Η καταδίκη της δεισιδαιμονίας από τους Έλληνες φιλοσόφους
Σύμφωνα προς τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους τα εξής τρία κοινωνικά φαινόμενα, δηλαδή: α΄) η ειδωλολατρία, β΄) η φυσεοφοβία (Παγανισμός), και γ΄) η μαγεία, αποτελούσαν μέρη της πνευματικής μάστιγας που ονομαζόταν γενικά δεισιδαιμονία.
Η δεισιδαιμονία ήταν διαδεδομένη ανάμεσα στους απαίδευτους ανθρώπους, ανεξάρτητα κοινωνικής τάξης και οικονομικής επιφάνειας. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και σήμερα.
Οι ιερείς της αρχαιότητας θεωρούσαν, ότι το Θείον μπορούμε να τον πλησιάσουμε μόνο μέσα από την έρευνα και την φιλοσοφία. Η αναζήτηση της αλήθειας γύρω από το πρόσωπο και τη φύση του Θεού ήταν ότι σημαντικότερο για τον αρχαίο Έλληνα× σε αντιδιαστολή φυσικά με το χριστιανικό «πίστευε και μη ερεύνα»:
«Για τούτο η αναζήτηση της αλήθειας, και μάλιστα αυτή που αναφέρεται στους θεούς, είναι έντονη ορμή προς τη θεότητα. Η σχετική μάθηση και η έρευνα είναι όμοια κατά κάποιο τρόπο με ανάληψη ιερών καθηκόντων και έργο ιερότερο από κάθε θρησκευτική αποχή, από κάθε υπηρεσία στους ναούς...»
(Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί Ίσιδος και Οσίριδος», 351Ε)...
Ο Πλούταρχος, λοιπόν, υποστήριζε ότι η μελέτη και η έρευνα γύρω από την θεία φύση είναι σημαντικότερη ακόμα και από την ανάληψη ιερατικών καθηκόντων.
Ο άνθρωπος, που ενώ δεν γνωρίζει την ουσία του Θεού είναι θρήσκος τότε θα καταλήξει στην δεισιδαιμονία:...
«Η αμάθεια και η άγνοια σχετικά με τους θεούς χωρίζεται ευθύς εξ αρχής σε δύο ρεύματα, από τα οποία το ένα δημιουργεί στους σκληρούς χαρακτήρες, σαν πάνω σε τραχύ έδαφος, την αθεΐα, και στους μαλακούς (λεπτούς) χαρακτήρες, σαν σε υγρά εδάφη, τη δεισιδαιμονία. Οποιαδήποτε ψευδής αντίληψη, ιδίως αν αφορά τα ζητήματα αυτά, είναι πολύ κακό πράγμα× αν μάλιστα δημιουργείται και πάθος, είναι πράγμα κάκιστο. Κάθε πάθος άλλωστε μοιάζει με νοσηρή απάτη. Όπως λοιπόν οι εξαρθρώσεις που συνοδεύονται από τραυματισμό είναι άσχημες, έτσι και οι ψυχικές διαστροφές που συνοδεύονται από πάθος είναι ακόμα πιο άσχημες» (Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί δεισιδαιμονίας», 164Ε).
Εξίσου αρνητική με την δεισιδαιμονία, είναι η αθεΐα. Τόσο οι δεισιδαίμονες όσο και οι άθεοι προσβάλλουν τους θεούς με την συμπεριφορά τους× διότι αμφότεροι έχουν εξαπατηθεί και εγκλωβιστεί στην πόλωση τους, υπερβαίνοντας την αρχή του «μέτρου άριστου»× έτσι διαταράσσουν την ισορροπία που διδάσκει η ιδεολογία του Ελληνισμού× ισορροπία μεταξύ ύλης και πνεύματος.:
«... η αθεΐα, αφ’ ενός, καθώς είναι λανθασμένη πεποίθηση ότι δεν υπάρχει τίποτα μακάριο και άφθαρτο, φαίνεται να οδηγεί, με την έλλειψη πίστης στη θεότητα, σε κάποιου είδους έλλειψη αντίληψης, και καταλήγει με το να μην πιστεύει στους θεούς στο να μην τους φοβάται. Από την άλλη μεριά, η δεισιδαιμονία, όπως φανερώνει και το όνομα της, είναι αντίληψη που συνοδεύεται από πάθος, και κρίση που δημιουργεί δέος το οποίο ταπεινώνει και συντρίβει εντελώς τον άνθρωπο, ο οποίος πιστεύει πως υπάρχουν μεν θεοί αλλά πως αυτοί προκαλούν λύπη και βλάβη. Όπως φαίνεται, λοιπόν, ο άθεος είναι ακίνητος όσο αφορά τη θεότητα, ενώ ο δεισιδαίμων κινείται με τρόπο που δεν πρέπει, εκτρεπόμενος από το σωστό (...) Έτσι η αθεΐα είναι λόγος που αποδείχτηκε ψευδής, ενώ η δεισιδαιμονία πάθος που προέρχεται από ψευδή λόγο» (Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί δεισιδαιμονίας», 165Β)
Μερικές αράδες παρακάτω, ο Πλούταρχος λέει σχετικά με όσους θεοποιούν από τον φόβο του αγνώστου τις δυνάμεις της φύσης:
«Όποιος όμως φοβάται τους θεούς φοβάται τα πάντα, τη γη, τη θάλασσα, τον ουρανό, το σκοτάδι, το φως, τον θόρυβο, τη σιωπή, το όνειρο» (Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί δεισιδαιμονίας», 165Ε).
Ο Πλούταρχος, στο χριστιανικό δίλημμα «κόλαση ή παράδεισος» που κατατρέχει τους ανθρώπους και δίνει στον κλήρο θεϊκή εξουσία μέσω της «άφεσης αμαρτιών» απαντά (αν και... αγνοούσε τον Χριστιανισμό) βάση των Ελληνικών λαϊκών παραδόσεων περί μεταθανάτιων τιμωριών:
«Γιατί όμως μακρηγορούμε; «Για όλους τους ανθρώπους ο θάνατος είναι το τέλος της ζωής»[1], αλλά όχι και της δεισιδαιμονίας, αφού αυτή περνάει τα σύνορα της ζωής προς το επέκεινα, κάνοντας τον φόβο πιο μακροχρόνιο από τον βίο, συνδέοντας με τον θάνατο την αντίληψη περί κακών αθανάτων, και θεωρώντας, τη στιγμή που απαλλάσσεται από τα δεινά, ότι τότε μπαίνει σε βάσανα που δεν έχουν τελειωμό. Ανοίγουν τότε κάποιες βαθιές πύλες του Άδη, και πύρινοι ποταμοί ενώνονται με ρεύματα της Στυγός, και το σκοτάδι γεμίζει από τρομακτικές εικόνες φανταστικών μορφών, που επιτίθενται βγάζοντας φοβερές φωνές, ενώ δικαστές και τιμωροί, χαράδρες και κόλποι, βρίθουν μύριων κακών. Με τον τρόπο αυτό η κακοδαίμων δεισιδαιμονία, με την υπερβολική προσπάθεια της ν’ αποφύγει οτιδήποτε φαίνεται φοβερό, χωρίς να το καταλαβαίνει υποβάλλεται από μόνη της σε κάθε είδους δεινά» (Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί δεισιδαιμονίας», 166F).
Σύμφωνα προς τον Πλούταρχο δεν υπάρχει «Θεός τιμωρός», παρά μόνο μέσα στα μυαλά των δεισιδαιμόνων:
«Για τον δεισιδαίμονα, όμως, κάθε σωματική ασθένεια καθώς και η απώλεια χρημάτων και οι θάνατοι των παιδιών του και η κακή του πορεία και αποτυχία στην πολιτική ζωή ονομάζονται πλήγματα από τον θεό, χτυπήματα από τη θεία τύχη. Έτσι δεν τολμάει να επιχειρήσει να επανορθώσει το κακό ούτε να το εξαλείψει ή να το αντιμετωπίσει, για να μη δώσει την εντύπωση ότι αντιδικεί με τον θεό και αντιδρά στην τιμωρία που του επιβάλλεται, αλλά, όταν είναι άρρωστος, διώχνει τον γιατρό, όταν πενθεί, δεν αφήνει να μπει ο φιλόσοφος που θα τον συμβουλεύσει και θα τον παρηγορήσει. «Άσε με», του λέει, «άνθρωπε μου, να τιμωρηθώ ο ασεβής, ο καταραμένος, ο μισητός από θεούς και δαίμονες»[2] (Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί δεισιδαιμονίας», 168C).
Ενάντια στην λαϊκή πίστη που θέλει τον Θεό τιμωρό, είχε καταφερθεί πριν τον Πλούταρχο, ο Πλάτων:
«Τα αίτια των συμφορών κάπου αλλού πρέπει να αναζητάμε και όχι στο θεό» (Πλάτων, «Πολιτεία», 379c).
«Μάταια οι άνθρωποι κατηγορούν τους θεούς, υποστηρίζοντας ότι από ’κείνους προέρχονται οι συμφορές τους» (Πλάτων, «Αλκιβιάδης Α΄», 142d).
Κατά της δεισιδαιμονίας έχει γράψει και ο Πρόκλος:
«... μήτε να με αποπλανήσει το γένος δεισιδαιμόνων ανθρώπων από την ιεράν οδόν την φεγγοροβόλον, με τους λαμπρούς καρπούς» (Πρόκλος, «Ύμνος εις τας Μούσας»).
Ο Ευριπίδης, επίσης, έχει δριμύτατα καταφερθεί εναντίον της βασκανίας, μια μορφή δεισιδαιμονίας που σχετίζεται με την μαγεία:
«Είναι καθήκον σου να θεωρείς εχθρό το βάσκανο άνθρωπο
και να ακολουθείς τους σοφούς και όσους έχουν καλή ανατροφή» (Ευριπίδης, «Αποσπάσματα»).
Τέλος, ο Πλούταρχος μας προειδοποιεί, ότι πρέπει να βρισκόμαστε σε εγρήγορση για να μην καταλήξουμε στα άκρα. Δηλαδή στην δεισιδαιμονία και την αθεΐα. Κάτι τέτοιο θα το καταφέρουμε μόνο αν έχουμε ορθή γνώση του Θεού, κρατώντας σε ισορροπία στην κρίση μας την λογική με το συναίσθημα:
«... διότι ορισμένοι τυφλώθηκαν εντελώς και γλίστρησαν προς τη δεισιδαιμονία, ενώ άλλοι, αποφεύγοντας τον βούρκο της δεισιδαιμονίας, έπεσαν, χωρίς να το καταλάβουν, στο γκρεμό της αθεΐας.
»68. Γι’ αυτό πρέπει για τα θέματα τούτα κυρίως να πάρουμε από τη φιλοσοφία τον λόγο ως μυσταγωγό και να σκεφτόμαστε με ευλάβεια καθετί απ’ όσα λέγονται ή γίνονται στις τελετές, για να μην κάνουμε κι εμείς λάθος...» (Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί Ίσιδος και Οσίριδος», 378A).
Ο Ελληνισμός ενάντιος και στην αιγυπτιακή δεισιδαιμονία
Ο Ελληνισμός, ως ζωντανή ιδεολογία ανθρωποκεντρικού περιεχομένου, είδε τους θεούς ανθρωπόμορφους. Όχι φυσικά επειδή ο Θεός ή οι θεοί μοιάζουν των ανθρώπων αλλά επειδή ο άνθρωπος βρίσκεται στο επίκεντρο της φιλοσοφίας του.
Γι’ αυτό και μέσα από τα αλληγορικά μηνύματα των Ελληνικών μύθων, δόθηκαν στους θεούς ανθρώπινες αδυναμίες με σκοπό την ηθική διδασκαλία των ανθρώπων και την κωδικοποίηση αστρονομικής γνώσης και όχι για την διαπόμπευση των εκφράσεων του θείου. Αυτό μας το επιβεβαιώνει ο Πλούταρχος:
«Αλλά είναι ανόσιο να αποδίδουμε στους θεούς τα δικά μας ανθρώπινα πάθη ή να θεωρούμε ότι τα δικά μας πάθη είναι θεϊκά» (Πλούταρχος, «Ερωτικός»).
Στην αιγυπτιακή θρησκεία ίσχυαν εντελώς διαφορετικές προτεραιότητες. Εκεί το επίκεντρο δεν ήταν ο άνθρωπος αλλά ο μονάρχης. Ο Φαραώ, που θεωρούνταν γιος του θεού και θεός ο ίδιος. Σε αυτήν την «ελέω θεού μοναρχία», ο Φαραώ ήταν και αρχιερέας συγκεντρώνοντας κατά αυτόν τον τρόπο όλες τις εξουσίες στο πρόσωπο του.
Κατά την προκατακλυσμιαία εποχή, η Αίγυπτος αποτελούσε τμήμα ενός κοινού πολιτισμού. Μετά την καταβύθιση της Αιγηίδας η χώρα τράβηξε τον δικό της δρόμο στην εξέλιξη της ιστορίας. Από τα «Αργοναυτικά» του Ορφέα γνωρίζουμε, ότι την βασική γνώση για τα θεία πράγματα, την δίδαξε ο Ορφέας. Ο ίδιος το ομολογεί στους παρακάτω στίχους:
«Επίσης (σου είπα) και όσα ιερά λόγια εξεγένησα (διεκήρυξα) εις την Αίγυπτον, όταν προσήγγισα εις την ιεράν Μέμφιν και τας ιεράς πόλεις του Άπιδος, τας οποίας στεφανώνει (περιβάλλει) ο Νείλος, που χύνει πολλά νερά» (Ορφέας, «Αργοναυτικά», στ. 42-44).
«απεκαλύπτων εις τους ανθρώπους τα θέσφατα (τους χρησμούς) εις την Αίγυπτον και εις την Λιβυήν» (Ορφέας, «Αργοναυτικά», στ. 102-104).
Η αντίληψη των Ελλήνων περί του Θείου, όμως, ήταν προϊόν ελεύθερης σκέψης προσαρμοσμένης φυσικά στις ανάγκες ελεύθερων ανθρώπων. Οι ελεύθεροι άνθρωποι, όπως είναι γνωστό, δεν ανέχονται μονάρχες και τυράννους. Η Αίγυπτος, όμως, δεν αποτελούνταν από ελεύθερους ανθρώπους, άρα έπρεπε να βρεθεί μία λύση στο θρησκευτικό ζήτημα. Η λύση τελικά βρέθηκε. Ο Πλούταρχος μας πληροφορεί σχετικά:
«Άλλοι, τέλος, διηγούνται ότι κάποιος από τους φοβερούς και πανούργους εκείνους βασιλείς, καταλαβαίνοντας πως οι Αιγύπτιοι έχουν χαλαρό φρόνημα και είναι επιρρεπείς στις μεταβολές και τις επαναστάσεις κι ότι, πολυπληθείς καθώς είναι, είναι δύσκολο ν’ αντιμετωπιστούν και να κατασταλούν όταν ομογνωμούν και δρουν από κοινού, εγκατέσπειρε με τις διδαχές του δεισιδαιμονία, αιώνια αφορμή για ακατάπαυστη διχόνοια» (Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί Ίσιδος και Οσίριδος», 380Α).
Η αιγυπτιακή θρησκεία ήταν δηλαδή μία καθαρά δεισιδαιμονική αντίληψη για τους θεούς, γεμάτη φόβους και ανασφάλειες. Καταλυτικό ρόλο στην ψυχοσύνθεση των πιστών έπαιζαν και οι κτηνόμορφες εικόνες των θεών. Βεβαίως το ιερατείο και οι μυημένοι γνώριζαν ότι τα ζώα δεν είναι θεοί, αλλά σύμβολα. Αυτό, όμως, δεν το αποκάλυπταν στον λαό που τον ήθελαν ευκολόπιστο και φοβισμένο:
«Στην Αίγυπτο, όταν κάποιος πλησιάζει ένα τέμενος εντυπωσιάζεται από τη λαμπρότητα του, από τους ιερούς του κήπους, την μεγάλη είσοδο και την ομορφιά του, περιτριγυρισμένο καθώς είναι με επιβλητικές σκηνές, κι επίσης από τις γεμάτες δεισιδαιμονία ιεροτελεστίες που έχουν χαρακτήρα μυστηρίων× σαν μπει όμως παραμέσα, στα ενδότερα, βλέπει να προσκυνούν μια γάτα ή ένα πίθηκο ή ένα κροκόδειλο ή σκύλο ή τράγο. Η σκοπιμότητα είναι να νομίσει ο μυούμενος ότι πίσω απ’ αυτά κρύβεται κάποιο σπουδαίο νόημα. Και μπορεί μεν οι χριστιανοί να κοροϊδεύουν τους Αιγυπτίους, (που στο κάτω κάτω μας εξηγούν ότι τα ζώα τα λατρεύουν ως σύμβολα αοράτων, αιώνιων ιδεών και όχι - όπως νομίζει ο πολύς κόσμος - ως ζώα καθαυτά)...» (Κέλσος, «Αληθής Λόγος», Γ΄).
Οι Έλληνες, διαφωνούσαν με την τακτική υπόθαλψης της δεισιδαιμονίας των Αιγυπτίων. Ο Ξενοφάνης ο Κολοφώνιος, όπως και ο Ορφέας, είχε διδάξει στους Αιγυπτίους ιερά μυστήρια. Προσπαθώντας να τους συνεφέρει από την δεισιδαιμονία τους δίδασκε την ορθή φύση των θεών:
«Ο Ξενοφάνης, λοιπόν, ο Κολοφώνιος, έθεσε ως αρχή στους Αιγυπτίους, αν τους θεωρούσαν θεούς, να μην τους θρηνούν και, αν πάλι τους θρηνούν, να μην τους πιστεύουν για θεούς...» (Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί Ίσιδος και Οσίριδος», 379B).
Όταν ο Ηρόδοτος προσπάθησε να «μπερδέψει» τα πράγματα ανάμεσα στην Ελληνική αντίληψη περί θείου και στο αιγυπτιακό πάνθεο, ισχυριζόμενος ψευδώς ,ότι οι Αιγύπτιοι δίδαξαν τα μυστήρια και την λατρεία των θεών στους Έλληνες, πήρε την παρακάτω οργισμένη απάντηση από τον ιερέα και φιλόσοφο Πλούταρχο:
«Λέει πως οι Έλληνες έμαθαν από τους Αιγυπτίους τις πομπές και τις πανηγύρεις και τη λατρεία των δώδεκα θεών× το όνομα, μάλιστα, του Διονύσου, λέει, έμαθε από τους Αιγυπτίους ο Μελάμπους, ο οποίος δίδαξε και τους άλλους Έλληνες. Τα μυστήρια επίσης και τις τελετές της Δήμητρας, λέει, μετέφεραν από την Αίγυπτο οι θυγατέρες του Δαναού. Υποστηρίζει πως οι Αιγύπτιοι στηθοκοπιούνται και πενθούν, αλλά δεν θέλει να αναφέρει προς τιμήν τίνος θεού, διότι προσέχει τα λόγια του στα ιερά ζητήματα. Για τον Ηρακλή, όμως, και για τον Διόνυσο, τους οποίους τιμούν οι Αιγύπτιοι, λέει ότι τους τιμούν ως αρχαίους θεούς, ενώ γι’ αυτούς που τιμούν οι Έλληνες λέει ότι τους τιμούν ως ανθρώπους που γέρασαν, χωρίς να δείχνει πουθενά την ίδια ευσέβεια. Υποστηρίζει, παρά ταύτα, ότι ο Αιγύπτιος Ηρακλής ανήκει στους δεύτερους θεούς και ο Διόνυσος στους τρίτους, υπό την έννοια ότι κάποτε άρχισαν να υπάρχουν και ότι δεν είναι αιώνιοι. Λέει όμως πως εκείνοι είναι θεοί, ενώ πως σε τούτους πρέπει να προσφέρουμε καθαρμούς, θεωρώντας τους θνητούς ήρωες, και όχι να τους προσφέρουμε θυσίες, θεωρώντας τους θεούς. Τα ίδια λέει και για τον Πάνα, ανατρέποντας με τις αλαζονικές μυθολογίες των Αιγυπτίων τα πιο σεβαστά και αγνά στοιχεία των Ελληνικών ιερών» (Πλούταρχος, «Περί της Ηροδότου κακοηθείας», 857C).
Ο Πλούταρχος υποστήριζε, όπως και ο Ορφέας, ότι οι Έλληνες ήταν εκείνοι που δίδαξαν την λατρεία των θεών στους Αιγυπτίους:
«... χρησιμοποιούν το όνομα Ίσις από το ίεσθαι (προχωρώ ορμητικά) με γνώση και κινούμαι, διότι είναι κίνηση που διαθέτει ψυχή και φρόνηση. Στην πραγματικότητα το όνομα τούτο δεν είναι βαρβαρικό, αλλά, όπως για όλους τους θεούς υπάρχει όνομα κοινό που προέρχεται από το θεατός και το θέων (αυτός που τρέχει), έτσι και τη θεά τούτη από την ακριβή γνώση και συνάμα την κίνηση Ίσιδα εμείς, Ίσιδα και οι Αιγύπτιοι αποκαλούν. (...) Ο Όσιρις πάλι έχει όνομα σύνθετο από το όσιος και ιερός, διότι είναι κοινός λόγος ανάμεσα στα πράγματα του ουρανού και του Άδη... (...) Δεν πρέπει όμως να απορεί κανείς με τον εξελληνισμό των ονομάτων, διότι βέβαια και πολλά άλλα, που έφυγαν μαζί με τους ξενιτεμένους Έλληνες, συνεχίζουν και υπάρχουν μέχρι και σήμερα απόδημα σε άλλους λαούς... (...) ...διότι θεωρώ πως το πρώτο (Σάραπις) είναι ξενικό, ενώ το δεύτερο (Όσιρις) Ελληνικό...» (Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί Ίσιδος και Οσίριδος», 375C&D).
Είναι ξεκάθαρο, ότι ο Ελληνισμός δεν αποδέχεται ειδωλολατρία, φυσεοφοβία (Παγανισμό) και θεοποίηση των ζώων. Όλα αυτά θεωρούνταν στοιχεία δεισιδαιμονίας και αποτελούσαν ξένο σώμα στην Ελληνική κοσμοθεωρία.
Η «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΑΡΧΙΑ» κατά της δεισιδαιμονίας
Πολλοί υποστηρίζουν, ότι ο απελευθερωτικός αγώνας του 1821 έγινε «για της πατρίδος την ελευθερία και του Χριστού την πίστη την Αγία». Αυτό είναι μερικώς ορθό. Διότι, εκείνοι που οραματίστηκαν την ελευθερία της Ελλάδας δεν ήταν ούτε το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, ούτε οι κοτσαμπάσηδες. Ήταν οι κύκλοι μορφωμένων (διαφωτιστών) Ελλήνων του εξωτερικού. Οι πατριώτες αυτοί αφού έμαθαν τα αρχαία κείμενα και τους αρχαίους συγγραφείς, και αφού ένιωσαν Έλληνες (και όχι Ρωμιοί), στην συνέχεια ξεκίνησαν την ιδεολογική προετοιμασία ενός τέτοιου εγχειρήματος.
Έτσι και μετά από πολλές περιπέτειες, το έτος 1806 στην Ιταλία κυκλοφόρησε ένα επαναστατικό κείμενο που έμελλε να γίνει η ιδεολογική διακήρυξη της Ελληνικής εξέγερσης. Το έργο αυτό τιτλοφορήθηκε «Ελληνική Νομαρχία» και ο συγγραφέας του παραμένει άγνωστος μέχρι και σήμερα, εφόσον επέλεξε την οδό της ανωνυμίας. Είναι ο διάσημος - άσημος, Ανώνυμος ο Έλλην.
Η «Ελληνική Νομαρχία» θεωρείται ως η μόνη εργασία Ελληνικής πολιτικής αγωγής που συντάχτηκε τα νεότερα χρόνια. Ουσιαστικά, όμως, είναι η ιδεολογία του Ελληνισμού προσαρμοσμένη στις επικρατούσες συνθήκες των αρχών του 19ου αιώνα.
Ο Ανώνυμος ήταν ένας άνθρωπος που είχε μελετήσει Ηρόδοτο, Πλάτωνα, Θουκυδίδη, Ξενοφώντα και Πλούταρχο, όπως προκύπτει από την ανάγνωση της «Νομαρχίας». Ο ίδιος, όμως, επιλέγει να δώσει το βαθύτερο ιδεολογικό του στίγμα μνημονεύοντας ιδιαίτερα τον Πλούταρχο[3] στο κείμενο του.
Οραματιζόμενος, λοιπόν, την νέα Ελλάδα την αισθάνθηκε απαλλαγμένη από τα δεσμά της δεισιδαιμονίας. Ο καυστικός του λόγος παρατίθεται δίχως σχόλια διότι περιττεύουν. Αρκεί, να καταλάβει ο αναγνώστης την διαχρονική διάσταση της αναγκαιότητας του μηνύματος του Ελληνισμού, αλλά και τα δεινά που προξενεί η δεισιδαιμονία στους ανθρώπους:
«Εσείς, ω αθάνατοι ψυχαί των ελευθέρων προγόνων μου, ενδυναμώσατε τώρα τον ζήλον μου με τα ηρωικά σας εντάλματα, δια να εκφράσω καθώς πρέπει τα της Ελευθερίας κάλλη εις τους απογόνους σας. Και συ, ιερά Πατρίς, εγκαρδίωσον και στερέωσον την προς σε αγάπην μου με την ενθύμησιν των παλαιών τερατουργημάτων σου, δια να παραστήσω με σαφήνειαν εις τα τέκνα σου τα φοβεράς χρείας σου και να ενθουσιάσω τας ελληνικάς των καρδίας με τον θείον σου έρωτα» (7).
«Αυταί αι τυραννίαι, ω Έλληνες, είναι συνθεμέναι από θεοκρατίαν και ολιγαρχίαν» (94).
«Η δε θεοκρατία είναι ο κλήρος. (α) Οι ιερείς αγαπητοί μου, φυλάττοντες ένα σκοπόν, καθόλου διάφορον από τους λοιπούς συμπολίτας, πάντοτε επροσπάθησαν με το μέσον της θεότητος να καταδυναστεύσουν τους συμπολίτας των καθώς μέχρι της σήμερον με την αμάθειαν και κακομάθησιν επέτυχον του σκοπού των. Αυτοί, καλύπτοντες με τίτλον αγιότητος τα πλέον φανερά ψεύματα, εγέμισαν τους αδύνατους νόας του λαού από μίαν τοσαύτην δεισιδαιμονίαν, ώστε όπου αντί να ονομάσουν ψεύμα το αδύνατον, το ονομάζουν άγιον...» (95).
«Από τότε λοιπόν έως εις τους 364 μετά Χριστόν, όπου διεμοιράσθη το Ρωμαϊκόν βασίλειον εις Ανατολικόν και Δυτικόν, οι Έλληνες υπόκειντο εις φοβεράν τυραννίαν και έπαθον ανήκουστα βάσανα και ταλαιπωρίας από τους διαφόρους σκληροτάτους ιμπεράτωρας οπού η Ρώμη τους έπεμπεν. Δεν εδύναντο να ελευθερώσι από τοιούτον ζυγόν (αγκαλά και τα ήθη των να μην ήτον παντάπασιν διεφθαρμένα και να υπόκειντο εις ξένην αρχήν) επειδή η επικράτεια ήτον μεγαλωτάτη και δεν υπέφερον όλοι εξ ίσου τας δυστυχίας και εξακολούθως δεν ημπορούσαν να ενωθούν όλοι μαζί δια να εξολοθρεύσουν τους τυράννους των (α). Από τότε λοιπόν όπου εστερεώθη ο χριστιανισμός έως εις τους 1453, αντίς να αυξήσουν τα μέσα της ελευθερώσεώς των, φευ! εσμικρύνοντο. Η δεισιδαιμονία και ο ψευδής τε και μάταιος ζήλος των ιερέων και πατριαρχών κατεκυρίευσεν τας ψυχάς των βασιλέων, οι οποίοι, αντίς να επιμελούντο εις το να διοικώσι τον λάον καθώς έπρεπε, άλλο δεν εστοχάζοντο παρά να φιλονικώσι και να κτίζωσιν εκκλησίας. Τότε εις την Ελλάδα εφάνησαν τρεις κυριότητες: η Τυραννία, το Ιερατείον και η Ευγένεια, αι οποίαι δια ένδεκα αιώνας σχεδόν κατέφθειραν τους Έλληνας και κατερήμωσαν την Ελλάδα. Η ματαιότης των πατριαρχών και παπών επροξένησεν το σχίσμα ανάμεσον ημών και των λατίνων. Και η δεισιδαιμονία ήνωσεν εις αυτό εν μίσος φοβερόν μέχρι της σήμερον.
