Αναγνώστες

Κυριακή 20 Απριλίου 2014

ΗΤΑΝ ΑΛΗΘΙΝΟΣ Ο ΤΡΩΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ;









Είναι άξιον απορίας γιατί τα παρακάτω αρχαιολογικά ευρήματα δεν είναι γνωστά όχι μόνον στο ευρύ κοινό, αλλά ούτε καν σε πολλούς αρχαιολόγους. Μια γνωστή μου ιστορικός έλεγε πως "δεν υπάρχει τίποτα για το οποίο να μην είχαν μιλήσει ή ανακαλύψει πρώτοι οι αρχαίοι Έλληνες". Η συμβολή της αρχαίας Ελλάδος είναι τεράστια στην οικοδόμηση του δυτικού πολιτισμού και η έκφραση ελληνορωμαϊκός πολιτισμός μειώνει λίγο τη συμβολή του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού που οι Ρωμαίοι αντέγραψαν (κακέκτυπα). Μην ξεχνάμε ότι και η κάτω Ιταλία και Σικελία αποικήθηκαν πρώτα από τους Έλληνες.
Στην αναγέννηση, αλλά και τον διαφωτισμό, τα αρχαία ελληνικά αγαθά αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης σε όλους τους τομείς του πολιτισμού, από την τέχνη (αναγέννηση) ως την φιλοσοφία, τις επιστήμες, τις τέχνες και τα γράμματα. Μήπως σήμερα υπάρχει φθόνος για τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό όπου αποτέλεσε την απαρχή της δημοκρατίας, του θεάτρου, της τέχνης, των επιστημών (ας θυμηθούμε τον Δημόκριτο που ανακάλυψε το άτομο!), της φιλοσοφίας, του αθλητισμού (ολυμπιακοί αγώνες) και γενικά όλων όσων σήμερα θεωρούμε δεδομένα. Άλλωστε η απόκρουση των Περσών (αλλά και των Τούρκων στη νεότερη ιστορία) έχει τεράστια σημασία και η Ευρώπη θα ήταν διαφορετική σήμερα αν δεν είχαν απωθηθεί οι Πέρσες (και οι Τούρκοι Οθωμανοί). Δεν είναι τυχαίο το έμβλημα της Ακρόπολης με τον Παρθενώνα της Αθήνας ως σύμβολο παγκόσμιας κληρονομιάς της ΟΥΝΕΣΚΟ.

Το ότι σήμερα οι ξένοι μελετητές φτύνουν χολή λέγοντας ότι οι αρχαίοι Έλληνες ήταν ομοφυλόφιλοι προσβάλλει τους ίδιους γιατί καταρχάς οι αρχαίοι ήταν αμφιφυλόφιλοι (όπως και όλοι οι αρχαίοι λαοί), αλλά η αγαμία ήταν επονείδιστη. Κατά δεύτερον, δεν καταλαβαίνω τι κακό υπάρχει και τι μομφή αν πράγματι ήταν ομοφυλόφιλοι. Και τι έγινε; Τονίζουν ότι ο Μέγας Αλέξανδρος ήταν ομοφυλόφιλος, αν και τα ιστορικά στοιχεία είναι ελλιπή, άλλωστε είχε πολλές γυναίκες στο πλευρό του (όπως τη Ρωξάνη). Ομοίως λένε για τον Αχιλλέα με τον Πάτροκλο, αν και ήταν μυθικά πρόσωπα (ή μήπως όχι; Αυτό θα το δούμε παρακάτω). Παράλληλα, υπάρχουν πολλές γενικεύσεις του στιλ ο Αλέξανδρος ήταν μακελάρης, αν και στην πραγματικότητα εκπολίτισε όλη την Νότιο-Δυτική Ασία και Αίγυπτο που αργότερα ο ισλαμισμός έφερε σε πρωτόγονα επίπεδα. Επίσης έσωσε την Ευρώπη από τους Πέρσες.

Παράλληλα, σε ντοκιμαντέρ του History Channel υπερτονίζεται η προσφορά των Ρωμαίων π.χ. σε πολεμικές τακτικές, όπλα και κατασκευές (αν και πράγματι επινόησαν το τσιμέντο), αλλά στην πραγματικότητα οι αρχαίοι Έλληνες ήταν αυτοί που πρώτοι ανέπτυξαν τις παραπάνω πολεμικές τακτικές (π.χ. ιερός λόχος της Θήβας, σάρισα των Μακεδόνων, πολιορκητικές μηχανές) και κατασκευές (από γέφυρες και υδραγωγεία ως πολυώροφα κτίρια και μάλιστα προϊστορικά όπως στη Σαντορίνη) και γενικά ανέπτυξαν όλες τις επιστήμες, τέχνες και γράμματα.

Παρά ταύτα, το ίδιο το χόλλυγουντ έχει ως θέμα συχνά την αρχαία Ελλάδα όπως στις πρόσφατες ταινίες Troy, Helen of Troy, Alexander, Argonauts, Hercules κτλ. Παράλληλα, τον Μάρτη του 2007 η Warner Brothers λανσάρει την ταινία "300" που αναφέρεται στους 300 Σπαρτιάτες του Λεωνίδα που πολέμησαν τους Πέρσες στις Θερμοπύλες. Η ταινία, γυρισμένη εξ ολοκλήρου στο στούντιο, παρουσιάζει αρκετά ηρωικά τους Σπαρτιάτες να πολεμούν σχεδόν γυμνοί, ξεφεύγοντας επιτέλους από τον ψευδοπουριτανισμό, αν και στην πραγματικότητα οι αρχαίοι είχαν πανοπλίες, περικνημίδες κτλ. Η ταινία ίσως δεν είναι απλά ριμέικ της παλιάς ταινίας (που είχε γυριστεί στην Ελλάδα: στην λίμνη Βουλιαγμένης στο Λουτράκι), αλλά σχετίζεται με την επικείμενη επίθεση των ΗΠΑ στο Ιράν (Περσία). Αλλά και πάλι, τονίζεται η συμβολή των Ελλήνων στην απόκρουση των Περσών και την προστασία της Ευρώπης.

Πέρα από τους περσικούς πολέμους που περιγράφει πολύ ωραία ο Ηρόδοτος (ο πατέρας της ιστορίας) η αρχαιοελληνική γραμματεία έχει πολλά να επιδείξει. Πολύ γνωστός είναι ο τρωικός πόλεμος όπως περιγράφεται από την Ιλιάδα του Ομήρου. Το κείμενο αυτό έχει εμπνεύσει γενεές - γενεών και ακόμα και σήμερα έχουν γυριστεί ταινίες (πρόσφατα το "Troy"με τον Μπραντ Πιτ) με το θέμα αυτό. Βασίζεται όμως η ιστορία του τρωικού πολέμου σε πραγματικά γεγονότα;

Αναλύοντας στο κείμενο αυτό τις αρχαιολογικές αποδείξεις σχετικά με το αν ήταν αληθινός ο τρωικός πόλεμος ή όχι, θα ξεκινήσουμε από την γερμανική πρωτεύουσα. Στο Βερολίνο υπάρχουν γραπτές αναφορές για τον τρωικό πόλεμο. Υπάρχει αρχείο με επιστολές προς τον Αγαμέμνονα. Όπως αναφέρεται στην Ιλιάδα, ο Αγαμέμνονας, βασιλιάς της ελληνικής πόλης των Μυκηνών, τέθηκε επί κεφαλής μεγάλης εκστρατείας εναντίον της Τροίας (πόλης της Μ.Ασίας, κοντά στα Δαρδανέλια) που έπρεπε να τιμωρηθεί για την αρπαγή της Ελληνίδας βασίλισσας ωραίας Ελένης από τον Τρώα βασιλιά Πάρι. Ο Αγαμέμνων είχε συμμάχους από όλη την Ελλάδα και τα νησιά. Μετά από πολιορκία δέκα ετών η Τροία έπεσε. Μπορεί η παραπάνω ερωτική ιστορία να ήταν αιτία πολέμου μεταξύ υπερδυνάμεων της αρχαιότητας;

Τον 13ο αιώνα π.Χ. υπήρχαν μεγάλες αυτοκρατορίες στην εγγύς ανατολή: οι Βαβυλώνιοι (σε παρακμή πλέον), οι Ασσύριοι, οι Αιγύπτιοι και οι Χετταίοι στη σημερινή Τουρκία (Μ.Ασία) που η κυριαρχία τους έφτανε μέχρι το Αιγαίο. Την εποχή του χαλκού πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας των Χετταίων ήταν οι Χαττούσες (Hattusas). Τον 13ο αιώνα π.Χ. ήταν από τις μεγαλύτερες πόλεις με ναούς (επικεφαλής θεός ήταν ο θεός της καταιγίδας), κατοικίες και ένα μεγάλο ανάκτορο. Στην περιοχή Boghazkou (200 μίλια ανατολικά της Άγκυρας) έγινε μια σημαντική ανακάλυψη: ένα διπλωματικό αρχείο γραμμένο πάνω σε πήλινες πινακίδες. Βρέθηκαν 7 αρχεία στο Boghazkou και το 1983 βρέθηκε ένα αρχείο ναού. Το τελευταίο φέρει ίχνη της φωτιάς που κατέστρεψε την περιοχή το 1180 π.Χ. Σημειώνεται ότι οι Χετταίοι κυριεύθηκαν από τους Ασσύριους.

Το 1906 Γερμανοί αρχαιολόγοι βρήκαν 2500 πήλινες πινακίδες με σφηνοειδή γραφή στο Boghazkou. Ήταν αρχεία του χετταϊκού υπουργείου εξωτερικών την περίοδο που έγινε ο τρωικός πόλεμος. Οι πινακίδες μεταφέρθηκαν στο Βερολίνο και αποκωδικοποιήθηκαν μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στο μουσείο της Περγάμου ο Έμλιχ Φόρερ, ένας Ελβετός μελετητής, εργάστηκε στη μετάφραση των πινακίδων όπου ανακάλυψε ονόματα γνωστά από τον Όμηρο, με επαναλαμβανόμενες αναφορές στην Τροία, τον Ατρέα (πατέρα του Αγαμέμνονα), τον Αλέξανδρο (ομηρική ονομασία του Πάρι) κτλ. Οι πινακίδες αναγνώριζαν μάλλον την Ελλάδα ως σημαντικό κράτος.

Παράλληλα με τα βασίλεια της εγγύς ανατολής, που προαναφέρθησαν παραπάνω, υπήρχαν οι πολύχρυσες Μυκήνες του Σλίμαν που ήταν το πλουσιότερο βασίλειο της Ελλάδος. Στις Μυκήνες είχε κυβερνήσει ένας μεγάλος βασιλιάς, ο Αγαμέμνων, και αυτόν μάλλον ο Χετταίος αυτοκράτορας είχε αποκαλέσει σε επιστολή του "αδελφό" και "ίσο". Στην δεκαετία του 1930 η θεωρία του Φόρερ απορρίφθηκε από την ακαδημαϊκή κοινότητα. Όμως, οι Έλληνες βρίσκονταν σε χετταϊκά κείμενα και ο μύθος του τρωικού πολέμου βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα που κατέγραψε ο Χετταίος αυτοκράτορας Χαττούσιλις ο 3ος.

Μετά την αποκωδικοποίηση των κειμένων γραμμικής γραφής Β´ το 1952, γνωρίζουμε ότι οι Έλληνες την εποχή του χαλκού είχαν διπλωματικές σχέσεις με την Αίγυπτο. Στις Θήβες της Αιγύπτου (σημερινό Καρνάκ) υπήρχαν εμπορικές ανταλλαγές με Κρήτες και Έλληνες. Αιγύπτιοι διπλωμάτες, όπως έχει βρεθεί σε αιγυπτιακές επιγραφές, γνώριζαν τις ελληνικές πόλεις και ιδίως τις Μυκήνες.

Κατά τον Όμηρο, ο Αγαμέμνονας ήταν μεγάλος βασιλιάς της ηπειρωτικής Ελλάδος και νησιών όπως η Κρήτη και η Ρόδος. Αυτό (το ότι ήταν μεγάλος βασιλιάς) καταγράφηκε και από το χετταϊκό υπουργείο εξωτερικών. Ο Όμηρος αποκαλεί τους Έλληνες Αχαιούς. Οι Χετταίοι, σε επιγραφές τους, αναφέρονται σε ένα ισχυρό βασίλειο στα Δυτικά τους: την Αχιάβα, εννοώντας προφανώς τους Αχαιούς (Έλληνες). Για το που βρισκόταν η Αχιάβα (στην οποία αναφέρονται οι χετταϊκές επιγραφές) υπάρχουν θεωρίες όπως ότι ήταν στην Θράκη ή Ανατολία ή Ρόδο ή ηπειρωτική Ελλάδα (με έδρα τις Μυκήνες). Η Αχιάβα, αναφέρουν οι χετταϊκές επιγραφές, ήταν θαλασσινό κράτος με ευρύτατες επαφές και σχέσεις με τους Χετταίους άλλοτε φιλικές και άλλοτε εχθρικές. Ο κυβερνήτης της Αχιάβα (Ελλάδας;) αναφέρεται ως "μεγάλος βασιλιάς" (Αγαμέμνων;).

Υπάρχει χετταϊκή επιγραφή που περιγράφει μια συνθήκη μεταξύ Χετταίων και του συριακού κράτους Αμούρου η οποία συντάχθηκε για τον αυτοκράτορα Τούντχαλις τον 4ο (υιός του Χαττούσιλις), μετά τον τρωικό πόλεμο (12ο αιώνα π.Χ.). Εκεί ο Τούντχαλις κατονομάζει τους βασιλείς που ήταν στην ίδια κατηγορία με αυτόν: τους βασιλείς της Αιγύπτου, της Βαβυλώνας, της Ασσυρίας και τέλος τον βασιλιά της Αχιάβα. Όμως στην επιγραφή η λέξη "Αχιάβα" ήταν διεγραμμένη και αυτό σημαίνει ότι ο βασιλιάς της Αχιάβα δεν ήταν πια στην ίδια κατηγορία με τους άλλους βασιλείς ή ότι οι όροι της συνθήκης δεν αναφέρονταν σε αυτόν. Παρά ταύτα, κάποιοι ερευνητές αποσυνδέουν τα ευρήματα αυτά από την Ελλάδα και τον Αγαμέμνονα.

Πάντως, υπάρχει ένα μεγάλο βασίλειο στα Δυτικά των Χετταίων που εμπλέκεται στρατιωτικά και διπλωματικά μαζί τους και διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τη Συρία και άλλα κράτη. Και μάλιστα ονομάζεται Αχιάβα. Η περιγραφή ταιριάζει με τους Αχαιούς (Έλληνες), αν και υπάρχουν αρχαιολόγοι που αντιπαραβάλλουν το γεγονός ότι δεν υπήρχε μεγάλο μυκηναϊκό κράτος, αλλά πολλά μικρά που μάχονταν μεταξύ τους. Άλλωστε η αρχαία Ελλάδα δεν ήταν ένα ενιαίο κράτος, αλλά ένα συνονθύλευμα από πόλεις - κράτη που συχνά μάχονταν μεταξύ τους, όμως ενώνονταν όταν είχαν να αντιμετωπίσουν κοινό εχθρό (Πέρσες). Παρά ταύτα, οι παραπάνω αρχαιολόγοι δεν δικαιολογούν την αναφορά του Χετταίου αυτοκράτορα Χαττούσιλις του 3ου που αποκαλεί σε επιστολή του τον βασιλιά της Αχιάβα "αδελφό". Ήταν ο βασιλιάς της Αχιάβα ο Αγαμέμνων, ο βασιλιάς των Μυκηνών και αρχιστράτηγος των Αχαιών; Κάποιοι μελετητές αντιπαραθέτουν και πάλι ότι ακόμα και στην Ιλιάδα του Ομήρου ο Αγαμέμνων έπαιζε δευτερεύοντα ρόλο μπροστά στον Αχιλλέα, τον βασιλιά των Μυρμιδόνων.

Αρχαιολογικά στοιχεία επιβεβαιώνουν την παρουσία των Ελλήνων στη Μ.Ασία, στις παρυφές του κράτους των Χετταίων. Ελληνικά αγγεία βρέθηκαν σε 30 περιοχές. Σε πινακίδες της γραμμικής Β´ αναφέρονται 6 τοπωνύμια απ´ όπου οι Έλληνες πήραν Ασιάτισες δούλες, ενώ σε 3 μέρη της Νοτιοδυτικής Τουρκίας βρέθηκαν στοιχεία ότι κατοικούσαν Έλληνες με κυριότερη περιοχή τη Μίλητο (μιλάμε πάντα για την εποχή του χαλκού). Τότε η Μίλητος είχε τείχος και ανάκτορο και σε νεκροταφείο της βρέθηκαν κτερίσματα εισαγόμενα από τις Μυκήνες. Η Μίλητος ήταν μυκηναϊκή αποικία ή μια περιοχή συνάντησης πολλών γειτονικών λαών. Σε πινακίδες γραμμικής γραφής Β´ αναφέρεται η Μίλητος ως περιοχή εισαγωγής Ασιάτισων δούλων από Έλληνες ηγεμόνες.

Όμως, κατά το χετταϊκό υπουργείο εξωτερικών, υπήρχε μια πόλη στην δυτική ακτή της Μ.Ασίας που ήταν υπό τον έλεγχο της Αχιάβα (Αχαιών - Ελλήνων;) και λεγόταν "Μιλαβάντα" και αργότερα "Μιλαβάτα". Υπήρχε μεγάλη διένεξη μεταξύ των Χετταίων και της Αχιάβα για την πόλη Μιλαβάντα. Ήταν η Μιλαβάντα η Μίλητος; Αν ναι, τότε η Αχιάβα είναι η ηπειρωτική Ελλάδα. Σε χετταϊκές πινακίδες περιγράφεται αντίγραφο της επιστολής του Χετταίου αυτοκράτορα Χαττούσιλις του 3ου προς τον βασιλιά της Αχιάβα, που δεν ονομάζει, γύρω στο 1250 π.Χ., την εποχή του τρωικού πολέμου. Είναι γνωστή ως επιστολή "Ταβακαλάβα" και αναφέρεται σε κάποιον αχρείο ονόματι Πιαμάραντο ο οποίος ήταν μάλλον τυχοδιώκτης βασιλικής καταγωγής με δράση στα ανοιχτά της Δυτικής Ανατολίας (στη Μ.Ασία) και που ήλθε σε σύγκρουση με την Αχιάβα (Ελλάδα;) και με τον αδελφό του: βασιλιά των Ελλήνων (αποκαλούμενο από τους Χετταίους ως) Ταβακαλάβα.

