Αναγνώστες

Τρίτη 7 Απριλίου 2026

ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ


Η παράδοση αναφέρει πως ο Επίκουρος σε ηλικία μόλις 14 χρόνων παρακολουθώντας το δάσκαλό του να απαγγέλει ποιήματα του Ησιόδου και ιδιαίτερα το στίχο...
«Εν αρχή εγεννήθη το χάος» αναρωτήθηκε...
Το δε χάος πόθεν εγεννήθη?
Τότε ο δάσκαλός του εκνευρισμένος τον συμβούλεψε να ρωτήσει τους φιλοσόφους για να του λύσουν την απορία αυτή.
Ο νεαρός Επίκουρος, ανήσυχος και φιλομαθής, απάντησε στο δάσκαλό του...
«Τότε θα πρέπει να πάω στους φιλοσόφους, αφού μόνον αυτοί γνωρίζουν την αλήθεια για τα πράγματα».
Κάπως έτσι η Φιλοσοφία κέρδισε τον Επίκουρο που, ωστόσο, υπηρετώντας την δεν δίστασε να δώσει και τον ακριβή προορισμό της που δεν είναι άλλος από την απαλλαγή της ψυχής από τα πάθη της:
“Μάταιος είναι ο φιλοσοφικός λόγος που δεν θεραπεύει κανένα ανθρώπινο πάθος. Ακριβώς όπως η ιατρική δεν ωφελεί παρά μόνο σαν θεραπεύει τις αρρώστιες του σώματος, έτσι και η φιλοσοφία δεν προσφέρει τίποτε αν δεν απαλλάσσει την ψυχή από τα πάθη της”.
Ο ΕΠΙΚΟΥΡΕΙΟΣ “Κήπος”
Η ίδρυση της νέας φιλοσοφικής σχολής από τον Επίκουρο, ο γνωστός, «Κήπος», αποτελούσε ένα τόλμημα και μία πρόκληση για την εποχή του (306 π.χ). Κι αυτό γιατί ο «Κήπος» ήταν η διάδοχη κατάσταση τόσο της Πλατωνικής Ακαδημίας όσο και του Λυκείου του Αριστοτέλη. Από την άλλη πλευρά πρόβαλε με έναν ξεχωριστό, για την εποχή, τρόπο απόψεις και θέσεις ριζικά αντίθετες με εκείνες του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη.
Η Επικούρεια Φιλοσοφία αντανακλά τις ανάγκες και τα αδιέξοδα της Ελληνιστικής περιόδου. Η κατάρρευση της Πόλης-Κράτους, η επιβολή αυταρχικών καθεστώτων αλλά και ο κοσμοπολιτισμός που επώασαν οι κατακτήσεις του Μ. Αλεξάνδρου διαμόρφωσαν έναν νέο τύπο ανθρώπου, που νομοτελειακά αλλάζει, όταν αλλάζουν και οι οικονομικοκοινωνικές συνθήκες, δικαιώνοντας τη ρήση του Μαρξ:
“Δεν είναι η συνείδηση των ανθρώπων που καθορίζει την πραγματικότητα. Αντιθέτως, η κοινωνική πραγματικότητα είναι αυτή που καθορίζει τη συνείδηση”
Στον Επικούρειο «Κήπο» μπορεί να μην αναπτύχθηκαν και να μην διδάχτηκαν οι υψηλές ιδέες και θεωρίες των Πλάτωνα και Αριστοτέλη, αλλά μέσα σε ένα κλίμα ανθρωπιάς και οικειότητας οι πληγωμένοι και οι πονεμένοι της ζωής αναζητούσαν κάποια διέξοδο στα ψυχολογικά τους προβλήματα και στα πνευματικά τους αδιέξοδα. Στο κέντρο των συζητήσεων τώρα πλέον βρίσκεται η ίδια η ανθρώπινη ζωή.
Το κεντρικό και πρωτεύον θέμα-ζήτημα της φιλοσοφίας του Επίκουρου και του «Κήπου» του ήταν η εσωτερική ισορροπία-γαλήνη, η ΑΤΑΡΑΞΙΑ της Ψυχής.
Η “Ηδονική” Ορμή
[Την Ηδονήν αρχήν και τέλος λέγομεν είναι του μακαρίως ζην”, “Τούτου γαρ χάριν πάντα πράττομεν, όπως μήτε αλγώμεν μήτε ταρβώμεν”...]
Οι παραπάνω θέσεις εκφράζουν με περισσή σαφήνεια το υπόβαθρο της Επικούρειας Φιλοσοφίας. Η Ηδονή προβιβάζεται σε απώτατο στόχο του ανθρώπου. Η αποφυγή του πόνου και της ψυχικής ταραχής συνθέτουν το δίπολο της Επικούρειας φιλοσοφίας.