»Αφού λέγω το Ιερατείον ηθέλησε να ενώση τα εκκλησιαστικά εντάλματα με τους πολιτικούς νόμους, δια να τιμάται εν ταυτώ και να ορίζη, χωρίς δυσκολίαν εκατάλαβεν ότι αναγκαίον ήτον πρότερον να τυφλώση τον λαόν με την αμάθειαν, δια να στερεώση καλλιότερα τον σκοπόν του. Και ούτως επροσπάθησεν να εσβήση κάθε σπουδήν εις την Ελλάδα και υπερασπίσθη την αμάθειαν. Αι επιστήμαι, οπού πρότερον ήνθιζον, άρχισαν να μαρανθώσι, τα σχολεία εσφαλίσθησαν, οι διδάσκαλοι εμωράνθησαν και η αλήθεια με την φιλοσοφίαν εξωρίσθησαν. Άλλο βιβλίον δεν ευρίσκετο ειμή τα πονήματα των ιερέων. Κάθε φιλόλογος άλλο δεν ημπορούσε να αναγνώση ειμή τα θαύματα και τους βίους των αγίων. Και οι ταλαίπωροι Έλληνες, αγκαλά και φιλελεύθεροι, υστερημένοι όμως από το φως της φιλοσοφίας, έγιναν σχεδόν δούλοι κατά συνήθειαν, μεμεθυσμένοι δε από την αμάθειαν και δεισιδαιμονίαν υπήκουον και εφοβούντο τους τυράννους των χωρίς να ηξεύρουν το διατί. Ένας αφορισμός του αρχιερέως ετρόμαζεν τόσα μιλούνια ανθρώπων. Ω δεισιδαιμονία, πόσον φοβερά είσαι ανάμεσα εις τα ανθρώπινα πάθη και πόσον ουτιδανώνεις την ανθρωπότητα όταν κυριεύσης τας ψυχάς των απλών και αμαθών λαών× οι οποίοι τόσον απομωρώνονται, όπου τρέμουσιν εις την ψευδή λαλιάν σου, καθώς τα βρέφη φοβούνται ένα όφιν ξύλινον ή ένα χαλκούν λέοντα. Εις τοιαύτην κατάστασιν, αδελφοί μου, ευρίσκετο η Ελλάς όταν προ 453 χρόνων από την σήμερον η αυτή δεισιδαιμονία και η αμάθεια είχεν αναβιβάσει εις υψηλόν θρόνον ένα αχρείον αιθίοπα, ο οποίος ώρμησε με τα άρματα του ψεύδους και της πλάνης και εκυρίευσεν σχεδόν το τέταρτον της γης» (105 έως 108).
Ο Ανώνυμος γράφει αυτά τα σημαντικά και άλλα πολλά. Σημασία πάντως έχει, ότι από τα παραπάνω αποσπάσματα γίνεται κατανοητό το πόσο η αρχαία Ελληνική σκέψη είχε επηρεάσει τους διανοούμενους διαφωτιστές, που ονειρεύονταν την αναγέννηση του Ελληνισμού και όχι της διεθνιστικής Ρωμιοσύνης!
Ο Ανώνυμος επίσης καταγγέλλει ως ανθελληνική και εναντίον των συμφερόντων του Γένους, την ταύτιση Εκκλησίας και Κράτους. Ο ίδιος υποστηρίζει, ότι εξαιτίας αυτής της σχέσης έχουν προκληθεί στους Έλληνες μεγάλα δεινά. Και το κείμενο αυτό γράφτηκε 194 έτη πριν διατυπώσει τις επίμαχες απόψεις του ο νυν υπουργός Δικαιοσύνης, από έναν γνήσιο Έλληνα πατριώτη και επαναστάτη, που έβλεπε την πατρίδα του υπόδουλη και τον Κλήρο στην πλειοψηφία του να συνεργάζεται και να ευλογεί τον κατακτητή. Όπως και να το κάνουμε, η «Ελληνική Νομαρχία» είναι αδιαμφισβήτητο ντοκουμέντο, αν και λίαν ενοχλητικό για κάποιους ρασοφόρους. Με το βιβλίο αυτό στο χέρι, πάντως, έκαναν οι Έλληνες επανάσταση το 1821. Με τα ιδεώδη του Ελληνισμού ζυμώθηκε ιδεολογικά και προετοιμάστηκε η εξέγερση εναντίον των Τούρκων, την οποία (για την ιστορία) ο Γρηγόριος ο Ε΄ την αφόρισε.
Το κεντρικό συμπέρασμα, πάντως, είναι ένα: ο Ελληνισμός, είναι θανάσιμος εχθρός της δεισιδαιμονίας. Και τότε αλλά και τώρα! Και όσοι επιμένουν στις δεισιδαιμονίες, δεν μετέχουν στην Ελληνική Παιδεία, άρα ούτε Έλληνες έχουν δικαίωμα να αυτοαποκαλούνται.
Στέφανος Μυτιληναίος
Από: http://stephanosmytilineos.blogspot.com
Αναγνώστες
Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2012
Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2012
Δάμων και Φιντίας
Δάμων και Φιντίας
Κάθε φορά που θέλουμε να μιλήσουμε για μία μεγάλη φιλία μεταξύ δύο μεγάλων ανδρών, λέμε "Δάμων και Φιντίας". Η φιλία τους έμεινε αιώνιο παράδειγμα και μέτρο συγκρίσεως των πραγματικών συναισθημάτων απέναντί μας.
Ποιοι όμως υπήρξαν οι Δάμων και Φιντίας; Ο Δάμων ήταν Πυθαγόρειος φιλόσοφος ο οποίος έζησε και έδρασε στις Συρακούσες της Σικελίας. Εζησε κατά τα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ., όταν τύραννος των Συρακουσών υπήρξε ο Διονύσιος ο νεότερος. Ο τελευταίος θεώρησε τον Φιντία, τον καλύτερο φίλο του Δάμωνος, ύποπτο συνομωσίας εναντίον του και τον κατεδίκασε εις θάνατον.
Ο Φιντίας παρεκάλεσε πριν την εκτέλεση της ποινής να επισκεφτεί την οικογένεια του για να διεκπεραιώσει τις οικογενειακές του υποχρεώσεις. Ο τύραννος Διονύσιος δίσταζε να του επιτρέψει να φύγει, φοβούμενος ότι εκείνος θα αποδράσει και δεν θα γυρίσει για να εκτελεστεί. Τότε επενέβει και έδωσε λύση ο Πυθαγόρειος φιλόσοφος Δάμων ο οποίος ετέθει ως εγγυητής και προθυμοποιήθηκε να πάρει την θέση του φίλου του, εντός ορισμένης προθεσμίας έως ότου να επιστρέψει εκείνος. Η λύσις αυτή έγινε αποδεκτή και έτσι ο Φιντίας έμεινε να περιμένει εκεί μέχρι να γυρίσει ο Δάμων. Επειδή όμως ο Φιντίας άργησε να επιστρέψει οδηγείτο ήδη ο Δάμων στον τόπο της εκτελέσεως. Και ενώ όλα ήταν έτοιμα για να του κόψουν το κεφάλι, έφτασε ο Φιντίας τρέχοντας λαχανιασμένος και μόλις που πρόλαβε να γλυτώσει την άδικη εκτέλεση του φίλου του.
Το περίεργο όμως ήταν ότι ο Δάμων δεν δεχόταν με κανέναν τρόπο να απαλλαγεί, διότι όπως υποστήριζε, είχε παρέλθει ο καθορισμένος χρόνος της προθεσμίας, όπου ο Διονύσιος είχε δώσει στον Φιντία. Ετσι έπρεπε εκείνος να πεθάνει. Ο Φιντίας από την άλλη, δεν μπορούσε να ανεχθεί να θανατωθεί για δικές του ενέργειες και παραλείψεις ο καλός του φίλος. Εκείνη την στιγμή ο τύραννος Διονύσιος συγκινήθηκε από την πραγματική αγάπη και φιλία των δύο αντρών και αποφάσισε να χαρίσει την ζωή και στους δύο, αφού τους παρακάλεσε να προσληφθεί και ο ίδιος ως τρίτος στην φιλία τους. Ετσι σώθηκε και ο Δάμων και ο Φιντίας. Από τότε η φιλία τους έχει μείνει ένα αξεπέραστο πρότυπο αληθινών συναισθημάτων.
Η φιλία του Δάμωνος με τον Φιντία δεν είναι η μόνη παροιμιώδης στην αρχαιότητα. Ονομαστή κατά τους αρχαιοτάτους χρόνους υπήρξε η φιλία του Αχιλλέως με τον Πάτροκλο. Και οι δύο έλαβαν μέρος στον Τρωϊκό πόλεμο. Η ιστορία τους είναι η εξής: Οταν ο Αχιλλεύς θυμωμένος με τον αρχιστράτηγο Αγαμέμνονα εγκατέλειψε την μάχη μαζί με τον υπόλοιπο στρατό του, τους περίφημους Μυρμηδόνες, οι Αχαιοί άρχισαν να χάνουν τον πόλεμο για πρώτη φορά. Οι Αχαιοί κινδύνεψαν πραγματικά να πυρποληθεί ο στόλος τους και να μην μπορέσουν ποτέ να επιστρέψουν στην πατρίδα τους, ακόμα και να νικούσαν. Τότε ο Πατροκλος ο φίλος του Αχιλλέως και ένας από τους Μυρμηδόνες, επειδή συμπόνεσε τους Αχαιούς ζήτησε από τον φίλο του να του επιτρέψει να λάβει εκείνος μέρος στον πόλεμο φορώντας βέβαια την πανοπλία και πέρνωντας τα όπλα του Αχιλλέως. Ετσι, οι Τρώες θα τον περνούσαν για εκείνον και , θα τον φοβόντουσαν και θα υποχωρούσαν. Ο Πάτροκλος λοιπόν με την συγκατάθεση του Αχιλλέως, φορώντάς πάνω του την στολή του τελευταίου και έχοντας μαζί του τους Μυρμιδόνες κατάφερε να αποκρούσει τους Τρώες. Σκοτώθηκε όμως από τον αρχηγό τους, τον Εκτορα.
Όταν έμαθε το περιστατικό ο Αχιλλεύς όχι μόνο λυπήθηκε και θρήνησε βαρειά τον φίλο του αλλά εξοργίσθηκε εναντίον του Εκτορος και, παρόλο που γνώριζε ότι η δική του ύπαρξη και ζωή ήταν στενά συνδεδεμένη με την ύπαρξη του Εκτορος, προτίμησε να εκδικηθεί τον θάνατο του φίλου του σκοτώνοντας τον Εκτορα ακόμα και αν έπρεπε να πληρώσει και ο ίδιος με την ζωή του.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο Αχιλλέας, θέτει πάνω και από την ίδια του την ζωή την φιλία. Ο Αχιλλεύς κηδεύει με άκρως τιμητικό τρόπο τον φίλο του και νεκρό πια Πάτροκλο θεσπίζοντας ακόμη και αθλητικούς αγώνες πρός τιμήν του. Τελικά κατευθύνεται εναντίον του Εκτορος. Και παρόλο που η μητέρα του, η Θέτις ως νηρηίδα, (νεράϊδα - θαλασσινή θεότητα), του κάνει γνωστό ότι θα πεθάνει και εκείνος, αν θανατώσει τον Εκτορα, εκείνος δεν υπολογίζει τίποτα. Από μία μακροχρόνια ζωή όπου θα πεθάνει σε βαθειά γεράματα, προτιμάει να πεθάνει νέος και ωραίος πάνω στο άνθος της ηλικίας του, αρκεί να λάβει την τιμή ότι εκδικήθηκε τον φονιά του φίλου του.
Στον διάλογο που έχει με την μητέρα του στην ραψωδία Σ’ της Ιλιάδος ο Αχιλλεύς λέει χαρακτηριστικά: "...γιατί η καρδιά μου δεν το ζητά και να βρίσκομαι μεταξύ ανδρών, αν πριν από το κοντάρισμα δεν χτυπηθεί και χάσει την ζωή του ο Εκτωρ, πληρώνοντας του Πατρόκλου το σπάραγμα, του γιού του Μενοιτίου" . Η Θέτις κλαίγοντας απαντά "λιγόζωος λοιπόν θα μου είσαι παιδί μου με αυτά που λες, γιατί ύστερα από τον Εκτορα είναι βέβαιος ο χαμός σου." Και ο Αχιλλεύς απαντά βαρυστενάζοντας: "Μακάρι να πέθαινε αμέσως, αφού δεν ήταν γραφτό μου να δώσω βοήθεια στον φίλο μου όταν σκοτωνόταν..."
Ετσι λοιπόν, είναι βέβαιο και το γνωρίζει ο Αχιλλεύς ότι θα πεθάνει. Εντούτοις, προτιμά τον θάνατο χωρίς δεύτερη σκέψη και χωρίς συζήτηση, παρόλο που είναι η ίδια η μάνα του που τον παρακαλεί και βλέπει τον πόνο της και τον σπαραγμό της. Προέχει όμως η φιλία.
Αυτή η βαθειά σχέση Αχιλλέως και Πατρόκλου έγινε πηγή εμπνεύσεως και παράδειγμα για τον Μέγα Αλέξανδρο προς τον Ηφαιστίωνα. Κορυφαία όμως στιγμή υπήρξε όταν ο νικητής της περσικής αυτοκρατορίας ο Μέγας Αλέξανδρος μπαίνει στην σκηνή της μητέρας του ηττημένου Δαρείου. Εκείνος το έχει βαλει στα πόδια. Στην σκηνή βρίσκονται η μητέρα του Δαρείου μαζί με όλη την πολυτέλεια της περσικής αυλής και τους υπασπιστές της. Ο Αλέξανδρος μπαίνει μέσα για να την συναντήσει έχοντας στο πλευρό του τον Ηφαιστίωνα και επειδή όπως γνωρίζουμε από την ιστορία, ο Ηφαιστίων υπήρξε πιο ψηλός από τον Αλέξανδρο και η αμφίεσή του δεν διέφερε καθόλου - τί και αν εκείνος δεν υπήρξε αρχιστράτηγος;- η μητέρα του Δαρείου χωρίς να το ξέρει υποκλίνεται μπροστά στον Ηφαιστίωνα. Οι υπασπιστές μάταια της έκαναν νοήματα για να της δείξουν ποιος είναι ο Αλέξανδρος. Οταν πια το καταλαβαίνει είναι αργά. Η πράξις έχει πια συντελεστεί. Τότε εκείνη πέφτει στα πόδια του Αλέξανδρου ντροπιασμένη. Ο Αλέξανδρος γελά την σηκώνει από τα χέρια απαλά και τρυφερά και της λέει "δεν πειράζει μητέρα και εκείνος Αλέξανδρος είναι" αναφερόμενος βεβαίως στον φίλο του τον Ηφαιστίωνα. Ο Αλέξανδρος όχι μόνο δεν θύμωσε με την γυναίκα αλλά αντιμετώπισε το επεισόδιο εύθυμα. Γιατί δεν ένοιωθε καθόλου να απειλείται η εξουσία του ή να ανταγωνίζεται ο ίδιος τον παιδικό του φίλο Ηφαιστίωνα.
Από αυτό το επεισόδιο θα μπορούσαμε να βγάλουμε πολλά συμπεράσματα για την προσωπικότητα και τον χαρακτήρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Οταν πολύ αργότερα το 324 π.Χ. ο Ηφαιστίων στα βάθη της Ανατολής στα Εκβάτανα θα πεθάνει, ο Αλέξανδρος θα λυπηθεί τόσο πολύ ώστε θα θελήσει να τιμήσει τον νεκρό φίλο του με τρόπο που ξεπερνά τα ανθρώπινα όρια. Από εκεί, οι μελετητές συμπεραίνουν ότι ο Αλέξανδρος άρχισε να ξεφεύγει από το μέτρο και την ελληνική κοσμοθέαση των πραγμάτων. Ομως είναι δείγμα και αυτό του υπέρμετρου πόνου που ένοιωσε για τον χαμό του φίλου του.
Ο Αλέξανδρος όταν πληροφορήθηκε τον θάνατο του Ηφαιστίωνος, δεν θέλησε επί τρείς ημέρες να αγγίξει τροφή, παρά έκλαιγε και οδύρετο ή έμενε γεμάτος πένθιμη σιγή. Δέκα χρόνια πριν, είχαν και οι δύο στεφανώσει τον Ιλιο, την πρωτεύουσα της Τροίας, τους τάφους του Αχιλλέως και του Πατρόκλου. Μόλις πέθανε ο Πάτροκλος μετά από λίγο τον ακολούθησε και ο Αχιλλεύς. Και τί τραγικό! Το ίδιο ακριβώς θα συνέβαινε και με τον Ηφαιστίωνα και τον Μέγα Αλέξανδρο. Ενας νεότερος ιστορικός γράφει: "Ο Αλέξανδρος και ο Ηφαιστίων είχαν στεφανώσει μαζί, στο Ιλιο, τους τάφους των δύο ομηρικών ηρώων. Είχαν περάσει από τότε ακριβώς δέκα χρόνια. Χρόνια που έκαναν την ίδια ιστορία να γίνει μύθος. Η αθανασία ζητάει έναν πρόωρο θάνατο. Και η αιωνιότητα της φιλίας τον πρόωρο θάνατο των δύο φίλων."
«Φίλος» στα αρχαία ελληνικά είναι ο αγαπημένος, αυτός δηλαδή που βρίσκεται πολύ κοντά στην ψυχή μας.
φίλος= αγαπητός, αγαπημένος
φιλότης=φιλία, αγάπη, στοργή
και φιλότης είναι η φιλία, η αγάπη και η στοργή. Πολλές είναι οι λέξεις του δυτικού λεξιλογίου οι οποίες κατάγονται από την αρχαία ελληνική και ως πρώτο συνθετικό έχουν την λέξη φίλος:
«Φιλάνθρωπος», «φιλαρμονικός» ( από το φίλος και αρμονία δηλαδή αυτός που αγαπάει την αρμονία).
Φιλαρμονική ονομάζεται η ορχήστρα στα ελληνικά η οποία αγαπά την μουσική, αγαπά την αρμονία, τους αρμονικούς ήχους. Γι' αυτό άλλωστε και philarmonique στα γαλλικά και σε όλες τις λατινογενείς γλώσσες, σημαίνει τον φιλόμουσο.
Φιλολογία είναι η αγάπη για τους λόγους, ενώ φιλοσοφία είναι η αγάπη για την σοφία δηλαδή η αγάπη για την αναζήτηση της σοφίας κάτι το οποίο προσπαθεί να επιτύχει ο φιλόσοφος. Ο όρος φιλοτελισμός έχει να κάνει με την αγάπη για την συλλογή γραμματοσήμων. Ο όρος προέρχεται από τις ελληνικές λέξεις φίλος και τέλος. «Τέλος» στα ελληνικά είναι ο «φόρος», εξ ού και τελωνείο, τέλη κυκλοφορίας κλπ για την αποστολή επιστολών και συλλογές γραμματοσήμων λέγεται «φιλοτελισμός».
Επομένως και οι λέξεις οι οποίες πλάστηκαν στην Δυτική Ευρώπη, για να αποδώσουν στην εντέλεια το νόημα που χρειάζεται, χρησιμοποιούν ελληνικές ρίζες. Πολλές από τις λέξεις που προαναφέραμε δεν έχουν το αντίστοιχό τους στην λατινική. Αυτό σημαίνει είτε ότι τις δανείσθηκαν απ' ευθείας οι υπόλοιπες δυτικές γλώσσες από την αρχαιοελληνική παρακάμπτοντας την λατινική ή ότι είναι μεταγενέστεροι όροι, οι οποίοι επλάσθησαμν αργότερα όπως προείπαμε για την λέξη φιλοτελισμός. Ολα αυτά μας αποδεικνύουν για πολλοστή φορά ότι η ελληνική γλώσσα είναι αξεπέραστη όσον αφορά στην ετυμολογία και την ακριβολογία της. Γι' αυτό άλλωστε και οι δυτικές γλώσσες καταφεύγουν στο ελληνικό οπλοστάσιο για κάθετι νέο που θέλουν να ονομάσουν. Μόνον έτσι το όνομα που θα προσδώσουν θα αποδίδει με σαφήνεια τις ιδιότητες και τα χαρακτηριστικά αυτού του πράγματος που ονοματοδοτούν.
Πηγή:
www.hellotia.com/index.php?
Κάθε φορά που θέλουμε να μιλήσουμε για μία μεγάλη φιλία μεταξύ δύο μεγάλων ανδρών, λέμε "Δάμων και Φιντίας". Η φιλία τους έμεινε αιώνιο παράδειγμα και μέτρο συγκρίσεως των πραγματικών συναισθημάτων απέναντί μας.
Ποιοι όμως υπήρξαν οι Δάμων και Φιντίας; Ο Δάμων ήταν Πυθαγόρειος φιλόσοφος ο οποίος έζησε και έδρασε στις Συρακούσες της Σικελίας. Εζησε κατά τα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ., όταν τύραννος των Συρακουσών υπήρξε ο Διονύσιος ο νεότερος. Ο τελευταίος θεώρησε τον Φιντία, τον καλύτερο φίλο του Δάμωνος, ύποπτο συνομωσίας εναντίον του και τον κατεδίκασε εις θάνατον.
Ο Φιντίας παρεκάλεσε πριν την εκτέλεση της ποινής να επισκεφτεί την οικογένεια του για να διεκπεραιώσει τις οικογενειακές του υποχρεώσεις. Ο τύραννος Διονύσιος δίσταζε να του επιτρέψει να φύγει, φοβούμενος ότι εκείνος θα αποδράσει και δεν θα γυρίσει για να εκτελεστεί. Τότε επενέβει και έδωσε λύση ο Πυθαγόρειος φιλόσοφος Δάμων ο οποίος ετέθει ως εγγυητής και προθυμοποιήθηκε να πάρει την θέση του φίλου του, εντός ορισμένης προθεσμίας έως ότου να επιστρέψει εκείνος. Η λύσις αυτή έγινε αποδεκτή και έτσι ο Φιντίας έμεινε να περιμένει εκεί μέχρι να γυρίσει ο Δάμων. Επειδή όμως ο Φιντίας άργησε να επιστρέψει οδηγείτο ήδη ο Δάμων στον τόπο της εκτελέσεως. Και ενώ όλα ήταν έτοιμα για να του κόψουν το κεφάλι, έφτασε ο Φιντίας τρέχοντας λαχανιασμένος και μόλις που πρόλαβε να γλυτώσει την άδικη εκτέλεση του φίλου του.
Το περίεργο όμως ήταν ότι ο Δάμων δεν δεχόταν με κανέναν τρόπο να απαλλαγεί, διότι όπως υποστήριζε, είχε παρέλθει ο καθορισμένος χρόνος της προθεσμίας, όπου ο Διονύσιος είχε δώσει στον Φιντία. Ετσι έπρεπε εκείνος να πεθάνει. Ο Φιντίας από την άλλη, δεν μπορούσε να ανεχθεί να θανατωθεί για δικές του ενέργειες και παραλείψεις ο καλός του φίλος. Εκείνη την στιγμή ο τύραννος Διονύσιος συγκινήθηκε από την πραγματική αγάπη και φιλία των δύο αντρών και αποφάσισε να χαρίσει την ζωή και στους δύο, αφού τους παρακάλεσε να προσληφθεί και ο ίδιος ως τρίτος στην φιλία τους. Ετσι σώθηκε και ο Δάμων και ο Φιντίας. Από τότε η φιλία τους έχει μείνει ένα αξεπέραστο πρότυπο αληθινών συναισθημάτων.
Η φιλία του Δάμωνος με τον Φιντία δεν είναι η μόνη παροιμιώδης στην αρχαιότητα. Ονομαστή κατά τους αρχαιοτάτους χρόνους υπήρξε η φιλία του Αχιλλέως με τον Πάτροκλο. Και οι δύο έλαβαν μέρος στον Τρωϊκό πόλεμο. Η ιστορία τους είναι η εξής: Οταν ο Αχιλλεύς θυμωμένος με τον αρχιστράτηγο Αγαμέμνονα εγκατέλειψε την μάχη μαζί με τον υπόλοιπο στρατό του, τους περίφημους Μυρμηδόνες, οι Αχαιοί άρχισαν να χάνουν τον πόλεμο για πρώτη φορά. Οι Αχαιοί κινδύνεψαν πραγματικά να πυρποληθεί ο στόλος τους και να μην μπορέσουν ποτέ να επιστρέψουν στην πατρίδα τους, ακόμα και να νικούσαν. Τότε ο Πατροκλος ο φίλος του Αχιλλέως και ένας από τους Μυρμηδόνες, επειδή συμπόνεσε τους Αχαιούς ζήτησε από τον φίλο του να του επιτρέψει να λάβει εκείνος μέρος στον πόλεμο φορώντας βέβαια την πανοπλία και πέρνωντας τα όπλα του Αχιλλέως. Ετσι, οι Τρώες θα τον περνούσαν για εκείνον και , θα τον φοβόντουσαν και θα υποχωρούσαν. Ο Πάτροκλος λοιπόν με την συγκατάθεση του Αχιλλέως, φορώντάς πάνω του την στολή του τελευταίου και έχοντας μαζί του τους Μυρμιδόνες κατάφερε να αποκρούσει τους Τρώες. Σκοτώθηκε όμως από τον αρχηγό τους, τον Εκτορα.
Όταν έμαθε το περιστατικό ο Αχιλλεύς όχι μόνο λυπήθηκε και θρήνησε βαρειά τον φίλο του αλλά εξοργίσθηκε εναντίον του Εκτορος και, παρόλο που γνώριζε ότι η δική του ύπαρξη και ζωή ήταν στενά συνδεδεμένη με την ύπαρξη του Εκτορος, προτίμησε να εκδικηθεί τον θάνατο του φίλου του σκοτώνοντας τον Εκτορα ακόμα και αν έπρεπε να πληρώσει και ο ίδιος με την ζωή του.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο Αχιλλέας, θέτει πάνω και από την ίδια του την ζωή την φιλία. Ο Αχιλλεύς κηδεύει με άκρως τιμητικό τρόπο τον φίλο του και νεκρό πια Πάτροκλο θεσπίζοντας ακόμη και αθλητικούς αγώνες πρός τιμήν του. Τελικά κατευθύνεται εναντίον του Εκτορος. Και παρόλο που η μητέρα του, η Θέτις ως νηρηίδα, (νεράϊδα - θαλασσινή θεότητα), του κάνει γνωστό ότι θα πεθάνει και εκείνος, αν θανατώσει τον Εκτορα, εκείνος δεν υπολογίζει τίποτα. Από μία μακροχρόνια ζωή όπου θα πεθάνει σε βαθειά γεράματα, προτιμάει να πεθάνει νέος και ωραίος πάνω στο άνθος της ηλικίας του, αρκεί να λάβει την τιμή ότι εκδικήθηκε τον φονιά του φίλου του.
Στον διάλογο που έχει με την μητέρα του στην ραψωδία Σ’ της Ιλιάδος ο Αχιλλεύς λέει χαρακτηριστικά: "...γιατί η καρδιά μου δεν το ζητά και να βρίσκομαι μεταξύ ανδρών, αν πριν από το κοντάρισμα δεν χτυπηθεί και χάσει την ζωή του ο Εκτωρ, πληρώνοντας του Πατρόκλου το σπάραγμα, του γιού του Μενοιτίου" . Η Θέτις κλαίγοντας απαντά "λιγόζωος λοιπόν θα μου είσαι παιδί μου με αυτά που λες, γιατί ύστερα από τον Εκτορα είναι βέβαιος ο χαμός σου." Και ο Αχιλλεύς απαντά βαρυστενάζοντας: "Μακάρι να πέθαινε αμέσως, αφού δεν ήταν γραφτό μου να δώσω βοήθεια στον φίλο μου όταν σκοτωνόταν..."
Ετσι λοιπόν, είναι βέβαιο και το γνωρίζει ο Αχιλλεύς ότι θα πεθάνει. Εντούτοις, προτιμά τον θάνατο χωρίς δεύτερη σκέψη και χωρίς συζήτηση, παρόλο που είναι η ίδια η μάνα του που τον παρακαλεί και βλέπει τον πόνο της και τον σπαραγμό της. Προέχει όμως η φιλία.
