Αναγνώστες

Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2010

ΑΠΟ ΤΟ ΔΕΛΤΑ ΤΟΥ ΙΝΔΟΥ ΣΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

ΑΠΟ ΤΟ ΔΕΛΤΑ ΤΟΥ ΙΝΔΟΥ ΣΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

Αραβίτες, Ωρείτες και Γεδρωσοί - Στην έρημο της Γεδρωσίας
(Αρριανός ΣΤ.24-26, Πλούταρχος Αλέξανδρος 66.4-5, Διόδωρος ΙΖ.106.1, Κούρτιος 7.5.10-12, 9.10, Ιουστίνος 12.10.7)

Με το νου του στα Πάταλα και το στόλο, τον οποίο υποχρεώθηκε να αφήσει πίσω του, περί τα τέλη Ιουλίου του 325 π.Χ, ο Αλέξανδρος επικεφαλής της πιο ελαφράς χερσαίας δύναμης ξεκίνησε να υποτάξει τους λαούς της νοτιοανατολικής ακτογραμμής της αυτοκρατορίας του. Λίγες ημέρες αργότερα έφτασε στον Αράβιο (Χάμπ), ένα στενό ποταμό με λίγο νερό. Ο Αράβιος αποτελούσε το όριο μεταξύ της χώρας των Αραβιτών και των Ωρειτών, σύμφωνα δε με τη γεωγραφία των αρχαίων Ελλήνων, οι Αραβίτες ήταν οι δυτικότεροι Ινδοί και οι Ωρείτες οι ανατολικότεροι Ασιάτες. Οι Αραβίτες κατά τη συνήθη ινδική τακτική, δεν θέλησαν ούτε να παραδοθούν, ούτε να πολεμήσουν και κατέφυγαν στην έρημο. Ο Αλέξανδρος δεν έκρινε άξια προσοχής αυτή τη φυλή και, εν όψει της πίεσης του χρόνου και της στενότητας σε τρόφιμα και νερό, προτίμησε να την προσπεράσει. Άφησε τον Ηφαιστίωνα επικεφαλής της στρατιάς και κατέβηκε στη θάλασσα με τους μισούς υπασπιστές και τοξότες, τις τάξεις των πεζεταίρων, το άγημα του ιππικού, μία ίλη από κάθε ιππαρχία και όλους τους ιπποτοξότες, για να φτιάξει πηγάδια και να εξασφαλίσει την υδροδότηση του στόλου.

Αντίθετα προς τους Αραβίτες, ο Αλέξανδρος έκρινε άξιους προσοχής τους Ωρείτες και αποφάσισε να τους χτυπήσει, διότι δεν έδειχναν διατεθειμένοι να υποταχθούν. Πέρασε τον Αράβιο, μπήκε στη χώρα των Ωρειτών και, αφού διένυσε τη νύχτα το μεγαλύτερο μέρος της ερήμου, τα χαράματα πλησίασε την κατοικημένη περιοχή. Διέταξε τον Ηφαιστίωνα με τους πεζούς να προελαύνουν παρατεταγμένοι και εκείνος με το ιππικό ανεπτυγμένο σε μεγάλο μέτωπο, ώστε να καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος της πεδιάδας, επιτέθηκε στους Ωρείτες. Όσοι προσπάθησαν να αμυνθούν, εξοντώθηκαν από το ιππικό και οι υπόλοιποι αιχμαλωτίσθηκαν. Στη συνέχεια ο Αλέξανδρος με τους ιππείς στρατοπέδευσε κοντά σ’ ένα νερόλακκο και, όταν έφτασαν και οι πεζοί του Ηφαιστίωνα, όλο το στράτευμα προέλασε προς τη μεγαλύτερη κώμη των Ωρειτών, τη Ραμβακία (Μπέλα). Επειδή βρισκόταν σε καλή τοποθεσία και είχε δυνατότητες ανάπτυξης, άφησε τον Ηφαιστίωνα να μεριμνήσει για την ανάπτυξή της, και περί τα τέλη Αυγούστου συνέχισε την προέλαση με τους υπασπιστές, το άγημα των ιππέων και τους ιπποτοξότες. Πληροφορήθηκε ότι στα σύνορα Ωρειτών και Γεδρωσών υπήρχε ένα στενό πέρασμα (η διάβαση Κουμπ), όπου είχαν συγκεντρωθεί Γεδρωσοί και Ωρείτες για να τον εμποδίσουν να περάσει. Όταν όμως είδαν το στράτευμά του να πλησιάζει, οι μεν Γεδρωσοί εγκατέλειψαν τις θέσεις τους και έφυγαν, οι δε Ωρείτες δήλωσαν υποταγή. Ο Αλέξανδρος τους είπε να επιστρέψουν στις πόλεις και τα χωριά τους και όρισε σατράπη τους τον Απολλοφάνη. Επίσης άφησε τον Λεοννάτο με όλους τους Αγριάνες, μερικούς τοξότες και ιππείς καθώς και Έλληνες μισθοφόρους, πεζούς και ιππείς. Η δύναμη του Λεοννάτου είχε διαταγές να περιμένει την άφιξη του στόλου και μέχρι τότε έπρεπε να εδραιώσει την εξουσία του Απολλοφάνη επί των Ωρειτών και να εποικίσει τα Ώρα. Στο μεταξύ έφτασε κι ο Ηφαιστίων, που είχε διευθετήσει τα πράγματα στη Ραμβακία και όλο το στράτευμα προέλασε μέσα στη Γεδρωσία.

Για άλλη μια φορά ακολούθησαν τα δρομολόγια των καραβανιών και υπέστησαν τις γνωστές στερήσεις, διότι για άλλη μια φορά το στράτευμα ήταν πολύ μεγάλο σε σχέση με τις παραγωγικές δυνατότητες της περιοχής. Η ειδοποιός διαφορά από τη διάβαση των άλλων περιοχών νωρίτερα (όπως κατά την καταδίωξη του Βήσσου ως τη Μαργιανή, του Σατιβαρζάνη ως τα Αρτακόανα ή κατά τη διάβαση του Παροπάμισου) ήταν ότι στη διάβαση της Γεδρωσίας έπρεπε να εξασφαλίζονται τρόφιμα τόσο για το στράτευμα όσο και για το στόλο. Ως αποτέλεσμα το στράτευμα αντιμετώπισε μεγάλες ελλείψεις εφοδίων και κυρίως νερού. Έτσι διένυαν μεγάλες αποστάσεις μέσα στη νύχτα, για να μην ταλαιπωρούνται από τον καυτό ήλιο, και επειδή όλη η ακτογραμμή νοτίως της Γεδρωσίας ήταν παντελώς έρημη, έπρεπε να κινούνται μακριά από τη θάλασσα, στην ενδοχώρα, για να βρίσκουν εφόδια. Αυτό ακριβώς δημιούργησε στον Αλέξανδρο μεγάλη αγωνία για το στόλο του και κάθε τόσο κατέβαινε στην παραλία, για να δημιουργήσει σε όλο το μήκος της ακτογραμμής την απαραίτητη για το στόλο υποδομή (πηγάδια υδροδότησης, αγορές και αγκυροβόλια).

Τα απαραίτητα στη στρατιά τρόφιμα και νερό ήταν πλέον εν ανεπαρκεία και εξασφαλίζονταν με κατασχέσεις και λεηλασίες των πενιχρών αποθεμάτων των ντόπιων πληθυσμών, εντούτοις η υποστήριξη του στόλου εξακολουθούσε να είναι το πρωταρχικό μέλημα του Αλεξάνδρου. Γι’ αυτό έστειλε στο εσωτερικό τον Κρηθέα από την Κάλλατι, για να λεηλατήσει τρόφιμα για το στόλο, και όταν έφτασε ο ίδιος σε μία περιοχή με περισσότερα αποθέματα τροφίμων, τα κατέσχεσε, τα σφράγισε με τη σφραγίδα του και τα έστειλε στην ακτή, πάλι για το στόλο. Στο μεταξύ οι στερήσεις του στρατεύματος ήταν τέτοιες, ώστε οι στρατιώτες, με πρώτους τους φύλακες των εφοδίων δεν δίστασαν να παραβιάσουν τη βασιλική σφραγίδα και να αρπάξουν τα τρόφιμα. Όταν το έμαθε, ο Αλέξανδρος δεν θύμωσε, αντίθετα συνειδητοποίησε την κατάσταση. Τότε διέταξε τον Κρηθέα να παραδώσει στο στράτευμα τα τρόφιμα, που είχε συλλέξει για το στόλο, έστειλε τον εταίρο Τήλεφο για συλλογή κι άλλων τροφίμων και διέταξε τους Γεδρωσούς να παραδώσουν στην αγορά του στρατεύματος προϊόντα της γης τους (αλεσμένο σιτάρι, χουρμάδες και πρόβατα).

Η αγωνία του Αλεξάνδρου να εγκαταστήσει κατά μήκος όλης της ακτής σταθμούς ανεφοδιασμού του στόλου σε τρόφιμα και νερό, αποδεικνύει σαφέστατα και πέραν πάσης αμφιβολίας ότι η στρατιά είχε αναλάβει την τροφοδοσία του στόλου και όχι το αντίθετο. Ο στόλος, που συγκροτήθηκε εκ των ενόντων στα ποτάμια της Ινδίας, δεν είχε καμία απολύτως σχέση με εκείνους των ελληνικών κρατών, που υποστήριζαν τον Αλέξανδρο στη Μεσόγειο. Οι ακτές της Ινδίας ήταν εντελώς άγνωστες και θα ήταν εξαιρετικά παρακινδυνευμένο να βασιστεί η τροφοδοσία (και τελικά η ίδια η επιβίωση) του στρατεύματος στην αναπόδεικτη ακόμη ικανότητα ναυτιλίας του Νέαρχου σε ανοιχτή θάλασσα. Αντίθετα, η αγωνία του Αλεξάνδρου ήταν απόλυτα λογική και δικαιολογημένη, κρίνοντας από τις ταλαιπωρίες, που πέρασε ο στόλος.

Η πορεία του Αλεξάνδρου μέσα από την έρημο της Γεδρωσίας ήταν πολύ δύσκολη και οι ταλαιπωρίες μεγάλες. Τα κτήνη βούλιαζαν στην άμμο σαν να πατούσαν σε φρέσκο χιόνι, οι αλλεπάλληλοι αμμόλοφοι καταπονούσαν ανθρώπους και κτήνη, και γι’ αυτό δεν επέλεγαν τα συντομότερα δρομολόγια, αλλά τα λιγότερο κουραστικά για τα υποζύγια των σκευοφόρων. Οι διαδοχικοί σταθμοί είχαν πια μήκος μεγαλύτερο από το κανονικό και ανάλογο με την απόσταση των διαδοχικών σημείων υδροληψίας. Προχωρούσαν κυρίως τη νύχτα, όταν όμως έπρεπε να συνεχίσουν την πορεία και την ημέρα μέχρι την επόμενη υδροληψία, ο ήλιος και ο καύσωνας αποδεικνύονταν θανατηφόροι. Πολλοί άντρες, αλλά κυρίως μεταφορικά κτήνη, πέθαναν από αυτήν την ταλαιπωρία. Εκτός από τη δίψα, τα υποζύγια τα σκότωναν και οι ίδιοι οι στρατιώτες, για να αντιμετωπίσουν την έλλειψη τροφίμων, και μετά ισχυρίζονταν ότι ψόφησαν από τις κακουχίες. Η απώλεια των υποζυγίων είχε ως επακόλουθο να μειώνεται η ικανότητα του στρατεύματος να μεταφέρει νερό και τρόφιμα, επιδεινώνοντας ακόμη περισσότερο τη θέση του. Οι άρρωστοι έπρεπε να μεταφέρονται με άμαξες, οι οποίες σιγά-σιγά έμεναν χωρίς υποζύγια, κι έτσι όλο και περισσότεροι άρρωστοι έπρεπε να ακολουθούν πεζοί το στράτευμα, το οποίο φυσικά δεν είχε περιθώριο να φροντίσει τα μεμονωμένα άτομα θέτοντας σε κίνδυνο τους πολλούς κι έτσι άφηνε στην τύχη τους, όσους δεν μπορούσαν να ακολουθήσουν το ρυθμό προέλασης. Από ένα σημείο της πορείας και μετά, ακόμη και ο ύπνος προκαλούσε απώλειες σε προσωπικό. Μερικοί δεν άντεχαν την εξουθενωτική πορεία και τους έπαιρνε ο ύπνος, ειδικά κατά τη νυχτερινή προέλαση. Με το φως της ημέρας εύρισκαν τα ίχνη του στρατεύματος και συναντούσαν τους υπόλοιπους' αν ήταν τυχεροί κι αν άντεχαν τον καυτό ήλιο. Αλλά «οι περισσότεροι απ’ αυτούς χάθηκαν όπως οι ναυαγοί στο τρικυμισμένο πέλαγος».

Ο Αρριανός λέει ακόμη ότι μόλις έβλεπαν νερόλακκο, οι καταπονημένοι από τη δίψα στρατιώτες και τα κτήνη τους έπιναν, όσο μπορούσαν, και μερικοί πέθαιναν από την υπερβολική πόση, ενώ οι πιο ανυπόμονοι έπεφταν μέσα, για να πιουν, και κατέστρεφαν τον νερόλακκο. Ο Αλέξανδρος για να αποφύγει ή να περιορίσει αυτά τα φαινόμενα, στρατοπέδευε περί τα 20 στάδια (3,7 χμ) από τα σημεία υδροληψίας. Ακριβώς αυτός ο κανόνας δημιουργεί προβληματισμούς σε σχέση με τη μεγαλύτερη και πλέον διάσημη συμφορά, που έπληξε το στράτευμα, όταν κάποια στιγμή δεν τον εφάρμοσε και στην απελπισμένη αναζήτηση νερού στρατοπέδευσε κοντά στην κοίτη ενός χειμάρρου με ελάχιστο νερό. Ο προβληματισμός προκύπτει, διότι ο Αρριανός γνωρίζει ότι κατά την περίοδο των μουσώνων στα απομακρυσμένα βουνά πέφτουν βροχές, που είναι ξαφνικές, έντονες και δεν γίνονται αντιληπτές στις πεδιάδες και τις ερήμους. Πράγματι, στην κοιλάδα του ποταμού Κέτς παρατηρούνται αιφνίδιες πλημμύρες ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο. Ακόμη και σήμερα δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις, που ανυποψίαστοι τουρίστες παρασύρονται με τα οχήματά τους και πνίγονται σε τέτοιες πλημμύρες. Μάλιστα ο κίνδυνος γίνεται μεγαλύτερος, διότι μερικές φορές οι κοίτες των χειμάρρων είναι τόσο φαρδιές, ώστε να μη γίνεται αντιληπτό από τους μη γνώστες ότι βρίσκονται μέσα σε κοίτη.

Εξ αιτίας μίας τέτοιας βροχής, εντελώς ξαφνικά την ώρα της δεύτερης νυχτερινής βάρδιας ο χείμαρρος εκείνος κατέβασε πολλά και ορμητικά νερά, φούσκωσε και παρέσυρε πάρα πολλά από τα γυναικόπαιδα, όλη τη βασιλική οικοσκευή και έπνιξε όσα υποζύγια είχαν απομείνει. Κατά τον Αρριανό, γλίτωσαν μόνο οι στρατιώτες με τα όπλα τους, αλλά κι αυτοί είχαν πολλές απώλειες. Κατά τον Πλούταρχο, από το σύνολο των 120.000 πεζών και 15.000 ιππέων διασώθηκε μόλις το ¼. Ωστόσο ο αριθμός αυτός είναι υπερβολικός και προφανώς αφορά στη συνολική δύναμη, που λέει ο ίδιος ότι εισέβαλε στην Ινδία. Είναι όμως λογικό να διασώθηκε το ¼ από το σύνολο της στρατιάς και ειδικά οι μάχιμοι, όπως λέει ο Αρριανός.

Χάρη στις πληροφορίες του Αρριανού, του μόνου αρχαίου ιστορικού που μας δίνει λεπτομέρειες για το περιστατικό, μπορούμε να αναπαραστήσουμε το τι συνέβη. Τα γυναικόπαιδα, οι συνακολουθούντες, οι οικοσκευές και τα υποζύγια έπονταν στην πορεία και τοποθετούνταν στο κέντρο του στρατοπέδου, για να προστατεύονται περιμετρικά από τους μάχιμους. Το στρατόπεδο θα μπορούσε να βρίσκεται στη μία όχθη του χειμάρρου ή και στις δύο, πιθανώς δε και μέσα στην κοίτη του (εν αγνοία τους), που είναι και το λογικότερο λόγω του μεγέθους της καταστροφής (σχεδιάγραμμα). Όταν ο χείμαρρος φούσκωσε, παρέσυρε ό,τι βρισκόταν κοντά στις όχθες του και σε τελική ανάλυση η συμφορά έπληξε κυρίως τους συνακολουθούντες. Από την ανθρώπινη πλευρά ήταν πράγματι συμφορά, αλλά για την διοικητική μέριμνα ήταν θείο δώρο. Υπολογίζοντας έναν βοηθητικό, μία γυναίκα και ένα παιδί για κάθε μάχιμο, η αναλογία των μαχίμων προς το σύνολο της στρατιάς προκύπτει 1:4. Η αναλογία αυτή δεν είναι καθόλου υπερβολική, διότι δεν συνυπολογίσαμε εμπόρους, υπηρέτες και «ευγενή» επαγγέλματα. Αν το κάναμε, η αναλογία μπορούσε να μειωθεί σε 1:6 κι αν συνυπολογίζαμε ομήρους, αιχμαλώτους και ανδράποδα, τότε ίσως έπεφτε και κάτω από το 1:10. Με τη συντηρητική εκτίμηση του 1:4, μετά την πλημμύρα και τον αφανισμό των συνακολουθούντων οι ανάγκες σε εφόδια μειώθηκαν στο 25% των αρχικών αναγκών, ενώ οι επιζήσαντες ήταν αυτοί που μπορούσαν να κινηθούν ταχύτερα και είχαν πολύ πιο αυξημένες πιθανότητες να βγουν ζωντανοί από την έρημο. Δηλαδή, μέσα από την καταστροφή το στράτευμα βελτίωσε τη θέση του και σ’ αυτό ακριβώς το σημείο προκύπτει ο προβληματισμός. Γιατί ο Αλέξανδρος δεν στρατοπέδευσε στη συνήθη απόσταση των 3,5 χμ από το χείμαρρο; Μήπως γνώριζε το φαινόμενο των αιφνιδίων πλημμυρών λόγω των μακρινών βροχοπτώσεων και ήθελε να το εκμεταλλευτεί;

Γνωρίζουμε ότι σε κάθε περίπτωση ο Αλέξανδρος επέβαλλε την τάξη και την πειθαρχία. Ήταν αυστηρός διοικητής ενός τακτικού στρατεύματος σε εκστρατεία και βασική ευθύνη του στην έρημο ήταν η επιβίωση των στρατιωτών του. Επιπλέον, δεν θα υπολόγιζε ιδιαίτερα τα γυναικόπαιδα που συνακολουθούσαν τους στρατιώτες του, αφού δεν ήταν οι νόμιμες οικογένειές τους. Οι γυναίκες ήταν ασιάτισσες, τα παιδιά μιξοβάρβαροι και ο ρατσισμός των αρχαίων Ελλήνων ήταν τέτοιος, που δεν του άφηνε περιθώρια ενδοιασμών. Εάν πράγματι γνώριζε το φαινόμενο των αιφνιδίων πλημμυρών, τότε ασφαλώς θα επωφελούνταν και την άποψη αυτή ενισχύουν η στρατοπέδευση πάνω στο χείμαρρο αντί στη συνήθη απόσταση των 3,5 χμ καθώς και η «χειρουργική» εξόντωση των ¾ του στρατεύματος, που ήταν συνακολουθούντες, ενώ το ¼ των μαχίμων είχε πολύ μικρότερες απώλειες.

Άλλο αξιοσημείωτο περιστατικό στην έρημο της Γεδρωσίας είναι ότι κάποια στιγμή στην περιοχή της Τουρμπάτ μετά από ανεμοθύελλα οι οδηγοί έχασαν τα σημεία του δρομολογίου, όπως είχε συμβεί και παλαιότερα καθ’ οδόν προς το μαντείο του Άμμωνα. Δεν είχαν την εκπαίδευση των ναυτικών, που «στην ανοιχτή θάλασσα βρίσκουν την πορεία τους με τους αστερισμούς των Άρκτων και τον ήλιο», αλλά ο Αλέξανδρος γνωρίζοντας πως η θάλασσα βρισκόταν στην αριστερή πλευρά της πορείας τους, πήρε ένα μικρό τμήμα ιππικού για να φτάσει τελικά μόνο με 5 άλλους ιππείς στην παραλία, στην περιοχή του Πασνί. Εκεί, σκάβοντας τα χαλίκια της παραλίας, μπόρεσαν να βρουν νερό και να υδροδοτήσουν ολόκληρο το στράτευμα. Το δρομολόγιο των 140 χμ από την Τουρμπάτ ως το Πασνί περνά μέσα από μία εντελώς άνυδρη και γυμνή έρημο με χαλίκια, που δικαιολογεί πλήρως την περιγραφή του Αρριανού. Στη συνέχεια προχώρησαν επί 7 ημέρες παραλιακά προς το Γκουατάρ, όπου τουλάχιστον μπορούσαν να υδροδοτούνται, ώσπου έφτασαν σε περιοχή γνωστή στους οδηγούς και το στράτευμα μπόρεσε να ξαναμπεί στο εσωτερικό, όπου μπορούσε να βρίσκει τρόφιμα. Τότε, σε μία αποστολή ανίχνευσης ο Θόας του Μανδρόδωρου ανέφερε ότι στην ακτή ζούσαν οι Ιχθυοφάγοι, πάμφτωχοι ψαράδες, που ζούσαν σε άθλιες καλύβες, φτιαγμένες από κοκάλα ψαριών και κοχύλια. Το νερό εκεί ήταν δυσεύρετο, λιγοστό και όχι πάντοτε πόσιμο.

Σε μία άλλη φάση της πορείας μέσα από την έρημο της Γεδρωσίας μερικοί ψιλοί ανακάλυψαν λίγο νερό σε μία αβαθή χαράδρα και το έφεραν στον Αλέξανδρο, που προχωρούσε κι αυτός πεζός. Εκείνος επαίνεσε τους ψιλούς, αλλά έχυσε το νερό που του είχαν φέρει μέσα σε κράνος, διότι δεν έφτανε για όλους. Έτσι έδωσε θάρρος στη στρατιά, που είδε ότι όλοι βρίσκονταν στην ίδια μοίρα. Το περιστατικό αυτό αναφέρεται από πολλούς ιστορικούς, αλλά ο καθένας το τοποθετεί σε διαφορετικό τόπο και χρόνο. Ο Αρριανός λέει ότι αυτό έγινε στη Γεδρωσία και ότι άλλοι συγγραφείς το τοποθετούν στον Παροπάμισο. Μεταξύ αυτών ίσως ήταν κι ο Διόδωρος, αφού το χάσμα στο ΙΖ βιβλίο του αναφέρεται και στον Παροπάμισο. Ο Πλούταρχος το τοποθετεί στη Μηδία, ενώ σύμφωνα με τον Κούρτιο συνέβη κατά την καταδίωξη του Βήσσου και ο Αλέξανδρος αρνήθηκε να πιει, διότι οι στρατιώτες το είχαν συλλέξει για τα παιδιά τους, που διψούσαν.

Το ερώτημα, γιατί ο Αλέξανδρος ακολούθησε αυτό το δρομολόγιο και όχι εκείνο, που είχε ακολουθήσει νωρίτερα ο Κρατερός, είναι τόσο παλιό όσο και η εκστρατεία του. Δεν είναι όμως καθόλου εύλογο, διότι όπως ήδη τονίσαμε ανάλογα δρομολόγια είχε ακολουθήσει κι άλλες φορές στο παρελθόν. Εν πάσει περιπτώσει όλοι οι αρχαίοι συγγραφείς επέλεγαν ως απάντηση ότι ο Αλέξανδρος είχε θεωρήσει ως πρόκληση τους θρύλους των ντόπιων ότι ακόμη και η θρυλική Σεμίραμις σώθηκε μόνο με 20 άντρες, ενώ ο Κύρος μόνο με 7. Είναι βέβαια γνωστό ότι ο Αλέξανδρος ήθελε να κατακτήσει ολόκληρο τον κόσμο, ότι ήταν ριψοκίνδυνος και ότι όσο πιο δύσκολο ήταν κάτι τόσο περισσότερο ήθελε να το κάνει, αλλά αυτά δεν αποτελούν σοβαρή τεκμηρίωση. Πράγματι, τον εαυτό του τον εξέθετε στους ίδιους κινδύνους, που αναλάμβανε και ο τελευταίος τυχοδιώκτης μισθοφόρος, ωστόσο συνολικά τη στρατιά του ποτέ δεν την εξέθεσε σε περιττούς και άσκοπους κινδύνους. Αντίθετα ο Νέαρχος έγραψε ότι επέλεξε το συγκεκριμένο δρομολόγιο, διότι απλώς δεν γνώριζε πόσο επικίνδυνο ήταν. Είδαμε ότι στα Πάταλα (και για πρώτη φορά) αντιμετώπισε οξύτατο πρόβλημα με τους οδηγούς και τη συλλογή πληροφοριών σχετικά με τα δρομολόγια. Το πιθανότερο λοιπόν είναι να είχε δίκιο ο Νέαρχος και ο Αλέξανδρος να μπήκε στην έρημο της Γεδρωσίας είτε με ελλιπείς πληροφορίες ή με ανεπαρκείς οδηγούς.


Ο Νέαρχος αρχίζει τον παράπλου των ακτών
(Αρριανός ΣΤ.24, 27, Ινδική 23, Πλούταρχος, Αλέξανδρος 66.7)

Την 20η μέρα του μήνα Βοηδρομιώνα επί επωνύμου άρχοντος στην Αθήνα του Κηφισόδωρου, σύμφωνα με την αθηναϊκή χρονολόγηση, ή την 20η μέρα του μήνα Υπερβερεταίου στο 11ο έτος βασιλείας του Αλεξάνδρου, σύμφωνα με τη μακεδονική χρονολόγηση, δηλαδή την 5η Οκτωβρίου 325 π.Χ., κι ενώ ο Αλέξανδρος διέσχιζε τη Γεδρωσία, κόπασαν οι μουσώνες. Στην πραγματικότητα ήταν μία μικρή ύφεση, που ξεγέλασε τον Νέαρχο και νόμισε ότι ο στόλος μπορούσε να αποπλεύσει. Τότε διοργάνωσε γυμνικούς αγώνες, θυσίασε στο Δία Σωτήρα και απέπλευσε από τον ναύσταθμο των Πατάλων. Για τον κατάπλου από τον ναύσταθμο ως τις εκβολές του Ινδού δεν είναι σαφές αν ο Νέαρχος επέλεξε το δυτικό παρακλάδι της εκβολής, που ήταν το συντομότερο δρομολόγιο, ή αν προτίμησε το ανατολικό, που ήταν ασφαλέστερο. Ωστόσο οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι επέλεξε το δυτικό παρακλάδι, διότι κατά την έξοδό του στη θάλασσα περιγράφει δυσκολίες, που δεν συνάντησε ο Αλέξανδρος στο ανατολικό, κι επιπλέον αν είχε χρησιμοποιήσει το ανατολικό παρακλάδι, κατά τον παράπλου θα είχε συναντήσει το δυτικό, το οποίο δεν περιγράφει να προσπερνά.

Την 1η μέρα αγκυροβόλησαν σε μία μεγάλη διώρυγα στην περιοχή Στούρα, σε απόσταση 100 σταδίων (περί τα 18,5 χμ) από τον ναύσταθμο. Έμειναν εκεί δύο μέρες, την 3η μέρα διένυσαν 30 στάδια (περί τα 5,5 χμ) και έφτασαν στα Καύμανα, σε μία διώρυγα, όπου έφτανε ήδη το θαλασσινό νερό. Την 4η μέρα κάλυψαν 20 στάδια (περί τα 3,7 χμ), έφτασαν στην περιοχή Κορέεστη, προχώρησαν ακόμα λίγο κι έφτασαν στην εκβολή του Ινδού. Εκεί υπήρχε μία ξέρα μέσα στη θάλασσα και τα κύματα έσπαγαν με δύναμη στην απότομη ακτή. Το σημείο εκείνο δεν ήταν κατάλληλο, για να βγει ο στόλος στη Μεγάλη Θάλασσα, επειδή η ξέρα εμπόδιζε τα πλοία να βγουν αμέσως στα ανοιχτά και τα δυνατά κύματα θα μπορούσαν να τα τσακίσουν στην ακτή. Έσκαψαν λοιπόν μία διώρυγα μήκους 5 σταδίων (περί τα 900 μ), εκεί που το χώμα ήταν πιο μαλακό, και με την πλημμυρίδα βγήκαν στον Πόντο. Την 5η μέρα και μετά από πλεύση 150 σταδίων (περί τα 27,7 χμ) στη Μεγάλη Θάλασσα προσορμίστηκαν σε ένα αμμώδες νησί στην περιοχή των Αραβιτών, τα Κρώκαλα, όπου διανυκτέρευαν. Την 6η μέρα προχώρησαν παράλληλα προς την παραλία έχοντας στα δεξιά το βουνό Είρος και στα αριστερά ένα χαμηλό νησάκι, που σχημάτιζε ένα στενό πορθμό με την ακτή. Πέρασαν το στενό κι έφτασαν σε ένα μεγάλο λιμάνι (ίσως το σημερινό Καράτσι), το οποίο ο Νέαρχος ονόμασε Λιμένα του Αλεξάνδρου, κατά τη γνωστή αποικιοκρατική συνήθεια. Σε απόσταση 2 σταδίων (περί τα 370 μ) μπροστά από το στόμιο του λιμανιού βρισκόταν ένα νησάκι, που ονομαζόταν Βίβακτα και προστάτευε το λιμάνι από τον καιρό. Στην περιοχή αυτή, που λεγόταν Σάγγαδα καθηλώθηκαν από τους ισχυρούς ανέμους επί 24 ημέρες και, επειδή φοβόντουσαν τυχόν επιθέσεις των βαρβάρων, περιτείχισαν το στρατόπεδο με πέτρινο τείχος.

