Θ
Θαΐς: Αθηναία εταίρα. Το 330 παρείχε τις υπηρεσίες της στον Πτολεμαίο και σύμφωνα με τους συγγραφείς της λαϊκής παράδοσης σ’ αυτήν οφείλεται ο εμπρησμός των ανακτόρων της Περσέπολης. Σ’ ένα δείπνο θύμισε στον Αλέξανδρο και στους άλλους επιτελικούς αξιωματικούς, ότι το Κοινό Συνέδριο των Ελλήνων είχε αποφασίσει την τιμωρία των Περσών για τους ναούς και τα ιερά, που είχαν καταστρέψει κατά την εισβολή τους στην Ελλάδα. Φέρεται ακόμη να έπεισε τους συνδαιτυμόνες, ότι τα δικαιότερα αντίποινα θα ήταν να πυρποληθούν τα περσικά ανάκτορα από μία Αθηναία, δηλαδή από μία απόγονο των Ελλήνων, που υπέστησαν τις μεγαλύτερες καταστροφές κατά την περσική εισβολή. Υποτίθεται ότι οι παριστάμενοι πείσθηκαν και άρχισαν έναν κώμο, που κατέληξε με τη Θαΐδα να ρίχνει στα ανάκτορα της Περσέπολης την πρώτη δάδα και τον Αλέξανδρο τη δεύτερη. Ο Αρριανός, που αντλεί τις πληροφορίες του από τον Πτολεμαίο, δεν γνωρίζει ούτε τη Θαΐδα ούτε την επιχειρηματολογία της και καταλογίζει την ευθύνη του εμπρησμού εξ ολοκλήρου στον Αλέξανδρο.
Θέμις: η Θέμις και η Δίκη κάθονταν κοντά στο θρόνο του Δία και του μεταβίβαζαν τη σοφία και την ορθή κρίση. Η Θέμις επόπτευε την απονομή δικαιοσύνης μεταξύ των θεών και κατά μείζονα λόγο τους ανθρώπινους νόμους.
Θεόπομπος: το μεγαλύτερο έργο του ήταν τα Φιλιππικά σε 58 βιβλία, που άρχιζαν με την ανάρρηση του Φιλίππου Β΄ στο θρόνο (359) και τελείωναν με τη δολοφονία του (336). η διήγηση των επιτευγμάτων του Φιλίππου ήταν απλώς το πλαίσιο, για να συγγράψει την παγκόσμια ιστορία της εποχής εκείνης.
Θερμόδων: ο σημερινός ποταμός Τερμέ, στις εκβολές του οποίου, ανατολικά της Σαμψούντος και κοντά στην πόλη Τερμέ βρίσκονται ερείπια αρχαίας πόλης. Εκεί ετοποθετείτο η Θεμίσκυρα, η υποτιθέμενη πρωτεύουσα των Αμαζόνων.
Θερσίτης: ένα από τα πρόσωπα του ελληνικού στρατοπέδου κατά τον Τρωικό πόλεμο. Με βάση την περιγραφή του από τον Όμηρο, το όνομα του Θερσίτη είχε γίνει για τους μεταγενέστερους συνώνυμο ατόμου άσχημου, φωνακλά, υβριστή, και με άθλιο χαρακτήρα.
Θεωροδόκοι: ήταν οι επιμελητές του θεωρικού ταμείου. Από το θεωρικό ταμείο επιδοτούνταν οι φτωχότεροι πολίτες, για να παρακολουθήσουν τις θεατρικές παραστάσεις, οι οποίες για τους αρχαίους Έλληνες αποτελούσαν μέσο εκπαίδευσης.
Θεωροί: ήταν απεσταλμένοι των ελληνικών κρατών στα μαντεία για να ζητήσουν χρησμούς ή στα ιερά για να προσφέρουν αναθήματα ή στους αγώνες για να τελέσουν ιερουργίες.
Θόας του Μανδρόδωρου: μάλλον εταίρος. Στη διάβαση της Γεδρωσίας ο Αλέξανδρος τον έστειλε σε αναζήτηση εφοδίων και λίγο αργότερα τον όρισε σατράπη των Γεδρωσών, αλλά ο Θόας αρρώστησε και πέθανε.
Θυσίες: οι αρχαίοι Έλληνες προσέφεραν στους θεούς τους δύο ειδών θυσίες, αιματηρές ή αναίμακτες. Στις αιματηρές έσφαζαν ιερεία, που ήταν ταύροι, αγελάδες, πρόβατα, κατσίκια ή πουλερικα. Συνήθως μετά τη θυσία μοίραζαν τα κρέατα των ιερείων σε όσους παρακολουθούσαν τη θυσία. Στις αναίμακτες θυσίες άλλοτε προσέφεραν καρπούς, τρόφιμα, σπονδές ή χοές και άλλοτε έκαιγαν θυμιάματα, σμύρνα ή λιβανωτό.
Ι
Ιόλλας: γιός του Αντίπατρου, αδελφός του Κάσσανδρου και βασιλικός οινοχόος του Αλεξάνδρου. Σύμφωνα με τη θεωρία της δηλητηρίασης, επειδή ο Αντίπατρος είχε πέσει σε δυσμένεια και φοβόταν για τη ζωή του, αν πήγαινε στη Βαβυλώνα, όπως τον είχε διατάξει ο Αλέξανδρος, έδωσε στον Κάσσανδρο το δηλητήριο, για να το μεταφέρει στη Βαβυλώνα. Εκεί το παρέδωσε στον Ιόλλα, ο οποίος φρόντισε ώστε ο εραστής του, ο Θεσσαλός Μήδιος, να παρασύρει τον Αλέξανδρο στον μοιραίο κώμο τον Ιούνιο του 323. Η θεωρία αυτή φαίνεται ότι εμφανίσθηκε κάποια στιγμή μετά το 319, όταν ο Κάσσανδρος συγκρούσθηκε με τον Πολυπέρχοντα για την εξουσία, ίσως το 317, οπότε η Ολυμπιάς διέταξε να ξεθάψουν και να σκορπίσουν τα οστά του νεκρού πιά Ιόλλα.
Ιουστίνος: ένας από τους ιστορικούς του Αλεξάνδρου.
Iπποπόταμος: έχει 4 πόδια, σχιστές οπλές όπως του βοδιού, κοντόχοντρη μύτη, χαίτη και ουρά αλόγου, χαυλιόδοντες, φωνή σαν χλιμίντρισμα αλόγου και μέγεθος μεγάλου βοδιού. Το δέρμα του είναι χοντρό και τόσο σκληρό, ώστε όταν στεγνώσει μπορεί να χρησιμοποιηθεί για κορμός ακοντίου. Έτσι είχαν πεί στον Ηρόδοτο οι Αιγύπτιοι (Ηρόδοτος 2.71).
Ίσις: οι Έλληνες την αντιστοίχιζαν προς την Δήμητρα ή την Ινώ. Μετά την ανάπτυξη της Αλεξάνδρειας η λατρεία της Ίσιδας επεκτάθηκε στον ελληνικό και ρωμαϊκό κόσμο, όπως φαίνεται σε μία σειρά ονομάτων (Ισίδωρος, Ισίγονος, Ισίδοτος κλπ). Η απεικόνισή της με τον μικρό Ώρο στην αγκαλιά της (εικόνα αριστερά) θεωρείται ως το πρότυπο της ανάλογης απεικόνισης της Παναγίας με τον μικρό Ιησού.
Ισοκράτης: ο τέταρτος κατά σειρά αξιολόγησης Αθηναίος ρήτορας (436-338 π.Χ.) Είχε γίνει πλούσιος λόγω του αριθμού των μαθητών του και στη σχολή του εκτός από ρητορική δίδασκε και πολιτική. Στον «Πανηγυρικό» του λόγο συμβουλεύει τους Έλληνες να ομονοήσουν και να πολεμήσουν τους βαρβάρους. Στον «προς Φίλιππον» λόγο του προτρέπει το Μακεδόνα βασιλέα, μιμούμενος τον γενάρχη Ηρακλή να ηγηθεί των Ελλήνων κατά των βαρβάρων.
Ιφικράτης: εξαίρετος στρατηγός των Αθηναίων, που πέθανε περί το 351 π.Χ. Κατά την εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου ο συνονόματος γιός αυτού του στρατηγού είχε αποσταλεί ως πρέσβης κομίζοντας πολιτικές προσφορές από τους Αθηναίους προς το Δαρείο, στην Αυλή του οποίου συνελήφθη.
Ιχθυοφάγοι: με αυτό το όνομα οι αρχαίοι Έλληνες αποκαλούσαν πολλούς λαούς των ακτών της Αιθιοπίας, της Αραβίας, της Δυτικής και της Ανατολικής Ασίας. Ο Ηρόδοτος (Γ.19) τους τοποθετεί στη σημερινή Ερυθρά θάλασσα στο ύψος της Ελεφαντίνης και λέει ότι μιλούσαν τη γλώσσα των Αιθιόπων. Ο Ερατοσθένης τους τοποθετεί νοτίως της νήσου Σεβεργκέτ μέχρι το Άσαμπ και το Μπάμπ ελ Μαντέμπ. Ο Κλαύδιος Πτολεμαίος αναφέρει και άλλους «Ιχθυοφάγους Αιθίοπες» κοντά στους «Εσπέριους Αιθίοπες» στις ακτές της Δυτικής Αφρικής στον Ατλαντικό, στην περιοχή του Ισημερινού. Γι’ αυτούς, που συνάντησε ο Νέαρχος στα δυτικά παράλια του Πακιστάν, ο Αρριανός (Ινδική 29) λέει τα εξής: «Τρέφονται με ψάρια, αλλά λίγοι διαθέτουν βάρκες για να τα πιάσουν στη θάλασσα. Οι περισσότεροι πιάνουν όσα αφήνει πίσω της η άμπωτη. Όπου μένει λίγο νερό εγκλωβίζονται πολλά ψάρια, τα οποία συλλαμβάνουν με δίχτυα μέχρι 2 στάδια (περίπου 370 μ). Τα δίχτυα αυτά είναι πλεγμένα από ίνες φοίνικα, τις οποίες επεξεργάζονται όπως εμείς το λινάρι. Τα μικρότερα τα τρώνε ωμά, τα μεγαλύτερα τα ξεραίνουν στον ήλιο, μετά τα αλέθουν και με το ψαράλευρο αυτό φτιάχνουν ψωμί. Η χώρα τους είναι τόσο φτωχή, ώστε ταΐζουν με ψαράλευρο ακόμη και τα ζώα τους. Σε μερικά μέρη πιάνουν επίσης καραβίδες, κοχύλια και όστρακα. Οι πλουσιότεροι φτιάχνουν τα σπίτια τους με τα οστά των κητών, που ξεβράζει η θάλασσα. Οι υπόλοιποι χρησιμοποιούν τα ψαροκόκαλα».
Ιώσηπος: καταγόταν από μεγάλη ιουδαϊκή ιερατική οικογένεια, γεννήθηκε το 37 ή 38 μ.Χ στην Ιερουσαλήμ και πέθανε στις αρχές του 2ου αιώνα. Κύριο έργο του είναι η Ιουδαίκή Αρχαιολογία σε 20 βιβλία, που γράφτηκαν πρώτα στα αραμαϊκά και εν συνεχεία μεταφράσθηκαν στα ελληνικά. Τα πρώτα 11 βιβλία διηγούνται την αρχαία εβραϊκή ιστορία έχοντας ως βάση τη Βίβλο. Τα υπόλοιπα 9 βιβλία διηγούνται την εβραϊκή ιστορία ως τις ημέρες του Νέρωνα (54 μ.Χ.).
Κ
Κάλανος: Κατά τον Αρριανό, ο πιο ηλικιωμένος απ’ τους Βραχμάνες και δάσκαλος όλων των άλλων, ο Δάνδαμις, δεν πήγε να υποβάλει τα σέβη του στον κατακτητή (326), ούτε άφησε τους άλλους να πάνε. Σε κάποιον (ίσως στον Ονησίκριτο) που πήγε να τους επιδώσει πρόσκληση του Αλεξάνδρου, απάντησε ότι κι εκείνος ήταν γιος του Δία, όπως κι ο Αλέξανδρος, και ότι δεν χρειαζόταν τίποτα από όσα μπορούσε να του προσφέρει. Ήταν απόλυτα ευτυχισμένος με όσα του πρόσφερε η ινδική γη και, όταν θα πέθαινε, θα απαλλασσόταν από τον ενοχλητικό σύντροφό του, το σώμα του. Είπε ακόμη να μεταφέρουν στον Αλέξανδρο ότι κανένας δεν κατέχει μεγαλύτερο κομμάτι γης απ’ όσο πατάει, ότι ο Αλέξανδρος μόνο στην πολυπραγμοσύνη και την έπαρση διέφερε απ’ όλους τους άλλους ανθρώπους και ότι κατέκτησε πολλή γη μακρυά από την πατρίδα του, αλλά τη μοίρασε σε άλλους για να τη διοικούν και όταν θα πεθάνει θα κατέχει τόση γη, όση θα καλύπτει το σώμα του. Κατά τον Πλούταρχο (που βασίζεται στον Ονησίκριτο), ο Αλέξανδρος έστειλε στους πιο διάσημους Βραχμάνες πρόσκληση με τον Ονησίκριτο, σύμφωνα με τα λεγόμενα του οποίου, ο Σφίνης τον δέχθηκε πολύ προσβλητικά. Τον διέταξε να βγάλει το χιτώνα του και να σταθεί μπροστά του γυμνός, «κι ας τον είχε στείλει ο ίδιος ο Δίας». Ο Δάνδαμις ήταν πιο ήρεμος και, αφού άκουσε τον Ονησίκριτο, τον μαθητή του κυνικού φιλόσοφου Διογένη, να μιλάει για τον Σωκράτη, τον Πυθαγόρα και το Διογένη, ρώτησε μόνο «Για ποιο λόγο έκανε τόσο δρόμο ως εδώ ο Αλέξανδρος;». Σύμφωνα με τη διήγηση του γενικά αναξιόπιστου Ονησίκριτου, δεν φαίνεται πολύ λογικό ο Σφίνης από πεπεισμένος Βραχμάνας να μετατρέπεται στη συνέχεια σε ακόλουθο του Αλεξάνδρου, που εξόντωνε τους άλλους Βραχμάνες. Ίσως το ορθό να είναι ότι ο πεπεισμένος Βραχμάνας ήταν ο Δάνδαμις, όπως λέει και ο Αρριανός. Ως κίνητρο για μια τέτοια ανακρίβεια θα μπορούσαμε να αποδώσουμε στον Ονησίκριτο κάποια φιλοσοφική αντιδικία του με τον Σφίνη ή Κάλανο. Μετά από προτροπή του Ταξίλη (326), ο Σφίνης προσκολλήθηκε στη στρατιά κι επειδή τους χαιρετούσε όλους με την ινδική προσφώνηση «καλέ» (=χαίρε), οι Έλληνες τον ονόμασαν Κάλανο κατά τον Αρριανό ή Καλανό κατά τον Πλούταρχο ή Κάρανο κατά τον Διόδωρο. Ακολούθησε την εκστρατεία και απέκτησε αρκετούς μαθητές της ινδικής φιλοσοφίας, μεταξύ των οποίων και ο Λυσίμαχος. Με την ενέργειά του αυτή ο Σφίνης ή Κάλανος προκάλεσε την περιφρόνηση των άλλων Βραχμάνων, διότι προτίμησε να υπηρετήσει ένα άρχοντα αντί για το θεό. Ο Κάλανος λέγεται ότι έφερε στον Αλέξανδρο το εξής παράδειγμα: ακούμπησε στο έδαφος ένα σκληρό και ξερό κομμάτι δέρμα και πιέζοντάς του στη μία άκρη, σηκωνόταν σε όλα τα άλλα. Αφού έδειξε ότι αυτό συνέβαινε, όταν πίεζε οποιοδήποτε σημείο της περιφέρειας, πίεσε στο κέντρο και όλα τα σημεία της περιφέρειας έμειναν σταθερά. Αυτό υποτίθεται ότι έπεισε τον Αλέξανδρο να κάνει την πρωτεύουσά του στο κέντρο της αυτοκρατορίας, δηλαδή στη Βαβυλώνα. (Αρριανός Ζ.1, Ζ.2, Ινδική 11, Πλούταρχος Αλέξανδρος 65, Διόδωρος ΙΖ.107). Όταν η στρατιά βρέθηκε στις Πασαργάδες (324), ο Κάλανος αρρώστησε για πρώτη φορά στη ζωή του σε ηλικία 73 ετών κι επειδή η υγεία του χειροτέρευε καθημερινά, θέλησε να δώσει τέρμα στη ζωή του. Αρχικά ο Αλέξανδρος, που τον εκτιμούσε πολύ, προσπάθησε να τον μεταπείσει, αλλά βλέποντας την αποφασιστικότητά του να πεθάνει, ανέθεσε στον Πτολεμαίο να ετοιμάσει την εξόδιο τελετή, όπως την ήθελε ο Βραχμάνας. Λέγεται ότι προπορευόταν μία πομπή από έφιππους και πεζούς. Άλλοι ήταν οπλισμένοι και άλλοι μετέφεραν πάσης φύσεως θυμιάματα, χρυσά και ασημένια κύπελλα, στρώματα και μία βασιλική ενδυμασία, τα οποία κατά διαταγή του Αλεξάνδρου θα καιγόντουσαν στην πυρά προς τιμήν του Ινδού. Επειδή λόγω της ασθενείας του δεν μπορούσε να περπατήσει, του είχαν παραχωρήσει έναν βασιλικό ίππο των Νυσαίων, αλλά ο Κάλανος δεν μπορούσε ούτε να ιππεύσει και τελικά τον μετέφεραν στεφανωμένο κατά τα ινδικά έθιμα πάνω σε φορείο. Σε όλη τη διαδρομή έψελνε ινδικά τραγούδια, που οι άλλοι Ινδοί αναγνώρισαν ως ύμνους προς τους θεούς τους. Πριν ανέβει στην πυρά, μοίρασε τα δώρα και τα στρώματα στους συντρόφους του και τον ίππο τον δώρισε στον μαθητή του Λυσίμαχο. Χαιρέτησε όλους τους παρόντες Μακεδόνες και τους παρακάλεσε να κάνουν επικήδειο γλέντι, να διασκεδάσουν και να μεθύσουν. Λέγεται ακόμη ότι φίλησε όλους τους εταίρους, αλλά δεν άφησε να τον φιλήσει ο Αλέξανδρος. Του είπε μάλιστα ότι θα τον φιλούσε, όταν θα τον συναντούσε στη Βαβυλώνα, κάτι που κείνη τη στιγμή το θεώρησαν ως ασήμαντη ασυναρτησία. Ενάμισι χρόνο αργότερα, όταν ο Αλέξανδρος πέθανε στη Βαβυλώνα, όσοι είχαν ακούσει τον Κάλανο να λέει τα παραπάνω, πίστεψαν ότι ο Ινδός ήταν ο πρώτος, που πρόβλεψε τον θάνατο του Αλεξάνδρου. Μετά ο Κάλανος ανέβηκε στην πυρά και ξάπλωσε, έτσι ώστε να τον βλέπει όλη η στρατιά. Σύμφωνα με τον Νέαρχο, μόλις ο Αλέξανδρος έδωσε την εντολή να ανάψουν την φωτιά, ήχησαν οι σάλπιγγες, η στρατιά αλάλαξε πολεμικά και οι ελέφαντες έβγαλαν την πολεμική τους κραυγή προς τιμήν του Βραχμάνα. Λέγεται ότι το θέαμα δεν άρεσε καθόλου στον Αλέξανδρο, όμως όλοι θαύμασαν ότι ο Κάλανος έμεινε εντελώς ακίνητος καθώς τον τύλιγαν οι φλόγες. Στο προς τιμήν του νεκρόδειπνο, ο Αλέξανδρος προκήρυξε αγώνα οινοποσίας με έπαθλο στεφάνι αξίας ενός ταλάντου. Νίκησε ο Πρόμαχος, που ήπιε 4 χόες (περίπου 17 λίτρα), αλλά πέθανε μετά από τρεις ημέρες. Εκτός από τον νικητή, η κραιπάλη με αφορμή το νεκρόδειπνο σκότωσε συνολικά 41 άτομα.
Κάλας του Άρπαλου: εταίρος. Στη μάχη του Γρανικού (334) διοικούσε τους Θεσσαλούς ιππείς. Μετά τη μάχη ορίσθηκε σατράπης της Ελλησποντικής Φρυγίας. Το 333 προστέθηκε στην εξουσία του και η Παφλαγονία.
Κάλλατις: παρευξείνια ελληνίδα πόλη στη σημερινή Ρουμανία.
Καλλισθένης: γιός ή ανηψιός του Αριστοτέλη κι ένας από τους ιστορικούς του Αλεξάνδρου.
Κάνδυς: μανδύας με μανίκια, που φορούσαν οι αρχαίοι Πέρσες.
Κάρανος: εταίρος. Το 329 εστάλη μαζί με τον Εριγύιο κατά του Σατιβαρζάνη, που είχε εισβάλει στην Αρεία. Λίγους μήνες αργότερα εστάλη μαζί με τον Ανδρόμαχο και τον Μενέδημο υπό τον Φαρνούχη εναντίον του Σπιταμένη, που πολιορκούσε τη μακεδονική φρουρά στην ακρόπολη των Μαρακάνδων. Καταδίωξαν κατά πόδας τον Σπιταμένη, δίνοντάς του το πλεονέκτημα να τους αιφνιδιάσει και ο Κάρανος στην προσπάθειά του να εξασφαλίσει τους ιππείς του, κινήθηκε χωρίς να ενημερώσει κανέναν. Προκλήθηκε πανικός, διασπάσθηκαν οι γραμμές των Μακεδόνων και από τους αρχικούς 860 ιππείς και 1.500 πεζούς επέζησαν λιγότεροι από 40 ιππείς και 300 πεζοί.
Κάρανος: η Κλεοπάτρα, η τελευταία σύζυγος του Φιλίππου, στο διάστημα του ενός έτους από το γάμο της (337) ως τη δολοφονία του Φιλίππου (336) προλάβαινε να γεννήσει ένα μόνο παιδί (Ιουστίνος 9.7.12, Διόδωρος ΙΖ.2.3). Γενικά αναφέρεται μία κόρη του Φιλίππου με την Κλεοπάτρα, η Ευρώπη, και μόνο ο Ιουστίνος πιστεύει ότι υπήρξε κι ένας γιός με το όνομα Κάρανος.
Κάρανος: στις αρχές του 4ου π.Χ. αιώνα παρατηρήθηκε μία απόπειρα να αντικατασταθεί το όνομα του Περδίκκα, του ιδρυτή της δυναστείας των Αργεαδών, με εκείνο του Κάρανου. Ο Πλούταρχος (Αλέξανδρος 2) (46-127 μ.Χ.) αποδέχεται τον Κάρανο στη θέση του Περδίκκα, αλλά ο Ηρόδοτος τον 5ο αιώνα π.Χ. δεν γνώριζε τίποτα γι’ αυτόν. Δεν είναι σαφές ποιοί και γιατί επεδίωξαν την αλλαγή στο όνομα του γενάρχη των Αργεαδών, αλλά το βέβαιο είναι ότι το εγχείρημα δεν τελεσφόρησε, αφού δεν έχει καταγραφεί κανένα μέλος της βασιλικής οικογένειας με το όνομα Κάρανος.
Κάσσανδρος: γιος του Αντίπατρου. Γεννήθηκε το 350 και δεν πήρε μέρος στην εκστρατεία. Έφτασε στη Βαβυλώνα από τη Μακεδονία μάλλον το 324, είτε για να απαντήσει στις όλο και εντεινόμενες κατηγορίες εναντίον του πατέρα του, είτε για να τονίσει την πίστη του πατέρα του στον Αλέξανδρο ως πρόσθετος όμηρος, αφού ο αδελφός του Ιόλλας βρισκόταν ήδη στην Αυλή. Επειδή δεν είχε ξαναδεί το ασιατικό τυπικό της προσκύνησης, η ελληνική ανατροφή του τον έκανε να γελάσει απερίσκεπτα, όπως αποδείχθηκε. Τότε, ίσως επειδή η όλη συμπεριφορά του έβλαπτε τον τρόπο διοίκησης, που είχε επιλέξει ο Αλέξανδρος, ίσως επειδή ο Αλέξανδρος ήταν οργισμένος με τον Αντίπατρο, άρπαξε τον Κάσσανδρο δυνατά από τα μαλλιά με τα δύο του χέρια και του χτύπησε το κεφάλι στον τοίχο. Κάποιαν άλλη φορά, ο Κάσσανδρος προσπάθησε να αντικρούσει όσους κατηγορούσαν τον πατέρα του, αλλά ο Αλέξανδρος του αντέτεινε το ερώτημα «έκαναν τόσο δρόμο οι άνθρωποι χωρίς να αδικηθούν και συ λες ότι ήρθαν για να συκοφαντήσουν;». «Αυτό ακριβώς είναι συκοφαντία, ότι απέχουν πολύ από τις αποδείξεις» είπε ο Κάσσανδρος και ο Αλέξανδρος γελώντας δυνατά τον απείλησε «Αυτά είναι σοφίσματα του Αριστοτέλη και θα κλάψετε πολύ, αν φανείτε ότι αδικείτε έστω και λίγο αυτούς τους ανθρώπους». Τα παραπάνω περιστατικά λέγεται ότι ενστάλαξαν στον Κάσσανδρο τέτοιο τρόμο για τον Αλέξανδρο, ώστε πολύ αργότερα, όταν ήταν πια βασιλιάς της Μακεδονίας, σε μία επίσκεψή του στους Δελφούς, βλέποντας μπροστά του έναν ανδριάντα του Αλεξάνδρου έχασε τα λογικά του, του σηκώθηκαν οι τρίχες, άρχισε να τρέμει και μετά βίας συνήλθε (Πλούταρχος, Αλέξανδρος.74.2-κ.ε.). Μετά τη δολοφονία του Περδίκκα (321) και τη δεύτερη διανομή των σατραπειών, ο Αντίπατρος όρισε αρχιστράτηγο των βασιλικών δυνάμεων τον Αντίγονο και, για να τον ελέγχει, τοποθέτησε δίπλα του τον Κάσσανδρο με το βαθμό του χιλίαρχου. Το 319 ο Αντίπατρος πέθανε και άφησε διάδοχό του τον Πολυπέρχοντα, ενώ τον Κάσσανδρο τον όρισε δεύτερο τη τάξει με το βαθμό του χιλίαρχου. Ο Κάσσανδρος το θεώρησε ως προσβολή και άρχισε να συνωμοτεί κατά του Πολυπέρχοντα και, όταν λίγους μήνες αργότερα ο Αντίγονος αποστάτησε, ο Κάσσανδρος έσπευσε να συμμαχήσει μαζί του. Σ’ αυτήν τη φάση πρέπει να κατασκευάσθηκε από την πλευρά του Πολυπέρχοντα η δυσφημιστική θεωρία της δηλητηρίασης του Αλεξάνδρου από τον Κάσσανδρο και τον αδελφό του Ιόλλα. Η θέση του Κάσσανδρου αναβαθμίσθηκε, όταν η Ευρυδίκη τον κατέστησε επίτροπο του Αρριδαίου. Τότε η Ολυμπιάς, που γνώριζε πόσο σοβαρό κίνδυνο αποτελούσε ο Κάσσανδρος για τον ανήλικο εγγονό της, πέτυχε τη δολοφονία του Αρριδαίου, της Ευρυδίκης και πολλών υποστηρικτών του Κάσσανδρου. Εκείνος τότε πολιόρκησε την Πύδνα, όπου βρισκόταν η Ολυμπιάς, και το 316 την εκπόρθησε μετά από μακρά πολιορκία, όταν τελείωσαν τα εφόδια των υπερασπιστών της. Προσήγαγε την Ολυμπιάδα σε δίκη, πέτυχε την καταδίκη της σε θάνατο δια λιθοβολισμού και της επέβαλε την εσχάτη ποινή των προδοτών αφήνοντας το σώμα της άταφο. Η κόρη της Ολυμπιάδας και του Φιλίππου Β΄, η Κλεοπάτρα δολοφονήθηκε στις Σάρδεις από τον Αντίγονο ίσως κατ’ απαίτηση του Κάσσανδρου. Ο Κάσσανδρος, για να παρεμβληθεί στην παράπλευρη γραμμή διαδοχής των Αργεαδών, παντρεύτηκε τη Θεσσαλονίκη, κόρη του Φιλίππου Β΄ με τη Νικησίπολη, και έθαψε με μεγαλοπρέπεια την Ευρυδίκη και τον Αρριδαίο. Το 315 ως κορωνίδα της αντι-Αλεξανδρινής πολιτικής του, ανοικοδόμησε με μεγάλη φροντίδα τη Θήβα, την οποία είχε καταστρέψει (335) ο Αλέξανδρος. Το 311 στην Αμφίπολη δολοφόνησε τη Ρωξάνη και το 12χρονο Αλέξανδρο Δ΄ κι έτσι εξέλιπαν όλοι οι Αργεάδες, που είχαν συγγένεια αίματος με την Ολυμπιάδα. Το 305 ο Κάσσανδρος ανακηρύχθηκε από την εκκλησία των Μακεδόνων βασιλιάς της Μακεδονίας και πήρε μέρος στους πολέμους των Διαδόχων ως το θάνατό του το 298.
Κασσία: από την κασσία παράγεται η σέννα, ένα από τα αρχαιότερα καθαρτικά. Από την κασσία την οξύφυλλο, που φυτρώνει στην Αίγυπτο, την Αιθιοπία και το Σουδάν, παράγεται η σέννα η αλεξανδρινή ή αιγυπτιακή και από την κασσία την στενόφυλλο, που φυτρώνει στην Αραβία και την Ινδία, παράγεται η σέννα η ινδική.
Καυνάκης: χοντρό πανωφόρι σαν χλαίνι, που φορούσαν οι αρχαίοι Πέρσες.
Καυσία: ήταν χαρακτηριστικό, ελαφρύ και πλατύγυρο καπέλο, που φορούσαν οι Μακεδόνες για να προστατεύονται από τις καυστικές ακτίνες του ήλιου. Μετά την κατάκτηση της Αχαιμενιδικής αυτοκρατορίας, οι βασιλείς τους την στόλιζαν με λευκό διάδημα.
Κερκινίτις λίμνη: είναι η λίμνη του Αχινού στις εκβολές του Στρυμόνα. Σήμερα είναι αποξηραμένη σχεδόν στο σύνολό της, ενώ κατά την αρχαιότητα ξεκινούσε από τα ελληνο-βουλγαρικά σύνορα κι έφθανε σχεδόν ως την Αμφίπολη.
Κίδαρις (ή κίταρις): κάλυμμα κεφαλής των αρχαίων ασιατικών λαών, κατά πάσα πιθανότητα παραλλαγή κατ' έθνος και κοινωνική τάξη της τιάρας και της κυρβασίας. Φαίνεται ότι ήταν κάλυμμα κεφαλής των αρχόντων, είχε όρθια και άκαμπτη κυλινδρική μορφή με λοφίο στην κορυφή και ήταν κοσμημένη με κεντήματα και πολύτιμους λίθους.
Κιθάρα: μουσικό όργανο με 7, 9 ή 11 χορδές. Έμοιαζε με τη λύρα, αλλά είχε μεγαλύτερο ηχείο. Και τα δύο αυτά μουσικά όργανα τα είχε εφεύρει ο Ερμής.
Κιννάμωμον: Το κιννάμωμον ή κανέλλα χρησίμευε στη φαρμακευτική, την αρωματοποιία και τη μαγειρική. Το όνομά του φαίνεται να είναι φοινικικό.
Κλέανδρος του Πολεμοκράτη: έμπιστος εταίρος του Αλεξάνδρου. Το χειμώνα του 334-333 εστάλη στην Πελοπόννησο για στρατολόγηση και το 332 κατά την πολιορκία της Τύρου έφτασε στη Σιδώνα επικεφαλής 4.000 περίπου Πελοποννησίων. Το καλοκαίρι του 330 εγκαταστάθηκε στη Μηδία ως υφιστάμενος του Παρμενίωνα και το χειμώνα του ίδιου έτους μαζί με τον Σιτάλκη και τον Μενίδα δολοφόνησαν τον Παρμενίωνα κατά διαταγή του Αλεξάνδρου. Το 324 τον εξετέλεσε ο Αλέξανδρος λόγω της κακοδιαχείρισης και των ατασθαλιών, στις οποίες είχε επιδοθή, όσο ο Αλέξανδρος επιχειρούσε στην Ινδία.
Κλεῖθρα (τα): ήταν οχυρωμένοι λιμενοβραχίονες των ναυστάθμων, τα χείλη των οποίων έκλειναν με αλυσίδα.
Κλείταρχος: ένας από τους ιστορικούς του Αλεξάνδρου.
Κλείτος του Δρωπίδη: εμφανίζεται και με το προσωνύμιο μέλας, ίσως διότι ήταν μελαψός. Ήταν ένας από τους εταίρους της «παλαιάς φρουράς», ίλαρχος σε μία από τις βασιλικές ίλες και αδελφός της Λανίκης ή Ελλανίκης, που ήταν τροφός του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Στη μάχη του Γρανικού (334) έσωσε τον Αλέξανδρο από σχεδόν βέβαιο θάνατο, σκοτώνοντας τον Σπιθριδάτη. Το 330 δεν πήρε μέρος στην καταδίωξη του Δαρείου, διότι ήταν άρρωστος και είχε παραμείνει στα Σούσα. Μετά την εκτέλεση του Φιλώτα και τη δολοφονία του Παρμενίωνα ο Αλέξανδρος χώρισε το εταιρικό ιππικό σε δύο τμήματα, τη διοίκηση των οποίων ανέθεσε αντίστοιχα στον Κλείτο και στον Ηφαιστίωνα. Ο Κλείτος δεν συμφωνούσε με την υιοθέτηση του περσικού ιππικού από τον Αλέξανδρο και κατά τη διάρκεια δείπνου στην ακρόπολη των Μαρακάνδων το 328, μόλις είχε ορισθεί σατράπης της Βακτρίας και Σογδιανής, με τις ευθείες και απερίφραστες επικρίσεις του εξόργισε τον Αλέξανδρο, ο οποίος τον σκότωσε με τα ίδια του τα χέρια. Σε ένδειξη μεταμέλειας ο Αλέξανδρος δεν τον αντικατέστησε στην ιππαρχία του, «για να μη χαθεί το όνομά του και το έμβλημα, που είχε επιλέξει», μάλλον μέχρι την εισβολή στην Ινδία (άνοιξη του 327), οπότε τον αντικατέστησε ο Περδίκκας.
Κλείτος: πεζέταιρος, διοικητής τάξης στην Πευκελαώτιδα και στη μάχη του Υδάσπη (326).
Κλεοπάτρα: γεννήθηκε το 69 π.Χ. και ήταν η τελευταία βασίλισσα της πτολεμαϊκής δυναστείας. Ο πατέρας της, Πτολεμαίος ΙΓ΄, όρισε στη διαθήκη του ως διαδόχους του την Κλεοπάτρα και τον αδελφό της Διόνυσο. Σύμφωνα με το περσικό βασιλικό έθιμο, που είχαν υιοθετήσει οι Πτολεμαίοι, τα δύο αδέλφια παντρεύτηκαν μεταξύ τους, αλλά λίγο αργότερα ο Διόνυσος έδιωξε την Κλεοπάτρα από την Αίγυπτο. Εκείνη επέστρεψε το 48 υποστηριζόμενη από τον Ιούλιο Καίσαρα, εκθρόνισε τον Διόνυσο, έγινε βασίλισσα και παντρεύτηκε τον εξαετή αδελφό της Πτολεμαίο. Τον επόμενο χρόνο γέννησε τον Καισαρίωνα, γιό της με τον Ιούλιο Καίσαρα, μετά το θάνατο του οποίου συνδέθηκε με τον Αντώνιο. Το 30 ο Οκτώβιος νίκησε τον Αντώνιο και η Κλεοπάτρα αυτοκτόνησε.
Κλεοπάτρα: ανιψιά ή αδελφή ή θεία του Μακεδόνα στρατηγού Άτταλου. Ήταν η πέμπτη ή έβδομη, οπωσδήποτε η τελευταία σύζυγος του Φιλίππου και κατά πολύ νεώτερή του. Ο Αρριανός την ονομάζει Ευρυδίκη. Ο Φίλιππος την παντρεύτηκε το 337 π.Χ. και έκανε μαζί της μία κόρη, την Ευρώπη. Μετά τη δολοφονία του Φιλίππου (336) και την ανάρρηση του Αλεξάνδρου στο θρόνο, η ύπαρξή της αποτελούσε σοβαρή ενόχληση, αν όχι κίνδυνο. Λέγεται ότι την δολοφόνησε η Ολυμπιάδα μαζί με τη μικρή της κόρη εν αγνοία του Αλεξάνδρου, ίσως κατά τη βαλκανική εκστρατεία του (335). Στο μεγάλο τάφο των Αιγών βρέθηκαν δύο ταφές σε χρυσές λάρνακες. Τα μεν ανήκαν σε άνδρα 40-50 ετών (Φίλιππος Β΄) και τα δε σε γυναίκα 23-27 ετών. Φαίνεται ότι ήταν αδύνατο η χήρα του Φιλίππου να μην ταφεί δίπλα του (Αρριανός Γ.6.5, Ιουστίνος 9.7.12, Πλούταρχος Αλέξανδρος 10.8, Μέγας Αλέξανδρος, Ιστορία και θρύλος στην τέχνη, γενική επιμέλεια Καίτη Νίνου, ΤΑΠΑ, Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, 1980, σελ 17).
Κλεοπάτρα: κόρη του Φιλίππου Β΄ και της Ολυμπιάδας, γνήσια αδελφή του Αλεξάνδρου. Γεννήθηκε το 355 και το 336 (σε ηλικία 19 ετών) ο Φίλιππος την πάντρεψε με τον Αλέξανδρο των Μολοσσών, που ήταν αδελφός της Ολυμπιάδας. Άρα έγινε σύζυγος του θείου της. Κατά τη διάρκεια των λαμπρών εορτών για το γάμο της, ο Φίλιππος δολοφονήθηκε στο θέατρο των Αιγών από τον Παυσανία. Αμέσως μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου (323) ο Πέρδίκκας, που ήθελε να εξουδετερώσει τους άλλους ισχυρούς εταίρους και να γίνει ο ίδιος Μέγας Βασιλεύς, πρότεινε γάμο στην Κλεοπάτρα, χήρα πλέον του Αλεξάνδρου των Μολοσσών. Το 322 η Κλεοπάτρα έφτασε στην Ασία, αλλά οι τακτικοί σχεδιασμοί του του Περδίκκα τον είχαν υποχρεώσει στο μεταξύ να παντρευτεί τη Νίκαια, κόρη του Αντίπατρου. Η Κλεοπάτρα δολοφονήθηκε στις Σάρδεις το 316 από τον Αντίγονο, ίσως κατ’ απαίτησιν του Κάσσανδρου.
Κλέοφις: βασίλισσα των Ασσακηνών. Αναφέρεται μόνο από τους Ρωμαίους συγγραφείς, ενώ οι Έλληνες ιστορικοί δεν αναφέρουν καθόλου το όνομά της. Υπερασπίσθηκε την πρωτεύουσα των Ασσακηνών, τα Μάσαγα. Ο Κούρτιος λέει ότι η Κλέοφις παρουσιάστηκε στον Αλέξανδρο συνοδευόμενη από ευγενείς κυρίες και έβαλε το μικρό γιο της στα γόνατά του. Εκείνος συγκινήθηκε και τη διατήρησε στη θέση της, «αν και κάποιοι λένε ότι η ομορφιά της βασίλισσας και όχι ο χαρακτήρας του Αλεξάνδρου την αποκατέστησε στη θέση της». Επίσης αφήνει να πλανάται μία ακόμη υποψία λέγοντας ότι η Κλέοφις γέννησε αργότερα έναν ακόμη γιο, «τον οποίο ονόμασε Αλέξανδρο, όποιος κι αν ήταν ο πατέρας του». Ο Ιουστίνος δεν αντιμετωπίζει το ζήτημα με την ίδια λεπτότητα και λέει ωμά ότι η Κλέοφις διατήρησε το θρόνο της, επειδή κοιμήθηκε με τον Αλέξανδρο. Αποτέλεσμα της συνεύρεσης αυτής ήταν ένα αγόρι, το οποίο ονόμασε Αλέξανδρο. Η ερωτική συνεύρεση της Κλεόφιδος με τον Αλέξανδρο εκτός από το θρόνο της χάρισε την περιφρόνηση των Ινδών και την προσωνυμία «βασιλική πόρνη». Φυσικά, η ομοιότητα του επεισοδίου αυτού με το ανάλογο του Ιουλίου Καίσαρα με την Κλεοπάτρα και τον γιο τους Καισαρίωνα δεν είναι καθόλου συμπτωματική. Είναι αναπόφευκτη, διότι πρόκειται για ρωμαϊκή προσθήκη στην ιστορία του Αλεξάνδρου (ο οποίος στοίχειωνε τους Ρωμαίους) και γι’ αυτό είναι άγνωστο στις ελληνικές πηγές.
Κληρουχία: ήταν η διά κλήρου απονομή γής σε ξένη χώρα. Διέφερε από την αποικία στο ότι οι κληρούχοι παρέμεναν πολίτες της μητροπόλεως με πλήρη πολιτικά δικαιώματα και δεν συγκροτούσαν ανεξάρτητη πολιτεία. Μερικές φορές παρέμεναν στην μητρόπολη και νοίκιαζαν τους κλήρους στους πρώην ιδιοκτήτες τους.
Κλοιός: ήταν μία σανίδα με τρεις τρύπες, από τις οποίες περνούσαν το κεφάλι και τα χέρια του κατάδικου. Στην Αθήνα η ατιμωτική αυτή ποινή επιβαλλόταν μόνο σε δούλους. Είναι λοιπόν προφανής η πρόθεση του Αλεξάνδρου να εξευτελίσει τον Βήσσο, όταν διέταξε να του φορέσουν κλοιό.
Κοδομανός: προσωνύμιο, που αποδίδει ο Ιουστίνος στον Δαρείο Γ΄.
Κοίλη Συρία: ονομαζόταν αρχικά η κοιλάδα της Συρίας μεταξύ των ορέων Λιβάνου και Αντιλιβάνου. Χρησιμοποιούμενος ο όρος από τους ιστορικούς του Αλεξάνδρου πρέπει να είχε την έκταση, που της έδωσαν οι Πτολεμαίοι και οι Σελευκίδες, δηλαδή περιελάμβανε την περιοχή που ορίζεται από τα παράλια της Μεσογείου, τον ποταμό Ορόντη (Ναχρ-ελ-Άζι), έφτανε νότια ως την Αίγυπτο και βόρεια ως τη Λαοδίκεια (Λατάκια) (Χάρτης).
Κοινό Συνέδριο των Ελλήνων: για πρώτη φορά μετά τον τρωικό πόλεμο οι αρχαίοι Έλληνες παραμέρισαν τις αδιάκοπες μεταξύ τους έχθρες, όταν οι Πέρσες ήδη κατείχαν τη Μακεδονία, είχαν αποπειραθεί ανεπιτυχώς να αποβιβασθούν στην Αττική και προετοίμαζαν την τελική φάση της εισβολής τους στην Ελλάδα. Το 481 οι πρέσβεις των ελεύθερων ελληνικών κρατών συναντήθηκαν στον ισθμό της Κορίνθου, όπου έγινε το Κοινό Συνέδριο των Ελλήνων για το συντονισμό της συμμαχικής αντίστασης. Περί τον ενάμισι αιώνα αργότερα, όταν ο Φίλιππος αποφάσισε να επιτεθεί στην περσική αυτοκρατορία επικεφαλής των συμμαχικών δυνάμεων των Ελλήνων, συγκέντρωσε ξανά τους πρέσβεις των ελληνικών κρατών στην Κόρινθο, δίνοντας το μήνυμα ότι προετοίμαζε επίθεση εκδίκησης και αντιποίνων κατά των Περσών. Ο «καταστατικός χάρτης» του Κοινό Συνέδριο ήταν ένας εξαιρετικά σημαντικός πολιτικός νεωτερισμός και βάσει αυτού, όποιο ελληνικό κράτος επέλεγε να παραβιάσει την κοινή ειρήνη και να επιτεθεί σε άλλο ελληνικό κράτος, βρισκόταν αντιμέτωπο με όλα τα υπόλοιπα. Εν ολίγοις το Κοινό Συνέδριο των Ελλήνων επέβαλλε τον διά πυρός και σιδήρου τερματισμό των ενδοελληνικών συρράξεων και τη στροφή των συνασπισμένων ελληνικών κρατών στη διεθνή γεωστρατηγική σκηνή. Δηλαδή ήταν η πρώτη απόπειρα εθνικής ενοποίησης των ων ουκ έστιν αριθμός ελληνικών πόλεων-κρατών της κλασσικής περιόδου. (Περισσότερα στοιχεία)
Κοίνος του Πολεμοκράτη: ένας από τους παλαιότερους πεζέταιρους. Διοικητής τάξης πεζεταίρων, ταξιάρχης στη βαλκανική εκστρατεία και στη μάχη του Γρανικού (334). Το χειμώνα του 334-333 ήταν ένας από τους νιόπαντρους αξιωματικούς, που οδήγησαν τους επίσης νιόπαντρους αδειούχους στη Μακεδονία. Ταξιάρχης στην Ισσό (333), στην Τύρο (332), στα Γαυγάμηλα (331) όπου τραυματίσθηκε, στις επιχειρήσεις κατά των Μάρδων και του Σατιβαρζάνη (330), ενώ μαζί με τον Αρτάβαζο καταδίωξε τον Σπιταμένη. Ήταν διοικητής της δύναμης, που το χειμώνα του 328-327 κατέλαβε επίκαιρα σημεία και ανάγκασε τον Σπιταμένη να εγκαταλείψει τον ανταρτοπόλεμο, να δώσει μάχη εκ παρατάξεως και να ηττηθεί με σημαντικές απώλειες. Ίσως ο Κοίνος να διέδωσε τη φήμη, ότι στην καταδίωξη του Σπιταμένη και των συμμάχων του συμμετείχε κι ο ίδιος ο Αλέξανδρος, η οποία φήμη έκανε τους συμμάχους του Σπιταμένη να τον δολοφονήσουν, για να απαλλαγούν από την οργή του Αλεξάνδρου. Πήρε μέρος στις επιχειρήσεις της Ινδίας, ενώ στη μάχη με τον Πώρο (326) πολέμησε ως ιππάρχης. Όταν οι Μακεδόνες αρνήθηκαν να περάσουν τον Ύφαση, ο Κοίνος ήταν ο μόνος, που τόλμησε να μιλήσει ανοιχτά στον Αλέξανδρο κατά της παραπέρα προέλασης. Πέθανε λίγες εβδομάδες αργότερα, ενώ η στρατιά ετοιμαζόταν να αρχίσει τον κατάπλου του Υδάσπη.
Κοίρανος: εταίρος από τη Βέροια. Το 331 διορίσθηκε υπεύθυνος για τη συλλογή των φόρων στη Φοινίκη.
Κοίρανος: διοικητής του συμμαχικού ιππικού στη μάχη των Γαυγαμήλων.
Κολχίς: παρευξείνια χώρα, μεταξύ της Αμπχαζίας και του ποταμού Ριόν (του αρχαίου Φάση). Σήμερα αποτελεί τμήμα της Γεωργίας. Ο πλούτος της χώρας αυτής προκάλεσε πολύ νωρίς το ενδιαφέρον των αρχαίων Ελλήνων εξερευνητών, στη δραστηριότητα των οποίων οφείλεται κι ο μύθος του Ιάσονα και του χρυσομάλλου δέρατος. Οι σημαντικότεροι εποικιστές της Κολχίδος ήταν οι Μιλήσιοι.
Κοτύλη: ισούται με 1/192 μεδίμνους ή 0,27 λίτρα.
Κούρτιος: ένας από τους ιστορικούς του Αλεξάνδρου.
