αυτή η εγγύτητα με την επίγνωση του θανάτου μπορεί να επιτευχθεί επειδή ο θάνατος προσεγγίζεται μέσα από την προοπτική της Ανάστασης:
1338
Κι όμως ο Χρόνος συνεχίζεται -
Το λέω χαρούμενη σ` όσους πονάνε τώρα -
Θα ζήσουν -
Υπάρχει Ήλιος -
Δεν το πιστεύουν τώρα -
Το θρησκευτικό στοιχείο στην ποίηση της Ντίκινσον είναι αυτό που πρέπει να εξεταστεί περισσότερο, γιατί εκεί κατά τη γνώμη μου βρίσκεται το κλειδί για την κατανόησή της. Αν και από νωρίς κράτησε αποστάσεις από την επίσημη θρησκεία, η άρνηση αυτή δεν την οδήγησε στην απόρριψη και την άρνηση, αλλά ακολουθώντας χωρίς συμβιβασμούς τον εσωτερικό της δρόμο με το δικαίωμα που έχει ο ποιητής να εξερευνά τον εσωτερικό του κόσμο και έχοντας ως οδηγό την έμπνευση, κατόρθωσε να να ξεπεράσει όλα τα εξωτερικά κοινωνικά χαρακτηριστικά του χριστιανισμού και να φτάσει στη βίωση της πνευματικότητας, απαρνούμενη τον «κόσμο» σαν τους ασκητές και δεχόμενη τη χάρη της έμπνευσης. Δεν είναι τυχαίο νομίζω ότι το βιβλίο που τόσο βαθιά την επηρέασε σε νεαρή ηλικία, η «Μίμηση Χριστού» είναι το μόνο σύγχρονο βιβλίο που συνιστά στα πνευματικά της παιδιά η γερόντισσα Γαβριηλία μαζί με το ευαγγέλιο και τους πατέρες της Εκκλησίας. [10] Προφανώς αυτό το βιβλίο ξεπερνά τους διαχωρισμούς των δογμάτων και αγγίζει το βαθύτερο νόημα του χριστιανισμού, όπως συμπυκνώνεται στη διδασκαλία του Χριστού και όπως μόνο οι άγιοι τον πραγματώνουν.
995
Που έχασα τα Πάντα, Μ` εμπόδισε
Να χάσω Πράγματα μικρότερα.
Αν δε φαινόταν κάτι μεγαλύτερο
Από την Εκτροπή ενός Κόσμου από έναν Άξονα
Ή από του Ήλιου τον Αφανισμό
Τόσο μεγάλο δε θάταν βέβαια
Που να σηκώσω εγώ το βλέμμα απ` τη δουλειά μου
Για περιέργεια. [11]
Ευτυχώς από πέρσι άρχισαν να εκδίδονται βιβλία με ποιήματά της και στα ελληνικά. Πρώτα κυκλοφόρησαν 27 ποιήματα στην πολύ προσεγμένη και άρτια αισθητικά μετάφραση του Διονύση Καψάλη, ο οποίος διαλέγει κάθε λέξη σαν ένα πολύτιμο λίθο που θα βάλει σε ένα μοναδικό κόσμημα. Το βιβλίο αυτό που κυκλοφόρησε πέρυσι από τις εκδόσεις «΄Αγρα» και έχει τον τίτλο «Το μέγα ύδωρ» αποτέλεσε την πρώτη εμφάνιση ποιημάτων της Έμιλυ Ντίκινσον στα ελληνικά.
Φέτος, σαν να δόθηκε μία επιτάχυνση, εκδόθηκαν «44 ποιήματα και 3 γράμματα» σε μετάφραση Ερρίκου Σοφρά από τις εκδόσεις «Το ροδακιό». Οι μεταφράσεις αυτές συνοδεύονται από εκτενείς σημειώσεις και κατατοπιστικό σχολιασμό, βιβλιογραφία καθώς και πλούσιο φωτογραφικό υλικό. Είναι εμφανές ότι ο Ερρίκος Σοφράς δούλεψε συστηματικά για να μας μυήσει στον κόσμο της ποιήτριας.
Επίσης φέτος, κυκλοφόρησε και μία επιλογή από ερωτικά ποιήματα της Ντίκινσον με τίτλο «Αγάπη» σε μετάφραση Άννας Δασκαλοπούλου από τις εκδόσεις Σ.Ι.Ζαχαρόπουλος. Το τεύχος αυτό περιλαμβάνει 58 ποιήματα με σύντομη βιογραφία και βιβλιογραφία και απευθύνεται σε ένα ευρύτερο κοινό, καθώς περιλαμβάνει αποκλειστικά ερωτικά ποιήματα ή ποιήματα που μπορούν να εκληφθούν ως ερωτικά, (μια και η ποίηση της Ντίκινσον είναι πολυεπίπεδη). Η μεταφράστρια καταφεύγει σε ποιητικούς τρόπους που δίνουν την εντύπωση του παρωχημένου (εύκολες ομοιοκαταληξίες, επιλογές λέξεων από μια δημοτική που κανένας δεν χρησιμοποιεί πια και φαίνονται σαν ξεπερασμένοι ποιητικοί τρόποι. Παρόλα αυτά, αν θέλει κανείς να εξερευνήσει την «αγεωγράφητη ήπειρο», όπως ονομάζει την ποίηση της Ντίκινσον η καθηγήτρια Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας κ. Λίζυ Τσιριμώκου [12] , τα διαβάζει κι αυτά παραβλέποντας αυτές τις ατέλειες, αφού έχει υποψιαστεί πια το μέγεθος της Ντίκινσον.
Το καλύτερο θα ήταν μια δίγλωσση έκδοση, για να μπορεί ο αναγνώστης να έχει μια επαφή με το πρωτότυπο και να βοηθιέται από τη μετάφραση. Γιατί τελικά όσο πιο πολλές μεταφράσεις διαβάσει κανείς του ίδιου ποιήματος, τόσο πιο κοντά έρχεται στο ίδιο το ποίημα και συγχρόνως καταλαβαίνει ότι ο μεταφραστής που τον έφερε τόσο κοντά σ`αυτό το ποίημα, ταυτοχρόνως τον απομακρύνει.