Στο διάστημα αυτό οι άντρες έπιναν θαλασσινό νερό και έτρωγαν θαλασσινά ποντίκια, όστρακα και σωλήνες, που ήταν πολύ μεγαλύτεροι από εκείνους της Μεσογείου. Όπως είναι γνωστό, το διαιτολόγιο των αρχαίων Ελλήνων δεν περιλάμβανε ούτε τον ποντικό της θάλασσας (μυς ο ποντικός) ούτε τον ποντικό των αγρών (μυς ο αρουραίος), ενώ τα όστρακα και ειδικά οι σωλήνες είχαν πολύ μικρή διατροφική αξία και εκτίμηση. Επομένως από την παραπάνω δήλωση του Νέαρχου και τα όσα καταγράφει στη συνέχεια αποδεικνύεται ότι η αγωνία, που κατείχε τον Αλέξανδρο και η επιμονή του να εξασφαλίζει νερό και τρόφιμα για το στόλο ήταν απόλυτα δικαιολογημένες. Σε λιγότερο από 30 ημέρες και σε απόσταση μόλις 6 ημερών από το ναύσταθμο των Πατάλων τα αποθέματα του στόλου σε νερό και τρόφιμα είχαν εξαντληθεί τελείως και χρειάστηκε να επιβληθούν αυτές οι τόσο δραστικές αλλαγές στις διατροφικές συνήθειες των πληρωμάτων. Δυστυχώς η κατάσταση δεν επρόκειτο να βελτιωθεί πολύ στη συνέχεια, αντίθετα το διαιτολόγιό τους θα εμπλουτιζόταν και με άλλα «εξωτικά» είδη και μέχρι το τέλος ο επισιτισμός θα παρέμενε ο μοναδικός κίνδυνος για την ασφάλεια και την πειθαρχία των πληρωμάτων.

Περί τα τέλη Οκτωβρίου ή αρχές Νοεμβρίου και 60 μέρες μετά την αναχώρησή του από τα Ώρα ο Αλέξανδρος έφτασε στην πρωτεύουσα της Γεδρωσίας, τα Πούρα (στην κοιλάδα του Μπαμπούρ, ίσως κοντά στη Φαρτζάχ). Εκεί ξεκούρασε τα υπολείμματα της στρατιάς του με αγώνες και διασκεδάσεις. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, σε έναν αγώνα χορών ο εραστής του Αλεξάνδρου Βαγώας νίκησε και κάθισε δίπλα του στολισμένος. Βλέποντας τη σκηνή οι Μακεδόνες χειροκροτούσαν και φώναζαν να τον φιλήσει, ώσπου ο Αλέξανδρος τον αγκάλιασε και τον φίλησε.

Στα Πούρα ο Αλέξανδρος απομάκρυνε λόγω ανικανότητας τον Απολλοφάνη από τη θέση του σατράπη και τον αντικατέστησε με τον Θόαντα του Μανδρόδωρου. Αυτός όμως αρρώστησε και πέθανε και τελικά τη θέση του σατράπη των Αραχωτών, Γεδρωσών και Ωρειτών ανέλαβε ο Σιβύρτιος, που μόλις είχε αναλάβει σατράπης της ανυπότακτης ακόμη Καρμανίας. Ο εταίρος Τληπόλεμος του Πυθοφάνη ανέλαβε τη σατραπεία της Καρμανίας (κι αυτήν τη φορά πριν κατακτήσουν τη χώρα), καθ’ οδόν προς την οποία ο Αλέξανδρος πληροφορήθηκε, ότι οι μισθοφόροι στην Ινδία είχαν στασιάσει και δολοφονήσει τον σατράπη της περιοχής Φίλιππο. Οι Μακεδόνες σωματοφύλακές του σκότωσαν τους δολοφόνους, άλλους επιτόπου κι άλλους, αφού τους καταδίωξαν και τους συνέλαβαν. Ο Αλέξανδρος λοιπόν έστειλε επιστολές στον Εύδαμο και τον Ταξίλη ζητώντας τους να φροντίζουν τη σατραπεία του Φιλίππου μέχρι να ορίσει νέο σατράπη.

Την 4η Νοεμβρίου του 325, 31 ημέρες από τον απόπλου και μετά από 24 βασανιστικές ημέρες υποχρεωτικής αγκυροβολίας, ο άνεμος κόπασε και ο στόλος μπόρεσε να συνεχίσει τον παράπλου των ακτών. Κάλυψαν περί τα 60 στάδια (11 χμ) και άραξαν σε μία αμμώδη ακτή, που την προστάτευε ένα νησάκι, οι Δόμες, αλλά χρειάστηκε να προχωρήσουν περί τα 20 στάδια (3,7 χμ) στο εσωτερικό για να βρουν νερό. Την 32η μέρα κάλυψαν 300 στάδια (περί τα 55,5 χμ) και το βράδυ έφτασαν στα Σάραγγα, όπου για να υδροδοτηθούν απομακρύνθηκαν 8 στάδια (περί τα 1,5 χμ) από την ακτή. Την 33η (μάλλον) μέρα έκαναν στάση σε μία έρημη περιοχή, τα Σάκαλα, μετά πέρασαν ανάμεσα από δύο σκοπέλους τόσο κοντά μεταξύ τους, ώστε τα πλοία ακουμπούσαν πάνω τους και από τις δύο πλευρές και στη συνέχεια αντιμετώπισαν θαλασσοταραχή και μεγάλα κύματα, αλλά δεν φοβήθηκαν όσο στους σκοπέλους. Μετά από άλλα 300 στάδια (περί τα 55,5 χμ) πλεύσης έφτασαν στα Μοροντόβαρα, που στην γλώσσα των ντόπιων σήμαινε Λιμάνι των Γυναικών (ίσως ανάμνηση από τη μακρινή εποχή της μητριαρχίας). Το λιμάνι είχε στενή είσοδο, ήταν μεγάλο, κυκλικό, βαθύ και ήρεμο. Την 34η μέρα έφυγαν από τα Μοροντόβαρα και προχώρησαν παραλιακά, έχοντας στα αριστερά τους ένα νησί, για να προστατευθούν από την ανοιχτή θάλασσα. Το νησί αυτό ήταν δασωμένο και είχε πολλά είδη δένδρων, αλλά δεν έβλεπαν την άλλη άκρη του και, επειδή η ακτή του ήταν σχεδόν παράλληλη προς την ακτή των Αραβιτών, προς στιγμή φοβήθηκαν ότι είχαν μπει σε διώρυγα. Το χάραμα της 35ης μέρας (8 Νοεμβρίου) με την άμπωτη σήκωσαν άγκυρα και μετά από πλεύση 70 σταδίων (περί τα 13 χμ) ανάμεσα στο νησί και την ακτή, πέρασαν από ένα ρηχό πέρασμα και βγήκαν πάλι στην ανοιχτή θάλασσα. Μετά από άλλα 120 στάδια (περί τα 22 χμ) έφτασαν στην εκβολή του Αράβιου. Εκεί βρήκαν ένα μεγάλο και ασφαλές λιμάνι, αλλά το νερό του ποταμού ανακατευόταν με το θαλασσινό και προχώρησαν γύρω στα 40 στάδια (7,5 χμ) στο εσωτερικό, ώσπου υδροδοτήθηκαν σε ένα νερόλακκο. Σε ένα ερημονήσι κοντά στις εκβολές βρήκαν όστρακα και πολλά ψάρια, με τα οποία κάλυψαν ένα μικρό μέρος των αναγκών τους.

Ο Νέαρχος χρειάστηκε 35 μέρες από τον ναύσταθμο του Ινδού και 32 μέρες από την έξοδο στη Μεγάλη Θάλασσα, για να φτάσει στην εκβολή του Αράβιου, που αποτελούσε τη νότια οριογραμμή μεταξύ Ινδίας και Ασίας, σύμφωνα με τη γεωγραφία των αρχαίων Ελλήνων και τον οποίο είχε περάσει ο Αλέξανδρος περίπου 3½ μήνες νωρίτερα. Μπροστά του βρίσκονταν πλέον οι ασιατικές ακτές, αφού είχε καλύψει τα περίπου 1.000 στάδια (185 χμ) της δυτικής ινδικής ακτογραμμής σε 8 ημέρες καθαρής ναυτιλίας, δηλαδή πλέοντας με μέση ημερήσια ταχύτητα 125 στάδια (23 χμ). Δεν είχε φτάσει ούτε στα μισά της χρονικής διάρκειας του παράπλου και ήδη αντιμετώπιζε οξύτατο πρόβλημα στον επισιτισμό.

Περί την 8η Νοεμβρίου ο στόλος απέπλευσε από την εκβολή του Αράβιου και άρχισε τον παράπλου των ασιατικών ακτών. Την 1η μέρα έπλευσαν περί τα 200 στάδια (37 χμ) στα ρηχά, κατά μήκος της ακτής των Ωρειτών και αγκυροβόλησαν στα Πάγαλα. Ο Νέαρχος έστειλε στο εσωτερικό ένα απόσπασμα για υδροληψία και το χάραμα της 2ης μέρας απέπλευσαν, για να διανύσουν 430 στάδια (περί τα 79 χμ) και να φτάσουν το βράδυ σε μία έρημη παραλία, τα Κάβανα. Επειδή υπήρχαν ξέρες, αγκυροβόλησαν μεσοπέλαγα, αλλά ένας ξαφνικός αέρας έρριξε στις ξέρες και κατέστρεψε δύο μακρές νήες κι έναν κέρκουρο. Τα πληρώματα ήξεραν καλό κολύμπι και δεν είχαν απώλειες. Κατά τα μεσάνυχτα απέπλευσαν και μετά από 200 στάδια (περί τα 37 χμ) έφτασαν την 3η μέρα (περί τη 10η Νοεμβρίου) στα Κώκαλα, όπου στρατοπέδευσαν στην ξηρά. Τα πλοία αγκυροβόλησαν στα ανοιχτά, αλλά τα πληρώματα ήθελαν να ξεκουραστούν στη στεριά, διότι είχαν ταλαιπωρηθεί στη θάλασσα, και κατασκεύασαν στρατόπεδο, για να προφυλαχθούν από τυχόν επίθεση βαρβάρων. Στην περιοχή αυτή ο Λεοννάτος εκτελώντας τις διαταγές του Αλεξάνδρου, είχε συντρίψει την αντίσταση των Ωρειτών και των συμμάχων τους σε μεγάλη μάχη, όπου σκοτώθηκαν 6.000 εχθροί και όλοι οι αρχηγοί τους. Οι απώλειες του Λεοννάτου ήταν μόνο 15 ιππείς και λίγοι πεζοί, αλλά μεταξύ των νεκρών ήταν και ο Απολλοφάνης, ο σατράπης των Γεδρωσών. Ο Λεοννάτος είχε συγκεντρώσει στα Κώκαλα τρόφιμα για το στόλο, που αρκούσαν για 10 μέρες. Ο Νέαρχος επισκεύασε όσα πλοία είχαν πάθει ζημιές, άφησε όσους άντρες ήταν ακατάλληλοι για πλήρωμα και τους αναπλήρωσε με άντρες του Λεοννάτου.

Από τα Κώκαλα, όπου δεν ξέρουμε πόσο έμειναν, απέπλευσαν με ελαφρύ αεράκι και μετά από 500 στάδια (περί τα 92 χμ) σταμάτησαν σε ένα χείμαρρο, τον Τόμηρο. Στην εκβολή του σχημάτιζε λίμνη και γύρω της ζούσαν σε άθλιες καλύβες περί τους 600 ανθρώπους, που βλέποντας το στόλο πήραν τις λόγχες τους και ετοιμάστηκαν να αμυνθούν. Οι λόγχες τους ήταν χοντρές, εξάπηχες (περίπου 2,7 μ) και χωρίς μεταλλική αιχμή, αλλά όταν την πυράκτωναν ήταν εξίσου αποτελεσματική, ωστόσο από το πάχος τους φαινόταν καθαρά ότι ήταν ακατάλληλες για εξακοντισμό. Ο Νέαρχος παρέταξε το στόλο σε τέτοια απόσταση, ώστε οι ιθαγενείς στην ακτή να βρίσκονται μέσα στο ωφέλιμο βεληνεκές των τοξευμάτων από τα πλοία, και συγκρότησε αποβατικό απόσπασμα με τους πιο μικρόσωμους και ευκίνητους από τους ελαφρύτερα οπλισμένους, που ήξεραν καλό κολύμπι. Αυτοί έπεσαν στο νερό, προχώρησαν μέχρι το σημείο, που πάτωναν, σχημάτισαν φάλαγγα με τρεις σειρές βάθος και επιτέθηκαν αλαλάζοντας στον Ενυάλιο. Τα πληρώματα άρχισαν κι εκείνα να αλαλάζουν και να εξαπολύουν τοξεύματα και καταπελτικά βέλη στους ιθαγενείς, που δεν μπορούσαν να ανταποδώσουν, διότι είχαν μόνο αγχέμαχα όπλα. Χτυπημένοι λοιπόν από τα τοξεύματα, ξαφνιασμένοι από την ταχύτητα και την οργάνωση των επιτιθέμενων, άλλοι το έβαλαν στα πόδια και άλλοι πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Ο Νέαρχος λέει ότι αυτοί οι ιθαγενείς χρησιμοποιούσαν λίθινα εργαλεία, δεν γνώριζαν τη χρήση του σιδήρου, ντύνονταν με δέρματα ζώων ή μεγάλων ψαριών, είχαν πυκνό τρίχωμα στο σώμα και το κεφάλι, γαμψά και σκληρά νύχια, τα οποία χρησιμοποιούσαν για να κόβουν τα ψάρια και μικρά ξύλα. Στην ακτή αυτή έμεινα 5 ημέρες, διότι έβγαλαν από τη θάλασσα και επισκεύασαν όσα πλοία είχαν πάθει ζημιές.

Εδώ δημιουργείται το ερώτημα, γιατί να μείνουν τόσες μέρες. Αφού είχαν διαπιστώσει πόσο οξύ πρόβλημα ήταν ο επισιτισμός, ποιος λόγος τους ανάγκασε να παραμείνουν ακίνητοι επί 5 ημέρες και να σπαταλήσουν τις μισές προμήθειες, που τους έδωσε ο Λεοννάτος; Ασφαλώς όχι η προσδοκία πλούσιων αποθεμάτων μέσα στις άθλιες καλύβες. Εξάλλου δεν έχουμε καμία ένδειξη ότι ο στόλος ανεφοδιάστηκε καθόλου στον Τόμηρο. Άραγε είχαν αποφάσισαν την επιδρομή, για να μελετήσουν ανθρωπολογικά τους ιθαγενείς και τον τρόπο ζωής τους; Από την περιγραφή του οικισμού φαίνεται ότι θα τους αρκούσε μία μέρα, το πολύ δύο. Επειδή τα πλοία χρειάζονταν επισκευή; Μα και στα Κώκαλα έκαναν επισκευές. Είναι γνωστό ότι ακόμη και στα σύγχρονα πλοία οι επισκευές δεν τελειώνουν ποτέ, αλλά είναι υπερβολή να δεχθούμε ότι μετά από μίας μόνο ημέρας πλεύση, ο στόλος που μόλις είχε επισκευαστεί, χρειαζόταν επισκευές άλλων 5 ημερών! Ο Αρριανός είναι σαφέστατος ότι στα Κώκαλα ο Νέαρχος έβγαλε τα πληρώματα στη στεριά, για να αναπαυθούν και να κάνουν τις επισκευές στα πλοία. Επίσης ανεφοδιάστηκε, αντικατέστησε τους ακατάλληλους και έχτισε στρατόπεδο, για να προφυλαχθούν από ενδεχόμενες επιθέσεις. Όλα αυτά υποδηλώνουν πολυήμερη παραμονή στα Κώκαλα και δεν προκύπτει καμία ικανοποιητική εξήγηση για τη νέα πενθήμερη στάση μετά από μιάς ημέρας πλεύση, ενώ η επιδρομή εναντίον πάμφτωχων ιθαγενών παραμένει ανεξήγητη.

Την 7η μέρα μετά τον απόπλου από τα Κώκαλα, ξεκίνησαν και πάλι, έπλευσαν 300 στάδια (περί τα 55,5 χμ) και έφτασαν στα Μάλανα, τα ανατολικά όρια της χώρας των Ωρειτών (στην ευρύτερη περιοχή του Πασνί). Ο παράπλους της ακτογραμμής των Ωρειτών ήταν κάπου 1.600 στάδια (296 χμ) και διήρκεσε τουλάχιστον 10 μέρες καθαρής ναυτιλίας και τουλάχιστον 5 μέρες ανάπαυσης, (ήτοι από την 8η έως μετά την 23η Νοεμβρίου), στη διάρκεια των οποίων διαπίστωσαν ότι όσοι Ωρείτες ζούσαν μακρυά από τη θάλασσα, είχαν τα ίδια ενδύματα και όπλα με τους Ινδούς, αλλά διαφορετικά έθιμα και γλώσσα. Όσοι ζούσαν στα παράλια ήταν αρκετά πρωτόγονοι, αλλά όχι όσο οι Ιχθυοφάγοι.


Στις ακτές των Ιχθυοφάγων
(Αρριανός Ινδική 26.-31.)

Την τελευταία εβδομάδα του Νοεμβρίου ο στόλος άφησε πίσω του τις ακτές των Ωρειτών και συνέχισε προς τα δυτικά παραπλέοντας τις ακτές, όπου κατοικούσαν οι Ιχθυοφάγοι. Στο εσωτερικό, βόρεια των Ωρειτών και των Ιχθυοφάγων κατοικούσαν οι Γεδρωσοί. Οι Ιχθυοφάγοι, όπως φαίνεται από το όνομά τους, τρέφονταν σχεδόν αποκλειστικά με ωμά ψάρια. Αυτοί, που διέθεταν βάρκες και ήξεραν να ψαρεύουν στη θάλασσα, ήταν ελάχιστοι. Οι περισσότεροι μάζευαν τα ψάρια, που άφηνε πίσω της η άμπωτη. Έγνεθαν τον φλοιό των φοινίκων, όπως οι άλλοι λαοί έγνεθαν το λινάρι, και κατασκεύαζαν σκοινιά με τα οποία έφτιαχναν δίχτυα. Πολλά από τα δίχτυα τους είχαν μήκος μέχρι 2 στάδια (περίπου 370 μ) και τα χρησιμοποιούσαν, για να μαζεύουν τα άφθονα ψάρια, που παγιδεύονταν στην παραλία με τη άμπωτη. Σε πολλά σημεία των ακτών εύρισκαν επίσης καραβίδες, στρείδια και κοχύλια. Τα μικρότερα ψάρια τα έτρωγαν ωμά και τα μεγαλύτερα, αφού τα ξέραιναν στον ήλιο, τα άλεθαν και έφτιαχναν αλεύρι. Με αυτό το ιχθυάλευρο έφτιαχναν στη συνέχεια ψωμί και άλλα σκευάσματα. Από τα διάφορα θαλασσινά έφτιαχναν και κάποιο είδος ιχθυελαίου. Σχεδόν όλη η χώρα τους ήταν εντελώς γυμνή, δεν φύτρωνε ούτε δέντρο ούτε χορτάρι, μόνο λίγοι άγριοι φοίνικες. Έτσι τάιζαν ακόμη και τα λίγα ζώα τους με ψάρια και ιχθυάλευρο. Στα ελάχιστα καλλιεργήσιμα σημεία έσπερναν δημητριακά, τα οποία έδιναν ένα πολυτελές συμπλήρωμα στη διατροφή τους. Οι πλουσιότεροι Ιχθυοφάγοι κατασκεύαζαν τις καλύβες τους με τα οστά των κητών, που ξέβραζε η θάλασσα. Τα κήτη αυτά έφταναν πολλές φορές τις 25 οργιές (κάπου 44,4 μ) και τα οστά των σιαγόνων τους μετατρέπονταν σε κάσες για τις πόρτες, τα πλευρά τους σε δοκάρια και τα μικρότερα οστά σε τμήματα της στέγης. Οι φτωχότεροι έφτιαχναν τις καλύβες τους με τα απλά ψαροκόκαλα.

Ένας σχετικός μύθος έλεγε ότι σ’ ένα νησάκι, τα Νόσαλα, σε απόσταση 100 σταδίων (περί τα 18,5 χμ) από τις ακτές των Ιχθυοφάγων ζούσε παλαιότερα μία θαλάσσια νύμφη (κάτι σαν τις Νηρηίδες των Ελλήνων). Αυτή, αφού συνευρισκόταν ερωτικά με όσους έβγαιναν στο νησί, τους μεταμόρφωνε σε ψάρια και τους πετούσε στη θάλασσα. Ο Ήλιος θύμωσε με την τακτική της και την έδιωξε από τα Νόσαλα, τα οποία από τότε ήταν αφιερωμένα σ’ εκείνον σε ένδειξη ευγνωμοσύνης, διότι ξανάκανε ανθρώπους, όσους η νύμφη είχε μεταμορφώσει σε ψάρια. Όλοι αυτοί, που από ψάρια ξανάγιναν άνθρωποι, αποτέλεσαν το έθνος των Ιχθυοφάγων. Τα πληρώματα του Νέαρχου είχαν ακούσει ακόμη ότι όποιος πλησίαζε εκεί, εξαφανιζόταν. Καθώς παρέπλεαν τα Νόσαλα, ένας κέρκουρος με αιγυπτιακό πλήρωμα, που έπλεε πιο κοντά, εξαφανίσθηκε και φυσικά, τα πληρώματα δεν χρειαζόντουσαν τίποτα περισσότερο για να πιστέψουν τους Ινδούς πλοηγούς, που απέδωσαν την εξαφάνιση στη νύμφη. Ο Νέαρχος ήθελε να στείλει μία τριακόντορο, για να περιπλεύσει το νησί σε αναζήτηση του κέρκουρου ή τυχόν ναυαγών, αλλά κανείς δεν ήθελε να υπακούσει σε τέτοια διαταγή. Υποχρεώθηκε τότε να προσεγγίσει ο ίδιος τα Νόσαλα και παρά τις έντονες αντιρρήσεις του πληρώματος οδήγησε το σκάφος του στην ακτή, όπου αποβιβάσθηκε αποδεικνύοντας σε όλους ότι όσα είχαν ακούσει ήταν ανυπόστατες φήμες και προλήψεις των ιθαγενών. Πάντως δεν βρέθηκε ούτε ο κέρκουρος ούτε οι Αιγύπτιοι.

Την 1η μέρα κάλυψαν 600 σταδία (περί τα 111 χμ) από τα Μάλανα των Ωρειτών και το βράδυ, την ώρα της δεύτερης βάρδιας, έκαναν τον πρώτο σταθμό στη χώρα των Ιχθυοφάγων, στα Βαγίσαρα. Εκεί βρήκαν ένα ασφαλές λιμάνι και 60 στάδια (περί τα 11 χμ) προς το εσωτερικό ένα χωριό, τα Πάσιρα. Με το πρώτο φως της 2ης ημέρας περιέπλευσαν ένα απόκρημνο ακρωτήριο, που προχωρούσε βαθιά στη θάλασσα. Εκεί άνοιξαν πηγάδια, για να υδροδοτηθούν, και βρήκαν άφθονο αλλά κακής ποιότητας νερό. Στο μεταξύ ο ήλιος άρχισε να δύει και διανυκτέρευσαν αγκυροβολημένοι στα ανοιχτά, επειδή κοντά στην ακτή είχε ξέρες. Την 3η μέρα, μετά από 200 στάδια (περί τα 37 χμ) έφτασαν στα Κόλτα και τα χαράματα της 4ης ημέρας ξεκίνησαν και πάλι. Μετά από 600 στάδια (περί τα 111 χμ) έφτασαν στα Κάλιμα, ένα παραθαλάσσιο χωριό με λίγες χουρμαδιές. Σε απόσταση 100 σταδίων (περί τα 18,5 χμ) από την ακτή βρισκόταν ένα νησάκι, η Καρνίνη. Στην περιοχή εκείνη δεν υπήρχε νομή και όλοι, άνθρωποι και ζώα, τρέφονταν με ψάρια. Οι χωρικοί προσέφεραν στο Νέαρχο ως δώρα φιλοξενίας ψάρια και πρόβατα, τα οποία είχαν γεύση ψαριού, όπως και τα θαλασσοπούλια. Αυτό αποτελεί άμεση ομολογία του Νέαρχου ότι οι ελλείψεις στον επισιτισμό των πληρωμάτων τους ανάγκασαν να προσθέσουν στο διαιτολόγιό τους και τα θαλασσοπούλια. Αυτά ήταν ασφαλώς προτιμότερα από τους θαλασσοπόντικες, που ήδη είχαν καταναλώσει.

Μετά από άλλα 200 στάδια (περί τα 37 χμ) έφτασαν την 5η μέρα σε μία παραλία, την Καρβίδα, 30 στάδια (περί τα 5,5 χμ) από την οποία βρισκόταν το χωριό, Κύσα. Εκεί βρήκαν μικρές και κακοφτιαγμένες ψαρόβαρκες και κατάλαβαν ότι οι κάτοικοι ήταν φτωχοί ψαράδες, οι οποίοι όμως εγκατέλειψαν το χωριό τους, μόλις είδαν τον στόλο. Ο Νέαρχος είχε πολύ μεγάλη ανάγκη από σιτάρι, αλλά στην Κύσα βρήκε μόνο κατσίκια. Στη συνέχεια περιέπλευσαν ένα ψηλό ακρωτήριο, που έμπαινε 150 στάδια (περί τα 28 χμ) μέσα στη θάλασσα, και έφτασαν σε ένα ήρεμο λιμάνι, όπου ζούσαν ψαράδες, τα Μόσαρνα. Στο λιμάνι αυτό υδροδοτήθηκαν και προσέλαβαν ως οδηγό έναν Γεδρωσό, τον Υδράκη, που θα τους οδηγούσε ως την Καρμανία. Από εκεί και μετά, το δρομολόγιο δεν ήταν τόσο άγνωστο. Από αυτήν την πληροφορία του Νέαρχου πρέπει να συμπεράνουμε ότι οι Ινδοί πλοηγοί, που είχε πάρει μαζί του από τα Πάταλα, δεν ήξεραν τα δρομολόγια πέρα από τη χώρα των Ιχθυοφάγων.

Από τα Μόσαρνα έφυγαν νύχτα, έπλευσαν 750 στάδια (περί τα 139 χμ), έφτασαν στην παραλία του Βάλωμου και μετά από άλλα 400 στάδια (περί τα 74 χμ) έφτασαν στο χωριό Βάρνα. Εκεί συνάντησαν και πάλι καλλιεργημένα δένδρα και ανθρώπους σε όχι τόσο άγρια κατάσταση. Μετά από άλλα 200 στάδια (περί τα 37 χμ) αγκυροβόλησαν στα Δενδρόβοσα. Απέπλευσαν τα μεσάνυχτα και μετά από 400 στάδια (περί τα 74 χμ) έφτασαν στο λιμάνι Κώφαντα, όπου βρήκαν άφθονο, καθαρό νερό και ψαράδες με πιρόγες. Κακότεχνες βάρκες τις λέει ο Νέαρχος και συμπληρώνει ότι τα κουπιά δεν τα στήριζαν «σε σκαλμούς, όπως οι Έλληνες», αλλά είχαν ένα μόνο κουπί το οποίο βουτούσαν μία στα δεξιά και μία στα αριστερά της βάρκας, «σαν να έσκαβαν σε χώμα». Από τα Κώφαντα ξεκίνησαν την ώρα της πρώτης νυχτερινής βάρδιας και μετά από 800 σταδία (περί τα 148 χμ) έφτασα στα Κύιζα, όπου υπήρχε μία έρημη και ρηχή παραλία με ξέρες. Αγκυροβόλησαν στα ανοιχτά και δείπνησαν πάνω στα πλοία.

Είχαν αποπλεύσει από τα Κύιζα, όταν κατά το χάραμα συνάντησαν μπροστά τους ένα κοπάδι φάλαινες. Το θέαμα του πίδακα, που πέταγαν με την εκπνοή τους, τρομοκράτησε τα πληρώματα, που δεν είχαν ξαναδεί κάτι τέτοιο. Οι ντόπιοι πλοηγοί τους εξήγησαν ότι στον Ωκεανό ζούσαν «μεγάλα κήτη, που φυσούσαν προς τα πάνω το νερό» (μάλλον οι μπλε φάλαινες, που συναντώνται στα ανοικτά των ακτών του Πακιστάν), αλλά η εξήγηση δεν καθησύχασε τους ναυτικούς της Μεσογείου, σε πολλούς από τους οποίους έφυγαν τα κουπιά από τα χέρια. Για να μη διασαλευτεί η τάξη, ο Νέαρχος άρχισε να κινείται με το πλοίο του σε όλο το μήκος του στόλου και να εμψυχώνει τους περιδεείς άντρες του, ενώ χρειάστηκε να πλευρίσει στα πλοία των πιο τρομοκρατημένων και να τους μιλήσει από κοντά. Μετά διέταξε τους μεν κυβερνήτες να παρατάξουν τα πλοία σαν να ξεκινούσαν ναυμαχία, τα δε πληρώματα να κωπηλατούν με δύναμη και θόρυβο και να αλαλάζουν. Τότε τα πληρώματα συνειδητοποίησαν τη μαχητική ισχύ του στόλου τους, αναθάρρησαν και … επιτέθηκαν στα κήτη. Εκείνα ακούγοντας τον θόρυβο, που έκανε ο στόλος, καταδύθηκαν. Κάποια στιγμή αργότερα αναδύθηκαν πίσω από τα πλοία και τα πληρώματα ζητωκραύγασαν και χειροκρότησαν το Νέαρχο, που τους είχε οδηγήσει στην ανέλπιστη σωτηρία από τα τρομερά τέρατα της άγνωστης θάλασσας!