Κρατερός του Αλεξάνδρου: πεζέταιρος από την Ορεστίδα, «ο πιό πιστός στον Αλέξανδρο, ο οποίος τον αγαπούσε όσο και τον εαυτό του». Πήρε μέρος σε όλες τις επιχειρήσεις στην Ασία κατά κανόνα ως ταξιάρχης, ενώ κατά περίπτωση ανελάμβανε τη διοίκηση μεγάλων στρατιωτικών τμημάτων, κυρίως των βαρυτέρων και πιό δυσκίνητων. Στη μάχη του Γρανικού (334) ήταν ταξιάρχης και στη μάχη της Ισσού (333) διοικούσε τους πεζούς του αριστερού κέρατος. Στην πολιορκία της Τύρου (332), όταν ο Αλέξανδρος με τους κυπριακούς και φοινικικούς στόλους επιτέθηκε κατά του τυριακού στόλου, ο Κρατερός μαζί με τον Κύπριο Πνυταγόρα διοικούσε το αριστερό κέρας του στόλου. Στη μάχη των Γαυγαμήλων (331) διοικούσε τους πεζούς του αριστερού κέρατος. Το 330 ήταν επικεφαλής των βαρυτέρων τμημάτων, που δεν μπορούσαν να ακολουθήσουν την καταδίωξη του Δαρείου και την ταχεία προέλαση του Αλεξάνδρου εναντίον του Σατιβαρζάνη στα Αρτακόανα. Πολιόρκησε την Κυρούπολη (329), όπου τραυματίσθηκε από βέλος, απώθησε ανταρτικές επιδρομές του Σπιταμένη (328), επικεφαλής 600 εταίρων συνέτριψε τους τελευταίους αντιστασιακούς θύλακες της Παρειτακηνής (327) και ήταν τριήραρχος στο στόλο του Υδάσπη (326). Επειδή ο Ηφαιστίων επικροτούσε όλες τις επιλογές του Αλεξάνδρου και έδειχνε μεγάλο ενθουσιασμό στην προώθηση των βαρβαρικών εθίμων, ο Αλέξανδρος τον χρησιμοποιούσε στις επαφές του με τους βαρβάρους. Αντίθετα ο Κρατερός ήταν προσκολλημένος στα πατροπαράδοτα έθιμα και ο Αλέξανδρος τον χρησιμοποιούσε στις επαφές του με τους Μακεδόνες και τους άλλους Έλληνες. Λόγω της συμπεριφοράς των δύο εταίρων ο Αλέξανδρος είχε χαρακτηρίσει τον μεν Ηφαιστίωνα φιλαλέξανδρο, τον δε Κρατερό φιλοβασιλέα. Όπως ήταν λογικό, ανάμεσα στον Ηφαιστίωνα και τον Κρατερό αναπτύχθηκε μία αντιπαλότητα, η οποία κάποια φορά στην Ινδία τους οδήγησε στο σημείο να βγάλουν τα ξίφη τους από τους κολεούς. Οι άλλοι εταίροι παρενέβησαν και απέτρεψαν τα χειρότερα, ενώ ο Αλέξανδρος τους επέπληξε έντονα και αυστηρά. Ορκίστηκε δε στον Άμμωνα και τους άλλους θεούς ότι τους αγαπούσε και τους δύο περισσότερο από κάθε άλλο άνθρωπο, αλλά αν έρχονταν ξανά σε αντιπαράθεση, θα σκότωνε ή και τους δύο ή όποιον έκανε την αρχή. Μετά τους ανάγκασε να συμφιλιωθούν και από τότε οι δύο αξιωματικοί απέφυγαν ακόμη και τα αστεία μεταξύ τους. Τον Ιούνιο του 325 επικεφαλής του βαρύτερου και πιό δυσκίνητου τμήματος καθώς και των απομάχων ο Κρατερός αποσπάσθηκε από την υπόλοιπη στρατιά και κατευθύνθηκε προς την Καρμανία μέσω Αραχωσίας και Δραγγιανής. Το Δεκέμβριο του ιδίου έτους συναντήθηκε με τον Αλέξανδρο στην Καρμανία και στον ομαδικό γάμο στα Σούσα (324) ο Αλέξανδρος τον πάντρεψε με μία ανηψιά του Δαρείου. Λίγους μήνες αργότερα τον έστειλε πίσω στη Μακεδονία επικεφαλής 10.000 απομάχων Μακεδόνων, για να αντικαταστήσει τον Αντίπατρο στη θέση του επιτρόπου. Επειδή είχε υποστεί πολλές σωματικές ταλαιπωρίες και υπήρχε φόβος να πεθάνει καθ’ οδόν, ορίστηκε ο Πολυπέρχων ως δεύτερος τη τάξει αξιωματικός. Όμως πρόλαβε να πεθάνει ο Αλέξανδρος (323) κι ο Κρατερός, που δεν είχε φτάσει ακόμη στη Μακεδονία, έμεινε χωρίς μερίδιο εξουσίας. Όταν αποστάτησαν οι Αθηναίοι, ο Αντίπατρος κάλεσε σε βοήθεια τον Κρατερό, που βρισκόταν στην Κιλικία με τους 10.000 Μακεδόνες. Το 321 έγινε η τελική σύγκρουση του Περδίκκα και των υποστηρικτών του με τους αντιπάλους του. Ο Κρατερός συγκρούσθηκε με τον Ευμένη, που φύλασσε τον Ελλήσποντο για λογαριασμό του Περδίκκα, και σκοτώθηκε στη μάχη, την οποία κέρδισε ο Ευμένης.
Κρατήρ: μεγάλο αγγείο, στο οποίο οι αρχαίοι Έλληνες αναμίγνυαν τον ἄκρατον οἶνον με νερό και από το οποίο γέμιζαν τα ποτήρια με οἶνον κεκραμένον. Στα αριστερά εικονίζεται ο επωνομαζόμενος «κρατήρας του Δερβενίου».
Κριτόδημος: κατά τον Αρριανό ήταν Κώος γιατρός από το γένος των Ασκληπιαδών. Χειρούργησε τον Αλέξανδρο και του αφαίρεσε το βέλος, που τον είχε χτυπήσει στο στήθος όταν πολιορκούσε την πόλη των Μαλλών (325). Ο Κούρτιος (9.5.25) τον αναφέρει ως Κριτόβουλο και ο Πλίνιος (Ν.Η.7.37) αναφέρει ότι στην Αυλή του Φιλίππου υπηρετούσε κάποιος Κριτόβουλος χειρουργός εξαιρετικής ικανότητας. Επίσης ο Αρριανός (Ινδική 18.7) αναφέρει ως τριήραρχο στον Ινδό κάποιον Κριτόβουλο του Πλάτωνα από την Κω, αλλά δεν είμαστε βέβαιοι ότι ήταν ο γιατρός του Αλεξάνδρου.
Κτησίας ο Κνίδιος: Έλληνας γιατρός από την Κνίδο της Δωρίδας. Υπηρέτησε ως υψηλόβαθμος αξιωματούχος στην περσική Αυλή και το 401 π.Χ. θεράπευσε το τραύμα του Αρταξέρξη Β΄ από τη μάχη κατά του Κύρου του Νεότερου και των Μυρίων. Το 397 π.Χ. αποσύρθηκε στην Κνίδο, όπου συνέγραψε τα «Περσικά» ενώ στα «Ινδικά» περιέλαβε μία διεξοδική περιγραφή του Ινδού και μία λιγότερο διεξοδική του Υδάσπη. Όμως ήταν τόσο μυθώδες σύγγραμμα, ώστε ήδη οι σύγχρονοί του το διάβαζαν ως μυθιστόρημα.
Κύλιξ: ποτήρι με χαμηλή και λεπτή βάση και δύο λαβές.
Κύνα: ήταν κόρη του Φιλίππου Β΄ με την Ιλλυριά πριγκήπισσα Αυδάτη, άρα ετεροθαλής αδελφή του Αλεξάνδρου. Αρχικά η Κύνα είχε παντρευτεί τον Αμύντα του Περδίκκα Γ΄, δηλαδή τον ανεψιό του Φιλίππου Β΄, εξάδελφό της και διάδοχο του μακεδονικού θρόνου. Ο Αλέξανδρος την προσέφερε (335) ως σύζυγο στο Λάγγαρο, το βασιλιά των Αγριάνων, ο οποίος πέθανε πριν προλάβει να την παντρευτεί. Αυτό σημαίνει ότι ο Αμύντας δεν ήταν πια σύζυγός της και, αν λάβουμε υπόψη τα κληρονομικά δικαιώματά του στο θρόνο, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι ο Αλέξανδρος είχε βγάλει από τη μέση τον ξάδερφό του μετά τη δολοφονία του Φιλίππου (336).
Κυρβασία: κάλυμμα κεφαλής των αρχαίων ασιατικών λαών, κατά πάσα πιθανότητα παραλλαγή κατ' έθνος και κοινωνική τάξη της τιάρας και της κιδάρεως. Η συνήθης κυρβασία φαίνεται ότι αναδιπλωνόταν κι έπεφτε προς τα εμπρός, όπως και η τιάρα.
Κυρηναϊκή: η περιοχή περί την Κυρήνη, την αποικία, που ίδρυσε το 630 π.Χ. η Θήρα στη Β. Αφρικής Σήμερα λέγεται Γκρέννα, ενώ στους ελληνιστικούς χρόνους λεγόταν Πεντάπολις και περιελάμβανε τις πόλεις Απολλωνία (Σούζα-Χαμάμ), Βάρκα (Μπεν-Γκάζι), Ευεσπερίδες, Κυρήνη και Ταύχειρα (χωριό Τόκρα).
Κύρος ο νεώτερος: γιός του Δαρείου Β΄ και της Παρυσάτιδος, μικρότερος αδελφός του Αρταξέρξη Β΄. Γεννήθηκε το 423, το 407 ανέλαβε την εποπτεία των σατραπειών της Λυδίας, Μεγάλης Φρυγίας και Καππαδοκίας και το 404 αποπειράθηκε ανεπιτυχώς να δολοφονήσει τον αδελφό του, που ήταν Μέγας Βασιλεύς, για να σφετερισθεί το θρόνο, αλλά παρενέβη η Παρύσατις που ευνοούσε τον Κύρο και κατάφερε να τον απαλλάξει από τις συνέπειες. Ωστόσο ο Κύρος δεν είχε παραιτηθεί από τις επιδιώξεις του. Προσέλαβε πολλούς Έλληνες μισθοφόρους, τους επωνομασθέντες Μύριους, και επικεφαλής τους προέλασε κατά του αδελφού του. Το 401 αντιμετώπισε τα βασιλικά στρατεύματα κοντά στα Κούναξα σε μία μάχη, κατά την οποία νίκησαν τα δικά του στρατεύματα, αλλά σκοτώθηκε ο ίδιος, ενώ ο Αρταξέρξης τραυματίσθηκε και τον περιέθαλψε ο Κτησίας.
Κύων: αστερισμός του νοτίου ημισφαιρίου με μεγαλύτερο αστέρα τον Κύνα ή Σείριο. Ανατέλλει την 22α Ιουλίου και είναι ιδιαίτερα ορατός το χειμώνα.
Κῶμος: ήταν το χαρούμενο γλέντι με μουσική και χορό. Πολλές φορές οι συμμετέχοντες κατέληγαν σε πομπώδη παρέλαση. Έβγαιναν στους δρόμους στεφανωμένοι, κρατώντας λαμπάδες, τραγουδώντας, χορεύοντας και παίζοντας.
Λ
Λάδη: νησάκι μπροστά από το αρχαίο λιμάνι της Μιλήτου, το οποίο προστάτευε. Σήμερα έχει ενσωματωθεί στη στεριά λόγω των προσχώσεων του ποταμού Μαιάνδρου.
Λαομέδων του Λάριχου: αδελφός του Εριγύιου, εταίρος από την Αμφίπολη κατά τον Αρριανό, ενώ κατά το Διόδωρο καταγόταν από τη Μυτιλήνη. Το 337 εξορίστηκε κι αυτός από τον Φίλιππο μετά την παρεξήγηση στο γαμήλιο δείπνο και αποκαταστάθηκε όταν ο Αλέξανδρος ανέβηκε στο θρόνο (336). Ήταν δίγλωσσος, στα ελληνικά και «στα βαρβαρικά» (μάλλον στα περσικά), και γι’ αυτό ορίστηκε υπεύθυνος για τους βάρβαρους αιχμαλώτους, που πάντοτε είναι μία πολύ καλή πηγή πληροφοριών. Στην κάθοδο του Υδάσπη (326) ήταν τριήραρχος.
Λάρναξ: κιβώτιο, όπου οι αρχαίοι Έλληνες τοποθετούσαν γενικά πολύτιμα πράγματα καθώς και την τέφρα ή τα οστά νεκρού προς ενταφιασμό.
Λειτουργία: στην Αθήνα ήταν βαρύ δημόσιο έργο. Την ανέθετε η πολιτεία στους πλουσιότερους πολίτες, που την διεκπεραίωναν με δικά τους έξοδα. Υπήρχαν εγκύκλιες λειτουργίες (γυμνασιαρχία, χορηγία, εστίασις) και έκτακτες λειτουργίες (όπως η τριηραρχία). Εκτός από αυτές, που ήταν οι πολιτικές (των Αθηναίων πολιτών) υπήρχαν και άλλες λειτουργίες, που βάρυναν τους μετοίκους. Εκτός από την Αθήνα και τη Μακεδονία ο θεσμός των λειτουργιών υπήρχε και σε άλλα ελληνικά κράτη, όπως η Σίφνος και η Μυτιλήνη.
Λεοννάτος του Ανταίου: εταίρος από την Πέλλα, ένας από τους επικεφαλής των σωματοφυλάκων του Αλεξάνδρου. Καταδίωξε τον Παυσανία μετά τη δολοφονία του Φιλίππου και τον σκότωσε (336). Μετά τη μάχη της Ισσού (333) ο Αλέξανδρος τον έστειλε να καθησύχαση την οικογένεια του Δαρείου, την οποία εγκατέλειψε φεύγοντας. Πρωταγωνίστησε στην υποταγή της πρόσω Ινδίας (327-326) και τραυματίσθηκε κατά τη διάρκεια μιάς πολιορκίας. Το 325 μαζί με τον διμοιρίτη Αβρέα και τον υπασπιστή Πευκέστα, ήταν οι μόνοι που πρόλαβαν να ακολουθήσουν τον Αλέξανδρο μέσα από τα τείχη των πόλης των Μαλλών. Αφού σκοτώθηκε ο Αβρέας, ο Λεοννάτος με τον Πευκέστα, που κρατούσε την ιερή ασπίδα από την Τροία, προστάτεψαν τον σχεδόν θανάσιμα τραυματισμένο Αλέξανδρο από τα καταιγιστικά τοξεύματα των Μαλλών. Λίγους μήνες αργότερα ο Αλέξανδρος τον άφησε στη χώρα των Ωρειτών, για να την υποτάξει και για να συγκεντρώσει εφόδια για το στόλο. Ο Λεοννάτος συνέτριψε τις δυνάμεις των Ωρειτών και των συμμάχων τους με ελάχιστες απώλειες και παρέδωσε στον Νέαρχο εφόδια για 10 ημέρες. Δεν συμφωνούσε με την προσκύνηση και σε κάποιο συμπόσιο, βλέποντας έναν Πέρση να προσκυνά, εκφράσθηκε χλευαστικά με αποτέλεσμα να προκαλέσει την (ευτυχώς πρόσκαιρη) οργή του Αλεξάνδρου. Το 324 στα Σούσα ο Αλέξανδρος τον στεφάνωσε (=παρασημοφόρησε) δημοσίως με χρυσό στεφάνι για την όλη δράση του στην Ινδία. Όταν πέθανε ο Αλέξανδρος (323) ήταν ιππάρχης και ορίσθηκε μαζί με τον Περδίκκα κηδεμόνας του μελλογέννητου Αλεξάνδρου Δ΄. Κατά τη διανομή του κράτους πήρε τη σατραπεία της Ελλησποντικής Φρυγίας, που είχε μεγάλη στρατηγική σημαία. Συμμάχησε με τον Αντίπατρο και τον Κρατερό κατά του Λεωσθένη και σκοτώθηκε το 322 στη μάχη της Λαμίας.
Λεοννάτος του Αντίπατρου: εταίρος από τις Αιγές.
Λεοννάτος του Εύνου: εταίρος από την Πέλλα.
Λεοννάτος του Όνασου: Το 331 στην Αίγυπτο ο Αλέξανδρος τον όρισε σωματοφύλακα στη θέση του Αρρύβα, που πέθανε από ασθένεια.
Λευκανία: η περιοχή μεταξύ κόλπου Τάραντα και Τυρρηνικής θάλασσας.
Λεωνίδας: ήταν συγγενής της Ολυμπιάδος και επικεφαλής των παιδαγωγών του Αλεξάνδρου στα πρώτα χρόνια της ζωής του. Τον δίδαξε να είναι εγκρατής, να ζεί λιτά και, για να είναι βέβαιος ότι δεν αναμιγνυόταν η Ολυμπιάς, έλεγχε σχολαστικά τα ατομικά είδη του νεαρού διαδόχου μήπως τον είχαν προμηθεύσει κάτι περισσότερο ή πολυτελέστερο από τα απολύτως απαραίτητα. Ίσως η σχέση του με τον Αλέξανδρο να φαίνεται από το θρυλούμενο περιστατικό με το λιβάνι.
Λεωσθένης: Αθηναίος στρατηγός. Μόλις πέθανε ο Αλέξανδρος (323), οι Αθηναίοι του έδωσαν μέρος από τις δωρεές του Άρπαλου, οπλισμό και την εντολή να στρατολογήσει μισθοφόρους και να εξασφαλίσει συμμάχους, για να αποστατήσουν από το Κοινό Συνέδριο των Ελλήνων. Με τις δυνάμεις αυτές και τους συμμάχους του ο Λεωσθένης απέκοψε τον Αντίπατρο από τον Κρατερό και το Λεοννάτο, τον νίκησε στο πεδίο της μάχης και τον πολιόρκησε στη Λαμία. Μόλις όμως αποχώρησαν οι Αιτωλοί σύμμαχοί του, ο Αντίπατρος βρήκε την έξοδο να επιχειρήσει έξοδο και να δώσει μάχη στην οποία σκοτώθηκε ο Λεωσθένης.
Λιβανωτός ή λιβάνι: λέγεται η αρωματική ελαιορητίνη του δέντρου βοσουελλία η καρτέρειος. Χρησιμοποιήθηκε ως θυμίαμα εδώ και χιλιάδες χρόνια από τους περισσότερους λαούς της Μέσης Ανατολής, τους αρχαίους Έλληνες και τελικά πέρασε στο τυπικό της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η αξία του φαίνεται από τον φόρο, που επέβαλε ο Δαρείος στους Άραβες (1.000 τάλαντα ή 26,6 τόνους λιβανωτού) και από το παρακάτω περιστατικό μεταξύ Μεγάλου Αλεξάνδρου και Λεωνίδα (Πλούταρχος, Αλέξανδρος 25.7-8). Κάποτε, προφανώς όταν ο Αλέξανδρος βρισκόταν ακόμη στην προεφηβική ηλικία, έρριξε στο θυσιαστήριο όλο το θυμίαμα, που είχε πιάσει και με τα δύο του χέρια. Τότε ο Λεωνίδας τον επέπληξε λέγοντας «Αλέξανδρε, να θυμιατίζεις τόσο πλούσια, όταν καταλάβεις κάποια αρωματοφόρα χώρα. Ως τότε να κάνεις οικονομία σ’ αυτά που έχεις». Πολλά χρόνια αργότερα, σε κάποια φάση της εκστρατείας, ο Αλέξανδρος έστειλε στον παλιό παιδαγωγό του 500 τάλαντα (13,3 τόνους) λιβάνι και 100 τάλαντα (2,66 τόνους) σμύρνα, γράφοντάς του «Σου στείλαμε άφθονο λιβάνι και σμύρνα, ώστε να πάψεις να μιλάς για οικονομία σχετικά με τους θεούς». Το λιβάνι επί πολλούς αιώνες εθεωρείτο δώρο αντάξιο για βασιλείς, και γι’ αυτό οι τρεις Μάγοι προσέφεραν στον νεογέννητο Ιησού χρυσό, σμύρνα και λιβάνι.
Λιβύη: αρχαίο όνομα της Β. Αφρικής χωρίς την Αίγυπτο, την οποία μέχρι τον Πτολεμαίο τοποθετούνταν στην Ασία (Οδύσσεια δ.85, Ηρόδοτος Δ.145-κε). Η Λιβυκή έρημος κείται μεταξύ Αιγύπτου, Κεντρικού Σουδάν, Τριπολίτιδας, σχηματίζει το ΒΑ άκρο της Σαχάρας και έχει πολλές οάσεις, όπως η Κυρηναϊκή.
Λιμένας των Αχαιών: βρισκόταν ανάμεσα στο Σίγειο (Γενί Σεχίρ) και το Ροίτειο (Τοπ Τασσί), στο σημείο, όπου εκβάλλουν στη θάλασσα ο Σκάμανδρος (Μεντερές) και ο Σιμόεις (Ορτά Κετσί).
Λύκος: είναι ο ποταμός μεγάλος Ζαβ, με πλάτος πάνω από 137μ, βάθος τουλάχιστον 3μ και σε απόσταση περί τα 32 χμ από το πεδίο της μάχης των Γαυγαμήλων.
Λυσίμαχος του Αγαθοκλή: εταίρος από την Πέλλα. Το 326 στη μάχη του Υδάσπη πολέμησε δίπλα στον Αλέξανδρο ως σωματοφύλακας και τραυματίσθηκε στην πολιορκία των Σαγγάλων. Ήταν επίσης μαθητής του Κάλανου, ο οποίος του χάρισε τον ίππο του λίγο πριν αυτοπυρποληθεί το 324 στις Πασαργάδες. Μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου (323) ανέλαβε τη διοίκηση των Θρακών και των άλλων παρευξείνιων λαών και το 321 παντρεύτηκε τη Νίκαια, κόρη του Αντίπατρου και χήρα του δολοφονημένου Περδίκκα. Το 306 ανακυρύχθηκε βασιλιάς της Θράκης, το 301 πολέμησε μαζί με τον Σέλευκο στην Ιψό κατά του Αντίγονου, από τον οποίο απέσπασε πολλά ασιατικά εδάφη. Σκοτώθηκε το 281 πολεμώντας εναντίον του Σέλευκου.
Λύσιππος: ο διαπιστευμένος στην Αυλή του Αλεξάνδρου γλύπτης. Ήταν ο μόνος που είχε το δικαίωμα να κάνει προτομές του Αλεξάνδρου.
http://www.alexanderofmacedon.info/greek/A1gr.htm
Αναγνώστες
Πέμπτη 11 Μαρτίου 2010
Τρίτη 9 Μαρτίου 2010
ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΟ ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ ΟΝΟΜΑΤΩΝ
Β
Βαγώας: ήταν ένας «εξαιρετικά ωραίος ευνούχος στην ακμή της νιότης του», με τον οποίο ο Δαρείος είχε ερωτικές σχέσεις. Τον παρέδωσε στον Αλέξανδρο μαζί με άλλα δώρα ο Ναβαρζάνης, όταν παραδόθηκε στην Υρκανία (330). Αν είναι το ίδιο πρόσωπο με τον Βαγώα του Φαρνούχη, τον οποίο αναφέρει ο Αρριανός ως τον μόνο βάρβαρο τριήραρχο στον Υδάσπη (326), πρέπει να υποθέσουμε ότι συνδέθηκαν ερωτικά ήδη από την Ινδία. Όμως ο Βαγώας οπωσδήποτε ήταν η αγαπημένη παλλακίδα του Αλεξάνδρου ένα χρόνο αργότερα. Σε μία σύντομη στάση για ξεκούραση και διασκέδαση μετά την έρημο της Γεδρωσίας (325) ο Βαγώας νίκησε σε έναν αγώνα χορών και κάθισε στολισμένος δίπλα στον Αλέξανδρο. Τότε οι Μακεδόνες άρχισαν να χειροκροτούν και να φωνάζουν να τον φιλήσει, ώσπου ο Αλέξανδρος πράγματι τον αγκάλιασε και τον φίλησε. Ο Κούρτιος αποδίδει στο Βαγώα συνομωσία, που κατέληξε στην εκτέλεση του Ορξίνη (324) (6.5.23, 10.1.22.38).
Βαγώας: ήταν ο κορυφαίος ευνούχος στην Αυλή του Αρταξέρξη Γ΄ ή Ώχου και κατόρθωσε να αποκτήσει απίστευτη ισχύ. Το 338 έκρινε ότι ο Αρταξέρξης δεν ήταν πλέον αρκετά πειθήνιος, τον δηλητηρίασε και ανέβασε στο θρόνο του Μεγάλου Βασιλέως τον Αρσή, για να τον δηλητηριάσει κι αυτόν και όλη την οικογένειά του το 326. Οι παλαιότερες δολοφονίες του Ώχου και οι πρόσφατες του Βαγώα είχαν περιορίσει πολύ τους υποψήφιους για το θρόνο του Μεγάλου Βασιλέως, στον οποίο ο Βαγώας υποχρεώθηκε να ανεβάσει ένα μακρυνό συγγενή των προηγουμένων. Σύντομα ο μηχανορράφος ευνούχος έκρινε ακατάλληλο και τον τρίτο κατά σειράν εκλεκτό του, αλλά ο Δαρείος Γ΄ κατάλαβε τις προθέσεις του Βαγώα και τον υποχρέωσε να πιεί εκείνος το δηλητηριασμένο κρασί.
Βάκχαι: οι μαινάδες, οι τελούσες τα όργια (μυστικές τελετές όπως ακριβώς και τα Μυστήρια) του Βάκχου και κατεχόμενες από τον θεό γυναίκες.
Βακχεία: η εορτή του Βάκχου, η ξέφρενη ευθυμία.
Βακχεύω: γιορτάζω τη γιορτή του Βάκχου, τελώ τα Μυστήρια του Βάκχου (ιδίως στις μεγάλες τριετηρίδες).
Βάκχος: σχετικά νεότερο όνομα του θεού Διονύσου, που χρησιμοποιεί για πρώτη φορά (Διόνυσος Βάκχειος) ο Σοφοκλής (496-406) και συχνότερα ο Ευριπίδης (480-407). Αντίθετα προς τη συνήθη αντίληψη, ο Διόνυσος ήταν μία σημαντική θεότητα και εθεωρείτο ως εκπολιτιστής των ανθρώπων, ως εμπνευστής του ευγενούς ενθουσιασμού και ως σύμβολο της γενετήσιας και παραγωγικής δύναμης της Φύσης. Λόγω της σπουδαιότητας του θεού Διονύσου, στην Αθήνα ετελούντο 4 εορτές (Διονύσια ιερά) κατά τέσσερις διαδοχικούς μήνες (Ποσειδεώνα, Γαμηλιώνα, Ανθεστηριώνα και Ελαφηβολιώνα): τα κατ΄ αγρούς ή εν αγροίς, τα εν λίμναις ή Λίναια, τα Ανθεστήρια και τα κατ΄ άστυ ή εν άστει ή Μεγάλα Διονύσια ιερά ή απλώς Διονύσια ιερά
Βάλακρος του Αμύντα: στις Κελαινές (333) ορίστηκε στρατηγός των συμμάχων στη θέση του Αντίγονου. Στην Αίγυπτο (331) ορίστηκε συνδιοικητής της στρατιάς, που παρέμεινε εκεί.
Βάλακρος: Αρχηγός των ακοντιστών, στα Γαυγάμηλα (331) βοήθησε στην εξουδετέρωση των δρεπανηφόρων αρμάτων. Επικεφαλής των ψιλών, στη σύγκρουση με τους Σκύθες (329) συνεργάσθηκε με τους ιππείς.
Βάρβαροι: οι αρχαίοι Έλληνες όριζαν ότι «πας μη Έλλην [είναι] βάρβαρος». Φαίνεται ότι η χρήση αυτού του όρου για τους μη Έλληνες άρχισε, πριν αρχίσει η χρήση του κοινού ονόματος «Έλληνες» για τα ελληνικά έθνη, διότι ο Όμηρος (9ος π.Χ αιώνας), που αγνοεί τη χρήση του κοινού εθνικού ονόματος Έλληνες, κάνει λόγο για «Κάρες βαρβαρόφωνους». Κατά μία εκδοχή ο όρος είναι ηχοποίητος και προήλθε από το ότι η ομιλία των ξένων λαών άφηνε στους Έλληνες την ακουστική εντύπωση «βαρ-βαρ». Ωστόσο είναι ενδεχόμενο να μην είναι ελληνικός όρος, αφού ο Ηρόδοτος (5ος π.Χ αιώνας) λέει ότι «έτσι [βαρβάρους] αποκαλούν οι Αιγύπτιοι, όσους δεν μιλάνε τη γλώσσα τους» (Ιλιάδα Β.867, Ηρόδοτος Β.158).
Βαρσαέντης: σατράπης των Δραγγών και των Αραχωτών. Στη μάχη των Γαυγαμήλων (331) διοικούσε τους υπηκόους του και τους ορεσίβιους Ινδούς (τους κατοίκους του Κασμίρ και Τζαμμού). Το 330 μαζί με τον Ναβαρζάνη και τον Βήσσο συνέλαβε τον Δαρείο ως ανίκανο να ηγηθεί της αντίστασης κατά του εισβολέα. Όταν τους πλησίασε ο Αλέξανδρος, μαζί με τον Σατιβαρζάνη τραυμάτισε θανάσιμα το Δαρείο, τον εγκατέλειψε και κατέφυγε στην πρωτεύουσα της Δραγγιανής. Όταν πλησίαζε η στρατιά του Αλεξάνδρου, κατέφυγε στην πρόσω Ινδία, αλλά οι Ινδοί τον συνέλαβαν και τον έστειλαν σιδηροδέσμιο στον Αλέξανδρο, για να μην μπουν στο στόχαστρό του. Ο Αλέξανδρος τον καταδίκασε σε θάνατο.
Βαρσίνη: έτσι ονομάζει ο Αρριανός τη μεγαλύτερη κόρη του Δαρείου, την οποία παντρεύτηκε ο Αλέξανδρος στον ομαδικού γάμο στα Σούσα (324).
Βαρσίνη: ήταν κόρη του Αρτάβαζου και διαδοχικά χήρα των Ροδίων αδελφών Μέντορα και Μέμνονα. Ως έτος γέννησής της προτείνεται το 355 π.Χ., δηλαδή φέρεται ως συνομήλικη του Αλεξάνδρου. Είχε ελληνική παιδεία και μαζί με τον αυτοεξόριστο πατέρα της είχε περάσει ένα διάστημα (353-343) στην Αυλή του Φιλίππου Β΄, όπου ίσως γνώρισε τον Αλέξανδρο. Όταν συνελήφθη αιχμάλωτη στο περσικό στρατόπεδο της Ισσού (333), ο Παρμενίων φέρεται να την προξένεψε στον Αλέξανδρο, ο οποίος έκανε μαζί της ένα γιο, τον Ηρακλή (Πλούταρχος Αλέξανδρος 21.7-9, Διόδωρος 16.52.3, 20.20.1, Κούρτιος 3.13.14, 10.6.11, Ιουστίνος 11.10.2-3).
Βασίλειοι εφημερίδες: ήταν το ημερολόγιο της Αυλής. Αρχιγραμματέας ήταν ο Ευμένης ο Καρδιανός και ένας άλλος υπεύθυνος ήταν ο Διόδοτος από τις Ερυθρές. Ο Στράττις ο Ολύνθιος (μάλλον σύγχρονος του Αλεξάνδρου) έγραψε πέντε βιβλία για τις Βασίλειες Εφημερίδες, που ίσως απετέλεσαν πηγή για μεταγενέστερους συγγραφείς. Οι διαφορές στις διηγήσεις των ιστορικών αρχίζουν με τη σύλληψη του Καλλισθένη, οπότε οι Βασίλειες Εφημερίδες δεν ήταν πλέον διαθέσιμες στους ιστορικούς, οι οποίοι μέχρι τότε βασίζονταν στον Καλλισθένη. Έχουμε πάλι μία γενική συμφωνία μεταξύ των ιστορικών για το θάνατο του Αλεξάνδρου, οπότε όλοι φαίνεται ότι ανατρέχουν στις Βασίλειες Εφημερίδες. Ο Αρριανός κι ο Πλούταρχος μας δίνουν την αναλυτική αφήγηση των τελευταίων ημερών του Αλεξάνδρου, βασιζόμενοι σ’ αυτές (Robinson C. A., The ephemerides of Alexander’s expedition, Providence, Brown University, 1932. σελ 11 & 63).
Βήσσος: σατράπης της Βακτριανής. Στη μάχη των Γαυγαμήλων (331) διοικούσε τους Ινδούς της πρόσω Ινδίας, τους Βάκτριους και τους Σογδιανούς. Το 330 ηγήθηκε πραξικοπήματος, στο οποίο συμμετέσχαν ο Ναβαρζάνης και ο Βαρσαέντης και με το οποίο ανετράπη και συνελήφθη ο Δαρείος. Όταν τους πλησίασε ο Αλέξανδρος, ο Βαρσαέντης και ο Σατιβαρζάνης τραυμάτισαν θανάσιμα κι εγκατέλειψαν τον Δαρείο. Ο Βήσσος κατέφυγε στην πρωτεύουσα της σατραπείας του με όσους σκόπευαν να αντισταθούν στον Αλέξανδρο, αυτοανακηρύχθηκε Βασιλιάς της Ασίας και πήρε το δυναστικό όνομα Αρταξέρξης. Την άνοιξη του 329, όταν ο Αλέξανδρος πλησίαζε στα Βάκτρα, ο Βήσσος τράπηκε σε φυγή χωρίς να προβάλει την παραμικρή αντίσταση και αφού προηγουμένως κατέστρεψε την αγροτική παραγωγή στην περιοχή ανατολικά των Βάκτρων, ώστε να καθυστερήσει την προέλαση του Αλεξάνδρου. Τότε οι συνεργάτες του, Σπιταμένης και Δαταφέρνης, οι οποίοι προφανώς σκόπευαν να αντισταθούν και όχι να δώσουν αξιώματα στους εαυτούς τους, φρόντισαν ώστε ο Βήσσος να πέσει στα χέρια του Αλεξάνδρου και συνέχισαν μόνοι τους την αντίσταση. Πράγματι ο καλοκαίρι του 329 ο Πτολεμαίος του Λάγου συνέλαβε καθ’ υπόδειξή τους τον Βήσσο κοντά στα Ναύτακα της Σογδιανής και ο Αλέξανδρος τον έστειλε στα Βάκτρα. Από εκεί το χειμώνα του ιδίου έτους τον έστειλε στα Εκβάτανα, για να εκτελεσθεί από το Συμβούλιο των Μήδων και των Περσών, αφού πρώτα διέταξε να του κόψουν τη μύτη και τους λοβούς των αυτιών, σύμφωνα με τον περσικό νόμο.
Βουκεφάλας: ο αγαπημένος ίππος του Αλεξάνδρου. Λέγεται ότι ήταν μεγαλόσωμος, γενναίος και ότι ονομάστηκε έτσι, είτε επειδή ήταν μαρκαρισμένος με ένα κεφάλι βοδιού είτε επειδή, ενώ ήταν μαύρος, είχε στο κεφάλι του ένα άσπρο σημάδι σε σχήμα κεφαλής βοδιού. Ήταν θεσσαλικός ίππος και ένας Θεσσαλός έμπορος, ο Φιλόνικος, τον είχε οδηγήσει στη Μακεδονία για να τον πουλήσει στη βασιλική Αυλή. Ο Φίλιππος απέρριψε την αγορά του, επειδή ήταν δύστροπος ίππος και δεν ανεχόταν ούτε καν τη φωνή των ακολούθων του. Ο Αλέξανδρος αγνόησε τις συμβουλές των παρισταμένων και επέμενε ότι επρόκειτο για εξαιρετικό ίππο και ότι μπορούσε να τον δαμάσει. Αφού δήλωσε ότι σε περίπτωση αποτυχίας του δεχόταν να καταβάλει ο ίδιος το αντίτιμο του Βουκεφάλα ως τιμωρία για την αλαζονεία του προς τους ειδικούς, ο Φίλιππος παζάρεψε την τιμή, που τελικά έκλεισε στα 13 αργυρά τάλαντα. Κατά τα θρυλούμενα ο Αλέξανδρος είχε καταλάβει ότι ο Βουκεφάλας φοβόταν τη σκιά του και με τους κατάλληλους χειρισμούς κατάφερε να τον δαμάσει, αποσπώντας τις επευφημίες των ειδικών και την υπερηφάνεια του πατέρα του. Ο βασιλικός πολεμικός ίππος είχε μοιραστεί όλες τις κακουχίες και τους κινδύνους της εκστρατείας με τον Αλέξανδρο, τον μόνο που δεχόταν ως αναβάτη και ο οποίος τον αγαπούσε πολύ. Το 330 στη χώρα των Ούξιων ή στην Υρκανία ή στη χώρα των Μάρδων τον απήγαγαν οι βάρβαροι και ο Αλέξανδρος διαμήνυσε στους κατοίκους ότι, αν δεν του τον επέστρεφαν, θα τους έσφαζε όλους, και μόνο τότε του τον επέστρεψαν. Ο Πλούταρχος λέει ότι, επειδή ο Βουκεφάλας ήταν ήδη γέρος και ο Αλέξανδρος τον ίππευε μόνο στις μάχες. Ισχυρίζεται όμως ότι στη μάχη του Γρανικού ίππευε άλλον ίππο, ο οποίος και σκοτώθηκε. Σύμφωνα με τους Ιουστίνο και Διόδωρο, ο Βουκεφάλας σκοτώθηκε στη μάχη του Υδάσπη (326), ενώ κατ΄ άλλους μη κατονομαζόμενους αρχαίους συγγραφείς πληγώθηκε στη μάχη, και υπέκυψε αργότερα. Κατά τον Ονησίκριτο πέθανε από τον καύσωνα και τα γηρατειά σε ηλικία 30 ετών, ενώ οι ίπποι ζουν 20 χρόνια, και αναπόφευκτα θυμόμαστε το άλλο μύθευμα του ιδίου με τις Αμαζόνες. Αν το 326 ο Βουκεφάλας ήταν πράγματι 30 ετών, τότε στη μάχη του Γρανικού (334) θα ήταν 22 ετών, δηλαδή θα είχε ξεπεράσει κατά δύο έτη το προσδόκιμο ζωής των ίππων, ενώ ο Αλέξανδρος θα τον είχε αποκτήσει όταν είχε ηλικία πάνω απ’ το μισό του προσδόκιμου. Συνεπώς δεν είναι λογικό ούτε ο Φίλιππος Β΄ να ακριβοπλήρωσε έναν μεγάλης ηλικίας ίππο ως τον πολεμικό ίππο του τότε διαδόχου του, όπως δεν είναι λογικό ο Αλέξανδρος ως βασιλιάς της Μακεδονίας να ίππευε ένα γερασμένο άλογο. Εν πάσει περιπτώσει στη δυτική όχθη του Υδάσπη και στο σημείο, όπου πέρασε τον ποταμό, ο Αλέξανδρος φέρεται να θεμελίωσε μία πόλη και την ονόμασε Βουκεφάλα εις μνήμην του ίππου του.
Βραγχίδαι: ήταν ιερατικό και μαντικό γένος της Ιωνίας. Είχε ως γενάρχη τον Βράγχο, ο οποίος είχε διδαχθεί τη μαντική τέχνη από τον Απόλλωνα. Οι Βραγχίδες εκμεταλλεύονταν το μαντείο του Απόλλωνα στην πόλη Δίδυμα (18 χμ νότια της Μιλήτου) και από την εποχή του Κύρου του Μεγάλου (553) σε κάθε ευκαιρία χρησμοδοτούσαν υπέρ των περσικών συμφερόντων. Προφανώς είχαν αντιληφθεί ότι η Περσία ήταν η ανερχόμενη υπερδύναμη της εποχής και φρόντιζαν για τα δικά τους συμφέροντα, αδιαφορώντας για τα ευρύτερα ελληνικά. Λίγα χρόνια αργότερα (495) σε αντίποινα της εξέγερσης της Ιωνίας κατά των Περσών, στην οποία συμμετέσχαν δραστήρια και οι Μιλήσιοι, ο Δαρείος Α΄ κατέστρεψε τον ναό και λεηλάτησε τους θησαυρούς του μαντείου. Το 479, μετά την ήττα του Ξέρξη στην Ελλάδα και τα αντίποινα των Ελλήνων στα μέχρι τότε περσικά εδάφη, οι Βραγχίδες, που είχαν συνεργαστεί υποδειγματικά με τους Πέρσες κατά των Ελλήνων, ζήτησαν από τον Ξέρξη να τους μετεγκαταστήσει. Το αίτημά τους έγινε αποδεκτό και μετεγκαταστάθηκαν στη Σογδιανή, στις όχθες του Ώξου (Αμού Ντάρυα), όπου έχτισαν ναό του Διδυμαίου Απόλλωνα (νότια του Αμού Ντάρυα στο σημερινό Αφγανιστάν) και μία πόλη, το λεγόμενο Βραγχιδών άστυ (βόρεια του Αμού Ντάρυα στο σημερινό Ουζμπεκιστάν). Το 329, όταν ο Αλέξανδρος πέρασε τον Ώξο, οι Βραγχίδες τον υποδέχθηκαν ενθουσιωδώς, αλλά σύμφωνα με το Διόδωρο, τον Κούρτιο και τα αρχαιολογικά ευρήματα στην περιοχή, εκείνος έσφαξε τους κατοίκους και αφάνισε την πόλη (Ηρόδοτος ΣΤ.19).
Βραχμάνες: Οι Ινδοί χωρίζονταν σε 7 γένη (κοινωνικές τάξεις ή κάστες) με πρώτο στην ιεράρχηση εκείνο των Βραχμάνων φιλοσόφων, που έκαναν ασκητική ζωή και γι’ αυτό οι Έλληνες τους ονόμασαν γυμνοσοφιστές. Το γένος τους ήταν το μικρότερο σε αριθμό, αλλά απολάμβανε των περισσότερων τιμών και τεράστιας εκτίμησης. Ήταν το μόνο, που είχε το δικαίωμα να μαντεύει και να καθορίζει τον τρόπο των προσφορών και θυσιών προς τους θεούς. Μάλιστα, τυχόν θυσίες ή προσφορές χωρίς την έγκριση των Βραχμάνων εθεωρείτο ότι δεν γίνονταν δεκτές από τους θεούς. Ο Αλέξανδρος ήλθε για πρώτη φορά σ’ επαφή με το πανίσχυρο ιερατείο των Βραχμάνων στα Τάξιλα (326) (Αρριανός Ζ.1., Ζ.2.& Ινδική 11 Πλούταρχος, Αλέξανδρος 65.). Με την τεράστια επιρροή στους ομοεθνείς τους, οι Βραχμάνες υποκίνησαν τόσο λυσσώδη αντίσταση, ώστε πολλές φορές οι Ινδοί δεν δίστασαν να αυτοπυρποληθούν μέσα στις πόλεις τους, για να μην παραδοθούν ή αιχμαλωτισθούν. Προκειμένου να κάμψει αυτήν την αντίσταση, ο Αλέξανδρος προέβη σε εξαιρετικά εκτεταμένες σφαγές μαχίμων και αμάχων Ινδών.
Βρεττία: η σημερινή εσωτερική Καλαβρία.
Γ
Γανδάρα: Οι Ινδοί περιλάμβαναν στον όρο αυτό τη χώρα των Γανδαριδών, τη Γανδαρίδα και τη Γανδαρίτιδα. Η χώρα των Γανδαριδών εκτεινόταν από τον μέσο ρου ως τις εκβολές του Γάγγη και οι κάτοικοί της, οι Γανδαρίδες, εθεωρούντο ως «ο πιο πολυάνθρωπος ινδικός λαός, εναντίον των οποίων δεν εξεστράτευσε ο Αλέξανδρος λόγω του πλήθους των ελεφάντων, που διαθέτουν» (Διόδωρος ΙΗ.6.1). Η Γανδαρίς βρισκόταν στο κέντρο περίπου του σημερινού Παντζάμπ και μετά την κατάκτησή της από τον Αλέξανδρο εξελίχθηκε σε σημαντικό κέντρο πολιτισμού, όπου η ινδική τέχνη επιρρεάστηκε πολύ από την ελληνική. Είναι η περιοχή που και σήμερα αποκαλούμε Γανδάρα. Η Γανδαρίτις εκτεινόταν γύρω από τον ποταμό Κωφήνα (Καμπούλ). Οι Έλληνες περιλάμβαναν τους κατοίκους της, τους Γανδάριους, μαζί με τους άλλους γειτονικούς λαούς υπό τον γενικό όρο Παροπαμισάδες. Οι Γανδάριοι, τους οποίους αναφέρει ο Ηρόδοτος σε αντιδιαστολή προς τους Ινδούς, όπως φαίνεται κι απ’ τον οπλισμό τους πρέπει να είναι οι κάτοικοι της Γανδαρίτιδας.
Γαυγάμηλα: κατά τον Πλούταρχο (Αλέξανδρος 31.7) στην τοπική γλώσσα σήμαινε «οίκος καμήλας». Γκάου-γκαμέλα στα Αραμαϊκά σημαίνει «λιβάδι καμήλας». Στη θέση των αρχαίων Γαυγαμήλων βρίσκεται σήμερα το χωριό Τελ-Γκομέλ.
Γλαγολικό αλφάβητο: την εποχή που έζησαν ο Κύριλλος (827-869 μ.Χ.) και ο Μεθόδιος, δημιουργήθηκε η παλαιότερη εκκλησιαστική φιλολογία των Κροατών και των Βουλγάρων, η οποία είναι γραμμένη στο γλαγολικό αλφάβητο. Ήταν βασισμένο σε έναν από τους τύπους των ελληνικών αλφαβήτων, στο ιωνικό, και στη μεν κροατική παραλλαγή τα γράμματα ήταν γωνιόσχημα, στη δε βουλγαρική ήταν στρογγυλόσχημα. Μάλλον αυτό είναι το αλφάβητο, που καταγράφεται ότι εισήγαγαν τα δύο αδέλφια και όχι το λεγόμενο κυριλλικό, το οποίο αντικατέστησε το γλαγολικό μόλις τον 12ο μ.Χ. αιώνα, δηλαδή τρεις ολόκληρους αιώνες μετά το θάνατο των δύο μοναχών.
Γοργίας ο Λεοντίνος: σοφιστής και ρήτορας σύγχρονος του Σωκράτη. Γεννήθηκε στους Λεοντίνους της Σικελίας και πέθανε στη Λάρισα το 388 π.Χ. Το 427 τον έστειλαν οι Λεοντίνοι στην Αθήνα ως πρέσβη. Εκεί προκάλεσε το θαυμασμό και εγκαταστάθηκε αργότερα διδάσκοντας ρητορική και φιλοσοφία. Στον «Ολυμπικό» του λόγο προτρέπει τους Έλληνες να ομονοήσουν και να πολεμήσουν κατά των βαρβάρων. Την ιδέα αυτή διατύπωσε αργότερα σε λόγο του και ο Ισοκράτης.
Γρύψ: μυθικό τέρας με κεφάλι αετού και σώμα λιονταριού, άλλοτε με φτερά και άλλοτε άπτερο. Η παλαιότερη απεικόνισή του (ίσως κι η προέλευσή του) είναι αιγυπτιακή. Στην Αίγυπτο εθεωρείτο προστάτης των Φαραώ και φύλακας των τάφων τους. Στην ελληνική μυθολογία οι Αριμασποί ζούσαν βορείως των Σκυθών και άρπαζαν τον χρυσό, που φύλασσαν οι γρύπες. Κατά τον Κτησία τον Κνίδιο οι γρύπες φύλασσαν τον χρυσό σε μία έρημο και τους τον άρπαζαν οι Ινδοί. Ο παραπλεύρως εικονιζόμενος είναι αποτυπωμένος σε νόμισμα των Θασίων.
Δ
Δαίμονες: στην αρχαία ελληνική θρησκεία ήταν ένα είδος κατώτερων θεοτήτων. Ο Αριστοτέλης διευκρινίζει ότι ήταν "παιδιά θεών, αλλά όχι θεοί".