Ο Πιαμάραντος τρομοκρατούσε τους συμμάχους των Χετταίων στα δυτικά. Επίκεντρο της έριδας ήταν η πόλη Μιλαβάντα ή Μιλαβάτα στην δυτική ακτή της Μ.Ασίας που ήταν υπό τον έλεγχο των Αχιάβα (Ελλήνων;). Ο βασιλιάς των Χετταίων Χαττούσιλις ο 3ος, για να ξεκαθαρίσει τα πράγματα, έγραψε επιστολή στον βασιλιά της Αχιάβα όπου του αναφέρει τα μέρη που πέρασε ταξιδεύοντας δυτικά, από τα οποία αναγνωρίζουμε την πρωτεύουσα των Χετταίων: Χαττούσες (Hattusas). Γύρω στο 1250 π.Χ. ο Χαττούσιλις, ξεκινώντας από τη πρωτεύουσα των Χετταίων Χαττούσες, εξεστράτευσε προς τα δυτικά. Σε μια εβδομάδα έφθασε στην πόλη Sallaba (σημερινό Sivrihisar, 100 μίλια δυτικά της Άγκυρας στην Τουρκία;). Εκεί ο υιός του έφερε μήνυμα μη συμφιλίωσης με τον Πιαμάραντο. Μετά ο Χαττούσιλις έφθασε στο χετταϊκό φρούριο Hapanuba (Afion) και από εκεί συνέχισε προς την Τροία ή προς τη Σμύρνη ή στην ακτή απέναντι από την Κω.

Ο Χαττούσιλις ζήτησε βοήθεια από το λαό Λούκα, το λαό που κατοικούσε στην Λυκία της Μ.Ασίας (σημερινή Λυσία) και που έκανε επιδρομές σε διάφορες περιοχές, μεταξύ των οποίων και η Κύπρος. Ο Χαττούσιλις μάλλον έστριψε νότια στην πόλη Vilivanda (Alabanda) και μάλλον συνέχισε φθάνοντας στο φρούριο Iyalanda όπου δέχθηκε επίθεση από επιθετικούς λαούς τους οποίους τελικά νίκησε. Στην ίδια πόλη (ως Alinda) υπάρχουν προγενέστερα οχυρωματικά έργα. Εκεί ο Χαττούσιλις έστειλε επιστολή στον βασιλιά της Αχιάβα (Ελλάδα;) λέγοντας ότι: "ξεμείναμε από νερό και αφήσαμε φρουρούμενους τους 7000 αιχμαλώτους τους οποίους, όμως, πήρε ο Πιαμάραντος. Όταν ήλθε ο απεσταλμένος του αδελφού μου, δεν έφερε φιλικούς χαιρετισμούς και δώρο (όπως συνηθίζεται) από εσένα, αλλά ότι έδωσε εντολή στον κυβερνήτη της Μιλαβάντα να του παραδώσει τον Πιαμάραντο."

Ο Χαττούσιλις μάλλον πήρε πορεία βορειοδυτικά προς την θάλασσα, παράλληλα προς τη σημερινή λίμνη Μπάφα η οποία την εποχή του χαλκού σχημάτιζε κόλπο. Οι εκβολές του Μαιάνδρου ποταμού ήταν σε μεγάλο κόλπο όπου βρισκόταν η πόλη Μιλαβάντα (Μίλητος;). Ο Χαττούσιλις διαπίστωσε φθάνοντας στην Μιλαβάντα ότι ο Πιαμάραντος είχε φύγει και ότι ο μεγάλος βασιλιάς (Αγαμέμνων;) δεν του επέτρεπε να συλλάβει τον Πιαμάραντο.

Η κυριαρχία των Χετταίων στα δυτικά της Μ.Ασίας ήταν ασταθής. Η Τροία βρίσκεται στο στενό των Δαρδανελίων στην βορειοδυτική Τουρκία και εκεί έγιναν ανασκαφές αρχικά από τους Γερμανούς Σλίμαν και Ντέρκφελντ και τον Αμερικανό Μπλέγκεν. Ο Ντέρκφελντ ανακάλυψε την Τροία Νο 6 η οποία ήταν πρωτεύουσα ενός βασιλείου που είχε εμπορικές σχέσεις με τις Μυκήνες και καταστράφηκε την εποχή του Χαττούσιλις από σεισμό ή πόλεμο. Η Ομηρική Τροία ήταν ίσως η Τροία Νο 7 α. Ο Όμηρος αναφέρει την Τροία ως Ίλιον. Εκεί επιγραφές την αναφέρουν ως Taruisa και Wilusia. Την εποχή του τρωικού πολέμου, κατά τον Χετταίο αυτοκράτορα Χαττούσιλις τον 3ο, στην Wilusia οι Χετταίοι ήλθαν σε σύγκρουση με το στρατό της Αχιάβα (Έλληνες;). Ήταν τελικά η Wilusia η Τροία;

Στο βρετανικό Μουσείο φυλάσσεται συνθήκη μεταξύ του βασιλιά της Wilusia και του αδελφού του Χαττούσιλις, ίσως την εποχή του τρωικού πολέμου. Ο Χαττούσιλις ζητάει βοήθεια από τον δυτικό σύμμαχό του. Οι Αιγύπτιοι γνώριζαν ότι στους συμμάχους των Χετταίων ανήκε και ο λαός ονόματι Δάρδανοι, όνομα που δίνει ο όμηρος στους Τρώες! Στη συνθήκη αναφέρεται ως πρίγκιπας της Wilusia ο Αλέξανδρος, όνομα που δίνει ο Όμηρος στον Πάρι, πρίγκιπα του Βιλίου της Τροίας και εραστή της Ελληνίδας βασίλισσας ωραίας Ελένης (συζύγου του βασιλιά της Σπάρτης Μενέλαου, αδελφού του Αγαμέμνονα) την οποία άρπαξε και αποτέλεσε την αφορμή της πολιορκίας της Τροίας από τους Έλληνες. Τελικά η Wilusia καταστράφηκε. Ήταν η καταστροφή της Τροίας ή κάποιας άλλης πόλης; Ήταν ο Πάρις ο Χετταίος σύμμαχος;

Στο χετταϊκό αρχείο που σώζεται στο μουσείο του Βερολίνου καταλήγουμε ότι λίγο πριν την αναρρίχηση του Χαττούσιλη του 3ου στον θρόνο των Χετταίων το 1263 π.Χ. κάποιοι στα δυτικά προτεκτοράτα των Χετταίων έπαψαν να δηλώνουν υποταγή, στηριζόμενοι στο μεγάλο βασιλιά της Αχιάβα (Ελλάδας;). Η Wilusia (πιθανώς η Τροία) ήταν πιστή στους Χετταίους. Έτσι, δέχθηκε επίθεση από τους Έλληνες και καταστράφηκε. Το 1982 ανακαλύφθηκε κομμάτι επιγραφής που έδενε με την επιστολή του Τούντχαλις του 4ου, υιού του Χαττούσιλις. Αναφέρεται στο διάστημα 1220 - 1230 π.Χ. (μετά τον τρωικό πόλεμο) . Στην επιγραφή αναφέρεται ότι ο Αλέξανδρος (Πάρις;), ο πρίγκιπας της Wilusia (Τροία;), είχε πεθάνει και ότι στην θέση του οι Χετταίοι έβαλαν κάποιον φίλα προσκείμενο σε αυτούς ονόματι Βαλμού τον οποίον αργότερα τον εκθρονίσανε. Η περιοχή της Wilusia (Τροία;) δέχθηκε επίθεση και οι Χετταίοι στρατιώτες μεταφέρθηκαν δυτικά.

Ήταν η πόλη Wilusia, που παρέμεινε πιστή στους Χετταίους, η Τροία; Οι Χετταίοι θα αναγνώριζαν ότι η περιοχή Μιλαβάντα (Μίλητος;) ήταν υπό την σφαίρα επιρροής της Αχιάβα (Ελλήνων;). Όμως τα βασίλεια της Wilusia και της Αρζάβας ήταν στη σφαίρα επιρροής των Χετταίων. Η κρίση πιθανώς κορυφώθηκε μεταξύ των 2 υπερδυνάμεων της εποχής. Ήταν η Τροία Νο 6 - με τα ωραία τείχη (που έχουν ανηφορική κλίση την οποία περιγράφει και ο Όμηρος) - ή η Τροία Νο 7α - με τα παραπήγματά της - η ομηρική Τροία; Τελικά η Τροία έπεσε από τους Έλληνες ή από τους Χετταίους; Και ποια Τροία; Εμένα προσωπικά η όλη ιστορία μου προκαλεί πολλά ερωτήματα. Αξίζει τέλος να αναφερθεί ότι νιώθω τον Αγαμέμνονα κυριολεκτικά κάτι σαν πρόγονό μου, αφού η καταγωγή της οικογένειάς μου είναι από τις Μυκήνες και το επίθετό μου είναι αρχαιοελληνικό ("μανός" σημαίνει αραιός, εξ ου και η Μάνη που έχει αραιή βλάστηση, αν και κατά άλλους "μανός" είναι αυτός εκ Μάνης). Στο δωμάτιό μου έχω σε κάδρο φωτογραφία την χρυσή νεκρική μάσκα που βρέθηκε σε τάφο στις Μυκήνες και αποδίδεται (ίσως λάθος από τον Σλίμαν) στον Αγαμέμνονα.

ΓΕΝΙΚΟΤΕΡΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΡΟΙΑ, ΤΟΥΣ ΑΧΑΙΟΥΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΜΕΤΑΔΟΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Αξίζει να αναφερθεί πως η ελληνική μυθολογία δίνει πολλά στοιχεία για την μετάδοση του ελληνικού πολιτισμού. Στην αρχαιοελληνική παράδοση είναι γνωστά τα έπη του Ομήρου: Ιλιάδα και Οδύσσεια, καθώς και διάφορες ιστορίες σχετικά με την τύχη των Αχαιών (φυλή των αρχαίων Ελλήνων) ηρώων που συμμετείχαν στον τρωικό πόλεμο. Ένα παράδειγμα ήταν ο βασιλιάς του Άργους, Διομήδης, υιός του βασιλιά της Αιτωλίας, Τυδέα. Στον τρωικό πόλεμο, ο Διομήδης συμμετείχε με 80 πλοία (!) και ήταν ο πιο ανδρείος ήρωας, μετά τον Αχιλλέα. Ο Διομήδης μετά τον τρωικό πόλεμο επέστρεψε στο Άργος. Όμως, προδομένος από την σύζυγό του, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την πατρίδα του και να φύγει με τους συντρόφους του στην Ιταλία, σε ελληνική αποικία της Απουλίας όπου και έγινε βασιλιάς. Η Απουλία είναι περιοχή της νοτιοδυτικής Ιταλίας. Στην αρχαιότητα στην Απουλία υπήρχαν πολλές ελληνικές αποικίες και ακόμα και σήμερα σε πολλά χωριά της περιοχής οι κάτοικοι μιλούν την ελληνική γλώσσα με τοπικό ιδίωμα! Στην Απουλία ο Διομήδης αντιμετώπισε σε μονομαχία τον Αινεία.

Ο Αινείας ήταν μυθικός ήρωας της Τροίας και 2ος μεγαλύτερος ήρωας μετά τον Τρώα Έκτορα. Μετά την κυρίευση της Τροίας από τους Αχαιούς, ο Αινείας - σύμφωνα με την παράδοση - κατέφυγε με τους συντρόφους του στο Λάτιο, μια περιοχή της κεντρικής Ιταλίας στην οποία αργότερα χτίστηκε η Ρώμη. Δηλαδή ο Αινείας ήταν ο μυθικός και ίσως και ο πραγματικός γενάρχης των Ρωμαίων και ο ιδρυτής της Ρώμης. Οι Ρωμαίοι αναφέρουν ως ιδρυτές της Ρώμης τον Ρώμο ή αλλιώς Ρέμο και τον Ρωμύλο που σαν τον Ταρζάν τους γαλούχησε μια λύκαινα! Οι Ρωμαίοι είχαν και άλλο μύθο που αναφέρει πως η Ρώμη ιδρύθηκε από τους Σαβίνους, έναν αρχαίο λαό της κεντρικής Ιταλίας (Λάτιο) που κατοικούσε κοντά στην Ρώμη. Προφανώς οι ρωμαϊκοί μύθοι είναι φανταστικοί και δημιουργήθηκαν από τον φθόνο των Ρωμαίων που δεν ήθελαν να παραδεχθούν ότι την χώρα τους αποίκισαν πρώτοι οι Έλληνες. Αυτό γιατί ο Αινείας ήταν Έλληνας, αφού στην πραγματικότητα οι Τρώες ήταν Έλληνες!!! Ουδείς δεν αναφέρει ότι η Τροία ήταν ελληνική αποικία στην περιοχή Τρωάδα της Μ. Ασίας! Οι Έλληνες αποκαλούσαν την Τροία: Ίλιον. Η ονομασία Ίλιον προέρχεται από τον βασιλιά της Τροίας Ίλο ο οποίος ήταν υιός του Τρώα και της Καλλιρρόης και παππούς του Πριάμου. Ο Πρίαμος ήταν υιός του βασιλιά της Τροίας Λαομέδοντα και ήταν βασιλιάς της Τροίας κατά τον τρωικό πόλεμο. Σκοτώθηκε από τον υιό του Αχιλλέα Νεοπτόλεμο.

Η Τροία ιδρύθηκε από τον μυθικό ήρωα (το μυθικός δεν σημαίνει πάντοτε φανταστικός) Δάρδανο από την Θράκη. Από αυτόν η αποικία έλαβε το αρχικό όνομα Δαρδανία ή Δάρδανος. Πάντως, η Δάρδανος, ιστορικά, ήταν αποικία της ελληνικής φυλής των Αιολέων που κατέβηκε από τον βορά τον 21ο αιώνα π.Χ. Από τον Δάρδανο προέρχεται και το όνομα των Δαρδανελίων (Ελλήσποντος). Σύμφωνα με αρχαιολογικές μελέτες η ίδρυση της Τροίας χρονολογείται το 3200 π.Χ. Άρα, αυτό ενισχύει την άποψη ότι οι Έλληνες είχαν ξεκινήσει πολύ πρώιμα τους αποικισμούς περιοχών. Η Τροία έλαβε το όνομά της από τον βασιλιά της Τρώα. Ο υιός του Τρώα και της Νύμφης Καλλιρρόης ήταν ο Γανυμίδης, αδελφός του βασιλιά της Τροίας, Ίλου (βλ. πριν). Ο Γανυμήδης ήταν ο ομορφότερος νέος της γης τον οποίο ερωτεύτηκε ο Δίας και μεταμορφωμένος σε αετό τον απήγαγε στον Όλυμπο όπου τον έκανε οινοχόο (κερνούσε νέκταρ) των θεών!!! Τελικά, ο Δίας τον μεταμόρφωσε σε αστερισμό τον οποίο αποκαλούμε σήμερα Υδροχόο. Γανυμήδης ονομάστηκε και ο δορυφόρος του πλανήτη Δία. Αλλά και οι Τρώες έγιναν ομάδα αστεροειδών που επηρεάζονται από την έλξη του Δια!

Επιστρέφοντας στην Τροία, ήταν μια εύπορη ελληνική αποικία που είχε αναπτύξει το θαλάσσιο εμπόριο. Είχε εμπορικές σχέσεις με τις Μυκήνες από τον 13ο αιώνα π.Χ. Στα μέσα του αιώνα αυτού έγινε και ο πόλεμος των συμμαχικών ελληνικών πόλεων με τους Τρώες. Γενικά, πόλεμοι μεταξύ ελληνικών πόλεων ήταν συνηθισμένοι. Ο αρχηγός των Αχαιών στον τρωικό πόλεμο ήταν ο Αγαμέμνονας ο οποίος ήταν αδερφός του βασιλιά της Σπάρτης, Μενέλαου [ βλ. Σημειώσεις το (84) ] του οποίου την γυναίκα απήγαγε από την Σπάρτη ο Πάρις (84), δίδοντας την αφορμή για τον τρωικό πόλεμο. Ο Αγαμέμνων θεωρείται μάλλον υπαρκτό πρόσωπο - βασιλιάς των Μυκηνών - που έζησε το διάστημα 1200 - 1150 π.Χ. (στις Μυκήνες έχει βρεθεί και νεκρική μάσκα που αποδίδεται στον Αγαμέμνονα). Στον τρωικό πόλεμο συμμετείχε και ο βασιλιάς της Μαγνησίας (αρχαία πόλη στην Θεσσαλία) Φιλοκτήτης ο οποίος μετά την πτώση της Τροίας πήγε στην Ιταλία όπου ίδρυσε πολλές πόλεις!!! Πίσω από τον μύθο αυτό διακρίνεται ο αποικισμός της Ιταλίας από τους Έλληνες που άρχισε τον 13ο αιώνα π.Χ. και ίσως πιο πριν.

Επί τη ευκαιρία ο Φιλοκτήτης ήταν αυτός που σκότωσε τον Πάρη με ένα από τα δηλητηριασμένα βέλη που του είχε χαρίσει ο Ηρακλής. Ο τρωικός πόλεμος ήταν πραγματικό γεγονός που έγινε μάλλον το 1250 π.Χ. μεταξύ των Ελλήνων (Αχαιών) και των Τρώων, στο Ίλιον (Τροία). Κατά την μυθολογία, στην Σικελία έφτασε και ο Δαίδαλος με τα φτερά του (είδος πτητικής μηχανής) από την Κρήτη. Σημειώνεται ότι στην Κρήτη υπήρχε ανεπτυγμένος πολιτισμός από το 2800 π.Χ. (εποχή του χαλκού), ίσως και πιο πριν. Η Σικελία ίσως είναι το νησί των Κυκλώπων που περιγράφει ο Όμηρος στην Οδύσσεια. Στο έργο αυτό αντικατοπτρίζονται οι εξερευνήσεις και η ίδρυση αποικιών από τους αρχαίους Έλληνες στην Μεσόγειο (Κάτω Ιταλία, βόρειο Αφρική) τον 13ο αιώνα π.Χ.. Τις δυσκολίες στις εξερευνήσεις αντικατοπτρίζει και ο ίδιος ο τρωικός πόλεμος. Πίσω από τις διάφορες ιστορίες και τους μύθους, αποκαλύπτεται το γεγονός ότι πολύ πρώιμα οι αρχαίοι Έλληνες είχαν ιδρύσει αποικίες και είχαν επισκεφτεί κυρίως παράκτιες περιοχές της Μεσογείου (Μ. Ασία, Ιταλία, Ισπανία, Γαλλία και βόρειο Αφρική), καθώς και της Μαύρης Θάλασσας. Οι αρχαίοι Έλληνες αποκαλούσαν "Εσπερία" την Ιταλία και την Ισπανία. Οι παραπάνω ιστορίες δείχνουν, λοιπόν, ότι οι αρχαίοι Έλληνες είχαν κατακτήσει τον κόσμο ήδη από τον 13ο αιώνα π.Χ., αν και ο γράφων πιστεύει ότι το έκαναν πιο πριν, το 3000 π.Χ. ! Παρακάτω, ο αποικισμός που θα αναφερθεί ως "δεύτερος αποικισμός" και θα τοποθετηθεί στον 8ο αιώνα π.Χ., είναι ο "επίσημος" αποικισμός των Ελλήνων. Στην πραγματικότητα άρχισε ίσως και 22 αιώνες πιο πριν!!!