Περί τα 200 στάδια (περί τα 37 χμ) μετά τα Κύιζα, έφτασαν σε μία μικρή παραλιακή πόλη πάνω σε λόφο. Η περιοχή κίνησε το ενδιαφέρον του Νέαρχου, ο οποίος από τα στάχυα, που φαίνονταν κοντά στον αιγιαλό, συμπέρανε ότι οι ντόπιοι καλλιεργούσαν σιτηρά. Όμως αφενός δεν πίστευε ότι θα του έδιναν τρόφιμα με τη θέλησή τους, αφού γενικά οι Ιχθυοφάγοι δεν είχαν αξιόλογα αποθέματα, και αφετέρου ο στόλος δεν είχε πια αρκετά τρόφιμα ούτε για μία σύντομη πολιορκία. Έτσι κατέφυγε στο εξής τέχνασμα: διέταξε έναν επιφανή Μακεδόνα, τον Αρχία του Αναξιδότου από την Πέλλα, να αναλάβει όλο το στόλο και να κάνει ότι ετοιμάζονταν να αποπλεύσουν. Ο ίδιος με το πλοίο του πλησίασε στην ακτή και αποβιβάσθηκε, δήθεν για να δει την πόλη. Όταν πλησίασε το τείχος, οι κάτοικοι τον υποδέχθηκαν φιλικά και του προσέφεραν δώρα. Ήταν οι τελευταίοι Ιχθυοφάγοι που συναντούσαν και οι πρώτοι, που δεν έτρωγαν ωμά τα ψάρια. Του προσέφεραν τόννους ψημένους σε πήλινα σκεύη, χουρμάδες και λίγα γλυκίσματα σαν κρέπες. Ο Νέαρχος τα δέχθηκε, ζήτησε να επισκεφθεί το χωριό και εκείνοι τον άφησαν. Μόλις μπήκε μέσα, τοποθέτησε δύο τοξότες στην πύλη και με άλλους δύο και το διερμηνέα ανέβηκε στο τείχος και διέταξε τους κατοίκους να τους παραδώσουν το σιτάρι, αν ήθελαν να σώσουν την πόλη τους. Παράλληλα έδωσε σύνθημα στον Αρχία, που δήθεν ετοίμαζε τα πλοία για αναχώρηση. Τα πλοία του Αρχία έσπευσαν πάσει δυνάμει και οι Μακεδόνες πηδούσαν στο νερό, πριν τα πλοία προσαράξουν καλά-καλά στην ακτή. Οι Ιχθυοφάγοι κατάλαβαν ότι εξαπατήθηκαν και έτρεξαν να πάρουν τα όπλα, αλλά το απόσπασμα του Νέαρχου τους απέκρουσε. Τότε εκείνοι αντιλαμβανόμενοι το μάταιο κάθε αντίστασης, πρότειναν στο Νέαρχο να πάρει τα τρόφιμα και να μην τους πειράξει. Τα τρόφιμα ήταν άφθονο αλεύρι από αλεσμένα ψητά ψάρια αλλά ελάχιστο κριθάρι και πυροί, διότι κι αυτοί οι Ιχθυοφάγοι τρέφονταν κυρίως με ψάρια, ενώ το ψωμί αποτελούσε έδεσμα για εξαιρετικές περιστάσεις. Οι ναύτες πήραν όλα τα τρόφιμα, έφυγαν από το χωριό και προσορμίσθηκαν σε ένα ακρωτήριο, το οποίο ονομαζόταν Βάγεια και ήταν αφιερωμένο σε μία θεότητα αντίστοιχη προς τον Ήλιο των Ελλήνων.

Κατά τα μεσάνυχτα ξεκίνησαν και έπλευσαν 1.000 στάδια (περί τα 185 χμ) ως ένα ασφαλές λιμάνι, τα Τάλμενα, και μετά από άλλα 400 στάδια (περί τα 74 χμ) έφτασαν στην πόλη Κανασίδα. Εκεί υδροδοτήθηκαν από ένα πηγάδι και έφαγαν τις ψίχες των άγριων φοινίκων. Ταξίδευαν όλη τη μέρα και όλη τη νύχτα και προσορμίσθηκαν σε μία έρημη παραλία. Επειδή είχαν τελειώσει τα τρόφιμα και τα πληρώματα υπέφεραν, ο Νέαρχος φοβήθηκε να τους βγάλει στην ακτή, μήπως λιποτακτήσουν από την απόγνωση, κι έτσι αγκυροβόλησαν στα ανοιχτά. Παρέπλευσαν 750 στάδια (περί τα 138 χμ) ακτογραμμής, έφτασαν στην παραλία Κανάτη και μετά από άλλα 800 στάδια (περί τα 148 χμ) στα Τάα, όπου βρήκαν μερικά πάμφτωχα χωριά. Οι κάτοικοι τα είχαν εγκαταλείψει και ο Νέαρχος πήρε ό,τι είχαν αφήσει πίσω τους, λίγο σιτάρι, χουρμάδες και 7 καμήλες, που τις έσφαξαν και τις έφαγαν. Απέπλευσαν τα χαράματα και αγκυροβόλησαν 300 στάδια (περί τα 55,5 χμ) πιο δυτικά σε μία περιοχή νομάδων, τα Δαγάσειρα. Για άλλη μία φορά είχαν εξαντληθεί τα τρόφιμα και ήταν σαφές πια, ότι δεν μπορούσαν να ελπίζουν σε πραγματικό ανεφοδιασμό στις άγονες ακτές των Ιχθυοφάγων. Όσο για το ηθικό των πληρωμάτων, είχε καταρρακωθεί από την πείνα και τη δίψα. Ο Νέαρχος λοιπόν δεν είχε άλλη επιλογή από το να διατάξει τη συνέχιση του ταξιδιού χωρίς άλλη στάση. Από τα Δαγάσειρα ταξίδεψαν πια ασταμάτητα, μέρα και νύχτα, ώσπου μετά από 1.100 στάδια (περί τα 203 χμ) έφτασαν στις ακτές της Καρμανίας. Μετά από συνολικά 10.000 και πλέον στάδια (πάνω από 1.849 χμ) είχαν αφήσει πίσω τους τις άγονες και ως εκ τούτου επικίνδυνες ακτές των Ιχθυοφάγων.


Στρατός και στόλος στην Καρμανία - Συνάντηση του Νέαρχου με τον Αλέξανδρο
(Αρριανός ΣΤ.28, Ινδική 33-35, Διόδωρος ΙΖ.106.1-4, Πλούταρχος Αλέξανδρος 67.1-6, 68.1-4, Κούρτιος 9.10.26-κ.ε., Ηρόδοτος Α.125)

Στις αρχές Δεκεμβρίου του 325 ο Νέαρχος με το στόλο παρέπλεε τα παράλια της Καρμανίας και το στράτευμα του Αλεξάνδρου προέλαυνε στο εσωτερικό της, όπου συναντήθηκε με τον Κρατερό, που είχε ακολουθήσει το άλλο δρομολόγιο χωρίς να ταλαιπωρηθεί. Ερχόταν με ολόκληρη την κυρίως στρατιά και τους ελέφαντες, ενώ είχε συλλάβει και κάποιον επαναστάτη, τον Ορδάνη.

Σύμφωνα με αρκετούς αρχαίους συγγραφείς ο Αλέξανδρος ήθελε να μιμηθεί τον Διόνυσο, που είχε νικήσει κι εκείνος τους Ινδούς, γι’ αυτό βγαίνοντας από την έρημο πραγματοποίησε θρίαμβο, όπως ακριβώς κι ο θεός. Λένε λοιπόν ότι έζευξε δύο αρμάμαξες στις οποίες ανέβηκε με αυλητρίδες και εταίρους και ξεκίνησε μία βακχική πορεία 7 ημερών κατευθυνόμενος προς την Καρμανία. Μπροστά από τις αρμάμαξες προχωρούσαν υποζύγια με τρόφιμα και πολυτελή εδέσματα, που έφερναν οι Καρμάνιοι και οι γύρω σατράπες, και πίσω του ακολουθούσε η στρατιά στεφανωμένη, όπως στα δείπνα και στα γλέντια, μεθοκοπώντας νυχθημερόν και παίζοντας βακχικά παιχνίδια. Στην άτακτη πομπή ακούγονταν σύριγγες και αυλοί, ψαλμοί και τραγούδια, ενώ το σκηνικό συμπλήρωναν γυναίκες, που χόρευαν διονυσιακούς χορούς. Ο Αρριανός τα απορρίπτει αυτά όλα και τονίζει ότι οι πρωταγωνιστήσαντες, Πτολεμαίος και Αριστόβουλος, δεν αναφέρουν τίποτα σχετικό. Πράγματι, για μία σειρά από απλούς και θεμελιώδεις λόγους φαίνεται πως ο Αρριανός έχει δίκιο. Πρώτον και κυριότερο, οι μεθυσμένοι δεν είναι σε θέση να κάνουν πορεία και μάλιστα επί 7 συνεχείς ημέρες. Δεύτερον, ο Πλούταρχος λέει με απόλυτη σαφήνεια ότι η πομπή ήταν άτακτη και πολλοί σωριάζονταν κατά γης. Όμως αυτό δεν είναι πορεία τακτικού στρατεύματος, είναι ανέκδοτο. Με μία τέτοια άνευ προηγουμένου παραλυσία ο Αλέξανδρος θα κλόνιζε την σιδηρά πειθαρχία, που χρειάζεται ένας τακτικός στρατός εν εκστρατεία, αλλά κυρίως θα έπληττε ανεπανόρθωτα την εικόνα του στα μάτια των στρατιωτών του. Όλοι θυμόμαστε από τη στρατιωτική μας θητεία ότι περνούσαμε καλά με τους χαλαρούς αξιωματικούς, αλλά δεν τρέφαμε εκτίμηση στις στρατιωτικές τους ικανότητες. Επίσης θα ήταν τεράστια η βλάβη στην εικόνα του Αλεξάνδρου και προς τους βαρβάρους, αφού για να τους επιβληθεί καλύτερα, είχε μηχανευτεί την ιστορία της θεϊκής καταγωγής του. Θα ήταν παράλογο από τη μία να επιδιώκει την αναγνώρισή του ως γιου του ανώτατου θεού και από την άλλη να περιφέρεται τύφλα στο μεθύσι, μιμούμενος έναν δευτερεύοντα και φαιδρό θεό. Τρίτον, είναι απίθανο το ενδεχόμενο πολυήμερης και διατεταγμένης κραιπάλης όλης της στρατιάς, ακόμη και εν στάσει σε κάποια πόλη ή στρατόπεδο.

Η σωτηρία του στρατεύματος από την έρημο της Γεδρωσίας ήταν οπωσδήποτε μεγάλο επίτευγμα και πράγματι ο Αλέξανδρος είχε κάθε λόγο να είναι υπερήφανος, αν και ήταν δική του η απόφαση να μπουν στην έρημο. Όμως οι στρατιώτες του αισθάνονταν απλώς ανακούφιση και ικανοποίηση, δεν είχαν απολύτως κανένα λόγο να γλεντάνε. Μόλις είχαν χάσει τους συμπολεμιστές τους, τις γυναίκες τους, τα παιδιά τους, τις οικοσκευές του (δηλαδή τις περιουσίες για τις οποίες πολεμούσαν τόσα χρόνια) και οπωσδήποτε θα βρίσκονταν σε βαθιά θλίψη και περισυλλογή. Εκείνη τη στιγμή, ένα γλέντι θα ήταν ασυγχώρητη πρόκληση από εκείνον, που ούτως ή άλλως ευθυνόταν για τη συμφορά τους. Πάνω απ’ όλα όμως η Καρμανία δεν είχε υποταχθεί ακόμη και υπήρχαν ισχυρότατοι θύλακες αντίστασης. Γι’ αυτό κι ο Κούρτιος απορρίπτει εμμέσως τα περί κώμου με το εξής κομψό σχόλιο «προκάλεσε απορία στους συγχρόνους του Αλεξάνδρου και στους μεταγενέστερους ότι μεθυσμένοι στρατιώτες διέσχισαν ανυπότακτες χώρες και ότι οι βάρβαροι εξέλαβαν ως αυτοπεποίθηση, αυτό που στην πραγματικότητα ήταν απερισκεψία», διότι «1.000 νηφάλιοι μπορούσαν να νικήσουν αυτόν τον όχλο». Είναι πασιφανές λοιπόν ότι η στρατιά του Αλεξάνδρου μόνο με πλήρη τάξη και εγρήγορση μπορούσε να διασχίσει την Καρμανία.

Την ίδια στιγμή, περίπου δύο μήνες μετά τον απόπλου από τα Πάταλα ο στόλος του Νέαρχου βρισκόταν στα παράλια της Καρμανίας, όπου τα νερά ήταν άφθονα και η γη πιο γόνιμη από τις χώρες των Ωρειτών και των Ιχθυοφάγων. Στον πρώτο σταθμό τους εκεί, επειδή κοντά στην ακτή υπήρχαν πολλές κι επικίνδυνες ξέρες, αγκυροβόλησαν στα ανοιχτά της Βάδης, όπου βρήκαν ωραία αμπέλια, σιτάρι και πολλά είδη καρποφόρων δένδρων «εκτός από ελιές». Μετά από 800 στάδια (περί τα 148 χμ) αγκυροβόλησαν σε μία έρημη παραλία και απέναντί τους σε απόσταση μίας ημέρας περίπου έβλεπαν ένα ακρωτήριο να προχωράει βαθιά μέσα στη θάλασσα. Ήταν το ακρωτήριο Μάκετα της Αραβίας (η χερσόνησος Μουσαντάμ του Ομάν), απ' όπου οι Άραβες διακινούσαν στην Ασσυρία το κιννάμωμον και άλλα τέτοια είδη.

Μετά από εκείνο το στενό η θάλασσα γύριζε προς τα μέσα και σχημάτιζε την Ερυθρά Θάλασσα (τον Περσικό Κόλπο) και ο Ονησίκριτος πρότεινε να πάνε στο ακρωτήριο, για να συντομεύσουν το δρομολόγιο, αλλά ο Νέαρχος του είπε να μη λέει ανοησίες. Του τόνισε ότι ο Αλέξανδρος ήταν απόλυτα ικανός να οδηγήσει όλο το στράτευμα με ασφάλεια δια ξηράς κι ότι εκείνους δεν τους είχε στείλει δια θαλάσσης, για να γλιτώσουν τον ποδαρόδρομο ή για να φτάσουν γρηγορότερα στο τέρμα. Τους είχε στείλει με σαφέστατες διαταγές να παραπλεύσουν τις ακτές, για να χαρτογραφήσουν τα νησιά, τους κόλπους, τα αγκυροβόλια, τις παραθαλάσσιες πόλεις, τις εύφορες και άγονες περιοχές. Δεν υπήρχε κανένας λόγος να παραβούν τις διαταγές του Αλεξάνδρου, τώρα μάλιστα που είχαν περάσει τα δύσκολα και ήταν εύκολος ο ανεφοδιασμός. Επιπλέον η περιοχή γύρω από το ακρωτήριο προχωρούσε βαθιά στον Νότο και ο Νέαρχος εξέφρασε το φόβο ότι θα ήταν άγονη, άνυδρη και υπερβολικά ζεστή.

Τελικά ο Ονησίκριτος δεν έχαιρε εκτιμήσεως από τους άλλους πρωταγωνιστές της εκστρατείας. Αξίζει να θυμηθούμε ότι ο τότε υπασπιστής και μετέπειτα βασιλιάς Λυσίμαχος τον ειρωνεύθηκε για τις ανακρίβειες του βιβλίου του, ενώ ο Νέαρχος αποκάλυψε ότι στα ποτάμια της Ινδίας ήταν κυβερνήτης και όχι ναύαρχος, όπως ισχυριζόταν ο ίδιος. Επίσης τον αποκάλεσε νήπιον (ανόητο), όταν πρότεινε να πάνε στην Αραβία, και είχε δίκιο αφού λίγο αργότερα ο Αρχίας, ο Ανδροσθένης και ο Ιέρων διαπίστωσαν, ότι η Αραβία είναι όπως ακριβώς φοβόταν ο Νέαρχος. Αν λοιπόν παρασυρόταν από τον Ονησίκριτο, πρέπει να είμαστε βέβαιοι ότι ο στόλος θα είχε υποστεί συμφορά παρόμοια μ’ εκείνη του στρατού στην έρημο της Γεδρωσίας.

Ο Νέαρχος λοιπόν διέταξε να συνεχίσουν απαρέγκλιτα τον παράπλου των ακτών της Καρμανίας και ο στόλος πέρασε ανάμεσα από το ακρωτήριο Μάκετα και τις ακτές της Αρμόζειας (τα στενά του Ορμούζ). Η πορεία του από δυτική έγινε βορειοδυτική και μετά από 800 στάδια (περί τα 148 χμ) άραξαν στην ακτή Νεόπτανα. Το επόμενο χάραμα προχώρησαν άλλα 100 στάδια (περί τα 18,5 χμ) και άραξαν στις εκβολές του ποταμού Άναμι στην Αρμόζεια. Στα πάνω από 12.600 στάδια (περίπου 2.330 χμ) που είχαν καλύψει, τουλάχιστον τα 12.293 στάδια (περίπου 2.273 χμ) τα διένυσαν πίνοντας θαλασσινό, υφάλμυρο ή βρώμικο νερό και τρώγοντας από ψαράλευρο και ψίχες φοινίκων μέχρι θαλασσοπούλια και θαλασσοπόντικες. Στις εκβολές του Άναμι βρήκαν επιτέλους άφθονα εφόδια κάθε είδους «εκτός από ελιές» και βγήκαν στη στεριά, για να ξεκουραστούν.

Μερικοί από τα πληρώματα προχώρησαν στο εσωτερικό, όπου συνάντησαν κάποιον, που «ήταν ντυμένος με ελληνική χλαμύδα, είχε ελληνικούς τρόπους και μιλούσε ελληνικά». Ήταν εντελώς απροσδόκητο να συναντήσουν ένα συμπατριώτη τους μετά από τόσες ταλαιπωρίες στην άγνωστη χώρα και λέγεται ότι οι πρώτοι, που τον συνάντησαν, έβαλαν τα κλάματα. Αυτός ο Έλληνας τους είπε ότι είχε απομακρυνθεί από το στρατόπεδο του Αλεξάνδρου. Πανηγυρίζοντας οι ναύτες τον πήγαν πίσω στο αγκυροβόλιο, όπου ενημέρωσε τον Νέαρχο ότι ο Αλέξανδρος και το στρατόπεδό του απείχαν 5 σταθμούς. Τότε ο Νέαρχος αποφάσισε να πάει ως το στρατόπεδο, για να δώσει αναφορά στον Αλέξανδρο. Την επομένη τράβηξαν στη στεριά όλα τα πλοία, διότι εκτός του ότι ήταν ευκαιρία να επισκευάσουν τις ζημιές, ο Νέαρχος σκεφτόταν να αφήσει το μεγαλύτερο μέρος του στόλου στον Αλέξανδρο και να συνεχίσει την αποστολή του με τους λίγους και καλούς. Από την όχθη του Άναμι ως το σημείο της παραλίας, όπου έφταναν τα πλοία, έφτιαξε στρατόπεδο και το οχύρωσε με διπλό χάρακα, βαθιά τάφρο και χωμάτινο τείχος.

Ο Έλληνας στρατιώτης έφερε στο αγκυροβόλιο και τον διοικητή της περιοχής. Αυτός ήξερε πόσο ανησυχούσε ο Αλέξανδρος για το στόλο και σκέφθηκε ότι θα έπαιρνε γενναία αμοιβή ο πρώτος, που θα του πήγαινε τα ευχάριστα νέα. Όσο λοιπό ο Νέαρχος επέβλεπε την οχύρωση του πρόχειρου ναύσταθμου, ο διοικητής πήρε το συντομότερο δρόμο και πήγε στον Αλέξανδρο να του αναγγείλει τα νέα. Ο Αλέξανδρος φαίνεται ότι ήταν ιδιαίτερα απαισιόδοξος για την τύχη του στόλου και δεν τον πίστεψε. Έτσι όταν πέρασαν οι 5 μέρες και δεν φάνηκε κανείς από το στόλο, έστειλε ανιχνευτικά αποσπάσματα με επιπλέον ίππους και άμαξες, για να μεταφέρουν τους ναυτικούς. Όμως άλλα αποσπάσματα δεν προχώρησαν αρκετά, άλλα πήγαν σε λάθος κατευθύνσεις και το ένα μετά το άλλο άρχισαν να επιστρέφουν και να αναφέρουν ότι δεν είχαν βρει κανέναν. Ο Αλέξανδρος πίστεψε ότι ο διοικητής έλεγε ψέματα και οργισμένος για τις ψεύτικες ελπίδες, που του έδωσε, διέταξε να τον συλλάβουν. Ήταν πια βέβαιος ότι ο στόλος χάθηκε και τον έπιασε βαθιά θλίψη. Εν τέλει κάποιο απόσπασμα συνάντησε 7 ή 8 πεζούς, που έψαχναν το στρατόπεδο. Τους υπέδειξαν το δρόμο και ετοιμάστηκαν να συνεχίσουν την πορεία τους, χωρίς να σκεφτούν ότι 7 ή 8 πεζοί στην ερημιά, σκελετωμένοι, με ακατάστατα μακριά μαλλιά, βρομιάρηδες, γεμάτοι αλάτια, χλωμοί και ταλαιπωρημένοι, θα μπορούσαν να είναι οι υψηλόβαθμοι αξιωματικοί του αυτοκρατορικού ναυτικού, τους οποίους αναζητούσαν. Ο Αρχίας είπε στον Νέαρχο την υποψία του, ότι ένα τέτοιο απόσπασμα μέσα στην ερημιά το πιθανότερο ήταν να αναζητεί τους ίδιους, ο Νέαρχος ρώτησε τι έψαχναν και οι ανιχνευτές απάντησαν «τον Νέαρχο και τον στόλο». Αυτή η σκηνή της αναγνώρισης, έτσι όπως την κατέγραψε ο Νέαρχος δεν φαίνεται και πολύ αυθεντική. Ακόμη κι αν οι ναυτικοί δεν έκριναν σκόπιμο να συστηθούν, το απόσπασμα όφειλε να τους ρωτήσει και να μην συμπεριφερθεί σαν τουριστική αστυνομία.

Ο Νέαρχος και οι ταλαιπωρημένοι σύντροφοί του ανέβηκαν στις άμαξες, που είχε προνοήσει να στείλει ο Αλέξανδρος και κάποιοι από το απόσπασμα θέλησαν να μεταφέρουν πρώτοι τα καλά νέα. Έτρεξαν γρηγορότερα, είπαν στον Αλέξανδρο ότι καθ’ οδόν βρίσκονταν «ο Νέαρχος, ο Αρχίας και άλλοι πέντε» και ο Αλέξανδρος πίστεψε ότι όλοι κι όλοι αυτοί είχαν διασωθεί από το στόλο. Όταν έφτασαν ο Νέαρχος και οι άλλοι, μόλις και μετά βίας τους αναγνώρισε με τα χάλια που είχαν. Απόλυτα βέβαιος για την καταστροφή του στόλου, ο Αλέξανδρος πήρε παράμερα το Νέαρχο και ξέσπασε σε κλάματα. Μόλις μπόρεσε να συγκρατηθεί ρώτησε πώς χάθηκαν τα πλοία και τα πληρώματα. Ο Νέαρχος απάντησε ότι πλοία και πληρώματα ήταν ασφαλή στην εκβολή του Άναμι και ότι εκείνος είχε πάρει εκείνη την ολιγομελή συνοδεία, για να του δώσει αναφορά. Κατά τα λεγόμενα του Νέαρχου, ο Αλέξανδρος τότε έκλαψε ακόμη περισσότερο και ορκίστηκε στον Δία και τον Άμμωνα ότι πιο πολύ χάρηκε με τη σωτηρία του στόλου, παρά με την κατάκτηση όλης της Ασίας. Ο Αλέξανδρος ελευθέρωσε τον Καρμάνιο διοικητή και στη συνέχεια ο Νέαρχος διηγήθηκε το θαλάσσιο ταξίδι του από το Δέλτα του Ινδού ως τις ακτές της Καρμανίας.

Η συνάντηση του Νέαρχου με τον Αλέξανδρο έγινε περί τα μέσα Δεκεμβρίου του 325 π.Χ. στην πρωτεύουσα της Γεδρωσίας σύμφωνα με τον Πλούταρχο, κάτι που είναι εντελώς απίθανο λόγω της απόστασης των Πούρων από τη θάλασσα, ή στην μικρή παραθαλάσσια πόλη Σαλμούντα σύμφωνα με τον Διόδωρο. Ωστόσο ο Αρριανός είναι σαφής, ότι το στρατόπεδο απείχε 5 σταθμούς, και μία πόλη, που απέχει 5 μέρες από τα παράλια δεν μπορεί να θεωρείται παραθαλάσσια. Ως πιθανότερη τοποθεσία για τη συνάντηση προτείνεται γενικά η σημερινή Τεπέ Γιαχυά και παραμένει άγνωστο αν στην αρχαιότητα λεγόταν Σαλμούς.

Η επιτυχής ολοκλήρωση της αποστολής του Νέαρχου ήταν πολύ σημαντική, τόσο λόγω των πληροφοριών, που συγκεντρώθηκαν, όσο και για το γόητρο του κοσμοκράτορα, που είχε σημειώσει ακόμα μία εντυπωσιακή επιτυχία. Ίσως, κατά τη διάρκεια του παράπλου ο Αλέξανδρος να έκανε ικεσίες σε αρκετές θεότητες, οπότε θα ήταν επικίνδυνη ασέβεια να αποδώσει εκ των υστέρων τη σωτηρία του στόλου σε ορισμένους μόνο απ’ όλους τους θεούς, που ήταν καθ’ ύλην αρμόδιοι ή εξειδικευμένοι στην παροχή τέτοιων υπηρεσιών. Έτσι ο Αλέξανδρος θυσίασε στον Δία Σωτήρα, στον Ηρακλή, στον Απόλλωνα Αλεξίκακο (που διώχνει το κακό), στον Ποσειδώνα και στις άλλες θαλάσσιες θεότητες (τον Πόντο, τον Ωκεανό και την Τηθύ). Έκανε και τις παραδοσιακές ελληνικές εορταστικές εκδηλώσεις, γυμνικούς, μουσικούς αγώνες και παρέλαση. Η στρατιά παρακολούθησε την παρέλαση επευφήμησε και έρανε με ταινίες και λουλούδια τον τιμώμενο ήρωα, τον Νέαρχο, που βρισκόταν ανάμεσα στους πρώτους της πομπής.

Μετά τις εορταστικές εκδηλώσεις ο Αλέξανδρος κάλεσε τον Νέαρχο και του είπε ότι σκόπευε να τον αντικαταστήσει στην ηγεσία του στόλου, διότι δεν ήθελε να εκθέσει τον παιδικό του φίλο σε άλλους κινδύνους και ταλαιπωρίες. Ο Νέαρχος απάντησε ότι θα εκτελούσε μεν κάθε διαταγή του, αλλά θεωρούσε υποτιμητικό να τον αντικαταστήσει, αφού είχε αντεπεξέλθει με επιτυχία στις προκλήσεις της αποστολής του. Κάποιοι θα το εκλάμβαναν αυτό ως καθαίρεση, επειδή το ταξίδι από την Καρμανία ως τις ακτές της Μεσοποταμίας ήταν κατά πολύ ευκολότερο. Ο Αλέξανδρος φέρεται να αναγνώρισε ότι ο φίλος του είχε δίκιο και τον διατήρησε στην ηγεσία του στόλου. Όλου του στόλου και όχι του μικρού, ευέλικτου και καλού τμήματος, όπως ήθελε ο Νέαρχος.

Ο Αλέξανδρος έστειλε τον Νέαρχο και τη συνοδεία του πίσω στο ναύσταθμο με μικρή φρουρά, αλλά η Καρμανία δεν ήταν ήσυχη χώρα. Μόλις είχαν εγκατασταθεί οι κατοχικές δυνάμεις, μόλις είχε εκτελεστεί ο προηγούμενος σατράπης και ο νέος σατράπης, ο εταίρος Τληπόλεμος, δεν είχε προλάβει να καταστείλει την αντίδραση του προηγούμενου καθεστώτος. Η επιστροφή στον ναύσταθμο αποδείχθηκε επικίνδυνη περιπέτεια, διότι σε περάσματα και στρατηγικά σημεία ενέδρευαν δυνάμεις αντίστασης κατά της μακεδονικής κυριαρχίας και η συνοδεία του Νέαρχου χρειαζόταν να δώσει δύο και τρεις μάχες κάθε μέρα. Όταν ο Νέαρχος έφτασε επιτέλους στη θάλασσα, είχε κάθε λόγο να κάνει θυσίες στο Σωτήρα Δία.

Ο Αλέξανδρος με ολόκληρη τη στρατιά προέλασε προς την πρωτεύουσα της Καρμανίας, τα Κάρμανα, όπου έφτασε περί τα τέλη Δεκεμβρίου 325. Εκεί έκανε μουσικούς και αθλητικούς (γυμνικούς) αγώνες, καθώς και θυσίες, για να ευχαριστήσει τους θεούς για τη νικηφόρο εκστρατεία του στην Ινδία και τη σωτηρία του στρατού από την έρημο της Γεδρωσίας. Επίσης ονόμασε τον Πευκέστα σωματοφύλακα, των οποίων ο αριθμός έφτασε έτσι τους οκτώ. Λέγεται ότι είχε ήδη αποφασίσει να τον κάνει διοικητή της Περσίδας και, για να μην είναι μεγάλο το άλμα από τη θέση του υπασπιστή σ’ εκείνη του διοικητή, τον έκανε πρώτα σωματοφύλακα.