Σημειώσεις:
1. ΕΜΙΛΥ ΝΤΙΚΙΝΣΟΝ, 44 ΠΟΙΗΜΑΤΑ και 3 ΓΡΑΜΜΑΤΑ, Επιλογή, μετάφραση, σχολιασμός, επίμετρο ΕΡΡΙΚΟΣ ΣΟΦΡΑΣ, Εκδόσεις Το Ροδακιό, 2005, σελ. 119
2. ΕΜΙΛΥ ΝΤΙΚΙΝΣΟΝ, Αγάπη, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, Μετάφραση ΑΝΝΑ ΔΑΣΚΑΛΟΠΟΥΛΟΥ, ΕΚΔ. Σ.Ι.Ζαχαρόπουλος, σελ. 33
3. όπου προηγουμένως, σελ. 154 -155
4. EMILY DICKINSON, ΤΟ ΜΕΓΑ ΥΔΩΡ, εικοσιεπτά ποιήματα, μετάφραση-πρόλογος ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΚΑΨΑΛΗΣ, εκδόσεις Άγρα, σελ. 26
5. όπου προηγουμένως, σελ. 29 - 30
6. ΕΜΙΛΥ ΝΤΙΚΙΝΣΟΝ, 44 ΠΟΙΗΜΑΤΑ και 3 ΓΡΑΜΜΑΤΑ σελ. 140 -141
7. όπου προηγουμένως, σελ. 141
8. ΕΜΙΛΥ ΝΤΙΚΙΝΣΟΝ, 44 ΠΟΙΗΜΑΤΑ και 3 ΓΡΑΜΜΑΤΑ σελ. 13
9. EMILY DICKINSON, ΤΟ ΜΕΓΑ ΥΔΩΡ, εικοσιεπτά ποιήματα, μετάφραση-πρόλογος ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΚΑΨΑΛΗΣ, εκδόσεις Άγρα, σελ. 11-12
10. «Η ασκητική της αγάπης», Γαβριηλίας μοναχής, σελ. 205 .
11. ΕΜΙΛΥ ΝΤΙΚΙΝΣΟΝ, 44 ΠΟΙΗΜΑΤΑ και 3 ΓΡΑΜΜΑΤΑ, σελ. 41
12. ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ, ΒΙΒΛΙΑ, 8.48, ΚΥΡΙΑΚΗ 15 ΜΑΪΟΥ 2005
Μαρία Δέλλιου
Από: http://www.lexima.gr
Δευτέρα 12 Σεπτεμβρίου 2011
Σαπφώ..
Η Σαπφώ έζησε και άκμασε στην προ-κλασσική περίοδο, στις αρχές του 6oυ αιώνα π.Χ. (~580) κυρίως στην πρωτεύουσα του νησιού της Λέσβου, όπου τότε άκμαζαν οι τέχνες κι ο πολιτισμός. Το πιθανότερο είναι ότι γεννήθηκε λίγα χρόνια πριν, στα τέλη του προηγούμενου αιώνα, του 7ου, γύρω στα 630-620 π.Χ., στην Ερεσό.
Η "Ιστορία του Ελληνικού Έθνους" αναφέρει ότι γεννήθηκε το 715 π.Χ., αλλά θα πρέπει να πρόκειται για τυπογραφικό λάθος, γιατί το ίδιο άρθρο αναφέρει ότι η Σαπφώ και ο Αλκαίος έζησαν δυο γενιές περίπου μετά τον Τέρπανδρο, διάσημο κιθαρωδό που άκμασε γύρω στο 630 π.Χ. και μάλλον ίδρυσε την πρώτη σχολή -ή ρεύμα- λυρικής ποίησης στη Λέσβο, κι ότι ο Αλκαίος γεννήθηκε γύρω στο 620 π.Χ. - Και εφόσον αυτή η κατα τα άλλα τόσο ενδιαφέρουσα έκδοση της ελληνικής ιστορίας αφιερώνει μονάχα μισή πρόταση στη 10η Μούσα, μάλλον μας πείθει ότι δεν έχει μελετήσει και τόσο διεξοδικά την μεγαλύτερη ποιήτρια όλων των εποχών.
Μια από τις σημαντικότερες μορφές της Αρχαίας Λυρικής ποίησης, μαζί με τον Αλκαίο κι ίσως κι ένα - δύο άλλους, όπως τον Αρχίλοχο, τον Ανακρέοντα. Σίγουρα η διασημότερη ποιήτρια του αρχαίου ελληνικού κόσμου, κι όχι μόνο.
Φαίνεται πως αγαπούσε ιδιαίτερα τη μουσική και κάθε ομορφιά.
Την έχουνε αγαπήσει και παινέσει από την εποχή της μέχρι και σήμερα για την ομορφιά και την τρυφεράδα της ερωτικής της ποίησης, αλλά και για την αμεσότητα που πλησιάζει τον αναγνώστη.
Πολλοί την έχουνε αποκαλέσει "δέκατη μούσα" ή και "θνητή μούσα" (μάλλον της λυρικής και την ερωτικής ποίησης), ο Πλάτωνας την έχει αποκαλέσει σοφή (σύμφωνα με την Ποικίλη ιστορία του Αιλιανού Κλαύδιου), κι ο Οράτιος στη 2η ωδή του μας λέει ότι κι οι νεκροί ακόμα ακούνε με θαυμασμό τα τραγούδια της σε ιερή σιγή στον κάτω κόσμο.
Κόρη αριστοκρατικής οικογένειας και συγκεκριμένα του Σκαμανδρώνυμου και της Κλείδας, είχε τρεις αδελφούς, τον Λάριχο, τον Χάραξο και τον Ευρύγιο.
Ο Λάριχος ήταν οινοχόος στο πρυτανείο της πόλης, ενώ ο Χάραξος έφυγε στην Αίγυπτο για εμπόριο, όπου ερωτεύτηκε την όμορφη Ροδώπη και της εξαγόρασε την ελευθερία της αρκετά ακριβά. Κι η Σαπφώ τον μαλώνει γι αυτό σε κάποιο τραγούδι της.
Το Βυζαντινό λεξικό της Σούδας αναφέρει ότι παντρεύτηκε τον Ανδριώτη Κερκύλα, αλλά οι σοβαρότερες πηγές δεν το αναφέρουν αυτό (κι αν αναζητήσετε την σημασία του ονόματός του αλλά και τις μοδάτες απόψεις περι Σαπφώς την εποχή που γράφτηκε η Σουδα ενώ καίγαν με χριστιανικό φιρμάνι κάθε αναφορά στα βιβλία της.. θα καταλάβετε καλύτερα). Σίγουρα απόκτησε μια κόρη που ονόμασε Κλείδα, κι ίσως αυτό να ήταν και το όνομα της μητέρας της.
(Ακόμα στα νησιά του αιγαίου αρκετοί συνηθίζουν να κρατούν το παλιό έθιμο - η πρωτοκόρη παίρνει το όνομα της μητέρας της μάνας.)
Η εποχή της είναι εποχή αλλαγών. Αρχίζουν να ακμάζουν οι αποικίες, η δημοκρατία ανταγωνίζεται την τυραννία σε αρκετές πόλεις και τα πολιτικά ζητήματα ενδιαφέρουν αρκετά κι επηρεάζουν τις ζωές των ανθρώπων.
Η Σαπφώ ταξίδεψε στη Σικελία κι έμεινε λίγα χρόνια στις Συρακούσες, γύρω στο 600 π.Χ. (603-595?), μπορεί και για να απομακρυνθεί από πολιτικές αναταραχές στη Μυτιλήνη. Επιστρέφει στην πατρίδα της γύρω στο 590-580 π.Χ. μετά την κατάλυση της τυραννίας, επί Πιττακού του Μυτιληναίου.
