ΟΙ ΕΝΟΠΛΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ
ΔΙΟΙΚΗΣΗ & ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΕΥΜΑΤΟΣ
(Ηρόδοτος Ζ.42-43, Η.12, Ξενοφών Κύρου Ανάβασις Β.ΙΙΙ.17, Γ.ΙV.5, Ζ.Ι.7, 11, 34, Ζ.ΙΙΙ.38, Ιππαρχικός 7.9, Αινείας ο Τακτικός 24, 27, Αρριανός Α.4, 21, Β.4, 12, 27, Γ.6, ΣΤ.5, 9, Πλούταρχος Αλέξανδρος 19.3, 10-11, 24.2, 28.4-5, Αλεξάνδρου Τύχη Β.339.C, Διόδωρος ΙΣΤ.42.9, ΙΖ.65.2-3, 83.5, 95.4-κ.ε., Πολύαινος Α.2, Γ.9.31, 51, Δ.3.15)
Στα αρχαία ελληνικά κράτη οι ελεύθεροι πολίτες τους ήταν καταγεγραμμένοι σε καταλόγους, που φυλάσσονταν σε κάποιο ιερό, συνήθως στο Μητρώον. Οι στρατοί τους διέθεταν οργάνωση ανάλογη του σημερινού 1ου Επιτελικού Γραφείου και το προσωπικό τους ήταν επίσης καταγεγραμμένο σε καταλόγους. Καταγραφόταν ακόμη και η εν γένει συμπεριφορά των στρατιωτών, μισθοφόρων και μη, και ενημερώνονταν οι αρμόδιες αρχές του κράτους προέλευσής τους, για να τους τιμωρήσει σύμφωνα και με τη δική του νομοθεσία ή να τους απονείμει τις τιμές, που είχαν αποφασισθεί από τις στρατιωτικές αρχές. Στη στρατιά του Αλεξάνδρου, το τελευταίο πρακτικά ίσχυε μόνο για τους Μακεδόνες, διότι ο Αλέξανδρος ως βασιλιάς της Μακεδονίας μπορούσε να δώσει διαταγές στις Μακεδονικές Αρχές σχετικά με Μακεδόνες πολίτες, αλλά δεν μπορούσε να διατάξει άλλο ελληνικό κράτος σε σχέση με τους δικούς του πολίτες.
Οι απόμαχοι και αποστρατευόμενοι διαγράφονταν από τους καταλόγους των μαχίμων και εγγράφονταν σε άλλους καταλόγους, μέχρι την επάνοδό τους σε κάποιο σημείο της Ελλάδας και την οριστική αποστρατεία τους. Οι αναφορές, οι επιθεωρήσεις και οι παρελάσεις του στρατεύματος ήταν όπως ακριβώς τις γνωρίζουμε και σήμερα.
Ο σύγχρονος Ελληνικός Στράτος Ξηράς διακρίνεται σε Όπλα και Σώματα. Όπλα είναι τα στοιχεία του στρατού, που έχουν αποστολή να διεξάγουν τον αγώνα ή να συμμετέχουν άμεσα σ΄ αυτόν (Πεζικό, Ιππικό-Τεθωρακισμένα, Πυροβολικό, Μηχανικό, Διαβιβάσεις). Σώματα καλούνται τα στοιχεία του Στρατού, που διαθέτουν μονάδες εκστρατείας και προσφέρουν υποστήριξη Διοικητικής Μέριμνας (Τεχνικό, Εφοδιασμού & Μεταφορών, Υλικού Πολέμου, Υγειονομικό). Επίσης Σώματα καλούνται και τα στοιχεία του Στρατού, που δεν διαθέτουν μονάδες εκστρατείας, αλλά προσφέρουν κάθε μορφής υποστήριξη Διοικητικής Μέριμνας (Οικονομικό, Γεωγραφικό, Ελεγκτικό, Στρατιωτικών Γραμματέων, Ταχυδρομικό, Μουσικό). Κοινά Σώματα των Ενόπλων Δυνάμεων είναι το Δικαστικό, το Θρησκευτικό, το Στρατολογικό και το Σώμα Αδελφών Νοσοκόμων. Στη συνέχεια παραθέτουμε την οργάνωση του σύγχρονου Ελληνικού Στρατού και την αντιστοίχιση με τα τμήματα των αρχαίων στρατών:
Πεζικό: οπλίτες, ψιλοί, πελταστές, άγημα, υπασπιστές, σωματοφύλακες
Ιππικό-Τεθωρακισμένα: βαρύ και ελαφρύ ιππικό, δρεπανηφόρα άρματα, πολεμικοί ελέφαντες
Πυροβολικό: Καταπέλτες (οξυβελείς και λιθοβόλοι)
Μηχανικό: συνεργεία επιφορτισμένα με γεφυρώσεις ποταμών και τάφρων, λύση και αρμολόγηση πλοίων, κατασκευή ασκοσχεδιών και υποσκάψεις τειχών
Διαβιβάσεις: δρομοκήρυκες, αυλητές, σαλπιγκτές, πυρσωροί, χειριστές σημαιών
Τεχνικό: συνεργεία, που συντηρούσαν κι επισκεύαζαν τις πολεμικές μηχανές, τα σκευοφόρα και τον πάσης φύσεως εξοπλισμό
Εφοδιασμού-Μεταφορών: διοικητική μέριμνα, σκευοφόρα
Υλικού Πολέμου: διαχειριστές του εξοπλισμού, που προερχόταν από την Ελλάδα ή καταλαμβανόταν ως λάφυρο
Υγειονομικό: γιατροί, ασθενοφόρες άμαξες
Οικονομικό: διαχειριζόταν το ταμείο της στρατιάς. Πρώτος ανέλαβε αυτή τη θέση ο παιδικός φίλος του Αλεξάνδρου, Άρπαλος
Γεωγραφικό: δεν έχουμε εξειδικευμένες πληροφορίες, αλλά είναι αδύνατο να πιστέψουμε ότι οι αρχαίοι ελληνικοί στρατοί δεν διέθεταν χάρτες των περιοχών, όπου κατά παράδοση επιχειρούσαν. Οι Πέρσες ασφαλώς θα διέθεταν χάρτες των δικών τους εδαφών και ασφαλώς σ’ αυτούς τους χάρτες οφείλεται η εκπληκτική άνεση, με την οποία κινήθηκε ο Αλέξανδρος. Η ύπαρξη του Γεωγραφικού Σώματος ήταν υποχρεωτική, όταν ο Αλέξανδρος διέταξε τον Νέαρχο να εξερευνήσει τον Ινδικό Ωκεανό και τον Περσικό Κόλπο, τους Ιέρωνα, Αρχία και Ανδροσθένη τα παράλια της Αραβίας, και τον Ηρακλείδη την Κασπία Θάλασσα
Ελεγκτικό: δεν αναφέρεται ρητώς, αλλά μόνο με την ύπαρξη ελεγκτών ήταν δυνατή η τήρηση της τάξης, ο εντοπισμός και η αποτροπή καταχρήσεων
Στρατιωτικών Γραμματέων: αἱ βασίλειοι ἐφημερίδες, δηλαδή το ημερολόγιο της Αυλής, απετέλεσε την εγκυρότερη πηγή πληροφοριών για τους αρχαίους ιστορικούς του Αλεξάνδρου. Υπεύθυνος για την τήρησή τους ήταν ο γραμματέας Ευμένης από την Καρδία
Ταχυδρομικό: γραμματοφόροι
Μουσικό: ποτέ στην ιστορία δεν υπήρξε στρατός χωρίς μουσικούς. Ίσως ήταν οι ίδιοι με τους αυλητές και σαλπιγκτές, που διεβίβαζαν τα παραγγέλματα στη μάχη
Δικαστικό: ήταν αδιανόητη η επιβολή αυθαίρετων ποινών στους ελεύθερους πολίτες, που συγκροτούσαν τη στρατιά. Η διεξαγωγή κάποιου είδους δίκης ήταν επιβεβλημένη, ώστε να μην εξαναστούν τα συμμαχικά κράτη, όταν τιμωρούνταν στρατιωτικοί προερχόμενοι απ’ αυτά. Ειδικά για τους Μακεδόνες και τα σοβαρά εγκλήματα κατά του κράτους υπήρχε η Εκκλησία των Μακεδόνων
Θρησκευτικό: μάντεις και ιερείς
Στρατολογικό: δεν προκύπτει ως αυτόνομο τμήμα, αλλά ο Αλέξανδρος κατ’ επανάληψη έστειλε αξιωματικούς στα μετώπισθεν, για να στρατολογήσουν νέους στρατεύσιμους
Δηλαδή, αν εξαιρέσουμε τα τμήματα και τους κλάδους των σημερινών Ενόπλων Δυνάμεων, που δημιουργήθηκαν με την τεχνολογική εξέλιξη (π.χ. αεροπορία, υποβρύχια, πληροφορική), οι αρχαίοι ελληνικοί στρατοί δεν υστερούσαν σε τίποτα, ούτε ως προς την οργάνωση ούτε ως προς την αποτελεσματική διοίκησή τους. Φυσικά, η οργάνωση από μόνη της δεν επαρκεί για να επιτύχει ένας στρατός τόσες πολλές νίκες σε τόσο εκτεταμένα εχθρικά εδάφη σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα. Περισσότερο χρειάζεται η αποφασιστικότητα των στρατιωτών, την οποία οι Μακεδόνες έδειξαν σε κάθε περίπτωση. Όμως υπάρχει κι ένας διαταρακτικός όρος, τον οποίο εντοπίζει ο Ξενοφών: «όσο πιο πολλοί είναι οι στρατιώτες τόσο περισσότερα σφάλματα διαπράττουν». Και πράγματι, αυτό το είδαμε αρκετές φορές από τους Μακεδόνες. Μία αιφνιδιαστική έξοδος του στόλου των Τυρίων προκάλεσε αναστάτωση και απώλειες στο ναυτικό των συμμάχων. Όταν ο Αλέξανδρος φοβούμενος τον οιωνό, αποσύρθηκε από την πολιορκία της Γάζας, οι Άραβες υπερασπιστές της έτρεψαν σε φυγή τους άντρες του. Σ’ αυτές τις δύο περιπτώσεις ο Αλέξανδρος επιτιθέμενος ο ίδιος κατόρθωσε να αποκρούσει τους βαρβάρους και να σώσει το γόητρο του μακεδονικού στρατού. Κατά την πολιορκία των Μασσάγων η προθυμία των Μακεδόνων υπασπιστών να ανεβούν στα τείχη γκρεμίζει τις γέφυρες. Όταν ο Αλέξανδρος αποκόπηκε και λίγο έλειψε να σκοτωθεί στην πόλη των Μαλλών, οι Μακεδόνες στη βιασύνη τους να ανεβούν στο τείχος συνωθήθηκαν και έσπασαν τις κλίμακες. Σε όλες τις μάχες οι επιτελείς του αγωνιούσαν, διότι πολεμούσε στην πρώτη γραμμή «σαν στρατιώτης και όχι ως στρατηγός», διοικούσε δηλαδή δίνοντας το προσωπικό παράδειγμα. Εκτός απ’ αυτό, στην αποτελεσματικότερη διοίκηση του στρατεύματος συνέτειναν και συγκεκριμένες επιμέρους ενέργειες, όπως οι παρακάτω.
Επιβράβευση: όπως είδαμε, η αμοιβή των στρατιωτών περιελάμβανε και κάποιες παροχές επιπλέον του βασικού μηνιαίου μισθού τους. Αυτές ήταν συνάρτηση των δυσκολιών, που αντιμετώπιζαν, του πλούτου, που μπορούσαν να αρπάξουν από τους εχθρούς, και της διάθεσης του εργοδότη να τους ευχαριστήσει. Ήταν επίσης συνάρτηση της γενικότερης και ειδικότερης προσφοράς του καθενός στον κοινό αγώνα. Δηλαδή, πόσο φιλικό προς τον Ηγεμόνα ήταν το κάθε κράτος προέλευσης των συμμάχων, τι φορτίο σήκωσε στη μάχη κάθε τμήμα (λόχος, ίλη, πεζοί, ιππείς, ψιλοί κλπ), τι βαθμό είχε ο καθένας και φυσικά πόσο διακρίθηκε ο κάθε πολεμιστής ξεχωριστά. Αν η μάχη προμηνυόταν σκληρή και αμφίρροπη, τα βραβεία ανακοινώνονταν προκαταβολικά, ώστε να εξάψουν το μένος των στρατιωτών. Αν η μάχη αποδεικνυόταν εκ των υστέρων σκληρή και δύσκολη, επίσης εκ των υστέρων μεγάλωναν τα βραβεία σε σχέση με τα προαναγγελθέντα. Οι πάσης φύσεως αμοιβές επιπλέον του μισθού ήταν το ισχυρότερο δέλεαρ για την προσέλευση περιστασιακών μισθοφόρων και ο Αλέξανδρος σε όλη την εκστρατεία φρόντιζε επιμελώς να διατηρεί ικανοποιημένους τους στρατιώτες του και να τους ζηλεύουν, όσοι δεν τον ακολούθησαν εξ αρχής. Φυσικά εκμεταλλεύθηκε τους άφθονους πόρους του κράτους των Αχαιμενιδών και εκτός από τους διάφορους βαρβάρους, που εντάσσονταν υποχρεωτικά στη στρατιά του, κατόρθωσε να δελεάζει διαρκώς τους Έλληνες, που δεν έπαψαν ποτέ να συρρέουν σε μεγάλους αριθμούς. Η εντυπωσιακότερη απόδειξη ότι το σύστημα επιβραβεύσεων του Αλεξάνδρου πέτυχε απόλυτα, είναι ότι σχεδόν 10 χρόνια μετά την έναρξη της εκστρατείας έφτασε στην Ινδία συμμαχική δύναμη πεζών και ιππέων από την Ελλάδα, ίση με το σύνολο Ελλήνων και βαρβάρων της αρχικής στρατιάς. Μία άλλη μορφή επιβράβευσης, άμεσα χρήσιμης στην οργάνωση και λειτουργία του στρατού ήταν οι προαγωγές. Ο καταλληλότερος χρόνος ήταν μετά από μάχες, όπου είχαν πέσει κάποιοι βαθμοφόροι και κάποιοι άλλοι κατώτεροί τους είχαν αποδείξει τις ικανότητές να καταλάβουν τις χηρεύουσες θέσεις.
Συνεννόηση: σήμερα μόνο στην Κύπρο εξακολουθεί να ομιλείται διάλεκτος δυσνόητη στους υπόλοιπους Έλληνες. Οι διαφορές μεταξύ των διαλέκτων της Ελλάδας έχουν αμβλυνθεί πλέον σε τέτοιο βαθμό, ώστε καταβάλλονται προσπάθειες να διατηρηθούν ως λαογραφικό στοιχείο. Αλλά, όπως είδαμε, στην αρχαιότητα τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Αυτό φαίνεται καθαρά και στα κείμενα των αρχαίων συγγραφέων, όπου οι διαφορές μεταξύ των διαλέκτων είναι πολύ έντονες. Οι στρατιωτικοί ηγέτες, που κάθε άλλο παρά αποτελούσαν εξαίρεση, αντιμετώπιζαν οξύ πρόβλημα στη συνεννόησή τους με στρατιωτικούς από άλλα ελληνικά έθνη. Ο Αινείας ο Τακτικός, που συνέγραψε μόλις τρεις δεκαετίες πριν τον Αλέξανδρο, αναφέρει περιπτώσεις στρατιωτικής αποτυχίας λόγω διαφοράς στις διαλέκτους και τις τοπικές συνήθειες των στρατιωτών. Συνιστούσε δε να χρησιμοποιούν ως αναγνωριστικά συνθήματα λέξεις κοινές για όλους τους Έλληνες και όχι όρους, που διέφεραν από διάλεκτο σε διάλεκτο ή από έθνος σε έθνος. Ακόμη και τα επίθετα των θεών (π.χ. Ενυάλιος [Άρης], Παλλάς [Αθηνά]) συνιστούσε να αποφεύγουν, διότι μπορούσαν να προκαλέσουν σύγχυση. Είναι αυτονόητο ότι σε ένα στράτευμα, που εκτός από τα διάφορα ελληνικά έθνη περιελάμβανε και βαρβαρικά, η συνεννόηση ήταν πιο δύσκολη και απαιτούσε τη μεσολάβηση διερμηνέων, με αποτέλεσμα μόνο τα βασικά παραγγέλματα με σάλπιγγες ή σημαίες να είναι κατανοητά χωρίς δυσκολία.
Λιποταξίες: το φαινόμενο της λιποταξίας είναι εξίσου παλαιό με τον πόλεμο και εμφανιζόταν ακόμη και στους μισθοφόρους. Γι’ αυτό οι Έλληνες τοποθετούσαν τα πιο έμπιστα τμήματα στο τέλος του σχηματισμού πορείας, ώστε κάποιο απ’ όλα να μπορεί πάντοτε να συλλάβει όσους επιχειρούσαν να λιποτακτήσουν. Ρητώς αναφέρεται ότι ο Αλέξανδρος έλαβε το μέτρο αυτό κατά την κάθοδο του Ινδού. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι μόνο τότε φοβήθηκε ή διαπίστωσε λιποταξίες, αλλά ίσως τότε να ήταν οξύτερο του πρόβλημα και εντονότερο το μέτρο. Μία άλλη μέθοδος για την αποτροπή και τον περιορισμό των λιποταξιών ήταν η παρακράτηση μέχρι και του ¼ του μισθού των στρατιωτών και η απόδοσή του στους δικαιούχους, όταν λυνόταν ομαλά η σύμβαση εργασίας τους. Έτσι, όσοι λιποτακτούσαν, υφίσταντο υπολογίσιμη οικονομική απώλεια. Επίσης οι συνακολουθούντες οικείοι (γυναίκες και παιδιά) των στρατιωτών αποτελούσαν εν δυνάμει ομήρους και τρόπον τινά παράγοντα αποτρεπτικό της λιποταξίας.
Πρέπει ακόμη να αναφέρουμε ότι στους ελληνικούς στρατούς του 4ου π.Χ. αιώνα στις μάχες διακινδύνευαν τη ζωή τους οι στρατηγοί, όχι όμως και οι πολιτειακοί άρχοντες. Οι δύο γνωστές εξαιρέσεις αυτού του κανόνα ήταν η Σπάρτη και η Μακεδονία. Η Σπάρτη, διότι είχε δύο βασιλείς, ο ένας εκ των οποίων οδηγούσε το στρατό στη μάχη και ο άλλος συνέχιζε να διοικεί το κράτος ανεξάρτητα από την τύχη του πρώτου. Η Μακεδονία, διότι είχε διατηρήσει την αριστοκρατική δομή και η θέση του κάθε αριστοκράτη στην ιεραρχία συναρτάτο προς τη γενναιότητά του. Βέβαια ο κύριος λόγος, που ωθούσε τον Αλέξανδρο να διακινδυνεύει τη ζωή του στην πρώτη γραμμή, ήταν πρωτίστως ο ορμητικός και ριψοκίνδυνος χαρακτήρας του. Η επίσης αριστοκρατική δομή του κράτους τους έκανε και τους Πέρσες αξιωματούχους να συνωθούνται στην πρώτη γραμμή ή να πρωταγωνιστούν σε μονομαχίες, τις οποίες οι Έλληνες είχαν προ πολλών αιώνων ξεχάσει. Έτσι ο Δαρείος Γ΄, πριν γίνει Μέγας Βασιλεύς, μονομάχησε με έναν Καδούσιο και ο Σατιβαρζάνης πρότεινε στον Ερύγιο τον Μυτιληναίο να κριθεί η αμφίρροπη μάχη με μονομαχία των δύο τους.
Η ψυχολογία του στρατιώτη ήταν ανέκαθεν μία από τις θεμελιώδεις μεταβλητές στη διοίκηση ενός στρατεύματος, γι’ αυτό υπήρξε αντικείμενο ιδιαίτερης προσοχής από τους ηγέτες του και εκμετάλλευσης από τον εχθρό. Όπως προκύπτει από τον Αρριανό και τον Αστερίξ, οι Γαλάτες φοβόντουσαν μόνο μην πέσει ο ουρανός στο κεφάλι τους. Αυτό το σχήμα λόγου τόνιζε όχι τη γενναιότητα των Γαλατών, αλλά τον απόλυτα δικαιολογημένο φόβο όλων των αρχαίων πολεμιστών για τα καιρικά φαινόμενα. Κατά την παραμονή των στρατιωτών σε άγνωστες περιοχές δεν ήταν σπάνιο να σκοτωθούν αρκετοί από κεραυνούς ή να παρασυρθούν από πλημμυρισμένους χειμάρρους. Εξάλλου σε μία τέτοια περίπτωση οφείλεται η καταστροφή της στρατιάς του Αλεξάνδρου στη Γεδρωσία.
Μία άλλη ψυχολογική αντίδραση των αρχαίων στρατιωτών, που με τα σημερινά δεδομένα μπορεί να φαίνεται παράξενη, ήταν ο πανικός. Παρουσιαζόταν κυρίως τη νύχτα και οφειλόταν συνήθως στην κακή ή ανύπαρκτη ενημέρωση, που μεγέθυνε και εξάπλωνε σ’ όλο το στρατόπεδο κάποια μικροαναστάτωση. Οι αρχαίοι στρατιωτικοί συγγραφείς αναφέρουν τρόπους καταστολής του πανικού στο φιλικό στρατόπεδο και πρόκλησής του στο εχθρικό, ώστε να ακολουθήσει νυκτερινή επιδρομή.
Η παρουσία του ανώτατου στρατιωτικού ή πολιτειακού ηγέτη έδινε αυτοπεποίθηση στις φιλικές δυνάμεις και προκαλούσε ανησυχία, ακόμη και τρόμο, στους εχθρούς. Έτσι, βλέπουμε τον Αλέξανδρο να τρομοκρατεί με τη φυσική του παρουσία τις εχθρικές φρουρές ή να ανακόπτει τη φυγή των Μακεδόνων και να τρέπει σε φυγή τους μέχρι εκείνη τη στιγμή διώκτες τους. Αντίθετα, η απώλεια ή η φυγή του ηγέτη αναπτέρωνε το ηθικό του εχθρού και έσπερνε τρόμο στις φιλικές δυνάμεις. Γι’ αυτό η φυγή του Δαρείου στην Ισσό και ειδικά στα Γαυγάμηλα προκάλεσε τη φυγή και του περσικού ιππικού, που μέχρι εκείνη τη στιγμή πίεζε ασφυκτικά τις δυνάμεις του Αλεξάνδρου. Αλλά και στις δύο κρίσεις υγείας του Αλεξάνδρου, στην Ταρσό και ειδικά στη χώρα των Μαλλών, το ηθικό των Μακεδόνων κατέρρευσε στη σκέψη ότι θα έμεναν χωρίς τον ικανό ηγέτη τους σε χώρες ιδιαίτερα εχθρικές. Και στις δύο περιπτώσεις η κατάπτωση του ηθικού τους ήταν τέτοια, ώστε ο Αλέξανδρος υποχρεώθηκε να εμφανισθεί μπροστά τους, για να ηρεμήσουν.
Η διαβολή ήταν άλλη μία ψυχολογική μέθοδος, την οποία χρησιμοποιούσαν οι εμπόλεμοι, για να κάνουν επιφυλακτικούς τους συνεργάτες των αντιπάλων τους και πλήξουν την απόδοση του επιτελείου τους. Ο Αλέξανδρος φέρεται να εξαίρεσε από τη λεηλασία τα κτήματα του Μέμνονα του Ρόδιου, ώστε οι Πέρσες να τον θεωρήσουν ύποπτο συναλλαγής και σ’ αυτό αποδίδεται εμμέσως το ότι απέρριψαν την πρότασή του για εφαρμογή της καμένης γης. Αλλά και οι Πέρσες είχαν ανάλογες επιτυχίες και λίγο έλειψε να προκαλέσουν το θάνατο του Αλεξάνδρου. Είχαν προκηρύξει αμοιβή για όποιον τον σκότωνε με αποτέλεσμα, όταν αρρώστησε στην Ταρσό οι γιατροί να μην τον βοηθούν, διότι φοβούνταν την οργή των Μακεδόνων σε περίπτωση αποτυχίας τους και θανάτου του. Οι Πέρσες είχαν επίσης διαδώσει, ότι ο γιατρός Φίλιππος από την Ακαρνανία είχε δωροδοκηθεί, για να τον δολοφονήσει με φάρμακο, κάτι το οποίο είχε πιστέψει τουλάχιστον ο Παρμενίων.
Υπήρχαν και άλλες μέθοδοι κλονισμού του ηθικού του αντιπάλου και ως μία απ’ αυτές μπορούμε να θεωρήσουμε τις δύο απαντητικές επιστολές του Αλεξάνδρου προς τον Δαρείο, ιδίως δε την πρώτη, όπου του απευθύνεται ως Μέγας Βασιλεύς προς υποτελή βασιλέα. Αναφέρεται ακόμη η περίπτωση, όπου οι καταδιωκόμενοι Μύριοι αυθόρμητα προκάλεσαν κακώσεις στους σκοτωμένους εχθρούς, ώστε να εμφανίζουν στους δικούς τους φρικιαστικό θέαμα. Ο Νέαρχος πάλι κατόρθωσε να αντιστρέψει το πεσμένο ηθικό των ναυτών του, όταν συνάντησαν τις φάλαινες στον Ινδικό Ωκεανό, παρατάσσοντας το στόλο για ναυμαχία και δίνοντας τη διαταγή επίθεσης. Μ’ αυτόν τον τρόπο υποβίβασε στη σκέψη των πληρωμάτων τα πρωτόγνωρα θαλάσσια τέρατα σε συνηθισμένο εχθρό, για να αποσπάσει τη συνηθισμένη ανδρεία τους.
Τέλος, πρέπει να επισημάνουμε ότι ο Αλέξανδρος σε κάθε ευκαιρία έδειξε ότι ήταν εξαιρετικά ικανός στη διαχείριση των ανθρωπίνων πόρων. Μετά τη μάχη του Γρανικού τίμησε τους πεσόντες και επισκέφθηκε έναν προς έναν τους τραυματίες, τους οποίους άφησε να του εξιστορήσουν τα ανδραγαθήματά τους. Μετά τη μάχη της Ισσού έθαψε με τις πρέπουσες τιμές τους πεσόντες και αντάμειψε με επαίνους και δωρεές, όσους διακρίθηκαν. Μετά την τελευταία και καθοριστική μάχη των Γαυγαμήλων μοίρασε γενναίες δωρεές σε όλο το στράτευμα από τα κατασχεθέντα στο περσικό στρατόπεδο χρήματα. Σε όλες δε τις αποστρατεύσεις χορηγούσε πολύ σημαντικά ποσά.
ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ & ΗΘΙΚΗ
(Ηρόδοτος Γ.12, Ζ.52, 80, Η.27, Θουκυδίδης Α.3, Α.11, Β.14, 18, Ξενοφών Κύρου Ανάβασις Α.ΙΙ.1, VI.1, Χ.18, Β.ΙΙ.16, V.19-20, Δ.ΣΤ.26, Ε.ΙΙ.4, Ε.ΙΙΙ.4, ΣΤ.IV.23, VI.1, 38, Ζ.ΙΙ.7, ΙV.2, 12, Ιππαρχικός 4.17, Αινείας ο Τακτικός 8, 10.23, Αρριανός Ε.2, Διόδωρος ΙΣΤ.21.2, 41, 48.3, 53, 57.2, 73, ΙΖ.14.3, 23.5, 35, ΙΗ.25.5, Πλούταρχος Αλέξανδρος 59.6-8, Πολύαινος Α.34, Γ.10.5)
Το να κρίνουμε εξ ιδίων τα αλλότρια είναι ανθρώπινο χαρακτηριστικό, είναι όμως και το πλέον εσφαλμένο κριτήριο, όταν χρησιμοποιείται για άλλους λαούς ή άλλες εποχές. Την εποχή του Αλεξάνδρου ο κλασικός Ελληνικός πολιτισμός βρισκόταν στο απόγειό του, αλλά η πολιτική είχε με τον πολιτισμό την ίδια σχέση, που διατηρεί και σήμερα: καμία! Αντικείμενο της πολιτικής ήταν ανέκαθεν η εξουσία και η οικονομική κυριαρχία. Ακόμη και στην Αθήνα, τη λαμπρότερη Δημοκρατία όλων των εποχών, τη μητρόπολη του κλασσικού ελληνικού πολιτισμού και πατρίδα του σημερινού Δυτικού πολιτισμού, τα δημοκρατικά δικαιώματα περιορίζονταν μόνο σε ένα μέρος του πληθυσμού, τους (άρρενες) Αθηναίους πολίτες. Σ’ αυτήν την κοινωνία, την πλέον εξελιγμένη μεταξύ όλων των Ελληνικών, από τη μία πλευρά απαγορευόταν ο φόνος δούλου και από την άλλη δεν υπήρχε καμία αναστολή στην καταστροφή άλλων πόλεων και τον εξανδραποδισμό των κατοίκων τους. Κάθε ελληνικό κράτος εφάρμοζε τον νόμο μέσα στην επικράτειά του και έξω από τα όριά του διεκδικούσε εξουσία και πλούτο χωρίς ηθικές αναστολές, αλλά και χωρίς να αναζητά ηθικά προσχήματα. Αυτό δεν σημαίνει ότι υπήρχε ανηθικότητα. Απλώς δεν είχε εμφανισθεί ο χριστιανισμός, δεν είχαν διατυπωθεί οι ανθρωπιστικές αρχές, και η ηθική είχε διαφορετικό περιεχόμενο. Στην πράξη βέβαια, τίποτα δεν έχει αλλάξει από τότε μέχρι σήμερα και δικαιώματα εξακολουθούν να έχουν μόνο όσοι έχουν τη ισχύ να επιβάλουν το σεβασμό σ’ αυτά.
Στους αρχαίους λοιπόν ήταν προφανές το καλό, το κακό και το πότε οι στρατηγικές επιλογές είχαν φτάσει στα άκρα. Όμως όσο σκληρή ή απάνθρωπη (όπως θα λέγαμε σήμερα) και αν ήταν μία στρατηγική επιλογή, δεν υπήρχε νόμος, που να καταδικάζει όσους τις έκαναν. Αντίθετα, το αρχαίο πολεμικό δίκαιο προέβλεπε ένα πλήθος από σκληρές συνέπειες για τους ηττημένους. Η επιβολή τους δεν ήταν υποχρεωτική και γι’ αυτό οι Σπαρτιάτες δεν κατέστρεψαν την Αθήνα, ούτε εξανδραπόδισαν τους Αθηναίους, που ηττήθηκαν στον Πελοποννησιακό πόλεμο, παρά τις πιέσεις των Θηβαίων και των Μεγαρέων. Ωστόσο η απειλή επιβολής τους αποτελούσε μέθοδο εκφοβισμού των αντιπάλων και συνέτισης των συμμάχων. Αυτές οι ενέργειες εντάσσονταν στην γενικότερη πολεμική ηθική όλων των αρχαίων Ελλήνων και δεν αποτελούσαν κάτι το ξεχωριστό κατά περίπτωση.
Επίσης οι στρατιωτικές δαπάνες ήταν απολύτως αναγκαίες για την επιτυχή πολιτική δράση και απαιτούσαν τεράστια ποσά. «Χρειάζονται λοιπόν χρήματα και τίποτα δεν γίνεται χωρίς αυτά», όπως διαπίστωσε ο Δημοσθένης. Η ανεπάρκεια πόρων ήταν κατά τον Θουκυδίδη ο λόγος, που οι Έλληνες δεν μπόρεσαν να κάνουν κάποια μεγάλης κλίμακας συμμαχική επιχείρηση πριν τον Τρωικό πόλεμο. Ακριβώς λόγω της ανεπάρκειας πόρων, ένα μέρος του εκστρατευτικού σώματος στην Τροία αποσπάσθηκε από το μέτωπο και επιφορτίσθηκε με την εξασφάλιση εφοδίων, επιτρέποντας έτσι στους Τρώες να αντισταθούν επί 10 χρόνια.
Εν ολίγοις η στρατηγική των αρχαίων Ελλήνων προέβλεπε μία σειρά από ενέργειες, που δεν ήταν ούτε ανήθικες ούτε παράνομες, αν και μερικές ήταν κατακριτέες.
Απόσπαση ανταλλαγμάτων από εχθρούς, φίλους και συμμάχους με την υπόσχεση ότι έτσι θα αποφύγουν τα χειρότερα: συνήθως ήταν συμβιβασμός επωφελής και για τα δύο μέρη. Ο Αλέξανδρος διέταξε τους Ασπένδιους να δώσουν ως αμοιβή στη στρατιά του 50 τάλαντα, για να μην τοποθετήσει στην πόλη τους φρουρά, η συντήρηση της οποίας θα βάρυνε τους κατοίκους. Κάτι ανάλογο πρέπει να υποθέσουμε και στην παράδοση των Παφλαγόνων.