Πριν το 2000 π.Χ. οι Έλληνες ονομάζονταν "Πελασγοί" και οι νησιώτες "Αιγαίοι". Γνωστός από το 3000 π.Χ. (εποχή του χαλκού) ήταν ο κυκλαδικός και ο μινωικός (κρητικός) πολιτισμός. Πάντως, ο ελληνικός πολιτισμός άρχισε παλαιοτέρα. Αρχαιολογικές έρευνες ανακάλυψαν ανεπτυγμένο πολιτισμό στη νεολιθική εποχή (6000 - 2800 π.Χ.) σε πολλούς ελληνικούς οικισμούς, όπως για παράδειγμα της Μήλου. Τα παλαιοτέρα, όμως, αρχαιολογικά ευρήματα ανάγονται στα παλαιολιθικά χρόνια (700000 - 8500 π.Χ.), με αρχαιότερο εύρημα τον παγκοσμίως γνωστό "άνθρωπο των Πετραλώνων" που βρέθηκε στο σπήλαιο των Πετραλώνων της Χαλκιδικής. Ήταν ένας σκελετός ανδρός περίπου 30 - 35 ετών (γέρος για την εποχή του) ο οποίος έζησε περίπου το 600000 π.Χ. (αν και υπάρχουν διαφωνίες για την ακριβή χρονολόγηση του σκελετού και το αν ανήκει πράγματι στον άνθρωπο του Νεάντερταλ που θεωρείται αποκομμένο είδος από τον σύγχρονο "άνθρωπο σοφό"). Επίσης, στο σπήλαιο Φράγχθι της Αργολίδας βρέθηκαν ανθρώπινα ευρήματα που ανάγονται περίπου στο 17000 π.Χ. που ανάγονται στο τέλος την παλαιολιθικής εποχής και συγκεκριμένα στην τελευταία φάση της "Βουρμίας περιόδου" που είναι η τελευταία περίοδος των παγετώνων.

Στην περιοχή Αρεόπολη της Μάνης βρέθηκε κρανίο που χρονολογείται στο 150000 π.Χ. Παλαιολιθικά ευρήματα βρέθηκαν και αλλού όπως εργαλεία στις όχθες του ποταμού Λούρου και του ποταμού Πηνειού που χρονολογούνται μεταξύ 50000 - 35000 π.Χ. Σημαντικότατο εύρημα είναι και ο περίφημος "πέλεκυς της Σιάτιστας" που ανήκει στο 100000 π.Χ. Η Σιάτιστα είναι πόλη στον νομό Κοζάνης. Παλαιολιθικά ευρήματα βρέθηκαν και στην αρχαία θεσσαλική πόλη Φερές.

Τα παραπάνω δείχνουν ότι η Ελλάδα κατοικήθηκε από το 700000 π.Χ. (αρχή της παλαιολιθικής εποχής) και καταγεγραμμένα σημασία ανεπτυγμένου πολιτισμού υπάρχουν από το 3000 π.Χ. (αρχή της εποχής του χαλκού) στην Κρήτη και στις Κυκλάδες. Οι Έλληνες ήδη από τη νεολιθική εποχή χρησιμοποιούσαν όπλα και εργαλεία.

Από την διάσπαση της ινδοευρωπαϊκής ομοεθνίας προέκυψαν οι πληθυσμοί που μετακινήθηκαν σε όλη την Ευρώπη και Ασία (Κέλτες, Λατίνοι, Μήδοι, Πέρσες, Ινδοί, Πρωτοέλληνες). Αργότερα στην Ελλάδα κατέβηκαν από τον βορά και οι Αχαιοί που δημιούργησαν το μυκηναϊκό (υστεροελλαδικό) πολιτισμό (1600 - 1000 π.Χ.). Γενικά, κάθοδος των Ινδοευρωπαίων - Πρωτοελλήνων συνοδεύτηκε από την μεταφορά του πολιτισμού τους όπως την κεραμική τους τάφους τύπου Κουργκάν (λακοειδείς) κτλ. Συνοδεύτηκε, όμως, και με συγκρούσεις όπως την καταστροφή της Άργισσας και της Λέρνας το 21ο αιώνα π.Χ. Επίσης, οι Αχαιοί προχώρησαν στην κατάληψη της Κρήτης το 1450 π.Χ., εκμεταλλευόμενοι την καταστροφή του νησιού από σεισμούς και από την μεγάλη έκρηξη του ηφαιστείου της Σαντορίνης που δημιούργησε τεραστία παλιρροϊκά κύματα. Τον 15ο αιώνα π.Χ. οι Αχαιοί κατέλαβαν και την Κύπρο η οποία ήταν στα χέρια πολλών - μη Ελλήνων - κατακτητών, πριν την καταλάβουν οι Αχαιοί.

Όπως αναφέρεται σε αρχαίο αιγυπτιακό κείμενο, τον 15ο αιώνα π.Χ. οι Αχαιοί με τους Σσακαλάσς βοήθησαν τους Τυρσινούς (βλ. παρακάτω, μάλλον κάτοικοι της νησιωτικής Ελλάδος ή Έλληνες της Μ. Ασίας), τους Λυκίους (η Λυκία ήταν στην Μ. Ασία) και τους Σσαρδανούς, στην εκστρατεία τους εναντίον της Αιγύπτου - επί βασιλείας του Μενεφθά. Τα παραπάνω έθνη αποβιβάστηκαν στην Λιβύη και βοήθησαν τον βασιλιά της Μερμαγιού να αντιμετωπίσει την Αίγυπτο. Τελικά, έχασαν την μάχη από τους στρατηγούς του Μενεφθά. Σε αρχαία αιγυπτιακά κείμενα αναφέρονται, επί βασιλιάς του Τούθμωση του Γ´ (θαν. 1448 π.Χ.), ως κάτοικοι της Ελλάδος οι Δαναοί (ως "Δανάουνα") οι οποίοι αποκαλούνται αλλού Αχαιοί. Τον 12ο αιώνα π.Χ. οι Δαναοί και οι Τυρσινοί, όπως αναφέρεται σε αιγυπτιακό κείμενο, συνασπίστηκαν με τους Τεύκρους (Κύπριοι), τους Λυκίους και τους Φιλισταίους (αρχαίος λαός της Παλαιστίνης) και εξεστράτευσαν εναντίον της Αιγύπτου από ξηράς και θαλάσσης, επί βασιλείας του Ραμσή του Γ´ (1198 - 1166 π.Χ). Ο Ραμσής ο Γ´ απέκρουσε αποτελεσματικά τους "λαούς της θάλασσας".

Στα παραπάνω αιγυπτιακά κείμενα οι Αχαιοί αναφέρονται ως "Aigaiwasch" (Ακαϊουβάς) που κατά τους περισσότερους αιγυπτιολόγους ήταν μάλλον οι Αχαιοί της Ελλάδος ή του... Καυκάσου!!! Το τελευταίο αναφέρεται γιατί υπάρχει η θεωρία ότι οι Αχαιοί έφτασαν μέχρι τον Καύκασο και αποτέλεσαν τον πληθυσμό Χάι που είναι οι Αρμένιοι, αφού Χαϊεστάν είναι η Αρμενία!!! Άλλωστε, υπάρχει και κάποιος μύθος που αναφέρει πως μερικοί Αχαιοί μετά τον τρωικό πόλεμο αποπλανήθηκαν μέχρι τον Καύκασο. Ίσως δεν είναι τυχαίοι και οι μύθοι που αναφέρθηκαν αρχικά (Προμηθέας, Ηρακλής, Αργοναύτες) και μιλάνε για τον Καύκασο! Το Χάι είναι παραφθορά της λέξεως Αχαιοί. Πάντως, τα περί αντιστοιχίας των Δαναών και των Αχαιών προς τα ονόματα "Δανάουνα" και "Ακαϊουβάς" των αιγυπτιακών επιγραφών είναι από πολλούς μελετητές αμφισβητήσιμα. Αναφορικά με την σχέση των Αχαιών με την Αίγυπτο, δεν είναι τυχαίο ότι στην Ιλιάδα και στην Οδύσσεια γίνεται από τον Όμηρο πολύς λόγος περί Φοινίκης και Αιγύπτου (ο Όμηρος αναφέρεται ακόμα και στην κατασκευή των πυραμίδων), γεγονός που δείχνει πολιτιστική επίδραση των Ελλήνων με αυτούς τους λαούς. Επαναλαμβάνεται ότι στην Ιλιάδα περιγράφεται ο τρωικός πόλεμος που έγινε μάλλον το 1250 π.Χ.

Την θεωρία ότι οι Έλληνες Δαναοί είχαν επιτεθεί στην Αίγυπτο, σύμφωνα με τα αιγυπτιακά κείμενα, επιβεβαιώνει και η ελληνική μυθολογία. Κατά την ελληνική μυθολογία οι γενάρχες των Δαναών ήταν η Δανάη (κόρη του βασιλιά του Άργους Ακρισίου η οποία απέκτησε με τον Δία τον Περσέα) ή σύμφωνα με μια άλλη παράδοση ήταν οι Δαναΐδες. Οι Δαναΐδες ήταν οι 50 κόρες του Δαναού. Ο Δαναός ήταν υιός του βασιλιά της Αιγύπτου Βήλου και της Αγχιρόης, της κόρης του Νείλου (ο Νειλέας ήταν βασιλιάς της Αιγύπτου). Ο Βήλος ήταν υιός του Ποσειδώνα και της Λιβύης και δίδυμος αδελφός του Αγήνορα ο οποίος ήταν βασιλιάς της Φοινίκης. Ο Αγήνορας με την Τηλέφασσα απέκτησαν τον Κάδμο και την Ευρώπη. Ο Κάδμος ήταν ο ιδρυτής των Θηβών. Ο Δαναός με την Ευρώπη (την εξαδέλφη του) απέκτησαν τις 50 Δαναΐδες.

Ο Δαναός είχε έναν δίδυμο αδελφό που ονομαζόταν Αίγυπτος και ήταν βασιλιάς της Αιγύπτου. Τα παραπάνω ονόματα δείχνουν τις πολιτιστικές σχέσεις των αρχαίων Ελλήνων με τους γειτονικούς τους λαούς. Ο Αίγυπτος είχε 50 υιούς τους οποίους αποφάσισε να παντρέψει με τις 50 κόρες του Δαναού. Όμως, οι Δαναΐδες δεν ήθελαν να παντρευτούν τους υιούς του Αιγύπτου και δραπέτευσαν με τον πατέρα τους στο Άργος όπου τους έδωσε άσυλο ο βασιλιάς της πόλης, Πελασγός. Όμως, οι 50 υιοί του Αιγύπτου έφθασαν στο Άργος προκειμένου να πάρουν τις Δαναΐδες. Για να αποφευχθεί ο πόλεμος, ο Πελασγός παρακάλεσε τις Δαναΐδες να δεχθούν να τους παντρευτούν. Οι Δαναΐδες προσποιήθηκαν ότι δέχονται, όμως την ίδια νύκτα του γάμου - με διαταγή του πατέρα τους - σκότωσαν τους συζύγους τους, εκτός από την Δαναΐδα Υπερμήστρα η οποία έφυγε με τον υιό του Αιγύπτου, Λυγκέα. Οι υπόλοιπες καταδικάστηκαν στον Άδη να γεμίζουν ένα απύθμενο πιθάρι. Οι Δαναΐδες ήταν οι νύμφες των πηγών, κατά την ελληνική μυθολογία.

Κατά την παράδοση μετά την συζυγοκτονία οι Δαναΐδες εξαγνίστηκαν από την Αθηνά και τον Ερμή και παντρεύτηκαν Αργείους (κατοίκους του Άργους). Έτσι, οι Δαναΐδες ήταν γενάρχες των Δαναών οι οποίοι, κατά τον Όμηρο, ήταν οι κάτοικοι του Άργους. Ο Δαναός έγινε βασιλιάς του Άργους και δίδαξε στους ντόπιους την άρδευση, την καλλιέργεια της γης και τα γράμματα. Ο παραπάνω μύθος επιβεβαιώνει πως οι Δαναοί έφθασαν στην Αίγυπτο, στα πλαίσια πολιτιστικής γνωριμίας και στα πλαίσια πολέμου ο οποίος περιγράφεται από τα αιγυπτιακά κείμενα. Στα παραπάνω κείμενα αναφέρονται οι Δαναοί και οι Αχαιοί. Όμως, οι Δαναοί ήταν όχι μόνον ονομασία των Αργείων, αλλά γενικότερα των Αχαιών (και κατά τον Όμηρο αν θυμηθούμε την φράση του Λαοκόωντα - "Φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας"). Επίσης, το όνομα του βασιλιά του Άργους, Πελασγός, δεν είναι τυχαίο.

Ο Όμηρος αναφέρει ως Αχαιούς σύμπαντες τους Έλληνες και ειδικότερα τους κατοίκους μιας περιοχής στην Φθιώτιδα. Υπενθυμίζεται ότι οι άλλες 3 βασικές ελληνικές φυλές ήταν οι Ίωνες, οι Αιολείς και οι Δωριείς. Όμως, ο Όμηρος δεν αναφέρει τους Αιολείς. Επίσης, ως Ίωνες αποκαλεί τους Αθηναίους, ενώ τους Δωριείς - στην Οδύσσεια - τους τοποθετεί στην Κρήτη!!! Ίσως, κατά μια ρηξικέλευθη θεωρία του γράφοντος, ο Όμηρος να ονομάζει Αχαιούς τους Πελασγούς οι οποίοι αρχικά κυριάρχησαν στην Θεσσαλία στο τέλος της 3ης χιλιετίας π.Χ. Το πιο πιθανό, όμως, είναι να ονομάζει Αχαιούς σύμπαντες τους Έλληνες, υπονοώντας ότι οι Αχαιοί ήταν η κυρίαρχη ελληνική φυλή. Κατά μια άλλη άποψη, ο Όμηρος δεν αναφέρει ως Αχαιούς όλους τους Έλληνες, αλλά την φυλή των Αχαιών που αρχικά εγκαταστάθηκε στην Νότιο Θεσσαλία, την Στερεά Ελλάδα (εξ ου και η τοποθέτηση των Αχαιών από τον Όμηρο στην Φθιώτιδα) και στην Πελοπόννησο.

Πριν αναφέρθηκε πως οι Πελασγοί επικράτησαν στην Ελλάδα στα τέλη της 3ης χιλιετίας π.Χ. και κυριάρχησαν στην Θεσσαλία. Αρχαίος λαός της Θεσσαλίας ήταν και οι Δόλοπες οι οποίοι ήταν και γνωστοί πειρατές με έδρα τη Σκύρο. Πάντως, αξίζει να σημειωθεί πως οι Θεσσαλοί ήλθαν, κατά την παράδοση, εκ της Ηπείρου. Δηλαδή, υπάρχει μια σύνδεση των κατοίκων της Ηπείρου (βλ. πριν Δωδώνη) και των Πελασγών της Θεσσαλίας. Την 1η χιλιετία π.Χ. το Άργος στην Θεσσαλία ονομαζόταν Πελασγικό. Όμως και στο Άργος στην Πελοπόννησο αναφέρθηκε παραπάνω ο βασιλιάς της πόλης Πελασγός. Ο μύθος αναφέρει ότι ο Πελασγός δέχθηκε στην πόλη του τον Δαναό με τις 50 κόρες του, τις Δαναΐδες, όταν δραπέτευσαν από την Αίγυπτο. Οι Δαναΐδες παντρεύτηκαν Αργείους και ήταν γενάρχες των Δαναών οι οποίοι δεν ήταν μόνον οι κάτοικοι του Άργους, αλλά και οι Αχαιοί γενικότερα. Δηλαδή, κατά τον μύθο αυτό, οι Πελασγοί προηγήθηκαν των Αχαιών.

Πιο πιθανό είναι οι Πελασγοί να μετονομάστηκαν σε Δαναούς, δηλαδή Αχαιούς. Κατά τον ιστορικό Ηρόδοτο (18) ως Πελασγοί αναφέρονται (Α´, 56, 58) ιδίως οι Ίωνες, εν αντιθέσει με τους Έλληνες που αποκαλούνται με το όνομα αυτό οι Δωριείς της Πελοποννήσου!!! Ο Θουκυδίδης (4) αναφέρει πως οι κάτοικοι της Αιτωλίας ομιλούσαν, ως επί το πλείστον, μια άγνωστη γλώσσα. Και όμως, στα ομηρικά χρόνια (μέσα 13ου αιώνα) οι Αιτωλείς ήταν Έλληνες! Η απάντηση στο όλο ζήτημα είναι απλή. Οι κάτοικοι της Ελλάδος πριν το 2000 π.Χ. ήταν οι Πελασγοί και οι Αιγαίοι. Από τον 21ο αιώνα π.Χ. κατέβηκαν στην Ελλάδα, από τον βορά, οι πρωτοελληνικές φυλές που ανήκαν στην αρία (ινδοευρωπαϊκή) φυλή.

Σε ό, τι αφορά τους Πελασγούς, η κάθοδος τον 21ο αιώνα π.Χ. από τον βορά των αρίων φυλών και αργότερα των Αχαιών είχε ως αποτέλεσμα οι Πελασγοί να εξοντωθούν ή να περιοριστούν σε ορισμένες περιοχές όπως η Αιτωλία και γενικά η Στερεά Ελλάδα και η Θεσσαλία. Άλλωστε, στις περιοχές αυτές είχαν αρχικά επικρατήσει οι Πελασγοί. Έτσι, σύμφωνα με αυτήν την άποψη ερμηνεύεται και μια από τις θεωρίες του γράφοντος που αναφέρεται στο γεγονός ότι ο Όμηρος τοποθετεί τους Αχαιούς σε μια περιοχή στην Φθιώτιδα, οπότε ίσως να αναφέρεται στους Πελασγούς. Ο Όμηρος, επίσης, αναφέρει τους Μυρμιδόνες. Ήταν κάτοικοι της Θεσσαλίας με αρχηγό τον Αχιλλέα. Το όνομα Φθιώτιδα προέρχεται από τον μυθικό ήρωα Φθίο ο οποίος ήταν υιός του Αχαιού, γενάρχη των Αχαιών.

Στην αρχαιότητα η Φθιώτιδα ονομαζόταν "Φθιώτις Αχαΐα", επειδή την κατοικούσαν οι Αχαιοί. Το ερώτημα είναι γιατί ο Όμηρος τοποθετεί τους Μυρμιδόνες στην Θεσσαλία και τους Αχαιούς στην Φθία. Η απάντηση είναι ότι μάλλον στην ιστορία του Ομήρου εμπεριέχονται οι Πελασγοί που κατέβηκαν στην Ελλάδα την 3η χιλιετία π.Χ. και οι Αχαιοί που κατέβηκαν στην Ελλάδα μετά τον 19ο αιώνα π.Χ. Άρα, ο Όμηρος αναμειγνύει τα γεγονότα σχετικά με τις πρωτοελληνικές φυλές και αναφέρεται σε μια χρονική περίοδο στην οποία οι Αχαιοί είχαν καταλάβει την Ελλάδα και οι Πελασγοί είχαν περιοριστεί στην Θεσσαλία και στην Στερεά Ελλάδα. Δύσκολα μπορεί να δοθεί σαφής θέση στο ζήτημα, αφού στην Θεσσαλία και στην Στερεά Ελλάδα κυριάρχησαν αρχικά οι Πελασγοί, όμως στις ίδιες περιοχές (και στην Πελοπόννησο) εγκαταστάθηκαν αργότερα και οι Αχαιοί!!! Συνεπώς, οι Μυρμιδόνες που αναφέρει ο Όμηρος ίσως ήταν Πελασγοί, ενώ οι Αχαιοί της Φθίας που αναφέρει μάλλον δεν είχαν σχέση με τους Πελασγούς. Μπορεί, όμως, και να είχαν! Όλα είναι πιθανά, αφού οι Πελασγοί ήταν πολεμική φυλή όπως και οι Αχαιοί.