Δαταφέρνης: Πέρσης αξιωματούχος, από τους ελάχιστους, που αποφάσισαν να αντισταθούν στον Αλέξανδρο ως το τέλος και να μη συνεργασθούν μαζί του. Αρχικά συνέπραξε στο πραξικόπημα κατά του Δαρείου (330) και όταν ο Βήσσος έφυγε (329) από τα Βάκτρα, κυνηγημένος από τον Αλέξανδρο και χωρίς να προβάλει αντίσταση, συνέπραξε με τον Σπιταμένη. Αυτή τη φορά αντί να ανατρέψουν το Βήσσο, τον παρέδωσαν στον Αλέξανδρο. Δεν γνωρίζουμε τίποτα άλλο γι’ αυτόν, αλλά το πιθανότερο είναι ότι έλαβε μέρος στις επιχειρήσεις του Σπιταμένη στη Σογδιανή και στη Βακτρία και ότι σκοτώθηκε σε κάποιαν απ’ αυτές.
Δημάδης: γεννήθηκε στην Αθήνα το περί το 380 από ταπεινούς γονείς. Η ρητορική του δεινότητα ήταν πολυθρύλητη και η ευφυία του εθεωρείτο μεγαλύτερη εκείνης του Δημοσθένη, αλλά δεν διασώθηκε κανένα έργο του. Παραδίδεται ότι κατά τον κῶμο μετά το επινίκιο δείπνο για τη μάχη της Χαιρώνειας (338) ο Φίλιππος περιφερόταν ανάμεσα στους αιχμαλώτους και τους χλεύαζε για την αποτυχία τους. Τότε ο Δημάδης, που βρισκόταν ανάμεσα στους αιχμαλώτους, του είπε «Βασιλιά, η τύχη σου επιφύλαξε ρόλο Αγαμέμνονα κι εσύ δεν ντρέπεσαι να φέρεσαι σαν Θερσίτης;». Υποτίθεται ότι ο Φίλιππος συγκλονίσθηκε από τα λόγια του Αθηναίου ρήτορα, διέκοψε τον κῶμο και τον απελευθέρωσε. Ο Δημάδης στη συνέχεια έπεισε το Φίλιππο να συνάψει ειρήνη με τους Αθηναίους και τους Θηβαίους και να εγκαταστήσει μακεδονική φρουρά μόνο στη Θήβα. Κατά το Λαμιακό πόλεμο, όταν ο Αντίπατρος προέλαυνε με όλες του τις δυνάμεις εναντίον της Αθήνας, οι Αθηναίοι τρομοκρατημένοι ζήτησαν από το Δημάδη να πάει ως πρέσβυς στον Αντίπατρο και να διαπραγματευθεί ειρήνη. Για τον Δημάδη η αγωνία των Αθηναίων αποτέλεσε την ευκαιρία να λύσει ένα προσωπικό πρόβλημα: είχε παρανομήσει τρεις φορές κι η Εκκλησία των Αθηναίων του είχε επιβάλει στέρηση πολιτικών και συμβουλευτικών δικαιωμάτων. Αν και σ’ όλη του τη ζωή παρίστανε τον υπερπατριώτη και αντιμακεδόνα, σ’ αυτήν την κρίσιμη στιγμή αρνήθηκε να προσφέρει στην πατρίδα του υπηρεσίες άνευ όρων και οι πανικόβλητοι Αθηναίοι υπέκυψαν στις απαιτήσεις του. Ανακάλεσαν τις καταδικαστικές αποφάσεις, τον αποκατέστησαν στα πολιτικά του δικαιώματα και αμέσως τον έστειλαν μαζί με άλλους ως πρέσβυ. Τον δολοφόνησε ο Κάσσανδρος το 320.
Δημήτριος του Αλθαιμένη: στη μάχη του Γρανικού (334) ήταν ίλαρχος μίας από τις βασιλικές ίλες. Το 327 ήταν ιππάρχης στις επιχειρήσεις της πρόσω Ινδίας. Το 326 πολέμησε με την ιππαρχία του στη μάχη του Υδάσπη και υπό τις διαταγές του Ηφαιστίωνα εισέβαλε στη χώρα του αποστάτη Πώρου. Επίσης πήρε μέρος στις εκκαθαρίσεις στη χώρα των Μαλλών (325).
Δημήτριος: σωματοφύλακας, τον οποίο ο Αλέξανδρος εκτέλεσε (329) στη χώρα των Ευεργετών ως συμμετέχοντα στη συνωμοσία του Φιλώτα. Τον αντικατέστησε ο Πτολεμαίος του Λάγου.
Δημοσθένης: γεννήθηκε το 383 στην Παιανία της Αττικής και είναι ο κορυφαίος Έλληνας ρήτορας. Δεν ήταν εύπορος και για να βιοπορισθεί δίδασκε ρητορική και έγραφε επί παραγγελία δικανικούς λόγους, που δεν ήταν αξιόλογοι. Η ρητορική του δεινότητα φάνηκε μόλις το 354, όταν σε ηλικία 29 ετών συνέγραψε τον πρώτο πολιτικό του λόγο. Αξιολογώντας τη συνολική πολιτική δράση του Δημοσθένη προκύπτει ότι ήταν σκληροπυρηνικός πατριώτης με την κλασσικότερη έννοια του όρου, δηλαδή μετρούσε τα πάντα σύμφωνα με τα συμφέροντα της Αθήνας και θεωρούσε όλους τους Έλληνες υποχρεωμένους να προσβλέπουν στην πατρίδα του, άλλως ήταν προδότες της Ελλάδας και ανάξιοι να θεωρούνται Έλληνες. Η σημαντικότερη πολιτική αδυναμία του είναι η πεισματική άρνηση να αποδεχθεί ότι οι αναρίθμητες πόλεις-κράτη των Ελλήνων είχαν κλείσει τον κύκλο της πολιτικής ζωής τους και ότι η επιβίωση της Ελλάδας απαιτούσε πλέον το σχηματισμό ευρύτερων πολιτικών ενώσεων, καμία από τις οποίες δεν ήταν καλύτερη από το Κοινό Συνέδριο των Ελλήνων. Ίσως ο Δημοσθένης είχε μείνει τόσο προσκολλημένος στα ωφέλη, που θα αποκόμιζε για άλλη μιά φορά η Αθήνα από την Ηγεμονία της Ελλάδος, ώστε αρνήθηκε να λάβει υπόψη του την παντελή αδυναμία των Αθηναίων να διεκδικήσουν την Ηγεμονία. Ίσως πάλι να κινήθηκε από τη μηδενιστική αντίληψη «αν δεν μπορούμε εμείς οι Αθηναίοι να γίνουμε Ηγεμόνες της Ελλάδος, δεν θα επιτρέψουμε να γίνει κανένας άλλος». Το βέβαιο είναι ότι η πρακτικά μικρή ανταπόκριση των Αθηναίων στη ρητορία του, τον οδήγησε σε δημαγωγικές εκρήξεις. Αλλά αυτή ακριβώς η μικρή πολιτική ανταπόκριση γλύτωσε τους Αθηναίους από τα χειρότερα, σε αντίθεση προς τους Θηβαίους που τον πίστεψαν και αφανίσθηκαν. Η πολιτική δράση του Δημοσθένη αποτυπώνεται ως εξής: Το 359 ο Φίλιππος κατέλαβε το θρόνο και μέσα σε 7 χρόνια κατόρθωσε να συγκολλήσει τη σχεδόν διαμελισμένη Μακεδονία και να αποκτήσει τον έλεγχο των στρατηγικών φυσικών πόρων της χώρας του και της γύρω περιοχής, αφαιρώντας τους από τους Αθηναίους, που τους νέμονταν ως τότε. Όταν ο Φίλιππος κατέλαβε και ισοπέδωσε την προσκείμενη στους Αθηναίους Μεθώνη (352), ο Δημοσθένης, που μόλις προ δύο ετών είχε εμφανισθεί στην εκκλησία των Αθηναίων ως πολιτικός, εκφώνησε τον πρώτο φιλιππικό λόγο και άρχισε τη διαβόητη αντιμακεδονική πολεμική του. Επιδίωξή του ήταν να επιβάλει στη Μακεδονία, ό,τι επιβάλλεται και σήμερα στις χώρες, που έχουν πρώτες ύλες στρατηγικής σημασίας για τη Δύση, αλλά οι ηγεσίες τους δεν ελέγχονται από τη Δύση: οι κυβερνήσεις τους αποκαλούνται βάρβαρες, σκοταδιστικές, ανελεύθερες, επικίνδυνες για την παγκόσμια ειρήνη και οι πολιτισμένες χώρες (κατά σύμπτωση αυτές που χρειάζονται τις επίμαχες πρώτες ύλες) αναλαμβάνουν αλτρουιστικά να σώσουν τον κόσμο από τις κακές αυτές κυβερνήσεις. Έτσι, όταν ο Φίλιππος πολιόρκησε την Όλυνθο (349), ο Δημοσθένης συνέχισε να ξεσηκώνει εναντίον του τους Αθηναίους με τους περίφημους ολυνθιακούς λόγους του. Μετά την άλωση της Ολύνθου οι Αθηναίοι πείσθηκαν να αντιταχθούν στον Φίλιππο, αλλά γνωρίζοντας τις αδυναμίες τους, περιορίσθηκαν να ξεσηκώνουν άλλα κράτη εναντίον του. Το 340 ο Φίλιππος πολιόρκησε την Πέρινθο και ο Δημοσθένης προέτρεψε τους Αθηναίους να αποβάλουν τις «ανόητες προκαταλήψεις» ότι ο Πέρσης βασιλιάς ήταν βάρβαρος και κοινός εχθρός όλων των Ελλήνων. Τελικά οι Αθηναίοι πείσθηκαν και έστειλαν πρέσβεις στον Μεγάλο Βασιλέα ζητώντας του να καταγγείλει τη συνθήκη φιλίας που είχε με το Φίλιππο και να του κυρήξει τον πόλεμο. Έτσι οι Αθηναίοι κατάφεραν να στρέψουν κατά του Φιλίππου τους Πέρσες, τους Βυζαντίους, τους Χίους, τους Κώους και τους Ρόδιους. Τότε ο Φίλιππος διέταξε την κατάσχεση των σιτηρών, που ταξίδευαν με νηοπομπές από τη Σκυθία προς την Αθήνα, οι Αθηναίοι αντέδρασαν καταγγέλλοντας τη Φιλοκράτειο ειρήνη με τους Μακεδόνες και τα δύο κράτη βρέθηκαν σε εμπόλεμη κατάσταση, αλλά χωρίς άμεσες εχθροπραξίες επί δύο περίπου χρόνια. Το 338 ο Φίλιππος προέλασε νότια, για να καταλάβει την Ηγεμονία της Ελλάδος και ο Δημοσθένης πρότεινε στους πανικόβλητους Αθηναίους να ξεχάσουν την παμπάλαια έχθρα με τους Θηβαίους και να επιδιώξουν συμμαχία μαζί τους, ώστε ο πόλεμος κατά των Μακεδόνων να μη θίξει τα εδάφη της Αττικής. Ο Δημοσθένης εστάλη ως πρέσβης στους Θηβαίους και πέτυχε τη συμμαχία τους. Ακολούθησε η μάχη της Χαιρώνειας, όπου οι Μακεδόνες συνέτριψαν τις δυνάμεις των Αθηναίων και των Θηβαίων και κατέκτησαν την Ηγεμονία της Ελλάδος. Μετά τη μάχη της Χαιρώνειας ο Μέγας Βασιλεύς πείσθηκε ότι ο Δημοσθένης ήταν ικανός να εξυπηρετήσει τα περσικά συμφέροντα και άρχισε να τον χρηματοδοτεί. Όταν δολοφονήθηκε ο Φίλιππος (336) και η παραμονή του Αλεξάνδρου στο θρόνο δεν ήταν απόλυτα εξασφαλισμένη, ο Δημοσθένης ήρθε σε επαφή με τον Άτταλο, που προσπαθούσε να κερδίσει την υποστήριξη της μακεδονικής στρατιάς της Μ. Ασίας, ώστε να διεκδικήσει το θρόνο για τον εαυτό του. Μόλις ο Αλέξανδρος πέτυχε τη δολοφονία του Άτταλου, οι Αθηναίοι πείσθηκαν από το Δημοσθένη να ζητήσουν οικονομική βοήθεια από το Δαρείο, προκειμένου να εξεγερθούν ανοιχτά κατά του Αλεξάνδρου, όμως οι πρέσβεις των Αθηναίων επέστρεψαν με άδεια χέρια, διότι ο Μέγας Βασιλεύς αισθανόταν πλέον ασφαλής και δεν έβλεπε την ανάγκη περιττών εξόδων. Το 335 βλέποντας τον Αλέξανδρο εδραιωμένο στο μακεδονικό θρόνο και νικητή στη βαλκανική εκστρατεία, οι Πέρσες κι ο Δημοσθένης συνεργάσθηκαν στενά. Ο Αθηναίος ρήτορας προσπάθησε να ξεσηκώσει τους Αθηναίους και τους Θηβαίους διαδίδοντας ότι ο Αλέξανδρος είχε σκοτωθεί πολεμώντας κατά των Θρακών και Ιλλυριών, αλλά για μιά ακόμη φορά οι συμπολίτες του δεν πείσθηκαν να αναλάβουν δράση. Όμως οι Θηβαίοι ξεσηκώθηκαν και ο Δημοσθένης τους προμήθευσε πανοπλίες με τα 70 τάλαντα, που του έστειλαν οι Πέρσες. Το αποτέλεσμα αυτής της ενέργειας ήταν να βρεθούν οι Θηβαίοι μόνοι τους απέναντι στα συμμαχικά στρατεύματα του Κοινού Συνεδρίου των Ελλήνων και να υποστούν τη μοίρα των ηττημένων, ενώ ο Αλέξανδρος ζήτησε την έκδοση του Δημοσθένη. Οι Αθηναίοι κατάφεραν να μεταπείσουν τον Αλέξανδρο, αλλά υποτάχθηκαν στη Μακεδονία και στις αποφάσεις του Κοινού Συνεδρίου των Ελλήνων, ενώ ο Δημοσθένης υπέστη τη σκληρότερη δυνατή τιμωρία, έμεινε χωρίς αντικείμενο σοβαρής πολιτικής δράσης ως το τέλος της ζωής του. Όταν ο Αλέξανδρος επέστρεψε από την Ινδία (324) και άρχισε να επιβάλλει τιμωρίες στους ατάσθαλους αξιωματούχους του, ο Άρπαλος καταχράσθηκε ακόμη 5.000 αργυρά τάλαντα από το Δημόσιο Ταμείο και με 6.000 μισθοφόρους δραπέτευσε από τη Βαβυλώνα. Ζήτησε καταφύγιο στο Δήμο των Αθηναίων και προσέλαβε τους καλύτερους ρήτορες για να στηρίξουν το αίτημά του, διότι στο μεταξύ είχε ζητηθεί η έκδοσή του. Οι Αθηναίοι ρήτορες έσπευσαν να επωφεληθούν από τον πλούσιο φυγάδα και κινήθηκαν, ώστε να γίνει δεκτό το αίτημά του. Στη συγκεκριμένη υπόθεση ο Δημοσθένης πήρε θέση υπέρ του προφανούς συμφέροντος της πατρίδας του και πρότεινε την απέλαση του φυγόδικου, για να μην εμπλακεί η Αθήνα σε αδικαιολόγητο πόλεμο. Αλλά το ίδιο βράδυ ο Άρπαλος έστειλε δώρα και χρήματα στο σπίτι του λαμπρού Αθηναίου πολιτικού, που ξέχασε τα επιχειρήματά του. Έτσι, την επομένη μέρα κατά την προγραμματισμένη συζήτηση στην εκκλησία των Αθηναίων για το αίτημα ασύλου στον Άρπαλο, όταν ήλθε η ώρα να μιλήσει ο Δημοσθένης, εκείνος προφασίσθηκε ότι δεν μπορούσε λόγω κρυολογήματος. Τελικά οι Αθηναίοι αποφάσισαν την απέλαση του Άρπαλου και τη διεξαγωγή ενδελεχούς έρευνας, ακόμη και στα σπίτια των ρητόρων, που είχαν βάλει χέρι στα κλοπιμαία του βασιλικού καταχραστή. Ο Δημοσθένης καταδικάστηκε από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε πρόστιμο 50 ταλάντων και φυλάκιση για αποδοχή προϊόντος εγκλήματος, αλλά δραπέτευσε και έζησε αυτοεξόριστος στην Αίγινα και στην Τριζοίνα. Από εκεί ικέτευε τους Αθηναίους να επανεξετάσουν την υπόθεσή του και να επιτρέψουν τον επαναπατρισμό του, ενώ παράλληλα ξεσήκωνε διάφορα ελληνικά κράτη εναντίον του Αλεξάνδρου και του Κοινού Συνεδρίου των Ελλήνων. Μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου (323) οι Αθηναίοι ψήφισαν τον επαναπατρισμό του, αλλά μετά την ήττα τους στο Λαμιακό πόλεμο (322) ο Αντίπατρος απαίτησε και ο Δημάδης πρότεινε στην Εκκλησία των Αθηναίων την καταδίκη του Δημοσθένη σε θάνατο. Η πρόταση έγινε δεκτή, ο Δημοσθένης καταδιώχθηκε και αναγκάσθηκε να καταφύγει ως ικέτης σε ναό του Ποσειδώνα στην Καλαυρεία (Πόρο), όπου αυτοκτόνησε για να μη συλληφθεί (322).
Δηνάριο: ρωμαϊκό νόμισμα, σχεδόν ίσης αξίας προς τη δραχμή.
Διάδημα: ταινία που οι Πέρσες βασιλείς έδεναν γύρω από την τιάρα. Το υιοθέτησε κι ο Αλέξανδρος, που μερικές φορές το έδενε γύρω από τη μακεδονική καυσία.
Διάδοχοι: έτσι ονομάζονται γενικά οι σημαντικότεροι από τους εταίρους του Αλεξάνδρου, οι οποίοι μετά το θάνατό του συγκρούσθηκαν μεταξύ τους διεκδικώντας μερίδιο εξουσίας στην ακέφαλη πλέον αυτοκρατορία. Μετά από πολλές συμμαχίες, αποστασίες, προδοσίες, δολοφονίες, συμβιβασμούς και μάχες προέκυψαν οι ισχυρότεροι εταίροι, που τελικά διαμοίρασαν το κράτος του Αλεξάνδρου. Το 305 οι ως τότε σατραπείες και ζώνες επιρροής του καθενός εξ αυτών ανακηρύχθηκαν σε ανεξάρτητα βασίλεια και στο σημείο αυτό τοποθετείται η επίσημη έναρξη της ελληνιστικής περιόδου. Τα κράτη των Διαδόχων ή ελληνιστικά βασίλεια ήταν αρχικώς τέσσερα: του Σέλευκου (όλη η Ασία από τα παράλια της Μεσογείου ως τον Ινδό ποταμό), του Πτολεμαίου (Αίγυπτος και παράλια της ΝΑ Μεσογείου), του Λυσίμαχου (Θράκη) και του Κάσσανδρου (Μακεδονία).
Δίκη: μία από τις κόρες του Δία με τη Θέμιδα. Η Δίκη και η Θέμις κάθονταν κοντά στο θρόνο του Δία και του μεταβίβαζαν τη σοφία και την ορθή κρίση.
Διμιτρώφ, Γκεόργκι Μιχαήλοβιτς: Βούλγαρος πολιτικός (1882-1949). Ήταν μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Βουλγαρίας από το 1902 και ένας από τους σημαντικότερους καθοδηγητές του, με έντονη διεθνή δράση. Το 1933 συνελήφθη στη ναζιστική Γερμανία και κατηγορήθηκε για τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ, αλλά αθωώθηκε πανηγυρικά. Το 1935 εξελέγη γενικός γραμματέας της εκτελεστικής επιτροπής της Κομιντέρν και το 1937 αντιπρόσωπος στο ανώτατο Σοβιέτ. Μετά τη διάλυση της Κομιντέρν (1943) ασχολήθηκε με την οργάνωση του λαϊκού εθνικού κινήματος της Βουλγαρίας.
Διόδοτος: καταγόταν από τις Ερυθρές και αναφέρεται ως άλλος ένας υπεύθυνος για τις Βασίλειες Εφημερίδες εκτός από τον Ευμένη τον Καρδιανό.
Διόδωρος ο Σικελιώτης: ένας από τους ιστορικούς του Αλεξάνδρου.
Διόσκουροι (Διός-κούροι = γιοι του Δία): είναι οι γιοι του Τυνδάρεω, Κάστωρ και Πολυδεύκης. Ήταν οι σημαντικότερες θεότητες των Αχαιών της Λακωνίας, πριν την κάθοδο των Δωριέων, οι οποίοι συνέχισαν τη λατρεία τους. Ο Κάστωρ ήταν πράγματι γιος του Τυνδάρεω και της Λήδας, άρα θνητός, ενώ ο Πολυδεύκης ήταν γιος του Δία και της Λήδας, άρα αθάνατος. Ο Πολυδεύκης για να σώσει τον Κάστορα, που είχε τραυματιστεί θανάσιμα, ζήτησε από τον Δία ημιαθανασία και για τους δύο. Έτσι μοιράστηκαν την αθάνατη ζωή του ενός και από τότε ζούσαν εναλλάξ από μισή μέρα ο καθένας, ο Πολυδεύκης την ημέρα και ο Κάστωρ τη νύχτα. Είναι προφανής η αντιστοίχισή τους προς τον Ήλιο και τη Σελήνη. Ο Αλέξανδρος θέλησε ενδεχομένως να εκτοπίσει τον θεό Διόνυσο και να τον αντικαταστήσει με τους ημιθνητούς – ημιαθάνατους γιους του Δία, κατοχυρώνοντας μία παραπομπή στο δικό του πρόσωπο.
Δορυφόρος: ονομαζόταν ο σωματοφύλακας ηγετών, κυρίως βασιλέων και τυράννων, επειδή ως βασικό όπλο έφερε δόρυ.
Δούρις: ένας από τους ιστορικούς του Αλεξάνδρου.
Δράκων: έτσι ονόμαζαν οι αρχαίοι Έλληνες το πελώριο φανταστικό φίδι, που ωστόσο θα μπορούσε να είναι ο πύθων. Κατά τον Όμηρο ήταν κόκκινος, μαύρος ή μπλέ, κατάστικτος και τρικέφαλος. Εθεωρείτο ότι τον έστελναν οι θεοί, για να εκτελέσει κάποια αποστολή.
Δραχμή: προέρχεται από το ρήμμα δράσσω ή δράττω και σημαίνει "όσο μπορεί να αδράξει το χέρι". Ήταν νομισματική μονάδα και μονάδα βάρους σε πολλά ελληνικά κράτη, αλλά η αξία της διέφερε από κράτος σε κράτος. Συνήθως όταν κάνουμε λόγο για δραχμές εννοούμε τις αττικές. Η νέα αττική δραχμή (μετά την αναμόρφωση του Σόλωνα) ως μονάδα βάρους ισούτο με 4,366γρ και η μακεδονική (του Φιλίππου) με 3,64γρ.
Δρύπετις: κόρη του Δαρείου, αδελφή της Βαρσίνης ή Στάτειρας. Είχε ακολουθήσει τον πατέρα της στην Κιλικία και μετά την ήττα του στην Ισσό (333) συνελήφθη αιχμάλωτη μαζί με τη μητέρα, τη γιαγιά, την αδελφή και το μικρό αδελφό της. Ο Αλέξανδρος την εγκατέστησε μαζί με την υπόλοιπη οικογένειά της στα Σούσα και διέταξε να διδαχθούν την ελληνικήν διάλεκτον (331). Όταν η στρατιά επέστρεψε στα Σούσα μετά την εκστρατεία στην Ινδία, ο Αλέξανδρος την πάντρεψε με τον Ηφαιστίωνα (324), «διότι ήθελε τα παιδιά του να είναι ξαδέρφια των παιδιών του Ηφαιστίωνα».
Ε
Εισαγγελεύς: ονομαζόταν ο αξιωματούχος, που ανήγγελλε στον Πέρση βασιλιά τους δικαιούμενους ακρόαση. Ο Αλέξανδρος ως Μέγας Βασιλεύς διατήρησε κι αυτό το περσικό αξίωμα στη δική του Αυλή.
Εισφορά: αποτελούσε έκτακτο φόρο επί της περιουσίας, που επιβαλλόταν για την κάλυψη έκτακτων και κυρίως πολεμικών αναγκών. Στην Αθήνα επιβαλλόταν τόσο στους πολίτες όσο και στους μέτοικους.
Έκτωρ: γιος του Παρμενίωνα, γνωστός μόνο στον Κούρτιο (4.8.7-9 & 6.9.27). Κατ΄ αυτόν, αφού ο Αλέξανδρος επέστρεψε από το μαντείο του Άμμωνα και αφού οριοθέτησε την Αλεξάνδρεια, μαζί με τη συνοδεία του κατέπλεε το Νείλο. Ο Έκτωρ, "ένας νεαρός στην ακμή της νιότης του και πού αγαπητός στον Αλέξανδρο" (ενδεχομένως βασιλικός παίς) ήθελε να τους προλάβει κι επιβιβάσθηκε μαζί με άλλους σε μία μικρή βάρκα. 'Ηταν όμως υπεράριθμοι και υπό το βάρος τους η βάρκα βυθίσθηκε κι ο Έκτωρ πνίγηκε. Ο Αλέξανδρος στενοχωρήθηκε πάρα πολύ και έθαψε τον νεαρό με μεγάλες τιμές.
Ελαμιτική: η γλώσσα του Ελάμ (Σουσιανής). Ανήκε στην ουραλοαλταϊκή ομογλωσσία, χρησιμοποιούσε σφηνοειδές αλφάβητο, εμφανίσθηκε περί τον 4ο π.Χ. αιώνα και εξαφανίσθηκε περί τον 10ο μ.Χ. αιώνα. Αποτελούσε μία από τις τρείς επισημες γλώσσες της αχαιμενιδικής αυτοκρατορίας.
Ελικών: διάσημος καλλιτέχνης υφαντής του 5ου π.Χ. αιώνα από τη Σαλαμίνα της Κύπρου. Μαζί με τον πατέρα του Ακεσά φέρεται ότι κατασκεύασε τον πρώτο πέπλο για το άγαλμα της Αθηνάς στον Παρθενώνα.
Ενυάλιος: προσωνύμιο του Άρη, του θεού του πολέμου, το οποίο πήρε από την ακόλουθό του, την Ενυώ. Αυτή ήταν αδελφή ή μητέρα ή σύζυγος ή τροφός του και συμβόλιζε την πολεμική ισχύ, που κατέστρεφε τις πόλεις.
Ερατοσθένης: Κυρηναίος λόγιος, μαθήτευσε στην Αλεξάνδρεια, στη Βιβλιοθήκη της οποίας ήταν προϊστάμενος μέχρι το θάνατό του. Εφάρμοσε πρωτοποριακές μαθηματικές μεθόδους στη γεωγραφία και το κύριο έργο του είναι τα «Γεωγραφικά», όπου εξετάζει την ιστορία της γεωγραφίας, τη μαθηματική, τη φυσική και την πολιτική γεωγραφία.
Εριγύιος του Λάριχου: εταίρος από την Αμφίπολη κατά τον Αρριανό, ενώ κατά τον Διόδωρο καταγόταν από τη Μυτιλήνη. Ήταν αδελφός του Λαομέδοντα, παιδικός φίλος του Αλεξάνδρου και μετά το διαπληκτισμό πατέρα και γιού κατά το γάμο του Φιλίππου με την Κλεοπάτρα (337), ο Φίλιππος τον εξόρισε από τη Μακεδονία μαζί με άλλους φίλους του Αλεξάνδρου. Μετά την άνοδο του Αλεξάνδρου στο θρόνο έγινε εταίρος και ανταμείφθηκε, όπως και όλοι όσοι εξορίσθηκαν από τον Φίλιππο αποδεικνύοντας την πίστη τους προς τον Αλέξανδρο. Στη μάχη των Γαυγαμήλων (331) ήταν διοικητής του ιππικού των Ελλήνων συμμάχων. Το 330 διοικούσε τους μισθοφόρους ιππείς, έλαβε μέρος στην καταδίωξη του Δαρειου και μπήκε στη Υρκανία επικεφαλής των μισθοφόρων και άλλων ιππέων καθώς και των σκευοφόρων. Όταν ο Σατιβαρζάνης εισέβαλε στην Αρεία (329), ο Εριγύιος εστάλη εναντίον του μαζί με τον Αρτάβαζο και τον Κάρανο. Ο Σατιβαρζάνης προκάλεσε σε μονομαχία κάποιον από τους διοικητές του Αλεξάνδρου, ο Εριγύιος δέχθηκε την πρόκληση και σκότωσε τον ανυπότακτο Πέρση αξιωματικό.
Ερμόλαος του Σώπολη: παίς της βασιλικής ακολουθίας του Αλεξάνδρου και μαθητής του Καλλισθένη. Διαφωνούσε με τις περσικές συνήθειες, που είχε υιοθετήσει ο Αλέξανδρος και το 327 στα Βάκτρα, όταν ο Αλέξανδρος τον προσέβαλε, αποφάσισε να τον δολοφονήσει. Γι’ αυτό συνομώτησε και με άλλους παίδες, αλλά η συνομωσία αποκαλύφθηκε και ο Ερμόλαος καταδικάσθηκε από την Eκκλησία των Μακεδόνων σε θάνατο.
Εταίρα: Στην αρχαία Ελλάδα οι ιερόδουλες αποτελούσαν την κατώτατη βαθμίδα της πορνείας. Όπως προκύπτει και από το όνομά τους ήταν σκλάβες, τις οποίες εξέδιδαν οι ναοί συνήθως έναντι ευτελεστάτου τιμήματος. Οι πόρνες κατείχαν τη μεσαία βαθμίδα και, τόσο οι ελεύθερες όσο και οι σκλάβες, ήταν εξαρτημένες από τους πορνοβοσκούς, όπως και οι σημερινές. Οι εταίρες αποτελούσαν την αριστοκρατία της πορνείας και ήταν ελεύθερες γυναίκες, τόσο εξαιρετικής μόρφωσης, ώστε ο Πλούταρχος αποδίδει τον περίφημο Επιτάφιο λόγο του Περικλή στην ερωμένη του, την εταίρα Ασπασία από τη Μίλητο. Ήταν οι μόνες γυναίκες, που είχαν δικαίωμα να παρευρίσκονται στα δείπνα και τα συμπόσια μαζί με τους άντρες, όπως η Θαΐς στην οποία αποδίδεται σκοπίμως η έμπνευση να πυρποληθούν τα ανάκτορα της Περσέπολης. Οι αμοιβές τους ήταν αστρονομικές και η μεγαλόμισθος Φρύνη από τις Θεσπιές συνεισέφερε τόσο πολύ στην ανοικοδόμηση της Θήβας, ώστε στα τείχη της φέρεται ότι τοποθετήθηκε η επιγραφή «Αλέξανδρος μεν κατέστρεψεν, ανέστησε δε Φρύνη η εταίρα». Η επιρροή τους στους άντρες της ανώτατης οικονομικής τάξης, με τους οποίους συναναστρέφονταν, ήταν τεράστια, γι’ αυτό η περσική διπλωματία πριν τους Περσικούς πολέμους επιστράτευσε την Θαργηλία τη Μιλήσια, η οποία κατεύνασε σε σημαντικό βαθμό το αντιπερσικό μένος των Αθηναίων.
Εύδημος ή Εύδαμος: εταίρος, που παρέμεινε στη φρουρά της Γανδάρας ως υφιστάμενος του Φιλίππου. Όταν εκείνος δολοφονήθηκε, ο Αλέξανδρος ανέθεσε από κοινού στον Εύδημο και στον Ταξίλη τη θέση του Φιλίππου, μέχρι να ορίσει νέο σατράπη. Μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου (323) ο Εύδημος και ο Ταξίλης δολοφόνησαν τον Πώρο και μοιράστηκαν το βασίλειό του. Στους πολέμους των Διαδόχων δεν επέλεξε σωστά τους εχθρούς και τους συμμάχους του με αποτέλεσμα να τον δολοφονήσει ο Αντίγονος.
Ευεργέτες: αυτό το προσωνύμιο φέρεται να είχαν αποδώσει οι Πέρσες στο λαό των Αριασπών. Ο Διόδωρος ισχυρίζεται ότι τους απεδόθη διότι σε κάποια εκστρατεία του ο Κύρος παγιδεύτηκε στη γειτονική έρημο και, όταν τελείωσαν τα τρόφιμα, οι στρατιώτες του άρχισαν να τρώνε ο ένας τον άλλον. Η κατάσταση ήταν απελπιστική, αλλά ξαφνικά εμφανίσθηκαν οι Αριασποί με 30.000 άμαξες φορτωμένες σιτηρά. Ο Κύρος ευγνώμων απέναντί τους για την ανέλπιστη σωτηρία του ιδίου και του στρατού του, τους τίμησε με πολλές δωρεές, φορολογική ατέλεια και τους χαρακτήρισε ευεργέτες, τίτλο που η περσική διπλωματία είχε απονείμει και στους Θηβαίους. Όμως η εξήγηση αυτή είναι εξόφθαλμα εσφαλμένη, καθώς δεν μπορούμε παρά να επισημάνουμε ότι το περιστατικό με την ανθρωποφαγία ελλείψει τροφίμων το καταγράφει πρώτος ο Ηρόδοτος στην αιθιοπική εκστρατεία του Καμβύση. Την ίδια περίπου εξήγηση δίνει και ο Κούρτιος, ενώ ο Αρριανός λέει ότι ο Κύρος τους ονόμασε έτσι λόγω της συμμετοχής τους στην εκστρατεία του εναντίον των Σκυθών και «για τις ευεργεσίες των προγόνων τους προς τον Κύρο», χωρίς να δίνει άλλες λεπτομέρειες. Τον λαό αυτό κάποιοι συγγραφείς τον ονομάζουν και Αριμασπούς, προφανώς παρασυρμένοι από τον Ηρόδοτο, ο οποίος όμως αναφέρεται σε άλλο λαό, κοντά στον Εύξεινο Πόντο.
Ευμένης του Ιερώνυμου: καταγόταν από την Καρδία της Χερρονήσσου και ήταν ο κυρίως υπεύθυνος για την ενημέρωση των Βασιλικών Εφημερίδων, δηλαδή σε σύγχρονους όρους θα λέγαμε ότι ήταν ο Διοικητής του Σώματος Στρατιωτικών Γραμματέων στο Επιτελείο του Αλεξάνδρου. Ήταν τριήραρχος στην κάθοδο των ποταμών της Ινδίας (326) και στα Σούσα ο Αλέξανδρος τον πάντρεψε με την Άρτωνη, την κόρη του Αρτάβαζου (324). Το χειμώνα του 324 είχε μία σφοδρότατη διένεξη με τον Ηφαιστίωνα, οποία χάθηκε στα χάσματα των αρχαίων πηγών, και υποχρεώθηκε να συμφιλιωθεί μαζί του με βαριά καρδιά. Μετά το θάνατο του Ηφαιστίωνα (324) και με δεδομένη την απόγνωση του Αλέξανδρου, έσπευσε να αφιερώσει τον εαυτό του στον νεκρό, που είχε πλέον ανακηρυχθεί ήρωας. Μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου (323) έγινε σατράπης της Παφλαγονίας και όσων εδαφών της Καππαδοκίας δεν κατείχε ο Αριαράθης. Αργότερα ο Περδίκκας υπέταξε για λογαριασμό του Ευμένη και την επικράτεια του Αριαράθη. Φαίνεται ότι το 322 κατέλαβε και την Ελλησποντική Φρυγία, όταν ο σατράπης της Λεοννάτος σκοτώθηκε στον Λαμιακό πόλεμο. Το ίδιο έτος ο Περδίκκας του ανέθεσε να επιτηρεί τον Ελλήσποντο και να εμποδίσει τις δυνάμεις του Αντίπατρου και του Κρατερού να αποβιβασθούν στην Ασία. Το 321 ο Ευμένης συγκρούσθηκε με τον Κρατερό, σε νικηφόρα γι’ αυτόν μάχη όπου σκοτώθηκε ο Κρατερός. Λίγο αργότερα ο Περδίκκας δολοφονήθηκε από τους επιτελείς του και οι εταίροι αποφάσισαν την εκτέλεση του Ευμένη, ο οποίος εντούτοις παρέμεινε ζωντανός και υπολογίσιμος από τους αντιπάλους του. Το 318 ο Πολυπέρχων και η Ολυμπιάς του πρότειναν, είτε να μεταβεί στη Μακεδονία και να γίνει επίτροπος των βασιλέων (Αρριδαίου και Αλεξάνδρου Δ΄), είτε να παραμείνει στην Ασία ως στρατηγός αυτοκράτωρ για λογαριασμό τους. Ο Ευμένης επέλεξε το δεύτερο και συμβούλεψε την Ολυμπιάδα να παραμείνει στην Ήπειρο, διότι στη Μακεδονία είχε πολλούς προσωπικούς εχθρούς. Ήταν ένας από τους σημαντικότερος πρωταγωνιστές στους πολέμους των Διαδόχων και το 317 τον δολοφόνησε ο Αντίγονος.
Ευρυδίκη: έτσι ονομάζει ο Αρριανός (Γ.6.5) την τελευταία σύζυγο του Φιλίππου Β΄, την οποία άλλοι ονομάζουν Κλεοπάτρα.
Ευρυδίκη: πολιτικά φιλόδοξη ευγενής από τη Μακεδονία, σύζυγος του Αρριδαίου. Αν και ο νοητικά ανεπαρκής σύζυγός της είχε οριστεί συμβασιλέας με τον Αλέξανδρο Δ΄, η Ευρυδίκη δεν μπορούσε να προωθήσει τις πολιτικές φιλοδοξίες της, διότι ο Περδίκκας είχε αναλάβει «την των όλων ηγεμονίαν». Μετά τη δολοφονία του Περδίκκα (321) προσπάθησε να ισχυροποιήσει τη θέση της και υποκίνησε μία σοβαρή αναταραχή στο στράτευμα. Ο Αντίπατρος χρειάστηκε να την τρομοκρατήσει, για να αποσυρθεί απ’ την πολιτική καθώς η νοητική ανεπάρκεια του συζύγου της εξυπηρετούσε τους πάντες. Μάλιστα, για να ελέγχει καλύτερα την κατάσταση, πήρα μαζί του στη Μακεδονία τους δύο βασιλείς, την Ευρυδίκη και τη Ρωξάνη. Το 317 η Ευρυδίκη όρισε τον Κάσσανδρο επίτροπο του Αρριδαίου, για να ξαναμπεί στην πολιτική δράση, όμως η κίνησή της απείλησε τη θέση και τη ζωή του εγγονού της Ολυμπιάδας, που φρόντισε να δολοφονηθεί η Ευρυδίκη κι ο Αρριδαίος.
Ευρυδίκη: σύζυγος του Αμύντα Γ΄, μητέρα του Φιλίππου Β΄ και γιαγιά του Αλεξάνδρου Γ΄. Ανήκε στη βασιλική οικογένεια της Λυγκηστίδας, ενός από τα βασίλεια της Άνω Μακεδονίας, που ήταν «σύμμαχα και υπήκοα» της Κάτω Μακεδονίας.
Έφιππος από την Όλυνθο: ένας από τους ιστορικούς του Αλεξάνδρου.
Ζ
Ζαρίασπα: είναι παλαιότερη ή ίσως τοπική ονομασία των Βάκτρων (Μπάλκ), της πρωτεύουσας της Βακτρίας.
Η
Ηγέλοχος του Ιππόστρατου: το 334 καθώς η στρατιά πλησίαζε στον Γρανικό, ήταν επικεφαλής του τμήματος αναγνώρισης. Το χειμώνα του ιδίου έτους διατάχθηκε να συγκροτήσει στόλο, για να προστατεύσει τον Ελλήσποντο από τις επιχειρήσεις του Μέμνονα. Στις αρχές του 331 έφτασε στο χώρο, όπου ο Αλέξανδρος οριοθετούσε την Αλεξάνδρεια, για να αναφέρει ότι είχε απελευθερώσει τα νησιά του Αιγαίου. Μαζί του είχε και τους συλληφθέντες Πέρσες αξιωματούχους καθως και τους Έλληνες συνεργάτες τους, εκτός από τον Φαρνάβαζο, που δραπέτευσε στη Κω. Στη μάχη των Γαυγαμήλων (331) διοικούσε μία από τις βασιλικές ίλες.
Ηδωνός: είναι ο σημερινός Γαλλικός ποταμός. Αρχικά ονομαζόταν Ηδωνός επειδή διέσχιζε την επικράτεια του μεγάλου παιονικού έθνους, των Ηδωνών. Όταν οι Μακεδόνες κατέλαβαν τα εδάφη των Ηδωνών, μετονόμασαν τον ποταμό σε Εχείδωρο, επειδή ήταν χρυσοφόρος.
Ηρακλής: γιός του Αλεξάνδρου με τη Βαρσίνη. Ο Ηρακλής λέγεται ότι το 310 ήταν 17 περίπου ετών και ότι κατοικούσε στην Πέργαμο, άρα γεννήθηκε τη χρονιά που ο Αλέξανδρος παντρεύτηκε τη Ρωξάνη (άνοιξη του 327). Η Βαρσίνη κι ο Ηρακλής ίσως εστάλησαν στη Μ. Ασία μετά το γάμο του Αλεξάνδρου με τη Ρωξάνη (Πλούταρχος Αλέξανδρος 21.7-9, Διόδωρος 16.52.3, 20.20.1, Κούρτιος 3.13.14, 10.6.11, Ιουστίνος 11.10.2-3). Το 310-309 ο Πολυπέρχων φέρεται ότι προσπαθούσε να έρθει σε συνδιαλλαγή με τον Κάσσανδρο, για χάρη του οποίου δολοφόνησε τον Ηρακλή.
Ήρως: στην αρχαία ελληνική θρησκεία οι ήρωες αποτελούσαν μία βαθμίδα κατώτερη εκείνης των θεών και των ημιθέων. Οι ήρωες ήταν φανταστικά πρόσωπα ή ίσως πραγματικά, των οποίων η δράση μεγαλοποιήθηκε. Ο τίτλος συνήθως αποδιδόταν σε ιδρυτές πόλεων, ευεργέτες ή σωτήρες, που είχαν ωφελήσει την πόλη ή την περιοχή με σπουδαίες πράξεις. Σχεδόν κάθε περιοχή ή κράτος είχε επιλέξει κάποιον ήρωα, που σχετιζόταν μαζί τους και τον τιμούσαν ως προστάτη. Η λατρεία των ηρώων ήταν πολύ διαφορετική από εκείνη των θεών και οι θρησκευτικές τιμές αποδίδονταν στους τάφους ή στα κενοτάφια των ηρώων. Με την πάροδο του χρόνου άρχισαν να κηρύσσονται ήρωες ιστορικά πρόσωπα μετά το θάνατό τους.
Ηφαιστίων του Αμύντορα: εταίρος από την Πέλλα. Ήταν ο καλύτερος, πιό έμπιστος φίλος, περίπου συνομήλικος και σωματοφύλακας του Αλεξάνδρου. Ήταν «ωραίος με παιδικές χάρες» κατά τον Ιουστίνο (12.12.11), πιό μεγαλόσωμος και μεγαλοπρεπής από τον Αλέξανδρο, γι’ αυτό η μητέρα του Δαρείου προσκύνησε εκείνον αντί του Αλεξάνδρου (333). Μέχρι το φθινόπωρο του 330 δεν καταγράφεται καμία αξιόλογη δράση του στην εκστρατεία. Μετά την εκτέλεση του Φιλώτα ο Αλέξανδρος χώρισε το εταιρικό ιππικό σε δύο ιππαρχίες και όρισε επικεφαλής τους τον Ηφαιστίωνα και τον Κλείτο αντίστοιχα. Την άνοιξη του 328 ήταν επικεφαλής ενός από τα πέντε σώματα στρατού, που σάρωσαν τη Σογδιανή και κατέπνιξαν την επανάσταση. Ήταν από τους σημαντικότερους διοικητές στις επιχειρήσεις της Ινδίας, τριήραρχος κατά την κάθοδο των ποταμών (326) και κατά την ανάρρωση του Αλεξάνδρου στη χώρα των Μαλλών (325) διοικούσε όλες τις χερσαίες δυνάμεις. Ο Ηφαιστίων επικροτούσε όλες τις επιλογές του Αλεξάνδρου και έδειχνε μεγάλο ενθουσιασμό στην υιοθέτηση των περσικών εθίμων, γι’ αυτό ο Αλέξανδρος τον χρησιμοποιούσε στις επαφές του με τους βαρβάρους. Αντίθετα ο Κρατερός ήταν προσκολλημένος στα πατροπαράδοτα έθιμα και ο Αλέξανδρος τον χρησιμοποιούσε στις επαφές του με τους Μακεδόνες και τους άλλους Έλληνες. Λόγω της συμπεριφοράς των δύο εταίρων ο Αλέξανδρος είχε χαρακτηρίσει τον μεν Ηφαιστίωνα φιλαλέξανδρο, τον δε Κρατερό φιλοβασιλέα. Όπως ήταν λογικό, ανάμεσα στον Ηφαιστίωνα και τον Κρατερό αναπτύχθηκε μία αντιπαλότητα, η οποία κάποια φορά στην Ινδία τους οδήγησε στο σημείο να βγάλουν τα ξίφη τους από τους κολεούς. Οι άλλοι εταίροι παρενέβησαν και απέτρεψαν τα χειρότερα, ενώ ο Αλέξανδρος τους επέπληξε έντονα και αυστηρά. Ειδικά τον Ηφαιστίωνα τον προσέβαλε βαριά ενώπιον όλων αποκαλώντας τον «βαρεμένο και παράφρονα, επειδή δεν είχε αντιληφθεί ότι χωρίς τον Αλέξανδρο είναι ένα μηδενικό». Ορκίστηκε δε στον Άμμωνα και τους άλλους θεούς ότι τους αγαπούσε και τους δύο περισσότερο από κάθε άλλο άνθρωπο, αλλά αν έρχονταν ξανά σε αντιπαράθεση, θα σκότωνε ή και τους δύο ή όποιον έκανε την αρχή. Μετά τους ανάγκασε να συμφιλιωθούν και από τότε οι δύο εταίροι απέφυγαν ακόμη και τα αστεία μεταξύ τους. Στα Σούσα (324) ο Αλέξανδρος στεφάνωσε (=παρασημοφόρησε) τον Ηφαιστίωνα για τις υπηρεσίες του και στον ομαδικό γάμο τον πάντρεψε με μία κόρη του Δαρείου, «διότι ήθελε τα παιδιά του να είναι ξαδέρφια των παιδιών του Ηφαιστίωνα». Το χειμώνα του 324 ο Ηφαιστίων είχε κάποια αντιδικία με τον Ευμένη, η οποία χάθηκε στα χάσματα των αρχαίων πηγών και λίγες εβδομάδες αργότερα πέθανε στα Εκβάτανα από τις καταχρήσεις, σε ηλικία περίπου 33 ετών. Ο θάνατος του Ηφαιστίωνα βύθισε σε βαθεία θλίψη τον Αλέξανδρο, ο οποίος τον κήδευσε στη Βαβυλώνα με μία κηδεία, τόσο μεγαλοπρεπή, ώστε φέρεται να κόστισε 10.000 τάλαντα. Επίσης δεν όρισε αντικαταστάτη στην ιππαρχία του Ηφαιστίωνα, «για να μη χαθεί το όνομά του και το έμβλημα, που εκείνος είχε ορίσει», και ζήτησε χρησμό από τον Άμμωνα, αν μπορούσε ο νεκρός φίλος του να λατρεύεται σαν θεός, αλλά ο Άμμων επέτρεψε να λατρεύεται μόνο ως ήρωας. Ο Αλέξανδρος διέταξε ακόμη να κατασκευαστεί στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου λαμπρό μνημείο προς τιμήν του Ηφαιστίωνα.
http://www.alexanderofmacedon.info/greek/A1gr.htm
Βαγώας: ήταν ένας «εξαιρετικά ωραίος ευνούχος στην ακμή της νιότης του», με τον οποίο ο Δαρείος είχε ερωτικές σχέσεις. Τον παρέδωσε στον Αλέξανδρο μαζί με άλλα δώρα ο Ναβαρζάνης, όταν παραδόθηκε στην Υρκανία (330). Αν είναι το ίδιο πρόσωπο με τον Βαγώα του Φαρνούχη, τον οποίο αναφέρει ο Αρριανός ως τον μόνο βάρβαρο τριήραρχο στον Υδάσπη (326), πρέπει να υποθέσουμε ότι συνδέθηκαν ερωτικά ήδη από την Ινδία. Όμως ο Βαγώας οπωσδήποτε ήταν η αγαπημένη παλλακίδα του Αλεξάνδρου ένα χρόνο αργότερα. Σε μία σύντομη στάση για ξεκούραση και διασκέδαση μετά την έρημο της Γεδρωσίας (325) ο Βαγώας νίκησε σε έναν αγώνα χορών και κάθισε στολισμένος δίπλα στον Αλέξανδρο. Τότε οι Μακεδόνες άρχισαν να χειροκροτούν και να φωνάζουν να τον φιλήσει, ώσπου ο Αλέξανδρος πράγματι τον αγκάλιασε και τον φίλησε. Ο Κούρτιος αποδίδει στο Βαγώα συνομωσία, που κατέληξε στην εκτέλεση του Ορξίνη (324) (6.5.23, 10.1.22.38).