Λεηλασία: αποτελούσε τον συνηθέστερο τρόπο αρπαγής πόρων από τις μη φιλικές (εχθρικές και ουδέτερες) δυνάμεις. Οι συνηθέστερες μορφές της ήταν η σκύλευση των πεσόντων νεκρών και η λαφυραγώγηση του στρατοπέδου του ηττημένου. Η σκύλευση (αφαίρεση του οπλισμού από τους πεσόντες εχθρούς) είναι αρχέγονη συνήθεια και περιγράφεται επαρκώς στην Ιλιάδα, ενώ η περιγραφή του Διόδωρου για τη λαφυραγώγηση του πλούσιου στρατοπέδου των Περσών μετά τη μάχη της Ισσού είναι ιδιαίτερα γλαφυρή. Στο τέλος της κάθε μάχης ο νικητής ήταν σαν να βρισκόταν σε ένα τεράστιο κατάστημα οπλισμού, από το οποίο μπορούσε να διαλέξει ό,τι ήθελε χωρίς χρέωση. Η λεηλασία γινόταν είτε ατομικά, οπότε επιτρεπόταν στους άντρες να κρατούν ό,τι άρπαζε ο καθένας, είτε συλλογικά, οπότε έβγαινε ολόκληρο το στράτευμα και ό,τι συγκέντρωνε αποτελούσε κοινό κτήμα. Μερικές φορές η εχθρική περιοχή χωριζόταν σε τομείς, κάποιους από τους οποίους λεηλατούσαν οι στρατιώτες για ίδιο όφελος και κάποιους άλλους για να εξασφαλίσουν πόρους στη στρατιά. Οι στρατιώτες μοιράζονταν τα κοινά λάφυρα ή τις εισπράξεις από την πώλησή τους, με την ίδια αναλογία που ίσχυε για όλες τις επιπλέον αμοιβές τους. Για να γίνουν πιο κατανοητές οι πολεμικές συνήθειες των Ελλήνων του 4ου π.Χ. αιώνα, αναφέρουμε το παρακάτω περιστατικό. Ο Αθηναίος στρατηγός Ιφικράτης περιέπλεε με ναυτική δύναμη την Κέρκυρα, όπου κατέλαβε τα πλοία, με τα οποία ο τύραννος των Συρακουσών Διονύσιος έστελνε στα ιερά της Ολυμπίας και των Δελφών αγάλματα από χρυσό και ελεφαντόδοντο. Ο Ιφικράτης ρώτησε το Δήμο των Αθηνών τι να πράξει και οι Αθηναίοι του απήντησαν να μην τον απασχολούν τα θεία, αλλά η διατροφή των στρατιωτών του. Έτσι ο Ιφικράτης πούλησε ως λάφυρα πολέμου τα ιερά αναθήματα ενός ουδέτερου ελληνικού κράτους προς τα δύο σημαντικότερα ιερά όλων των αρχαίων Ελλήνων. Εννοείται ότι η Δημοκρατία των Αθηνών δεν υπέστη καμία κύρωση γι’ αυτήν την εντελώς πειρατική και ιερόσυλη ενέργεια.
Από τις παραπάνω περιπτώσεις ο Αλέξανδρος εφάρμοσε στην εκστρατεία του τη λεηλασία των εχθρικών περιοχών, για να τροφοδοτεί το στράτευμα, και τη λαφυραγώγηση των πόλεων που αντιστάθηκαν, με εξέχουσα την Περσέπολη, ενώ όπως ήταν φυσικό κατέσχεσε τα Δημόσια Ταμεία της αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών. Όταν έπρεπε να εξασφαλισθούν εφόδια σε μία εχθρική περιοχή για ένα μικρό στρατιωτικό τμήμα, λάμβαναν χώρα καταδρομικές επιχειρήσεις από μικρά και ταχυκίνητα συνεργεία λεηλατών εξοπλισμένα με μικρά δόρατα, ασκούς, σάκκους και διάφορα αγγεία. Όταν έπρεπε να εξασφαλισθούν εφόδια για ολόκληρη τη στρατιά του Αλεξάνδρου, είναι λογικό οι σχετικές επιχειρήσεις να διεξάγονταν από μεγαλύτερα και λιγότερο ταχυκίνητα τμήματα, στα οποία συμμετείχε το ιππικό και μεγάλος αριθμός σκευοφόρων.
Όμηροι: ήταν απαραίτητοι είτε ως εγγύηση για την τήρηση μίας συμφωνίας, είτε για να εξασφαλίζουν στον δεσμώτη τους την υπακοή, ανοχή ή συνεργασία των κρατών προέλευσής τους. Ήταν συνηθέστατη τακτική για Έλληνες και βάρβαρους και ο ίδιος ο πατέρας του Αλεξάνδρου είχε διατελέσει όμηρος των Ιλλυριών στη Θήβα. Υπήρχαν όμως και άλλοι λόγοι για τη σύλληψη ή την παράδοση ομήρων, με συνηθέστερο τον εξαναγκασμό των οικείων τους να συνεργασθούν (π.χ. να γίνουν οδηγοί του στρατού εισβολής). Ο Μέμνων ο Ρόδιος φέρεται να έστειλε την οικογένειά του στο Δαρείο ως ομήρους, ώστε να αυξήσει την εμπιστοσύνη του Μεγάλου Βασιλέως προς το πρόσωπό του και να προαχθεί. Όμηροι συλλαμβάνονταν και σε μία στυγνή παραλλαγή του κοινού εγκλήματος της απαγωγής, οπότε απλώς εζητούντο λύτρα για την απελευθέρωσή τους. Οι έφηβοι γιοι των Μακεδόνων αριστοκρατών, που υπηρετούσαν τον εκάστοτε βασιλιά, αποτελούσαν ένα επίλεκτο σώμα ομήρων, με το οποίο εξασφαλιζόταν η πειθαρχία των φιλόδοξων αριστοκρατών. Αντίθετα, οι συνακολουθούντες οικείοι των στρατιωτών δεν αποτελούσαν ομήρους, αν και η παρουσία τους στο στρατόπεδο τους καθιστούσε εν δυνάμει ομήρους .
Καταστροφή πόλεων: Μία από τις παλαιότερες και σαφώς η διασημότερη καταστροφή πόλεως είναι αυτή της Τροίας. Ήταν η εσχάτη ποινή του πολεμικού δικαίου των αρχαίων Ελλήνων και σε συνδυασμό με τη λεηλασία και τον εξανδραποδισμό αποτελούσε την αποτελεσματικότερη μέθοδο εκφοβισμού των αντιπάλων και συνέτισης των συμμάχων, αλλά και εξαφάνισης ενός ενοχλητικού εμπορικού ή γεωστρατηγικού ανταγωνιστή (γι’ αυτό καταστράφηκε η Τροία και ζητήθηκε η καταστροφή της Αθήνας μετά τον Πελοποννησιακό πόλεμο). Οι εντυπωσιακότερες ενέργειες αυτού του είδους είναι η καταστροφή της Μήλου από τη δημοκρατική, αλλά Ηγεμόνα της Ελλάδος Αθήνα, και αργότερα της Θήβας από τον Αλέξανδρο.
Οι σημερινοί βομβαρδισμοί ολόκληρων περιοχών ή χωρών μόνο οριακά διαφέρουν στην ηθική από τις αρχαιοελληνικές πρακτικές. Το βέβαιο πάντως είναι ότι οι αρχαίοι Έλληνες, όταν προκαλούσαν ανθρώπινες ή υλικές καταστροφές, ούτε «ανθρωπιστικούς» λόγους επικαλούνταν ούτε «ηθικώς αποδεκτά» περιθώρια στατιστικού σφάλματος (παράπλευρες απώλειες) αναγνώριζαν. Απλώς εφάρμοζαν τον Νόμο του Ισχυροτέρου με τη γνωστή σκληρότητά του.
Εξανδραποδισμός: η τακτική των αρχαίων Ελλήνων να εξανδραποδίζουν (να πωλούν ως δούλους) τους ηττημένους, αδιακρίτως φύλου και ηλικίας, ήταν πολύ παλιά και συνήθης πρακτική των Ηγεμόνων της Ελλάδος ή μικρότερων περιοχών της, ακολουθούσε δε την άλωση πόλεων. Ήταν ένας τρόπος να απαλλάσσονται οι νικητές από επικίνδυνα ή ταραχοποιά στοιχεία αλλά και να προσπορίζονται σημαντικά οικονομικά οφέλη. Στην καταστροφή της Θήβας ο Αλέξανδρος εξανδραπόδισε περί τις 30.000 Θηβαίους και απεκόμισε 440 τάλαντα. Στην άλωση της Τύρου εξανδραπόδισε άλλες 30.000 γυναικόπαιδα, ενώ δεν παραδίδεται ο αριθμός των εξανδραποδισθέντων κατοίκων της Γάζας και των άλλων πόλεων της Ασίας.
Σφαγή: ήταν άλλη μία συνήθης τακτική των εμπολέμων ελληνικών κρατών. Η μελανότερη ίσως της αρχαίας ελληνικής ιστορίας είναι η σφαγή από τους Αθηναίους όλου του αντρικού πληθυσμού της Μήλου από την εφηβεία και πάνω στη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου. Ο Αλέξανδρος δεν διέταξε μεν τη σφαγή ελληνικών πληθυσμών, αλλά δεν δίστασε να τη διατάξει για όσους βαρβάρους προέβαλαν αντίσταση κι έδιναν το κακό παράδειγμα στους άλλους. Οι σημαντικότερες σφαγές στην εκστρατεία του ήταν ο απαγχονισμός 2.000 αιχμαλώτων μετά την άλωση της Τύρου, στην Περσίδα που ήταν ο σκληρός πυρήνας της αυτοκρατορίας και όπου φαίνεται ότι συνάντησε αξιόλογη ανταρτική αντίσταση, καθώς και στη Σογδιανή όπου καθηλώθηκε επιχειρώντας επί 2 περίπου χρόνια. Στις σφαγές πληθυσμών πρέπει να προσθέσουμε και τις σφαγές στρατιωτών, σημαντικότερες από τις οποίες ήταν των Ελλήνων μισθοφόρων των Περσών στο Γρανικό και των Ινδών μισθοφόρων. Στις δύο τελευταίες περιπτώσεις το κίνητρό του ήταν προφανώς να καταστρέψει το δυναμικό και να τρομοκρατήσει τους αντιπάλους του. Στην περίπτωση των Ελλήνων μισθοφόρων του Γρανικού ενήργησε λάθος, διότι οι μισθοφόροι δεν είχαν τίποτα εναντίον του προσώπου του ή των επιδιώξεών του και, όπως φάνηκε στη συνέχεια, ελλείψει εργοδότη πρόθυμα του μίσθωναν τις υπηρεσίες τους. Στην Ινδία επίσης διέταξε να απαγχονισθούν πολλοί Βραχμάνες, επειδή ξεσήκωναν τον πληθυσμό εναντίον του.
Εξορία και εκτόπιση: είναι η «ανθρωπιστικότερες» από τις σκληρές πολιτικές τιμωρίες. Και στις δύο τιμωρίες πρωταθλητής αναδείχθηκε η Αθηναϊκή Δημοκρατία, κυρίως κατά την πρώτη περίοδο, που ηγεμόνευσε την Ελλάδα, με πιο μνημειώδεις περιπτώσεις τις καταδίκες σε εξορία του Αριστείδη του δίκαιου και του Θεμιστοκλή. Σε κάθε αλλαγή πολιτικών ισορροπιών εξορίζονταν, όσοι αποτελούσαν κίνδυνο για τη νέα κατάσταση. Όταν προκρινόταν δραστικότερη λύση από την εξορία επιλεγμένων προσώπων, οι αρχαίοι (Έλληνες και βάρβαροι) προχωρούσαν στην εκτόπιση ευρύτερων πολιτικών ομάδων ή ακόμη και ολόκληρων πληθυσμών. Οι Πέρσες μάλιστα είχαν και συγκεκριμένα μέρη συγκέντρωσης των εκτοπιζομένων, όπως τα νησιά της Ερυθράς Θάλασσας (Περσικού Κόλπου), και άλλα άγονα σημεία της αυτοκρατορίας τους. Ο Αλέξανδρος συνάντησε διάφορους ελληνικούς πληθυσμούς και ομάδες, που είχαν εκτοπισθεί σε διαφορετικές χρονικές στιγμές και για διαφορετικούς λόγους. Αυτές οι ομάδες ήταν οι τιμωρημένοι Έλληνες από διάφορες ιωνικές πόλεις, οι Ερετριείς από τους περσικούς πολέμους, οι Βραγχίδες και κάποιοι Βοιωτοί. Οι λόγοι για τους οποίους επιβαλλόταν η εκτόπιση ήταν κατ’ αρχήν πολιτικοί, πάντοτε όμως ο δράστης επωφελείτο οικονομικά, αφού τα εξοριζόμενα άτομα και οι εκτοπιζόμενοι πληθυσμοί έχαναν τις περιουσίες τους. Μερικές δε φορές είναι δύσκολο να διακρίνουμε, αν η εκτόπιση απλώς έφερε οικονομικά οφέλη ή αν επιβλήθηκε από αυτά, όπως στην περίπτωση της εγκατάστασης Αθηναίων κληρούχων στη Σάμο.
Καταστροφή πόρων: επειδή το μεγαλύτερο μέρος των εφοδίων έπρεπε να εξευρίσκεται επιτοπίως, το πρόβλημα του ανεφοδιασμού για τους αρχαίους στρατούς ήταν πολύ οξύτερο, απ΄ όσο για τους σύγχρονους, που διαθέτουν μηχανοκίνητα και εναέρια μέσα μεταφοράς. Έτσι, όσο σημαντική ήταν η εξεύρεση πόρων, άλλο τόσο σημαντική ήταν και η αφαίρεση πόρων από τον εχθρό. Οι αμυνόμενοι στρατοί προσπαθούν παγίως να καταστρέψουν ο,τιδήποτε εντός της επικράτειάς τους θα μπορούσε να βοηθήσει τον επιτιθέμενο. Η τακτική, που είναι γενικά γνωστή ως καμένη γη, εφαρμοζόταν πολύ συχνά στην αρχαιότητα από Έλληνες και βαρβάρους, η πιο πρόσφατη δε εφαρμογή της έγινε κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο από τον Ερυθρό Στρατό, όταν η Βέρμαχτ εισέβαλε στη Σοβιετική Ένωση. Η επιτυχία της τακτικής αυτής ήταν ανάλογη της έκτασης της εφαρμογής της και περιελάμβανε την καταστροφή της ζωικής και γεωργικής παραγωγής, τη μόλυνση των πόσιμων υδάτων, την απομάκρυνση πληθυσμού και οικοσκευών, ακόμη και την αφαίρεση των ξύλινων τμημάτων των εγκαταλελειμμένων οικιών. «Διαθέτουμε τη φωτιά, με την οποία μπορούμε να καταστρέψουμε κάθε καρπό της γης, και … να σας αντιτάξουμε την πείνα, την οποία όσο γενναίοι κι αν είστε δεν θα μπορέσετε ποτέ να ξεπεράσετε» είπε χαρακτηριστικά ο Τισσαφέρνης στους Μύριους. Αν οι Πέρσες επιτελείς εισάκουαν τον Μέμνονα τον Ρόδιο και κατέστρεφαν τις πηγές ανεφοδιασμού πριν τη μάχη του Γρανικού, θα έφερναν σε εξαιρετικά δυσχερή θέση τον Αλέξανδρο, που τότε διέθετε εφόδια μόνο για μία εβδομάδα. Αλλά κι όταν τελικά αποφάσισαν να εφαρμόσουν την καμένη γη στη Μεσοποταμία, δεν το έκαναν στην έκταση, που έπρεπε, και ο Αλέξανδρος κατόρθωσε να προελάσει σε εναλλακτικό δρομολόγιο.
Επίσης, τόσο στην αρχαιότητα όσο και σήμερα η προσπάθεια να πληγεί ο εφοδιασμός του αντιπάλου επιβάλλει την καταστροφή όλων των εφοδίων και του οπλισμού, που δεν μπορεί να μεταφέρει ένας στρατός και υποχρεώνεται να τα εγκαταλείψει πίσω του.
Θρησκεία: είναι σαφές ότι τους πολέμους δεν τους κατήργησε ούτε ο Χριστιανισμός, αντίθετα στο όνομά του έγιναν μερικά από τα πιο φρικιαστικά εγκλήματα στην ιστορία του ανθρώπου. Η αρχαία ελληνική θρησκεία ήταν άμεσα συνδεδεμένη με τον πόλεμο, αφού περιλάμβανε και τον ανάλογο θεό. Οι ευσεβείς Έλληνες στρατηγοί απέδιδαν σε ναούς το 1/10 των εισπράξεων από την πώληση ανδραπόδων και λαφύρων, ενώ είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό ότι σημαντικό μέρος από τμήματα πανοπλίας αφιερώνονταν ως αναθήματα σε αρχαίους ναούς. Ο Αλέξανδρος μόλις πάτησε στην Ασία πήγε στο ναό της Ιδαίας Αθηνάς, χρηματοδότησε την ανέγερση ναού της Πολιάδος Αθηνάς στην Πριήνη και ανήγειρε ναούς στην Αίγυπτο. Δεν χωράει αμφιβολία πως αν ήταν σύγχρονός μας θα τον βλέπαμε σε όλες τις επίσημες λειτουργίες και δοξολογίες.
Ταφή νεκρών: πόσο ιερό καθήκον ήταν η ταφή των νεκρών φαίνεται από την τιμωρία, που επέβαλαν οι Αθηναίοι στους ναυάρχους τους, όταν δεν περισυνέλεξαν από τη θάλασσα τους νεκρούς της ναυμαχίας λόγω τρικυμίας. Για τους νεκρούς του εχθρικού στρατοπέδου δεν προβλεπόταν καμία φροντίδα. Έτσι, τα οστά των πεσόντων κατά την εισβολή του Καμβύση στην Αίγυπτο (το 525 π.Χ.) παρέμεναν σκορπισμένα στο πεδίο της μάχης περί τα 70 χρόνια αργότερα, την εποχή του Ηροδότου. Ο Αλέξανδρος πάντοτε επιμελούνταν την απόδοση των προβλεπομένων τιμών στους νεκρούς της στρατιάς του και μετά τη μάχη της Ισσού επέτρεψε να χρηματοδοτηθεί από τα λάφυρα η ταφή των επιφανέστερων Περσών, αλλά όχι και των χαμηλόβαθμων, που φυσικά ήταν η συντριπτική πλειοψηφία.
Η ΣΤΡΑΤΙΑ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ
Σύνθεση και αριθμητική δύναμη
(Αρριανός Δ.25, Διόδωρος ΙΖ.9.2, 17.3, 57.3, Κούρτιος 8.5.4)
Η δύναμη της στρατιάς του Αλεξάνδρου είναι ένα από τα πολλά σημεία, για τα οποία έχουμε ελλιπείς πληροφορίες. Ούτε καν για την αρχική δύναμη, που ξεκίνησε από τη Μακεδονία, δεν έχουμε ακριβείς πληροφορίες και το μόνο βέβαιο είναι ότι ο Αλέξανδρος έκανε τη βαλκανική εκστρατεία επικεφαλής των δυνάμεων του Κοινού Συνεδρίου των Ελλήνων. Αυτό είναι σαφές διότι:
ο Φίλιππος δολοφονήθηκε λίγους μήνες πριν επιτεθεί στην Περσία, άρα οι συμμαχικές δυνάμεις πρέπει να είχαν ήδη συγκεντρωθεί και να έκαναν τις τελευταίες προετοιμασίες
η στρατιά του Αλεξάνδρου μπροστά στα τείχη της Θήβας αριθμούσε περισσότερους από 30.000 πεζούς και 3.000 ιππείς, δηλαδή το σύνολο σχεδόν της δύναμης, με την οποία επιτέθηκε στην Περσία
η ολοσχερής καταστροφή της Θήβας αποφασίσθηκε από τους Έλληνες συμμάχους του Αλεξάνδρου
στους λίγους μήνες, που μεσολάβησαν ανάμεσα στην καταστροφή της Θήβας και την εισβολή στην Ασία, δηλαδή το χειμώνα του 335-334 π.Χ. ούτε αναφέρεται ούτε ήταν εφικτό να συγκεντρωθούν όλες οι συμμαχικές δυνάμεις και τα αναγκαία για την εκστρατεία εφόδια
Βέβαιο είναι επίσης ότι οι θρακικοί λαοί προσέφεραν στρατό στον Αλέξανδρο μόνο μετά την εναντίον τους εκστρατεία του και την πλήρη υποταγή τους.
Η συνολική δύναμη της αρχικής στρατιάς αποτελεί ένα από τα πολλά σημεία ασυμφωνίας των αρχαίων συγγραφέων, που παραδίδουν από 30.000 έως 43.000 πεζούς και από 4.000 έως 5.500 ιππείς, όπως αναλυτικά παρουσιάζουμε στον παρακάτω πίνακα.
Πλούταρχος
Διόδωρος Αλεξάνδρου Τύχη 327Ε Αλέξανδρος Ιουστίνος
Αρριανός 17.17.3-4 Αριστόβουλος Πτολεμαίος Αναξιμένης 15.1 11.6.2
Μακεδόνες Α.14. 12.000
Έλληνες σύμμαχοι Β.5. 7.000
Έλληνες μισθοφόροι Β.5.
Θράκες μισθοφόροι Β.5.
Ξένοι μισθοφόροι (πλην Θρακών) Β.9.
Μισθοφόροι 5.000
Αγριάνες ακοντιστές Α.14.
Αγριάνες τοξότες 1.000
Θράκες τοξότες Β.9.
Κρήτες τοξότες Β.9.
Οδρύσες, Τριβαλλοί & Ιλλυριοί 7.000
Σφενδονήτες Β.7.
Τοξότες Α.16.
ΣΥΝΟΛΟ ΠΕΖΩΝ Α.11.> 30.000 32.000 30.000 30.000 43.000 30.000 -43.000 32.000
Μακεδόνες Α.14. 1.800
Θεσσαλοί Α.14. 1.800
Έλληνες σύμμαχοι Α.14. 600
Θράκες & Παίονες Α.14. 900
ΣΥΝΟΛΟ ΙΠΠΕΩΝ Α.11.> 5.000 5.100 4.000 5.000 5.500 4.000 - 5.000 4.500
Ο Αρριανός, που είναι ο αναλυτικότερος ιστορικός στην περιγραφή των μαχών, μας δίνει μόνο κατά προσέγγιση σύνολα, ίσως διότι καμία από τις πηγές του δεν τον ικανοποιούσε. Αντίθετα, ο Διόδωρος, που είναι συνοπτικότερος και μικρότερης αξιοπιστίας, μας παραδίδει τον μοναδικό, κάπως αναλυτικό κατάλογο της αρχικής δύναμης της στρατιάς του Αλεξάνδρου. Ωστόσο, σε καμία περίπτωση δεν μας επιτρέπεται να αποδώσουμε στον κατάλογο αυτό ιδιαίτερη αξία για τους παρακάτω λόγους. Ο Αρριανός στη μάχη του Γρανικού, στη διάβαση της Κιλικίας και στη μάχη της Ισσού αναφέρει τμήματα, που δεν προκύπτει να προσκολλήθηκαν κατά την προέλαση της στρατιάς, άρα ανήκαν στην αρχική της δύναμη, κι όμως δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο του Διόδωρου. Αλλά κι ο ίδιος ο Διόδωρος περιορίζει την αξία του καταλόγου του.
Συγκεκριμένα, δεν προσδιορίζει την ειδικότητα των βαλκανικών λαών (Οδρυσών, Τριβαλλών και Ιλλυριών), που αναφέρει. Επίσης αναφέρει τον παιονικό λαό των Αγριάνων ως τοξότες, ενώ από τον Αρριανό προκύπτει ότι ήταν ακοντιστές. Πάντως και οι δύο φαίνεται να συμφωνούν ότι οι Αγριάνες ήταν περίπου 1.000. Σε άλλο σημείο μας πληροφορεί ότι στους 600 ιππείς από τα συμμαχικά κράτη της νότιας Ελλάδος περιλαμβάνονταν Πελοποννήσιοι και Αχαιοί, δίνοντας την εντύπωση ότι η Αχαΐα δεν βρίσκεται στην Πελοπόννησο. Η αλήθεια είναι ότι αυτά δεν συνιστούν σοβαρά παραπτώματα, διότι όλοι οι αρχαίοι συγγραφείς χρησιμοποιούσαν ανάλογες διατυπώσεις. Το σημαντικότερο πρόβλημα είναι ότι απαριθμεί 5.100 ιππείς, αλλά τους αθροίζει σε 4.500!
Η αρχική στρατιά, με την οποία ο Αλέξανδρος επιτέθηκε εναντίον της Αχαιμενιδικής αυτοκρατορίας, ήταν περίπου τα ¾ της συνολικής στρατιωτικής δύναμης, που είχε συγκεντρωθεί. Το υπόλοιπο ¼, 12.000 πεζοί και 1.500 ιππείς, παρέμεινε επί ευρωπαϊκού εδάφους υπό τον Αντίπατρο, για να διατηρήσει τη Μακεδονική Ηγεμονία στην Ελλάδα και την υποταγή των θρακικών λαών. Στη δύναμη αυτή πρέπει να προσθέσουμε και τους 10.000 Μακεδόνες, που επιχειρούσαν στην Μ. Ασία ήδη επί ένα έτος, αν και δεν έχουμε πληροφορίες για τη δράση τους μετά τη δολοφονία του Φιλίππου. Μετά από κάθε νίκη και όσο η στρατιά προήλαυνε στην Ασία, προσκολλώντο και άλλες δυνάμεις από τα τοπικά στρατεύματα των υποτασσόμενων χωρών. Έτσι, κατά την εισβολή στην Ινδία και παρά τις φρουρές, που είχε αφήσει πίσω της σε όλη την Ασία, η στρατιά παραδίδεται ότι αριθμούσε 120.000 μάχιμους.
Τακτική
Η φύση της πολεμικής σύγκρουσης, που προετοίμασε ο Φίλιππος και πραγματοποίησε ο Αλέξανδρος, απαιτούσε κινητοποίηση μεγάλων στρατιωτικών σχηματισμών και μεγάλης κλίμακας μάχες. Παρά ταύτα δεν έλειψαν οι ανορθόδοξες τακτικές, που παραδοσιακά χρησιμοποιούσαν οι ελληνικοί στρατοί, για να νικήσουν με τις μικρότερες δυνατές απώλειες σε χρόνο, προσωπικό και πόρους. Χαρακτηριστικότερα παραδείγματα ανά κατηγορία είναι τα ακόλουθα.
Στη Μύνδο ο Αλέξανδρος ήλθε σε συναλλαγή με μερίδα των κατοίκων, οι οποίοι προτιμούσαν την παράδοση, αλλά τελικά εξουδετερώθηκαν από εκείνους, που προτιμούσαν την αντίσταση. Ως κορυφαία περίπτωση συναλλαγής πρέπει να θεωρήσουμε την παραμονή στα αξιώματά τους των αξιωματούχων του περσικού κράτους, που παραδίδονταν. Αν και δεν καταγράφεται άμεσα από τις αρχαίες πηγές, όλες οι σχετικές περιπτώσεις πρέπει να θεωρούνται ως αποτέλεσμα προηγηθείσης συμφωνίας, διότι τέτοιες συμφωνίες ήταν αμοιβαία επωφελείς και εξασφάλιζαν στον μεν Αλέξανδρο μεγάλη ταχύτητα προέλασης και πρόσθετους πόρους, στους δε συναλλασσόμενους αξιωματούχους προνόμια ανάλογα ή ίδια με όσα ήδη κατείχαν.
Νυχτερινές επιχειρήσεις καταγράφονται μόνο δύο και είναι αμυντικές, η πρώτη στην Αλικαρνασσό και η δεύτερη στη χώρα των Ασπασίων. Ο λόγος που δεν τις επέλεξε ο Αλέξανδρος είναι ότι διεξάγονται επιτυχώς από μικρές δυνάμεις εναντίον μεγάλων, ενώ οι δικές του δυνάμεις ήταν ήδη μεγάλες και θα αντιμετώπιζαν δυσκολία στο συντονισμό τους. Στα Γαυγάμηλα γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο απέρριψε την πρόταση για νυχτερινή επίθεση και μάλλον γι’ αυτό το λόγο κατέρρευσε το εκτεταμένο περσικό μέτωπο.
Στη Σογδιανή Πέτρα καταγράφεται η μόνη πραγματική (και εντυπωσιακή από τεχνική άποψη) καταδρομική επιχείρηση, η οποία ωστόσο σχεδιάσθηκε για να φέρει ψυχολογικό και όχι τακτικό αποτέλεσμα. Στον Υδάσπη καταγράφεται χρήση παραπλανητικών πληροφοριών και ενεργειών. Ο Αλέξανδρος διέδιδε ότι δεν σκόπευε να περάσει τον ποταμό πριν πέσει η στάθμη του και τις νύχτες μετακινούσε άσκοπα διάφορα τμήματα, ώστε να πείσει τον Πώρο για τις διαδιδόμενες προθέσεις του. Τελικά κατάφερε να αιφνιδιάσει τον Πώρο και να αποβιβάσει τις δυνάμεις του στην ανατολική όχθη του Υδάσπη, χωρίς να γίνει έγκαιρα αντιληπτός. Λόγω της απόκρυψης των πλωτών μέσων και των καιρικών συνθηκών, υπό τις οποίες πραγματοποιήθηκε η απόβαση, μπορούμε να τη θεωρήσουμε και ως καταδρομική επιχείρηση.
Μία άλλη σημαντική παρατήρηση είναι ότι σε όλες τις συγκρούσεις ο Αλέξανδρος απέφυγε να χρησιμοποιήσει ως δύναμη κρούσης τους υποταγμένους βαρβάρους της Ασίας, δηλαδή δεν έκανε το λάθος, που έκανε ο Δαρείος στη μάχη της Ισσού με τους Κάρδακκες (Κούρδους). Χρησιμοποιούσε πάντοτε το αρχικό τμήμα της στρατιάς, που ξεκίνησε από την Ελλάδα, και μόνο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις χρησιμοποίησε εξειδικευμένα τμήματα ασιατών, όπως ήταν οι ιπποτοξότες.
http://www.alexanderofmacedon.info/greek/A1gr.htm
Αναγνώστες
Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2010
Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2010
ΤΑ ΤΜΗΜΑΤΑ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗΣ
ΟΙ ΕΝΟΠΛΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ
ΤΑ ΤΜΗΜΑΤΑ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗΣ
Διοικητική Μέριμνα
(Ηρόδοτος Γ.4, 6, 9, 25, Ζ.1, 20, 23, 25, 50, 119, Η.108, 115, Θουκυδίδης Β.79, Ξενοφών Κύρου Ανάβασις Α.ΙΙΙ.11, Α.V.5-6, Α.Χ.19, Β.VΙ.8, Ζ.Ι.35, Ιππαρχικός 6.2.77, Αρριανός Α.5, Γ.6, 20, Δ.21, ΣΤ.27, Ινδική 26, Διόδωρος ΙΣΤ.44.5, ΙΣΤ.41, ΙΖ.27.6, 49.3-6, 65.2-3, 95.4-κε, Πλούταρχος, Αλέξανδρος 68.7, Ιώσηπος ΙΑ.317, 321, Στρατιωτικός Κανονισμός 210-1: Διοικητική Μέριμνα, Η Διοικητική Μέριμνα στην Εκστρατεία, Α.2.2.β)
Ως Διοικητική Μέριμνα ορίζεται η τεχνική της σχεδίασης και διεξαγωγής των κινήσεων και της συντήρησης των Δυνάμεων. Με την πιο περιεκτική της έννοια είναι ο τομέας των στρατιωτικών Επιχειρήσεων, που έχει σχέση με:
την απόκτηση, αποθήκευση, μετακίνηση, διανομή, συντήρηση και εκκένωση του υλικού
τη μετακίνηση, διακομιδή και υγειονομική περίθαλψη του προσωπικού
την απόκτηση ή κατασκευή, συντήρηση, λειτουργία και διάθεση των εγκαταστάσεων
την απόκτηση ή παροχή υπηρεσιών
Η διοικητική μέριμνα είναι βασική προϋπόθεση διεξαγωγής του πολέμου και βασικός παράγοντας για την επιτυχία μίας επιχειρήσεως και επιδρά αποφασιστικά στο ηθικό και τη μαχητική αξία του στρατεύματος. Κανένα επιχειρησιακό σχέδιο δεν μπορεί να υλοποιηθεί, αν προηγουμένως δεν κριθεί ως εφαρμόσιμο από τη διοικητική μέριμνα. Ο χρόνος έναρξης, η διάρκεια, η έκταση και το βάθος μίας επιχειρήσεως εξαρτώνται από τη δυνατότητα της διοικητικής μέριμνας να την υποστηρίξει. Από την αρχική σύλληψη μίας πρέπει να υπάρχει διαρκής συσχέτιση μεταξύ των προθέσεων και των δυνατοτήτων της διοικητικής μέριμνας.