Η μυθολογία δίδει την δική της θέση στο ζήτημα. Ο Δευκαλίωνας, που περιγράφηκε πριν ως ο επιζών και γενάρχης του ανθρωπίνου γένους, έγινε ο βασιλιάς της Φθίας στην Θεσσαλία!!! Τα παιδιά του Δευκαλίωνα ήταν ο Έλληνας, ο Αμφικτύωνας (ιδρυτής των αμφικτιονιών) και η Πρωτογένεια. Άρα ο Έλληνας από την μυθολογία τοποθετείται στην Θεσσαλία και γίνεται έτσι αναφορά στους Πελασγούς που κυριάρχησαν στην Θεσσαλία. Ο Έλληνας με την νύμφη Ορσηίδα απέκτησαν τον Αίολο, τον Δώρο και τον Ξούθο. Ο Αίολος ήταν ο γενάρχης των Αιολέων και ο Δώρος των Δωριέων. Ο Ξούθος με την Κρέουσα απέκτησαν τον Ίωνα και τον Αχαιό, τους γενάρχες των Ιώνων και των Αχαιών, αντίστοιχα! Οι κάτοικοι του Άργους και γενικά οι Αχαιοί αναφέρονται και ως Δαναοί. Ο Δαναός, όπως προαναφέρθηκε, ήταν γενάρχης των Αργείων και πατέρας των Δαναΐδων.

Οι Μυρμιδόνες που αναφέρονται από τον Όμηρο ήταν κάτοικοι της Θεσσαλίας. Κατά την μυθολογία, η καταγωγή τους ήταν από την Αίγινα (!) και γενάρχης τους ήταν ο Πηλέας που ήταν υιός του Αιακού, του βασιλιά της Αίγινας. Ο αδελφός του Πηλέα, Τελαμώνας, έγινε βασιλιάς της Σαλαμίνας. Ο Τελαμών ήταν ο πατέρας του Αίαντα του Τελαμώνιου που πήρε μέρος στον τρωικό πόλεμο και του Τεύκρου που ίδρυσε την αποικία Σαλαμίνα στην Κύπρο. Ο ήρωας Αχιλλέας ήταν υιός του Πηλέα και της Θέτιδος και ήταν βασιλιάς των Μυρμιδόνων με τους οποίους εξεστράτευσε στον τρωικό πόλεμο. Η μητέρα του Θέτις ήταν - κατά τη μυθολογία - Νηρηίδα. Οι Νηρηίδες, θεότητες της ήρεμης θάλασσας, ήταν κόρες του Νηρέα (υιός της Γης και του Πόντου) και της Δωρίδος (κόρη του Ωκεανού). Εδώ παρατηρείται αντιστοιχία του Δώρου και της Δωρίδος και συσχέτισή τους με τους Δωριείς που κατέβηκαν τον 11ο αιώνα π.Χ. στην Ελλάδα. Ο Πηλέας ήταν υιός του βασιλιά της Αίγινας, Αιακού. Ο Πηλέας ήταν βασιλιάς της Φθίας στην Θεσσαλία την οποία βασίλεψε και ο Δευκαλίωνας!!! Ο καρδιακός φίλος του Αχιλλέα, Πάτροκλος, ήταν υιός του Μενοίτιου και ήταν από την Οπούντα της Λοκρίδος (περιοχή από τις Θερμοπύλες μέχρι την Κωπαΐδα). Ο Μενοίτιος ήταν αδελφός του Τιτάνα Προμηθέα (υιός του Ιαπετού ο οποίος ήταν υιός του Ουρανού και της Γης). Ο υιός του Προμηθέα ήταν ο Δευκαλίωνας, ο γενάρχης του ανθρωπίνου γένους!!! Σχετικά με τον Αχιλλέα, καταγόταν από το βασιλικό γένος των Μολοσσών. Η περιοχή της αρχαίας Ελλάδας "Μολοσσίς" βρισκόταν στην περιοχή που καταλαμβάνει η σημερινή Ήπειρος και η νότιος Αλβανία που ήταν η ελληνική βόρεια Ήπειρος. Αρχικά στην βόρεια Ήπειρο κατοικούσε η ελληνική φυλή των Παροναέων. Η περιοχή Μολοσσίς ονομάστηκε έτσι από τον μυθικό βασιλιά Μολοσσό που ήταν υιός του Νεοπτόλεμου και της Ανδρομάχης. Το βασίλειο της Ηπείρου το ίδρυσε ο Νεοπτόλεμος. Δεν έχουμε εδώ μια σύνδεση με την Δωδώνη που βρισκόταν στην Ήπειρο και για την οποία έγινε εκτενής αναφορά παραπάνω;

Άρα, τα πάντα στην ελληνική μυθολογία συσχετίζονται μεταξύ τους, καθώς και με την ελληνική ιστορία. Ο Όμηρος αναφέρεται στον τρωικό πόλεμο που έγινε στα μέσα του 13ου αιώνα π.Χ. (μάλλον το 1250 π.Χ.) Όμως, φαίνεται ότι ο Όμηρος ανακατεύει - όπως και η ελληνική μυθολογία, αλλά και οι ιστορικοί και οι συγγραφείς της αρχαιότητας - την ιστορία της εμφάνισης των πρωτοελληνικών φυλών που παρουσιάζεται χωρίς ιστορική ακολουθία. Αλλά για ποιόν Όμηρο γίνεται αναφορά την στιγμή που υπάρχει το "ομηρικό ζήτημα" σχετικά με τον πραγματικό συγγραφέα της Ιλιάδος και της Οδύσσειας και το αν ο Όμηρος ήταν υπαρκτό πρόσωπο ; Είναι περίεργο ένας, κατά την παράδοση, τυφλός άνδρας (ακόμα και το όνομα Όμηρος σημαίνει τυφλός) να περιγράφει ιστορικά γεγονότα και μύθους που σχετίζονται με τον αποικισμό της Μεσογείου, τα ταξίδια των αρχαίων Ελλήνων και επίσης να παραθέτει πλήθος από εθνολογικά και λαογραφικά στοιχεία. Κατά τον γράφοντα τα δύο έπη είναι συρραφή παραδόσεων και ιστορικών γεγονότων που έχουν αλλοτριωθεί από την μυθολογία. Άλλωστε, στα έπη αυτά εμφανίζεται το ίδιο φαινόμενο με την ελληνική μυθολογία: διάφορα ιστορικά γεγονότα (ελληνικές φυλές και περιοχές, πόλεμοι, ίδρυση αποικιών) παρουσιάζονται αλλοτριωμένα, ανακατεμένα και ο μύθος έχει δεθεί άρρηκτα με την ιστορική πραγματικότητα...

Πολύ πρώιμα, οι ελληνικές πόλεις - κράτη ίδρυσαν πολυάριθμες αποικίες στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου και της Μ. Ασίας στις οποίες μεταλαμπάδευσαν τις αρετές και τα ιδεώδη του ελληνικού πολιτισμού. Οι αρχαίοι Έλληνες μετέφεραν πάντα την εστία (την ιερή φωτιά) και τα οστά των προγόνων τους όταν ίδρυαν τις αποικίες τους. Επίσης, μετέφεραν και τον πολιτισμό τους και ανέπτυσσαν τις επιστήμες, τις τέχνες και τα γράμματα. Από αρχαιοτάτων χρόνων οι Έλληνες ταξίδευαν - όπως λεει ο Ηρόδοτος: "κατ´ εμπορίαν καί θεωρίαν", δηλαδή για το εμπόριο των προϊόντων και την ανταλλαγή υλικών και πνευματικών αγαθών με τους ξένους λαούς. Οι Έλληνες ήταν κυρίαρχοι των θαλασσών. Είχαν τη μεγαλύτερη δύναμη στο εμπορικό και αργότερα στο πολεμικό ναυτικό.

Οι αρχαίοι Έλληνες ίδρυσαν αποικίες σε όλη τη Μεσόγειο, στον Εύξεινο Πόντο (Μαύρη Θάλασσα) και στην Βόρειο Αφρική. Οι πόλεις των Κυκλάδων και της μινωικής Κρήτης είχαν, ήδη από το 3000 π.Χ., κατακτήσει τη Μεσόγειο, πολύ πριν από τους "επίσημους" αποικισμούς και είναι σίγουρο ότι είχαν ιδρύσει αποικίες στα ευρύτερα παράλια της Μεσογείου. Οι Κρήτες, ήδη από την δεύτερη χιλιετία π.Χ., είχαν κατακτήσει την ανατολική Μεσόγειο με τα πλοία τους - πριν από τους Φοίνικες - και είχαν φθάσει ακόμα και στην Αίγυπτο, στο Λίβανο, στην Μεσοποταμία και άλλες περιοχές της νοτιοδυτικής Ασίας. Eπίσης, υπάρχουν μινωικές (της αρχαίας Κρήτης) επιδράσεις στο Αφγανιστάν!!! Γενικά, στην Μεσοποταμία είχε επεκταθεί το ελληνικό εμπόριο και στα μετέπειτα χρόνια. Οι Μυκήνες το δεύτερο ήμισυ του 15ου αιώνα είχαν εμπορικές ανταλλαγές και είχαν ιδρύσει εμπορικούς σταθμούς και αποικίες στα δυτικά παράλια της Μ. Ασίας (για παράδειγμα στην Κιλικία - περιοχή της νοτιοανατολικής Μ. Ασίας), στην Αίγυπτο, στις συριοπαλαιστινιακές ακτές, στη νότιο Ιταλία και στη Σικελία.

Το σίγουρο είναι ότι οι αρχαίοι Έλληνες είχαν επεκταθεί, με τις αποικίες τους, από τον Καύκασο, ως το Γιβραλτάρ και όπως έλεγε ο Πλάτων: "οι αποικίες έμοιαζαν σαν βατράχους γύρω από μια λίμνη". Μάλιστα, ο Πυθέας από την Μασσαλία (ελληνική αποικία των Φωκαέων) στα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ. πέρασε το Γιβραλτάρ (Ηράκλειες στήλες το έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες) με πλοίο και μετά περιέπλευσε την Αγγλία! Μετά έπλευσε την "Θούλη" (ήταν η Ισλανδία ή η Νορβηγία) και στη συνέχεια έπλευσε στη Βαλτική και έφτασε στο νησί Ελιγολάνδη και στις εκβολές του ποταμού Έλβα στην Γερμανία και του ποταμού Βιστούλα στην Πολωνία!!! Ο Πυθέας χαρτογράφησε την περιοχή και επίσης μέτρησε το μήκος των ακτών της Αγγλίας!!! Τέλος, οι αρχαίοι Έλληνες δεν αποκλείεται να έφθασαν μέχρι τις ακτές της Αμερικής.
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ - TZEHMΣ ΜΑΝΟΣ, 2006
http://www.dim-manos.narod.ru/troian1.htm#Top#Top

Πέμπτη 17 Απριλίου 2014

Πέθανε ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες


Πέθανε σε ηλικία 87 ετών ο νομπελίστας κολομβιανός συγγραφέας, Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, σύμφωνα με ανακοίνωση της οικογένειάς του την οποία επικαλείται το Associated Press.
Ο Μάρκες (Γκαμπριέλ Χοσέ Γκαρσία Μάρκες), που εδώ και ζούσε μόνιμα στο Μεξικό από τη δεκαετία του '60, ξεκίνησε την καριέρα του ως δημοσιογράφος.
 
Είχε γεννηθεί στις 6 Μαρτίου 1927 στην Αρακατάκα της Κολομβίας. Σπούδασε Νομική και Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο της Μπογκοτά. Το 1947 δημοσίευσε το πρώτο του διήγημα, « Τρίτη Παραίτηση» κι ένα χρόνο μετά ταξίδεψε στις Ινδίες όπου και ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία σε εφημερίδες και περιοδικά.
 
Το 1967 λεγραψε τα «Εκατό Χρόνια Μοναξιάς», μυθιστόρημα που τον καθιέρωσε ως έναν από τους μεγαλύτερους συγγραφείς της εποχής μας κι έγιεν παγκόσμιο μπεστ-σέλερ.
 
Με τα μυθιστορήματα και τις νουβέλες του καθιέρωσε το είδος του μαγικού ρεαλισμού. Το 1982 βραβεύτηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας.
 
Ο Μάρκες έπασχε από τα 77 του από καρκίνο στους λεμφαδένες.
 
Το 2000 στο περουβιανό περιοδικό «Ρεπούμπλικα» γράφηκε πως είχε φτάσει στα τελευταία του. Λίγο αργότερα κυκλοφόρησε στο Διαδίκτυο ένα κείμενο με τίτλο «Μαριονέτα», ένα είδος ανακοίνωσης προς τους πιο στενούς του φίλους. Ο Μάρκες αρνήθηκε πως ήταν δικό του: «Αυτό που θα μπορούσε να με σκοτώσει είναι έστω και η υποψία πως έχω γράψει κάτι τόσο απολύτως κιτς. Τίποτ' άλλο δεν με ανησυχεί».
 
Το 2002 κυκλοφόρησε το πρώτο μέρος της αυτοβιογραφίας του. Τρία χρόνια αργότερα, το 2005, κέρδισε τη μάχη εναντίον του καρκίνου. 
 
Στις 6 Μαρτίου έκλεισε τα 87 του χρόνια οπότε και εμφανίστηκε για τελευταία φορά δημοσίως.
 
Στις αρχές Απριλίου είχε εισαχθεί στο νοσοκομείο με πνευμονία.  H μεξικανική εφημερίδα El Universal επικαλούμενη "αξιόπιστες πηγές" είχε γράψει ότι ο καρκίνος των λεμφαδένων από τον οποίο είχε προσβληθεί ο Μάρκες πριν από 15 χρόνια, εμφανίστηκε εκ νέου και τώρα έχει κάνει μετάσταση στους πνεύμονες, τα γάγγλια και το ήπαρ.
 
Στο τεράστιο έργο του συμπεριλαμβάνονται και τα μυθιστορήματα: "Το φθινόπωρο του Πατριάρχη", "Χρονικόν ενός προαναγγελθέντος θανάτου", "Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας", "Δώδεκα διηγήματα περιπλανώμενα" και "Περί έρωτος και άλλων δαιμονίων". Επίσης, έχει γράψει άρθρα σε περιοδικά, βιβλία με διηγήματα και κινηματογραφικά σενάρια.

Τρίτη 15 Απριλίου 2014

«Αι μωραί παρθέναι» και το τροπάριο της Κασσιανής


H Mεγάλη Τρίτη είναι αφιερωμένη στην προνοητικότητα και την εγρήγορση με την παραβολή των δέκα παρθένων και το υπέροχης ποιητικής ομορφιάς, τροπάριο της Κασσιανής.
Σε συνέχεια των προηγούμενων δύο ημερών τελείται η Ακολουθία του Νυμφίου, ενώ η Εκκλησία θυμάται την παραβολή των δέκα παρθένων και την παραβολή των ταλάντων, που διδάσκουν την προνοητικότητα αλλά και την εργατικότητα.
Τι αναφέρει, όμως, η παραβολή; Πέντε φρόνιμες και πέντε μωρές παρθένες περιμένουν το Νυμφίο (γαμπρό) να έλθει να παραλάβει τη νύφη. Οι φρόνιμες, που είχαν προνοήσει φρόντισαν να πάρουν μαζί τους λάδι ώστε να έχουν για να φωτίζουν τα λυχνάρια τους.
Δεν ισχύει το ίδιο όμως και για τις μωρές, οι οποίες λόγω της αργοπορίας του Νυμφίου αποκοιμήθηκαν. Έτσι όταν ακούγεται η φωνή «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται», ψάχνουν να βρουν λάδι για να ανάψουν τα σβησμένα λυχνάρια τους, με αποτέλεσμα να μένουν «εκτός νυμφώνος».
Σύμφωνα με το Ευαγγέλιο που διαβάζεται (Κατά Ιωάννην), ο Ιησούς συνεχίζει να διδάσκει, ενώ οι Φαρισαίοι ψάχνουν τρόπους για να τον συλλάβουν. Οι Έλληνες, δε, έχουν... την τιμητική τους, καθώς αναφέρεται περιστατικό που μερίδα Ελλήνων ζητά να δει τον Ιησού και αυτός αποκρίνεται με τη φράση «ελήλυθεν η ώρα ίνα δοξαστή ο υιός του ανθρώπου».
Το βράδυ ψάλλεται στις Εκκλησίες ο όρθρος της Μεγάλης Τετάρτης στην υμνολογία του οποίου κεντρικό γεγονός είναι η μεταστροφή της πόρνης που ήρθε και άλειψε με τα μαλλιά της τα πόδια του Ιησού. Το γεγονός αυτό περιλαμβάνει και έναν από τα πλέον όμορφα τροπάρια, αυτό της Κασσιανής, το οποίο είναι από τα πιο δημοφιλή.
Η Κασσιανή ήταν βυζαντινή ποιήτρια που έζησε τον 9ο αιώνα μ.Χ. Επειδή δεν την επέλεξε ως σύζυγό του ο αυτοκράτωρ Θεόφιλος, έγινε μοναχή και αφιερώθηκε στη λατρεία του Θεού και την ποίηση.
Το ιστορικό, όπως περιγράφεται από τους βυζαντινούς χρονικογράφους Συμεών Μάγιστρο, Ιωάννη Ζωναρά και Λέοντα Γραμματικό αναφέρει πως η μητέρα του αυτοκράτορα Θεόφιλου, ακολουθώντας την οικογενειακή παράδοση για την εκλογή νύφης, προσκάλεσε το 820 μ.Χ. στην Αυλή τις ωραιότερες και επιφανέστερες κόρες της αυτοκρατορίας.
Δώδεκα «κάλλιστοι παρθέναι» ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση και κατέφθασαν στο Παλάτι. Μετά την υποδοχή τους από τη μητέρα του αυτοκράτορα, η μητέρα του Ευφροσύνη του έδωσε εντολή να δώσει το χρυσό μήλο σ' εκείνη που θα επέλεγε για σύζυγό του.
Ο νεαρός αυτοκράτωρ θαμπώθηκε από την ομορφιά της Κασσιανής και θέλοντας να δοκιμάσει την ευφυΐα της τη ρώτησε: «Ως άρα δια γυναικός ερρύη τα φαύλα» δηλαδή ότι «από τη γυναίκα ξεκινούν τα κακά πράγματα», υπονοώντας την Εύα και το προπατορικό αμάρτημα.
Όμως η Κασσιανή αποστόμωσε τον Θεόφιλο ανταπαντώντας του «αλλά και δια γυναικός πηγάζει τα κρείττω», δηλαδή ότι «και από τη γυναίκα πηγάζουν τα καλύτερα, τα ευγενέστερα», υπονοώντας την Παναγία και τη γέννηση του Χριστού.
Η απάντηση κακοφάνηκε στον αυτοκράτορα που αποφάσισε να «τιμωρήσει» την Κασσιανή, δίνοντας το χρυσό μήλο στην ωραία, αλλά σεμνή Θεοδώρα.
Το Τροπάριο της Κασσιανής
Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή,
τὴν σὴν αἰσθομένη θεότητα, μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν,
ὀδυρομένη, μύρα σοι, πρὸ τοῦ ἐνταφιασμοῦ κομίζει.
Οἴμοι! λέγουσα, ὅτι νύξ μοι ὑπάρχει, οἶστρος ἀκολασίας,
ζοφώδης τε καὶ ἀσέληνος ἔρως τῆς ἁμαρτίας.
Δέξαι μου τὰς πηγὰς τῶν δακρύων,
ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τὸ ὕδωρ
κάμφθητί μοι πρὸς τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδίας,
ὁ κλίνας τοὺς οὐρανοὺς τῇ ἀφάτῳ σου κενώσει.
Καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους σου πόδας,
ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις
ὧν ἐν τῷ παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν,
κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη.
Ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη καὶ κριμάτων σου ἀβύσσους
τίς ἐξιχνιάσει, ψυχοσῶστα Σωτήρ μου;
Μή με τὴν σὴν δούλην παρίδῃς, ὁ ἀμέτρητον ἔχων τὸ ἔλεος.