Αυτή η βαθειά σχέση Αχιλλέως και Πατρόκλου έγινε πηγή εμπνεύσεως και παράδειγμα για τον Μέγα Αλέξανδρο προς τον Ηφαιστίωνα. Κορυφαία όμως στιγμή υπήρξε όταν ο νικητής της περσικής αυτοκρατορίας ο Μέγας Αλέξανδρος μπαίνει στην σκηνή της μητέρας του ηττημένου Δαρείου. Εκείνος το έχει βαλει στα πόδια. Στην σκηνή βρίσκονται η μητέρα του Δαρείου μαζί με όλη την πολυτέλεια της περσικής αυλής και τους υπασπιστές της. Ο Αλέξανδρος μπαίνει μέσα για να την συναντήσει έχοντας στο πλευρό του τον Ηφαιστίωνα και επειδή όπως γνωρίζουμε από την ιστορία, ο Ηφαιστίων υπήρξε πιο ψηλός από τον Αλέξανδρο και η αμφίεσή του δεν διέφερε καθόλου - τί και αν εκείνος δεν υπήρξε αρχιστράτηγος;- η μητέρα του Δαρείου χωρίς να το ξέρει υποκλίνεται μπροστά στον Ηφαιστίωνα. Οι υπασπιστές μάταια της έκαναν νοήματα για να της δείξουν ποιος είναι ο Αλέξανδρος. Οταν πια το καταλαβαίνει είναι αργά. Η πράξις έχει πια συντελεστεί. Τότε εκείνη πέφτει στα πόδια του Αλέξανδρου ντροπιασμένη. Ο Αλέξανδρος γελά την σηκώνει από τα χέρια απαλά και τρυφερά και της λέει "δεν πειράζει μητέρα και εκείνος Αλέξανδρος είναι" αναφερόμενος βεβαίως στον φίλο του τον Ηφαιστίωνα. Ο Αλέξανδρος όχι μόνο δεν θύμωσε με την γυναίκα αλλά αντιμετώπισε το επεισόδιο εύθυμα. Γιατί δεν ένοιωθε καθόλου να απειλείται η εξουσία του ή να ανταγωνίζεται ο ίδιος τον παιδικό του φίλο Ηφαιστίωνα.
Από αυτό το επεισόδιο θα μπορούσαμε να βγάλουμε πολλά συμπεράσματα για την προσωπικότητα και τον χαρακτήρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Οταν πολύ αργότερα το 324 π.Χ. ο Ηφαιστίων στα βάθη της Ανατολής στα Εκβάτανα θα πεθάνει, ο Αλέξανδρος θα λυπηθεί τόσο πολύ ώστε θα θελήσει να τιμήσει τον νεκρό φίλο του με τρόπο που ξεπερνά τα ανθρώπινα όρια. Από εκεί, οι μελετητές συμπεραίνουν ότι ο Αλέξανδρος άρχισε να ξεφεύγει από το μέτρο και την ελληνική κοσμοθέαση των πραγμάτων. Ομως είναι δείγμα και αυτό του υπέρμετρου πόνου που ένοιωσε για τον χαμό του φίλου του.
Ο Αλέξανδρος όταν πληροφορήθηκε τον θάνατο του Ηφαιστίωνος, δεν θέλησε επί τρείς ημέρες να αγγίξει τροφή, παρά έκλαιγε και οδύρετο ή έμενε γεμάτος πένθιμη σιγή. Δέκα χρόνια πριν, είχαν και οι δύο στεφανώσει τον Ιλιο, την πρωτεύουσα της Τροίας, τους τάφους του Αχιλλέως και του Πατρόκλου. Μόλις πέθανε ο Πάτροκλος μετά από λίγο τον ακολούθησε και ο Αχιλλεύς. Και τί τραγικό! Το ίδιο ακριβώς θα συνέβαινε και με τον Ηφαιστίωνα και τον Μέγα Αλέξανδρο. Ενας νεότερος ιστορικός γράφει: "Ο Αλέξανδρος και ο Ηφαιστίων είχαν στεφανώσει μαζί, στο Ιλιο, τους τάφους των δύο ομηρικών ηρώων. Είχαν περάσει από τότε ακριβώς δέκα χρόνια. Χρόνια που έκαναν την ίδια ιστορία να γίνει μύθος. Η αθανασία ζητάει έναν πρόωρο θάνατο. Και η αιωνιότητα της φιλίας τον πρόωρο θάνατο των δύο φίλων."
«Φίλος» στα αρχαία ελληνικά είναι ο αγαπημένος, αυτός δηλαδή που βρίσκεται πολύ κοντά στην ψυχή μας.
φίλος= αγαπητός, αγαπημένος
φιλότης=φιλία, αγάπη, στοργή
και φιλότης είναι η φιλία, η αγάπη και η στοργή. Πολλές είναι οι λέξεις του δυτικού λεξιλογίου οι οποίες κατάγονται από την αρχαία ελληνική και ως πρώτο συνθετικό έχουν την λέξη φίλος:
«Φιλάνθρωπος», «φιλαρμονικός» ( από το φίλος και αρμονία δηλαδή αυτός που αγαπάει την αρμονία).
Φιλαρμονική ονομάζεται η ορχήστρα στα ελληνικά η οποία αγαπά την μουσική, αγαπά την αρμονία, τους αρμονικούς ήχους. Γι' αυτό άλλωστε και philarmonique στα γαλλικά και σε όλες τις λατινογενείς γλώσσες, σημαίνει τον φιλόμουσο.
Φιλολογία είναι η αγάπη για τους λόγους, ενώ φιλοσοφία είναι η αγάπη για την σοφία δηλαδή η αγάπη για την αναζήτηση της σοφίας κάτι το οποίο προσπαθεί να επιτύχει ο φιλόσοφος. Ο όρος φιλοτελισμός έχει να κάνει με την αγάπη για την συλλογή γραμματοσήμων. Ο όρος προέρχεται από τις ελληνικές λέξεις φίλος και τέλος. «Τέλος» στα ελληνικά είναι ο «φόρος», εξ ού και τελωνείο, τέλη κυκλοφορίας κλπ για την αποστολή επιστολών και συλλογές γραμματοσήμων λέγεται «φιλοτελισμός».
Επομένως και οι λέξεις οι οποίες πλάστηκαν στην Δυτική Ευρώπη, για να αποδώσουν στην εντέλεια το νόημα που χρειάζεται, χρησιμοποιούν ελληνικές ρίζες. Πολλές από τις λέξεις που προαναφέραμε δεν έχουν το αντίστοιχό τους στην λατινική. Αυτό σημαίνει είτε ότι τις δανείσθηκαν απ' ευθείας οι υπόλοιπες δυτικές γλώσσες από την αρχαιοελληνική παρακάμπτοντας την λατινική ή ότι είναι μεταγενέστεροι όροι, οι οποίοι επλάσθησαμν αργότερα όπως προείπαμε για την λέξη φιλοτελισμός. Ολα αυτά μας αποδεικνύουν για πολλοστή φορά ότι η ελληνική γλώσσα είναι αξεπέραστη όσον αφορά στην ετυμολογία και την ακριβολογία της. Γι' αυτό άλλωστε και οι δυτικές γλώσσες καταφεύγουν στο ελληνικό οπλοστάσιο για κάθετι νέο που θέλουν να ονομάσουν. Μόνον έτσι το όνομα που θα προσδώσουν θα αποδίδει με σαφήνεια τις ιδιότητες και τα χαρακτηριστικά αυτού του πράγματος που ονοματοδοτούν.
Πηγή:
www.hellotia.com/index.php?
Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2012
Κλαούντιο Ροδρίγκεθ
Κλαούντιο Ροδρίγκεθ
Ο Κλαούντιο Ροδρίγκεθ, που γεννήθηκε στη Θαμόρα στις 30 Ιανουαρίου 1934, είναι ένας από τους πιο ιδιοσυγκρασιακούς και γοητευτικούς ισπανούς ποιητές του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα. Με τη συλλογή του Don de la ebriedad (Δώρο της μέθης, 1953) («η ποίηση –εφηβεία– είναι σαν δώρο· και η μέθη σαν κατάσταση ενθουσιασμού, με την πλατωνική έννοια, έμπνευσης, έκστασης ή, στη χριστιανική ορολογία, ζήλου») διαμόρφωσε τις όχθες στις οποίες θα περιδιάβαζε στη συνέχεια η ποίησή του και η ποίηση άλλων ποιητών της γενιάς του.
Το 1951 πήγε στη Μαδρίτη για να σπουδάσει φιλοσοφία και λογοτεχνία. Πήρε το πτυχίο του από το τμήμα Ρομανικής Φιλολογίας, με διπλωματική εργασία που είχε τον τίτλο Το μαγικό στοιχείο στα ισπανικά παιδικά χορωδιακά τραγούδια. Οι βιογράφοι του επισημαίνουν ότι η προσωπικότητά του στα νεανικά του χρόνια χαρακτηριζόταν από δύο στοιχεία: αγαπούσε πολύ καθετί το παιδικό, παρατηρώντας και αναπαράγοντας με μανία τα παιδικά παιχνίδια και τραγούδια, και, από την άλλη, ήταν μανιώδης περιπατητής και περιηγητής. Περίπατοι στη Θαμόρα, στις όχθες του Ντουέρο, σε πόλεις και σε χωριά της Ισπανίας, έχουν επηρεάσει καθοριστικά τον παλμό της γραφής του.
Στην πρωτεύουσα της Ισπανίας γνωρίστηκε με τον Βιθέντε Αλεϊξάντρε, επιφανή ποιητή της γενιάς του ’27 και βραβείο Νομπέλ λογοτεχνίας, στο σπίτι του οποίου συνέρρεαν όλοι οι νέοι ποιητές της εποχής, με τα γραπτά τους ανά χείρας, για να τα δείξουν στον δάσκαλο των ποιητών.
Παρά τη συντομία της, η ποιητική διαδρομή του Κλαούντιο Ροδρίγκεθ, που ολοκληρώνεται με άλλες τέσσερις ποιητικές συλλογές σπάνιας ομορφιάς [Conjuros (Εξορκισμοί), Alianza y condena (Συμμαχία και καταδίκη), El vuelo de la celebración (Η πτήση της γιορτής) και Casi una leyenda (Σχεδόν θρύλος)], είναι ένα από τα καλύτερα και πιο ολοκληρωμένα δείγματα ποίησης που έχει συλληφθεί και υλοποιηθεί ως πορεία προς τη γνώση.
Η σπάνια παρατηρητικότητά του, η φυσική αίσθηση του ρυθμού και η καθημερινή, συγκεκριμένη, και μαζί υπερβατική γλώσσα του, συμπυκνώνονται σε ένα λυρικό έργο από το οποίο αναδεικνύονται τρεις βασικές αρετές: η αλληλεγγύη, η απλότητα και η ευθυμία.
Παράλληλα, από το 1958 έως το 1964 ο Ροδρίγκεθ δίδαξε ως λέκτορας ισπανικών στα πανεπιστήμια του Νότιγχαμ και του Κέιμπριτζ (στη Μεγάλη Βρετανία), και αργότερα ως καθηγητής ισπανικής λογοτεχνίας σε βορειοαμερικανικά πανεπιστημιακά ιδρύματα με έδρα στην Ισπανία. Διακρίθηκε επίσης ως μεταφραστής στα ισπανικά του έργου του Τ. Σ. Έλιοτ.
Στον Κλαούντιο Ροδρίγκεθ απονεμήθηκαν κάποιες από τις σημαντικότερες διακρίσεις της ισπανικής λογοτεχνίας, όπως το βραβείο Adonáis (1953), το βραβείο Κριτικής (1965), το Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1983). Το 1993 έλαβε το Βραβείο Príncipe de Asturias, και αμέσως μετά το Βραβείο της Βασίλισσας Σοφίας για την Ιβηροαμερικανική Ποίηση, το οποίο απονέμεται από το ίδρυμα Patrimonio Nacional και το Πανεπιστήμιο της Σαλαμάνκας.
Πέθανε στη Μαδρίτη, στις 22 Ιουλίου 1999.
Η ελληνική μετάφραση των πέντε ποιημάτων του Κλαούντιο Ροδρίγκεθ περιλαμβάνεται στην έκδοση Claudio Rodríguez, Cinco Poemas, μαζί με μεταφράσεις των ίδιων ποιημάτων στα αγγλικά, τα πορτογαλικά, τα γαλλικά, τα ιταλικά, τα λιθουανικά, τα βουλγαρικά και τα γερμανικά. Το βιβλίο κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 2007 από τις ισπανικές εκδόσεις Hiperión.
LIBRO PRIMERO, I
Siempre la claridad viene del cielo;
es un don: no se halla entre las cosas
sino muy por encima, y las ocupa
haciendo de ello vida y labor propias.
Así amanece el día; así la noche
cierra el gran aposento de sus sombras.
Y esto es un don. ¿Quién hace menos creados
cada vez a los seres? ¿Qué alta bóveda
los contiene en su amor? ¡Si ya nos llega
y es pronto aún, ya llega a la redonda
a la manera de los vuelos tuyos
y se cierne, y se aleja y, aún remota,
nada hay tan claro como sus impulsos!
Oh, claridad sedienta de una forma,
de una materia para deslumbrarla
quemándose a sí misma al cumplir su obra.
Como yo, como todo lo que espera.
Si tú la luz te la has llevado toda,
¿cómo voy a esperar nada del alba?
Y, sin embargo —esto es un don—, mi boca
espera, y mi alma espera, y tú me esperas,
ebria persecución, claridad sola
mortal como el abrazo de las hoces,
pero abrazo hasta el fin que nunca afloja.
De Don de la ebriedad (1953)
ALTO JORNAL
Dichoso el que un buen día sale humilde
y se va por la calle, como tantos
días más de su vida, y no lo espera
y, de pronto, ¿qué es esto?, mira a lo alto
y ve, pone el oído al mundo y oye,
anda, y siente subirle entre los pasos
el amor de la tierra, y sigue, y abre
su taller verdadero, y en sus manos
brilla limpio su oficio, y nos lo entrega
de corazón porque ama, y va al trabajo
temblando como un niño que comulga
mas sin caber en el pellejo, y cuando
se ha dado cuenta al fin de lo sencillo
que ha sido todo, ya el jornal ganado,
vuelve a su casa alegre y siente que alguien
empuña su aldabón, y no es en vano.
De Conjuros (1958)
LO QUE NO ES SUEÑO
Déjame que te hable en esta hora
de dolor con alegres
palabras. Ya se sabe
que el escorpión, la sanguijuela, el piojo,
curan a veces. Pero tú oye, déjame
decirte que, a pesar
de tanta vida deplorable, sí,
a pesar y aun ahora
que estamos en derrota, nunca en doma,
el dolor es la nube;
la alegría, el espacio;
el dolor es el huésped;
la alegría, la casa.
Que el dolor es la miel,
símbolo de la muerte, y la alegría
es agria, seca, nueva,
lo único que tiene
verdadero sentido.
Déjame que con vieja
sabiduría, diga:
a pesar, a pesar
de todos los pesares
y aunque sea muy dolorosa y aunque
sea a veces inmunda, siempre, siempre
la más honda verdad es la alegría.
La que de un río turbio
hace aguas limpias,
la que hace que te diga
estas palabras tan indignas ahora,
la que nos llega como
llega la noche y llega la mañana,
como llega a la orilla
la ola:
irremediablemente.
De Alianza y condena (1965)
NOVIEMBRE
Llega otra vez noviembre,que es el mes que más quiero
porque sé su secreto, porque me da más vida.
La calidad de su aire, que es canción,
casi revelación,
y sus mañanas tan remediadoras,
su ternura codiciosa,
su entrañable soledad.
Y encontrar una calle en una boca,
una casa en un cuerpo mientras, tan caducas,
con esa melodía de la ambición perdida,
caen las castañas y las telarañas.
Estas castañas, de ocre amarillento,
seguras, entreabiertas, dándome libertad
junto al temblor en sombra de su cáscara.
Las telarañas, con su geometría
tan cautelosa y pegajosa, y
también con su silencio,
con su palpitación oscura
como la del coral o la más tierna
de la esponja, o la de la piña
abierta,
o la del corazón cuando late sin tiranía, cuando
resucita y se limpia.
Tras tanto tiempo sin amor, esta mañana
qué salvadora. Qué
luz tan íntima. Me entra y me da música
sin pausas
en el momento mismo en que te amo,
en que me entrego a ti con alegría,
trémulamente e impacientemente,
sin mirar a esa puerta donde llama el adiós.
Llegó otra vez noviembre. Lejos quedan los días
de los pequeños sueños, de los besos marchitos.
Tú eres el mes que quiero. Que no me deje a oscuras
tu codiciosa luz olvidadiza y cárdena
mientras llega el invierno.
De El vuelo de la celebración (1976)
SECRETA
Tú no sabías que la muerte es bella
y que se hizo en tu cuerpo. No sabías
que la familia, calles generosas,
eran mentira.
Pero no aquella lluvia de la infancia,
y no el sabor de la desilusión,
la sábana sin sombra y la caricia
desconocida.
Que la luz nunca olvida y no perdona
más peligrosa con tu claridad
tan inocente que lo dice todo:
revelación.
Y ya no puedo ni vivir tu vida,
y ya no puedo ni vivir mi vida
con las manos abiertas esta tarde
maldita y clara.
Ahora se salva lo que se ha perdido
con sacrificio del amor, incesto
del cielo y con dolor, remordimiento,
gracia serena.
¿Y si la primavera es verdadera?
Ya no sé qué decir. Me voy alegre.
Tú no sabías que la muerte es bella,
triste doncella.
De Casi una leyenda (1991)
ΠΡΩΤΟ ΒΙΒΛΙΟ, Ι
Πάντα η διαύγεια έρχεται απ’ τον ουρανό·
είναι δώρο: δε βρίσκεται ανάμεσα στα πράγματα
αλλά πολύ πιο πάνω, τα καταλαμβάνει
και τούτο γίνεται η ζωή της και το έργο της.
Έτσι χαράζει η μέρα· έτσι κλείνει
η νύχτα τη μεγάλη αυλαία των σκιών της.
Και είναι δώρο. Ποιος κάνει όλο και πιο
άκτιστα τα όντα; Ποιος θόλος ψηλός
τα περιέχει στην αγάπη του; Αν τώρα έρχεται σ’ εμάς
κι είναι νωρίς ακόμη, έρχεται πια παντού εδώ
σαν τις δικές σου πτήσεις,
κλείνει, κι απομακρύνεται, και, μακρινή ακόμη,
τίποτα φωτεινότερο από τις ενορμήσεις της!
Διαύγεια που διψάει για μια μορφή,
μιαν ύλη για να τη φωτίσει
και να καεί η ίδια ολοκληρώνοντας το έργο της.
Όπως εγώ, όπως το καθετί που περιμένει.
Αν έχεις πάρει εσύ μαζί σου ολάκερο το φως,
τι άραγε να περιμένω εγώ από την αυγή;
Κι ωστόσο –είναι δώρο– το στόμα
περιμένει, η ψυχή μου περιμένει, κι εσύ με περιμένεις,
μεθυσμένη καταδίωξη, μοναδική μου διαύγεια
θανάσιμη όπως το αγκάλιασμα των δρεπανιών,
αγκάλιασμα μέχρι το τέλος όμως που ποτέ δεν χαλαρώνει.
Από το Δώρο της μέθης (1953)
ΥΨΗΛΟ ΜΕΡΟΚΑΜΑΤΟ
Ευτυχισμένος όποιος βγαίνει ταπεινός ένα ωραίο πρωί,
και προχωρά στο δρόμο, όπως και τόσες άλλες
μέρες της ζωής του, και δεν το περιμένει, και
ξάφνου, τι είναι αυτό; Κοιτά ψηλά και
βλέπει, στήνει αυτί στον κόσμο κι αφουγκράζεται,
και περπατά, κι ανάμεσα στα βήματά του νιώθει να φουσκώνει
η αγάπη της γης, και συνεχίζει, και ανοίγει
το αληθινό του εργαστήρι, και λάμπει στα χέρια του
καθάρια η τέχνη του, και μας την παραδίνει
από καρδιάς γιατί αγαπά, και πάει στη δουλειά του
τρέμοντας σαν το παιδί που κοινωνάει
και πλημμυρίζει από χαρά, κι όταν
αντιλαμβάνεται στο τέλος πόσο απλά
ήταν όλα, κι έχει κερδίσει πια το μεροκάματό του
γυρίζει σπίτι του χαρούμενος κι ακούει κάποιον
να χτυπά το ρόπτρο, κι αυτό δεν είναι μάταιο.
Από τη συλλογή Εξορκισμοί (1958)
Ο,ΤΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΝΕΙΡΟ
Να σου μιλάω άσε με, την ώρα αυτή
του πόνου, με τα λόγια της χαράς.
Το ξέρουμε άλλωστε
πως ο σκορπιός, η ψείρα και η βδέλλα
κάποιες φορές γιατρεύουν. Εσύ όμως άκου,
άσε με να σου πω ότι, κι αν είναι
αξιοθρήνητη η ζωή, και τώρα ακόμη
που έχουμε ηττηθεί, όχι όμως και παραδοθεί,
ο πόνος είν’ το σύννεφο,
και η χαρά ο χώρος·
ο πόνος είναι ο καλεσμένος
και η χαρά το σπίτι.
Ο πόνος είν’ το μέλι,
σύμβολο του θανάτου, και η χαρά
είναι πικρή, ξερή, και πάντα νέα,
μοναδική περιουσία της
το αληθινό της νόημα.
Άσε με να σου πω
με γνώση και σοφία πανάρχαια:
ότι παρ’ όλα αυτά, παρά
τις πίκρες όλες,
κι ας είναι τόσο οδυνηρή, κι ας είναι
αφόρητη ώρες ώρες, πάντα, ναι, πάντα,
η πιο βαθιά αλήθεια είναι η χαρά.
Αυτή που στο θολό ποτάμι
κάνει διάφανο το νερό,
εκείνη που με κάνει να σου λέω
αυτές τις λέξεις, τις τόσο ανάξιες τώρα,
αυτή που φτάνει ως εμάς όπως
φτάνει η νύχτα και όπως φτάνει το πρωί,
όπως φτάνει στην όχθη
το κύμα:
ανεπανόρθωτα.
Από το Συμμαχία και καταδίκη (1965)
ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ
Έρχεται πάλι ο Νοέμβριος, ο μήνας που περισσότερο αγαπώ
γιατί ξέρω το μυστικό του, γιατί μου δίνει περισσότερη ζωή.
Η ποιότητα του αέρα του, τραγούδι,
κι αποκάλυψη σχεδόν,
τα θεραπευτικά του πρωινά,
η άπληστή του τρυφερότητα,
η βαθιά του μοναξιά.
Και βρίσκεις ένα δρόμο σ’ ένα στόμα
Ένα σπίτι σ’ ένα κορμί ενώ, εφήμερα,
υπό τη μελωδία της χαμένης φιλοδοξίας
πέφτουν τα κάστανα και οι ιστοί αράχνης.
Αυτά τα κάστανα, ώχρα κιτρινωπή,
σίγουρα, μισάνοιχτα, να μου προσφέρουν ελευθερία
μαζί και ρίγος στη σκιά της φλούδας τους.
Οι ιστοί αράχνης, με την κολλώδη και
διστακτική γεωμετρία τους, με
τη σιωπή τους
και το σκοτεινό παλμό τους
όπως του κοραλλιού ή τον πιο τρυφερό
του σπόγγου ή του ανοιχτού
κουκουναριού,
ή της καρδιάς όταν χτυπάει δίχως τυραννία, σαν
βρίσκει ανάσταση και κάθαρση.
Τόσος καιρός που πέρασε χωρίς αγάπη, πόσο σωτήριο
τούτο το πρωινό. Πόσο
οικείο το φως του. Με διαπερνά και μου χαρίζει μουσική
χωρίς παύσεις
την ίδια τη στιγμή που σ’ αγαπώ,
που παραδίνομαι όλος χαρά σε σένα,
τρέμοντας κι ανυπόμονος,
και δεν κοιτώ την πόρτα όπου με καλεί το αντίο.
Ήρθε και πάλι ο Νοέμβριος. Κι είναι μακριά οι μέρες
των μικρών ονείρων, των μαραμένων ασπασμών.
Εσύ είσαι ο μήνας που αγαπώ. Ας μη μ’ αφήσει στο σκοτάδι
τ’ άπληστο φως σου, το γκριζογάλανο και ξεχασιάρικο
σαν έρχεται ο χειμώνας.
Από το Η πτήση της γιορτής (1976)
SECRETA
Εσύ δεν ήξερες πως είναι όμορφος ο θάνατος
και πως κυρίεψε το σώμα σου. Δεν ήξερες
πως οικογένεια, δρόμοι γενναιόδωροι
ήτανε ένα ψέμα.
Όχι όμως και η βροχή των παιδικών σου χρόνων,
ούτε η γεύση της απογοήτευσης,
το ανίσκιωτο σεντόνι και το άγνωστο
χάδι.
Ότι το φως ούτε ξεχνά ούτε και συγχωρεί ποτέ,
πιο επικίνδυνο μαζί με το δικό σου φέγγος
το τόσο αθώο που τα λέει όλα
– αποκάλυψη.
Και πια είμαι ανίκανος να ζήσω τη ζωή σου,
και πια είμαι ανίκανος να ζήσω τη ζωή μου
με τα χέρια ορθάνοιχτα ετούτο το απόγευμα
το φωτεινό και το καταραμένο.
Τώρα σώζεται ό,τι χάθηκε
με τη θυσία του έρωτα, αιμομιξία
τ’ ουρανού, με την οδύνη και την τύψη,
τη γαλήνια χάρη.
Κι αν είναι αληθινή η άνοιξη;
Δεν ξέρω τώρα τι να πω. Φεύγω ευτυχισμένος.
Εσύ δεν ήξερες πως είναι όμορφος ο θάνατος,
θλιμμένη κόρη.
Από το Σχεδόν θρύλος (1991)
[Μετάφραση: Έφη Γιαννοπούλου]
Από: http://www.apiliotis.gr/ArticlesList.aspx?C=135&A=53
Ο Κλαούντιο Ροδρίγκεθ, που γεννήθηκε στη Θαμόρα στις 30 Ιανουαρίου 1934, είναι ένας από τους πιο ιδιοσυγκρασιακούς και γοητευτικούς ισπανούς ποιητές του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα. Με τη συλλογή του Don de la ebriedad (Δώρο της μέθης, 1953) («η ποίηση –εφηβεία– είναι σαν δώρο· και η μέθη σαν κατάσταση ενθουσιασμού, με την πλατωνική έννοια, έμπνευσης, έκστασης ή, στη χριστιανική ορολογία, ζήλου») διαμόρφωσε τις όχθες στις οποίες θα περιδιάβαζε στη συνέχεια η ποίησή του και η ποίηση άλλων ποιητών της γενιάς του.
Το 1951 πήγε στη Μαδρίτη για να σπουδάσει φιλοσοφία και λογοτεχνία. Πήρε το πτυχίο του από το τμήμα Ρομανικής Φιλολογίας, με διπλωματική εργασία που είχε τον τίτλο Το μαγικό στοιχείο στα ισπανικά παιδικά χορωδιακά τραγούδια. Οι βιογράφοι του επισημαίνουν ότι η προσωπικότητά του στα νεανικά του χρόνια χαρακτηριζόταν από δύο στοιχεία: αγαπούσε πολύ καθετί το παιδικό, παρατηρώντας και αναπαράγοντας με μανία τα παιδικά παιχνίδια και τραγούδια, και, από την άλλη, ήταν μανιώδης περιπατητής και περιηγητής. Περίπατοι στη Θαμόρα, στις όχθες του Ντουέρο, σε πόλεις και σε χωριά της Ισπανίας, έχουν επηρεάσει καθοριστικά τον παλμό της γραφής του.
Στην πρωτεύουσα της Ισπανίας γνωρίστηκε με τον Βιθέντε Αλεϊξάντρε, επιφανή ποιητή της γενιάς του ’27 και βραβείο Νομπέλ λογοτεχνίας, στο σπίτι του οποίου συνέρρεαν όλοι οι νέοι ποιητές της εποχής, με τα γραπτά τους ανά χείρας, για να τα δείξουν στον δάσκαλο των ποιητών.
Παρά τη συντομία της, η ποιητική διαδρομή του Κλαούντιο Ροδρίγκεθ, που ολοκληρώνεται με άλλες τέσσερις ποιητικές συλλογές σπάνιας ομορφιάς [Conjuros (Εξορκισμοί), Alianza y condena (Συμμαχία και καταδίκη), El vuelo de la celebración (Η πτήση της γιορτής) και Casi una leyenda (Σχεδόν θρύλος)], είναι ένα από τα καλύτερα και πιο ολοκληρωμένα δείγματα ποίησης που έχει συλληφθεί και υλοποιηθεί ως πορεία προς τη γνώση.
Η σπάνια παρατηρητικότητά του, η φυσική αίσθηση του ρυθμού και η καθημερινή, συγκεκριμένη, και μαζί υπερβατική γλώσσα του, συμπυκνώνονται σε ένα λυρικό έργο από το οποίο αναδεικνύονται τρεις βασικές αρετές: η αλληλεγγύη, η απλότητα και η ευθυμία.
Παράλληλα, από το 1958 έως το 1964 ο Ροδρίγκεθ δίδαξε ως λέκτορας ισπανικών στα πανεπιστήμια του Νότιγχαμ και του Κέιμπριτζ (στη Μεγάλη Βρετανία), και αργότερα ως καθηγητής ισπανικής λογοτεχνίας σε βορειοαμερικανικά πανεπιστημιακά ιδρύματα με έδρα στην Ισπανία. Διακρίθηκε επίσης ως μεταφραστής στα ισπανικά του έργου του Τ. Σ. Έλιοτ.