Στην αρχαιότητα το σημαντικότερο πρόβλημα της διοικητικής μέριμνας ήταν τα τρόφιμα, που περιελάμβαναν κυρίως αλεσμένα δημητριακά και δευτερευόντως παστά κρέατα, διότι το κρέας είναι θρεπτικό, ενώ τα δημητριακά είναι ταυτόχρονα θρεπτικά και χορταστικά. Η μεγάλη σημασία, που έδιναν οι αρχαίοι στα δημητριακά φαίνεται σε πάρα πολλά σημεία. Ο Όμηρος συγκεκριμένα αναφέρει τα άλφιτα ως «μυελό ανδρών», ο Ξενοφών καταγράφει ως ενδεικτικό της ελλειπούς διατροφής των Μυρίων ότι «οι άντρες τρέφονταν μόνο με κρέατα» και ο Νέαρχος επίσης ως ένδειξη ελλειπούς διατροφής αναφέρει ότι το περισσότερο σιτάρι του στόλου είχε εξαντληθεί κι στις ακτές των Ιχθυοφάγων δεν βρήκαν καθόλου. Εκτός από τρόφιμα η διοικητική μέριμνα έπρεπε να εξασφαλίζει νερό και κρασί ή τοπικά οινοπνευματώδη ποτά για το προσωπικό, νομή και νερό για τα κτήνη, σκηνές, καυσόξυλα, ιατροφαρμακευτικό υλικό, ίππους, υποζύγια κτήνη, πανοπλίες, βέλη, πεσσούς, ξυλεία για τις διάφορες κατασκευές, ανταλλακτικά για τις μηχανές και τα σκευοφόρα καθώς και σφάγια (ἱερεῖα) για τις θυσίες. Επίσης ήταν επιφορτισμένη με τη νοσηλεία προσωπικού και κτηνών, το χειρισμό και μεταφορά αιχμαλώτων, καθώς και τη διακομιδή και ταφή των νεκρών.
Στους σύγχρονους στρατούς οι υπηρεσίες διοικητικής μέριμνας παρέχονται από τα Σώματα, είτε αυτά διαθέτουν μονάδες εκστρατεία (Τεχνικό, Εφοδιασμού και Μεταφορών, Υλικού Πολέμου, Υγειονομικό) είτε όχι (Οικονομικό, Γεωγραφικό, Ελεγκτικό, Ταχυδρομικό, Μουσικό). Στους αρχαίους ελληνικούς στρατούς τα δύο κορυφαία Σώματα, το Εφοδιασμού και Μεταφορών και το Υλικού Πολέμου, φαίνεται ότι δεν υπήρχαν αυτόνομα και το έργο τους βάρυνε τις μάχιμες μονάδες. Στον περιορισμένο γεωγραφικό χώρο των ελληνικών κρατών οι επιμέρους διοικητές ήταν επιφορτισμένοι με την εξασφάλιση στις μονάδες τους των απαραίτητων εφοδίων. Στη διάρκεια μακρυνών εκστρατειών η ευθύνη αυτή ανετίθετο σε κάποια τμήματα, που έπρεπε να εξασφαλίσουν συγκεκριμένη ποσότητα εφοδίων για ολόκληρη τη στρατιά.
Εννοείται ότι τα σημαντικότερα εφόδια ήταν ανέκαθεν τα τρόφιμα και το νερό. Αν λείπουν αυτά, κανένας στρατός δεν μπορεί να είναι αποτελεσματικός εκτός από την περίπτωση, που αμύνεται πολιορκούμενος. Δεν έχει καταγραφεί, ούτε θα μπορούσε να καταγραφεί στην παγκόσμια ιστορία περίπτωση τακτικού στρατού, που εισέβαλε και προέλασε με επιτυχία σε εχθρικό έδαφος, ενώ αντιμετώπιζε προβλήματα στη διοικητική του μέριμνα. Ο λόγος είναι ότι η διακοπή της διοικητικής μέριμνας είναι στην πραγματικότητα διακοπή της επικοινωνίας με τα μετόπισθεν και ο προελαύνων στρατός βρίσκεται αποκομμένος και εγκλωβισμένος σε εχθρικό περιβάλλον. Σε κάποιες περιπτώσεις που ο Αλέξανδρος προέλασε αντιμετωπίζοντας προβλήματα στον εφοδιασμό, δεν παρέβη αυτόν το γενικό κανόνα, διότι επρόκειτο για επιχειρήσεις επείγουσες, μικρής χρονικής διάρκειας, οι οποίες διεξήχθησαν από τα πιο επίλεκτα και σκληραγωγημένα τμήματα του μακεδονικού κυρίως στρατού.
Η αρχική στρατιά του Αλεξάνδρου αριθμούσε 37.100 μάχιμους, αλλά είναι παρακινδυνευμένοι οι υπολογισμοί για το τελικό σύνολο της στρατιάς συμπεριλαμβανομένων και των συνακολουθούντων. Εντούτοις δεν είναι υπερβολή να το εκτιμήσουμε σε 60.000 άτομα (δηλαδή, αναλογία συνόλου:μάχιμους = 1,6:1). Φυσικά η διοικητική μέριμνα έπρεπε να συνυπολογίσει τους 6-7.000 πολεμικούς ίππους των 5.100 ιππέων και τον άγνωστο αριθμό μεταφορικών και υποζυγίων κτηνών. Ο περσικός στρατός διέθετε περισσότερους μάχιμους και ακόμη περισσότερους συνακολουθούντες και μεταφορικά κτήνη. Δηλαδή, οι αρχαίοι στρατοί ισοδυναμούσαν με κινούμενες πόλεις, οι οποίες έθεταν σε κίνδυνο την ευημερία ή ακόμη και την επιβίωση των περιοχών που προσέγγιζαν. Κυρίως όμως διεξήγαν έναν καθημερινό αγώνα για τη δική τους επιβίωση και όλοι οι αρχαίοι συγγραφείς τονίζουν τη σημασία της διοικητικής μέριμνας, δηλαδή της επαρκούς ροής εφοδίων. Ο Ξενοφών δηλώνει απερίφραστα ότι, «χωρίς τα απαραίτητα εφόδια δεν έχει καμία αξία ούτε ο στρατηγός ούτε ο στρατιώτης», ο Θουκυδίδης ξεκαθαρίζει ότι κάποιες επιχειρήσεις άρχισαν, «όταν το σιτάρι ήταν ώριμο», ενώ ο Ηρόδοτος μας δίνει πολλά στοιχεία για τη συγκέντρωση εφοδίων από τους Πέρσες, προκειμένου να υποστηρίξουν τη στρατιά τους που θα εισέβαλλε στην Ελλάδα.
Επειδή η μεταφορά των εφοδίων στη ξηρά γινόταν με υποζύγια, τα οποία αναγκαστικά κατανάλωναν μέρος του φορτίου τους, υπήρχε ένας περιορισμός στη μεταφορική τους ικανότητα. Ανεξαρτήτως του μεγέθους του στρατού και του αριθμού των υποζυγίων, η μέγιστη μεταφορική ικανότητα όλων των αρχαίων στρατών περιοριζόταν σε τρόφιμα για 14 ημέρες και νερό για 4 ημέρες. Αυτό υποχρέωνε τους μετακινούμενους στρατούς να επιλέγουν πολύ προσεκτικά την εποχή του χρόνου για τη διεξαγωγή των επιχειρήσεων και τα δρομολόγιά τους, ώστε είτε να εξευρίσκουν τα απαραίτητα εφόδια από επαρκείς πηγές κατά μήκος του δρομολογίου τους, είτε να κινούνται κοντά σε θάλασσες και ποτάμια, για να εφοδιάζονται από το ναυτικό, που είχε πολύ μεγαλύτερη μεταφορική ικανότητα.
Στην αχανή ηπειρωτική τους επικράτεια οι Πέρσες διατηρούσαν ένα εκτεταμένο δίκτυο αποθηκών για τις ανάγκες ενδεχόμενου πολέμου, ενώ πριν την εισβολή τους στην Ελλάδα γνωρίζουμε ότι έκαναν σχολαστικότατη προπαρασκευή. Επί πολλά χρόνια συγκέντρωναν τεράστιες ποσότητες τροφίμων από όλη την Ασία και τα προωθούσαν σε αποθήκες μέχρι τη Μακεδονία, που τότε αποτελούσε το νοτιότερο τμήμα της ευρωπαϊκής τους σατραπείας. Επιπλέον, αρκετούς μήνες πριν τη διέλευση της περσικής στρατιάς είχαν δεσμεύσει τη ζωική παραγωγή των υποτελών περιοχών και οι κάτοικοί τους άλεθαν τα δημητριακά, που διέθεταν για δική τους χρήση, προκειμένου να τα παραδώσουν στις στρατιωτικές αποθήκες έτοιμα προς χρήση. Εν τούτοις, όταν νικήθηκαν και άρχισαν την υποχώρηση, αντιμετώπισαν οξύτατο επισιτιστικό πρόβλημα, που προκάλεσε λιμό και θανατηφόρα δυσεντερία στο περσικό στράτευμα, διότι ο αθηναϊκός στόλος τους αφαίρεσε την κυριαρχία στο Αιγαίο και τους διέκοψε τη δια θαλάσσης μεταφορά εφοδίων.
Ανάλογο σύστημα εφοδιασμού εφάρμοζε κι ο Αλέξανδρος. Πριν προελάσει σε μία νέα περιοχή, εξασφάλιζε έναντι ανταλλαγμάτων προς τους τοπικούς άρχοντες την τροφοδοσία της στρατιάς του και, όπου αυτό ήταν αδύνατο, αντιπαρερχόταν το πρόβλημα με κατά περίπτωσιν ενέργειες. Αν η περιοχή διέκειτο εχθρικά, εξασφάλιζε τον ανεφοδιασμό του με λεηλασίες. Αν η περιοχή δεν είχε επαρκή γεωργική παραγωγή, είτε τα τρόφιμα είχαν καταναλωθεί από τον περσικό στρατό, την παρέκαμπτε ή χώριζε τη στρατιά του σε μικρότερα τμήματα, που μπορούσαν να συντηρηθούν με τα περιορισμένα εφόδια της περιοχής. Όταν έπρεπε να διαχειμάσει ή να αναπαύσει τη στρατιά του, επέλεγε τις περιοχές με τη μέγιστη δυνατή επάρκεια εφοδίων.
Η διατήρηση επαρκών υπηρεσιών διοικητικής μέριμνας είναι πάντοτε το δεύτερο μέτωπο κάθε πολέμου, εξίσου σημαντικό με το κυρίως θέατρο των επιχειρήσεων. Ο Κύρος ο νεώτερος, που δεν αντιμετώπισε προφανή προβλήματα κατά την προέλασή του εναντίον του αδελφού του και Μεγάλου Βασιλέα, πριν φτάσει στις Πύλες της Βαβυλώνας λόγω έλλειψης τροφίμων είχε χάσει τα περισσότερα από τα υποζύγιά του και συνεπώς τη μεταφορική ικανότητα του στρατού του. Ο Αλέξανδρος ποτέ δεν υποτίμησε τη σημασία αυτού του μετώπου και πάντοτε τιμωρούσε, όσους αποτύγχαναν στην οργάνωση της διοικητικής μέριμνας πριν από κάθε νέα προέλαση. Είναι σημαντικό να επισημάνουμε ότι λόγω των μικρών αποστάσεων στην Ελλάδα δεν προέκυπταν σοβαρά προβλήματα στη διοικητική μέριμνα των εμπολέμων και γι’ αυτό δεν υπήρχε η παιδεία σε κανέναν ελληνικό στρατό για την υποστήριξη μιάς εκστρατείας τόσο μακρινής και τόσο μακρυά από τη θάλασσα. Παρά ταύτα ο Αλέξανδρος και ο Αντίπατρος διατήρησαν τις υπηρεσίες διοικητικής μέριμνας σε ύψιστη αποτελεσματικότητα, όπως αποδεικνύεται από την άφιξη στο βόρειο Πακιστάν 30.000 πεζών και σχεδόν 6.000 ιππέων από την Ελλάδα με τους στρατηγούς τους (δύναμης ίσης με την αρχική στρατιά), μεταφέροντας μαζί τους πολεμικό υλικό (25.000 εξαιρετικές πανοπλίες) και 100 τάλαντα (2.660 τόνους) ιατροφαρμακευτικό υλικό. Η σημασία της διοικητικής μέριμνας αποδεικνύεται πέραν πάσης αμφιβολίας και στην περίπτωση του Αλεξάνδρου, που όταν βρέθηκε αποκομμένος στο αφιλόξενο περιβάλλον της Γεδρωσίας, απώλεσε τα 3/4 του στρατεύματός του. Εκεί σημείωσε τη μεγαλύτερη απώλεια προσωπικού όλης της εκστρατείας και μάλιστα μακρυά από τα πεδία των μαχών.
Σκευοφόρα
(Ξενοφών Κύρου Ανάβασις Α.VΙΙ.20, Γ.ΙΙ.27-28, Δ.Ι.12, Αρριανός Α.5, 24, Γ.12, 19, ΣΤ.27, Ζ.9, Διόδωρος ΙΗ.20.6, Πλούταρχος Αλέξανδρος 37.4)
Για να διατηρηθεί σε λειτουργία η στρατιά, έπρεπε να μεταφέρει μαζί της κατά πρώτο λόγο τα εφόδια μάχης και κατά δεύτερο λόγο όλα τα αναγκαία εφόδια διοικητικής μέριμνας. Δεν αναφερόμαστε στα αντίστοιχα εφόδια του ναυτικού (ανταλλακτικά κουπιά, ιστία κλπ), διότι η μεταφορά τους παρουσίαζε πολύ λιγότερες δυσκολίες και όπως ήταν φυσικό απασχολούσε το στόλο. Τα εφόδια μάχης λοιπόν περιελάμβαναν εφεδρικά κράνη, ασπίδες, ξίφη, κοπίδες, θώρακες, θωράκιση και εξοπλισμό ίππων, βέλη, πεσσούς σφενδόνης και τα ανταλλακτικά τους, τα οποία δεν μπορούσαν να εξευρεθούν επί τόπου, αφού αποτελούσαν την ειδοποιό διαφορά μεταξύ ελληνικού και βαρβαρικού οπλισμού.
Τα εφόδια συντήρησης, που συγκεντρώνονταν και επωλούντο στην «αγορά του στρατοπέδου», περιελάμβαναν τροφή και αλκοολούχα ποτά, νερό για προσωπικό και κτήνη, νομή για τους ίππους και τα υποζύγια (κυρίως στις χειμερινές μετακινήσεις), καυσόξυλα, φούρνους για ψωμί και παξιμάδια, κινητά μαγειρεία, κινητά ιατρεία, κλινοσκεπάσματα, σκηνές, πασαλάκια για τις σκηνές, θερινή και χειμερινή ένδυση. Επίσης περιελάμβαναν ανταλλακτικά για τις άμαξες, τα άρματα και τις μηχανές, υλικά για γέφυρες, ξυλεία για τους χάρακες (φράχτες) των στρατοπέδων και τις υπονομεύσεις τειχών, πτυοσκάπανα, δέρματα για τις σκηνές, για τις ασκοσχεδίες και για την προστασία του προσωπικού των μηχανών.
Η μεταφορά όλων αυτών των εφοδίων γινόταν με τα σκευοφόρα, όρος με τον οποίο νοούνται τα μεταφορικά μέσα και κτήνη της στρατιάς, αν και μερικές φορές περιλαμβάνονται και οι συνακολουθούντες. Εννοείται ότι σκευοφόρα δεν υπήρχαν μόνο στον κορμό της κυρίως στρατιάς, αλλά και στα μετώπισθεν, για να καλύπτουν τις ανάγκες των τοπικών φρουρών και τις πάσης φύσεως μετακινήσεις στρατιωτικών τμημάτων μακρυά από το μέτωπο. Επίσης με τα σκευοφόρα γινόταν η μεταφορά του οπλισμού των στρατιωτών, των τραυματιών, των οικείων των στρατιωτών και όλων των συνακολουθούντων, καθώς και της οικοσκευής (ατομικά είδη και λάφυρα), την οποία μετέφερε κάθε στρατιώτης ή είχε εμπιστευθεί τη φύλαξή της στη στρατιωτική διοίκηση.
Τα μεταφορικά κτήνη ήταν ίπποι, ημίονοι, όνοι και (στην ασιατική ενδοχώρα) καμήλες. Τα βόδια δεν φαίνεται να χρησιμοποιήθηκαν τουλάχιστον στις μεταφορές του μετώπου, λόγω της χαρακτηριστικά μικρής τους ταχύτητας. Τα ίδια κτήνη, εκτός από τις καμήλες, χρησιμοποιήθηκαν και ως υποζύγια για την έλξη αμαξών, που ήταν το κύριο μεταφορικό μέσο. Με τις άμαξες αυτές γινόταν η μεταφορά τροφίμων, που λεηλατούνταν στις εχθρικές περιοχές ή προσφέρονταν από φίλους και συμμάχους.
Ανάλογα με τη δύναμη κάθε τμήματος (π.χ. εκατοστύος, λόχου και ίλης) και συνεπώς των μεταφορικών αναγκών της προβλεπόταν και συγκεκριμένος αριθμός υποζυγίων. Ο βέλτιστος αριθμός σκευοφόρων για κάθε τμήμα προέκυπτε από τις μεταφορικές ανάγκες του και περιοριζόταν από μία σειρά μεταβλητών και τις παραμέτρους τους. Συγκεκριμένα, τα σκευοφόρα απαιτούσαν προσωπικό, για να τα οδηγεί, και όλα τα εφόδια συντήρησης, που χρειαζόταν το προσωπικό και τα κτήνη των μάχιμων τμημάτων. Δηλαδή, ένα μέρος του φορτίου τους προοριζόταν για τη δική τους υποστήριξη και όχι του τμήματος, που υποστήριζαν. Επιπλέον, ένα μέρος του μάχιμου δυναμικού απεσπάτο από την πρώτη γραμμή και ανελάμβανε τη φύλαξη των σκευοφόρων. Πέραν του βέλτιστου αριθμού, η προσθήκη κάθε νέου σκευοφόρου είχε αρνητική οριακή χρησιμότητα, αύξανε τις ανάγκες υποστήριξης του συγκεκριμένου τμήματος και μείωνε την ταχύτητά του.
Η ταχύτητα κίνησης των σκευοφόρων ήταν επίσης συνάρτηση του είδους των υποζυγίων, με κατά σειρά ταχύτερα υποζύγια τους ίππους, τους ημίονους και τους όνους. Τον πρώτο χειμώνα της εκστρατείας, το 333-334 π.Χ., ο Παρμενίων πήρε τις ιππάμαξες ως σκευοφόρα στις επιχειρήσεις της Μεγάλης Φρυγίας, προφανώς για να κινείται με μεγαλύτερη ταχύτητα στα παγωμένα οροπέδια της κεντρο-νότιας Τουρκίας.
Στην εκστρατεία του Αλεξάνδρου τα σκευοφόρα αναφέρονται για πρώτη φορά κατά τις επιχειρήσεις στην Ιλλυρία, όταν ο Φιλώτας εστάλη να λεηλατήσει τρόφιμα για όλη τη στρατιά. Από την πληροφορία ότι για τη μεταφορά του θησαυρού της Περσέπολης στα Εκβάτανα χρειάσθηκαν 10.000 άμαξες συρόμενες από ένα ζεύγος ημιόνων η κάθε μία και 5.000 καμήλες μπορούμε να πάρουμε μία ιδέα του συνολικού αριθμού των σκευοφόρων, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν και διατήρησαν ανοικτή την οδό ανεφοδιασμού του Αλεξάνδρου από την Ελλάδα, όσο βαθειά στην Ασία κι αν επιχειρούσε.
Μηχανικοί & Τεχνίτες
(Ξενοφών Κύρου Ανάβασις Α.ΙΙ.5, Β.ΙΙΙ.10, Γ.V.8-13, Αρριανός Α.20, 26, Δ.29-30, Πλούταρχος Αλέξανδρος 17.8, Διόδωρος ΙΖ.95.5)
Χωρίς αμφιβολία το Μηχανικό υπήρξε ανέκαθεν το δεύτερο σημαντικότερο Τμήμα Υποστήριξης και ήταν εντελώς απαραίτητο σε μία εκστρατεία σαν αυτήν του Αλεξάνδρου. Ο πεζός στρατιώτης σταματά την προέλαση μόνο μπροστά σε γκρεμό ή μεγάλο υδάτινο κώλυμα, όμως τα κτήνη και κυρίως τα σκευοφόρα απαιτούν πολύ καλύτερα δρομολόγια. Στους μηχανικούς του λοιπόν οφείλει ο Αλέξανδρος την ταχεία διευθέτηση των δρομολογίων και την επιτυχή εξουδετέρωση των κωλυμάτων. Οι εργασίες, στις οποίες διέπρεψε το μηχανικό, όπως αυτές καταγράφονται στις αρχαίες πηγές, είναι οι εξής:
Οδοποιία: δεν αναφέρονται πολλές εργασίες οδοποιίας, αλλά είναι αυτονόητο ότι η συχνότερη αποστολή του μηχανικού ήταν η διευθέτηση δρομολογίων.
Επιχωμάτωση: ήταν πάγια διαδικασία κατά τις πολιορκίες, προκειμένου να δημιουργηθεί πρόσβαση στα τείχη. Αφορούσε συνήθως στην επιχωμάτωση τμήματος τάφρου (όπως στην Αλικαρνασσό) ή στη δημιουργία αναχώματος, όταν τα τείχη ήταν χτισμένα σε ύψωμα (όπως στη Γάζα). Το μηχανικό του Αλεξάνδρου έκανε δύο μνημειώδεις επιχωματώσεις, την πρώτη στην Τύρο, όπου ένωσε το νησί με την ακτή, και τη δεύτερη στο φαράγγι της Αόρνου Πέτρας, που οδήγησε στην αμαχητί παράδοση του δυσπρόσιτου οχυρού.
Υπονομεύσεις: Η τεχνική της υπόσκαψης των τειχών ήταν τόσο συνηθισμένη, ώστε προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι υπήρχαν ικανοί μηχανικοί ορυγμάτων. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι κανείς αρχαίος συγγραφέας δεν αναφέρει ότι οι αντίπαλοι του Αλεξάνδρου χρησιμοποίησαν επιτυχώς τη διάνοιξη υπονόμου ως πολιορκητικό αντίμετρο.
Γεφυροποιία: η στρατιά του Αλεξάνδρου πέρασε τα περισσότερα ποτάμια και διώρυγες, που συνάντησε, με τις υπάρχουσες γέφυρες, άλλοτε σταθερές (ξύλινες ή πέτρινες) και άλλοτε πλωτές (πάνω σε πλοία). Τα μεγαλύτερα ποτάμια και ειδικά εκείνα της Πενταποταμίας δεν διευκρινίζεται με τι είδους γέφυρες τα πέρασε, αλλά φαίνεται λογικότερο να ήταν γέφυρες επί πλοίων. Αν και δεν αναφέρεται τίποτα σχετικό, πρέπει να θεωρούμε ως δεδομένο ότι μικρότερα πεζά τμήματα πέρασαν από τάφρους και διώρυγες χρησιμοποιώντας αυτοσχέδιες γέφυρες από κορμούς δένδρων ή φοινίκων.
Ασκοσχεδίες & Ασκογέφυρες: ήταν ένας εκπληκτικός νεωτερισμός για τον ελληνικό κόσμο, όπου δεν υπάρχουν αξιόλογα υδάτινα κωλύματα, αλλά μία πανάρχαια μέθοδος των λαών της Μεσοποταμίας. Η πρώτη αναλυτική περιγραφή αυτής της μεθόδου δίνεται από τον Ξενοφώντα, που την πληροφορήθηκε προσωπικά κατά την Κάθοδο των Μυρίων. Για την κατασκευή τους φούσκωναν ασκούς από δέρματα ζώων (προβάτων, αιγών, βοδιών και όνων), ο καθένας από τους οποίους άντεχε το βάρος δύο ανδρών χωρίς να βυθίζεται. Τους συνέδεαν μεταξύ τους και τους ακινητοποιούσαν στην επιφάνεια του νερού με πέτρες, τις οποίες πόντιζαν σαν άγκυρες. Πάνω στην επιφάνεια, που σχηματιζόταν, έρριχναν χαμόκλαδα και χώμα, τα οποία χρησίμευαν στο να μη γλιστράνε πάνω στους ασκούς οι άνθρωποι και τα κτήνη. Ενδεικτικά μας λέει ότι για τη γεφύρωση του Τίγρη χρειάζονταν 2.000 ασκοί. Την τεχνική αυτή γνώριζε ο Αλέξανδρος, πριν φτάσει στην Ασία, και τη χρησιμοποίησε για πρώτη φορά κατά τη διάβαση του Ίστρου (Δούναβη). Πρέπει να θεωρήσουμε ως δεδομένο ότι η γνώση αυτή προερχόταν από τον Ξενοφώντα και ότι είχε ενσωματωθεί στα γνωστικά αντικείμενα της Βασιλικής Στρατιωτικής Ακαδημίας της Μακεδονίας. Ασκοσχεδίες χρησιμοποιήθηκαν ακόμη στη διάβαση του Ώξου (Αμού Ντάρια) και του Υδάσπη (Τζέλουμ). Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις οι ασκοί δημιουργήθηκαν με τη συρραφή των δερμάτων, που χρησιμοποιούσαν οι στρατιώτες στα αντίσκηνα, και τους γέμισαν με ξερά χόρτα.
Ανάγλυφο από το ΒΔ ανάκτορο του Ασουρνασιρπάλ Β΄, 833-859 π.Χ. Μάλλον απεικονίζει περιστατικό, που συνέβη σε εκστρατεία των Ασσυρίων το 878 π.Χ. Οι διωκόμενοι αντίπαλοί τους διασχίζουν κολυμπώντας τον Ευφράτη. Χρησιμοποιούν ασκούς ως σωσίβια.
Μεταφορά πλοίων: αυτός ο άθλος του Μηχανικού του Αλεξάνδρου παραμένει εντυπωσιακός ως τις μέρες μας. Την άνοιξη του 326 π.Χ. αποσυναρμολόγησε έναν άγνωστο αριθμό πλοίων και τα μετέφερε από τον Ινδό στον Υδάσπη. Επίσης το 323 το Μηχανικό αποσυναρμολόγησε πάλι και μετέφερε πάνω από 45 φοινικικά πλοία από τις ακτές της Μεσογείου ως τη Θάψακο, όπου τα επανασυναρμολόγησε. Ακόμη και σήμερα, παρά τα πιο προηγμένα μεταφορικά μέσα, η μεταφορά τέτοιων σκαφών σε τόση απόσταση αποτελεί μία γιγαντιαία επιχείρηση, η εκτέλεση της οποίας δεν είναι ούτε συνηθισμένη ούτε εύκολη. Από τον άθλο αυτό μπορούμε να σχηματίσουμε μία πολύ καλή εικόνα των μέσων, των δυνατοτήτων και της αποτελεσματικότητας του Μηχανικού του Αλεξάνδρου.
Στο Τεχνικό Σώμα οφείλει ο Αλέξανδρος τη συντήρηση των μέσων μεταφοράς, την κατασκευή των πολεμικών μηχανών στους μεγάλους αριθμούς, που του εξασφάλισαν την εκπόρθηση όσων πόλεων αντιστάθηκαν, και τη ναυπήγηση των στόλων, με τους οποίους εξασφάλισε την κυριαρχία στο σύνολο των υδάτινων οδών του αρχαίου κόσμου. Το σημαντικότερο επίτευγμα των Τεχνητών ήταν αναμφίβολα η ναυπήγηση των διάφορων στόλων.
Τα πλοία ήταν απαραίτητα για την ταχύτερη και ευκολότερη μεταφορά προσωπικού και εφοδίων, καθώς και για την εξασφάλιση των υδατίνων οδών. Γι’ αυτό, όπου εύρισκαν κατάλληλα δένδρα, τα υλοτομούσαν και ναυπηγούσαν πλοία. Οι σημαντικότερες ναυπηγήσεις έγιναν στην Ασσυρία, στον ποταμό Ινδό και κυρίως στον Ακεσίνη, όπου φέρεται να κατασκευάσθηκαν περί τα 1.000 πλοία.
Τέλος πρέπει να σημειώσουμε ότι οι Μηχανικοί και οι Τεχνίτες ήταν μεν εξειδικευμένοι, αλλά δεν επαρκούσαν για την υλοποίηση των μεγάλης κλίμακας έργων, που αποφάσιζε ο Αλέξανδρος. Έτσι, τα εργατικά χέρια προέρχονταν (όπως και σήμερα) από το Πεζικό.
Υγειονομικό
(Αινείας Τακτικός Πολιορκητικά 16.15, Αρριανός Δ.16, ΣΤ.11, 25, Πλούταρχος Αλέξανδρος 72.2, Διόδωρος ΙΖ.95.4-κε)
Η υγειονομική περίθαλψη ήταν αναγκαία όχι μόνο για τους τραυματίες των μαχών, αλλά και για τους τραυματίες από ατυχήματα και τους νοσούντες από ασθένειες. Από τη στιγμή μάλιστα, που η στρατιά άφησε τα μεσογειακά παράλια και μπήκε στην ενδοχώρα της Ασίας, βρέθηκε σε άγνωστες για τον οργανισμό τους κλιματολογικές συνθήκες. Ο Αλέξανδρος πολύ συχνά έκανε πορείες τόσο σύντονες, ώστε οι άνδρες έφταναν στα όρια της κατάρρευσης και πολλοί ίπποι πέθαιναν από την εξάντληση. Κάτω από τέτοιες συνθήκες είναι ασφαλώς αστείο να μιλάμε για κανόνες υγιεινής και ρητώς αναφέρεται ότι ολόκληρη η στρατιά αναγκάσθηκε κάποτε να διακόψει την καταδίωξη εχθρών λόγω διάρροιας, που προκάλεσε το νερό της περιοχής. Αν σ’ αυτά προστεθούν και οι διαφορετικές διατροφικές δυνατότητες κάθε περιοχής και κυρίως η ασύλληπτη κραιπάλη, επώνυμο θύμα της οποίας ήταν ο Ηφαιστίων, γίνεται σαφές ότι οι ανάγκες για ιατρικές υπηρεσίες δεν ήταν καθόλου μικρές έξω από τα πεδία των μαχών.
Από τις πληροφορίες, που μας παρέχουν οι αρχαίες πηγές, βλέπουμε ότι το Υγειονομικό Σώμα της στρατιάς του Αλεξάνδρου δεν λειτουργούσε διαφορετικά από τα σύγχρονα. Ειδικά μετά από μάχες τεκμαίρουμε ότι η περίθαλψη των τραυματιών γινόταν σε νοσοκομεία, ενώ η διακομιδή τους γινόταν με άμαξες. Από τους τραυματίες αυτούς άλλοι χαρακτηρίζονταν ως επανακτήσιμοι και άλλοι ως απόμαχοι. Οι επανακτήσιμοι μετά από κάποιο χρόνο ίασης στους ΣΤ.ΕΠ. (ΣΤαθμούς ΕΠανακτησίμων) ήταν ικανοί να επανενταχθούν στις μονάδες τους. Για όσους χρειάζονταν μεγαλύτερο χρόνο ανάρρωσης, οι ΣΤ.ΕΠ. εγκαθίσταντο στα μετώπισθεν, ώστε ούτε οι τραυματίες να ταλαιπωρούνται από τις διαρκείς μετακινήσεις, ούτε οι μάχιμες δυνάμεις να καθυστερούν λόγω των τραυματιών. Οι απόμαχοι ήταν ανίκανοι για παραπέρα ενεργή υπηρεσία, απομακρύνονταν από τις μονάδες τους και εντάσσονταν στους συνακολουθούντες.
Η στρατιά διέθετε σημαντικό αριθμό γιατρών, που κάλυπταν όλες τις ειδικότητες. Μέχρι τις μέρες μας διασώθηκαν τα ονόματα, των δύο που ίαναν τον Αλέξανδρο, του Φίλιππου του Ακαρνάνα (παθολόγος) και του Κριτόδημου του Κώου (χειρουργός), καθώς και του θεράποντος του Ηφαιστίωνα, του Γλαυκία. Στην Ινδία, όπου αντιμετώπισαν φίδια άγνωστα στους Έλληνες, εντάχθηκαν στο Υγειονομικό Σώμα και Ινδοί γιατροί. Γιατρούς διέθετε κι ο στόλος. Οι Πέρσες, προσλάμβαναν Έλληνες ή Αιγυπτίους γιατρούς, πράγμα που υποδηλώνει πως οι ίδιοι δεν είχαν ασχοληθεί σοβαρά με αυτήν την επιστήμη.
Τέλος, πρέπει να τονίσουμε ότι χάρη στην απρόσκοπτη ροή εφοδίων στη στρατιά του Αλεξάνδρου, σε καμία φάση της εκστρατείας δεν έλειψε το ιατροφαρμακευτικό υλικό, το οποίο μπορούσαν να παραλαμβάνουν από την Ελλάδα ακόμη και στα βάθη της Ινδίας.