Ο Επίκουρος θεώρησε ως θεμελιακή ορμή του ανθρώπου την Ηδονή εκεί που άλλοι φιλόσοφοι είχαν αποδεχτεί ως δομικό στοιχείο της ανθρώπινης φύσης το Νου-Λογική ή την τάση-βούληση για δύναμη.
Για τον Επίκουρο η παρουσία της Ηδονής συνεπάγεται την απουσία του πόνου και κάθε είδους ψυχικής ταραχής. Κι αυτό γιατί μόνον η ηδονή μπορεί να εξασφαλίσει την Ευδαιμονία-Ευτυχία του ανθρώπου. Αυτό δεν χρειάζεται κανείς να μάς το διδάξει, αφού η ίδια η φύση μάς οδηγεί στην ικανοποίηση των ηδονών.
Αυτό, όμως, το Ηδονιστικό Ιδεώδες προκάλεσε πολλές αντιρρήσεις, αφού το ταύτισαν με τις σαρκικές ικανοποιήσεις που δεν απέχουν πολύ από αυτές των ζώων. Οι αντίπαλοι του Επίκουρου τον κατηγόρησαν για μία Ηδονοθηρική και Υλιστική βιοθεωρία. Δεν δίστασαν να μιλήσουν και για «χοίρους του Επίκουρου.
Η αλήθεια, όμως, ήταν πως ο Επίκουρος προσπάθησε να απαλλάξει τον άνθρωπο από τα ιδεαλιστικά και μεταφυσικά ή και θρησκευτικά «σκιάχτρα» καθώς και από τις ανώφελες και ψυχοβόρες μεταφυσικές αγωνίες.
Σε όλες τις ενστάσεις και στις κακόβουλες κατηγορίες ο Επίκουρος έδωσε μία καθαρή απάντηση:
“Όταν υποστηρίζω ότι σκοπός είναι η ηδονή, δεν εννοώ τις ηδονές των ασώτων και των αισθησιακών απολαύσεων, όπως νομίζουν κάποιοι-από άγνοια κι επειδή διαφωνούν μαζί μου-, αλλά εννοώ το να μην υποφέρει κανείς σωματικούς πόνους και να μην είναι η ψυχή του ταραγμένη”.
Στις μομφές για έναν αχαλίνωτο και ζωώδη υλισμό και ηδονισμό ο Επίκουρος αντέτεινε πως θεωρεί τη Φρόνηση ως την ανώτατη αρετή που μας βοηθά να αξιολογούμε σωστά τον τρόπο ικανοποίησης των ηδονών. Κι αυτό γιατί το «Ηδέως Ζην» βαδίζει παράλληλα με τη Φρόνηση:
[Ως ουκ έστιν ηδέως ζην άνευ του φρονίμως και καλώς και δικαίως…]
Η Ηδονή, λοιπόν, συμβαδίζει με την Φρόνηση, την Ηθική και τη Δικαιοσύνη και αλληλονοηματοδοτούνται.
Φόβος Θεού και Φόβος Θανάτου
Στα βασικά στοιχεία της Επικούρειας Φιλοσοφίας συγκαταλέγεται και η προτροπή για απαλλαγή από τον φόβο του Θεού και του Θανάτου για διαφορετικούς λόγους. Κι αυτό γιατί ο Επίκουρος πίστευε πως ο φόβος γενικά καταδυναστεύει τον άνθρωπο και τον εμποδίζει να κατακτήσει την ευδαιμονία.
Ειδικότερα για την απαλλαγή από το φόβο του θεού τονίζει πως αυτός δεν μπορεί να είναι ο Θεός-Τιμωρός.
[Το μακάριο και άφθαρτο Ον (Θεός) / Ούτε δικά του προβλήματα έχει / Ούτε σε άλλους προκαλεί / Ώστε ούτε οργίζεται με κανέναν / Ούτε κάνει χάρες σε κανέναν. / Όλα αυτά είναι γνωρίσματα αδύναμων όντων...]
Σε κάποιο άλλο σημείο ο Επίκουρος διακηρύσσει την πίστη του στην ανθρώπινη ελευθερία και αυτονομία έναντι της ελεημοσύνης του θεού.
[Είναι ανόητο να ζητάει κανείς από τους θεούς αυτά που μπορεί να προσφέρει ο ίδιος στον εαυτό του...]
Από την άλλη πλευρά ο Επίκουρος προσπάθησε με τη φιλοσοφία του να απαλλάξει τον άνθρωπο και από το φόβο του Θανάτου που τον βασανίζει συνεχώς καθόλη τη διάρκεια της επίγειας ζωής του.
Ο Θάνατος είναι κάτι που δεν αφορά τον άνθρωπο διακήρυξε ο Επίκουρος με τη βοήθεια ενός σοφιστικού επιχειρήματος.