Είχε διαδοθεί αρκετά ένας θρύλος ότι αυτοκτόνησε πέφτοντας στη θάλασσα από ένα ακρωτήρι της Λευκάδας, για τα όμορφα μάτια ενός νέου που λεγόταν Φάων. Δεν φαίνεται όμως να αληθεύει ούτε αυτός ο μύθος, μάλλον οφείλεται στην παρερμηνεία κάποιου ποιήματός της, όπου η Σαπφώ εξυμνεί την ομορφιά του Φάωνος, ακόλουθου της Αφροδίτης.
Μετά το θάνατό της οι Μυτιληνιοί έκοψαν νόμισμα με τη μορφή της. Στις Συρακούσες κατασκεύασαν κενοτάφιο σε ανάμνησή της. Όλος σχεδόν ο αρχαίος κόσμος την είπε δεκάτη των Μουσών και θνητή Μούσα και σε αρκετές ελληνικές πόλεις στήθηκαν εικόνες της προτομής της.
Η ιδιωτική της ζωή έχει συζητηθεί πολύ, αλλά δεν υπάρχουν αρκετές αξιόπιστες πληροφορίες για να μπορούμε να διακρίνουμε μεταξύ μύθων, κουτσομπολιών, πολιτικά αποδεκτών "αποκαταστάσεων" και αλήθειας.
Γενικά φαίνεται ότι καθένας που έχει γράψει για τη Σαπφώ υποστηρίζει απόψεις προσωπικές ή και γενικά αποδεκτές ή και "πιπεράτες" για την κοινωνική και πολιτιστική του ομάδα και εποχή. Κανένας από αυτούς δεν είναι σύγχρονός της, ώστε να είναι πιθανό να την είχε γνωρίσει και να είναι πιο αντικειμενικός.
Έχει αναφερθεί ότι είχε ερωτευτεί γυναικεία πρόσωπα στο περιβάλλον της, και ιδιαίτερα με την Ατθίδα, την Τελέσιππα και την Μεγάρα.
Έχουν αναφερθεί επίσης ως μαθήτριές της: η Αναγόρα η Μιλήσια, η Γογγύλα η Κολοφώνια και η Ευνείκια η Σαλαμίνια.
Την εποχή εκείνη στη Λέσβο τα κορίτσια της ανώτερης οικονομικής τάξης συχνά εκπαιδεύονταν στη μουσική και το τραγούδι, σε κάτι μεταξύ ωδείων και εστέτ καλλιτεχνικών σαλονιών, που διατηρούσαν μεγαλύτερες και πιο έμπειρες γυναίκες, και φαίνεται ότι η Σαπφώ ήταν μια από τις τελευταίες. Ως "αντίτεχνές" της, δηλαδή γυναίκες που έκαναν το ίδιο, αναφέρονται: η Γοργώ, η Ανδρομέδα και η Μίκα.
To .. βυζαντινό φιρμάνι έκαψε την βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, κι αργότερα, το 380 oι ανθελληνική νομοθεσία του Θεοδόσιου και τα μίση που ξεσήκωσε .. έφτασαν με υπερβολικό ζήλο να μεταφραστουν και σε διαταγές να καίγονται τα ποιήματα της Σαπφώς - όπως κι όλα σχεδόν τα ελληνικά γραπτά. Στη συνέχεια, το 1073 οι εκκλησιαστικές αρχές του Βυζαντίου και της Ρώμης διέταξαν να καούν όλες οι κλασσικές βιβλιοθήκες της Ρώμης και της Κωνσταντινούπολης - και βέβαια όλα τα βιβλία που είχαν απομείνει με ερωτικά ποιήματα της Σαπφώς, με συνέπεια τα ελάχιστα αποσπάσματα που σώζονται σήμερα να καλύπτουν ένα ελάχιστο ποσοστό του συνολικού της έργου, τυχαία ευρήματα αρχαιολογικών ανασκαφών σε περιοχές που δεν ήταν ισχυρή η επηρροή της εκκλησίας, το 1897 και αργότερα (Ετρουρία, Αίγυπτος.. κλπ. .. μέχρι παλίμψηστες περγαμηνές που βρέθηκαν να γεμίζουν φτωχές μούμιες στις αρχές του 21ου αιώνα κι ακόμα δεν έχουν μελετηθεί πλήρως).
Τεκμηρίωση: ανατρέξτε στα αρχεία της Βυζαντινής Νομοθεσίας που ΔΕΝ διδάσκονται στα σχολειά, και στα πλήρη πρακτικά των εκκλησιαστικών συνόδων του μεσαίωνα.
Σημείωση: αφαιρέσαμε την αναφορά σε διαταγή του Γρηγόριου του Ναζιανζηνού για την καταστροφή ειδικά των γραπτών της Σαπφώς που αναφέραμε παλαιότερα, γιατί δεν βρίσκουμε συγκεκριμένα τεκμήρια - εκτός από το ότι το 380 είναι η εποχή του (πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως 380-381).. και μια μη-τεκμηριωμένη αναφορά στο διαδίκτυο. Σίγουρα συμμετείχε ενεργά στη Β' Οικουμενική Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως (381)
Έχουν γράψει για τη Σαπφώ :
- ο Ηρόδοτος, αναφορές στην οικογένειά της
- ο Αριστοτελικός φιλόσοφος Χαμαιλέων, Βιογραφική πραγματεία, ~300 π.Χ.
- ο Αριστοτέλης αναφέρει στιχομυθία μεταξύ Σαπφούς και Αλκαίου όπου ο Αλκαίος ... κάτι θέλει να της πει ... αλλά ντρέπεται κι η Σαπφώ του απαντά "αν είχες να πεις κάτι όμορφο και καλό κι αν δεν σ' έτρωγε η γλώσσα σου να πεις κακά πράγματα, δεν θα ντρεπόσουνα και θα φανέρωνες τη δίκαιη σκέψη σου".
- O Αιλιανός Κλαύδιος, στην Ποικίλη ιστορία του, αναφέρει μεταξύ άλλων ότι ο Πλάτωνας την αποκαλούσε σοφή.
- ο Κολοφώνιος ποιητής Ερμεισιάναξ, σύγχρονος του Αλεξάνδρου ή του Πτολεμαίου, στην ελεγεία του με τίτλο Λεόντιον, σε αναφορές ερωτικών σχέσεων μεταξύ ποιητών, αναφέρει έρωτα του Αλκαίου προς τη Σαπφώ, κι εμφάνιζε ως αντεραστή του Αλκαίου τον Ανακρέοντα - αλλά ο τελευταίος ήταν αρκετά μικρότερός της και σε συνδυασμό με το λυρισμό και των δυο.. μάλλον πρόκειται για κάποια αλληγορία
- ο Μάξιμος ο Τύριος, φιλόσοφος του β' μισού του 2ου μ.Χ. αι., μας λέει πως ήτανε "μικρά και μέλαινα", κι απορρίπτει τις διαδόσεις σχετικά με ομοφυλοφιλικές σχέσεις με τις φίλες της, κι αποφαίνεται ότι οι σχέση της με τις γυναίκες του κύκλου της ήταν μόνο παιδαγωγική και μορφωτική, ανάλογη με τη σχέση του Σωκράτη με τους μαθητές του.