Βαγώας: ήταν ο κορυφαίος ευνούχος στην Αυλή του Αρταξέρξη Γ΄ ή Ώχου και κατόρθωσε να αποκτήσει απίστευτη ισχύ. Το 338 έκρινε ότι ο Αρταξέρξης δεν ήταν πλέον αρκετά πειθήνιος, τον δηλητηρίασε και ανέβασε στο θρόνο του Μεγάλου Βασιλέως τον Αρσή, για να τον δηλητηριάσει κι αυτόν και όλη την οικογένειά του το 326. Οι παλαιότερες δολοφονίες του Ώχου και οι πρόσφατες του Βαγώα είχαν περιορίσει πολύ τους υποψήφιους για το θρόνο του Μεγάλου Βασιλέως, στον οποίο ο Βαγώας υποχρεώθηκε να ανεβάσει ένα μακρυνό συγγενή των προηγουμένων. Σύντομα ο μηχανορράφος ευνούχος έκρινε ακατάλληλο και τον τρίτο κατά σειράν εκλεκτό του, αλλά ο Δαρείος Γ΄ κατάλαβε τις προθέσεις του Βαγώα και τον υποχρέωσε να πιεί εκείνος το δηλητηριασμένο κρασί.
Βάκχαι: οι μαινάδες, οι τελούσες τα όργια (μυστικές τελετές όπως ακριβώς και τα Μυστήρια) του Βάκχου και κατεχόμενες από τον θεό γυναίκες.
Βακχεία: η εορτή του Βάκχου, η ξέφρενη ευθυμία.
Βακχεύω: γιορτάζω τη γιορτή του Βάκχου, τελώ τα Μυστήρια του Βάκχου (ιδίως στις μεγάλες τριετηρίδες).
Βάκχος: σχετικά νεότερο όνομα του θεού Διονύσου, που χρησιμοποιεί για πρώτη φορά (Διόνυσος Βάκχειος) ο Σοφοκλής (496-406) και συχνότερα ο Ευριπίδης (480-407). Αντίθετα προς τη συνήθη αντίληψη, ο Διόνυσος ήταν μία σημαντική θεότητα και εθεωρείτο ως εκπολιτιστής των ανθρώπων, ως εμπνευστής του ευγενούς ενθουσιασμού και ως σύμβολο της γενετήσιας και παραγωγικής δύναμης της Φύσης. Λόγω της σπουδαιότητας του θεού Διονύσου, στην Αθήνα ετελούντο 4 εορτές (Διονύσια ιερά) κατά τέσσερις διαδοχικούς μήνες (Ποσειδεώνα, Γαμηλιώνα, Ανθεστηριώνα και Ελαφηβολιώνα): τα κατ΄ αγρούς ή εν αγροίς, τα εν λίμναις ή Λίναια, τα Ανθεστήρια και τα κατ΄ άστυ ή εν άστει ή Μεγάλα Διονύσια ιερά ή απλώς Διονύσια ιερά
Βάλακρος του Αμύντα: στις Κελαινές (333) ορίστηκε στρατηγός των συμμάχων στη θέση του Αντίγονου. Στην Αίγυπτο (331) ορίστηκε συνδιοικητής της στρατιάς, που παρέμεινε εκεί.
Βάλακρος: Αρχηγός των ακοντιστών, στα Γαυγάμηλα (331) βοήθησε στην εξουδετέρωση των δρεπανηφόρων αρμάτων. Επικεφαλής των ψιλών, στη σύγκρουση με τους Σκύθες (329) συνεργάσθηκε με τους ιππείς.
Βάρβαροι: οι αρχαίοι Έλληνες όριζαν ότι «πας μη Έλλην [είναι] βάρβαρος». Φαίνεται ότι η χρήση αυτού του όρου για τους μη Έλληνες άρχισε, πριν αρχίσει η χρήση του κοινού ονόματος «Έλληνες» για τα ελληνικά έθνη, διότι ο Όμηρος (9ος π.Χ αιώνας), που αγνοεί τη χρήση του κοινού εθνικού ονόματος Έλληνες, κάνει λόγο για «Κάρες βαρβαρόφωνους». Κατά μία εκδοχή ο όρος είναι ηχοποίητος και προήλθε από το ότι η ομιλία των ξένων λαών άφηνε στους Έλληνες την ακουστική εντύπωση «βαρ-βαρ». Ωστόσο είναι ενδεχόμενο να μην είναι ελληνικός όρος, αφού ο Ηρόδοτος (5ος π.Χ αιώνας) λέει ότι «έτσι [βαρβάρους] αποκαλούν οι Αιγύπτιοι, όσους δεν μιλάνε τη γλώσσα τους» (Ιλιάδα Β.867, Ηρόδοτος Β.158).
Βαρσαέντης: σατράπης των Δραγγών και των Αραχωτών. Στη μάχη των Γαυγαμήλων (331) διοικούσε τους υπηκόους του και τους ορεσίβιους Ινδούς (τους κατοίκους του Κασμίρ και Τζαμμού). Το 330 μαζί με τον Ναβαρζάνη και τον Βήσσο συνέλαβε τον Δαρείο ως ανίκανο να ηγηθεί της αντίστασης κατά του εισβολέα. Όταν τους πλησίασε ο Αλέξανδρος, μαζί με τον Σατιβαρζάνη τραυμάτισε θανάσιμα το Δαρείο, τον εγκατέλειψε και κατέφυγε στην πρωτεύουσα της Δραγγιανής. Όταν πλησίαζε η στρατιά του Αλεξάνδρου, κατέφυγε στην πρόσω Ινδία, αλλά οι Ινδοί τον συνέλαβαν και τον έστειλαν σιδηροδέσμιο στον Αλέξανδρο, για να μην μπουν στο στόχαστρό του. Ο Αλέξανδρος τον καταδίκασε σε θάνατο.
Βαρσίνη: έτσι ονομάζει ο Αρριανός τη μεγαλύτερη κόρη του Δαρείου, την οποία παντρεύτηκε ο Αλέξανδρος στον ομαδικού γάμο στα Σούσα (324).
Βαρσίνη: ήταν κόρη του Αρτάβαζου και διαδοχικά χήρα των Ροδίων αδελφών Μέντορα και Μέμνονα. Ως έτος γέννησής της προτείνεται το 355 π.Χ., δηλαδή φέρεται ως συνομήλικη του Αλεξάνδρου. Είχε ελληνική παιδεία και μαζί με τον αυτοεξόριστο πατέρα της είχε περάσει ένα διάστημα (353-343) στην Αυλή του Φιλίππου Β΄, όπου ίσως γνώρισε τον Αλέξανδρο. Όταν συνελήφθη αιχμάλωτη στο περσικό στρατόπεδο της Ισσού (333), ο Παρμενίων φέρεται να την προξένεψε στον Αλέξανδρο, ο οποίος έκανε μαζί της ένα γιο, τον Ηρακλή (Πλούταρχος Αλέξανδρος 21.7-9, Διόδωρος 16.52.3, 20.20.1, Κούρτιος 3.13.14, 10.6.11, Ιουστίνος 11.10.2-3).
Βασίλειοι εφημερίδες: ήταν το ημερολόγιο της Αυλής. Αρχιγραμματέας ήταν ο Ευμένης ο Καρδιανός και ένας άλλος υπεύθυνος ήταν ο Διόδοτος από τις Ερυθρές. Ο Στράττις ο Ολύνθιος (μάλλον σύγχρονος του Αλεξάνδρου) έγραψε πέντε βιβλία για τις Βασίλειες Εφημερίδες, που ίσως απετέλεσαν πηγή για μεταγενέστερους συγγραφείς. Οι διαφορές στις διηγήσεις των ιστορικών αρχίζουν με τη σύλληψη του Καλλισθένη, οπότε οι Βασίλειες Εφημερίδες δεν ήταν πλέον διαθέσιμες στους ιστορικούς, οι οποίοι μέχρι τότε βασίζονταν στον Καλλισθένη. Έχουμε πάλι μία γενική συμφωνία μεταξύ των ιστορικών για το θάνατο του Αλεξάνδρου, οπότε όλοι φαίνεται ότι ανατρέχουν στις Βασίλειες Εφημερίδες. Ο Αρριανός κι ο Πλούταρχος μας δίνουν την αναλυτική αφήγηση των τελευταίων ημερών του Αλεξάνδρου, βασιζόμενοι σ’ αυτές (Robinson C. A., The ephemerides of Alexander’s expedition, Providence, Brown University, 1932. σελ 11 & 63).
Βήσσος: σατράπης της Βακτριανής. Στη μάχη των Γαυγαμήλων (331) διοικούσε τους Ινδούς της πρόσω Ινδίας, τους Βάκτριους και τους Σογδιανούς. Το 330 ηγήθηκε πραξικοπήματος, στο οποίο συμμετέσχαν ο Ναβαρζάνης και ο Βαρσαέντης και με το οποίο ανετράπη και συνελήφθη ο Δαρείος. Όταν τους πλησίασε ο Αλέξανδρος, ο Βαρσαέντης και ο Σατιβαρζάνης τραυμάτισαν θανάσιμα κι εγκατέλειψαν τον Δαρείο. Ο Βήσσος κατέφυγε στην πρωτεύουσα της σατραπείας του με όσους σκόπευαν να αντισταθούν στον Αλέξανδρο, αυτοανακηρύχθηκε Βασιλιάς της Ασίας και πήρε το δυναστικό όνομα Αρταξέρξης. Την άνοιξη του 329, όταν ο Αλέξανδρος πλησίαζε στα Βάκτρα, ο Βήσσος τράπηκε σε φυγή χωρίς να προβάλει την παραμικρή αντίσταση και αφού προηγουμένως κατέστρεψε την αγροτική παραγωγή στην περιοχή ανατολικά των Βάκτρων, ώστε να καθυστερήσει την προέλαση του Αλεξάνδρου. Τότε οι συνεργάτες του, Σπιταμένης και Δαταφέρνης, οι οποίοι προφανώς σκόπευαν να αντισταθούν και όχι να δώσουν αξιώματα στους εαυτούς τους, φρόντισαν ώστε ο Βήσσος να πέσει στα χέρια του Αλεξάνδρου και συνέχισαν μόνοι τους την αντίσταση. Πράγματι ο καλοκαίρι του 329 ο Πτολεμαίος του Λάγου συνέλαβε καθ’ υπόδειξή τους τον Βήσσο κοντά στα Ναύτακα της Σογδιανής και ο Αλέξανδρος τον έστειλε στα Βάκτρα. Από εκεί το χειμώνα του ιδίου έτους τον έστειλε στα Εκβάτανα, για να εκτελεσθεί από το Συμβούλιο των Μήδων και των Περσών, αφού πρώτα διέταξε να του κόψουν τη μύτη και τους λοβούς των αυτιών, σύμφωνα με τον περσικό νόμο.
Βουκεφάλας: ο αγαπημένος ίππος του Αλεξάνδρου. Λέγεται ότι ήταν μεγαλόσωμος, γενναίος και ότι ονομάστηκε έτσι, είτε επειδή ήταν μαρκαρισμένος με ένα κεφάλι βοδιού είτε επειδή, ενώ ήταν μαύρος, είχε στο κεφάλι του ένα άσπρο σημάδι σε σχήμα κεφαλής βοδιού. Ήταν θεσσαλικός ίππος και ένας Θεσσαλός έμπορος, ο Φιλόνικος, τον είχε οδηγήσει στη Μακεδονία για να τον πουλήσει στη βασιλική Αυλή. Ο Φίλιππος απέρριψε την αγορά του, επειδή ήταν δύστροπος ίππος και δεν ανεχόταν ούτε καν τη φωνή των ακολούθων του. Ο Αλέξανδρος αγνόησε τις συμβουλές των παρισταμένων και επέμενε ότι επρόκειτο για εξαιρετικό ίππο και ότι μπορούσε να τον δαμάσει. Αφού δήλωσε ότι σε περίπτωση αποτυχίας του δεχόταν να καταβάλει ο ίδιος το αντίτιμο του Βουκεφάλα ως τιμωρία για την αλαζονεία του προς τους ειδικούς, ο Φίλιππος παζάρεψε την τιμή, που τελικά έκλεισε στα 13 αργυρά τάλαντα. Κατά τα θρυλούμενα ο Αλέξανδρος είχε καταλάβει ότι ο Βουκεφάλας φοβόταν τη σκιά του και με τους κατάλληλους χειρισμούς κατάφερε να τον δαμάσει, αποσπώντας τις επευφημίες των ειδικών και την υπερηφάνεια του πατέρα του. Ο βασιλικός πολεμικός ίππος είχε μοιραστεί όλες τις κακουχίες και τους κινδύνους της εκστρατείας με τον Αλέξανδρο, τον μόνο που δεχόταν ως αναβάτη και ο οποίος τον αγαπούσε πολύ. Το 330 στη χώρα των Ούξιων ή στην Υρκανία ή στη χώρα των Μάρδων τον απήγαγαν οι βάρβαροι και ο Αλέξανδρος διαμήνυσε στους κατοίκους ότι, αν δεν του τον επέστρεφαν, θα τους έσφαζε όλους, και μόνο τότε του τον επέστρεψαν. Ο Πλούταρχος λέει ότι, επειδή ο Βουκεφάλας ήταν ήδη γέρος και ο Αλέξανδρος τον ίππευε μόνο στις μάχες. Ισχυρίζεται όμως ότι στη μάχη του Γρανικού ίππευε άλλον ίππο, ο οποίος και σκοτώθηκε. Σύμφωνα με τους Ιουστίνο και Διόδωρο, ο Βουκεφάλας σκοτώθηκε στη μάχη του Υδάσπη (326), ενώ κατ΄ άλλους μη κατονομαζόμενους αρχαίους συγγραφείς πληγώθηκε στη μάχη, και υπέκυψε αργότερα. Κατά τον Ονησίκριτο πέθανε από τον καύσωνα και τα γηρατειά σε ηλικία 30 ετών, ενώ οι ίπποι ζουν 20 χρόνια, και αναπόφευκτα θυμόμαστε το άλλο μύθευμα του ιδίου με τις Αμαζόνες. Αν το 326 ο Βουκεφάλας ήταν πράγματι 30 ετών, τότε στη μάχη του Γρανικού (334) θα ήταν 22 ετών, δηλαδή θα είχε ξεπεράσει κατά δύο έτη το προσδόκιμο ζωής των ίππων, ενώ ο Αλέξανδρος θα τον είχε αποκτήσει όταν είχε ηλικία πάνω απ’ το μισό του προσδόκιμου. Συνεπώς δεν είναι λογικό ούτε ο Φίλιππος Β΄ να ακριβοπλήρωσε έναν μεγάλης ηλικίας ίππο ως τον πολεμικό ίππο του τότε διαδόχου του, όπως δεν είναι λογικό ο Αλέξανδρος ως βασιλιάς της Μακεδονίας να ίππευε ένα γερασμένο άλογο. Εν πάσει περιπτώσει στη δυτική όχθη του Υδάσπη και στο σημείο, όπου πέρασε τον ποταμό, ο Αλέξανδρος φέρεται να θεμελίωσε μία πόλη και την ονόμασε Βουκεφάλα εις μνήμην του ίππου του.
Βραγχίδαι: ήταν ιερατικό και μαντικό γένος της Ιωνίας. Είχε ως γενάρχη τον Βράγχο, ο οποίος είχε διδαχθεί τη μαντική τέχνη από τον Απόλλωνα. Οι Βραγχίδες εκμεταλλεύονταν το μαντείο του Απόλλωνα στην πόλη Δίδυμα (18 χμ νότια της Μιλήτου) και από την εποχή του Κύρου του Μεγάλου (553) σε κάθε ευκαιρία χρησμοδοτούσαν υπέρ των περσικών συμφερόντων. Προφανώς είχαν αντιληφθεί ότι η Περσία ήταν η ανερχόμενη υπερδύναμη της εποχής και φρόντιζαν για τα δικά τους συμφέροντα, αδιαφορώντας για τα ευρύτερα ελληνικά. Λίγα χρόνια αργότερα (495) σε αντίποινα της εξέγερσης της Ιωνίας κατά των Περσών, στην οποία συμμετέσχαν δραστήρια και οι Μιλήσιοι, ο Δαρείος Α΄ κατέστρεψε τον ναό και λεηλάτησε τους θησαυρούς του μαντείου. Το 479, μετά την ήττα του Ξέρξη στην Ελλάδα και τα αντίποινα των Ελλήνων στα μέχρι τότε περσικά εδάφη, οι Βραγχίδες, που είχαν συνεργαστεί υποδειγματικά με τους Πέρσες κατά των Ελλήνων, ζήτησαν από τον Ξέρξη να τους μετεγκαταστήσει. Το αίτημά τους έγινε αποδεκτό και μετεγκαταστάθηκαν στη Σογδιανή, στις όχθες του Ώξου (Αμού Ντάρυα), όπου έχτισαν ναό του Διδυμαίου Απόλλωνα (νότια του Αμού Ντάρυα στο σημερινό Αφγανιστάν) και μία πόλη, το λεγόμενο Βραγχιδών άστυ (βόρεια του Αμού Ντάρυα στο σημερινό Ουζμπεκιστάν). Το 329, όταν ο Αλέξανδρος πέρασε τον Ώξο, οι Βραγχίδες τον υποδέχθηκαν ενθουσιωδώς, αλλά σύμφωνα με το Διόδωρο, τον Κούρτιο και τα αρχαιολογικά ευρήματα στην περιοχή, εκείνος έσφαξε τους κατοίκους και αφάνισε την πόλη (Ηρόδοτος ΣΤ.19).
Βραχμάνες: Οι Ινδοί χωρίζονταν σε 7 γένη (κοινωνικές τάξεις ή κάστες) με πρώτο στην ιεράρχηση εκείνο των Βραχμάνων φιλοσόφων, που έκαναν ασκητική ζωή και γι’ αυτό οι Έλληνες τους ονόμασαν γυμνοσοφιστές. Το γένος τους ήταν το μικρότερο σε αριθμό, αλλά απολάμβανε των περισσότερων τιμών και τεράστιας εκτίμησης. Ήταν το μόνο, που είχε το δικαίωμα να μαντεύει και να καθορίζει τον τρόπο των προσφορών και θυσιών προς τους θεούς. Μάλιστα, τυχόν θυσίες ή προσφορές χωρίς την έγκριση των Βραχμάνων εθεωρείτο ότι δεν γίνονταν δεκτές από τους θεούς. Ο Αλέξανδρος ήλθε για πρώτη φορά σ’ επαφή με το πανίσχυρο ιερατείο των Βραχμάνων στα Τάξιλα (326) (Αρριανός Ζ.1., Ζ.2.& Ινδική 11 Πλούταρχος, Αλέξανδρος 65.). Με την τεράστια επιρροή στους ομοεθνείς τους, οι Βραχμάνες υποκίνησαν τόσο λυσσώδη αντίσταση, ώστε πολλές φορές οι Ινδοί δεν δίστασαν να αυτοπυρποληθούν μέσα στις πόλεις τους, για να μην παραδοθούν ή αιχμαλωτισθούν. Προκειμένου να κάμψει αυτήν την αντίσταση, ο Αλέξανδρος προέβη σε εξαιρετικά εκτεταμένες σφαγές μαχίμων και αμάχων Ινδών.
Βρεττία: η σημερινή εσωτερική Καλαβρία.
Γ
Γανδάρα: Οι Ινδοί περιλάμβαναν στον όρο αυτό τη χώρα των Γανδαριδών, τη Γανδαρίδα και τη Γανδαρίτιδα. Η χώρα των Γανδαριδών εκτεινόταν από τον μέσο ρου ως τις εκβολές του Γάγγη και οι κάτοικοί της, οι Γανδαρίδες, εθεωρούντο ως «ο πιο πολυάνθρωπος ινδικός λαός, εναντίον των οποίων δεν εξεστράτευσε ο Αλέξανδρος λόγω του πλήθους των ελεφάντων, που διαθέτουν» (Διόδωρος ΙΗ.6.1). Η Γανδαρίς βρισκόταν στο κέντρο περίπου του σημερινού Παντζάμπ και μετά την κατάκτησή της από τον Αλέξανδρο εξελίχθηκε σε σημαντικό κέντρο πολιτισμού, όπου η ινδική τέχνη επιρρεάστηκε πολύ από την ελληνική. Είναι η περιοχή που και σήμερα αποκαλούμε Γανδάρα. Η Γανδαρίτις εκτεινόταν γύρω από τον ποταμό Κωφήνα (Καμπούλ). Οι Έλληνες περιλάμβαναν τους κατοίκους της, τους Γανδάριους, μαζί με τους άλλους γειτονικούς λαούς υπό τον γενικό όρο Παροπαμισάδες. Οι Γανδάριοι, τους οποίους αναφέρει ο Ηρόδοτος σε αντιδιαστολή προς τους Ινδούς, όπως φαίνεται κι απ’ τον οπλισμό τους πρέπει να είναι οι κάτοικοι της Γανδαρίτιδας.
Γαυγάμηλα: κατά τον Πλούταρχο (Αλέξανδρος 31.7) στην τοπική γλώσσα σήμαινε «οίκος καμήλας». Γκάου-γκαμέλα στα Αραμαϊκά σημαίνει «λιβάδι καμήλας». Στη θέση των αρχαίων Γαυγαμήλων βρίσκεται σήμερα το χωριό Τελ-Γκομέλ.
Γλαγολικό αλφάβητο: την εποχή που έζησαν ο Κύριλλος (827-869 μ.Χ.) και ο Μεθόδιος, δημιουργήθηκε η παλαιότερη εκκλησιαστική φιλολογία των Κροατών και των Βουλγάρων, η οποία είναι γραμμένη στο γλαγολικό αλφάβητο. Ήταν βασισμένο σε έναν από τους τύπους των ελληνικών αλφαβήτων, στο ιωνικό, και στη μεν κροατική παραλλαγή τα γράμματα ήταν γωνιόσχημα, στη δε βουλγαρική ήταν στρογγυλόσχημα. Μάλλον αυτό είναι το αλφάβητο, που καταγράφεται ότι εισήγαγαν τα δύο αδέλφια και όχι το λεγόμενο κυριλλικό, το οποίο αντικατέστησε το γλαγολικό μόλις τον 12ο μ.Χ. αιώνα, δηλαδή τρεις ολόκληρους αιώνες μετά το θάνατο των δύο μοναχών.
Γοργίας ο Λεοντίνος: σοφιστής και ρήτορας σύγχρονος του Σωκράτη. Γεννήθηκε στους Λεοντίνους της Σικελίας και πέθανε στη Λάρισα το 388 π.Χ. Το 427 τον έστειλαν οι Λεοντίνοι στην Αθήνα ως πρέσβη. Εκεί προκάλεσε το θαυμασμό και εγκαταστάθηκε αργότερα διδάσκοντας ρητορική και φιλοσοφία. Στον «Ολυμπικό» του λόγο προτρέπει τους Έλληνες να ομονοήσουν και να πολεμήσουν κατά των βαρβάρων. Την ιδέα αυτή διατύπωσε αργότερα σε λόγο του και ο Ισοκράτης.
Γρύψ: μυθικό τέρας με κεφάλι αετού και σώμα λιονταριού, άλλοτε με φτερά και άλλοτε άπτερο. Η παλαιότερη απεικόνισή του (ίσως κι η προέλευσή του) είναι αιγυπτιακή. Στην Αίγυπτο εθεωρείτο προστάτης των Φαραώ και φύλακας των τάφων τους. Στην ελληνική μυθολογία οι Αριμασποί ζούσαν βορείως των Σκυθών και άρπαζαν τον χρυσό, που φύλασσαν οι γρύπες. Κατά τον Κτησία τον Κνίδιο οι γρύπες φύλασσαν τον χρυσό σε μία έρημο και τους τον άρπαζαν οι Ινδοί. Ο παραπλεύρως εικονιζόμενος είναι αποτυπωμένος σε νόμισμα των Θασίων.
Δ
Δαίμονες: στην αρχαία ελληνική θρησκεία ήταν ένα είδος κατώτερων θεοτήτων. Ο Αριστοτέλης διευκρινίζει ότι ήταν "παιδιά θεών, αλλά όχι θεοί".
Δαταφέρνης: Πέρσης αξιωματούχος, από τους ελάχιστους, που αποφάσισαν να αντισταθούν στον Αλέξανδρο ως το τέλος και να μη συνεργασθούν μαζί του. Αρχικά συνέπραξε στο πραξικόπημα κατά του Δαρείου (330) και όταν ο Βήσσος έφυγε (329) από τα Βάκτρα, κυνηγημένος από τον Αλέξανδρο και χωρίς να προβάλει αντίσταση, συνέπραξε με τον Σπιταμένη. Αυτή τη φορά αντί να ανατρέψουν το Βήσσο, τον παρέδωσαν στον Αλέξανδρο. Δεν γνωρίζουμε τίποτα άλλο γι’ αυτόν, αλλά το πιθανότερο είναι ότι έλαβε μέρος στις επιχειρήσεις του Σπιταμένη στη Σογδιανή και στη Βακτρία και ότι σκοτώθηκε σε κάποιαν απ’ αυτές.
Δημάδης: γεννήθηκε στην Αθήνα το περί το 380 από ταπεινούς γονείς. Η ρητορική του δεινότητα ήταν πολυθρύλητη και η ευφυία του εθεωρείτο μεγαλύτερη εκείνης του Δημοσθένη, αλλά δεν διασώθηκε κανένα έργο του. Παραδίδεται ότι κατά τον κῶμο μετά το επινίκιο δείπνο για τη μάχη της Χαιρώνειας (338) ο Φίλιππος περιφερόταν ανάμεσα στους αιχμαλώτους και τους χλεύαζε για την αποτυχία τους. Τότε ο Δημάδης, που βρισκόταν ανάμεσα στους αιχμαλώτους, του είπε «Βασιλιά, η τύχη σου επιφύλαξε ρόλο Αγαμέμνονα κι εσύ δεν ντρέπεσαι να φέρεσαι σαν Θερσίτης;». Υποτίθεται ότι ο Φίλιππος συγκλονίσθηκε από τα λόγια του Αθηναίου ρήτορα, διέκοψε τον κῶμο και τον απελευθέρωσε. Ο Δημάδης στη συνέχεια έπεισε το Φίλιππο να συνάψει ειρήνη με τους Αθηναίους και τους Θηβαίους και να εγκαταστήσει μακεδονική φρουρά μόνο στη Θήβα. Κατά το Λαμιακό πόλεμο, όταν ο Αντίπατρος προέλαυνε με όλες του τις δυνάμεις εναντίον της Αθήνας, οι Αθηναίοι τρομοκρατημένοι ζήτησαν από το Δημάδη να πάει ως πρέσβυς στον Αντίπατρο και να διαπραγματευθεί ειρήνη. Για τον Δημάδη η αγωνία των Αθηναίων αποτέλεσε την ευκαιρία να λύσει ένα προσωπικό πρόβλημα: είχε παρανομήσει τρεις φορές κι η Εκκλησία των Αθηναίων του είχε επιβάλει στέρηση πολιτικών και συμβουλευτικών δικαιωμάτων. Αν και σ’ όλη του τη ζωή παρίστανε τον υπερπατριώτη και αντιμακεδόνα, σ’ αυτήν την κρίσιμη στιγμή αρνήθηκε να προσφέρει στην πατρίδα του υπηρεσίες άνευ όρων και οι πανικόβλητοι Αθηναίοι υπέκυψαν στις απαιτήσεις του. Ανακάλεσαν τις καταδικαστικές αποφάσεις, τον αποκατέστησαν στα πολιτικά του δικαιώματα και αμέσως τον έστειλαν μαζί με άλλους ως πρέσβυ. Τον δολοφόνησε ο Κάσσανδρος το 320.
Δημήτριος του Αλθαιμένη: στη μάχη του Γρανικού (334) ήταν ίλαρχος μίας από τις βασιλικές ίλες. Το 327 ήταν ιππάρχης στις επιχειρήσεις της πρόσω Ινδίας. Το 326 πολέμησε με την ιππαρχία του στη μάχη του Υδάσπη και υπό τις διαταγές του Ηφαιστίωνα εισέβαλε στη χώρα του αποστάτη Πώρου. Επίσης πήρε μέρος στις εκκαθαρίσεις στη χώρα των Μαλλών (325).
Δημήτριος: σωματοφύλακας, τον οποίο ο Αλέξανδρος εκτέλεσε (329) στη χώρα των Ευεργετών ως συμμετέχοντα στη συνωμοσία του Φιλώτα. Τον αντικατέστησε ο Πτολεμαίος του Λάγου.
Δημοσθένης: γεννήθηκε το 383 στην Παιανία της Αττικής και είναι ο κορυφαίος Έλληνας ρήτορας. Δεν ήταν εύπορος και για να βιοπορισθεί δίδασκε ρητορική και έγραφε επί παραγγελία δικανικούς λόγους, που δεν ήταν αξιόλογοι. Η ρητορική του δεινότητα φάνηκε μόλις το 354, όταν σε ηλικία 29 ετών συνέγραψε τον πρώτο πολιτικό του λόγο. Αξιολογώντας τη συνολική πολιτική δράση του Δημοσθένη προκύπτει ότι ήταν σκληροπυρηνικός πατριώτης με την κλασσικότερη έννοια του όρου, δηλαδή μετρούσε τα πάντα σύμφωνα με τα συμφέροντα της Αθήνας και θεωρούσε όλους τους Έλληνες υποχρεωμένους να προσβλέπουν στην πατρίδα του, άλλως ήταν προδότες της Ελλάδας και ανάξιοι να θεωρούνται Έλληνες. Η σημαντικότερη πολιτική αδυναμία του είναι η πεισματική άρνηση να αποδεχθεί ότι οι αναρίθμητες πόλεις-κράτη των Ελλήνων είχαν κλείσει τον κύκλο της πολιτικής ζωής τους και ότι η επιβίωση της Ελλάδας απαιτούσε πλέον το σχηματισμό ευρύτερων πολιτικών ενώσεων, καμία από τις οποίες δεν ήταν καλύτερη από το Κοινό Συνέδριο των Ελλήνων. Ίσως ο Δημοσθένης είχε μείνει τόσο προσκολλημένος στα ωφέλη, που θα αποκόμιζε για άλλη μιά φορά η Αθήνα από την Ηγεμονία της Ελλάδος, ώστε αρνήθηκε να λάβει υπόψη του την παντελή αδυναμία των Αθηναίων να διεκδικήσουν την Ηγεμονία. Ίσως πάλι να κινήθηκε από τη μηδενιστική αντίληψη «αν δεν μπορούμε εμείς οι Αθηναίοι να γίνουμε Ηγεμόνες της Ελλάδος, δεν θα επιτρέψουμε να γίνει κανένας άλλος». Το βέβαιο είναι ότι η πρακτικά μικρή ανταπόκριση των Αθηναίων στη ρητορία του, τον οδήγησε σε δημαγωγικές εκρήξεις. Αλλά αυτή ακριβώς η μικρή πολιτική ανταπόκριση γλύτωσε τους Αθηναίους από τα χειρότερα, σε αντίθεση προς τους Θηβαίους που τον πίστεψαν και αφανίσθηκαν. Η πολιτική δράση του Δημοσθένη αποτυπώνεται ως εξής: Το 359 ο Φίλιππος κατέλαβε το θρόνο και μέσα σε 7 χρόνια κατόρθωσε να συγκολλήσει τη σχεδόν διαμελισμένη Μακεδονία και να αποκτήσει τον έλεγχο των στρατηγικών φυσικών πόρων της χώρας του και της γύρω περιοχής, αφαιρώντας τους από τους Αθηναίους, που τους νέμονταν ως τότε. Όταν ο Φίλιππος κατέλαβε και ισοπέδωσε την προσκείμενη στους Αθηναίους Μεθώνη (352), ο Δημοσθένης, που μόλις προ δύο ετών είχε εμφανισθεί στην εκκλησία των Αθηναίων ως πολιτικός, εκφώνησε τον πρώτο φιλιππικό λόγο και άρχισε τη διαβόητη αντιμακεδονική πολεμική του. Επιδίωξή του ήταν να επιβάλει στη Μακεδονία, ό,τι επιβάλλεται και σήμερα στις χώρες, που έχουν πρώτες ύλες στρατηγικής σημασίας για τη Δύση, αλλά οι ηγεσίες τους δεν ελέγχονται από τη Δύση: οι κυβερνήσεις τους αποκαλούνται βάρβαρες, σκοταδιστικές, ανελεύθερες, επικίνδυνες για την παγκόσμια ειρήνη και οι πολιτισμένες χώρες (κατά σύμπτωση αυτές που χρειάζονται τις επίμαχες πρώτες ύλες) αναλαμβάνουν αλτρουιστικά να σώσουν τον κόσμο από τις κακές αυτές κυβερνήσεις. Έτσι, όταν ο Φίλιππος πολιόρκησε την Όλυνθο (349), ο Δημοσθένης συνέχισε να ξεσηκώνει εναντίον του τους Αθηναίους με τους περίφημους ολυνθιακούς λόγους του. Μετά την άλωση της Ολύνθου οι Αθηναίοι πείσθηκαν να αντιταχθούν στον Φίλιππο, αλλά γνωρίζοντας τις αδυναμίες τους, περιορίσθηκαν να ξεσηκώνουν άλλα κράτη εναντίον του. Το 340 ο Φίλιππος πολιόρκησε την Πέρινθο και ο Δημοσθένης προέτρεψε τους Αθηναίους να αποβάλουν τις «ανόητες προκαταλήψεις» ότι ο Πέρσης βασιλιάς ήταν βάρβαρος και κοινός εχθρός όλων των Ελλήνων. Τελικά οι Αθηναίοι πείσθηκαν και έστειλαν πρέσβεις στον Μεγάλο Βασιλέα ζητώντας του να καταγγείλει τη συνθήκη φιλίας που είχε με το Φίλιππο και να του κυρήξει τον πόλεμο. Έτσι οι Αθηναίοι κατάφεραν να στρέψουν κατά του Φιλίππου τους Πέρσες, τους Βυζαντίους, τους Χίους, τους Κώους και τους Ρόδιους. Τότε ο Φίλιππος διέταξε την κατάσχεση των σιτηρών, που ταξίδευαν με νηοπομπές από τη Σκυθία προς την Αθήνα, οι Αθηναίοι αντέδρασαν καταγγέλλοντας τη Φιλοκράτειο ειρήνη με τους Μακεδόνες και τα δύο κράτη βρέθηκαν σε εμπόλεμη κατάσταση, αλλά χωρίς άμεσες εχθροπραξίες επί δύο περίπου χρόνια. Το 338 ο Φίλιππος προέλασε νότια, για να καταλάβει την Ηγεμονία της Ελλάδος και ο Δημοσθένης πρότεινε στους πανικόβλητους Αθηναίους να ξεχάσουν την παμπάλαια έχθρα με τους Θηβαίους και να επιδιώξουν συμμαχία μαζί τους, ώστε ο πόλεμος κατά των Μακεδόνων να μη θίξει τα εδάφη της Αττικής. Ο Δημοσθένης εστάλη ως πρέσβης στους Θηβαίους και πέτυχε τη συμμαχία τους. Ακολούθησε η μάχη της Χαιρώνειας, όπου οι Μακεδόνες συνέτριψαν τις δυνάμεις των Αθηναίων και των Θηβαίων και κατέκτησαν την Ηγεμονία της Ελλάδος. Μετά τη μάχη της Χαιρώνειας ο Μέγας Βασιλεύς πείσθηκε ότι ο Δημοσθένης ήταν ικανός να εξυπηρετήσει τα περσικά συμφέροντα και άρχισε να τον χρηματοδοτεί. Όταν δολοφονήθηκε ο Φίλιππος (336) και η παραμονή του Αλεξάνδρου στο θρόνο δεν ήταν απόλυτα εξασφαλισμένη, ο Δημοσθένης ήρθε σε επαφή με τον Άτταλο, που προσπαθούσε να κερδίσει την υποστήριξη της μακεδονικής στρατιάς της Μ. Ασίας, ώστε να διεκδικήσει το θρόνο για τον εαυτό του. Μόλις ο Αλέξανδρος πέτυχε τη δολοφονία του Άτταλου, οι Αθηναίοι πείσθηκαν από το Δημοσθένη να ζητήσουν οικονομική βοήθεια από το Δαρείο, προκειμένου να εξεγερθούν ανοιχτά κατά του Αλεξάνδρου, όμως οι πρέσβεις των Αθηναίων επέστρεψαν με άδεια χέρια, διότι ο Μέγας Βασιλεύς αισθανόταν πλέον ασφαλής και δεν έβλεπε την ανάγκη περιττών εξόδων. Το 335 βλέποντας τον Αλέξανδρο εδραιωμένο στο μακεδονικό θρόνο και νικητή στη βαλκανική εκστρατεία, οι Πέρσες κι ο Δημοσθένης συνεργάσθηκαν στενά. Ο Αθηναίος ρήτορας προσπάθησε να ξεσηκώσει τους Αθηναίους και τους Θηβαίους διαδίδοντας ότι ο Αλέξανδρος είχε σκοτωθεί πολεμώντας κατά των Θρακών και Ιλλυριών, αλλά για μιά ακόμη φορά οι συμπολίτες του δεν πείσθηκαν να αναλάβουν δράση. Όμως οι Θηβαίοι ξεσηκώθηκαν και ο Δημοσθένης τους προμήθευσε πανοπλίες με τα 70 τάλαντα, που του έστειλαν οι Πέρσες. Το αποτέλεσμα αυτής της ενέργειας ήταν να βρεθούν οι Θηβαίοι μόνοι τους απέναντι στα συμμαχικά στρατεύματα του Κοινού Συνεδρίου των Ελλήνων και να υποστούν τη μοίρα των ηττημένων, ενώ ο Αλέξανδρος ζήτησε την έκδοση του Δημοσθένη. Οι Αθηναίοι κατάφεραν να μεταπείσουν τον Αλέξανδρο, αλλά υποτάχθηκαν στη Μακεδονία και στις αποφάσεις του Κοινού Συνεδρίου των Ελλήνων, ενώ ο Δημοσθένης υπέστη τη σκληρότερη δυνατή τιμωρία, έμεινε χωρίς αντικείμενο σοβαρής πολιτικής δράσης ως το τέλος της ζωής του. Όταν ο Αλέξανδρος επέστρεψε από την Ινδία (324) και άρχισε να επιβάλλει τιμωρίες στους ατάσθαλους αξιωματούχους του, ο Άρπαλος καταχράσθηκε ακόμη 5.000 αργυρά τάλαντα από το Δημόσιο Ταμείο και με 6.000 μισθοφόρους δραπέτευσε από τη Βαβυλώνα. Ζήτησε καταφύγιο στο Δήμο των Αθηναίων και προσέλαβε τους καλύτερους ρήτορες για να στηρίξουν το αίτημά του, διότι στο μεταξύ είχε ζητηθεί η έκδοσή του. Οι Αθηναίοι ρήτορες έσπευσαν να επωφεληθούν από τον πλούσιο φυγάδα και κινήθηκαν, ώστε να γίνει δεκτό το αίτημά του. Στη συγκεκριμένη υπόθεση ο Δημοσθένης πήρε θέση υπέρ του προφανούς συμφέροντος της πατρίδας του και πρότεινε την απέλαση του φυγόδικου, για να μην εμπλακεί η Αθήνα σε αδικαιολόγητο πόλεμο. Αλλά το ίδιο βράδυ ο Άρπαλος έστειλε δώρα και χρήματα στο σπίτι του λαμπρού Αθηναίου πολιτικού, που ξέχασε τα επιχειρήματά του. Έτσι, την επομένη μέρα κατά την προγραμματισμένη συζήτηση στην εκκλησία των Αθηναίων για το αίτημα ασύλου στον Άρπαλο, όταν ήλθε η ώρα να μιλήσει ο Δημοσθένης, εκείνος προφασίσθηκε ότι δεν μπορούσε λόγω κρυολογήματος. Τελικά οι Αθηναίοι αποφάσισαν την απέλαση του Άρπαλου και τη διεξαγωγή ενδελεχούς έρευνας, ακόμη και στα σπίτια των ρητόρων, που είχαν βάλει χέρι στα κλοπιμαία του βασιλικού καταχραστή. Ο Δημοσθένης καταδικάστηκε από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε πρόστιμο 50 ταλάντων και φυλάκιση για αποδοχή προϊόντος εγκλήματος, αλλά δραπέτευσε και έζησε αυτοεξόριστος στην Αίγινα και στην Τριζοίνα. Από εκεί ικέτευε τους Αθηναίους να επανεξετάσουν την υπόθεσή του και να επιτρέψουν τον επαναπατρισμό του, ενώ παράλληλα ξεσήκωνε διάφορα ελληνικά κράτη εναντίον του Αλεξάνδρου και του Κοινού Συνεδρίου των Ελλήνων. Μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου (323) οι Αθηναίοι ψήφισαν τον επαναπατρισμό του, αλλά μετά την ήττα τους στο Λαμιακό πόλεμο (322) ο Αντίπατρος απαίτησε και ο Δημάδης πρότεινε στην Εκκλησία των Αθηναίων την καταδίκη του Δημοσθένη σε θάνατο. Η πρόταση έγινε δεκτή, ο Δημοσθένης καταδιώχθηκε και αναγκάσθηκε να καταφύγει ως ικέτης σε ναό του Ποσειδώνα στην Καλαυρεία (Πόρο), όπου αυτοκτόνησε για να μη συλληφθεί (322).
Δηνάριο: ρωμαϊκό νόμισμα, σχεδόν ίσης αξίας προς τη δραχμή.
Διάδημα: ταινία που οι Πέρσες βασιλείς έδεναν γύρω από την τιάρα. Το υιοθέτησε κι ο Αλέξανδρος, που μερικές φορές το έδενε γύρω από τη μακεδονική καυσία.
Διάδοχοι: έτσι ονομάζονται γενικά οι σημαντικότεροι από τους εταίρους του Αλεξάνδρου, οι οποίοι μετά το θάνατό του συγκρούσθηκαν μεταξύ τους διεκδικώντας μερίδιο εξουσίας στην ακέφαλη πλέον αυτοκρατορία. Μετά από πολλές συμμαχίες, αποστασίες, προδοσίες, δολοφονίες, συμβιβασμούς και μάχες προέκυψαν οι ισχυρότεροι εταίροι, που τελικά διαμοίρασαν το κράτος του Αλεξάνδρου. Το 305 οι ως τότε σατραπείες και ζώνες επιρροής του καθενός εξ αυτών ανακηρύχθηκαν σε ανεξάρτητα βασίλεια και στο σημείο αυτό τοποθετείται η επίσημη έναρξη της ελληνιστικής περιόδου. Τα κράτη των Διαδόχων ή ελληνιστικά βασίλεια ήταν αρχικώς τέσσερα: του Σέλευκου (όλη η Ασία από τα παράλια της Μεσογείου ως τον Ινδό ποταμό), του Πτολεμαίου (Αίγυπτος και παράλια της ΝΑ Μεσογείου), του Λυσίμαχου (Θράκη) και του Κάσσανδρου (Μακεδονία).
Δίκη: μία από τις κόρες του Δία με τη Θέμιδα. Η Δίκη και η Θέμις κάθονταν κοντά στο θρόνο του Δία και του μεταβίβαζαν τη σοφία και την ορθή κρίση.
Διμιτρώφ, Γκεόργκι Μιχαήλοβιτς: Βούλγαρος πολιτικός (1882-1949). Ήταν μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Βουλγαρίας από το 1902 και ένας από τους σημαντικότερους καθοδηγητές του, με έντονη διεθνή δράση. Το 1933 συνελήφθη στη ναζιστική Γερμανία και κατηγορήθηκε για τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ, αλλά αθωώθηκε πανηγυρικά. Το 1935 εξελέγη γενικός γραμματέας της εκτελεστικής επιτροπής της Κομιντέρν και το 1937 αντιπρόσωπος στο ανώτατο Σοβιέτ. Μετά τη διάλυση της Κομιντέρν (1943) ασχολήθηκε με την οργάνωση του λαϊκού εθνικού κινήματος της Βουλγαρίας.
Διόδοτος: καταγόταν από τις Ερυθρές και αναφέρεται ως άλλος ένας υπεύθυνος για τις Βασίλειες Εφημερίδες εκτός από τον Ευμένη τον Καρδιανό.
Διόδωρος ο Σικελιώτης: ένας από τους ιστορικούς του Αλεξάνδρου.
Διόσκουροι (Διός-κούροι = γιοι του Δία): είναι οι γιοι του Τυνδάρεω, Κάστωρ και Πολυδεύκης. Ήταν οι σημαντικότερες θεότητες των Αχαιών της Λακωνίας, πριν την κάθοδο των Δωριέων, οι οποίοι συνέχισαν τη λατρεία τους. Ο Κάστωρ ήταν πράγματι γιος του Τυνδάρεω και της Λήδας, άρα θνητός, ενώ ο Πολυδεύκης ήταν γιος του Δία και της Λήδας, άρα αθάνατος. Ο Πολυδεύκης για να σώσει τον Κάστορα, που είχε τραυματιστεί θανάσιμα, ζήτησε από τον Δία ημιαθανασία και για τους δύο. Έτσι μοιράστηκαν την αθάνατη ζωή του ενός και από τότε ζούσαν εναλλάξ από μισή μέρα ο καθένας, ο Πολυδεύκης την ημέρα και ο Κάστωρ τη νύχτα. Είναι προφανής η αντιστοίχισή τους προς τον Ήλιο και τη Σελήνη. Ο Αλέξανδρος θέλησε ενδεχομένως να εκτοπίσει τον θεό Διόνυσο και να τον αντικαταστήσει με τους ημιθνητούς – ημιαθάνατους γιους του Δία, κατοχυρώνοντας μία παραπομπή στο δικό του πρόσωπο.
Δορυφόρος: ονομαζόταν ο σωματοφύλακας ηγετών, κυρίως βασιλέων και τυράννων, επειδή ως βασικό όπλο έφερε δόρυ.
Δούρις: ένας από τους ιστορικούς του Αλεξάνδρου.
Δράκων: έτσι ονόμαζαν οι αρχαίοι Έλληνες το πελώριο φανταστικό φίδι, που ωστόσο θα μπορούσε να είναι ο πύθων. Κατά τον Όμηρο ήταν κόκκινος, μαύρος ή μπλέ, κατάστικτος και τρικέφαλος. Εθεωρείτο ότι τον έστελναν οι θεοί, για να εκτελέσει κάποια αποστολή.
Δραχμή: προέρχεται από το ρήμμα δράσσω ή δράττω και σημαίνει "όσο μπορεί να αδράξει το χέρι". Ήταν νομισματική μονάδα και μονάδα βάρους σε πολλά ελληνικά κράτη, αλλά η αξία της διέφερε από κράτος σε κράτος. Συνήθως όταν κάνουμε λόγο για δραχμές εννοούμε τις αττικές. Η νέα αττική δραχμή (μετά την αναμόρφωση του Σόλωνα) ως μονάδα βάρους ισούτο με 4,366γρ και η μακεδονική (του Φιλίππου) με 3,64γρ.
Δρύπετις: κόρη του Δαρείου, αδελφή της Βαρσίνης ή Στάτειρας. Είχε ακολουθήσει τον πατέρα της στην Κιλικία και μετά την ήττα του στην Ισσό (333) συνελήφθη αιχμάλωτη μαζί με τη μητέρα, τη γιαγιά, την αδελφή και το μικρό αδελφό της. Ο Αλέξανδρος την εγκατέστησε μαζί με την υπόλοιπη οικογένειά της στα Σούσα και διέταξε να διδαχθούν την ελληνικήν διάλεκτον (331). Όταν η στρατιά επέστρεψε στα Σούσα μετά την εκστρατεία στην Ινδία, ο Αλέξανδρος την πάντρεψε με τον Ηφαιστίωνα (324), «διότι ήθελε τα παιδιά του να είναι ξαδέρφια των παιδιών του Ηφαιστίωνα».
Ε
Εισαγγελεύς: ονομαζόταν ο αξιωματούχος, που ανήγγελλε στον Πέρση βασιλιά τους δικαιούμενους ακρόαση. Ο Αλέξανδρος ως Μέγας Βασιλεύς διατήρησε κι αυτό το περσικό αξίωμα στη δική του Αυλή.
Εισφορά: αποτελούσε έκτακτο φόρο επί της περιουσίας, που επιβαλλόταν για την κάλυψη έκτακτων και κυρίως πολεμικών αναγκών. Στην Αθήνα επιβαλλόταν τόσο στους πολίτες όσο και στους μέτοικους.
Έκτωρ: γιος του Παρμενίωνα, γνωστός μόνο στον Κούρτιο (4.8.7-9 & 6.9.27). Κατ΄ αυτόν, αφού ο Αλέξανδρος επέστρεψε από το μαντείο του Άμμωνα και αφού οριοθέτησε την Αλεξάνδρεια, μαζί με τη συνοδεία του κατέπλεε το Νείλο. Ο Έκτωρ, "ένας νεαρός στην ακμή της νιότης του και πού αγαπητός στον Αλέξανδρο" (ενδεχομένως βασιλικός παίς) ήθελε να τους προλάβει κι επιβιβάσθηκε μαζί με άλλους σε μία μικρή βάρκα. 'Ηταν όμως υπεράριθμοι και υπό το βάρος τους η βάρκα βυθίσθηκε κι ο Έκτωρ πνίγηκε. Ο Αλέξανδρος στενοχωρήθηκε πάρα πολύ και έθαψε τον νεαρό με μεγάλες τιμές.
Ελαμιτική: η γλώσσα του Ελάμ (Σουσιανής). Ανήκε στην ουραλοαλταϊκή ομογλωσσία, χρησιμοποιούσε σφηνοειδές αλφάβητο, εμφανίσθηκε περί τον 4ο π.Χ. αιώνα και εξαφανίσθηκε περί τον 10ο μ.Χ. αιώνα. Αποτελούσε μία από τις τρείς επισημες γλώσσες της αχαιμενιδικής αυτοκρατορίας.
Ελικών: διάσημος καλλιτέχνης υφαντής του 5ου π.Χ. αιώνα από τη Σαλαμίνα της Κύπρου. Μαζί με τον πατέρα του Ακεσά φέρεται ότι κατασκεύασε τον πρώτο πέπλο για το άγαλμα της Αθηνάς στον Παρθενώνα.
Ενυάλιος: προσωνύμιο του Άρη, του θεού του πολέμου, το οποίο πήρε από την ακόλουθό του, την Ενυώ. Αυτή ήταν αδελφή ή μητέρα ή σύζυγος ή τροφός του και συμβόλιζε την πολεμική ισχύ, που κατέστρεφε τις πόλεις.
Ερατοσθένης: Κυρηναίος λόγιος, μαθήτευσε στην Αλεξάνδρεια, στη Βιβλιοθήκη της οποίας ήταν προϊστάμενος μέχρι το θάνατό του. Εφάρμοσε πρωτοποριακές μαθηματικές μεθόδους στη γεωγραφία και το κύριο έργο του είναι τα «Γεωγραφικά», όπου εξετάζει την ιστορία της γεωγραφίας, τη μαθηματική, τη φυσική και την πολιτική γεωγραφία.
Εριγύιος του Λάριχου: εταίρος από την Αμφίπολη κατά τον Αρριανό, ενώ κατά τον Διόδωρο καταγόταν από τη Μυτιλήνη. Ήταν αδελφός του Λαομέδοντα, παιδικός φίλος του Αλεξάνδρου και μετά το διαπληκτισμό πατέρα και γιού κατά το γάμο του Φιλίππου με την Κλεοπάτρα (337), ο Φίλιππος τον εξόρισε από τη Μακεδονία μαζί με άλλους φίλους του Αλεξάνδρου. Μετά την άνοδο του Αλεξάνδρου στο θρόνο έγινε εταίρος και ανταμείφθηκε, όπως και όλοι όσοι εξορίσθηκαν από τον Φίλιππο αποδεικνύοντας την πίστη τους προς τον Αλέξανδρο. Στη μάχη των Γαυγαμήλων (331) ήταν διοικητής του ιππικού των Ελλήνων συμμάχων. Το 330 διοικούσε τους μισθοφόρους ιππείς, έλαβε μέρος στην καταδίωξη του Δαρειου και μπήκε στη Υρκανία επικεφαλής των μισθοφόρων και άλλων ιππέων καθώς και των σκευοφόρων. Όταν ο Σατιβαρζάνης εισέβαλε στην Αρεία (329), ο Εριγύιος εστάλη εναντίον του μαζί με τον Αρτάβαζο και τον Κάρανο. Ο Σατιβαρζάνης προκάλεσε σε μονομαχία κάποιον από τους διοικητές του Αλεξάνδρου, ο Εριγύιος δέχθηκε την πρόκληση και σκότωσε τον ανυπότακτο Πέρση αξιωματικό.
Ερμόλαος του Σώπολη: παίς της βασιλικής ακολουθίας του Αλεξάνδρου και μαθητής του Καλλισθένη. Διαφωνούσε με τις περσικές συνήθειες, που είχε υιοθετήσει ο Αλέξανδρος και το 327 στα Βάκτρα, όταν ο Αλέξανδρος τον προσέβαλε, αποφάσισε να τον δολοφονήσει. Γι’ αυτό συνομώτησε και με άλλους παίδες, αλλά η συνομωσία αποκαλύφθηκε και ο Ερμόλαος καταδικάσθηκε από την Eκκλησία των Μακεδόνων σε θάνατο.
Εταίρα: Στην αρχαία Ελλάδα οι ιερόδουλες αποτελούσαν την κατώτατη βαθμίδα της πορνείας. Όπως προκύπτει και από το όνομά τους ήταν σκλάβες, τις οποίες εξέδιδαν οι ναοί συνήθως έναντι ευτελεστάτου τιμήματος. Οι πόρνες κατείχαν τη μεσαία βαθμίδα και, τόσο οι ελεύθερες όσο και οι σκλάβες, ήταν εξαρτημένες από τους πορνοβοσκούς, όπως και οι σημερινές. Οι εταίρες αποτελούσαν την αριστοκρατία της πορνείας και ήταν ελεύθερες γυναίκες, τόσο εξαιρετικής μόρφωσης, ώστε ο Πλούταρχος αποδίδει τον περίφημο Επιτάφιο λόγο του Περικλή στην ερωμένη του, την εταίρα Ασπασία από τη Μίλητο. Ήταν οι μόνες γυναίκες, που είχαν δικαίωμα να παρευρίσκονται στα δείπνα και τα συμπόσια μαζί με τους άντρες, όπως η Θαΐς στην οποία αποδίδεται σκοπίμως η έμπνευση να πυρποληθούν τα ανάκτορα της Περσέπολης. Οι αμοιβές τους ήταν αστρονομικές και η μεγαλόμισθος Φρύνη από τις Θεσπιές συνεισέφερε τόσο πολύ στην ανοικοδόμηση της Θήβας, ώστε στα τείχη της φέρεται ότι τοποθετήθηκε η επιγραφή «Αλέξανδρος μεν κατέστρεψεν, ανέστησε δε Φρύνη η εταίρα». Η επιρροή τους στους άντρες της ανώτατης οικονομικής τάξης, με τους οποίους συναναστρέφονταν, ήταν τεράστια, γι’ αυτό η περσική διπλωματία πριν τους Περσικούς πολέμους επιστράτευσε την Θαργηλία τη Μιλήσια, η οποία κατεύνασε σε σημαντικό βαθμό το αντιπερσικό μένος των Αθηναίων.
Εύδημος ή Εύδαμος: εταίρος, που παρέμεινε στη φρουρά της Γανδάρας ως υφιστάμενος του Φιλίππου. Όταν εκείνος δολοφονήθηκε, ο Αλέξανδρος ανέθεσε από κοινού στον Εύδημο και στον Ταξίλη τη θέση του Φιλίππου, μέχρι να ορίσει νέο σατράπη. Μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου (323) ο Εύδημος και ο Ταξίλης δολοφόνησαν τον Πώρο και μοιράστηκαν το βασίλειό του. Στους πολέμους των Διαδόχων δεν επέλεξε σωστά τους εχθρούς και τους συμμάχους του με αποτέλεσμα να τον δολοφονήσει ο Αντίγονος.
Ευεργέτες: αυτό το προσωνύμιο φέρεται να είχαν αποδώσει οι Πέρσες στο λαό των Αριασπών. Ο Διόδωρος ισχυρίζεται ότι τους απεδόθη διότι σε κάποια εκστρατεία του ο Κύρος παγιδεύτηκε στη γειτονική έρημο και, όταν τελείωσαν τα τρόφιμα, οι στρατιώτες του άρχισαν να τρώνε ο ένας τον άλλον. Η κατάσταση ήταν απελπιστική, αλλά ξαφνικά εμφανίσθηκαν οι Αριασποί με 30.000 άμαξες φορτωμένες σιτηρά. Ο Κύρος ευγνώμων απέναντί τους για την ανέλπιστη σωτηρία του ιδίου και του στρατού του, τους τίμησε με πολλές δωρεές, φορολογική ατέλεια και τους χαρακτήρισε ευεργέτες, τίτλο που η περσική διπλωματία είχε απονείμει και στους Θηβαίους. Όμως η εξήγηση αυτή είναι εξόφθαλμα εσφαλμένη, καθώς δεν μπορούμε παρά να επισημάνουμε ότι το περιστατικό με την ανθρωποφαγία ελλείψει τροφίμων το καταγράφει πρώτος ο Ηρόδοτος στην αιθιοπική εκστρατεία του Καμβύση. Την ίδια περίπου εξήγηση δίνει και ο Κούρτιος, ενώ ο Αρριανός λέει ότι ο Κύρος τους ονόμασε έτσι λόγω της συμμετοχής τους στην εκστρατεία του εναντίον των Σκυθών και «για τις ευεργεσίες των προγόνων τους προς τον Κύρο», χωρίς να δίνει άλλες λεπτομέρειες. Τον λαό αυτό κάποιοι συγγραφείς τον ονομάζουν και Αριμασπούς, προφανώς παρασυρμένοι από τον Ηρόδοτο, ο οποίος όμως αναφέρεται σε άλλο λαό, κοντά στον Εύξεινο Πόντο.
Ευμένης του Ιερώνυμου: καταγόταν από την Καρδία της Χερρονήσσου και ήταν ο κυρίως υπεύθυνος για την ενημέρωση των Βασιλικών Εφημερίδων, δηλαδή σε σύγχρονους όρους θα λέγαμε ότι ήταν ο Διοικητής του Σώματος Στρατιωτικών Γραμματέων στο Επιτελείο του Αλεξάνδρου. Ήταν τριήραρχος στην κάθοδο των ποταμών της Ινδίας (326) και στα Σούσα ο Αλέξανδρος τον πάντρεψε με την Άρτωνη, την κόρη του Αρτάβαζου (324). Το χειμώνα του 324 είχε μία σφοδρότατη διένεξη με τον Ηφαιστίωνα, οποία χάθηκε στα χάσματα των αρχαίων πηγών, και υποχρεώθηκε να συμφιλιωθεί μαζί του με βαριά καρδιά. Μετά το θάνατο του Ηφαιστίωνα (324) και με δεδομένη την απόγνωση του Αλέξανδρου, έσπευσε να αφιερώσει τον εαυτό του στον νεκρό, που είχε πλέον ανακηρυχθεί ήρωας. Μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου (323) έγινε σατράπης της Παφλαγονίας και όσων εδαφών της Καππαδοκίας δεν κατείχε ο Αριαράθης. Αργότερα ο Περδίκκας υπέταξε για λογαριασμό του Ευμένη και την επικράτεια του Αριαράθη. Φαίνεται ότι το 322 κατέλαβε και την Ελλησποντική Φρυγία, όταν ο σατράπης της Λεοννάτος σκοτώθηκε στον Λαμιακό πόλεμο. Το ίδιο έτος ο Περδίκκας του ανέθεσε να επιτηρεί τον Ελλήσποντο και να εμποδίσει τις δυνάμεις του Αντίπατρου και του Κρατερού να αποβιβασθούν στην Ασία. Το 321 ο Ευμένης συγκρούσθηκε με τον Κρατερό, σε νικηφόρα γι’ αυτόν μάχη όπου σκοτώθηκε ο Κρατερός. Λίγο αργότερα ο Περδίκκας δολοφονήθηκε από τους επιτελείς του και οι εταίροι αποφάσισαν την εκτέλεση του Ευμένη, ο οποίος εντούτοις παρέμεινε ζωντανός και υπολογίσιμος από τους αντιπάλους του. Το 318 ο Πολυπέρχων και η Ολυμπιάς του πρότειναν, είτε να μεταβεί στη Μακεδονία και να γίνει επίτροπος των βασιλέων (Αρριδαίου και Αλεξάνδρου Δ΄), είτε να παραμείνει στην Ασία ως στρατηγός αυτοκράτωρ για λογαριασμό τους. Ο Ευμένης επέλεξε το δεύτερο και συμβούλεψε την Ολυμπιάδα να παραμείνει στην Ήπειρο, διότι στη Μακεδονία είχε πολλούς προσωπικούς εχθρούς. Ήταν ένας από τους σημαντικότερος πρωταγωνιστές στους πολέμους των Διαδόχων και το 317 τον δολοφόνησε ο Αντίγονος.
Ευρυδίκη: έτσι ονομάζει ο Αρριανός (Γ.6.5) την τελευταία σύζυγο του Φιλίππου Β΄, την οποία άλλοι ονομάζουν Κλεοπάτρα.
Ευρυδίκη: πολιτικά φιλόδοξη ευγενής από τη Μακεδονία, σύζυγος του Αρριδαίου. Αν και ο νοητικά ανεπαρκής σύζυγός της είχε οριστεί συμβασιλέας με τον Αλέξανδρο Δ΄, η Ευρυδίκη δεν μπορούσε να προωθήσει τις πολιτικές φιλοδοξίες της, διότι ο Περδίκκας είχε αναλάβει «την των όλων ηγεμονίαν». Μετά τη δολοφονία του Περδίκκα (321) προσπάθησε να ισχυροποιήσει τη θέση της και υποκίνησε μία σοβαρή αναταραχή στο στράτευμα. Ο Αντίπατρος χρειάστηκε να την τρομοκρατήσει, για να αποσυρθεί απ’ την πολιτική καθώς η νοητική ανεπάρκεια του συζύγου της εξυπηρετούσε τους πάντες. Μάλιστα, για να ελέγχει καλύτερα την κατάσταση, πήρα μαζί του στη Μακεδονία τους δύο βασιλείς, την Ευρυδίκη και τη Ρωξάνη. Το 317 η Ευρυδίκη όρισε τον Κάσσανδρο επίτροπο του Αρριδαίου, για να ξαναμπεί στην πολιτική δράση, όμως η κίνησή της απείλησε τη θέση και τη ζωή του εγγονού της Ολυμπιάδας, που φρόντισε να δολοφονηθεί η Ευρυδίκη κι ο Αρριδαίος.
Ευρυδίκη: σύζυγος του Αμύντα Γ΄, μητέρα του Φιλίππου Β΄ και γιαγιά του Αλεξάνδρου Γ΄. Ανήκε στη βασιλική οικογένεια της Λυγκηστίδας, ενός από τα βασίλεια της Άνω Μακεδονίας, που ήταν «σύμμαχα και υπήκοα» της Κάτω Μακεδονίας.
Έφιππος από την Όλυνθο: ένας από τους ιστορικούς του Αλεξάνδρου.
Ζ
Ζαρίασπα: είναι παλαιότερη ή ίσως τοπική ονομασία των Βάκτρων (Μπάλκ), της πρωτεύουσας της Βακτρίας.
Η
Ηγέλοχος του Ιππόστρατου: το 334 καθώς η στρατιά πλησίαζε στον Γρανικό, ήταν επικεφαλής του τμήματος αναγνώρισης. Το χειμώνα του ιδίου έτους διατάχθηκε να συγκροτήσει στόλο, για να προστατεύσει τον Ελλήσποντο από τις επιχειρήσεις του Μέμνονα. Στις αρχές του 331 έφτασε στο χώρο, όπου ο Αλέξανδρος οριοθετούσε την Αλεξάνδρεια, για να αναφέρει ότι είχε απελευθερώσει τα νησιά του Αιγαίου. Μαζί του είχε και τους συλληφθέντες Πέρσες αξιωματούχους καθως και τους Έλληνες συνεργάτες τους, εκτός από τον Φαρνάβαζο, που δραπέτευσε στη Κω. Στη μάχη των Γαυγαμήλων (331) διοικούσε μία από τις βασιλικές ίλες.
Ηδωνός: είναι ο σημερινός Γαλλικός ποταμός. Αρχικά ονομαζόταν Ηδωνός επειδή διέσχιζε την επικράτεια του μεγάλου παιονικού έθνους, των Ηδωνών. Όταν οι Μακεδόνες κατέλαβαν τα εδάφη των Ηδωνών, μετονόμασαν τον ποταμό σε Εχείδωρο, επειδή ήταν χρυσοφόρος.
Ηρακλής: γιός του Αλεξάνδρου με τη Βαρσίνη. Ο Ηρακλής λέγεται ότι το 310 ήταν 17 περίπου ετών και ότι κατοικούσε στην Πέργαμο, άρα γεννήθηκε τη χρονιά που ο Αλέξανδρος παντρεύτηκε τη Ρωξάνη (άνοιξη του 327). Η Βαρσίνη κι ο Ηρακλής ίσως εστάλησαν στη Μ. Ασία μετά το γάμο του Αλεξάνδρου με τη Ρωξάνη (Πλούταρχος Αλέξανδρος 21.7-9, Διόδωρος 16.52.3, 20.20.1, Κούρτιος 3.13.14, 10.6.11, Ιουστίνος 11.10.2-3). Το 310-309 ο Πολυπέρχων φέρεται ότι προσπαθούσε να έρθει σε συνδιαλλαγή με τον Κάσσανδρο, για χάρη του οποίου δολοφόνησε τον Ηρακλή.
Ήρως: στην αρχαία ελληνική θρησκεία οι ήρωες αποτελούσαν μία βαθμίδα κατώτερη εκείνης των θεών και των ημιθέων. Οι ήρωες ήταν φανταστικά πρόσωπα ή ίσως πραγματικά, των οποίων η δράση μεγαλοποιήθηκε. Ο τίτλος συνήθως αποδιδόταν σε ιδρυτές πόλεων, ευεργέτες ή σωτήρες, που είχαν ωφελήσει την πόλη ή την περιοχή με σπουδαίες πράξεις. Σχεδόν κάθε περιοχή ή κράτος είχε επιλέξει κάποιον ήρωα, που σχετιζόταν μαζί τους και τον τιμούσαν ως προστάτη. Η λατρεία των ηρώων ήταν πολύ διαφορετική από εκείνη των θεών και οι θρησκευτικές τιμές αποδίδονταν στους τάφους ή στα κενοτάφια των ηρώων. Με την πάροδο του χρόνου άρχισαν να κηρύσσονται ήρωες ιστορικά πρόσωπα μετά το θάνατό τους.
Ηφαιστίων του Αμύντορα: εταίρος από την Πέλλα. Ήταν ο καλύτερος, πιό έμπιστος φίλος, περίπου συνομήλικος και σωματοφύλακας του Αλεξάνδρου. Ήταν «ωραίος με παιδικές χάρες» κατά τον Ιουστίνο (12.12.11), πιό μεγαλόσωμος και μεγαλοπρεπής από τον Αλέξανδρο, γι’ αυτό η μητέρα του Δαρείου προσκύνησε εκείνον αντί του Αλεξάνδρου (333). Μέχρι το φθινόπωρο του 330 δεν καταγράφεται καμία αξιόλογη δράση του στην εκστρατεία. Μετά την εκτέλεση του Φιλώτα ο Αλέξανδρος χώρισε το εταιρικό ιππικό σε δύο ιππαρχίες και όρισε επικεφαλής τους τον Ηφαιστίωνα και τον Κλείτο αντίστοιχα. Την άνοιξη του 328 ήταν επικεφαλής ενός από τα πέντε σώματα στρατού, που σάρωσαν τη Σογδιανή και κατέπνιξαν την επανάσταση. Ήταν από τους σημαντικότερους διοικητές στις επιχειρήσεις της Ινδίας, τριήραρχος κατά την κάθοδο των ποταμών (326) και κατά την ανάρρωση του Αλεξάνδρου στη χώρα των Μαλλών (325) διοικούσε όλες τις χερσαίες δυνάμεις. Ο Ηφαιστίων επικροτούσε όλες τις επιλογές του Αλεξάνδρου και έδειχνε μεγάλο ενθουσιασμό στην υιοθέτηση των περσικών εθίμων, γι’ αυτό ο Αλέξανδρος τον χρησιμοποιούσε στις επαφές του με τους βαρβάρους. Αντίθετα ο Κρατερός ήταν προσκολλημένος στα πατροπαράδοτα έθιμα και ο Αλέξανδρος τον χρησιμοποιούσε στις επαφές του με τους Μακεδόνες και τους άλλους Έλληνες. Λόγω της συμπεριφοράς των δύο εταίρων ο Αλέξανδρος είχε χαρακτηρίσει τον μεν Ηφαιστίωνα φιλαλέξανδρο, τον δε Κρατερό φιλοβασιλέα. Όπως ήταν λογικό, ανάμεσα στον Ηφαιστίωνα και τον Κρατερό αναπτύχθηκε μία αντιπαλότητα, η οποία κάποια φορά στην Ινδία τους οδήγησε στο σημείο να βγάλουν τα ξίφη τους από τους κολεούς. Οι άλλοι εταίροι παρενέβησαν και απέτρεψαν τα χειρότερα, ενώ ο Αλέξανδρος τους επέπληξε έντονα και αυστηρά. Ειδικά τον Ηφαιστίωνα τον προσέβαλε βαριά ενώπιον όλων αποκαλώντας τον «βαρεμένο και παράφρονα, επειδή δεν είχε αντιληφθεί ότι χωρίς τον Αλέξανδρο είναι ένα μηδενικό». Ορκίστηκε δε στον Άμμωνα και τους άλλους θεούς ότι τους αγαπούσε και τους δύο περισσότερο από κάθε άλλο άνθρωπο, αλλά αν έρχονταν ξανά σε αντιπαράθεση, θα σκότωνε ή και τους δύο ή όποιον έκανε την αρχή. Μετά τους ανάγκασε να συμφιλιωθούν και από τότε οι δύο εταίροι απέφυγαν ακόμη και τα αστεία μεταξύ τους. Στα Σούσα (324) ο Αλέξανδρος στεφάνωσε (=παρασημοφόρησε) τον Ηφαιστίωνα για τις υπηρεσίες του και στον ομαδικό γάμο τον πάντρεψε με μία κόρη του Δαρείου, «διότι ήθελε τα παιδιά του να είναι ξαδέρφια των παιδιών του Ηφαιστίωνα». Το χειμώνα του 324 ο Ηφαιστίων είχε κάποια αντιδικία με τον Ευμένη, η οποία χάθηκε στα χάσματα των αρχαίων πηγών και λίγες εβδομάδες αργότερα πέθανε στα Εκβάτανα από τις καταχρήσεις, σε ηλικία περίπου 33 ετών. Ο θάνατος του Ηφαιστίωνα βύθισε σε βαθεία θλίψη τον Αλέξανδρο, ο οποίος τον κήδευσε στη Βαβυλώνα με μία κηδεία, τόσο μεγαλοπρεπή, ώστε φέρεται να κόστισε 10.000 τάλαντα. Επίσης δεν όρισε αντικαταστάτη στην ιππαρχία του Ηφαιστίωνα, «για να μη χαθεί το όνομά του και το έμβλημα, που εκείνος είχε ορίσει», και ζήτησε χρησμό από τον Άμμωνα, αν μπορούσε ο νεκρός φίλος του να λατρεύεται σαν θεός, αλλά ο Άμμων επέτρεψε να λατρεύεται μόνο ως ήρωας. Ο Αλέξανδρος διέταξε ακόμη να κατασκευαστεί στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου λαμπρό μνημείο προς τιμήν του Ηφαιστίωνα.
http://www.alexanderofmacedon.info/greek/A1gr.htm
Ετικέτες
ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΟ ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ ΟΝΟΜΑΤΩΝ
Κυριακή 7 Μαρτίου 2010
ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΟ ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ ΟΝΟΜΑΤΩΝ & ΓΕΝΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ
Α
Αβισάρης: ο βασιλιάς της Αβισάρας, δηλαδή της χώρας των ορεσίβιων Ινδών (του σημερινού Κασμίρ και Τζαμμού). Επεχείρησε να ενισχύσει τους Ασσακηνούς, όταν ο Αλέξανδρος επιχειρούσε κατά των πρόσω Ινδών (327) και στη συνέχεια προσπάθησε να συμμαχήσει με τον Πώρο κατά του Αλεξάνδρου, αλλά μετά την ήττα του πρώτου (326), έστειλε πρέσβεις με χρήματα και 40 ελέφαντες και έθεσε στη διάθεση του Αλεξάνδρου τον εαυτό του και τη χώρα του. Λίγους μήνες αργότερα, κατά την επιστροφή του Αλεξάνδρου από τον Ύφασι του έστειλε πάλι βασιλικά δώρα και άλλους 30 πολεμικούς ελέφαντες.
Αβρέας: διμοιρίτης, που αναφέρεται μόνο από τον Αρριανό (6.9.3 & 6.10.1-2). Στην πολιορκία της ανώνυμης πόλης των Μαλλών, όπου ο Αλέξανδρος τραυματίσθηκε σχεδόν θανάσιμα, ο βασιλιάς, ο Λεοννάτος και ο Πευκέστας ανέβηκαν στα τείχη από την ίδια κλίμακα και ο Αβρέας από μίαν άλλη. Σχεδόν μόλις πάτησε το πόδι του στα τείχη, ο Αβρέας χτυπήθηκε από ένα ινδικό βέλος στο πρόσωπο και σκοτώθηκε.
Αγάθων του Τυρίμμα: Στη μάχη του Γρανικού (334) ήταν επικεφαλής των Θρακών και στη μάχη των Γαυγαμήλων (331) επικεφαλής των Οδρυσών ιππέων.
Αγαμέμνων: βασιλιάς του Άργους (δηλαδή μεγάλου μέρους της Πελοποννήσου), που είχε πρωτεύουσα τις Μυκήνες. Έζησε τον 13ο π.Χ. αιώνα, όταν δεν είχαν υιοθετηθεί ακόμη τα κοινά εθνικά ονόματα «Ελλάς» και «Έλληνες» και επειδή οι Μυκήνες ήταν το ισχυρότερο βασίλειο, όλη εκείνη η περίοδος (1600-700) ονομάσθηκε μυκηναϊκή. Ο Αγαμέμνων με την ιδιότητα του Ηγεμόνος της Ελλάδος, όπως θα λέγαμε σε όρους της κλασσικής περιόδου, συγκέντρωσε όλους τους υπόλοιπους Έλληνες και ως αρχιστράτηγος ή στρατηγός αυτοκράτωρ κύρηξε τον Τρωικό πόλεμο.
Αγηνόριο: ιερό προς τιμήν του Αγήνορος, αρχαίου βασιλιά των Φοινίκων και ιδρυτή της Τύρου και της Σιδώνας.
Άγις: βασιλιάς της Σπάρτης. Το 335 ήρθαν στην Ελλάδα πρέσβεις του Δαρείου με 300 τάλαντα, εκ των οποίων ο Άγις πήρε τα 230 και ο Δημοσθένης τα υπόλοιπα. Το χειμώνα του 333 συναντήθηκε στην υπό περσική κατοχή Σίφνο με τον Φαρνάβαζο και τον Αυτοφραδάτη, για να οργανώσουν την από κοινού δράση κατά των δυνάμεων του Αλεξάνδρου και του Κοινού Συνεδρίου των Ελλήνων. Εκεί πληροφορήθηκαν την ήττα του Δαρείου στην Ισσό και ενέτειναν τις δραστηριότητές τους. Οι Πέρσες αποσύρθηκαν στα κατεχόμενα νησιά, για να αποτρέψουν εξέγερση των Ελλήνων, που είχαν αναθαρρήσει με τη νίκη του Αλεξάνδρου, ενώ ο Άγις έστειλε τον αδελφό του με 30 ακόμη τάλαντα, 10 τριήρεις και Έλληνες μισθοφόρους στην Κρήτη, για να τη θέσει υπό τον περσικό έλεγχο. Ο ίδιος ο Άγις πήρε μέρος στις περσικές επιχειρήσεις του Αιγαίου. Μετά τη νίκη του Αλεξάνδρου στα Γαυγάμηλα κι ενώ ο Αντίπατρος ήταν απασχολημένος στη Θράκη με τον Μέμνονα, ο Άγις ξεσήκωσε κυρίως τους Πελοποννησίους και συγκέντρωσε 20.000 πεζούς και 200 ιππείς. Ο Αντίπατρος έκλεισε άρον-άρον το μέτωπο στη Θράκη και προέλασε νότια, ενώ ο Αλέξανδρος έθεσε στη διάθεσή του 3.000 τάλαντα. Το Μάιο του 330 τα δύο αντίπαλα στρατεύματα συγκρούσθηκαν κοντά στη Μεγαλόπολη, όπου νίκησε ο Αντίπατρος και σκοτώθηκε ο Άγις.
Άδα: η κόρη του Πιξώδαρου λεγόταν Άδα, όπως και η αδελφή του, την οποία εκθρόνισε και σφετερίσθηκε το θρόνο. Προφανώς το όνομα Άδα ήταν συνηθισμένο στον βασιλικό Οίκο της Καρίας.
Αδαίος: ήταν χιλίαρχος και στην πολιορκία της Αλικαρνασσού, όπου σκοτώθηκε, διοικούσε τάξη πεζών υπό τον Πτολεμαίο.
Άδμητος (=αδάματος = ατρόμητος): βασιλιάς των Φερρών. Κατά τον Όμηρο είχε συμμετάσχει στην Τρωική εκστρατεία στέλνοντας το γιο του Εύμηλο ως διοικητή των στρατευμάτων των Φερραίων, ενώ το βασίλειό του περιελάμβανε όλη την περιοχή μέχρι τον Παγασητικό κόλπο, όλη την πεδιάδα του Αλμυρού ως το όρος Όθρυς και τα ανάκτορά του νρίσκονταν στο Χαλκωδόνιο όρος. Τα αρχαιολογικά ευρήματα στην περιοχή φαίνεται ότι επιβεβαιώνουν τον Όμηρο. Οι δύο σημαντικότεροι μύθοι σχετικά με τον Άδμητο αναφέρονται στο γάμο του με την Αλκήστιδα και στην εργασία του Απόλλωνα. Ο Απόλλων τιμωρήθηκε από το Δία να υπηρετήσει επί 9 χρόνια τον Άδμητο, του οποίου η ευγένεια και προσήνεια εντυπωσίασαν τον τιμωρημένο θεό. Ως επιβράβευση της καλής συμπεριφοράς του Άδμητου, ο Απόλλων πολλαπλασίασε τα κοπάδια του και τον βοήθησε να παντρευτεί την Αλκήστιδα. Όμως κατά τη γαμήλια εορτή ο Άδμητος δεν θυσίασε στην Αρτέμιδα, που απαίτησε το θάνατό του. Ο Απόλλων πέτυχε ένα συμβιβασμό: να απαλλαγή ο Άδμητος από το θάνατο, αν κάποιος προσφερόταν ακούσια να πάρει τη θέση του. Η Άλκηστις προσεφέρθη και πέθανε στη θέση του, αλλά η Περσεφόνη η Περσεφόνη εκτιμώντας τη συζυγική πίστη και αυτοθυσία της, την ξανάστειλε από τον Άδη στον πάνω κόσμο.
Αιακός: μυθολογείται ως γιος του Δία και της Αιγίνης. Ήταν από τα σημαντικότερα πρόσωπα της ελληνικής μυθολογίας και οι απόγονοί του ονομάσθηκαν Αιακίδες. Από αυτούς ο Αχιλλέας, ο Νεοπτόλεμος και ο Τελαμώνιος Αίας διέπρεψαν στον Τρωικό Πόλεμο. Στο γένος των Αιακιδών ανήκε και ο νικητής της μάχης του Μαραθώνα, ο Μιλτιάδης, αλλά κι ο Μέγας Αλέξανδρος μέσω της μητέρας του Ολυμπιάδας (Ιουστίνος 11.3.1).
Αιγές: ήταν η πρώτη πρωτεύουσα της Μακεδονίας. Στις αρχές του 7ου π.Χ. αιώνα η αρχική γη των Μακεδόνων, η Μακεδονίς, περιελάμβανε το όρος Βέρμιο και τις γύρω περιοχές. Σύμφωνα με το μύθο ο ιδρυτής του βασιλείου, ο Περδίκκας Α΄, ακολούθησε ένα κοπάδι από κατσίκια (αἶγες) και στο σημείο όπου σταμάτησαν, αποφάσισε να χτίσει την πρωτεύουσά του, την οποία γι’ αυτόν το λόγο ονόμασε Αιγές. Την εποχή εκείνη η Μακεδονίς συνόρευε προς Βορρά με τους Βοττιαίους, προς Ανατολάς με τους Πίερες, προς Νότο με τους Περραιβούς και προς Δυσμάς με τους Εορδαίους. Οι Αιγές ετοποθετούντο στα ΒΑ του Βερμίου μέχρι το 1978, οπότε ο καθηγητής Μανώλης Ανδρόνικος ανακάλυψε στη Βεργίνα δύο ασύλητους βασιλικούς τάφους. Στο μεγάλο τάφο βρέθηκαν δύο ταφές (καμένα και πλυμένα οστά) σε χρυσές λάρνακες. Τα οστά της μίας λάρνακας ανήκαν σε άνδρα 40-50 ετών (Φίλιππος Β΄) της δε άλλης σε γυναίκα 23-27 ετών (Κλεοπάτρα). Στο δεύτερο τάφο βρέθηκε σε ασημένια υδρία ταφή αγοριού 12-14 ετών (Αλέξανδρος Δ΄). Τα οστά ήταν όλα καμένα και πλυμένα και τις πληροφορίες παρέσχε η ανθρωπολογική τους εξέταση. Μετά την παραπάνω ανακάλυψη κατέστη απόλυτα σαφές ότι η Βεργίνα ταυτίζεται με τις αρχαίες Αιγές. Παρά ταύτα δεν επείσθησαν όλοι οι αρχαιολόγοι, ότι οι τάφοι, που ανασκάφηκαν εκεί, ανήκουν στη βασιλική οικογένεια και ορισμένοι πιστεύουν ότι ανήκουν σε ευγενείς Μακεδόνες, που απέκτησαν τεράστιο πλούτο κατά την εκστρατεία στην Ασία. Επιχειρηματολογούν ακόμη ότι η Βεργίνα δεν μπορεί να ταυτίζεται με τις Αιγές, επειδή βρίσκεται νοτίως του Αλιάκμονα, και συνεπώς ανήκε στην Πιερία, η οποία κατελήφθη από τους Μακεδόνες μετά την ίδρυση των Αιγών. Επ’ αυτού σημειώνουμε απλώς ότι από καμία αρχαία πηγή δεν προσδιορίζεται με απόλυτη σαφήνεια η μεθόριος μεταξύ Μακεδονίδας και Πιερίας. Ως ισχυρότερη απόδειξη της μη ταύτισης της Βεργίνας με τις αρχαίες Αιγές, οι υποστηρικτές αυτής της άποψης επικαλούνται την έλλειψη πρώιμων αρχαϊκών ευρημάτων (του 7ου και 6ου π.Χ. αιώνα), δηλαδή της περιόδου που ιδρύθηκαν οι Αιγές. Αλλά κι αυτό το επιχείρημα ουσιαστικά κατέρρευσε μετά το 1988, οπότε άρχισαν να ανακαλύπτονται ευρήματα των πρώιμων αρχαϊκών χρόνων. Από τις μέχρι το 2005 ανασκαφές στον ευρύτερο χώρο της Βεργίνας (μόλις στο 1% της νεκρόπολης και στο 0,2% της αρχαίας πόλης) ήλθαν στο φως επιγραφές, που αναφέρονται σε ιερό του Ηρακλή Πατρώου (ως γνωστόν οι Αργεάδες θεωρούσαν ως γενάρχη τους τον Ηρακλή), ενώ σε ιερό της Εύκλειας βρέθηκαν αναθηματικές επιγραφές της Ευρυδίκης, της μητέρας του Φιλίππου και γιαγιάς του Αλεξάνδρου. Κυρίως όμως δεν έχει αμφισβητηθεί από κανέναν ότι τα ερείπια του ανακτόρου της Βεργίνας ανήκουν πράγματι σε ανάκτορο, χαμηλότερα από το οποίο βρίσκεται το αρχαίο θέατρο (που ως το 2006 δεν είχε ανασκαφεί και παρουσίαζε την παραπάνω εικόνα) . Τα αρχαιολογικά ευρήματα λοιπόν μέρα με την ημέρα τεκμηριώνουν όλο και εντονότερα την ταύτιση της Βεργίνας με τις Αιγές.
Αιθίοψ: το όνομα προέρχεται από το ρήμα αἴθω (=καίω) και το ουσιαστικό ὄψ (=πρόσωπο), σημαίνει δηλαδή αυτόν με το καμένο πρόσωπο, τον μαύρο. Έτσι ονόμαζαν οι αρχαίοι Έλληνες τους λαούς νοτίως της Αιγύπτου. Κατά τον Όμηρο, οι Αιθίοπες ήταν θεοσεβέστατοι και κατοικούσαν στην άκρη του Ωκεανού. Κατά τον Ηρόδοτο, η χώρα τους ήταν η νοτιότερα κατοικημένη.
Αινείας ο Τακτικός: ήταν σύγχρονος του Ξενοφώντα και ασχολήθηκε με την τεχνική πλευρά του πολέμου. Το σωζόμενο έργο του «Τακτικόν υπόμνημα περί του πως χρή πολιορκουμένους αντέχειν» δεν είναι παρά ένα κεφάλαιο από το μεγαλύτερο έργο του, που φαίνεται ότι γράφτηκε περί το 360 π.Χ. Είναι ο παλαιότερος από τους σωζόμενους στρατιωτικούς συγγραφείς της αρχαίας Ελλάδας και κατά την επικρατέστερη εκδοχή ταυτίζεται με τον Αινεία τον Στυμφάλιο, το στρατηγό που ηγήθηκε του στρατού του Κοινού των Αρκάδων στη μάχη της Μαντινείας το 362 π.Χ. Επειδή ασχολήθηκε με θέματα στρατιωτικής τακτικής του αποδόθηκε το προσωνύμιο Τακτικός.
Ακκαδική: η γλώσσα των παλαιοτέρων κατοίκων της Βαβυλωνίας. Εμφανίσθηκε περί το 3.000 π.Χ. και χρησιμοποιούσε σφηνοειδές αλφάβητο. Ήταν μία από τις τρεις επίσημες γλώσσες της αχαιμενιδικής αυτοκρατορίας.
Ακροατικές και εποπτικές επιστήμες: σύμφωνα με το Liddell-Scott, ήταν οι υψηλότερες και βαθύτερες διδασκαλίες των φιλοσόφων, που μεταδίδονταν μόνο προφορικά. Όμως, τόσο κατά το Liddell-Scott όσο και κατά το λεξικό της Σούδας, ακροατής είναι ο μαθητής γενικά, ενώ ο επόπτης φαίνεται ότι βρισκόταν στη δεύτερη ή τρίτη βαθμίδα (μύστες - επόπτες - έφοροι) των μυημένων στα Μυστήρια της αρχαίας ελληνικής θρησκείας. Με αυτά τα δεδομένα και το παρακάτω περιστατικό, που παραθέτει ο Πλούταρχος, είναι πολύ πιθανό οι επιστήμες αυτές να συνέδεαν και να συνδύαζαν τη θρησκεία με την πολιτική. Όταν ο Αλέξανδρος προέλαυνε στην Ασία, έμαθε ότι ο Αριστοτέλης είχε εκδώσει κάποια βιβλία σχετικά με τις ακροατικές και εποπτικές επιστήμες και φέρεται να έστειλε στον παλιό του δάσκαλο επιστολή, με την οποία διαμαρτυρόταν για τη δημοσίευση. Επεσήμαινε ότι, αν οι διδασκαλίες αυτές γίνονταν κτήμα όλων, θα εξισώνονταν πνευματικά οι λίγοι με τους πολλούς και ότι τον ίδιον περισσότερο τον ενδιέφερε να υπερέχει των άλλων στο πνεύμα παρά σε άλλο τομέα.
Αλβανία: δεν πρόκειται για τη σημερινή Αλβανία, που τότε λεγόταν Ιλλυρία. Ήταν χώρα στα Α της Ιβηρίας (της σημερινής Γεωργίας), μεταξύ Καυκάσου, Κασπίας και Αρμενίας. Δηλαδή, εκτεινόταν στη σημερινή αυτόνομη δημοκρατία του Νταγκεστάν και στο Β τμήμα του Αζερμπαϊτζάν. Τη διέρρεαν οι ποταμοί Κύρος (Κούρ) και Αλαζόνιος (Αλαζάνι).
Αλέξανδρος Δ΄: γιος του Μεγάλου Αλεξάνδρου και της Ρωξάνης. Γεννήθηκε στη Βαβυλώνα το 323, έναν ή τρεις μήνες μετά το θάνατο του πατέρα του. Μόλις πέθανε ο Αλέξανδρος, η φάλαγγα, δηλαδή η κατώτερη κοινωνικά τάξη των Μακεδόνων, οι χωριάτες όπως –ούτε λίγο ούτε πολύ- τους είχε αποκαλέσει ο Αλέξανδρος στην Ώπη, παρέμενε προσκολλημένη στα ήθη και τις παραδόσεις, γι’ αυτό αρνήθηκε να παραχωρήσει τον μακεδονικό θρόνο σε έναν αγέννητο μιγάδα. Προτίμησε τον Αρριδαίο παρά τη νοητική του βλάβη, διότι ανήκε στον Οίκο των Αργεαδών. Απ’ την άλλη πλευρά οι αριστοκράτες (οι εταίροι και οι σωματοφύλακες) επέλεξαν να ακολουθήσουν την μέθοδο του ίδιου του Αλεξάνδρου, την «κοινωνίαν τῆς ἀρχῆς», δηλαδή την κατ’ επίφαση συνδιοίκηση της αυτοκρατορίας με τους βαρβάρους, μία συνδιοίκηση που θα προσωποποιούσε ο γιος του από τη Ρωξάνη. Η διαφωνία ήταν τόσο έντονη, ώστε απειλήθηκε ένοπλη ταξική σύγκρουση των ιππέων με τους πεζούς. Με διαδικασίες, που παραδίδονται διαφορετικά από κάθε πηγή, αποφεύχθηκε ο εμφύλιος πόλεμος και επιτεύχθηκε συμβιβασμός των ευγενών με τους απλούς Μακεδόνες: ο Αρριδαίος ανακηρύχθηκε βασιλιάς με το δυναστικό όνομα Φίλιππος Γ΄, το τυχόν άρρεν παιδί της Ρωξάνης θα είχε ίσα δικαιώματα στο θρόνο και ο Περδίκκας ανέλαβε «τὴν τῶν ὅλων ἡγεμονίαν». Μετά τη δολοφονία του Περδίκκα (321) ο Αρριδαίος από κοινού με τον Πείθωνα ανέλαβε «τὴν τῶν ὅλων ἡγεμονίαν», ενώ ο Αντίπατρος μετέφερε τους βασιλείς (τον Αρριδαίο και τον Αλέξανδρο Δ΄ καθώς και τις Ευρυδίκη και Ρωξάνη) στη Μακεδονία προφασιζόμενος λόγους ασφαλείας, αλλά κυρίως για να βρεθεί ο ίδιος πλησιέστερα προς το θρόνο του Μεγάλου Βασιλέως. Το 317 η Ευρυδίκη κατέστησε τον Κάσσανδρο επίτροπο του Αρριδαίου και το 316 ο Κάσσανδρος πέτυχε στην Eκκλησία των Μακεδόνων την καταδίκη της Ολυμπιάδας σε θάνατο επί προδοσία και τη δολοφονία της Κλεοπάτρας. Ο κίνδυνος για τον μικρό διάδοχο ήταν πλέον ορατός και το 311 ο δώδεκα ετών Αλέξανδρος Δ΄ και η Ρωξάνη δολοφονήθηκαν κατά διαταγή του Κάσσανδρου στην Αμφίπολη όπου βρίσκονταν. Στο δεύτερο βασιλικό τάφο των Αιγών βρέθηκε μέσα σε ασημένια υδρία η ταφή (τα καμένα και πλυμένα οστά) του Αλέξανδρου Δ΄.
Αλέξανδρος του Αερόπου: εταίρος από το μακεδονικό έθνος των Λυγκηστών. Όταν δολοφονήθηκε ο Φίλιππος (336), ήταν από τους πρώτους, που φόρεσαν πολεμική εξάρτηση και έσπευσαν με τον Αλέξανδρο Γ΄ στα ανάκτορα, για να ξεκαθαρίσουν τη συνωμοσία. Λόγω της προθυμίας του και παρ’ ότι τα αδέλφια του, Ηρομένης και Αρραβαίος, είχαν αναμιχθεί στη δολοφονία του Φιλίππου, ο Αλέξανδρος Γ΄ απάλλαξε τον συνονόματό του εταίρο από τις κατηγορίες και τον περιέβαλε με την εμπιστοσύνη του. Τον έστειλε στη Θράκη ως στρατηγό και αργότερα του ανέθεσε την διοίκηση του θεσσαλικού ιππικού, όταν άφησε τη θέση αυτή ο Κάλας για να γίνει σατράπης της Ελλησποντικής Φρυγίας (334). Στην πραγματικότητα ο Αλέξανδρος του Αερόπου απλώς είχε διαχωρίσει τη θέση του από εκείνη των αδελφών του, διότι ήθελε να παραμείνει μέσα στις εξελίξεις και να εδραιώσει τη θέση του στην Αυλή της Μακεδονίας. Παράλληλα είχε δώσει στον αυτόμολο Αμύντα του Αντιόχου επιστολή με προτάσεις και προσφορές προς τον Δαρείο, ζητώντας τη βοήθειά του για να καταλάβει το θρόνο της Μακεδονίας. Το χειμώνα του 334-333 είχε έρθει η ώρα για τον Δαρείο να χρησιμοποιήσει τον εταίρο Αλέξανδρο ως ανάχωμα στην επέλαση του βασιλιά Αλεξάνδρου. Έτσι, ο Μέγας Βασιλεύς εγγυήθηκε στον εταίρο ότι θα τον εγκαθιστούσε βασιλιά στη Μακεδονία και θα του έδινε 1.000 χρυσά τάλαντα, αν σκότωνε τον Αλέξανδρο. Όμως ο κομιστής της επιστολής έπεσε στα χέρια του Παρμενίωνα, ο οποίος επιχειρούσε στη Μεγάλη Φρυγία και μόλις έμαθε την αποστολή του Πέρση αξιωματούχου, τον έστειλε με συνοδεία στον βασιλιά Αλέξανδρο. Εκείνος συγκάλεσε σύσκεψη των εταίρων και ζήτησε τη γνώμη τους. Οι εταίροι τού είπαν ότι κακώς είχε πράξει εξαρχής, όταν εμπιστεύθηκε τον Λυγκηστή μετά τη δολοφονία του Φιλίππου, και ότι ήταν σοβαρότατο λάθος να του εμπιστευθεί τους Θεσσαλούς, το καλύτερο και μεγαλύτερο σώμα ιππικού μετά το μακεδονικό, διότι υπήρχε ο κίνδυνος να τους προσεταιρισθεί και να τους πείσει να στασιάσουν. Ο Αλέξανδρο του Αερόπου συνελήφθη και παρέμεινε φυλακισμένος επί τρία χρόνια χωρίς δίκη, επειδή φέρεται ότι ήταν παντρεμένος με μία από τις κόρες του Αντίπατρου, αλλά το (330) στην πρωτεύουσα της Δραγγιανής, μετά τη δίκη και καταδίκη του Φιλώτα είχε τελειώσει η ανοχή του βασιλιά. Προσήγαγε τον Λυγκηστή εταίρο στην Εκκλησία των Μακεδόνων για να δικαστεί και υπό το βάρος των αποδείξεων καταδικάστηκε κι αυτός σε θάνατο.