Βοηθητικοί
(Ηρόδοτος Α.192, Ζ.96, 186-187, Η.25, Αινείας ο Τακτικός 16.14, 24.18, Ξενοφών Κύρου Ανάβασις Γ.ΙΙ.27-28, Δ.Ι.21, Πολύαινος Β.25)
Οι βοηθητικοί του κατ’ ήπειρον στρατεύματος περιελάμβαναν υπασπιστές, ιπποκόμους για τη φροντίδα των πολεμικών ίππων, οδηγούς αμαξών, αρμάτων και κτηνών καθώς και στρατευόμενους δούλους με διάφορα καθήκοντα. Ο αριθμός τους στους στρατούς των ελληνικών εθνών ήταν τουλάχιστον ίσος με εκείνον των μαχίμων, ενώ στον περσικό ήταν αρκετά μεγαλύτερος. Η ύπαρξη των βοηθητικών ήταν συστατικό στοιχείο της δομής των αρχαίων στρατών και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ένδειξη πολυτέλειας. Προέρχονταν δε από τους δούλους, τους απόμαχους και τους αιχμαλώτους.
Πολεμικοί σκύλοι. Ίσως ξενίζει ως επιλογή, αλλά φαίνεται ορθότερο να ταξινομήσουμε και τους πολεμικούς σκύλους στους βοηθητικούς. Η χρήση πολεμικών σκύλων δεν ήταν άγνωστη στους ελληνικούς στρατούς, όπου χρησιμοποιήθηκαν κυρίως ως σύστημα συναγερμού. Ο περσικός στρατός χρησιμοποιούσε τους μυθικής ικανότητας ινδικούς σκύλους, τους οποίους φέρεται να γνώρισε κι ο Αλέξανδρος στην Ινδία. Αυτή είναι και η μοναδική αναφορά που έχουμε για την ύπαρξη πολεμικών σκύλων στη στρατιά του Αλεξάνδρου.
Πληροφορίες
(Ξενοφών Ιππαρχικός 4.6, 4.8, 5.7, Κύρου Ανάβασις Γ.ΙΙ.20, Αινείας ο Τακτικός 23.111, Αρριανός Α.25, Γ.6, Δ.29, Ε.23, Ε.29, ΣΤ.26, Πλούταρχος Αλέξανδρος 5.1-3, Διόδωρος ΙΖ.25.6, 30, 46.5, 55.2, 67.4, 68, 83.8-9, 85.4-5, Πολύαινος Δ.3.19, Ιώσηπος ΙΑ.321)
Στα κράτη της αρχαίας Ελλάδας με τα αντικρουόμενα συμφέροντα και τις διαρκείς συρράξεις, η κατασκοπεία και η αντικατασκοπεία ήταν ιδιαίτερα ανεπτυγμένες. Από τους αρχαίους Έλληνες στρατιωτικούς συγγραφείς γίνεται σαφές ότι στις μέρες τους διεξαγόταν ο ίδιος με τον σημερινό πόλεμος των πληροφοριών, δηλαδή ο πόλεμος για τις πληροφορίες και ο πόλεμος μέσω των πληροφοριών. Ήδη ο Ξενοφών είχε καταγράψει ξεκάθαρα την αξία των πληροφοριών για την κατάσταση εχθρών και φίλων, για τα δρομολόγια, για την παραπλάνηση του αντιπάλου, για τους κατασκόπους και τους αυτόμολους. Γνωρίζουμε ακόμη το ενδιαφέρον του Αλεξάνδρου από μικρή ηλικία για τα περσικά πράγματα καθώς και την αποτελεσματικότητα του Φιλίππου στις πάσης φύσεως επιλογές του. Δεν πρέπει λοιπόν να μας μένει καμία αμφιβολία ότι τουλάχιστον από την εποχή του Φιλίππου η Μακεδονία είχε αποκτήσει το σημερινό ισοδύναμο της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών. Η μόνη καταγεγραμμένη αποτυχία του συστήματος πληροφοριών του Αλεξάνδρου εντοπίζεται στην αρχή ακόμη της εκστρατείας, λίγο πριν τη μάχη της Ισσού, οπότε δεν αντελήφθη ότι ο Δαρείος βρισκόταν στα νώτα του. Πολύ περισσότερο δεν έχει καταγραφεί διαρροή πληροφοριών από την πλευρά του Αλεξάνδρου προς τους Πέρσες.
Η σύγχυση του Ιαξάρτη (Συρ Ντάρυα) με τον Τάναϊ (Ντον) δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αποτυχία του συστήματος πληροφοριών του Αλεξάνδρου, διότι δεν επεδίωξε την εμπλοκή με τους λαούς έξω από τα βορειότερα σύνορα της περσικής αυτοκρατορίας. Το σφάλμα αυτό, αν και παραπλάνησε αρκετούς λόγιους σύγχρονους και μεταγενέστερους του Αλεξάνδρου, πρέπει να διευκρινίσουμε ότι έχει ακαδημαϊκή και μόνο αξία. Δημιουργήθηκε δε διότι οι Πέρσες προφανώς δεν είχαν χαρτογραφήσει επαρκώς τις εκτός των συνόρων τους περιοχές του σημερινού Καζακστάν και διότι η επικοινωνία στις τοπικές γλώσσες ήταν δύσκολη. Αν ο Αλέξανδρος είχε αποφασίσει να τις κατακτήσει, πρέπει να είμαστε βέβαιοι ότι δεν θα σημείωνε μικρότερη επιτυχία από εκείνη στην εξίσου άγνωστη και αχαρτογράφητη Ινδία και Γεδρωσία.
Οι πηγές κρίσιμων πληροφοριών ήταν οι κατάσκοποι, οι αυτόμολοι, οι όμηροι, οι αιχμάλωτοι και φυσικά οι οδηγοί.
Κατάσκοποι: στην πρώτη φάση της εκστρατείας, τόσο του Φιλίππου όσο και του Αλεξάνδρου, το θέατρο των αρχικών επιχειρήσεων ήταν τα ελληνικά εδάφη της Περσικής αυτοκρατορίας, όπου η εξασφάλιση πληροφοριών μέσω κατασκόπων ήταν εύκολη. Στη συνέχεια, όσο περισσότερο προήλαυνε ο Αλέξανδρος τόσο περισσότεροι αυτόμολοι τον προσέγγιζαν, μειώνοντας την ανάγκη εξεύρεσης κατασκόπων. Ωστόσο δεν υπάρχουν συγκεκριμένες πληροφορίες για τη δράση κατασκόπων.
Αυτόμολοι: οι αρχαίοι Έλληνες στρατιωτικοί συγγραφείς τονίζουν επαρκώς τον κίνδυνο διαρροής πληροφοριών μέσω των αυτομόλων, οι οποίοι ανέκαθεν υπήρξαν για τον εχθρό η πηγή των περισσοτέρων, ακριβέστερων και σημαντικότερων πληροφοριών, αλλά εφιστούν παράλληλα την προσοχή στις παραπλανητικές πληροφορίες, που ίσως διοχέτευε ο εχθρός μέσω δικών του ψευδοαυτόμολων. Στην Περσική Αυλή υπήρχαν πάντοτε Έλληνες αυτόμολοι και λίγο πριν την έναρξη της εκστρατείας προστέθηκαν αρκετοί ακόμη, κυρίως Αθηναίοι. Μετά την έναρξη της εκστρατείας δεν αναφέρεται κανένας νέος αυτόμολος από την Ελληνική προς την Περσική πλευρά, η ροή αντιστράφηκε και εκείνοι που αυτομολούσαν ήταν πλέον οι Πέρσες. Για την ακρίβεια προέρχονταν από το περσικό στρατόπεδο, αλλά δεν ήταν πάντοτε περσικής καταγωγής, αφού αρκετοί ανήκαν στα πολλά έθνη της αυτοκρατορίας, τα οποία δεν είχαν ηθικούς λόγους να είναι πιστοί στον έναν ή τον άλλο κατακτητή της χώρας τους. Οι Πέρσες, που βρέθηκαν στο ελληνικό στρατόπεδο, αναλάμβαναν διοικητικές θέσεις ανάλογες του βαθμού τους.
Οι αυτόμολοι είχαν μεγάλη αξία μέσα στην Αχαιμενιδική επικράτεια, διότι ακόμη και όταν παρέδιδαν στον Αλέξανδρο μόνο ένα πέρασμα, στην ουσία του παρέδιδαν μία εκτεταμένη περιοχή. Σημαντικότερη ήταν η χρησιμότητα τους, όταν εντάσσονταν με τις στρατιωτικές τους δυνάμεις στη στρατιά του ή όταν τον βοηθούσαν να εξουδετερώσει κάποια σημαίνουσα προσωπικότητα του εχθρικού στρατοπέδου. Πάνω απ’ όλα όμως του παρέδωσαν τμηματικά μεν, σε πλήρως λειτουργική κατάσταση δε τη Διοίκηση της Περσικής αυτοκρατορίας. Αντίθετα, η αξία των Ινδών αυτόμολων περιοριζόταν σε αυτό ακριβώς που του παρέδιδαν, μία ισχυρή πόλη ή ένα οχυρό. Μετά ο αγώνας για την προέλαση συνεχιζόταν εξίσου σκληρός. Αυτό οφείλεται στη δομή της Ινδίας, που αποτελούνταν από αυτόνομα έθνη και κράτη, στα οποία ο Αλέξανδρος έπρεπε κάθε φορά να αναζητά νέους αυτόμολους. Και φυσικά τους εύρισκε. Γι’ αυτό καταγράφονται στην Ινδία τόσοι πολλοί αυτόμολοι, επειδή τα ινδικά κράτη ήταν πολλά και όχι επειδή οι Ινδοί ήταν επιρρεπείς στην προδοσία.
Όμηροι: η σύλληψή τους εξυπηρετούσε άλλους σκοπούς, όμως η προέλευσή τους από τα σημαντικότερα στρώματα της κοινωνίας τους, τους καθιστούσε αναμφίβολα μία πηγή σημαντικών και αξιόπιστων πληροφοριών.
Αιχμάλωτοι: η σύλληψή τους έχει ως βασικό σκοπό να στερήσει από τον αντίπαλο τις ικανότητές τους και να βλάψει την ψυχολογία του. Ταυτόχρονα οι αιχμάλωτοι είναι μία πολύ καλή πηγή πληροφοριών. Έτσι ο αδελφός του Ερυγίου, ο Λαομέδων ο Μυτιληναίος, που ήταν δίγλωσσος στα ελληνικά και «στα βαρβαρικά» (μάλλον στα περσικά), ορίστηκε υπεύθυνος για τους βάρβαρους αιχμαλώτους.
Οδηγοί: έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη διεξαγωγή των επιχειρήσεων. Χωρίς αυτούς η στρατιά του Αλεξάνδρου θα είχε ανασχεθεί μπροστά σε κάποιο κώλυμα ή θα είχε πέσει σε κάποια παγίδα ή θα είχε αφανισθεί σε κάποια από τις πολλές ερήμους και ορεινές διαβάσεις, όπως είχαν πάθει στο παρελθόν πολλοί Μεγάλοι Βασιλείς. Οι καλύτεροι οδηγοί ήταν πάντοτε οι ντόπιοι, προέρχονταν δε από τους αυτόμολους, τους αιχμαλώτους ή τους ομήρους. Η αξιοπιστία τους ήταν εξασφαλισμένη, διότι γνώριζαν ότι βλάπτοντας τον δεσμώτη τους, έβλαπταν τη ζωή ή τη σωματική τους ακεραιότητα.
Υποκλοπές: ο Αλέξανδρος όταν βρισκόταν στην Υρκανία, φέρεται ότι έπεισε με τέχνασμα τους άνδρες του να στείλουν γράμματα στην πατρίδα. Οι γραμματοφόροι του τα παρέδωσαν, εκείνος τα διάβασε και εντόπισε όσους διαφωνούσαν μαζί του. Ο Πολύαινος περιγράφει εδώ ένα στρατήγημα, το οποίο λόγω της αφέλειάς του μοιάζει περισσότερο με δικό του εφεύρημα. Είναι όμως λογικό να υπήρχε μία υπηρεσία ασχολούμενη με την εξασφάλιση πληροφοριών σχετικών με την εσωτερική τάξη και ασφάλεια. Η υπηρεσία αυτή φαίνεται ακόμη πιο αναγκαία από τη στιγμή, που στο στράτευμα και στη Δημόσια Διοίκηση ενσωματώθηκαν βάρβαροι. Βασικό δε εργαλείο μίας τέτοιας υπηρεσίας θα ήταν οπωσδήποτε η πανάρχαια μέθοδος της υποκλοπής της αλληλογραφίας. Επειδή είναι γνωστό πως η υποκλοπή μπορεί να γίνει και από άλλους έξω από αυτήν την υπηρεσία, καθώς και επειδή δεν είναι πάντοτε εγγυημένη η εχεμύθεια και η πίστη του προσωπικού των μυστικών υπηρεσιών, τα υψίστης σημασίας μηνύματα ρητώς καταγράφεται ότι μεταφέρονταν προφορικά από έμπιστους αγγελιαφόρους.
Επικοινωνίες
(Ηρόδοτος Ζ.183, 192, Η.21, 92, 98, Θουκυδίδης Α.49, Ε.10, Ξενοφών Ιππαρχικός 4.7, 16, Κύρου Ανάβασις Β.ΙΙ.4, Γ.Ι.46, Ε.ΙΙ.18, Ζ.ΙV.16, Αινείας Τακτικός Πολιορκητικά 6.6, 15.1, 22.3, 31, Αρριανός Α.25, Γ.18, Ζ.12, Διόδωρος ΙΖ.25.1, 26.5, Πλούταρχος Αλέξανδρος 17.8, 19.9, 20.9, 25.2, 47.3, 57.8, 60.1, Πολύαινος Γ.9.55, Δ.3.19, 26)
Τα μέσα στρατιωτικών επικοινωνιών, τα οποία προκύπτει ότι χρησιμοποιήθηκαν και από τον Αλέξανδρο, ήταν τα παρακάτω:
Αγγελιαφόρος: ήταν ο κομιστής των απλών μηνυμάτων και εκινείτο με τη μικρότερη ταχύτητα της κατηγορίας του. Τα υψίστης σημασίας μηνύματα διεκινούντο είτε από αγγελιαφόρους, κρυπτογραφημένα με κάποιο τρόπο όπως η σκυτάλη ή εκείνους που περιγράφει ο σχεδόν σύγχρονος του Αλεξάνδρου, Αινείας ο Τακτικός, είτε προφορικά από έμπιστα άτομα. Για την ταχύτερη μεταφορά μηνυμάτων ή την κάλυψη μεγαλύτερης απόστασης υπήρχαν οι έφιπποι αγγελιαφόροι και οι ημεροδρόμοι.
Αγγαρήιον: ονόμαζαν οι Πέρσες το δημιούργημα του εξαιρετικού διοικητικού και οργανωτικού πνεύματός τους, που αξιοποιούσε τους μεγάλους αριθμούς και τις κατάλληλες δυνατότητες των ίππων της επικράτειάς τους, για την ταχεία μεταφορά μηνυμάτων. Σε όλο το μήκος των Βασιλικών Οδών της αυτοκρατορίας υπήρχαν ιππείς με ξεκούραστους ίππους. Απείχαν ένα σταθμό (απόσταση μίας ημέρας) ο ένας από τον άλλο και μετέφεραν τα κρατικά μηνύματα, όπως ο κάθε σκυταλοδρόμος παραλαμβάνει, μεταφέρει και παραδίδει τη σκυτάλη στον επόμενο. Μόλις ο έφιππος αυτός αγγελιαφόρος παραλάμβανε κάποιο μήνυμα, έσπευδε να το παραδώσει στον επόμενο, ανεξάρτητα από την ώρα τις ημέρας και τις καιρικές συνθήκες. Σε όλο τον αρχαίο κόσμο δεν υπήρχε ταχύτερη μέθοδος μετάδοσης μηνυμάτων σε μεγάλες αποστάσεις και μετά την κατάκτηση της Αχαιμενιδικής αυτοκρατορίας, ο Αλέξανδρος δεν είχε απολύτως κανένα λόγο να την καταργήσει. Για τελευταία φορά αυτό το σύστημα επικοινωνίας εφαρμόσθηκε τον 19ο μ.Χ. αιώνα στις Η.Π.Α. με το όνομα πόνυ εξπρές.
Δρομοκήρυξ ή ημεροδρόμος: ήταν δρομέας, που μπορούσε να διανύσει μεγάλες αποστάσεις (σε μερικές περιπτώσεις μεγαλύτερες και από 200χλμ) σε διάστημα μίας ημέρας και να μεταφέρει μήνυμα στον παραλήπτη ή σε άλλον δρομοκήρυκα για την παραπέρα προώθησή του. Η σκηνή του δρομοκήρυκα βρισκόταν κοντά στη σκηνή του στρατηγού.
Κήρυκας: έκανε τις ανακοινώσεις και μετέφερε μηνύματα σε φίλους και εχθρούς, που σέβονταν τη ζωή και τη σωματική του ακεραιότητα βλέποντας το κηρυκεῖον, που κρατούσε. Γι’ αυτόν το λόγο έμπαινε επικεφαλής αντιπροσωπειών, που προσέγγιζαν τον εχθρό για διαπραγματεύσεις.
Πρέσβυς: σήμερα ο όρος σημαίνει τον επί κεφαλής μόνιμης διπλωματικής αντιπροσωπείας σε ξένο κράτος. Στην αρχαιότητα πρέσβυς ονομαζόταν ο επίσημος απεσταλμένος, που ήταν εντεταλμένος να διαπραγματευθεί συγκεκριμένο θέμα ή συμφωνία.
Σαλπιγκτής & αυλητής: ο αυλητής έδινε το ρυθμό στο προελαύνον στράτευμα, αλλά από τη στιγμή, που αυτό θα εμπλεκόταν, ο θόρυβος της μάχης σκέπαζε τον ήχο του αυλού. Τότε λοιπόν τα παραγγέλματα για τους ελιγμούς δίνονταν με τις σάλπιγγες και τις σημαίες. Ο σαλπιγκτής δηλαδή ήταν το ισοδύναμο του ασυρματιστή στη σημερινή διμοιρία τυφεκιοφόρων και μπορούσε να έχει ηλικία μικρότερη της στρατεύσιμης. Η σκηνή του σαλπιγκτή, όπως και του δρομοκήρυκα βρισκόταν κοντά στη σκηνή του στρατηγού. Το σιωπητήριο δινόταν με το κέρας.
Σημεῖον: ήταν η σημαία, η οποία έδινε το σύνθημα για κάποια ενέργεια των εμπλεκομένων τμημάτων του στρατού και του ναυτικού. Η χρήση του ήταν επιβεβλημένη, όταν δεν έφτανε ο ήχος της σάλπιγγας ή ο αγγελιαφόρος χρειαζόταν χρόνο, που δεν υπήρχε.
Ταχυδρομείο: τις επιστολές μετέφεραν οι γραμματοφόροι και η χρήση του ταχυδρομείου ήταν προσιτή σε όλους τους άνδρες του στρατεύματος, ανεξάρτητα από το βαθμό ή τη θέση τους. Αν κάποιοι δεν γνώριζαν γραφή και ανάγνωση, όλο και κάποιος συνάδελφος θα βρισκόταν να τους εξυπηρετήσει, όπως συνέβαινε και μέχρι πριν μερικές δεκαετίες. Η ανταλλαγή επιστολών μεταξύ Αλεξάνδρου και Αντίπατρου ήταν τακτικότατη και, όπως προκύπτει από τον Πλούταρχο, ο Αλέξανδρος ενημέρωνε λεπτομερώς αντιβασιλέα της Μακεδονίας και αναπληρωτή Ηγεμόνα της Ελλάδος, για τα διαδραματιζόμενα στο μέτωπο, ακόμη και για τα μικρότερης σημασίας. Ο Αντίπατρος πάλι ασφαλώς θα ενημέρωνε τον Αλέξανδρο για όλα τα πολιτικά πράγματα της Ελλάδας, ώστε η ενέργειες του Αλεξάνδρου προς τους Έλληνες πρέσβεις, που συναντούσε ή συνελάμβανε, να είναι συνεπείς προς την παγκόσμια πλέον πολιτική του Μακεδονικού Θρόνου. Είναι επίσης σαφές ότι ο Αντίπατρος τον ενημέρωνε και για την ανάμιξη της Ολυμπιάδας στην πολιτική.
Ημεροσκόπος: ήταν ο (προφανώς ημερήσιος) παρατηρητής. Το ἡμεροσκοπεῖον βρισκόταν σε κατάλληλο ύψωμα, που επέβλεπε περιοχές στρατιωτικού ενδιαφέροντος.
Κατάσκοπος: ήταν ο αγγελιαφόρος, ο οποίος είχε δει από πολύ κοντά αυτό που διαμήνυε.
Πυρσωρός: ήταν ο χειριστής του οπτικού τηλέγραφου της αρχαιότητας. Πυρσωροί τοποθετούνταν σε επιλεγμένα υψώματα και είτε λάμβαναν, είτε έστελναν, είτε αναμετέδιδαν μηνύματα. Οι πυρσοί χρησιμοποιούνταν κατά τη νύχτα ή σε συνθήκες χαμηλού φωτισμού και δεν απαιτούσαν την κατασκευή ειδικών πύργων.
Φρυκτωρία: ήταν η επικοινωνία με φωτιές που άναβαν οι φρυκτωροί στους φρυκτωρικούς πύργους. Γνωρίζουμε ότι κάθε ελληνικό κράτος είχε ένα δίκτυο φρυκτωρικών πύργων και είναι πιθανόν ο Αλέξανδρος να εγκατέστησε τέτοια δίκτυα και στις κατακτημένες χώρες, αν και δεν υπάρχει τέτοια πληροφορία.
Μάντεις, Θυσίες και Οιωνοί
(Ξενοφών Κύρου Ανάβασις Δ.ΙV.9, Ζ.Ι.35, Αρριανός Α.11, 18, 25, Β.18, 27 Γ.7, Δ.4, 13, ΣΤ.3, Ε.20, Ζ.18, 22, Πλούταρχος Αλέξανδρος 18.6-κ.ε., 24.5-9, 25.1-8, 50.5, 57.4, 73.3-6, Διόδωρος ΙΖ.41.5-8, 46.6, 98.2, 103.6-κ.ε., 116.5-κ.ε., 117.1, Κούρτιος 3.3.3-5, 4.2.13-14, 17, 21-22, 4.3-5, 4.6.11-12, 9.8.20-27, Δανιήλ 8.21)
Το θρησκευτικό συναίσθημα ήταν πολύ έντονο στην αρχαιότητα και ήταν βαθιά ριζωμένη η πεποίθηση ότι οι θεοί προμήνυαν το μέλλον. Γι’ αυτό όλοι οι αρχαίοι ελληνικοί στρατοί διέθεταν πάντοτε μάντεις και τα αναγκαία για τις θυσίες, δηλαδή ζώα (ἱερεῖα), σμύρνα και λιβάνι. Στη στρατιά του Αλεξάνδρου ήταν διαπιστευμένοι πολλοί μάντεις και το πόσο ψηλά στην ιεραρχία θα παρείχαν τις υπηρεσίες τους, προσδιοριζόταν από τη φήμη και την ικανότητά τους. Οι αρχαίοι Έλληνες ιστορικοί διέσωσαν τα ονόματα του Αρίστανδρου από την Τελμισσό, που ήταν ο βασικός μάντης της ανώτατης διοίκησης, του Δημοφώντα, που προέβλεψε τον τραυματισμό του Αλεξάνδρου από τους Μαλλούς, του Πειθαγόρα του Αμφιπολίτη, που μάντεψε το θάνατο του Ηφαιστίωνα και του Αλεξάνδρου, και του Κλεομένη από τη Σπάρτη. Δεν θέλησαν όμως να διασώσουν και τα ονόματα των βαρβάρων, όπως των Βαβυλωνίων ιερέων και Μάγων, που είχε μαζί του ο Αλέξανδρος για να τον εξαγνίζουν, ούτε της μάντισσας από τη Συρία, την οποία είχε μόνο για προσωπική του χρήση και είχε προβλέψει την εναντίον του επιβουλή στη συνωμοσία των παίδων.
Σε όλη τη διάρκεια της εκστρατείας βλέπουμε τον Αλέξανδρο να προσφέρει θυσίες με κάθε ευκαιρία. Κατά την περαίωση της στρατιάς στην Ασία, έκανε θυσίες τόσο στην ευρωπαϊκή όσο και στην ασιατική ακτή. Όταν έγινε η έκλειψη σελήνης λίγο πριν τη μάχη των Γαυγαμήλων, έκανε θυσία και εξέτασε τους οιωνούς. Επίσης έκανε θυσίες για εξευμενισμό και ευχαριστία προς τους θεούς πριν και μετά τη διάβαση του Ινδού, κατά τον κατάπλου των ινδικών ποταμών, στο Δέλτα του Ινδού και πριν τον παράπλου της άγνωστης θάλασσας από τον Νέαρχο. Γενικά, ήταν ιδιαίτερα επιμελής στο να προσφέρει θυσίες «σύμφωνα με τις συνήθειές του» ή «όπως του υπέδειξαν οι μάντεις» ή «στους θεούς που εκείνος θεωρούσε σωστό». Όμως, επειδή προσπάθησε να επιβάλει τη θεοποίησή του, πρέπει να υποθέσουμε ότι όλη αυτή η επιμέλεια στα θρησκευτικά καθήκοντα υπαγορευόταν από το πρότυπο του ανατολίτη θεού-βασιλιά, που επέλεξε να εφαρμόσει. Επίσης στις αλλεπάλληλες θυσίες, που έκανε στο Δέλτα του Ινδού, και εν όψει του προγραμματισμένου ταξιδιού στην άγνωστη και μεγάλη θάλασσα, θέλησε να εξευμενίσει ένα πλήθος θαλασσίων θεοτήτων του ελληνικού πανθέου, ακόμη και τις πιο αρχαίες και σχεδόν ξεχασμένες στις μέρες του. Το κίνητρό του εκεί ήταν η ανάγκη να καθησυχάσει τους περιδεείς ναυτικούς του ότι είχε κάνει όλες τις αναγκαίες επαφές με όλες τις εμπλεκόμενες θεότητες, οι οποίες εμμέσως είχαν δεχθεί να τους εξασφαλίσουν ασφαλή πλου. Τελικά, το πιθανότερο είναι ότι ήταν εξίσου θρήσκος με όλους τους ανά τους αιώνες ηγέτες, οι οποίοι δεν δίστασαν να διαπράξουν ακόμη και γενοκτονίες, είτε για να ευχαριστήσουν το θεό τους είτε επειδή αυτό ήταν το θέλημα του θεού τους. Αν ο Αλέξανδρος ήταν χριστιανός, ασφαλώς θα συμπεριφερόταν όπως οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες, οι Φράγκοι σταυροφόροι ή οι ἐλέῳ Θεοῦ βασιλείς των νεωτέρων χρόνων, δηλαδή θα παρακολουθούσε ευλαβικά τις λειτουργίες Χριστουγέννων και Αναστάσεως και στον στενό κύκλο συνεργατών του θα βρίσκαμε Πατριάρχες και αρχιεπισκόπους.
Η θρησκεία και κυρίως οι αποφάσεις των θεών ήταν για τον Αλέξανδρο ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο διοίκησης και για το λόγο αυτό έπρεπε να είναι ο πρώτος, που θα συμμορφωνόταν προς τα θεϊκά σημάδια. Και πράγματι αυτό έκανε, όποτε δεν ήταν αντίθετο προς τα σχέδιά του. Έτσι, όταν οι Άραβες μισθοφόροι έτρεψαν σε φυγή τους Μακεδόνες πολιορκητές κατά την πολιορκία της Γάζας, ο Αλέξανδρος αγνόησε τον οιωνό και έσπευσε να σώσει το γόητρο του μακεδονικού στρατού. Και πάλι, για να προστατεύσει το γόητρο του στρατού του, επιτέθηκε στους Σκύθες παρά τους κακούς οιωνούς, τους οποίους ο Αρίστανδρος αρνήθηκε να παρερμηνεύσει.
Υπάρχουν όμως μερικές περιπτώσεις, όπου είμαστε υποχρεωμένοι να διαγνώσουμε στις θυσίες του Αλεξάνδρου τον συνήθη φόβο του ανθρώπου για το μέλλον και την ανάγκη του να εξασφαλίσει την εύνοια των θεών. Αυτές είναι οι δύο διαδοχικές θυσίες που έκανε κατά τη διάβαση του Ελλήσποντου, στη μεν ευρωπαϊκή ακτή στον τάφο του Πρωτεσίλαου παρακαλώντας τους θεούς και το νεκρό ήρωα να μην έχει την τύχη του, στη δε ασιατική ακτή στο βωμό του Ερκείου (Οικογενειακού) Διός παρακαλώντας τον Πρίαμο να μην ξεσπάσει πάνω του το μένος του προς το γένος του Νεοπτόλεμου. Στις δε θυσίες των τελευταίων ημερών της ζωής του οπωσδήποτε διακατείχε τον Αλέξανδρο ο φόβος του πρόωρου και άδοξου θανάτου.
Μπορούμε άφοβα να ισχυρισθούμε ότι οι περισσότεροι οιωνοί και όνειρα κατασκευάσθηκαν εκ των υστέρων, για να ταιριάξουν με τα γεγονότα και να τονίσουν τη θεϊκή καθοδήγηση προς τον Αλέξανδρο, κάποια όμως ίσως ήταν πραγματικά. Ανεξάρτητα απ’ αυτό, είναι ενδιαφέρον να καταγράψουμε τα κυριότερα εξ αυτών, διότι μας δίνουν μια εικόνα των αντιλήψεων και των πεποιθήσεων της εποχής εκείνης.
Κατά την πολιορκία της Μιλήτου ο Παρμενίων πίστευε ότι η συγκυρία ήταν κατάλληλη για κατά μέτωπον επίθεση του ελληνικού στόλου εναντίον του περσικού, ενώ ο Αλέξανδρος δεν ήθελε να το διακινδυνεύσει, διότι αφενός γνώριζε την οικτρή οικονομική τους κατάσταση και αφετέρου πίστευε ότι ο περσικός στόλος υπερτερούσε όχι μόνο σε αριθμό αλλά και σε ισχύ. Κάποια στιγμή λοιπόν ο Παρμενίων είπε στον Αλέξανδρο ότι είχε δει στο όνειρό του έναν αετό να κάθετα στην παραλία και να κοιτάζει τις πρύμνες των πλοίων τους. Αυτό το θεωρούσε ως σαφές σημάδι ότι η άποψή του ήταν σωστή και συνεπώς έπρεπε να επιχειρήσουν ναυμαχία. Όμως ο Αλέξανδρος, που ήξερε να κατασκευάζει καλύτερα ἐνύπνια, εξήγησε στον Παρμενίωνα ότι ερμήνευε λάθος το θεϊκό σημάδι. Επειδή ο αετός καθόταν στην ξηρά, η σωστή ερμηνεία ήταν ότι θα νικούσαν τους Πέρσες στην ξηρά και όχι στη θάλασσα. Έτσι μ’ αυτό το ἐνύπνιον ο Παρμενίων δεν τεκμηρίωσε τη δική του άποψη, αλλά εκείνη του Αλεξάνδρου.
Όταν ο Αλέξανδρος πολιορκούσε την Αλικαρνασσό, παρουσιάστηκε ένας οιωνός κατά το μεσημεριανό του ύπνο. Ένα χελιδόνι μπήκε στη σκηνή και καθόταν σε διάφορα σημεία του κρεβατιού του τιτιβίζοντας χαρακτηριστικά δυνατά. Ο Αλέξανδρος κουρασμένος και νυσταγμένος προσπάθησε να διώξει το χελιδόνι με το χέρι του, αλλά εκείνο κάθισε πάνω από το κεφάλι του και δεν έφυγε, παρά μόνο αφού τον ξύπνησε εντελώς. Ο Αλέξανδρος θορυβήθηκε και το ανέφερε στον Αρίστανδρο, που διέγνωσε στον οιωνό προφανή συνωμοσία εναντίον του Αλεξάνδρου και μάλιστα από στενούς φίλους του. Τον οιωνό αυτό θυμήθηκαν λίγους μήνες αργότερα, το χειμώνα του 334-333 στη Λυκία, όταν αποκαλύφθηκε η συνωμοσία του Αλεξάνδρου του Αερόπου.