- ο Οράτιος επιμένει στις ωδές του ότι τα άσματα της Σαπφούς είναι άξια ιερού θαυμασμού.
- ο Οδυσσέας Ελύτης, ποιητής του 20 αι. μ.Χ. από το ίδιο της το νησί, αλλιώς ωραίος, κι ίσως ο πλέον αντικειμενικός απ' όλους, αναφέρει πως τη νοιώθει σα μια μακρινή του ξαδέρφη, "Δυόμισι χιλιάδες χρόνια πίσω, στη Μυτιλήνη", ίσως λιγάκι μεγαλύτερη, αλλά που μεγαλώσανε παίζοντας "στους ίδιους κήπους, γύρω από τις ίδιες ροδιές, πάνω απ' τις ίδιες στέρνες"
και της αφιερώνει ένα από τα μικρά του έψιλον, όπου συμπυκνώνει μέσα σε τρεις μικρές σελιδούλες το παγκόσμια αποδεκτό εγκώμιο της ποίησής της, μας μεταδίνει το ύφος και το χρώμα του "σαλονιού" της - κι ίσως και της ψυχής της, κλείνοντας ..
"Τέτοιο πλάσμα ευαίσθητο και θαρρετό συνάμα δε μας παρουσιάζει συχνά η ζωή. Ένα μικροκαμωμένο βαθυμελάχροινο κορίτσι, ένα "μαυροτσούκαλο", όπως θα λέγαμε σήμερα, που ωστόσο έδειξε ότι είναι σε θέση να υποτάξει ένα τριαντάφυλλο, να ερμηνέψει ένα κύμα ή ένα αηδόνι, και να πει "σ' αγαπώ", για να συγκινηθεί η υφήλιος".
αιολική διάλεκτος : το τοπικό ιδίωμα της αρχαίας Ελληνικής όπως το μιλούσαν στο κεντρικό ανατολικό Αιγαίο και στα αντίστοιχα παράλια της Μ. Ασίας
αυλητρίδες : νέες γυναίκες που έπαιζαν αυλούς, γνωστές από απεικονίσεις σε αγγεία
επιθαλάμια (άσματα) : γαμήλια, γιορτινά τραγούδια γάμου, που τραγουδιούνταν "έξω από την κκάμαρα" των νεόνυμφων
κιθάρα : στην αρχαία Ελλάδα, παραλλαγή της λύρας με ηχείο
κιθαρωδός : ο τραγουδιστής που τραγουδάει ή απαγγέλλει με συνοδεία κιθάρας
λύρα: αρχαιότατο έγχορδο μουσικό όργανο, χωρίς ηχείο - συχνά ο Απόλλωνας απεικονίζεται να κρατά λύρα, αλλά και οι Σαπφίδες. βλ. & λογότυπό μας, που βασίζεται σε παράσταση αρχαίου αγγείου
λυρική ποίηση : σε διάκριση από τον ίαμβο (που απαγγελλόταν χωρίς μουσική συνοδεία) και την ελεγεία (όταν η ποίηση παύει να είναι αυστηρά επική, κι αρχίζει να συνοδεύεται από αυλό), η λυρική ποίηση συνοδευόταν με λύρα ...
& κατά Ελύτη "Ένα κυνήγι ατέρμονο, που άρχισε πριν δυόμισι χιλιάδες χρόνια, κάπου εκεί στη μέση της θάλασσας του Αιγαίου, όταν ο Αρχίλοχος στην Πάρο και η Σαπφώ στη Λέσβο, με λέξεις Ελληνικές, εγκαινίαζαν μια καινούρια τέχνη, εκείνη που εξακολουθούμε ως τις μέρες μας να ονομάζουμε "λυρική ποίηση". .."
σαπφίδες : οι φίλες κι οι μαθήτριες της Σαπφώς και, κατά προέκταση, όλες οι γυναίκες που την αγαπούν ή/και που αγαπούν παρόμοια την ποίηση, τη μουσική και κάθε ομορφιά
σαπφική στροφή : Η μορφή μέτρου των διασωθέντων ποιημάτων της Σαπφούς. Κάθε στροφή αποτελείται από τέσσερις στίχους, τους τρεις ενδεκασύλλαβους, αποτελούμενους από οκτώ τροχαίους με ένα ενδιάμεσο δάκτυλο, και ένα τέταρτο Αδώνειο, αποτελούμενο από έναν δάκτυλο και έναν τροχαίο.
Έχει χρησιμοποιήσει και άλλα μέτρα, δακτυλικά, όπως στη γαμήλια πομπή της Ανδρομάχης.
Φάων : (... υπήρξε άραγε κάποιος συγκεκριμένος άνθρωπος με το όνομα αυτό; Ή μήπως είναι απλή ποιητική αναφορά σε κάθε "Φαύνο" .. που θά παρέμενε έτσι κι αλλιώς ένας "fawn" ?)
Η "Ιστορία του Ελληνικού Έθνους" αναφέρει ότι γεννήθηκε το 715 π.Χ., αλλά θα πρέπει να πρόκειται για τυπογραφικό λάθος, γιατί το ίδιο άρθρο αναφέρει ότι η Σαπφώ και ο Αλκαίος έζησαν δυο γενιές περίπου μετά τον Τέρπανδρο, διάσημο κιθαρωδό που άκμασε γύρω στο 630 π.Χ. και μάλλον ίδρυσε την πρώτη σχολή -ή ρεύμα- λυρικής ποίησης στη Λέσβο, κι ότι ο Αλκαίος γεννήθηκε γύρω στο 620 π.Χ. - Και εφόσον αυτή η κατα τα άλλα τόσο ενδιαφέρουσα έκδοση της ελληνικής ιστορίας αφιερώνει μονάχα μισή πρόταση στη 10η Μούσα, μάλλον μας πείθει ότι δεν έχει μελετήσει και τόσο διεξοδικά την μεγαλύτερη ποιήτρια όλων των εποχών.
Μια από τις σημαντικότερες μορφές της Αρχαίας Λυρικής ποίησης, μαζί με τον Αλκαίο κι ίσως κι ένα - δύο άλλους, όπως τον Αρχίλοχο, τον Ανακρέοντα. Σίγουρα η διασημότερη ποιήτρια του αρχαίου ελληνικού κόσμου, κι όχι μόνο.
Φαίνεται πως αγαπούσε ιδιαίτερα τη μουσική και κάθε ομορφιά.
Την έχουνε αγαπήσει και παινέσει από την εποχή της μέχρι και σήμερα για την ομορφιά και την τρυφεράδα της ερωτικής της ποίησης, αλλά και για την αμεσότητα που πλησιάζει τον αναγνώστη.
Πολλοί την έχουνε αποκαλέσει "δέκατη μούσα" ή και "θνητή μούσα" (μάλλον της λυρικής και την ερωτικής ποίησης), ο Πλάτωνας την έχει αποκαλέσει σοφή (σύμφωνα με την Ποικίλη ιστορία του Αιλιανού Κλαύδιου), κι ο Οράτιος στη 2η ωδή του μας λέει ότι κι οι νεκροί ακόμα ακούνε με θαυμασμό τα τραγούδια της σε ιερή σιγή στον κάτω κόσμο.
Κόρη αριστοκρατικής οικογένειας και συγκεκριμένα του Σκαμανδρώνυμου και της Κλείδας, είχε τρεις αδελφούς, τον Λάριχο, τον Χάραξο και τον Ευρύγιο.
Ο Λάριχος ήταν οινοχόος στο πρυτανείο της πόλης, ενώ ο Χάραξος έφυγε στην Αίγυπτο για εμπόριο, όπου ερωτεύτηκε την όμορφη Ροδώπη και της εξαγόρασε την ελευθερία της αρκετά ακριβά. Κι η Σαπφώ τον μαλώνει γι αυτό σε κάποιο τραγούδι της.
Το Βυζαντινό λεξικό της Σούδας αναφέρει ότι παντρεύτηκε τον Ανδριώτη Κερκύλα, αλλά οι σοβαρότερες πηγές δεν το αναφέρουν αυτό (κι αν αναζητήσετε την σημασία του ονόματός του αλλά και τις μοδάτες απόψεις περι Σαπφώς την εποχή που γράφτηκε η Σουδα ενώ καίγαν με χριστιανικό φιρμάνι κάθε αναφορά στα βιβλία της.. θα καταλάβετε καλύτερα). Σίγουρα απόκτησε μια κόρη που ονόμασε Κλείδα, κι ίσως αυτό να ήταν και το όνομα της μητέρας της.
(Ακόμα στα νησιά του αιγαίου αρκετοί συνηθίζουν να κρατούν το παλιό έθιμο - η πρωτοκόρη παίρνει το όνομα της μητέρας της μάνας.)
Η εποχή της είναι εποχή αλλαγών. Αρχίζουν να ακμάζουν οι αποικίες, η δημοκρατία ανταγωνίζεται την τυραννία σε αρκετές πόλεις και τα πολιτικά ζητήματα ενδιαφέρουν αρκετά κι επηρεάζουν τις ζωές των ανθρώπων.
Η Σαπφώ ταξίδεψε στη Σικελία κι έμεινε λίγα χρόνια στις Συρακούσες, γύρω στο 600 π.Χ. (603-595?), μπορεί και για να απομακρυνθεί από πολιτικές αναταραχές στη Μυτιλήνη. Επιστρέφει στην πατρίδα της γύρω στο 590-580 π.Χ. μετά την κατάλυση της τυραννίας, επί Πιττακού του Μυτιληναίου.
Είχε διαδοθεί αρκετά ένας θρύλος ότι αυτοκτόνησε πέφτοντας στη θάλασσα από ένα ακρωτήρι της Λευκάδας, για τα όμορφα μάτια ενός νέου που λεγόταν Φάων. Δεν φαίνεται όμως να αληθεύει ούτε αυτός ο μύθος, μάλλον οφείλεται στην παρερμηνεία κάποιου ποιήματός της, όπου η Σαπφώ εξυμνεί την ομορφιά του Φάωνος, ακόλουθου της Αφροδίτης.
Μετά το θάνατό της οι Μυτιληνιοί έκοψαν νόμισμα με τη μορφή της. Στις Συρακούσες κατασκεύασαν κενοτάφιο σε ανάμνησή της. Όλος σχεδόν ο αρχαίος κόσμος την είπε δεκάτη των Μουσών και θνητή Μούσα και σε αρκετές ελληνικές πόλεις στήθηκαν εικόνες της προτομής της.
Η ιδιωτική της ζωή έχει συζητηθεί πολύ, αλλά δεν υπάρχουν αρκετές αξιόπιστες πληροφορίες για να μπορούμε να διακρίνουμε μεταξύ μύθων, κουτσομπολιών, πολιτικά αποδεκτών "αποκαταστάσεων" και αλήθειας.
Γενικά φαίνεται ότι καθένας που έχει γράψει για τη Σαπφώ υποστηρίζει απόψεις προσωπικές ή και γενικά αποδεκτές ή και "πιπεράτες" για την κοινωνική και πολιτιστική του ομάδα και εποχή. Κανένας από αυτούς δεν είναι σύγχρονός της, ώστε να είναι πιθανό να την είχε γνωρίσει και να είναι πιο αντικειμενικός.
Έχει αναφερθεί ότι είχε ερωτευτεί γυναικεία πρόσωπα στο περιβάλλον της, και ιδιαίτερα με την Ατθίδα, την Τελέσιππα και την Μεγάρα.
Έχουν αναφερθεί επίσης ως μαθήτριές της: η Αναγόρα η Μιλήσια, η Γογγύλα η Κολοφώνια και η Ευνείκια η Σαλαμίνια.
Την εποχή εκείνη στη Λέσβο τα κορίτσια της ανώτερης οικονομικής τάξης συχνά εκπαιδεύονταν στη μουσική και το τραγούδι, σε κάτι μεταξύ ωδείων και εστέτ καλλιτεχνικών σαλονιών, που διατηρούσαν μεγαλύτερες και πιο έμπειρες γυναίκες, και φαίνεται ότι η Σαπφώ ήταν μια από τις τελευταίες. Ως "αντίτεχνές" της, δηλαδή γυναίκες που έκαναν το ίδιο, αναφέρονται: η Γοργώ, η Ανδρομέδα και η Μίκα.
To .. βυζαντινό φιρμάνι έκαψε την βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, κι αργότερα, το 380 oι ανθελληνική νομοθεσία του Θεοδόσιου και τα μίση που ξεσήκωσε .. έφτασαν με υπερβολικό ζήλο να μεταφραστουν και σε διαταγές να καίγονται τα ποιήματα της Σαπφώς - όπως κι όλα σχεδόν τα ελληνικά γραπτά. Στη συνέχεια, το 1073 οι εκκλησιαστικές αρχές του Βυζαντίου και της Ρώμης διέταξαν να καούν όλες οι κλασσικές βιβλιοθήκες της Ρώμης και της Κωνσταντινούπολης - και βέβαια όλα τα βιβλία που είχαν απομείνει με ερωτικά ποιήματα της Σαπφώς, με συνέπεια τα ελάχιστα αποσπάσματα που σώζονται σήμερα να καλύπτουν ένα ελάχιστο ποσοστό του συνολικού της έργου, τυχαία ευρήματα αρχαιολογικών ανασκαφών σε περιοχές που δεν ήταν ισχυρή η επηρροή της εκκλησίας, το 1897 και αργότερα (Ετρουρία, Αίγυπτος.. κλπ. .. μέχρι παλίμψηστες περγαμηνές που βρέθηκαν να γεμίζουν φτωχές μούμιες στις αρχές του 21ου αιώνα κι ακόμα δεν έχουν μελετηθεί πλήρως).
Τεκμηρίωση: ανατρέξτε στα αρχεία της Βυζαντινής Νομοθεσίας που ΔΕΝ διδάσκονται στα σχολειά, και στα πλήρη πρακτικά των εκκλησιαστικών συνόδων του μεσαίωνα.
Σημείωση: αφαιρέσαμε την αναφορά σε διαταγή του Γρηγόριου του Ναζιανζηνού για την καταστροφή ειδικά των γραπτών της Σαπφώς που αναφέραμε παλαιότερα, γιατί δεν βρίσκουμε συγκεκριμένα τεκμήρια - εκτός από το ότι το 380 είναι η εποχή του (πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως 380-381).. και μια μη-τεκμηριωμένη αναφορά στο διαδίκτυο. Σίγουρα συμμετείχε ενεργά στη Β' Οικουμενική Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως (381)
Έχουν γράψει για τη Σαπφώ :
- ο Ηρόδοτος, αναφορές στην οικογένειά της
- ο Αριστοτελικός φιλόσοφος Χαμαιλέων, Βιογραφική πραγματεία, ~300 π.Χ.
- ο Αριστοτέλης αναφέρει στιχομυθία μεταξύ Σαπφούς και Αλκαίου όπου ο Αλκαίος ... κάτι θέλει να της πει ... αλλά ντρέπεται κι η Σαπφώ του απαντά "αν είχες να πεις κάτι όμορφο και καλό κι αν δεν σ' έτρωγε η γλώσσα σου να πεις κακά πράγματα, δεν θα ντρεπόσουνα και θα φανέρωνες τη δίκαιη σκέψη σου".
- O Αιλιανός Κλαύδιος, στην Ποικίλη ιστορία του, αναφέρει μεταξύ άλλων ότι ο Πλάτωνας την αποκαλούσε σοφή.
- ο Κολοφώνιος ποιητής Ερμεισιάναξ, σύγχρονος του Αλεξάνδρου ή του Πτολεμαίου, στην ελεγεία του με τίτλο Λεόντιον, σε αναφορές ερωτικών σχέσεων μεταξύ ποιητών, αναφέρει έρωτα του Αλκαίου προς τη Σαπφώ, κι εμφάνιζε ως αντεραστή του Αλκαίου τον Ανακρέοντα - αλλά ο τελευταίος ήταν αρκετά μικρότερός της και σε συνδυασμό με το λυρισμό και των δυο.. μάλλον πρόκειται για κάποια αλληγορία
- ο Μάξιμος ο Τύριος, φιλόσοφος του β' μισού του 2ου μ.Χ. αι., μας λέει πως ήτανε "μικρά και μέλαινα", κι απορρίπτει τις διαδόσεις σχετικά με ομοφυλοφιλικές σχέσεις με τις φίλες της, κι αποφαίνεται ότι οι σχέση της με τις γυναίκες του κύκλου της ήταν μόνο παιδαγωγική και μορφωτική, ανάλογη με τη σχέση του Σωκράτη με τους μαθητές του.
- ο Οράτιος επιμένει στις ωδές του ότι τα άσματα της Σαπφούς είναι άξια ιερού θαυμασμού.
- ο Οδυσσέας Ελύτης, ποιητής του 20 αι. μ.Χ. από το ίδιο της το νησί, αλλιώς ωραίος, κι ίσως ο πλέον αντικειμενικός απ' όλους, αναφέρει πως τη νοιώθει σα μια μακρινή του ξαδέρφη, "Δυόμισι χιλιάδες χρόνια πίσω, στη Μυτιλήνη", ίσως λιγάκι μεγαλύτερη, αλλά που μεγαλώσανε παίζοντας "στους ίδιους κήπους, γύρω από τις ίδιες ροδιές, πάνω απ' τις ίδιες στέρνες"
και της αφιερώνει ένα από τα μικρά του έψιλον, όπου συμπυκνώνει μέσα σε τρεις μικρές σελιδούλες το παγκόσμια αποδεκτό εγκώμιο της ποίησής της, μας μεταδίνει το ύφος και το χρώμα του "σαλονιού" της - κι ίσως και της ψυχής της, κλείνοντας ..
"Τέτοιο πλάσμα ευαίσθητο και θαρρετό συνάμα δε μας παρουσιάζει συχνά η ζωή. Ένα μικροκαμωμένο βαθυμελάχροινο κορίτσι, ένα "μαυροτσούκαλο", όπως θα λέγαμε σήμερα, που ωστόσο έδειξε ότι είναι σε θέση να υποτάξει ένα τριαντάφυλλο, να ερμηνέψει ένα κύμα ή ένα αηδόνι, και να πει "σ' αγαπώ", για να συγκινηθεί η υφήλιος".
αιολική διάλεκτος : το τοπικό ιδίωμα της αρχαίας Ελληνικής όπως το μιλούσαν στο κεντρικό ανατολικό Αιγαίο και στα αντίστοιχα παράλια της Μ. Ασίας
αυλητρίδες : νέες γυναίκες που έπαιζαν αυλούς, γνωστές από απεικονίσεις σε αγγεία
επιθαλάμια (άσματα) : γαμήλια, γιορτινά τραγούδια γάμου, που τραγουδιούνταν "έξω από την κκάμαρα" των νεόνυμφων
κιθάρα : στην αρχαία Ελλάδα, παραλλαγή της λύρας με ηχείο
κιθαρωδός : ο τραγουδιστής που τραγουδάει ή απαγγέλλει με συνοδεία κιθάρας
λύρα: αρχαιότατο έγχορδο μουσικό όργανο, χωρίς ηχείο - συχνά ο Απόλλωνας απεικονίζεται να κρατά λύρα, αλλά και οι Σαπφίδες. βλ. & λογότυπό μας, που βασίζεται σε παράσταση αρχαίου αγγείου
λυρική ποίηση : σε διάκριση από τον ίαμβο (που απαγγελλόταν χωρίς μουσική συνοδεία) και την ελεγεία (όταν η ποίηση παύει να είναι αυστηρά επική, κι αρχίζει να συνοδεύεται από αυλό), η λυρική ποίηση συνοδευόταν με λύρα ...
& κατά Ελύτη "Ένα κυνήγι ατέρμονο, που άρχισε πριν δυόμισι χιλιάδες χρόνια, κάπου εκεί στη μέση της θάλασσας του Αιγαίου, όταν ο Αρχίλοχος στην Πάρο και η Σαπφώ στη Λέσβο, με λέξεις Ελληνικές, εγκαινίαζαν μια καινούρια τέχνη, εκείνη που εξακολουθούμε ως τις μέρες μας να ονομάζουμε "λυρική ποίηση". .."
σαπφίδες : οι φίλες κι οι μαθήτριες της Σαπφώς και, κατά προέκταση, όλες οι γυναίκες που την αγαπούν ή/και που αγαπούν παρόμοια την ποίηση, τη μουσική και κάθε ομορφιά
σαπφική στροφή : Η μορφή μέτρου των διασωθέντων ποιημάτων της Σαπφούς. Κάθε στροφή αποτελείται από τέσσερις στίχους, τους τρεις ενδεκασύλλαβους, αποτελούμενους από οκτώ τροχαίους με ένα ενδιάμεσο δάκτυλο, και ένα τέταρτο Αδώνειο, αποτελούμενο από έναν δάκτυλο και έναν τροχαίο.