Αλκέτας: εμφανίζεται ως διοικητής τάξης (ταξιάρχης) πεζών υπό τον Κρατερό στις επιχειρήσεις κατά των Παρειτακηνών, στην πολιορκία των Μασσάγων και στη μάχη κατά του Πώρου.
Αμαζόνες: κατά την ελληνική μυθολογία, ήταν έθνος γυναικών πολύ ισχυρό στον πόλεμο, κατοικούσαν γύρω από τον ποταμό Θερμόδοντα και όποτε γεννούσαν, κρατούσαν και ανέτρεφαν μόνο τα κορίτσια. Υποτίθεται ότι ονομάσθηκαν έτσι, επειδή έκοβαν τον δεξιό τους μαστό (χωρίς μαζό (μαστό) ~> α+μαζός ~> Αμαζών), για να μην εμποδίζονται στη μάχη και κρατούσαν τον αριστερό, για να τρέφουν τα παιδιά τους. Οι επίμονοι μύθοι σχετικά με τις Αμαζόνες, τις οποίες μόνο οι κορυφαίοι Έλληνες ήρωες μπορούσαν να νικήσουν, προβληματίζουν για το τι μπορεί να τους προκάλεσε ή τι πραγματικά κρύβεται πίσω τους. Ίσως η καλύτερη εξήγηση να είναι αυτή του Παλαιφάτου: «Για τις Αμαζόνες λένε ότι δεν ήταν γυναίκες, αλλά βάρβαροι άντρες, που φορούσαν ποδήρεις χιτώνες, όπως οι Θρακιώτισσες, έδεναν ταινίες στα μαλλιά τους και ξύριζαν τα πρόσωπά τους. Γι’ αυτό θεωρήθηκαν από τους εχθρούς τους γυναίκες, το γένος τους ονομάσθηκε Αμαζόνες και ήταν ικανότατοι στη μάχη. Εκστρατεία από γυναίκες φυσικά δεν έγινε ποτέ και πουθενά». Ο πραγματιστής Αρριανός επικαλείται τον Ξενοφώντα, ο οποίος επί κεφαλής των Μυρίων λιγότερο από 80 χρόνια νωρίτερα από τον Αλέξανδρο πέρασε από τις περιοχές, όπου υποτίθεται ότι κατοικούσαν οι Αμαζόνες, και δεν τις αναφέρει στο έργο του, ενώ αναφέρει όλους τους άλλους λαούς της περιοχής. Επειδή όμως ο Αρριανός ήταν και δημόσιο πρόσωπο, δεν ήθελε να συγκρουστεί με τις βαθειά ριζωμένες δοξασίες των συγχρόνων του. Λέει λοιπόν ότι θεωρεί σωστούς του μύθους για τον Ηρακλή, που πολέμησε τη βασίλισσα των Αμαζόνων, την Ιππολύτη, και έφερε στην Ελλάδα τη ζώνη της, καθώς και για το Θησέα, που τις νίκησε επικεφαλής των Αθηναίων. Δηλώνει ακόμη ότι αποδέχεται ως ακριβή την αναφορά του Ηροδότου σ’ αυτές και ως δικαιολογημένες τις σχετικές αναφορές των διαφόρων Αθηναίων ρητόρων. Αυτή τη φορά αντί να αντιπαραθέσει την πραγματικότητα στο μύθο, προτίμησε να προσφέρει τη βολική θεωρία ότι οι Αμαζόνες πράγματι υπήρξαν και ότι είναι σωστά όλα όσα γράφτηκαν σχετικά, αλλά ως έθνος είχαν εκλείψει ήδη από την εποχή του Ξενοφώντα. Κατά την άποψη του Αρριανού, το χειμώνα του 324-323 στη Μηδία ο Ατροπάτης έδειξε στον Αλέξανδρο κάποιες γυναίκες, που απλώς ισχυρίζονταν ότι ήταν Αμαζόνες, ενώ στην πραγματικότητα «ήταν άλλες βάρβαρες γυναίκες εξοπλισμένες και εκπαιδευμένες για πόλεμο» (Διόδωρος Β.45, Ιουστίνος 2.4, Απολλόδωρος Β.20.1, Παλαιφάτου Περί απίστων ιστοριών (Για τις απίστευτες ιστορίες).λγ.Περί Αμαζόνων).
Αμύντας του Ανδρομένη: πεζέταιρος από τη Τύμφη (κρατίδιο της Άνω Μακεδονίας). Από τους παλαιότερους ταξιάρχες, ακολούθησε τον Περδίκκα στην επίθεση κατά των Θηβών (335), συμπαρασύροντας και τις υπόλοιπες μακεδονικές δυνάμεις. Πολέμησε στο Γρανικό (334), πήγε στη Μακεδονία για στρατολόγηση και ξανασυνάντησε τη στρατιά στα Σούσα (331) οδηγώντας τους νεοσύλλεκτους. Το 330 γεφύρωσε το ποτάμι, που έπρεπε να περάσουν για να φτάσουν στην Περσίδα, πήρε μέρος στις επιθέσεις κατά των Ταπούρων και των Μάρδων και ακολούθησε τον Αλέξανδρο στη καταδίωξη του Σατιβαρζάνη. Κατηγορήθηκε ότι μαζί με τα αδέρφια του, Πολέμωνα, Άτταλο και Σιμμία, πήρε μέρος στη συνομωσία του Φιλώτα (330), του οποίου ήταν έμπιστοι και φίλοι, αλλά αθωώθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία στη Εκκλησία των Μακεδόνων. Τότε απαίτησε την άδεια να πάει στους εχθρούς και να φέρει πίσω τον Πολέμωνα, που είχε αυτομολήσει. Η άδεια του δόθηκε και το ίδιο βράδυ επέστρεψε στο στρατόπεδο με τον αδελφό του. Η αθωότητά του είχε αποδειχθεί περίτρανα, αλλά ο ίδιος σκοτώθηκε λίγο αργότερα από τόξευμα στην πολιορκία ενός χωριού.
Αμύντας του Αντιόχου: Λόγω κάποιας (μάλλον αμοιβαίας) αντιπάθειας προς τον Αλέξανδρο πρόλαβε και αυτομόλησε στους Πέρσες αμέσως μετά τη δολοφονία του Φιλίππου (336). Όταν ο Αλέξανδρος κατέλαβε τις Σάρδεις (334), εκείνος εγκατέλειψε την Έφεσο μαζί με τη φρουρά της. Τις παραμονές της μάχης της Ισσού (333), βρισκόταν στο στρατόπεδο του Δαρείου και του συνιστούσε να μη φύγει από την ευρύχωρη πεδιάδα των Σώχων, διότι εκεί πλεονεκτούσαν οι δυνάμεις του έναντι του Αλεξάνδρου, ο οποίος ήταν αποφασισμένος να συγκρουσθεί μαζί του. Μετά την ήττα των Περσών στην Ισσό διέφυγε μαζί με 8.000 Έλληνες μισθοφόρους μέσω Κύπρου στην Αίγυπτο, όπου σκοτώθηκε σε κάποιο επεισόδιο με τους ντόπιους (Κούρτιος 4.1.29-33).
Αμύντας του Αρραβαίου: ήταν επικεφαλής των προδρόμων ιππέων, όταν η στρατιά πλησίαζε την Πρίαπο και το Γρανικό. Στη μάχη του Γρανικού (334) διοικούσε τους σαρισσοφόρους, τους Παίονες και την ίλη του Σωκράτη και πέρασε πρώτος τον ποταμό επικεφαλής των προδρόμων ιππέων. Στην πολιορκία της Σαγαλασσού (333) ηγούνταν του αριστερού τμήματος της φάλαγγας.
Αμφικτιονία: γράφεται και Αμφικτυονία. Η μορφή με το ι (Αμφικτιονία) ετυμολογείται ως "αμφί κτίζεσθαι", ήτοι Αμφικτίονες ήταν οι περί-κτίζοντες = περίοικοι = γείτονες. Η μορφή με το υ (Αμφικτυονία) σχηματίζεται από το όνομα του Αμφικτύωνος, που υποτίθεται ότι συγκάλεσε την πρώτη Αμφικτυονία στις Θερμοπύλες. Αυτό είναι σαφέστατα ένα από τους πολλούς μύθους, με τους οποίους οι αρχαίοι Έλληνες αλληγορούσαν τα πραγματικά γεγονότα.
Αμφιτρίτη: κατ’ άλλους μύθους ήταν μία από τις Νηρηίδες, κατ’ άλλους κόρη του Ωκεανού και της Τηθύος ή του Ουρανού και της Γης. Οι τελευταίες αυτές παραλλαγές μάλλον είχαν σκοπό να της προσδώσουν τη θεϊκή υπόσταση, που δεν είχε αρχικά. Στην Ιλιάδα παρουσιάζεται ως απλή προσωποποίηση της θάλασσας, χωρίς θεϊκή υπόσταση.
Αμφοτερός του Αλεξάνδρου: αδελφός του Κρατερού. Όταν ο Αλέξανδρος πληροφορήθηκε τη συνωμοσία του Λυγκηστή Αλέξανδρου, έστειλε στον Παρμενίωνα προφορικές διαταγές με τον Αμφοτερό. Αυτός φόρεσε τοπική ενδυμασία και με δύο Περγαίους οδηγούς έφτασε στον Παρμενίωνα με τις διαταγές σύλληψης του Λυγκηστή.
Αμφοτερός: Το χειμώνα του 334-3 ήταν υφιστάμενος του Ηγέλοχου στον ελλησποντικό στόλο. Το 332 ο Ηγέλοχος τον έστειλε με 60 πλοία στην Κω κατόπιν προσκλήσεως των κατοίκων της, οι οποίοι παρέδωσαν την πόλη και το νησί. Το 331 διατάχθηκε με τα πλοία του και άλλα 100 φοινικικά και κυπριακά να καταλάβει την Κρήτη, τη μόνη ναυτική βάση, που απέμενε στους Πέρσες και την οποία κατείχαν για λογαριασμό τους οι σύμμαχοί τους, οι Σπαρτιάτες.
Ανάβασις: η Ανατολή στους αρχαίους χάρτες βρισκόταν στο πάνω μέρος, εκεί που σήμερα τοποθετούμε τον Βορρά. Γι’ αυτόν το λόγο οι πορείες του Κύρου και του Αλεξάνδρου προς τα ανατολικά ονομάσθηκαν αναβάσεις και γι’ αυτό οι ανατολικές σατραπείες ονομάζονταν άνω σατραπείες. Η σπουδαιότητα της ανατολής διατηρείται ως τις μέρες μας τόσο στα ελληνικά όσο και στις λατινογενείς γλώσσες και μάλιστα στην πολύ χαρακτηριστική έννοια του προσανατολισμού (orientation, Orientierung).
Ανάξαρχος: σκεπτικός φιλόσοφος, ένας από τους κορυφαίους αυλοκόλακες του Αλεξάνδρου. Όταν ο Αλέξανδρος σκότωσε τον Κλείτο (328) και οδυρόταν γι’ αυτό, ο Ανάξαρχος προκειμένου να τον παρηγορήσει τον χλεύασε λέγοντας ότι ένας βασιλιάς πρέπει να επιβάλλει ως ορθό ό,τι κι αν κάνει. Ήταν ο σημαντικότερος προπαγανδιστής και τεκμηριωτής της προσκύνησης του Αλεξάνδρου και ως εκ τούτου ο κυριότερος αντίπαλος του Καλλισθένη και όσων δεν συμφωνούσαν με την υιοθέτηση των εθίμων της περσικής Αυλής. Ελάχιστα είναι γνωστά για τη διδασκαλία του και υπάρχει η υποψία ότι τα περισσότερα απ’ όσα παραδίδουν οι αρχαίες πηγές είναι κατασκευάσματα των εχθρών ή των φιλοσοφικών αντιπάλων του. Μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου τον συνέλαβε στην Κύπρο ο τύραννος Νικοκρέων και τον θανάτωσε με σκληρά βασανιστήρια, τα οποία ο Ανάξαρχος υπέμεινε χλευάζοντας τον Νικοκρέοντα και τους βασανιστές του.
Ανάξιππος: εταίρος, τον οποίο ο Αλέξανδρο έστειλε το 330 με 40 μόνο ιππακοντιστές ως φρουρά στην Αρεία. Μόλις ο Σατιβαρζάνης, σατράπης των Αρείων, επαναστάτησε, εξόντωσε τον Ανάξιππο και τους ιππακοντιστές του.
Αναξυρίδες: είδος εφαρμοστών παντελονιών, που φορούσαν οι ανατολικοί λαοί.
Ανδρόμαχος του Ιέρωνα: εταίρος. Στη μάχη των Γαυγαμήλων (331) και στην καταδίωξη του Βήσσου (330) ήταν διοικητής των μισθοφόρων ιππέων. Το 329 εστάλη μαζί με τους Μενέδημο, Κάρανο και Φαρνούχη εστάλη κατά του Σπιταμένη, που πολιορκούσε τη μακεδονική φρουρά στα Μαράκανδα. Αγνόησε στοιχειώδεις κανόνες εμπλοκής και μπήκε στη χώρα των νομάδων Σκυθών καταδιώκοντας τον Σπιταμένη. Εκείνος, επικεφαλής ξεκούραστων Σκυθών ιππέων επιτέθηκε εναντίον των κουρασμένων δυνάμεων του Ανδρόμαχου, τις αιφνιδίασε, τις διέσπασε και τις αποδεκάτισε. Από τους 860 ιππείς και 1.500 πεζούς επέζησαν μόνο 40 ιππείς και 300 πεζοί.
Ανδροσθένης του Καλλίστρατου: καταγόταν από την Πέλλα. Στην κάθοδο του Υδάσπη (326) ήταν τριήραρχος. Όταν ο Αλέξανδρος επέστρεψε από την Ινδία (324) διατάχθηκε να περιπλεύσει όλη τη χερσόνησο της Αραβίας με μία τριακόντορο.
Αντίγονος του Φιλίππου: έφερε τα προσωνύμια Κύκλωψ ή Μονόφθαλμος ή Ετερόφθαλμος για ευνόητους λόγους. Καταγόταν από την βασιλική οικογένεια της Ελιμιώτιδος (382) και στην εκστρατεία του Αλεξάνδρου ήταν στρατηγός των συμμάχων. Στις Κελαινές (333) ορίστηκε σατράπης της Μεγάλης Φρυγίας και μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου ήταν ένας από τους σημαντικότερους και σκληρότερους πρωταγωνιστές στους αγώνες των Διαδόχων. Το 321 μετά τη δολοφονία του Περδίκκα ο Αντίπατρος όρισε τον Αντίγονο αρχιστράτηγο των βασιλικών δυνάμεων. Μετά το θάνατο του Αντίπατρου ο Αντίγονος αποστάτησε και συμμάχησε με τον Κάσσανδρο, για λογαριασμό του οποίου δολοφόνησε την Κλεοπάτρα. Το 317 δολοφόνησε τον Ευμένη (317) και τον Εύδαμο. Σκοτώθηκε στη μάχη της Ιψού (301) και κατά τον Αριστόβουλο ο μάντης Πειθαγόρας είχε προμαντέψει την τύχη του.
Αντίοχος: αρχηγός των τοξοτών στη μάχη της Ισσού (333). Πέθανε στην Αίγυπτο το 331.
Αντίοχος: χιλίαρχος των υπασπιστών. Εμφανίζεται στις επιχειρήσεις κατά των Ασσακηνών.
Αντίπατρος: γεννήθηκε περί το 400 και υπήρξε ο πιο έμπιστος στρατηγός και φίλος του Φιλίππου Β΄. Μετά τη δολοφονία του Φιλίππου (336) μαζί με τον Παρμενίωνα εδραίωσε τον Αλέξανδρο στο θρόνο. Λογω της πίστης του στον Οίκο των Αργεαδών, ο Αλέξανδρος τον όρισε επίτροπο (αντιβασιλέα) στο θρόνο της Μακεδονίας, όταν εκστράτευσε κατά των Περσών (334). Σε όλη τη διάρκεια της εκστρατείας του Αλεξάνδρου στην Ασία εκτός από το να συγκρατεί τα ελληνικά κράτη στα πλαίσια των αποφάσεων του Κοινού Συνεδρίου των Ελλήνων έκανε συχνές αποστολές στρατευμάτων και υλικού. Τελικά όμως έπεσε κι αυτός στη δυσμένεια του Αλεξάνδρου, ο οποίος το 324 τον διέταξε να παραδώσει τη θέση του επιτρόπου στον Κρατερό και να μεταβεί στη Βαβυλώνα, όπου βρίσκονταν ήδη οι γιοί του Ιόλλας και Κάσσανδρος. Η δυσμένεια του Αλεξάνδρου αποδίδεται από τους περισσότερους στις διαρκείς αντιδικίες του με την Ολυμπιάδα, που επέμενε να αναμιγνύεται στην πολιτική, ωστόσο αυτός φαίνεται να είναι ένας μόνο από τους λόγους και όχι υποχρεωτικά ο σημαντικότερος. Ο θάνατος του Αλεξάνδρου (323) έσωσε τη ζωή του Αντίπατρου, που στην πρώτη διανομή των σατραπειών παρέμεινε υπεύθυνος για τη Μακεδονία, την υπόλοιπη Ελλάδα και τους όμορους λαούς (Ιλλυριούς, Παίονες και νότιους Θράκες). Εν συνεχεία, βλέποντας τη διάθεση των Αθηναίων να εξεγερθούν, κάλεσε σε βοήθεια τον Λεοννάτο, που είχε οριστεί σατράπης της Ελλησποντικής Φρυγίας, και τον Κρατερό, που βρισκόταν ακόμη στην Κιλικία με τους 10.000 απόμαχους Μακεδόνες και χωρίς μερίδιο εξουσίας. Οι Αθηναίοι προσεταιρίσθηκαν μερικά ελληνικά κράτη και υπό τον Λεωσθένη νίκησαν τον Αντίπατρο, που υποχρεώθηκε να κλειστεί στη Λαμία και να υποστεί πολιορκία. Μόλις δόθηκε η κατάλληλη ευκαιρία οι Μακεδόνες έκαναν έξοδο, νίκησαν τους Αθηναίους και τους υποχρέωσαν σε ατιμωτική συνθηκολόγηση. Το 322 ο Αντίπατρος πέτυχε την καταδίκη σε θάνατο του Δημοσθένη και πάντρεψε την κόρη του Νίκαια με τον Περδίκκα, ο οποίος ωστόσο δεν δίστασε να στραφεί και κατά του πεθερού του (321) διεκδικώντας το θρόνο του Μεγάλου Βασιλέως. Ο Αντίπατρος βρισκόταν στην Κιλικία και βάδιζε με τα στρατεύματά του κατά του Περδίκκα, όταν εκείνος δολοφονήθηκε από τους επιτελείς του στην Αίγυπτο. Ευρισκόμενος στην περιοχή, ο Αντίπατρος κατεύνασε μία εξέγερση στο στράτευμα, που είχε υποκινήσει η Ευρυδίκη, ανέλαβε επιμελητής των βασιλέων (Αρριδαίου και Αλεξάνδρου Δ΄), ανακατένειμε τις δυτικές κυρίως σατραπείες, όρισε αρχιστράτηγο των βασιλικών στρατευμάτων τον Αντίγονο, ενώ δίπλα του τοποθέτησε τον Κάσσανδρο για να τον επιτηρεί. Στη συνέχεια επέστρεψε στη Μακεδονία με τους βασιλείς, είτε για να πλησιάσει ο ίδιος το θρόνο του Μεγάλου Βασιλέως, είτε για να εμποδίσει άλλους να τον πλησιάσουν. Πέθανε το 319 σε ηλικία περίπου 80 ετών και κληροδότησε τη θέση του επιτρόπου στον ικανότατο Πολυπέρχοντα, ενώ όρισε τον Κάσσανδρο απλώς δεύτερο τη τάξει.
Απολλόδωρος: εταίρος από την Αμφίπολη, ορίστηκε στρατηγός της φρουράς, που εγκαταστάθηκε στη Βαβυλώνα (331). Όταν επέστρεψε ο Αλέξανδρος από την Ινδία (324), φοβούμενος ενδεχόμενη τιμωρία του, ζήτησε από τον μάντη αδελφό του, Πειθαγόρα, να μαντέψει τα μελλούμενα και ανέφερε στον ίδιο τον Αλέξανδρο τα σημεία της ιερομαντείας για την τύχη του.
Απολλοφάνης: εταίρος. Το 325 ορίστηκε σατράπης των Ωρειτών και απαλλάχθηκε λίγο αργότερα λόγω ανικανότητας ή σκοτώθηκε σε μάχη με τους Ωρείτες (Αρριανός Ινδική 23).
Αραμαϊκή: σημιτική γλώσσα, που ήδη από τον 8ο π.Χ. αιώνα ήταν η διεθνής γλώσσα επικοινωνίας στην Εγγύς Ανατολή. Από τον 4ο π.Χ. αιώνα χρησιμοποιήθηκε ως διεθνής γλώσσα της αχαιμενιδικής αυτοκρατορίας και εξαπλώθηκε σε όλη την επικράτειά της πλην Μικράς Ασίας και Αγύπτου. Ήταν επίσης η μητρική γλώσσα του Ιησού Χριστού και σ’ αυτήν γράφτηκε αρχικά το κατά Μάρκον Ευαγγέλιο, πριν μεταφρασθεί κι αυτό στα ελληνικά.
Αρέτης: παίς της βασιλικής ακολουθίας. Στη μάχη του Γρανικού (334) ο Αλέξανδρος ζήτησε απ’ αυτόν δόρυ, όταν έσπασε το δικό του. Αλλά και του Αρέτη το δόρυ είχε σπάσει και πολεμούσε σκληρά με το σπασμένο.
Αρέτης: στη μάχη των Γαυγαμήλων (331) ήταν επικεφαλής των προδρόμων ιππέων. Με τις δυνάμεις του απέκρουσε το πρώτο κύμα της περσικής επίθεσης κι εμπόδισε το περσικό ιππικό να πλευροκοπήσει το δεξί κέρας των Μακεδόνων.
Αριαράθης: σατράπης της Καππαδοκίας. Πολέμησε στη μάχη της Ισσού (333) και μετά την ήττα υποχώρησε προς Βορρά επικεφαλής ενός ένα σημαντικού τμήματος των περσικών δυνάμεων και ανακατέλαβε μέρος της Παφλαγονίας και της Καππαδοκίας. Το μεγαλύτερο μέρος της Καππαδοκίας επρόκειτο να παραμείνει έξω από την ελληνική κυριαρχία μέχρι το θάνατο του Αλεξάνδρου και την επικύρωσή της στον Ευμένη (323).
Αριασποί: αρχαίος λαός, που κατοικούσε στο νότιο Αφγανιστάν και στο ανατολικό Ιράν γύρω από τη λίμνη Σεϊστάν (Χάρτης). Περί το 128 π.Χ. εισέβαλαν στη χώρα τους οι Σάκα από τον Ιαξάρτη και η χώρα τους μετονομάστηκε σε χώρα των Σάκα, δηλαδή Σάκα-σταν ή Σακαστηνή επί το ελληνικότερο και Σεϊστάν κατά τη σύγχρονη ορολογία. Συχνά αναφέρονται ως Ευεργέτες, ενώ μερικοί αρχαίοι συγγραφείς τους συγχέουν με τους Αριμασπούς του Ηροδότου.
Αριμασποί: ο Ηρόδοτος τους τοποθετεί Β της Σκυθίας. Υποτίθεται ότι έκλεβαν χρυσό, τον οποίο φρουρούσαν γρύπες. Τα σχετικά με τους Αριμασπούς είχε συγκεντρώσει ο ποιητής Αρισταίος από την Προκόνησο στο μη διασωθέν έργο του "Αριμάσπεια". Μερικοί αρχαίοι συγγραφείς τους συγχέουν με τους Αριασπούς.
Αριοβαρζάνης: ήταν γιός του Αρτάβαζου και διοικητής της Περσίδας και των λαών της Ερυθράς Θάλασσας (του Περσικού Κόλπου). Με το στρατό τους πολέμησε στα Γαυγάμηλα (331) και τον Ιανουάριο του 330 υπερασπίσθηκε τις Περσικές Πύλες με 40.000 πεζούς και 700 ιππείς. Νικήθηκε και γλίτωσε με λίγους ιππείς. Μερικούς μήνες αργότερα παραδόθηκε μαζί με τον πατέρα του και δύο αδελφούς του στον Αλέξανδρο στη Ζαδράκαρτα, την πρωτεύουσα της Υρκανίας.
Αριστόβουλος: ένας από τους ιστορικούς του Αλεξάνδρου.
Αριστόνους του Πεισαίου: σωματοφύλακας από την Εορδαία. Στην κάθοδο του Υδάσπη (326) ήταν τριήραρχος.
Αριστοτέλης: ένας από τους κορυφαίους φιλοσόφους της αρχαίας Ελλάδας. Γεννήθηκε στα Στάγειρα (384) και υπήρξε μαθητής του Πλάτωνα. Ο πατέρας του Νικόμαχος υπηρέτησε στην Αυλή της Μακεδονίας ως γιατρός του βασιλιά Αμύντα. Το 344 ίδρυσε στην Αθήνα σχολή ρητορικής, ανταγωνιστική εκείνης του Ισοκράτη. Ο Φίλιππος τον κάλεσε στη Μακεδονία και τον εγκατέστησε στη Μίεζα, όπου ανέλαβε την εκπαίδευση του 13 ετών Αλεξάνδρου (343). Στον νεαρό διάδοχο δίδαξε ηθική, πολιτική, και κάποιες βαθύτερες και απόρρητες φιλοσοφικές θεωρίες, τις ακροατικές και εποπτικές επιστήμες. Ως μέρος της αμοιβής του ο Φίλιππος υποχρεώθηκε να ανοικοδομήσει τη γενέτειρα του φιλοσόφου, την οποία είχε ισοπεδώσει πέντε χρόνια νωρίτερα. Η εκπαίδευση του Αλεξάνδρου διακόπηκε με την ανάρρησή του στο θρόνο και την έναρξη των εκστρατειών (335). Για λόγους, που δεν διευκρινίζονται από τις αρχαίες πηγές, κάποια στιγμή ο Αλέξανδρος ψυχράνθηκε με τον Αριστοτέλη και το γεγονός αυτό χρησιμοποιήθηκε στη διάνθιση της θεωρίας της δηλητηρίασης. Υποτίθεται ότι ο Αριστοτέλης προμήθευσε τον Αντίπατρο με το δηλητήριο, που έστειλε με τον Κάσσανδρο στη Βαβυλώνα και το χορήγησε ο Ιόλλας.
Αρίστων: ήταν αρχηγός των Παιόνων ιππέων στη μάχη της Ισσού (333) και στη μάχη των Γαυγαμήλων (331).
Αρμυρίκι: είναι το φυτό ταμάριξ, η μυρίκη των αρχαίων Ελλήνων. Το εντυπωσιακότερο είδος του είναι η ταμάριξ η μαννοφόρος, ευδοκιμεί στην περιοχή της αρχαίας Σογδιανής και παράγει μία λευκή ουσία, που είναι γνωστή ως μάννα των Βεδουίνων.
Άρπαλος του Μαχάτα: πιστός παιδικός φίλος του Αλεξάνδρου. Ο Φίλιππος τον εξόρισε (337) από τη Μακεδονία, όταν συγκρούστηκε με τον Αλέξανδρο στο γαμήλιο δείπνο. Μετά το θάνατο του Φιλίππου (336), ο Αλέξανδρος του ανέθεσε τη διαχείριση των οικονομικών της στρατιάς, επειδή η καχεκτική διάπλαση του Άρπαλου δεν του επέτρεπε να διακριθεί στην ανώτερη και ευγενέστερη ασχολία της εποχής, την πολεμική δράση. Αυτό φαίνεται ότι έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της ψυχοσύνθεσής του και των επιλογών του. Πριν από τη μάχη της Ισσού (333) λιποτάκτησε, ίσως μην πιστεύοντας ότι θα νικούσαν τους Πέρσες. Ο Αλέξανδρος τον διαβεβαίωσε ότι η λιποταξία του δεν θα είχε συνέπειες, εκείνος επέστρεψε και ξανάγινε διαχειριστής. Στα Εκβάτανα (330) ανέλαβε την οικονομική διαχείριση του θησαυρού της πόλης κι εκείνου, που μεταφέρθηκε εκεί από τις Πασαργάδες και την Περσέπολη. Στη συνέχεια αναβαθμίστηκε σε βασιλικό θησαυροφύλακα στη Βαβυλώνα και, όταν ο Αλέξανδρος βρισκόταν στην Ινδία, ο πρόδηλα επιρρεπής σε καταχρήσεις Άρπαλος συνέχισε αυτό, που γνώριζε καλύτερα. Παράλληλα, προετοίμαζε την έξοδο της διαφυγής του και το καταφύγιο για τις δύσκολες μέρες, κάνοντας γενναίες δωρεές στο Δήμο της Αθήνας. Φαίνεται ακόμη ότι ο Άρπαλος, αν και καχεκτικός, ως εραστής ήταν ακόρεστος, διότι κατηγορήθηκε για διάφορες ακολασίες με τις γυναίκες των βαρβάρων. Η έκλυτη ζωή και οι καταχρήσεις του Δημοσίου Χρήματος προκάλεσαν τη γενική κατακραυγή κατά του βασιλικού θησαυροφύλακα και, όταν ο Αλέξανδρος γύρισε από την Ινδία (324) και άρχισε να τιμωρεί τους ατάσθαλους αξιωματούχους, ο Άρπαλος πρόλαβε να δραπετεύσει με 5.000 αργυρά τάλαντα και 6.000 μισθοφόρους. Άφησε τους μισθοφόρους στο Ταίναρο και ο ίδιος με μέρος των χρημάτων ζήτησε καταφύγιο στο Δήμο των Αθηναίων, ελπίζοντας ότι είχαν πιάσει τόπο οι γενναιοδωρίες του. Προσέλαβε τους καλύτερους ρήτορες για να στηρίξουν το αίτημά του, διότι στο μεταξύ είχε ζητηθεί η έκδοσή του. Οι Αθηναίοι ρήτορες θέλησαν να επωφεληθούν από τον πλούσιο φυγάδα και κινήθηκαν, ώστε να γίνει δεκτό το αίτημά του. Στη συγκεκριμένη υπόθεση ο Δημοσθένης αρχικά πήρε θέση υπέρ του προφανούς συμφέροντος της πατρίδας του και πρότεινε την απέλαση του φυγόδικου, για να μην εμπλακεί η Αθήνα σε αδικαιολόγητο πόλεμο. Αλλά το ίδιο βράδυ ο Άρπαλος έστειλε δώρα και χρήματα στο σπίτι του λαμπρού Αθηναίου πολιτικού, που ξέχασε τα επιχειρήματά του. Έτσι, την επομένη μέρα κατά την προγραμματισμένη συζήτηση στην Εκκλησία των Αθηναίων για το αίτημα ασύλου στον Άρπαλο, όταν ήλθε η ώρα να μιλήσει ο Δημοσθένης, εκείνος προφασίσθηκε ότι δεν μπορούσε λόγω κρυολογήματος. Τελικά οι Αθηναίοι αποφάσισαν την απέλαση του Άρπαλου, αλλά εκείνος δραπέτευσε, πρόλαβε να επιστρέψει στο Ταίναρο, πήρε τους μισθοφόρους και απέπλευσε για την Κρήτη, όπου τον δολοφόνησε ένας φίλος του, ο Θίβρων.
Αρριανός: ο σημαντικότερος από τους σωζόμενους ιστορικούς του Αλεξάνδρου.
Αρριδαίος: ετεροθαλής αδελφός του Μ. Αλεξάνδρου, νόθος γιος του Φιλίππου και μιάς «ασήμαντης και κοινής» γυναίκας, της Φιλίννης κατά τον Πλούταρχο ή μίας χορεύτριας από τη Λάρισα κατά τον Ιουστίνο. Όταν ήταν μικρός φαινόταν ότι ήταν ευγενικός και προικισμένος, αλλά η Ολυμπιάς υποτίθεται ότι του έδωσε δηλητήρια και του προξένησε σωματικές και νοητικές βλάβες. Μόλις πέθανε ο Αλέξανδρος (323), η φάλαγγα, δηλαδή η κατώτερη κοινωνικά τάξη των Μακεδόνων, οι χωριάτες όπως –ούτε λίγο ούτε πολύ- τους είχε αποκαλέσει ο Αλέξανδρος στην Ώπη, παραμένοντας προσκολλημένη στα ήθη και τις παραδόσεις, αρνήθηκε να παραχωρήσει τον μακεδονικό θρόνο σε έναν αγέννητο μιγάδα. Προτίμησε τον Αρριδαίο παρά τη νοητική του βλάβη, διότι ανήκε στον Οίκο των Αργεαδών. Απ’ την άλλη πλευρά η αριστοκρατία, δηλαδή οι εταίροι και οι σωματοφύλακες επέλεξαν να ακολουθήσουν την μέθοδο του ίδιου του Αλεξάνδρου, την «κοινωνίαν τῆς ἀρχῆς», δηλαδή την κατ’ επίφαση συνδιοίκηση της αυτοκρατορίας με τους βαρβάρους, μία συνδιοίκηση που θα προσωποποιούσε ο γιος του από τη Ρωξάνη. Η διαφωνία ήταν τόσο έντονη, ώστε απειλήθηκε ένοπλη ταξική σύγκρουση των ιππέων με τους πεζούς Μακεδόνες. Με διαδικασίες, που παραδίδονται διαφορετικά από κάθε πηγή, αποφεύχθηκε ο εμφύλιος πόλεμος και επιτεύχθηκε συμβιβασμός των ευγενών με τους απλούς Μακεδόνες: ο Αρριδαίος ανακηρύχθηκε βασιλιάς με το δυναστικό όνομα Φίλιππος Γ΄, το τυχόν άρρεν παιδί της Ρωξάνης θα είχε ίσα δικαιώματα στο θρόνο και ο Περδίκκας ανέλαβε «τὴν τῶν ὅλων ἡγεμονίαν». Στον Αρριδαίο ανατέθηκε και η κατασκευή της αρμάμαξας, με την οποία μεταφέρθηκε (321) το ταριχευμένο σώμα του Αλεξάνδρου από τη Βαβυλώνα στο μαντείο του Άμμωνα. Μετά τη δολοφονία του Περδίκκα (321) ο Αρριαδαίος από κοινού με τον Πείθωνα ανέλαβε «τὴν τῶν ὅλων ἡγεμονίαν», ενώ ο Αντίπατρος μετέφερε τους βασιλείς (τον Αρριδαίο και τον Αλέξανδρο Δ΄ καθώς και τις Ευρυδίκη και Ρωξάνη) στη Μακεδονία προφασιζόμενος λόγους ασφαλείας, αλλά κυρίως για να βρεθεί ο ίδιος πλησιέστερα προς το θρόνο του Μεγάλου Βασιλέως. Το 317 η Ευρυδίκη κατέστησε τον Κάσσανδρο επίτροπο του Αρριδαίου και λίγους μήνες αργότερα, η Ευρυδίκη και ο Αρριδαίος δολοφονήθηκαν, μάλλον με διαταγή της Ολυμπιάδας, διότι ο Κάσσανδρος απειλούσε τα συμφέροντα και τη ζωή του ανήλικου εγγονού της.
Αρσάκης: Ο Αλέξανδρος τον όρισε σατράπη των Αρείων (329), αλλά λίγο αργότερα διέταξε να συλληφθεί ως ύποπτος προδοσίας. Το χειμώνα του ιδίου έτους στα Βάκτρα, όπου διαχείμαζε ο Αλέξανδρος, του τον έφεραν σιδηροδέσμιο και προφανώς τον εκτέλεσαν.
Αρσάμης: Πέρσης στρατηγός, στο Γρανικό (334) επικεφαλής του ιππικού. Κατέφυγε στην Ταρσό, την οποία όμως δεν τόλμησε να υπερασπιστεί, όταν έφτασε ο Αλέξανδρος. Σκοτώθηκε στη μάχη της Ισσού (333).
Αρσίτης: ύπαρχος της Ελλησποντικής Φρυγίας. Αρνήθηκε κατηγορηματικά την εφαρμογή της καμένης γής, που πρότεινε ο Μέμνων ο Ρόδιος, και μετά την ήττα των Περσών στο Γρανικό (334) αυτοκτόνησε συναισθανόμενος τις βαρύτατες ευθύνες του.
Αρτάβαζος: γιός του Φρανάβαζου και της πριγκήπισσας Απάμας, κληρονομικώ δικαιώματι σατράπης της Ελλησποντικής Φρυγίας και πατέρας της Βαρσίνης, με την οποία ο Αλέξανδρος φέρεται να έκανε ένα γιό. Το 356 ο Αρτάβαζος από την Ελλησποντική Φρυγία και ο Ορόντης από τη Φοινίκη άρχισαν έναν μακρό αποσχιστικό αγώνα κατά του Μεγάλου Βασιλέως (Αρταξέρξη Ώχου). Το 355 ο ναύαρχός των Αθηναίων Χάρης για να μειώσει τις πολεμικές δαπάνες κατά τον Συμμαχικό πόλεμο, έθεσε τις δυνάμεις του και στην υπηρεσία του Αρτάβαζου, που σε αντάλλαγμα ανέλαβε το κόστος συντήρησης του αθηναϊκού στόλου. Τότε ο Μέγας Βασιλεύς διέταξε τους Αθηναίους να διακόψουν τη βοήθεια προς τον αποστάτη Αρτάβαζο, άλλως θα συμμαχούσε με τους πρώην συμμάχους τους και εχθρούς τους πλέον στο Συμμαχικό πόλεμο. Οι Αθηναίοι υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τον γενναιόδωρο Αρτάβαζο και να τερματίσουν τον Συμμαχικό πόλεμο, μη αντέχοντας τις δαπάνες. Το 354 οι Θηβαίοι, αν και ήταν ευεργέτες του Μεγάλου Βασιλέως, έστειλαν το στρατηγό Παμμένη με 5.000 στρατιώτες σε ενίσχυση του γενναιόδωρου Αρτάβαζου (Διόδωρος ΙΣΤ.34.1-2). Το 353 ο Αρτάβαζος μη εμπιστευόμενος τους Θηβαίους έδιωξε τα στρατεύματά τους, για να διαπιστώσει ότι δεν μπορούσε να συνεχίσει άλλο τον αποσχιστικό του αγώνα και να ζητήσει καταφύγιο στην Αυλή της Μακεδονίας. Το 343 ο Ώχος κατέλαβε την Αίγυπτο και ο Μέντωρ ο Ρόδιος, που είχε προσφέρει μεγάλες υπηρεσίες στον Αρταξέρξη στους πολέμους κατά της Φοινίκης και της Αιγύπτου, κατάφερε να πείσει τον Αρταξέρξη να συγχωρέσει τον αδελφό του, τον Μέμνονα, καθώς και τον Αρτάβαζο, που επανήλθαν στην περσική Αυλή. Όταν ο Βήσσος έκανε το πραξικόπημα (330), ο Αρτάβαζος παρέμεινε πιστός στο Δαρείο. Όταν ο Αλέξανδρος μπήκε στην Υρκανία, του δήλωσε υποταγή μαζί με τα παιδιά του και πήρε σημαντική θέση στη μακεδονική Αυλή. Μαζί με τον Ανδρόνικο του Αγέρρου οδήγησε τους Έλληνες μισθοφόρους του Δαρείου στο στρατόπεδο του Αλεξάνδρου, όταν συνθηκολόγησαν κι αυτοί. Το 329 ο Σατιβαρζάνης εισέβαλε με τους ιππείς του Βήσσου στην Αρειανή και ο Αρτάβαζος εστάλη εναντίον του. Στη συνέχεια ορίστηκε σατράπης της Βακτριανής και κινήθηκε κατά των Σκυθών, όταν αυτοί συμμάχησαν με το Σπιταμένη. Αφού νικήθηκαν οι Σκύθες και ο Σπιταμένης (328), ο περίπου 60 ετών Αρτάβαζος δήλωσε παραίτηση λόγω ηλικίας. Το 324 στα Σούσα ο Πτολεμαίος του Λάγου και ο Ευμένης ο Καρδιανός παντρεύτηκαν στον ομαδικό γάμο τις δύο κόρες του Αρτάβαζου, την Αρτακάμα και την Άρτωνι αντίστοιχα, ενώ ο γιός του Κωφήνας εντάχθηκε στο άγημα των ιππέων.
Αρχίας του Αναξιδότου: εταίρος από την Πέλλα. Στο ταξίδι του Νέαρχου (325-324) ήταν τριήραρχος και στενός του συνεργάτης. Μαζί πήγαν να συναντήσουν τον Αλέξανδρο στην Καρμανία. Λίγο αργότερα κατά διαταγή του Αλεξάνδρου έφθασε με μία τριακόντορο μέχρι την Τύλο (το νησί Μωχαρέα του Μπαχρέιν), διερευνώντας τις δυνατότητες θαλάσσιας επικοινωνίας με την Αραβία.
Ατροπάτης: σατράπης της Μηδίας. Στη μάχη των Γαυγαμήλων (331) διοικούσε τους Μήδους, τους Καδούσιους, τους Αλβανούς και τους Σακεσίνες. Μετά τη δολοφονία του Δαρείου (330) παραδόθηκε και το 328 ο Αλέξανδρος τον όρισε σατράπη της Μηδίας. Το (324) στα Σούσα ο Περδίκκας παντρεύτηκε μία κόρη του. Ήταν από τους πιό συνεργάσιμους Πέρσες αξιωματούχους και μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου (323) έγινε σατράπης του βορείου τμήματος της Μηδίας, της λεγόμενης Τρίτης Μηδίας, περίπου του σημερινού Αζερμπαϊτζάν. Η περιοχή εκείνη πήρε το όνομά του και αναφέρεται ως Ατροπατηνή Μηδία.
Άτταλος του Ανδρομένη: πεζέταιρος από το Άνω Μακεδονικό κρατίδιο της Τύμφης. Αυτός και τα αδέρφια του, Αμύντας, Πολέμων και Σιμμίας, ήταν ευνοούμενοι του Φιλώτα. Όταν το καλοκαίρι του 330 ο Φιλώτας κατηγορήθηκε και εκτελέσθηκε ως συνωμότης, τα τρία αδέρφια εκτός από τον Πολέμωνα, που πρόλαβε να αυτομολήσει στους εχθρούς, δικάσθηκαν από την Εκκλησία των Μακεδόνων ως συνένοχοι και τελικά αθωώθηκαν. Το 326 ήταν τριήραρχος στην κάθοδο του Υδάσπη.
Άτταλος: διοικητής των Αγριάνων στη μάχη της Ισσού (333), των Γαυγαμήλων (331) και στην καταδίωξη του Δαρείου (330). Όταν ο Αλέξανδρος με πέντε σώματα στρατού κατέπνιξε την εξέγερση των Σογδιανών (328), ο Άτταλος είχε παραμείνει στη φρουρά των Βάκτρων. Πολέμησε ως ταξιάρχης από τις επιχειρήσεις της πρόσω Ινδίας (327) και στη μάχη του Υδάσπη (326) βρισκόταν στο τμήμα ανάμεσα στο κεντρικό στρατόπεδο και στη δύναμη κρούσης του Αλεξάνδρου. Στην επιστροφή από την Ινδία βρισκόταν στο υπό τον Κρατερό τμήμα. Συμμετέσχε στην αντιπροσωπεία, που ζήτησε χρησμό από το ιερό του Σαράπιδος την παραμονή του θανάτου του Αλεξάνδρου (323).
Άτταλος: ένας από τους κορυφαίους και πιό έμπιστους στρατηγούς του Φιλίππου. Το 337 ο Φίλιππος παντρεύτηκε την αδελφή ή ανηψιά ή θεία του Άτταλου, ο οποίος στο γαμήλιο δείπνο ευχήθηκε να γεννηθεί γνήσιος διάδοχος του θρόνου. Το αποτέλεσμα ήταν να προκληθεί μία σοβαρότατη παρεξήγηση και να γίνει απροκάλυπτη η έχθρα του με τον Αλέξανδρο. Το 336 ο Άτταλος κι ο Παρμενίων αποβιβάσθηκαν στη Μ. Ασία με 10.000 στρατό, για να προετοιμάσουν την αποβίβαση και των υπολοίπων δυνάμεων του Κοινού Συνεδρίου των Ελλήνων. Στα τέλη του 336 ο Παυσανίας δολοφόνησε τον Φίλιππο, ο Αλέξανδρος έγινε βασιλιάς και ο Άτταλος δεν ήταν πλέον καθόλου ασφαλής. Άρχισε λοιπόν να αναζητά ερείσματα στο στράτευμα και παράλληλα ήρθε σ’ επαφή με το Δημοσθένη, για να ανατρέψει τον Αλέξανδρο και να γίνει ο ίδιος βασιλιάς της Μακεδονίας. Αυτά επιβάρυναν τη θέση του ακόμη περισσότερο και λίγο αργότερα ο Αλέξανδρος έστειλε τον εταίρο Εκαταίο να τον δολοφονήσει.
Αυταριάτες: ιλλυρικός λαός των Δαλματικών ακτών, κατοικούσε στην περιοχή κοντά στο Σπλίτ της σημερινής Κροατίας.
Αυτοκρατορία: με τον όρο νοείται ένα ιδιαίτερα μεγάλης έκτασης κράτος, που διοικείται από μία κυρίαρχη εθνότητα και περιλαμβάνει σημαντικό αριθμό εθνών με διαφορετικά πολιτιστικά χαρακτηριστικά. Το κράτος, που ίδρυσε ο Μέγας Κύρος ήταν η πρώτη πραγματική αυτοκρατορία στην παγκόσμια ιστορία.
Αυτοκράτωρ: ηγέτης (άρχων, πρέσβυς, στρατηγός) με πλήρη και ανέλεγκτη εξουσία.
Αυτοφραδάτης: βασικός επιτελής του Μέμνονα του Ρόδιου, ιδίως κατά τις περσικές επιχειρήσεις αντιπερισπασμού στο Αιγαίο (334-332). Μετά το θάνατο του Μέμνονα (333) ήταν ο δεύτερος τη τάξει αξιωματικός μετά τον Φαρνάβαζο και άμεσος προϊστάμενος του φοινικικού στόλου στο Αιγαίο. Λίγο μετά τη μάχη της Ισσού (333) συναντήθηκε στη Σίφνο με τον Σπαρτιάτη βασιλιά Άγι και του έδωσε 30 τάλαντα και 10 τριήρεις. Το 332, ενώ ο Αλέξανδρος πολιορκούσε την Τύρο, οι Φοίνικες εγκατέλειψαν τον Αυτοφραδάτη και συντάχθηκαν με τον Αλέξανδρο.