Κατευθυνόμενος προς την Κιλικία ο Δαρείος είδε στο όνειρό του, ότι η μακεδονική φάλαγγα καιγόταν από μία μεγάλη φωτιά και ο Αλέξανδρος φορώντας τη στολή, που φορούσε ο Δαρείος πριν γίνει Μέγας Βασιλεύς, πήγε στον ναό του Βήλου, όπου εξαφανίσθηκε. Οι Μάγοι έδωσαν στο Δαρείο ευχάριστη ερμηνεία του ονείρου, η οποία φυσικά δεν επαληθεύθηκε. Η σωστή ερμηνεία του προφητικών προδιαγραφών ονείρου ήταν ότι η μακεδονική φάλαγγα φλεγόταν, επειδή θα έκανε λαμπρά έργα, ο Αλέξανδρος ακολουθώντας την προσωπική πορεία του Δαρείου θα γινόταν Μέγας Βασιλεύς και εξαφανίσθηκε στη ναό του Βήλου, διότι επέπρωτο να πεθάνει άδοξα στη Βαβυλώνα. Μέσω του Βήλου (Βάαλ) μπορούμε να συνδέσουμε αυτό το όνειρο με το χρησμό των Χαλδαίων λίγο πριν το θάνατο του Αλεξάνδρου.
Στην πολιορκία της Τύρου καταγράφονται μερικά ενδιαφέροντα ἐνύπνια, που είδαν ο Αλέξανδρος και οι Τύριοι και τα οποία προμήνυαν και στις δύο πλευρές την επερχόμενη άλωση της ισχυρότατης πόλη:
Πριν αρχίσει την πολιορκία της Τύρου και ενώ πολλοί επιτελείς του προτιμούσαν να συνεχίσουν την προέλαση αποφεύγοντας την αμφίβολης έκβασης πολιορκία, ο Αλέξανδρος είχε ένα ἐνύπνιον. Είδε ότι είχε πλησιάσει στα τείχη, όπου τον υποδέχθηκε ο Ηρακλής των Τυρίων (ο Μέλκαρθ) και τον οδήγησε στην πόλη. Διηγήθηκε το όνειρο στον Αρίστανδρο, που έδωσε την ερμηνεία ότι η Τύρος θα καταλαμβανόταν με πολύ κόπο, διότι κι ο Ηρακλής πραγματοποίησε τους άθλους του με πολύ κόπο. Στην παραλλαγή του Πλούταρχου και του Κούρτιου, ο Ηρακλής από τα τείχη της Τύρου έτεινε το δεξί χέρι στον Αλέξανδρο και τον προσκαλούσε στην πόλη.
Κατά την πολιορκία της Τύρου και σύμφωνα με τον Πλούταρχο, πολλοί Τύριοι είδαν σε ἐνύπνιοντον Ρεσέφ (τον φοινικικό αντίστοιχο του Απόλλωνα των Ελλήνων) να τους λέει ότι θα πήγαινε στον Αλέξανδρο, διότι δεν του άρεσαν όσα συνέβαιναν στην πόλη τους. Το όνειρο αυτό διαδόθηκε, συζητήθηκε και οι Τύριοι αποφάσισαν να αντιμετωπίσουν τον θεό τους ως κάποιο φιλομακεδόνα λιποτάκτη. Έδεσαν με χοντρά σκοινιά τον κολοσσό του θεού και τον κάρφωσαν στη βάση του, για να μην μπορεί να φύγει. Σύμφωνα με τον Διόδωρο το ἐνύπνιον το είδε ένας μόνο Τύριος, οι υπόλοιποι θεώρησαν ότι το έλεγε για να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα του Αλεξάνδρου και οι νεώτεροι όρμησαν να τον λιθοβολήσουν. Οι άρχοντες πρόλαβαν και τον φυγάδευσαν στο ναό του Μελκάρθ (Ηρακλή) και τον έσωσαν. Καλού-κακού πάντως, οι Τύριοι έδεσαν το ξόανο με χρυσές αλυσίδες, για να εμποδίσουν τυχόν αυτομόληση του θεού. Μετά την κατάληψη της Τύρου ο Αλέξανδρος ελευθέρωσε το ξόανο από τα δεσμά και διέταξε να τον αποκαλούν Απόλλωνα φιλαλέξανδρο. Στην παραλλαγή του Κούρτιου, κάποιος Τύριος είπε ότι είδε σε ἐνύπνιον τον Απόλλωνα να εγκαταλείπει την πόλη και να καταφεύγει στους Μακεδόνες, ενώ η πρόσχωση μεταβλήθηκε σε ξέφωτο δάσους. Παρά την αναξιοπιστία του ατόμου, οι Τύριοι ανησύχησαν κι έδεσαν το άγαλμα του Απόλλωνα με χρυσή αλυσίδα ως το ιερό του πολιούχου Ηρακλή με την ελπίδα ότι θα τον συγκρατούσε.
Ο Αλέξανδρος φέρεται να είδε κι άλλο όνειρο. Ένας σάτυρος τον περιγελούσε από μακρυά και, όταν εκείνος προσπαθούσε να τον πιάσει, ο σάτυρος ξέφευγε. Τελικά τον έπιασε μετά από πολλά παρακάλια και κυνηγητό. Οι μάντεις ερμήνευσαν εύκολα το όνειρο χωρίζοντας τη λέξη σάτυρος σε σά-τυρος, δηλαδή σά [=δική σου] – Τύρος, διαβεβαιώνοντας ότι η Τύρος θα υπέκυπτε στον Αλέξανδρο.
Σύμφωνα με τον Διόδωρο το ψωμί, που έκοβαν στο μακεδονικό στρατόπεδο είχε αιματόμορφη όψη. Σύμφωνα με τον Κούρτιο κάποιοι Μακεδόνες παρατήρησαν ότι καθώς έκοβαν το ψωμί έσταζε αίμα. Φοβήθηκαν ότι ήταν κακός οιωνός, αλλά ο Αρίστανδρος τους εξήγησε ότι θα ήταν κακός για τους Μακεδόνες, αν το αίμα έσταζε από το εξωτερικό του ψωμιού. Επειδή έσταζε από το εσωτερικό, ο οιωνός προμήνυε καταστροφή της πόλης.
Σύμφωνα με τον Κούρτιο οι Τύριοι σιδηρουργοί παρατήρησαν ρυάκια αίματος κάτω από τις φλόγες των κλιβάνων και το εξέλαβαν ως οιωνό δυσμενή για τους Μακεδόνες.
Σύμφωνα με το Διόδωρο, σε κάποια φάση της κατασκευής του προβλήτα, το κύμα έρριξε πάνω της ένα απίστευτα μεγάλο κήτος, χωρίς να προκληθεί καμία ζημιά. Το κήτος έμεινε εκεί αρκετό χρόνο προκαλώντας την έκπληξη και των δύο αντιμαχομένων, πριν ξανοιχτεί και πάλι στο πέλαγος. Και οι δύο πλευρές ήταν βέβαιες ότι επρόκειτο για σημάδι από τον Ποσειδώνα και το ερμήνευσαν όπως συνέφερε την κάθε μία. Στην παραλλαγή του Κούρτιου το κήτος έκανε μία αβλαβή διέλευση απ’ τον προβλήτα ως τα τείχη της Τύρου. Οι Τύριοι ήταν τόσο βέβαιοι ότι ο οιωνός σήμαινε την επικείμενη κατάρρευση της πρόσχωσης, ώστε γιόρτασαν με πολλή οινοποσία και στόλισαν τα πλοία τους με άνθη και στέφανα.
Σε κάποια θυσία ο Αρίστανδρος δήλωσε ότι σύμφωνα με τα σημάδια η Τύρος θα έπεφτε τον ίδιο μήνα. Τότε η στρατιά ξέσπασε σε γέλια και τον χλεύασε, διότι εκείνη ήταν η τελευταία μέρα του μήνα. Ο Αλέξανδρος βλέποντας τον καλό του μάντη σε δυσχερή θέση, διέταξε εκείνη την ημέρα να μην τη θεωρούν ως την 30η, αλλά ως την 28η! Πάντως η αλχημεία αυτή δεν χρειάσθηκε, διότι η Τύρος έπεσε την ίδια μέρα, επιβεβαιώνοντας τη μαντεία του Αρίστανδρου.
Κατά τον Αρριανό, μόλις είχε τελειώσει η πρόσχωση και οι μηχανές είχαν πλησιάσει στα τείχη της Γάζας, όταν ο Αλέξανδρος στεφανωμένος κατά τα ειωθότα έκανε θυσία. Ενώ ήταν έτοιμος να θυσιάσει το πρώτο ἱερεῖον, ένα σαρκοφάγο πουλί πέταξε πάνω από το βωμό και έρριξε στο κεφάλι του Αλεξάνδρου μία πέτρα, που κρατούσε στα πόδια του. Ο Αρίστανδρος ερμήνευσε τον οιωνό ως κίνδυνο για τον Αλέξανδρο, ο οποίος ωστόσο θα καταλάμβανε τη Γάζα. Λίγο αργότερα οι Άραβες μισθοφόροι έτρεψαν σε φυγή τους Μακεδόνες και ο Αλέξανδρος έσπευσε να τους συγκρατήσει, για να μην ταπεινωθούν. Τότε ένα καταπελτικό βέλος διαπέρασε την ασπίδα και το θώρακά του και καρφώθηκε στον ώμο του. Παρά το σοβαρό τραυματισμό του ο Αλέξανδρος χάρηκε, διότι η ερμηνεία του Αρίστανδρου είχε ήδη αποδειχθεί κατά το ήμισυ ορθή, κι έτσι πίστεψε ότι η Γάζα επρόκειτο να πέσει. Στην παραλλαγή του Πλούταρχου το περιστατικό δεν συνέβη κατά τη διάρκεια θυσίας και το πουλί άφησε ένα σβώλο χώμα, που έπεσε στον ώμο του Αλεξάνδρου. Στη συνέχεια κάθισε σε μία μηχανή και μπλέχτηκε στο πλέγμα των σκοινιών της. Η ερμηνεία του Αριστάνδρου ήταν ότι ο Αλέξανδρος θα εκπορθούσε τη Γάζα, αλλά θα τραυματιζόταν στον ώμο, όπως και έγινε. Κατά τον Κούρτιο ο Αλέξανδρος ετοίμαζε τις συνήθεις θυσίες πριν την έφοδο στα τείχη, όταν ένα κόρακας άφησε να πέσει ένας βώλος χώμα, που κρατούσε στα νύχια του. Ο βώλος έπεσε στο κεφάλι του Αλεξάνδρου και διαλύθηκε, ενώ ο κόρακας κάθισε σε μία μηχανή, όπου μπλέχτηκε και τον έπιασαν κάποιοι παριστάμενοι. Ο Αλέξανδρος συμβουλεύθηκε τον Αρίστανδρο και πήρε την εξήγηση ότι η Γάζα θα έπεφτε, αλλά εκείνος έπρεπε να φυλαχθεί εκείνη την ημέρα. Τότε διέταξε υποχώρηση, οι Άραβες αναθάρρησαν, επεχείρησαν έξοδο και ο Αλέξανδρος αναγκασμένος να πάρει μέρος στη συμπλοκή, τραυματίσθηκε.
Οι περισσότεροι καταγεγραμμένοι οιωνοί, όπως ήταν απόλυτα φυσικό, έχουν σχέση με το θάνατο του Αλεξάνδρου, ο οποίος μέχρι σήμερα αποτελεί αντικείμενο εικασιών και θεωριών. Οι κυριότεροι από αυτούς παρουσιάσθηκαν στο τελευταίο δρομολόγιο της ζωής του, από τα Εκβάτανα προς τη Βαβυλώνα, και εκτός από εκείνους, που αναφέρουμε στο σχετικό κεφάλαιο, είναι οι εξής:
Την εποχή εκείνη, στη Βαβυλώνα ήταν σατράπης ο Μαζαίος και στρατηγός ο Απολλόδωρος ο Αμφιπολίτης. Ο τελευταίος φαίνεται ότι είχε λόγους να φοβάται πως θα είχε την τύχη των αξιωματούχων που κακοδιοίκησαν, γι’ αυτό ζήτησε από τον αδελφό του να μαντέψει, αν διέτρεχε κίνδυνο κυρίως από τον Αλέξανδρο και τον Ηφαιστίωνα. Ο αδελφός του, ο Πειθαγόρας, ήταν μάντης που μάντευε από τα σπλάχνα των ζώων, ανήκε στην ακολουθία του Αλεξάνδρου και (σύμφωνα με όσα είπε ο ίδιος στον Αριστόβουλο προκύπτει ότι) ήταν πολύ καλός, αλλά μακάβριος, αφού αργότερα προέβλεψε ακόμη δύο πολύ σημαντικούς θανάτους, του Περδίκκα και του Αντίγονου. Μόλις λοιπόν η επιστολή του Απολλόδωρου έφτασε στα Εκβάτανα, όπου βρισκόταν μαζί με τον Αλέξανδρο, τον Ηφαιστίωνα και τη στρατιά, ο Πειθαγόρας θυσίασε πρώτα για τον Ηφαιστίωνα. Το συκώτι του ζώου ήταν χωρίς λοβό και με σφραγισμένη επιστολή ενημέρωσε τον αδελφό του στη Βαβυλώνα, ότι σε λίγο χρόνο θα απαλλασσόταν από τον Ηφαιστίωνα. Πράγματι, μία μέρα αφού ο Απολλόδωρος έλαβε την επιστολή, ο Ηφαιστίων πέθανε. Όταν ο Πειθαγόρας έκανε κι άλλη θυσία, για να μάθει για τον Αλέξανδρο, κι εκείνου του ἱερείου το συκώτι ήταν χωρίς λοβό, έτσι ενημέρωσε με νέα επιστολή τον αδελφό του, ότι δεν έπρεπε να φοβάται ούτε τον Αλέξανδρο.
Ενώ ο Αλέξανδρος βρισκόταν έξω από τη Βαβυλώνα, ένας γάιδαρος κλώτσησε και σκότωσε το μεγαλύτερο και ωραιότερο λιοντάρι, απ’ όσα διατηρούσε ο Αλέξανδρος, προοιωνίζοντας τον άδοξο θάνατο του Βασιλέα των Βασιλέων.
Ο Αλέξανδρος κάνοντας βαρκάδα με τους εταίρους στη λίμνη γύρω από τη Βαβυλώνα, απομακρύνθηκε από τους άλλους και περιπλανήθηκε επί 3 μερόνυχτα με την άκατό του. Στη διάρκεια αυτής της περιπλάνησης έπεσε στο νερό το διάδημά του, ένας κωπηλάτης βούτηξε να το πιάσει και, για να το εξασφαλίσει όσο κολυμπούσε, το φόρεσε στο κεφάλι του και μετά το παρέδωσε στον Αλέξανδρο. Οι μάντεις του συνέστησαν να κάνει μεγαλοπρεπείς θυσίες στους θεούς, για να τους εξευμενίσει και να ακυρώσουν το προμαντευθέν κακό. Αυτήν την αφήγηση του Διόδωρου την καταγράφει και ο Αρριανός με αρκετές διαφορές. Κατ’ αυτόν, όταν ο Αλέξανδρος διέπλεε τις λίμνες και τα έλη βορείως της Βαβυλώνας, όπου λεγόταν ότι ήταν χτισμένοι οι τάφοι των Ασσυρίων βασιλέων, χάθηκε ένα τμήμα των πλοίων της συνοδείας του και έστειλε οδηγούς, για να τους επαναφέρει στον σχηματισμό. Κάποια στιγμή, μία δυνατή ριπή αέρα πήρε την καυσία από το κεφάλι του Αλεξάνδρου και την έρριξε στο νερό. Το διάδημα, το οποίο φορούσε πάνω από την καυσία, επειδή ήταν ελαφρύτερο, παρασύρθηκε από τον αέρα και μπλέχτηκε στις καλαμιές, που φύτρωναν γύρω από τον τάφο κάποιου Ασσύριου βασιλιά. Αυτό και μόνο θεωρήθηκε κακό σημάδι, αλλά ακολούθησε κι άλλο ένα. Ένας ναύτης έπεσε στο νερό, ξέμπλεξε το διάδημα από τις καλαμιές και, για να μην το βρέξει καθώς κολυμπούσε, το φόρεσε στο κεφάλι του. Από αυτό το σημείο εμφανίζονται νέες παραλλαγές. Σύμφωνα με κάποιους αρχαίους συγγραφείς, αυτό θεωρήθηκε από τους μάντεις πολύ κακό σημάδι και συμβούλευσαν τον Αλέξανδρο να μην αφήσει στη θέση του το κεφάλι, που φόρεσε το βασιλικό διάδημα. Εκείνος τότε αντάμειψε τον ναύτη με ένα τάλαντο για την προθυμία του και ταυτόχρονα διέταξε να τον αποκεφαλίσουν. Σύμφωνα με κάποιους άλλους συγγραφείς δεν επρόκειτο για κάποιον απλό ναύτη, αλλά για τον υπασπιστή Σέλευκο, που μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου έγινε βασιλιάς. Αυτή η ομάδα συγγραφέων προφανώς ήθελε να δει έναν διπλό οιωνό, που σήμαινε ταυτόχρονα τον επικείμενο θάνατο του Αλεξάνδρου και την επερχόμενη βασιλεία του Σέλευκου στο μεγαλύτερο τμήμα του κράτους, που ίδρυσε ο Αλέξανδρος. Ο Αριστόβουλος πάλι λέει ότι το διάδημα διέσωσε ένας Φοίνικας ναύτης, που ανταμείφθηκε με ένα τάλαντο για την προθυμία του και τιμωρήθηκε με μαστίγωση, επειδή φόρεσε στο κεφάλι του το βασιλικό σύμβολο.
Ο Χριστιανισμός δεν αποδέχεται τους μάντεις και αρνείται την δυνατότητα πρόβλεψης του μέλλοντος. Κατηγορηματικά προσδιορίζει ότι οὐδείς μετά Χριστόν προφήτης, εξαιρώντας σαφώς τον Ευαγγελιστή Ιωάννη και την Αποκάλυψή του. Αποδέχεται όμως τους προφήτες της Ιουδαϊκής μυθολογίας (η οποία αποτελεί μέρος της Αγίας Γραφής) και ασφαλώς την άκρως εντυπωσιακή προφητεία του Δανιήλ για τον Αλέξανδρο, η οποία ομολογουμένως επαληθεύεται από τα ιστορικά γεγονότα. Βέβαια ουσιώδης διαφορά μεταξύ των μάντεων και των προφητών είναι ότι οι μεν μάντεις προέβλεπαν κατά παραγγελίαν, άμεσα και για πάσης φύσεως πρακτικά ζητήματα, οι δε προφήτες προέλεγαν για λιγότερο πρακτικά ζητήματα, τα οποία αφορούσαν πολύ περισσότερους, και για μεγάλο βάθος χρόνου. Τελικά, επειδή ο Χριστιανισμός επέλεξε να αποδεχθεί την Παλαιά Διαθήκη, αποδεχόμαστε υποχρεωτικά και το πλήθος των ασαφών εβραϊκών προφητειών, ενώ τους οιωνούς των αρχαίων Ελλήνων τους θεωρούμε συλλήβδην πλαστούς. Ωστόσο οι μάντεις, οι οιωνοί και οι διαρκείς παρεμβάσεις των θεών στην αρχαία Ελλάδα μας δίνουν ακριβώς την ίδια εικόνα, που μας δίνει η Παλαιά Διαθήκη, με το Θεό σε διαρκή και άμεση επαφή με τους πιστούς του, για να καθοδηγήσει και να βοηθήσει τους ευσεβείς και για να τιμωρήσει τους ασεβείς και τους εχθρούς των πιστών του.
Εδώ πρέπει να αναφέρουμε και κάτι ακόμη. Σε κάποια βραχμανική πόλη, την Αρματήλια, οι Ινδοί λέγεται ότι είχαν αλείψει με θανατηφόρο δηλητήριο τα όπλα τους, ώστε ακόμη και όσοι είχαν επιπόλαια τραύματα από τη μάχη, τελικά πέθαιναν με φρικτούς πόνους. Ένας από τους τραυματίες ήταν κι ο Πτολεμαίος του Λάγου. Ο Αλέξανδρος, που στενοχωρήθηκε πολύ από τον επικείμενο θάνατο του στρατηγού του, είδε στον ύπνο του ένα δράκοντα να κρατάει στο στόμα του ένα βότανο. Την επομένη ο Αλέξανδρος αναζήτησε το βότανο, το βρήκε, παρασκευάσθηκε το αντίδοτο και σώθηκε ο Πτολεμαίος. Αυτή η διήγηση είναι εντυπωσιακή, διότι μας θυμίζει καταπληκτικά τα οράματα επωνύμων και ανωνύμων χριστιανών, όπου ο Χριστός, η Παναγία ή κάποιος Άγιος τους υποδεικνύουν, πού είναι θαμμένη κάποια (κατά κανόνα θαυματουργή) εικόνα τους. Τέλος, μπαίνει κανείς στον πειρασμό να επισημάνει την ομοιότητα ανάμεσα στο «…οὕτω ξυνέβη ἡ μαντεία Ἀριστάνδρῳ... (= έτσι εκπληρώθηκε η μαντεία του Αριστάνδρου)» ή το «…και το σημεῖον ἀπέβη κατά την Ἀριστάνδρου πρόρρησιν…» και στο ευαγγελικό «ίνα πληρωθή το λεχθέν υπό των προφητών».
ΣΥΝΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝΤΕΣ
(Ηρόδοτος Ζ.187, Ξενοφών Κύρου Ανάβασις Δ.Ι.12, Αρριανός Δ.16, Ε.8, 29, ΣΤ.22, Διόδωρος, ΙΖ.27.1, 82.7, Πλούταρχος Αλέξανδρος 71.8-9)
Με τον όρο συνακολουθοῦντες του Διόδωρου ή ξυνεπόμενοι του αττικιστή Αρριανού περιγράφονται όσοι, ενώ δεν ήταν μάχιμοι, είχαν λειτουργική θέση στους αρχαίους στρατούς και αποτελούσαν αναπόσπαστα τμήματά τους. Οι αρχαίοι συγγραφείς δεν τους προσμετρούσαν ποτέ στη μάχιμη δύναμη, αλλά οι στρατοί τους λάμβαναν σοβαρότατα υπόψιν τους, διότι αύξαναν τις ανάγκες σε εφόδια και μείωναν την ταχύτητα κίνησης της μάχιμης στρατιάς. Μπορούμε να τους διακρίνουμε στις ακόλουθες γενικές κατηγορίες:
Υπηρετικό προσωπικό: Περιελάμβανε υπηρέτες κάθε είδους και φύλου: συνήθεις δούλους, γυναίκες αρτοποιούς και ευνούχους. Στην Αυλή του Αλεξάνδρου, αλλά και σε συγκεκριμένα μέρη των μετώπισθεν στάθμευε προσωπικό επιφορτισμένο με τη φροντίδα του βασιλιά και της ακολουθίας του, όποτε περνούσαν από την περιοχή. Με τις αλλεπάλληλες νίκες και καταλήψεις πόλεων το υπηρετικό προσωπικό της μακεδονικής Αυλής αυξανόταν δραματικά, αφού ενσωμάτωνε τους πολυάριθμους υπηρέτες της Αυλής των Αχαιμενιδών.
Απόμαχοι: Οι απόμαχοι προέκυπταν από τους μάχιμους, που λόγω τραυματισμού, ατυχήματος, ασθενείας ή ηλικίας δεν μπορούσαν πλέον να μάχονται. Κάποιοι απ’ αυτούς εντάσσονταν στους βοηθητικούς, όπου υπηρετούσαν όσο το επέτρεπαν οι δυνάμεις τους ή η διάθεσή τους. Όσοι δεν μπορούσαν ή δεν ήθελαν να συνεχίσουν την υπηρεσία ως βοηθητικοί, διακρίνονται σε δύο άλλες σημαντικές κατηγορίες, εκείνους που ήθελαν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους κι εκείνους που δεν είχαν αντίρρηση να εγκατασταθούν σε κάποια ασιατική πόλη. Αυτή η δεύτερη κατηγορία χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον για τον εποικισμό των νεοϊδρυομένων κυρίως πόλεων, που θα αποτελούσαν ταυτόχρονα προκεχωρημένα στρατόπεδα και πυρήνες εξελληνισμού της Ασίας. Βέβαια στον εποικισμό ο Αλέξανδρος δεν χρησιμοποίησε πάντοτε πρόθυμους απόμαχους, αλλά και απρόθυμους μάχιμους.
Μόλις συγκεντρωνόταν ένας σημαντικός αριθμός απομάχων της πρώτης κατηγορίας και οι συνθήκες το επέτρεπαν, ο Αλέξανδρος τους έστελλε στις πατρίδες τους, αφού τους έδινε πλουσιοπάροχα δώρα. Πιο ευνοημένοι ήταν φυσικά οι Μακεδόνες, για τους οποίους έφταναν στη Μακεδονία ειδικές διαταγές να τιμώνται σε κάθε περίπτωση. Σε μία τέτοια μαζική αποστράτευση απομάχων Μακεδόνων στην Ώπη προκλήθηκε στάση.
Ερωτικοί σύντροφοι και παιδιά (Διόδωρος, ΙΖ.35.3-4, Ηρόδοτος, Ζ.187., Ξενοφών Κύρου Ανάβασις, Β.VΙ.6, Δ.Ι.14, Δ.ΙΙΙ.19, Ζ.ΙV.7-κε, Πλούταρχος, Αλέξανδρος, 22.1-4): Στις μεγάλες εκστρατείες, όπου συμμετείχαν κατά κύριο λόγο επαγγελματίες, η ερωτική ζωή των στρατιωτικών δεν αναστελλόταν. Ο Ξενοφών, παρά τη μόνιμη επιδίωξή του να διατηρεί την ευελιξία κατά την κάθοδο των Μυρίων, ρητώς επιτρέπει τη σύλληψη παιδιών ή ωραίων γυναικών από σφοδρή ερωτική επιθυμία. Ομοίως, τη στρατιά του Αλεξάνδρου συνακολουθούσαν οι πάσης φύσεως ερωτικοί σύντροφοι των στρατιωτικών: σύζυγοι, αιχμάλωτες γυναίκες και παλλακίδες. Με τις αυτές τις γυναίκες οι στρατιωτικοί αναπόφευκτα έκαναν παιδιά, που κι αυτά συνακολουθούσαν τη στρατιά. Κάποια από αυτά είχαν γεννηθεί από αιχμάλωτες γυναίκες, με τις οποίες οι στρατιωτικοί διατηρούσαν δεσμό πιο μόνιμο, μάλλον παράνομο (αφού οι περισσότεροι είχαν συζύγους στην Ελλάδα) και οπωσδήποτε μη αναγνωριζόμενο από το δίκαιο κανενός ελληνικού κράτους. Παρά ταύτα ο Αλέξανδρος τους αντάμειψε, επειδή βοήθησαν με αυτόν τον τρόπο στον εξελληνισμό της Ασίας, αλλά δεν επέτρεψε στα παιδιά αυτά να ακολουθήσουν τους επαναπατριζόμενους πατεράδες τους. Είναι αξιοσημείωτο ότι τα συνακολουθούντα γυναικόπαιδα υπέστησαν τις μεγαλύτερες απώλειες στην έρημο της Γεδρωσίας.
Αιχμάλωτοι: Ανεξάρτητα από τους λόγους, που οδηγούσαν στη σύλληψή τους, οι αιχμάλωτοι ήταν ένα σημαντικό σε αριθμό τμήμα των συνακολουθούντων. Επειδή δε πολλοί ανήκαν στο μάχιμο δυναμικό του αντιπάλου, η αυξημένη ανάγκη φρούρησής τους στερούσε έναν υπολογίσιμο αριθμό δυνάμεων από την πρώτη γραμμή. Πριν τη μάχη των Γαυγαμήλων η στρατιά του Αλεξάνδρου διέθετε μεγάλο αριθμό αιχμαλώτων, ανάμεσα στους οποίους ήταν πολλές ευγενείς Περσίδες, και οι Πέρσες αποπειράθηκαν να τους ελευθερώσουν, για να διασπάσουν τη συνοχή της μακεδονικής παράταξης.
Όμηροι: Ο αριθμός των ομήρων ήταν μικρότερος εκείνου των αιχμαλώτων, διότι εκρατούντο για διαφορετικούς λόγους, και δεν δημιουργούσαν τόσο έντονα προβλήματα.
Όλες οι παραπάνω κατηγορίες αποτελούσαν τμήματα της στρατιάς, η οποία είχε την ευθύνη επιτήρησης και προστασίας τους. Κάποιοι άλλοι συνακολουθούντες δεν αποτελούσαν τμήμα της στρατιάς, η οποία δεν ήταν υποχρεωτικά επιφορτισμένη με τη φροντίδα τους. Αυτοί ήταν κυρίως οι εξής:
Επιχειρηματίες: Επειδή οι πόλεμοι ανέκαθεν αποτελούσαν ευκαιρίες πλουτισμού για τους τυχοδιώκτες, δεν ήταν δυνατόν να αγνοήσουν τις προοπτικές, που τους άνοιγε κι αυτή η εκστρατεία. Η τυχοδιωκτική διάθεση ώθησε πολλούς να εγκαταλείψουν τα παράλια της Μεσογείου και να ακολουθήσουν τη στρατιά του Αλεξάνδρου, αδιαφορώντας για τις αλλεπάλληλες και σκληρές μάχες. Ρητώς αναφέρονται οι ικανότεροι έμποροι όλων των εποχών, οι Φοίνικες, που ακόμη και στην έρημο της Γεδρωσίας συνέλεγαν εμπορεύματα.
Εκτός από αυτούς υπήρχαν και άλλοι επιχειρηματίες δραστηριοποιούμενοι στις εξαιρετικά αποδοτικές τραπεζικές και παρατραπεζικές εργασίες. Οι στρατιώτες του Αλεξάνδρου, παρά τον αμύθητο πλούτο, που λεηλάτησαν, και τις γενναιόδωρες αμοιβές και δωρεές του ηγέτη τους, λίγο πριν την αποστρατεία τους βρέθηκαν καταχρεωμένοι. Εντούτοις οι τραπεζίτες, όπως συμβαίνει συνήθως, δεν βγήκαν χαμένοι, διότι τα χρέη των στρατιωτών καλύφθηκαν από το βασιλικό θησαυροφυλάκιο.
Τελευταίους πρέπει να αναφέρουμε και τους πιο ποταπούς μεν, περιζήτητους δε επιχειρηματίες, τους πορνοβοσκούς. Σε όλους τους αρχαίους ελληνικούς στρατούς καταγράφεται ένα πλήθος από εταίρες, πόρνες, αγόρια για τους παιδεραστές και ωραίους νεανίες, τόσο για τους ομοφυλόφιλους όσο και για τους αμφετεροφυλόφιλους. Όλοι αυτοί όχι μόνο δεν έλειψαν από την εκστρατεία του Αλεξάνδρου, αλλά κάποιοι αξιωματούχοι θέλησαν να του δωρίσουν κάποιους από τα εμπορεύματα αυτών των επιχειρηματιών.
Καλλιτέχνες (Πλούταρχος, Αλέξανδρος, 72.3, Αλεξάνδρου Τύχη Β.334.D-F): Ένα πλήθος από αθλητές, αυλητές, αυλητρίδες, κιθαρωδούς, αοιδούς, ορχηστρίδες και ηθοποιούς προσέφεραν ζωντανά στους αρχαίους στρατιώτες τη διασκέδαση, που οι σημερινοί στρατιώτες απολαμβάνουν, είτε ζωντανά είτε μέσω συστημάτων αναπαραγωγής ήχου και εικόνας. Το ανάλογο του 7ου Επιτελικού Γραφείου στη στρατιά του Αλεξάνδρου διοργάνωσε πλήθος αθλητικών, μουσικών και θεατρικών αγώνων σε όλη την εκστρατεία, με κορυφαίες διοργανώσεις εκείνες στη Μακεδονία, στην Αίγυπτο, στην Τύρο και τους επιτάφιους αγώνες για τον Ηφαιστίωνα και τον Αλέξανδρο.
http://www.alexanderofmacedon.info/greek/A1gr.htm
ΤΑ ΤΜΗΜΑΤΑ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗΣ
Διοικητική Μέριμνα
(Ηρόδοτος Γ.4, 6, 9, 25, Ζ.1, 20, 23, 25, 50, 119, Η.108, 115, Θουκυδίδης Β.79, Ξενοφών Κύρου Ανάβασις Α.ΙΙΙ.11, Α.V.5-6, Α.Χ.19, Β.VΙ.8, Ζ.Ι.35, Ιππαρχικός 6.2.77, Αρριανός Α.5, Γ.6, 20, Δ.21, ΣΤ.27, Ινδική 26, Διόδωρος ΙΣΤ.44.5, ΙΣΤ.41, ΙΖ.27.6, 49.3-6, 65.2-3, 95.4-κε, Πλούταρχος, Αλέξανδρος 68.7, Ιώσηπος ΙΑ.317, 321, Στρατιωτικός Κανονισμός 210-1: Διοικητική Μέριμνα, Η Διοικητική Μέριμνα στην Εκστρατεία, Α.2.2.β)
Ως Διοικητική Μέριμνα ορίζεται η τεχνική της σχεδίασης και διεξαγωγής των κινήσεων και της συντήρησης των Δυνάμεων. Με την πιο περιεκτική της έννοια είναι ο τομέας των στρατιωτικών Επιχειρήσεων, που έχει σχέση με:
την απόκτηση, αποθήκευση, μετακίνηση, διανομή, συντήρηση και εκκένωση του υλικού
τη μετακίνηση, διακομιδή και υγειονομική περίθαλψη του προσωπικού
την απόκτηση ή κατασκευή, συντήρηση, λειτουργία και διάθεση των εγκαταστάσεων
την απόκτηση ή παροχή υπηρεσιών
Η διοικητική μέριμνα είναι βασική προϋπόθεση διεξαγωγής του πολέμου και βασικός παράγοντας για την επιτυχία μίας επιχειρήσεως και επιδρά αποφασιστικά στο ηθικό και τη μαχητική αξία του στρατεύματος. Κανένα επιχειρησιακό σχέδιο δεν μπορεί να υλοποιηθεί, αν προηγουμένως δεν κριθεί ως εφαρμόσιμο από τη διοικητική μέριμνα. Ο χρόνος έναρξης, η διάρκεια, η έκταση και το βάθος μίας επιχειρήσεως εξαρτώνται από τη δυνατότητα της διοικητικής μέριμνας να την υποστηρίξει. Από την αρχική σύλληψη μίας πρέπει να υπάρχει διαρκής συσχέτιση μεταξύ των προθέσεων και των δυνατοτήτων της διοικητικής μέριμνας.