Στα Κάρμανα περίμεναν τον Αλέξανδρο αρκετοί σατράπες και στρατηγοί. Ο σατράπης των Αρείων και Δραγγών, Στασάνορας, και ο Φαρισμάνης, γιος του Φραταφέρνη του σατράπη των Παρθυαίων και Υρκανών, είχαν φέρει μαζί τους μεγάλο αριθμό υποζυγίων και καμηλών. Ο Αλέξανδρος τα μοίρασε στη στρατιά του ανάλογα με τη δύναμη (και συνεπώς τις μεταφορικές ανάγκες) κάθε εκατοστύος, ίλης και λόχου, ώστε να αναπληρωθεί ο αρχικός αριθμό των υποζυγίων τους. Είχαν έλθει και οι στρατηγοί, Κλέανδρος, Σιτάλκης και Ηράκων, που είχαν αναλάβει τη στρατιά της Μηδίας μετά τη δολοφονία τους Παρμενίωνα, με μεγάλο μέρος του στρατεύματός τους. Ο Αλέξανδρος πληροφορήθηκε από Μήδους και δικούς του ανθρώπους ότι ο Κλέανδρος και ο Σιτάλκης είχαν συλήσει ιερά και τάφους, είχαν κακοδιοικήσει και είχαν διαπράξει ατασθαλίες. Προφανώς, αφού δολοφόνησαν τον Παρμενίωνα κατ’ εντολήν του Αλεξάνδρου και ανέλαβαν τις εξουσίες του υπαρχηγού όλης της στρατιάς, θεώρησαν ότι ήταν ανεξέλεγκτοι. Ο Αλέξανδρος διέταξε αμέσως την εκτέλεσή του Κλέαρχου και του Σιτάλκη, ώστε να αποτελέσουν παράδειγμα στους υπόλοιπους αξιωματούχους. Ο Ηράκων αθωώθηκε από εκείνες τις κατηγορίες, αλλά λίγο αργότερα τον κατηγόρησαν κάποιοι Σούσιοι, ότι είχε συλήσει το ιερό των Σούσων, και καταδικάστηκε.

Ο Αλέξανδρος γνώριζε ότι η δίκαιη Δημόσια Διοίκηση και ο σεβασμός του κοινού περί δικαίου αισθήματος των υπηκόων της αχανούς και πολυεθνικής αυτοκρατορίας, που είχε μόλις κατακτήσει, ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για να αποφύγει εξεγέρσεις και επαναστάσεις. Αυτές ήταν οι πρώτες καταγγελίες για κακοδιαχείριση, προκλητική και προσβλητική συμπεριφορά, όσων είχε αναδείξει στα ανώτατα αξιώματα. Είχε έλθει η ώρα να διαπιστώσει ότι η εύνοια, που τους είχε δείξει δεν εξασφάλισε τη συμμόρφωσή τους προς τις εντολές του. Ο Πλούταρχος λέει ακόμη ότι ανάμεσα στους εξεγερμένους αξιωματούχους ήταν και η μητέρα του, η Ολυμπιάδα, και η αμφιθαλής αδελφή του, η Κλεοπάτρα. Αυτές είχαν εξεγερθεί κατά του Αντίπατρου και … μοίρασαν μεταξύ τους την εξουσίας της Βορείου Ελλάδος, η Ολυμπιάδα πήρε την πατρίδα της, την Ήπειρο, και η Κλεοπάτρα τη Μακεδονία. Υποτίθεται επίσης ότι ο Αλέξανδρος θεώρησε φρόνιμη την επιλογή της Ολυμπιάδας, διότι οι Μακεδόνες δεν θα δέχονταν ποτέ να τους κυβερνήσει μία γυναίκα. Βέβαια το τελευταίο είναι υπερβολικά αφελές, για να αξιολογηθεί, αφού οι γυναίκες στην Ελλάδα ήταν αδιανόητο να κυβερνήσουν.

Ο Διόδωρος λέει ακόμη ότι λόγω των ατασθαλιών και των αποστασιών των διαφόρων αξιωματούχων, ο Αλέξανδρος διέταξε όλους τους αξιωματούχους του κράτους να απολύσουν τους μισθοφόρους. Την πληροφορία όμως αυτή δεν την επιβεβαιώνουν άλλοι συγγραφείς, ενώ ούτε ο ίδιος ο Διόδωρος εξηγεί σε ποιους ακριβώς αναφέρεται, αφού όπως είδαμε όλοι ανεξαιρέτως οι στρατιωτικοί ήταν μισθοφόροι. Δεν είναι πάντως δυνατόν να τη δεχτούμε ως ακριβή, διότι πρώτα απ’ όλα δεν μπορούσε ο Αλέξανδρος να καταργήσει την πολεμική μηχανή, που συντηρούσε την κυριαρχία του σε όλα τα κατακτημένα εδάφη. Έπειτα οι μισθοφόροι, όταν απολύονταν, μετατρέπονταν σε μία ανεξέλεγκτη και επικίνδυνη πολεμική δύναμη, διαθέσιμη σε όποιον πλήρωνε. Αρκεί να θυμηθούμε πως, όταν ο Αλέξανδρος απέλυσε τους Έλληνες στρατιώτες του Κοινού Συνεδρίου, οι οποίοι μάλιστα διακαώς επιθυμούσαν να επιστρέψουν στις πατρίδες τους, είχε δώσει σαφείς διαταγές για την συντομότερη δυνατή απομάκρυνσή τους από την Ασία. Ήταν λοιπόν πολύ λογικότερο να παραμείνουν οι μισθοφόροι στις θέσεις τους, διότι ως τμήμα των ενόπλων δυνάμεων υπέκειντο σε ένα πλήθος κανονισμών, νόμων και υποχρεώσεων, από τα οποία τους απάλλασσε η απόλυση. Προσλαμβανόμενοι δε εν συνεχεία από επαναστάτες ή καιροσκόπους, θα ήταν εξαιρετικά επικίνδυνοι, αφού γνώριζαν εκ των έσω τη δομή και λειτουργία του αντιπάλου τους και ίσως προκαλούσαν σε ανταρσία και τα υπάκουα ως εκείνη τη στιγμή στρατεύματα.

Περί τα τέλη Δεκεμβρίου του 325 ή αρχές Ιανουαρίου του 324 η στρατιά έφυγε από την πρωτεύουσα της Καρμανίας κατευθυνόμενη προς την Περσίδα. Ο Αλέξανδρος τοποθέτησε τον Ηφαιστίωνα επικεφαλής του μεγαλύτερου μέρους της στρατιάς με τα μεταφορικά κτήνη και τους ελέφαντες. Τους έστειλε παραλιακά, διότι ήταν χειμώνας και σ’ εκείνο το δρομολόγιο μπορούσαν να εφοδιάζονται άνετα. Σύμφωνα με τον Νέαρχο (τον οποίο επιβεβαιώνει η πραγματικότητα) τα περσικά παράλια είναι αμμώδη, άγονα και έχουν υψηλές θερμοκρασίες, αλλά πιο μέσα τα πράγματα είναι καλύτερα. Υπάρχουν λιβάδια με χορτάρι και νερά, άφθονα αμπέλια και πολλών ειδών οπωροφόρα δέντρα «εκτός από ελιές», πολλοί παράδεισοι, ποτάμια και λίμνες με καθαρά νερά. Ο τόπος είναι κατάλληλος για υδρόβια πουλιά, εκτροφή ίππων και άλλων υποζυγίων καθώς και για θηράματα. Πιο βόρεια το κλίμα αλλάζει, έχει κρύο και πολλά χιόνια. Ο ίδιος ο Αλέξανδρος πήρε τους ελαφρύτερους πεζούς, το ιππικό των εταίρων, μερικούς τοξότες και προχώρησε προς τις Πασαργάδες.

Στις αρχές Ιανουαρίου του 324, μόλις ο Νέαρχος και τα πληρώματά του ολοκλήρωσαν τους γυμνικούς αγώνες και τις προβλεπόμενες θρησκευτικές τελετές, απέπλευσαν από την εκβολή του Άναμι. Παρέπλευσαν ένα κακοτράχαλο ερημονήσι, τα Οργάνα, και 300 στάδια (περί τα 55,5 χμ) από το σημείο της αναχώρησής τους άραξαν στα Οάρακτα, ένα κατοικημένο νησί με αμπέλια, φοίνικες, σιτάρι και μήκος 800 στάδια (περίπου 148 χμ). Στο νησί αυτό τους είπαν ότι βρισκόταν ο τάφος του πρώτου κυβερνήτη του, του Ερύθρη, από τον οποίο υποτίθεται ότι ονομάστηκε και η φερώνυμη θάλασσα. Ο Γεδρωσός πλοηγός, που είχαν προσλάβει στα Μόσαρνα των Ιχθυοφάγων δεν θα μπορούσε να τους προσφέρει τις υπηρεσίες του για πολύ ακόμη και ο στόλος χρειαζόταν νέο πλοηγό. Προς μεγάλη τους ικανοποίηση ο διοικητής των Οαράκτων, ο Μαζήνης, τους ακολούθησε οικειοθελώς ως πλοηγός μέχρι τα Σούσα.

Παρέπλευσαν τα Οάρακτα και προσορμίσθηκαν σε μία άλλη παραλία του νησιού 200 στάδια (περί τα 35,5 χμ) από το προηγούμενο αγκυροβόλιό τους. Απέναντί τους και σε απόσταση 40 σταδίων (περί τα 7,5 χμ) ήταν ένα άλλο νησί, αφιερωμένο στον τοπικό θεό της θάλασσας και άβατο. Με το πρώτο φως της επόμενης ημέρας απέπλευσαν και έπεσαν σε άμπωτη τόσο δυνατή, ώστε με δυσκολία κατάφεραν να βγουν στα βαθιά, ενώ τρία πλοία παγιδεύτηκαν στα ρηχά. Αυτά χρειάστηκε να περιμένουν την επόμενη πλημμυρίδα και ενώθηκαν με τον υπόλοιπο στόλο την άλλη μέρα. Από τη δεύτερη στάση στα Οάρακτα κάλυψαν 400 στάδια (περί τα 74 χμ) και προσορμίσθηκαν σε άλλο νησί, περί τα 300 στάδια (περί τα 55,5 χμ) από τη στεριά. Άφησαν στα αριστερά τους το ερημονήσι Πυλώρα και αγκυροβόλησαν στη μικρή πόλη Σισιδώνη. Οι κάτοικοί της ήταν εξ ανάγκης ιχθυοφάγοι, διότι το μέρος ήταν εντελώς άγονο και διέθεταν μόνο ψάρια και νερό. Αφού υδροδοτήθηκαν στη Σισιδώνη, έπλευσαν 300 στάδια (περί τα 55,5 χμ) και αγκυροβόλησαν στην Ταρσία, ένα ακρωτήριο, που έμπαινε βαθιά στη θάλασσα.

Μετά από άλλα 300 στάδια έφτασαν στην Καταία, ένα χαμηλό ερημονήσι, αφιερωμένο σε δύο θεότητες, τις οποίες ο Νέαρχος αντιστοίχισε προς τον Ερμή και την Αφροδίτη. Προς τιμήν αυτών των θεοτήτων οι κάτοικοι των γύρω περιοχών κάθε χρόνο άφηναν στο νησί πρόβατα και κατσίκια, που με τον καιρό είχαν γίνει άγρια. Ο Νέαρχος και οι άντρες του ασφαλώς δεν θα είχαν ενδοιασμούς να τα καταναλώσουν. Εκεί τελείωνε η ακτογραμμή της Καρμανίας, η οποία από τη Βάδη ως την Καταία είχε μήκος περί τα 3.700 στάδια (περί τα 684 χμ). Οι Καρμάνιοι (Γερμάνιοι κατά τον Ηρόδοτο) είχαν τα ίδια έθιμα, ενδυμασία και οπλισμό με τους γείτονές τους, Πέρσες.

από τον ιστότοπο:
http://www.alexanderofmacedon.info/greek/A1gr.htm

ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΣΙΑ ΣΤΟ ΔΕΛΤΑ ΤΟΥ ΙΝΔΟΥ

ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΣΙΑ ΣΤΟ ΔΕΛΤΑ ΤΟΥ ΙΝΔΟΥ

Η κάθοδος του Ακεσίνη και του Ινδού – Στις χώρες των Αβαστανών, των Ξάθρων, των Σαμβαστών, των Οσσαδίων, των Σόγδων, του Μουσικανού και του Οξικανού
(Αρριανός ΣΤ. 15.5, 17.3, Πλούταρχος Αλέξανδρος 64.1, Διόδωρος ΙΖ.102.1-7, 103.6-κ.ε., 105.5, Κούρτιος 9.8.3-15, 20-27, Ιουστίνος 12.10.2)

Η στρατιά παρέμεινε στρατοπεδευμένη στη συμβολή του Ακεσίνη και του Υδραώτη, μέχρι η ανάρρωση του Αλεξάνδρου να επιτρέψει τη μετακίνησή του. Στο μεταξύ ναυπηγούσαν κι άλλα πλοία από την άφθονη ξυλεία των παραποταμίων δασών. Μόλις το επέτρεψε η κατάσταση της υγείας του, ο Αλέξανδρος επιβίβασε στα πλοία 1.700 εταίρους ιππείς, 10.000 πεζούς, όλους τους υπασπιστές, μπήκε στον Ακεσίνη και έπλευσε χωρίς προβλήματα ως τη συμβολή του στον Ινδό. Εκεί περίμενε την άφιξη του Περδίκκα, που επικεφαλής της υπόλοιπης στρατιάς προέλαυνε στην δεξιά όχθη του Ακεσίνη και καθ’ οδόν υπέταξε το αυτόνομο έθνος των Αβαστανών. Η συμβολή του Ακεσίνη στον Ινδό ήταν το σημείο, όπου διευθετήθηκε μία σειρά θεμάτων. Πρώτα απ’ όλα εκείνο το σημείο ορίστηκε ως το ανατολικότερο όριο της σατραπείας του Φιλίππου, που ξεκινούσε από τη Βακτριανή. Εκεί, λες και είχε ανησυχήσει για τον τραυματισμό του γαμπρού του, εμφανίστηκε ο Οξυάρτης, ο πατέρας της Ρωξάνης και πεθερός του Αλεξάνδρου. Στην εξουσία του Οξυάρτη παραδόθηκαν και οι Παροπαμισάδες, διότι ο Αλέξανδρος είχε πληροφορηθεί ότι ο μέχρι τότε σατράπης τους, ο Τυριέσπης, βαρυνόταν με κατηγορίες κακοδιαχείρισης.

Στη συμβολή του Ακεσίνη με τον Ινδό εντάχθηκαν στο στόλο κι άλλες καινούργιες τριακόντοροι και στρογγύλα (φορτηγά) πλοία, που είχαν ναυπηγηθεί στο έθνος των Ξάθρων, ενώ έστειλε πρέσβεις και παραδόθηκε το έθνος των Οσσαδίων. Κάποιος από τους λαούς των Αβαστανών ή των Οσσαδίων του Αρριανού ίσως είναι ο λαός, τον οποίο ο Διόδωρος ονομάζει Σαμβαστές και ο Κούρτιος Σαβάρκες. Αυτοί λέγεται ότι είχαν δημοκρατικά πολιτεύματα, συγκέντρωσαν 60.000 πεζούς, 6.000 ιππείς, 500 άρματα και ετοιμάστηκαν να πολεμήσουν. Όταν όμως είδαν τη στρατιά του Αλεξάνδρου, προτίμησαν να στείλουν πρέσβεις και να συνθηκολογήσουν. Εκεί εγκαταστάθηκε ο Φίλιππος με όλους τους Θράκες, όσους από τη μακεδονική φάλαγγα χρειάζονταν για την επιτήρηση της χώρας, και στη συμβολή του Ακεσίνη με τον Ινδό διατάχθηκε να χτίσει νεώσοικους και μία πόλη, που ο Αλέξανδρος πίστευε ότι θα αναπτυσσόταν πολύ.

Θεωρούμε ότι η στρατιά συνέχισε την προέλασή της προς τα νότια της κοιλάδας του Ινδού κάποια ημέρα του Ιανουαρίου 325. Ούτε αυτή η χρονολογία προκύπτει με σαφήνεια από τις αρχαίες πηγές, αλλά επειδή δεχθήκαμε ότι ξεκίνησαν από τον Υδάσπη στις αρχές Οκτωβρίου του 326 και με δεδομένες τόσο τις επιχειρήσεις όσο και την καθυστέρηση από τον τραυματισμό του Αλεξάνδρου ο Ιανουάριος είναι λογική επιλογή. Επιπλέον, φαίνεται να συμφωνεί και μία πληροφορία από τον Πλούταρχο, ότι ο κατάπλους των ποταμών διήρκεσε 7 μήνες, ως τον Ιούλιο που δεχόμαστε ότι έφτασαν στα Πάταλα, αν και ο Πλούταρχος θεωρεί ότι 7 μήνες διήρκεσε ο κατάπλους από τον Υδάσπη και όχι από τη συμβολή Ακεσίνη και Ινδού ως τα Πάταλα. Είναι όμως πιθανό η διαφορά των τριών μηνών από τη μαρτυρία του Αριστόβουλου να υποδηλώνει χρονολόγηση του Πλούταρχου από τον τραυματισμό του Αλεξάνδρου και μετά.

Ο Κρατερός επικεφαλής του μεγαλύτερου μέρους της στρατιάς και των ελεφάντων πέρασε στην αριστερή όχθη του Ινδού, που ήταν πιο κατάλληλη για βαρύ στράτευμα. Στην αριστερή όχθη ζούσαν επίσης αρκετά έθνη, που δεν ήταν καθόλου φιλικά. Ο ίδιος ο Αλέξανδρος με το στόλο κατέπλευσε στην πρωτεύουσα του έθνους των Σόγδων. Ο λαός των Σόγδων του Αρριανού ίσως είναι ο ίδιος με τον λαό των Σόδρων, τον οποίο ο Διόδωρος τοποθετεί στην απέναντι όχθη των Μασσανών. Στην περιοχή αυτή ο Αλέξανδρος έχτισε μία παραποτάμια Αλεξάνδρεια, στην οποία εγκατέστησε 10.000 κατοίκους, έφτιαξε νεώσοικους και επισκεύασε το καταπονημένα πλοία του. Όρισε σατράπες της περιοχής από τη συμβολή του Ακεσίνη στον Ινδό μέχρι τα παράλια της Ινδίας τους Οξυάρτη και Πείθωνα.

Εν συνεχεία ο Αρριανός αναφέρει ότι αποσπάσθηκε ο Κρατερός με το βαρύτερο τμήμα της στρατιάς και ξεκίνησε για την Καρμανία μέσω Αραχωσίας και Δραγγιανής. Κάτι τέτοιο δεν είναι ιδιαίτερα λογικό, διότι δεν είχε εξασφαλισθεί ακόμη η κατοχή όλης της κοιλάδας του Ινδού, και δεν φαίνεται να το πιστεύει ούτε κι ο ίδιος ο Αρριανός. Κατά πάσα πιθανότητα λοιπόν ολόκληρη η στρατιά προέλασε προς τη χώρα του Μουσικανού, η οποία εθεωρείτο ότι ήταν η πλουσιότερη σε όλη την Ινδία. Αυτός ο Ινδός ηγεμόνας είχε αγνοήσει τα μηνύματα του Αλεξάνδρου και δεν είχε στείλει πρέσβεις, για να ζητήσει συμμαχία ή να δηλώσει υποταγή. Ο Αλέξανδρος κατέπλευσε τον Ινδό τόσο γρήγορα, ώστε πέρασε τα σύνορα της χώρας, πριν ο Μουσικανός μάθει ότι ο στόλος είχε ξεκινήσει εναντίον του. Πρόλαβε όμως να προϋπαντήσει τον Αλέξανδρο την τελευταία στιγμή, να του προσφέρει τα καλύτερα δώρα της εθιμοτυπίας και να παραδεχτεί ότι ήταν λάθος του που καθυστέρησε. Αυτή ήταν η ασφαλέστερη μέθοδος για να διατηρήσει ένας ηγεμόνας τη θέση του. Αφού επιθεώρησε και θαύμασε τη χώρα, ο Αλέξανδρος διέταξε τον Κρατερό να οχυρώσει την ακρόπολη και να τοποθετήσει φρουρά, διότι η περιοχή είχε στρατηγική σημασία για την επιτήρηση αρκετών γειτονικών λαών. Ένας νομάρχης της περιοχής, ο Οξικανός, δεν παραδόθηκε και ο Αλέξανδρος προέλασε εναντίον του με τους 1.700 εταίρους, τους τοξότες και τους Αγριάνες. Κατέλαβε εξ εφόδου τις δύο μεγαλύτερες πόλεις, τις λαφυραγώγησε, συνέλαβε και εκτέλεσε τον Οξικανό και ενέταξε στη στρατιά τους πολεμικούς ελέφαντες. Μετά απ’ αυτά παραδόθηκαν κι οι άλλες δύο πόλεις του Οξικανού. Μία σύγκρουση παρόμοια με αυτήν, που ο Αρριανός περιγράφει μεταξύ Αλεξάνδρου και Οξικανού, οι Διόδωρος και Κούρτιος την περιγράφουν μεταξύ Αλεξάνδρου και Πορτικάνου. Και οι δύο θεωρούν ότι ο Πορτικάνος ήταν βασιλιάς, ενώ ο Κούρτιος συμπληρώνει ότι το όνομα του λαού ήταν Πραιστοί.

Αφού υπέταξε τον Οξικανό, ο Αλέξανδρος πληροφορήθηκε ότι τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά στις πόλεις των Βραχμάνων. Ο Σάμβος, ο οποίος είχε ήδη παραδοθεί και γι’ αυτό είχε παραμείνει βασιλιάς της ορεινής περιοχής του, εγκατέλειψε την εξουσία και έφυγε. Σύμφωνα με τον Αρριανό προέλασε εναντίον του, αλλά μόλις πλησίασε με το στρατό του στα Σινδίμανα, την πρωτεύουσα του Σάμβου, οι άρχοντες της πόλης τον προϋπάντησαν και του παρέδωσαν τους πολεμικούς ελέφαντες και το δημόσιο ταμείο προς έλεγχο. Τελικά, ο Σάμβος δεν είχε αποστατήσει, απλώς ήταν εχθρός του Μουσικανού, η παραμονή του οποίου στην εξουσία, πίστεψε ότι τον έθετε σε κίνδυνο. Κατά τον Διόδωρο ο Σάμβος αντιστάθηκε στην προέλαση του Αλεξάνδρου, έχασε πάνω από 80.000 στρατιώτες, οι περισσότερες πόλεις του κατασκάφτηκαν και οι κάτοικοι εξανδραποδίστηκαν. Εκείνος διέφυγε πέρα από την ανατολική όχθη του Ινδού με 30 πολεμικούς ελέφαντες, ενώ οι υπόλοιπες πόλεις του παραδόθηκαν. Ο Κούρτιος συμφωνεί στις απώλειες των Ινδών και αποκαλύπτει ότι πηγή του (και προφανώς και του Διόδωρου) ήταν ο Κλείταρχος. Κατά τον Πλούταρχο, ο Σάββας (όπως ονομάζει τον Σάμβο) παρακινήθηκε σε αντίσταση από τους Βραχμάνες γυμνοσοφιστές και προκάλεσε πολλές συμφορές στους Μακεδόνες.

Συνεχίζοντας την προέλαση, ο Αλέξανδρος κατέλαβε άλλη μία πόλη και εκτέλεσε τους Βραχμάνες φιλόσοφους, που την υποκίνησαν σε επανάσταση. Σ’ αυτήν τη λακωνική καταγραφή του Αρριανού ίσως μπορούμε να αναγνωρίσουμε τα περιστατικά, που ο Διόδωρος παραδίδει ότι συνέβησαν στη νοτιότερη βραχμανική πόλη, την Αρματήλια. Εκεί οι Ινδοί είχαν αλείψει με θανατηφόρο δηλητήριο τα όπλα τους, ώστε ακόμη και όσοι είχαν επιπόλαια τραύματα από τη μάχη, τελικά πέθαιναν με φρικτούς πόνους. Αυτή η διήγηση τοποθετείται από τους δύο Ρωμαίους ιστορικούς στη χώρα του Σάμβου.

Στο μεταξύ κάποιοι άλλοι Βραχμάνες υποκίνησαν σε επανάσταση τον Μουσικανό. Ο Αλέξανδρος έστειλε εναντίον του τον Πείθωνα, ενώ ο ίδιος εισέβαλε στη χώρα και επιτέθηκε στις επαναστατημένες πόλεις. Άλλες τις λεηλάτησε, τις κατέσκαψε κι εξανδραπόδισε τους κατοίκους και σε άλλες (που βρίσκονταν σε στρατηγικές θέσεις) οχύρωσε τις ακροπόλεις και εγκατέστησε φρουρές. Μετά επέστρεψε στο στρατόπεδο και το στόλο. Ο Πείθων έφερε εκεί αιχμαλώτους τον Μουσικανό και τους Βραχμάνες, για να εκτελεστούν. Παρουσιάστηκε ακόμη ο διοικητής των Πατάλων και του παρέδωσε την επικράτειά του, το Δέλτα του Ινδού, μία περιοχή μεγαλύτερη από το Δέλτα του Νείλου. Ο Αλέξανδρος τον διέταξε να επιστρέψει στη χώρα του και να μεριμνήσει για την υποδοχή της στρατιάς.

Σ’ αυτό το σημείο ο Αρριανός λέει για δεύτερη φορά ότι αποσπάσθηκε ο Κρατερός. Πράγματι, εφόσον είχαν υποταχθεί όλοι οι Ινδοί κατά μήκος της κοιλάδας του Ινδού και ο διοικητής του Δέλτα παρέδωσε την περιοχή του, ο Αλέξανδρος μπορούσε να προχωρήσει στην επόμενη φάση και να αποδεσμεύσει τα πιο βραδυκίνητα τμήματα. Φαίνεται ότι κι ο Αρριανός θεωρεί πιθανότερο να έγινε τότε η απόσπαση, διότι απαριθμεί τις δυνάμεις, που ανέλαβε ο Κρατερός. Ήταν οι τάξεις των Άτταλου, Μελέαγρου και Αντιγένη, μερικοί τοξότες και εταίροι ιππείς, όλοι οι ελέφαντες και οι απόμαχοι Μακεδόνες, που θα επέστρεφαν στην πατρίδα τους. Θα περνούσαν μέσω Αραχωσίας και Δραγγιανής κατευθυνόμενοι προς την Καρμανία, όπου θα συναντούσαν και τις δυνάμεις του Αλεξάνδρου, ο οποίος προηγουμένως σκόπευε να εξασφαλίσει την ακτογραμμή του Ινδικού Κόλπου (της Αραβικής θαλάσσης).

Δύο είναι τα καταλληλότερα δρομολόγια, που μπορεί να ακολούθησε ο Κρατερός ως την Αραχωσία. Το πρώτο κατευθύνεται αρχικά βόρεια, μέσα απ΄ την κοιλάδα του Ινδού και περνώντας από τη διάβαση Μπολάν οδηγεί στην Αλεξάνδρεια της Αραχωσίας. Το δεύτερο κατευθύνεται βόρεια, περίπου στο βασίλειο του Σάμβου αφήνει την κοιλάδα του Ινδού και μέσω της διάβασης Μουλλά διασχίζει τη Γεδρωσία με βόρεια κατεύθυνση ως την Αλεξάνδρεια της Αραχωσίας. Στο δεύτερο δρομολόγιο η βαριά στρατιά θα διέσχιζε από Βορρά προς Νότο όλη σχεδόν τη Γεδρωσία, όπου οι δυσκολίες ήταν μεγαλύτερες, ενώ στο πρώτο μόλις που θα άγγιζε το βορειότερο τμήμα της. Επειδή η Γεδρωσία δεν αναφέρεται στο δρομολόγιο του Κρατερού, το πιθανότερο είναι ότι επελέγη το δρομολόγιο μέσω της διάβασης Μπολάν. Από την Αλεξάνδρεια της Αραχωσίας ως τη γη των Ευεργετών ο Κρατερός θα ακολουθούσε αντίστροφα το δρομολόγιο, που είχαν πάρει κατά την προέλαση προς τον Παροπάμισο την άνοιξη του 329.

Ο Πείθων με τους ιππακοντιστές και τους Αγριάνες αποσπάστηκε από το τμήμα του Ηφαιστίωνα και πέρασε στην αριστερή όχθη με διαταγές να συγκεντρώσει πληθυσμό από την ύπαιθρο, για να εποικίσει τις περιτειχισμένες πόλεις, και να καταστείλει τυχόν εστίες επανάστασης. Μετά έπρεπε να κατευθυνθεί προς τα Πάταλα, προς τα οποία κατευθυνόταν και η υπόλοιπη στρατιά υπό τον Ηφαιστίωνα καθώς κι ο στόλος υπό τον Αλέξανδρο. Τρεις ημέρες αργότερα οι περίπολοι αναγνώρισης ενημέρωσαν τον Αλέξανδρο ότι στα Πάταλα τους περίμενε το συνηθισμένο σκηνικό, οι κάτοικοι εγκατέλειπαν την περιοχή και κατέφευγαν στις γειτονικές ερήμους.


Στο Δέλτα του Ινδού
(Αρριανός Ε.4, ΣΤ.19, 21, Ινδική 20-21, Διόδωρος, ΙΖ.104.1, Πλούταρχος, Αλέξανδρος 66.1, Κούρτιος 9.10.4, Στράβων 15.1.17)

Από τις διαθέσιμες πληροφορίες των αρχαίων πηγών μπορούμε να προσδιορίσουμε με ικανοποιητική προσέγγιση τον χρόνο άφιξης του Αλεξάνδρου στα Πάταλα. Η πληροφορία του Κούρτιου ότι έφτασαν στα Πάταλα το χειμώνα απορρίπτεται ασυζητητί κι εκείνη του Πλούταρχου ότι ο κατάπλους των ποταμών διήρκεσε 7 μήνες έχει αξία μόνο σε συνδυασμό με άλλες και όχι αφ’ εαυτής. Ο Στράβων διέσωσε την πληροφορία του Αριστόβουλου ότι ο στόλος άρχισε τον κατάπλου από τον Υδάσπη «πριν τη δύση των Πλειάδων» (το πρώτο δεκαήμερο του Οκτωβρίου) και 10 μήνες αργότερα, «περί την ανατολή του Κυνός» (περί την 22α Ιουλίου) έφτασε στα Πάταλα. Από το ημερολόγιο καταστρώματος του Νέαρχου ο Αρριανός διέσωσε την πληροφορία ότι οι μουσώνες τελείωναν «πριν τη δύση των Πλειάδων» (το πρώτο δεκαήμερο του Οκτωβρίου) και ότι ο στόλος άρχισε το ταξίδι στη θάλασσα την 20η Βοηδρομιώνος, δηλαδή την 5η Οκτωβρίου. Εικοσιεννέα δε ημέρες αργότερα (δηλαδή την 3η Νοεμβρίου) είχαν τελειώσει, όλα τα εφόδια που ο Αλέξανδρος τους είχε εξασφαλίσει για 4 μήνες. Αφού λοιπόν τα εφόδια των 4 μηνών τελείωσαν λίγο πριν την 3η Νοεμβρίου, σημαίνει ότι είχαν συγκεντρωθεί περί την 3η Ιουλίου. Δηλαδή, από τις πληροφορίες του Αριστόβουλου και του Νέαρχου, που είχαν πάρει μέρος στην εκστρατεία, ως χρόνος άφιξης του Αλεξάνδρου στα Πάταλα προσδιορίζεται το πρώτο εικοσαήμερο του Ιουλίου, ειδικά δε με βάση τον Νέαρχο, που δίνει πιο ακριβή ημερομηνία, προσδιορίζεται η πρώτη εβδομάδα του Ιουλίου του 325 π.Χ.