Αυτοφραδάτης: σατράπης των Ταπούρων. Το 330 μετά τη δολοφονία του Δαρείου παραδόθηκε στον Αλέξανδρο και όχι μόνο διατήρησε το αξίωμά του, αλλά τέθηκαν υπό την εξουσία του και οι ως τότε ανεξάρτητοι Μάρδοι.
Ἄκρατος οἶνος: ήταν ο ανόθευτος οίνος. Οι Έλληνες αναμίγνυαν τον οίνο με νερό στους κρατήρες και τον έπιναν κεκραμένον (κρασί), για να πίνουν μεγαλύτερη ποσότητα χωρίς να μεθούν. Η κατανάλωση ακράτου οίνου εθεωρείτο βαρβαρική συνήθεια, την οποία μεταξύ άλλων καταλόγισε στον Αλέξανδρο ο Ερμόλαος, όταν αποκαλύφθηκε η συνωμοσία των παίδων της βασιλικής ακολουθίας.
http://www.alexanderofmacedon.info/greek/A1gr.htm
Αβισάρης: ο βασιλιάς της Αβισάρας, δηλαδή της χώρας των ορεσίβιων Ινδών (του σημερινού Κασμίρ και Τζαμμού). Επεχείρησε να ενισχύσει τους Ασσακηνούς, όταν ο Αλέξανδρος επιχειρούσε κατά των πρόσω Ινδών (327) και στη συνέχεια προσπάθησε να συμμαχήσει με τον Πώρο κατά του Αλεξάνδρου, αλλά μετά την ήττα του πρώτου (326), έστειλε πρέσβεις με χρήματα και 40 ελέφαντες και έθεσε στη διάθεση του Αλεξάνδρου τον εαυτό του και τη χώρα του. Λίγους μήνες αργότερα, κατά την επιστροφή του Αλεξάνδρου από τον Ύφασι του έστειλε πάλι βασιλικά δώρα και άλλους 30 πολεμικούς ελέφαντες.
Αβρέας: διμοιρίτης, που αναφέρεται μόνο από τον Αρριανό (6.9.3 & 6.10.1-2). Στην πολιορκία της ανώνυμης πόλης των Μαλλών, όπου ο Αλέξανδρος τραυματίσθηκε σχεδόν θανάσιμα, ο βασιλιάς, ο Λεοννάτος και ο Πευκέστας ανέβηκαν στα τείχη από την ίδια κλίμακα και ο Αβρέας από μίαν άλλη. Σχεδόν μόλις πάτησε το πόδι του στα τείχη, ο Αβρέας χτυπήθηκε από ένα ινδικό βέλος στο πρόσωπο και σκοτώθηκε.
Αγάθων του Τυρίμμα: Στη μάχη του Γρανικού (334) ήταν επικεφαλής των Θρακών και στη μάχη των Γαυγαμήλων (331) επικεφαλής των Οδρυσών ιππέων.
Αγαμέμνων: βασιλιάς του Άργους (δηλαδή μεγάλου μέρους της Πελοποννήσου), που είχε πρωτεύουσα τις Μυκήνες. Έζησε τον 13ο π.Χ. αιώνα, όταν δεν είχαν υιοθετηθεί ακόμη τα κοινά εθνικά ονόματα «Ελλάς» και «Έλληνες» και επειδή οι Μυκήνες ήταν το ισχυρότερο βασίλειο, όλη εκείνη η περίοδος (1600-700) ονομάσθηκε μυκηναϊκή. Ο Αγαμέμνων με την ιδιότητα του Ηγεμόνος της Ελλάδος, όπως θα λέγαμε σε όρους της κλασσικής περιόδου, συγκέντρωσε όλους τους υπόλοιπους Έλληνες και ως αρχιστράτηγος ή στρατηγός αυτοκράτωρ κύρηξε τον Τρωικό πόλεμο.
Αγηνόριο: ιερό προς τιμήν του Αγήνορος, αρχαίου βασιλιά των Φοινίκων και ιδρυτή της Τύρου και της Σιδώνας.
Άγις: βασιλιάς της Σπάρτης. Το 335 ήρθαν στην Ελλάδα πρέσβεις του Δαρείου με 300 τάλαντα, εκ των οποίων ο Άγις πήρε τα 230 και ο Δημοσθένης τα υπόλοιπα. Το χειμώνα του 333 συναντήθηκε στην υπό περσική κατοχή Σίφνο με τον Φαρνάβαζο και τον Αυτοφραδάτη, για να οργανώσουν την από κοινού δράση κατά των δυνάμεων του Αλεξάνδρου και του Κοινού Συνεδρίου των Ελλήνων. Εκεί πληροφορήθηκαν την ήττα του Δαρείου στην Ισσό και ενέτειναν τις δραστηριότητές τους. Οι Πέρσες αποσύρθηκαν στα κατεχόμενα νησιά, για να αποτρέψουν εξέγερση των Ελλήνων, που είχαν αναθαρρήσει με τη νίκη του Αλεξάνδρου, ενώ ο Άγις έστειλε τον αδελφό του με 30 ακόμη τάλαντα, 10 τριήρεις και Έλληνες μισθοφόρους στην Κρήτη, για να τη θέσει υπό τον περσικό έλεγχο. Ο ίδιος ο Άγις πήρε μέρος στις περσικές επιχειρήσεις του Αιγαίου. Μετά τη νίκη του Αλεξάνδρου στα Γαυγάμηλα κι ενώ ο Αντίπατρος ήταν απασχολημένος στη Θράκη με τον Μέμνονα, ο Άγις ξεσήκωσε κυρίως τους Πελοποννησίους και συγκέντρωσε 20.000 πεζούς και 200 ιππείς. Ο Αντίπατρος έκλεισε άρον-άρον το μέτωπο στη Θράκη και προέλασε νότια, ενώ ο Αλέξανδρος έθεσε στη διάθεσή του 3.000 τάλαντα. Το Μάιο του 330 τα δύο αντίπαλα στρατεύματα συγκρούσθηκαν κοντά στη Μεγαλόπολη, όπου νίκησε ο Αντίπατρος και σκοτώθηκε ο Άγις.
Άδα: η κόρη του Πιξώδαρου λεγόταν Άδα, όπως και η αδελφή του, την οποία εκθρόνισε και σφετερίσθηκε το θρόνο. Προφανώς το όνομα Άδα ήταν συνηθισμένο στον βασιλικό Οίκο της Καρίας.
Αδαίος: ήταν χιλίαρχος και στην πολιορκία της Αλικαρνασσού, όπου σκοτώθηκε, διοικούσε τάξη πεζών υπό τον Πτολεμαίο.
Άδμητος (=αδάματος = ατρόμητος): βασιλιάς των Φερρών. Κατά τον Όμηρο είχε συμμετάσχει στην Τρωική εκστρατεία στέλνοντας το γιο του Εύμηλο ως διοικητή των στρατευμάτων των Φερραίων, ενώ το βασίλειό του περιελάμβανε όλη την περιοχή μέχρι τον Παγασητικό κόλπο, όλη την πεδιάδα του Αλμυρού ως το όρος Όθρυς και τα ανάκτορά του νρίσκονταν στο Χαλκωδόνιο όρος. Τα αρχαιολογικά ευρήματα στην περιοχή φαίνεται ότι επιβεβαιώνουν τον Όμηρο. Οι δύο σημαντικότεροι μύθοι σχετικά με τον Άδμητο αναφέρονται στο γάμο του με την Αλκήστιδα και στην εργασία του Απόλλωνα. Ο Απόλλων τιμωρήθηκε από το Δία να υπηρετήσει επί 9 χρόνια τον Άδμητο, του οποίου η ευγένεια και προσήνεια εντυπωσίασαν τον τιμωρημένο θεό. Ως επιβράβευση της καλής συμπεριφοράς του Άδμητου, ο Απόλλων πολλαπλασίασε τα κοπάδια του και τον βοήθησε να παντρευτεί την Αλκήστιδα. Όμως κατά τη γαμήλια εορτή ο Άδμητος δεν θυσίασε στην Αρτέμιδα, που απαίτησε το θάνατό του. Ο Απόλλων πέτυχε ένα συμβιβασμό: να απαλλαγή ο Άδμητος από το θάνατο, αν κάποιος προσφερόταν ακούσια να πάρει τη θέση του. Η Άλκηστις προσεφέρθη και πέθανε στη θέση του, αλλά η Περσεφόνη η Περσεφόνη εκτιμώντας τη συζυγική πίστη και αυτοθυσία της, την ξανάστειλε από τον Άδη στον πάνω κόσμο.
Αιακός: μυθολογείται ως γιος του Δία και της Αιγίνης. Ήταν από τα σημαντικότερα πρόσωπα της ελληνικής μυθολογίας και οι απόγονοί του ονομάσθηκαν Αιακίδες. Από αυτούς ο Αχιλλέας, ο Νεοπτόλεμος και ο Τελαμώνιος Αίας διέπρεψαν στον Τρωικό Πόλεμο. Στο γένος των Αιακιδών ανήκε και ο νικητής της μάχης του Μαραθώνα, ο Μιλτιάδης, αλλά κι ο Μέγας Αλέξανδρος μέσω της μητέρας του Ολυμπιάδας (Ιουστίνος 11.3.1).
Αιγές: ήταν η πρώτη πρωτεύουσα της Μακεδονίας. Στις αρχές του 7ου π.Χ. αιώνα η αρχική γη των Μακεδόνων, η Μακεδονίς, περιελάμβανε το όρος Βέρμιο και τις γύρω περιοχές. Σύμφωνα με το μύθο ο ιδρυτής του βασιλείου, ο Περδίκκας Α΄, ακολούθησε ένα κοπάδι από κατσίκια (αἶγες) και στο σημείο όπου σταμάτησαν, αποφάσισε να χτίσει την πρωτεύουσά του, την οποία γι’ αυτόν το λόγο ονόμασε Αιγές. Την εποχή εκείνη η Μακεδονίς συνόρευε προς Βορρά με τους Βοττιαίους, προς Ανατολάς με τους Πίερες, προς Νότο με τους Περραιβούς και προς Δυσμάς με τους Εορδαίους. Οι Αιγές ετοποθετούντο στα ΒΑ του Βερμίου μέχρι το 1978, οπότε ο καθηγητής Μανώλης Ανδρόνικος ανακάλυψε στη Βεργίνα δύο ασύλητους βασιλικούς τάφους. Στο μεγάλο τάφο βρέθηκαν δύο ταφές (καμένα και πλυμένα οστά) σε χρυσές λάρνακες. Τα οστά της μίας λάρνακας ανήκαν σε άνδρα 40-50 ετών (Φίλιππος Β΄) της δε άλλης σε γυναίκα 23-27 ετών (Κλεοπάτρα). Στο δεύτερο τάφο βρέθηκε σε ασημένια υδρία ταφή αγοριού 12-14 ετών (Αλέξανδρος Δ΄). Τα οστά ήταν όλα καμένα και πλυμένα και τις πληροφορίες παρέσχε η ανθρωπολογική τους εξέταση. Μετά την παραπάνω ανακάλυψη κατέστη απόλυτα σαφές ότι η Βεργίνα ταυτίζεται με τις αρχαίες Αιγές. Παρά ταύτα δεν επείσθησαν όλοι οι αρχαιολόγοι, ότι οι τάφοι, που ανασκάφηκαν εκεί, ανήκουν στη βασιλική οικογένεια και ορισμένοι πιστεύουν ότι ανήκουν σε ευγενείς Μακεδόνες, που απέκτησαν τεράστιο πλούτο κατά την εκστρατεία στην Ασία. Επιχειρηματολογούν ακόμη ότι η Βεργίνα δεν μπορεί να ταυτίζεται με τις Αιγές, επειδή βρίσκεται νοτίως του Αλιάκμονα, και συνεπώς ανήκε στην Πιερία, η οποία κατελήφθη από τους Μακεδόνες μετά την ίδρυση των Αιγών. Επ’ αυτού σημειώνουμε απλώς ότι από καμία αρχαία πηγή δεν προσδιορίζεται με απόλυτη σαφήνεια η μεθόριος μεταξύ Μακεδονίδας και Πιερίας. Ως ισχυρότερη απόδειξη της μη ταύτισης της Βεργίνας με τις αρχαίες Αιγές, οι υποστηρικτές αυτής της άποψης επικαλούνται την έλλειψη πρώιμων αρχαϊκών ευρημάτων (του 7ου και 6ου π.Χ. αιώνα), δηλαδή της περιόδου που ιδρύθηκαν οι Αιγές. Αλλά κι αυτό το επιχείρημα ουσιαστικά κατέρρευσε μετά το 1988, οπότε άρχισαν να ανακαλύπτονται ευρήματα των πρώιμων αρχαϊκών χρόνων. Από τις μέχρι το 2005 ανασκαφές στον ευρύτερο χώρο της Βεργίνας (μόλις στο 1% της νεκρόπολης και στο 0,2% της αρχαίας πόλης) ήλθαν στο φως επιγραφές, που αναφέρονται σε ιερό του Ηρακλή Πατρώου (ως γνωστόν οι Αργεάδες θεωρούσαν ως γενάρχη τους τον Ηρακλή), ενώ σε ιερό της Εύκλειας βρέθηκαν αναθηματικές επιγραφές της Ευρυδίκης, της μητέρας του Φιλίππου και γιαγιάς του Αλεξάνδρου. Κυρίως όμως δεν έχει αμφισβητηθεί από κανέναν ότι τα ερείπια του ανακτόρου της Βεργίνας ανήκουν πράγματι σε ανάκτορο, χαμηλότερα από το οποίο βρίσκεται το αρχαίο θέατρο (που ως το 2006 δεν είχε ανασκαφεί και παρουσίαζε την παραπάνω εικόνα) . Τα αρχαιολογικά ευρήματα λοιπόν μέρα με την ημέρα τεκμηριώνουν όλο και εντονότερα την ταύτιση της Βεργίνας με τις Αιγές.
Αιθίοψ: το όνομα προέρχεται από το ρήμα αἴθω (=καίω) και το ουσιαστικό ὄψ (=πρόσωπο), σημαίνει δηλαδή αυτόν με το καμένο πρόσωπο, τον μαύρο. Έτσι ονόμαζαν οι αρχαίοι Έλληνες τους λαούς νοτίως της Αιγύπτου. Κατά τον Όμηρο, οι Αιθίοπες ήταν θεοσεβέστατοι και κατοικούσαν στην άκρη του Ωκεανού. Κατά τον Ηρόδοτο, η χώρα τους ήταν η νοτιότερα κατοικημένη.
Αινείας ο Τακτικός: ήταν σύγχρονος του Ξενοφώντα και ασχολήθηκε με την τεχνική πλευρά του πολέμου. Το σωζόμενο έργο του «Τακτικόν υπόμνημα περί του πως χρή πολιορκουμένους αντέχειν» δεν είναι παρά ένα κεφάλαιο από το μεγαλύτερο έργο του, που φαίνεται ότι γράφτηκε περί το 360 π.Χ. Είναι ο παλαιότερος από τους σωζόμενους στρατιωτικούς συγγραφείς της αρχαίας Ελλάδας και κατά την επικρατέστερη εκδοχή ταυτίζεται με τον Αινεία τον Στυμφάλιο, το στρατηγό που ηγήθηκε του στρατού του Κοινού των Αρκάδων στη μάχη της Μαντινείας το 362 π.Χ. Επειδή ασχολήθηκε με θέματα στρατιωτικής τακτικής του αποδόθηκε το προσωνύμιο Τακτικός.
Ακκαδική: η γλώσσα των παλαιοτέρων κατοίκων της Βαβυλωνίας. Εμφανίσθηκε περί το 3.000 π.Χ. και χρησιμοποιούσε σφηνοειδές αλφάβητο. Ήταν μία από τις τρεις επίσημες γλώσσες της αχαιμενιδικής αυτοκρατορίας.
Ακροατικές και εποπτικές επιστήμες: σύμφωνα με το Liddell-Scott, ήταν οι υψηλότερες και βαθύτερες διδασκαλίες των φιλοσόφων, που μεταδίδονταν μόνο προφορικά. Όμως, τόσο κατά το Liddell-Scott όσο και κατά το λεξικό της Σούδας, ακροατής είναι ο μαθητής γενικά, ενώ ο επόπτης φαίνεται ότι βρισκόταν στη δεύτερη ή τρίτη βαθμίδα (μύστες - επόπτες - έφοροι) των μυημένων στα Μυστήρια της αρχαίας ελληνικής θρησκείας. Με αυτά τα δεδομένα και το παρακάτω περιστατικό, που παραθέτει ο Πλούταρχος, είναι πολύ πιθανό οι επιστήμες αυτές να συνέδεαν και να συνδύαζαν τη θρησκεία με την πολιτική. Όταν ο Αλέξανδρος προέλαυνε στην Ασία, έμαθε ότι ο Αριστοτέλης είχε εκδώσει κάποια βιβλία σχετικά με τις ακροατικές και εποπτικές επιστήμες και φέρεται να έστειλε στον παλιό του δάσκαλο επιστολή, με την οποία διαμαρτυρόταν για τη δημοσίευση. Επεσήμαινε ότι, αν οι διδασκαλίες αυτές γίνονταν κτήμα όλων, θα εξισώνονταν πνευματικά οι λίγοι με τους πολλούς και ότι τον ίδιον περισσότερο τον ενδιέφερε να υπερέχει των άλλων στο πνεύμα παρά σε άλλο τομέα.
Αλβανία: δεν πρόκειται για τη σημερινή Αλβανία, που τότε λεγόταν Ιλλυρία. Ήταν χώρα στα Α της Ιβηρίας (της σημερινής Γεωργίας), μεταξύ Καυκάσου, Κασπίας και Αρμενίας. Δηλαδή, εκτεινόταν στη σημερινή αυτόνομη δημοκρατία του Νταγκεστάν και στο Β τμήμα του Αζερμπαϊτζάν. Τη διέρρεαν οι ποταμοί Κύρος (Κούρ) και Αλαζόνιος (Αλαζάνι).
Αλέξανδρος Δ΄: γιος του Μεγάλου Αλεξάνδρου και της Ρωξάνης. Γεννήθηκε στη Βαβυλώνα το 323, έναν ή τρεις μήνες μετά το θάνατο του πατέρα του. Μόλις πέθανε ο Αλέξανδρος, η φάλαγγα, δηλαδή η κατώτερη κοινωνικά τάξη των Μακεδόνων, οι χωριάτες όπως –ούτε λίγο ούτε πολύ- τους είχε αποκαλέσει ο Αλέξανδρος στην Ώπη, παρέμενε προσκολλημένη στα ήθη και τις παραδόσεις, γι’ αυτό αρνήθηκε να παραχωρήσει τον μακεδονικό θρόνο σε έναν αγέννητο μιγάδα. Προτίμησε τον Αρριδαίο παρά τη νοητική του βλάβη, διότι ανήκε στον Οίκο των Αργεαδών. Απ’ την άλλη πλευρά οι αριστοκράτες (οι εταίροι και οι σωματοφύλακες) επέλεξαν να ακολουθήσουν την μέθοδο του ίδιου του Αλεξάνδρου, την «κοινωνίαν τῆς ἀρχῆς», δηλαδή την κατ’ επίφαση συνδιοίκηση της αυτοκρατορίας με τους βαρβάρους, μία συνδιοίκηση που θα προσωποποιούσε ο γιος του από τη Ρωξάνη. Η διαφωνία ήταν τόσο έντονη, ώστε απειλήθηκε ένοπλη ταξική σύγκρουση των ιππέων με τους πεζούς. Με διαδικασίες, που παραδίδονται διαφορετικά από κάθε πηγή, αποφεύχθηκε ο εμφύλιος πόλεμος και επιτεύχθηκε συμβιβασμός των ευγενών με τους απλούς Μακεδόνες: ο Αρριδαίος ανακηρύχθηκε βασιλιάς με το δυναστικό όνομα Φίλιππος Γ΄, το τυχόν άρρεν παιδί της Ρωξάνης θα είχε ίσα δικαιώματα στο θρόνο και ο Περδίκκας ανέλαβε «τὴν τῶν ὅλων ἡγεμονίαν». Μετά τη δολοφονία του Περδίκκα (321) ο Αρριδαίος από κοινού με τον Πείθωνα ανέλαβε «τὴν τῶν ὅλων ἡγεμονίαν», ενώ ο Αντίπατρος μετέφερε τους βασιλείς (τον Αρριδαίο και τον Αλέξανδρο Δ΄ καθώς και τις Ευρυδίκη και Ρωξάνη) στη Μακεδονία προφασιζόμενος λόγους ασφαλείας, αλλά κυρίως για να βρεθεί ο ίδιος πλησιέστερα προς το θρόνο του Μεγάλου Βασιλέως. Το 317 η Ευρυδίκη κατέστησε τον Κάσσανδρο επίτροπο του Αρριδαίου και το 316 ο Κάσσανδρος πέτυχε στην Eκκλησία των Μακεδόνων την καταδίκη της Ολυμπιάδας σε θάνατο επί προδοσία και τη δολοφονία της Κλεοπάτρας. Ο κίνδυνος για τον μικρό διάδοχο ήταν πλέον ορατός και το 311 ο δώδεκα ετών Αλέξανδρος Δ΄ και η Ρωξάνη δολοφονήθηκαν κατά διαταγή του Κάσσανδρου στην Αμφίπολη όπου βρίσκονταν. Στο δεύτερο βασιλικό τάφο των Αιγών βρέθηκε μέσα σε ασημένια υδρία η ταφή (τα καμένα και πλυμένα οστά) του Αλέξανδρου Δ΄.
Αλέξανδρος του Αερόπου: εταίρος από το μακεδονικό έθνος των Λυγκηστών. Όταν δολοφονήθηκε ο Φίλιππος (336), ήταν από τους πρώτους, που φόρεσαν πολεμική εξάρτηση και έσπευσαν με τον Αλέξανδρο Γ΄ στα ανάκτορα, για να ξεκαθαρίσουν τη συνωμοσία. Λόγω της προθυμίας του και παρ’ ότι τα αδέλφια του, Ηρομένης και Αρραβαίος, είχαν αναμιχθεί στη δολοφονία του Φιλίππου, ο Αλέξανδρος Γ΄ απάλλαξε τον συνονόματό του εταίρο από τις κατηγορίες και τον περιέβαλε με την εμπιστοσύνη του. Τον έστειλε στη Θράκη ως στρατηγό και αργότερα του ανέθεσε την διοίκηση του θεσσαλικού ιππικού, όταν άφησε τη θέση αυτή ο Κάλας για να γίνει σατράπης της Ελλησποντικής Φρυγίας (334). Στην πραγματικότητα ο Αλέξανδρος του Αερόπου απλώς είχε διαχωρίσει τη θέση του από εκείνη των αδελφών του, διότι ήθελε να παραμείνει μέσα στις εξελίξεις και να εδραιώσει τη θέση του στην Αυλή της Μακεδονίας. Παράλληλα είχε δώσει στον αυτόμολο Αμύντα του Αντιόχου επιστολή με προτάσεις και προσφορές προς τον Δαρείο, ζητώντας τη βοήθειά του για να καταλάβει το θρόνο της Μακεδονίας. Το χειμώνα του 334-333 είχε έρθει η ώρα για τον Δαρείο να χρησιμοποιήσει τον εταίρο Αλέξανδρο ως ανάχωμα στην επέλαση του βασιλιά Αλεξάνδρου. Έτσι, ο Μέγας Βασιλεύς εγγυήθηκε στον εταίρο ότι θα τον εγκαθιστούσε βασιλιά στη Μακεδονία και θα του έδινε 1.000 χρυσά τάλαντα, αν σκότωνε τον Αλέξανδρο. Όμως ο κομιστής της επιστολής έπεσε στα χέρια του Παρμενίωνα, ο οποίος επιχειρούσε στη Μεγάλη Φρυγία και μόλις έμαθε την αποστολή του Πέρση αξιωματούχου, τον έστειλε με συνοδεία στον βασιλιά Αλέξανδρο. Εκείνος συγκάλεσε σύσκεψη των εταίρων και ζήτησε τη γνώμη τους. Οι εταίροι τού είπαν ότι κακώς είχε πράξει εξαρχής, όταν εμπιστεύθηκε τον Λυγκηστή μετά τη δολοφονία του Φιλίππου, και ότι ήταν σοβαρότατο λάθος να του εμπιστευθεί τους Θεσσαλούς, το καλύτερο και μεγαλύτερο σώμα ιππικού μετά το μακεδονικό, διότι υπήρχε ο κίνδυνος να τους προσεταιρισθεί και να τους πείσει να στασιάσουν. Ο Αλέξανδρο του Αερόπου συνελήφθη και παρέμεινε φυλακισμένος επί τρία χρόνια χωρίς δίκη, επειδή φέρεται ότι ήταν παντρεμένος με μία από τις κόρες του Αντίπατρου, αλλά το (330) στην πρωτεύουσα της Δραγγιανής, μετά τη δίκη και καταδίκη του Φιλώτα είχε τελειώσει η ανοχή του βασιλιά. Προσήγαγε τον Λυγκηστή εταίρο στην Εκκλησία των Μακεδόνων για να δικαστεί και υπό το βάρος των αποδείξεων καταδικάστηκε κι αυτός σε θάνατο.
Αλκέτας: εμφανίζεται ως διοικητής τάξης (ταξιάρχης) πεζών υπό τον Κρατερό στις επιχειρήσεις κατά των Παρειτακηνών, στην πολιορκία των Μασσάγων και στη μάχη κατά του Πώρου.
Αμαζόνες: κατά την ελληνική μυθολογία, ήταν έθνος γυναικών πολύ ισχυρό στον πόλεμο, κατοικούσαν γύρω από τον ποταμό Θερμόδοντα και όποτε γεννούσαν, κρατούσαν και ανέτρεφαν μόνο τα κορίτσια. Υποτίθεται ότι ονομάσθηκαν έτσι, επειδή έκοβαν τον δεξιό τους μαστό (χωρίς μαζό (μαστό) ~> α+μαζός ~> Αμαζών), για να μην εμποδίζονται στη μάχη και κρατούσαν τον αριστερό, για να τρέφουν τα παιδιά τους. Οι επίμονοι μύθοι σχετικά με τις Αμαζόνες, τις οποίες μόνο οι κορυφαίοι Έλληνες ήρωες μπορούσαν να νικήσουν, προβληματίζουν για το τι μπορεί να τους προκάλεσε ή τι πραγματικά κρύβεται πίσω τους. Ίσως η καλύτερη εξήγηση να είναι αυτή του Παλαιφάτου: «Για τις Αμαζόνες λένε ότι δεν ήταν γυναίκες, αλλά βάρβαροι άντρες, που φορούσαν ποδήρεις χιτώνες, όπως οι Θρακιώτισσες, έδεναν ταινίες στα μαλλιά τους και ξύριζαν τα πρόσωπά τους. Γι’ αυτό θεωρήθηκαν από τους εχθρούς τους γυναίκες, το γένος τους ονομάσθηκε Αμαζόνες και ήταν ικανότατοι στη μάχη. Εκστρατεία από γυναίκες φυσικά δεν έγινε ποτέ και πουθενά». Ο πραγματιστής Αρριανός επικαλείται τον Ξενοφώντα, ο οποίος επί κεφαλής των Μυρίων λιγότερο από 80 χρόνια νωρίτερα από τον Αλέξανδρο πέρασε από τις περιοχές, όπου υποτίθεται ότι κατοικούσαν οι Αμαζόνες, και δεν τις αναφέρει στο έργο του, ενώ αναφέρει όλους τους άλλους λαούς της περιοχής. Επειδή όμως ο Αρριανός ήταν και δημόσιο πρόσωπο, δεν ήθελε να συγκρουστεί με τις βαθειά ριζωμένες δοξασίες των συγχρόνων του. Λέει λοιπόν ότι θεωρεί σωστούς του μύθους για τον Ηρακλή, που πολέμησε τη βασίλισσα των Αμαζόνων, την Ιππολύτη, και έφερε στην Ελλάδα τη ζώνη της, καθώς και για το Θησέα, που τις νίκησε επικεφαλής των Αθηναίων. Δηλώνει ακόμη ότι αποδέχεται ως ακριβή την αναφορά του Ηροδότου σ’ αυτές και ως δικαιολογημένες τις σχετικές αναφορές των διαφόρων Αθηναίων ρητόρων. Αυτή τη φορά αντί να αντιπαραθέσει την πραγματικότητα στο μύθο, προτίμησε να προσφέρει τη βολική θεωρία ότι οι Αμαζόνες πράγματι υπήρξαν και ότι είναι σωστά όλα όσα γράφτηκαν σχετικά, αλλά ως έθνος είχαν εκλείψει ήδη από την εποχή του Ξενοφώντα. Κατά την άποψη του Αρριανού, το χειμώνα του 324-323 στη Μηδία ο Ατροπάτης έδειξε στον Αλέξανδρο κάποιες γυναίκες, που απλώς ισχυρίζονταν ότι ήταν Αμαζόνες, ενώ στην πραγματικότητα «ήταν άλλες βάρβαρες γυναίκες εξοπλισμένες και εκπαιδευμένες για πόλεμο» (Διόδωρος Β.45, Ιουστίνος 2.4, Απολλόδωρος Β.20.1, Παλαιφάτου Περί απίστων ιστοριών (Για τις απίστευτες ιστορίες).λγ.Περί Αμαζόνων).
Αμύντας του Ανδρομένη: πεζέταιρος από τη Τύμφη (κρατίδιο της Άνω Μακεδονίας). Από τους παλαιότερους ταξιάρχες, ακολούθησε τον Περδίκκα στην επίθεση κατά των Θηβών (335), συμπαρασύροντας και τις υπόλοιπες μακεδονικές δυνάμεις. Πολέμησε στο Γρανικό (334), πήγε στη Μακεδονία για στρατολόγηση και ξανασυνάντησε τη στρατιά στα Σούσα (331) οδηγώντας τους νεοσύλλεκτους. Το 330 γεφύρωσε το ποτάμι, που έπρεπε να περάσουν για να φτάσουν στην Περσίδα, πήρε μέρος στις επιθέσεις κατά των Ταπούρων και των Μάρδων και ακολούθησε τον Αλέξανδρο στη καταδίωξη του Σατιβαρζάνη. Κατηγορήθηκε ότι μαζί με τα αδέρφια του, Πολέμωνα, Άτταλο και Σιμμία, πήρε μέρος στη συνομωσία του Φιλώτα (330), του οποίου ήταν έμπιστοι και φίλοι, αλλά αθωώθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία στη Εκκλησία των Μακεδόνων. Τότε απαίτησε την άδεια να πάει στους εχθρούς και να φέρει πίσω τον Πολέμωνα, που είχε αυτομολήσει. Η άδεια του δόθηκε και το ίδιο βράδυ επέστρεψε στο στρατόπεδο με τον αδελφό του. Η αθωότητά του είχε αποδειχθεί περίτρανα, αλλά ο ίδιος σκοτώθηκε λίγο αργότερα από τόξευμα στην πολιορκία ενός χωριού.
Αμύντας του Αντιόχου: Λόγω κάποιας (μάλλον αμοιβαίας) αντιπάθειας προς τον Αλέξανδρο πρόλαβε και αυτομόλησε στους Πέρσες αμέσως μετά τη δολοφονία του Φιλίππου (336). Όταν ο Αλέξανδρος κατέλαβε τις Σάρδεις (334), εκείνος εγκατέλειψε την Έφεσο μαζί με τη φρουρά της. Τις παραμονές της μάχης της Ισσού (333), βρισκόταν στο στρατόπεδο του Δαρείου και του συνιστούσε να μη φύγει από την ευρύχωρη πεδιάδα των Σώχων, διότι εκεί πλεονεκτούσαν οι δυνάμεις του έναντι του Αλεξάνδρου, ο οποίος ήταν αποφασισμένος να συγκρουσθεί μαζί του. Μετά την ήττα των Περσών στην Ισσό διέφυγε μαζί με 8.000 Έλληνες μισθοφόρους μέσω Κύπρου στην Αίγυπτο, όπου σκοτώθηκε σε κάποιο επεισόδιο με τους ντόπιους (Κούρτιος 4.1.29-33).
Αμύντας του Αρραβαίου: ήταν επικεφαλής των προδρόμων ιππέων, όταν η στρατιά πλησίαζε την Πρίαπο και το Γρανικό. Στη μάχη του Γρανικού (334) διοικούσε τους σαρισσοφόρους, τους Παίονες και την ίλη του Σωκράτη και πέρασε πρώτος τον ποταμό επικεφαλής των προδρόμων ιππέων. Στην πολιορκία της Σαγαλασσού (333) ηγούνταν του αριστερού τμήματος της φάλαγγας.
Αμφικτιονία: γράφεται και Αμφικτυονία. Η μορφή με το ι (Αμφικτιονία) ετυμολογείται ως "αμφί κτίζεσθαι", ήτοι Αμφικτίονες ήταν οι περί-κτίζοντες = περίοικοι = γείτονες. Η μορφή με το υ (Αμφικτυονία) σχηματίζεται από το όνομα του Αμφικτύωνος, που υποτίθεται ότι συγκάλεσε την πρώτη Αμφικτυονία στις Θερμοπύλες. Αυτό είναι σαφέστατα ένα από τους πολλούς μύθους, με τους οποίους οι αρχαίοι Έλληνες αλληγορούσαν τα πραγματικά γεγονότα.
Αμφιτρίτη: κατ’ άλλους μύθους ήταν μία από τις Νηρηίδες, κατ’ άλλους κόρη του Ωκεανού και της Τηθύος ή του Ουρανού και της Γης. Οι τελευταίες αυτές παραλλαγές μάλλον είχαν σκοπό να της προσδώσουν τη θεϊκή υπόσταση, που δεν είχε αρχικά. Στην Ιλιάδα παρουσιάζεται ως απλή προσωποποίηση της θάλασσας, χωρίς θεϊκή υπόσταση.
Αμφοτερός του Αλεξάνδρου: αδελφός του Κρατερού. Όταν ο Αλέξανδρος πληροφορήθηκε τη συνωμοσία του Λυγκηστή Αλέξανδρου, έστειλε στον Παρμενίωνα προφορικές διαταγές με τον Αμφοτερό. Αυτός φόρεσε τοπική ενδυμασία και με δύο Περγαίους οδηγούς έφτασε στον Παρμενίωνα με τις διαταγές σύλληψης του Λυγκηστή.
Αμφοτερός: Το χειμώνα του 334-3 ήταν υφιστάμενος του Ηγέλοχου στον ελλησποντικό στόλο. Το 332 ο Ηγέλοχος τον έστειλε με 60 πλοία στην Κω κατόπιν προσκλήσεως των κατοίκων της, οι οποίοι παρέδωσαν την πόλη και το νησί. Το 331 διατάχθηκε με τα πλοία του και άλλα 100 φοινικικά και κυπριακά να καταλάβει την Κρήτη, τη μόνη ναυτική βάση, που απέμενε στους Πέρσες και την οποία κατείχαν για λογαριασμό τους οι σύμμαχοί τους, οι Σπαρτιάτες.
Ανάβασις: η Ανατολή στους αρχαίους χάρτες βρισκόταν στο πάνω μέρος, εκεί που σήμερα τοποθετούμε τον Βορρά. Γι’ αυτόν το λόγο οι πορείες του Κύρου και του Αλεξάνδρου προς τα ανατολικά ονομάσθηκαν αναβάσεις και γι’ αυτό οι ανατολικές σατραπείες ονομάζονταν άνω σατραπείες. Η σπουδαιότητα της ανατολής διατηρείται ως τις μέρες μας τόσο στα ελληνικά όσο και στις λατινογενείς γλώσσες και μάλιστα στην πολύ χαρακτηριστική έννοια του προσανατολισμού (orientation, Orientierung).
Ανάξαρχος: σκεπτικός φιλόσοφος, ένας από τους κορυφαίους αυλοκόλακες του Αλεξάνδρου. Όταν ο Αλέξανδρος σκότωσε τον Κλείτο (328) και οδυρόταν γι’ αυτό, ο Ανάξαρχος προκειμένου να τον παρηγορήσει τον χλεύασε λέγοντας ότι ένας βασιλιάς πρέπει να επιβάλλει ως ορθό ό,τι κι αν κάνει. Ήταν ο σημαντικότερος προπαγανδιστής και τεκμηριωτής της προσκύνησης του Αλεξάνδρου και ως εκ τούτου ο κυριότερος αντίπαλος του Καλλισθένη και όσων δεν συμφωνούσαν με την υιοθέτηση των εθίμων της περσικής Αυλής. Ελάχιστα είναι γνωστά για τη διδασκαλία του και υπάρχει η υποψία ότι τα περισσότερα απ’ όσα παραδίδουν οι αρχαίες πηγές είναι κατασκευάσματα των εχθρών ή των φιλοσοφικών αντιπάλων του. Μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου τον συνέλαβε στην Κύπρο ο τύραννος Νικοκρέων και τον θανάτωσε με σκληρά βασανιστήρια, τα οποία ο Ανάξαρχος υπέμεινε χλευάζοντας τον Νικοκρέοντα και τους βασανιστές του.
Ανάξιππος: εταίρος, τον οποίο ο Αλέξανδρο έστειλε το 330 με 40 μόνο ιππακοντιστές ως φρουρά στην Αρεία. Μόλις ο Σατιβαρζάνης, σατράπης των Αρείων, επαναστάτησε, εξόντωσε τον Ανάξιππο και τους ιππακοντιστές του.
Αναξυρίδες: είδος εφαρμοστών παντελονιών, που φορούσαν οι ανατολικοί λαοί.
Ανδρόμαχος του Ιέρωνα: εταίρος. Στη μάχη των Γαυγαμήλων (331) και στην καταδίωξη του Βήσσου (330) ήταν διοικητής των μισθοφόρων ιππέων. Το 329 εστάλη μαζί με τους Μενέδημο, Κάρανο και Φαρνούχη εστάλη κατά του Σπιταμένη, που πολιορκούσε τη μακεδονική φρουρά στα Μαράκανδα. Αγνόησε στοιχειώδεις κανόνες εμπλοκής και μπήκε στη χώρα των νομάδων Σκυθών καταδιώκοντας τον Σπιταμένη. Εκείνος, επικεφαλής ξεκούραστων Σκυθών ιππέων επιτέθηκε εναντίον των κουρασμένων δυνάμεων του Ανδρόμαχου, τις αιφνιδίασε, τις διέσπασε και τις αποδεκάτισε. Από τους 860 ιππείς και 1.500 πεζούς επέζησαν μόνο 40 ιππείς και 300 πεζοί.
Ανδροσθένης του Καλλίστρατου: καταγόταν από την Πέλλα. Στην κάθοδο του Υδάσπη (326) ήταν τριήραρχος. Όταν ο Αλέξανδρος επέστρεψε από την Ινδία (324) διατάχθηκε να περιπλεύσει όλη τη χερσόνησο της Αραβίας με μία τριακόντορο.
Αντίγονος του Φιλίππου: έφερε τα προσωνύμια Κύκλωψ ή Μονόφθαλμος ή Ετερόφθαλμος για ευνόητους λόγους. Καταγόταν από την βασιλική οικογένεια της Ελιμιώτιδος (382) και στην εκστρατεία του Αλεξάνδρου ήταν στρατηγός των συμμάχων. Στις Κελαινές (333) ορίστηκε σατράπης της Μεγάλης Φρυγίας και μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου ήταν ένας από τους σημαντικότερους και σκληρότερους πρωταγωνιστές στους αγώνες των Διαδόχων. Το 321 μετά τη δολοφονία του Περδίκκα ο Αντίπατρος όρισε τον Αντίγονο αρχιστράτηγο των βασιλικών δυνάμεων. Μετά το θάνατο του Αντίπατρου ο Αντίγονος αποστάτησε και συμμάχησε με τον Κάσσανδρο, για λογαριασμό του οποίου δολοφόνησε την Κλεοπάτρα. Το 317 δολοφόνησε τον Ευμένη (317) και τον Εύδαμο. Σκοτώθηκε στη μάχη της Ιψού (301) και κατά τον Αριστόβουλο ο μάντης Πειθαγόρας είχε προμαντέψει την τύχη του.
Αντίοχος: αρχηγός των τοξοτών στη μάχη της Ισσού (333). Πέθανε στην Αίγυπτο το 331.
Αντίοχος: χιλίαρχος των υπασπιστών. Εμφανίζεται στις επιχειρήσεις κατά των Ασσακηνών.
Αντίπατρος: γεννήθηκε περί το 400 και υπήρξε ο πιο έμπιστος στρατηγός και φίλος του Φιλίππου Β΄. Μετά τη δολοφονία του Φιλίππου (336) μαζί με τον Παρμενίωνα εδραίωσε τον Αλέξανδρο στο θρόνο. Λογω της πίστης του στον Οίκο των Αργεαδών, ο Αλέξανδρος τον όρισε επίτροπο (αντιβασιλέα) στο θρόνο της Μακεδονίας, όταν εκστράτευσε κατά των Περσών (334). Σε όλη τη διάρκεια της εκστρατείας του Αλεξάνδρου στην Ασία εκτός από το να συγκρατεί τα ελληνικά κράτη στα πλαίσια των αποφάσεων του Κοινού Συνεδρίου των Ελλήνων έκανε συχνές αποστολές στρατευμάτων και υλικού. Τελικά όμως έπεσε κι αυτός στη δυσμένεια του Αλεξάνδρου, ο οποίος το 324 τον διέταξε να παραδώσει τη θέση του επιτρόπου στον Κρατερό και να μεταβεί στη Βαβυλώνα, όπου βρίσκονταν ήδη οι γιοί του Ιόλλας και Κάσσανδρος. Η δυσμένεια του Αλεξάνδρου αποδίδεται από τους περισσότερους στις διαρκείς αντιδικίες του με την Ολυμπιάδα, που επέμενε να αναμιγνύεται στην πολιτική, ωστόσο αυτός φαίνεται να είναι ένας μόνο από τους λόγους και όχι υποχρεωτικά ο σημαντικότερος. Ο θάνατος του Αλεξάνδρου (323) έσωσε τη ζωή του Αντίπατρου, που στην πρώτη διανομή των σατραπειών παρέμεινε υπεύθυνος για τη Μακεδονία, την υπόλοιπη Ελλάδα και τους όμορους λαούς (Ιλλυριούς, Παίονες και νότιους Θράκες). Εν συνεχεία, βλέποντας τη διάθεση των Αθηναίων να εξεγερθούν, κάλεσε σε βοήθεια τον Λεοννάτο, που είχε οριστεί σατράπης της Ελλησποντικής Φρυγίας, και τον Κρατερό, που βρισκόταν ακόμη στην Κιλικία με τους 10.000 απόμαχους Μακεδόνες και χωρίς μερίδιο εξουσίας. Οι Αθηναίοι προσεταιρίσθηκαν μερικά ελληνικά κράτη και υπό τον Λεωσθένη νίκησαν τον Αντίπατρο, που υποχρεώθηκε να κλειστεί στη Λαμία και να υποστεί πολιορκία. Μόλις δόθηκε η κατάλληλη ευκαιρία οι Μακεδόνες έκαναν έξοδο, νίκησαν τους Αθηναίους και τους υποχρέωσαν σε ατιμωτική συνθηκολόγηση. Το 322 ο Αντίπατρος πέτυχε την καταδίκη σε θάνατο του Δημοσθένη και πάντρεψε την κόρη του Νίκαια με τον Περδίκκα, ο οποίος ωστόσο δεν δίστασε να στραφεί και κατά του πεθερού του (321) διεκδικώντας το θρόνο του Μεγάλου Βασιλέως. Ο Αντίπατρος βρισκόταν στην Κιλικία και βάδιζε με τα στρατεύματά του κατά του Περδίκκα, όταν εκείνος δολοφονήθηκε από τους επιτελείς του στην Αίγυπτο. Ευρισκόμενος στην περιοχή, ο Αντίπατρος κατεύνασε μία εξέγερση στο στράτευμα, που είχε υποκινήσει η Ευρυδίκη, ανέλαβε επιμελητής των βασιλέων (Αρριδαίου και Αλεξάνδρου Δ΄), ανακατένειμε τις δυτικές κυρίως σατραπείες, όρισε αρχιστράτηγο των βασιλικών στρατευμάτων τον Αντίγονο, ενώ δίπλα του τοποθέτησε τον Κάσσανδρο για να τον επιτηρεί. Στη συνέχεια επέστρεψε στη Μακεδονία με τους βασιλείς, είτε για να πλησιάσει ο ίδιος το θρόνο του Μεγάλου Βασιλέως, είτε για να εμποδίσει άλλους να τον πλησιάσουν. Πέθανε το 319 σε ηλικία περίπου 80 ετών και κληροδότησε τη θέση του επιτρόπου στον ικανότατο Πολυπέρχοντα, ενώ όρισε τον Κάσσανδρο απλώς δεύτερο τη τάξει.
Απολλόδωρος: εταίρος από την Αμφίπολη, ορίστηκε στρατηγός της φρουράς, που εγκαταστάθηκε στη Βαβυλώνα (331). Όταν επέστρεψε ο Αλέξανδρος από την Ινδία (324), φοβούμενος ενδεχόμενη τιμωρία του, ζήτησε από τον μάντη αδελφό του, Πειθαγόρα, να μαντέψει τα μελλούμενα και ανέφερε στον ίδιο τον Αλέξανδρο τα σημεία της ιερομαντείας για την τύχη του.
Απολλοφάνης: εταίρος. Το 325 ορίστηκε σατράπης των Ωρειτών και απαλλάχθηκε λίγο αργότερα λόγω ανικανότητας ή σκοτώθηκε σε μάχη με τους Ωρείτες (Αρριανός Ινδική 23).
Αραμαϊκή: σημιτική γλώσσα, που ήδη από τον 8ο π.Χ. αιώνα ήταν η διεθνής γλώσσα επικοινωνίας στην Εγγύς Ανατολή. Από τον 4ο π.Χ. αιώνα χρησιμοποιήθηκε ως διεθνής γλώσσα της αχαιμενιδικής αυτοκρατορίας και εξαπλώθηκε σε όλη την επικράτειά της πλην Μικράς Ασίας και Αγύπτου. Ήταν επίσης η μητρική γλώσσα του Ιησού Χριστού και σ’ αυτήν γράφτηκε αρχικά το κατά Μάρκον Ευαγγέλιο, πριν μεταφρασθεί κι αυτό στα ελληνικά.
Αρέτης: παίς της βασιλικής ακολουθίας. Στη μάχη του Γρανικού (334) ο Αλέξανδρος ζήτησε απ’ αυτόν δόρυ, όταν έσπασε το δικό του. Αλλά και του Αρέτη το δόρυ είχε σπάσει και πολεμούσε σκληρά με το σπασμένο.
Αρέτης: στη μάχη των Γαυγαμήλων (331) ήταν επικεφαλής των προδρόμων ιππέων. Με τις δυνάμεις του απέκρουσε το πρώτο κύμα της περσικής επίθεσης κι εμπόδισε το περσικό ιππικό να πλευροκοπήσει το δεξί κέρας των Μακεδόνων.
Αριαράθης: σατράπης της Καππαδοκίας. Πολέμησε στη μάχη της Ισσού (333) και μετά την ήττα υποχώρησε προς Βορρά επικεφαλής ενός ένα σημαντικού τμήματος των περσικών δυνάμεων και ανακατέλαβε μέρος της Παφλαγονίας και της Καππαδοκίας. Το μεγαλύτερο μέρος της Καππαδοκίας επρόκειτο να παραμείνει έξω από την ελληνική κυριαρχία μέχρι το θάνατο του Αλεξάνδρου και την επικύρωσή της στον Ευμένη (323).
Αριασποί: αρχαίος λαός, που κατοικούσε στο νότιο Αφγανιστάν και στο ανατολικό Ιράν γύρω από τη λίμνη Σεϊστάν (Χάρτης). Περί το 128 π.Χ. εισέβαλαν στη χώρα τους οι Σάκα από τον Ιαξάρτη και η χώρα τους μετονομάστηκε σε χώρα των Σάκα, δηλαδή Σάκα-σταν ή Σακαστηνή επί το ελληνικότερο και Σεϊστάν κατά τη σύγχρονη ορολογία. Συχνά αναφέρονται ως Ευεργέτες, ενώ μερικοί αρχαίοι συγγραφείς τους συγχέουν με τους Αριμασπούς του Ηροδότου.