Στην αρχαιότητα το σημαντικότερο πρόβλημα της διοικητικής μέριμνας ήταν τα τρόφιμα, που περιελάμβαναν κυρίως αλεσμένα δημητριακά και δευτερευόντως παστά κρέατα, διότι το κρέας είναι θρεπτικό, ενώ τα δημητριακά είναι ταυτόχρονα θρεπτικά και χορταστικά. Η μεγάλη σημασία, που έδιναν οι αρχαίοι στα δημητριακά φαίνεται σε πάρα πολλά σημεία. Ο Όμηρος συγκεκριμένα αναφέρει τα άλφιτα ως «μυελό ανδρών», ο Ξενοφών καταγράφει ως ενδεικτικό της ελλειπούς διατροφής των Μυρίων ότι «οι άντρες τρέφονταν μόνο με κρέατα» και ο Νέαρχος επίσης ως ένδειξη ελλειπούς διατροφής αναφέρει ότι το περισσότερο σιτάρι του στόλου είχε εξαντληθεί κι στις ακτές των Ιχθυοφάγων δεν βρήκαν καθόλου. Εκτός από τρόφιμα η διοικητική μέριμνα έπρεπε να εξασφαλίζει νερό και κρασί ή τοπικά οινοπνευματώδη ποτά για το προσωπικό, νομή και νερό για τα κτήνη, σκηνές, καυσόξυλα, ιατροφαρμακευτικό υλικό, ίππους, υποζύγια κτήνη, πανοπλίες, βέλη, πεσσούς, ξυλεία για τις διάφορες κατασκευές, ανταλλακτικά για τις μηχανές και τα σκευοφόρα καθώς και σφάγια (ἱερεῖα) για τις θυσίες. Επίσης ήταν επιφορτισμένη με τη νοσηλεία προσωπικού και κτηνών, το χειρισμό και μεταφορά αιχμαλώτων, καθώς και τη διακομιδή και ταφή των νεκρών.
Στους σύγχρονους στρατούς οι υπηρεσίες διοικητικής μέριμνας παρέχονται από τα Σώματα, είτε αυτά διαθέτουν μονάδες εκστρατεία (Τεχνικό, Εφοδιασμού και Μεταφορών, Υλικού Πολέμου, Υγειονομικό) είτε όχι (Οικονομικό, Γεωγραφικό, Ελεγκτικό, Ταχυδρομικό, Μουσικό). Στους αρχαίους ελληνικούς στρατούς τα δύο κορυφαία Σώματα, το Εφοδιασμού και Μεταφορών και το Υλικού Πολέμου, φαίνεται ότι δεν υπήρχαν αυτόνομα και το έργο τους βάρυνε τις μάχιμες μονάδες. Στον περιορισμένο γεωγραφικό χώρο των ελληνικών κρατών οι επιμέρους διοικητές ήταν επιφορτισμένοι με την εξασφάλιση στις μονάδες τους των απαραίτητων εφοδίων. Στη διάρκεια μακρυνών εκστρατειών η ευθύνη αυτή ανετίθετο σε κάποια τμήματα, που έπρεπε να εξασφαλίσουν συγκεκριμένη ποσότητα εφοδίων για ολόκληρη τη στρατιά.
Εννοείται ότι τα σημαντικότερα εφόδια ήταν ανέκαθεν τα τρόφιμα και το νερό. Αν λείπουν αυτά, κανένας στρατός δεν μπορεί να είναι αποτελεσματικός εκτός από την περίπτωση, που αμύνεται πολιορκούμενος. Δεν έχει καταγραφεί, ούτε θα μπορούσε να καταγραφεί στην παγκόσμια ιστορία περίπτωση τακτικού στρατού, που εισέβαλε και προέλασε με επιτυχία σε εχθρικό έδαφος, ενώ αντιμετώπιζε προβλήματα στη διοικητική του μέριμνα. Ο λόγος είναι ότι η διακοπή της διοικητικής μέριμνας είναι στην πραγματικότητα διακοπή της επικοινωνίας με τα μετόπισθεν και ο προελαύνων στρατός βρίσκεται αποκομμένος και εγκλωβισμένος σε εχθρικό περιβάλλον. Σε κάποιες περιπτώσεις που ο Αλέξανδρος προέλασε αντιμετωπίζοντας προβλήματα στον εφοδιασμό, δεν παρέβη αυτόν το γενικό κανόνα, διότι επρόκειτο για επιχειρήσεις επείγουσες, μικρής χρονικής διάρκειας, οι οποίες διεξήχθησαν από τα πιο επίλεκτα και σκληραγωγημένα τμήματα του μακεδονικού κυρίως στρατού.
Η αρχική στρατιά του Αλεξάνδρου αριθμούσε 37.100 μάχιμους, αλλά είναι παρακινδυνευμένοι οι υπολογισμοί για το τελικό σύνολο της στρατιάς συμπεριλαμβανομένων και των συνακολουθούντων. Εντούτοις δεν είναι υπερβολή να το εκτιμήσουμε σε 60.000 άτομα (δηλαδή, αναλογία συνόλου:μάχιμους = 1,6:1). Φυσικά η διοικητική μέριμνα έπρεπε να συνυπολογίσει τους 6-7.000 πολεμικούς ίππους των 5.100 ιππέων και τον άγνωστο αριθμό μεταφορικών και υποζυγίων κτηνών. Ο περσικός στρατός διέθετε περισσότερους μάχιμους και ακόμη περισσότερους συνακολουθούντες και μεταφορικά κτήνη. Δηλαδή, οι αρχαίοι στρατοί ισοδυναμούσαν με κινούμενες πόλεις, οι οποίες έθεταν σε κίνδυνο την ευημερία ή ακόμη και την επιβίωση των περιοχών που προσέγγιζαν. Κυρίως όμως διεξήγαν έναν καθημερινό αγώνα για τη δική τους επιβίωση και όλοι οι αρχαίοι συγγραφείς τονίζουν τη σημασία της διοικητικής μέριμνας, δηλαδή της επαρκούς ροής εφοδίων. Ο Ξενοφών δηλώνει απερίφραστα ότι, «χωρίς τα απαραίτητα εφόδια δεν έχει καμία αξία ούτε ο στρατηγός ούτε ο στρατιώτης», ο Θουκυδίδης ξεκαθαρίζει ότι κάποιες επιχειρήσεις άρχισαν, «όταν το σιτάρι ήταν ώριμο», ενώ ο Ηρόδοτος μας δίνει πολλά στοιχεία για τη συγκέντρωση εφοδίων από τους Πέρσες, προκειμένου να υποστηρίξουν τη στρατιά τους που θα εισέβαλλε στην Ελλάδα.
Επειδή η μεταφορά των εφοδίων στη ξηρά γινόταν με υποζύγια, τα οποία αναγκαστικά κατανάλωναν μέρος του φορτίου τους, υπήρχε ένας περιορισμός στη μεταφορική τους ικανότητα. Ανεξαρτήτως του μεγέθους του στρατού και του αριθμού των υποζυγίων, η μέγιστη μεταφορική ικανότητα όλων των αρχαίων στρατών περιοριζόταν σε τρόφιμα για 14 ημέρες και νερό για 4 ημέρες. Αυτό υποχρέωνε τους μετακινούμενους στρατούς να επιλέγουν πολύ προσεκτικά την εποχή του χρόνου για τη διεξαγωγή των επιχειρήσεων και τα δρομολόγιά τους, ώστε είτε να εξευρίσκουν τα απαραίτητα εφόδια από επαρκείς πηγές κατά μήκος του δρομολογίου τους, είτε να κινούνται κοντά σε θάλασσες και ποτάμια, για να εφοδιάζονται από το ναυτικό, που είχε πολύ μεγαλύτερη μεταφορική ικανότητα.
Στην αχανή ηπειρωτική τους επικράτεια οι Πέρσες διατηρούσαν ένα εκτεταμένο δίκτυο αποθηκών για τις ανάγκες ενδεχόμενου πολέμου, ενώ πριν την εισβολή τους στην Ελλάδα γνωρίζουμε ότι έκαναν σχολαστικότατη προπαρασκευή. Επί πολλά χρόνια συγκέντρωναν τεράστιες ποσότητες τροφίμων από όλη την Ασία και τα προωθούσαν σε αποθήκες μέχρι τη Μακεδονία, που τότε αποτελούσε το νοτιότερο τμήμα της ευρωπαϊκής τους σατραπείας. Επιπλέον, αρκετούς μήνες πριν τη διέλευση της περσικής στρατιάς είχαν δεσμεύσει τη ζωική παραγωγή των υποτελών περιοχών και οι κάτοικοί τους άλεθαν τα δημητριακά, που διέθεταν για δική τους χρήση, προκειμένου να τα παραδώσουν στις στρατιωτικές αποθήκες έτοιμα προς χρήση. Εν τούτοις, όταν νικήθηκαν και άρχισαν την υποχώρηση, αντιμετώπισαν οξύτατο επισιτιστικό πρόβλημα, που προκάλεσε λιμό και θανατηφόρα δυσεντερία στο περσικό στράτευμα, διότι ο αθηναϊκός στόλος τους αφαίρεσε την κυριαρχία στο Αιγαίο και τους διέκοψε τη δια θαλάσσης μεταφορά εφοδίων.
Ανάλογο σύστημα εφοδιασμού εφάρμοζε κι ο Αλέξανδρος. Πριν προελάσει σε μία νέα περιοχή, εξασφάλιζε έναντι ανταλλαγμάτων προς τους τοπικούς άρχοντες την τροφοδοσία της στρατιάς του και, όπου αυτό ήταν αδύνατο, αντιπαρερχόταν το πρόβλημα με κατά περίπτωσιν ενέργειες. Αν η περιοχή διέκειτο εχθρικά, εξασφάλιζε τον ανεφοδιασμό του με λεηλασίες. Αν η περιοχή δεν είχε επαρκή γεωργική παραγωγή, είτε τα τρόφιμα είχαν καταναλωθεί από τον περσικό στρατό, την παρέκαμπτε ή χώριζε τη στρατιά του σε μικρότερα τμήματα, που μπορούσαν να συντηρηθούν με τα περιορισμένα εφόδια της περιοχής. Όταν έπρεπε να διαχειμάσει ή να αναπαύσει τη στρατιά του, επέλεγε τις περιοχές με τη μέγιστη δυνατή επάρκεια εφοδίων.
Η διατήρηση επαρκών υπηρεσιών διοικητικής μέριμνας είναι πάντοτε το δεύτερο μέτωπο κάθε πολέμου, εξίσου σημαντικό με το κυρίως θέατρο των επιχειρήσεων. Ο Κύρος ο νεώτερος, που δεν αντιμετώπισε προφανή προβλήματα κατά την προέλασή του εναντίον του αδελφού του και Μεγάλου Βασιλέα, πριν φτάσει στις Πύλες της Βαβυλώνας λόγω έλλειψης τροφίμων είχε χάσει τα περισσότερα από τα υποζύγιά του και συνεπώς τη μεταφορική ικανότητα του στρατού του. Ο Αλέξανδρος ποτέ δεν υποτίμησε τη σημασία αυτού του μετώπου και πάντοτε τιμωρούσε, όσους αποτύγχαναν στην οργάνωση της διοικητικής μέριμνας πριν από κάθε νέα προέλαση. Είναι σημαντικό να επισημάνουμε ότι λόγω των μικρών αποστάσεων στην Ελλάδα δεν προέκυπταν σοβαρά προβλήματα στη διοικητική μέριμνα των εμπολέμων και γι’ αυτό δεν υπήρχε η παιδεία σε κανέναν ελληνικό στρατό για την υποστήριξη μιάς εκστρατείας τόσο μακρινής και τόσο μακρυά από τη θάλασσα. Παρά ταύτα ο Αλέξανδρος και ο Αντίπατρος διατήρησαν τις υπηρεσίες διοικητικής μέριμνας σε ύψιστη αποτελεσματικότητα, όπως αποδεικνύεται από την άφιξη στο βόρειο Πακιστάν 30.000 πεζών και σχεδόν 6.000 ιππέων από την Ελλάδα με τους στρατηγούς τους (δύναμης ίσης με την αρχική στρατιά), μεταφέροντας μαζί τους πολεμικό υλικό (25.000 εξαιρετικές πανοπλίες) και 100 τάλαντα (2.660 τόνους) ιατροφαρμακευτικό υλικό. Η σημασία της διοικητικής μέριμνας αποδεικνύεται πέραν πάσης αμφιβολίας και στην περίπτωση του Αλεξάνδρου, που όταν βρέθηκε αποκομμένος στο αφιλόξενο περιβάλλον της Γεδρωσίας, απώλεσε τα 3/4 του στρατεύματός του. Εκεί σημείωσε τη μεγαλύτερη απώλεια προσωπικού όλης της εκστρατείας και μάλιστα μακρυά από τα πεδία των μαχών.
Σκευοφόρα
(Ξενοφών Κύρου Ανάβασις Α.VΙΙ.20, Γ.ΙΙ.27-28, Δ.Ι.12, Αρριανός Α.5, 24, Γ.12, 19, ΣΤ.27, Ζ.9, Διόδωρος ΙΗ.20.6, Πλούταρχος Αλέξανδρος 37.4)
Για να διατηρηθεί σε λειτουργία η στρατιά, έπρεπε να μεταφέρει μαζί της κατά πρώτο λόγο τα εφόδια μάχης και κατά δεύτερο λόγο όλα τα αναγκαία εφόδια διοικητικής μέριμνας. Δεν αναφερόμαστε στα αντίστοιχα εφόδια του ναυτικού (ανταλλακτικά κουπιά, ιστία κλπ), διότι η μεταφορά τους παρουσίαζε πολύ λιγότερες δυσκολίες και όπως ήταν φυσικό απασχολούσε το στόλο. Τα εφόδια μάχης λοιπόν περιελάμβαναν εφεδρικά κράνη, ασπίδες, ξίφη, κοπίδες, θώρακες, θωράκιση και εξοπλισμό ίππων, βέλη, πεσσούς σφενδόνης και τα ανταλλακτικά τους, τα οποία δεν μπορούσαν να εξευρεθούν επί τόπου, αφού αποτελούσαν την ειδοποιό διαφορά μεταξύ ελληνικού και βαρβαρικού οπλισμού.
Τα εφόδια συντήρησης, που συγκεντρώνονταν και επωλούντο στην «αγορά του στρατοπέδου», περιελάμβαναν τροφή και αλκοολούχα ποτά, νερό για προσωπικό και κτήνη, νομή για τους ίππους και τα υποζύγια (κυρίως στις χειμερινές μετακινήσεις), καυσόξυλα, φούρνους για ψωμί και παξιμάδια, κινητά μαγειρεία, κινητά ιατρεία, κλινοσκεπάσματα, σκηνές, πασαλάκια για τις σκηνές, θερινή και χειμερινή ένδυση. Επίσης περιελάμβαναν ανταλλακτικά για τις άμαξες, τα άρματα και τις μηχανές, υλικά για γέφυρες, ξυλεία για τους χάρακες (φράχτες) των στρατοπέδων και τις υπονομεύσεις τειχών, πτυοσκάπανα, δέρματα για τις σκηνές, για τις ασκοσχεδίες και για την προστασία του προσωπικού των μηχανών.
Η μεταφορά όλων αυτών των εφοδίων γινόταν με τα σκευοφόρα, όρος με τον οποίο νοούνται τα μεταφορικά μέσα και κτήνη της στρατιάς, αν και μερικές φορές περιλαμβάνονται και οι συνακολουθούντες. Εννοείται ότι σκευοφόρα δεν υπήρχαν μόνο στον κορμό της κυρίως στρατιάς, αλλά και στα μετώπισθεν, για να καλύπτουν τις ανάγκες των τοπικών φρουρών και τις πάσης φύσεως μετακινήσεις στρατιωτικών τμημάτων μακρυά από το μέτωπο. Επίσης με τα σκευοφόρα γινόταν η μεταφορά του οπλισμού των στρατιωτών, των τραυματιών, των οικείων των στρατιωτών και όλων των συνακολουθούντων, καθώς και της οικοσκευής (ατομικά είδη και λάφυρα), την οποία μετέφερε κάθε στρατιώτης ή είχε εμπιστευθεί τη φύλαξή της στη στρατιωτική διοίκηση.
Τα μεταφορικά κτήνη ήταν ίπποι, ημίονοι, όνοι και (στην ασιατική ενδοχώρα) καμήλες. Τα βόδια δεν φαίνεται να χρησιμοποιήθηκαν τουλάχιστον στις μεταφορές του μετώπου, λόγω της χαρακτηριστικά μικρής τους ταχύτητας. Τα ίδια κτήνη, εκτός από τις καμήλες, χρησιμοποιήθηκαν και ως υποζύγια για την έλξη αμαξών, που ήταν το κύριο μεταφορικό μέσο. Με τις άμαξες αυτές γινόταν η μεταφορά τροφίμων, που λεηλατούνταν στις εχθρικές περιοχές ή προσφέρονταν από φίλους και συμμάχους.
Ανάλογα με τη δύναμη κάθε τμήματος (π.χ. εκατοστύος, λόχου και ίλης) και συνεπώς των μεταφορικών αναγκών της προβλεπόταν και συγκεκριμένος αριθμός υποζυγίων. Ο βέλτιστος αριθμός σκευοφόρων για κάθε τμήμα προέκυπτε από τις μεταφορικές ανάγκες του και περιοριζόταν από μία σειρά μεταβλητών και τις παραμέτρους τους. Συγκεκριμένα, τα σκευοφόρα απαιτούσαν προσωπικό, για να τα οδηγεί, και όλα τα εφόδια συντήρησης, που χρειαζόταν το προσωπικό και τα κτήνη των μάχιμων τμημάτων. Δηλαδή, ένα μέρος του φορτίου τους προοριζόταν για τη δική τους υποστήριξη και όχι του τμήματος, που υποστήριζαν. Επιπλέον, ένα μέρος του μάχιμου δυναμικού απεσπάτο από την πρώτη γραμμή και ανελάμβανε τη φύλαξη των σκευοφόρων. Πέραν του βέλτιστου αριθμού, η προσθήκη κάθε νέου σκευοφόρου είχε αρνητική οριακή χρησιμότητα, αύξανε τις ανάγκες υποστήριξης του συγκεκριμένου τμήματος και μείωνε την ταχύτητά του.
Η ταχύτητα κίνησης των σκευοφόρων ήταν επίσης συνάρτηση του είδους των υποζυγίων, με κατά σειρά ταχύτερα υποζύγια τους ίππους, τους ημίονους και τους όνους. Τον πρώτο χειμώνα της εκστρατείας, το 333-334 π.Χ., ο Παρμενίων πήρε τις ιππάμαξες ως σκευοφόρα στις επιχειρήσεις της Μεγάλης Φρυγίας, προφανώς για να κινείται με μεγαλύτερη ταχύτητα στα παγωμένα οροπέδια της κεντρο-νότιας Τουρκίας.
Στην εκστρατεία του Αλεξάνδρου τα σκευοφόρα αναφέρονται για πρώτη φορά κατά τις επιχειρήσεις στην Ιλλυρία, όταν ο Φιλώτας εστάλη να λεηλατήσει τρόφιμα για όλη τη στρατιά. Από την πληροφορία ότι για τη μεταφορά του θησαυρού της Περσέπολης στα Εκβάτανα χρειάσθηκαν 10.000 άμαξες συρόμενες από ένα ζεύγος ημιόνων η κάθε μία και 5.000 καμήλες μπορούμε να πάρουμε μία ιδέα του συνολικού αριθμού των σκευοφόρων, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν και διατήρησαν ανοικτή την οδό ανεφοδιασμού του Αλεξάνδρου από την Ελλάδα, όσο βαθειά στην Ασία κι αν επιχειρούσε.
Μηχανικοί & Τεχνίτες
(Ξενοφών Κύρου Ανάβασις Α.ΙΙ.5, Β.ΙΙΙ.10, Γ.V.8-13, Αρριανός Α.20, 26, Δ.29-30, Πλούταρχος Αλέξανδρος 17.8, Διόδωρος ΙΖ.95.5)
Χωρίς αμφιβολία το Μηχανικό υπήρξε ανέκαθεν το δεύτερο σημαντικότερο Τμήμα Υποστήριξης και ήταν εντελώς απαραίτητο σε μία εκστρατεία σαν αυτήν του Αλεξάνδρου. Ο πεζός στρατιώτης σταματά την προέλαση μόνο μπροστά σε γκρεμό ή μεγάλο υδάτινο κώλυμα, όμως τα κτήνη και κυρίως τα σκευοφόρα απαιτούν πολύ καλύτερα δρομολόγια. Στους μηχανικούς του λοιπόν οφείλει ο Αλέξανδρος την ταχεία διευθέτηση των δρομολογίων και την επιτυχή εξουδετέρωση των κωλυμάτων. Οι εργασίες, στις οποίες διέπρεψε το μηχανικό, όπως αυτές καταγράφονται στις αρχαίες πηγές, είναι οι εξής:
Οδοποιία: δεν αναφέρονται πολλές εργασίες οδοποιίας, αλλά είναι αυτονόητο ότι η συχνότερη αποστολή του μηχανικού ήταν η διευθέτηση δρομολογίων.
Επιχωμάτωση: ήταν πάγια διαδικασία κατά τις πολιορκίες, προκειμένου να δημιουργηθεί πρόσβαση στα τείχη. Αφορούσε συνήθως στην επιχωμάτωση τμήματος τάφρου (όπως στην Αλικαρνασσό) ή στη δημιουργία αναχώματος, όταν τα τείχη ήταν χτισμένα σε ύψωμα (όπως στη Γάζα). Το μηχανικό του Αλεξάνδρου έκανε δύο μνημειώδεις επιχωματώσεις, την πρώτη στην Τύρο, όπου ένωσε το νησί με την ακτή, και τη δεύτερη στο φαράγγι της Αόρνου Πέτρας, που οδήγησε στην αμαχητί παράδοση του δυσπρόσιτου οχυρού.
Υπονομεύσεις: Η τεχνική της υπόσκαψης των τειχών ήταν τόσο συνηθισμένη, ώστε προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι υπήρχαν ικανοί μηχανικοί ορυγμάτων. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι κανείς αρχαίος συγγραφέας δεν αναφέρει ότι οι αντίπαλοι του Αλεξάνδρου χρησιμοποίησαν επιτυχώς τη διάνοιξη υπονόμου ως πολιορκητικό αντίμετρο.
Γεφυροποιία: η στρατιά του Αλεξάνδρου πέρασε τα περισσότερα ποτάμια και διώρυγες, που συνάντησε, με τις υπάρχουσες γέφυρες, άλλοτε σταθερές (ξύλινες ή πέτρινες) και άλλοτε πλωτές (πάνω σε πλοία). Τα μεγαλύτερα ποτάμια και ειδικά εκείνα της Πενταποταμίας δεν διευκρινίζεται με τι είδους γέφυρες τα πέρασε, αλλά φαίνεται λογικότερο να ήταν γέφυρες επί πλοίων. Αν και δεν αναφέρεται τίποτα σχετικό, πρέπει να θεωρούμε ως δεδομένο ότι μικρότερα πεζά τμήματα πέρασαν από τάφρους και διώρυγες χρησιμοποιώντας αυτοσχέδιες γέφυρες από κορμούς δένδρων ή φοινίκων.
Ασκοσχεδίες & Ασκογέφυρες: ήταν ένας εκπληκτικός νεωτερισμός για τον ελληνικό κόσμο, όπου δεν υπάρχουν αξιόλογα υδάτινα κωλύματα, αλλά μία πανάρχαια μέθοδος των λαών της Μεσοποταμίας. Η πρώτη αναλυτική περιγραφή αυτής της μεθόδου δίνεται από τον Ξενοφώντα, που την πληροφορήθηκε προσωπικά κατά την Κάθοδο των Μυρίων. Για την κατασκευή τους φούσκωναν ασκούς από δέρματα ζώων (προβάτων, αιγών, βοδιών και όνων), ο καθένας από τους οποίους άντεχε το βάρος δύο ανδρών χωρίς να βυθίζεται. Τους συνέδεαν μεταξύ τους και τους ακινητοποιούσαν στην επιφάνεια του νερού με πέτρες, τις οποίες πόντιζαν σαν άγκυρες. Πάνω στην επιφάνεια, που σχηματιζόταν, έρριχναν χαμόκλαδα και χώμα, τα οποία χρησίμευαν στο να μη γλιστράνε πάνω στους ασκούς οι άνθρωποι και τα κτήνη. Ενδεικτικά μας λέει ότι για τη γεφύρωση του Τίγρη χρειάζονταν 2.000 ασκοί. Την τεχνική αυτή γνώριζε ο Αλέξανδρος, πριν φτάσει στην Ασία, και τη χρησιμοποίησε για πρώτη φορά κατά τη διάβαση του Ίστρου (Δούναβη). Πρέπει να θεωρήσουμε ως δεδομένο ότι η γνώση αυτή προερχόταν από τον Ξενοφώντα και ότι είχε ενσωματωθεί στα γνωστικά αντικείμενα της Βασιλικής Στρατιωτικής Ακαδημίας της Μακεδονίας. Ασκοσχεδίες χρησιμοποιήθηκαν ακόμη στη διάβαση του Ώξου (Αμού Ντάρια) και του Υδάσπη (Τζέλουμ). Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις οι ασκοί δημιουργήθηκαν με τη συρραφή των δερμάτων, που χρησιμοποιούσαν οι στρατιώτες στα αντίσκηνα, και τους γέμισαν με ξερά χόρτα.
Ανάγλυφο από το ΒΔ ανάκτορο του Ασουρνασιρπάλ Β΄, 833-859 π.Χ. Μάλλον απεικονίζει περιστατικό, που συνέβη σε εκστρατεία των Ασσυρίων το 878 π.Χ. Οι διωκόμενοι αντίπαλοί τους διασχίζουν κολυμπώντας τον Ευφράτη. Χρησιμοποιούν ασκούς ως σωσίβια.
Μεταφορά πλοίων: αυτός ο άθλος του Μηχανικού του Αλεξάνδρου παραμένει εντυπωσιακός ως τις μέρες μας. Την άνοιξη του 326 π.Χ. αποσυναρμολόγησε έναν άγνωστο αριθμό πλοίων και τα μετέφερε από τον Ινδό στον Υδάσπη. Επίσης το 323 το Μηχανικό αποσυναρμολόγησε πάλι και μετέφερε πάνω από 45 φοινικικά πλοία από τις ακτές της Μεσογείου ως τη Θάψακο, όπου τα επανασυναρμολόγησε. Ακόμη και σήμερα, παρά τα πιο προηγμένα μεταφορικά μέσα, η μεταφορά τέτοιων σκαφών σε τόση απόσταση αποτελεί μία γιγαντιαία επιχείρηση, η εκτέλεση της οποίας δεν είναι ούτε συνηθισμένη ούτε εύκολη. Από τον άθλο αυτό μπορούμε να σχηματίσουμε μία πολύ καλή εικόνα των μέσων, των δυνατοτήτων και της αποτελεσματικότητας του Μηχανικού του Αλεξάνδρου.
Στο Τεχνικό Σώμα οφείλει ο Αλέξανδρος τη συντήρηση των μέσων μεταφοράς, την κατασκευή των πολεμικών μηχανών στους μεγάλους αριθμούς, που του εξασφάλισαν την εκπόρθηση όσων πόλεων αντιστάθηκαν, και τη ναυπήγηση των στόλων, με τους οποίους εξασφάλισε την κυριαρχία στο σύνολο των υδάτινων οδών του αρχαίου κόσμου. Το σημαντικότερο επίτευγμα των Τεχνητών ήταν αναμφίβολα η ναυπήγηση των διάφορων στόλων.
Τα πλοία ήταν απαραίτητα για την ταχύτερη και ευκολότερη μεταφορά προσωπικού και εφοδίων, καθώς και για την εξασφάλιση των υδατίνων οδών. Γι’ αυτό, όπου εύρισκαν κατάλληλα δένδρα, τα υλοτομούσαν και ναυπηγούσαν πλοία. Οι σημαντικότερες ναυπηγήσεις έγιναν στην Ασσυρία, στον ποταμό Ινδό και κυρίως στον Ακεσίνη, όπου φέρεται να κατασκευάσθηκαν περί τα 1.000 πλοία.
Τέλος πρέπει να σημειώσουμε ότι οι Μηχανικοί και οι Τεχνίτες ήταν μεν εξειδικευμένοι, αλλά δεν επαρκούσαν για την υλοποίηση των μεγάλης κλίμακας έργων, που αποφάσιζε ο Αλέξανδρος. Έτσι, τα εργατικά χέρια προέρχονταν (όπως και σήμερα) από το Πεζικό.
Υγειονομικό
(Αινείας Τακτικός Πολιορκητικά 16.15, Αρριανός Δ.16, ΣΤ.11, 25, Πλούταρχος Αλέξανδρος 72.2, Διόδωρος ΙΖ.95.4-κε)
Η υγειονομική περίθαλψη ήταν αναγκαία όχι μόνο για τους τραυματίες των μαχών, αλλά και για τους τραυματίες από ατυχήματα και τους νοσούντες από ασθένειες. Από τη στιγμή μάλιστα, που η στρατιά άφησε τα μεσογειακά παράλια και μπήκε στην ενδοχώρα της Ασίας, βρέθηκε σε άγνωστες για τον οργανισμό τους κλιματολογικές συνθήκες. Ο Αλέξανδρος πολύ συχνά έκανε πορείες τόσο σύντονες, ώστε οι άνδρες έφταναν στα όρια της κατάρρευσης και πολλοί ίπποι πέθαιναν από την εξάντληση. Κάτω από τέτοιες συνθήκες είναι ασφαλώς αστείο να μιλάμε για κανόνες υγιεινής και ρητώς αναφέρεται ότι ολόκληρη η στρατιά αναγκάσθηκε κάποτε να διακόψει την καταδίωξη εχθρών λόγω διάρροιας, που προκάλεσε το νερό της περιοχής. Αν σ’ αυτά προστεθούν και οι διαφορετικές διατροφικές δυνατότητες κάθε περιοχής και κυρίως η ασύλληπτη κραιπάλη, επώνυμο θύμα της οποίας ήταν ο Ηφαιστίων, γίνεται σαφές ότι οι ανάγκες για ιατρικές υπηρεσίες δεν ήταν καθόλου μικρές έξω από τα πεδία των μαχών.
Από τις πληροφορίες, που μας παρέχουν οι αρχαίες πηγές, βλέπουμε ότι το Υγειονομικό Σώμα της στρατιάς του Αλεξάνδρου δεν λειτουργούσε διαφορετικά από τα σύγχρονα. Ειδικά μετά από μάχες τεκμαίρουμε ότι η περίθαλψη των τραυματιών γινόταν σε νοσοκομεία, ενώ η διακομιδή τους γινόταν με άμαξες. Από τους τραυματίες αυτούς άλλοι χαρακτηρίζονταν ως επανακτήσιμοι και άλλοι ως απόμαχοι. Οι επανακτήσιμοι μετά από κάποιο χρόνο ίασης στους ΣΤ.ΕΠ. (ΣΤαθμούς ΕΠανακτησίμων) ήταν ικανοί να επανενταχθούν στις μονάδες τους. Για όσους χρειάζονταν μεγαλύτερο χρόνο ανάρρωσης, οι ΣΤ.ΕΠ. εγκαθίσταντο στα μετώπισθεν, ώστε ούτε οι τραυματίες να ταλαιπωρούνται από τις διαρκείς μετακινήσεις, ούτε οι μάχιμες δυνάμεις να καθυστερούν λόγω των τραυματιών. Οι απόμαχοι ήταν ανίκανοι για παραπέρα ενεργή υπηρεσία, απομακρύνονταν από τις μονάδες τους και εντάσσονταν στους συνακολουθούντες.
Η στρατιά διέθετε σημαντικό αριθμό γιατρών, που κάλυπταν όλες τις ειδικότητες. Μέχρι τις μέρες μας διασώθηκαν τα ονόματα, των δύο που ίαναν τον Αλέξανδρο, του Φίλιππου του Ακαρνάνα (παθολόγος) και του Κριτόδημου του Κώου (χειρουργός), καθώς και του θεράποντος του Ηφαιστίωνα, του Γλαυκία. Στην Ινδία, όπου αντιμετώπισαν φίδια άγνωστα στους Έλληνες, εντάχθηκαν στο Υγειονομικό Σώμα και Ινδοί γιατροί. Γιατρούς διέθετε κι ο στόλος. Οι Πέρσες, προσλάμβαναν Έλληνες ή Αιγυπτίους γιατρούς, πράγμα που υποδηλώνει πως οι ίδιοι δεν είχαν ασχοληθεί σοβαρά με αυτήν την επιστήμη.
Τέλος, πρέπει να τονίσουμε ότι χάρη στην απρόσκοπτη ροή εφοδίων στη στρατιά του Αλεξάνδρου, σε καμία φάση της εκστρατείας δεν έλειψε το ιατροφαρμακευτικό υλικό, το οποίο μπορούσαν να παραλαμβάνουν από την Ελλάδα ακόμη και στα βάθη της Ινδίας.
Βοηθητικοί
(Ηρόδοτος Α.192, Ζ.96, 186-187, Η.25, Αινείας ο Τακτικός 16.14, 24.18, Ξενοφών Κύρου Ανάβασις Γ.ΙΙ.27-28, Δ.Ι.21, Πολύαινος Β.25)
Οι βοηθητικοί του κατ’ ήπειρον στρατεύματος περιελάμβαναν υπασπιστές, ιπποκόμους για τη φροντίδα των πολεμικών ίππων, οδηγούς αμαξών, αρμάτων και κτηνών καθώς και στρατευόμενους δούλους με διάφορα καθήκοντα. Ο αριθμός τους στους στρατούς των ελληνικών εθνών ήταν τουλάχιστον ίσος με εκείνον των μαχίμων, ενώ στον περσικό ήταν αρκετά μεγαλύτερος. Η ύπαρξη των βοηθητικών ήταν συστατικό στοιχείο της δομής των αρχαίων στρατών και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ένδειξη πολυτέλειας. Προέρχονταν δε από τους δούλους, τους απόμαχους και τους αιχμαλώτους.
Πολεμικοί σκύλοι. Ίσως ξενίζει ως επιλογή, αλλά φαίνεται ορθότερο να ταξινομήσουμε και τους πολεμικούς σκύλους στους βοηθητικούς. Η χρήση πολεμικών σκύλων δεν ήταν άγνωστη στους ελληνικούς στρατούς, όπου χρησιμοποιήθηκαν κυρίως ως σύστημα συναγερμού. Ο περσικός στρατός χρησιμοποιούσε τους μυθικής ικανότητας ινδικούς σκύλους, τους οποίους φέρεται να γνώρισε κι ο Αλέξανδρος στην Ινδία. Αυτή είναι και η μοναδική αναφορά που έχουμε για την ύπαρξη πολεμικών σκύλων στη στρατιά του Αλεξάνδρου.
Πληροφορίες
(Ξενοφών Ιππαρχικός 4.6, 4.8, 5.7, Κύρου Ανάβασις Γ.ΙΙ.20, Αινείας ο Τακτικός 23.111, Αρριανός Α.25, Γ.6, Δ.29, Ε.23, Ε.29, ΣΤ.26, Πλούταρχος Αλέξανδρος 5.1-3, Διόδωρος ΙΖ.25.6, 30, 46.5, 55.2, 67.4, 68, 83.8-9, 85.4-5, Πολύαινος Δ.3.19, Ιώσηπος ΙΑ.321)
Στα κράτη της αρχαίας Ελλάδας με τα αντικρουόμενα συμφέροντα και τις διαρκείς συρράξεις, η κατασκοπεία και η αντικατασκοπεία ήταν ιδιαίτερα ανεπτυγμένες. Από τους αρχαίους Έλληνες στρατιωτικούς συγγραφείς γίνεται σαφές ότι στις μέρες τους διεξαγόταν ο ίδιος με τον σημερινό πόλεμος των πληροφοριών, δηλαδή ο πόλεμος για τις πληροφορίες και ο πόλεμος μέσω των πληροφοριών. Ήδη ο Ξενοφών είχε καταγράψει ξεκάθαρα την αξία των πληροφοριών για την κατάσταση εχθρών και φίλων, για τα δρομολόγια, για την παραπλάνηση του αντιπάλου, για τους κατασκόπους και τους αυτόμολους. Γνωρίζουμε ακόμη το ενδιαφέρον του Αλεξάνδρου από μικρή ηλικία για τα περσικά πράγματα καθώς και την αποτελεσματικότητα του Φιλίππου στις πάσης φύσεως επιλογές του. Δεν πρέπει λοιπόν να μας μένει καμία αμφιβολία ότι τουλάχιστον από την εποχή του Φιλίππου η Μακεδονία είχε αποκτήσει το σημερινό ισοδύναμο της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών. Η μόνη καταγεγραμμένη αποτυχία του συστήματος πληροφοριών του Αλεξάνδρου εντοπίζεται στην αρχή ακόμη της εκστρατείας, λίγο πριν τη μάχη της Ισσού, οπότε δεν αντελήφθη ότι ο Δαρείος βρισκόταν στα νώτα του. Πολύ περισσότερο δεν έχει καταγραφεί διαρροή πληροφοριών από την πλευρά του Αλεξάνδρου προς τους Πέρσες.
Η σύγχυση του Ιαξάρτη (Συρ Ντάρυα) με τον Τάναϊ (Ντον) δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αποτυχία του συστήματος πληροφοριών του Αλεξάνδρου, διότι δεν επεδίωξε την εμπλοκή με τους λαούς έξω από τα βορειότερα σύνορα της περσικής αυτοκρατορίας. Το σφάλμα αυτό, αν και παραπλάνησε αρκετούς λόγιους σύγχρονους και μεταγενέστερους του Αλεξάνδρου, πρέπει να διευκρινίσουμε ότι έχει ακαδημαϊκή και μόνο αξία. Δημιουργήθηκε δε διότι οι Πέρσες προφανώς δεν είχαν χαρτογραφήσει επαρκώς τις εκτός των συνόρων τους περιοχές του σημερινού Καζακστάν και διότι η επικοινωνία στις τοπικές γλώσσες ήταν δύσκολη. Αν ο Αλέξανδρος είχε αποφασίσει να τις κατακτήσει, πρέπει να είμαστε βέβαιοι ότι δεν θα σημείωνε μικρότερη επιτυχία από εκείνη στην εξίσου άγνωστη και αχαρτογράφητη Ινδία και Γεδρωσία.
Οι πηγές κρίσιμων πληροφοριών ήταν οι κατάσκοποι, οι αυτόμολοι, οι όμηροι, οι αιχμάλωτοι και φυσικά οι οδηγοί.
Κατάσκοποι: στην πρώτη φάση της εκστρατείας, τόσο του Φιλίππου όσο και του Αλεξάνδρου, το θέατρο των αρχικών επιχειρήσεων ήταν τα ελληνικά εδάφη της Περσικής αυτοκρατορίας, όπου η εξασφάλιση πληροφοριών μέσω κατασκόπων ήταν εύκολη. Στη συνέχεια, όσο περισσότερο προήλαυνε ο Αλέξανδρος τόσο περισσότεροι αυτόμολοι τον προσέγγιζαν, μειώνοντας την ανάγκη εξεύρεσης κατασκόπων. Ωστόσο δεν υπάρχουν συγκεκριμένες πληροφορίες για τη δράση κατασκόπων.
Αυτόμολοι: οι αρχαίοι Έλληνες στρατιωτικοί συγγραφείς τονίζουν επαρκώς τον κίνδυνο διαρροής πληροφοριών μέσω των αυτομόλων, οι οποίοι ανέκαθεν υπήρξαν για τον εχθρό η πηγή των περισσοτέρων, ακριβέστερων και σημαντικότερων πληροφοριών, αλλά εφιστούν παράλληλα την προσοχή στις παραπλανητικές πληροφορίες, που ίσως διοχέτευε ο εχθρός μέσω δικών του ψευδοαυτόμολων. Στην Περσική Αυλή υπήρχαν πάντοτε Έλληνες αυτόμολοι και λίγο πριν την έναρξη της εκστρατείας προστέθηκαν αρκετοί ακόμη, κυρίως Αθηναίοι. Μετά την έναρξη της εκστρατείας δεν αναφέρεται κανένας νέος αυτόμολος από την Ελληνική προς την Περσική πλευρά, η ροή αντιστράφηκε και εκείνοι που αυτομολούσαν ήταν πλέον οι Πέρσες. Για την ακρίβεια προέρχονταν από το περσικό στρατόπεδο, αλλά δεν ήταν πάντοτε περσικής καταγωγής, αφού αρκετοί ανήκαν στα πολλά έθνη της αυτοκρατορίας, τα οποία δεν είχαν ηθικούς λόγους να είναι πιστοί στον έναν ή τον άλλο κατακτητή της χώρας τους. Οι Πέρσες, που βρέθηκαν στο ελληνικό στρατόπεδο, αναλάμβαναν διοικητικές θέσεις ανάλογες του βαθμού τους.
Οι αυτόμολοι είχαν μεγάλη αξία μέσα στην Αχαιμενιδική επικράτεια, διότι ακόμη και όταν παρέδιδαν στον Αλέξανδρο μόνο ένα πέρασμα, στην ουσία του παρέδιδαν μία εκτεταμένη περιοχή. Σημαντικότερη ήταν η χρησιμότητα τους, όταν εντάσσονταν με τις στρατιωτικές τους δυνάμεις στη στρατιά του ή όταν τον βοηθούσαν να εξουδετερώσει κάποια σημαίνουσα προσωπικότητα του εχθρικού στρατοπέδου. Πάνω απ’ όλα όμως του παρέδωσαν τμηματικά μεν, σε πλήρως λειτουργική κατάσταση δε τη Διοίκηση της Περσικής αυτοκρατορίας. Αντίθετα, η αξία των Ινδών αυτόμολων περιοριζόταν σε αυτό ακριβώς που του παρέδιδαν, μία ισχυρή πόλη ή ένα οχυρό. Μετά ο αγώνας για την προέλαση συνεχιζόταν εξίσου σκληρός. Αυτό οφείλεται στη δομή της Ινδίας, που αποτελούνταν από αυτόνομα έθνη και κράτη, στα οποία ο Αλέξανδρος έπρεπε κάθε φορά να αναζητά νέους αυτόμολους. Και φυσικά τους εύρισκε. Γι’ αυτό καταγράφονται στην Ινδία τόσοι πολλοί αυτόμολοι, επειδή τα ινδικά κράτη ήταν πολλά και όχι επειδή οι Ινδοί ήταν επιρρεπείς στην προδοσία.
Όμηροι: η σύλληψή τους εξυπηρετούσε άλλους σκοπούς, όμως η προέλευσή τους από τα σημαντικότερα στρώματα της κοινωνίας τους, τους καθιστούσε αναμφίβολα μία πηγή σημαντικών και αξιόπιστων πληροφοριών.
Αιχμάλωτοι: η σύλληψή τους έχει ως βασικό σκοπό να στερήσει από τον αντίπαλο τις ικανότητές τους και να βλάψει την ψυχολογία του. Ταυτόχρονα οι αιχμάλωτοι είναι μία πολύ καλή πηγή πληροφοριών. Έτσι ο αδελφός του Ερυγίου, ο Λαομέδων ο Μυτιληναίος, που ήταν δίγλωσσος στα ελληνικά και «στα βαρβαρικά» (μάλλον στα περσικά), ορίστηκε υπεύθυνος για τους βάρβαρους αιχμαλώτους.
Οδηγοί: έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη διεξαγωγή των επιχειρήσεων. Χωρίς αυτούς η στρατιά του Αλεξάνδρου θα είχε ανασχεθεί μπροστά σε κάποιο κώλυμα ή θα είχε πέσει σε κάποια παγίδα ή θα είχε αφανισθεί σε κάποια από τις πολλές ερήμους και ορεινές διαβάσεις, όπως είχαν πάθει στο παρελθόν πολλοί Μεγάλοι Βασιλείς. Οι καλύτεροι οδηγοί ήταν πάντοτε οι ντόπιοι, προέρχονταν δε από τους αυτόμολους, τους αιχμαλώτους ή τους ομήρους. Η αξιοπιστία τους ήταν εξασφαλισμένη, διότι γνώριζαν ότι βλάπτοντας τον δεσμώτη τους, έβλαπταν τη ζωή ή τη σωματική τους ακεραιότητα.
Υποκλοπές: ο Αλέξανδρος όταν βρισκόταν στην Υρκανία, φέρεται ότι έπεισε με τέχνασμα τους άνδρες του να στείλουν γράμματα στην πατρίδα. Οι γραμματοφόροι του τα παρέδωσαν, εκείνος τα διάβασε και εντόπισε όσους διαφωνούσαν μαζί του. Ο Πολύαινος περιγράφει εδώ ένα στρατήγημα, το οποίο λόγω της αφέλειάς του μοιάζει περισσότερο με δικό του εφεύρημα. Είναι όμως λογικό να υπήρχε μία υπηρεσία ασχολούμενη με την εξασφάλιση πληροφοριών σχετικών με την εσωτερική τάξη και ασφάλεια. Η υπηρεσία αυτή φαίνεται ακόμη πιο αναγκαία από τη στιγμή, που στο στράτευμα και στη Δημόσια Διοίκηση ενσωματώθηκαν βάρβαροι. Βασικό δε εργαλείο μίας τέτοιας υπηρεσίας θα ήταν οπωσδήποτε η πανάρχαια μέθοδος της υποκλοπής της αλληλογραφίας. Επειδή είναι γνωστό πως η υποκλοπή μπορεί να γίνει και από άλλους έξω από αυτήν την υπηρεσία, καθώς και επειδή δεν είναι πάντοτε εγγυημένη η εχεμύθεια και η πίστη του προσωπικού των μυστικών υπηρεσιών, τα υψίστης σημασίας μηνύματα ρητώς καταγράφεται ότι μεταφέρονταν προφορικά από έμπιστους αγγελιαφόρους.
Επικοινωνίες
(Ηρόδοτος Ζ.183, 192, Η.21, 92, 98, Θουκυδίδης Α.49, Ε.10, Ξενοφών Ιππαρχικός 4.7, 16, Κύρου Ανάβασις Β.ΙΙ.4, Γ.Ι.46, Ε.ΙΙ.18, Ζ.ΙV.16, Αινείας Τακτικός Πολιορκητικά 6.6, 15.1, 22.3, 31, Αρριανός Α.25, Γ.18, Ζ.12, Διόδωρος ΙΖ.25.1, 26.5, Πλούταρχος Αλέξανδρος 17.8, 19.9, 20.9, 25.2, 47.3, 57.8, 60.1, Πολύαινος Γ.9.55, Δ.3.19, 26)
Τα μέσα στρατιωτικών επικοινωνιών, τα οποία προκύπτει ότι χρησιμοποιήθηκαν και από τον Αλέξανδρο, ήταν τα παρακάτω:
Αγγελιαφόρος: ήταν ο κομιστής των απλών μηνυμάτων και εκινείτο με τη μικρότερη ταχύτητα της κατηγορίας του. Τα υψίστης σημασίας μηνύματα διεκινούντο είτε από αγγελιαφόρους, κρυπτογραφημένα με κάποιο τρόπο όπως η σκυτάλη ή εκείνους που περιγράφει ο σχεδόν σύγχρονος του Αλεξάνδρου, Αινείας ο Τακτικός, είτε προφορικά από έμπιστα άτομα. Για την ταχύτερη μεταφορά μηνυμάτων ή την κάλυψη μεγαλύτερης απόστασης υπήρχαν οι έφιπποι αγγελιαφόροι και οι ημεροδρόμοι.
Αγγαρήιον: ονόμαζαν οι Πέρσες το δημιούργημα του εξαιρετικού διοικητικού και οργανωτικού πνεύματός τους, που αξιοποιούσε τους μεγάλους αριθμούς και τις κατάλληλες δυνατότητες των ίππων της επικράτειάς τους, για την ταχεία μεταφορά μηνυμάτων. Σε όλο το μήκος των Βασιλικών Οδών της αυτοκρατορίας υπήρχαν ιππείς με ξεκούραστους ίππους. Απείχαν ένα σταθμό (απόσταση μίας ημέρας) ο ένας από τον άλλο και μετέφεραν τα κρατικά μηνύματα, όπως ο κάθε σκυταλοδρόμος παραλαμβάνει, μεταφέρει και παραδίδει τη σκυτάλη στον επόμενο. Μόλις ο έφιππος αυτός αγγελιαφόρος παραλάμβανε κάποιο μήνυμα, έσπευδε να το παραδώσει στον επόμενο, ανεξάρτητα από την ώρα τις ημέρας και τις καιρικές συνθήκες. Σε όλο τον αρχαίο κόσμο δεν υπήρχε ταχύτερη μέθοδος μετάδοσης μηνυμάτων σε μεγάλες αποστάσεις και μετά την κατάκτηση της Αχαιμενιδικής αυτοκρατορίας, ο Αλέξανδρος δεν είχε απολύτως κανένα λόγο να την καταργήσει. Για τελευταία φορά αυτό το σύστημα επικοινωνίας εφαρμόσθηκε τον 19ο μ.Χ. αιώνα στις Η.Π.Α. με το όνομα πόνυ εξπρές.
Δρομοκήρυξ ή ημεροδρόμος: ήταν δρομέας, που μπορούσε να διανύσει μεγάλες αποστάσεις (σε μερικές περιπτώσεις μεγαλύτερες και από 200χλμ) σε διάστημα μίας ημέρας και να μεταφέρει μήνυμα στον παραλήπτη ή σε άλλον δρομοκήρυκα για την παραπέρα προώθησή του. Η σκηνή του δρομοκήρυκα βρισκόταν κοντά στη σκηνή του στρατηγού.
Κήρυκας: έκανε τις ανακοινώσεις και μετέφερε μηνύματα σε φίλους και εχθρούς, που σέβονταν τη ζωή και τη σωματική του ακεραιότητα βλέποντας το κηρυκεῖον, που κρατούσε. Γι’ αυτόν το λόγο έμπαινε επικεφαλής αντιπροσωπειών, που προσέγγιζαν τον εχθρό για διαπραγματεύσεις.
Πρέσβυς: σήμερα ο όρος σημαίνει τον επί κεφαλής μόνιμης διπλωματικής αντιπροσωπείας σε ξένο κράτος. Στην αρχαιότητα πρέσβυς ονομαζόταν ο επίσημος απεσταλμένος, που ήταν εντεταλμένος να διαπραγματευθεί συγκεκριμένο θέμα ή συμφωνία.
Σαλπιγκτής & αυλητής: ο αυλητής έδινε το ρυθμό στο προελαύνον στράτευμα, αλλά από τη στιγμή, που αυτό θα εμπλεκόταν, ο θόρυβος της μάχης σκέπαζε τον ήχο του αυλού. Τότε λοιπόν τα παραγγέλματα για τους ελιγμούς δίνονταν με τις σάλπιγγες και τις σημαίες. Ο σαλπιγκτής δηλαδή ήταν το ισοδύναμο του ασυρματιστή στη σημερινή διμοιρία τυφεκιοφόρων και μπορούσε να έχει ηλικία μικρότερη της στρατεύσιμης. Η σκηνή του σαλπιγκτή, όπως και του δρομοκήρυκα βρισκόταν κοντά στη σκηνή του στρατηγού. Το σιωπητήριο δινόταν με το κέρας.
Σημεῖον: ήταν η σημαία, η οποία έδινε το σύνθημα για κάποια ενέργεια των εμπλεκομένων τμημάτων του στρατού και του ναυτικού. Η χρήση του ήταν επιβεβλημένη, όταν δεν έφτανε ο ήχος της σάλπιγγας ή ο αγγελιαφόρος χρειαζόταν χρόνο, που δεν υπήρχε.
Ταχυδρομείο: τις επιστολές μετέφεραν οι γραμματοφόροι και η χρήση του ταχυδρομείου ήταν προσιτή σε όλους τους άνδρες του στρατεύματος, ανεξάρτητα από το βαθμό ή τη θέση τους. Αν κάποιοι δεν γνώριζαν γραφή και ανάγνωση, όλο και κάποιος συνάδελφος θα βρισκόταν να τους εξυπηρετήσει, όπως συνέβαινε και μέχρι πριν μερικές δεκαετίες. Η ανταλλαγή επιστολών μεταξύ Αλεξάνδρου και Αντίπατρου ήταν τακτικότατη και, όπως προκύπτει από τον Πλούταρχο, ο Αλέξανδρος ενημέρωνε λεπτομερώς αντιβασιλέα της Μακεδονίας και αναπληρωτή Ηγεμόνα της Ελλάδος, για τα διαδραματιζόμενα στο μέτωπο, ακόμη και για τα μικρότερης σημασίας. Ο Αντίπατρος πάλι ασφαλώς θα ενημέρωνε τον Αλέξανδρο για όλα τα πολιτικά πράγματα της Ελλάδας, ώστε η ενέργειες του Αλεξάνδρου προς τους Έλληνες πρέσβεις, που συναντούσε ή συνελάμβανε, να είναι συνεπείς προς την παγκόσμια πλέον πολιτική του Μακεδονικού Θρόνου. Είναι επίσης σαφές ότι ο Αντίπατρος τον ενημέρωνε και για την ανάμιξη της Ολυμπιάδας στην πολιτική.
Ημεροσκόπος: ήταν ο (προφανώς ημερήσιος) παρατηρητής. Το ἡμεροσκοπεῖον βρισκόταν σε κατάλληλο ύψωμα, που επέβλεπε περιοχές στρατιωτικού ενδιαφέροντος.
Κατάσκοπος: ήταν ο αγγελιαφόρος, ο οποίος είχε δει από πολύ κοντά αυτό που διαμήνυε.
Πυρσωρός: ήταν ο χειριστής του οπτικού τηλέγραφου της αρχαιότητας. Πυρσωροί τοποθετούνταν σε επιλεγμένα υψώματα και είτε λάμβαναν, είτε έστελναν, είτε αναμετέδιδαν μηνύματα. Οι πυρσοί χρησιμοποιούνταν κατά τη νύχτα ή σε συνθήκες χαμηλού φωτισμού και δεν απαιτούσαν την κατασκευή ειδικών πύργων.
Φρυκτωρία: ήταν η επικοινωνία με φωτιές που άναβαν οι φρυκτωροί στους φρυκτωρικούς πύργους. Γνωρίζουμε ότι κάθε ελληνικό κράτος είχε ένα δίκτυο φρυκτωρικών πύργων και είναι πιθανόν ο Αλέξανδρος να εγκατέστησε τέτοια δίκτυα και στις κατακτημένες χώρες, αν και δεν υπάρχει τέτοια πληροφορία.
Μάντεις, Θυσίες και Οιωνοί
(Ξενοφών Κύρου Ανάβασις Δ.ΙV.9, Ζ.Ι.35, Αρριανός Α.11, 18, 25, Β.18, 27 Γ.7, Δ.4, 13, ΣΤ.3, Ε.20, Ζ.18, 22, Πλούταρχος Αλέξανδρος 18.6-κ.ε., 24.5-9, 25.1-8, 50.5, 57.4, 73.3-6, Διόδωρος ΙΖ.41.5-8, 46.6, 98.2, 103.6-κ.ε., 116.5-κ.ε., 117.1, Κούρτιος 3.3.3-5, 4.2.13-14, 17, 21-22, 4.3-5, 4.6.11-12, 9.8.20-27, Δανιήλ 8.21)
Το θρησκευτικό συναίσθημα ήταν πολύ έντονο στην αρχαιότητα και ήταν βαθιά ριζωμένη η πεποίθηση ότι οι θεοί προμήνυαν το μέλλον. Γι’ αυτό όλοι οι αρχαίοι ελληνικοί στρατοί διέθεταν πάντοτε μάντεις και τα αναγκαία για τις θυσίες, δηλαδή ζώα (ἱερεῖα), σμύρνα και λιβάνι. Στη στρατιά του Αλεξάνδρου ήταν διαπιστευμένοι πολλοί μάντεις και το πόσο ψηλά στην ιεραρχία θα παρείχαν τις υπηρεσίες τους, προσδιοριζόταν από τη φήμη και την ικανότητά τους. Οι αρχαίοι Έλληνες ιστορικοί διέσωσαν τα ονόματα του Αρίστανδρου από την Τελμισσό, που ήταν ο βασικός μάντης της ανώτατης διοίκησης, του Δημοφώντα, που προέβλεψε τον τραυματισμό του Αλεξάνδρου από τους Μαλλούς, του Πειθαγόρα του Αμφιπολίτη, που μάντεψε το θάνατο του Ηφαιστίωνα και του Αλεξάνδρου, και του Κλεομένη από τη Σπάρτη. Δεν θέλησαν όμως να διασώσουν και τα ονόματα των βαρβάρων, όπως των Βαβυλωνίων ιερέων και Μάγων, που είχε μαζί του ο Αλέξανδρος για να τον εξαγνίζουν, ούτε της μάντισσας από τη Συρία, την οποία είχε μόνο για προσωπική του χρήση και είχε προβλέψει την εναντίον του επιβουλή στη συνωμοσία των παίδων.
Σε όλη τη διάρκεια της εκστρατείας βλέπουμε τον Αλέξανδρο να προσφέρει θυσίες με κάθε ευκαιρία. Κατά την περαίωση της στρατιάς στην Ασία, έκανε θυσίες τόσο στην ευρωπαϊκή όσο και στην ασιατική ακτή. Όταν έγινε η έκλειψη σελήνης λίγο πριν τη μάχη των Γαυγαμήλων, έκανε θυσία και εξέτασε τους οιωνούς. Επίσης έκανε θυσίες για εξευμενισμό και ευχαριστία προς τους θεούς πριν και μετά τη διάβαση του Ινδού, κατά τον κατάπλου των ινδικών ποταμών, στο Δέλτα του Ινδού και πριν τον παράπλου της άγνωστης θάλασσας από τον Νέαρχο. Γενικά, ήταν ιδιαίτερα επιμελής στο να προσφέρει θυσίες «σύμφωνα με τις συνήθειές του» ή «όπως του υπέδειξαν οι μάντεις» ή «στους θεούς που εκείνος θεωρούσε σωστό». Όμως, επειδή προσπάθησε να επιβάλει τη θεοποίησή του, πρέπει να υποθέσουμε ότι όλη αυτή η επιμέλεια στα θρησκευτικά καθήκοντα υπαγορευόταν από το πρότυπο του ανατολίτη θεού-βασιλιά, που επέλεξε να εφαρμόσει. Επίσης στις αλλεπάλληλες θυσίες, που έκανε στο Δέλτα του Ινδού, και εν όψει του προγραμματισμένου ταξιδιού στην άγνωστη και μεγάλη θάλασσα, θέλησε να εξευμενίσει ένα πλήθος θαλασσίων θεοτήτων του ελληνικού πανθέου, ακόμη και τις πιο αρχαίες και σχεδόν ξεχασμένες στις μέρες του. Το κίνητρό του εκεί ήταν η ανάγκη να καθησυχάσει τους περιδεείς ναυτικούς του ότι είχε κάνει όλες τις αναγκαίες επαφές με όλες τις εμπλεκόμενες θεότητες, οι οποίες εμμέσως είχαν δεχθεί να τους εξασφαλίσουν ασφαλή πλου. Τελικά, το πιθανότερο είναι ότι ήταν εξίσου θρήσκος με όλους τους ανά τους αιώνες ηγέτες, οι οποίοι δεν δίστασαν να διαπράξουν ακόμη και γενοκτονίες, είτε για να ευχαριστήσουν το θεό τους είτε επειδή αυτό ήταν το θέλημα του θεού τους. Αν ο Αλέξανδρος ήταν χριστιανός, ασφαλώς θα συμπεριφερόταν όπως οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες, οι Φράγκοι σταυροφόροι ή οι ἐλέῳ Θεοῦ βασιλείς των νεωτέρων χρόνων, δηλαδή θα παρακολουθούσε ευλαβικά τις λειτουργίες Χριστουγέννων και Αναστάσεως και στον στενό κύκλο συνεργατών του θα βρίσκαμε Πατριάρχες και αρχιεπισκόπους.
Η θρησκεία και κυρίως οι αποφάσεις των θεών ήταν για τον Αλέξανδρο ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο διοίκησης και για το λόγο αυτό έπρεπε να είναι ο πρώτος, που θα συμμορφωνόταν προς τα θεϊκά σημάδια. Και πράγματι αυτό έκανε, όποτε δεν ήταν αντίθετο προς τα σχέδιά του. Έτσι, όταν οι Άραβες μισθοφόροι έτρεψαν σε φυγή τους Μακεδόνες πολιορκητές κατά την πολιορκία της Γάζας, ο Αλέξανδρος αγνόησε τον οιωνό και έσπευσε να σώσει το γόητρο του μακεδονικού στρατού. Και πάλι, για να προστατεύσει το γόητρο του στρατού του, επιτέθηκε στους Σκύθες παρά τους κακούς οιωνούς, τους οποίους ο Αρίστανδρος αρνήθηκε να παρερμηνεύσει.
Υπάρχουν όμως μερικές περιπτώσεις, όπου είμαστε υποχρεωμένοι να διαγνώσουμε στις θυσίες του Αλεξάνδρου τον συνήθη φόβο του ανθρώπου για το μέλλον και την ανάγκη του να εξασφαλίσει την εύνοια των θεών. Αυτές είναι οι δύο διαδοχικές θυσίες που έκανε κατά τη διάβαση του Ελλήσποντου, στη μεν ευρωπαϊκή ακτή στον τάφο του Πρωτεσίλαου παρακαλώντας τους θεούς και το νεκρό ήρωα να μην έχει την τύχη του, στη δε ασιατική ακτή στο βωμό του Ερκείου (Οικογενειακού) Διός παρακαλώντας τον Πρίαμο να μην ξεσπάσει πάνω του το μένος του προς το γένος του Νεοπτόλεμου. Στις δε θυσίες των τελευταίων ημερών της ζωής του οπωσδήποτε διακατείχε τον Αλέξανδρο ο φόβος του πρόωρου και άδοξου θανάτου.
Μπορούμε άφοβα να ισχυρισθούμε ότι οι περισσότεροι οιωνοί και όνειρα κατασκευάσθηκαν εκ των υστέρων, για να ταιριάξουν με τα γεγονότα και να τονίσουν τη θεϊκή καθοδήγηση προς τον Αλέξανδρο, κάποια όμως ίσως ήταν πραγματικά. Ανεξάρτητα απ’ αυτό, είναι ενδιαφέρον να καταγράψουμε τα κυριότερα εξ αυτών, διότι μας δίνουν μια εικόνα των αντιλήψεων και των πεποιθήσεων της εποχής εκείνης.
Κατά την πολιορκία της Μιλήτου ο Παρμενίων πίστευε ότι η συγκυρία ήταν κατάλληλη για κατά μέτωπον επίθεση του ελληνικού στόλου εναντίον του περσικού, ενώ ο Αλέξανδρος δεν ήθελε να το διακινδυνεύσει, διότι αφενός γνώριζε την οικτρή οικονομική τους κατάσταση και αφετέρου πίστευε ότι ο περσικός στόλος υπερτερούσε όχι μόνο σε αριθμό αλλά και σε ισχύ. Κάποια στιγμή λοιπόν ο Παρμενίων είπε στον Αλέξανδρο ότι είχε δει στο όνειρό του έναν αετό να κάθετα στην παραλία και να κοιτάζει τις πρύμνες των πλοίων τους. Αυτό το θεωρούσε ως σαφές σημάδι ότι η άποψή του ήταν σωστή και συνεπώς έπρεπε να επιχειρήσουν ναυμαχία. Όμως ο Αλέξανδρος, που ήξερε να κατασκευάζει καλύτερα ἐνύπνια, εξήγησε στον Παρμενίωνα ότι ερμήνευε λάθος το θεϊκό σημάδι. Επειδή ο αετός καθόταν στην ξηρά, η σωστή ερμηνεία ήταν ότι θα νικούσαν τους Πέρσες στην ξηρά και όχι στη θάλασσα. Έτσι μ’ αυτό το ἐνύπνιον ο Παρμενίων δεν τεκμηρίωσε τη δική του άποψη, αλλά εκείνη του Αλεξάνδρου.