Σάββατο 12 Απριλίου 2014

Η πρώτη άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους

Η πρώτη άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους της Δύσης [12 Απριλίου 1204]

Ο αρχηγός της Δ’ Σταυροφορίας, Βονιφάτιος ο Μομφερατικός.
Η Δ' Σταυροφορία ξεκίνησε με πρωτοβουλία του Πάπα Ιννοκέντιου Γ' το 1201, για την κατάληψη των Αγίων Τόπων, που κατείχαν οι Μουσουλμάνοι.
Ολοκληρώθηκε στις 12 Απριλίου 1204, με την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης και την προσωρινή κατάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, χωρίς τη θέληση του Ποντίφικα.
Μετά την αποτυχία της τρίτης Σταυροφορίας (1189-1192) για την κατάληψη των Αγίων Τόπων, το ενδιαφέρον των δυτικοευρωπαίων ατόνησε. Την Ιερουσαλήμ, όπως και το μεγαλύτερο μέρος της Συρίας και της Αιγύπτου, ήλεγχε η μουσουλμανική δυναστεία των Αγιουβιδών. Το λατινικό Βασίλειο της Ιερουσαλήμ μόνο κατ' όνομα υπήρχε, περιορισμένο σε λίγες πόλεις στις ακτές της Παλαιστίνης.
Το ενδιαφέρον για μια νέα σταυροφορία ανακίνησε ο πάπας Ινοκέντιος Γ' το 1198. Στην αρχή συνάντησε τη γενική αδιαφορία των εστεμμένων της Ευρώπης, που είχαν τα δικά τους προβλήματα να επιλύσουν.
Τον επόμενο χρόνο, κάποιοι ευγενείς, κυρίως από τα εδάφη της σημερινής Γαλλίας, πείσθηκαν να συγκροτήσουν ένα εκστρατευτικό σώμα, με επικεφαλής τον Κόμη Τιμπό της Καμπανίας.
Ο Τιμπό πέθανε τον επόμενο χρόνο και αρχηγός της Δ' Σταυροφορίας ανακηρύχθηκε ο ιταλός κόμης Βονιφάτιος ο Μομφερατικός. Το σχέδιο προέβλεπε τη συγκέντρωση των Σταυροφόρων στη Βενετία και από εκεί θα κατευθύνονταν στην Αίγυπτο, όπου θα άρχιζαν τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, με σκοπό την κατάληψη της Ιερουσαλήμ.
Τη δύναμη των Σταυροφόρων συγκροτούσαν 33.500 άνδρες και 4.500 άλογα και τη διεκπεραίωσή τους στην Αίγυπτο ανέλαβαν έναντι ανταλλαγμάτων οι Ενετοί το 1200. Ζήτησαν 85.000 αργυρά μάρκα, τα μισά εδάφη που θα κατακτούσαν οι Σταυροφόροι και προθεσμία ενός έτους για τις ετοιμασίες της φιλόδοξης εκστρατείας.
Το 1201 το μεγαλύτερο μέρος των Σταυροφόρων έφθασε στη Βενετία. Όμως, οι ηγέτες τους δεν τήρησαν τη συμφωνία και μόλις και μετά βίας συγκέντρωσαν 51.000 αργυρά μάρκα. Οι Ενετοί εξοργίσθηκαν και τους φυλάκισαν στο νησάκι Λίντο, έως ότου αποφασίσουν για την τύχη τους.
Ο γηραιός δόγης Ερρίκος Δάνδολος αποφάσισε να εκμεταλλευτεί την περίσταση και να χρησιμοποιήσει τους Σταυροφόρους για τους δικούς του σκοπούς. Στη Βασιλική του Αγίου Μάρκου, όπου έγινε η επίσημη τελετή υποδοχής τους, ο δόγης πρότεινε στους αρχηγούς τους να επιτεθούν πρώτα στο λιμάνι της Ζάρας στη Δαλματία (σημερινή Κροατία), προκειμένου να ξεπληρώσουν τα χρέη τους.
Η Ζάρα, που προμήθευε με ξυλεία τον στόλο του δόγη, είχε αποσκιρτήσει από τη Βενετία και βρισκόταν υπό προστασία του βασιλιά των Ούγγρων Έμερικ. Οι κάτοικοί της ήταν χριστιανοί και μάλιστα καθολικοί.
Για την επιχείρηση συμφώνησε απρόθυμα ο παπικός αντιπρόσωπος Καρδινάλιος Καπουάνο, όχι όμως και ο Πάπας Ινοκέντιος, που απείλησε με αφορισμό όσους σταυροφόρους στραφούν εναντίον χριστιανών.
Τη σχετική επιστολή του φρόντισαν να την κρατήσουν μυστική οι επικεφαλής της εκστρατείας. Η επιχείρηση τελικά πραγματοποιήθηκε. Η πόλη της Ζάρας καταλήφθηκε, ύστερα από σύντομη πολιορκία και ο Πάπας Ινοκέντιος Γ' πραγματοποίησε την απειλή του.
Η είσοδος των Σταυροφόρων στην Κωνσταντινούπολη (Ευγένιος Ντελακρουά, 1840)
Ο αρχηγός των Σταυροφόρων Βονιφάτιος ο Μομφερατικός δεν πήρε μέρος στην εκστρατεία κατά της Ζάρα, φοβούμενος ίσως τις παπικές κυρώσεις. Πήγε να επισκεφθεί τον εξάδελφό του Φίλιππο της Σουηβίας, ο οποίος φιλοξενούσε τον συγγενή του βυζαντινό πρίγκιπα Αλέξιο Άγγελο, γιο του ανατραπέντος αυτοκράτορα Ισαάκιου Β' Άγγελου.
Ο Αλέξιος Άγγελος ζήτησε βοήθεια από τον Βονιφάτιο για να ανατρέψει τον θείο του αυτοκράτορα Αλέξιο Γ' Άγγελο και να επαναφέρει στον θρόνο τον τυφλό πατέρα του. Στα ανταλλάγματα που προσέφερε ήταν ένα μεγάλο χρηματικό ποσό, στρατιωτικές δυνάμεις για την ενίσχυση της εκστρατείας των Σταυροφόρων στην Αίγυπτο και την υποταγή της Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης στον Πάπα.
Ο Βονιφάτιος θεώρησε δελεαστική την πρόταση και μαζί με τον Αλέξιο Άγγελο μετέβησαν στην Κέρκυρα για να συναντήσουν τους Σταυροφόρους που συμμετείχαν στην κατάληψη της Ζάρα και να ενημερώσουν τους αρχηγούς της Σταυροφορίας. Κάποιοι συμφώνησαν με την εκτροπή της Σταυροφορίας, άλλοι διαφώνησαν και αποχώρησαν, επιστρέφοντας στις πατρίδες τους.
Ανάμεσα σε αυτούς που είδαν με καλό μάτι την πρόταση του Αλέξιου ήταν και οι Ενετοί. Λαός ναυτικός, επιζητούσαν την αύξηση της επιρροής τους στην Ανατολή εις βάρος της Γένουας και της Πίζας, που ήταν οι κύριοι ανταγωνιστές τους. Επιπροσθέτως, τους μισούσαν και ήθελαν να πάρουν εκδίκηση για τη σφαγή των συμπατριωτών τους, στη διάρκεια των αντιπαπικών ταραχών στην Κωνσταντινούπολη το 1182.
Από την άλλη πλευρά, το Βυζάντιο σπαρασσόταν από εμφύλιες διαμάχες και την καταστροφική πολιτική των τελευταίων Κομνηνών και της δυναστείας των Αγγέλων. Βρισκόταν σε προφανή παρακμή, ενώ είχαν αρχίσει οι αποσχιστικές τάσεις από φιλόδοξους τοπάρχες. Ο λαός στέναζε από τη βαριά φορολογία.
Ο στόλος των Ενετών και Σταυροφόρων έφθασε προ των τειχών της Κωνσταντινούπολης στις 23 Ιουνίου 1203. Οι νεοφερμένοι έμειναν κατάπληκτοι από όσα έβλεπαν τα μάτια τους:
«Δεν μπορούσαν να φαντασθούν ότι υπήρχε στον κόσμο τόσο οχυρή πόλη. Είδαν τα υψηλά τείχη, τους ισχυρούς πύργους, τα θαυμαστά παλάτια, τις μεγάλες εκκλησίες, που ήταν τόσες πολλές ώστε κανείς δεν θα το πίστευε αν δεν τις έβλεπε με τα μάτια του. Το μήκος της, το πλάτος της, έδειχναν πως ήταν βασιλεύουσα».
Με τα λόγια αυτά περιγράφει τις πρώτες του εντυπώσεις ο ιστορικός και εκ των ηγετών της Σταυροφορίας Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος.
Αρχικός τους στόχος ήταν να αποκαταστήσουν στον θρόνο τον Ισαάκιο Β' Άγγελο. Οι κάτοικοι της Πόλης τους υποδέχθηκαν εχθρικά, παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις του Αλέξιου Άγγελου.
Στις 17 Ιουλίου οι Σταυροφόροι αποβιβάσθηκαν στη στεριά και επιτέθηκαν από τη νοτιοανατολική πλευρά της Πόλης. Έβαλαν μία μεγάλη φωτιά, που προκάλεσε μεγάλες καταστροφές στην Πόλη. Οι κάτοικοι στράφηκαν κατά του αυτοκράτορα Αλέξιου Γ' Άγγελου, ο οποίος έφυγε την ίδια νύχτα από την Πόλη.
Ο Ισαάκιος Β' Άγγελος αφέθηκε ελεύθερος και αποκαταστάθηκε στο θρόνο του. Την 1η Αυγούστου ο γιος του Αλέξιος Άγγελος αναγορεύθηκε σε αυτοκράτορα, ως Αλέξιος Δ' Άγγελος. Το Βυζάντιο βρισκόταν και πάλι σε κατάσταση εμφυλίου πολέμου, αφού υπήρχαν δύο νόμιμοι αυτοκράτορες (Αλέξιος Γ' Άγγελος και Αλέξιος Δ' Άγγελος).
Η πολιορκία της Κωνσταντινούπολης
Ο νέος ηγεμόνας βρήκε τα ταμεία άδεια και γρήγορα συνειδητοποίησε ότι δεν θα μπορούσε να ικανοποιήσει τις δεσμεύσεις του προς τους Σταυροφόρους. Διέταξε τότε να καταστραφούν εικόνες και αντικείμενα λατρείας, μόνο και μόνο για να πάρει τον χρυσό και τον άργυρο που περιείχαν. Ο λαός εξαγριώθηκε και θεώρησε ιεροσυλία την απόφαση αυτή του αυτοκράτορα.
Ο αυλικός Αλέξιος Δούκας, γνωστός και ως Μούρτζουφλος, εξαιτίας των πυκνών φρυδιών του, εκμεταλλεύτηκε την κατάσταση. Τον ανέτρεψε και τον στραγγάλισε. Ο Αλέξιος Δούκας ανέβηκε στο θρόνο ως Αλέξιος Ε'. Ο πρώην αυτοκράτορας Ισαάκιος Β' Άγγελος πέθανε ύστερα από λίγο, από φυσικά αίτια.
Οι Σταυροφόροι και οι Βενετοί, χωρίς προστάτες πλέον σε μια εχθρική γι' αυτούς περιοχή, βρέθηκαν προς στιγμή σε αμηχανία. Πάντως, στις 8 Απριλίου 1204 επιτέθηκαν στην Κωνσταντινούπολη για μια ακόμη φορά, προκειμένου να τιμωρήσουν τον δολοφόνο του Αλέξιου Δ' Άγγελου. Ο Αλέξιος Ε' αντέταξε ισχυρή άμυνα, με σύμμαχο τον άσχημο καιρό. Οι επιτιθέμενοι το θεώρησαν θεϊκό σημάδι και θέλησαν να λύσουν την πολιορκία.
Οι καθολικοί κληρικοί που τους συνόδευαν κατόρθωσαν να τους πείσουν να παραμείνουν και να καταλάβουν την Πόλη, με τα επιχειρήματα ότι οι Βυζαντινοί είναι προδότες και δολοφόνοι επειδή σκότωσαν τον σεβαστό Αλέξιο Δ' και ότι είναι χειρότεροι από τους Εβραίους.
Ο Πάπας Ινοκέντιος Γ', για μια ακόμη φορά, είχε διαμηνύσει στους Σταυροφόρους να μην επιτεθούν και να μην σκοτώσουν ούτε ένα χριστιανό, αλλά και πάλι η σχετική επιστολή του απεκρύβη από τους παπικούς απεσταλμένους.
Στις 12 Απριλίου 1204, οι Σταυροφόροι πραγματοποίησαν την τελική τους έφοδο κατά της Κωνσταντινούπολης, βοηθούμενοι και από τον καλό καιρό. Ο αυτοκράτορας Αλέξιος Ε' Μούρτζουφλος την είχε εγκαταλείψει κι έτσι την κατέλαβαν με σχετική ευκολία, παρά την αντίσταση της αυτοκρατορικής φρουράς, που την αποτελούσαν οι σκανδιναβοί Βάραγγοι.
Για τρεις μέρες οι «Στρατιώτες του Χριστού» επιδόθηκαν σε παντός είδους βανδαλισμούς και φρικαλεότητες. Δεν δίστασαν να βεβηλώσουν ακόμη και ιερούς χώρους, ανεβάζοντας στον πατριαρχικό θρόνο μία πόρνη, σύμφωνα με τον ιστορικό Νικήτα Χωνιάτη. Όταν ο Πάπας έμαθε για τις βδελυρές πράξεις των Σταυροφόρων εξέφρασε την ντροπή και τον αποτροπιασμό του.
Για τα επόμενα 59 χρόνια ο ελλαδικός χώρος θα ζήσει υπό καθεστώς Φραγκοκρατίας. Η τάξη θα αποκατασταθεί το 1261, με την εκδίωξη των Λατίνων και την ανασύσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τον Μιχαήλ Η' Παλαιολόγο.
Η Τέταρτη Σταυροφορία, μόνο κατ' όνομα υπήρξε. Σχεδόν κανένας από τους λατίνους μαχητές δεν πάτησε το πόδι του στους Αγίους Τόπους, παρά μόνο διοχέτευσαν όλη τους την ενέργεια στην καταστροφή του Βυζαντίου.
Η κληρονομιά που άφησε πίσω της η Τέταρτη Σταυροφορίας είναι η ολοκλήρωση του Σχίσματος μεταξύ Καθολικής Δύσης και Ορθόδοξης Ανατολής και ο τεμαχισμός της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας σε λατινικά (Πριγκιπάτο της Αχαΐας, Βασίλειο της Θεσσαλονίκης, Βασίλειο των Αθηνών, Βασίλειο του Αιγαίου, Ηγεμονία της Κωνσταντινούπολης) και ελληνικά κρατίδια (Δεσποτάτο της Ηπείρου, Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας, Αυτοκρατορία της Νικαίας).
Η αποτυχία του να ελέγξει του Σταυροφόρους έγινε μάθημα στον Ινοκέντιο και τους διαδόχους του στην Αγία Έδρα κι έτσι δεν υποστήριξαν αμέσως καμία από τις επόμενες Σταυροφορίες.
Οκτακόσια χρόνια αργότερα, ο Πάπας Ιωάννης Παύλος Β' εξέφρασε τη λύπη του για τις ωμότητες των Σταυροφόρων, οι οποίοι «εστράφησαν εναντίον των εν Χριστώ αδελφών μας», όπως ανέφερε το 2001 σε επιστολή του προς τον Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο.
Ανάλογη ήταν και η συγγνώμη του προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο Α', κατά τη συνάντησή τους στο Βατικανό το 2004.

Τετάρτη 9 Απριλίου 2014

Η ηρωϊκή έξοδος του Μεσολογγίου


10 Απριλίου 1826: Η ηρωϊκή έξοδος του Μεσολογγίου
by ellas


Το Μεσολόγγι κήρυξε την Επανάσταση στις 20 Μαΐου 1821. Η πρώτη πολιορκία του ξεκινά στις 25 Οκτωβρίου 1822 και λήγει στις 31 Δεκεμβρίου 1822 με σημαντικές απώλειες του εχθρού σε έμψυχο και άψυχο υλικό. Στις 15 Απριλίου 1825 αρχίζει η δεύτερη πολιορκία από τον Κιουταχή και ύστερα από ασφυκτική πολιορκία ενός έτους και μπροστά στον κίνδυνο της ατιμωτικής σκλαβιάς και του θανάτου από λιμό, αποφασίζεται η Έξοδος της Φρουράς τη νύχτα της 10ης Απριλίου 1826. Από τα 10.500 περίπου άτομα που βρίσκονταν τότε στο Μεσολόγγι, οι 3.500 ήταν οπλοφόροι και ελάχιστοι απ’ αυτούς σώθηκαν ξεφεύγοντας από τον τουρκικό κλοιό μετά την προδοσία του σχεδίου τους. Γυναικόπαιδα και γέροι που δεν μπορούσαν να πολεμήσουν και έμειναν στην πόλη κλείστηκαν στις μπαρουταποθήκες με τον Καψάλη και τον Δεσπότη Ιωσήφ και βάζοντας φωτιά στο μπαρούτι ολοκλήρωσαν τη θυσία του Μεσολογγίου.



Η νύχτα της Εξόδου θα μείνει για πάντα στην ιστορία σαν σύμβολο εθελούσιας θυσίας στο βωμό της Ελευθερίας.

Η νύχτα αυτή είναι μία από τις ιστορικότερες για την ανθρωπότητα. Το Μεσολόγγισυμβολίζει από τότε την ελευθερία και τον ηρωισμό και έχει αποτελέσει πηγή έμπνευσης πολλών μεγάλων δημιουργών απ’ όλον τον κόσμο (Βύρωνας, Γκαίτε, Ουγκώ, Ντελακρουά, Ντελανσάκ). Εκεί, άφησε την τελευταία τoυ πνoή o Λόρδoς Βύρωνπρoσφέρoντας σημαντικές υπηρεσίες στoν Αγώνα των “Ελευθέρων Πoλιoρκημένων”.

Λεπτομέρειες για τη δωδεκάμηνη πολιορκία αντλούνται κυρίως από απομνημονευματογράφους. Βεβαίως και από τα έγγραφα, και ειδικά από την«Aλληλογραφία Φρουράς Mεσολογγίου 1825-26» (ένα «σώμα» από τέσσερις περίπου εκατοντάδες κείμενα, που εκδόθηκαν συγκεντρωμένα το 1963).

«Εσφαξαν ένα γαϊδουράκι…»

Πρώτη πηγή είναι ο N. Kασομούλης (1792-1872). O 29χρονος τότε αγωνιστής μετά την επαναστατική του δράση στη Δ. Mακεδονία, βρίσκεται στο πολιορκημένο Mεσολόγγι. Nα υπενθυμίσουμε ότι ανάμεσα στις 2.701 χειρόγραφες σελίδες, που συγκρότησαν τα τρίτομα «Στρατιωτικά ενθυμήματά» του, που εξέδωσε το 1939 ο Γ. Bλαχογιάννης, βρίσκεται και η απόφαση της Eξόδου. Oταν οι οπλαρχηγοί πήραν την ηρωική απόφαση ομοφώνως «… θεωρούντες ότι εξέλιπεν κάθε ελπίς βοηθείας και προμηθείας τόσον από την θάλασσαν καθώς και από την ξηράν…», τη συνέταξε ο εγγράμματος επίσκοπος Pωγών Iωσήφ και την υπαγόρευσε στον Kασομούλη.

«Aπό τα μέσα Φεβρουαρίου 1826 άρχισαν πολλαίς φαμελλιαίς νά υστερούνται τό ψωμί. Mία Mεσολογγίτισσα, ήτις περιέθαλπεν ασθενή καί τόν αυτάδελφόν μου Mήτρον, ετελείωσεν τήν θροφήν της, καί μυστικά, μαζύ μέ δύο φαμελλιαίς Mεσολογγίτικες, έσφαξαν ένα γαϊδουράκι, πωλάρι πού τό έφαγαν. Tαίς ηύρα οπού έτρωγαν. Eρώτησα πού ηύραν τό κρέας, καί τρόμαξεν η ψυχή μου όταν ήκουσα ότι ήτο γαϊδούρι. Mία συντροφιά στρατιωτών Kραβαριτών είχεν έναν σκύλον καί, κρυφά καί αυτοί, τόν έσφαξαν καί τόν μαγείρευσαν. Eμαθητεύθη καί τούτο. Hμέραν παρ ημέραν αυξάνουσα η πείνα, έπεσεν καί η πρόληψις καί όλα τού να τρώγουν ακάθαρτα, καί άρχισαν αναφανδόν πλέον νά σφάζουν άλογα, μουλάρια, γαϊδούρια καί ακόμη νά τά πωλούν μιά λίρα τήν οκά οι ιδιοκτήται των καί πού να προφθάσουν: Tρείς ημέραις επέρασαν καί ετελείωσαν καί αυτά τά ζώα… Aρχίσαμεν, περί τάς 15 Mαρτίου, ταίς πικραλήθραις, χορτάρι τής θαλάσσης. Tό εβράζομεν πέντε φοραίς έως ότου έβγαινεν η πικράδα, καί τό ετρώγαμε μέ ξείδι καί λάδι ωσάν σαλάτα, αλλά καί μέ ζουμί από καβούρους ανακατωμένον καί τούτο. Eδόθησαν καί εις τούς ποντικούς, πλήν ήταν ευτυχής όστις εδύνατο νά πιάση έναν. Bατράχους δέν είχαμε κατά δυστυχίαν..».


«Πολλοί επροτίμησαν να ταφώσιν υπό τα ερείπια»

Δεύτερη «ζωντανή» πηγή είναι ο Aρτέμιος Mίχος (1803-1873). O Γιαννιώτης αγωνιστής βρέθηκε στο πολιορκημένο Mεσολόγγι από τον Aπρίλιο του 1825 μέχρι τον επόμενο Iανουάριο. Kρατούσε ημερολογιακές σημειώσεις, τις οποίες και δημοσίευσε με τον τίτλο «Σύντομος περιγραφή εν είδει ημερολογίου των αξιολογοτέρων συμβάντων της B Πολιορκίας του Mεσολογγίου, αρχομένη από 12ης Aπριλίου 1825 και λήγουσα την 25η Iανουαρίου 1826». Στο δεύτερο μέρος, με τον τίτλο «Tα κατά την πολιορκίαν του Mεσολογγίου αφ ης εποχής, ένεκα των περιστάσεων, έπαυσεν εκδιδομένη η εφημερίς Tα Eλληνικά Xρονικά», εκθέτει και τα γεγονότα της Eξόδου.

«Kανονισθέντος του σχεδίου της εξόδου έκαστος απήλθεν εις την θέσιν του και ήρχισαν αι της εξόδου προπαρασκευαί μεθ όλης της ησυχίας, αλλά και μεθ όλης της δραστηριότητος. Mετ αγαλλιάσεως δε έβλεπε τις εις τα πρόσωπα της ηρωικής εκείνης φρουράς ζωγραφισμένον το θάρρος, την απόφασιν και την πεποίθησιν εις την βοήθειαν του θεού περί της επιτυχίας του μεγάλου έργου το οποίον ετοιμάζοντο να επιχειρήσωσιν. Yπήρχον τότε εν τω φρουρίω έως 300 ασθενείς και πληγωμένοι. Πολλοί εκ τούτων, επροτίμησαν να ταφώσιν υπό τα ερείπια της ενδόξου πόλεως και ούτω οχυρωθέντες εις τας ισχυροτέρας οικίας να πωλήσωσιν ακριβά το αίμα των…».

«Επέσαμεν εις τα περιχαρακώματα»

Eπιστολή Nότη Μπότσαρη, Kίτσου Tζαβέλα, Φωτοματα, Δ. Mακρή κ.ά. οπλαρχηγών προς την κυβέρνηση δύο μέρες μετά την Eξοδο.

«Mε την ελπίδα να μας καταφθάσουν τα καράβια και να μας μπάσουν ζαερέν (εφόδια και τροφές) εφθάσαμεν εις την αθλιοτάτην κατάστασιν… Tα καράβια δε τα ελληνικά μίαν φοράν εφάνησαν εις τον λιμένα μας και επειδή ήταν ολίγα, όχι (μόνον) δεν έβλαψαν τον εχθρόν, αλλά και εδιώχθησαν. Kαι επεριμέναμεν οκτώ ημέρας τρώγοντες θαλάσσια χόρτα και πλέον δεν τα ματαείδαμεν. Eφθασε να πεθαίνουν και από εκατόν πενήντα την ημέραν.Δια να μην χαθεί όμως με την ολότητα το στρατιωτικόν, απεφασίσαμεν να εβγούμεν με έξοδον με τα σπαθιά εις τα χείρας, να εβγάλωμεν και όλον το αδύνατον μέρος και όποιος γλυτώσει, πράγμα οπού δεν έγινε ποτέ εις τον κόσμον. Λοιπόν εις τα 10 του παρόντος, το βράδυ τα τρεις ώρας της νυκτός, εκάμαμεν την έξοδον, μέσον τα γεφύρια και επέσαμεν εις τα εχθρικά περιχαρακώματα… Eπλέχθημεν όμως εις τον κάμπον και πολεμούντες ετραβούμαν προς το βουνό. Eβάσταξεν ο πόλεμος εξ ώρας….».


«… Και τότε έδωσε πυρ»

Tρίτη πηγή είναι ο αγωνιστής Σπυρομήλιος (1800-1880). O αγωνιστής από τη Xιμάρα ήταν ένας από τους λίγους σπουδαγμένους στρατιωτικούς της επανάστασης (10 χρόνων είχε σταλεί στην Iταλία να σπουδάσει στρατιωτικά). Aπό το τέλος του 1825 μαχόταν στο Mεσολόγγι και τον Iανουάριο του 1826 ήταν μέλος της επιτροπής των πολιορκημένων που στάλθηκε στο Nαύπλιο για να ζητήσει ενισχύσεις από την κυβέρνηση. Eπέστρεψε από εκεί τις τελευταίες μέρες της πολιορκίας, αλλά δεν στάθηκε δυνατό να μπει στην πόλη. Παρακολουθούσε την Eξοδο από «το όρος Πεταλά, απ όπου φαίνεται το Mεσολόγγιον». Στα απομνημονεύματά του με τον τίτλο το «Xρονικό τουMεσολογγίου 1825-1826» παραθέτει πληροφορίες από «εξοδίτες».

«Eίδομεν ότι εκαίοντο όλαι αι γύρωθεν του φρουρίου καλύβαι της φρουράς. Πόλεμος εκ μέρους του στολίσκου εις Aνεμόμυλον, πόλεμος ηκούετο εις διάφορα μέρη της πόλεως και τα τουρκικά κανονοστάσια εκανονοβόλουν προς την πόλιν. Tαύτα μας έδιδον να καταλάβωμεν ότι έπεσε το Mεσολόγγιον, ότι οι Tούρκοι εκυρίευσαν το φρούριον κι ότι οι Eλληνες κατέφυγον εις τινα οσπίτια και αντέχουν διά να αποθάνουν πολεμώντας… Eν τοσούτω εντός της πόλεως ο πόλεμος διήρκεσεν τρεις ημέρας. Eπολέμουν εις τα οσπίτια έως ότου είχον πολεμοφόδια και όταν τα ετελείωσαν έδιδον πυρ εις το οσπίτιον και εκαίοντο. O Xρήστος Kαψάλης έβγαζεν τας γυναίκας εις τα παράθυρα διά να τας ιδώσιν οι Tούρκοι και εκ τούτων να παρακινηθώσιν να έμβουν. Aφησεν ούτως ώστ εσυνάχθησαν πλήθος Tούρκων και τότε έδωσε πυρ εις την πυριτααποθήκην, οπού ήσαν τεσσαράκοντα κιβώτια πυρίτιδας και ούτως απέθανεν ενδόξως και αυτός, έσωσεν από την αιχμαλωσίαν και την ατιμίαν τόσας ψυχάς, συνεπιφέρων τον θάνατον και εις πλήθος Tούρκων… Oύτως έπεσε το Mεσολόγγιον μετά δωδεκάμηνον στενήν πολιορκίαν».

Αποσπάσματα εγγράφων από άρθρο του Τάκη Κατσιμάρδου που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Ημερησία” 8/4/2006

Πηγή: ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ & ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ

Δευτέρα 7 Απριλίου 2014

Διονύσιος Σολωμός



Ο Διονύσιος Σολωμός (8 Απριλίου 1798 - 9 Φεβρουαρίου 1857) ήτανΈλληνας ποιητής, περισσότερο γνωστός για τη συγγραφή του ποιήματοςΎμνος εις την Ελευθερίαν, οι πρώτες δύο στροφές του οποίου έγιναν ο εθνικός ύμνος των Ελλήνων (Ελλάδας και Κύπρου). Κεντρικό πρόσωπο τηςΕπτανησιακής σχολής, ο Διονύσιος Σολωμός θεωρήθηκε και θεωρείται ο εθνικός ποιητής των Ελλήνων, όχι μόνον γιατί έγραψε τον Εθνικό Ύμνο, αλλά και γιατί αξιοποίησε την προγενέστερη ποιητική παράδοση (κρητική λογοτεχνία,Δημοτικό τραγούδι) και ήταν ο πρώτος που καλλιέργησε συστηματικά τηδημοτική γλώσσα και άνοιξε τον δρόμο για τη χρησιμοποίησή της στη λογοτεχνία, αλλάζοντας ακόμη περισσότερο τη στάθμη της.[1] Σύμφωνα με τις απόψεις του δημιουργούσε «από τον ρωμαντισμό μαζί με τον κλασικισμό ένα [...]είδος μιχτό, αλλά νόμιμο[...]».[2][3]
Εκτός από τον Ύμνο εις την Ελευθερίαν, τα σπουδαιότερα έργα του είναι: Ο ΚρητικόςΕλεύθεροι ΠολιορκημένοιΟ ΠόρφυραςΗ Γυναίκα της Ζάκυθος,Λάμπρος. Το βασικό χαρακτηριστικό της ποιητικής παραγωγής του είναι η αποσπασματική μορφή: κανένα από τα ποιήματα που έγραψε μετά τον Ύμνο εις την Ελευθερίαν δεν είναι ολοκληρωμένο και με ελάχιστες εξαιρέσεις, τίποτα δεν δημοσιεύτηκε από τον ίδιο. Ο Κώστας Βάρναλης περιέγραψε εύστοχα την αποσπασματικότητα του σολωμικού έργου με τη φράση «...(Ο Σολωμός) πάντα τα έγραφε, αλλά ποτές του δεν τα έγραψε».[4]
Γεννήθηκε στη Ζάκυνθο στις 8 Απριλίου 1798. Γονείς του ήταν ο κόντες Νικόλαος Σολωμός και η υπηρέτριά του, Αγγελική Νίκλη. Ο πατέρας του καταγόταν από οικογένεια Κρητικών προσφύγων που εγκαταστάθηκαν στη Ζάκυνθο το 1670, μετά την κατάληψη της Κρήτης το 1669 από τους Οθωμανούς. Το οικογενειακό τους όνομα στα ιταλικά παραδίδεται με διάφορες μορφές: Salamon, Salomon, Solomon, Salomone.[5] Η καταγωγή της μητέρας του είναι πιθανό να ήταν από την Μάνη.[6]
Ο κόντες Νικόλαος Σολωμός χήρεψε το 1802 από την νόμιμη σύζυγό του, Μαρνέττα Κάκνη, με την οποία είχε αποκτήσει δύο παιδιά, τον Ρομπέρτο και την Έλενα. Από το 1796 όμως είχε δεσμό με την υπηρέτριά του, Αγγελική Νίκλη, με την οποία απέκτησε εκτός από τον Διονύσιο άλλον έναν γιο, τον Δημήτριο, μετέπειτα πρόεδρο της Ιονίου Βουλής, το 1801. Το ζευγάρι παντρεύτηκε μόλις την προπαραμονή του θανάτου του (27 Φεβρουαρίου 1807) και τα παιδιά τους απέκτησαν τα δικαιώματα των νόμιμων τέκνων.
Ο ποιητής πέρασε τα παιδικά του χρόνια ως το 1808 στο πατρικό του σπίτι στην Ζάκυνθο, υπό την επίβλεψη του δασκάλου του, αβά Σάντο Ρόσι, Ιταλού πρόσφυγα. Μετά τον θάνατο του πατέρα του ανέλαβε την κηδεμονία του ο κόντες Διονύσιος Μεσσαλάς, ενώ η μητέρα του παντρεύτηκε στις 15 Αυγούστου της ίδιας χρονιάς τον Μανόλη Λεονταράκη. Την επόμενη χρονιά ο Μεσσαλάς έστειλε τον μικρό Διονύσιο στην Ιταλία για σπουδές, σύμφωνα με την συνήθεια των ευγενών των Επτανήσων, αλλά ενδεχομένως και λόγω του γάμου της Αγγελικής Νίκλη.
Ο Σολωμός αναχώρησε για την Ιταλία μαζί με τον δάσκαλό του, ο οποίος επέστρεφε στην πατρίδα του, την Κρεμόνα. Γράφτηκε αρχικά στο Λύκειο της Αγίας Αικατερίνης στηνΒενετία, όμως δυσκολευόταν να προσαρμοστεί στην αυστηρή πειθαρχία του σχολείου και γι' αυτό ο Ρόσι τον πήρε μαζί του στην Κρεμόνα, όπου τελείωσε το Λύκειο το 1815. Τον Νοέμβριο του 1815 γράφτηκε στην Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Παβίας, από την οποία αποφοίτησε το 1817. Δεδομένων των φιλολογικών ενδιαφερόντων του, η άνθηση της ιταλικής λογοτεχνίας δεν τον άφησε ανεπηρέαστο. Καθώς μάλιστα μιλούσε πλέον θαυμάσια την ιταλική γλώσσα, άρχισε να γράφει ποιήματα στα ιταλικά. Τα σημαντικότερα από τα πρώτα ιταλικά ποιήματα που έγραψε εκείνην την περίοδο ήταν τοOde per la prima messa (Ωδή για την πρώτη λειτουργία) και La distruzione di Gerusalemme ( Η καταστροφή της Ιερουσαλήμ). Εξάλλου γνωρίστηκε με γνωστά ονόματα της πνευματικής Ιταλίας (πιθανώς Μαντσόνι, Μόντι κ.ά.) οι οποίοι μάλιστα τον περιέβαλαν με το κλίμα του γαλλικού διαφωτισμού.[7] Ενσωματώθηκε στους λογοτεχνικούς κύκλους τους και τελειοποιούμενος στις ποιητικές κατακτήσεις του, εξελισσόταν σ' έναν καλό ποιητή της ιταλικής γλώσσας.
Ο Σολωμός επέστρεψε στην Ζάκυνθο το 1818, μετά το τέλος των σπουδών του. ΣτηνΖάκυνθο υπήρχε αξιόλογη πνευματική κίνηση ήδη από τον 18ο αιώνα (δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι όλοι οι προσολωμικοί ποιητές προέρχονταν από αυτό το νησί). Γι' αυτό ο Σολωμός βρήκε έναν κύκλο από ανθρώπους με ενδιαφέρον για τηνλογοτεχνία, με τους οποίους γρήγορα ανέπτυξε φιλικές σχέσεις. Οι σημαντικότεροι από αυτούς ήταν ο Αντώνιος Μάτεσης(συγγραφέας του Βασιλικού), ο Γεώργιος Τερτσέτης, ο Διονύσιος Ταγιαπιέρας (γιατρός, δημοτικιστής, φίλος του Ιωάννη Βηλαρά) και ο Νικόλαος Λούντζης. Συγκεντρώνονταν συχνά σε φιλικά σπίτια και διασκέδαζαν με αυτοσχέδια ποιήματα. Συχνά σατίριζαν στα ποιήματά τους έναν Ζακυνθινό γιατρό, τον Ροΐδη (τα ποιήματα του Σολωμού που σατιρίζουν τον γιατρό είναι Το ΙατροσυμβούλιοΗ Πρωτοχρονιά και οι Κρεμάλες). Επίσης, αυτοσχεδίαζαν ποιήματα σε δοσμένες ομοιοκαταληξίες και θέμα. Όπως ήταν φυσικό, ο Σολωμός ξεχώριζε εξ αιτίας του ποιητικού ταλέντου του. Τα ιταλικά ποιήματα που αυτοσχεδίασε εκείνην την εποχή, εκδόθηκαν το 1822, με τον τίτλο Rime Improvvisate, η μοναδική ζώντος του Σολωμού δημοσιευμένη συλλογή.[8] Με την επιστροφή στη Ζάκυνθο ο Σολωμός εκπληρώνει το ιδανικό του, όπως το αποκαλεί ο Κ.Θ. Δημαράς, και μαζεύει «εθνικά τραγούδια», δηλαδή δημοτικά τραγούδια από όλα τα μέρη της Ελλάδας σε μια προσπάθεια ανακάλυψης υλικού που θα εμπλουτίσει το δικό του ποιητικό σχήμα με υλικό από την λαική παράδοση[9] κίνηση που σηματοδοτεί μια ηθελημένη στροφή της ποίησής του από την ιταλική επιρροή σε μια εθνική με σαφή παραδοσιακά στοιχεία ποίηση.
Παράλληλα με τα ιταλικά ποιήματα, ο Σολωμός έκανε και τις πρώτες απόπειρες να γράψει στα Ελληνικά. Αυτό το εγχείρημα ήταν δύσκολο, όχι μόνο επειδή ο ποιητής δεν γνώριζε καλά την ελληνική γλώσσα, αφού η παιδεία του ήταν κλασική και ιταλική, αλλά και επειδή δεν υπήρχαν πολλά αξιόλογα ποιητικά έργα στην δημοτική γλώσσα, τα οποία θα μπορούσε να αξιοποιήσει ως πρότυπο. Για να διαμορφώσει το γλωσσικό του όργανο άρχισε να μελετά συστηματικά τα δημοτικά τραγούδια, το έργο των προσολωμικών ποιητών, δημώδη καικρητική λογοτεχνία, που ήταν τα καλύτερα ώς τότε δείγματα της χρήσης της δημοτικής γλώσσας στη νεοελληνική λογοτεχνία. Τα ποιήματα που ξεχωρίζουν από τα έργα αυτής της περιόδου είναι η Ξανθούλα, η ΑγνώριστηΤα δυο αδέρφια και Η τρελή μάνα.
Σημαντική για την στροφή του προς τη συγγραφή στα Ελληνικά θεωρείται η συνάντησή του το1822 με τον Σπ. Τρικούπη. Ο Τρικούπης επισκέφθηκε την Ζάκυνθο το 1822 ως προσκεκλημένος του λόρδου Γκίλφορντ. Η φήμη του Σολωμού στο νησί ήταν ήδη μεγάλη και ο Τρικούπης θέλησε να τον γνωρίσει. Στη δεύτερη συνάντησή τους ο Σολωμός τού διάβασε το ιταλικό Ωδή για την πρώτη λειτουργία και ο Τρικούπης τού είπε «Η ποιητική σας ιδιοφυΐα σάς επιφυλάσσει μια διαλεχτή θέση στον ιταλικό Παρνασσό. Αλλά οι πρώτες θέσεις εκεί είναι πιασμένες. Ο ελληνικός Παρνασσός δεν έχει ακόμη το Δάντη του». Ο Σολωμός τού εξήγησε ότι δεν γνώριζε καλά τα ελληνικά και ο Τρικούπης τον βοήθησε στην μελέτη των ποιημάτων του Χριστόπουλου.[10] Ο αριστοκράτης Σολωμός αντίθετα από τον Κάλβο, ξεκινώντας από την ιταλική παιδεία, «ανακάλυψε τον νέο ελληνισμό σαν μια δύναμη άγνωστη, θαυμαστή και γονιμοποιό».[11]
Ο πρώτος σημαντικός σταθμός στην ελληνόγλωσση δημιουργία του Σολωμού ήταν οΎμνος εις την Ελευθερίαν που ολοκληρώθηκε τον Μάιο του 1823, ποίημα εμπνευσμένο από την ελληνική επανάσταση του 1821. Το ποίημα δημοσιεύθηκε και στην Ελλάδα (το1824 στο πολιορκούμενο Μεσολόγγι) και στην Ευρώπη (1825 στο Παρίσι, σε γαλλικήμετάφραση, αργότερα και σε άλλες γλώσσες) και η φήμη του ποιητή εξαπλώθηκε πέρα από τα στενά όρια του νησιού του. Σε αυτό το έργο εξ άλλου οφείλεται και η εκτίμηση που απολάμβανε ο Σολωμός μέχρι τον θάνατό του, αφού τα υπόλοιπα έργα του ήταν γνωστά μόνο στον στενό κύκλο των θαυμαστών και «μαθητών» του. Με τον Ύμνο εις την Ελευθερίαν άρχισε μια σημαντική περίοδος για την μετέπειτα διαμόρφωση του ποιητή: είναι η εποχή στην οποία έχει κατακτήσει πλέον την γλώσσα και προσπαθεί να δοκιμαστεί σε συνθετότερες μορφές, να διευρύνει τον κύκλο των εμπνεύσεών του και να εγκαταλείψει την ευκολία του αυτοσχεδιασμού. Καρπός των αναζητήσεων αυτής της περιόδου ήταν η Ωδή εις το θάνατο του Λόρδου Μπάιρον, ποίημα που έχει πολλά κοινά στοιχεία με τον Ύμνο αλλά και πολλές αδυναμίες,[12] Η Καταστροφή των Ψαρών, οΔιάλογος, που αναφέρεται στην γλώσσα (βλέπε παρακάτω), η Γυναίκα της Ζάκυθος.
Το 1828, μετά από προστριβές και οικονομικές διαφορές με τον αδελφό του Δημήτριο για κληρονομικά ζητήματα, ο Σολωμός μετακόμισε στην Κέρκυρα, σημαντικό πνευματικό κέντρο των Επτανήσων εκείνη την εποχή. Αιτία της αναχώρησής δεν ήταν όμως μόνο τα οικογενειακά προβλήματα· ο Σολωμός σχεδίαζε ήδη από το 1825 να ταξιδέψει στο νησί. Η Κέρκυρα θα του προσέφερε όχι μόνο ένα περιβάλλον πνευματικότερο, αλλά και την απομόνωση που ταίριαζε στον μονήρη και ιδιότροπο χαρακτήρα του και η οποία ήταν απαραίτητη για την μελέτη και την ενασχόλησή του με την ποίηση, σύμφωνα και με τις υψηλές αντιλήψεις που είχε για την Τέχνη. Γι’ αυτό και τα πρώτα χρόνια της ζωής του στην Κέρκυρα ήταν τα πιο ευτυχισμένα χρόνια. Την εποχή εκείνη ξεκίνησε την εντατική μελέτη της γερμανικής ρομαντικής φιλοσοφίας και ποίησης (Hegel. Schlegel, Schiller, Goethe). Επειδή δεν γνώριζε γερμανικά, τα διάβαζε από ιταλικές μεταφράσεις που εκπονούσε γι’ αυτόν ο φίλος του Νικόλαος Λούντζης. Επίσης συνέχισε να επεξεργάζεται τα έργα Γυναίκα της Ζάκυθος και Λάμπρος, που είχε αρχίσει το 1826.
Την περίοδο 1833-1838, και ενώ οι σχέσεις με τον αδελφό του είχαν αποκατασταθεί, η ζωή του συνταράχθηκε από μια σειρά δίκες, με τις οποίες ο ετεροθαλής αδελφός του (από την πλευρά της μητέρας του) Ιωάννης Λεονταράκης διεκδικούσε τμήμα της πατρικής περιουσίας, με το επιχείρημα ότι ήταν και αυτός τέκνο του κόντε Νικόλαου Σολωμού, αφού η μητέρα του ήταν έγκυος πριν από το θάνατό του. Παρόλο που η κατάληξη της περιπέτειας ήταν ευνοϊκή για αυτόν και τον αδελφό του, η δικαστική διαμάχη οδήγησε σε αποξένωση του Σολωμού από τη μητέρα του (πληγώθηκε πολύ από τη στάση της, κυρίως επειδή την υπεραγαπούσε) και στην απόσυρσή του από τη δημοσιότητα.
Παρόλο που η δίκη επηρέασε πολύ τον ψυχισμό του ποιητή, δε στάθηκε ικανή να αναστείλει την ποιητική του δημιουργία. Το1833 ξεκίνησε η ωριμότερη περίοδος της ποιητικής δημιουργίας του Σολωμού, αποτέλεσμα της οποίας ήταν τα (ανολοκλήρωτα) ποιήματα Ο Κρητικός (1833), Ελεύθεροι Πολιορκημένοι (έως το 1845), Ο Πόρφυρας (1847), τα οποία αναγνωρίζονται ως τα καλύτερα έργα του. Παράλληλα σχεδίαζε και άλλα έργα, τα οποία όμως έμειναν είτε στο στάδιο των σχεδιασμάτων, είτε σε πολύ αποσπασματική μορφή, όπως τα Νικηφόρος ΒρυέννιοςΕις το θάνατο Αιμιλίας ΡοδόσταμοΕις Φραγκίσκα ΦραίζερCarmen Seculare.
Στην Κέρκυρα ο Σολωμός βρέθηκε σύντομα στο επίκεντρο ενός κύκλου θαυμαστών και ποιητών, ενός πυρήνα από πνευματικούς ανθρώπους με μεγάλη μόρφωση, με προοδευτικές και φιλελεύθερες ιδέες, με αισθητική κατάρτιση και με αυστηρές αξιώσεις για την τέχνη. Τα σημαντικότερα πρόσωπα με τα οποία συσχετίστηκε ο ποιητής ήταν οΝικόλαος Μάντζαρος, ο Ιωάννης και ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος, ο Ερμάννος Λούντζης, ο Nicolo Tommaseo, ο Ανδρέας Μουστοξύδης, ο Πέτρος Βράιλας Αρμένης, ο Ιάκωβος Πολυλάς, οΙούλιος Τυπάλδος, ο Ανδρέας Λασκαράτος, ο Γεράσιμος Μαρκοράς.
Η διαθήκη του Δ. Σολωμού γραμμένη στην ιταλική γλώσσα.
Οι ΠολυλάςΤυπάλδος και Μαρκοράς ήταν οι «μαθητές» του Σολωμού, οι ποιητές που συγκροτούν την τον κύκλο των «σολωμικών ποιητών», από τον οποίο αρχίζει η ποιητική άνοδος της ελληνικής ποίησης, πολλές δεκαετίες πριν από την Αθήνα, όπου ο Κωστής Παλαμάςεπιχείρησε μια δεύτερη ποιητική αναγέννηση, ως «αρχηγός» της Νέας Αθηναϊκής Σχολής.
Ο Σολωμός μετά το 1847 άρχισε να ξαναγράφει στα Ιταλικά. Τα έργα της περιόδου είναι ημιτελή ποιήματα και πεζά σχεδιάσματα και κάποια από αυτά ίσως σχεδίαζε να μεταφέρει στα Ελληνικά. Το 1851 εμφανίστηκαν και σοβαρά προβλήματα υγείας και ο χαρακτήρας του έγινε ακόμα πιο ιδιόρρυθμος. Αποκόπηκε από φιλικά του πρόσωπα, όπως τονΠολυλά (οι σχέσεις τους αποκαταστάθηκαν το 1854) και μετά και την τρίτη εγκεφαλική συμφόρηση που έπαθε το 1856 δεν έβγαινε πλέον από το σπίτι. Πέθανε τελικά τον Φεβρουάριο του 1857. Ήταν τόσο γενική και στέρεη η φήμη του, ώστε όταν μαθεύτηκε ο θάνατός του, όλος ο λαός πένθησε. Το θέατρο της Κέρκυρας έκλεισε, η Ιόνιος Βουλή σταμάτησε τις εργασίες της και αποφάσισε να κηρυχθεί πένθος για τον ποιητή. Τα οστά του μεταφέρθηκαν στη Ζάκυνθο το 1865.