Αριμασποί: ο Ηρόδοτος τους τοποθετεί Β της Σκυθίας. Υποτίθεται ότι έκλεβαν χρυσό, τον οποίο φρουρούσαν γρύπες. Τα σχετικά με τους Αριμασπούς είχε συγκεντρώσει ο ποιητής Αρισταίος από την Προκόνησο στο μη διασωθέν έργο του "Αριμάσπεια". Μερικοί αρχαίοι συγγραφείς τους συγχέουν με τους Αριασπούς.
Αριοβαρζάνης: ήταν γιός του Αρτάβαζου και διοικητής της Περσίδας και των λαών της Ερυθράς Θάλασσας (του Περσικού Κόλπου). Με το στρατό τους πολέμησε στα Γαυγάμηλα (331) και τον Ιανουάριο του 330 υπερασπίσθηκε τις Περσικές Πύλες με 40.000 πεζούς και 700 ιππείς. Νικήθηκε και γλίτωσε με λίγους ιππείς. Μερικούς μήνες αργότερα παραδόθηκε μαζί με τον πατέρα του και δύο αδελφούς του στον Αλέξανδρο στη Ζαδράκαρτα, την πρωτεύουσα της Υρκανίας.
Αριστόβουλος: ένας από τους ιστορικούς του Αλεξάνδρου.
Αριστόνους του Πεισαίου: σωματοφύλακας από την Εορδαία. Στην κάθοδο του Υδάσπη (326) ήταν τριήραρχος.
Αριστοτέλης: ένας από τους κορυφαίους φιλοσόφους της αρχαίας Ελλάδας. Γεννήθηκε στα Στάγειρα (384) και υπήρξε μαθητής του Πλάτωνα. Ο πατέρας του Νικόμαχος υπηρέτησε στην Αυλή της Μακεδονίας ως γιατρός του βασιλιά Αμύντα. Το 344 ίδρυσε στην Αθήνα σχολή ρητορικής, ανταγωνιστική εκείνης του Ισοκράτη. Ο Φίλιππος τον κάλεσε στη Μακεδονία και τον εγκατέστησε στη Μίεζα, όπου ανέλαβε την εκπαίδευση του 13 ετών Αλεξάνδρου (343). Στον νεαρό διάδοχο δίδαξε ηθική, πολιτική, και κάποιες βαθύτερες και απόρρητες φιλοσοφικές θεωρίες, τις ακροατικές και εποπτικές επιστήμες. Ως μέρος της αμοιβής του ο Φίλιππος υποχρεώθηκε να ανοικοδομήσει τη γενέτειρα του φιλοσόφου, την οποία είχε ισοπεδώσει πέντε χρόνια νωρίτερα. Η εκπαίδευση του Αλεξάνδρου διακόπηκε με την ανάρρησή του στο θρόνο και την έναρξη των εκστρατειών (335). Για λόγους, που δεν διευκρινίζονται από τις αρχαίες πηγές, κάποια στιγμή ο Αλέξανδρος ψυχράνθηκε με τον Αριστοτέλη και το γεγονός αυτό χρησιμοποιήθηκε στη διάνθιση της θεωρίας της δηλητηρίασης. Υποτίθεται ότι ο Αριστοτέλης προμήθευσε τον Αντίπατρο με το δηλητήριο, που έστειλε με τον Κάσσανδρο στη Βαβυλώνα και το χορήγησε ο Ιόλλας.
Αρίστων: ήταν αρχηγός των Παιόνων ιππέων στη μάχη της Ισσού (333) και στη μάχη των Γαυγαμήλων (331).
Αρμυρίκι: είναι το φυτό ταμάριξ, η μυρίκη των αρχαίων Ελλήνων. Το εντυπωσιακότερο είδος του είναι η ταμάριξ η μαννοφόρος, ευδοκιμεί στην περιοχή της αρχαίας Σογδιανής και παράγει μία λευκή ουσία, που είναι γνωστή ως μάννα των Βεδουίνων.
Άρπαλος του Μαχάτα: πιστός παιδικός φίλος του Αλεξάνδρου. Ο Φίλιππος τον εξόρισε (337) από τη Μακεδονία, όταν συγκρούστηκε με τον Αλέξανδρο στο γαμήλιο δείπνο. Μετά το θάνατο του Φιλίππου (336), ο Αλέξανδρος του ανέθεσε τη διαχείριση των οικονομικών της στρατιάς, επειδή η καχεκτική διάπλαση του Άρπαλου δεν του επέτρεπε να διακριθεί στην ανώτερη και ευγενέστερη ασχολία της εποχής, την πολεμική δράση. Αυτό φαίνεται ότι έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της ψυχοσύνθεσής του και των επιλογών του. Πριν από τη μάχη της Ισσού (333) λιποτάκτησε, ίσως μην πιστεύοντας ότι θα νικούσαν τους Πέρσες. Ο Αλέξανδρος τον διαβεβαίωσε ότι η λιποταξία του δεν θα είχε συνέπειες, εκείνος επέστρεψε και ξανάγινε διαχειριστής. Στα Εκβάτανα (330) ανέλαβε την οικονομική διαχείριση του θησαυρού της πόλης κι εκείνου, που μεταφέρθηκε εκεί από τις Πασαργάδες και την Περσέπολη. Στη συνέχεια αναβαθμίστηκε σε βασιλικό θησαυροφύλακα στη Βαβυλώνα και, όταν ο Αλέξανδρος βρισκόταν στην Ινδία, ο πρόδηλα επιρρεπής σε καταχρήσεις Άρπαλος συνέχισε αυτό, που γνώριζε καλύτερα. Παράλληλα, προετοίμαζε την έξοδο της διαφυγής του και το καταφύγιο για τις δύσκολες μέρες, κάνοντας γενναίες δωρεές στο Δήμο της Αθήνας. Φαίνεται ακόμη ότι ο Άρπαλος, αν και καχεκτικός, ως εραστής ήταν ακόρεστος, διότι κατηγορήθηκε για διάφορες ακολασίες με τις γυναίκες των βαρβάρων. Η έκλυτη ζωή και οι καταχρήσεις του Δημοσίου Χρήματος προκάλεσαν τη γενική κατακραυγή κατά του βασιλικού θησαυροφύλακα και, όταν ο Αλέξανδρος γύρισε από την Ινδία (324) και άρχισε να τιμωρεί τους ατάσθαλους αξιωματούχους, ο Άρπαλος πρόλαβε να δραπετεύσει με 5.000 αργυρά τάλαντα και 6.000 μισθοφόρους. Άφησε τους μισθοφόρους στο Ταίναρο και ο ίδιος με μέρος των χρημάτων ζήτησε καταφύγιο στο Δήμο των Αθηναίων, ελπίζοντας ότι είχαν πιάσει τόπο οι γενναιοδωρίες του. Προσέλαβε τους καλύτερους ρήτορες για να στηρίξουν το αίτημά του, διότι στο μεταξύ είχε ζητηθεί η έκδοσή του. Οι Αθηναίοι ρήτορες θέλησαν να επωφεληθούν από τον πλούσιο φυγάδα και κινήθηκαν, ώστε να γίνει δεκτό το αίτημά του. Στη συγκεκριμένη υπόθεση ο Δημοσθένης αρχικά πήρε θέση υπέρ του προφανούς συμφέροντος της πατρίδας του και πρότεινε την απέλαση του φυγόδικου, για να μην εμπλακεί η Αθήνα σε αδικαιολόγητο πόλεμο. Αλλά το ίδιο βράδυ ο Άρπαλος έστειλε δώρα και χρήματα στο σπίτι του λαμπρού Αθηναίου πολιτικού, που ξέχασε τα επιχειρήματά του. Έτσι, την επομένη μέρα κατά την προγραμματισμένη συζήτηση στην Εκκλησία των Αθηναίων για το αίτημα ασύλου στον Άρπαλο, όταν ήλθε η ώρα να μιλήσει ο Δημοσθένης, εκείνος προφασίσθηκε ότι δεν μπορούσε λόγω κρυολογήματος. Τελικά οι Αθηναίοι αποφάσισαν την απέλαση του Άρπαλου, αλλά εκείνος δραπέτευσε, πρόλαβε να επιστρέψει στο Ταίναρο, πήρε τους μισθοφόρους και απέπλευσε για την Κρήτη, όπου τον δολοφόνησε ένας φίλος του, ο Θίβρων.
Αρριανός: ο σημαντικότερος από τους σωζόμενους ιστορικούς του Αλεξάνδρου.
Αρριδαίος: ετεροθαλής αδελφός του Μ. Αλεξάνδρου, νόθος γιος του Φιλίππου και μιάς «ασήμαντης και κοινής» γυναίκας, της Φιλίννης κατά τον Πλούταρχο ή μίας χορεύτριας από τη Λάρισα κατά τον Ιουστίνο. Όταν ήταν μικρός φαινόταν ότι ήταν ευγενικός και προικισμένος, αλλά η Ολυμπιάς υποτίθεται ότι του έδωσε δηλητήρια και του προξένησε σωματικές και νοητικές βλάβες. Μόλις πέθανε ο Αλέξανδρος (323), η φάλαγγα, δηλαδή η κατώτερη κοινωνικά τάξη των Μακεδόνων, οι χωριάτες όπως –ούτε λίγο ούτε πολύ- τους είχε αποκαλέσει ο Αλέξανδρος στην Ώπη, παραμένοντας προσκολλημένη στα ήθη και τις παραδόσεις, αρνήθηκε να παραχωρήσει τον μακεδονικό θρόνο σε έναν αγέννητο μιγάδα. Προτίμησε τον Αρριδαίο παρά τη νοητική του βλάβη, διότι ανήκε στον Οίκο των Αργεαδών. Απ’ την άλλη πλευρά η αριστοκρατία, δηλαδή οι εταίροι και οι σωματοφύλακες επέλεξαν να ακολουθήσουν την μέθοδο του ίδιου του Αλεξάνδρου, την «κοινωνίαν τῆς ἀρχῆς», δηλαδή την κατ’ επίφαση συνδιοίκηση της αυτοκρατορίας με τους βαρβάρους, μία συνδιοίκηση που θα προσωποποιούσε ο γιος του από τη Ρωξάνη. Η διαφωνία ήταν τόσο έντονη, ώστε απειλήθηκε ένοπλη ταξική σύγκρουση των ιππέων με τους πεζούς Μακεδόνες. Με διαδικασίες, που παραδίδονται διαφορετικά από κάθε πηγή, αποφεύχθηκε ο εμφύλιος πόλεμος και επιτεύχθηκε συμβιβασμός των ευγενών με τους απλούς Μακεδόνες: ο Αρριδαίος ανακηρύχθηκε βασιλιάς με το δυναστικό όνομα Φίλιππος Γ΄, το τυχόν άρρεν παιδί της Ρωξάνης θα είχε ίσα δικαιώματα στο θρόνο και ο Περδίκκας ανέλαβε «τὴν τῶν ὅλων ἡγεμονίαν». Στον Αρριδαίο ανατέθηκε και η κατασκευή της αρμάμαξας, με την οποία μεταφέρθηκε (321) το ταριχευμένο σώμα του Αλεξάνδρου από τη Βαβυλώνα στο μαντείο του Άμμωνα. Μετά τη δολοφονία του Περδίκκα (321) ο Αρριαδαίος από κοινού με τον Πείθωνα ανέλαβε «τὴν τῶν ὅλων ἡγεμονίαν», ενώ ο Αντίπατρος μετέφερε τους βασιλείς (τον Αρριδαίο και τον Αλέξανδρο Δ΄ καθώς και τις Ευρυδίκη και Ρωξάνη) στη Μακεδονία προφασιζόμενος λόγους ασφαλείας, αλλά κυρίως για να βρεθεί ο ίδιος πλησιέστερα προς το θρόνο του Μεγάλου Βασιλέως. Το 317 η Ευρυδίκη κατέστησε τον Κάσσανδρο επίτροπο του Αρριδαίου και λίγους μήνες αργότερα, η Ευρυδίκη και ο Αρριδαίος δολοφονήθηκαν, μάλλον με διαταγή της Ολυμπιάδας, διότι ο Κάσσανδρος απειλούσε τα συμφέροντα και τη ζωή του ανήλικου εγγονού της.
Αρσάκης: Ο Αλέξανδρος τον όρισε σατράπη των Αρείων (329), αλλά λίγο αργότερα διέταξε να συλληφθεί ως ύποπτος προδοσίας. Το χειμώνα του ιδίου έτους στα Βάκτρα, όπου διαχείμαζε ο Αλέξανδρος, του τον έφεραν σιδηροδέσμιο και προφανώς τον εκτέλεσαν.
Αρσάμης: Πέρσης στρατηγός, στο Γρανικό (334) επικεφαλής του ιππικού. Κατέφυγε στην Ταρσό, την οποία όμως δεν τόλμησε να υπερασπιστεί, όταν έφτασε ο Αλέξανδρος. Σκοτώθηκε στη μάχη της Ισσού (333).
Αρσίτης: ύπαρχος της Ελλησποντικής Φρυγίας. Αρνήθηκε κατηγορηματικά την εφαρμογή της καμένης γής, που πρότεινε ο Μέμνων ο Ρόδιος, και μετά την ήττα των Περσών στο Γρανικό (334) αυτοκτόνησε συναισθανόμενος τις βαρύτατες ευθύνες του.
Αρτάβαζος: γιός του Φρανάβαζου και της πριγκήπισσας Απάμας, κληρονομικώ δικαιώματι σατράπης της Ελλησποντικής Φρυγίας και πατέρας της Βαρσίνης, με την οποία ο Αλέξανδρος φέρεται να έκανε ένα γιό. Το 356 ο Αρτάβαζος από την Ελλησποντική Φρυγία και ο Ορόντης από τη Φοινίκη άρχισαν έναν μακρό αποσχιστικό αγώνα κατά του Μεγάλου Βασιλέως (Αρταξέρξη Ώχου). Το 355 ο ναύαρχός των Αθηναίων Χάρης για να μειώσει τις πολεμικές δαπάνες κατά τον Συμμαχικό πόλεμο, έθεσε τις δυνάμεις του και στην υπηρεσία του Αρτάβαζου, που σε αντάλλαγμα ανέλαβε το κόστος συντήρησης του αθηναϊκού στόλου. Τότε ο Μέγας Βασιλεύς διέταξε τους Αθηναίους να διακόψουν τη βοήθεια προς τον αποστάτη Αρτάβαζο, άλλως θα συμμαχούσε με τους πρώην συμμάχους τους και εχθρούς τους πλέον στο Συμμαχικό πόλεμο. Οι Αθηναίοι υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τον γενναιόδωρο Αρτάβαζο και να τερματίσουν τον Συμμαχικό πόλεμο, μη αντέχοντας τις δαπάνες. Το 354 οι Θηβαίοι, αν και ήταν ευεργέτες του Μεγάλου Βασιλέως, έστειλαν το στρατηγό Παμμένη με 5.000 στρατιώτες σε ενίσχυση του γενναιόδωρου Αρτάβαζου (Διόδωρος ΙΣΤ.34.1-2). Το 353 ο Αρτάβαζος μη εμπιστευόμενος τους Θηβαίους έδιωξε τα στρατεύματά τους, για να διαπιστώσει ότι δεν μπορούσε να συνεχίσει άλλο τον αποσχιστικό του αγώνα και να ζητήσει καταφύγιο στην Αυλή της Μακεδονίας. Το 343 ο Ώχος κατέλαβε την Αίγυπτο και ο Μέντωρ ο Ρόδιος, που είχε προσφέρει μεγάλες υπηρεσίες στον Αρταξέρξη στους πολέμους κατά της Φοινίκης και της Αιγύπτου, κατάφερε να πείσει τον Αρταξέρξη να συγχωρέσει τον αδελφό του, τον Μέμνονα, καθώς και τον Αρτάβαζο, που επανήλθαν στην περσική Αυλή. Όταν ο Βήσσος έκανε το πραξικόπημα (330), ο Αρτάβαζος παρέμεινε πιστός στο Δαρείο. Όταν ο Αλέξανδρος μπήκε στην Υρκανία, του δήλωσε υποταγή μαζί με τα παιδιά του και πήρε σημαντική θέση στη μακεδονική Αυλή. Μαζί με τον Ανδρόνικο του Αγέρρου οδήγησε τους Έλληνες μισθοφόρους του Δαρείου στο στρατόπεδο του Αλεξάνδρου, όταν συνθηκολόγησαν κι αυτοί. Το 329 ο Σατιβαρζάνης εισέβαλε με τους ιππείς του Βήσσου στην Αρειανή και ο Αρτάβαζος εστάλη εναντίον του. Στη συνέχεια ορίστηκε σατράπης της Βακτριανής και κινήθηκε κατά των Σκυθών, όταν αυτοί συμμάχησαν με το Σπιταμένη. Αφού νικήθηκαν οι Σκύθες και ο Σπιταμένης (328), ο περίπου 60 ετών Αρτάβαζος δήλωσε παραίτηση λόγω ηλικίας. Το 324 στα Σούσα ο Πτολεμαίος του Λάγου και ο Ευμένης ο Καρδιανός παντρεύτηκαν στον ομαδικό γάμο τις δύο κόρες του Αρτάβαζου, την Αρτακάμα και την Άρτωνι αντίστοιχα, ενώ ο γιός του Κωφήνας εντάχθηκε στο άγημα των ιππέων.
Αρχίας του Αναξιδότου: εταίρος από την Πέλλα. Στο ταξίδι του Νέαρχου (325-324) ήταν τριήραρχος και στενός του συνεργάτης. Μαζί πήγαν να συναντήσουν τον Αλέξανδρο στην Καρμανία. Λίγο αργότερα κατά διαταγή του Αλεξάνδρου έφθασε με μία τριακόντορο μέχρι την Τύλο (το νησί Μωχαρέα του Μπαχρέιν), διερευνώντας τις δυνατότητες θαλάσσιας επικοινωνίας με την Αραβία.
Ατροπάτης: σατράπης της Μηδίας. Στη μάχη των Γαυγαμήλων (331) διοικούσε τους Μήδους, τους Καδούσιους, τους Αλβανούς και τους Σακεσίνες. Μετά τη δολοφονία του Δαρείου (330) παραδόθηκε και το 328 ο Αλέξανδρος τον όρισε σατράπη της Μηδίας. Το (324) στα Σούσα ο Περδίκκας παντρεύτηκε μία κόρη του. Ήταν από τους πιό συνεργάσιμους Πέρσες αξιωματούχους και μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου (323) έγινε σατράπης του βορείου τμήματος της Μηδίας, της λεγόμενης Τρίτης Μηδίας, περίπου του σημερινού Αζερμπαϊτζάν. Η περιοχή εκείνη πήρε το όνομά του και αναφέρεται ως Ατροπατηνή Μηδία.
Άτταλος του Ανδρομένη: πεζέταιρος από το Άνω Μακεδονικό κρατίδιο της Τύμφης. Αυτός και τα αδέρφια του, Αμύντας, Πολέμων και Σιμμίας, ήταν ευνοούμενοι του Φιλώτα. Όταν το καλοκαίρι του 330 ο Φιλώτας κατηγορήθηκε και εκτελέσθηκε ως συνωμότης, τα τρία αδέρφια εκτός από τον Πολέμωνα, που πρόλαβε να αυτομολήσει στους εχθρούς, δικάσθηκαν από την Εκκλησία των Μακεδόνων ως συνένοχοι και τελικά αθωώθηκαν. Το 326 ήταν τριήραρχος στην κάθοδο του Υδάσπη.
Άτταλος: διοικητής των Αγριάνων στη μάχη της Ισσού (333), των Γαυγαμήλων (331) και στην καταδίωξη του Δαρείου (330). Όταν ο Αλέξανδρος με πέντε σώματα στρατού κατέπνιξε την εξέγερση των Σογδιανών (328), ο Άτταλος είχε παραμείνει στη φρουρά των Βάκτρων. Πολέμησε ως ταξιάρχης από τις επιχειρήσεις της πρόσω Ινδίας (327) και στη μάχη του Υδάσπη (326) βρισκόταν στο τμήμα ανάμεσα στο κεντρικό στρατόπεδο και στη δύναμη κρούσης του Αλεξάνδρου. Στην επιστροφή από την Ινδία βρισκόταν στο υπό τον Κρατερό τμήμα. Συμμετέσχε στην αντιπροσωπεία, που ζήτησε χρησμό από το ιερό του Σαράπιδος την παραμονή του θανάτου του Αλεξάνδρου (323).
Άτταλος: ένας από τους κορυφαίους και πιό έμπιστους στρατηγούς του Φιλίππου. Το 337 ο Φίλιππος παντρεύτηκε την αδελφή ή ανηψιά ή θεία του Άτταλου, ο οποίος στο γαμήλιο δείπνο ευχήθηκε να γεννηθεί γνήσιος διάδοχος του θρόνου. Το αποτέλεσμα ήταν να προκληθεί μία σοβαρότατη παρεξήγηση και να γίνει απροκάλυπτη η έχθρα του με τον Αλέξανδρο. Το 336 ο Άτταλος κι ο Παρμενίων αποβιβάσθηκαν στη Μ. Ασία με 10.000 στρατό, για να προετοιμάσουν την αποβίβαση και των υπολοίπων δυνάμεων του Κοινού Συνεδρίου των Ελλήνων. Στα τέλη του 336 ο Παυσανίας δολοφόνησε τον Φίλιππο, ο Αλέξανδρος έγινε βασιλιάς και ο Άτταλος δεν ήταν πλέον καθόλου ασφαλής. Άρχισε λοιπόν να αναζητά ερείσματα στο στράτευμα και παράλληλα ήρθε σ’ επαφή με το Δημοσθένη, για να ανατρέψει τον Αλέξανδρο και να γίνει ο ίδιος βασιλιάς της Μακεδονίας. Αυτά επιβάρυναν τη θέση του ακόμη περισσότερο και λίγο αργότερα ο Αλέξανδρος έστειλε τον εταίρο Εκαταίο να τον δολοφονήσει.
Αυταριάτες: ιλλυρικός λαός των Δαλματικών ακτών, κατοικούσε στην περιοχή κοντά στο Σπλίτ της σημερινής Κροατίας.
Αυτοκρατορία: με τον όρο νοείται ένα ιδιαίτερα μεγάλης έκτασης κράτος, που διοικείται από μία κυρίαρχη εθνότητα και περιλαμβάνει σημαντικό αριθμό εθνών με διαφορετικά πολιτιστικά χαρακτηριστικά. Το κράτος, που ίδρυσε ο Μέγας Κύρος ήταν η πρώτη πραγματική αυτοκρατορία στην παγκόσμια ιστορία.
Αυτοκράτωρ: ηγέτης (άρχων, πρέσβυς, στρατηγός) με πλήρη και ανέλεγκτη εξουσία.
Αυτοφραδάτης: βασικός επιτελής του Μέμνονα του Ρόδιου, ιδίως κατά τις περσικές επιχειρήσεις αντιπερισπασμού στο Αιγαίο (334-332). Μετά το θάνατο του Μέμνονα (333) ήταν ο δεύτερος τη τάξει αξιωματικός μετά τον Φαρνάβαζο και άμεσος προϊστάμενος του φοινικικού στόλου στο Αιγαίο. Λίγο μετά τη μάχη της Ισσού (333) συναντήθηκε στη Σίφνο με τον Σπαρτιάτη βασιλιά Άγι και του έδωσε 30 τάλαντα και 10 τριήρεις. Το 332, ενώ ο Αλέξανδρος πολιορκούσε την Τύρο, οι Φοίνικες εγκατέλειψαν τον Αυτοφραδάτη και συντάχθηκαν με τον Αλέξανδρο.
Αυτοφραδάτης: σατράπης των Ταπούρων. Το 330 μετά τη δολοφονία του Δαρείου παραδόθηκε στον Αλέξανδρο και όχι μόνο διατήρησε το αξίωμά του, αλλά τέθηκαν υπό την εξουσία του και οι ως τότε ανεξάρτητοι Μάρδοι.
Ἄκρατος οἶνος: ήταν ο ανόθευτος οίνος. Οι Έλληνες αναμίγνυαν τον οίνο με νερό στους κρατήρες και τον έπιναν κεκραμένον (κρασί), για να πίνουν μεγαλύτερη ποσότητα χωρίς να μεθούν. Η κατανάλωση ακράτου οίνου εθεωρείτο βαρβαρική συνήθεια, την οποία μεταξύ άλλων καταλόγισε στον Αλέξανδρο ο Ερμόλαος, όταν αποκαλύφθηκε η συνωμοσία των παίδων της βασιλικής ακολουθίας.
http://www.alexanderofmacedon.info/greek/A1gr.htm
Δευτέρα 1 Μαρτίου 2010
ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ
ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ
Στα πλαίσια της μεταξύ τους διαφοροποίησης, τα ελληνικά κράτη χρησιμοποιούσαν διαφορετικά συστήματα προσδιορισμού του χρόνου. Το σύστημα προσδιορισμού των ετών, που έχει αποτυπωθεί κατά κόρον στην αρχαία ελληνική γραμματεία, είναι το αθηναϊκό με τους επωνύμους άρχοντες, ενώ στην περίπτωσή μας εμφανίζεται σποραδικά και το μακεδονικό σύστημα με το έτος βασιλείας του κάθε Μακεδόνα βασιλιά. Παρ’ ότι τα ονόματα των μηνών διέφεραν κι αυτά από κράτος σε κράτος, όλοι οι αρχαίοι Έλληνες διαιρούσαν το έτος σε 12 σεληνιακούς μήνες. Όπως είδαμε, Συμβατικά τοποθετούμε την πρώτη μέρα κάθε αρχαίου μήνα στη 16η μέρα κάθε σύγχρονου μήνα και την τελευταία μέρα κάθε αρχαίου μήνα στην 15η του επόμενου σύγχρονου μήνα. Αυτή η αναγκαστική αντιστοίχιση είναι εσφαλμένη, διότι αντιστοιχίζουμε τους σεληνιακούς μήνες των 29 ή 30 ημερών σε ηλιακούς των 30 ή 31 ημερών. Δηλαδή το αρχαίο ελληνικό έτος είχε 354 ημέρες έναντι 365 ημερών του σύγχρονου και μετά τη διόρθωση, του μεν αρχαίου με τον ανά τριετία εμβόλιμο μήνα των 30 ημερών, του δε σύγχρονου με την ανά τετραετία 1 πρόσθετη μέρα στο Φεβρουάριο, το διορθωμένο αρχαίο ελληνικό έτος είχε 364 ημέρες έναντι του 365,25 ημερών του διορθωμένου σύγχρονου έτους. Συνεπώς η ακριβής αντιστοίχιση των αρχαίων ημερομηνιών προς τις σημερινές είναι αρκετά δύσκολη υπόθεση.
Η ουσιαστικότερη δυσκολία προκύπτει από το γεγονός ότι το αρχαίο ελληνικό έτος άρχιζε την 16η Οκτωβρίου και εκτεινόταν σε δύο έτη σύμφωνα με τη σύγχρονη χρονολόγηση. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα αρκετές φορές να προτείνονται δύο διαδοχικά σύγχρονα έτη για κάποιο γεγονός, που τοποθετείται σε συγκεκριμένο αρχαίο έτος. Επειδή οι αρχαίες πηγές δεν συμφωνούν πάντοτε μεταξύ τους, το παρακάτω χρονολόγιο της ιστορίας του Αλεξάνδρου βασίσθηκε κατά κύριο λόγο στον Αρριανό.
ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑ ΓΕΓΟΝΟΣ
336 Φθινόπωρο Ο Αλέξανδρος βασιλιάς της Μακεδονίας και Ηγεμών της Ελλάδος.
335 Άνοιξη-καλοκαίρι Ο Αλέξανδρος υποτάσσει τους Θράκες ως τον Δούναβη και τους Ιλλυριούς
335 Φθινόπωρο Η επανάσταση, πολιορκία και άλωση της Θήβας
334 Τέλη Μαρτίου-αρχές Απριλίου Αρχίζει η εκστρατεία κατά της Ασίας
334 Τέλη Απριλίου-αρχές Μαίου Η μάχη του Γρανικού
334 Αρχές φθιμοπώρου Πολιορκείται και καταλαμβάνεται η Μίλητος - Ο Αλέξανδρος διαλύει το στόλο του
334 Φθινόπωρο Πολιορκείται και καταλαμβάνεται η εξωτερική πόλη της Αλικαρνασσού
334 Φθινόπωρο Αντιστέκονται η ακρόπολη της Αλικαρνασσού και άλλες 5 πόλεις της Καρίας
334 Χειμώνας Ο Μέμνων καταλαμβάνει τη Χίο και τη Λέσβο πλην Μυτιλήνης, την οποία πολιορκεί
334 Χειμώνας Ο Παρμενίων εισβάλλει στη Μεγάλη Φρυγία, ο Αλέξανδρος στη Λυκία και συγκροτεί δύο στόλους
334 Χειμώνας Αποκαλύπτεται η συνομωσία του Αλεξάνδρου από τη Λυγκηστίδα
333 Απρίλιος - Μάϊος Πεθαίνει ο Μέμνων και τον αντικαθιστά ο ανηψιός του Φαρνάβαζος
333 Μέσα Καλοκαιριού Ο Αλέξανδρος εισβάλλει στην Κιλικία και αρρωσταίνει παρ' ολίγον θανάσιμα
333 Μέσα Καλοκαιριού Ο Δαρείος προελαύνει από τη Βαβυλώνα εναντίον του Αλεξάνδρου
333 Τέλη Νοεμβρίου Η μάχη της Ισσού
333 Χειμώνας Οι Σπαρτιάτες καταλαμβάνουν την Κρήτη για λογαριασμό των Περσών
332 Ιανουάριος - Αύγουστος Πολιορκείται και καταλαμβάνεται η Τύρος - Αυτομολούν οι φοινικικοί και κυπριακοί στόλοι
332 Σεπτέμβριος-Οκτώβριος Πολιορκείται και καταλαμβάνεται η Γάζα
332 Σεπτέμβριος-Οκτώβριος Οι Πέρσες χάνουν τις 6 πόλεις της Καρίας και τα νησιά του Αιγαίου
332 Οκτώβριος Ο Αλέξανδρος παραλαμβάνει την Αίγυπτο από τον Μαζάκη
332 Χειμώνας Ο Αμφοτερός ανακαταλαμβάνει την Κρήτη από τους Σπαρτιάτες
331 Τέλη Ιανουαρίου Ο Αλέξανδρος θεμελιώνει την Αλεξάνδρεια και επισκέπτεται το μαντείο του Άμμωνα
331 Μέσα Απριλίου Η στρατιά προελαύνει από την Αίγυπτο προς την Μεσοποταμία
331 16 Ιουλίου-15 Αυγούστου Διάβαση του Ευφράτη στη Θάψακο
331 1 Οκτωβρίου Η μάχη των Γαυγαμήλων
331 24-25 Οκτωβρίου Καταλαμβάνεται η Βαβυλώνα
331 19 Δεκεμβρίου Καταλαμβάνονται τα Σούσα
331 Τέλος Δεκεμβρίου Η στρατιά προελάυνει από τα Σούσα προς την Περσίδα
330 Τέλη Ιανουαρίου Ο Αλέξανδρος καταλαμβάνει, λεηλατεί και πυρπολεί την Περσέπολη
330 Μάϊος Οι Σπαρτιάτες ηττώνται από τον Αντίπατρο στη Μεγαλόπολη
330 Ιούνιος Καταλαμβάνονται τα Εκβάτανα
330 16 Ιουλίου-15 Αυγούστου Ο Βήσσος συλλαμβάνει και δολοφονεί τον Δαρείο
330 Φθινόπωρο Εκτελείται ο Φιλώτας και δολοφονείται ο Παρμενίων
329 Τέλος Απριλίου Διάβαση του Παροπάμισου
329 Καλοκαίρι Διάβαση του Ώξου και σύλληψη του Βήσσου - Επιχειρήσεις στη Σογδιανή
329 Καλοκαίρι Σύγκρουση με τους Σκύθες βορείως του Ιαξάρτη
328 Άνοιξη Νέες επιχειρήσεις στη Σογδιανή
328 Φθινόπωρο Ο φόνος του Κλείτου
327 Αρχές άνοιξης Καταλαμβάνεται η Σογδιανή Πέτρα - Ο Αλέξανδρος παντρεύεται τη Ρωξάνη
327 Άνοιξη Καταλαμβάνεται η Πέτρα του Χοριήνη
327 Άνοιξη Η συνομωσία των παίδων και η σύλληψη του Καλλισθένη
327 Τέλος άνοιξης Η στρατιά εισβάλλει στην πρόσω Ινδία - Επιχειρήσεις βορείως του Κωφήνα
326 Άνοιξη Καταλαμβάνεται η Άορνος Πέτρα, το τελευταίο οχυρό της πρόσω Ινδίας
326 Άνοιξη Διάβαση του Ινδού και εισβολή στην κυρίως Ινδία
326 16 Απριλίου - 15 Μαίου Η μάχη με τον Πώρο. Πεθαίνει ο Βουκεφάλας
326 Ιούνιος Διάβαση του Ακεσίνη
326 Σεπτέμβριος Στις όχθες του Ύφασι οι Μακεδόνες αρνούνται να προελάσουν ανατολικότερα.
326 Οκτώβριος Η στρατιά αρχίζει την κάθοδο των πλωτών ποταμών προς τη θάλασσα.
325 Ιανουάριος Ο Αλέξανδρος τραυματίζεται παρ' ολίγον θανάσιμα στη χώρα των Μαλλών
325 Ιούνιος Ο Κρατερός με την κυρίως στρατιά προελεύνει προς Καρμανία μέσω Αραχωσίας και Δραγγιανής
325 Μέσα Ιουλίου Ο Αλέξανδρος με το υπόλοιπο στράτευμα και το στόλο φτάνει στα Πάταλα
325 Τέλη Ιουλίου Ο Αλέξανδρος με το χερσαίο στράτευμα ξεκινά απ' τα Πάταλα
325 5 Οκτωβρίου Ο Νέαρχος αποπλέει από τα Πάταλα για τον παράπλου της Μεγάλης Θάλασσας
325 Τέλη Οκτ - αρχές Νοε Ο Αλέξανδρος βγαίνει απ' την έρημο και φτάνει στην πρωτεύουσα της Γεδρωσίας
325 8 Νοεμβρίου Ο Νέαρχος αρχίζει τον παράπλου των ακτών της Ωρειτών
325 Τέλος Νοεμβρίου Ο Νέαρχος αρχίζει τον παράπλου των ακτών των Ιχθυοφάγων
325 Αρχές Δεκεμβρίου Ο Νέαρχος αρχίζει τον παράπλου των ακτών της Καρμανίας
325 Μέσα Δεκεμβρίου Αλέξανδρος, Κρατερός και Νέαρχος συνατώνται στην Καρμανία
325 Μέσα Ιανουαρίου Ο Νέαρχος αρχίζει τον παράπλου των ακτών της Περσίδας
324 Τέλη Ιαν - αρχές Φεβρ Ο Αλέξανδρος στις Πασαργάδες - επισκέπτεται τον τάφο του Κύρου
324 Φεβρουάριος Ο Αλέξανδρος στην Περσέπολη - Ο Νέαρχος αρχίζει τον παράπλου των ακτών της Σουσιανής
324 Μάρτιος Στρατός και στόλος συναντώνται στα Σούσα - Μικτοί γάμοι Μακεδόνων με ευγενείς Περσίδες
324 Αύγουστος "Ανταρσία" των Μακεδόνων στην Ώπη - Ο Αλέξανδρος κηρύσσει τον τερματισμό του πολέμου
324 Τέλη Νοεμβρίου Η στρατιά στα Εκβάτανα - Πεθαίνει ο Ηφαιστίων
323 Αρχές έτους Εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στα βουνά των Κοσσαίων
323 13 Ιουνίου Ο Αλέξανδρος πεθαίνει στη Βαβυλώνα
323 Καλοκαίρι Η Ρωξάνη δολοφονεί τη Στάτειρα με τη συνέργεια του Περδίκκα
323 Καλοκαίρι Γίνεται η πρώτη διανομή των σατραπειών και ξεσπά ο Λαμιακός Πόλεμος.
311 Ο Κάσσανδρος δολοφονεί τη Ρωξάνη και τον Αλεξάνδρο Δ΄
Στα πλαίσια της μεταξύ τους διαφοροποίησης, τα ελληνικά κράτη χρησιμοποιούσαν διαφορετικά συστήματα προσδιορισμού του χρόνου. Το σύστημα προσδιορισμού των ετών, που έχει αποτυπωθεί κατά κόρον στην αρχαία ελληνική γραμματεία, είναι το αθηναϊκό με τους επωνύμους άρχοντες, ενώ στην περίπτωσή μας εμφανίζεται σποραδικά και το μακεδονικό σύστημα με το έτος βασιλείας του κάθε Μακεδόνα βασιλιά. Παρ’ ότι τα ονόματα των μηνών διέφεραν κι αυτά από κράτος σε κράτος, όλοι οι αρχαίοι Έλληνες διαιρούσαν το έτος σε 12 σεληνιακούς μήνες. Όπως είδαμε, Συμβατικά τοποθετούμε την πρώτη μέρα κάθε αρχαίου μήνα στη 16η μέρα κάθε σύγχρονου μήνα και την τελευταία μέρα κάθε αρχαίου μήνα στην 15η του επόμενου σύγχρονου μήνα. Αυτή η αναγκαστική αντιστοίχιση είναι εσφαλμένη, διότι αντιστοιχίζουμε τους σεληνιακούς μήνες των 29 ή 30 ημερών σε ηλιακούς των 30 ή 31 ημερών. Δηλαδή το αρχαίο ελληνικό έτος είχε 354 ημέρες έναντι 365 ημερών του σύγχρονου και μετά τη διόρθωση, του μεν αρχαίου με τον ανά τριετία εμβόλιμο μήνα των 30 ημερών, του δε σύγχρονου με την ανά τετραετία 1 πρόσθετη μέρα στο Φεβρουάριο, το διορθωμένο αρχαίο ελληνικό έτος είχε 364 ημέρες έναντι του 365,25 ημερών του διορθωμένου σύγχρονου έτους. Συνεπώς η ακριβής αντιστοίχιση των αρχαίων ημερομηνιών προς τις σημερινές είναι αρκετά δύσκολη υπόθεση.
Η ουσιαστικότερη δυσκολία προκύπτει από το γεγονός ότι το αρχαίο ελληνικό έτος άρχιζε την 16η Οκτωβρίου και εκτεινόταν σε δύο έτη σύμφωνα με τη σύγχρονη χρονολόγηση. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα αρκετές φορές να προτείνονται δύο διαδοχικά σύγχρονα έτη για κάποιο γεγονός, που τοποθετείται σε συγκεκριμένο αρχαίο έτος. Επειδή οι αρχαίες πηγές δεν συμφωνούν πάντοτε μεταξύ τους, το παρακάτω χρονολόγιο της ιστορίας του Αλεξάνδρου βασίσθηκε κατά κύριο λόγο στον Αρριανό.
ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑ ΓΕΓΟΝΟΣ
336 Φθινόπωρο Ο Αλέξανδρος βασιλιάς της Μακεδονίας και Ηγεμών της Ελλάδος.
335 Άνοιξη-καλοκαίρι Ο Αλέξανδρος υποτάσσει τους Θράκες ως τον Δούναβη και τους Ιλλυριούς
335 Φθινόπωρο Η επανάσταση, πολιορκία και άλωση της Θήβας
334 Τέλη Μαρτίου-αρχές Απριλίου Αρχίζει η εκστρατεία κατά της Ασίας
334 Τέλη Απριλίου-αρχές Μαίου Η μάχη του Γρανικού
334 Αρχές φθιμοπώρου Πολιορκείται και καταλαμβάνεται η Μίλητος - Ο Αλέξανδρος διαλύει το στόλο του
334 Φθινόπωρο Πολιορκείται και καταλαμβάνεται η εξωτερική πόλη της Αλικαρνασσού
334 Φθινόπωρο Αντιστέκονται η ακρόπολη της Αλικαρνασσού και άλλες 5 πόλεις της Καρίας
334 Χειμώνας Ο Μέμνων καταλαμβάνει τη Χίο και τη Λέσβο πλην Μυτιλήνης, την οποία πολιορκεί
334 Χειμώνας Ο Παρμενίων εισβάλλει στη Μεγάλη Φρυγία, ο Αλέξανδρος στη Λυκία και συγκροτεί δύο στόλους
334 Χειμώνας Αποκαλύπτεται η συνομωσία του Αλεξάνδρου από τη Λυγκηστίδα
333 Απρίλιος - Μάϊος Πεθαίνει ο Μέμνων και τον αντικαθιστά ο ανηψιός του Φαρνάβαζος
333 Μέσα Καλοκαιριού Ο Αλέξανδρος εισβάλλει στην Κιλικία και αρρωσταίνει παρ' ολίγον θανάσιμα
333 Μέσα Καλοκαιριού Ο Δαρείος προελαύνει από τη Βαβυλώνα εναντίον του Αλεξάνδρου
333 Τέλη Νοεμβρίου Η μάχη της Ισσού
333 Χειμώνας Οι Σπαρτιάτες καταλαμβάνουν την Κρήτη για λογαριασμό των Περσών
332 Ιανουάριος - Αύγουστος Πολιορκείται και καταλαμβάνεται η Τύρος - Αυτομολούν οι φοινικικοί και κυπριακοί στόλοι
332 Σεπτέμβριος-Οκτώβριος Πολιορκείται και καταλαμβάνεται η Γάζα
332 Σεπτέμβριος-Οκτώβριος Οι Πέρσες χάνουν τις 6 πόλεις της Καρίας και τα νησιά του Αιγαίου
332 Οκτώβριος Ο Αλέξανδρος παραλαμβάνει την Αίγυπτο από τον Μαζάκη
332 Χειμώνας Ο Αμφοτερός ανακαταλαμβάνει την Κρήτη από τους Σπαρτιάτες
331 Τέλη Ιανουαρίου Ο Αλέξανδρος θεμελιώνει την Αλεξάνδρεια και επισκέπτεται το μαντείο του Άμμωνα
331 Μέσα Απριλίου Η στρατιά προελαύνει από την Αίγυπτο προς την Μεσοποταμία
331 16 Ιουλίου-15 Αυγούστου Διάβαση του Ευφράτη στη Θάψακο
331 1 Οκτωβρίου Η μάχη των Γαυγαμήλων
331 24-25 Οκτωβρίου Καταλαμβάνεται η Βαβυλώνα
331 19 Δεκεμβρίου Καταλαμβάνονται τα Σούσα
331 Τέλος Δεκεμβρίου Η στρατιά προελάυνει από τα Σούσα προς την Περσίδα
330 Τέλη Ιανουαρίου Ο Αλέξανδρος καταλαμβάνει, λεηλατεί και πυρπολεί την Περσέπολη
330 Μάϊος Οι Σπαρτιάτες ηττώνται από τον Αντίπατρο στη Μεγαλόπολη
330 Ιούνιος Καταλαμβάνονται τα Εκβάτανα
330 16 Ιουλίου-15 Αυγούστου Ο Βήσσος συλλαμβάνει και δολοφονεί τον Δαρείο
330 Φθινόπωρο Εκτελείται ο Φιλώτας και δολοφονείται ο Παρμενίων
329 Τέλος Απριλίου Διάβαση του Παροπάμισου
329 Καλοκαίρι Διάβαση του Ώξου και σύλληψη του Βήσσου - Επιχειρήσεις στη Σογδιανή
329 Καλοκαίρι Σύγκρουση με τους Σκύθες βορείως του Ιαξάρτη
328 Άνοιξη Νέες επιχειρήσεις στη Σογδιανή
328 Φθινόπωρο Ο φόνος του Κλείτου
327 Αρχές άνοιξης Καταλαμβάνεται η Σογδιανή Πέτρα - Ο Αλέξανδρος παντρεύεται τη Ρωξάνη
327 Άνοιξη Καταλαμβάνεται η Πέτρα του Χοριήνη
327 Άνοιξη Η συνομωσία των παίδων και η σύλληψη του Καλλισθένη
327 Τέλος άνοιξης Η στρατιά εισβάλλει στην πρόσω Ινδία - Επιχειρήσεις βορείως του Κωφήνα
326 Άνοιξη Καταλαμβάνεται η Άορνος Πέτρα, το τελευταίο οχυρό της πρόσω Ινδίας
326 Άνοιξη Διάβαση του Ινδού και εισβολή στην κυρίως Ινδία
326 16 Απριλίου - 15 Μαίου Η μάχη με τον Πώρο. Πεθαίνει ο Βουκεφάλας
326 Ιούνιος Διάβαση του Ακεσίνη
326 Σεπτέμβριος Στις όχθες του Ύφασι οι Μακεδόνες αρνούνται να προελάσουν ανατολικότερα.
326 Οκτώβριος Η στρατιά αρχίζει την κάθοδο των πλωτών ποταμών προς τη θάλασσα.
325 Ιανουάριος Ο Αλέξανδρος τραυματίζεται παρ' ολίγον θανάσιμα στη χώρα των Μαλλών
325 Ιούνιος Ο Κρατερός με την κυρίως στρατιά προελεύνει προς Καρμανία μέσω Αραχωσίας και Δραγγιανής
325 Μέσα Ιουλίου Ο Αλέξανδρος με το υπόλοιπο στράτευμα και το στόλο φτάνει στα Πάταλα
325 Τέλη Ιουλίου Ο Αλέξανδρος με το χερσαίο στράτευμα ξεκινά απ' τα Πάταλα
325 5 Οκτωβρίου Ο Νέαρχος αποπλέει από τα Πάταλα για τον παράπλου της Μεγάλης Θάλασσας
325 Τέλη Οκτ - αρχές Νοε Ο Αλέξανδρος βγαίνει απ' την έρημο και φτάνει στην πρωτεύουσα της Γεδρωσίας
325 8 Νοεμβρίου Ο Νέαρχος αρχίζει τον παράπλου των ακτών της Ωρειτών
325 Τέλος Νοεμβρίου Ο Νέαρχος αρχίζει τον παράπλου των ακτών των Ιχθυοφάγων
325 Αρχές Δεκεμβρίου Ο Νέαρχος αρχίζει τον παράπλου των ακτών της Καρμανίας
325 Μέσα Δεκεμβρίου Αλέξανδρος, Κρατερός και Νέαρχος συνατώνται στην Καρμανία
325 Μέσα Ιανουαρίου Ο Νέαρχος αρχίζει τον παράπλου των ακτών της Περσίδας
324 Τέλη Ιαν - αρχές Φεβρ Ο Αλέξανδρος στις Πασαργάδες - επισκέπτεται τον τάφο του Κύρου
324 Φεβρουάριος Ο Αλέξανδρος στην Περσέπολη - Ο Νέαρχος αρχίζει τον παράπλου των ακτών της Σουσιανής
324 Μάρτιος Στρατός και στόλος συναντώνται στα Σούσα - Μικτοί γάμοι Μακεδόνων με ευγενείς Περσίδες
324 Αύγουστος "Ανταρσία" των Μακεδόνων στην Ώπη - Ο Αλέξανδρος κηρύσσει τον τερματισμό του πολέμου
324 Τέλη Νοεμβρίου Η στρατιά στα Εκβάτανα - Πεθαίνει ο Ηφαιστίων
323 Αρχές έτους Εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στα βουνά των Κοσσαίων
323 13 Ιουνίου Ο Αλέξανδρος πεθαίνει στη Βαβυλώνα
323 Καλοκαίρι Η Ρωξάνη δολοφονεί τη Στάτειρα με τη συνέργεια του Περδίκκα
323 Καλοκαίρι Γίνεται η πρώτη διανομή των σατραπειών και ξεσπά ο Λαμιακός Πόλεμος.
311 Ο Κάσσανδρος δολοφονεί τη Ρωξάνη και τον Αλεξάνδρο Δ΄
Ετικέτες
Αλέξανδρος ο Στρατηλάτης (Ι)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)