Όταν ο Αλέξανδρος πολιορκούσε την Αλικαρνασσό, παρουσιάστηκε ένας οιωνός κατά το μεσημεριανό του ύπνο. Ένα χελιδόνι μπήκε στη σκηνή και καθόταν σε διάφορα σημεία του κρεβατιού του τιτιβίζοντας χαρακτηριστικά δυνατά. Ο Αλέξανδρος κουρασμένος και νυσταγμένος προσπάθησε να διώξει το χελιδόνι με το χέρι του, αλλά εκείνο κάθισε πάνω από το κεφάλι του και δεν έφυγε, παρά μόνο αφού τον ξύπνησε εντελώς. Ο Αλέξανδρος θορυβήθηκε και το ανέφερε στον Αρίστανδρο, που διέγνωσε στον οιωνό προφανή συνωμοσία εναντίον του Αλεξάνδρου και μάλιστα από στενούς φίλους του. Τον οιωνό αυτό θυμήθηκαν λίγους μήνες αργότερα, το χειμώνα του 334-333 στη Λυκία, όταν αποκαλύφθηκε η συνωμοσία του Αλεξάνδρου του Αερόπου.
Κατευθυνόμενος προς την Κιλικία ο Δαρείος είδε στο όνειρό του, ότι η μακεδονική φάλαγγα καιγόταν από μία μεγάλη φωτιά και ο Αλέξανδρος φορώντας τη στολή, που φορούσε ο Δαρείος πριν γίνει Μέγας Βασιλεύς, πήγε στον ναό του Βήλου, όπου εξαφανίσθηκε. Οι Μάγοι έδωσαν στο Δαρείο ευχάριστη ερμηνεία του ονείρου, η οποία φυσικά δεν επαληθεύθηκε. Η σωστή ερμηνεία του προφητικών προδιαγραφών ονείρου ήταν ότι η μακεδονική φάλαγγα φλεγόταν, επειδή θα έκανε λαμπρά έργα, ο Αλέξανδρος ακολουθώντας την προσωπική πορεία του Δαρείου θα γινόταν Μέγας Βασιλεύς και εξαφανίσθηκε στη ναό του Βήλου, διότι επέπρωτο να πεθάνει άδοξα στη Βαβυλώνα. Μέσω του Βήλου (Βάαλ) μπορούμε να συνδέσουμε αυτό το όνειρο με το χρησμό των Χαλδαίων λίγο πριν το θάνατο του Αλεξάνδρου.
Στην πολιορκία της Τύρου καταγράφονται μερικά ενδιαφέροντα ἐνύπνια, που είδαν ο Αλέξανδρος και οι Τύριοι και τα οποία προμήνυαν και στις δύο πλευρές την επερχόμενη άλωση της ισχυρότατης πόλη:
Πριν αρχίσει την πολιορκία της Τύρου και ενώ πολλοί επιτελείς του προτιμούσαν να συνεχίσουν την προέλαση αποφεύγοντας την αμφίβολης έκβασης πολιορκία, ο Αλέξανδρος είχε ένα ἐνύπνιον. Είδε ότι είχε πλησιάσει στα τείχη, όπου τον υποδέχθηκε ο Ηρακλής των Τυρίων (ο Μέλκαρθ) και τον οδήγησε στην πόλη. Διηγήθηκε το όνειρο στον Αρίστανδρο, που έδωσε την ερμηνεία ότι η Τύρος θα καταλαμβανόταν με πολύ κόπο, διότι κι ο Ηρακλής πραγματοποίησε τους άθλους του με πολύ κόπο. Στην παραλλαγή του Πλούταρχου και του Κούρτιου, ο Ηρακλής από τα τείχη της Τύρου έτεινε το δεξί χέρι στον Αλέξανδρο και τον προσκαλούσε στην πόλη.
Κατά την πολιορκία της Τύρου και σύμφωνα με τον Πλούταρχο, πολλοί Τύριοι είδαν σε ἐνύπνιοντον Ρεσέφ (τον φοινικικό αντίστοιχο του Απόλλωνα των Ελλήνων) να τους λέει ότι θα πήγαινε στον Αλέξανδρο, διότι δεν του άρεσαν όσα συνέβαιναν στην πόλη τους. Το όνειρο αυτό διαδόθηκε, συζητήθηκε και οι Τύριοι αποφάσισαν να αντιμετωπίσουν τον θεό τους ως κάποιο φιλομακεδόνα λιποτάκτη. Έδεσαν με χοντρά σκοινιά τον κολοσσό του θεού και τον κάρφωσαν στη βάση του, για να μην μπορεί να φύγει. Σύμφωνα με τον Διόδωρο το ἐνύπνιον το είδε ένας μόνο Τύριος, οι υπόλοιποι θεώρησαν ότι το έλεγε για να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα του Αλεξάνδρου και οι νεώτεροι όρμησαν να τον λιθοβολήσουν. Οι άρχοντες πρόλαβαν και τον φυγάδευσαν στο ναό του Μελκάρθ (Ηρακλή) και τον έσωσαν. Καλού-κακού πάντως, οι Τύριοι έδεσαν το ξόανο με χρυσές αλυσίδες, για να εμποδίσουν τυχόν αυτομόληση του θεού. Μετά την κατάληψη της Τύρου ο Αλέξανδρος ελευθέρωσε το ξόανο από τα δεσμά και διέταξε να τον αποκαλούν Απόλλωνα φιλαλέξανδρο. Στην παραλλαγή του Κούρτιου, κάποιος Τύριος είπε ότι είδε σε ἐνύπνιον τον Απόλλωνα να εγκαταλείπει την πόλη και να καταφεύγει στους Μακεδόνες, ενώ η πρόσχωση μεταβλήθηκε σε ξέφωτο δάσους. Παρά την αναξιοπιστία του ατόμου, οι Τύριοι ανησύχησαν κι έδεσαν το άγαλμα του Απόλλωνα με χρυσή αλυσίδα ως το ιερό του πολιούχου Ηρακλή με την ελπίδα ότι θα τον συγκρατούσε.
Ο Αλέξανδρος φέρεται να είδε κι άλλο όνειρο. Ένας σάτυρος τον περιγελούσε από μακρυά και, όταν εκείνος προσπαθούσε να τον πιάσει, ο σάτυρος ξέφευγε. Τελικά τον έπιασε μετά από πολλά παρακάλια και κυνηγητό. Οι μάντεις ερμήνευσαν εύκολα το όνειρο χωρίζοντας τη λέξη σάτυρος σε σά-τυρος, δηλαδή σά [=δική σου] – Τύρος, διαβεβαιώνοντας ότι η Τύρος θα υπέκυπτε στον Αλέξανδρο.
Σύμφωνα με τον Διόδωρο το ψωμί, που έκοβαν στο μακεδονικό στρατόπεδο είχε αιματόμορφη όψη. Σύμφωνα με τον Κούρτιο κάποιοι Μακεδόνες παρατήρησαν ότι καθώς έκοβαν το ψωμί έσταζε αίμα. Φοβήθηκαν ότι ήταν κακός οιωνός, αλλά ο Αρίστανδρος τους εξήγησε ότι θα ήταν κακός για τους Μακεδόνες, αν το αίμα έσταζε από το εξωτερικό του ψωμιού. Επειδή έσταζε από το εσωτερικό, ο οιωνός προμήνυε καταστροφή της πόλης.
Σύμφωνα με τον Κούρτιο οι Τύριοι σιδηρουργοί παρατήρησαν ρυάκια αίματος κάτω από τις φλόγες των κλιβάνων και το εξέλαβαν ως οιωνό δυσμενή για τους Μακεδόνες.
Σύμφωνα με το Διόδωρο, σε κάποια φάση της κατασκευής του προβλήτα, το κύμα έρριξε πάνω της ένα απίστευτα μεγάλο κήτος, χωρίς να προκληθεί καμία ζημιά. Το κήτος έμεινε εκεί αρκετό χρόνο προκαλώντας την έκπληξη και των δύο αντιμαχομένων, πριν ξανοιχτεί και πάλι στο πέλαγος. Και οι δύο πλευρές ήταν βέβαιες ότι επρόκειτο για σημάδι από τον Ποσειδώνα και το ερμήνευσαν όπως συνέφερε την κάθε μία. Στην παραλλαγή του Κούρτιου το κήτος έκανε μία αβλαβή διέλευση απ’ τον προβλήτα ως τα τείχη της Τύρου. Οι Τύριοι ήταν τόσο βέβαιοι ότι ο οιωνός σήμαινε την επικείμενη κατάρρευση της πρόσχωσης, ώστε γιόρτασαν με πολλή οινοποσία και στόλισαν τα πλοία τους με άνθη και στέφανα.
Σε κάποια θυσία ο Αρίστανδρος δήλωσε ότι σύμφωνα με τα σημάδια η Τύρος θα έπεφτε τον ίδιο μήνα. Τότε η στρατιά ξέσπασε σε γέλια και τον χλεύασε, διότι εκείνη ήταν η τελευταία μέρα του μήνα. Ο Αλέξανδρος βλέποντας τον καλό του μάντη σε δυσχερή θέση, διέταξε εκείνη την ημέρα να μην τη θεωρούν ως την 30η, αλλά ως την 28η! Πάντως η αλχημεία αυτή δεν χρειάσθηκε, διότι η Τύρος έπεσε την ίδια μέρα, επιβεβαιώνοντας τη μαντεία του Αρίστανδρου.
Κατά τον Αρριανό, μόλις είχε τελειώσει η πρόσχωση και οι μηχανές είχαν πλησιάσει στα τείχη της Γάζας, όταν ο Αλέξανδρος στεφανωμένος κατά τα ειωθότα έκανε θυσία. Ενώ ήταν έτοιμος να θυσιάσει το πρώτο ἱερεῖον, ένα σαρκοφάγο πουλί πέταξε πάνω από το βωμό και έρριξε στο κεφάλι του Αλεξάνδρου μία πέτρα, που κρατούσε στα πόδια του. Ο Αρίστανδρος ερμήνευσε τον οιωνό ως κίνδυνο για τον Αλέξανδρο, ο οποίος ωστόσο θα καταλάμβανε τη Γάζα. Λίγο αργότερα οι Άραβες μισθοφόροι έτρεψαν σε φυγή τους Μακεδόνες και ο Αλέξανδρος έσπευσε να τους συγκρατήσει, για να μην ταπεινωθούν. Τότε ένα καταπελτικό βέλος διαπέρασε την ασπίδα και το θώρακά του και καρφώθηκε στον ώμο του. Παρά το σοβαρό τραυματισμό του ο Αλέξανδρος χάρηκε, διότι η ερμηνεία του Αρίστανδρου είχε ήδη αποδειχθεί κατά το ήμισυ ορθή, κι έτσι πίστεψε ότι η Γάζα επρόκειτο να πέσει. Στην παραλλαγή του Πλούταρχου το περιστατικό δεν συνέβη κατά τη διάρκεια θυσίας και το πουλί άφησε ένα σβώλο χώμα, που έπεσε στον ώμο του Αλεξάνδρου. Στη συνέχεια κάθισε σε μία μηχανή και μπλέχτηκε στο πλέγμα των σκοινιών της. Η ερμηνεία του Αριστάνδρου ήταν ότι ο Αλέξανδρος θα εκπορθούσε τη Γάζα, αλλά θα τραυματιζόταν στον ώμο, όπως και έγινε. Κατά τον Κούρτιο ο Αλέξανδρος ετοίμαζε τις συνήθεις θυσίες πριν την έφοδο στα τείχη, όταν ένα κόρακας άφησε να πέσει ένας βώλος χώμα, που κρατούσε στα νύχια του. Ο βώλος έπεσε στο κεφάλι του Αλεξάνδρου και διαλύθηκε, ενώ ο κόρακας κάθισε σε μία μηχανή, όπου μπλέχτηκε και τον έπιασαν κάποιοι παριστάμενοι. Ο Αλέξανδρος συμβουλεύθηκε τον Αρίστανδρο και πήρε την εξήγηση ότι η Γάζα θα έπεφτε, αλλά εκείνος έπρεπε να φυλαχθεί εκείνη την ημέρα. Τότε διέταξε υποχώρηση, οι Άραβες αναθάρρησαν, επεχείρησαν έξοδο και ο Αλέξανδρος αναγκασμένος να πάρει μέρος στη συμπλοκή, τραυματίσθηκε.
Οι περισσότεροι καταγεγραμμένοι οιωνοί, όπως ήταν απόλυτα φυσικό, έχουν σχέση με το θάνατο του Αλεξάνδρου, ο οποίος μέχρι σήμερα αποτελεί αντικείμενο εικασιών και θεωριών. Οι κυριότεροι από αυτούς παρουσιάσθηκαν στο τελευταίο δρομολόγιο της ζωής του, από τα Εκβάτανα προς τη Βαβυλώνα, και εκτός από εκείνους, που αναφέρουμε στο σχετικό κεφάλαιο, είναι οι εξής:
Την εποχή εκείνη, στη Βαβυλώνα ήταν σατράπης ο Μαζαίος και στρατηγός ο Απολλόδωρος ο Αμφιπολίτης. Ο τελευταίος φαίνεται ότι είχε λόγους να φοβάται πως θα είχε την τύχη των αξιωματούχων που κακοδιοίκησαν, γι’ αυτό ζήτησε από τον αδελφό του να μαντέψει, αν διέτρεχε κίνδυνο κυρίως από τον Αλέξανδρο και τον Ηφαιστίωνα. Ο αδελφός του, ο Πειθαγόρας, ήταν μάντης που μάντευε από τα σπλάχνα των ζώων, ανήκε στην ακολουθία του Αλεξάνδρου και (σύμφωνα με όσα είπε ο ίδιος στον Αριστόβουλο προκύπτει ότι) ήταν πολύ καλός, αλλά μακάβριος, αφού αργότερα προέβλεψε ακόμη δύο πολύ σημαντικούς θανάτους, του Περδίκκα και του Αντίγονου. Μόλις λοιπόν η επιστολή του Απολλόδωρου έφτασε στα Εκβάτανα, όπου βρισκόταν μαζί με τον Αλέξανδρο, τον Ηφαιστίωνα και τη στρατιά, ο Πειθαγόρας θυσίασε πρώτα για τον Ηφαιστίωνα. Το συκώτι του ζώου ήταν χωρίς λοβό και με σφραγισμένη επιστολή ενημέρωσε τον αδελφό του στη Βαβυλώνα, ότι σε λίγο χρόνο θα απαλλασσόταν από τον Ηφαιστίωνα. Πράγματι, μία μέρα αφού ο Απολλόδωρος έλαβε την επιστολή, ο Ηφαιστίων πέθανε. Όταν ο Πειθαγόρας έκανε κι άλλη θυσία, για να μάθει για τον Αλέξανδρο, κι εκείνου του ἱερείου το συκώτι ήταν χωρίς λοβό, έτσι ενημέρωσε με νέα επιστολή τον αδελφό του, ότι δεν έπρεπε να φοβάται ούτε τον Αλέξανδρο.
Ενώ ο Αλέξανδρος βρισκόταν έξω από τη Βαβυλώνα, ένας γάιδαρος κλώτσησε και σκότωσε το μεγαλύτερο και ωραιότερο λιοντάρι, απ’ όσα διατηρούσε ο Αλέξανδρος, προοιωνίζοντας τον άδοξο θάνατο του Βασιλέα των Βασιλέων.
Ο Αλέξανδρος κάνοντας βαρκάδα με τους εταίρους στη λίμνη γύρω από τη Βαβυλώνα, απομακρύνθηκε από τους άλλους και περιπλανήθηκε επί 3 μερόνυχτα με την άκατό του. Στη διάρκεια αυτής της περιπλάνησης έπεσε στο νερό το διάδημά του, ένας κωπηλάτης βούτηξε να το πιάσει και, για να το εξασφαλίσει όσο κολυμπούσε, το φόρεσε στο κεφάλι του και μετά το παρέδωσε στον Αλέξανδρο. Οι μάντεις του συνέστησαν να κάνει μεγαλοπρεπείς θυσίες στους θεούς, για να τους εξευμενίσει και να ακυρώσουν το προμαντευθέν κακό. Αυτήν την αφήγηση του Διόδωρου την καταγράφει και ο Αρριανός με αρκετές διαφορές. Κατ’ αυτόν, όταν ο Αλέξανδρος διέπλεε τις λίμνες και τα έλη βορείως της Βαβυλώνας, όπου λεγόταν ότι ήταν χτισμένοι οι τάφοι των Ασσυρίων βασιλέων, χάθηκε ένα τμήμα των πλοίων της συνοδείας του και έστειλε οδηγούς, για να τους επαναφέρει στον σχηματισμό. Κάποια στιγμή, μία δυνατή ριπή αέρα πήρε την καυσία από το κεφάλι του Αλεξάνδρου και την έρριξε στο νερό. Το διάδημα, το οποίο φορούσε πάνω από την καυσία, επειδή ήταν ελαφρύτερο, παρασύρθηκε από τον αέρα και μπλέχτηκε στις καλαμιές, που φύτρωναν γύρω από τον τάφο κάποιου Ασσύριου βασιλιά. Αυτό και μόνο θεωρήθηκε κακό σημάδι, αλλά ακολούθησε κι άλλο ένα. Ένας ναύτης έπεσε στο νερό, ξέμπλεξε το διάδημα από τις καλαμιές και, για να μην το βρέξει καθώς κολυμπούσε, το φόρεσε στο κεφάλι του. Από αυτό το σημείο εμφανίζονται νέες παραλλαγές. Σύμφωνα με κάποιους αρχαίους συγγραφείς, αυτό θεωρήθηκε από τους μάντεις πολύ κακό σημάδι και συμβούλευσαν τον Αλέξανδρο να μην αφήσει στη θέση του το κεφάλι, που φόρεσε το βασιλικό διάδημα. Εκείνος τότε αντάμειψε τον ναύτη με ένα τάλαντο για την προθυμία του και ταυτόχρονα διέταξε να τον αποκεφαλίσουν. Σύμφωνα με κάποιους άλλους συγγραφείς δεν επρόκειτο για κάποιον απλό ναύτη, αλλά για τον υπασπιστή Σέλευκο, που μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου έγινε βασιλιάς. Αυτή η ομάδα συγγραφέων προφανώς ήθελε να δει έναν διπλό οιωνό, που σήμαινε ταυτόχρονα τον επικείμενο θάνατο του Αλεξάνδρου και την επερχόμενη βασιλεία του Σέλευκου στο μεγαλύτερο τμήμα του κράτους, που ίδρυσε ο Αλέξανδρος. Ο Αριστόβουλος πάλι λέει ότι το διάδημα διέσωσε ένας Φοίνικας ναύτης, που ανταμείφθηκε με ένα τάλαντο για την προθυμία του και τιμωρήθηκε με μαστίγωση, επειδή φόρεσε στο κεφάλι του το βασιλικό σύμβολο.
Ο Χριστιανισμός δεν αποδέχεται τους μάντεις και αρνείται την δυνατότητα πρόβλεψης του μέλλοντος. Κατηγορηματικά προσδιορίζει ότι οὐδείς μετά Χριστόν προφήτης, εξαιρώντας σαφώς τον Ευαγγελιστή Ιωάννη και την Αποκάλυψή του. Αποδέχεται όμως τους προφήτες της Ιουδαϊκής μυθολογίας (η οποία αποτελεί μέρος της Αγίας Γραφής) και ασφαλώς την άκρως εντυπωσιακή προφητεία του Δανιήλ για τον Αλέξανδρο, η οποία ομολογουμένως επαληθεύεται από τα ιστορικά γεγονότα. Βέβαια ουσιώδης διαφορά μεταξύ των μάντεων και των προφητών είναι ότι οι μεν μάντεις προέβλεπαν κατά παραγγελίαν, άμεσα και για πάσης φύσεως πρακτικά ζητήματα, οι δε προφήτες προέλεγαν για λιγότερο πρακτικά ζητήματα, τα οποία αφορούσαν πολύ περισσότερους, και για μεγάλο βάθος χρόνου. Τελικά, επειδή ο Χριστιανισμός επέλεξε να αποδεχθεί την Παλαιά Διαθήκη, αποδεχόμαστε υποχρεωτικά και το πλήθος των ασαφών εβραϊκών προφητειών, ενώ τους οιωνούς των αρχαίων Ελλήνων τους θεωρούμε συλλήβδην πλαστούς. Ωστόσο οι μάντεις, οι οιωνοί και οι διαρκείς παρεμβάσεις των θεών στην αρχαία Ελλάδα μας δίνουν ακριβώς την ίδια εικόνα, που μας δίνει η Παλαιά Διαθήκη, με το Θεό σε διαρκή και άμεση επαφή με τους πιστούς του, για να καθοδηγήσει και να βοηθήσει τους ευσεβείς και για να τιμωρήσει τους ασεβείς και τους εχθρούς των πιστών του.
Εδώ πρέπει να αναφέρουμε και κάτι ακόμη. Σε κάποια βραχμανική πόλη, την Αρματήλια, οι Ινδοί λέγεται ότι είχαν αλείψει με θανατηφόρο δηλητήριο τα όπλα τους, ώστε ακόμη και όσοι είχαν επιπόλαια τραύματα από τη μάχη, τελικά πέθαιναν με φρικτούς πόνους. Ένας από τους τραυματίες ήταν κι ο Πτολεμαίος του Λάγου. Ο Αλέξανδρος, που στενοχωρήθηκε πολύ από τον επικείμενο θάνατο του στρατηγού του, είδε στον ύπνο του ένα δράκοντα να κρατάει στο στόμα του ένα βότανο. Την επομένη ο Αλέξανδρος αναζήτησε το βότανο, το βρήκε, παρασκευάσθηκε το αντίδοτο και σώθηκε ο Πτολεμαίος. Αυτή η διήγηση είναι εντυπωσιακή, διότι μας θυμίζει καταπληκτικά τα οράματα επωνύμων και ανωνύμων χριστιανών, όπου ο Χριστός, η Παναγία ή κάποιος Άγιος τους υποδεικνύουν, πού είναι θαμμένη κάποια (κατά κανόνα θαυματουργή) εικόνα τους. Τέλος, μπαίνει κανείς στον πειρασμό να επισημάνει την ομοιότητα ανάμεσα στο «…οὕτω ξυνέβη ἡ μαντεία Ἀριστάνδρῳ... (= έτσι εκπληρώθηκε η μαντεία του Αριστάνδρου)» ή το «…και το σημεῖον ἀπέβη κατά την Ἀριστάνδρου πρόρρησιν…» και στο ευαγγελικό «ίνα πληρωθή το λεχθέν υπό των προφητών».
ΣΥΝΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝΤΕΣ
(Ηρόδοτος Ζ.187, Ξενοφών Κύρου Ανάβασις Δ.Ι.12, Αρριανός Δ.16, Ε.8, 29, ΣΤ.22, Διόδωρος, ΙΖ.27.1, 82.7, Πλούταρχος Αλέξανδρος 71.8-9)
Με τον όρο συνακολουθοῦντες του Διόδωρου ή ξυνεπόμενοι του αττικιστή Αρριανού περιγράφονται όσοι, ενώ δεν ήταν μάχιμοι, είχαν λειτουργική θέση στους αρχαίους στρατούς και αποτελούσαν αναπόσπαστα τμήματά τους. Οι αρχαίοι συγγραφείς δεν τους προσμετρούσαν ποτέ στη μάχιμη δύναμη, αλλά οι στρατοί τους λάμβαναν σοβαρότατα υπόψιν τους, διότι αύξαναν τις ανάγκες σε εφόδια και μείωναν την ταχύτητα κίνησης της μάχιμης στρατιάς. Μπορούμε να τους διακρίνουμε στις ακόλουθες γενικές κατηγορίες:
Υπηρετικό προσωπικό: Περιελάμβανε υπηρέτες κάθε είδους και φύλου: συνήθεις δούλους, γυναίκες αρτοποιούς και ευνούχους. Στην Αυλή του Αλεξάνδρου, αλλά και σε συγκεκριμένα μέρη των μετώπισθεν στάθμευε προσωπικό επιφορτισμένο με τη φροντίδα του βασιλιά και της ακολουθίας του, όποτε περνούσαν από την περιοχή. Με τις αλλεπάλληλες νίκες και καταλήψεις πόλεων το υπηρετικό προσωπικό της μακεδονικής Αυλής αυξανόταν δραματικά, αφού ενσωμάτωνε τους πολυάριθμους υπηρέτες της Αυλής των Αχαιμενιδών.
Απόμαχοι: Οι απόμαχοι προέκυπταν από τους μάχιμους, που λόγω τραυματισμού, ατυχήματος, ασθενείας ή ηλικίας δεν μπορούσαν πλέον να μάχονται. Κάποιοι απ’ αυτούς εντάσσονταν στους βοηθητικούς, όπου υπηρετούσαν όσο το επέτρεπαν οι δυνάμεις τους ή η διάθεσή τους. Όσοι δεν μπορούσαν ή δεν ήθελαν να συνεχίσουν την υπηρεσία ως βοηθητικοί, διακρίνονται σε δύο άλλες σημαντικές κατηγορίες, εκείνους που ήθελαν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους κι εκείνους που δεν είχαν αντίρρηση να εγκατασταθούν σε κάποια ασιατική πόλη. Αυτή η δεύτερη κατηγορία χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον για τον εποικισμό των νεοϊδρυομένων κυρίως πόλεων, που θα αποτελούσαν ταυτόχρονα προκεχωρημένα στρατόπεδα και πυρήνες εξελληνισμού της Ασίας. Βέβαια στον εποικισμό ο Αλέξανδρος δεν χρησιμοποίησε πάντοτε πρόθυμους απόμαχους, αλλά και απρόθυμους μάχιμους.
Μόλις συγκεντρωνόταν ένας σημαντικός αριθμός απομάχων της πρώτης κατηγορίας και οι συνθήκες το επέτρεπαν, ο Αλέξανδρος τους έστελλε στις πατρίδες τους, αφού τους έδινε πλουσιοπάροχα δώρα. Πιο ευνοημένοι ήταν φυσικά οι Μακεδόνες, για τους οποίους έφταναν στη Μακεδονία ειδικές διαταγές να τιμώνται σε κάθε περίπτωση. Σε μία τέτοια μαζική αποστράτευση απομάχων Μακεδόνων στην Ώπη προκλήθηκε στάση.
Ερωτικοί σύντροφοι και παιδιά (Διόδωρος, ΙΖ.35.3-4, Ηρόδοτος, Ζ.187., Ξενοφών Κύρου Ανάβασις, Β.VΙ.6, Δ.Ι.14, Δ.ΙΙΙ.19, Ζ.ΙV.7-κε, Πλούταρχος, Αλέξανδρος, 22.1-4): Στις μεγάλες εκστρατείες, όπου συμμετείχαν κατά κύριο λόγο επαγγελματίες, η ερωτική ζωή των στρατιωτικών δεν αναστελλόταν. Ο Ξενοφών, παρά τη μόνιμη επιδίωξή του να διατηρεί την ευελιξία κατά την κάθοδο των Μυρίων, ρητώς επιτρέπει τη σύλληψη παιδιών ή ωραίων γυναικών από σφοδρή ερωτική επιθυμία. Ομοίως, τη στρατιά του Αλεξάνδρου συνακολουθούσαν οι πάσης φύσεως ερωτικοί σύντροφοι των στρατιωτικών: σύζυγοι, αιχμάλωτες γυναίκες και παλλακίδες. Με τις αυτές τις γυναίκες οι στρατιωτικοί αναπόφευκτα έκαναν παιδιά, που κι αυτά συνακολουθούσαν τη στρατιά. Κάποια από αυτά είχαν γεννηθεί από αιχμάλωτες γυναίκες, με τις οποίες οι στρατιωτικοί διατηρούσαν δεσμό πιο μόνιμο, μάλλον παράνομο (αφού οι περισσότεροι είχαν συζύγους στην Ελλάδα) και οπωσδήποτε μη αναγνωριζόμενο από το δίκαιο κανενός ελληνικού κράτους. Παρά ταύτα ο Αλέξανδρος τους αντάμειψε, επειδή βοήθησαν με αυτόν τον τρόπο στον εξελληνισμό της Ασίας, αλλά δεν επέτρεψε στα παιδιά αυτά να ακολουθήσουν τους επαναπατριζόμενους πατεράδες τους. Είναι αξιοσημείωτο ότι τα συνακολουθούντα γυναικόπαιδα υπέστησαν τις μεγαλύτερες απώλειες στην έρημο της Γεδρωσίας.
Αιχμάλωτοι: Ανεξάρτητα από τους λόγους, που οδηγούσαν στη σύλληψή τους, οι αιχμάλωτοι ήταν ένα σημαντικό σε αριθμό τμήμα των συνακολουθούντων. Επειδή δε πολλοί ανήκαν στο μάχιμο δυναμικό του αντιπάλου, η αυξημένη ανάγκη φρούρησής τους στερούσε έναν υπολογίσιμο αριθμό δυνάμεων από την πρώτη γραμμή. Πριν τη μάχη των Γαυγαμήλων η στρατιά του Αλεξάνδρου διέθετε μεγάλο αριθμό αιχμαλώτων, ανάμεσα στους οποίους ήταν πολλές ευγενείς Περσίδες, και οι Πέρσες αποπειράθηκαν να τους ελευθερώσουν, για να διασπάσουν τη συνοχή της μακεδονικής παράταξης.
Όμηροι: Ο αριθμός των ομήρων ήταν μικρότερος εκείνου των αιχμαλώτων, διότι εκρατούντο για διαφορετικούς λόγους, και δεν δημιουργούσαν τόσο έντονα προβλήματα.
Όλες οι παραπάνω κατηγορίες αποτελούσαν τμήματα της στρατιάς, η οποία είχε την ευθύνη επιτήρησης και προστασίας τους. Κάποιοι άλλοι συνακολουθούντες δεν αποτελούσαν τμήμα της στρατιάς, η οποία δεν ήταν υποχρεωτικά επιφορτισμένη με τη φροντίδα τους. Αυτοί ήταν κυρίως οι εξής:
Επιχειρηματίες: Επειδή οι πόλεμοι ανέκαθεν αποτελούσαν ευκαιρίες πλουτισμού για τους τυχοδιώκτες, δεν ήταν δυνατόν να αγνοήσουν τις προοπτικές, που τους άνοιγε κι αυτή η εκστρατεία. Η τυχοδιωκτική διάθεση ώθησε πολλούς να εγκαταλείψουν τα παράλια της Μεσογείου και να ακολουθήσουν τη στρατιά του Αλεξάνδρου, αδιαφορώντας για τις αλλεπάλληλες και σκληρές μάχες. Ρητώς αναφέρονται οι ικανότεροι έμποροι όλων των εποχών, οι Φοίνικες, που ακόμη και στην έρημο της Γεδρωσίας συνέλεγαν εμπορεύματα.
Εκτός από αυτούς υπήρχαν και άλλοι επιχειρηματίες δραστηριοποιούμενοι στις εξαιρετικά αποδοτικές τραπεζικές και παρατραπεζικές εργασίες. Οι στρατιώτες του Αλεξάνδρου, παρά τον αμύθητο πλούτο, που λεηλάτησαν, και τις γενναιόδωρες αμοιβές και δωρεές του ηγέτη τους, λίγο πριν την αποστρατεία τους βρέθηκαν καταχρεωμένοι. Εντούτοις οι τραπεζίτες, όπως συμβαίνει συνήθως, δεν βγήκαν χαμένοι, διότι τα χρέη των στρατιωτών καλύφθηκαν από το βασιλικό θησαυροφυλάκιο.
Τελευταίους πρέπει να αναφέρουμε και τους πιο ποταπούς μεν, περιζήτητους δε επιχειρηματίες, τους πορνοβοσκούς. Σε όλους τους αρχαίους ελληνικούς στρατούς καταγράφεται ένα πλήθος από εταίρες, πόρνες, αγόρια για τους παιδεραστές και ωραίους νεανίες, τόσο για τους ομοφυλόφιλους όσο και για τους αμφετεροφυλόφιλους. Όλοι αυτοί όχι μόνο δεν έλειψαν από την εκστρατεία του Αλεξάνδρου, αλλά κάποιοι αξιωματούχοι θέλησαν να του δωρίσουν κάποιους από τα εμπορεύματα αυτών των επιχειρηματιών.
Καλλιτέχνες (Πλούταρχος, Αλέξανδρος, 72.3, Αλεξάνδρου Τύχη Β.334.D-F): Ένα πλήθος από αθλητές, αυλητές, αυλητρίδες, κιθαρωδούς, αοιδούς, ορχηστρίδες και ηθοποιούς προσέφεραν ζωντανά στους αρχαίους στρατιώτες τη διασκέδαση, που οι σημερινοί στρατιώτες απολαμβάνουν, είτε ζωντανά είτε μέσω συστημάτων αναπαραγωγής ήχου και εικόνας. Το ανάλογο του 7ου Επιτελικού Γραφείου στη στρατιά του Αλεξάνδρου διοργάνωσε πλήθος αθλητικών, μουσικών και θεατρικών αγώνων σε όλη την εκστρατεία, με κορυφαίες διοργανώσεις εκείνες στη Μακεδονία, στην Αίγυπτο, στην Τύρο και τους επιτάφιους αγώνες για τον Ηφαιστίωνα και τον Αλέξανδρο.
http://www.alexanderofmacedon.info/greek/A1gr.htm
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)