Ο Αλέξανδρος έχοντας πληροφορηθεί ότι κι αυτοί οι Ινδοί αρνούνταν να υποταχθούν και ότι είχαν πάρει το δρόμο της προσφυγιάς, επιτάχυνε τον κατάπλου στα Πάταλα (Χαϋντεραμπάντ) και βρίσκοντας έρημη την πόλη, έστειλε τους ελαφρύτερα οπλισμένους στρατιώτες να καταδιώξουν τους κατοίκους. Επειδή η προέλαση είχε φτάσει σε ένα εξαιρετικά κρίσιμο σημείο και έπρεπε να προετοιμαστεί η μεν στρατιά για τη διάβαση ερήμων, ο δε στόλος για τον παράπλου άγνωστων ακτών, οι Μακεδόνες δεν είχαν τις συνήθεις διαταγές εξολόθρευσης των προσφύγων. Αντίθετα συνέλαβαν κάποιους Ινδούς και τους έστειλαν στους υπόλοιπους με τη διαβεβαίωση ότι μπορούσαν να επιστρέψουν στις εστίες τους άφοβα. Πράγματι, οι περισσότεροι επέστρεψαν.

Σύμφωνα με τον Νέαρχο ο Αλέξανδρος ήθελε διακαώς να εξερευνήσει τη θάλασσα από την Ινδία ως την Περσία, αλλά τον τρόμαζε το ενδεχόμενο να φτάσει ο στόλος σε κάποια παράλια άγονα και χωρίς αγκυροβόλια. Κάτι τέτοιο θα κατέστρεφε το στόλο και θα αποτελούσε την πρώτη μελανή κηλίδα, ενώ μέχρι τότε είχε σημειώσει μόνο λαμπρές επιτυχίες. Φυσικά, η ακόρεστη δίψα του για επιτυχίες σε δύσκολα έργα υπερίσχυσε των φόβων και των ενδοιασμών του. Με τον Νέαρχο, τον πιστό παιδικό του φίλο, που είχε οδηγήσει το στόλο ως το Δέλτα του Ινδού, άρχισε να συζητά για την επάνδρωση του στόλου, που αυτή τη φορά θα έβγαινε στην άγνωστη θάλασσα. Η δυσκολία στην επιλογή των πληρωμάτων ήταν μεγάλη, διότι έπρεπε να διασκεδάσει τους φόβους τους ότι τους έστελνε σε πασίδηλο κίνδυνο χωρίς να λογαριάζει τη ζωή τους, και ο Αλέξανδρος δυσκολευόταν να βρει επιχειρήματα. Όμως το μεγαλύτερο πρόβλημα φαινόταν να είναι η επιλογή του ναύαρχου για την ανοιχτή θάλασσα. Όποιο όνομα κι αν έφερναν στο μυαλό τους, ο Αλέξανδρος το απέρριπτε. Άλλον διότι είχε πεσμένο ηθικό, άλλον διότι δεν είχε πείσει ότι θα διακινδύνευε για να δοξαστεί ο Αλέξανδρος, άλλον διότι ήθελε να επιστρέψει στην πατρίδα του. Στο τέλος, είτε για να βγουν από το αδιέξοδο, είτε διότι ο Αλέξανδρος εξαρχής εκεί ήθελε να οδηγήσει τα πράγματα, ο Νέαρχος αυτοπροτάθηκε. Υπό τις αυτονόητες προϋποθέσεις, «με τη βοήθεια των θεών, εφόσον η Μεγάλη Θάλασσα ήταν πράγματι πλωτή και εφόσον η όλη επιχείρηση δεν ξεπερνούσε τις ανθρώπινες δυνατότητες», ο Νέαρχος αναλάμβανε να οδηγήσει σώους πλοία και πληρώματα από την Ινδία στην Περσία. Αν κάπου αποτύγχανε, θα μπορούσε να επικαλεστεί την αντίθετη θέληση κάποιου θεού ή δυσκολίες λογικές και αναμενόμενες σε τόσο μεγάλο ταξίδι, ενός τόσο μεγάλου στόλου, σε τόσο άγνωστα νερά. Ο Αλέξανδρος προέβαλε στον παλιό καλό φίλο του τις αντιρρήσεις, που επιβάλλει η αβρότητα, ο Νέαρχος έδειξε την προθυμία, που επιβάλλει η πίστη, και έτσι βγήκαν από το αδιέξοδο. Ο Νέαρχος ανέλαβε την εξερεύνηση της άγνωστης Μεγάλης Θάλασσας, που προκαλούσε δέος σε όσους θα επάνδρωναν το στόλο και ανακούφιση σε όσους θα παρέμεναν στο κατ’ ήπειρον στράτευμα.

Αυτή ήταν η καλύτερη λύση και φαίνεται ότι παρά το παιχνίδι με τους υποψηφίους, μάλλον και οι δύο ήθελαν να καταλήξουν εκεί. Ο μεν Αλέξανδρος, διότι στον κατάπλου των ποταμών είχε την ευκαιρία να ελέγξει τις ικανότητες του φίλου του, ο δε Νέαρχος, οπωσδήποτε ενθαρρυμένος από την επιτυχία του στα ινδικά ποτάμια, μπορούσε να ικανοποιήσει μεγαλύτερες φιλοδοξίες. Όμως ο Αλέξανδρος είχε έναν ακόμη σοβαρό λόγο να προτιμάει τον Νέαρχο για ναύαρχο. Ο διορισμός του αύξανε το αίσθημα ασφαλείας και μείωνε εκείνο του φόβου στα πληρώματα, διότι ήταν προφανές ότι ο βασιλιάς τους δεν θα εξέθετε αστόχαστα σε κίνδυνο έναν παλιό και έμπιστο φίλο του, αντίθετα θα κατέβαλλε κάθε δυνατή προσπάθεια, για να τον προστατεύσει. Πράγματι, στη συνέχει ο Αλέξανδρος έδειξε μεγαλύτερη αγωνία για το στόλο του Νέαρχου, απ’ όση για τη δική του στρατιά, που δοκιμαζόταν σκληρά στην έρημο της Γεδρωσίας.

Στα Πάταλα ο Αλέξανδρος έφτιαξε ναύσταθμο και νεώσοικους, ανέθεσε στον Ηφαιστίωνα να οχυρώσει την ακρόπολη και έστειλε ειδικούς, για να ανοίξουν πηγάδια στη γύρω άνυδρη περιοχή και να την κάνουν κατοικήσιμη. Σ’ αυτούς επιτέθηκαν Ινδοί και τους προξένησαν αρκετές απώλειες, αλλά και υπέστησαν αρκετές, πριν υποχωρήσουν βαθύτερα στην έρημο. Όταν το πληροφορήθηκε ο Αλέξανδρος, έστειλε ενισχύσεις και οι εργασίες επιταχύνθηκαν. Τέλος, έστειλε τον Λεοννάτο με 1.000 περίπου ιππείς και 8.000 οπλίτες και ψιλούς να εξασφαλίσει την όχθη μέχρι το ύψος ενός νησιού του ποταμού, που κι αυτό λεγόταν Πάταλα, ενώ ο ίδιος με μία μοίρα αναγνώρισης, αποτελούμενη από τα ταχύτερα πλοία (τις ημιολίες, όλες τις τριακοντόρους και μερικούς κέρκουρους) ξεκίνησε, για να ελέγξει το δρομολόγιο προς τη θάλασσα, διασχίζοντας το δεξί (δυτικό) παρακλάδι του Δέλτα. Όμως οι Ινδοί οδηγοί του δραπέτευσαν και ο στόλος ήταν υποχρεωμένος να κινείται με μικρή ταχύτητα και μεγάλη προσοχή. Την επόμενη μέρα, σε μία έξαρση των μουσώνων, ο άνεμος ερχόταν από τη θάλασσα, αντίθετα προς το ρεύμα του ποταμού, σηκώθηκε κυματισμός και τα περισσότερα πλοία έπαθαν ζημιές, ενώ μερικές τριακόντοροι καταστράφηκαν ολοσχερώς και παρασύρθηκαν από το ρεύμα, αν και είχαν προλάβει να τις ρίξουν στην όχθη.

Ο Αλέξανδρος τότε διέταξε να ναυπηγήσουν άλλες και έστειλε τους ελαφρύτερα οπλισμένους ψιλούς να συλλάβουν μερικούς Ινδούς, τους οποίους χρησιμοποίησε ως οδηγούς. Όταν έφτασε στο σημείο, όπου ο Ινδός διαχέεται στη μεγαλύτερη έκταση (περί τα 200 στάδια ή 37 χμ), φύσηξε ξανά αέρας από τη θάλασσα και οι Ινδοί του υπέδειξαν μία διώρυγα, για να προφυλάξει τη μοίρα. Εκεί είδαν και το άγνωστο στους κατοίκους της Μεσογείου Θαλάσσης φαινόμενο της παλίρροιας. Με την άμπωτη τα πλοία βρέθηκαν στη … στεριά και όσα είχαν καθίσει στη λάσπη, με την πλημμυρίδα έπλευσαν χωρίς προβλήματα. Όσα όμως είχαν καθίσει σε πιο στεγνό έδαφος, παρασύρθηκαν από την ορμή του νερού, συγκρούσθηκαν μεταξύ τους ή εξώκειλαν στις όχθες και έπαθαν ζημιές. Ο Αλέξανδρος διέταξε να τις επισκευάσουν πρόχειρα και οι Ινδοί υπέδειξαν ένα άλλο νησί του ποταμού, τα Κίλλουτα, για να αγκυροβολήσει η μοίρα αναγνώρισης. Οι πλοηγοί πλησίασαν με δύο κέρκουρους και διαπίστωσαν ότι το νησί ήταν μεγάλο, με κατάλληλους όρμους και διέθετε νερό. Η μοίρα αγκυροβόλησε εκεί και ο Αλέξανδρος προχώρησε, για να ελέγξει αν η εκβολή του Ινδού στη θάλασσα ήταν πρόσφορη. Γύρω στα 200 στάδια (37 χμ) πιο μακριά, στην ανοιχτή θάλασσα, υπήρχε άλλο νησί. Επέστρεψε στα Κίλλουτα, χωρίς να βγει στη θάλασσα, και έκανε θυσίες στους θεούς, που (όπως έλεγε) του είχε υποδείξει ο Άμμων. Διανυκτέρευσαν εκεί και το άλλο πρωί βγήκε στη θάλασσα και κατευθύνθηκε προς το νησί, όπου έχτισε βωμούς και έκανε θυσίες προς τιμήν του Ωκεανού και της Τηθύος, κι αυτές υποτίθεται κατ’ εντολή του Άμμωνα. Μετά, είτε για αναγνώριση των ακτών είτε από ματαιοδοξία είτε για εξευμενισμό των θεών είτε για να ενισχύσει την ψυχολογία των πληρωμάτων, ξανοίχτηκε στο πέλαγος, θυσίασε ταύρους στον Ποσειδώνα και τους έρριξε στη θάλασσα. Έκανε σπονδές στον Πόντο από χρυσή φιάλη και χρυσούς κρατήρες, που κι αυτά τα έρριξε στη θάλασσα, για να εξασφαλίσει την εύνοια του Πόντου, ώστε ο στόλος να φτάσει με ασφάλεια στις εκβολές του Τίγρη και του Ευφράτη. Η απόφαση του Αλεξάνδρου να οδηγήσει ο ίδιος τη μοίρα αναγνώρισης μέσα από τις εκβολές του Ινδού στην ανοιχτή θάλασσα και οι θυσίες, που προσέφερε εκεί, αύξησαν ακόμη περισσότερο το ηθικό των πληρωμάτων. Ο στρατάρχης τους παρέμενε τολμηρός, αποτελεσματικός και φρόντιζε παράλληλα να εξευμενίζει τους θεούς, των οποίων αποδεδειγμένα είχε την εύνοια.

Αφού τελείωσε με την αναγνώριση του δρομολογίου και τις ευχαριστήριες τελετές, ο Αλέξανδρος επέστρεψε στα Πάταλα, όπου είχε φτάσει και ο Πείθων με τους ιππακοντιστές και τους Αγριάνες. Διέταξε τον Ηφαιστίωνα, που είχε ολοκληρώσει την οχύρωση της ακρόπολης, να οχυρώσει το ναύσταθμο και τους νεώσοικους, διότι σκόπευε να εγκαταστήσει εκεί μία σημαντική μοίρα ως ναυτική δύναμη του ποταμού. Επειδή το δρομολόγιο από τα Πάταλα ως τη θάλασσα μέσα από το δυτικό παρακλάδι του Ινδού αποδείχτηκε ότι δεν ήταν ασφαλές για το στόλο, υποχρεώθηκε να αναγνωρίσει το αριστερό (ανατολικό) παρακλάδι, του οποίου η εκβολή στη θάλασσα απείχε 1.800 στάδια (περί τα 333 χμ) από την εκβολή του δεξιού. Ο Λεοννάτος και το τμήμα του προήλαυνε κατά μήκος της όχθης, παράλληλα προς τη μοίρα, ώσπου έφτασαν σε ένα σημείο, όπου ο ποταμός πλάταινε και σχημάτιζε μία μεγάλη λίμνη με μεγάλα θαλασσινά ψάρια. Ο Αλέξανδρος αγκυροβόλησε εκεί, που του υπέδειξαν οι Ινδοί, και άφησε τον Λεοννάτο με τους περισσότερους στρατιώτες και όλους τους κέρκουρους. Ο ίδιος με τις τριακοντόρους και τις ημιολίες πέρασε τις εκβολές, βγήκε στη θάλασσα και διαπιστώνοντας ότι αυτό το δρομολόγιο ήταν ασφαλές, άραξε στην παραλία και με μερικούς ιππείς προχώρησε τρεις σταθμούς στα ανατολικά. Διέταξε να ανοίξουν πηγάδια, για να υδροδοτούνται τα πλοία, που θα παρέπλεαν την περιοχή, και επέστρεψε στα Πάταλα. Στη λιμνοθάλασσα τοποθέτησε φρουρά, διέταξε να κατασκευασθούν ναύσταθμος και νεώσοικοι και έστειλε ενισχύσεις σ’ εκείνους, που άνοιγαν τα πηγάδια στην παραλία.

Αν και ο Σκύλαξ ο Καρυανδεύς είχε καταπλεύσει τον Ινδό ως τη θάλασσα έναν περίπου αιώνα νωρίτερα κι ο Κτησίας ο Κνίδιος είχε γράψει σχετικό σύγγραμμα κάπου μισό αιώνα νωρίτερα, σύμφωνα με τον Νέαρχο ο Αλέξανδρος πληροφορήθηκε από Ινδούς στα Πάταλα, ότι την περίοδο των μουσώνων δεν είναι ασφαλής η ναυσιπλοΐα. Όμως ο Σκύλαξ είχε κάνει το ίδιο δρομολόγιο, προκειμένου να συλλέξει όλα τα τοπογραφικά και γεωγραφικά στοιχεία, που χρειαζόταν ο τότε Μέγας Βασιλεύς Δαρείος, για να επεκτείνει το περσικό εμπόριο στην περιοχή. Οι δε μουσώνες αποτελούν σημαντικότατη ιδιαιτερότητα και δεν είναι δυνατόν να μην την είχε περιλάβει στον Περίπλου. Από αυτά τα δύο σημεία φαίνεται σαν να μη γνώριζε ο Αλέξανδρος τα έργα του Σκύλακα και του Κτησία, αλλά δεν είναι λογικό να υποθέσουμε κάτι τέτοιο, διότι το μορφωτικό του επίπεδο ήταν ανάλογο των Αθηναίων διανοουμένων. Επειδή είναι ακόμη γνωστό το ενδιαφέρον του από νεαρή ηλικία για τη συλλογή στοιχείων περί την Ασία, δεν μπορεί παρά να είχε συλλέξει όλες τις γεωγραφικές πληροφορίες που υπήρχαν. Η εξήγηση αυτού του φαινομενικά παράδοξου είναι ότι οι αρχαίοι Έλληνες είχαν κρίνει ως υπερβολικά εξωτικές και αναξιόπιστες τις περιγραφές του Κτησία, γι’ αυτό – πολύ σωστά - τις είχαν απορρίψει. Αυτό φαίνεται καθαρά και από τη φράση του Αρριανού «o Κτησίας, αν είναι επαρκής ως τεκμηρίωση, λέει…». Παραμένει όμως το ερώτημα αν το μακεδονικό επιτελείο γνώριζε το σύγγραμμα του Σκύλακα ή αν το είχε απορρίψει κι αυτό ως αναξιόπιστο. Όπως και να είχαν τα πράγματα, ο Αλέξανδρος προελαύνοντας ως τα Πάταλα και ο Νέαρχος πλέοντας με το στόλο από τα Πάταλα ως τις εκβολές του Τίγρη, στην ουσία επαναλάμβαναν το ταξίδι του Σκύλακα. Είτε λοιπόν αγνοούσαν τον Περίπλου, είτε αμφισβητούσαν, είτε αποδέχονταν την αξία του, δεν ήταν δυνατόν να εξαρτήσουν από παμπάλαιες πληροφορίες το άνοιγμα ενός από τους σημαντικότερους εμπορικούς δρόμους όλων των εποχών. Έπρεπε οπωσδήποτε να διαθέτουν πρόσφατα επιβεβαιωμένες και αναλυτικές πληροφορίες.

Εκείνη λοιπόν την εποχή του έτους έπνεαν με κατεύθυνση από τη θάλασσα προς τη ξηρά οι ισχυροί ετήσιοι άνεμοι, οι μουσώνες, και η ναυσιπλοΐα ήταν επικίνδυνη. Ο Αλέξανδρος πληροφορήθηκε από τους Ινδούς ότι η κατάλληλη εποχή για πλόες στην περιοχή ήταν το διάστημα από τη δύση των Πλειάδων ως το χειμερινό ηλιοστάσιο, δηλαδή από το πρώτο δεκαήμερο του Οκτωβρίου ως το τελευταίο του Μαρτίου. Το Δέλτα του Ινδού και οι υποταγμένοι λαοί της Πενταποταμίας μπορούσαν με μεγάλη άνεση να εγγυηθούν την τροφοδοσία στρατού και στόλου στα Πάταλα μέχρι το τέλος των μουσώνων, όμως υπήρχε μία λεπτομέρεια, που καθιστούσε αδύνατη την παράλληλη προέλαση στρατού και στόλου. Όσο φυσούσαν οι μουσώνες, το λιγοστό νερό (ρέματα, νερόλακκοι και πηγές) των άνυδρων περιοχών στα δυτικά του Ινδού, που έπρεπε να διασχίσει η στρατιά, θα μπορούσε να καλύψει τις ανάγκες της, έστω και οριακά. Μετά τους υγρούς μουσώνες, θα άρχιζαν οι ξηροί άνεμοι από την ενδοχώρα προς τη θάλασσα, που σύντομα θα εξαφάνιζαν κάθε σημείο υδροληψίας. Δηλαδή ο Αλέξανδρος έπρεπε να διασχίσει τις ερήμους πριν τελειώσουν οι μουσώνες, ενώ ο Νέαρχος δεν μπορούσε να αποπλεύσει όσο διαρκούσαν.

Αυτά τα δεδομένα υποχρέωσαν τον Αλέξανδρο να εγκαταλείψει τη βέλτιστη μέθοδο της παράλληλης προέλασης στρατού και στόλου, την οποία είχε εφαρμόσει σε όλη την ακτογραμμή της Μεσογείου και σε όλα τα ποτάμια της Ινδίας. Αποφάσισε λοιπόν την προέλαση του στρατού το συντομότερο δυνατόν και ανεξάρτητα από τον στόλο, ο οποίος θα έμενε καθηλωμένος για μερικούς μήνες ακόμη. Επειδή το κατ’ ήπειρον στράτευμα, όπως είδαμε, είχε τη δυνατότητα να μεταφέρει τρόφιμα μόνο για 14 ημέρες και νερό μόνο για τέσσερις, έπρεπε να εξασφαλίσει την επιβίωσή του στις ερημικές χώρες, που θα διέσχιζε, με λεηλασίες σε προσεκτικά επιλεγμένα δρομολόγια. Ο Αλέξανδρος πριν ξεκινήσει, έκανε επιμελώς όλες τις αναγκαίες προετοιμασίες για την επικείμενη αναχώρηση του στόλου και συγκέντρωσε τρόφιμα για τέσσερις μήνες. Αυτά θα συντηρούσαν το ναυτικόν στράτευμα, που θα έπρεπε να παραμείνει στα Πάταλα το υπόλοιπο του Ιουλίου, όλο τον Αύγουστο και Σεπτέμβριο και το πρώτο δεκαήμερο του Οκτωβρίου, δηλαδή περίπου τρεις μήνες. Το νερό δεν αποτελούσε πρόβλημα, διότι τους το παρείχε ο Ινδός σε απεριόριστες ποσότητες. Όταν θα ερχόταν η ώρα του απόπλου, θα φόρτωναν στα πλοία τα υπολειπόμενα τρόφιμα, που θα αρκούσαν για έναν περίπου μήνα, καθώς και το ανάλογο νερό. Μετά τον απόπλου ο στόλος θα εξασφάλιζε τρόφιμα και νερό εν μέρει με λεηλασίες των παραλιακών πληθυσμών κι εν μέρει από τις αγορές, που θα είχαν εγκαταστήσει, και τα πηγάδια, που θα είχαν εξορύξει, οι προπορευόμενες χερσαίες δυνάμεις.


Ο στόλος της Μεγάλης Θάλασσας
(Αρριανός ΣΤ.2, Ινδική 19, Διόδωρος ΙΖ.95.5, Κούρτιος 9.3.22)

Όπως είδαμε, ο στόλος στις όχθες του Υδάσπη, κατά μία μη κατονομαζόμενη πηγή του Αρριανού αποτελούνταν από 800 πλοία, ενώ σύμφωνα με τα στοιχεία του Πτολεμαίου αποτελούνταν από 2.000 πλοία. Κατά τον Κούρτιο και τον Διόδωρο αποτελούνταν από 1.000 πλοία, εκ των οποίων τα 200 ήταν χωρίς κατάστρωμα και τα 800 βοηθητικά. Διακρίνονταν δε σε ημιολίες, ιππαγωγά, κέρκουρους και διάφορα ποταμόπλοια κατάλληλα για μεταφορά προσωπικού και φορτίου, ενώ υπήρχαν και 80 τριακόντοροι. Εκτός απ’ αυτά ναυπηγήθηκαν κι άλλα πλοία σε άγνωστο αριθμό με την ξυλεία των παραποταμίων δασών, όσο ο Αλέξανδρος ανέρρωνε από τον τραυματισμό του στη χώρα των Μαλλών. Επίσης άγνωστος αριθμός τριακοντόρων και στρογγύλων (φορτηγών) πλοίων ναυπηγήθηκε στη χώρα των Ξάθρων. Εξίσου άγνωστος είναι και ο αριθμός των πλοίων, που εγκαταστάθηκαν ως τοπικές ναυτικές δυνάμεις στους ναυστάθμους, που ο Αλέξανδρος κατασκεύασε στη συμβολή του Ακεσίνη με τον Ινδό, ίσως στη χώρα των Σόγδων, στα Πάταλα και στη λιμνοθάλασσα πριν την ανατολική εκβολή του Ινδού.

Δηλαδή γνωρίζουμε μόνον ότι κατασκευάσθηκαν διαφόρων ειδών πλοία, όπως τριακόντοροι, ιππαγωγά, κέρκουροι, ημιολίες και ποταμόπλοια. Από κει και πέρα το μόνο βέβαιο είναι ότι οι πληροφορίες μας είναι αντικρουόμενες και κάθε άλλο παρά αναλυτικές. Δεν μπορούμε λοιπόν να κάνουμε καμία εικασία για το μέγεθος του στόλου, που ο Νέαρχος οδήγησε στην Αραβική θάλασσα. Ούτε για το είδος των πλοίων μπορούμε να κάνουμε εικασίες εκτός από την αυτονόητη, ότι δεν χρησιμοποιήθηκαν ποταμόπλοια. Επίσης είναι λογικό να μη χρησιμοποιήθηκαν ιππαγωγά, διότι η αποστολή δεν δικαιολογούσε χρήση ίππων και, αν μη τι άλλο, τα πληρώματα θα είχαν φάει τα άλογα πριν υποχρεωθούν να φάνε ποντικούς, γεγονός, που θα είχε καταγραφεί, όπως καταγράφεται ότι έφαγαν άλλα πιο «εξωτικά» είδη.

Τελικά ο στόλος περιλάμβανε ίσως κάποια φορτηγά και οπωσδήποτε πολεμικά πλοία, πλήρως επανδρωμένα και εξοπλισμένα ακόμη και με πολεμικές μηχανές. Γνωρίζουμε ότι τα ποντοπόρα φορτηγά πλοία του 4ου π.Χ. αιώνα μπορούσαν να μεταφέρουν σε μακρινά ταξίδια 350-500 τόνους φορτίου, ενώ τα πολεμικά πλοία είχαν σαφώς μικρότερη μεταφορική ικανότητα. Ωστόσο το πρόβλημα, που αντιμετώπιζε ο Νέαρχος δεν ήταν, πώς θα μετέφερε τα εφόδια, αλλά πού και πώς θα τα εύρισκε. Στα Πάταλα ο Αλέξανδρος είχε συγκεντρώσει τρόφιμα, αρκετά για να συντηρήσουν τα πληρώματα επί 4 μήνες. Όταν απέπλευσαν, διέθεταν εφόδια για λιγότερο από ένα μήνα, αφού πριν την 30η ημέρα του ταξιδιού είχαν τελειώσει και τα τρόφιμα και το νερό. Από τα πλούσια ινδικά εδάφη θα μπορούσαν να είχαν πάρει μαζί τους προμήθειες για όλη τη διάρκεια του ταξιδιού και να τα μεταφέρουν, όπως μεταφερόταν με σιτηγούς το σιτάρι από τη Σκυθία (Ουκρανία) στην Ελλάδα. Έτσι όμως θα είχαν συγκεντρωμένες τις προμήθειές τους σε λίγα μόνο πλοία και σε περίπτωση βύθισής τους, θα βρίσκονταν εκεί, που έτσι κι αλλιώς βρίσκονταν. Δηλαδή δεν υπήρχε λόγος να αναλάβουν μία ακόμη μεγαλύτερη προσπάθεια συγκέντρωσης εφοδίων, που θα τα στερούσαν από τους υποταγμένους και συμμάχους Ινδούς, όταν δεν υπήρχε εγγύηση ότι θα λυνόταν το πρόβλημα επισιτισμού του στόλου.

Η αρχηγία του στόλου δεν ανατέθηκε στο Νέαρχο λόγω των ναυτικών ικανοτήτων του, αλλά επειδή ήταν παιδικός φίλος του Αλεξάνδρου. Τα πλοία επανδρώθηκαν με ναύτες προερχόμενους από τους ναυτικούς λαούς της Μεσογείου (Έλληνες γενικά, Κάρες, Φοίνικες και Αιγυπτίους), αλλά δεν υπάρχει η παραμικρή ένδειξη ότι ήταν ναυτικοί κατ’ επάγγελμα. Απλώς αυτοί οι λαοί είχαν καλύτερη σχέση με τη θάλασσα και δεδομένων των συνθηκών ήταν πιο έμπιστοι από άλλους, φέρ’ ειπείν τους Βάκτριους. Επίσης, παρά τις αρχικές δυσκολίες ο Αλέξανδρος κατάφερε τελικά να εξασφαλίσει κάποιους Ινδούς πλοηγούς και διερμηνείς για τις γλώσσες των λαών, που θα συναντούσε ο στόλος. Αυτοί μπορούσαν να οδηγήσουν τον Νέαρχο μέχρις ενός σημείου, πέραν του οποίου ουσιαστικά θα ταξίδευε στα τυφλά, έχοντας πλήρη άγνοια του μεγαλυτέρου μήκους της ακτογραμμής, αν δεν εύρισκε άλλους πλοηγούς. Η Μεγάλη και η Ερυθρά Θάλασσα (Αραβική Θάλασσα και Περσικός Κόλπος αντίστοιχα) ήταν τελείως άγνωστες όπως τελείως άγνωστοι ήταν και οι λαοί, που κατοικούσαν στα παράλιά τους, αν και οι Ινδοί πλοηγοί πρέπει να τους είχαν ενημερώσει, έστω και σε αδρές γραμμές για τα προβλήματα ανεφοδιασμού κατά μήκος του πλησιέστερου σ’ αυτούς τμήματος της ακτογραμμής. Τέλος ο στόλος είχε ζημιές, ναυάγια και νεκρούς σε όλον τον κατάπλου των ποταμών, ακόμη και μέσα στο Δέλτα του Ινδού, δηλαδή σε πολύ πιο ασφαλές περιβάλλον από την ανοιχτή θάλασσα, που είχαν μπροστά τους.

Δικαιολογημένα λοιπόν σχεδόν όλες οι ελπίδες για την επιτυχία της αποστολής είχαν εναποτεθεί στην εύνοια των θαλασσίων θεοτήτων και κυρίως στην προστασία του Δία Σωτήρα. Έτσι εξηγείται η αγωνία του Αλεξάνδρου για την τύχη του στόλου, μία αγωνία που δεν έκρυψε καθόλου. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι αρχαίες πηγές δεν αναφέρουν θυσίες πριν την αναχώρηση του κατ’ ήπειρον στρατεύματος, αντίθετα αναφέρουν σημαντικές θυσίες κατά την έξοδο του Αλεξάνδρου στη θάλασσα. Μέσα σε δύο μέρες θυσίασε σε τρία σημεία: στο τελευταίο νησί του Ινδού, στο πρώτο νησί της θάλασσας και στην ανοιχτή θάλασσα. Στο νησί της θάλασσας έχτισε βωμούς ακόμη και στις πιο παλιές (και σχεδόν ξεχασμένες) θαλάσσιες θεότητες της αρχαίας ελληνικής θεογονίας, στον Ωκεανό και την Τηθύ. Στην ανοιχτή θάλασσα θυσίασε ταύρους στον Ποσειδώνα και ως πρόσθετη προσφορά άφησε στο βασίλειο των θαλασσίων θεοτήτων τα χρυσά λατρευτικά σκεύη. Η πρωτοφανής αυτή εκδήλωση θρησκευτικής ευλάβειας δείχνει ξεκάθαρα την αγωνία του Αλεξάνδρου για την τύχη του στόλου του, ενώ ο ισχυρισμός του, ότι ο Άμμων του υπέδειξε τις θυσίες, μάλλον ήταν πρόσχημα για να κρύψει αυτήν την αγωνία από τα ανήσυχα πληρώματα. Την αγωνία του έδειξε επίσης σε όλο το δρομολόγιό του, τουλάχιστον μέχρι την έρημο της Γεδρωσίας.

από τον ιστότοπο:
http://www.alexanderofmacedon.info/greek/A1gr.htm

Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2010

ΚΩΣΤΑΣ ΑΞΕΛΟΣ

ΚΩΣΤΑΣ ΑΞΕΛΟΣ


ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΣΤΑΔΙΟΔΡΟΜΙΑ: Ο Κώστας Αξελός γεννήθηκε στην Αθήνα το 1924, σε αστική οικογένεια. Ο πατέρας του ήταν γιατρός και η μητέρα του ανήκε στην παλιά αθηναϊκή οικογένεια Ξηροταγάρου. Το ενδιαφέρον του για τη φιλοσοφία εκδηλώθηκε πολύ νωρίς, στην εφηβεία. «Ορισμένα διαβάσματα λογοτεχνικά, δεν θα αναφέρω πολλά ονόματα, θα αναφέρω μόνο τα μυθιστορήματα του Ντοστογέφσκι, ορισμένα διαβάσματα κειμένων, του Νίτσε ιδίως, όσο μπορεί να τα καταλάβει ένας έφηβος, ορισμένα μαθήματα στο γυμνάσιο, με οδήγησαν να καταλάβω ότι υπάρχει μια διάσταση της σκέψης, της αρθρωμένης σκέψης, που καλείται εδώ και 2.500 χρόνια φιλοσοφία. Και μετά άρχισα να σπουδάζω συστηματικά τη φιλοσοφία, και μετά την δίδαξα επί σειρά χρόνων στη Σορβόννη, και συγχρόνως έγραφα, γιατί φιλοσοφία είναι κάτι που λέγεται και γράφεται, γίνεται μέσα από τον διάλογο και τη γραφή και την επικοινωνία με τον αναγνώστη», είχε πει το 1990 σε συνέντευξή του στο περιοδικό «Περίπλους». Προτού φθάσει όμως στη Γαλλία ο Αξελός πήρε ενεργό μέρος στην Αντίσταση ως μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος. Διαγράφτηκε από το κόμμα το 1945 και καταδικάστηκε εις θάνατον ερήμην από κάποιο δικαστήριο δεξιάς κυβέρνησης. Το 1945 έφυγε για το Παρίσι με τις περίφημες υποτροφίες του γαλλικού κράτους. Είχε φύγει τότε όλο το άνθος της ελληνικής διανόησης, ανάμεσά τους ο Καστοριάδης, ο Σβορώνος, ο Κανδύλης, ο Κύρου, η Μιμίκα Κρανάκη, ο Κώστας Κουλεντιανός κ.ά. Στη Γαλλία εργάστηκε από το 1950 ως το 1957 στο Εθνικό Κέντρο Ερευνας, όπου επεξεργάστηκε τις διατριβές του. Το 1959 υπεστήριξε στη Σορβόννη τις διατριβές «Ο Ηράκλειτος και η φιλοσοφία» και «Ο Μαρξ στοχαστής της τεχνικής», που αποτελούν τους δύο τόμους της τριλογίας «Το ξετύλιγμα της περιπλάνησης». Από το 1962 ως το 1973 δίδαξε στη Σορβόννη αλλά δεν έγινε ποτέ καθηγητής, θεωρώντας ότι «το πανεπιστήμιο δεν είναι ο χώρος της ριζικής σκέψης». Γενικά η ζωή του κινήθηκε στον ιδιωτικό χώρο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν παίρνει θέση πάνω στα κρίσιμα ζητήματα της ανθρώπινης ύπαρξης και του κόσμου. Μια από τις ελάχιστες δημόσιες δραστηριότητές του ήταν η σχέση του με το περιοδικό «Arguments» («Επιχειρήματα») και η διεύθυνση, από το 1960, της ομώνυμης σειράς στις Εκδόσεις του Μεσονυκτίου. Η φιλοσοφική σκέψη, η ιστορία, η οικονομία, η πολιτική, η ψυχολογία, η ψυχιατρική, η γλώσσα και οι τέχνες βρήκαν «καταφύγιο» στη σειρά αυτή.

ΕΡΓΟ: Δεν πρέπει να αγνοούμε ότι το πρώτο βιβλίο του Αξελού κυκλοφόρησε πολύ νωρίς, το 1952 και μάλιστα στα ελληνικά από τις εκδόσεις Παπαζήση. Ηταν «Οι φιλοσοφικές Δοκιμές». Το έργο του όμως αποτυπώνεται στις τρεις τριλογίες «Το ξετύλιγμα της περιπλάνησης», «Το ξετύλιγμα του παιχνιδιού», «Το ξετύλιγμα μιας αναζήτησης». Μείζονα έργα που ακολούθησαν ήταν η Ανοιχτή Συστηματική (1984), για την ενότητα του κόσμου, και οι Μεταμορφώσεις (1991), για τις μεταμορφώσεις του κόσμου.

ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ: Οσοι τον γνωρίζουν μιλούν για έναν άνθρωπο ελεύθερο και μοναχικό, με μεγάλη ψυχική ανθεκτικότητα. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν δίνεται στον άλλον, με έναν τρόπο ερωτικό και ταυτόχρονα ανοιχτό. Πολλές απόψεις του έχουν καταγραφεί σε συζητήσεις και σε συνεντεύξεις. Πάντοτε όμως υπάρχει μια ένσταση για τους εμπειρικούς συνομιλητές του και έτσι δεν διστάζει να κάνει με τον εαυτό του συζητήσεις φανταστικές, θέτοντας σε δοκιμασία και δοκιμή το ίδιο του το έργο.

Στις 5 Μαρτίου 1992 ο Κώστας Αξελός ανακηρύχθηκε επίτιμος διδάκτωρ του Παντείου Πανεπιστημίου και ολοκλήρωσε την απάντησή του στη laudatio του καθηγητή Γιάγκου Ανδρεάδη με ένα ανέκδοτο:

«Κάποτε ο Βούδας, που στεκόταν ο ίδιος πέρα από το θεϊκό και το ανθρώπινο, έκανε μια ομιλία στους ανθρώπους που είχαν μαζευτεί γύρω του. Μια ομιλία και όχι διάλεξη, γιατί ευτυχώς εκείνη την εποχή δεν δίνονταν διαλέξεις. Αμα τελείωσε την ομιλία του, ένας ακροατής σηκώθηκε και του είπε: Μας μιλάς αφ' υψηλού, είσαι ένας ταχυδακτυλουργός των λόγων, είσαι αινιγματικός, σκοτεινός, τυχοδιώκτης και απατεώνας, όλα αυτά που μας λες είναι δυσνόητα, δεν είναι αληθινά, δεν δίνεις απάντηση σε τίποτε, μας κοροϊδεύεις. Και ο Βούδας του απάντησε ήρεμα: Ναι, έχεις κι εσύ δίκιο, παιδί μου, κι εσύ είσαι Βούδας. Και ο «πεφωτισμένος λυτρωτής» πρόσθεσε πιο χαμηλόφωνα και με ένα συγκρατημένο και σχεδόν αδιόρατο χαμόγελο: Και ο Βούδας είναι μάταιος, όπως και η ζωή και οι αλυσιδωτές αναγεννήσεις - μετενσαρκώσεις ή μετεμψυχώσεις της, που πέρα από κάθε επιθυμία μπορούν να βρουν το οριστικό τους τέλος».

Σε αυτή τη στοχαστική αποστροφή μπορούμε να αναγνωρίσουμε τη συνθήκη του Κώστα Αξελού, ο οποίος δεν θεωρεί τον εαυτό του φιλόσοφο αλλά στοχαστή, και μάλιστα στοχαστή παράνομο, «έξω από όλα τα κυκλώματα ή τα αντικυκλώματα, που δεν προσπαθεί να ιδρύσει σχολές και να έχει οπαδούς». Αλλωστε στην αναγγελία του βιβλίου του Ανοιχτή Συστηματική (πρώτη έκδοση 1984) είχε δηλώσει: «Δεν επιδιώκουμε να προσφέρουμε ένα σύστημα του κόσμου ή της σκέψης ­ όπου κόσμος και σκέψη παραμένουν το καθένα τους λίγο πολύ ξεχωριστό και κλειστό ­ αλλά να επεξεργαστούμε μια ανοιχτή συστηματική που προσπαθεί να φέρει ως τη γλώσσα και να σκεφτεί το άνοιγμα και τα ανοίγματα του κόσμου, αδιαχώριστα από το άνοιγμα και τα ανοίγματα του χρόνου».

* Το τέλος
της φιλοσοφίας

Μπορεί αυτός ο προσδιορισμός του παράνομου να μοιάζει αντιφατικός σε σχέση με τις δεκάδες των τιμητικών αναγνωρίσεων και διακρίσεων ή με τις θέσεις που κατά καιρούς είχε ο Αξελός σε επίσημους οργανισμούς παραγωγής έρευνας και ιδεών, όπως το Εθνικό Κέντρο Ερευνών της Γαλλίας ή το Πανεπιστήμιο της Σορβόννης. Αλλά τελικά ο προσδιορισμός δεν έχει σχέση με τις όποιες «διοικητικές» αναγνωρίσεις αυτού που σκέφτεται. «Γιατί το υπόγειο ρεύμα που διαπερνάει αυτόν που προσπαθεί να σκεφθεί μένει ακριβώς παράνομο. Δεν γίνεται παραγωγικά αποδεκτό», διευκρινίζει ο Αξελός.

Γιατί όμως στοχαστής και όχι φιλόσοφος; Μήπως γιατί ζούμε το τέλος της φιλοσοφίας; Την απάντηση θα την βρούμε αν αναζητήσουμε τις ρίζες και την καταγωγή της δικής του στοχαστικής περιπέτειας και τις συνιστώσες του έργου του. Περισσότερο από τη φιλοσοφία, στο «εγχείρημα» του Αξελού κυριαρχεί η σκέψη. Ο ίδιος την χαρακτηρίζει «σύλληψη και έκφραση του αρθρωμένου όσο και αποσπασματικού και διασπασμένου Ολου, ως Ολον του κόσμου και των αποσπασμάτων του».

Αν η φιλοσοφία αρχίζει με τον Πλάτωνα στον 4ο αιώνα π.Χ. «ως ένας ιδεαλισμός που αναπτύσσεται με την ιδέα του λογικού αληθούς, την ιδέα του ηθικού αγαθού και την ιδέα του αισθητικού καλού» και ολοκληρώνει τις δυνατότητές της με τον Χέγκελ, στο Βερολίνο του 19ου αιώνα μ.Χ., η σκέψη προϋπάρχει της φιλοσοφίας και συνεχίζεται μετά από αυτή. Στην προφιλοσοφική σκέψη ανήκει βεβαίως ο Ηράκλειτος, ένας από τους πυλώνες του εγχειρήματος του Αξελού. Μετά τον Χέγκελ, οι μεγαλύτεροι στοχαστές είναι «μεταφιλόσοφοι».

«Ο μεταφιλόσοφος αναλαμβάνει όλη τη φιλοσοφική παράδοση και προσπαθεί να την ξεπεράσει προς την κατεύθυνση μιας σκέψης που δεν υπόκειται πια σε ένα ιδανικό και που προσπαθεί να τραντάζει τις μορφές της λογικής, της ηθικής και της αισθητικής», είχε πει ο Αξελός το 1971 στη διάρκεια μιας συζήτησής του με τον γάλλο πολιτικό σχολιαστή Ζαν - Πιερ Φορζέ, μεταγράφοντας με άλλο τρόπο το στοχαστικό ανέκδοτο του Βούδα.

Σε αυτή την κατηγορία των μεταφιλοσόφων τοποθετεί ο ίδιος τον εαυτό του. «Το εγχείρημά μου είναι μεταφιλοσοφικό και σκεπτόμενο», έχει πει, ορίζοντας και τα πεδία της σκεπτόμενης δράσης του. «Από τον προφιλόσοφο Ηράκλειτο ως την ολοκλήρωση της φιλοσοφίας και τη διαπίστωση του τέλους της ιστορίας στον Χέγκελ, μέσα από τον στοχαστή Μαρξ, τους Χέλντερλιν, Ρεμπό, τελευταίους ποιητές, τον Νίτσε, κριτικό και εξάγγελο, τον αναλυτή Φρόιντ και τον Χάιντεγκερ, ο οποίος δεν παύει να είναι ένας αινιγματικός στοχαστής που στοχάζεται το αίνιγμα, έχω ακολουθήσει μια κεντρική σκέψη που μου επιβαλλόταν, προσπαθώντας να κάνω την ιδέα της αλήθειας να βγει από τους αρμούς της και να θεωρήσω τον κόσμο σαν να μην είναι ούτε με νόημα ούτε παράλογος, αλλά όπως ξετυλίγεται σαν παιχνίδι που περιέχει και που συντρίβει τη συνδυαστική όλων των παιχνιδιών».

* Περιπλάνηση
και παιχνίδι

Πρέπει να συγκρατήσουμε αυτές τις φράσεις του Κώστα Αξελού γιατί συνοψίζουν, όσο αυτό είναι δυνατόν, το εγχείρημά του. Πρώτα από όλα δίνουν τον αστερισμό των στοχαστών όπου ο ίδιος περιπλανάται. Δίπλα στον Ηράκλειτο, στον Μαρξ, στον Χέγκελ, στον Χάιντεγκερ και στον Φρόιντ, βρίσκουμε τον Χέλντερλιν και τον Αρθούρο Ρεμπό. Σε αντίθεση με τη φιλοσοφία που δυσπιστούσε απέναντι στην ποίηση, ο Αξελός ξέρει να βαδίζει στους δρόμους της ποιητικότητας, ξέρει να ακούει τις ρήσεις του Ρεμπό, γιατί η ποίηση και η τέχνη είναι συνιστώσες του κόσμου, συμμετέχουν σε μεγάλο βαθμό στο παιχνίδι του κόσμου.

«Η τέχνη μας κάνει να βλέπουμε και να ακούμε σχέδια, χρώματα, ήχους και ρυθμούς του κ/Κόσμου, αποκρύβοντάς τα και αποκαλύπτοντάς τα», γράφει στην Ανοιχτή Συστηματική.

Ταυτόχρονα οι φράσεις του θέτουν τις δύο θεμελιώδεις έννοιες του (μετά)φιλοσοφικού στοχασμού του που είναι η Πλανητική Σκέψη και το Παιχνίδι του Κόσμου. Ο Αξελός επεξεργάστηκε αυτές τις δύο έννοιες και τις προβολές τους σε μια σειρά έργων που συγκροτούν τρεις τριλογίες: «Το ξετύλιγμα της Περιπλάνησης» (1961-1964), «Το ξετύλιγμα του παιχνιδιού» (1969-1977), «Το ξετύλιγμα μιας αναζήτησης» (1969-1979).

«Πλανητική σκέψη εννοώ μια σκέψη που παίρνει τη σκυτάλη από την ευρωπαϊκή και σύγχρονη σκέψη και που απλώνεται σε όλη την υδρόγειο σφαίρα, δηλαδή στον πλανήτη Γη. Η πλανητική σκέψη, κι αυτός είναι ο νεωτερισμός της, δεν είναι πλέον μια σκέψη της αλήθειας αλλά μια σκέψη της περιπλάνησης. Καθώς, ελληνικά, πλανήτης σημαίνει πλάνης αστήρ, η μοίρα του δικού μας περιπλανώμενου άστρου είναι να ριχτούμε σε ένα δρόμο όπου όλες οι αλήθειες εμφανίζονται ως θριαμβικές μορφές της περιπλάνησης», είχε πει στον Ζαν - Πιερ Φορζέ.

Και για το Παιχνίδι του Κόσμου είχε πει στον ίδιο συνομιλητή του: «Ως τώρα ο κόσμος υπαγόταν πάντοτε σε ένα Απόλυτο, τη Φύση, τον Θεό, τον Ανθρωπο (τη θέληση και τη σκέψη του). Τα τρία αυτά απόλυτα είναι ήδη νεκρά ή έχουν περάσει στη φάση του τέλους τους. Στη θέση τους έχουμε να αντιμετωπίσουμε τον ίδιο τον κόσμο, που είναι το σύνολο των συνόλων των παιχνιδιών που μας φανερώνονται και με τα οποία παίζουμε. Ο άνθρωπος είναι ο μεγάλος συμπαίκτης του παιχνιδιού του κόσμου, αλλά ο άνθρωπος δεν είναι μόνο παίκτης, είναι επίσης ο «εμπαιζόμενος», το άθυρμα».

Σαν να συμμερίζεται την απορία εκείνου του ακροατή του Βούδα που λοιδορεί τον «λυτρωτή» ότι δεν δίνει απαντήσεις σε τίποτε, ο Κώστας Αξελός δίνει απαντήσεις, αλλά μέσω ενός ερωτηματικού τρόπου. Η σκέψη του είναι εξαιρετικά ερωτηματική και τα γραπτά του περιέχουν πλήθος ερωτημάτων αλλά και ερωτηματικών. Γιατί σκεφτόμαστε; Τι να πράξουμε; είναι οι τίτλοι δύο περίφημων διαλέξεών του (στα ελληνικά από τις εκδόσεις Νεφέλη).

* Η σκέψη
και η πράξη

Ο Αξελός δεν είναι στοχαστής του εργαστηρίου. Χωρίς να ακολουθεί τις μόδες της εποχής, που συχνά - πυκνά φέρνουν στον αφρό των media φιλόσοφους και «φιλόσοφους», έχει θέσεις και ερωτήματα για το κράτος, τα πανεπιστήμια, τις εκκλησίες, τα κόμματα, τα ΜΜΕ, τις ιδεολογίες, την οικολογία, την τεχνική. Κριτικός απέναντι στο «θλιβερό» κράτος, ιδιαίτερα το ελληνικό, κριτικός απέναντι στην πολιτική, «που δεν αποτελεί παρά μια τεχνικογραφειοκρατική διαχείριση για τους εκάστοτε κυβερνώντες όσο και για τους εκάστοτε αντιπολιτευόμενους», κριτικός για τα πολύμορφα μαζικά μέσα «ενημέρωσης», «που εξαντλούν τα όρια αντοχής όλων των κοινωνιών και πολιτευμάτων», κριτικός με τη μεταστροφή του ανθρώπου σε «οικονομικό κτήνος», κριτικός με την οικολογία, «που μπορεί να ονομάζει ορισμένα δεινά, να προβαίνει σε αρνήσεις, αλλά δεν βλέπει τις προϋποθέσεις και τις ανάγκες του σημερινού και αυριανού κόσμου, μένει νοσταλγική», ο Αξελός, όσο και αν αυτό φαίνεται ηθικολογικό, κάνει προτάσεις. Στο τι να πράξουμε; απαντά με τη στοχαστική ή τη σκεπτόμενη πράξη.

«Να προσπαθήσουμε να στεκόμαστε και να κρατιόμαστε όσο γίνεται πιο όρθιοι, σε μια στάση στοχαστικής εγρήγορσης, ακόμη και ιδίως όταν όλα ισοπεδώνονται, έρπουν και μηδενίζονται». «Να μην ξεχνάμε πως η φύση, δυνατότερη από τον άνθρωπο, την επιστήμη και την τεχνική, απεριόριστη αλλά όχι αναγκαστικά άπειρη, έχει τα όρια της ανοχής και της αντοχής». «Να αφομοιώσουμε την πορεία της παγκόσμιας ιστορίας, όπου όλες οι ιδεολογίες χρεοκόπησαν, όσο κι αν εν μέρει πέτυχαν, και να αντιτάξουμε στον δεσπόζοντα πολιτικαντιδισμό μια πιο νηφάλια ένταξη και αντίσταση που να μη στηρίζεται στην απάτη και στην εξαπάτηση, στην κερδοσκοπία και στην εκμετάλλευση».

Θα μπορούσαμε να παραθέσουμε και άλλες τέτοιες φράσεις. Αλλά ο Αξελός δεν θέλει να δώσει έναν οδηγό δράσης. Θέλει να παίξει ένα «δόλιο» παιχνίδι που θα μας οδηγεί διαρκώς στο ερώτημα Τι να πράξουμε; Είναι φανερό ότι το παιχνίδι συνεχίζεται.


ΝΙΚΟΣ ΜΠΑΚΟΥΝΑΚΗΣ | εφημερίδα "ΤΟ ΒΗΜΑ"
Κυριακή 21 Ιουλίου 1996
Ο παράνομος στοχαστής

Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2010

ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΣΙΑ ΣΤΟ ΔΕΛΤΑ ΤΟΥ ΙΝΔΟΥ

ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΣΙΑ ΣΤΟ ΔΕΛΤΑ ΤΟΥ ΙΝΔΟΥ

Η κάθοδος του Υδάσπη – Στις χώρες του Σωφύτη, των Σίβων και των Αγαλασσέων
(Αρριανός Ε.3.4, ΣΤ.2, Ινδική 5.10-12, 18-19, Διόδωρος ΙΖ.89.6, 91.4-κ.ε., 95.4-5, 96.2- κ.ε., Κούρτιος 9.1.24-34, 3.21-22, 4.4-8, Ιουστίνος 12.9.1-2, Στράβων 15.1.17)

Ο Αλέξανδρος θυσίασε στην κορυφή κάθε βωμού, διοργάνωσε γυμνικούς και ιππικούς αγώνες και περί το πρώτο δεκαπανθήμερο του Σεπτεμβρίου του 326 η στρατιά πήρε το δρόμο της επιστροφής από τον Ύφαση. Πέρασε τον Υδραώτη και έφτασε στον Ακεσίνη, όπου ο Ηφαιστίων είχε ήδη τειχίσει άλλη μία Αλεξάνδρεια, την εποίκιζε με ντόπιους και απόμαχους και προετοίμαζε την κάθοδο στη θάλασσα. Ο Σκύλαξ από τα Καρύανδα είχε ξεκινήσει από τον ποταμό Κωφήνα (Καμπούλ), κατέπλευσε τον Ινδό και κατέληξε στις εκβολές του Τίγρη και του Ευφράτη, συλλέγοντας τοπογραφικές κι εμπορικές πληροφορίες για λογαριασμό του Δαρείου Α΄. Για λόγους ανταγωνισμού και μόνο θα περιμέναμε τον Αλέξανδρο να ακολουθεί το ίδιο δρομολόγιο. Φυσικά, αν αδιαφορήσουμε για την ψυχοσύνθεσή του και πάλι θα περιμέναμε να υποτάξει ολόκληρη την Ινδία και να ενσωματώσει στην αυτοκρατορία του την τεράστιας εμπορικής σημασίας αρτηρία του Ινδού. Δηλαδή ο Αλέξανδρος επέλεξε το δρομολόγιο της επιστροφής για τους ίδιους λόγους, που οδήγησαν εκεί ένα μεγάλο πλήθος κατακτητών, με τελευταίους τους Βρετανούς. Επιπλέον καταλαμβάνοντας ολόκληρη την κοιλάδα του Ινδού, έθετε ως ανατολικότερο όριο των ινδικών εδαφών του την έρημο Ταρ, η οποία δεν ήταν μεν αδιάβατη, ωστόσο αποτελούσε ένα ικανοποιητικό κώλυμα σε ενδεχόμενη επίθεση των Γανδαριδών.

Στον Ακεσίνη βρήκε να τον περίμενε ο Αρσάκης, διοικητής μιάς περιοχής γειτονικής του Αβισάρη, ο αδελφός και άλλοι συγγενείς του Αβισάρη καθώς και οι πρέσβεις, που του είχε στείλει νωρίτερα ο Αλέξανδρος. Οι Αβισαρείς για άλλη μια φορά έφερναν τα καλύτερα δώρα της εθιμοτυπίας τους καθώς και 30 ακόμη πολεμικούς ελέφαντες, αλλά παρά την ξεκάθαρη απειλή του Αλεξάνδρου ο ίδιος ο Αβισάρης δεν παρουσιάστηκε ούτε αυτή τη φορά, επικαλούμενος ασθένεια. Ο Αλέξανδρος πάντως έκρινε τόσο ειλικρινή την υποταγή του Αβισάρη, ώστε υπήγαγε στη δικαιοδοσία του και την περιοχή του Αρσάκη. Όρισε τους φόρους, που θα του κατέβαλλαν, θυσίασε στις όχθες του Ακεσίνη και κατευθύνθηκε προς τον Υδάσπη, στις πόλεις Βουκεφάλα και Νίκαια που είχαν πάθει ζημιές από τους μουσώνες.

Η χρονολόγηση είναι για άλλη μία φορά δύσκολη, αφού καμία από τις σωζόμενες πηγές δεν δίνει αναλυτικά στοιχεία. Συνδυάζοντας τα επί μέρους και αποσπασματικά χρονολογικά στοιχεία των διαφόρων πηγών προκύπτουν τα εξής. Κατά τον Αρριανό η μάχη με τον Πώρο έγινε μεταξύ 16ης Απριλίου και 15ης Μαΐου του 326 π.Χ., κατά τον Διόδωρο η στρατιά αναπαύθηκε επί ένα μήνα μετά τη μάχη, άρα η προέλαση ανατολικά του Υδάσπη άρχισε το αργότερο την 15η Ιουνίου. Πάλι σύμφωνα με το Διόδωρο, η στρατιά βρισκόταν στον Ύφαση 70 ημέρες μετά την έναρξη των μουσώνων, δηλαδή το αργότερο την 10η Σεπτεμβρίου. Βλέπουμε λοιπόν ότι για τη μετάβαση από τον Υδάσπη στον Ύφασι χρειάσθηκαν τουλάχιστον τρεις μήνες, ωστόσο οι φρουρές, που είχαν εγκατασταθεί, εξασφάλιζαν τα δρομολόγια κι έτσι κατά την επιστροφή δεν χρειάσθηκε να γίνει καμία αναγνώριση εδάφους, οδοποίηση, μάχη, πολιορκία, ή οποιοδήποτε άλλο χρονοβόρο έργο. Συνεπώς η στρατιά μπορούσε να επιστρέψει από τον Ύφασι στον Υδάσπη σε λιγότερο από τρεις μήνες, δηλαδή πολύ νωρίτερα της 10ης Δεκεμβρίου του 326. Δεν είναι δε καθόλου παράλογο να δεχθούμε ότι το δρομολόγιο καλύφθηκε σε έναν περίπου μήνα και ότι η στρατιά επέστρεψε στον Υδάσπη το πρώτο δεκαήμερο του Οκτωβρίου. Αντίθετα αυτός ο υπολογισμός υποστηρίζεται από την πληροφορία του Αριστόβουλου, που διέσωσε ο Στράβων, ότι η στρατιά άρχισε την κάθοδο του Υδάσπη «πριν τη δύση των Πλειάδων».

Φτάνοντας στον Υδάσπη πέθανε από αρρώστεια ο Κοίνος του Πολεμοκράτη, ένας από τους ικανότερους και πιο έμπιστους εταίρους, και ο Αλέξανδρος «τον κήδεψε με όσες τιμές επέτρεπαν οι περιστάσεις». Ο Μπάντιαν θεωρεί το «θάνατο από ασθένεια» ως αιφνίδιο και συνεπώς ύποπτο, τον συσχετίζει δε με την παρρησία, με την οποία ο Κοίνος είχε μιλήσει στον Αλέξανδρο λίγες εβδομάδες νωρίτερα. Πρέπει ωστόσο να λάβουμε υπόψη μας αφενός ότι ο συγκεκριμένος μελετητής έχει εργασθεί επιμελώς για την απαξίωση του Αλεξάνδρου και της δράσης του συνολικά και αφετέρου ότι οι νεκροί από ασθένειες φαίνεται ότι ήταν περίπου όσοι και από τα εχθρικά όπλα. Στη δε Ινδία οι απώλειες έξω απ’ τα πεδία των μαχών πολλαπλασιάστηκαν τόσο λόγω του θερμού και υγρού κλίματος, που ευνοούσε τις ασθένειες και τις μολύνσεις των τραυμάτων, όσο και της πανίδας και ειδικά των πολλών ιοβόλων φιδιών. Άλλωστε ο Κοίνος δεν είχε μιλήσει ως εκπρόσωπος κάποιων στασιαστών, αλλά ως επιτελής υπεύθυνος για την ορθή λειτουργία του στρατεύματος. Με όσα είπε απλώς περιέγραψε το γνωστό σε όλους πρόβλημα και επεσήμανε ότι δεν υπήρχε άλλη λύση, ενώ με τις εναλλακτικές στρατηγικές προτάσεις του επέτρεπε στον Αλέξανδρο να διασώσει κάποια προσχήματα.

Μετά την κηδεία του Κοίνου, ο Αλέξανδρος συγκέντρωσε τους εταίρους και τους Ινδούς πρέσβεις και τους ανακοίνωσε ότι όριζε τον Πώρο βασιλιά του τμήματος της Ινδίας, που είχε καταλάβει μέχρι τον Υδάσπη και που περιλάμβανε επτά έθνη και πάνω από 2.000 πόλεις. Εκεί έφτασαν και ενισχύσεις από την Ελλάδα, πάνω από 30.000 πεζοί και σχεδόν 6.000 ιππείς, σύμμαχοι και μισθοφόροι από το Κοινό Συνέδριο των Ελλήνων, με τους στρατηγούς τους. Δηλαδή οι ενισχύσεις, που έφτασαν από την Ελλάδα στο Παντζάμπ, ήταν όση και η αρχική στρατιά του Αλεξάνδρου, με τη διαφορά ότι αυτή τη φορά ήταν μόνο Έλληνες, ούτε Ιλλυριοί ούτε Παίονες ούτε Θράκες. Ο Κούρτιος παραδίδει 7.000 πεζούς από τη φρουρά των Εκβατάνων και 5.000 Θράκες ιππείς. Μαζί τους έφεραν 25.000 εξαιρετικές πανοπλίες πεζών (τις οποίες ο Κούρτιος θέλει χρυσοποίκιλτες), για τις οποίες ασφαλώς θα χάρηκαν οι Μακεδόνες, αφού θα μπορούσαν να αντικαταστήσουν τις φθαρμένες δικές τους. Ο Αλέξανδρος πάντως θα πρέπει να το θεώρησε ειρωνεία της τύχης, αφού η φθορά του οπλισμού ήταν ένας από τους λόγους που ώθησαν τη στρατιά του να αρνηθεί την προέλαση. Μετέφεραν ακόμη 100 τάλαντα (περίπου 2,7 τόνους) ιατροφαρμακευτικό υλικό.

Το σύνολο του στόλου στις όχθες του Υδάσπη, όπως ήταν αναμενόμενο, παραδίδεται διαφορετικό από κάθε πηγή. Κατά μία μη κατονομαζόμενη πηγή του Αρριανού αποτελούνταν από 800 πλοία, ενώ σύμφωνα με τα στοιχεία του Πτολεμαίου αποτελούνταν από 2.000 πλοία. Κατά τον Κούρτιο και τον Διόδωρο αποτελούνταν από 1.000 πλοία, εκ των οποίων τα 200 ήταν χωρίς κατάστρωμα και τα 800 βοηθητικά. Άλλα από τα σκάφη προϋπήρχαν κι άλλα κατασκευάστηκαν εκεί, διακρίνονταν δε σε ημιολίες, ιππαγωγά, κέρκουρους και διάφορα ποταμόπλοια κατάλληλα για μεταφορά προσωπικού και φορτίου, ενώ υπήρχαν και 80 τριακόντοροι.

Οι τριακόντοροι, που ήταν πολύ καλά πολεμικά πλοία για τη Μεσόγειο, αποδείχθηκαν εντελώς ακατάλληλα για τα ποτάμια. Αυτό πρέπει να το γνώριζαν εξ αρχής τόσο οι Έλληνες ναυπηγοί όσο και οι Ινδοί σύμμαχοι. Επίσης αποδείχθηκε καθαρά και πολύ νωρίς ότι τα πολεμικά πλοία της θάλασσας πάθαιναν τις μεγαλύτερες ζημιές στα ποτάμια, όπου ούτε ναυμάχησαν ούτε περίμενε κανείς ότι θα ναυμαχούσαν, αφού δεν υπήρχε ινδικό ποτάμιο ναυτικό. Παρά ταύτα ο Αλέξανδρος επέμενε σε όλο τον κατάπλου προς τη θάλασσα να αντικαθιστά τις κατεστραμμένες και να κατασκευάζει άλλες τριακοντόρους. Ως δευτερεύουσα εξήγηση αυτής της επιμονής μπορούμε να βρούμε την ψυχολογική επίδραση στους παραποτάμιους λαούς της θέας πλοίων τεραστίων διαστάσεων για τα δεδομένα των ποταμών. Κύρια εξήγηση για τη ναυπήγηση τέτοιων πλοίων είναι η βασική επιδίωξη του Αλεξάνδρου να εξερευνήσει και να υποτάξει τα παράλια της Ινδίας. Όσο περισσότερο πλησίαζε προς τις ακτές, τόσο περισσότερα ναυπηγούσε και τόσο περισσότερο ασκούντο τα πληρώματα στο χειρισμό τους.

Ο Αλέξανδρος τα επάνδρωσε με τους Έλληνες (νησιώτες, Ίωνες, Κυπρίους και Ελλησπόντιους), που υπηρετούσαν στη στρατιά ή την συνακολουθούσαν και ήταν έμπειροι ναυτικοί. Ναυτολόγησε επίσης Κάρες, Φοίνικες και Αιγυπτίους συνακολουθούντες, που είχαν ναυτική παιδεία. Όπως σε όλα τα αυτοκρατορικά στρατεύματα όλων των εποχών, η σύνθεση των πληρωμάτων ήταν πολυεθνική, αλλά η ηγεσία ανατέθηκε στην κυρίαρχη ομάδα εθνών, στα διάφορα ελληνικά έθνη, και μόνο ένας τριήραρχος ήταν Πέρσης, ο Βαγώας του Φαρνούχη. Αναλυτικότερα, οι τριήραρχοι από μακεδονικά έθνη ήταν οι εξής: Ηφαιστίων του Αμύντορα, Λεοννάτος του Εύνου, Λυσίμαχος του Αγαθοκλή, Ασκληπιόδωρος του Τιμάνδρου, Άρχων του Κλεινία, Δημόνικος του Αθηναίου, Αρχίας του Αναξιδότου, Οφέλλας του Σειληνού και Τιμάνθης του Παντιάδη (όλοι αυτοί από την Πέλλα). Από την Αμφίπολη ήταν οι Νέαρχος του Ανδροτίμου (που καταγόταν από την Κρήτη, αλλά κατοικούσε στην Αμφίπολη), Λαομέδων του Λάριχου και Ανδροσθένης του Καλλιστράτου. Από την Ορεστίδα ήταν οι Κρατερός του Αλεξάνδρου και Περδίκκας του Ορόντη. Από την Εορδαία οι Πτολεμαίος του Λάγου και Αριστόνους του Πεισαίου. Από την Πύδνα οι Μήτρωνας του Επιχάρμου και Νικαρχίδης του Σίμου. Επίσης τριήραρχοι ορίσθηκαν οι Άτταλος του Ανδρομένη από την Τύμφη, ο Πευκέστας του Αλεξάνδρου από τη Μίεζα, ο Πείθων του Κρατεύα από τις Αλκομενές, ο Λεοννάτος του Αντίπατρου από τις Αιγές, ο Πάνταυχος του Νικολάου από την Άλωρο και ο Μυλλέας του Ζωίλου από τη Βέροια. Οι Θεσσαλοί, που ορίσθηκαν τριήραρχοι ήταν οι Μήδιος του Οξύθεμι από τη Λάρισα, οι Θόας του Μηνόδωρου και Μαίανδρος του Μανδρογένη από τη Μαγνησία. Από τα νησιά του Αιγαίου (τα σημερινά Δωδεκάνησα) ήταν ο Κριτόβουλος του Πλάτωνα από την Κω και ο Ονησίκριτος από την Αστυπάλαια, ενώ από την ελληνίδα πόλη της Τέω ήταν ο Άνδρων του Καβήλη κι ο Ευμένης του Ιερώνυμου ήταν από την Καρδία (ελληνίδα πόλη της Θράκης). Από την Κύπρο ήταν ο Νικοκλής του Πασικράτη από τους Σόλους και ο Νιθάφων του Πνυταγόρα από τη Σαλαμίνα (προφανώς ήταν οι γιοι των Κυπρίων βασιλέων, Πασικράτη και Πνυταγόρα, σύμμαχοι και όμηροι ταυτόχρονα). Ναύαρχος ανέλαβε ο Νέαρχος, γραμματέας όλου του στόλου ο Ευαγόρας του Ευκλέωνα από την Κόρινθο και κυβερνήτης του σκάφους, που επέβαινε ο Αλέξανδρος, ήταν ο Ονησίκριτος. Αυτός στο σύγγραμμά του για την εκστρατεία, ανάμεσα στα πολλά και διάφορα ψέματα που έγραψε, στην κάθοδο του Υδάσπη προήγαγε τον εαυτό του από απλό κυβερνήτη τριήρους σε ναύαρχο.

Όταν ο στόλος έφτασε τελικά στη θάλασσα, άλλοι απ’ τους παραπάνω τριηράρχους συνέχισαν το ταξίδι στη θάλασσα κι άλλοι ακολούθησαν τις χερσαίες δυνάμεις, στις οποίες ούτως ή άλλως ανήκαν όλοι. Ωστόσο δεν υπάρχει κανένας λόγος να δεχθούμε ότι όλοι αυτοί γνώριζαν να κυβερνούν πλοία, ενώ δεν υπάρχει ούτε καν σαφής ένδειξη ότι επέβαιναν σ’ αυτά. Επειδή δε τουλάχιστον οι περισσότεροι κατείχαν υψηλά αξιώματα, φαίνεται πιθανότερο ότι οι αναφερόμενοι ως τριήραρχοι δεν ήταν οι κυβερνήτες των τριήρων, αλλά οι χρηματοδότες της ναυπήγησής τους. Φαίνεται δηλαδή ότι ο Αλέξανδρος ανέθεσε στους πλέον ευνοημένους οικονομικά το κόστος της ναυπήγησης σύμφωνα με την τριηραρχία, την έκτακτη λειτουργία, που επέβαλλε στους πολίτες της και η Αθηναϊκή Δημοκρατία.

Στις όχθες του Υδάσπη ο Αλέξανδρος αποδέσμευσε τους Νυσαίους ιππείς, διοργάνωσε μουσικούς και γυμνικούς αγώνες και όταν ετοιμάσθηκαν όλα, προσέφερε θυσίες στον Ποσειδώνα, στην Αμφιτρίτη, στις Νηρηίδες, στον Ωκεανό, στον Υδάσπη, στον Ακεσίνη και στον Ινδό, δηλαδή στους τρεις ποταμούς, που θα κατέπλεε κατά σειρά, και μοίρασε τα σφάγια των θυσιών στη στρατιά. Κάποια μέρα στις αρχές Οκτωβρίου του 326 π.Χ. η στρατιά ξεκίνησε την κάθοδο του Υδάσπη. Στη δεξιά όχθη βάδιζε ο Κρατερός με ένα τμήμα πεζικού και ιππικού. Στην αριστερή όχθη βάδιζε ο Ηφαιστίων με το μεγαλύτερο και καλύτερο μέρος της στρατιάς και τους συνολικά 200 ελέφαντες. Ο Φίλιππος, ο σατράπης της περιοχής μεταξύ Ινδού και Βακτρίας, ακολουθούσε τις δυνάμεις του Κρατερού και του Ηφαιστίωνα σε απόσταση τριών ημερών. Ήταν επί κεφαλής 120.000 ανδρών και όσων άλλων είχε στρατολογήσει ο ίδιος και οι αξιωματικοί του από τη (Μεσόγειο) θάλασσα. Η δύναμη αυτή ήταν ένα συνοθύλευμα βαρβαρικών εθνών, οπλισμένα το καθένα με το δικό του τρόπο.

Για πρώτη φορά ο Αρριανός αναφέρει ρητώς σ’ αυτό το σημείο ότι οι προπομποί και οι οπισθοφυλακές είχαν την πρόσθετη αποστολή να συλλαμβάνουν, όσους από το κυρίως σώμα της στρατιάς επιχειρούσαν να λιποτακτήσουν. Πρέπει λοιπόν να συμπεράνουμε ότι στο κέντρο βρίσκονταν κυρίως ινδικά στρατεύματα, διότι σε περίπτωση λιποταξίας όλοι οι μη Ινδοί, θα διέτρεχαν κίνδυνο να εκτελεσθούν είτε από τις μακεδονικές είτε από τις ινδικές φρουρές της περιοχής. Αντίθετα ήταν πολύ ασφαλέστερο για τους μη Ινδούς να ακολουθήσουν υπάκουα τη στρατιά, ώσπου να φτάσουν σε φιλικότερες προς την εθνικότητά τους περιοχές.

Με το πρώτο φως της επόμενης ημέρας άρχισε να ανεβαίνει στα πλοία το τμήμα του Αλεξάνδρου, όλοι οι υπασπιστές, οι τοξότες, οι Αγριάνες και το άγημα των εταίρων, συνολικά 8.000 άντρες. Στο μεταξύ ο Αλέξανδρος προσέφερε θυσίες στους θεούς και ακολουθώντας τις συμβουλές των μάντεων προσέφερε θυσίες στον ποταμό Υδάσπη, ενώ επικαλέστηκε και το όνομα του Ακεσίνη, στον οποίο συμβάλλει ο Υδάσπης. Όταν ανέβηκε στο πλοίο του, έκανε από την πλώρη σπονδές από χρυσή φιάλη στον πρόγονό του τον Ηρακλή, στον Υδάσπη, στον Άμμωνα και «σε όσους θεούς συνήθιζε». Αφού τελείωσε, διέταξε να δοθεί το σήμα της αναχώρησης και μόλις ακούστηκαν οι σάλπιγγες, ο στόλος ξεκίνησε. Άρχισαν λοιπόν να κατεβαίνουν τον Υδάσπη με τάξη, γιατί είχαν καθορίσει από πριν τις αποστάσεις ασφαλείας, που έπρεπε να τηρούν μεταξύ τους τα σκευοφόρα, τα ιππαγωγά και τα πολεμικά πλοία. Από τα παραγγέλματα, τα κουπιά και τους αλαλαγμούς των πληρωμάτων δημιουργήθηκε πολύς θόρυβος, καθώς ο στόλος έπλεε ανάμεσα στις ψηλές όχθες του ποταμού. Οι Ινδοί σύμμαχοι της περιοχής δεν είχαν ξαναδεί ίππους πάνω σε πλοία και είχαν μαζευτεί στις όχθες, για να απολαύσουν το όλο θέαμα του στόλου τραγουδώντας.

Νόμισμα του Σωφύτη. Ο βασιλιάς (υποτελής στο βασίλειο του Σελέυκου) εικονίζεται με το χαρακτηριστικό βοιωτικού τύπου κράνος, είναι αγένειος κατά τη συνήθη ελληνιστική πρακτική και το νόμισμά του φέρει την ελληνική επιγραφή ΣΩΦΥΤΟΥ. Αυτή πρέπει να είναι και η ορθότερη απόδοση στα ελληνικά του σανσκριτικού Σοβούτι, του ονόματος του ηγεμόνα, τον οποίο οι μεν Αρριανός κι Διόδωρος ονομάζουν Σωπείθη, ο δε Κούρτιος Σοφίτη.

Σύμφωνα με τον Αρριανό, ο Ηφαιστίων είχε διαταγές να προελάσει με ταχύ ρυθμό προς την πρωτεύουσα του Σωφύτη. Κατά τον Διόδωρο και τον Κούρτιο το βασίλειο του Σωφύτη, που ήταν το προτελευταίο πριν φτάσει η στρατιά στον Ύφασι. Εκεί η καλή εμφάνιση ήταν το σημαντικότερο αγαθό και όσα βρέφη δεν είχαν τις προοπτικές να εξελιχθούν σε ωραία και δυνατά άτομα, θανατώνονταν. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι κάτοικοι του βασιλείου να είναι οι καλύτεροι απ’ όλους τους Ινδούς. Ο Σωφύτης δέχθηκε φιλικά τον Αλέξανδρο και του προσέφερε πολλά και σπουδαία δώρα, ανάμεσα στα οποία ήταν και 150 ινδικοί σκύλοι. Σύμφωνα με τον Αρριανό ο Αλέξανδρος δεν συναντήθηκε ποτέ με τον Σωφύτη. Αντίθετα, τρεις μέρες μετά την αναχώρηση έφτασε επί κεφαλής του στόλου στο σημείο, όπου είχαν στρατοπεδεύσει από την προηγούμενη τα τμήματα του Κρατερού και του Ηφαιστίωνα, στον οποίο είχε παραδοθεί ο Σωφύτης. Εκεί περίμεναν δύο ακόμη μέρες μέχρι να φτάσει και ο Φίλιππος. Μετά άρχισαν πάλι τον κατάπλου του Υδάσπη με προπομπό αυτή τη φορά τον Φίλιππο, τους Κρατερό και Ηφαιστίωνα να ακολουθούν στις δύο όχθες και τον Αλέξανδρο επικεφαλής του στόλου. Καθ’ οδόν υπέτασσαν τους Ινδούς, που συναντούσαν, είτε με συνθηκολόγηση είτε με τη βία.

Πέντε μέρες μετά τη δεύτερη αναχώρηση (με προπομπό τον Φίλιππο) πλησίασαν τη συμβολή του Υδάσπη και του Ακεσίνη. Σε όλη τη διαδρομή το πλάτος του Υδάσπη ήταν μεγαλύτερο από 20 στάδια (περίπου 3,7 χμ) κι έτσι πλεύση ήταν ομαλή. Γνώριζαν βέβαια από πριν, ότι στη συμβολή δημιουργείται ένα νέο ποτάμι με στενότερη κοίτη και ότι γι’ αυτό το ρεύμα του είναι πιο ορμητικό, με κύματα, δίνες και πολύ θόρυβο, ωστόσο τους κατέλαβε δέος, όταν αντίκρισαν το θέαμα και άκουσαν το θόρυβο. Μόλις συνήλθαν, τα πληρώματα συνέχισαν να κωπηλατούν, ώστε με την ταχύτητα να διατηρήσουν τον έλεγχο των πλοίων, και πράγματι τα μεταγωγικά πέρασαν χωρίς σοβαρά προβλήματα. Τα πολεμικά όμως ταλαιπωρήθηκαν πολύ, και σε όσα ήταν δίκροτα (είχαν δύο σειρές κουπιών), η χαμηλότερη σειρά ήταν σχεδόν μέσα στο αφρισμένο νερό και δεν βοηθούσε πολύ. Πολλά κουπιά έσπασαν, άλλα παρασύρθηκαν από το ρεύμα και μερικά πολεμικά πλοία έπαθαν ζημιές. Μάλιστα, δύο συγκρούσθηκαν μεταξύ τους, καταστράφηκαν και σκοτώθηκαν πολλοί από τα πληρώματά τους. Φθάνοντας σε φαρδύτερο σημείο του Ακεσίνη, όπου το ρεύμα και οι δίνες δεν ήταν τόσο βίαιες, ο στόλος σταμάτησε στη δεξιά όχθη, για να επισκευάσει τις ζημιές. Μία γλώσσα στεριάς, που έμπαινε στο ποτάμι, συγκράτησε τα ναυάγια και τους ναυαγούς.

Όταν περνούσαν τη συμβολή των ποταμών, η ναυαρχίδα παρασύρθηκε σε ένα μεγάλο καταρράκτη, το πλήρωμα δεν μπορούσε να ελέγξει το πλοίο και κινδύνεψαν να πνιγούν όλοι. Ο Αλέξανδρος έβγαλε τα ρούχα του για την περίπτωση που θα έπρεπε να εγκαταλείψει το σκάφος, ενώ γύρω από τη ναυαρχίδα κολυμπούσαν αρκετοί εταίροι, για να βοηθήσουν τον Αλέξανδρο, αν το πλοίο βυθιζόταν. Όταν τελικά έρριξαν το πλοίο στην όχθη του Ακεσίνη, ο Αλέξανδρος θυσίασε στους θεούς, ευχαριστώντας τους που βγήκε ζωντανός από θανάσιμη μάχη με ποταμό, όπως και το πρότυπό του, ο Αχιλλέας. Ίσως αυτό το περιστατικό να κατασκευάστηκε εκ των υστέρων, ακριβώς επειδή κι ο Αχιλλέας, τον οποίο ο Αλέξανδρος είχε ως πρότυπο, είχε αγωνιστεί με τον ποταμό Σκάμανδρο. Πάντως, αν δεν πρόκειται για άλλο ένα φιλολογικό εφεύρημα του Διόδωρου και του Κούρτιου, ενισχύει την άποψη ότι ο Αλέξανδρος δεν ήξερε κολύμπι.

Αμέσως μετά τη συμβολή του Υδάσπη με τον Ακεσίνη κατοικούσε το ανεξάρτητο έθνος των Σίβων. Ο Αλέξανδρος στρατοπέδευσε κοντά σε μία σημαντική πόλη τους και οι προύχοντες έσπευσαν να τον προϋπαντήσουν. Του προσέφεραν μεγαλοπρεπή δώρα και δήλωσαν ότι θα τον υπάκουαν με ευχαρίστηση, αφού ήταν συγγενείς. Ο Αλέξανδρος ικανοποιημένος από την επαφή αυτή, ανακήρυξε ελεύθερες τις πόλεις των Σίβων. Αυτοί οι Ινδοί φορούσαν δέρματα ζώων, ήταν οπλισμένοι με ρόπαλα, σημάδευαν τις αγελάδες τους με ένα ροπαλοειδές σχήμα και ισχυρίζονταν ότι ήταν απόγονοι των συντρόφων του Ηρακλή στην εκστρατεία του κατά της Αόρνου Πέτρας και ότι ο Ηρακλής τους είχε εποικίσει σ’ εκείνη την περιοχή. Ο Κούρτιος βρήκε εδώ μία ακόμη ευκαιρία για δημιουργική ιστοριογραφία και βέβαιος για την ελληνική καταγωγή των Σίβων λέει ότι «ενώ είχαν ξεχάσει τα ελληνικά έθιμα, διατηρούσαν πολλά στοιχεία της καταγωγής τους». Ο Αρριανός αποδίδει αυτόν τον ισχυρισμό όχι στους ίδιους τους Σίβους, αλλά στους Μακεδόνες, που εντελώς αβασάνιστα «τεκμηρίωναν» το οτιδήποτε. Μάλιστα, μη εξαιρώντας από την κριτική προδιάθεσή του ούτε τα θρησκευτικά θέματα, λέει ότι κι αν ακόμη ήταν ισχυρισμός των Σίβων, δεν θα επρόκειτο για τον Ηρακλή των Ελλήνων, των Τυρίων ή των Αιγυπτίων, αλλά ίσως για κάποιο μεγάλο βασιλιά της γύρω περιοχής.

Από τους Σίβους ο Αλέξανδρος προέλασε προς το γειτονικό έθνος των Αγαλασσέων, που είχαν συγκεντρώσει 40.000 πεζούς και 3.000 ιππείς. Τους νίκησε σε μάχη και τους κατέκοψε, ενώ όσοι σώθηκαν κατέφυγαν στις γύρω πόλεις, τις οποίες πολιόρκησε, τις κατέλαβε και εξανδραπόδισε τους κατοίκους. Σε μία μεγάλη πόλη είχαν οχυρωθεί 20.000 Αγαλασσείς, που αμύνθηκαν σθεναρά κι αφού έπεσαν τα τείχη έδωσαν σκληρές οδομαχίες στα στενά δρομάκια και προξένησαν μεγάλες απώλειες στους Μακεδόνες. Κατά το Διόδωρο, ο Αλέξανδρος εξοργίσθηκε απ’ την αντίσταση και πυρπόλησε την πόλη καίγοντας ζωντανούς τους περισσότερους κατοίκους. Κατά τον Κούρτιο οι Αγαλασσείς βλέποντας την επερχόμενη πτώση της πόλης τους αποφάσισαν να την πυρπολήσουν και να καούν μαζί με τις οικογένειές τους. Οι Μακεδόνες έσπευσαν να σβήσουν τη φωτιά και η μάχη πήρε παράδοξη τροπή με τους υπερασπιστές να θέλουν κα καταστρέψουν την πόλη τους και τους πολιορκητές να τη σώσουν. Τελικά διασώθηκαν μόνο 3.000 Αγαλασσείς, που κατέφυγαν στην ακρόπολη. Ο Αλέξανδρος δέχτηκε τις ικεσίες τους και τους χάρισε τις ζωές. Ο Κούρτιος κάνει εδώ ακόμη ένα θεμελιώδες γεωγραφικό σφάλμα και θέλει τον Ινδό και τη συμβολή του Υδάσπη στον Ακεσίνη να περιβρέχουν τη συγκεκριμένη πόλη των Αγαλασσέων.


Η κάθοδος του Ακεσίνη –Μαλλοί και Οξυδράκες
(Αρριανός Ινδική 4, Διόδωρος ΙΖ.97.2- 98.2, Κούρτιος 9.4.15, Ιουστίνος 12.9.3-4, Ιλιάς, Φ 228-382)

Οι Μαλλοί (Μαλάβα) και οι Οξυδράκες ή Συδράκες (Ξουντράκα) ήταν οι πιο πολυάριθμοι και πολεμικοί λαοί της περιοχής και βρίσκονταν σε συνεχείς εχθροπραξίες μεταξύ τους, μέχρι να εμφανιστεί ο Αλέξανδρος. Τότε έκαναν ανακωχή και την επισφράγισαν με επιγαμία, ανταλλάσσοντας 10.000 νύφες. Κατά τον Διόδωρο, διέθεταν πάνω από 80.000 πεζούς, 10.000 ιππείς και 700 άρματα, κατά τον Κούρτιο 90.000 πεζούς, 10.000 ιππείς και 900 άρματα, ενώ κατά τον Ιουστίνο 80.000 πεζούς και 60.000 ιππείς. Δεν κατόρθωσαν όμως να συμφωνήσουν για την Ηγεμονία κι έτσι δεν παρέταξαν ενωμένες τις δυνάμεις τους, αλλά διασκορπίστηκαν για να υπερασπιστούν κάθε πόλη ξεχωριστά.

Είχαν ήδη υποταχθεί οι Σίβοι και οι Αγαλασσείς, προχωρούσαν οι επισκευές των πλοίων κι ο Αλέξανδρος πλησίαζε στις χώρες των Μαλλών και των Οξυδρακών, όταν έμαθε ότι συγκέντρωναν τα γυναικόπαιδα στις καλύτερα οχυρωμένες πόλεις και προετοιμάζονταν να τον πολεμήσουν. Ήθελε να φτάσει όσο γινόταν γρηγορότερα, ώστε να μην προλάβουν να ολοκληρώσουν τις προετοιμασίες τους, και γι’ αυτό διέταξε τον Νέαρχο να επιταχύνει τον κατάπλου. Όταν αποκαταστάθηκαν οι ζημιές των πλοίων, ο Νέαρχος με το στόλο έπλευσε μέχρι τα βόρεια όρια της χώρας των Μαλλών και ο Αλέξανδρος επέδραμε στους αυτόνομους Ινδούς της περιοχής, για να μην μπορέσουν να βοηθήσουν τους Μαλλούς. Μετά ξαναγύρισε στον Ακεσίνη και συναντήθηκε με το στόλο.

Το τμήμα του Κρατερού, που βάδιζε στη δεξιά όχθη του Υδάσπη, μετά τη συμβολή των ποταμών βρέθηκε αυτόματα στη δεξιά όχθη του Ακεσίνη. Τα τμήματα του Ηφαιστίωνα και του Φιλίππου, που βάδιζαν στην αριστερή όχθη του Υδάσπη, μόλις έφτασαν στη συμβολή, πέρασαν στην απέναντι όχθη. Έτσι μετά τη συμβολή του Υδάσπη στον Ακεσίνη, όλη η στρατιά βρισκόταν στη δεξιά όχθη του Ακεσίνη. Ο Αλέξανδρος τη χώρισε σε τρία νέα τμήματα και ξανάρχισε την κάθοδο. Ο Ηφαιστίων ήταν προπομπός σε απόσταση 5 σταθμών από το κυρίως σώμα. Ακολουθούσε το κυρίως σώμα υπό τον Κρατερό με το προηγούμενο τμήμα του (πεζούς και ιππείς), ένα μέρος από το προηγούμενο τμήμα του Ηφαιστίωνα (τους ελέφαντες, την τάξη του Πολυπέρχοντα και τους ιπποτοξότες) και όλο το προηγούμενο τμήμα του Φιλίππου (τους 120.000 βαρβάρους από διάφορα έθνη). Τρεις σταθμούς πίσω από το κυρίως σώμα ακολουθούσε ο Πτολεμαίος του Λάγου με την οπισθοφυλακή, που μάλλον προερχόταν από το προηγούμενο τμήμα του Ηφαιστίωνα. Στο τμήμα του Κρατερού ο Αλέξανδρος είχε τοποθετήσει και τις δυνάμεις εκείνες, που θεωρούσε ύποπτες λιποταξίας, και είχε αναθέσει να τις συλλαμβάνουν ο προπομπός ή η οπισθοφυλακή, ανάλογα αν θα λιποτακτούσαν προς τα εμπρός ή προς τα πίσω. Ο Νέαρχος με το στόλο ακολουθούσε σε απόσταση 3 ημερών και επόμενο σημείο συνάντησης όλων των τμημάτων είχε οριστεί η συμβολή του Υδραώτη με τον Ακεσίνη, που ήταν και το βόρειο όριο της χώρας των Μαλλών.

Μεταξύ Ακεσίνη και Υδραώτη βρισκόταν η χώρα των Οξυδρακών, τους οποίους προσπέρασε η στρατιά, παρ’ ότι ήταν σύμμαχοι των Μαλλών. Πρέπει λοιπόν να υποθέσουμε ότι ο Αλέξανδρος είχε πάρει πιο ανησυχητικές πληροφορίες για τους Μαλλούς απ’ όσο για τους Οξυδράκες. Όταν πλησίασε στην επικράτεια των Μαλλών, πήρε τους υπασπιστές, τους τοξότες, τους Αγριάνες, «την τάξη του Πείθωνα από τους λεγόμενους πεζέταιρους», όλους τους ιπποτοξότες, τους μισούς εταίρους, μπήκε σε μία άνυδρη περιοχή και προέλασε εναντίον τους. Την πρώτη μέρα σταμάτησαν σε ένα νερόλακκο περί τα 100 στάδια (περί τα 18,5 χμ) από τον Ακεσίνη, πήραν όσο νερό μπορούσαν να μεταφέρουν και αναπαύθηκαν για λίγο. Την υπόλοιπη μέρα και όλη τη νύχτα πορεύτηκαν περί τα 400 στάδια (74 χμ) και το χάραμα έφτασαν σε μία πόλη, όπου βρίσκονταν πολλοί Μαλλοί. Αυτοί δεν περίμεναν να περάσει ο Αλέξανδρος μέσα από την έρημο, αιφνιδιάσθηκαν έξω από τα τείχη και ασύντακτοι και άοπλοι, όπως ήταν, σκοτώθηκαν οι περισσότεροι, ενώ κάποιοι πρόλαβαν να κλειστούν στην πόλη. Η φάλαγγα των πεζών δεν είχε φτάσει ακόμη και ο Αλέξανδρος χρησιμοποίησε το ιππικό ως χάρακα, για να εγκλωβίσει τους Μαλλούς μέσα στην πόλη. Μόλις ήλθε η φάλαγγα, έστειλε τον Περδίκκα με την ιππαρχία του, εκείνη του Κλείτου καθώς και τους Αγριάνες σε μία γειτονική πόλη, όπου είχαν καταφύγει μερικοί ακόμη Μαλλοί. Ήθελε να τους εγκλωβίσει, για να μην γίνει περισσότερο γνωστή η επιδρομή τους, ώστε να διατηρήσουν το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού.

Ο Αλέξανδρος προσέβαλε την πόλη του και την κατέλαβε εύκολα. Όσοι Μαλλοί δεν σκοτώθηκαν κατά την κατάληψη, οχυρώθηκαν στη δυσπρόσιτη ακρόπολη, απ’ όπου αμύνθηκαν. Αλλά μόνο για λίγο, διότι η ακρόπολη κατελήφθη με έφοδο και οι 2.000 υπερασπιστές της εξοντώθηκαν. Ο Περδίκκας βρήκε έρημη την πόλη, που έπρεπε να επιτηρήσει. Οι κάτοικοί της την είχαν εγκαταλείψει λίγη ώρα νωρίτερα αναζητώντας καταφύγιο στα γύρω έλη. Ο Περδίκκας τους καταδίωξε με το ιππικό και τους ψιλούς και κατέκοψε, όσους πρόλαβε πριν από τα έλη.

Το τμήμα του Αλεξάνδρου δείπνησε και την ώρα της πρώτης νυχτερινής βάρδιας συνέχισε την πορεία. Κάλυψε μεγάλη απόσταση και τα χαράματα έφτασε στον Υδραώτη, όπου πληροφορήθηκε ότι δυνάμεις των Μαλλών είχαν αρχίσει να υποχωρούν στην ανατολική όχθη του ποταμού. Προέλασε γρήγορα προς τον πόρο, που χρησιμοποιούσαν, και τους πρόλαβε πριν περάσουν όλοι απέναντι. Με το ιππικό κατέκοψε τους τελευταίους και καταδίωξε τους υπόλοιπους, ενώ η φάλαγγα ακολουθούσε. Το μεγαλύτερο μέρος των Μαλλών πρόλαβε να συγκεντρωθεί σε μία οχυρή και περιτειχισμένη τοποθεσία. Μόλις έφτασε και η φάλαγγα, ο Αλέξανδρος προέλασε προς τον επόμενο στόχο, αφήνοντας τον Πείθωνα με δύο ιππαρχίες και την τάξη του να εκπορθήσει το οχυρό. Ο Πείθων κατέλαβε το οχυρό με έφοδο, εξανδραπόδισε όσους επέζησαν από την έφοδο και προσκολλήθηκε στο τμήμα του Αλεξάνδρου.

Ο Αλέξανδρος δεν ήθελε εχθρούς ή απείθαρχους πάνω στις υδάτινες οδούς και ήταν αποφασισμένος να υποτάξει οπωσδήποτε τους Μαλλούς. Έτσι, όταν έμαθε ότι μερικοί απ’ αυτούς είχαν καταφύγει σε μία βραχμανική πόλη, προέλασε εναντίον της. Περικύκλωσε τα τείχη με τη φάλαγγα σε πυκνό σχηματισμό και επιτέθηκε από παντού, ενώ το μηχανικό υπέσκαπτε τα τείχη και τα τοξεύματα θέριζαν τους υπερασπιστές. Οι Μακεδόνες μπήκαν στην πόλη και οι Ινδοί υποχώρησαν προς την ακρόπολη. Δεν είχαν περάσει όλοι μέσα από τα τείχη της, όταν τους επιτέθηκαν λίγοι Μακεδόνες. Οι Μαλλοί αντεπιτέθηκαν, τους απώθησαν εύκολα και σκότωσαν γύρω στους 25 Μακεδόνες. Τότε έφτασαν και οι άλλοι Μακεδόνες, που τοποθέτησαν τις κλίμακες και άρχισαν να υποσκάπτουν τα τείχη της ακρόπολης. Μόλις γκρεμίστηκε ένας πύργος και τμήμα του μεσοπυργίου, ο Αλέξανδρος ανέβηκε πρώτος στα τείχη και ακολούθησαν οι άντρες του από όλες τις πλευρές. Απτόητοι οι Μαλλοί πολέμησαν σκληρά μέχρι τέλους, ενώ μερικοί έβαλαν φωτιά στα σπίτια και κάηκαν ζωντανοί. Από τους 5.000 υπερασπιστές έζησαν πολύ λίγοι και λόγω της εξαιρετικής ανδρείας τους ο Αλέξανδρος δεν τους εξανδραπόδισε, αλλά τους πήρε αιχμαλώτους.

Οι Μακεδόνες αναπαύθηκαν εκεί μία μέρα και συνέχισαν την προέλαση κατά των υπολοίπων Μαλλών, οι οποίοι όμως είχαν εγκαταλείψει τις πόλεις τους και οι περισσότεροι είχαν καταφύγει στην έρημο. Η στρατιά αναπαύθηκε άλλη μία μέρα και την επομένη ο Αλέξανδρος έστειλε τον Πείθωνα με την τάξη του, τον Δημήτριο με την ιππαρχία του και όσες τάξεις ψιλών χρειάζονταν στα παραποτάμια δάση, για να τα εκκαθαρίσουν από όσους κρύβονταν εκεί. Όμως κανένας Μαλλός δεν παραδόθηκε, όλοι προτίμησαν να σκοτωθούν πολεμώντας. Ο ίδιος ο Αλέξανδρος με την υπόλοιπη δύναμη κατευθύνθηκε εναντίον της μεγαλύτερης πόλης, όπου είχαν συγκεντρωθεί Μαλλοί κι από άλλες πόλεις. Όταν πλησίασαν οι Μακεδόνες, οι Μαλλοί κατά την συνήθη τακτική των Ινδών εγκατέλειψαν την πόλη και πέρασαν τον Υδραώτη, αλλά αυτή τη φορά δεν διασκορπίστηκαν, παρατάχθηκαν για μάχη στην απέναντι όχθη. Ο Αλέξανδρος δεν ανησύχησε ούτε από τους 50.000 παρατεταγμένους Μαλλούς ούτε από τις ψηλές όχθες, που κατείχαν, και μπήκε με το ιππικό στο ποτάμι, έτσι όπως ήταν από την πορεία. Παραδόξως και αντίθετα προς κάθε λογική, εκείνοι δεν έμειναν στις θέσεις τους, για να τον εμποδίσουν να βγει, αλλά υποχώρησαν συντεταγμένοι. Δηλαδή, εγκατέλειψαν το εξαιρετικό υδάτινο κώλυμα του Υδραώτη, όπου θα μπορούσαν να καθηλώσουν ολόκληρη τη δύναμη του Αλεξάνδρου. Μόλις βγήκε το εταιρικό ιππικό στην όχθη, οι Μαλλοί επιτέθηκαν με σφοδρότητα. Επειδή η φάλαγγα των Ινδών ήταν πολύ πυκνή, ο Αλέξανδρος άρχισε να την περιϊππεύει και να κάνει σποραδικές επιθέσεις, αποφεύγοντας την κατά μέτωπο εμπλοκή. Έτσι τους καθήλωσε, ώσπου έφτασαν οι Αγριάνες, οι τοξότες και οι άλλοι επίλεκτοι ψιλοί. Όταν πια οι Μαλλοί είδαν να πλησιάζει και η μακεδονική φάλαγγα, αντιλήφθηκαν τη μειονεκτική θέση, στην οποία εντελώς αδικαιολόγητα είχαν φέρει τους εαυτούς τους, και έκαναν κι άλλο ένα σφάλμα, ακόμη μεγαλύτερο και ακόμη πιο ακατανόητο από το πρώτο. Εγκατέλειψαν τη μάχη και τράπηκαν σε φυγή προς την καλύτερα οχυρωμένη από τις κοντινές τους πόλεις, εκτεθειμένοι στην επέλαση του εταιρικού ιππικού. Όπως ήταν αναμενόμενο, ο Αλέξανδρος τους καταδίωξε και σκότωσε πολλούς κατά τη φυγή τους. Όσοι γλύτωσαν, κλείστηκαν στην πόλη, την οποία περικύκλωσε το ιππικό. Όταν έφτασαν και οι πεζοί, στρατοπέδευσαν γύρω από τα τείχη, διότι αφενός θα έπεφτε η νύχτα πριν προλάβουν να κάνουν την πρώτη έφοδο και αφετέρου ήταν όλοι εξουθενωμένοι από την ολοήμερη καταδίωξη.


Ο βαρύς τραυματισμός του Αλεξάνδρου
(Αρριανός ΣΤ.11, Πλούταρχος Αλέξανδρος 63.8-12, Περί της Αλεξάνδρου τύχης ή αρετής 345.4, Διόδωρος ΙΖ.98.2-99.6, Κούρτιος 9.4.27-29, Ιουστίνος 12.9.5-13)

Την επομένη η στρατιά χωρίστηκε σε δύο τμήματα, υπό τον Αλέξανδρο και τον Περδίκκα αντίστοιχα, και ετοιμαζόταν να προσβάλει τα τείχη, όταν ο μάντης Δημοφών είπε στον Αλέξανδρο να εγκαταλείψει την πολιορκία, διότι οι οιωνοί προέβλεπαν σοβαρό τραυματισμό του. Μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι ο Αλέξανδρος είχε σοβαρούς λόγους να είναι οργισμένος με τους μάντεις της ακολουθίας του, οι οποίοι αντί να τον βοηθούν να χειραγωγεί τη στρατιά, του έφερναν εμπόδια. Όταν τον προκαλούσαν οι Σκύθες στον Ιαξάρτη, ο Αρίστανδρος αρνήθηκε να παρερμηνεύσει τους δυσμενείς οιωνούς και όταν οι Μακεδόνες αρνήθηκαν να προχωρήσουν πέρα από τον Ύφασι, οι μάντεις και πάλι αρνήθηκαν να παρερμηνεύσουν τους δυσμενείς οιωνούς. Έτσι ο Αλέξανδρος επέπληξε ευθέως τον Δημοφώντα, διότι η μαντεία του υπονόμευε τη μαχητικότητα των Μακεδόνων και προχώρησε στην πολιορκία.

Οι ινδικές πόλεις δεν είχαν τις οχυρώσεις των μεσογειακών ή μεσοποταμιακών πόλεων, στην εκπόρθηση των οποίων οι Μακεδόνες είχαν αποκτήσει μεγάλη εμπειρία, και τα συνήθως χωμάτινα ινδικά τείχη δεν άντεχαν τις εφόδους τους. Έτσι κι αυτή η πόλη των Μαλλών έπεσε εύκολα, όμως η μεγάλη εμπειρία των Μακεδόνων και η σχετικά ασθενής οχύρωση της πόλης μετέτρεψαν την αυτοπεποίθησή τους σε υπεροψία, που τους οδήγησε σε μία σειρά από παιδαριώδη σφάλματα. Ίσως πάλι τα σφάλματα να προκλήθηκαν από ψυχική κόπωση και απροθυμία των Μακεδόνων για άλλους κινδύνους. Οι περισσότεροι δεν πήραν μαζί τους πολιορκητικές κλίμακες και, ενώ το τμήμα του Αλεξάνδρου παραβίασε μία μικρή πύλη και μπήκε εύκολα στην πόλη, το τμήμα του Περδίκκα καθυστέρησε πολύ να ανέβει στα τείχη. Το αποτέλεσμα ήταν να αποσυντονιστούν τα δύο τμήματα και να εκνευριστεί ο Αλέξανδρος.

Οι Ινδοί είχαν υποχωρήσει στην ακρόπολη αποφασισμένοι να την υπερασπιστούν, ο Περδίκκας αγωνιζόταν να καταλάβει τα τείχη και οι κλίμακες δεν είχαν έλθει ακόμη. Όταν εμφανίστηκαν οι πρώτοι Μακεδόνες, που έφερναν κλίμακες, ο Αλέξανδρος εκνευρισμένος από τις βλακείες, που είχαν κάνει, άρπαξε μία και άρχισε να ανεβαίνει στα τείχη της ακρόπολης καλυπτόμενος κάτω από την ασπίδα του. Τον ακολουθούσαν ο υπασπιστής Πευκέστας με την ιερή ασπίδα από το ναό της Ιλιάδας Αθηνάς και ο σωματοφύλακας Λεοννάτος, ενώ ο διμοιρίτης Αβρέας ανέβαινε από άλλη κλίμακα. Φυσικά, ούτε σ’ αυτό το σημαντικό περιστατικό μπορούσαν να είναι απόλυτα σύμφωνοι όλοι οι αρχαίοι συγγραφείς και μόνο για τον Πευκέστα συμφωνούν. Κάποιοι μάλιστα είχαν γράψει ότι μαζί με τον Αλέξανδρο ήταν ο Πευκέστας και ο Πτολεμαίος του Λάγου. Ωστόσο ο ίδιος ο Πτολεμαίος έγραψε ότι δεν βρισκόταν καν σ’ εκείνη την πόλη, αλλά ήταν επικεφαλής άλλης δύναμης και πολεμούσε εναντίον άλλων Ινδών. Κάποιοι άλλοι αρχαίοι συγγραφείς, προφανώς έκριναν ασθενή τη μνήμη του Πτολεμαίου και αποφάσισαν ότι εκείνος, που ήταν σωματοφύλακας και όχι ο απλός υπασπιστής Πευκέστας, έσωσε τον Αλέξανδρο και γι’ αυτό του απένειμαν τον τίτλο του Σωτήρος. Ο Πλούταρχος αναφέρει τον Πευκέστα και κάποιον Λιμναίο. Οι Διόδωρος, Κούρτιος και Ιουστίνος λένε ότι ο Πευκέστας ανέβηκε αργότερα, μαζί με τους άλλους υπασπιστές, και ότι μέχρι τότε ο Αλέξανδρος πολεμούσε μόνος του.

Μόλις ο Αλέξανδρος πάτησε τα τείχη, απώθησε τους Μαλλούς από εκείνο το σημείο, άλλους χτυπώντας τους με την ασπίδα του και άλλους σκοτώνοντάς τους με το ξίφος του. Γνωρίζουμε, ο Αλέξανδρος έφερε κοπίδα, άρα εδώ είτε έχουμε ανακρίβεια των αρχαίων ιστορικών, είτε ο Αλέξανδρος πράγματι χρησιμοποίησε το δευτερεύον αγχέμαχο όπλο των πεζών, επειδή κι εκείνος μαχόταν πεζός. Οι υπασπιστές βλέποντας το βασιλιά τους μόνο του πάνω στα τείχη, ανάμεσα στους εχθρούς, τρομοκρατήθηκαν και ολοκλήρωσαν την αλληλουχία των λαθών. Από τη βιασύνη τους, ανέβηκαν πολλοί μαζί στις κλίμακες, που έσπασαν από το βάρος, αποκόπτοντας μόνους ανάμεσα στους Ινδούς τον Αλέξανδρο, τον Πευκέστα, τον Λεοννάτο και τον Αβρέα. Δεν είχαν άλλη επιλογή ο μεν Αλέξανδρος από το να επιδιώξει τον ηρωικό θάνατο, που αρμόζει σε ένα δοξασμένο βασιλιά, οι δε άλλοι τρεις από το να σκοτωθούν προστατεύοντας τον βασιλιά τους.

Από τη λαμπρότητα των όπλων του και τη μεγάλη του τόλμη, οι Μαλλοί κατάλαβαν ποιόν είχαν μπροστά τους και δίστασαν να του επιτεθούν. Επειδή από τους γύρω πύργους έβαλλαν εναντίον του, ο Αλέξανδρος από τις επάλξεις πήδηξε στο εσωτερικό της ακρόπολης και, για να προστατέψει τα νώτα του, ακούμπησε την πλάτη στο τείχος. Ο αρχηγός των Ινδών του επιτέθηκε, ο Αλέξανδρος τον σκότωσε και οι άλλοι παρέμειναν στις θέσεις τους. Ο Αλέξανδρος τους πετούσε πέτρες και χτυπούσε με το ξίφος του όποιον πλησίαζε περισσότερο. Οι Ινδοί δεν τόλμησαν να πλησιάσουν περισσότερο, αλλά τον περικύκλωσαν και του έρριχναν ό,τι εύρισκαν. Μόλις έφτασαν δίπλα του και οι άλλοι τρεις Μακεδόνες, ο Αβρέας χτυπήθηκε από βέλος στο πρόσωπο και σκοτώθηκε, ενώ ένα άλλο βέλος χτύπησε τον Αλέξανδρο στο στήθος. Διαπέρασε τον λινοθώρακά του και καρφώθηκε στα πλευρά πάνω από τον αριστερό μαστό. Παρά το σοβαρό τραυματισμό του συνέχισε να μάχεται για λίγο, αλλά μετά λιποθύμησε από την αιμορραγία. Ο Πευκέστας με την ιερή ασπίδα και ο Λεοννάτος στάθηκαν από πάνω του, για να τον προστατέψουν από τις βολές. Με εξαίρεση τον Αρριανό, που δίνει την παραπάνω περιγραφή, οι υπόλοιποι αρχαίοι ιστορικοί προβάλλουν υπερβολικά τη μαχητική ικανότητα του βαριά τραυματισμένου Αλεξάνδρου και πριν χάσει τις αισθήσεις του τον θέλουν να σκοτώνει τον κακό Ινδό, που τόλμησε να τον τραυματίσει. Μάλιστα, ο Ιουστίνος θέλει τον Αλέξανδρο «να κατακόπτει ή να απωθεί ολομόναχος πολλές χιλιάδες» εχθρών.

Στο μεταξύ οι υπασπιστές, που κατάφεραν να καταστρέψουν τις κλίμακες και να καθηλωθούν έξω από τα τείχη, αναζητούσαν τρόπους να αναρριχηθούν. Έμπηγαν πασσάλους στο χωμάτινο τείχος και σκαρφάλωναν με δυσκολία. Ανεβαίνοντας στο τείχος είδαν τον Αλέξανδρο λιπόθυμο και έτρεξαν να βοηθήσουν τον Πευκέστα και τον Λεοννάτο, που αντιστέκονταν σθεναρά. Κάποιοι απ’ αυτούς έσπασαν τον μοχλό, που ασφάλιζε την πύλη του μεταπυργίου, και οι υπόλοιποι, έξω από τα τείχη, χτυπούσαν με ορμή τους ώμους τους πάνω της, ώσπου την παραβίασαν και εισέβαλαν στην ακρόπολη. Αναστατωμένοι από τα λάθη τους και έξαλλοι από τον τραυματισμό του βασιλιά τους, ο οποίος δεν ήξεραν αν ζούσε ή όχι, οι Μακεδόνες έσφαξαν όλους τους Μαλλούς, ακόμη και τα γυναικόπαιδα.

Οι εταίροι χρησιμοποιώντας την ασπίδα του Αλεξάνδρου ως φορείο, τον μετέφεραν στο στρατόπεδο σε πολύ κακή κατάσταση. Σύμφωνα με τον Πτολεμαίο, από την πληγή εκτός από αίμα έβγαινε και η αναπνοή του, κάτι που σημαίνει ότι το βέλος είχε τρυπήσει και τους πνεύμονες. Το βέλος των Μαλλών είχε σφηνωθεί για τα καλά στα οστά του θώρακα, στο ύψος του μαστού, μπροστά από την καρδιά του και δεν έβγαινε. Έτσι δεν μπορούσαν να του βγάλουν το λινοθώρακα και φοβόντουσαν μήπως οι κραδασμοί απ’ το πριόνισμα του στελέχους σπάσουν τα πλευρά και προκληθεί εσωτερική αιμορραγία. Τελικά τους παρότρυνε ο ίδιος να το πριονίσουν. Με μεγάλη δυσκολία και κόπο πριόνισαν το ξύλινο βέλος, για να μπορέσουν να του βγάλουν το λινοθώρακα, και μετά προσπάθησαν να βγάλουν την ακίδα. Η πληγή είχε μήκος 4 δακτύλους (περίπου 7,4 εκ) και πλάτος 3 (περίπου 5,5 εκ). Μόλις έβγαλαν την ακίδα, προκλήθηκε μεγάλη αιμορραγία και ο Αλέξανδρος ξανάχασε τις αισθήσεις του. Αυτός που αφαίρεσε το βέλος, ήταν ο γιατρός Κριτόδημος από το νησί της Κω και από το γένος των Ασκληπιαδών.

Σύμφωνα όμως με τον Πλούταρχο και άλλους μη σωζόμενους ιστορικούς δεν υπήρχε γιατρός εκεί κοντά και ο Αλέξανδρος διέταξε τον Περδίκκα να σκίσει την πληγή με το ξίφος του και να βγάλει το βέλος. Ωστόσο γνωρίζουμε ότι η στρατιά του Αλεξάνδρου διέθετε όχι μόνο γιατρούς, αλλά και ολόκληρη υγειονομική υπηρεσία. Δεν πρέπει να παρασυρθούμε από την ταχεία προέλαση του εταιρικού ιππικού και να συμπεράνουμε ότι επρόκειτο για μία καταδρομική επιχείρηση, στην οποία ασφαλώς δεν έχουν θέση οι γιατροί. Κατά την προέλαση εναντίον των Μαλλών, τα τμήματα της στρατιάς παραδίδεται ότι ενεπλάκησαν κατά σειρά, όπως ακριβώς είναι αναμενόμενο από τη σχετική ταχύτητα κίνησής τους: ιππείς – ψιλοί – οπλίτες – μηχανές. Οι μηχανές μεταφέρονταν αποσυναρμολογημένες με σκευοφόρα και, εφόσον ούτως ή άλλως υπήρχαν σκευοφόρα και μάλιστα με πολύ βαρύ φορτίο, ήταν απόλυτα λογικό να προστεθούν μερικά ακόμη για τους γιατρούς και το φαρμακευτικό υλικό. Επιπλέον, αν δεν υπήρχαν γιατροί και σκευοφόρα του Υγειονομικού Σώματος, θα ήταν αδύνατη η περίθαλψη και διακομιδή των τραυματιών, που είναι εκ των ων ουκ άνευ σε τακτικές επιχειρήσεις τακτικών στρατιωτικών τμημάτων. Τέλος, το σοβαρότατο τραύμα του Αλεξάνδρου, οι ευθύνες και οι συνέπειες από τυχόν μοιραία κατάληξη, δεν επέτρεπαν την αντιμετώπιση της κατάστασης επί τόπου, αλλά επέβαλλαν τη μεταφορά του στο στρατόπεδο, το οποίο άλλωστε ήταν μπροστά από τα τείχη. Το μόνο λογικό λοιπόν είναι να δεχθούμε ότι η εγχείρηση και η αντιμετώπιση της αιμορραγίας έγιναν από γιατρό και όχι από στρατιωτικό.

Ο βαρύς τραυματισμός του Αλεξάνδρου κατά την άλωση της ειρωνικά ανώνυμης πόλης των Μαλλών έγινε φήμη ότι σκοτώθηκε και - όπως συμβαίνει πάντοτε σε τέτοιες περιπτώσεις - μεταδόθηκε με αστραπιαία ταχύτητα σε όλη τη στρατιά, μέχρι το κεντρικό στρατόπεδο στη συμβολή του Υδραώτη με τον Ακεσίνη, αλλά και στα μετώπισθεν. Τρόμος κατέλαβε τους Μακεδόνες και πολλά ερωτηματικά τους βασάνιζαν. Ποιός από τους πολλούς καταξιωμένους στρατηγούς θα τον αντικαθιστούσε; Πόσο ομαλή θα ήταν η διαδοχή; Τι θα γινόταν με τους υποταγμένους λαούς, που ευκαιρία περίμεναν να επαναστατήσουν; Τι θα γινόταν με τους βαρβάρους της στρατιάς, κάποιοι από τους οποίους ήταν ήδη ύποπτοι λιποταξίας; Η στρατιά βρισκόταν στην πιο άγνωστη περιοχή της Ασίας, οι λαοί εκεί ήταν οι πιο γενναίοι και πιο αξιόμαχοι και η απόσταση, που μεσολαβούσε ως τις ασφαλείς περιοχές, ήταν τεράστια. Ο θάνατος του Αλεξάνδρου εκείνη τη στιγμή τους φαινόταν να ισοδυναμεί με το δικό τους αφανισμό.

Όπως ήταν επόμενο, τη βεβαιότητα για το θάνατο του Αλεξάνδρου, που είχε δημιουργήσει η φημολογία μιάς εβδομάδας από την ημέρα του τραυματισμού, δεν μπορούσε να τη διαλύσει ούτε η ανακοίνωση ότι ζει, ούτε η επιστολή του ότι επέστρεφε στο κεντρικό στρατόπεδο. Οι περισσότεροι πίστευαν ότι την είχαν πλαστογραφήσει οι σωματοφύλακες και οι στρατηγοί, για να ηρεμήσουν τα πνεύματα. Όταν το πλοίο, που τον μετέφερε, πλησίασε στο στρατόπεδο, ο Αλέξανδρος διέταξε να αφαιρέσουν τη σκηνή από την πρύμνη, ώστε να τον δει όλο το στρατόπεδο πάνω στο φορείο. Όμως η απελπισία, που είχε καταλάβει τους Μακεδόνες ήταν τέτοια, ώστε πίστεψαν ότι τον έβλεπαν νεκρό. Κάποια στιγμή εκείνος σήκωσε το χέρι του και χαιρέτισε τη στρατιά, που επιτέλους πείστηκε ότι ήταν ζωντανός. Τότε όλοι αναβόησαν ανακουφισμένοι και κάποιοι έκλαιγαν από τη χαρά τους. Επειδή η ψυχολογία της στρατιάς είχε κλονιστεί σοβαρά, όταν το πλοίο σταμάτησε στην όχθη, ο Αλέξανδρος δεν δέχθηκε να ανεβεί σε φορείο, αλλά πήγε έφιππος ως τη σκηνή του, όπου αφίππευσε και περπάτησε, για να πεισθούν όλοι ότι δεν είχε πάθει κάποια ανεπανόρθωτη βλάβη. Από το πλοίο ως τη σκηνή του η στρατιά τον επευφημούσε, τον χειροκροτούσε και τον έραινε με ταινίες και λουλούδια. Υπήρξαν όμως και οι δύσπιστοι, που χρειάστηκε να τον αγγίξουν ή να τον δουν από πολύ κοντά, για να πεισθούν τελείως. Κάποιοι απ’ τους εταίρους βρήκαν την ευκαιρία και του καταλόγισαν ότι διακινδυνεύει στη μάχη όχι ως στρατηγός αλλά ως στρατιώτης. Είχαν απόλυτο δίκιο κι ο ίδιος ασφαλώς το γνώριζε, αλλά η παρορμητική του φύση αυτό ακριβώς υπαγόρευε.

Η αντίδραση των Μακεδόνων στον τραυματισμό του Αλεξάνδρου δείχνει τη βαθιά εκτίμησή τους προς το πρόσωπό του. Μία εκτίμηση, που δεν είχε κλονισθεί ούτε από τη δολοφονία του Παρμενίωνα, ούτε από το φόνο του Κλείτου, ούτε από τη σύλληψη του Καλλισθένη, ούτε από τις βαρβαρικές συνήθειες που είχε υιοθετήσει, ούτε από την προσκύνηση που απαιτούσε. Όσο κι αν τους εξόργιζε, όσα κι αν του καταμαρτυρούσαν, ο Αλέξανδρος παρέμενε ο βασιλιάς που τους οδήγησε στη δόξα, ο στρατηγός που εμπιστεύονταν να τους οδηγήσει με ασφάλεια έξω από τις επικίνδυνες βαρβαρικές χώρες.

Στο μεταξύ η φήμη ότι ο Αλέξανδρος είχε σκοτωθεί έφτασε πολύ μακρυά. Οι Έλληνες, τους οποίους είχε εποικίσει στη Βακτρια και τη Σογδιανή παρά τη θέλησή τους, δεν μπορούσαν να αντέξουν τη ζωή ανάμεσα στους βαρβάρους και θεώρησαν ότι με το θάνατό του, άνοιγε ο δρόμος της επιστροφής τους. Όπως είχε προειδοποιήσει ο Κοίνος, συγκεντρώθηκαν περί τους 3.000, όλοι εμπειροπόλεμοι και αποφασισμένοι να επιστρέψουν στην Ελλάδα. Ξεκίνησαν μία μακρά, δύσκολη και κοπιαστική πορεία και μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου ο Περδίκκας επρόκειτο να στείλει εναντίον τους τον Πείθωνα.

Πάντως στις χώρες της Ινδίας η φήμη του θανάτου διαψεύστηκε γρήγορα. Όσοι Μαλλοί δεν είχαν υποταχθεί ακόμη, αποκαρδιωμένοι από τις αποτυχίες και τις συμφορές των προηγουμένων και φοβούμενοι το μένος των Μακεδόνων μετά τον τραυματισμό του Αλεξάνδρου, έστειλαν πρέσβεις και παραδόθηκαν. Το ίδιο έκαναν και οι σύμμαχοί τους, οι Οξυδράκες, που έστειλαν μία πολυπληθέστατη πρεσβεία, αποτελούμενη από τους διοικητές των πόλεων, τους νομάρχες και άλλους 150 επιφανείς πολίτες. Αυτοί, θέλοντας να διατηρήσουν στοιχειωδώς τα προσχήματα, του είπαν ότι περισσότερο απ’ ο,τιδήποτε άλλο ήθελαν την ελευθερία τους, αλλά, αφού ο Αλέξανδρος είχε θεϊκή καταγωγή, δέχονταν να του δώσουν ομήρους, να υπαχθούν στη σατραπεία του Φιλίππου και να πληρώνουν τους φόρους, που θα τους όριζε.

από τον ιστότοπο:
http://www.alexanderofmacedon.info/greek/A1gr.htm