Στον Κλαούντιο Ροδρίγκεθ απονεμήθηκαν κάποιες από τις σημαντικότερες διακρίσεις της ισπανικής λογοτεχνίας, όπως το βραβείο Adonáis (1953), το βραβείο Κριτικής (1965), το Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1983). Το 1993 έλαβε το Βραβείο Príncipe de Asturias, και αμέσως μετά το Βραβείο της Βασίλισσας Σοφίας για την Ιβηροαμερικανική Ποίηση, το οποίο απονέμεται από το ίδρυμα Patrimonio Nacional και το Πανεπιστήμιο της Σαλαμάνκας.
Πέθανε στη Μαδρίτη, στις 22 Ιουλίου 1999.
Η ελληνική μετάφραση των πέντε ποιημάτων του Κλαούντιο Ροδρίγκεθ περιλαμβάνεται στην έκδοση Claudio Rodríguez, Cinco Poemas, μαζί με μεταφράσεις των ίδιων ποιημάτων στα αγγλικά, τα πορτογαλικά, τα γαλλικά, τα ιταλικά, τα λιθουανικά, τα βουλγαρικά και τα γερμανικά. Το βιβλίο κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 2007 από τις ισπανικές εκδόσεις Hiperión.
LIBRO PRIMERO, I
Siempre la claridad viene del cielo;
es un don: no se halla entre las cosas
sino muy por encima, y las ocupa
haciendo de ello vida y labor propias.
Así amanece el día; así la noche
cierra el gran aposento de sus sombras.
Y esto es un don. ¿Quién hace menos creados
cada vez a los seres? ¿Qué alta bóveda
los contiene en su amor? ¡Si ya nos llega
y es pronto aún, ya llega a la redonda
a la manera de los vuelos tuyos
y se cierne, y se aleja y, aún remota,
nada hay tan claro como sus impulsos!
Oh, claridad sedienta de una forma,
de una materia para deslumbrarla
quemándose a sí misma al cumplir su obra.
Como yo, como todo lo que espera.
Si tú la luz te la has llevado toda,
¿cómo voy a esperar nada del alba?
Y, sin embargo —esto es un don—, mi boca
espera, y mi alma espera, y tú me esperas,
ebria persecución, claridad sola
mortal como el abrazo de las hoces,
pero abrazo hasta el fin que nunca afloja.
De Don de la ebriedad (1953)
ALTO JORNAL
Dichoso el que un buen día sale humilde
y se va por la calle, como tantos
días más de su vida, y no lo espera
y, de pronto, ¿qué es esto?, mira a lo alto
y ve, pone el oído al mundo y oye,
anda, y siente subirle entre los pasos
el amor de la tierra, y sigue, y abre
su taller verdadero, y en sus manos
brilla limpio su oficio, y nos lo entrega
de corazón porque ama, y va al trabajo
temblando como un niño que comulga
mas sin caber en el pellejo, y cuando
se ha dado cuenta al fin de lo sencillo
que ha sido todo, ya el jornal ganado,
vuelve a su casa alegre y siente que alguien
empuña su aldabón, y no es en vano.
De Conjuros (1958)
LO QUE NO ES SUEÑO
Déjame que te hable en esta hora
de dolor con alegres
palabras. Ya se sabe
que el escorpión, la sanguijuela, el piojo,
curan a veces. Pero tú oye, déjame
decirte que, a pesar
de tanta vida deplorable, sí,
a pesar y aun ahora
que estamos en derrota, nunca en doma,
el dolor es la nube;
la alegría, el espacio;
el dolor es el huésped;
la alegría, la casa.
Que el dolor es la miel,
símbolo de la muerte, y la alegría
es agria, seca, nueva,
lo único que tiene
verdadero sentido.
Déjame que con vieja
sabiduría, diga:
a pesar, a pesar
de todos los pesares
y aunque sea muy dolorosa y aunque
sea a veces inmunda, siempre, siempre
la más honda verdad es la alegría.
La que de un río turbio
hace aguas limpias,
la que hace que te diga
estas palabras tan indignas ahora,
la que nos llega como
llega la noche y llega la mañana,
como llega a la orilla
la ola:
irremediablemente.
De Alianza y condena (1965)
NOVIEMBRE
Llega otra vez noviembre,que es el mes que más quiero
porque sé su secreto, porque me da más vida.
La calidad de su aire, que es canción,
casi revelación,
y sus mañanas tan remediadoras,
su ternura codiciosa,
su entrañable soledad.
Y encontrar una calle en una boca,
una casa en un cuerpo mientras, tan caducas,
con esa melodía de la ambición perdida,
caen las castañas y las telarañas.
Estas castañas, de ocre amarillento,
seguras, entreabiertas, dándome libertad
junto al temblor en sombra de su cáscara.
Las telarañas, con su geometría
tan cautelosa y pegajosa, y
también con su silencio,
con su palpitación oscura
como la del coral o la más tierna
de la esponja, o la de la piña
abierta,
o la del corazón cuando late sin tiranía, cuando
resucita y se limpia.
Tras tanto tiempo sin amor, esta mañana
qué salvadora. Qué
luz tan íntima. Me entra y me da música
sin pausas
en el momento mismo en que te amo,
en que me entrego a ti con alegría,
trémulamente e impacientemente,
sin mirar a esa puerta donde llama el adiós.
Llegó otra vez noviembre. Lejos quedan los días
de los pequeños sueños, de los besos marchitos.
Tú eres el mes que quiero. Que no me deje a oscuras
tu codiciosa luz olvidadiza y cárdena
mientras llega el invierno.
De El vuelo de la celebración (1976)
SECRETA
Tú no sabías que la muerte es bella
y que se hizo en tu cuerpo. No sabías
que la familia, calles generosas,
eran mentira.
Pero no aquella lluvia de la infancia,
y no el sabor de la desilusión,
la sábana sin sombra y la caricia
desconocida.
Que la luz nunca olvida y no perdona
más peligrosa con tu claridad
tan inocente que lo dice todo:
revelación.
Y ya no puedo ni vivir tu vida,
y ya no puedo ni vivir mi vida
con las manos abiertas esta tarde
maldita y clara.
Ahora se salva lo que se ha perdido
con sacrificio del amor, incesto
del cielo y con dolor, remordimiento,
gracia serena.
¿Y si la primavera es verdadera?
Ya no sé qué decir. Me voy alegre.
Tú no sabías que la muerte es bella,
triste doncella.
De Casi una leyenda (1991)
ΠΡΩΤΟ ΒΙΒΛΙΟ, Ι
Πάντα η διαύγεια έρχεται απ’ τον ουρανό·
είναι δώρο: δε βρίσκεται ανάμεσα στα πράγματα
αλλά πολύ πιο πάνω, τα καταλαμβάνει
και τούτο γίνεται η ζωή της και το έργο της.
Έτσι χαράζει η μέρα· έτσι κλείνει
η νύχτα τη μεγάλη αυλαία των σκιών της.
Και είναι δώρο. Ποιος κάνει όλο και πιο
άκτιστα τα όντα; Ποιος θόλος ψηλός
τα περιέχει στην αγάπη του; Αν τώρα έρχεται σ’ εμάς
κι είναι νωρίς ακόμη, έρχεται πια παντού εδώ
σαν τις δικές σου πτήσεις,
κλείνει, κι απομακρύνεται, και, μακρινή ακόμη,
τίποτα φωτεινότερο από τις ενορμήσεις της!
Διαύγεια που διψάει για μια μορφή,
μιαν ύλη για να τη φωτίσει
και να καεί η ίδια ολοκληρώνοντας το έργο της.
Όπως εγώ, όπως το καθετί που περιμένει.
Αν έχεις πάρει εσύ μαζί σου ολάκερο το φως,
τι άραγε να περιμένω εγώ από την αυγή;
Κι ωστόσο –είναι δώρο– το στόμα
περιμένει, η ψυχή μου περιμένει, κι εσύ με περιμένεις,
μεθυσμένη καταδίωξη, μοναδική μου διαύγεια
θανάσιμη όπως το αγκάλιασμα των δρεπανιών,
αγκάλιασμα μέχρι το τέλος όμως που ποτέ δεν χαλαρώνει.
Από το Δώρο της μέθης (1953)
ΥΨΗΛΟ ΜΕΡΟΚΑΜΑΤΟ
Ευτυχισμένος όποιος βγαίνει ταπεινός ένα ωραίο πρωί,
και προχωρά στο δρόμο, όπως και τόσες άλλες
μέρες της ζωής του, και δεν το περιμένει, και
ξάφνου, τι είναι αυτό; Κοιτά ψηλά και
βλέπει, στήνει αυτί στον κόσμο κι αφουγκράζεται,
και περπατά, κι ανάμεσα στα βήματά του νιώθει να φουσκώνει
η αγάπη της γης, και συνεχίζει, και ανοίγει
το αληθινό του εργαστήρι, και λάμπει στα χέρια του
καθάρια η τέχνη του, και μας την παραδίνει
από καρδιάς γιατί αγαπά, και πάει στη δουλειά του
τρέμοντας σαν το παιδί που κοινωνάει
και πλημμυρίζει από χαρά, κι όταν
αντιλαμβάνεται στο τέλος πόσο απλά
ήταν όλα, κι έχει κερδίσει πια το μεροκάματό του
γυρίζει σπίτι του χαρούμενος κι ακούει κάποιον
να χτυπά το ρόπτρο, κι αυτό δεν είναι μάταιο.
Από τη συλλογή Εξορκισμοί (1958)
Ο,ΤΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΝΕΙΡΟ
Να σου μιλάω άσε με, την ώρα αυτή
του πόνου, με τα λόγια της χαράς.
Το ξέρουμε άλλωστε
πως ο σκορπιός, η ψείρα και η βδέλλα
κάποιες φορές γιατρεύουν. Εσύ όμως άκου,
άσε με να σου πω ότι, κι αν είναι
αξιοθρήνητη η ζωή, και τώρα ακόμη
που έχουμε ηττηθεί, όχι όμως και παραδοθεί,
ο πόνος είν’ το σύννεφο,
και η χαρά ο χώρος·
ο πόνος είναι ο καλεσμένος
και η χαρά το σπίτι.
Ο πόνος είν’ το μέλι,
σύμβολο του θανάτου, και η χαρά
είναι πικρή, ξερή, και πάντα νέα,
μοναδική περιουσία της
το αληθινό της νόημα.
Άσε με να σου πω
με γνώση και σοφία πανάρχαια:
ότι παρ’ όλα αυτά, παρά
τις πίκρες όλες,
κι ας είναι τόσο οδυνηρή, κι ας είναι
αφόρητη ώρες ώρες, πάντα, ναι, πάντα,
η πιο βαθιά αλήθεια είναι η χαρά.
Αυτή που στο θολό ποτάμι
κάνει διάφανο το νερό,
εκείνη που με κάνει να σου λέω
αυτές τις λέξεις, τις τόσο ανάξιες τώρα,
αυτή που φτάνει ως εμάς όπως
φτάνει η νύχτα και όπως φτάνει το πρωί,
όπως φτάνει στην όχθη
το κύμα:
ανεπανόρθωτα.
Από το Συμμαχία και καταδίκη (1965)
ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ
Έρχεται πάλι ο Νοέμβριος, ο μήνας που περισσότερο αγαπώ
γιατί ξέρω το μυστικό του, γιατί μου δίνει περισσότερη ζωή.
Η ποιότητα του αέρα του, τραγούδι,
κι αποκάλυψη σχεδόν,
τα θεραπευτικά του πρωινά,
η άπληστή του τρυφερότητα,
η βαθιά του μοναξιά.
Και βρίσκεις ένα δρόμο σ’ ένα στόμα
Ένα σπίτι σ’ ένα κορμί ενώ, εφήμερα,
υπό τη μελωδία της χαμένης φιλοδοξίας
πέφτουν τα κάστανα και οι ιστοί αράχνης.
Αυτά τα κάστανα, ώχρα κιτρινωπή,
σίγουρα, μισάνοιχτα, να μου προσφέρουν ελευθερία
μαζί και ρίγος στη σκιά της φλούδας τους.
Οι ιστοί αράχνης, με την κολλώδη και
διστακτική γεωμετρία τους, με
τη σιωπή τους
και το σκοτεινό παλμό τους
όπως του κοραλλιού ή τον πιο τρυφερό
του σπόγγου ή του ανοιχτού
κουκουναριού,
ή της καρδιάς όταν χτυπάει δίχως τυραννία, σαν
βρίσκει ανάσταση και κάθαρση.
Τόσος καιρός που πέρασε χωρίς αγάπη, πόσο σωτήριο
τούτο το πρωινό. Πόσο
οικείο το φως του. Με διαπερνά και μου χαρίζει μουσική
χωρίς παύσεις
την ίδια τη στιγμή που σ’ αγαπώ,
που παραδίνομαι όλος χαρά σε σένα,
τρέμοντας κι ανυπόμονος,
και δεν κοιτώ την πόρτα όπου με καλεί το αντίο.
Ήρθε και πάλι ο Νοέμβριος. Κι είναι μακριά οι μέρες
των μικρών ονείρων, των μαραμένων ασπασμών.
Εσύ είσαι ο μήνας που αγαπώ. Ας μη μ’ αφήσει στο σκοτάδι
τ’ άπληστο φως σου, το γκριζογάλανο και ξεχασιάρικο
σαν έρχεται ο χειμώνας.
Από το Η πτήση της γιορτής (1976)
SECRETA
Εσύ δεν ήξερες πως είναι όμορφος ο θάνατος
και πως κυρίεψε το σώμα σου. Δεν ήξερες
πως οικογένεια, δρόμοι γενναιόδωροι
ήτανε ένα ψέμα.
Όχι όμως και η βροχή των παιδικών σου χρόνων,
ούτε η γεύση της απογοήτευσης,
το ανίσκιωτο σεντόνι και το άγνωστο
χάδι.
Ότι το φως ούτε ξεχνά ούτε και συγχωρεί ποτέ,
πιο επικίνδυνο μαζί με το δικό σου φέγγος
το τόσο αθώο που τα λέει όλα
– αποκάλυψη.
Και πια είμαι ανίκανος να ζήσω τη ζωή σου,
και πια είμαι ανίκανος να ζήσω τη ζωή μου
με τα χέρια ορθάνοιχτα ετούτο το απόγευμα
το φωτεινό και το καταραμένο.
Τώρα σώζεται ό,τι χάθηκε
με τη θυσία του έρωτα, αιμομιξία
τ’ ουρανού, με την οδύνη και την τύψη,
τη γαλήνια χάρη.
Κι αν είναι αληθινή η άνοιξη;
Δεν ξέρω τώρα τι να πω. Φεύγω ευτυχισμένος.
Εσύ δεν ήξερες πως είναι όμορφος ο θάνατος,
θλιμμένη κόρη.
Από το Σχεδόν θρύλος (1991)
[Μετάφραση: Έφη Γιαννοπούλου]
Από: http://www.apiliotis.gr/ArticlesList.aspx?C=135&A=53
Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2012
Ο Χορός Σέρα
H παλαιότερη αλλά και η πιο εμπεριστατωμένη περιγραφή του χορού προέρχεται από τον αείμνηστο Κων/νο Παπαμιχαλόπουλο, αργότερα πολιτικό και Υπουργό του Ελληνικού Κράτους στο σύγγραμμά του «Περιήγησις εις τον Πόντο», Αθήνα 1903, σελίδα 224.
Γράφει: «Αι κατά πάσας τας διευθύνσεις κινήσεις του σώματος, η στενή προς αλλήλους των χορευτών σύσφιγξης, η βιαία προς το δάπεδον στροφή, των ποδών οι κτύποι και των όπλων οι γδούποι, αι συσπάσεις των μυών του σώματος, ο ενθουσιασμός ο καταλαμβάνων τους χορευτάς, των θεομένων ο θαυμασμός και αι επευφημίαι, η πανταχού εν είδει σπινθήρος μεταδιδομένη συγκίνησης, πάντα ταύτα προσδίδουν τοιαύτην πρωτοτυπίαν και τοσαύτην αίγλην εις το χορευτικόν σύμπλεγμα, ώστε δικαίως θα ηδύνατο τις να κατατάξη τον Σέρα χορόν μεταξύ των διασημοτέρων χορών ολοκλήρου του κόσμου».
Ο ίδιος συγγραφέας αναφέρει ότι: «Οι χορευταί φέρουν ολόκληρον την πανοπλίαν αυτών και είναι ενδεδυμένοι με την επιχώριον στολήν, τας ζίπκας». Ο Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος παραδέχεται ανεπιφύλαχτα ότι ο Σέρα-χορός είναι από καταγωγή του λαϊκή δημιουργία των Ελλήνων του Πόντου, δίχως να υπήρχε τότε καμιά υποψία ή ένδειξη για γνώμη αντίθετη.
Στο χορό Σέρα αναφέρεται και ο πατέρας της ποντιακής Λαογραφίας Δ. Η. Οικονομίδης, τόσο στο Αρχείο του Πόντου, τόμος Β' σελ. 14-15, Αθήνα 1928, όσο και στο περιοδικό «Ημερολόγιο της Μεγάλης Ελλάδος», Αθήνα 1923, σελ. 340-341. Μάλιστα στο Αρχείο του Πόντου η αναφορά στο χορό γίνεται στο κεφάλαιο «Περί Αμφιέσεως», για να επισημάνει «Άξιον σημειώσεως ενταύθα ότι μόνο οι ζιπκαλίδες χόρευον τον περίφημον Σέρα-χορόν».
Για τον χορό Σέρα δημοσιεύτηκε μελέτη του Π.Δ. Μουζενίδη με εισαγωγή του Ξενοφώντος Άκογλου, του γνωστού Ξένου Ξενίτα, στο περιοδικό «Ποντιακή Εστία», πρώτη περίοδος, έτος 7ο, τεύχος 76ο Απριλίου 1956. Λέει λοιπόν ο Ξενοφώντος Άκογλου:
«Οι Έλληνες του Πόντου χόρευαν το χορό Σέρα. Τον χόρευαν και οι Τούρκοι-μόνο του Πόντου. Και γεννάται το ερώτημα: Οι Τούρκοι τον πήραν το χορό αυτόν από τους Έλληνες ή οι Έλληνες από τους Τούρκους; Είναι γνωστό πως η ιστορία των λαών της Ανατολής παρουσιάζει κενά και αμφιβολίες και για αυτά τα ίδια ιστορικά γεγονότα, από έλλειψη έγκυρων πηγών γραφτών της κάθε εποχής, με κάθε επιθυμητή και ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια. Είναι πολύ φυσικό να διατυπώνονται αμφιβολίες και για την πατρότητα στοιχείων πολιτισμού των λαών, που δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της αρχικής προέλευσής τους, γιατί δεν υπήρχε καθιερωμένος τρόπος για την παρασήμανση και την περιγραφή τους. Σαν τέτοια στοιχεία είναι και οι λαϊκές καλλιτεχνικές δημιουργίες, όπως ο χορός και η μουσική. Δεν είναι, βλέπεις, κανένα υλικό αντικείμενο: ναός, παλιός, εκκλησία, άγαλμα, εικόνα, που να μη σηκώνει αμφιβολίες και ιδίως αντιρρήσεις. Φτάνομε λοιπόν στο σημείο να στηριχτούμε κυρίως σε τεκμήρια ιστορικά, λαογραφικά, εθνολογικά και σε κάθε είδους σχετικές επιβοηθητικές ενδείξεις, για να ξεκαθαρίσουμε, όσο γίνεται πιο πειστικά, την πραγματική, τη γνήσια προέλευσή τους.
Ο Λουκιανός γράφει στο βιβλίο του «Περί Ορχήσεως», στερεότυπη έκδοση, σελ. 16, τα ακόλουθα: «Η μεν γε Βακχική όρχησις εν Ιωνία μάλιστα και εν Πόντω σπουδαζομένη...». (σε μετάφραση) «Ο Βακχικός λεγόμενος χορός σπουδαζότανε κυρίως στην Ιωνία και στον Πόντο και μολονότι ήταν σατυρικός, τόσο πολύ είχε καταστήσει υποχείριους τους εκεί ανθρώπους, ώστε κατά την ορισμένη εποχή ο καθένας λησμονώντας κάθε άλλο είδος εργασίας, καθόντανε μέρες και σεργιανούσαν τους χορούς των τιτάνων και των κορυβάντων, των σατύρων κα των βουκόλων. Και χόρευαν τους χορούς αυτούς οι πιο ευγενείς και καλύτεροι σε κάθε πόλη και δεν ντρεπόντανε γι' αυτό καθόλου. Απεναντίας το παινευόντανε και καυχόντανε, περισσότερο γιατί ήξεραν να χορεύουν, παρά γιατί καταγόντανε από ευγενική φύτρα ή για πλούτη ή για προγονικά αξιώματα».
Ποιοι ήσαν οι χοροί των τιτάνων, των κορυβάντων, των σατύρων και των βουκόλων; Δεν ήτανε χορογράφος ο Λουκιανός για να μας τους περιγράψει, ώστε να τους συγκρίνομε με τους τωρινούς. Για τον ίδιο λόγο και ο αρχαίος πυρρίχιος - που έτσι συχνά ονομάζομε και τον σέρα χορό-δεν μας έμεινε χορογραφημένος. Ωστόσο, το έθιμο των πανηγυρικών χορών, από τον «τεταγμένον χρόνο» της εποχής του Λουκιανού, διατηρήθηκε παραδοσιακά στους Ποντίους-και γενικά στους Έλληνες-με τις ποικίλες γιορτές των αγίων, με τις αγροτικές γιορτές, του παραθερισμού, των γάμων και των λοιπών θρησκευτικών εορτών. Και αυτό κάτι μας λέγει. Γιατί δεν είναι νοητό να διατηρηθεί έθιμο, δίχως τα εξωτερικά χαρακτηριστικά στοιχεία που έδιναν τον τόνο και τα εκφραστικά μέσα με τα οποία γιορταζότανε το έθιμο.
Ο Π.Δ. Μουζενίδης στην παραπάνω αναφερόμενη μελέτη διατυπώνει μεταξύ πολλών άλλων, τις εξής απόψεις:
α. « Έχω μορφώσει τη γνώμη, πως ο επίδικος χορός δεν αποτελεί έναν απλό χορό της σειράς. Οι διαδοχικές στροφές του με την ποικιλία τους, δικαιωματικά του δίνουν τον τίτλο σωστού χοροδράματος, που άνετα μπορεί να σταθεί δίπλα και πιο πάνω από τα επιτεύγματα του είδους άλλων λαών. Δεν γεννάται βέβαια ζήτημα για σύγκριση με χοροδράματα που έχουν καλλιεργηθεί στις σέρες ινστιτούτων του μπαλέτου από επιστήμονες χορογράφους. Μιλούμε πάντα για λαϊκές δημιουργίες με φανερά τα στοιχεία -τόσο το καλύτερο-του πρωτογονισμού που αποτελούν τα κύρια χαρακτηριστικά τους γνωρίσματα».
β. Ο χορός σέρα-χορόδραμα
«Χαρακτηρίσαμε πιο πάνω τον επίδικο χορό ως χορόδραμα. Θα τολμήσουμε να αναλύσουμε την άποψή μας αυτή. Τρείς είναι οι στροφές του. 1) Στην πρώτη στροφή οι χορευτές (που δεν είναι άλλοι παρά ο ίδιος ο Λαός) πιασμένοι χέρι με χέρι με υψωμένα τα χέρια χορεύουν ομαλά, με βήματα μικρά, με κάποια ευφροσύνη ζωγραφισμένη στο πρόσωπο που μεταδίνεται και στις κινήσεις και σε όλο τους το σώμα. Χαίρονται τη ζωή, τη λευτεριά τους. 2) Όσο ζυγώνει ο χορός στη δεύτερη στροφή, η ατμόσφαιρα αλλάζει. Η χαρά μεταβάλλεται σε ανησυχία, σε αδημονία για κάτι δυσάρεστο που πρόκειται ν' ακολουθήσει. Τα νεύρα τεντώνουν. Το κορμί παίρνει τη μεγαλύτερή του ένταση για να αντισταθεί στον κίνδυνο, στην απειλή. Κλονίζεται & λυγάει. Όμως η ψυχή αντιδρά. Δίνει εντολές. Τα χέρια των χορευτών-εκτελεστές των εντολών της ψυχής- με ρυθμικές μπρος-πίσω κινήσεις προσπαθούν να κρατήσουν σε ισορροπία το κορμί να μην πέσει. Είναι η αναπαράσταση των προσπαθειών του πληγωμένου, που πασκίζει να κρατηθεί, να νικήσει. Μα το πληγωμένο κορμί δεν μπορεί για πολύ διάστημα να κρατηθεί ολόρθο. Γέρνει προς τη γη. Διπλώνεται, κουλουριάζεται. Είναι οι φυσικές κινήσεις του πληγωμένου, είναι η συνισταμένη των προσπαθειών του να δώσει μικρότερο στόχο στον πόνο που σουβλάει το κορμί. Η ψυχή συνεχίζει την αντίδραση. Λέγει στο κορμί: «Όχι, μη κλονίζεσαι, κράτει. Αγκάλιασε τη ζωή. Χόρευε. Μπόρα είναι και θα περάσει. Θάρθει η ώρα της απολύτρωσης». Και το κατορθώνει. Το σώμα εμψυχώνεται...
Στο σημείο τούτο του χορού, καθώς είναι σκυμμένο το κορμί, τα μικρά, τα σημειωτά, τα ζωηρά, τα κοφτά βήματα είναι αυτή η ίδια η χαρακτηριστική υπέρτατη προσπάθεια που καταβάλλει ο πληγωμένος να κρατηθεί στη ζωή. 3)Φτάνει η ώρα της λύτρωσης. Ο μύθος του Ανταίου προβάλλει μπροστά μας ολοζώντανος. Με το λύγισμα-άγγιγμα-προς τη Γη, νέα δύναμη παροχετεύεται στο πληγωμένο σώμα. Ανεμοστρόβιλος οι χορευτές αφήνουν τη σκυμμένη, τη ζαρωμένη στάση, σηκώνονται, αναπηδούν και με τα σκέλη πλατειά ανοιγμένα ορθώνονται στητοί πάνω στη γη, με περήφανο ψηλά το κεφάλι και συνεχίζουν το χορό στην επανάληψη των στροφών του».
Με αφορμή τη δημοσίευση της αναφερόμενης μελέτης του Π. Δ. Μουζενίδη, ο μεγάλος πόντιος λαογράφος Π. Η. Μελανοφρύδης, Αργυρουπολίτης στην καταγωγή, δημοσίευσε την ίδια χρονιά στην Ποντιακή Εστία (σελ. 3747-3750), στη στήλη «Λαογραφικά», εμπεριστατωμένες περιγραφές και απόψεις γύρω απ' το χορό Σέρα. Λέει λοιπόν ο Παντελής Μελανοφρύδης μεταξύ άλλων: «Εν πρώτοις παρατηρούμε το εξής άξιον προσοχής, ότι οι Τούρκοι του Πόντου και ειδικώς των περιφερειών Τραπεζούντας, Τορουλίου, Γκιουμουσχανέ, Σουρμένων, Όφεως τους χορούς, τους οποίους εδανείσθησαν από τους Έλληνας ή άλλους λαούς, τους ονόμαζαν με την ελληνικήν λέξιν χορόν (ή χορόμ), ενώ τους ιδικούς των έλεγαν όιν (παιγνίδι) (κιοτσάκ οινί, πιτζάκ οινί, ζεϊμπέκ οινί). Έπειτα τον χορόν Σέρα τον έλεγαν Σέρα χορονί και συνηθέστερον: Λαζ'χορονί, εξ ου και εις την Χαλδίαν ελέγετο συνήθως «Λάζικον».
Ώστε έχομε προφανή την μαρτυρίαν των Τούρκων ότι ο χορός δεν είναι Τουρκικός αλλά Σέρα, δηλ. προερχόμενος από το χωρίον Σέρα της περιφερείας Ακτζαπάτ (Πλατάνων) ή από το Λαζιστάν (Λάζικον) και οι δύο προελεύσεις είναι σωσταί και εξηγούν τον διαφορετικόν τρόπον με τον οποίον εχορεύετο ο χορός αυτός, ως θα εξηγήσωμεν παρακατιόντες.
Σημειωτέον δε ότι εις τα Σούρμενα και τον Όφιν ο χορός και υπό των Ελλήνων και των Τούρκων ελέγετο Σέρα. Πόθεν η λέξις άγνωστον. Ίσως αρχαία ονομασία και κατόπιν οι Τούρκοι, είτε διότι εχορεύετο καλά εις Σέραν, είτε δια ν'αφοφύγωσι την συνωνυμίαν με την «σάραν» (επιληψίαν), τον μετονόμασαν Σέρα.
Η Σέρα δεν ήτο κοινός χορός, δυνάμενος να χορεύεται από όλους, όπως και οι λοιποί χοροί. Ήτο, όπως λίαν προσφυώς παρατηρεί ο φίλος κ. Άκογλου χορός, τον οποίον εχόρευαν «οι πιο ευγενείς και καλύτεροι σε κάθε πόλη», δηλ. σαν να πούμε ο αριστοκρατικός χορός, όπου για να συμμετάσχει κανείς έπρεπε να έχει ορισμένα προσόντα: Ευσταλής, ευκίνητος, ντυμένος καλά με την επιχώριον ζίπκαν (σαγιάκι ή λίπεσχαν), σελάχι, τουλάχιστον ένα μαχαίρι, πιστόλι ή ρεβόλβερ, ασημένιο χαϊμαλί κρεμασμένο από τον λαιμό και αλυσίδα ασημένια ωρολογίου, ελαφρά παπούτσια (τζιάπουλας, γεμενία) κουκούλα με τα απαραίτητα ασημόχροα σειρήτια.
Δεν εννοείτο χορευτής του Σέρα με σαλβάρια ή τις πάνινες ζίπκες, που φορούσεν ο φτωχόκοσμος, με παλαιά φορεσιά. Αυτοί θ' άκουαν το ποντιακό σατυρικό γνωμικό:
Αλούπες εχόρευεν κι' ο κόλος ατ' εφαίν' τον.
Μόνον λοιπόν ευγενείς, μπέηδες, διαλεκτά παλληκάρια και γυμνασμένα καλά ημπορούσαν να τον χορέψουν εις τους χορούς των πανηγύρεων της περιφερείας μας (Τορούλ) στην Γουμεράν τον Δεκαπενταύγουστον, στην Ανάληψιν της Αδύσσης, στην Αεμαρίναν του Κορκοτά, του Αγ. Γεωργίου, εις τα Καταφύγια του Παλαιοχωρίου κτλ. ελάμβανον μέρος μόνον παιδιά μπέηδων της Αρδάσσης και Ζερμούδας και Έλληνες, όλοι καλοντυμένοι και λεβέντες, διαλεκτοί «γιοσμάδες».
Και συνεχίζει ο Παντελής Μελανοφρύδης:
Αλλά και σε άλλας περιφερείας, όπου εχορεύετο ο χορός, η επιλογή ήτο απαραίτητος και πάντοτε επρώτευαν οι Έλληνες.
Ο γνωστός εις τους εκ Πόντου Έλληνας Γεν. Διοικητής (Βαλής) Τραπεζούντος Καδρή-μπεης, του οποίου η συνετή και δικαία διοίκησις, η στιβαρά χειρ και η αμερόληπτος δράσις του απέναντι των διαφόρων εθνοτήτων απεκατέστησαν την ασφάλειαν εις τον Νομόν και τον ανέδειξαν ένα των καλλιτέρων λειτουργών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (τέλος του 19ου αιώνος και αρχάς του 20ου), δια να διοργανώσει χορούς Σέρα δια τας διαφόρους εθνικάς εορτάς των Τούρκων προσέφευγεν όχι μόνον εις Έλληνας οργανοπαίκτας λύρας, ζουρνά και νταουλίου αλλά και από ελληνικά εκλεκτά παλληκάρια της περιφερείας Τραπεζούντος κυρίως εστρατολόγει τους χορευτάς δια τους δημοσίους αυτούς χορούς: Αχτζαπάτ, Μούντα, Αγρίδ', Ματσούκα, Κρώμνη, τους οποίους πολλάκις εφιλοδώρει πλουσιοπαρόχως.
Η αριστοκρατική αυτή μορφή του χορού συνηγορεί υπέρ της ιδέας ότι ο χορός Σέρα είναι Ελληνικός, κληρονομία των αρχαίων Ελλήνων, τον οποίον εξηκολούθησαν να χορεύουν και μετά την άλωσιν της Τραπεζούντος οι εξισλαμισθέντες Έλληνες και ιδία τα τέκνα των εξισλαμισθέντων ευγενών (μπέηδες), δεδομένου ότι οι δούλοι Έλληνες, ως μη οπλοφορούντες πλέον και κύπτοντες υπό τον βαρύν ζυγόν των δυναστών, δεν ημπορούσαν πλέον να χορεύουν τον χορόν αυτόν της ανδρείας, τον συμβολίζοντα την ελευθερίαν και ανεξαρτησίαν και περιωρίσθησαν εις τους άλλους οικογενειακούς χορούς. Είναι εύλογον να πιστεύσωμεν ότι εφόσον οι Τούρκοι δεν είχαν χορούς, οι δε δουλωθέντες Έλληνες πάν άλλο παρά ξεφαντώματα εσκέπτοντο, ο χορός Σέρα διετηρήθη εις την εξισλαμισθείσαν περιοχήν της Θοανίας (Τόνγιας) της οποίας οι κάτοικοι και τώρα είναι ελληνόφωνοι και από εκεί επεξετάθη με το όνομα Τόνγιαλιδικος χορός ή Σέρα, καθώς εις τους Λαζούς, οι οποίοι τον πήραν από τους γείτονας των Οφίτας».
Στο «Αρχείο Πόντου» επίσης, (τόμος 28, σελ. 247), ο Αντώνιος Παπαδόπουλος στην εργασία του «Σύμμεικτα Ροδοπόλεως» αναφέρει:
«Μόνο ο Πυρρίχιος εχορεύετο από άνδρας χωρίς τας γυναίκας. Κακώς επεκράτησε να λέγεται Σέρα ο Πυρρίχιος και ιδού πως. Δύο αδελφοί Σουγκίρ ογλού λεγόμενοι, εκ της περιφερείας του ποταμού Σέρα των Πλατάνων ,λαθρέμποροι καπνού, περιφερόμενοι τα διάφορα χωρία του εσωτερικού, φθάνοντες και μέχρι Μους και Διαρβεκίρ,εχόρευον τον Πυρρίχιον χορόν εις τα καταλύμματα των χωρίων και εξ αυτών, ως καταγομένων εκ Σέρα ονομάσθηκε ο χορός Σέρα- χορονί και διότι ερωτώμενοι, πόθεν είσθε, απήντων Σέραταν».
Όπως προανέφερα ο χορός Σέρα αναφέρεται και από τον Δ. Η. Οικονομίδη, Αργυρουπολίτη στην καταγωγή, στο «Ημερολόγιο της Μεγάλης Ελλάδος», Αθήνα 1923, σελ. 340-41, ως Λάζικον. Λέει ο Οικονομίδης: «Το Λάζικον όπερ συνταυτιζόμενον προς τον συνήθη εις τα παράλια του Πόντου Σέρρα χορόν, λέγεται και τιναχτόν ή τρομαχτόν ως συνοδευόμενον υπό τιναγμού του σώματος των χορευτών ή και τρομώδους κινήσεως αυτών».
Μετά την παράθεση των εγκυρότερων, κατά τη γνώμη μου και μάλιστα πρωτογενών αναφορών γύρω από το χορό Σέρα, θά 'θελα στο σημείο αυτό να συνοψίσουμε και να κωδικοποιήσουμε ορισμένα καίρια στοιχεία που μας απασχολούν, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι μπορούμε σήμερα στα πλαίσια μιας εισήγησης να εξαντλήσουμε το θέμα «ο χορός Σέρα» απ' όλες τις πλευρές. Δεν αγνοώ τις προσεγγίσεις νεότερων μελετητών όπως του Χρ. Σαμουηλίδη, σχετικά με τις διάφορες τοπικού ενδιαφέροντος ονομασίες του χορού π.χ. Αρδασινόν, Οφίτικον, Τονγιαλίδικον κλπ. ή τον Δημ. Αθανασιάδη ο οποίος κυρίως ασχολήθηκε με τον αρχαίο Πυρρίχιο. Κατά καιρούς εξάλλου διαβάζουμε είτε στις ποντιακές εφημερίδες είτε στα περιοδικά, διάφορες προσεγγίσεις από σύγχρονους μελετητές, εντός ή εκτός εισαγωγικών, για τον Σέρα - χορό, που κάθε άλλο παρά δίνουνε πειστικές απαντήσεις στα ερωτήματα που υπάρχουν ή κάνουν πλήρως κατανοητή την σημασία του χορού. Νομίζω ότι περισσότερη σύγχυση προκαλούν παρά πλήρη ανάλυση προσφέρουν. Ίσως θά ΄πρεπε να γίνει από την Π.Ο.Ε. μια περιεκτικότερη, από πλευράς θεματικής, ημερίδα για τον Σέρα-χορό από την ημερίδα που έγινε το Μάη του 2008 στο Ριζό της Σκύδρας. Η ημερίδα εκείνη είχε άλλους στόχους στους οποίους θα αναφερθώ παρακάτω.
Α. Η Ονομασία του Χορού
Στις παραπάνω αναφορές μου στα γραπτά κείμενα των λογίων μας της πρώτης γενιάς, όσο κι αν σέβομαι τη μνήμη τους και αναγνωρίζω την τεράστια προσφορά τους, διαπιστώνει κανείς ότι όχι μόνο δεν υπάρχει ξεκαθάρισμα για το πώς πρέπει να αναφέρεται ο χορός, ο χορός ως λαϊκή χορευτική έκφραση του ποντιακού ελληνισμού, αλλά πολλές φορές γίνονται και αυθαίρετες παραδοχές.
- Δεν είναι δυνατόν π.χ. να έχουν πάρει τον χορό οι Λαζοί από τους γείτονές τους Οφίτες και απ' αυτούς να ονομάζεται Λάζικον ενώ οι Οφίτες (εξισλαμισμένοι Έλληνες-Ρωμιοί) να τον ονομάζουν χορόν, όπως χορόν τον ονομάζουν και οι επίσης εξισλαμισμένοι Έλληνες-Ρωμιοί της Τόνγιας, οι οποίοι μάλιστα κατά δήλωσή τους κατάγονται απ' την Κιμισχανά. Συνεπώς δεν μπορεί να είναι αυτός ο λόγος που επικράτησε η ονομασία Λάζικον. Εδώ υπάρχει σίγουρα σύγχυση. Θα δούμε πως προέκυψε.
- Κατ' αρχήν γιατί οι Λαζοί σήμερα δεν χορεύουν τον χορό, ούτε αυτοί που παραμένουν στη λεγόμενη Μιγκρελία, στα παράλια δηλαδή της Γεωργίας & Απχαζίας, ούτε αυτοί που επανήλθαν ή προσφύγαν στα όρια του σημερινού τουρκικού κράτους, είτε δεν έφυγαν ποτέ από την κοιτίδα τους;
- Και για να ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα. Δεν υπάρχει μέχρι σήμερα αμφισβήτηση από κανέναν μελετητή, εθνολόγο, ανθρωπολόγο, ιστορικό κλπ. ότι ο γεωγραφικός χώρος που συναντάμε την εθνότητα των Λαζών είναι πέρα των 80χλμ. ανατολικά της Τραπεζούντας, ανατολικότερα δηλαδή από την περιοχή του Όφεως. Μόνο στην περιοχή της Ριζούντας νότια και ανατολικότερα συναντάμε και σήμερα Λαζούς οι οποίοι εκεί και μόνο συνυπήρχαν με έλληνες χριστιανούς (Πόντιους-Ρίζελήδες), με εξισλαμισθέντες Έλληνες καθώς και εξισλαμισθέντες Αρμένιους (Χεμσινλί) με τους οποίους εξάλλου εξακολουθούν και συνυπάρχουν.
Αν επιμένω σήμερα στο ζήτημα αυτό είναι γιατί πράγματι ο χορός στην περιοχή της Αργυρούπολης λεγότανε Λάζικον (Δ.Η. Οικονομίδης) ή και Λάζ-χορονί (Π.Η. Μελανοφρύδης). Ως Λάζικον ο χορός ήταν γνωστός και στο Καρς, με φιγούρες απλούστερες βέβαια, όσες διασώθηκαν κατά την έξοδο στις περιοχές αυτές από τους Κιμισχαναλήδες μετανάστες-πρόσφυγες.
Το ζήτημα αυτό-η σύγχυση δηλαδή μεταξύ Ποντιακού Ελληνισμού και Λαζικής εθνότητας - είναι γνωστό ότι ταλανίζει τον Ποντιακό Ελληνισμό από την δεκαετία του 1920 μέχρι και σήμερα. Είναι γνωστές εξάλλου οι αναφορές και πολλών ποντίων λογίων, οι οποίοι χαρακτήριζαν ως Τουρκολαζούς τους Οφίτες ή Οφλήδες, τους Τονγιαλίδες, αλλά και τους εξισλαμισθέντες έλληνες της περιοχής της Τραπεζούντας. Απάντηση-και νομίζω αδιαμφισβήτητη- δόθηκε στο ζήτημα αυτό από Πανελλήνια Σύσκεψη για το θέμα, στην Εύξεινο Λέσχη της Θεσσαλονίκης τη δεκαετία του 1960. Αφορμή υπήρξε η κυκλοφορία δίσκου με το ρεφραίν «Ζει, ζει και μας βγάλανε Λαζοί». Ο δίσκος αυτός δεν ήταν τίποτε άλλο παρά το αποκορύφωμα μιας ύπουλης προπαγάνδας που υποβόσκει από τη δεκαετία του 1920, ότι δήθεν το προσωνύμιο Λαζοί για τους Πόντιους είναι τίτλος τιμής και προέρχεται από την -αμφιβόλου ιστορικότητας -κραυγή «Η Ελλάς Ζει» των απαγχονισθέντων ηρώων του Ποντιακού Ελληνισμού στην Αμάσεια. Το χάπι είχε επιμελώς χρυσωθεί και ήταν προς ευρείαν κατανάλωση.
Στην Πανελλήνια εκείνη σύσκεψη αναφέρθηκαν διεξοδικά όλα τα συναφή ζητήματα, τόσο για την εθνότητα των Λαζών όσο και για τη σύγχυση που είχε κάποτε επιφέρει τόσο ο τίτλος του Μητροπολίτη Τραπεζούντας ως Μητροπολίτη «Τραπεζούντος και πάσης Λαζικής» (μην ξεχνάμε ότι κάποτε και οι Λαζοί ήταν χριστιανοί) όσο και η προπαγάνδα των διαφόρων ξένων επιτροπών «αποκατάστασης!!!» των προσφύγων τη δεκαετία του 1920.
Δυστυχώς ακόμα και σήμερα ακούγεται αυτός ο χαρακτηρισμός των Ελλήνων του Πόντου ως Λαζών, και δεν μιλώ για τους απληροφόρητους και αγράμματους καλοπροαίρετους, αλλά για δήθεν ερευνητές ή ακόμα-ακόμα και για φερέλπιδες ή και φτασμένους ακαδημαϊκούς ημέτερους. Ήταν χαρακτηριστικό το ξέσπασμα του μεγάλου μας σύγχρονου λαογράφου και επίτιμου διδάκτορα λαογραφίας, μακαρίτη Οδυσσέα Λαμψίδη- Προέδρου της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών τότε- στην τηλεοπτική εκπομπή «Το Μεγάλο μας Χρέος» που επαναπροβλήθηκε φέτος στις 14 Αυγούστου στην κρατική τηλεόραση, στα πλαίσια του μεγάλου εορτασμού της επαναλειτουργίας μετά 88 χρόνια της ιστορικής Μονής της Παναγίας Σουμελά στον Πόντο, χοροστατούντος του οικουμενικού μας Πατριάρχη κ.κ.Βαρθολομαίου του Α'. Ο μεγάλος Οδυσσέας Λαμψίδης όχι μόνο ξεκαθάρισε τα πράγματα σχετικά με τη σύγχυση Έλληνας, Πόντιος και Λαζός, αλλά τά 'πε έξω από τα δόντια στους «ανιστόρητους ακαδημαϊκούς» που με ελαφριά τη συνείδηση εξακολουθούν να συγχέουν τους δύο λαούς.
Θα κλείσω τον σχολιασμό μου στο όλο ζήτημα αναφερόμενος στον σύγχρονο Άγγλο μελετητή, δημοσιογράφο και συγγραφέα Νήλ Άσερσον και στο βιβλίο του ΜΑΥΡΗ ΘΑΛΑΣΣΑ-Λίκνο Πολιτισμού & Βαρβαρότητας, Εκδόσεις Ωκεανίδα, Αθήνα 2003, το οποίο αποτελεί εμπεριστατωμένη μελέτη των λαών της Μαύρης Θάλασσας. Ο έγκριτος μελετητής κάνει σαφή διαχωρισμό της εθνοτικής ομάδας των Λαζών από τους υπόλοιπους που κατοικούσαν στα παράλια του Ευξείνου Πόντου. Αναφέρεται μάλιστα συγκεκριμένα στους Έλληνες Πόντιους και στις κοιτίδες τους απ' τα πανάρχαια χρόνια μέχρι σήμερα. Στις σελίδες 375-400 ασχολείται με τους Λαζούς και τις περιοχές που μπορεί να τους συναντήσει κανείς διαχρονικά. Τους τοποθετεί στις περιοχές της Μιγκρελίας, παράλια Απχαζίας και Γεωργίας μέχρι και 80 χλμ. ανατολικά της Τραπεζούντας σε θύλακες της παλιάς Λαζικής χώρας (όπως είναι γνωστό εξάλλου οι περιοχές αυτές ανήκαν κάποτε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία). Κάνει λόγο για τον εξισλαμισμό τους, για τις μετακινήσεις τους από τον 15ο αιώνα μέχρι και τις αρχές του 20ου και τις πιέσεις που δέχονταν κάθε φορά στη διάρκεια των ρωσοτουρκικών συγκρούσεων και πολέμων. Αναφέρεται επίσης στη γλώσσα τους- συγγενική της μικγρελικής- καθώς και στον πληθυσμό τους και στη διασπορά τους. Εμάς στην προκειμένη περίπτωση μας ενδιαφέρει η εξής παράγραφος στη σελίδα 379 του βιβλίου του. «Οι περισσότεροι Τούρκοι δεν γνωρίζουν καν την ύπαρξή τους. Τους μπερδεύουν με το λαϊκό όρο «Λαζ» που υποδηλώνει την επαρχιακή τουρκόφωνη κουλτούρα ολόκληρης της νοτιοανατολικής ακτής της Μαύρης Θάλασσας μέχρι τη Σαμψούντα». Πιστεύω ότι ο όρος αυτός είναι κατάλοιπο προερχόμενο από τον τίτλο της εκκλησίας της Τραπεζούντας, όπως προανέφερα. Γνωρίζουμε εξάλλου ότι οι σημερινοί κάτοικοι του Πόντου (εξισλαμισθέντες έλληνες) όχι μόνο δεν χρησιμοποιούν αυτόν τον όρο αλλά δηλώνουν απερίφραστα ότι ανήκουν στο καρα-ντενίζ μιλέτ, δηλαδή είναι Μαυροθαλασσίτες (Πόντιοι) και μιλούν ρωμέικα (συντζένω ρωμέικα ή κονουσεύω ρωμέικα, Τονγιαλήδες και Οφλήδες αντίστοιχα).
Νομίζω ότι για το επίμαχο θέμα δεν χρειάζεται να πούμε τίποτε άλλο. Όσοι επιθυμούν να πληροφορηθούν περισσότερα ας προστρέξουν στα πρακτικά της Πανελλαδικής Σύσκεψης που πραγματοποιήθηκε στην Εύξεινο Λέσχη τη δεκαετία του 1960 και στις αντίστοιχες Δημοσιεύσεις εκείνης της περιόδου.
Β. Είναι ο Σέρα-Χορός ο Αρχαίος Πυρρίχιος;
Ένα άλλο ζήτημα που αφορά την ονομασία του χορού είναι αν και κατά πόσο πρέπει να τον λέμε Πυρρίχιο. Για να απαντήσουμε στο ερώτημα πρέπει πρώτα να δούμε:
1. Είναι πολεμική όρχηση ο χορός;
Πολεμική όρχηση ονομάζουμε έναν χορό που μπορεί να υποκαταστήσει την εκγύμναση των πολεμιστών, αυτό που λέμε δηλαδή στρατιωτικά γυμνάσια, φυσική αγωγή, τρέξιμο, αντοχή, αναγνώριση και κατάληψη θέσεων μάχης, επίθεση, άμυνα κλπ. Τα έχει αυτά ο χορός; Η απάντηση είναι απερίφραστα, ναι. Και θα το δούμε παρακάτω.
2. Μπορούμε, αν έχει όλα τα παραπάνω στοιχεία, να εκλάβουμε το χορό ως χορόδραμα;
Χωρίς να αντιπαρατίθεμαι με τη διατύπωση επί του συγκεκριμένου θέματος (χορόδραμα) στη μελέτη του κ. Π. Δ. Μουζενίδη, όπως αυτή αναφέρεται παραπάνω και στην οποία αναλύει κυρίως την-υποτιθέμενη-ψυχολογία των χορευτών κατά την εκτέλεση του χορού, θεωρώ ότι στο προκείμενο μας ενδιαφέρει περισσότερο να δούμε αν ο χορός, από πλευράς κινησιολογίας, μπορεί να θεωρηθεί πλήρης αναπαράσταση μάχης. Και η απάντηση είναι, ναι. Και εξηγούμαι. Ο χορός περιλαμβάνει τρία (3)μέρη:
α. Εισαγωγή: Είναι η είσοδος των χορευτών-πολεμιστών στη διαδικασία της μάχης.
Περιλαμβάνει την συγκρότηση της ομάδας επίθεσης, σωματική προετοιμασία, αναγνώριση εδάφους και προεισαγωγικές κινήσεις της κυρίως επίθεσης. Στη φάση αυτή αντιστοιχούν οι φιγούρες αχτσαπάτ-χορονί, ουφάκ, ημ'σόν ποδάρ' κ.α.
β. Κυρίως χορός: Περιλαμβάνει το τρομαχτόν τικ και τις φιγούρες ή τσακώματα.
Το τρομαχτόν τικ αντιστοιχεί στο τρέξιμο των πολεμιστών προς τα εμπρός εναντίον του εχθρού. Είναι η φάση της επίθεσης πριν τη σύγκρουση.
Οι φιγούρες ή τσακώματα (σπασίματα) αντιστοιχούν στην ανάληψη των όπλων και στην κατάληψη θέσεων μάχης.
Ανάλογα με τη φιγούρα μπορούμε να δούμε αρχαιοπρεπείς εικόνες μάχης (των ποδών οι κτύποι και των όπλων οι γδούποι, βλ. Παπαμιχαλόπουλος) ή ακόμα και σύγχρονες (γονάτισμα των χορευτών στο έδαφος κλπ, δηλ. ανάλογες κινήσεις με την κατάληψη θέσεων μάχης πεζικού).
Στα δύο (2) πρώτα μέρη του χορού οι χορευτές λειτουργούν ως σύνολο και υπακούουν σε παραγγέλματα (καθαρά στρατιωτική λογική), που δίνονται από τον ζωηρότερο και εκφραστικότερο χορευτή «αλ ασαγά-έπαρτο κά». Ο χορός στα πρώτα δύο μέρη είναι κυκλικός σε πολύ μεγάλο κύκλο, όπου μπορούν να λειτουργούν και επί μέρους ομάδες (τόξα του κύκλου) αλλά τότε χρειάζεται διαφορετικός συγχρονισμός και διαφορετικός τρόπος στο να πάρουμε κάτω το χορό.
γ. Μαχαίρια: Το τρίτο μέρος του χορού είναι η ανά δύο σύγκρουση των χορευτών-πολεμιστών με όπλο δίκοπη κάμα ή πάλα. Είναι η φάση όπου η συντεταγμένη σύγκρουση με τον εχθρό έχει τελειώσει και οι πολεμιστές έρχονται αντιμέτωποι άνδρας προς άνδρα. Η φάση αυτή λέγεται και πιτσάκ-χορονί (χορός των μαχαιριών) ή πιτσάκ -οϊνί (παίξιμο των μαχαιριών). Η φάση αυτή του χορού μεταφέρθηκε έως τις ημέρες μας αυθεντικά από την αρχαιότητα. (βλ.Ξενοφώντος, Κάθοδος των Μυρίων.
3. Έχει ο Σέρα-χορός σχέση με τον αρχαίο Πυρρίχιο και γιατί;
α. Τόπος που χορεύεται: Αν κάποιος ήθελε να ψάξει σήμερα κατάλοιπα ενός πολιτισμού, το πρώτο που θα τον ενδιέφερε θα έπρεπε να είναι το που αναπτύχθηκε αυτός ο πολιτισμός, δηλ. τον τόπο. Δεν πάμε να ζητήσουμε Παρθενώνες έξω απ' το Βερολίνο. Ο Λουκιανός παραπάνω μας αναφέρει ότι στην Ιωνία και στον Πόντο εδιδάσκοντο την αρχαία όρχηση και μάλιστα ο χορός χρησιμοποιήθηκε για να αποδοθούν θεατρικά ιστορικά γεγονότα. Δηλαδή είχε πάρει τη μορφή χοροδράματος, κάτι που θα το ξανασυναντήσουμε μετά από 15 τουλάχιστον αιώνες στην Ευρώπη της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού.
Την ίδια εποχή που αναφέρει ο Λουκιανός στην κυρίως Ελλάδα, δηλαδή Αθήνα, Σπάρτη κλπ. όπου συναντάμε στους κλασικούς τον Πυρρίχιο χορό, ο χορός έχει χαθεί γιατί η Ρωμαϊκή κατάκτηση κατάφερε να κάμψει το φρόνημα. Εκεί όμως στην εσχατιά του ελληνισμού, στον Ελλενόποντο, το φρόνημα διατηρήθηκε και άντεξε. Άντεξε και στις μετά τον 2ο αιώνα-στον οποίο αναφέρεται ο Λουκιανός-διώξεις του χορού από τη νέα θρησκεία του Ναζωραίου μέχρι που το καινούργιο δόγμα ενσωμάτωσε τα λαϊκά έθιμα και τάκανε δικά του. Ο χορός στον Πόντο άντεξε και την επιδρομή του Ισλάμ. Κάποιοι Έλληνες εξισλαμίσθησαν αλλά εξακολούθησαν να ομιλούν την αρχαιοελληνική ποντιακή διάλεκτο. Αυτός λοιπόν είναι ο τόπος στον οποίο πρέπει να ψάξουμε και να βρούμε το στοιχείο αυτό του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού.Και βέβαια επειδή ακριβώς δεν μιλάμε για «υλικά αντικείμενα: ναούς παλιούς, εκκλησίες, αγάλματα, εικόνες» (Άκογλου), προστρέχουμε στο υποκείμενο και τον φορέα του πολιτισμού που δεν είναι κανένας άλλος παρά ο Πόντιος Έλληνας (είτε κυρίως ο χριστιανός ξεριζωμένος, είτε ο ρωμιός εξισλαμισμένος που παρέμεινε στις κοιτίδες του)
β. Τρόπος που χορεύεται: Παραπάνω αναλυτικά εκθέσαμε τα τρία μέρη του χορού αλλά και τις αναφορές των έγκριτων λογίων της πρώτης γενιάς για το ποιοι σε κάθε περιοχή χόρευαν τον Σέρα-χορό (βλ. Δ. Η. Οικονομίδης, Π. Η. Μελανοφρύδης κλπ.) Αν κανείς προστρέξει τόσο στον Πλάτωνα όσο και στο Λυσσία, θα εκπλαγεί από τη διαπίστωση ότι οι χορευτές στην Αρχαιότητα και οι σύγχρονοι Πόντιοι Σεράχοροντζήδες πατούν στη γη με τον ίδιο τρόπο, χορεύουν στον ίδιο ρυθμό και με τα ίδια όργανα (λύρα, αυλό, άσκαυλο). Οι φιγούρες σήμερα είναι προσαρμοσμένες τόσο στον πολεμιστή που φέρει μακρύκαννο πυροβόλο όπλο, όσο και σ' αυτόν που θα συγκρουστεί άνδρας προς άνδρα με τον εχθρό (παίξιμο του μαχαιριού).
Μετά τα παραπάνω νομίζω ότι μπορώ να τοποθετηθώ ξεκάθαρα απέναντι στο Σέρα-χορό και να δηλώσω απερίφραστα ότι τον θεωρώ:
- Την πληρέστερη προς τον αρχαίο Πυρρίχιο, μορφή χορού, με ελάχιστες έως καθόλου διαφοροποιήσεις.
- Την αρχετυπική μορφή χορού για το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των ποντιακών χορών (ζήτημα που πρέπει να μας απασχολήσει ιδιαίτερα σε άλλη ημερίδα).
- Θεωρώ επίσης ότι ανήκει ουσιαστικά σε όλους τους Ποντίους και σε όλες τις περιοχές από την Πάφρα και Σαμψούντα μέχρι και τις Ποντιακές παροικίες της μετεγκατάστασης στο εσωτερικό ή εκτός Οθωμανικής Αυτοκρατορίας όπου διασώθηκε με την απλούστερη μορφή του χορού του απλού τρομαχτού Τικ ή ακόμα και με απλούστερες φιγούρες (Καρς). Δεν μπορούμε βέβαια να αρνηθούμε ότι στην Τραπεζούντα και την ευρύτερη περιοχή της, από τα πιο κοντινά χωριά μέχρι τη Χαλδία, την Τόνγια και τον Όφη, ο Σέρα-χορός διατήρησε την αρχαιοπρεπή του μορφή σε όλα του τα χαρακτηριστικά. Εδώ οφείλουμε να πούμε ότι η συμβολή των κρυπτοχριστιανών οι οποίοι ως γνωστόν είχαν το δικαίωμα να φέρουν οπλισμό έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διατήρηση του τρίτου μέρους του χορού (μαχαίρια) αλλά και στη διατήρηση του πολεμικού ύφους που τον προσδιορίζει.
Αβίαστα βγαίνει το συμπέρασμα ότι μπορούμε να πούμε τον Σέρα-χορό, Πυρρίχιο κι ότι η σωστότερή του ονομασία σήμερα θάπρεπε νάναι ο Πυρρίχιος Σέρα-χορός.
Στην ημερίδα που διοργάνωσε η Π.Ο.Ε. και η Επιτροπή Πολιτισμού στο Ριζό της Σκύδρας το Μάη του 2008 είχαμε βάλει σα στόχο να επιλέξουμε τις φιγούρες εκείνες (ορισμένες μεταξύ του συνόλου, κοινές για όλα τα σωματεία) που θα αναδείκνυαν το ύφος του χορού, το στήσιμο και την εκτέλεσή του αυθεντικά παραδοσιακά, έτσι που να μπορούν οι νεολαίοι μας σε κοινές εκδηλώσεις όπως είναι τα Παμποντιακά Φεστιβάλ και άλλες μείζονος ενδιαφέροντος, να χορεύουν όλοι μαζί σ' ένα μεγάλο σφιχτοδεμένο και καλά πειθαρχημένο κύκλο που να μας φέρνει πίσω στα χρόνια εκείνα της ζωής μας στον Πόντο. Δεν μπορώ να πω ότι η επιτυχία ήταν απόλυτη. Έγιναν όμως τα πρώτα βήματα. Μεγάλες ομάδες πια χορευτών σε επίπεδο Σ.ΠΟ.Σ. τουλάχιστον, κάνουν την εμφάνισή τους κάθε χρόνο και προκαλούν συγκινήσεις. Εύχομαι κάποτε να το πετύχουμε και να μπορέσουμε να χορέψουμε όλοι μαζί Πανελλαδικά.
Μιχάλης Καραβέλας
Ο Μιχάλης Καραβέλας είναι Διπλ. Γεωπόνος Α.Π.Θ., πρώην καθηγητής ΤΕΙ Θεσ/νίκης, μέλος του Δ.Σ. της Ευξείνου Λέσχης Θεσ/νίκης και της Επιτροπής Πολιτισμού της Π.Ο.Ε.
Από: http://epontos.blogspot.com/2011/07/blog-post_4651.html
Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2012
ζεϊμπέκικο
Το ζεϊμπέκικο δύσκολα χορεύεται. Δεν έχει βήματα· είναι ιερατικός χορός με εσωτερική ένταση και νόημα που ο χορευτής οφείλει να το γνωρίζει και να το σέβεται.
Είναι η σωματική έκφραση της ήττας. Η απελπισία της ζωής. Το ανεκπλήρωτο όνειρο. Είναι το «δεν τα βγάζω πέρα». Το κακό που βλέπεις να έρχεται. Το παράπονο των ψυχών που δεν προσαρμόστηκαν στην τάξη των άλλων.
Το ζεϊμπέκικο δεν χορεύεται ποτέ στην ψύχρα ει μη μόνον ως κούφια επίδειξη. Ο χορευτής πρέπει πρώτα «να γίνει», να φτιάξει κεφάλι με ποτά και όργανα, για να ανέβουν στην επιφάνεια αυτά που τον τρώνε.
Η περιγραφή της προετοιμασίας είναι σαφής:
Παίξε, Χρήστο, το μπουζούκι,
ρίξε μια γλυκιά πενιά,
σαν γεμίσω το κεφάλι,
γύρνα το στη ζεϊμπεκιά.
(Τσέτσης)
Ο αληθινός άντρας δεν ντρέπεται να φανερώσει τον πόνο ή την αδυναμία του· αγνοεί τις κοινωνικές συμβάσεις και τον ρηχό καθωσπρεπισμό. Συμπάσχει με τον στίχο ο οποίος εκφράζει σε κάποιον βαθμό την προσωπική του περίπτωση, γι' αυτό επιλέγει το τραγούδι που θα χορέψει και αυτοσχεδιάζει σε πολύ μικρό χώρο ταπεινά και με αξιοπρέπεια. Δεν σαλτάρει ασύστολα δεξιά κι αριστερά· βρίσκεται σε κατάνυξη. Η πιο κατάλληλη στιγμή για να φέρει μια μαύρη βόλτα είναι η στιγμή της μουσικής γέφυρας, εκεί που και ο τραγουδιστής ανασαίνει.
Ο σωστός χορεύει άπαξ· δεν μονοπωλεί την πίστα. Το ζεϊμπέκικο είναι σαν το «Πάτερ Ημών». Τα είπες όλα με τη μία.
Τα μεγάλα ζεϊμπέκικα είναι βαριά, θανατερά:
Ίσως αύριο χτυπήσει πικραμένα
του θανάτου η καμπάνα και για μένα.
(Τσιτσάνης)
Τι πάθος ατελείωτο που είναι το δικό μου,
όλοι να θέλουν τη ζωή κι εγώ το θάνατό μου.
(Βαμβακάρης)
Το ζεϊμπέκικο δεν σε κάνει μάγκα*· πρέπει να είσαι για να το χορέψεις. Οι τσιχλίμαγκες με το τζελ που πατάνε ομαδικά σταφύλια στην πίστα εκφράζουν ακριβώς το χάος που διευθετεί η εσωτερική αυστηρότητα και το μέτρο του ζεϊμπέκικου.
Το ζεϊμπέκικο δεν χορεύεται σε οικογενειακές εξόδους ή γιορτές στο σπίτι· απάδει προς το πνεύμα. Πόσο μάλλον όταν υπάρχουν κουτσούβελα που κυκλοφορούν τριγύρω παντελώς αναίσθητα.
Είναι χορός μοναχικός.
Όταν το μνήμα χάσκει στα πόδια σου, ο τόπος δεν σηκώνει άλλον. Είναι προσβολή να ενοχλήσει μια ξένη κι απρόσκλητη παρουσία. Γι' αυτό κάποιοι ανίδεοι αριστεροί διανοούμενοι ερμήνευσαν την επιβεβλημένη ερημία του χορού με τα δικά τους φοβικά σύνδρομα· αποκάλεσαν το ζεϊμπέκικο «εξουσιαστικό χορό», που περιέχει, δήθεν, μια «αόρατη απειλή». Είδαν, φαίνεται, κάποιον σκυλόμαγκα να χορεύει και τρόμαξαν. Όμως, και έναν κυριούλη αν ενοχλήσεις στο βαλσάκι του, κι αυτός θα αντιδράσει.
Το ζεϊμπέκικο δεν είναι γυναικείος χορός.
Απαγορεύεται αυστηρώς σε γυναίκα να εκδηλώσει καημούς ενώπιον τρίτων· είναι προσβολή γι' αυτόν που τη συνοδεύει. Αν δεν είναι σε θέση να ανακουφίσει τον πόνο της, αυτό τον μειώνει ως άντρα και δεν μπορεί να το δεχτεί.
Και στο μάτι δεν κολλάει.
Μια γυναίκα δεν είναι μάγκας· είναι θηλυκό ή τίποτα. Κι ένας άντρας, πρώτα αρσενικό και μετά όλα τ' άλλα. Αυτό είναι το αρχέτυπο. Κι αν το εποικοδόμημα γέρνει καμιά φορά χαρωπά, η βάση μένει ακλόνητη. Εξαιρούνται οι γυναίκες μεγάλης ηλικίας που μπορεί να έχουν προσωπικά βάσανα: χηρεία ή πένθος για παιδιά.
(Κι όμως είδα σπουδαίο ζεϊμπέκικο από δύο γυναίκες· τη Λιλή Ζωγράφου, που αυτοσχεδίαζε έχοντας αγκαλιάσει τον εαυτό της από τους ώμους με τα χέρια χιαστί σαν αρχαία τραγωδός· και μια νεαρή πουτάνα σε ένα καταγώγιο των Τρικάλων, πιο αυτεξούσια απ' όλους τους αρσενικούς εκεί μέσα.)
Η μεγάλη ταραχή είναι οι χωρικοί. Σε πλατείες χωριών, με την ευκαιρία του τοπικού πανηγυριού ή άλλης γιορτής, κάτι καραμπουζουκλήδες ετεροδημότες χορεύουνε ζεϊμπέκικο στο χώμα· προφανώς για να δείξουνε στους συγχωριανούς τους πόσο μάγκες γίνανε στην πόλη. Οι άνθρωποι της υπαίθρου δεν έχουν μπει στο νόημα κι ούτε μπορούν να εννοήσουν. Τα δικά τους ζόρια είναι κυκλικά· έρχονται, περνάνε και ξαναέρχονται σαν τις εποχές του χρόνου. Δεν είναι όλη η ζωή ρημάδι. Γι' αυτό χορεύουν εξώστρεφα, κάνουν φούρλες, σηκώνουν το γόνατο ή όλο το πόδι, κοιτάνε τους γύρω αν τους προσέχουν, χαμογελάνε χορεύοντας. Μιλάνε με τον Θεό των βροχών και του ήλιου, όχι τον σκοτεινό Θεό του χαμόσπιτου και των καταγωγίων.
Δεν γίνεται καν λόγος για το τσίρκο που χορεύει επιδεικτικά, σηκώνει τραπέζια με τα δόντια και ισορροπεί ποτήρια στο κεφάλι του. Ή τη φρικώδη καρικατούρα ζεϊμπέκικου που παρουσιάζουν οι χορευτές στις παλιές ελληνικές ταινίες και προσφάτως στα τηλεοπτικά σόου.
Το ζεϊμπέκικο είναι κλειστός χορός, με οδύνη και εσωτερικότητα. Δεν απευθύνεται στους άλλους. Ο χορευτής δεν επικοινωνεί με το περιβάλλον. Περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του, τον οποίο τοποθετεί στο κέντρο του κόσμου. Για πάρτη του καίγεται, για πάρτη του πονάει και δεν επιζητεί οίκτο από τους γύρω. Τα ψαλίδια, τα τινάγματα, οι ισορροπίες στο ένα πόδι είναι για τα πανηγύρια. Το πολύ να χτυπήσει το δάπεδο με το χέρι «ν' ανοίξει η γη να μπει».
Και, όσο χορεύει, τόσο μαυρίζει.
Πότε μ' ανοιχτά τα μπράτσα μεταρσιώνεται σε αϊτό που επιπίπτει κατά παντός υπεύθυνου για τα πάθη του και πότε σκύβει τσακισμένος σε ικεσία προς τη μοίρα και το θείο.
Τα παλαμάκια που χτυπάνε οι φίλοι ή οι γκόμενες καλύτερα να λείπουν. Ο πόνος του άλλου δεν αποθεώνεται. Το πιο σωστό είναι να περιμένουν τον χορευτή να τελειώσει και να τον κεράσουν. Να πιούνε στην υγειά του· δηλαδή να του γιάνει ο καημός που τον έκανε να χορέψει.
Ειπώθηκε πως το ζεϊμπέκικο σβήνει.
Ο αρχαϊκός χορός της Θράκης που τον μετέφεραν οι ζεϊμπέκηδες στη Μικρά Ασία και τον επανέφεραν στην Ελλάδα οι πρόσφυγες του 1922 έχει ολοκληρώσει τον ιστορικό του κύκλο· δεν έχει θέση σε μια νέα κοινωνία με άλλα αιτήματα και άλλες προτεραιότητες.
Μπορεί και να γίνει έτσι.
Αν χαθούν η αδικία, ο έρωτας και ο πόνος· αν βρεθεί ένας άλλος τρόπος που οι άντρες θα μπορούν να εκφράζουν τα αισθήματά τους με τόση ομορφιά και ευγένεια, μπορεί να χαθεί και το ζεϊμπέκικο.
Όμως βλέπεις μερικές φορές κάτι παλικάρια να γεμίζουν την πίστα με ήθος και λεβεντιά που σε κάνουν να ελπίζεις όχι απλώς για τον συγκεκριμένο χορό, αλλά για τον κόσμο ολόκληρο.
---------
* Ο μάγκας είναι άντρας σεμνός, καλοντυμένος και μοναχικός. Δεν είναι επιδεικτικό κουτσαβάκι και αλανιάρης. Όπως αναφέρεται και στο Μείζον Ελληνικό Λεξικό, «μάγκας: έξυπνος και με συμπεριφορά που ταιριάζει σε άντρα».
Από: http://e-keimena.gr
Σάββατο 7 Ιανουαρίου 2012
ΕΠΙΚΟΥΡΕΙΑ ΑΠΟΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ
Το μεγάλο πρόβλημα για τον άνθρωπο σχετικά με τον θάνατο είναι ο φόβος, τον οποίο νιώθει στην προοπτική του φυσικού του τέλους. «Το ανθρώπινο είδος είναι το μόνο που γνωρίζει ότι θα πεθάνει» έλεγε ο Βολτέρος. Η γνώση του θανάτου του δημιουργεί στον άνθρωπο φόβο, από τον οποίο ορισμένοι φιλόσοφοι, προσπάθησαν να τον βοηθήσουν να απαλλαγεί. Ένας από αυτούς ήταν ο Επίκουρος ο Αθηναίος, ο ιδρυτής της σχολής του Κήπου.Ο βασικός σκοπός της ηθικής διδασκαλίας του Επίκουρου ήταν να κάνει ευτυχισμένα άτομα, ήταν να δώσει στους ανθρώπους τη δυνατότητα να κατανοήσουν τα όρια του ανθρώπινου βίου και μέσα σ’ αυτά, να απολαύσουν τη χαρά της ζωής. Ένα από τα πιο σημαντικά βήματα που πρέπει να κάνει λοιπόν το ανθρώπινο είδος, για να πετύχει την ποθητή σ’ αυτόν χαρά της ζωής, είναι να απαλλαγεί από το φόβο του θανάτου. Στη συνέχεια παραθέτω αποσπάσματα από τα πολύ λίγα διασωθέντα συγγράμματα του Επίκουρου, καθώς και αποσπάσματα άλλων επικούρειων συγγραφέων που βασικό σκοπό έχουν την αποτροπή του φόβου του θανάτου.Έλεγε, λοιπόν, ο Επίκουρος: «…Να συνηθίσεις στην ιδέα ότι ο θάνατος για μας είναι ένα τίποτα. Γιατί κάθε καλό και κάθε κακό γίνεται αντιληπτό με τις αισθήσεις μας, όμως θάνατος σημαίνει στέρηση της αίσθησης. Γι αυτό η σωστή εκτίμηση ότι ο θάνατος δεν σημαίνει τίποτα για μας, μας βοηθά να χαρούμε τη θνητότητα του βίου, όχι επειδή μας φορτώνει αμέτρητα χρόνια αλλά γιατί μας απαλλάσσει από τον πόθο της αθανασίας. Δεν υπάρχει, βλέπεις, τίποτα το φοβερό στη ζωή του ανθρώπου που έχει αληθινά συνειδητοποιήσει ότι δεν υπάρχει τίποτα το φοβερό στο να μη ζεις. Άρα είναι ανόητος αυτός που λέει ότι φοβάται το θάνατο, όχι γιατί θα τον κάνει να υποφέρει όταν έρθει αλλά επειδή υποφέρει με το δεδομένο ότι θα έρθει. Γιατί ό,τι δεν σε στεναχωρεί όταν είναι παρόν, δεν υπάρχει λόγος να σε βασανίζει όσο το περιμένεις. Το πιο φρικτό, λοιπόν, από τα κακά, ο θάνατος, είναι ένα τίποτα για μας, ακριβώς επειδή όταν υπάρχουμε εμείς αυτός είναι ανύπαρκτος, κι όταν έρχεται αυτός δεν υπάρχουμε εμείς. Ο θάνατος λοιπόν δεν έχει να κάνει ούτε με τους ζωντανούς ούτε με τους πεθαμένους, αφού για τους ζωντανούς δεν υπάρχει, ενώ οι τελευταίοι δεν υπάρχουν πια. Βέβαια, οι πολλοί άλλοτε πασχίζουν ν αποφύγουν το θάνατο σαν νάναι η πιο μεγάλη συμφορά, κι άλλοτε τον αποζητούν για ν αναπαυθούν από τα δείνα της ζωής. Απεναντίας ο σοφός ούτε τη ζωή απαρνιέται ούτε την ανυπαρξία φοβάται. Γιατί δεν του είναι δυσάρεστη η ζωή αλλά ούτε και θεωρεί κακό το να μη ζει. Κι όπως με το φαγητό δεν προτιμά σε κάθε περίπτωση το πιο πολύ μα το πιο νόστιμο, έτσι και με τη ζωή δεν απολαμβάνει τα πολλά χρόνια, αλλά τα ευτυχέστερα χρόνια. Κι είναι αφελής όποιος συμβουλεύει τον νέο να ζει καλά και τον γέροντα να έχει καλό τέλος στη ζωή του, όχι μόνο γιατί η ζωή είναι ευπρόσδεκτη, αλλά γιατί το να ζεις καλά και να πεθαίνεις καλά, είναι μία και η αυτή άσκηση. Όμως πολύ χειρότερος είναι εκείνος που λέει πως καλό είναι να μη γεννηθείς αλλά μιας και γεννήθηκες, βιάσου να διαβείς τις πόλεις του Άδη. Αν το λέει επειδή το πιστεύει, γιατί δεν εγκαταλείπει τη ζωή; (αυτοκτονεί) Στο χέρι του είναι να το κάνει, αν το έχει σκεφτεί σοβαρά. Αν πάλι το λέει στ’ αστεία, μιλάει απερίσκεπτα για πράγματα που δεν σηκώνουν αστεία…». (Επίκουρος. Επιστολή προς Μενοικέα)«Ένα τίποτα είναι για μας ο θάνατος. Γιατί ό,τι αποσυντίθεται παύει να αισθάνεται. Κι ό,τι δεν αισθάνεται δεν μας αφορά». (Επίκουρος. Κύριαι Δόξαι Νο 2)«Γεννηθήκαμε μια φορά και δε γίνεται να γεννηθούμε και δεύτερη, κι είναι βέβαιο πως δεν θα υπάρξουμε ξανά στον αιώνα τον άπαντα. Εσύ όμως, ενώ δεν εξουσιάζεις το αύριο, αναβάλλεις την ευτυχία για αργότερα. Κι η ζωή κυλά με αναβολές και χάνεται, κι ο καθένας μας πεθαίνει απασχολημένος». (Επίκουρου προσφώνηση Νο 14).«Σε πρόλαβα, Τύχη, και σου έχω φράξει όλες τις διόδους. Και δεν πρόκειται να παραδοθούμε όμηροι μήτε σε σένα μήτε σε καμιά συγκυρία αλλά σαν έρθει η ώρα, να φύγουμε, θα φτύσουμε και τη ζωή και όσους με ματαιοδοξία προσκολλώνται σε αυτήν. Θα φύγουμε από τη ζωή με ένα ωραίο τραγούδι λέγοντας πόσο ωραία τη ζήσαμε». (Μητρόδωρος).Πεθαίνοντας ο Επίκουρος, γράφει στον Ιδομενέα αυτήν την επιστολή: «Τούτη την ευτυχισμένη μέρα, την τελευταία της, ζωής μου, σου γράφω το παρακάτω γράμμα. Οι συνεχείς πόνοι από τη δυσουρία και τη δυσεντερία έχουν ξεπεράσει κάθε προηγούμενο. Όμως όλα αυτά τα αντιμετωπίζω με τη χαρά που νιώθει η ψυχή μου καθώς αναθυμούμαι τις συζητήσεις που έχουμε κάνει. Να φανείς άξιος της στάσης που από νεαρός κράτησες απέναντι στη φιλοσοφία και σε μένα και να φροντίσεις εσύ τα παιδιά του Μητρόδωρου». (Επίκουρος)Ο Επικούρειος Λατίνος ποιητής Λουκρήτιος στο ποίημά του «De Rerum Natuta» (Για την φύση των πραγμάτων) έγραψε: «….Και τελικά, πες πως η ίδια η φύση ξαφνικά παίρνει το λόγο και επιπλήττει έναν από εμάς: Γιατί, θνητέ, αφήνεσαι να βυθιστείς σ ένα τόσο αρρωστημένο πένθος; Τι βαρυγκωμάς και κλαίγεσαι για το θάνατο; Αν ήταν ευχάριστη η ζωή σου που πέρασε και πάει, κι αν όλες οι χάρες της δεν πήγαν χαμένες σαν να χύθηκαν μέσα από ένα τρύπιο πιθάρι, τότε γιατί δεν αποσύρεσαι σαν χορτάτος συνδαιτυμόνας από το συμπόσιο της ζωής και δεν προτιμάς, ανόητε, μια γαλήνη δίχως έγνοιες; Μα αν όσα αποκόμισες σκόρπισαν και χάθηκαν και σου είναι βάρος η ζωή, τι γυρεύεις να της προσθέσεις κι άλλα, για να χαθούν κι αυτά κι όλα άχαρα να σβήσουν; Δεν είναι καλύτερα, να δώσεις ένα τέλος στη ζωή και στα βάσανα; Γιατί εγώ δεν μπορώ να μηχανευτώ και να επινοήσω τίποτα πια που να σ ευχαριστήσει, όλα τα πράγματα είναι όπως ήταν πάντα. Και ίδια θα παραμένουν, ακόμα κι αν το σώμα σου δεν έχει κιόλας μαραθεί από τα χρόνια και τα μέλη σου δεν έχουν λιώσει, ακόμα κι αν ζήσεις τόσο που να ξεπεράσεις όλες τις γενιές, ακόμα κι αν ποτέ σου δεν πεθάνεις.Τι θα απαντήσουμε, αν όχι ότι η φύση δίκαια μας δικάζει κι ότι είναι αληθινή η κατηγορία που επικαλείται; Κι αν πάλι κάποιος γέρος με χρόνια στην πλάτη, παραπονεθεί παραπάνω από το κανονικό και κλαφτεί που θα πεθάνει, δεν θα είχε δίκιο η φύση να υψώσει τη φωνή και να τον μαλώσει ακόμα πιο σκληρά.Σκούπισε τα δάκρυα, ανάξιε, και σταμάτα τις κλάψες. Τώρα μαραίνεσαι, αφού πρώτα γεύτηκες όλα τα δώρα της ζωής. Μα επειδή πάντα ποθείς αυτά που δεν έχεις και περιφρονείς αυτά που έχεις, κύλησε η ζωή σου λειψή κι αχάριστη και ξάφνου στέκει πλάι στο προσκέφαλό σου ο θάνατος, και συ δεν έχεις τη δύναμη, χορτασμένος και ικανοποιημένος απ’ όλα να αποσυρθείς. Όμως τώρα παράτα τα όλα αυτά που δεν ταιριάζουν στην ηλικία σου, κι άντε, με ήσυχη την ψυχή, κάνε τόπο σε άλλους, έτσι πρέπει…» (Λουκρήτιος ΙΙΙ 932-963)Η ζωή γίνεται γλυκιά όταν λείπει ο φόβος του Θανάτου. (Διογένης Οινοανδέα)Τέλος, ο Φιλόδημος ο Γαδαρινός συνέγραψε μία συνοπτική προτροπή τεσσάρων συμβουλών για την επίτευξη της ευτυχισμένης ζωής. Η τετραφάρμακος συμβουλή, όπως τελικά ονομάσθηκε, θέλει να απαλλάξει τον άνθρωπο από τις φοβίες του και να κατανοήσει ότι μπορεί να ζήσει φυσική ζωή με λίγα. Η τετραφάρμακος είναι η εξής: «Ο θεός δεν είναι επίφοβος, ο θάνατος δεν προκαλεί ανησυχία, το καλό κερδίζεται εύκολα και το κακό αντέχεται υπομονετικά».
Κώστας Καλεύρας
Από: http://www.epicuros.gr/sheets/keimena.htm
Κώστας Καλεύρας
Από: http://www.epicuros.gr/sheets/keimena.htm
Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2012
Φ.Γ.Νίτσε
Φ.Γ.Νίτσε
--------------------------------------------------------------------------------
Βιογραφικό ενός παρεξηγημένου φιλοσόφου
«Ο καλύτερος φίλος θα έχει την καλύτερη σύζυγο επειδή ο γάμος βασίζεται στο ταλέντο της φιλίας» Τάδε έφη Νίτσε. Ακριβώς πριν από 106 χρόνια ένας μεγάλος φιλόσοφος πέρασε στην αιωνιότητα
Ο Φρειδερίκος Γουλιέλμος Νίτσε, γιος του Κάρολου - Λουδοβίκου Νίτσε, γεννήθηκε στις 15 Οκτωβρίου του 1844 στο χωριό Ραίκεν, κοντά στη Λειψία. Η οικογένειά του ήταν βαθειά θρησκευόμενη, ο πατέρας και ο παππούς του κληρικοί ενώ και ο ίδιος σπούδασε θεολογία για να ακολουθήσει αυτή την παράδοση. Το 1846 (10 Ιουλίου) γεννιέται η μικρότερη αδερφή του Ελισάβετ. Δύο χρόνια (1848) αργότερα ο πατέρας του Νίτσε τραυματίζεται στο κεφάλι μετά από πτώση και ένα χρόνο αργότερα πεθαίνει κατάκοιτος. Ο Φρειδερίκος μένει ορφανός σε ηλικία πέντε ετών. Το χειμώνα του 1850 πεθαίνει ο μικρός αδερφός του.
Μετά το γυμνάσιο (1854-58) του Νάουμπουργκ ο Νίτσε μπαίνει εσωτερικός στη διάσημη σχολή της Πφόρτα όπου εξασκείται στη μουσική ενώ κάνει και τα πρώτα του συγγραφικά βήματα. Κατά το διάστημα των σπουδών εκδηλώνει ενδιαφέρον για τη φιλοσοφία ενώ δεν παραλείπει να δείξει την ιδιαιτερότητα του χαρακτήρα του. Υπάρχει μάλιστα μια ιστορία σύμφωνα με την οποία, όταν συμμαθητές του νεαρού Νίτσε δήλωσαν πως «κανένας δεν θα είχε το θάρρος να βάλει το χέρι του στη φωτιά» ο ίδιος τους προσέφερε ένα... αναμμένο κάρβουνο. Το 1861 έρχεται πρώτη φορά σε επαφή με το μουσικό έργο του Βάγκνερ, από το οποίο συγκλονίζεται ιδιαίτερα. Το 1862 ο εκδηλώνονται για πρώτη φορά πόνοι στο κεφάλι που πρόκειται να ταλαιπωρήσουν τον μεγάλο φιλόσοφο καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής του. Αυτό βέβαια δεν εμποδίζει τις σπουδές του καθώς και τη συγγραφική του δραστηριότητα.
Τον Οκτώβριο του 1862 πηγαίνει στη Βόννη προκειμένου να σπουδάσει θεολογία και φιλολογία. Τρία χρόνια αργότερα, ακολουθούμενος τον γνωστό καθηγητή Ριτσλ, μετακομίζει στη Λειψία για να συνεχίσει τις σπουδές του. Την ίδια χρονιά (1865) έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με το έργο του Σοπενχάουερ, από το οποίο συγκλονίζεται βαθύτατα. Λίγο καιρό αργότερα πρόκειται να πει «τρία είναι τα πράγματα που μου δίνουν έμπνευση: Ο Σοπενχάουερ μου, η μουσική του Σούμαν και οι μοναχικές βόλτες.» Παρά τις εσωτερικές ανησυχίες του ο Νίτσε διαπρέπει στα μαθήματα και ο καθηγητής Ριτσλ τον ενθαρρύνει να ασχοληθεί με επιστημονικό έργο. Στο επόμενο χρονικό διάστημα δημοσιεύει σειρά μελετών στο επιστημονικό περιοδικό του Ριτσλ «Reinisches Museum» που προκαλούν ιδιαίτερη εντύπωση. Ο Νίτσε υπήρξε ο μόνος φοιτητής που είδε τα κείμενά του δημοσιευμένα σε όλη την ιστορία του περιοδικού. Το όνομά του αρχίζει να ακούγεται όταν 23 ετών πια, ο Φρειδερίκος καλείται να υπηρετήσει την πατρίδα. Τον Μάρτιο του 1868 απαλλάσσεται από τη στρατιωτική θητεία υστέρα από σοβαρό τραυματισμό στο θώρακα.
Το βράδυ της 8ης Νοεμβρίου του 1868 ο Νίτσε συναντιέται για πρώτη φορά με το μουσικό του είδωλο, τον Βάγκνερ. Μετά από πολύωρη συζήτηση ο Βάγκνερ του ζητά να κάνει συχνές επισκέψεις για παράλληλη ενασχόληση με μουσική και φιλοσοφία. Μετά το τρίτο και τέταρτο δημοσίευμα του Νίτσε για τον Διογένη Λαέρτη στο «Reinisches Museum», αφού προτάθηκε από τον ίδιο τον Ριτσλ, ο 24χρονος Φρειδερίκος καταλαμβάνει την θέση έκτακτου καθηγητή Κλασσικής Φιλολογίας στο πανεπιστήμιο της Βασιλείας στην Ελβετία μη έχοντας ολοκληρώσει ούτε την διδακτορική ούτε τη συμπληρωματική διατριβή, γεγονός που δεν είχε συμβεί μέχρι τότε στα γερμανικό εκπαιδευτικό σύστημα. Μετά τη μονιμοποίησή του στη θέση του διδάκτορα του δόθηκε και η ελβετική υπηκοότητα. Κατά τη διάρκεια του επόμενου έτους, ενώ διδάσκει την ελληνική γλώσσα, μελετά διεξοδικά τα αρχαιοελληνικά κείμενα και δημοσιεύει μια σειρά από σχετικά δοκίμια που θα τον οδηγήσουν στο πρώτο του βιβλίο «Η γένεση της τραγωδίας από το πνεύμα της μουσικής».
Ο Γαλλοπρωσικός πόλεμος έχει ξεσπάσει και ο Νίτσε, ως γνήσιος Πρώσος δεν μπορεί να μείνει απλός θεατής. Μετά και τις επικρίσεις που δέχεται, ζητάει άδεια από τις αρχές για να υπηρετήσει ως εθελοντής. Η ουδέτερη Ελβετία του επιτρέπει να πάει στο μέτωπο μόνο ως τραυματιοφορέας. Διασχίζοντας όλη τη Γερμανία ο Νίτσε βρίσκεται σε ένα στρατόπεδο κοντά στο Στρασβούργο όπου και έρχεται αντιμέτωπος με εικόνες φρίκης που πρόκειται να τον επηρεάσουν βαθύτατα. Μέχρι το τέλος Οκτωβρίου του 1870 ο Νίτσε επιστρέφει στα διδακτικά του καθήκοντα στη Βασιλεία αφού η υγεία του έχει κλονιστεί τελείως. Την τελευταία ημέρα του 1871 ολοκληρώνεται η συγγραφή του βιβλίου «Η γένεση της τραγωδίας από το πνεύμα της μουσικής». Στο επόμενο χρονικό διάστημα δημοσιεύει μερικά ακόμα κείμενα για την τραγωδία στην αρχαία Ελλάδα ενώ παράλληλα γράφει μουσικές συνθέσεις. Η υγεία του επιδεινώνεται περισσότερο με κλονισμό όρασης, στομαχικούς πόνους και αϋπνίες.
Στις αρχές του 1876 η υγεία του τον αναγκάζει να διακόψει τα καθήκοντά του στο πανεπιστήμιο. Το καλοκαίρι του '76 έρχεται μεγάλη ρήξη με τον Ρίτσαρντ Βάγκνερ. Ο σωβινισμός και αντισημιτισμός του συνθέτη ενοχλούσαν ανέκαθεν τον μεγάλο φιλόσοφο αλλά η «χαριστική βολή» στην φιλία τους δόθηκε από τη σύνθεση του Βάγκνερ «Παρσιφάλ» που υμνούσε τον χριστιανισμό. Μερικούς μήνες αργότερα έρχεται η δεύτερη μεγάλη στεναχώρια του Νίτσε, ο θάνατος του καθηγητή Ριτσλ.
Το 1878 βγαίνει το αφοριστικό «Ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο» που θα τύχει πλήρους αποδοκιμασίας της διανόησης της εποχής. Στις 2 Μαΐου του επόμενου έτους ο Νίτσε ζητά από το πανεπιστήμιο την πλήρη παύση από τα καθήκοντά του αφού πλέων αδυνατεί να διδάξει. Το αίτημά του γίνεται δεκτό και ο ίδιος θα λαμβάνει μια μικρή ετήσια αποζημίωση. Γράφει και ολοκληρώνει το «Ταξιδιώτης και η Σκιά του» όταν δέχεται άλλη μια επιδείνωση της υγείας του. Το 1880 κάνει αναρρωτικά ταξίδια και ξεκινάει τη συγγραφή της «Χαραυγής». 1882 γράφει τη «Χαρούμενη Επιστήμη».
Τα χρόνια που ακολουθούν ο Νίτσε έχοντας καταρρεύσει σωματικά αλλά απόλυτα διαυγής πνευματικά, απομονώνεται σε οικοτροφεία της Ελβετίας, της Γαλλικής Ριβιέρας και της Ιταλίας και εργάζεται βαθύτερα στο φιλοσοφικό του έργο. Μπαίνοντας πια στην ώριμη συγγραφική του ηλικία γράφει τα: «Τάδε έφη Ζαρατούστρα» σε τέσσερα μέρη, το «Στην Αντίπερα Όχθη του Καλού και του Κακού», «Η γενεολογία της Ηθικής», «Το Λυκόφως των ειδώλων», «Υπόθεση Βάγκνερ» και τον «Αντίχριστο». Στις 15 Οκτωβρίου του 1888 (ημέρα γενεθλίων του) ξεκινά τη συγγραφή του «Ιδέ ο Άνθρωπος», ενός βιβλίου με αρκετές αυτοβιογραφικές αναφορές.
Το 1889 ήταν η χρονιά όπου κλονίστηκε η ψυχική υγεία του Νίτσε. Την κηδεμονία του ανέλαβαν η μητέρα και η αδερφή του φιλοσόφου και αργότερα μόνο η αδερφή του (μετά τον θάνατο της μητέρας του το 97). Όντας στη Βαϊμάρη της Γερμανίας, το μεσημέρι της 25ης Αυγούστου του 1900 ο Φρίντριχ Νίτσε έφυγε από τη ζωή.
Στα χρόνια που ακολούθησαν η αδερφή του (αργότερα στέλεχος του Εθνοσοσιαλιστικού Κόμματος) οργάνωσε το αρχείο και τις σημειώσεις του Φρειδερίκου. Υπό την καθοδήγησή της εκδόθηκε το βιβλίο «Η θέληση της δύναμης». Οι μελετητές αμφιβάλλουν για την γνησιότητα πολλών σημείων του βιβλίου. Πρόκειται για τα σημεία που χρησιμοποίησε το ναζιστικό καθεστώς για την «ιδεολογική του βάση».
Σ' όλη τη ζωή του ο Νίτσε υπήρξε ιδεολόγος της ελευθερίας και εραστής της τέχνης, πολέμιος του ολοκληρωτισμού, του σωβινισμού και αντισημιτισμού. Το έργο του Νίτσε θεωρείται κατεξοχήν του 21ου αιώνα επειδή επηρέασε μια ολόκληρη σειρά σύγχρονων διανοητών και καλλιτεχνών. Ένας απ' αυτούς που επηρεάστηκαν περισσότερο, σύμφωνα με τον ίδιο, ήταν και ο Νίκος Καζαντζάκης. Το γεγονός ότι το όνομά του Φρειδερίκου Νίτσε λασπώθηκε από τους χιτλερικούς αποτελεί κατάφορη αδικία για έναν άνθρωπο που αναζητούσε μονάχα την αλήθεια, είτε την βρήκε είτε όχι.
Πηγή : Καθημερινή του Του Κώστα Ονισένκο
Πηγές κειμένου:
• Ντάνιε Αλεβί | «Φρειδερίκος Νίτσε» βιογραφία. Εκδ. Γκοβόστη. Μτφρ. Άρη Δικταίου
• Ελευθεροτυπία | «Νίτσε Εκατό χρόνια μετά» Βιβλιοθήκη (6 Οκτ. 2000)
• Περιοδικό Focus
--------------------------------------------------------------------------------
Βιογραφικό ενός παρεξηγημένου φιλοσόφου
«Ο καλύτερος φίλος θα έχει την καλύτερη σύζυγο επειδή ο γάμος βασίζεται στο ταλέντο της φιλίας» Τάδε έφη Νίτσε. Ακριβώς πριν από 106 χρόνια ένας μεγάλος φιλόσοφος πέρασε στην αιωνιότητα
Ο Φρειδερίκος Γουλιέλμος Νίτσε, γιος του Κάρολου - Λουδοβίκου Νίτσε, γεννήθηκε στις 15 Οκτωβρίου του 1844 στο χωριό Ραίκεν, κοντά στη Λειψία. Η οικογένειά του ήταν βαθειά θρησκευόμενη, ο πατέρας και ο παππούς του κληρικοί ενώ και ο ίδιος σπούδασε θεολογία για να ακολουθήσει αυτή την παράδοση. Το 1846 (10 Ιουλίου) γεννιέται η μικρότερη αδερφή του Ελισάβετ. Δύο χρόνια (1848) αργότερα ο πατέρας του Νίτσε τραυματίζεται στο κεφάλι μετά από πτώση και ένα χρόνο αργότερα πεθαίνει κατάκοιτος. Ο Φρειδερίκος μένει ορφανός σε ηλικία πέντε ετών. Το χειμώνα του 1850 πεθαίνει ο μικρός αδερφός του.
Μετά το γυμνάσιο (1854-58) του Νάουμπουργκ ο Νίτσε μπαίνει εσωτερικός στη διάσημη σχολή της Πφόρτα όπου εξασκείται στη μουσική ενώ κάνει και τα πρώτα του συγγραφικά βήματα. Κατά το διάστημα των σπουδών εκδηλώνει ενδιαφέρον για τη φιλοσοφία ενώ δεν παραλείπει να δείξει την ιδιαιτερότητα του χαρακτήρα του. Υπάρχει μάλιστα μια ιστορία σύμφωνα με την οποία, όταν συμμαθητές του νεαρού Νίτσε δήλωσαν πως «κανένας δεν θα είχε το θάρρος να βάλει το χέρι του στη φωτιά» ο ίδιος τους προσέφερε ένα... αναμμένο κάρβουνο. Το 1861 έρχεται πρώτη φορά σε επαφή με το μουσικό έργο του Βάγκνερ, από το οποίο συγκλονίζεται ιδιαίτερα. Το 1862 ο εκδηλώνονται για πρώτη φορά πόνοι στο κεφάλι που πρόκειται να ταλαιπωρήσουν τον μεγάλο φιλόσοφο καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής του. Αυτό βέβαια δεν εμποδίζει τις σπουδές του καθώς και τη συγγραφική του δραστηριότητα.
Τον Οκτώβριο του 1862 πηγαίνει στη Βόννη προκειμένου να σπουδάσει θεολογία και φιλολογία. Τρία χρόνια αργότερα, ακολουθούμενος τον γνωστό καθηγητή Ριτσλ, μετακομίζει στη Λειψία για να συνεχίσει τις σπουδές του. Την ίδια χρονιά (1865) έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με το έργο του Σοπενχάουερ, από το οποίο συγκλονίζεται βαθύτατα. Λίγο καιρό αργότερα πρόκειται να πει «τρία είναι τα πράγματα που μου δίνουν έμπνευση: Ο Σοπενχάουερ μου, η μουσική του Σούμαν και οι μοναχικές βόλτες.» Παρά τις εσωτερικές ανησυχίες του ο Νίτσε διαπρέπει στα μαθήματα και ο καθηγητής Ριτσλ τον ενθαρρύνει να ασχοληθεί με επιστημονικό έργο. Στο επόμενο χρονικό διάστημα δημοσιεύει σειρά μελετών στο επιστημονικό περιοδικό του Ριτσλ «Reinisches Museum» που προκαλούν ιδιαίτερη εντύπωση. Ο Νίτσε υπήρξε ο μόνος φοιτητής που είδε τα κείμενά του δημοσιευμένα σε όλη την ιστορία του περιοδικού. Το όνομά του αρχίζει να ακούγεται όταν 23 ετών πια, ο Φρειδερίκος καλείται να υπηρετήσει την πατρίδα. Τον Μάρτιο του 1868 απαλλάσσεται από τη στρατιωτική θητεία υστέρα από σοβαρό τραυματισμό στο θώρακα.
Το βράδυ της 8ης Νοεμβρίου του 1868 ο Νίτσε συναντιέται για πρώτη φορά με το μουσικό του είδωλο, τον Βάγκνερ. Μετά από πολύωρη συζήτηση ο Βάγκνερ του ζητά να κάνει συχνές επισκέψεις για παράλληλη ενασχόληση με μουσική και φιλοσοφία. Μετά το τρίτο και τέταρτο δημοσίευμα του Νίτσε για τον Διογένη Λαέρτη στο «Reinisches Museum», αφού προτάθηκε από τον ίδιο τον Ριτσλ, ο 24χρονος Φρειδερίκος καταλαμβάνει την θέση έκτακτου καθηγητή Κλασσικής Φιλολογίας στο πανεπιστήμιο της Βασιλείας στην Ελβετία μη έχοντας ολοκληρώσει ούτε την διδακτορική ούτε τη συμπληρωματική διατριβή, γεγονός που δεν είχε συμβεί μέχρι τότε στα γερμανικό εκπαιδευτικό σύστημα. Μετά τη μονιμοποίησή του στη θέση του διδάκτορα του δόθηκε και η ελβετική υπηκοότητα. Κατά τη διάρκεια του επόμενου έτους, ενώ διδάσκει την ελληνική γλώσσα, μελετά διεξοδικά τα αρχαιοελληνικά κείμενα και δημοσιεύει μια σειρά από σχετικά δοκίμια που θα τον οδηγήσουν στο πρώτο του βιβλίο «Η γένεση της τραγωδίας από το πνεύμα της μουσικής».
Ο Γαλλοπρωσικός πόλεμος έχει ξεσπάσει και ο Νίτσε, ως γνήσιος Πρώσος δεν μπορεί να μείνει απλός θεατής. Μετά και τις επικρίσεις που δέχεται, ζητάει άδεια από τις αρχές για να υπηρετήσει ως εθελοντής. Η ουδέτερη Ελβετία του επιτρέπει να πάει στο μέτωπο μόνο ως τραυματιοφορέας. Διασχίζοντας όλη τη Γερμανία ο Νίτσε βρίσκεται σε ένα στρατόπεδο κοντά στο Στρασβούργο όπου και έρχεται αντιμέτωπος με εικόνες φρίκης που πρόκειται να τον επηρεάσουν βαθύτατα. Μέχρι το τέλος Οκτωβρίου του 1870 ο Νίτσε επιστρέφει στα διδακτικά του καθήκοντα στη Βασιλεία αφού η υγεία του έχει κλονιστεί τελείως. Την τελευταία ημέρα του 1871 ολοκληρώνεται η συγγραφή του βιβλίου «Η γένεση της τραγωδίας από το πνεύμα της μουσικής». Στο επόμενο χρονικό διάστημα δημοσιεύει μερικά ακόμα κείμενα για την τραγωδία στην αρχαία Ελλάδα ενώ παράλληλα γράφει μουσικές συνθέσεις. Η υγεία του επιδεινώνεται περισσότερο με κλονισμό όρασης, στομαχικούς πόνους και αϋπνίες.
Στις αρχές του 1876 η υγεία του τον αναγκάζει να διακόψει τα καθήκοντά του στο πανεπιστήμιο. Το καλοκαίρι του '76 έρχεται μεγάλη ρήξη με τον Ρίτσαρντ Βάγκνερ. Ο σωβινισμός και αντισημιτισμός του συνθέτη ενοχλούσαν ανέκαθεν τον μεγάλο φιλόσοφο αλλά η «χαριστική βολή» στην φιλία τους δόθηκε από τη σύνθεση του Βάγκνερ «Παρσιφάλ» που υμνούσε τον χριστιανισμό. Μερικούς μήνες αργότερα έρχεται η δεύτερη μεγάλη στεναχώρια του Νίτσε, ο θάνατος του καθηγητή Ριτσλ.
Το 1878 βγαίνει το αφοριστικό «Ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο» που θα τύχει πλήρους αποδοκιμασίας της διανόησης της εποχής. Στις 2 Μαΐου του επόμενου έτους ο Νίτσε ζητά από το πανεπιστήμιο την πλήρη παύση από τα καθήκοντά του αφού πλέων αδυνατεί να διδάξει. Το αίτημά του γίνεται δεκτό και ο ίδιος θα λαμβάνει μια μικρή ετήσια αποζημίωση. Γράφει και ολοκληρώνει το «Ταξιδιώτης και η Σκιά του» όταν δέχεται άλλη μια επιδείνωση της υγείας του. Το 1880 κάνει αναρρωτικά ταξίδια και ξεκινάει τη συγγραφή της «Χαραυγής». 1882 γράφει τη «Χαρούμενη Επιστήμη».
Τα χρόνια που ακολουθούν ο Νίτσε έχοντας καταρρεύσει σωματικά αλλά απόλυτα διαυγής πνευματικά, απομονώνεται σε οικοτροφεία της Ελβετίας, της Γαλλικής Ριβιέρας και της Ιταλίας και εργάζεται βαθύτερα στο φιλοσοφικό του έργο. Μπαίνοντας πια στην ώριμη συγγραφική του ηλικία γράφει τα: «Τάδε έφη Ζαρατούστρα» σε τέσσερα μέρη, το «Στην Αντίπερα Όχθη του Καλού και του Κακού», «Η γενεολογία της Ηθικής», «Το Λυκόφως των ειδώλων», «Υπόθεση Βάγκνερ» και τον «Αντίχριστο». Στις 15 Οκτωβρίου του 1888 (ημέρα γενεθλίων του) ξεκινά τη συγγραφή του «Ιδέ ο Άνθρωπος», ενός βιβλίου με αρκετές αυτοβιογραφικές αναφορές.
Το 1889 ήταν η χρονιά όπου κλονίστηκε η ψυχική υγεία του Νίτσε. Την κηδεμονία του ανέλαβαν η μητέρα και η αδερφή του φιλοσόφου και αργότερα μόνο η αδερφή του (μετά τον θάνατο της μητέρας του το 97). Όντας στη Βαϊμάρη της Γερμανίας, το μεσημέρι της 25ης Αυγούστου του 1900 ο Φρίντριχ Νίτσε έφυγε από τη ζωή.
Στα χρόνια που ακολούθησαν η αδερφή του (αργότερα στέλεχος του Εθνοσοσιαλιστικού Κόμματος) οργάνωσε το αρχείο και τις σημειώσεις του Φρειδερίκου. Υπό την καθοδήγησή της εκδόθηκε το βιβλίο «Η θέληση της δύναμης». Οι μελετητές αμφιβάλλουν για την γνησιότητα πολλών σημείων του βιβλίου. Πρόκειται για τα σημεία που χρησιμοποίησε το ναζιστικό καθεστώς για την «ιδεολογική του βάση».
Σ' όλη τη ζωή του ο Νίτσε υπήρξε ιδεολόγος της ελευθερίας και εραστής της τέχνης, πολέμιος του ολοκληρωτισμού, του σωβινισμού και αντισημιτισμού. Το έργο του Νίτσε θεωρείται κατεξοχήν του 21ου αιώνα επειδή επηρέασε μια ολόκληρη σειρά σύγχρονων διανοητών και καλλιτεχνών. Ένας απ' αυτούς που επηρεάστηκαν περισσότερο, σύμφωνα με τον ίδιο, ήταν και ο Νίκος Καζαντζάκης. Το γεγονός ότι το όνομά του Φρειδερίκου Νίτσε λασπώθηκε από τους χιτλερικούς αποτελεί κατάφορη αδικία για έναν άνθρωπο που αναζητούσε μονάχα την αλήθεια, είτε την βρήκε είτε όχι.
Πηγή : Καθημερινή του Του Κώστα Ονισένκο
Πηγές κειμένου:
• Ντάνιε Αλεβί | «Φρειδερίκος Νίτσε» βιογραφία. Εκδ. Γκοβόστη. Μτφρ. Άρη Δικταίου
• Ελευθεροτυπία | «Νίτσε Εκατό χρόνια μετά» Βιβλιοθήκη (6 Οκτ. 2000)
• Περιοδικό Focus
Τετάρτη 4 Ιανουαρίου 2012
Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ..
Αν έρθει μια μέρα που τα μνημεία μας περάσουν στα χέρια των ξένων, αν πουλήσουμε και την ιστορία μας ακόμα, όπως άλλωστε το κάνουμε σιγά σιγά δηλητηριάζοντας την αλήθεια μας χρόνια τώρα, αν δεν αντιδράσουμε στο γενικό ξεπούλημα σε τιμή ευκαιρίας, όλων των ελληνικών θησαυρών, θα είμαστε ένα έθνος που έγραψε την πορεία του μες τους αιώνες και έρχεται απειλητική η εποχή που θα το κάνει να χαθεί..
Αυτό θέλουμε;
Είμαστε ένας αρχαίος λαός που μάλλον έχασε τα θαρραλέα χαρακτηριστικά του. Δεν μπορώ να φανταστώ τον νέο Λεωνίδα μας.
Τόση δουλοπρέπεια με θλίβει.
Ας με συνεφέρει κάποιος!
Εφιάλτη ζω- ξυπνάτε με!
(Και τα γράφω αυτά για να θυμώσω τα ένστικτά σας. Να μου επιτεθείτε και να εγερθείτε από την ζεστασιά του βολικού καναπέ…)
Ετικέτες
ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΕΝΟΣ ΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΑΝΕΜΟΥ..
Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2012
ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ...
Είναι μια μυστική συμφωνία η μέσα σου με τα πράγματα και τις ιδέες.
Την επικυρώνεις πάντα χρησιμοποιώντας το ίδιο εργαλείο; Τις παμπάλαιες λέξεις.
Και είναι αλήθεια ότι όσο περισσότερες έχεις στην κατοχή σου, τόσο πιο πλατύς είναι ο ορίζοντας περιφοράς σου μες την χώρα των ιδεών και των νοημάτων.
Γι αυτό επιμένω στο φως του λεξιλογίου, γι’ αυτό λέω ανοίξτε το λεξικό.
Εκμεταλλευτείτε τον κόπο των γενεών που πέρασαν και σας κληροδότησαν τόσο σπουδαία γνώση, που δεν φτάνει μια ζωή ή δύο για να την κατακτήσεις.
Είναι εκείνες οι λίμες που λιμάρουν σωστά το ακατέργαστο μέταλλο του Άμορφου μέχρι να του δώσουν μορφή..
Αλλά και η ψυχή μου… Τι ζητάει; Μήπως εδώ που είμαι είναι ο σταθμός ενός μεγάλου ατέλειωτου ταξιδιού;
Όχι και ναι.
Κοιτάζοντας πάντως έξω από το παράθυρο, εκεί που οι εργάτες του δήμου κλαδεύουν αυτούς τους ψηλούς ευκαλύπτους, ανακαλύπτω πως ξεσκαρτάροντας το άχρηστο φορτίο μιας ματαιοδοξίας που όλοι μα όλοι μας κουβαλάμε, φτάνεις πιο κοντά στον πραγματικό σου όμορφο πλούτο:
των συναισθημάτων που σε διακατέχουν όταν μπορείς να αναγνώθεις σωστά το πεπερασμένο του μαγικού αυτού κόσμου που έχεις και ζεις..
Την επικυρώνεις πάντα χρησιμοποιώντας το ίδιο εργαλείο; Τις παμπάλαιες λέξεις.
Και είναι αλήθεια ότι όσο περισσότερες έχεις στην κατοχή σου, τόσο πιο πλατύς είναι ο ορίζοντας περιφοράς σου μες την χώρα των ιδεών και των νοημάτων.
Γι αυτό επιμένω στο φως του λεξιλογίου, γι’ αυτό λέω ανοίξτε το λεξικό.
Εκμεταλλευτείτε τον κόπο των γενεών που πέρασαν και σας κληροδότησαν τόσο σπουδαία γνώση, που δεν φτάνει μια ζωή ή δύο για να την κατακτήσεις.
Είναι εκείνες οι λίμες που λιμάρουν σωστά το ακατέργαστο μέταλλο του Άμορφου μέχρι να του δώσουν μορφή..
Αλλά και η ψυχή μου… Τι ζητάει; Μήπως εδώ που είμαι είναι ο σταθμός ενός μεγάλου ατέλειωτου ταξιδιού;
Όχι και ναι.
Κοιτάζοντας πάντως έξω από το παράθυρο, εκεί που οι εργάτες του δήμου κλαδεύουν αυτούς τους ψηλούς ευκαλύπτους, ανακαλύπτω πως ξεσκαρτάροντας το άχρηστο φορτίο μιας ματαιοδοξίας που όλοι μα όλοι μας κουβαλάμε, φτάνεις πιο κοντά στον πραγματικό σου όμορφο πλούτο:
των συναισθημάτων που σε διακατέχουν όταν μπορείς να αναγνώθεις σωστά το πεπερασμένο του μαγικού αυτού κόσμου που έχεις και ζεις..
Ετικέτες
ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΕΝΟΣ ΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΑΝΕΜΟΥ..
Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2011
Κάποτε στην μακρινή πατρίδα των ποιητών
Κάποτε στην μακρινή πατρίδα των ποιητών φτάνει παραμονή Πρωτοχρονιάς.
Τότε κλείνουν οι ώρες και κλειδώνονται καταλαβαίνοντας τα λοίσθια που πνέουν.
Οι στίχοι δένουν σαν το σιρόπι της γιαγιάς μου που περίχυνε το όμορφο γλυκό.
Είναι η υπόσχεση ότι όλα θα είναι αλλιώτικα την άλλη μέρα.
Ακούγεται μια μουσική που γράφτηκε για να την παίξει το φεγγάρι.
Μες την καρδιά μου χωρούν οι φίλοι και όλος ο κόσμος που πολύ δοκιμάζεται.
Τρέμω μην χάσω την ελπίδα μου.
Δεν θα είμαι τίποτα αν δεν διασώσω το αθώο ποταμάκι των λέξεων.
Έτσι κλείνω τα μάτια και περιμένω να με βρει η αλλαγή της χρονιάς.
Μετά θα νιώσω στο μάγουλό μου τα φιλιά και θα ακούσω τις ευχές που θα με ξυπνήσουν ωραία!
Όπως ωραία θα ακουστώ να απαγγέλω μια σιωπηλή ευχή να γίνει ο κόσμος καλύτερος!
Καλή Χρονιά! Ευτυχισμένη για όλους!
Ετικέτες
ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΕΝΟΣ ΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΑΝΕΜΟΥ..
Αντρέ Μαλρώ
Σημειωματάριο από την ΕΣΣΔ, 1934,
του Αντρέ Μαλρώ
Το σημειωματάριο συνιστά, άραγε, ιδιαίτερο λογοτεχνικό είδος; Μέσα από τις σημειώσεις τους μπορεί ν’ ανακαλύψει κανείς ξανά τον Φλωμπέρ, τον Προυστ, τον Τζέιμς. Η εντύπωση της στιγμής, η εκκολαπτόμενη ιδέα, μια εικόνα που σβήνει, ένας λόγος που τον συνέλαβε η ακοή για να τον μεταμορφώσει στη συνέχεια η γραφή, πρόσωπα ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό, ένα έργο που θα μπορούσε να υπάρξει. Το σημειωματάριο είναι για το μυθιστόρημα ό,τι το σκίτσο για τον ζωγραφικό πίνακα ή, ενίοτε, ό,τι το ασυνείδητο για το συνειδητό: ένας κόσμος που ζητά να γεννηθεί. Συχνά χρησιμοποιήθηκε από τους ταξιδιώτες, που αντικατέστησαν με αυτό τη φωτογραφία, σαν μια σειρά λεκτικών ενσταντανέ. Η επιθυμία για τη σύλληψη του ασύλληπτου σ’ έναν κόσμο που διαρκώς κινείται είναι έντονη. Ο Μαλρώ καταγράφει στο σημειωματάριό του αυτά που βλέπει και αφηρημένες σκέψεις, όχι τα συναισθήματά του και τις πράξεις του. Τίποτα ενδόμυχο ή ναρκισσιστικό δεν υπάρχει σ’ αυτό εκπληκτικό ντοκουμέντο για μια επίσης εκπληκτική εποχή...
«Το 1934, σκεφτόμουν, σ’ αυτό τον μικρό κήπο κάτω απ’ το Κρεμλίνο, αυτήν την τεράστια χώρα, που ο Χίτλερ την απειλεί από τόσο κοντά, και που έχει ήδη λυσσάξει να ανταγωνιστεί την κολοσσιαία Αμερική».
Η «τελευταία του ρωσική ανάμνηση»; Ένας μετανάστης του 1918 τού ζητά να πάει να δει τη μητέρα του· στο σινεμά τον ρωτά «Η μητέρα μου μοιάζει τώρα μ’ αυτή τη γριά γυναίκα στην οθόνη, έτσι δεν είναι;» Ο Μαλρώ (που δεν μιλούσε για τη μητέρα του, η οποία είχε πεθάνει πριν από δύο χρόνια) μπορεί να μην είναι φωτογράφος∙ κλείνει, ωστόσο, σε μια ποιητική εικόνα όλο το δράμα της μετανάστευσης, της νοσταλγίας, του αποχωρισμού, του απαρηγόρητου γήρατος.
Από τον πρόλογο του Zαν-Υβ Ταντιέ
Όταν μεταφερόταν η σορός του Γκόγκολ, ένας θεός ξέρει από ποια τρέλα, μια ομάδα συγγραφέων αρπάζει το φέρετρο. Το μεταφέρουν στο σπίτι ενός απ’ αυτούς, το ανοίγουν πάνω στο τραπέζι, και αρχίζουν ένα μεθύσι μέχρι θανάτου. Μετά από λίγες ώρες, το μόνο που υπάρχει στο δωμάτιο είναι ένα τραπέζι πάνω στο οποίο στέκεται ένα ανοιχτό φέρετρο – σκόρπια οστά, μαλλιά, σκόνη– ανάμεσα σε ποτήρια σπασμένα ή γεμάτα βότκα, και κάτω απ’ το οποίο προεξέχουν παπούτσια και μπότες.