Έχει χρησιμοποιήσει και άλλα μέτρα, δακτυλικά, όπως στη γαμήλια πομπή της Ανδρομάχης.
Φάων : (... υπήρξε άραγε κάποιος συγκεκριμένος άνθρωπος με το όνομα αυτό; Ή μήπως είναι απλή ποιητική αναφορά σε κάθε "Φαύνο" .. που θά παρέμενε έτσι κι αλλιώς ένας "fawn" ?)
Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2011
OI 9 MOYΣΕΣ
Μούσες Ετυμ. = μάω ή μώομαι ή μώσις (επιθυμώ) ή ομού ούσαι. Την ονομασία Μούσες έδωσε ο Πίερος, όπως αναφέρει ο Ησίοδος. Γεννήθηκαν από τους θεούς στα πανάρχαια χρόνια. Ήταν φύλακες της γνώσης στα Μουσεία (βιβλιοθήκες και διδακτήριο), που διαιώνιζαν τον Ελληνικό Λόγο. Ιστορικά οι Μούσες του Παρνασσού ήσαν μεγάλες δασκάλες και δίδαξαν την πανάρχαια ελληνική ιστορία και την γενεαλογία των θεών του Ολύμπου, μέσα από τα κείμενα του Ησιόδου.
Όλοι σχεδόν οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς τις επικαλούνται στην αρχή των έργων τους σαν υπαρκτά και διαχρονικά πρόσωπα και τις ικετεύουν να τους βοηθήσουν να αποδώσουν σωστά τον προφορικό ή γραπτό λόγο τους. Στις ζωγραφικές και γλυπτικές απεικονίσεις οι καλλιτέχνες τις παρουσιάζουν ως αέρινες μορφές με στοχασμό και θεϊκή ομορφιά, που κρατούν δάφνες και μουσικά όργανα και απαγγέλλουν ή τραγουδούν ολόγυρα από το μεγάλο δάσκαλο Απόλλωνα. Εντύπωση κάνει στον αναγνώστη των αρχαίων λόγων, ότι κανείς δεν αμφισβητεί την ύπαρξη τους. Οι Μούσες ήταν δεμένες με τη γνώση, το λόγο, τα γράμματα και τις τέχνες. Στην πρώτη γενιά των Μουσών ανήκουν οι επτά θυγατέρες του Ουρανού και της Γης (όσα και τα φωνήεντα του ελληνικού αλφάβητου). Στη δεύτερη γενιά οι εννέα θυγατέρες της Μνημοσύνης και του Δία.
Η καταγωγή.
Η παράδοση αναφέρει, ότι ο Ζευς ξεγέλασε την όμορφη και πανέξυπνη Μνημοσύνη και κοιμήθηκε μαζί της εννέα νύχτες. Η Μνημοσύνη γέννησε τις εννέα Μούσες, που ήσαν όμοιες σε όλα. Η Μνημοσύνη τις έδωσε να τις αναθρέψει η νύμφη Εύφημη και όρισε δάσκαλο τους τον Απόλλωνα.Οι εννέα Μούσες ήταν: Κλειώ, Ευτέρπη, Θάλεια, Μελπομένη, Τερψιχόρη, Ερατώ, Πολυμνία, Ουρανία και η Καλλιόπη η ξεχωριστή σε όλο από τις άλλες. Οταν μεγάλωσαν έγιναν πολύ έξυπνες και ωραιότατες. Είχαν ιδιαίτερη αγάπη στη μουσική, δεν τις ενδιέφεραν οι ανθρώπινες ασχολίες και αναζητούσαν ήσυχο τόπο για να αφιερωθούν στις Καλές Τέχνες. Ο Απόλλων τις έφερε στο μεγάλο και όμορφο όρος Ελικώνα, στην τοποθεσία που ήταν και ο παλαιότερος βωμός του Δία. Περνούσαν δε τον καιρό τους ως εξής: Ο Απόλλων στεκόταν στη μέση και έπαιζε τη λύρα του. Ολόγυρα οι Μούσες τραγουδούσαν και έπαιζαν και αυτές τα μουσικά τους όργανα. Ύστερα χόρευαν ολόγυρα από το βωμό και αργότερα κάθονταν πάνω σε δάφνες και τραγουδούσαν. Ο μεγάλος δάσκαλος Απόλλων πάντα στη μέση με τη λύρα του. Ό,τι έψαλλαν ήσαν ύμνοι στο θεό και πατέρα τους Δία. Πολλές μέρες περνούσαν και στον Παρνασσό, επειδή και αυτό το βουνό ήταν θεϊκό και βρισκόταν εκεί το μεγάλο μαντείο του Απόλλωνος. Έκαναν περιπάτους και λούζονταν στις πηγές Ιπποκρήνη,την ωραιότερη πηγή στην κορυφή του Ελικώνος, Κασταλία, στον Παρνασσό, Αγανίππη, στη Βοιωτία και Λειβήθρα στη Μακεδονία, γι αυτό ονομάζονταν και Λειβηθρίδες.Οι αρχαιότερες Μούσες εμφανίζονται επί βασιλείας του Κρόνου.
Οι Μούσες και οι Τέχνες.
Η παράδοση αναφέρει: δύο Μούσες εφεύραν τη θεωρία και την πράξη στη μάθηση. Τρεις Μούσες εφεύραν τους τρεις μουσικούς τόνους αδρόν, μέσον και ισχνόν τις τρεις χορδές της Λύρας, τις τρεις προσωδίες οξεία, βαρεία, περισπωμένη και τους τρεις χρόνους παρεληλυθότα, ενεστώτα, μέλλοντα τα τρία πρόσωπα, τους τρεις αριθμούς, το τρίγωνο των αστέρων και άλλα τριάριθμα. Τέσσερις Μούσες εφεύραν τις τέσσερις διαλέκτους: αττική, ιωνική, αιολική και δωρική. Πέντε Μούσες τις πέντε αισθήσεις: όραση, γεύση, όσφρηση, αφή και ακοή. Επτά Μούσες εφεύραν τις επτά χορδές της λύρας, τις επτά Ουράνιες ζώνες, τους επτά πλανήτες και τα επτά φωνήεντα του ελληνικού αλφάβητου.
1. Η Μούσα Κλειώ ανακάλυψε την Ιστορία (και την κιθάρα). Η ιστορία ονομαζόταν Κλειώ, επειδή αναφέρεται στο Κλέος (που ανήκει στους ήρωες του παρελθόντος), που μας διηγούνται οι συγγραφείς μέσα από τα βιβλία. Σύμφωνα με την παράδοση, η Κλειώ κατηγόρησε την Αφροδίτη επειδή ερωτεύθηκε τον 'Aδωνι. Η Αφροδίτη ανταπέδωσε: Την οδήγησε στο σπίτι του Πίερου και την έκανε να τον ερωτευθεί. Η Κλειώ με τον Πίερο γέννησε τον Υάκινθο. Με το Μάγνητα (πατέρα του Πίερου) γέννησε τον Ιάλεμο, τον Υμέναιο και το Λίνο. Ζωγράφιζαν την Κλειώ δαφνοστεφανωμένη και με πορφυρό ένδυμα. Στο δεξί της χέρι κρατούσε μία σάλπιγγα και στο αριστερό ένα βιβλίο, που έγραφε Κλειώ Ιστορία. Στα πόδια της υπήρχε το Κιβώτιο της Ιστορίας.