Τα κυριότερα έργα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επίσης ένα έργο λαϊκής τέχνης, που αναπαριστά τον Διονύσιο Σολωμό.
Τα πρώτα ποιήματα του Σολωμού, αυτά της Ζακυνθινής περιόδου, ήταν κυρίως σύντομα στιχουργήματα στα πρότυπα των ιταλικών ποιημάτων, στο κλίμα του αρκαδισμού (για παράδειγμα Ο θάνατος του βοσκούΕυρυκόμη), αλλά και του πρώιμου ρομαντισμού(Τρελή μάνα). Πρώτος σημαντικός σταθμός είναι ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν (1823), χάρη στον οποίο καθιερώθηκε ως εθνικός ποιητής και απέκτησε τη φήμη που απολάμβανε ως το θάνατό του. Η δεκαετία 1823-1833 είναι καθοριστική για την μετέπειτα εξέλιξή του. Τότε ο ποιητής προσπάθησε να εγκαταλείψει την ευκολία του αυτοσχεδιασμού και άφησε οριστικά τον νεοκλασικισμό των ποιημάτων Ύμνος εις την ΕλευθερίανΩδή στον θάνατο του Λόρδου Βύρωνα και Εις Μάρκο Μπότσαρη, το μόνο ποίημα που αφιερώνεται σε αγωνιστή του '21.[13]
Το 1824 συνέθεσε τον Διάλογο για τη γλώσσα. Συμμετέχουν τρία πρόσωπα: ο ποιητής, ο φίλος (σε πρώτο σχεδίασμα αναφέρεται ότι είναι ο Σπ. Τρικούπης) και ο σοφολογιότατος, αλλά στο μεγαλύτερο τμήμα συζητούν μόνο ο ποιητής και ο λόγιος. Ο ποιητής προσπαθεί να αποδείξει ότι η καθαρεύουσα είναι μια τεχνητή γλώσσα που δεν την έχει ανάγκη ούτε ο λαός ούτε η λογοτεχνία. Υποστηρίζει μια λογοτεχνική γλώσσα που θα στηρίζεται στη γλώσσα του λαού, αλλά βέβαια θα είναι επεξεργασμένη από τον ποιητή, με τη χαρακτηριστική φράση:«υποτάξου πρώτα στη γλώσσα του λαού και αν είσαι αρκετός, κυρίεψέ την». Χρησιμοποιεί τα επιχειρήματα του γαλλικού διαφωτισμού για τη χρήση των εθνικών γλωσσών και με παραδείγματα από την ιταλική ποίηση προσπαθεί να αποδείξει ότι καμία λέξη από μόνη της δεν είναι χυδαία, αλλά αποκτά την ιδιαίτερη αξία της μέσα στο ποίημα, σε συνδυασμό με τις άλλες λέξεις. Στο τέλος του έργου ο ποιητής εγκαταλείπει τα ορθολογικά επιχειρήματα και εκφράζει τις απόψεις του με πάθος.[14]
Το διάστημα 1824-1826 άρχισε να επεξεργάζεται το ποίημα Λάμπρος, το οποίο δεν ολοκληρώθηκε. Ο Λάμπρος είναι ένας ακραίος ρομαντικός ήρωας: έχει κάνει σχέση με μια νεαρή κοπέλα, τη Μαρία, και έχουν αποκτήσει τέσσερα παιδιά χωρίς να παντρευτούν. Τα παιδιά τους τα έβαλε σε ένα ορφανοτροφείο. Όσον καιρό πολεμούσε κατά του Αλή Πασά, συναντήθηκε με την κόρη του χωρίς να την αναγνωρίσει, και έκανε ερωτικό δεσμό μαζί της. Όταν τελικά ανακάλυψε την αιμομιξία, από κάποια σημάδια που είχε η κόρη, και της το ομολόγησε, η κοπέλα αυτοκτόνησε. Επιστρέφοντας στο σπίτι του ο Λάμπρος αναγκάστηκε να ομολογήσει στη Μαρία το έγκλημά του και κατέφυγε σε μια εκκλησία για να βρει γαλήνη. Εκεί όμως η Θεία Δίκη του έστειλε τα φαντάσματα των τριών αγοριών του που τον καταδίωξαν. Ο ήρωας, κυνηγημένος, γκρεμίστηκε τελικά από ένα βράχο και η Μαρία, που είχε ήδη τρελαθεί, έπεσε στη λίμνη ελπίζοντας ότι στον ουρανό θα έβρισκε επιτέλους τη γαλήνη.
Ο τάφος του Διονύσιου Σολωμού στη Ζάκυνθο.
Το 1826 παραδίδει το Η Φαρμακωμένη εκφράζοντας την αγανάκτησή του έναντι των συμπατριωτών του γιατί καταδίκασαν σε ηθικό θάνατο μια νέα κοπέλα.[15]Στην περίοδο 1826-1829 επεξεργαζόταν το πεζόμορφο ποίημα Γυναίκα της Ζάκυθος, εφιαλτική σάτιρα, που επεκτείνεται στο θέμα του Κακού.[16] Το έργο είναι αφήγηση ενός ιερομόναχου, του Διονυσίου, και η «Γυναίκα» είναι η χαρακτηριστικότερη έκφραση του Κακού. Λέγεται ότι αφορμή για τη σύνθεση αυτή ήταν ένα συγγενικό πρόσωπο του Σολωμού, και για αυτό ο αδερφός του ποιητή δεν επέτρεψε στον Πολυλά να το εκδώσει. Το 1829 έγραψε το Εις Μοναχήν για την Άννα Γεωργομίλα, όταν ενδύθηκε το μοναχικό σχήμα στη μονή Αγίων Θεοδώρων στην Κέρκυρα.[17]
Το 1833 έγραψε το πρώτο σημαντικό έργο της ωριμότητας, τον Κρητικό, σε στίχο ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο, εμπνευσμένο από την κρητική λογοτεχνία. Αφηγείται την ιστορία ενός Κρητικού που έφυγε από την Κρήτη μετά την αποτυχημένη επανάσταση του 1826, το ναυάγιο και την προσπάθειά του να σώσει την αγαπημένη του από την τρικυμία. Κεντρικό σημείο του ποιήματος είναι η εμφάνιση ενός οράματος, μιας Φεγγαροντυμένης. Ο αφηγητής της ιστορίας είναι ο ίδιος ο Κρητικός: την αφηγείται χρόνια μετά, όταν ζει μόνος ζητιανεύοντας, με αναδρομές στο παρελθόν (τη ζωή στην Κρήτη και το ναυάγιο) και προβολές στο μέλλον (τη Δευτέρα Παρουσία και τη συνάντηση με την αγαπημένη του στον Παράδεισο). ΟΚρητικός είναι αισθητικά το πιο ολοκληρωμένο ποίημα. Το κεντρικό πρόβλημα που απασχολεί τους φιλολόγους είναι η ερμηνεία της μορφής της «Φεγγαροντυμένης».
Κατά τη δεκαετία 1833-1844 επεξεργάστηκε και το Β΄ Σχεδίασμα των Ελεύθερων Πολιορκημένων, έργου που αναφέρεται στη δεύτερη πολιορκία του Μεσολογγίου και την ηρωική έξοδο των κατοίκων, σε ομοιοκατάληκτο δεκαπεντασύλλαβο. Μετά το 1845 άρχισε να το επεξεργάζεται σε άλλη μορφή, χωρίς ομοιοκαταληξία. Το ποίημα περιγράφει την κατάσταση στοΜεσολόγγι τις τελευταίες ημέρες της πολιορκίας, όταν είχαν εξαντληθεί τα τρόφιμα και ήταν βέβαιο ότι η πόλη θα έπεφτε. Για την ερμηνεία του ποιήματος είναι ιδιαίτερα χρήσιμες οι ιταλικές σημειώσεις του ποιητή, που έχουν προταχθεί στην έκδοση σε μετάφραση του Πολυλά. Κεντρικό θέμα είναι η δύναμη της θέλησης και η πάλη με τους πειρασμούς της φύσης, που γεννούν την επιθυμία για ζωή και μπορούν να αποπροσανατολίσουν τους αγωνιστές.
Το τελευταίο έργο της ωριμότητας είναι ο Πόρφυρας, 1847, εμπνευσμένος από ένα πραγματικό περιστατικό, όταν ένας καρχαρίας κατασπάραξε έναν Άγγλο στρατιώτη που κολυμπούσε στο λιμάνι της Κέρκυρας. Ο Πόρφυρας είναι το πιο προβληματικό ως προς την ερμηνεία έργο, κυρίως λόγω της μορφής στην οποία έχει παραδοθεί. Αναφέρεται και αυτός στη σχέση φύσης - ανθρώπου και στη διάσταση μεταξύ σώματος (ύλης) και πνεύματος.[18]
Ο Σολωμός είχε εξ αρχής σημαντική θέση στους φιλολογικούς κύκλους της Ζακύνθου. Μετά και τη δημοσίευση του Ύμνου εις την Ελευθερίαν η φήμη του επεκτάθηκε και στο ελληνικό κράτος, αν και ο ίδιος δεν ταξίδεψε ποτέ στην ελεύθερη Ελλάδα.[19] Στο ευρύ κοινό των Επτανήσων και στην Αθήνα ο ποιητής ήταν γνωστός μόνο για τα ποιήματα που είχε δημοσιεύσει: τον Ύμνο εις την Ελευθερίαν, το απόσπασμα «Η δέηση της Μαρίας» από τον Λάμπρο, την Ωδή εις Μοναχήν, καθώς και τα νεανικά του ποιήματα, πολλά από τα οποία διαδίδονταν προφορικά και αρκετά από αυτά είχαν μελοποιηθεί. Η άποψη των συγχρόνων του στηριζόταν επομένως σε αυτά τα έργα, και χάρη σε αυτά τα έργα είχε αποκτήσει τη φήμη που τον συνόδευσε μέχρι τον θάνατό του. Θαυμασμό για το έργο του Σολωμού εκδήλωναν και οι σημαντικότεροι εκπρόσωποι της Α’ Αθηναϊκής Σχολής, εκφράζοντας όμως τις αντιρρήσεις τους για τη γλώσσα του. Ο Ιάκωβος Ρίζος Νερουλός,[20] έγραφε το 1827 στο Cours de la litterature grecque moderne[21]: «τα ποιήματα του Διονύσιου Σολωμού… έχουν τη σπάνια αξία κάποιου δυνατού και συναρπαστικού οίστρου, μιας φαντασίας γεμάτης τόλμη και γονιμότητα».[22] Ο Αλέξανδρος Σούτσος στο ποίημα του Επιστολή προς τον Βασιλέα Όθωνα χαρακτήρισε τον Σολωμό (αλλά και τον Κάλβο)« μεγάλο ὠδοποιό», που όμως παραμέλησε τα κάλλη της γλώσσας και παρουσίασε πλούσιες ιδέες «πτωχά ενδεδυμένες», ενώ ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής στο Esquisses de la literature grecque moderneέγραφε: «το πνεύμα του τον κάνει να είναι μια από τις μεγαλύτερες δόξες της Ελλάδας…. Ο Σολωμός έλαμψε σαν το πιο όμορφο πετράδι του ποιητικού στέμματος της Ελλάδας».[23] Ήδη πριν τον θάνατό του το ποιητικό έργο του Σολωμού είχε ταυτιστεί με την έννοια της πατρίδας: το 1849 η εφημερίδα Αιών έγραφε:«αἱ ποιήσεις τοῦ Σολωμοῦ δὲν εἶναι ποιήσεις ἀτόμου, ἀλλὰ ὁλοκλήρου ἔθνους».[24] Ανάλογες κρίσεις διατυπώθηκαν και μετά το θάνατο του ποιητή. Το περιοδικό Πανδώραέγραψε:« ἐκ τῶν ἐξοχωτέρων τῆς Ἑλλάδος, δὸς δ' εἰπεῖν καὶ τῆς Εὐρώπης αὐτῆς, ποιητῶν, ὁ συγγραφεὺς τοῦ πρὸς τὴν Ἐλευθερίαν Διθυράμβου ἐκείνου, ὁ ἐκ Ζακύνθου Διονύσιος Σολομός, ἀπέθανεν εἰς ἀκμάζουσαν ἔτι ἡλικίαν».[25] Οι επικήδειοι των μαθητών του Σολωμού ήταν βεβαίως πιο ουσιαστικοί και αναφέρονταν και στα ανέκδοτα έργα, πολλά από τα οποία είχαν ακούσει τον ποιητή να απαγγέλλει. Ο Ιούλιος Τυπάλδος χαρακτήρισε τον Σολωμό «πρώτο και μέγα θεμελιωτή της νέας μας φιλολογίας» και ο Ιάκωβος Πολυλάς στα «Προλεγόμενα» των ποιημάτων του Σολωμού το 1859 τον ονόμασε «εθνικό ποιητή».
Η εικόνα για το έργο του Σολωμού άλλαξε ριζικά μετά την εμφάνιση της πολυαναμενόμενης έκδοσης, το 1859. Το ημιτελές έργο εξέπληξε δυσάρεστα και προκάλεσε αμηχανία και οι εφημερίδες που επαινούσαν τον μεγαλύτερο Έλληνα ποιητή μετά το θάνατό του, δεν έγραψαν τίποτα για την έκδοση των έργων. Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια του Βαλαωρίτη: το 1857, μετά τον θάνατο του Σολωμού, έγραφε στον Κωνσταντίνο Ασώπιο ότι «ἐψεύσθησαν αἱ ἐλπίδες τοῦ ἔθνους» και το 1877 έγραφε στον Ροΐδη: ότι ο Σολωμός άφησε πίσω του «ἕναν μόνο ὕμνον καὶ ὀλίγας ἀσυναρτήτους στροφάς».[26] Αρνητικές κρίσεις για τα ποιήματα του Σολωμού διατύπωσε και ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος στο δοκίμιό του «Πόθεν η κοινή λέξις "τραγουδώ";», το 1859.
Η πρώτη ουσιαστική επανεκτίμηση του σολωμικού έργου εκτός του επτανησιακού χώρου έγινε μετά το 1880, κυρίως από το κριτικό έργο του Παλαμά, ο οποίος αναγνώρισε την ιστορική σημασία του έργου του Σολωμού, εξαιτίας της δημιουργίας προσωπικής ποιητικής γλώσσας και του γόνιμου συνδυασμού όλων των στοιχείων της ποιητικής παράδοσης αλλά και των ευρωπαϊκών ποιητικών ρευμάτων και ιδεών. Στην πραγματικότητα μορφές όπως ο Σολωμός, ο Κάλβος ή ο Παλαμάς φαίνεται πως βοήθησαν την ελληνική λογοτεχνία να ξεφύγει από τον χαρακτηρισμό της ελάσσονος ποίησης του 19ου αιώνα και να την εντάξουν στο ευρύτερο πλαίσιο του ευρωπαϊκού ρομαντισμού.[27]
Σταθμό στη μελέτη του Σολωμικού έργου αποτέλεσε το ιδιοφυές βιβλίο του Κώστα Βάρναλη "Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική" (1925), σφοδρή πολεμική ενάντια στην ιδεαλιστική -και άγονη- θεώρησή του από τον Γιάννη Αποστολάκη στο κακογραμμένο, φλύαρο και πλαδαρό βιβλίο του "Η ποίηση στη ζωή μας" (1923).
.
Το πρόβλημα της αποσπασματικής μορφής του σολωμικού έργου και της έκδοσής του είναι ένα από τα σημαντικότερα θέματα της μελέτης της σολωμικής ποίησης αλλά και της Ελληνικής Φιλολογίας εν γένει.
Τα μόνα έργα του Σολωμού που δημοσιεύθηκαν όσο ζούσε ήταν ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν (1825), ένα απόσπασμα τουΛάμπρου («Η δέηση της Μαρίας») (1834), το Ωδή εις Μοναχήν(1829) και το επίγραμμα Εις Φραγκίσκα Φραίζερ (1849). Τα υπόλοιπα έργα του έμειναν ανολοκλήρωτα. Ο Σολωμός επεξεργαζόταν συνεχώς τα έργα του και αγωνιζόταν για την επίτευξη της απόλυτης τελειότητας στη μορφή, προσπαθώντας να τα απαλλάξει από οτιδήποτε περιττό, που κατέστρεφε την καθαρά λυρική ουσία. Τα χειρόγραφά του δεν περιέχουν τα έργα καθαρογραμμένα, αλλά αποκαλύπτουν όλα τα στάδια επεξεργασίας τους, χωρίς απαραίτητα η τελευταία επεξεργασία να είναι η τελική. Ο ποιητής συνελάμβανε πρώτα ένα προσχέδιο του ποιήματος σε πεζό, το οποίο κατέγραφε στα ιταλικά, και στη συνέχεια άρχιζε την ελληνική επεξεργασία. Για πολλούς στίχους σώζονται διάφορες παραλλαγές, οι στίχοι συχνά δεν είναι στη σωστή σειρά, κάποιοι είναι ανολοκλήρωτοι ενώ υπάρχουν και χάσματα. Συχνά στην ίδια σελίδα ο ποιητής μπορεί να έγραφε στίχους από διαφορετικά ποιήματα.
Ο πιστός μαθητής του Σολωμού, Ιάκωβος Πολυλάς, όταν ανέλαβε μετά τον θάνατο του «δασκάλου» του να εκδώσει το έργο του (το οποίο ανέμεναν με αγωνία όχι μόνο στα Επτάνησα αλλά και στην υπόλοιπη Ελλάδα), είχε να αντιμετωπίσει μεγάλες δυσκολίες. Κατ' αρχάς, έπρεπε να πάρει την άδεια από τον αδερφό του ποιητή, Δημήτριο, να μελετήσει τα τετράδια. Στην συνέχεια, έπρεπε να ταξινομήσει το ακατάστατο υλικό (με τον δυσανάγνωστο γραφικό χαρακτήρα του Σολωμού) για να παρουσιάσει ένα έργο όσο το δυνατόν πιο ολοκληρωμένο και νοηματικά συνεκτικό και αυτοτελές. Ο Πολυλάς συγκέντρωσε και ταξινόμησε αυτό το υλικό και προσπάθησε να το ανασυνθέσει επιλέγοντας τους στίχους που εκείνος θεωρούσε ότι ανταποκρίνονταν περισσότερο στις αισθητικές απόψεις του ποιητή. Κάποιες φορές προσέθεσε και στίχους που είχε ακούσει τον Σολωμό να απαγγέλλει, και κατέγραψε και κάποιες από τις παραλλαγές των στίχων. Εξέδωσε το έργο του Σολωμού το 1859 με τον τίτλο Άπαντα τα Ευρισκόμενα και με μια εξαιρετική κριτική εισαγωγή, στην οποία διατύπωνε και την άποψη ότι τα χειρόγραφα του ποιητή με την οριστική μορφή των ποιημάτων έχουν χαθεί.

Απόπειρες ερμηνείας της αποσπασματικότητας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

«...(Ο Σολωμός) πάντα τα έγραφε, αλλά ποτές του δεν τα έγραψε».
— Κ. Βάρναλης, Σολωμικά, 1957
Η μορφή που παρουσίασε το έργο του Σολωμού με την πρώτη έκδοσή του μάλλον προκάλεσε απογοήτευση, καθώς τότε δεν μπορούσε να γίνει κατανοητή και να εκτιμηθεί η αξία ενός έργου με τόσες «ατέλειες». Ο Πολυλάς τόνισε στα προλεγόμενά του ότι τα κυριότερα χειρόγραφα, με την οριστική μορφή των ποιημάτων είτε είχαν χαθεί, είτε είχαν καταστραφεί. Επικρατούσαν τότε οι υποθέσεις ότι μπορεί τα έργα να εκλάπησαν από τον υπηρέτη του Σολωμού ή από τον αδερφό του Δημήτριο, ή ίσως ότι μπορεί να τα κατέστρεψε ο ίδιος ο ποιητής. Μόνο από τις αρχές του 20ου αι. είχε γίνει πλέον κατανοητό ότι δεν υπήρχαν άλλα χειρόγραφα και ότι ο ποιητής δεν είχε ολοκληρώσει τα έργα του. Οι πρώτες απόπειρες ερμηνείας του φαινομένου της αποσπασματικότητας ήταν περισσότερο εξωκειμενικές: η αδυναμία ολοκλήρωσης ερμηνευόταν ως αιτία της απουσίας της κατάλληλης πνευματικής ατμόσφαιρας που θα του έδινε κίνητρο να ολοκληρώσει τα έργα του, ή της απουσίας ικανοποιητικής λογοτεχνικής παράδοσης την οποία θα μπορούσε να ακολουθήσει, ή δίνονταν ψυχολογικές ερμηνείες σχετικά με τον αλκοολισμό του ποιητή, την έλλειψη συνθετικής ικανότητας, την δυσμενή επίδραση της δίκης του 1833-1838 ή την τελειομανία και το αίσθημα του ανικανοποίητου.[28]
Άλλοι μελετητές αντιθέτως επισήμαναν ότι ο Σολωμός σε μεγάλο βαθμό αδιαφορούσε για την ολοκλήρωση των ποιημάτων. Ενδεικτική είναι η φράση που αποδίδεται στον ποιητή «Ο Λάμπρος θα μείνει απόσπασμα, γιατί το όλο ποίημα δε φτάνει το ύψος μερικών μερών». Ο Λίνος Πολίτης λέει σχετικά με την αποσπασματικότητα των Ελεύθερων πολιορκημένων: «δεν θέλησε ή δεν ενδιαφέρθηκε να εντάξει τα λυρικά αυτά κομμάτια σ' ένα σύνολο αφηγηματικό... Έμεινε στην καθαρή λυρική έκφραση, αδιαφορώντας για την μη λυρική συνδετική ουσία, προχωρώντας έτσι...προς μιά κατάκτηση ενός «καθαρού» λυρικού χώρου, πολύ πιο πριν από την εποχή του. Κάτι ανάλογο διαπιστώσαμε και στον Κρητικό, το ίδιο ισχύει και για τα άλλα του «αποσπασματικά» έργα».[29] Αργότερα ο Σολωμός θεωρήθηκε από αρκετούς ποιητές και κριτικούς ως πρόδρομος την«καθαρής ποίησης»[30] και η αποσπασματικότητα του έργου του δεν «ενοχλούσε», αντιθέτως εθεωρείτο μεγάλο πλεονέκτημα. Ο Δημήτρης Λιαντίνης αναφερόμενος στο φαινόμενο της αποσπασματικότητας του Σολωμικού έργου του αναγνωρίζει μια νόμιμη συντριβή: «Ο Σολωμός ταιριαστός στον καιρό του ήταν ανάγκη να δημιουργήσει τέχνη ευρωπαϊκή, αλλά ταιριαστός και στον τόπο του ήταν ανάγκη να δημιουργήσει τέχνη κλασσική. Αυτή η σύγκρουση τον οδήγησε στο παράταιρο σμίξιμο τού ρομαντικού και τού κλασσικού, και στη συντριβή της τέχνης του.»[31]
Τέλος, την τελευταία δεκαετία έγινε απόπειρα συσχετισμού των ανολοκλήρωτων σολωμικών έργων με τα αποσπασματικά έργα της ρομαντικής λογοτεχνίας[32] (όπως τα Kubla Khan του Coleridge, Giaour του Byron, Heinrich von Oftendingen του Novalis), αν και αυτή η ερμηνεία δεν είναι αποδεκτή από άλλους.[33]

Το εκδοτικό πρόβλημα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πρόβλημα της έκδοσης του έργου του Σολωμού τέθηκε κατά τις δεκαετίες 1920-1930, μετά την έκδοση από τον Κ. Καιροφύλα το 1927 έργων που δεν είχαν συμπεριληφθεί στην έκδοση Πολυλά, όπως Η Γυναίκα της Ζάκυθος, η σάτιρα Οι Κρεμάλες και αρκετά ιταλικά σονέτα, αλλά και την απόφαση της Ακαδημίας Αθηνών να εκδοθούν τα ποιήματα του Σολωμού με κριτική έκδοση από τον Ν.Β. Τωμαδάκη. Τότε ξεκίνησε συζήτηση σχετικά με την μορφή της έκδοσης που θα ήταν καταλληλότερη: κριτική ή «πανομοιότυπη» (όπως υποστήριζε ο Λίνος Πολίτης). Η κριτική έκδοση τελικά δεν πραγματοποιήθηκε, ενώ και οι δύο φιλόλογοι ετοίμασαν «χρηστικές» εκδόσεις των ποιημάτων, που απευθύνονταν στο ευρύ κοινό. Ο Λ.Πολίτης εξέδωσε το 1964 τα χειρόγραφα του ποιητή σε φωτογραφική ανατύπωση και τυπογραφική μεταγραφή. Η έκδοση αυτή αποτέλεσε σημαντικό σταθμό στην πορεία των σολωμικών ερευνών όχι μόνο διότι αποκαλύφθηκε ο τρόπος εργασίας του ποιητή, αλλά και γιατί δόθηκε πλέον στους φιλολόγους η δυνατότητα να μελετήσουν όλες τις φάσεις επεξεργασίας των ποιημάτων και, ενδεχομένως, να διατυπώσουν νέες εκδοτικές προτάσεις.
Οι τωρινές εκδοτικές απόπειρες του σολωμικού έργου μπορούν να διακριθούν σε δύο κατηγορίες, ανάλογα με την λύση που προτείνουν: η «αναλυτική» έκδοση αποκαλύπτει τα διαδοχικά στάδια επεξεργασίας του ποιήματος και τις διάφορες παραλλαγές, όπως είχε εξηγήσει ο Λίνος Πολίτης και σκόπευε να πραγματοποιήσει. Η «συνθετική» έκδοση αντιθέτως παρουσιάζει το έργο σε μορφή με λογική αλληλουχία και μορφική πληρότητα και αποκλείει όσους στίχους ή όσα αποσπάσματα δεν πληρούν αυτές τις προϋποθέσεις. Δείγμα «συνθετικής» έκδοσης είναι η εκδοτική δοκιμή του Στυλιανού Αλεξίου (1994), η οποία όμως δέχτηκε σφοδρή κριτική από τους υποστηρικτές της «αναλυτικής» προσέγγισης.[34]
http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%94%CE%B9%CE%BF%CE%BD%CF%8D%CF%83%CE%B9%CE%BF%CF%82_%CE%A3%CE%BF%CE%BB%CF%89%CE%BC%CF%8C%CF%82