Φτάνει η πολιτοφυλακή, που ειδοποιήθηκε, για να πάρει πίσω το φέρετρο. Μισοξυπνημένοι, οι μάγκες πέρνουν τον δρόμο για το τμήμα (αφήνουν πού και πού τους φρουρούς για να βρουν κανένα μαξιλάρι), ενώ ο Στένιτς3 ουρλιάζει πίσω απ’ το φέρετρο που είχε χάσει το καπάκι του: «Το καπάκι, για τ’ όνομα του Θεού, κλείστε το καπάκι! Νομίζετε ότι υπάρχει θυρωρός εδώ πέρα!». Κάποια οστά που είχαν πέσει τα μαζεύουν στην πετσέτα που φέρνει κάποιος (οι άκρες της είναι δεμένες σε τεράστια αυτιά λαγού).
Τελικά το θέμα τακτοποιείται. Όμως ο Στένιτς αντιλαμβάνεται ότι λείπει ένας σπόνδυλος. Τηλεγραφεί στον Νικούλιν, ο οποίος έχει απελευθερωθεί απ’ τους πρώτους κι έχει επιστρέψει σε μια γειτονική πόλη (ο Ν. φημίζεται για τη φιλαργυρία του).
«Παλιοτόμαρο. Αν ο σπόνδυλος Γκόγκολ δεν αποκατασταθεί άμεσα, θα ειδοποιήσω την Γκεπεού».
Το τηλεγράφημα μεταφέρεται αμέσως στην προαναφερθείσα Γκεπεού και ο Στένιτς περνά τη βδομάδα στη στενή.
_________________________
1 Το χειρόγραφο του Σημειωματάριου ξεκινά με μια σειρά από σύντομες σημειώσεις, χωρίς εμφανή σύνδεση μεταξύ τους.
2 Γκεπεού, Κρατική Πολιτική Υπηρεσία (ιδρύθηκε στις 6 Φεβρουαρίου 1922).
Από: http://www.apiliotis.gr/ArticlesContinuous.aspx?C=164
του Αντρέ Μαλρώ
Το σημειωματάριο συνιστά, άραγε, ιδιαίτερο λογοτεχνικό είδος; Μέσα από τις σημειώσεις τους μπορεί ν’ ανακαλύψει κανείς ξανά τον Φλωμπέρ, τον Προυστ, τον Τζέιμς. Η εντύπωση της στιγμής, η εκκολαπτόμενη ιδέα, μια εικόνα που σβήνει, ένας λόγος που τον συνέλαβε η ακοή για να τον μεταμορφώσει στη συνέχεια η γραφή, πρόσωπα ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό, ένα έργο που θα μπορούσε να υπάρξει. Το σημειωματάριο είναι για το μυθιστόρημα ό,τι το σκίτσο για τον ζωγραφικό πίνακα ή, ενίοτε, ό,τι το ασυνείδητο για το συνειδητό: ένας κόσμος που ζητά να γεννηθεί. Συχνά χρησιμοποιήθηκε από τους ταξιδιώτες, που αντικατέστησαν με αυτό τη φωτογραφία, σαν μια σειρά λεκτικών ενσταντανέ. Η επιθυμία για τη σύλληψη του ασύλληπτου σ’ έναν κόσμο που διαρκώς κινείται είναι έντονη. Ο Μαλρώ καταγράφει στο σημειωματάριό του αυτά που βλέπει και αφηρημένες σκέψεις, όχι τα συναισθήματά του και τις πράξεις του. Τίποτα ενδόμυχο ή ναρκισσιστικό δεν υπάρχει σ’ αυτό εκπληκτικό ντοκουμέντο για μια επίσης εκπληκτική εποχή...
«Το 1934, σκεφτόμουν, σ’ αυτό τον μικρό κήπο κάτω απ’ το Κρεμλίνο, αυτήν την τεράστια χώρα, που ο Χίτλερ την απειλεί από τόσο κοντά, και που έχει ήδη λυσσάξει να ανταγωνιστεί την κολοσσιαία Αμερική».
Η «τελευταία του ρωσική ανάμνηση»; Ένας μετανάστης του 1918 τού ζητά να πάει να δει τη μητέρα του· στο σινεμά τον ρωτά «Η μητέρα μου μοιάζει τώρα μ’ αυτή τη γριά γυναίκα στην οθόνη, έτσι δεν είναι;» Ο Μαλρώ (που δεν μιλούσε για τη μητέρα του, η οποία είχε πεθάνει πριν από δύο χρόνια) μπορεί να μην είναι φωτογράφος∙ κλείνει, ωστόσο, σε μια ποιητική εικόνα όλο το δράμα της μετανάστευσης, της νοσταλγίας, του αποχωρισμού, του απαρηγόρητου γήρατος.
Από τον πρόλογο του Zαν-Υβ Ταντιέ
Όταν μεταφερόταν η σορός του Γκόγκολ, ένας θεός ξέρει από ποια τρέλα, μια ομάδα συγγραφέων αρπάζει το φέρετρο. Το μεταφέρουν στο σπίτι ενός απ’ αυτούς, το ανοίγουν πάνω στο τραπέζι, και αρχίζουν ένα μεθύσι μέχρι θανάτου. Μετά από λίγες ώρες, το μόνο που υπάρχει στο δωμάτιο είναι ένα τραπέζι πάνω στο οποίο στέκεται ένα ανοιχτό φέρετρο – σκόρπια οστά, μαλλιά, σκόνη– ανάμεσα σε ποτήρια σπασμένα ή γεμάτα βότκα, και κάτω απ’ το οποίο προεξέχουν παπούτσια και μπότες.
Φτάνει η πολιτοφυλακή, που ειδοποιήθηκε, για να πάρει πίσω το φέρετρο. Μισοξυπνημένοι, οι μάγκες πέρνουν τον δρόμο για το τμήμα (αφήνουν πού και πού τους φρουρούς για να βρουν κανένα μαξιλάρι), ενώ ο Στένιτς3 ουρλιάζει πίσω απ’ το φέρετρο που είχε χάσει το καπάκι του: «Το καπάκι, για τ’ όνομα του Θεού, κλείστε το καπάκι! Νομίζετε ότι υπάρχει θυρωρός εδώ πέρα!». Κάποια οστά που είχαν πέσει τα μαζεύουν στην πετσέτα που φέρνει κάποιος (οι άκρες της είναι δεμένες σε τεράστια αυτιά λαγού).
Τελικά το θέμα τακτοποιείται. Όμως ο Στένιτς αντιλαμβάνεται ότι λείπει ένας σπόνδυλος. Τηλεγραφεί στον Νικούλιν, ο οποίος έχει απελευθερωθεί απ’ τους πρώτους κι έχει επιστρέψει σε μια γειτονική πόλη (ο Ν. φημίζεται για τη φιλαργυρία του).
«Παλιοτόμαρο. Αν ο σπόνδυλος Γκόγκολ δεν αποκατασταθεί άμεσα, θα ειδοποιήσω την Γκεπεού».
Το τηλεγράφημα μεταφέρεται αμέσως στην προαναφερθείσα Γκεπεού και ο Στένιτς περνά τη βδομάδα στη στενή.
_________________________
1 Το χειρόγραφο του Σημειωματάριου ξεκινά με μια σειρά από σύντομες σημειώσεις, χωρίς εμφανή σύνδεση μεταξύ τους.
2 Γκεπεού, Κρατική Πολιτική Υπηρεσία (ιδρύθηκε στις 6 Φεβρουαρίου 1922).
Από: http://www.apiliotis.gr/ArticlesContinuous.aspx?C=164
Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου 2011
John Berryman
Ο Τζων Μπέρρυμαν γεννήθηκε το 1914 στο Μακάλεστερ της Οκλαχόμας και αυτοκτόνησε το 1971 στη Μινεάπολη της Μινεσότας. Ο πατέρας του είχε επίσης αυτοκτονήσει με περίστροφο μπροστά στα μάτια του (τότε) δωδεκάχρονου γιου του, γεγονός που σφράγισε καταλυτικά τη ζωή και την ποίησή του. Τα Dream Songs, 385 ποιήματα (18 στίχοι το κάθενα), που άρχισαν να γράφονται το 1955 (το τελευταίο, με θέμα την κόρη του, ολοκληρώθηκε λίγους μήνες πριν από την αυτοκτονία του), ανήκουν στα μείζονα έργα της αμερικανικής ποίησης του 20ού αιώνα. Στα ποιήματα αυτά, μέσω της persona του Χένρυ και του Mr Bones [(κ. Κόκκαλη (!)], ο Μπέρυμαν, σε τόνο θερμό, άμεσο και ανεπιτήδευτο, μιλάει για τους εφιάλτες, τις φοβίες, τις εμμονές, τα πάθη και τον αλκοολισμό του, καθώς και για τις κρίσεις μανιοκατάθλιψης που τον σημάδεψαν σε όλη τη ζωή του.
JOHN BERRYMAN
DREAM SONGS
[επιλογή]
14.
Life, friends, is boring. We must not say so.
After all, the sky flashes, the great sea yearns,
we ourselves flash and yearn,
and moreover my mother told me as a boy
(repeatingly) «Ever to confess you’re bored
means you have no
Inner Resources». I conclude now I have no
inner resources, because I am heavy bored.
Peoples bore me,
literature bores me, especially great literature,
Henry bores me, with his plights & gripes
as bad as achilles,
who loves people and valiant art, which bores me.
And the tranquil hills, & gin, look like a drag
and somehow a dog
has taken itself & its tail considerably away
into mountains or sea or sky, leaving
behind: me, wag.
22. Of 1826
I am the little man who smokes & smokes.
I am the girl who does know better but.
I am the king of the pool.
I am so wise I had my mouth sewn shut.
I am a government official & a goddamned fool.
I am a lady who takes jokes.
I am the enemy of the mind.
I am the auto salesman and love you.
I am a teenage cancer, with a plan.
I am the blackt-out man.
I am the woman powerful as a zoo.
I am two eyes screwed to my set, whose blind-
It is the Fourth of July.
Collect: while the dying man,
forgone by you creator, who forgives,
is gasping «Thomas Jefferson still lives»
in vain, in vain, in vain.
I am Henry Pussy-cat! My whiskers fly.
36.
The high ones die, die. They die. You look up and
who´s there?
– Easy, easy, Mr. Bones. I is on your side.
I smell your grief.
– I sent my grief away. I cannot care
forever. With them all again & again I died
and cried, and I have to live.
Now there you exaggerate, Sah. We hafta die.
That is our ’pointed task. Love & die.
– Yes; that makes sense.
But what makes sense between, then? What if I
roiling & babbling & braining, brood on why and
just sat on the fence?
– I doubts you did or do. De choice is lost.
– It’s fool’s gold. But I go in for that.
The boy & the bear
looked at each other. Man all is tossed
& lost with groin-wounds by the grand bulls, cat.
William Faulkner’s where?
(Frost being still around.)
48.
He yelled at me in Greek,
my God!–It’s not his language
and I’m no good at–his is Aramaic,
was–I am a monoglot of English
(American version) and, say pieces from
a baker’s dozen others; where’s the bread?
but rising in the Second Gospel, pal:
The seed goes down, god dies,
a rising happens,
some crust, and then occurs an eating. He said so, a Greek idea,
troublesome to imaginary Jews,
like bitter Henry, full of the death of love,
Cawdor-uneasy, disambitious, mourning
the whole implausible necessary thing.
He dropped his voice & sybilled of
the death of the death of love.
I ought to get going.
14.
Η ζωή, φίλοι, είναι βαρετή. Δεν πρέπει να το λέμε.
Στο κάτω κάτω, ο ουρανός αστράφτει, η απέραντη θάλασσα ποθεί,
εμείς αστράφτουμε και ποθούμε,
και επιπλέον η μητέρα μου όταν ήμουν παιδί μου έλεγε
(επανειλημμένως) «το να ομολογήσεις ότι βαριέσαι
σημαίνει πως δεν έχεις
εσωτερικά αποθέματα». Συμπεραίνω τώρα ότι δεν έχω
εσωτερικά αποθέματα, γιατί βαριέμαι θανάσιμα.
Βαριέμαι τον κόσμο,
βαριέμαι τη λογοτεχνία, ειδικά τη σπουδαία λογοτεχνία,
βαριέμαι τον Χένρυ, με τα χάλια και τη μουρμούρα του,
τόσο δυσάρεστη όσο του Αχιλλέα,
που αγαπά τους ανθρώπους και την γενναία τέχνη, την οποία βαριέμαι.
Και οι ήσυχοι λόφοι, και το τζιν, μοιάζουν αφόρητα
και για κάποιο λόγο ένα σκυλί
πήρε τον εαυτό του και την ουρά του και χάθηκε μακριά
σε βουνά ή θάλασσες ή ουρανό, αφήνοντας
πίσω: εμένα, να κουνώ το κεφάλι μου.
22. Για το 1826
Είμαι ο ανθρωπάκος που καπνίζει και καπνίζει.
Είμαι το κορίτσι που ξέρει τι δεν πρέπει να κάνει αλλά.
Είμαι ο βασιλιάς του μπιλιάρδου.
Είμαι τόσο σοφός που έβαλαν να μου ράψουν το στόμα.
Είμαι αξιωματούχος της κυβέρνησης και βλάκας με πατέντα.
Είμαι μια κυρία που σηκώνει αστεία.
Είμαι ο εχθρός του νου.
Είμαι ο πωλητής αυτοκινήτων και σας αγαπώ.
Είμαι ένας εφηβικός καρκίνος, με σχέδιο.
Είμαι ο συσκοτισμένος άνθρωπος.
Είμαι η γυναίκα δυνατή σαν ζώο σε κλουβί.
Είμαι δυο μάτια βιδωμένα στη συσκευή μου, των οποίων η τύφλα –
Είναι η Τετάρτη Ιουλίου.
Προσευχή: καθώς ο ετοιμοθάνατος που συγχωρεί,
εγκαταλελειμμένος από σένα δημιουργέ,
λέει πνιχτά «ο Τόμας Τζέφερσον ζει ακόμη»
μάταια, μάταια, μάταια.
Είμαι ο Χένρυ ο Ψιψίνος! Τα μουστάκια μου πετούν.
[Σ.τ.Μ.: Ο Τζων Άνταμς, δεύτερος πρόεδρος των ΗΠΑ (1797-1801)
και ο Τόμας Τζέφερσον, τρίτος πρόεδρος των ΗΠΑ (1801-1809),
σφοδροί αντίπαλοι αλλά φίλοι στα τελευταία χρόνια της ζωής τους,
πέθαναν την ίδια ημέρα: στις 4 Ιουλίου του 1826, εθνική γιορτή των
ΗΠΑ. Ο Άνταμς, αγνοώντας προφανώς ότι ο Τζέφερσον είχε ήδη
πεθάνει, ψέλλισε τη γνωστή φράση που σημειώνει ο Μπέρρυμαν.
Το ποίημα στηλιτεύει την άγνοια των Αμερικανών αλλά και τον
εκφυλισμό των αρχών στις οποίες οικοδομήθηκε η αμερικανική
δημοκρατία, αρχές τις οποίες θέσπισαν και υπερασπίστηκαν
πολιτικοί όπως ο Άνταμς και ο Τζέφερσον.
Στον στ.14 του αγγλικού κειμένου ο Μπέρρυμαν χρησιμοποιεί τη
λέξη collect με τη σημασία της «προσευχής», όπως ο ίδιος έχει
σημειώσει, και όχι με αυτήν της «συγκέντρωσης», όπως
λανθασμένα έχει αποδοθεί σε άλλες μεταφράσεις.]
36.
Οι σπουδαίοι πεθαίνουν, πεθαίνουν. Πεθαίνουν.
Υψώνεις το βλέμμα σου και ποιος απέμεινε;
– Ήρεμα, ήρεμα κ. Μπόουνς. Εγώ είμαι στο πλευρό σου.
Νιώθω τη θλίψη σου.
– Έδιωξα την θλίψη μου. Δεν μπορώ να θρηνώ
για πάντα. Με αυτούς όλους πέθανα πάλι και πάλι
και έκλαψα, και πρέπει να ζήσω.
– Ως προς αυτό, υπερβάλλεις, Κύριε. Πρέπει να πεθαίνουμε.
Αυτή είναι η αποστολή μας. Ν’ αγαπάμε και να πεθαίνουμε.
– Ναι· αυτό ακούγεται λογικό.
Αλλά υπάρχει λογική σ’ ό,τι συμβαίνει ανάμεσα στα δύο; Κι αν εγώ
παρ’ όλο που ανακατεύω τα σωθικά μου και μουρμουρίζω και
κατεβάζω ιδέες
συνεχίζω να μελαγχολώ ως προς το γιατί και
απλώς μένω αναποφάσιστος;
– Αμφιβάλλω αν έκανες ή κάνεις κάτι τέτοιο. Δεν υπάρχει επιλογή.
– Άνθραξ ο θησαυρός. Αλλά εγώ συνεχίζω να τον ψάχνω.
Το αγόρι και η αρκούδα
κοιτάχτηκαν στα μάτια. Οι ταύροι καρφώνουν με τα κέρατά τους
τον άνθρωπο και τον τινάζουν στον αέρα
και αυτός σβήνει από τις πληγές στα αχαμνά, φίλε.
Ο Γουίλλιαμ Φώκνερ βρίσκεται πού;
(Ο Φροστ είναι ακόμη εδώ).
48.
Μ’ έβρισε στ’ αρχαία ελληνικά,
Θεέ μου –δεν είναι καν η γλώσσα του
κι εγώ ούτε που την γνωρίζω –η δική του είναι η αραμαϊκή,
ήταν– εγώ μιλάω μόνο μία, τ’ αγγλικά
(αμερικανική εκδοχή) και, ξεφουρνίζω κάτι φράσεις
από καμιά δεκαριά άλλες· πού είναι το άρτος;
φουσκώνει στο Δεύτερο Ευαγγέλιο, φιλαράκο:
Ο σπόρος πέφτει, ο θεός πεθαίνει,
κάτι φουσκώνει,
ένα ξεροκόμματο, και τότε λαμβάνει χώρα ένα γεύμα. Εκείνος το είπε,
μια αρχαιοελληνική ιδέα,
ενοχλητική για φανταστικούς Εβραίους,
όπως ο πικρόχολος Χένρυ, γεμάτος από τον θάνατο της αγάπης,
άβολος στο Κάουντορ, χωρίς φιλοδοξίες, θρηνώντας
όλο αυτό το αβάσιμο αναγκαίο πράγμα.
Χαμήλωσε την φωνή και μίλησε σιβυλλικά
για τον θάνατο του θανάτου της αγάπης.
Ώρα να πηγαίνω.
[Μετάφραση: Χάρης Βλαβιανός]
Από: http://www.apiliotis.gr/ArticlesList.aspx?C=135&A=51
JOHN BERRYMAN
DREAM SONGS
[επιλογή]
14.
Life, friends, is boring. We must not say so.
After all, the sky flashes, the great sea yearns,
we ourselves flash and yearn,
and moreover my mother told me as a boy
(repeatingly) «Ever to confess you’re bored
means you have no
Inner Resources». I conclude now I have no
inner resources, because I am heavy bored.
Peoples bore me,
literature bores me, especially great literature,
Henry bores me, with his plights & gripes
as bad as achilles,
who loves people and valiant art, which bores me.
And the tranquil hills, & gin, look like a drag
and somehow a dog
has taken itself & its tail considerably away
into mountains or sea or sky, leaving
behind: me, wag.
22. Of 1826
I am the little man who smokes & smokes.
I am the girl who does know better but.
I am the king of the pool.
I am so wise I had my mouth sewn shut.
I am a government official & a goddamned fool.
I am a lady who takes jokes.
I am the enemy of the mind.
I am the auto salesman and love you.
I am a teenage cancer, with a plan.
I am the blackt-out man.
I am the woman powerful as a zoo.
I am two eyes screwed to my set, whose blind-
It is the Fourth of July.
Collect: while the dying man,
forgone by you creator, who forgives,
is gasping «Thomas Jefferson still lives»
in vain, in vain, in vain.
I am Henry Pussy-cat! My whiskers fly.
36.
The high ones die, die. They die. You look up and
who´s there?
– Easy, easy, Mr. Bones. I is on your side.
I smell your grief.
– I sent my grief away. I cannot care
forever. With them all again & again I died
and cried, and I have to live.
Now there you exaggerate, Sah. We hafta die.
That is our ’pointed task. Love & die.
– Yes; that makes sense.
But what makes sense between, then? What if I
roiling & babbling & braining, brood on why and
just sat on the fence?
– I doubts you did or do. De choice is lost.
– It’s fool’s gold. But I go in for that.
The boy & the bear
looked at each other. Man all is tossed
& lost with groin-wounds by the grand bulls, cat.
William Faulkner’s where?
(Frost being still around.)
48.
He yelled at me in Greek,
my God!–It’s not his language
and I’m no good at–his is Aramaic,
was–I am a monoglot of English
(American version) and, say pieces from
a baker’s dozen others; where’s the bread?
but rising in the Second Gospel, pal:
The seed goes down, god dies,
a rising happens,
some crust, and then occurs an eating. He said so, a Greek idea,
troublesome to imaginary Jews,
like bitter Henry, full of the death of love,
Cawdor-uneasy, disambitious, mourning
the whole implausible necessary thing.
He dropped his voice & sybilled of
the death of the death of love.
I ought to get going.
14.
Η ζωή, φίλοι, είναι βαρετή. Δεν πρέπει να το λέμε.
Στο κάτω κάτω, ο ουρανός αστράφτει, η απέραντη θάλασσα ποθεί,
εμείς αστράφτουμε και ποθούμε,
και επιπλέον η μητέρα μου όταν ήμουν παιδί μου έλεγε
(επανειλημμένως) «το να ομολογήσεις ότι βαριέσαι
σημαίνει πως δεν έχεις
εσωτερικά αποθέματα». Συμπεραίνω τώρα ότι δεν έχω
εσωτερικά αποθέματα, γιατί βαριέμαι θανάσιμα.
Βαριέμαι τον κόσμο,
βαριέμαι τη λογοτεχνία, ειδικά τη σπουδαία λογοτεχνία,
βαριέμαι τον Χένρυ, με τα χάλια και τη μουρμούρα του,
τόσο δυσάρεστη όσο του Αχιλλέα,
που αγαπά τους ανθρώπους και την γενναία τέχνη, την οποία βαριέμαι.
Και οι ήσυχοι λόφοι, και το τζιν, μοιάζουν αφόρητα
και για κάποιο λόγο ένα σκυλί
πήρε τον εαυτό του και την ουρά του και χάθηκε μακριά
σε βουνά ή θάλασσες ή ουρανό, αφήνοντας
πίσω: εμένα, να κουνώ το κεφάλι μου.
22. Για το 1826
Είμαι ο ανθρωπάκος που καπνίζει και καπνίζει.
Είμαι το κορίτσι που ξέρει τι δεν πρέπει να κάνει αλλά.
Είμαι ο βασιλιάς του μπιλιάρδου.
Είμαι τόσο σοφός που έβαλαν να μου ράψουν το στόμα.
Είμαι αξιωματούχος της κυβέρνησης και βλάκας με πατέντα.
Είμαι μια κυρία που σηκώνει αστεία.
Είμαι ο εχθρός του νου.
Είμαι ο πωλητής αυτοκινήτων και σας αγαπώ.
Είμαι ένας εφηβικός καρκίνος, με σχέδιο.
Είμαι ο συσκοτισμένος άνθρωπος.
Είμαι η γυναίκα δυνατή σαν ζώο σε κλουβί.
Είμαι δυο μάτια βιδωμένα στη συσκευή μου, των οποίων η τύφλα –
Είναι η Τετάρτη Ιουλίου.
Προσευχή: καθώς ο ετοιμοθάνατος που συγχωρεί,
εγκαταλελειμμένος από σένα δημιουργέ,
λέει πνιχτά «ο Τόμας Τζέφερσον ζει ακόμη»
μάταια, μάταια, μάταια.
Είμαι ο Χένρυ ο Ψιψίνος! Τα μουστάκια μου πετούν.
[Σ.τ.Μ.: Ο Τζων Άνταμς, δεύτερος πρόεδρος των ΗΠΑ (1797-1801)
και ο Τόμας Τζέφερσον, τρίτος πρόεδρος των ΗΠΑ (1801-1809),
σφοδροί αντίπαλοι αλλά φίλοι στα τελευταία χρόνια της ζωής τους,
πέθαναν την ίδια ημέρα: στις 4 Ιουλίου του 1826, εθνική γιορτή των
ΗΠΑ. Ο Άνταμς, αγνοώντας προφανώς ότι ο Τζέφερσον είχε ήδη
πεθάνει, ψέλλισε τη γνωστή φράση που σημειώνει ο Μπέρρυμαν.
Το ποίημα στηλιτεύει την άγνοια των Αμερικανών αλλά και τον
εκφυλισμό των αρχών στις οποίες οικοδομήθηκε η αμερικανική
δημοκρατία, αρχές τις οποίες θέσπισαν και υπερασπίστηκαν
πολιτικοί όπως ο Άνταμς και ο Τζέφερσον.
Στον στ.14 του αγγλικού κειμένου ο Μπέρρυμαν χρησιμοποιεί τη
λέξη collect με τη σημασία της «προσευχής», όπως ο ίδιος έχει
σημειώσει, και όχι με αυτήν της «συγκέντρωσης», όπως
λανθασμένα έχει αποδοθεί σε άλλες μεταφράσεις.]
36.
Οι σπουδαίοι πεθαίνουν, πεθαίνουν. Πεθαίνουν.
Υψώνεις το βλέμμα σου και ποιος απέμεινε;
– Ήρεμα, ήρεμα κ. Μπόουνς. Εγώ είμαι στο πλευρό σου.
Νιώθω τη θλίψη σου.
– Έδιωξα την θλίψη μου. Δεν μπορώ να θρηνώ
για πάντα. Με αυτούς όλους πέθανα πάλι και πάλι
και έκλαψα, και πρέπει να ζήσω.
– Ως προς αυτό, υπερβάλλεις, Κύριε. Πρέπει να πεθαίνουμε.
Αυτή είναι η αποστολή μας. Ν’ αγαπάμε και να πεθαίνουμε.
– Ναι· αυτό ακούγεται λογικό.
Αλλά υπάρχει λογική σ’ ό,τι συμβαίνει ανάμεσα στα δύο; Κι αν εγώ
παρ’ όλο που ανακατεύω τα σωθικά μου και μουρμουρίζω και
κατεβάζω ιδέες
συνεχίζω να μελαγχολώ ως προς το γιατί και
απλώς μένω αναποφάσιστος;
– Αμφιβάλλω αν έκανες ή κάνεις κάτι τέτοιο. Δεν υπάρχει επιλογή.
– Άνθραξ ο θησαυρός. Αλλά εγώ συνεχίζω να τον ψάχνω.
Το αγόρι και η αρκούδα
κοιτάχτηκαν στα μάτια. Οι ταύροι καρφώνουν με τα κέρατά τους
τον άνθρωπο και τον τινάζουν στον αέρα
και αυτός σβήνει από τις πληγές στα αχαμνά, φίλε.
Ο Γουίλλιαμ Φώκνερ βρίσκεται πού;
(Ο Φροστ είναι ακόμη εδώ).
48.
Μ’ έβρισε στ’ αρχαία ελληνικά,
Θεέ μου –δεν είναι καν η γλώσσα του
κι εγώ ούτε που την γνωρίζω –η δική του είναι η αραμαϊκή,
ήταν– εγώ μιλάω μόνο μία, τ’ αγγλικά
(αμερικανική εκδοχή) και, ξεφουρνίζω κάτι φράσεις
από καμιά δεκαριά άλλες· πού είναι το άρτος;
φουσκώνει στο Δεύτερο Ευαγγέλιο, φιλαράκο:
Ο σπόρος πέφτει, ο θεός πεθαίνει,
κάτι φουσκώνει,
ένα ξεροκόμματο, και τότε λαμβάνει χώρα ένα γεύμα. Εκείνος το είπε,
μια αρχαιοελληνική ιδέα,
ενοχλητική για φανταστικούς Εβραίους,
όπως ο πικρόχολος Χένρυ, γεμάτος από τον θάνατο της αγάπης,
άβολος στο Κάουντορ, χωρίς φιλοδοξίες, θρηνώντας
όλο αυτό το αβάσιμο αναγκαίο πράγμα.
Χαμήλωσε την φωνή και μίλησε σιβυλλικά
για τον θάνατο του θανάτου της αγάπης.
Ώρα να πηγαίνω.
[Μετάφραση: Χάρης Βλαβιανός]
Από: http://www.apiliotis.gr/ArticlesList.aspx?C=135&A=51
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