2. Η Μούσα Ευτέρπη ανακάλυψε διάφορα μουσικά όργανα, τα μαθήματα, και τη διαλεκτική. Τα μαθήματα τέρπουν τους ανθρώπους, αλλά και ''είναι εύτερπεις οι λόγοι των πεπαιδευμένων''. Η Ευτέρπη με το Στρυμόνα γέννησε το Ρήσσο. Τη ζωγράφιζαν δαφνοστεφανωμένη να παίζει αυλό ή να τον κρατά. Δίπλα της βρισκόταν όργανα μουσικά και κείμενα, ο Έρωτας και δένδρα με τον τραγουδιστή Τέττιγα (τζιτζίκι).
3. Η Μούσα Θάλεια ήταν Έφορος της Κωμωδίας. Ανακάλυψε την κωμωδία, τη γεωμετρία, την αρχιτεκτονική και τη γεωργία. Ηταν προστάτισσα και των Συμποσίων. Το όνομα Θάλεια = θάλλειν τα φυτά, ή από του Θάλεια στα (συμπόσια) ή... επειδή θάλλουσιν εις πολλούς αιώνας οί επαινούμενοι δια των ποιημάτων... Έλεγαν πως ο Παλαίφατος ήταν γιος της. Τη ζωγράφιζαν στεφανωμένη με κισσό, νέα και χαμογελαστή, να κρατά κωμική μάσκα. Άλλες φορές δαφνοστεφανωμένη με πράσινο πανωφόρι και την επιγραφή Θάλεια Κωμωδίαν.
4. Η Μούσα Μελπομένη ήταν προστάτισσα της Τραγωδίας, επειδή αυτή την επινόησε, της ρητορικής και της μουσικής μελωδίας . Ονομάστηκε Μελπομένη από την λέξη μολττήν επειδή δι αυτής μέλπουσιν οί άνθρωποι όλοι τους αγαθούς. Η Μελπομένη με τον Αχελώο, κατά μία παράδοση, γέννησε τις Σειρήνες Τη ζωγράφιζαν να φορεί μάσκα τραγωδίας, θυμωμένη, δαφνοστεφανωμένη με σκήπτρο, ρόπαλο στα χέρια και την επιγραφή Μελπομένη Τραγωδίαν.
5. Η Μούσα Τερψιχόρη επινόησε το χορό, την άρπα και την παιδεία. Ονομάστηκε Τερψιχόρη, επειδή ετέρπετο, ευχαριστιόταν με το χορό. Ίσως και από τη μάθηση (που τέρπει τους ακροατές). Στην παράδοση αναφέρεται πως γέννησε με το Στρυμόνο το Ρήσο και με τον Άρη το Βίστωνα ή ακόμη με τον Αχελώο τις Σειρήνες. Την Τερψιχόρη ζωγράφιζαν δαφνοστεφανωμένη και με προμετωπίδιο να κρατά άρπα και να χορεύει χαρούμενη, ενώ τα πόδια της μόλις να ακουμπούν τη γη και με την επιγραφή Τερψιχόρη λΰραν.
6. Η Μούσα Ερατώ είναι η ευρέτρια των ερωτικών ποιημάτων, του γάμου, (και της ποιήσεως, της μουσικής και της διαλεκτικής). Το όνομα Ερατώ από το έρεσθαι και από τη λέξη έρως και εραστής. Τη ζωγράφιζαν καθιστή, να φορά ροδοστέφανο (στεφάνι από τριαντάφυλλα), με τη λύρα και το τόξο του έρωτος στα χέρια και την επιγραφή Έρατώ Ψάλτριαν. Ο Απολλώνιος ο Ρόδιος ξεκινά το τρίτο κεφάλαιο του τέταρτου μέρους στα Αργοναυτικά με: ''Και τώρα Μούσα Ερατώ, έλα κοντά μας και πες μας πώς ο Ιάσονας έφερε το χρυσόμαλλο Δέρας από τον ερωτά του στη Μήδεια,γιατί έχεις τις χάρες της Κύπριας Αφροδίτης και φέρνεις τη μαγεία στα ανύπαντρα κορίτσια''.
7. Η Μούσα Πολυμνία (ή Πολυάμνια). Το όνομα Πολυμνία από το πολύς και ύμνος, επειδή υμνεί πολλούς ανθρώπους ή από το πολλών και μνήμη, επειδή μνημονεύει πολλούς στην ιστορία. Ήταν προστάτισσα των θεϊκών ύμνων αλλά και της υποκριτικής μίμησης, της γεωμετρίας, της ιστορίας, της γραμματικής κ.ά. Τη ζωγράφιζαν να κοιτά προς τον Ουρανό με στεφάνι από δάφνη και μαργαριτάρια στο κεφάλι, λευκό φόρεμα, με τη λύρα στα χέρια της και την επιγραφή Πολυ-μνίας κ Μύθους.
8. Η Μούσα Ουρανία ήταν προστάτισσα των Ουρανίων Σωμάτων και γενικά της αστρονομίας που ανακάλυψε. Σύμφωνα με την παράδοση με το Διόνυσο γέννησε τον Υμέναιο και με τον Απόλλωνα το Λίνο. Ζωγράφιζαν την Ουρανία στεφανωμένη με αστέρια και προμετωπίδιο, μπλε φόρεμα, μπροστά της τρίποδα που επάνω είχε την ουράνια σφαίρα και διαβήτη.
9. Η Μούσα Καλλιόπη ήταν η ανώτερη και επισημότερη από τις άλλες αδελφές της Μούσες. Συνόδευε τους βασιλείς και τους ανώτατους άρχοντες για να επιβάλλει με τα λόγια της υποταγή και δικαιοσύνη. Η Καλλιόπη ήταν προστάτισσα των ηρωικών ποιημάτων και της ρητορικής. Ονομάστηκε Καλλιόπη, επειδή είχε ωραία όψη, πρόσωπο. Την ονόμαζαν και Καλλιέπειαν, επειδή ήταν ευρέτρια της ποίησης. Σύμφωνα με την παράδοση η Καλλιόπη γέννησε τον Ορφέα, τις Σειρήνες, τον Κυμόθεο κ.ά. Ζωγράφιζαν την Καλλιόπη νέα και ωραία, με άνθη στο κεφάλι ή κισσό, στο δεξιό χέρι να κρατά δάφνες και στο αριστερό δύο βιβλία, πολλές φορές την Ιλιάδα και την Οδύσσεια.
(Πηγή "ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ" του κ. Δημήτρη Βαρδίκου)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)