[Το φρικωδέστερον ουν νουν των κακών ο θάνατος ουθέν προς ημάς, επειδήπερ όταν μεν ημείς ώμεν,ο θάνατος ου πάρεστιν, όταν δε ο θάνατος παρή, τόθ’ ημείς ουκ εσμέν...]
(Το πιο ανατριχιαστικό, λοιπόν, από τα κακά, ο Θάνατος, είναι ένα τίποτα για μας, ακριβώς επειδή όταν υπάρχουμε εμείς αυτός είναι ανύπαρκτος, κι όταν έρχεται αυτός είμαστε ανύπαρκτοι εμείς).
«Ο Θάνατος Ουδέν προς Ημάς», λοιπόν!
H Επικούρεια Τετραφάρμακος
Πώς, λοιπόν, θα μπορέσουμε ως φθαρτά και θνητά όντα να διώξουμε τους φόβους μας για να ζήσουμε μια ζωή ευτυχισμένη (Ψυχολογικός Ηδονισμός);
Πώς θα πετύχουμε την αλυπία, την απονία του σώματος και την αταραξία της Ψυχής;
Όλα αυτά θα γίνουν κατορθωτά στο βαθμό που γνωρίζουμε τους φόβους μας, αλλά και τον τρόπο και τη δύναμη να απαλλαγούμε από αυτούς.
Η καλύτερη συνταγή γι αυτό είναι η «Τετραφάρμακος» του Επίκουρου:
“Άφοβον ο Θεός, / ανύποπτον ο Θάνατος, / και ταγαθόν μεν εύκτητον / το δε δεινόν ευεκκαρτέρητον”
(O Θεός δεν εμπνέει φόβο, / ο Θάνατος δεν φέρνει ταραχή / το αγαθό αποκτιέται εύκολα / και το κακό υποφέρεται εύκολα”.
Μια φορά Γεννηθήκαμε…
Σίγουρα για πολλούς, ακόμα και σήμερα, η φιλοσοφία του Επίκουρου προκαλεί αμφισβητήσεις και ιδιαίτερα σε όλους εκείνους που τρέφονται με τον σύγχρονο πουριτανισμό και την αγιάτρευτη υποκρισία.
Κάποιοι, δηλαδή, ενοχλούνται από την αναφορά στη λέξη «Ηδονή» αφού την συνδέουν αποκλειστικά με την ερωτική ηδονή και κυρίως οι μονοθεϊστικές θρησκείες (Ιουδαϊσμός, Χριστιανισμός, Ισλάμ…).
Ωστόσο, ο σύγχρονος κόσμος της σοβαροφάνειας, της θρησκοληψίας και της υποκρισίας που θεωρεί χυδαία την ερωτική ηδονή (λες και δεν είναι αυτή η αιτία της γέννησης και ύπαρξής μας), την ίδια στιγμή ο ίδιος κόσμος ανέχεται την κατασκευή όπλων και την διεξαγωγή των πολέμων που απειλούν την παγκόσμια ειρήνη και την ίδια τη ζωή στον πλανήτη.
Το ερωτικό αγκάλιασμα δύο νέων σε δημόσιο χώρο σοκάρει περισσότερους και περισσότερο από ό,τι η παρέλαση των ερπυστριοφόρων αρμάτων. Ξεχνάμε, όμως, όλοι μας πως η ζωή μας δόθηκε «άπαξ» και γι αυτό πρέπει να τη χαρούμε σε όλο το πλάτος και το βάθος της.
Ο Επίκουρος το είχε πει από παλιά:
“Γεννηθήκαμε μια φορά και δε γίνεται να γεννηθούμε και δεύτερη, κι είναι βέβαιο πως δεν θα υπάρξουμε ξανά στον αιών τον άπαντα. Εσύ, όμως, ενώ δεν εξουσιάζεις το αύριο, αναβάλλεις την ευτυχία γι αργότερα. Κι η ζωή κυλά με αναβολές και χάνεται, κι ο καθένας μας πεθαίνει μέσα στις έγνοιες”.
Ας απαλλάξουμε τη ζωή μας από τις κοινωνικές συμβάσεις κι ας απελευθερωθούμε από το άγχος να αρέσουμε σε όλους χάριν της κοινωνικής αποδοχής και της επαγγελματικής μας επιτυχίας. Σε όποιον αρέσουμε…
Ποτέ δεν επιθύμησα να γίνω αρεστός στους πολλούς. Τι τους αρέσει, ποτέ δεν έμαθα. Κι ό,τι εγώ γνώριζα απείχε πολύ από τις αντιλήψεις τους”!
Πηγή...[Ηλίας Γιαννακόπουλος]





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου