ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ ΣΤΗΝ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΣΙΑ
Παραιτακηνή, Καδουσία, Εκβάτανα - Η καταδίωξη και ο θάνατος του Δαρείου
(Αρριανός Γ.16.2, 21-22, ΣΤ.26.1-3, Πλούταρχος Αλέξανδρος 42.6-κε, 43.3-5, Αγησίλαος 15, Διόδωρος ΙΖ.62, 63.1-4, 71.1, 73.4-6, 74.3-4, 80.3, 110.7, Κούρτιος 5.13.24, 6.1.16, 18-21, 2.17, 7.5.10-12, Ιουστίνος 11.15.5-κ.ε., 12.1.1-3, 7-11)
Κάποια στιγμή μετά τα μέσα Μαΐου του 330 π.Χ., μόλις το επέτρεψε ο καιρός, ο Αλέξανδρος πέρασε τη διάβαση Ντέχ-Μπίντ, υπέταξε τη χώρα των Παραιτακών και όρισε σατράπη της τον Οξοάρθη, γιο του πρώην σατράπη της Σουσιανής, του Αβουλίτη. Καθ’ οδόν πληροφορήθηκε ότι ο Δαρείος είχε συμμαχήσει με τους Σκύθες και τους Καδούσιους και προετοιμαζόταν για μάχη. Προέλασε με τη στρατιά του διατεταγμένη για αιφνίδια εμπλοκή και με τα σκευοφόρα να ακολουθούν σε απόσταση ασφαλείας. Η διοικητική μέριμνα πέτυχε άλλον έναν άθλο, αφού σε όλη τη διαδρομή μόνο στις Γαβές (Ισφαχάν) μπορούσε να ανεφοδιαστεί μία στρατιά κυρίως σε νερό. Δώδεκα ημέρες αργότερα μπήκε στη Μηδία, όπου πληροφορήθηκε ότι ο Δαρείος δεν διέθετε ούτε Σκύθες ή Καδούσιους συμμάχους ούτε αξιόλογη δύναμη και ότι είχε αρχίσει ξανά τη φυγή προς τις άνω σατραπείες. Ο Αλέξανδρος επιτάχυνε τον ρυθμό προέλασης, για να τον προλάβει, όταν σε απόσταση 3 σταθμών από τα Εκβάτανα παρουσιάσθηκε ο Βισθάνης, γιος του Αρταξέρξη του Ώχου. Αυτός είχε χάσει τα κληρονομικά του δικαιώματα στο θρόνο των Αχαιμενιδών, αφού τον δολοφονημένο πατέρα του διαδέχθηκε ο Δαρείος. Φαίνεται ότι είχε κουραστεί να υποχωρεί και προσβλέποντας στη γενναιοδωρία του Αλεξάνδρου, τον πληροφόρησε ότι ο Μέγας Βασιλεύς είχε φύγει από τα Εκβάτανα προ 5 ημερών, αυτή τη φορά παίρνοντας μαζί του περίπου 7.000 τάλαντα από τον θησαυρό των Μήδων, που και το τελευταίο αξιόλογο θησαυροφυλάκιο. Είχε και μία μικρή δύναμη από περίπου 6.000 πεζούς και 3.000 ιππείς.
Ο Δαρείος στο μεταξύ είχε αποκτήσει ένα σημαντικό πλεονέκτημα: προπορευόταν 8 σταθμούς, σε έδαφος που γνώριζε καλά, με μικρή και ευέλικτη δύναμη. Κανείς στο στρατόπεδο του Αλεξάνδρου δεν μπορούσε να γνωρίζει πόσο χρόνο θα απαιτούσε η σύλληψή του, η οποία χωρίς ιδιαίτερη σημασία, αφού στην Περσέπολη ο ίδιος είχε πομπωδώς σηματοδοτήσει την υλοποίηση και συνεπώς τη λήξη της εντολής του Κοινού Συνεδρίου των Ελλήνων. Βέβαια το ίδιο το Κοινό Συνέδριο δεν είχε λήξει και θα συνέχιζε να προωθεί νέα στρατεύματα, οπλισμό και φαρμακευτικό υλικό σε όλες τις φάσεις των επιχειρήσεων, ως τα βάθη της Ινδίας. Όσο ο Αλέξανδρος κατόρθωνε να πείθει την εκκλησία των Μακεδόνων, μπορούσε και να πειθαναγκάζει τους Νότιους να ακολουθούν. Φαίνεται όμως ότι οι πολυετείς και συνεχείς εχθροπραξίες είχαν κάμψει το φρόνημα των συμμαχικών ελληνικών δυνάμεων. Ίσως πάλι η ψυχολογία τους να είχε κλονισθεί, επειδή βάδιζαν πλέον σε εντελώς άγνωστες περιοχές, έξω από κάθε χάρτη που είχαν φτιάξει ή δει ως τότε οι Έλληνες. Το πιθανότερο ίσως είναι ότι έληξαν τα μισθοφορικά συμβόλαια, που είχαν υπογράψει οι Έλληνες στρατιώτες με το Κοινό Συνέδριο. Μην ξεχνάμε ότι στα πεντέμισι χρόνια της βασιλείας του Αλεξάνδρου, αυτοί ακριβώς οι άντρες πολεμούσαν ακατάπαυστα επί 5 χρόνια, ένα χρόνο στα Βαλκάνια και 4 στην Ασία. Όταν έφθασε λοιπόν στα Εκβάτανα, ο Αλέξανδρος αποστράτευσε τις αρχικές δυνάμεις του Κοινού Συνεδρίου των Ελλήνων. Κατά τον Διόδωρο και τον Ιουστίνο ο Αλέξανδρος αποστράτευσε τους Έλληνες συμμάχους του, μετά το θάνατο του Δαρείου. Εξόφλησε όλους τους οφειλόμενους μισθούς και επιπλέον τους κατέβαλε τους αναλογούντες μισθούς μέχρι την επάνοδο στις πατρίδες τους και από 1 τάλαντο σε κάθε ιππέα και 10 μνες σε κάθε πεζό. Όσοι επέλεξαν να τον ακολουθήσουν ως ιδιώτες μισθοφόροι, πήραν από 3 τάλαντα. Κατά τον Κούρτιο οι αποστρατευθέντες ιππείς πήραν συνολικά 6.000 δηνάρια και οι πεζοί 1.000. Κατά τον Ιουστίνο το συνολικό ποσό ανήλθε σε 13.000 τάλαντα. Κατά τον Αρριανό αποστράτευσε το θεσσαλικό ιππικό και τους άλλους συμμάχους, αφού τους έδωσε 2.000 τάλαντα επιπλέον της συμφωνημένης αμοιβής τους. Όσοι είχαν ακόμη διάθεση για περιπέτειες και περισσότερα πλούτη, εγγράφηκαν οικειοθελώς στους καταλόγους των μισθοφόρων ως ιδιώτες πλέον και όχι ως εθνικό στράτευμα. Ο Αλέξανδρος σε όλη την εκστρατεία είχε διαχειρισθεί πολύ αποτελεσματικά τους ανθρώπινους πόρους, έτσι δεν ήταν καθόλου λίγοι, όσοι προτίμησαν ως ιδιώτες μισθοφόροι να υπηρετήσουν τις προσωπικές του φιλοδοξίες. Αυτοί ούτε εκπροσωπούσαν ούτε δέσμευαν τα κράτη προέλευσης τους και από το σημείο αυτό η εκστρατεία αφορούσε κυρίως ένα μόνο ελληνικό κράτος, την Μακεδονία. Έστειλε τους υπόλοιπους στα παράλια με ιππικό συνοδείας υπό τον Επόκοιλο του Πολυειδή, διότι οι αποστρατευμένοι Θεσσαλοί είχαν πουλήσει τους πολεμικούς τους ίππους. Επίσης, διέταξε τον Μένητα, μόλις φτάσουν στα παράλια να τους περαιώσει το ταχύτερο δυνατόν με τριήρεις στην Εύβοια, επειδή έμπειροι, πλούσιοι και πολλοί μισθοφόροι (περίπου 30.000 πεζοί και 5.000 ιππείς) δεν ήταν φρόνιμο να περιφέρονται ασκόπως.
Περίπου ένα μήνα νωρίτερα ο Αντίπατρος με συμμαχική δύναμη 40.000 ανδρών είχε δώσει μάχη εκ παρατάξεως έξω από τη Μεγαλόπολη της Αρκαδίας με 20.000 πεζούς και 200 ιππείς της συμμαχίας των Σπαρτιατών. Η σύγκρουση πολύ σφοδρή και παρά τη σθεναρή αντίσταση των ίδιων των Σπαρτιατών η συμμαχική τους δύναμη διαλύθηκε και σκοτώθηκε ο Άγις. Ο Αλέξανδρος το πληροφορήθηκε, όταν βρισκόταν ή όταν πλησίαζε στα Εκβάτανα, και λέγεται ότι χαρακτήρισε τη μάχη της Μεγαλόπολης ως «μάχη ποντικών». Κατά τον Κούρτιο, ο Αντίπατρος πληροφορήθηκε το περιφρονητικό σχόλιο και γι’ αυτό έφερε το θέμα της τιμωρίας των Σπαρτιατών στο Κοινό Συνέδριο των Ελλήνων, άποψη που δεν αντέχει σε σοβαρή κριτική. Είναι αδιανόητο να δεχθούμε ότι ο Αντίπατρος δεν είχε λάβει από τον Αλέξανδρο ένα γενικό πλαίσιο δράσης, διότι τότε προκύπτει το παιδαριώδες ερώτημα τι είδους επίτροπος ήταν ο Αντίπατρος και τι είδους εξουσία άφησε στην Ελλάδα ο Αλέξανδρος. Η γενική εικόνα που προκύπτει από τις αρχαίες πηγές είναι ότι την ουσιαστική εξουσία στην Ευρώπη την είχε ο Αντίπατρος και ότι ο Αλέξανδρος είχε ως πρωταρχικό μέλημα την κατάκτηση της Ασίας.
Η παραπομπή και κρίση των Σπαρτιατών στο Κοινό Συνέδριο των Ελλήνων οπωσδήποτε προβλεπόταν από την ιδρυτική του πράξη και εν πάσει περιπτώσει είναι λογικότερο ο Αντίπατρος να ζήτησε οδηγίες από τον Αλέξανδρο, παρά να καθόρισε τις ενέργειές του με βάση κάποιο σχόλιο. Ίσως ο Αντίπατρος να σκέφθηκε όπως και οι Σπαρτιάτες, όταν νίκησαν τους Αθηναίους και αρνήθηκαν τις εισηγήσεις των συμμάχων τους να καταστρέψουν την Αθήνα, διότι «δεν ήθελαν να βγάλουν το ένα από τα δύο μάτια της Ελλάδας». Ίσως γι’ αυτόν το λόγο και παρά τα πολλά και διάφορα επιχειρήματα, που ακούστηκαν στο Κοινό Συνέδριο, τελικά αποφασίσθηκε να αθωωθούν οι Τεγεάτες, εκτός από τους πρωτεργάτες της αποστασίας, να καταδικαστούν οι Αχαιοί, να επιβληθεί πρόστιμο 120 ταλάντων στους Ηλείους και να προωθηθεί το θέμα των Σπαρτιατών για λήψη οριστικής απόφασης στον Αλέξανδρο. Προφανώς το θέμα διαβιβάσθηκε συνοδευόμενο με κάποια θετική εισήγηση, διότι οι Σπαρτιάτες του έστελναν πρέσβεις, για να ζητήσουν συγγνώμη και να ανταλλάξουν εγγυήσεις, ενώ ο Αντίπατρος είχε πάρει ως ομήρους 50 από τους επιφανέστερους Σπαρτιάτες, για να εξασφαλίσει την ηρεμία των υπολοίπων.
Ο Παρμενίων είχε αναλάβει το ευαίσθητο θέμα της μεταφοράς του θησαυρού της Περσέπολης στα Εκβάτανα. Όταν έφτασε με την τεράστια και βραδυκίνητη φάλαγγα των μεταφορικών κτηνών, τον παρέδωσε στον Άρπαλο, τον θησαυροφύλακα της στρατιάς. Αυτός με 6.000 Μακεδόνες, λίγους ιππείς και ψιλούς είχε αναλάβει τη φύλαξή του στην ακρόπολη των Εκβατάνων, της πρωτεύουσας της Μηδίας, η οποία λεγόταν ότι είχε περίμετρο 50 στάδια (περίπου 9,2 χμ και έκταση περί τα 6,8 τχμ).
Από τα Εκβάτανα ξεκίνησε η επόμενη φάση των επιχειρήσεων, που θα διεξάγονταν σε τρία μέτωπα ταυτοχρόνως. Ο Παρμενίων διατάχθηκε να προελάσει με τους ξένους, τους Θράκες και όλο το ιππικό πλην του εταιρικού προς την Υρκανία (Βαρκάνα = χώρα των λύκων) μέσω της χώρας των Καδουσίων. Ο Κλείτος από τα Σούσα, όπου είχε παραμείνει λόγω ασθενείας, έφτασε στα Εκβάτανα και με τη φρουρά, που είχε συνοδεύσει ως εκεί το θησαυρό της Περσέπολης, προέλασε στην Παρθυαία (Παρθάβα). Ο Αλέξανδρος επικεφαλής του ιππικού των εταίρων, των προδρόμων, των μισθοφόρων του Εριγύιου, της μακεδονικής φάλαγγας, των τοξοτών και των Αγριάνων έσπευσε να καταδιώξει τον Δαρείο. Προέλασε από τα Εκβάτανα προς τις Ράγες (νότια της Τεχεράνης) όχι επί της Βασιλικής Οδού, αλλά στο συντομότερο και δυσκολότερο δρομολόγιο, με μία πορεία τόσο σύντονη, ώστε πολλοί στρατιώτες έμεναν πίσω από το κύριο σώμα του στρατού και οι ίπποι πέθαιναν από την εξάντληση. Μετά από 11 ημέρες εξοντωτικά ταχείας καταδίωξης και αφού κάλυψε 3.300 στάδια (δηλαδή κάλυπτε 300 στάδια ή 55,5 χμ ημερησίως, όταν η κανονική ταχύτητα ήταν 196 στάδια ή 36 περίπου χμ ημερησίως) έφτασε σε απόσταση ενός σταθμού από τις Κάσπιες Πύλες (Τάνγκ-ι-σαρ-νταράχ), τις οποίες είχε ήδη περάσει ο Δαρείος. Κάποιοι από την ακολουθία του τον είχαν εγκαταλείψει και γύριζαν στις πατρίδες τους, ενώ αρκετοί παραδόθηκαν στον Αλέξανδρο, ο οποίος έκρινε τότε ότι δεν μπορούσε να τον προλάβει τον αντίπαλό του και ξεκούρασε εκεί το στρατό του επί 5 ημέρες. Όρισε σατράπη της Μηδίας τον Πέρση, Οξυδάτη, τον οποίο ο Δαρείος είχε φυλακίσει στα Σούσα. Αυτό τον καθιστούσε έμπιστο στα μάτια του Αλεξάνδρου.
Από τις Ράγες προέλασε προς τις πύλες, τις πέρασε και την επόμενη μέρα προχώρησε ως το τέλος της κατοικημένης περιοχής (μάλλον την όαση Ντεχ Νεμάκ). Επειδή πληροφορήθηκε ότι από εκεί και πέρα άρχιζε η έρημος, έστειλε τον Κοίνο να συγκεντρώσει τρόφιμα. Τότε ο Βαγιστάνης, ένας ευγενής Βαβυλώνιος, και ο Αντίβηλος, γιος του Μαζαίου, αυτόμολοι και οι δύο από το στρατόπεδο του Δαρείου τον πληροφόρησαν ότι ο Βήσσος, σατράπης των Βακτρίων, ο χιλίαρχος του ιππικού Ναβαρζάνης και ο Βαρσαέντης, σατράπης των Δραγγών και Αραχωτών, είχαν συλλάβει το Δαρείο. Ήταν σαφές ότι έγινε πραξικόπημα από άτομα με πατριωτικό ζήλο. Ο Μέγας Βασιλεύς είχε αποτύχει ακόμη και να ανακόψει την ταχύτητα προέλασης του εισβολέα. Σε δύο μεγάλες μάχες ηγήθηκε προσωπικά του στρατού και ήταν ο πρώτος, που τράπηκε σε φυγή. Ο βασιλιάς αυτός έχασε το σύνολο σχεδόν των εδαφών της αχανούς χώρας τους και με την ασταμάτητη φυγή του δεν μπορούσε να τονώσει τον πατριωτισμό κανενός. Αντίθετα τους εξωθούσε όλους να αναζητήσουν μόνοι τους τη σωτηρία, με όποιο τρόπο μπορούσαν. Έτσι συναγωνίζονταν όλοι ποιος θα προσφέρει περισσότερα στον Αλέξανδρο, ώστε να πετύχει περισσότερα προνόμια στην νέα τάξη πραγμάτων. Αυτό πολλαπλασίαζε την ισχύ του Αλεξάνδρου και μείωνε την ισχύ τόσο του Δαρείου προσωπικά όσο και της περσικής αντίστασης συνολικά. Ο Βήσσος προφανώς είχε κριθεί από τους υπόλοιπους πατριώτες ως ο ικανότερος να ανακόψει την επιταχυνόμενη κατάρρευση του κράτους και να συγκροτήσει αντιστασιακό μέτωπο.
Ο Αλέξανδρος ξεκίνησε την καταδίωξη χωρίς να περιμένει τον Κοίνο. Πήρε μαζί του ένα ελαφρύ και ταχυκίνητο τμήμα, αποτελούμενο από τους εταίρους, τους πρόδρομους ιππείς, και τους πιο εύρωστους και ελαφρά οπλισμένους πεζούς, αφήνοντας τους υπόλοιπους στον Κρατερό. Οι άνδρες του είχαν μόνο τα όπλα τους και τρόφιμα και νερό για δύο ημέρες. Έκανε άλλη μία σύντονη πορεία όλη τη νύχτα μέχρι το επόμενο μεσημέρι. Συνέχισε την πορεία το επόμενο βράδυ και τα χαράματα έφτασε στο στρατόπεδο, όπου είχε γίνει το πραξικόπημα. Δεν βρήκε τους εχθρούς, αλλά πληροφορήθηκε ότι ο Βήσσος μετέφερε το Δαρείο σε αρμάμαξα (κλειστή άμαξα) και ότι οι Βάκτριοι ιππείς και οι άλλοι βάρβαροι τον είχαν ανακηρύξει αρχηγό τους. Ο Αρτάβαζος, τα παιδιά του και οι πιστοί στον Δαρείο Έλληνες μισθοφόροι δεν κατόρθωσαν να αποτρέψουν το πραξικόπημα και κατέφυγαν στα βουνά μη θέλοντας να έχουν ανάμιξη. Πληροφορήθηκε ακόμη ότι, αν τους προλάβαινε, οι δεσμοφύλακες του Δαρείου σκόπευαν να τον παραδώσουν έναντι ανταλλαγμάτων, αν όμως εγκατέλειπε την καταδίωξη, θα κυβερνούσαν από κοινού τις ελεύθερες σατραπείες. Τα γεγονότα, που ακολούθησαν δείχνουν ότι η πληροφορία αυτή ή ήταν εξ αρχής ανακριβής είτε ο Βήσσος είχε παραπλανήσει ως προς τις πραγματικές του προθέσεις ακόμη και τους στενότερους συνεργάτες του.
Ο Αλέξανδρος έπρεπε οπωσδήποτε να συλλάβει τον Βήσσο και τον Δαρείο. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη επιστολή του δήλωνε ευθέως την πρόθεσή του να γίνει ο νέος Μέγας Βασιλεύς, Βασιλεύς Βασιλέων και Βασιλεύς της Ασίας. Ο Δαρείος θα γινόταν υποτελής βασιλιάς, που θα κυβερνούσε τους Πέρσες για λογαριασμό του Αλεξάνδρου. Το ενδεχόμενο αυτό ήταν εφιαλτικό για τους Πέρσες πατριώτες, διότι κάθε αντάρτικη πατριωτική κίνηση κατά του Αλεξάνδρου, θα στρεφόταν πρώτα κατά του νόμιμου Πέρση βασιλιά. Αυτό θα την καθιστούσε παράνομη και θα δυσκόλευε τη στρατολόγηση ανταρτών. Οι Πέρσες πατριώτες λοιπόν δεν μπορούσαν να αφήσουν το Δαρείο να συλληφθεί ζωντανός και να μετατραπεί σε ανδρείκελο. Ο Αλέξανδρος πάλι δεν ήθελε να αντιμετωπίσει το φαινόμενο της Λερναίας Ύδρας και να καταδιώκει βασιλιάδες, ηγεμόνες και οπλαρχηγούς. Έπρεπε να αποτρέψει το αντάρτικο ή να το καταπνίξει εν τη γενέσει του. Δεν είχε λοιπόν χρόνο για χάσιμο και συνέχισε την καταδίωξη παρά την εξουθένωση των ανδρών του. Πορεύθηκαν όλο το βράδυ και το επόμενο μεσημέρι έφτασαν σ’ ένα χωριό, όπου την προηγουμένη είχαν στρατοπεδεύσει οι δεσμοφύλακες του Δαρείου. Άνδρες και ίπποι βρίσκονταν στα όρια της κατάρρευσης από την ταλαιπωρία, αλλά ο Αλέξανδρος ζήτησε από τους ντόπιους να του υποδείξουν το δρομολόγιο του Βήσσου και κάποιο άλλο πιο σύντομο.
Εκείνοι του τα υπέδειξαν και τον προειδοποίησαν ότι το πιο σύντομο δρομολόγιο προχωρούσε 80 χμ μέσα στην Μεγάλη Αλμυρά Έρημο και δεν είχε νερό. Σ’ αυτό το δρομολόγιο τοποθετεί ο Πλούταρχος το γνωστό περιστατικό: ενώ ήταν όλοι ταλαιπωρημένοι από την σύντονη και δύσκολη καταδίωξη και την έλλειψη νερού, κάποιος προσέφερε στον Αλέξανδρο λίγο νερό μέσα σε ένα κράνος. Εκείνος το αρνήθηκε επιδεικτικά, επειδή δεν υπήρχε νερό για τους ιππείς του, κι εκείνοι κραύγασαν ενθουσιασμένοι να συνεχίσουν την καταδίωξη, διότι με τέτοιο βασιλιά ούτε διψούσαν ούτε κουράζονταν ούτε θεωρούσαν τους εαυτούς τους θνητούς. Το περιστατικό αυτό τοποθετείται από άλλους συγγραφείς σε άλλα σημεία. Σύμφωνα με τον Κούρτιο συνέβη κατά την καταδίωξη του Βήσσου και ο Αλέξανδρος αρνήθηκε να πιει, διότι οι στρατιώτες το είχαν συλλέξει για τα παιδιά τους, που διψούσαν. Κατά τον Αρριανό συνέβη στην έρημο της Γεδρωσίας. Υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες της καταδίωξης χρειαζόταν ψιλούς, οι οποίοι όμως δεν μπορούσαν να ακολουθήσουν με την αναγκαία ταχύτητα. Διέταξε τότε 500 ιππείς να αφιππεύσουν και στους ίππους τους να ανεβούν ισάριθμοι πεζοί, οι πιο γεροδεμένοι και διακεκριμένοι στις μάχες, αυτοί που ο Κούρτιος αποκαλεί εσφαλμένα διμάχους. Διέταξε ακόμη τον Νικάνορα του Παρμενίωνα, τον αρχηγό των υπασπιστών και τον Άτταλο, τον αρχηγό των Αγριάνων, να οδηγήσουν τους άνδρες τους με την ελάχιστη δυνατή εξάρτηση μάχης και τη μέγιστη δυνατή ταχύτητα στο δρομολόγιο του Βήσσου και των συνεργατών του. Οι υπόλοιποι πεζοί έπρεπε να ακολουθήσουν με πλήρη εξάρτηση μάχης και κανονική ταχύτητα προέλασης. Ο Αλέξανδρος ξεκίνησε με το ταχυκίνητο απόσπασμά του κατά το σούρουπο και είχε διανύσει περί τα 400 στάδια (περίπου 74 χμ) (απόσταση σχεδόν διπλάσια από το κανονικό), όταν τα ξημερώματα εντόπισε τους βαρβάρους. Ήταν κι αυτοί εξουθενωμένοι από την εξοντωτική υποχώρηση, προχωρούσαν άτακτα και είχαν πετάξει τις ασπίδες τους, για να αυξήσουν την ταχύτητά τους. Μόλις είδαν τον Αλέξανδρο και τους άνδρες του, οι περισσότεροι τράπηκαν σε φυγή και οι ελάχιστοι, που όρμησαν να αντισταθούν, με τις πρώτες τους απώλειες τράπηκαν κι αυτοί σε φυγή. Ο Σατιβαρζάνης και ο Βαρσαέντης ζήτησαν από το Δαρείο να τους ακολουθήσει έφιππος, αλλά εκείνος αρνήθηκε. Τα πράγματα είχαν εξελιχθεί άσχημα και δεν ήταν δυνατόν να παραχωρήσουν στον Αλέξανδρο ακόμα μία νίκη, τη σύλληψη του Μεγάλου Βασιλέως. Η αιχμαλωσία και ποδηγέτησή του από τον εισβολέα ήταν ο χειρότερος εφιάλτης των πατριωτών Περσών, έτσι τον τραυμάτισαν θανάσιμα και διέφυγαν με 600 ιππείς υπό τον Βήσσο.
Οι διηγήσεις για τις τελευταίες στιγμές του Δαρείου διαφέρουν από συγγραφέα σε συγγραφέα, όλες όμως έχουν την ίδια επιδίωξη, δηλαδή την εξιδανίκευση της προσωπικότητας του Αλεξάνδρου. Οι σχετικές παραλλαγές έχουν ως εξής:
Κατά τον Αρριανό ο Δαρείος πέθανε λίγο μετά τον θανάσιμο τραυματισμό του και ο Αλέξανδρος δεν τον πρόλαβε ζωντανό.
Κατά τον Πλούταρχο, κάποιος Έλληνας μισθοφόρος ονόματι Πολύστρατος βρέθηκε κοντά στο ετοιμοθάνατο Δαρείο και του έδωσε λίγο νερό. Εκείνος στενοχωρήθηκε, που δεν μπορούσε να του ανταποδώσει την ευεργεσία, αλλά τον διαβεβαίωσε ότι αντ’ αυτού θα τον ευεργετούσε ο Αλέξανδρος. Όταν βρήκε το άψυχο σώμα του Δαρείου, ο Αλέξανδρος έβγαλε τη χλαμύδα του και το σκέπασε.
Ο Διόδωρος λέει απλώς ότι ο Αλέξανδρος δεν πρόλαβε ζωντανό τον Δαρείο.
Σύμφωνα με άλλους ιστορικούς, τα γραπτά των οποίων δε διασώθηκαν, ο Αλέξανδρος πρόλαβε ζωντανό τον Δαρείο, τον συμπόνεσε για τις ατυχίες του και ο Δαρείος ζήτησε από τον Αλέξανδρο να εκδικηθεί τη δολοφονία του. Εκείνος δέχθηκε και καταδίωξε τον Βήσσο.
Ο Κούρτιος λέει ότι τον ημιθανή Δαρείο ανακάλυψε ο Μακεδόνας Πολύστρατος, αλλά το υπόλοιπο κείμενό του δεν διασώθηκε.
Κατά τον Ιουστίνο μετά από άκαρπη καταδίωξη πολλών χιλιομέτρων ο Αλέξανδρος επέτρεψε στους άντρες του να ξεκουραστούν και τότε ένας απ’ αυτούς βρήκε την αρμάμαξα, όπου ξεψυχούσε ο Δαρείος μαχαιρωμένος αρκετές φορές. Έφεραν ένα Πέρση αιχμάλωτο και ο Δαρείος είπε ότι τουλάχιστον παρήγορο μέσα στη δυστυχία του που θα μιλούσε σε κάποιον, που θα καταλάβαινε τη γλώσσα του και δεν θα χάνονταν τα τελευταία λόγια του. Μετά ζήτησε να μεταφέρουν στον Αλέξανδρο τις ευχαριστίες του, διότι αν και εχθρός φρόντισε την οικογένειά του, ενώ οι συγγενείς του δολοφόνησαν τον ίδιο. Επίσης παρακαλούσε τον Αλέξανδρο να φροντίσει για την ταφή του και τον διαβεβαίωνε ότι προσευχόταν στους θεούς να τον κάνουν κυρίαρχο όλου του κόσμου.
Ο Δαρείος δολοφονήθηκε σε ηλικία περίπου 50 ετών, τον μήνα Εκατομβαιώνα, δηλαδή μεταξύ 16ης Ιουλίου και 15ης Αυγούστου του 330 π.Χ. Μαζί του πέθανε και η Αχαιμενιδική αυτοκρατορία, η πρώτη πραγματική αυτοκρατορία. Δεν φαίνεται να ήταν δειλός, αλλά η προσωπική γενναιότητα από μόνη της δεν είναι αρκετό προσόν για έναν βασιλιά, πολύ περισσότερο για τον κοσμοκράτορα. Το 336 π.Χ, όταν κατέλαβε το θρόνο του Μεγάλου Βασιλέως, βρήκε το εκστρατευτικό σώμα του Φιλίππου ήδη να επιχειρεί στη Μ. Ασία, επωφελούμενο από την επανάσταση της Αιγύπτου. Λίγους μήνες αφότου υπέταξε και πάλι την Αίγυπτο, του επιτέθηκε ο Αλέξανδρος κι έκτοτε βρισκόταν σε συνεχείς εχθροπραξίες, στις οποίες απέτυχε να τον αναχαιτίσει. Και στις δύο μάχες, που οδήγησε τα περσικά στρατεύματα ως ανώτατος στρατιωτικός διοικητής, ηττήθηκε και τράπηκε σε φυγή από τους πρώτους, εγκαταλείποντας πίσω του τα βασιλικά σύμβολα. Στη μάχη της Ισσού εγκατέλειψε την οικογένειά του και στη μάχη των Γαυγαμήλων κατέστρεψε τη μεγαλύτερη στρατιά του πολέμου. Κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, ο Αρριανός, χωρίς να τον θεωρεί ως κακό βασιλιά, τον αξιολογεί ως ανεπαρκή στρατιωτικό, και τον σκιαγραφεί με περιφρόνηση, διαχωρίζοντάς τον εμμέσως από τους υπόλοιπους Πέρσες, που αγωνίσθηκαν γενναία: «…στα μεν πολεμικά πράγματα περισσότερο από κάθε άλλον ήταν δειλός και χωρίς υγιή σκέψη, στα δε άλλα δεν άφησε πίσω του καμία σκληρή πράξη… φυγάς στο ίδιο του το βασίλειο, βασιλιάς και δεσμώτης ταυτόχρονα, συρόταν ντροπιασμένος και προδομένος από τους πιο έμπιστους ανθρώπους του. Αυτά συνέβησαν στο Δαρείος όσο ζούσε, όταν όμως πέθανε, ο Αλέξανδρος τον κήδευσε με βασιλικές τιμές, ανέθρεψε και μόρφωσε τα παιδιά του, σαν να ήταν ακόμη βασιλιάς ο Δαρείος, και τελικά έγινε γαμπρός του».
Η καταδίωξη των δολοφόνων του Δαρείου ήταν εντελώς αδύνατη, διότι οι Μακεδόνες είχαν εξουθενωθεί από την ασταμάτητη καταδίωξη και είχαν τελειώσει τα τρόφιμα και το νερό τους. Έτσι ο Αλέξανδρος σταμάτησε εκεί και έστειλε το σώμα του να ταφή στους βασιλικούς τάφους δίπλα στους άλλους Πέρσες βασιλείς, δείχνοντας το σεβασμό του προς τον νεκρό αντίπαλό του. Ο ίδιος κέρδισε πολιτικώς με αυτή την ενέργεια, αφού δεν είναι λίγοι όσοι υποστήριξαν ότι ο Αλέξανδρος θρήνησε για το θάνατο του αντιπάλου του. Ο Δαρείος πάλι υπέστη μεταθανατίως μία ακόμα ήττα, αφού ο τάφος, που είχε αρχίσει να χτίζει για τον εαυτό του, ήταν ημιτελής.
Υρκανία, Ταπουρία και Μαρδιανή - Η βασίλισσα των Αμαζόνων – Παρθυαία, Αρεία και Δραγγιανή
(Αρριανός Γ.23-24, Πλούταρχος Αλέξανδρος 45.1-4, 47.1-4, Διόδωρος ΙΖ.74.3, 75.3-κ.ε., 76.2-4, 77.1-4, 78.1, 110.7, Κούρτιος 5.6.17-20, 6.2.15-4.1-2, 5.10, 24-32, 6.8, 18-32, Ιουστίνος 12.3.2-8,10, Ξενοφών Κύρου Ανάβασις Β.V.23)
Με την περισυλλογή του σώματος του τελευταίου Αχαιμενίδη βασιλιά, έληξε και τυπικά η εντολή του Κοινού Συνεδρίου των Ελλήνων προς τον Αλέξανδρο για εκστρατεία κατά των Περσών. Η καταστροφή της Περσέπολης είχε σηματοδοτήσει ακόμη και για τους Μακεδόνες το πέρας της εκστρατείας. Με το θάνατο του Δαρείου τακτοποιήθηκε και η τελευταία εκκρεμότητα και περίμεναν πλέον από τον Αλέξανδρο να τους ανακοινώσει επισήμως ότι η εκστρατεία είχε τελειώσει και θα άρχιζε η επάνοδος στην πατρίδα. Ο Αλέξανδρος όμως δεν είχε τέτοια πρόθεση και συγκάλεσε την εκκλησία των Μακεδόνων, για να τους πείσει να συνεχίσουν την εκστρατεία, όπως συμφωνούν σχεδόν όλοι οι ιστορικοί. Ο Αρριανός δεν κάνει καμία απολύτως αναφορά και ως συνήθως ο μεν Κούρτιος είναι στομφώδης και εφευρετικός ο δε Ιουστίνος εξαιρετικά συνοπτικός. Το κείμενο του Πλούταρχου, που είναι το πιο ενδιαφέρον, έχει χάσμα σ’ εκείνο το σημείο, αλλά από το σωζόμενο τμήμα βλέπουμε τον Αλέξανδρο να επιχειρηματολογεί, όπως και αργότερα στις όχθες του Υδάσπη, αλλά επιτυχώς αυτή τη φορά. «Υπάρχουν ακόμη σατραπείες, τις οποίες δεν υποτάξαμε. Αν αρχίσουμε την απαγκίστρωση και την υποχώρηση, οι βάρβαροι θα μας θεωρήσουν περαστικούς επιδρομείς, θα πάρουν θάρρος, θα μας επιτεθούν και θα μας καταδιώξουν ως τα παράλια. Μακεδόνες, εγώ κατακτώ την οικουμένη με τη βοήθειά σας και για λογαριασμό σας κι εσείς με εγκαταλείπετε! Θέλετε να συνεχίσω την εκστρατεία μόνος μου, με τους εταίρους και τους εθελοντές. Αφού λοιπόν αυτό θέλετε, φύγετε!». Τα υπολογισμένα λόγια του έθιξαν τους Μακεδόνες στο φιλότιμο και σύσσωμοι του φώναξαν με ενθουσιασμό να τους οδηγήσει, σε όποιο μέρος της οικουμένης ήθελε. Αυτά ακριβώς τα λόγια δείχνουν ότι οι μεν (περισσότεροι) ευγενείς Μακεδόνες συμμερίζονταν το στρατηγικό σχεδιασμό του Αλεξάνδρου, οι δε απλοί Μακεδόνες απλώς ήθελαν να επιστρέψουν στις οικογένειές τους.
Σύμφωνα με τους αρχαίους ιστορικούς, ο Αλέξανδρος πέτυχε την ενθουσιώδη (μάλλον δια βοής) υπερψήφιση της πρότασής του. Ωστόσο, δεν πήρε εντολή εν λευκώ και το γνώριζε, όπως ασφαλώς γνώριζε ποιοι επιφανείς Μακεδόνες αριστοκράτες διαφωνούσαν. Από τη στιγμή εκείνη ξεκινούσε ο αγώνας του για την υλοποίηση της αυστηρά προσωπικής φιλοδοξίας να γίνει κυρίαρχος όλου του κόσμου. Αυτή η φιλοδοξία ήταν ξένη προς τη νοοτροπία όλων των Ελλήνων τα δε μέσα, που αναγκάσθηκε να χρησιμοποιήσει, προσέκρουαν σε βασικές αρχές του ελληνικού πολιτισμού και δοκίμαζαν την ανοχή ακόμη και των πιστότερων Μακεδόνων. Εφεξής ο Αλέξανδρος έπρεπε να γίνεται όλο και περισσότερο Ασιάτης, όλο και λιγότερο Έλληνας, όλο και πιο ξένος προς τους συμπατριώτες του. Έπρεπε διαρκώς να τους δωροδοκεί και να τους πειθαναγκάζει, για να τους κρατήσει βραχυπρόθεσμα κοντά του, ενώ μακροπρόθεσμα δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για νέες προστριβές και εντάσεις με τους έμπιστους ανθρώπους του.
Το καλοκαίρι του 330 στην Εκατόμπυλο ανασύνταξε τις δυνάμεις του και στράφηκε προς την Υρκανία. Ήθελε να καταδιώξει τους Έλληνες μισθοφόρους του Δαρείου, που είχαν καταφύγει στα όρη των Ταπούρων, αλλά και να υποτάξει τους ίδιους τους Ταπούρους. Χώρισε το στρατό του σε τρία τμήματα και ο ίδιος πήρε πάλι το συντομότερο και δυσκολότερο δρομολόγιο επικεφαλής του μεγαλύτερου και ελαφρύτερα οπλισμένου τμήματος. Εναντίον των Ταπούρων έστειλε τον Κρατερό με την τάξη του, την τάξη του Αμύντα, μερικούς τοξότες και λίγους ιππείς. Ο Εριγύιος επικεφαλής του τρίτου και βαρύτερου τμήματος με τους μισθοφόρους, το υπόλοιπο ιππικό, τις άμαξες, τα σκευοφόρα και όλους τους υπόλοιπους ακολούθησε τη Βασιλική Οδό, για να μπει στη χώρα. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Αλέξανδρος πριν ακόμη εισβάλει στην Υρκανία, είχε ορίσει νέο σατράπη της τον Παρθυαίο, Αμμινάπη, έναν από τους αξιωματούχους που του είχαν παραδώσει την Αίγυπτο. Η Υρκανία υπήρξε μία από τις σημαντικότερες σατραπείες των Αχαιμενιδών και η εύφορη γη της, που ερχόταν σε αντίθεση με την τραχεία και άγρια Μηδία και Περσίδα, εντυπωσίασε τους αρχαίους συγγραφείς.
Μία σημαντική παρατήρηση είναι ότι με βάσει τα προηγούμενα, θα περιμέναμε να δούμε και τις δυνάμεις του Παρμενίωνα να δρουν στην ευρύτερη περιοχή. Επειδή η Καδουσία, ο πρώτος στόχος, που του είχε ανατεθεί, δεν αναφέρεται ότι υποτάχθηκε σε άλλη φάση ούτε ότι έμεινε αυτόνομη, πρέπει να συμπεράνουμε ότι την κατέλαβε ο Παρμενίων. Ίσως δεν εισέβαλε στην Υρκανία, διότι αποστολή του ήταν να εγκαταστήσει προγεφυρώματα, τα οποία απλώς δεν αναφέρονται. Ίσως πάλι, να είχαν ανακληθεί στο μεταξύ για κάποιον αδιευκρίνιστο λόγο οι αρχικές του διαταγές και να παρέμεινε στα Εκβάτανα, μέχρι τη δολοφονία του λίγους μήνες αργότερα. Δεν γνωρίζουμε αν όλοι οι εταίροι συμφωνούσαν με το στρατηγικό σχεδιασμό του Αλεξάνδρου και την κατάληψη του συνόλου της αχαιμενιδικής επικράτειας (αν και ο Αλέξανδρος είχε ακόμη μεγαλύτερες φιλοδοξίες), πάντως ο Παρμενίων φέρεται να είχε δηλώσει καθαρά ότι θα ήταν ικανοποιημένος με πολύ λιγότερα εδάφη, απ’ όσα είχαν ήδη καταλάβει ως εκείνη τη στιγμή. Ίσως ο Αλέξανδρος να έκρινε ότι στις ούτως ή άλλως κρίσιμες και εφεξής ακόμη κρισιμότερες ενδομακεδονικές ισορροπίες δεν τον εξυπηρετούσαν άλλες επιτυχίες του Παρμενίωνα, αντίθετα τον συνέφερε ένας εν τιμή παροπλισμός του μακρυά απ’ την Αυλή. Ίσως ο Παρμενίων να ήταν απλώς ο πιο έμπιστος και ικανός αξιωματικός του, στον οποίο ανέθετε ουσιαστικά τη εποπτεία όλων των εδαφών δυτικά των Εκβατάνων, και για το λόγο αυτό τον αποδέσμευσε από την πολεμική δράση στο ανατολικό μέτωπο.
Ο Αλέξανδρος με το τμήμα του πέρασε τα πρώτα βουνά και στρατοπέδευσε. Με τους υπασπιστές και τους πιο ελαφρά οπλισμένους φαλαγγίτες και μερικούς τοξότες μπήκε σε ένα δύσβατο μονοπάτι. Στα επικίνδυνα σημεία άφηνε φρουρές, ώστε να μην μπορέσουν να επιτεθούν στις οπισθοφυλακές οι βάρβαροι, που κατείχαν τα βουνά. Βγήκε στην πεδιάδα και στρατοπέδευσε κοντά σε ένα ποταμάκι περιμένοντας τους υπόλοιπους. Εκεί του παραδόθηκαν οι επιφανέστεροι της συνοδείας του Δαρείου, μεταξύ των οποίων ο σατράπης της Υρκανίας και Παρθυαίας, Φραταφέρνης, και ο χιλίαρχος του ιππικού, Ναβαρζάνης. Αυτός ήταν από τους πρωταγωνιστές της ανατροπής και σύλληψης του Δαρείου, όμως τελικά αποστασιοποιήθηκε για κάποιον αδιευκρίνιστο λόγο, αντίθετα ο Φραταφέρνης είχε πολύ σοβαρό λόγο να παραδοθεί. Ο Βήσσος τον είχε παύσει και στη θέση του είχε ορίσει άλλο σατράπη. Παραδιδόμενος μπορούσε να ελπίζει σε κάποιο αξίωμα και πράγματι, παρέμεινε σατράπης της Παρθυαίας, όχι όμως και της Υρκανίας, όπου είχε ήδη τοποθετηθεί άλλος σατράπης. Ήταν οφθαλμοφανές το κίνητρο του Φραταφέρνη και ο Αλέξανδρος το γνώριζε. Του έδωσε λοιπόν αυτό, που ήθελε, διότι το κοινό συμφέρον θεμελιώνει τις αποδοτικότερες και μακροβιότερες συνεργασίες. Την εποπτεία της Παρθυαίας ανέλαβε ο εταίρος Τληπόλεμος του Πυθοφάνη.
Τέσσερις ημέρες αργότερα, το τμήμα του Αλεξάνδρου είχε επανενωθεί και προέλασε προς την πρωτεύουσα της Υρκανίας, τη Ζαδράκαρτα (Σάρι Κάρτα ή Σάρι), όπου έφτασαν και τα άλλα δύο τμήματα, του Κρατερού και του Εριγύιου. Ο Κρατερός είχε υποτάξει όλη την περιοχή, άλλοτε ειρηνικά και άλλοτε δια της βίας, αλλά δεν είχε βρει τους μισθοφόρους του Δαρείου. Στην πόλη αυτή του παραδόθηκαν ο Αρτάβαζος με τρεις από τους γιους του, τον Κωφήνα, τον Αριοβαρζάνη και τον Αρσάμη, και ο σατράπης των Ταπούρων, ο Αυτοφραδάτης. Ο Αλέξανδρος τους τίμησε, διότι παρέμειναν πιστοί στο Δαρείο, αλλά κυρίως διότι προτίμησαν να συνεργασθούν με εκείνον και όχι με τον Βήσσο. Ειδικά ο Αρτάβαζος αν και δεν ήταν ο μόνος Πέρσης αριστοκράτης, τον οποίο τίμησε, στην κρίση του Αλεξάνδρου ίσως να βάρυναν οι ερωτικές σχέσεις που είχε συνάψει με την κόρη του, τη Βαρσίνη. Τον Αυτοφραδάτη μάλιστα τον διατήρησε στο αξίωμά του, διότι έκανε ολόκληρο ταξίδι από την Ταπουρία ως την Υρκανία, προκειμένου να παραδοθεί. Παρουσιάστηκαν ακόμη πρέσβεις των Ελλήνων μισθοφόρων του Δαρείου, που ζητούσαν συνθηκολόγηση. Ο Αλέξανδρος τους απάντησε ότι ήταν βαρύτατο ατόπημα το ότι «πολέμησαν υπέρ των βαρβάρων εναντίον της Ελλάδος και παρά τις κοινές αποφάσεις των Ελλήνων». Αρνήθηκε να δώσει εγγυήσεις και τους έθεσε στο δίλημμα, είτε να παραδοθούν στην απόλυτη και ανέλεγκτη κρίση του είτε να καταφύγουν οπουδήποτε μπορούσαν, για να σωθούν. Οι μισθοφόροι επέλεξαν το πρώτο. Δεν ήταν λίγοι οι άντρες του Αλεξάνδρου, Μακεδόνες και μη, που πολεμώντας όλα αυτά τα χρόνια εναντίον των Ελλήνων μισθοφόρων είχαν χάσει συντρόφους, είχαν τραυματιστεί οι ίδιοι και όλοι ανεξαιρέτως είχαν διαπιστώσει ότι οι Έλληνες αποτελούσαν το πιο αξιόμαχο τμήμα των Περσών. Όλοι αυτοί θα ήθελαν να πάρουν εκδίκηση και ασφαλώς κάποιοι θα είχαν δείξει τις προθέσεις τους στους πρέσβεις των Ελλήνων μισθοφόρων. Γι’ αυτό οι πρέσβεις ζήτησαν κάποιον, «για να τους οδηγήσει με ασφάλεια στο Μακεδονικό στρατόπεδο» και ο Αλέξανδρος τους έδωσε τον Ανδρόνικο του Αγέρρου.
Στη συνέχεια πήρε τους υπασπιστές, τους τοξότες, τους Αγριάνες, τις τάξεις του Κοίνου και του Αμύντα, το μισό εταιρικό ιππικό και τους ιππακοντιστές και στράφηκε κατά των Μάρδων, «που ήταν φτωχοί και γι' αυτό αξιόμαχοι». Επειδή κανείς δεν είχε εισβάλει στη χώρα τους πρόσφατα, δεν φοβήθηκαν εισβολή ούτε τώρα και δεν προπαρασκευάσθηκαν κατάλληλα. Η χώρα τους κατελήφθη εύκολα και πολλοί πιάστηκαν αιχμάλωτοι, ενώ όσοι διέφυγαν στα πανύψηλα και απόκρημνα βουνά τους, μόλις πλησίασε ο Αλέξανδρος, έστειλαν πρέσβεις και του παρέδωσαν τον εαυτό τους και τη χώρα τους. Τους υπήγαγε διοικητικά στον σατράπη των Ταπούρων.
Επιστρέφοντας στο στρατόπεδο, απ' όπου εκστράτευσε κατά των Μάρδων, βρήκε αιχμαλώτους τους πρέσβεις ελληνικών κρατών στην αυλή του Δαρείου. Ήταν από την Αθήνα, τη Σπάρτη, τη Σινώπη και την Καλχηδόνα (Χαλκηδόνα, σήμερα Καντίκιοϊ). Οι Σινωπείς και οι Καλχηδόνιοι δεν μετείχαν στο Κοινό Συνέδριο των Ελλήνων, διότι ήταν υποτελείς των Περσών. Ο Αλέξανδρος θεώρησε λοιπόν λογικό να στέλνουν πρέσβεις στον βασιλιά τους και τους άφησε ελεύθερους. Τους πρέσβεις των Σπαρτιατών, Καλλικρατίδα, Παύσιππο, Μόνιμο και Ονόμαντα καθώς και τον πρέσβυ των Αθηναίων, τον Δρωπίδη, τους φυλάκισε. Είχε επιστρέψει και ο Ανδρόμαχος συνοδεύοντας τους περίπου 1.500 Έλληνες μισθοφόρους των Περσών. Όσους είχαν προσληφθεί πριν την απόφαση του Κοινού Συνεδρίου των Ελλήνων για τον πόλεμο κατά των Περσών, ο Αλέξανδρος τους άφησε ελεύθερους. Τους άλλους τους ενέταξε υποχρεωτικά στο στρατό του υπό τις διαταγές του Ανδρόνικου και με τον ίδιο μισθό, που τους έδιναν οι Πέρσες. Μετά ξαναγύρισε στη Ζαδράκαρτα, στο ανάκτορο των Υρκανών, όπου έμεινε 15 ημέρες, κάνοντας τις συνήθεις τελετές, θυσίες και αγώνες. Δηλαδή, μόνο τις 2 ημέρες έκανε τελετές, τις άλλες 13 είχε μία πολύ σοβαρή απασχόληση.
Η βασίλισσα των Αμαζόνων, Θάλληστρις, κυβερνούσε την περιοχή μεταξύ του ποταμού Φάσιδος (Ριόν) και Θερμώδοντος. Ξεπερνούσε κατά πολύ τις άλλες Αμαζόνες στην ομορφιά, τη σωματική δύναμη και τη γενναιότητα. Είχε αφήσει στα σύνορα της Υρκανίας τον κύριο όγκο του στρατεύματός της και με 300 Αμαζόνες με πλήρη εξάρτηση μάχης πήγε στη Ζαδράκαρτα, για να συναντήσει τον Αλέξανδρο. Η Θάλληστρις του είπε ότι η πιο δυνατή και γενναία γυναίκα στον κόσμο και ήθελε να γεννήσει το γενναιότερο παιδί στον κόσμο. Διάλεξε λοιπόν για πατέρα του τον Αλέξανδρο, τον άντρα που ήταν αποδεδειγμένα ο καλύτερος από όλους. Ο Αλέξανδρος εντυπωσιασμένος από την εμφάνιση των Αμαζόνων και κολακευμένος από την πρόταση της βασίλισσάς τους, ανέστειλε προσωρινά την προέλαση και την καταδίωξη του Βήσσου. Μετά από δεκατρείς ημέρες συνεχούς ερωτικής συνευρέσεως με τη Θάλληστρι, και όταν πια εκείνη έκρινε ότι είχε συλλάβει, του είπε ότι θα του έστελνε το παιδί αν ήταν αγόρι και θα το κρατούσε αν ήταν κορίτσι. Ο Αλέξανδρος την έστειλε στην πατρίδα της δίνοντάς της πολλά δώρα. Αυτή είναι η διήγηση του Διόδωρου, του Κούρτιου και του Ιουστίνου. Ο Αρριανός και ο Πλούταρχος τοποθετούν σε μεταγενέστερο χρόνο το περιστατικό, το οποίο ωστόσο θεωρούν φανταστικό.
Σύμφωνα με τις αρχαίες πηγές, κάπου εδώ ο Αλέξανδρος άρχισε τη σταδιακή εφαρμογή του περσικού βασιλικού τυπικού. Τοποθέτησε στην Αυλή ραβδούχους ασιατικής καταγωγής, συγκρότησε σωματοφυλακή από τους επιφανέστερους ασιάτες ευγενείς υπό τον αδελφό του Δαρείου, Οξάρθη. Επίσης υιοθέτησε το περσικό βασιλικό διάδημα και την περσική βασιλική ενδυμασία εκτός από τις αναξυρίδες, τον κάνδυ και την τιάρα. Είχε επιλέξει ένα μίγμα της έντονα βαρβαρικής και αλλόκοτης Μηδικής και της πιο λιτής και σοβαρής Περσικής ενδυμασίας. Αρχικά τη φορούσε μόνο σε ιδιωτικές συναντήσεις, αλλά σιγά-σιγά άρχισε να τη φοράει και στις δημόσιες εμφανίσεις του. Μοίρασε στους εταίρους περσικά ενδύματα, φόρεσε στους ίππους περσική ιπποσκευή και πρόσθεσε στην ακολουθία του παλλακίδες, μία για κάθε νύχτα του χρόνου, και «ορδές ευνούχων, που έπαιζαν το ρόλο της γυναίκας», όπως ακριβώς ήταν το χαρέμι του Πέρση βασιλιά, αν και τις αλλαγές αυτές δεν τις επιδείκνυε πολύ για να μην προκαλεί τους Μακεδόνες. Για τον Αλέξανδρο, που ήθελε να γίνει Μέγας Βασιλεύς, Βασιλεύς Βασιλέων και Βασιλεύς της Ασίας αυτό ήταν επιβεβλημένη πολιτική επιλογή, για τους Μακεδόνες, που δεν μπορούσαν να κατανοήσουν την ιδέα της κοσμοκρατορίας, ήταν απλώς πολύ ενοχλητική συμπεριφορά. Αργότερα η συμπεριφορά αυτή θα γινόταν προσβλητική, αλλά προς το παρόν ο Αλέξανδρος μπορούσε να κατευνάζει τις φωνές δυσαρέσκειας με δωροδοκίες.
Όσο ακόμη ο Βήσσος δεν είχε εδραιώσει τη θέση του και δεν είχε καταστεί πόλος συσπείρωσης όλων των αξιωματούχων του Δαρείου, ο Αλέξανδρος θα τον αντιμετώπιζε ευκολότερα. Έπρεπε να τον συντρίψει το συντομότερο δυνατόν, για να παραμείνει μόνο εκείνος Βασιλιάς της Ασίας. Επίσης θα εξυπηρετούσε πολύ τις επιδιώξεις του, αν γινόταν ακόμη πιο ελκυστικός προς τους Πέρσες αξιωματούχους. Για να το πετύχει, έπρεπε να τους προσφέρει θέσεις εργασίας ανάλογες των προσόντων και των απαιτήσεών τους. Έπρεπε ακόμη να δείξει στους νέους υπηκόους του, ότι δεν θα άλλαζε τις συνήθειές τους ούτε θα αναστάτωνε τον τρόπο ζωής τους. Μόνο το πρόσωπο στο θρόνο του Μεγάλου Βασιλέως είχε αλλάξει. Η θεϊκή υπόσταση του Βασιλέα των Βασιλέων και ο τρόπος, με τον οποίο έπρεπε να τον αντιμετωπίζουν οι κοινοί θνητοί θα παρέμεναν αμετάβλητα.
Προελαύνοντας κατά του Βήσσου από την Υρκανία, διέσχισε την Παρθυαία κι έφτασε στη Σουσία (Τος). Αυτή η μεθοριακή πόλη της Αρείας (Χαράϊβα) ήλεγχε ένα από τα αρχαιότερα σταυροδρόμια, δυτικά προς τη Μεσόγειο, νότια προς τον Περσικό Κόλπο και τον Ινδικό Ωκεανό, βόρεια προς την Κεντρική Ασία και νοτιοανατολικά προς το Αφγανιστάν. Εκεί τον συνάντησε ο Σατιβαρζάνης, ο σατράπης των Αρείων και ένας από τους δολοφόνους του Δαρείου, τον οποίο Αλέξανδρος άφησε στη θέση του. Δεν πρέπει να ήταν ακόμη γνωστή η συμμετοχή του στη δολοφονία του Δαρείου, διότι τότε ο Αλέξανδρος δεν θα τον διατηρούσε στο αξίωμά του, για να μην προκαλέσει τους πιστούς στο Δαρείο αξιωματούχους, στους οποίους προσέβλεπε για τη διοίκηση της αυτοκρατορίας.
Τον έστειλε με 40 ιππακοντιστές υπό τον εταίρο Ανάξιππο, για να προετοιμάσουν τη διέλευση της στρατιάς από την Αρεία, έτσι ώστε να μην ενοχλήσουν τους κατοίκους με άσκοπες λεηλασίες εφοδίων. Το απόσπασμα του Ανάξιππου, ήταν τόσο εκπληκτικά μικρό, ώστε ήταν εντελώς συμβολικό. Φαίνεται ότι ο Αλέξανδρος βιαζόταν πολύ να αντιμετωπίσει τον Βήσσο και δεν ήθελε, ούτε να χάσει χρόνο ούτε να μειώσει τις δυνάμεις του, εγκαθιστώντας φρουρές στην Αρεία. Ο Σατιβαρζάνης πάλι, θα πρέπει να προσέφερε ό,τι χρειαζόταν ο Αλέξανδρος, κυρίως δε πληροφορίες για τα δρομολόγια και διοικητική μέριμνα.
Στη Σουσία παραδόθηκαν και κάποιοι Πέρσες αξιωματούχοι, που τον ενημέρωσαν ότι ο Βήσσος φορούσε τη βασιλική ενδυμασία και όρθια την τιάρα, ονομαζόταν Αρταξέρξης Δ΄ και αποκαλούνταν Βασιλιάς της Ασίας. Βρισκόταν στα Βάκτρα πλαισιωμένος από Πέρσες αξιωματούχους, πολλούς Βακτριανούς και περίμενε ενισχύσεις από τους Σκύθες. Σημειώνουμε ότι ο Ναβαρζάνης μόνο λίγες ημέρες αφού είχε πρωτοστατήσει στην ανατροπή του Δαρείου, παραδόθηκε στον Αλέξανδρο, όπως και πλήθος άλλοι αξιωματούχοι, που προτίμησαν να παραδοθούν στον κατακτητή παρά να πλαισιώσουν τον ηγέτη του διαφαινόμενου πατριωτικού μετώπου. Ο Βήσσος, αντί να πείσει για τους πατριωτικούς σκοπούς του, με την αυτοαναγόρευσή του σε διάδοχο του νόμιμου βασιλιά, ίσως να έδωσε την εντύπωση ότι εκμεταλλεύθηκε τις τραγικές για την αυτοκρατορία περιστάσεις, προκειμένου να πραγματοποιήσει τις προσωπικές του φιλοδοξίες.
Ενώ τελείωνε το καλοκαίρι του 330 π.Χ., ο Αλέξανδρος με όλο το στρατό του ξεκίνησε την πορεία κατά των Βάκτρων. Προφανώς ήθελε να τελειώνει το συντομότερο δυνατόν με τον Βήσσο, γι’ αυτό είχε επιλέξει το συντομότερο δρομολόγιο προς τα Βάκτρα, που ήταν ταυτόχρονα και το δυσκολότερο, αφού περνούσε μέσα από τη Μαργιανή και τις ερήμους της, όπως δηλώνουν με σαφήνεια ο Αρριανός κι ο Κούρτιος. Πρέπει να κινήθηκε προς τα βόρεια της Σουσίας, κατά μήκος της κοιλάδας του Άρειου ποταμού (που σ’ εκείνο το τμήμα σήμερα ονομάζεται Τετζέντ) ως το Μαρύ (ή Μέρβ) και από εκεί προς τα Βάκτρα. Η αριθμητική δύναμη του Αλεξάνδρου ήταν ο μοναδικός προβληματισμός σ’ αυτήν τη διαδρομή, που χρησιμοποιούνταν αιώνες πριν από τον Αλέξανδρο, ίσως μάλιστα να ήταν τμήμα του στρατιωτικού οδικού δικτύου των Αχαιμενιδών. Η στρατιά είχε ταλαιπωρηθεί από ελλείψεις τροφίμων από τη στιγμή, που άφησαν τα Εκβάτανα για να καταδιώξουν το Δαρείο, με μία μόνο ανάσα 15 ημερών στην Υρκανία. Η Παρθυαία ούτε τότε ούτε σήμερα είναι ιδιαίτερα γόνιμη και η Μαργιανή, ενώ στην αρχαιότητα διέθετε ένα αξιόλογο σύστημα άρδευσης και ανάλογη γεωργική παραγωγή, δύσκολα θα μπορούσε να εφοδιάσει επαρκώς ολόκληρη τη στρατιά.
Λίγες μόνο μέρες αφού έφυγαν από τη Σουσία, προσκολλήθηκε κι ο Φίλιππος του Μενελάου, που ερχόταν από τη Μηδία επικεφαλής των μισθοφόρων ιππέων του, των Θεσσαλών που είχαν παραμείνει εθελοντικά και των μισθοφόρων του Ανδρόμαχου. Επίσης πέθανε από αρρώστεια ο Νικάνωρ του Παρμενίωνα, ο διοικητής των βασιλικών υπασπιστών. Οι ελλείψεις στα εφόδια δεν επέτρεπαν στη στρατιά να καθυστερήσει για τις προβλεπόμενες στρατιωτικές τελετές, κι έτσι ο Αλέξανδρος άφησε πίσω τον Φιλώτα με 2.600 άντρες, για να αποδώσουν τις τελευταίες τιμές στον νεκρό σύντροφό τους, και συνέχισε την προέλαση με όλους τους υπόλοιπους.
Ο Σατιβαρζάνης στην πραγματικότητα σκόπευε να αντισταθεί συνεργαζόμενος με τον Βήσσο στη Βακτριανή και το Βαρσαέντη στη Δραγγιανή και την Αραχωσία. Μόλις λοιπόν ο Αλέξανδρος μπήκε στην έρημο της Μαργιανής, εκδήλωσε τις προθέσεις του, σκοπεύοντας προφανώς να εγκλωβίσει τον Αλέξανδρο σε αντίξοο περιβάλλον και ανάμεσα στα δικά του στρατεύματα κι εκείνα του Βήσσου. Έτσι, αντί για τα εφόδια, που λογικά θα είχε υποσχεθεί ο Σατιβαρζάνης, έφτασε η είδηση ότι είχε σκοτώσει τον Ανάξιππο και τους ιππακοντιστές, είχε οπλίσει τους Αρίους και σκόπευε να συνεργασθεί με το Βήσσο εναντίον των Μακεδόνων. Ο Αλέξανδρος πρέπει να μετάνιωσε για την υπερβολική εμπιστοσύνη (σχεδόν αφέλεια), που είχε δείξει. Αφού είχε αποδεχθεί την παράδοση της Αρείας χωρίς να εγκαταστήσει φρουρές, στην ουσία δεν την κατείχε. Όμως αντέδρασε αστραπιαία και δεν επέτρεψε στους επαναστάτες να ολοκληρώσουν τις προετοιμασίες τους. Προέλασε ταχύτατα εναντίον των Αρείων με τους εταίρους, τους ιππακοντιστές, τους τοξότες, τους Αγριάνες και τις τάξεις του Αμύντα και του Κοίνου. Το υπόλοιπο και πιο δυσκίνητο τμήμα της στρατιάς ακολουθούσε με επικεφαλής τον Κρατερό. Τελικά, όπως προκύπτει από τις αρχαίες πηγές, η αποτυχία του εγχειρήματος του Σατιβαρζάνη οφείλεται στο ότι εκδήλωσε τις προθέσεις του, πριν οργανώσει κατάλληλα τις δυνάμεις του.
Είναι αξιοσημείωτη η περιγραφή του Κούρτιου για την πολιορκία σ’ αυτήν τη φάση ενός οχυρού, που είχε περίμετρο 32 στάδια (περίπου 5,9 χμ ή επιφάνεια 2,8 τχμ). Συγκριτικά αναφέρουμε ότι η περίμετρος των Εκβατάνων, της πρωτεύουσας της Μηδίας ήταν 50 στάδια ή 9,2χμ και η επιφάνειά τους 6,8 τχμ. Η πρόσβαση σ’ αυτό το ύψωμα από τα δυτικά ήταν πολύ απόκρημνη και από τα ανατολικά πιο ομαλή. Στην κορυφή του είχε ένα πλάτωμα με πολλά δέντρα και άφθονο νερό από πολλές πηγές, που ρέουν όλο το χρόνο. Εκεί είχαν συγκεντρωθεί 13.000 Άρειοι και έφραξαν την πρόσβαση με βράχους και κορμούς δέντρων. Οι Μακεδόνες είχαν κόψει αρκετά δέντρα στην προσπάθειά τους να ανοίξουν δρόμο ως την κορυφή και, όταν είδαν ότι ήταν απροσπέλαστη, έκοψαν κι άλλα, τα στοίβαξαν και τους έβαλαν φωτιά. Ο ισχυρός δυτικός άνεμος μετέφερε τη φωτιά σ’ όλο το ύψωμα, που τυλίχθηκε σε πυκνούς καπνούς και φλόγες ως την κορυφή, με αποτέλεσμα άλλοι από τους επαναστάτες να καούν ζωντανοί, άλλοι να αυτοκτονήσουν πηδώντας στο κενό κι ελάχιστοι να συλληφθούν με βαριά εγκαύματα.
Η ταυτοποίηση του υψώματος αυτού αποτελεί μία ακόμη από τις συνήθεις δυσκολίες. Σύμφωνα με μία άποψη, περί τα 70 χμ βορείως της Σουσίας βρίσκεται ένα ύψωμα, το Καλάτ ι Ναντιρί, που είναι γνωστό ως το Γιβραλτάρ της Περσίας και ανταποκρίνεται στην περιγραφή του Κούρτιου. Στην κορυφή έχει μία καταπράσινη πεδιάδα με μία μεγάλη λίμνη, η οποία τροφοδοτείται όλο το χρόνο με άφθονο νερό από πολλές πηγές. Περιμετρικά της πεδιάδας υψώνονται τα βράχια σαν φυσικά τείχη σε ύψος μέχρι 170μ και με οξείες απολήξεις σαν λεπτές σφήνες. Από τη βάση του υψώματος τα φυσικά αυτά τείχη έχουν ύψος 500μ στην ανατολική πλευρά και 670μ στη δυτική, που είναι και η πιο απόκρημνη. Επίσης, στην ευρύτερη περιοχή από τον Ιούνιο ως το Σεπτέμβριο φυσάει ασταμάτητα ένας τρομερός δυτικός άνεμος, ο άνεμος των 120 ημερών. Κι εδώ τελειώνουν οι ομοιότητες.
Η πιο πρόσφατη, πιο ακριβής και πιο αποδεκτή από τους μελετητές επιτόπια μέτρηση (εκείνη του Βασίλη Μπατατζή το 1728) προσδιορίζει την περίμετρο του Καλάτ σε 40 έως 50 στάδια. Προκειμένου λοιπόν να ταυτοποιήσουμε το φυσικό οχυρό του Κούρτιο με το Καλάτ ι Ναντιρί, πρέπει να κάνουμε την επιπλέον υπόθεση ότι ο μεν Κούρτιος δίνει την εσωτερική του περίμετρο, ο δε Μπατατζής την εξωτερική. Έπειτα, (σύμφωνα με τον Αρριανό) ο Αλέξανδρος προελαύνοντας με ταχύτητα μιάμιση φορά μεγαλύτερη της κανονικής, μέσα σε 2 ημέρες κάλυψε περί τα 600 στάδια (περίπου 111 χμ) κι έφτασε στα Αρτακόανα, την πρωτεύουσα της Αρείας, όπου συγκέντρωνε τις δυνάμεις του ο Σατιβαρζάνης. Συνεπώς θα πρέπει να αναζητήσουμε τα Αρτακόανα σε μία ακτίνα 106 χμ γύρω από το Καλάτ ι Ναντιρί, αμφισβητώντας χωρίς επαρκή τεκμηρίωση το σύνολο της βιβλιογραφία, που θέλει την πρωτεύουσα της Αρείας στην (περιοχή της σημερινής) Χεράτ.
Εδώ πρέπει να επισημάνουμε ότι η διήγηση του Κούρτιου, αν και αναλυτικότερη από του Αρριανού, είναι υποδεέστερη σε αξία. Εμφανίζει τον Σατιβαρζάνη να τρέπεται σε φυγή, αμέσως μόλις πληροφορήθηκε ότι ο Αλέξανδρος έσπευδε εναντίον του, εγκαταλείποντας το λαό του και το στρατό του στη τύχη τους. Αν τοποθετήσουμε το οχυρό στα 106 χμ από τα Αρτακόανα, τότε ο Αρριανός λέει ότι ο Σατιβαρζάνης συγκέντρωνε δυνάμεις στην πρωτεύουσά του, έχοντας ως προκάλυψη το φυσικό οχυρό του Κούρτιου. Τράπηκε δε σε φυγή, μόνον όταν πέραν κάθε προσδοκίας εξουδετερώθηκε το οχυρό και ο Αλέξανδρος βρισκόταν απερίσπαστος σε απόσταση 4 (στην πραγματικότητα μόνο 2) ημερών. Αυτό είναι πολύ συνεπέστερο με την εικόνα ενός στρατηγού ικανού και εξαιρετικά γενναίου, όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια.
Σε χάρτη του 1838 και δυτικά της Χεράτ βρήκαμε μία άλλη οχυρή τοποθεσία, το Κελάτ Ναντίρ (σχεδόν σατανική η σύμπτωση των τοπωνυμίων!). Στο ίδιο σημείο ένας σύγχρονος χάρτης τοποθετεί το Εσλάμ Καλέ, το οποίο θεωρούμε ότι ταυτίζεται με το Κελάτ Ναντίρ του 19ου αιώνα. Ακολουθώντας τη γενικά αποδεκτή ταύτιση των Αρτακοάνων με τη Χεράτ, μπορούμε να ταυτίσουμε το οχυρό του Κούρτιου με το σημερινό Εσλάμ Καλέ. Φυσικά, δεν έχουμε τοπογραφικές πληροφορίες γι’ αυτήν τη θέση και δεν γνωρίζουμε αν ταιριάζει με την περιγραφή του Κούρτιου, αλλά τέτοιου είδους προβληματισμός δεν έχει καμία απολύτως αξία. Το σημαντικό είναι ότι η περιγραφή του Κούρτιου για το οχυρό της Αρείας είναι πανομοιότυπη με την περιγραφή του Αρριανού για την Άορνο Πέτρα, την οποία ο Κούρτιος περιγράφει ως κακοτράχαλο και απόκρημνο βράχο. Στην ευρύτερη περιοχή, όπου λογικά βρισκόταν η Άορνος Πέτρα, υπάρχουν πολλά υψώματα, κάποια απ’ τα οποία ταιριάζουν στην περιγραφή του Κούρτιου κι άλλα στου Αρριανού. Τελικά, επειδή ο Κούρτιος είναι αποδεδειγμένα επινοητικός, όχι πάντοτε ακριβής, αλλά πάντοτε πομπώδης, δεν θεωρούμε δεσμευτική την περιγραφή του.
Η εξουδετέρωση του εν λόγω οχυρού, αν το περιστατικό είναι πραγματικό, ήταν καταλυτική. Αφού έπεσε ένα τέτοιο οχυρό, κανείς δεν θα περίμενε να αντισταθούν επιτυχώς τα Αρτακόανα και ο Σατιβαρζάνης, μη έχοντας ολοκληρώσει την προπαρασκευή του, τράπηκε σε φυγή με λίγους Άρειους ιππείς, που κι αυτοί τον εγκατέλειψαν λίγο αργότερα. Οι κάτοικοι των Αρτακοάνων, μόλις είδαν τις πολιορκητικές μηχανές να πλησιάζουν στα τείχη, παραδόθηκαν και ο Αλέξανδρος όχι μόνο τους συγχώρεσε, αλλά και αποκατέστησε τις όποιες βλάβες είχε προκαλέσει στις περιουσίες τους. Αντίθετα, καταδίωξε ανελέητα τους αποστάτες, που εγκατέλειψαν τις πόλεις και τα χωριά τους, αρνούμενοι να παραδοθούν, και όσους δεν σκότωσε τους εξανδραπόδισε. Νέο σατράπη των Αρείων όρισε τον Πέρση, Αρσάκη.
Αν επετύγχανε ο αντιπερισπασμός, που επεχείρησε ο Σατιβαρζάνης, θα μπορούσε να αποβεί μοιραίος για τον Αλέξανδρο. Γι’ αυτό λοιπόν ακύρωσε τα σχέδιά του για ταχεία προέλαση μέσα από τη Μαργιανή και ακολούθησε το δρομολόγιο προς νότο, προκειμένου να υποτάξει όλους τους λαούς, που θα συναντούσε ως τα Βάκτρα. Αυτό το δρομολόγιο ήταν μακρύτερο, με περισσότερες αντιξοότητες, περισσότερους και πιο αξιόμαχους εν δυνάμει εχθρικούς στρατούς, αλλά απ’ τη στιγμή, που θα τους υπέτασσε και θα εγκαθιστούσε φρουρές, θα ήταν δυσκολότερο να απειλήσει κανείς την επικοινωνία του με τα μετώπισθεν. Επίσης στην αρχική φάση της προέλασης μέσα απ’ τη Μαργιανή και παρά τις αυτονόητες κατασχέσεις και λεηλασίες εφοδίων η στρατιά ήδη είχε αντιμετωπίσει σοβαρές ελλείψεις εφοδίων. Εφόσον οι περιοχές εκείνου του δρομολογίου είχαν λεηλατηθεί μία φορά και μάλιστα χωρίς να μπορέσουν να καλύψουν πλήρως τις επισιτιστικές ανάγκες της στρατιάς, είναι προφανές ότι δεν μπορούσαν να αντέξουν δεύτερη διέλευση της ίδιας στρατιωτικής δύναμης. Βέβαια, ο σημαντικότερος λόγος, που τον υποχρέωσε να αλλάξει σχέδια ήταν άλλος. Ο Αλέξανδρος ασφαλώς θα είχε πληροφορηθεί ότι η Δραγγιανή και η Αραχωσία ελέχγονταν από έναν ακόμη πραξικοπηματία και εχθρό του, τον Βαρσαέντη. Γι’ αυτoύς τους λόγους προέλασε προς τα εκεί και δεν επέστρεψε προς τη Μαργιανή.
Σε εφαρμογή του νέου σχεδίου, μόλις έφτασε στα Αρτακόανα και το υπό τον Κρατερό τμήμα, συνέχισαν την προέλαση προς τη Δραγγιανή ή Ζαραγγαία (Ζαράνκα) και κατέλαβαν την πρωτεύουσά της, Φράδα (Φαράχ). Ο σατράπης της Ζαραγγαίας και ένας από τους δολοφόνους του Δαρείου κατέφυγε στους Ινδούς της δυτικής όχθης του Ινδού, οι οποίοι όμως δεν ήθελαν να μπουν σε περιπέτειες. Έτσι τον συνέλαβαν και τον έστειλαν πίσω στον Αλέξανδρο, που τον καταδίκασε σε θάνατο για τη συμμετοχή του στο φόνο του Δαρείου.
Η συνωμοσία του Φιλώτα, η δίκη του Λυγκηστή Αλέξανδρου και ο φόνος του Παρμενίωνα
(Αρριανός Γ.26-27, Διόδωρος ΙΖ.79-80.1-4, ΙΗ.17.8, Πλούταρχος Αλέξανδρος 49.3-κ.ε., Πολύαινος Δ.3.19, Κούρτιος 4.6.7-7.2, 35-κ.ε., 8.7-9, 7.2.35-κ.ε., Ιουστίνος 12.5.3, 6-8)
Το φθινόπωρο του 330 π.Χ., ενώ η στρατιά βρισκόταν στη Φράδα, κάποιος Λίμνος από τη Χαλάστρα της Μακεδονίας αποφάσισε να σκοτώσει τον Αλέξανδρο και προσπαθούσε να πείσει τον Νικόμαχο, έναν από τους παῖδες της ακολουθίας, με τον οποίο είχε ερωτικές σχέσεις, να τον βοηθήσει. Ο Νικόμαχος δεν δέχθηκε και το είπε στον αδελφό του, τον Κεβαλίνο, που αποφάσισε να παρουσιαστούν στον Αλέξανδρο και να τον ενημερώσουν. Φτάνοντας στην Αυλή, συνάντησαν τον Φιλώτα και του εξήγησαν γιατί ήθελαν να δουν τον βασιλιά. Εκείνος τους είπε ότι ο βασιλιάς είχε σοβαρότερα θέματα εκείνη την ημέρα. Όταν επανέλαβε το ίδιο επιχείρημα και στη δεύτερη επίσκεψή τους, οι δύο νέοι τον υποψιάστηκαν και στράφηκαν στον Κρατερό, που τους οδήγησε αμέσως στον βασιλιά. Κατά τη σύλληψή του ο Λίμνος αντιστάθηκε και σκοτώθηκε. Αυτή είναι η εκδοχή του Πλούταρχου, ενώ κατά τον Διόδωρο, ο Λίμνος συνελήφθη, ομολόγησε και μετά αυτοκτόνησε. Κατά τον Κούρτιο, πριν αυτοκτονήσει πρόλαβε να ονομάσει ως συνεργούς του τους Πευκόλαο, Νικάνορα, Αφόβητο, Ιόλαο, Διόξενο, Αρχέπολι, Αμύντα και τον σωματοφύλακα Δημήτριο. Ο Διόδωρος είναι ο μοναδικός αρχαίος Έλληνας συγγραφέας, που κάνει λόγο για άλλους καταδικασθέντες, αλλά δεν τους αναφέρει ονομαστικά. Λέει μόνο ότι ανάμεσά τους ήταν και ο Παρμενίων, που είχε θεωρηθεί ως ιθύνων νους της συνομωσίας. Για τον σωματοφύλακα Δημήτριο ο Αρριανός λέει ότι συνελήφθη αργότερα, στη γη των Ευεργετών, επειδή ο Αλέξανδρος υποψιάσθηκε ότι συμμετείχε στη συνομωσία.
Οι Μακεδόνες θεωρούσαν ότι δεν ήταν δυνατόν να είχε αποφασίσει και οργανώσει τη συνομωσία μόνος του ο Λίμνος, ένας ασήμαντος άνθρωπος από μία μικρή πόλη. Πίστεψαν ότι τον είχαν επιστρατεύσει κάποιοι με μεγάλο κύρος και εξουσία. Έπρεπε λοιπόν να αναζητήσουν κι άλλους συνωμότες, ανάμεσα στους επιφανέστερους και πιο έμπιστους αξιωματικούς, με πρώτο και κυριότερο τον Φιλώτα και όσους εκείνος είχε προωθήσει στην ιεραρχία. Ο Φιλώτας και οι συγκατηγορούμενοί του παρουσιάσθηκαν και απολογήθηκαν ενώπιον της εκκλησίας των Μακεδόνων. Ανάμεσά τους ήταν οι Αμύντας, Πολέμων, Άτταλος και Σιμμίας, οι τέσσερις γιοι ενός από τους σημαντικότερους αξιωματικούς του Αλεξάνδρου, του Ανδρομένη από την Τύμφη της Άνω Μακεδονίας. Ο Αμύντας ήταν ταξιάρχης και αναφέρεται ονομαστικά στην πολιορκία της Θήβας, στη μάχη του Γρανικού, στην πολιορκία της Αλικαρνασσού, στη μάχη της Ισσού, στις επιχειρήσεις κατά των Μάρδων, των Ταπούρων και του Σατιβαρζάνη στην Αρεία. Δεν πολέμησε στα Γαυγάμηλα, διότι είχε σταλεί στη Μακεδονία για στρατολόγηση. Ο Αμύντας, μετά την αθώωσή του στη συγκεκριμένη δίκη, σκοτώθηκε από βέλος στην πολιορκία κάποιου χωριού. Ο Άτταλος μετά την αθώωσή του εμφανίζεται ως τριήραρχος στην κάθοδο του Υδάσπη. Ο Σιμμίας ως ταξιάρχης στη μάχη των Γαυγαμήλων, πολέμησε στο κέρας του Παρμενίωνα, που κινδύνεψε να ηττηθεί. Αυτοί φαίνεται ότι κατηγορήθηκαν, επειδή ήταν στενοί φίλοι του Φιλώτα, αμέσως μετά τη σύλληψη του οποίου ο Πολέμων αυτομόλησε ή λιποτάκτησε με σκοπό να αυτομολήσει. Οι άλλοι τρεις υπέμειναν τη δίκη, αντέκρουσαν σθεναρά τις κατηγορίες και τελικά αθωώθηκαν. Ο Αμύντας πήρε την άδεια να φέρει πίσω τον Πολέμωνα. Το έκανε την ίδια ημέρα και εξασφάλισε την αθώωση και του Πολέμωνα.
Ο Φιλώτας αρχικά αρνήθηκε τη συμμετοχή του στη συνομωσία και παραδέχθηκε μόνο ότι αποσιώπησε τις σχετικές πληροφορίες, που είχε. Όμως αυτό ούτως ή άλλως τον καθιστούσε συνεργό στη συνομωσία και, με δεδομένες την απιστία του προς τον βασιλιά και την κατόπιν βασανιστηρίων ομολογία του, κρίθηκε ένοχος, όπως και οι άλλοι συνωμότες. Καταδικάστηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν δι’ ακοντισμού, όπως προέβλεπε η μακεδονική νομοθεσία.
Δεν είναι σαφές αν ο Παρμενίων συμμετείχε στη συνωμοσία, αν και ο Κούρτιος λέει ότι είχε υποκλαπεί ένα γράμμα του προς τους γιους του με διφορούμενη σημασία. Ήταν όμως ο δεύτερος τη τάξει μετά τον Αλέξανδρο, πιστός στον Οίκο των Αργεαδών από την εποχή του Φιλίππου, είχε σημειώσει αμέτρητες επιτυχίες στα πεδία των μαχών και είχε την εκτίμηση και αποδοχή όλων των Μακεδόνων, των συμμάχων και των βαρβάρων. Ο Αλέξανδρος δεν μπορούσε να διακινδυνεύσει ρήξη μαζί του, αφού είχε εκτελέσει το γιο του. Έστειλε λοιπόν τον εταίρο Πολυδάμαντα στη Μηδία, όπου βρισκόταν ο Παρμενίων. Ο Πολυδάμας με δύο Άραβες οδηγούς και ντυμένος Άραβας κι ο ίδιος έφτασε στα Εκβάτανα 10 ημέρες αργότερα με διαταγές προς τους υφισταμένους του Παρμενίωνα στρατηγούς, Κλέανδρο, Σιτάλκη και Μενίδα, οι οποίοι και εκτέλεσαν το διοικητή τους.
Ο δεύτερος γιος του Παρμενίωνα και διοικητής των υπασπιστών, ο Νικάνωρ, είχε ήδη πεθάνει από κάποια ασθένεια κατά την καταδίωξη του Βήσσου και γλίτωσε την ατίμωση. Ο τρίτος γιος του Παρμενίωνα, ο Έκτωρ, ένας πολύ αγαπητός στον Αλέξανδρο νεαρός (ίσως παῖς της βασιλικής ακολουθίας) είχε πνιγεί στην Αίγυπτο, όταν ανατράπηκε η υπερφορτωμένη βάρκα του. Ο Παρμενίων και η οικογένειά του αφανίσθηκαν ακολουθώντας `στην Ασία τον βασιλιά, τον οποίο υποστήριξαν και το στρατό του οποίου οδήγησαν νικηφόρα σε όλες τις μάχες. Ήταν μεγάλη αδικία, την οποία μπορούσε να αποφύγει ο Αλέξανδρος, αφού κανείς δεν κατονόμασε τον Φιλώτα ως συνεργό του. Αν τον εξαιρούσε από τη δίκη, μπορούσε να τον εξουδετερώσει αναθέτοντάς του κάποιο αξίωμα σε σατραπεία στα μετώπισθεν, όπως είχε κάνει και με τον πατέρα του. Τότε δεν θα χρειαζόταν να δολοφονήσει τον Παρμενίωνα. Όμως δεν μπορούσε να γίνει Βασιλιάς της Ασίας, αν παρέμενε ανεκτικός, ούτε μπορούσε να επιτρέπει προκλήσεις προς το πρόσωπό του, όταν επεδίωκε να αναγνωρισθεί ως θεός. Ο Αλέξανδρος είχε αποφασίσει αμετάκλητα να γίνει ένας ελληνόφωνος ασιάτης Μέγας Βασιλεύς.
Αν δεν είχε προκύψει το πρόβλημα με το Φιλώτα, ο Παρμενίων μάλλον θα αποτελούσε μία πρωτογενή πηγή πληροφοριών, σημαντικότερη από τον Πτολεμαίο και τον Αριστόβουλο. Όσο ζούσε η όλη δράση του αλλά και η έμπρακτη εκτίμηση του Αλεξάνδρου προς αυτόν δεν επέτρεπαν την ανάπτυξη δυσφημιστικής προπαγάνδας εναντίον του. Μετά την αιφνίδια απομάκρυνσή του απ’ τη ζωή και πριν προλάβει να αφήσει τη δική του εκδοχή για την εκστρατεία, ο Αλέξανδρος ήταν υποχρεωμένος να τον δυσφημίσει και να τον μειώσει, ώστε να απαλύνει τις δυσμενείς εντυπώσεις από τη δολοφονία. Ο καταλληλότερος απ’ όσους ανέλαβαν τη μετά θάνατον δυσφήμηση του Παρμενίωνα, ήταν ο Καλλισθένης, μέσα απ’ την επίσημη ιστορία της εκστρατείας που συνέτασσε. Το έργο του δεν σώθηκε ως τις μέρες μας, αλλά από το σχόλιό του για τα κίνητρα του Παρμενίωνα στη μάχη των Γαυγαμήλων δεν προκύπτει αντικειμενικότητα. Σύμφωνα με τους Έλληνες ιστορικούς, η μόνη πρόταση του Παρμενίωνα, την οποία δέχθηκε ο Αλέξανδρος, ήταν η επιθεώρηση του πεδίου πριν τη μάχη των Γαυγαμήλων. Η πρόταση να μην εισβάλει στην Ασία πριν παντρευτεί κι αποκτήσει διάδοχο, η αναβολή της επίθεσης στο Γρανικό ως το επόμενο χάραμα, η κατά θάλασσα σύγκρουση με τους Πέρσες τον πρώτο χρόνο της εκστρατείας, ο συμβιβασμός με την πρόταση του Δαρείου για ειρήνη, η νυχτερινή επίθεση στα Γαυγάμηλα, φέρονται όλες να απορρίφθηκαν. Δηλαδή οι προπαγανδιστές (επικοινωνιολόγοι) του Αλεξάνδρου κατασκεύασαν έναν Παρμενίωνα, που ήταν μεν ο δεύτερος τη τάξει αξιωματικός δεν έκανε δε καμία πρόταση που να έγινε αποδεκτή, καμία πρόταση που εκ των υστέρων να αποδείχθηκε σωστή. Στη Δραγγιανή, οι επικοινωνιολόγοι του Αλεξάνδρου σημείωσαν ακόμη μία επιτυχία, μετονόμασαν την Φράδα σε Προφθασία, επειδή εκεί ο Αλέξανδρος πρόφθασε τους συνωμότες.
Μια και είχε συγκληθεί η εκκλησία των Μακεδόνων, το αρμόδιο όργανο για την αντιμετώπιση πολιτειακών ζητημάτων, ο Αλέξανδρος προσήγαγε σε δίκη και τον πρώτο, που συνωμότησε εναντίον του, τον Αλέξανδρο του Αερόπου. Είχαν περάσει τρία χρόνια από τη σύλληψή του και παρέμενε φυλακισμένος χωρίς δίκη, επειδή φέρεται ότι ήταν παντρεμένος με μία από τις κόρες του Αντίπατρου, αλλά τώρα πια είχε τελειώσει η ανοχή του βασιλιά. Στην απολογία του ο Λυγκηστής αριστοκράτης δεν μπόρεσε να παρουσιάσει επιχειρήματα, οι εις βάρος του αποδείξεις ήταν συντριπτικές και καταδικάστηκε κι αυτός σε θάνατο.
Το τελευταίο, που χρειαζόταν ο Αλέξανδρος ήταν οι συνομωσίες. Ήδη για να περιορίσει την ισχύ των αξιωματικών του είχε δημιουργήσει δύο λόχους σε κάθε ίλη τώρα έκανε ένα βήμα παραπάνω. Χώρισε το ιππικό των εταίρων σε δύο τμήματα και όρισε διοικητές δύο στενούς φίλους του, τον Ηφαιστίωνα του Αμύντορα και τον μέχρι τότε διοικητή της βασιλικής ίλης, τον Κλείτο του Δρωπίδη. Ωστόσο παρά την εκτέλεση των συνωμοτών και τις ενέργειες για αποτροπή νέων συνωμοσιών, η συμπεριφορά του δημιούργησε τις προϋποθέσεις για νέες συνομωσίες και για περισσότερες αντιδράσεις.
Η εξουσία των Μακεδόνων βασιλέων δεν ήταν τόσο περιορισμένη όσο των Σπαρτιατών ομολόγων τους, δεν έπαυε όμως να υπόκειται στον έλεγχο της αριστοκρατίας και της εκκλησίας των Μακεδόνων. Στην πρώτη κρίσιμη σύγκληση της εκκλησίας των Μακεδόνων κατά την εκστρατεία, ο Αλέξανδρος απέσπασε τη συγκατάθεσή τους για συνέχιση της προέλασης. Τα μέχρι τότε δυσμενή γι’ αυτόν στοιχεία, δηλαδή την υιοθέτηση του τυπικού των Περσών βασιλέων και τη μεγάλη διάρκεια της εκστρατείας, μπορούσε να τα αντιπαρέρχεται με δωροδοκίες. Το νέο δυσμενές στοιχείο, τη δολοφονία του Παρμενίωνα, έπρεπε να το εξουδετερώσει με δραστικότερα μέτρα. Δεν ήταν λίγοι οι Μακεδόνες, που αγανακτισμένοι με αυτήν την πράξη, εκδηλώθηκαν ανοιχτά κατά του βασιλιά τους και προστέθηκαν στους ήδη υπάρχοντες αντιφρονούντες, δυσχεραίνοντας μία μελλοντική χειραγώγηση της εκκλησίας από τον Αλέξανδρο. Για να αποτρέψει μεγαλύτερη εξάπλωση της εναντίον του οργής και δυσαρέσκειας, φέρεται να δημιούργησε μία νέα μονάδα, την οποία ονόμασε ατάκτων τάγμα. Εκεί ενέταξε υποχρεωτικά και αδιακρίτως έθνους, όσους Μακεδόνες καταφέρονταν ανοιχτά εναντίον του καθώς και όσους διαπίστωσε ότι τον κατηγορούσαν στους συγγενείς του στη πατρίδα, βλάπτοντας την εικόνα του στην Ελλάδα. Για να τους εντοπίσει δε, τους προέτρεψε να γράψουν γράμματα στους συγγενείς του και στη συνέχεια υπέκλεψε την αλληλογραφία τους. Βέβαια αυτή η πράξη δεν είναι καθόλου τρομερή, αφού και σήμερα οι ισχυρές δημοκρατικές κυβερνήσεις της Δύσης υποκλέπτουν όλες τις ιδιωτικές επικοινωνίες των πολιτών τους, παραβιάζοντας το νομοθετικά κατοχυρωμένο απόρρητο με την ίδια ακριβώς πρόφαση: την εθνική ασφάλεια. Αν όμως πράγματι συνέβη αυτό, όπως παραδίδουν ο Διόδωρος κι ο Πολύαινος, τότε ο Αλέξανδρος υποχρεώθηκε να δημιουργήσει κάτι σαν Τμήμα Υποκλοπών και Εσωτερικής Ασφάλειας και να το επανδρώσει με μεγάλο αριθμό εμπίστων. Τίποτα ανάλογο δεν υπήρχε στις ελληνικές δημοκρατίες ή έστω στις «συνταγματικές βασιλείες», ίσως μόνο στις τυραννίδες, και χωρίς αμφιβολία χειροτέρεψε την εικόνα του Αλεξάνδρου κυρίως στους δικούς του ανθρώπους.
Ο φόνος του Παρμενίωνα θορύβησε και τον Αντίπατρο. Ως στρατηγός του Φιλίππου είχε αποκτήσεις το σεβασμό και την εκτίμηση πολλών Ελλήνων. Τώρα πια έκρινε σκόπιμο να διαχωρίσει τη θέση του από τον Αλέξανδρο και να αναζητήσει προσωπικά ερείσματα στον Νότο. Νωρίτερα την ίδια χρονιά, το 330 π.Χ, οι Αιτωλοί είχαν αλώσει μία από τις σημαντικότερες πόλεις της Ακαρνανίας, τους Οινιάδες και ο Αλέξανδρος τους είχε απειλήσει ότι θα τους τιμωρούσε εκείνος και όχι οι απόγονοι των Οινιαδών. Ο Αντίπατρος ήλθε λοιπόν σε συνεννόηση και αντάλλαξε εγγυήσεις με τους Αιτωλούς, οι οποίοι φοβόντουσαν την εκδίκηση του Αλεξάνδρου και τους οποίους (μαζί με τους Αθηναίους) φοβόταν ο Αλέξανδρος περισσότερο από τους άλλους Έλληνες.
Αριάσπες ή Ευεργέτες, Δραγγιανή, Γεδρωσία, Αραχωσία, Παροπάμισος και Βακτρία
(Αρριανός Γ.27, Διόδωρος ΙΖ.81.1, 82-83.2, Στράβων 15.2.10, Κούρτιος 7.3.5-14, 21, Ιουστίνος 12.5.8, 13, Ξενοφών Κύρου Ανάβασις Δ.V.5, 12, 36, Ε.8.15, Ηρόδοτος Γ.25, Δ.13.1-2)
Οι Δράγγες ασφαλώς θα ενημέρωσαν τις μακεδονικές υπηρεσίες ότι πυκνά σμήνη από κουνούπια και αλογόμυγες κάνουν την περιοχή της λίμνης Σεϊστάν εξαιρετικά αφιλόξενη από τον Απρίλιο ως τον Ιούνιο και ότι από τον Ιούνιο ως τον Σεπτέμβριο τη σαρώνει ένας τρομερός άνεμος. Προκειμένου να προλάβει τις χειρότερες κλιματολογικές συνθήκες, ο Αλέξανδρος προς το τέλος Ιανουαρίου ή αρχές Φεβρουαρίου του 329 π.Χ. προέλασε από τη Φράδα εναντίον του στρατοπεδευμένου στα Βάκτρα Βήσσου και μπήκε στη χώρα των Αριασπών ή Ευεργετών. Για το όνομα αυτού του λαού ο Διόδωρος λέει ότι σε κάποια εκστρατεία του ο Κύρος παγιδεύτηκε στη γειτονική έρημο και, όταν τελείωσαν τα τρόφιμα, οι στρατιώτες του άρχισαν να τρώνε ο ένας τον άλλον. Η κατάσταση ήταν απελπιστική, αλλά ξαφνικά εμφανίσθηκαν οι Αριασποί με 30.000 άμαξες φορτωμένες σιτηρά. Ο Κύρος ευγνώμων απέναντί τους για την ανέλπιστη σωτηρία του ιδίου και του στρατού του, τους τίμησε με πολλές δωρεές και φορολογική ατέλεια και τους χαρακτήρισε ευεργέτες, τίτλο που η περσική διπλωματία είχε απονείμει και στους Θηβαίους. Φυσικά δεν μπορούμε παρά να επισημάνουμε ότι το περιστατικό με την ανθρωποφαγία ελλείψει τροφίμων το καταγράφει πρώτος ο Ηρόδοτος στην αιθιοπική εκστρατεία του Καμβύση. Την ίδια περίπου εξήγηση δίνει και ο Κούρτιος, αλλά κι ο Αρριανός λέει ότι ο Κύρος τους ονόμασε έτσι λόγω της συμμετοχής τους στην εκστρατεία του εναντίον των Σκυθών και «για τις ευεργεσίες των προγόνων τους προς τον Κύρο». Τον λαό αυτό κάποιοι συγγραφείς τον ονομάζουν και Αριμασπούς, προφανώς παρασυρμένοι από τον Ηρόδοτο, ο οποίος όμως αναφέρεται σε άλλο λαό, κοντά στον Εύξεινο Πόντο.
Όταν ο Αλέξανδρος έμαθε ότι οι Ευεργέτες δεν έχουν το ίδιο πολίτευμα με τους άλλους βαρβάρους, αλλά «κυβερνώνται με δικαιοσύνη, όπως και οι πλέον πολιτισμένοι από τους Έλληνες», τους άφησε ελεύθερους και επιπλέον προσάρτησε στη χώρα τους τα λίγα εδάφη που ήθελαν από τη γειτονική χώρα. Εκεί θυσίασε στον Απόλλωνα και συνέλαβε τον σωματοφύλακα Δημήτριο, εναντίον του οποίου προέκυψαν υποψίες ότι συμμετείχε στη συνωμοσία του Φιλώτα, και τον αντικατέστησε με τον Πτολεμαίο του Λάγου.
Από τη γη των Ευεργετών ο Αλέξανδρος προέλασε μέσω της κοιλάδας του πλωτού ποταμού Ετύμανδρου (Χελμάντ) υποτάσσοντας καθ’ οδόν τους υπόλοιπους Δράγγες, και όσο από το βόρειο τμήμα της Γεδρωσία διέσχισε. Η επικείμενη επιδρομή των εντόμων είχε υποχρεώσει τη στρατιά να κινηθεί πριν αρχίσει η συγκομιδή της νέας χρονιάς και οι ελλείψεις στα εφόδια ήταν πολλές. Αφήνοντας πίσω της τα φτωχά εδάφη της ερήμου, η στρατιά μπήκε σε επίσης φτωχά εδάφη, που επιπλέον ήταν σκεπασμένα με πολύ χιόνι, ενώ το κρύο ήταν δριμύ. Τελικά, το ανατολικό Αφγανιστάν την άνοιξη αποτελούσε επικίνδυνη παγίδα για μια μεγάλη στρατιά. Ο Σατιβαρζάνης δεν είχε προλάβει να οργανωθεί σωστά και τυχόν ενισχύσεις από τον Βήσσο δεν θα ήταν σημαντικές, διότι θα έπρεπε να διασχίσουν ανάλογα με τον Αλέξανδρο εδάφη, όπου θα αντιμετώπιζαν τόσο μεγαλύτερα προβλήματα, όσο μεγαλύτερος θα ήταν ο αριθμός τους. Συνεπώς ο πραγματικός αντίπαλος του Αλεξάνδρου εκείνη τη στιγμή ήταν οι χώρες, που καταλάμβανε, αλλά εκεί που έφτασε δεν είχε άλλη επιλογή. Παρά τις κακουχίες και τις στερήσεις κατέλαβε την Αραχωσία (Χαουραβάτις), όρισε σατράπη τον Μένωνα και στο σημείο, που διασταυρώνονται οι οδοί προς Ιράν, Κεντρική Ασία και Ινδία, ίδρυσε την Αλεξάνδρεια της Αραχωσίας (Κανταχάρ).
Εξήντα μέρες μετά την αναχώρηση από τη Φράδα, τέλος Μαρτίου ή αρχές Απριλίου του 329 π.Χ. έφτασε στους Παροπαμισάδες, ένα λαό κοντά στον Ινδικό Καύκασο ή Παροπάμισο ή Παροπάνισο, την σημερινή οροσειρά Χιντού Κους. Ο Καύκασος ήταν το ψηλότερο βουνό, που είχαν ακουστά οι Μακεδόνες και όλοι οι Έλληνες και το οποίο όπως γνώριζαν αποτελούσε το βόρειο σύνορο της περσικής αυτοκρατορίας και το όριο της επιρροής των Περσών. Έτσι, όταν είδαν τα πανύψηλα βουνά της βορειοανατολικής σατραπείας, πίστεψαν ότι έβλεπαν την οροσειρά του Καυκάσου. Σε Παροπάμισο ή Παροπάνισο εξελληνίστηκε ο περσικός όρος παρουπαραισάνα (= πέρα από τα βουνά). Η χώρα των Παροπαμισάδων ήταν γυμνή, χιονοσκεπής και δεν μπορούσε να επιβιώσει «ούτε πουλί ούτε άγριο ζώο». Οι κάτοικοι ζούσαν διασκορπισμένοι σε μικρούς συνοικισμούς και σ’ όλη τη διάρκεια του χειμώνα παρέμεναν κλεισμένοι στα πλίνθινα σπίτια τους. Οι στέγες τους ήταν επίσης πλίνθινες, θολωτές και στο κέντρο είχαν ένα άνοιγμα για να βγαίνει ο καπνός, τεχνική κατασκευής που μέχρι σήμερα δεν έχει αλλάξει σχεδόν καθόλου. Ο καπνός της εστίας ήταν το μοναδικό στοιχείο, που πρόδιδε τους οικισμούς μάσα στο θολό, κάτασπρο τοπίο και επέτρεπε στους άντρες του Αλεξάνδρου να αρπάξουν τα λιγοστά εφόδια των κατοίκων. Ο Διόδωρος ξεχνώντας την περιγραφή του για τη χώρα, ισχυρίζεται ότι οι Μακεδόνες εύρισκαν αποθηκευμένα άφθονα εφόδια. Στην πραγματικότητα, σε όλη την προέλαση μέσα από τα φτωχά εδάφη του νότιου και ανατολικού Αφγανιστάν η στρατιά υπέφερε από τις στερήσεις και ταυτόχρονα έφερε σε απόγνωση τους κατοίκους λεηλατώντας τα πενιχρά τους αποθέματα.
Σ’ αυτό το αντίξοο περιβάλλον αρκετοί στρατιώτες τυφλώθηκαν από την αντανάκλαση του φωτός πάνω στο χιόνι, άλλων σάπισαν τα δάκτυλα των ποδιών από τα κρυοπαγήματα και πολλοί άλλοι πέθαναν από τον συνδυασμό του δριμύτατου ψύχους, της έλλειψης εφοδίων και καυσόξυλων, καθώς και της εξάντλησης, που αυτά επέφεραν. Στις περιγραφές του Ξενοφώντα για τις ίδιες ταλαιπωρίες των Μυρίων στα χιονοσκεπή βουνά της Αρμενίας και του Κουρδιστάν, τις οποίες δανείστηκε κι ο Κούρτιος, βρίσκουμε τις μεθόδους αντιμετώπισης αυτών των προβλημάτων. Για να προφυλάξουν τα μάτια τους από την αντανάκλαση του φωτός στο χιόνι, κρατούσαν μπροστά τους ένα μαύρο αντικείμενο. Για να αποφύγουν τα κρυοπαγήματα των ποδιών έπρεπε να κινούνται συνεχώς και να βγάζουν τα υποδήματα κατά τον ύπνο. Για να μη βυθίζονται τα κτήνη ως την κοιλιά στο παχύ χιόνι, έβαζαν τα πόδια των ίππων και των υποζυγίων μέσα σε μικρά σακιά.
Στο μεταξύ, οι Άρειοι επωφελούμενοι από την απουσία της στρατιάς επαναστάτησαν και πάλι και ο Σατιβαρζάνης, ο επαναστατημένος σατράπης τους, εισέβαλε στη χώρα με 2.000 ιππείς, που του έδωσε ο Βήσσος. Ο Αλέξανδρος απέσπασε από τη στρατιά κι έστειλε εναντίον του τον Αρτάβαζο και τους εταίρους Εριγύιο και Κάρανο, ενώ διέταξε το σατράπη των Παρθυαίων, Φραταφέρνη, να εισβάλει στην Αρεία από τη ΒΔ μεθόριο. Μετά από κάποιο διάστημα, που αναλώθηκε σε αψιμαχίες μικρών τμημάτων, έγινε σκληρή μάχη εκ παρατάξεως, που αποδείχθηκε αμφίρροπη. Τότε ο Σατιβαρζάνης έβγαλε το κράνος του, δήλωσε την ταυτότητά του και προκάλεσε σε μονομαχία όποιον Μακεδόνα στρατηγό τολμούσε. Ο Εριγύιος ο Μυτιληναίος δέχθηκε την πρόκληση του Πέρση, τον σκότωσε χτυπώντας τον με το δόρυ στο πρόσωπο και οι βάρβαροι τράπηκαν σε φυγή.
Ο Αλέξανδρος φτάνοντας στην πλούσια πεδιάδα της Καμπούλ, στους πρόποδες του Παροπάμισου, τον οποίο έπρεπε να διαβεί, έχτισε άλλη μία πόλη, την Αλεξάνδρεια των Παροπαμισάδων (Μπαγκράμ;). Γύρω της και σε απόσταση ενός σταθμού ίδρυσε κι άλλες πόλεις, όπου εγκατέστησε συνολικά 7.000 βαρβάρους, 3.000 συνακολουθούντες, κάποιους από το ατάκτων τάγμα και όσους μισθοφόρους το ήθελαν. Ανέθεσε την πολιτική διοίκηση της περιοχής στον Πέρση Προέξη, τη στρατιωτική διοίκηση στον εταίρο Νειλόξενο του Σατύρου και ξεκίνησε για τη Βακτρία. Ο Βήσσος με τους Πέρσες, που συμμετείχαν στη σύλληψη του Δαρείου, 7.000 Βάκτριους και τους Δάες, που κατοικούν στα δυτικά του ποταμού Ιαξάρτη (Συρ Ντάρια), λεηλάτησε την εύφορη περιοχή κάτω από τον Ινδικό Καύκασο, για να ερημώσει τα εδάφη ανάμεσα σ' αυτόν και τον Αλέξανδρο, ώστε να ανακόψει την πορεία του ελλείψει εφοδίων. Όμως παρά τις κακουχίες της στρατιάς από τις ελλείψεις σε εφόδια και το πυκνό χιόνι, ο Αλέξανδρος δεν σταμάτησε ούτε στιγμή την πολύμηνη καταδίωξη.
Ο Παροπάμισος έχει περί τις 15 διαβάσεις (κάποιες για προφανείς λόγους ονομάζονται «φονιάς των Ινδών») με σημαντικότερες την Καουάκ, τη Σαλάγκ, που παραμένει η κυριότερη ως τις μέρες μας, και την Μπάμιαν, με τους Μεγάλους Βούδες σκαλισμένους στα βράχια. Συνεκτιμώντας τις πληροφορίες των αρχαίων πηγών, το χρόνο, που χρειάσθηκε για τη διέλευση του Παροπάμισου, το μέγεθος της στρατιάς, το μήκος, το πλάτος και τη βατότητα των περασμάτων λόγω υψομέτρου και εποχής του χρόνου, τεκμαίρεται ότι ο Αλέξανδρος χρησιμοποίησε τη διάβαση Καουάκ. Μπορούσε να επιλέξει οποιαδήποτε από τις 3 σημαντικότερες, που σχεδόν ισαπέχουν από το χώρο στρατωνισμού στην Καμπούλ, αλλά επέλεξε την πιο απομακρυσμένη από τα Βάκτρα, μάλλον διότι (όπως προκύπτει από τον Αρριανό) ο Βήσσος δεν είχε προλάβει να καταστρέψει την αγροτική παραγωγή τόσο μακρυά.
Χρειάσθηκαν 16 ημέρες κατά τον Διόδωρο ή 17 κατά τον Κούρτιο στο τέλος Απριλίου ή στις αρχές Μαΐου του 329, για να περάσει όλη η στρατιά από την κακοτράχαλη διάβαση Καουάκ, την οποία ακόμη και σήμερα μόνο έφιπποι και πεζοί μπορούν να περάσουν. Αν στις 16 ημέρες της διάβασης προσθέσουμε κι άλλες 4 τουλάχιστον, που απαιτούνται από την κοιλάδα του Τσαρικάρ, το τελευταίο σημείο ανεφοδιασμού, βλέπουμε ότι μία πλήρως εφοδιασμένη στρατιά θα έβγαινε από τη διάβαση τουλάχιστον 6 ημέρες μετά την ολοσχερή εξάντληση των εφοδίων της. Η έλλειψη εφοδίων ήταν ο κανόνας σε όλη την πορεία μέσα από το Αφγανιστάν, άρα τα εφόδια και σ’ αυτή τη φάση θα ήταν λιγότερα από τη μέγιστη δυνατή ποσότητα. Συνεπώς η στρατιά θα είχε μείνει χωρίς ίχνος τροφίμων για αρκετά περισσότερες από 6 ημέρες. Αυτό επιβεβαιώνεται κι από τις αρχαίες πηγές, που λένε ότι δόθηκε εντολή στους στρατιώτες να σφάξουν τα υποζύγια.
Περνώντας τη διάβαση Καουάκ, ο Αλέξανδρος έφτασε στα Δράψακα (Κουντούζ) την εποχή ακριβώς, που άρχιζε η συγκομιδή στην εύφορη κοιλάδα τους, και με μία σύντομη στάση, η εξουθενωμένη στρατιά του μπόρεσε επιτέλους να αναλάβει τις δυνάμεις της. Αμέσως μετά ξεκίνησε για τις δύο μεγαλύτερες πόλεις της Βακτρίας, την Άορνο (κατά πάσα πιθανότητα στην κοιλάδα του ποταμού Κουλμ, ίσως η Τάς Κουργκάν ή η Σαχρ ι Μπανού) και τα Βάκτρα (Μπαλκ). Ο Βήσσος παρά το νέο του δυναστικό όνομα και τον βαρύ τίτλο, που είχε απονείμει στον εαυτό του, διέθετε δυνάμεις ανεπαρκείς αριθμητικά και ακατάλληλες για μάχη με τακτικό στρατό. Έτσι, όταν έμαθε ότι η στρατιά του Αλεξάνδρου όχι μόνο δεν είχε αφανισθεί στον Παροπάμισο, αλλά βρισκόταν σε μικρή απόσταση από τα Βάκτρα και προήλαυνε με τη χαρακτηριστική ταχύτητα, διέταξε υποχώρηση. Με το σύνολο των δυνάμεών του πέρασε τον ποταμό Ώξο (Αμού Ντάρια), έκαψε τα πορθμεία, με τα οποία περαιώθηκε, και κατέφυγε στα Ναύτακα (στις όχθες του Κάσκα Ντάρυα, μάλλον η Ουζούν Κιρ, κοντά στη Σακρυσυάμπζ) της Σογδιανής (Σουγκούντου). Τον ακολουθούσαν ο Σπιταμένης και ο Οξυάρτης με τους Σογδιανούς ιππείς και τους Δάες του Τανάϊδος (Ιαξάρτη). Οι Βάκτριοι ιππείς, μόλις έμαθαν ότι ο σατράπης τους και επίδοξος Βασιλιάς της Ασίας τους εγκατέλειψε και τράπηκε σε φυγή, σκόρπισαν στις ιδιαίτερες πατρίδες τους. Όλη η Βακτρία υποτάχθηκε χωρίς ιδιαίτερη αντίσταση εκτός από την Άορνο και τα Βάκτρα, που χρειάσθηκε να καταληφθούν εξ εφόδου. Στην ακρόπολη της Αόρνου ο Αλέξανδρος τοποθέτησε φρουρά υπό τον εταίρο Αρχέλαο του Ανδροκλή και σατράπη της Βακτρίας όρισε τον Αρτάβαζο.
από τον ιστότοπο:
http://www.alexanderofmacedon.info/greek/A1gr.htm
Αναγνώστες
Τετάρτη 27 Ιανουαρίου 2010
Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2010
ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ ΣΤΗΝ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΣΙΑ
ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ ΣΤΗΝ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΣΙΑ
Επιστροφή στην Τύρο
(Αρριανός Γ.6)
Κατά τον Απρίλιο του 331 π.Χ., στην αρχή του τέταρτου χρόνου της εκστρατείας, ο Αλέξανδρος προέλασε από τη Μέμφιδα με κατεύθυνση την Φοινίκη. Ο στρατός για να διασχίσει την απόσταση από τη Μέμφιδα ως το Πηλούσιο, πέρασε από ένα μεγάλο αριθμό γεφυρών, τόσο στη Μέμφιδα όσο και σε όλα τα κανάλια στο δρομολόγιό του. Για μία ακόμη φορά έγινα οι προπαρασκευές για τη διέλευση της Ερήμου του Σινά, ο στόλος και πάλι ανεφοδίαζε το στρατό, αλλά τώρα δεν χρειαζόταν να μεταφέρει τις πολιορκητικές μηχανές, τους συνακολουθούντες και τα προσωπικά είδη της δύναμης, που παρέμεινε ως φρουρά στην Αίγυπτο.
Ο Αλέξανδρος έφθασε στην Τύρο περί τα μέσα Ιουνίου του 331 και ασχολήθηκε με μία σειρά από διοικητικά και στρατιωτικά θέματα. Ο Αμφοτερός είχε καταλάβει την Κρήτη, είχε εκδιώξει τους Πέρσες και τους συμμάχους τους Σπαρτιάτες και ετοιμαζόταν να κάνει απόβαση στην Πελοπόννησο. Ο Αλέξανδρος διέταξε τους Φοίνικες και του Κυπρίους να ενισχύσουν με 100 πλοία το στόλο του Αμφοτερού, που έσπευδε να βοηθήσει όσους παρέμεναν πιστοί στον πόλεμο κατά των Περσών και δεν ήθελαν να συμμορφωθούν προς τις επιθυμίες των Σπαρτιατών, αφού ο Αντίπατρος ήταν απασχολημένος στο μέτωπο της Θράκης εναντίον του αποστάτη Μέμνονα. Τοποθέτησε στη Φοινίκη τον Κοίρανο από την Βέροια ως υπεύθυνο για τη συλλογή των φόρων. Στην περιοχή του Ταύρου τη συλλογή των φόρων ανέθεσε στον Φιλόξενο. Τον Άρπαλο, που μόλις είχε γυρίσει από τη φυγή του, δεν τον αμνήστευσε απλώς, αλλά του ανέθεσε και πάλι τη διαχείριση του ταμείου της εκστρατείας. Ανακάλεσε τον Άσανδρο του Φιλώτα, που μέχρι τότε ήταν σατράπης της Λυδίας και στη θέση του τοποθέτησε τον μέχρι τότε αρχηγό των ξένων μισθοφόρων, τον εταίρο Μένανδρο. Έκανε θυσίες, πομπές και οργάνωσε λαμπρούς αγώνες κυκλικών χορών και τραγωδιών, στους οποίους συμμετέσχαν πολλά και λαμπρά καλλιτεχνικά ονόματα. Τη διοργάνωσή τους ανέλαβαν οι βασιλείς της Κύπρου σύμφωνα με το σύστημα των χορηγιών. Οι αλλεπάλληλες διοργανώσεις τέτοιων αγώνων και οι προσκλήσεις αθλητών και καλλιτεχνών από την Ελλάδα είχαν σκοπό να δείξουν ότι οι κατακτήσεις δεν τρόπαιο μόνο του Ηγεμόνος της Ελλάδος, αλλά όλων των Ελλήνων, οι οποίοι είχαν πάρει την απόφαση για την εκστρατεία.
Η Αθηναϊκή Δημοκρατία, που επέμενε στην ετεροδικία των πολιτών της, είχε στείλει ένα από τα δύο ιερά της πλοία, την Πάραλο, σε όλο το πλήρωμα της οποίας είχε αναθέσει χρέη πρέσβεων. Σύσσωμο το πλήρωμα παρουσιάσθηκε στον Αλέξανδρο και μεταξύ άλλων έθεσε ξανά το παλιό αίτημα της Αθήνας: να απελευθερώσει όσους από τους Έλληνες μισθοφόρους των Περσών, που αιχμαλωτίσθηκαν στο Γρανικό, ήταν Αθηναίοι πολίτες. Εκείνος ικανοποίησε όλα τα αιτήματά τους και απελευθέρωσε τους Αθηναίους μισθοφόρους. Κατείχε όλα τα ανατολικά παράλια της Μεσογείου, αισθανόταν ασφαλής και μπορούσε πλέον να υλοποιήσει την υπόσχεση, που είχε δώσει στην προηγούμενη πρεσβεία τους, στο Γόρδιο περίπου δύο χρόνια νωρίτερα.
Από την Τύρο θα άρχιζε η προέλαση στο εσωτερικό της Ασίας. Η στρατιά δεν θα μπορούσε πλέον να ανεφοδιάζεται από το στόλο και η Διοικητική Μέριμνα έπρεπε να αντιμετωπίσει καταστάσεις άγνωστες σε όλους τους ελληνικούς στρατούς. Οι αποστάσεις ήταν πολύ μεγαλύτερες, οι δυσκολίες από τη μορφολογία του εδάφους τεράστιες και οι δια ξηράς μεταφορικές ικανότητες περιορισμένες. Υπήρχε σοβαρότατος κίνδυνος να καταστραφεί η στρατιά ανά πάσα στιγμή, χωρίς να προηγηθεί μεγάλη μάχη, λόγω διακοπής του εφοδιασμού. Ο Αλέξανδρος έπαυσε τον σατράπη της Συρίας, Αρίμμα, και τον αντικατέστησε με τον Ασκληπιόδωρο του Ευνίκου, διότι έκρινε ότι δεν είχε κάνει για την προπαρασκευή της προέλασης, όσα του είχε αναθέσει, όταν τον τοποθέτησε.
Ασσυρία
(Αρριανός Β.12, Γ.1, 7, 15, Δ.20 , Ζ.4.6, Διόδωρος ΙΣΤ.43.4, ΙΖ.37.3-38, 54.7, 55.1-4, 107.6, Πλούταρχος Αλέξανδρος 21, 30.1, 5, 31.7-8, 70.3, Κούρτιος 3.12.3-23, 4.9.10, 10.18-19, 24, 25-34, 11.1-9, 8.4.25, Ιουστίνος 11.9.12-16, 11.12.6, 8-16, 13.1, 15.5-κ.ε. 12.10.9)
Η στρατιά άφησε την Τύρο και έφθασε στη Θάψακο (Καρκεμίς) τον μήνα Εκατομβαιώνα (16 Ιουλίου – 15 Αυγούστου) του 331 π.Χ. Το μηχανικό του Αλεξάνδρου, που προπορευόταν όπως συμβαίνει και σήμερα, είχε διαταχθεί να κατασκευάσει δύο γέφυρες, για να περάσει η στρατιά τον Ευφράτη, αλλά δεν μπορούσε να τις ολοκληρώσει. Φοβόταν μήπως τις χρησιμοποιήσει, για να του επιτεθεί ο Μαζαίος, που με 3.000 ιππείς και 2.000 Έλληνες μισθοφόρους επιτηρούσε την απέναντι όχθη. Όταν ο Μαζαίος έμαθε ότι πλησίαζε ο Αλέξανδρος με τη στρατιά του, έφυγε και οι εργασίες στη γεφύρωση του ποταμού ολοκληρώθηκαν αμέσως. Αποστολή του Μαζαίου δεν ήταν να εμπλακεί, αλλά να καθυστερήσει την προέλαση του Αλεξάνδρου και ταυτόχρονα να εφαρμόσει την τακτική της καμένης γης. Αφού λοιπόν κατέστρεψε την αγροτική παραγωγή σε μεγάλη έκταση στα ανατολικά του Ευφράτη και έκρινε ότι η περιοχή είχε γίνει αδιάβατη ελλείψει εφοδίων, ο Μαζαίος επέστρεψε στο στρατόπεδο του Δαρείου. Όμως δεν κατέστρεψε την αγροτική παραγωγή σε όλες τις κατευθύνσεις, αφήνοντας στον Αλέξανδρο τουλάχιστον ένα εναλλακτικό δρομολόγιο. Ο Δαρείος Γ΄ επέτρεψε στον ισχυρό και επιτιθέμενο στρατό του Κοινού Συνεδρίου των Ελλήνων να κινηθεί στο εσωτερικό της περσικής αυτοκρατορίας ευκολότερα απ΄ ότι ο Αρταξέρξης Β΄ στη μικρότερη και καταδιωκόμενη δύναμη των Μυρίων. Αυτό αποδεικνύει σαφώς ότι ο Δαρείος ως ανώτατος στρατιωτικός διοικητής ήταν ανεπαρκής. Έτσι ο Αλέξανδρος προέλασε στο εσωτερικό της Μεσοποταμίας με βόρεια κατεύθυνση, έχοντας στα αριστερά του τον Ευφράτη και τα βουνά της Αρμενίας. Δεν ακολούθησε το συντομότερο δρομολόγιο προς τη Βαβυλώνα, διότι ο Μαζαίος το είχε κάνει αδιάβατο ελλείψει εφοδίων και η ανεπάρκεια του Αρρίμμα δεν βοηθούσε την κατάσταση. Στο βόρειο δρομολόγιο ήταν ευκολότερος ο ανεφοδιασμός και λιγότερη η ζέστη.
Κατά τη διάρκεια αυτής της πορείας πέθανε η σύζυγος του Δαρείου. Δεν είμαστε βέβαιοι για το όνομα ούτε της συζύγου ούτε της κόρης του Δαρείου. Μόνο ο Πλούταρχος αναφέρει το όνομα της συζύγου και την ονομάζει Στάτειρα, όπως ακριβώς και την κόρη της, την οποία τελικά παντρεύτηκε ο Αλέξανδρος στα Σούσα. Στάτειρα ονομάζουν αυτήν την κόρη και ο Διόδωρος και ο Ιουστίνος, ενώ ο Αρριανός την ονομάζει Βαρσίνη. Όποιος επιλέξει να εξεύρει την αλήθεια δια της πλειοψηφίας και μεταξύ αυτών των δύο ονομάτων, υποχρεωτικά θα ονομάσει Βαρσίνη τη σύζυγο και Στάτειρα την κόρη του Δαρείου. Η πληροφορία ότι πέθανε κατά τη διάρκεια τοκετού ή αποβολής και ότι ο Αλέξανδρος την έθαψε με μεγαλοπρέπεια μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι υπεύθυνος για την εγκυμοσύνη της ήταν ο Αλέξανδρος. Αυτό ακριβώς φαίνεται ότι προσπάθησε να συγκαλύψει η προπαγάνδα της Αυλής του κατασκευάζοντας μία ιστορία, οι παραλλαγές της οποίας διασώθηκαν ως τις μέρες μας. Συγκεκριμένα, οι σωζόμενοι ιστορικοί παραδίδουν τα εξής για μετά τη μάχη της Ισσού:
Αρριανός: η μητέρα, η σύζυγος και τα παιδιά του Δαρείου έμαθαν ότι ο Αλέξανδρος επέστρεφε με τα βασιλικά σύμβολα του Μεγάλου Βασιλέα και πιστεύοντας ότι ήταν νεκρός, άρχισαν να θρηνούν. Ο Αλέξανδρος έστειλε τον Λεοννάτο να τις ενημερώσει ότι ο Δαρείος ήταν ζωντανός κι ότι εκείνες θα διατηρούσαν τους βασιλικούς τίτλους και τις τιμές, διότι δεν είχε τίποτα το προσωπικό εναντίον του Δαρείου και απλώς πολεμούσε για την εξουσία. «Αυτά τα κατέγραψαν ο Αριστόβουλος και ο Πτολεμαίος. Άλλοι συγγραφείς [που δεν έλαβαν μέρος στην εκστρατεία και δεν είχαν άμεση αντίληψη των γεγονότων] έγραψαν ότι» την επομένη ο Αλέξανδρος κι ο Ηφαιστίων πήγαν στη σκηνή των γυναικών και η μητέρα του Δαρείου εκλαμβάνοντας τον πιο εμφανίσιμο Ηφαιστίωνα ως τον Αλέξανδρο έσπευσε να τον προσκυνήσει. Εκείνος υποχώρησε, η Σισίγγαμβρις ντράπηκε και ο Αλέξανδρος την καθησύχασε λέγοντας ότι κι ο Ηφαιστίων «είναι Αλέξανδρος». Ο Αρριανός ξεκαθαρίζει ότι αυτή η ιστορία με τον Ηφαιστίωνα στη σκηνή των γυναικών δεν παραδίδεται από τον Αριστόβουλο και τον Πτολεμαίο και ότι την περιλαμβάνει στο βιβλίο του χωρίς να τη «θεωρεί αληθινή, αλλά ούτε εντελώς ψεύτικη» και ότι όσοι την αναφέρουν ίσως πίστεψαν ότι ο Αλέξανδρος μπορούσε να μιλήσει και να πράξει κατ’ αυτόν τον τρόπο.
Πλούταρχος: η μητέρα, η σύζυγος και τα παιδιά του Δαρείου έμαθαν ότι ο Αλέξανδρος επέστρεφε με τα βασιλικά σύμβολα του Μεγάλου Βασιλέα και πιστεύοντας ότι ήταν νεκρός, άρχισαν να θρηνούν. Ο Αλέξανδρος έστειλε τον Λεοννάτο να τις ενημερώσει ότι ο Δαρείος ήταν ζωντανός κι ότι εκείνες θα διατηρούσαν τους βασιλικούς τίτλους και τις τιμές, διότι δεν είχε τίποτα το προσωπικό εναντίον του Δαρείου και απλώς πολεμούσε για την εξουσία. Επειδή η σύζυγος του Δαρείου ήταν η ωραιότερη απ’ όλες τις βασίλισσες, όπως κι ο Δαρείος ο ωραιότερος και ψηλότερος άντρας και τα κορίτσια είχαν πάρει την ομορφιά των γονιών τους, τις φύλασσαν σαν σε «ιερούς παρθενώνες, απρόσιτες από όλους». Όλες οι ευγενείς Περσίδες αιχμάλωτες ήταν πολύ ψηλές και ωραίες και ο Αλέξανδρος τις θεωρούσε «βασανιστήριο για τα μάτια του», εν τούτοις «φαίνεται ότι θεωρούσε την αυτοσυγκράτηση σημαντικότερη από την επιτυχία στα πεδία των μαχών και πριν από το γάμο του [με τη Ρωξάνη] δεν άγγιξε καμία από τις αιχμάλωτες εκτός από τη Βαρσίνη, τη χήρα του Μέμνωνα».
Διόδωρος: Όταν ο Αλέξανδρος μετά τη μάχη της Ισσού και την άκαρπη καταδίωξη του Δαρείου επέστρεψε στο στρατόπεδο με το τόξο και τον κάνδυ του Δαρείου, οι γυναίκες της συνοδείας του Πέρση βασιλιά νόμισαν ότι νεκρός άρχισαν να θρηνούν. Ο Αλέξανδρος έστειλε τον Λεοννάτο να τις καθησυχάσει και να τους πει ότι ο Αλέξανδρος θα τις επισκεπτόταν την επομένη. Πράγματι την επομένη πήγε στη σκηνή τους συνοδευόμενος από τον Ηφαιστίωνα, ο οποίος ήταν ψηλότερος και ωραιότερος από τον Αλέξανδρο. Έτσι η Σισύγγαμβρις, η μητέρα του Δαρείου, εξέλαβε εκείνον ως τον Αλέξανδρο και έσπευσε να τον προσκυνήσει σύμφωνα με το περσικό έθιμο. Οι παριστάμενοι της υπέδειξαν ποιός ήταν ο βασιλιάς κι εκείνη άρχισε να τον προσκυνά ντροπιασμένη για το λάθος της. Για να διασκεδάσει τους φόβους της, ο Αλέξανδρος την προσφώνησε μητέρα και της είπε ότι κι ο Ηφαιστίων «Αλέξανδρος είναι». Τη διαβεβαίωσε ότι θα τη θεωρούσε δεύτερη μητέρα του, της φόρεσε τα βασιλικά κοσμήματα, και όχι μόνο της άφησε το υπηρετικό προσωπικό της, αλλά της το αύξησε. Υποσχέθηκε ότι θα φροντίσει για την αποκατάσταση των κορών της καλύτερα κι απ’ τον Δαρείο και ότι θα ανέτρεφε το μικρό γιο του Δαρείου σαν δικό του γιο και θα του απέδιδε βασιλικές τιμές. Για τη σύζυγο (και αδελφή του Δαρείου) είπε ότι δεν θα δοκίμαζε τίποτα χειρότερο της προηγούμενης ευδαιμονίας της και σε επισφράγιση δε όλων αυτών έδωσε το δεξί του χέρι, που ήταν η ασφαλέστερη εγγύηση προερχόμενη από έναν Πέρση. Επειδή ήταν δεδομένη και δηλωμένη στις επιστολές του προς τον Δαρείο η πρόθεση του Αλεξάνδρου να καταλάβει τον αυτοκρατορικό θρόνο του κοσμοκράτορα, μπορούμε να θεωρήσουμε το «τίποτα χειρότερο της προηγούμενης ευδαιμονίας» της συζύγου του Δαρείου ως μία πονηρή διπλωματική διατύπωση. Ο κάθε Μέγας Βασιλεύς κληρονομούσε από τον προκάτοχό του και το χαρέμι, έτσι ο Αλέξανδρος γενόμενος Μέγας Βασιλεύς θα κληρονομούσε και την σύζυγο του Δαρείου ως παλλακίδα, χωρίς να μειώνει σε τίποτα την υπόστασή της βάσει του περσικού βασιλικού πρωτοκόλλου. Ο Διόδωρος λοιπόν δεν αποκλείει –ίσως μάλιστα να υπονοεί- ότι ο Αλέξανδρος βιάστηκε να απολαύσει αυτό το προνόμιο.
Κούρτιος: Η διήγησή του είναι ίδια με του Διόδωρου. Για τη σύζυγο του Δαρείου λέει ότι ο Αλέξανδρος την είχε δει μία μόνο φορά, όταν επισκέφθηκε τη σκηνή των γυναικών μετά τη μάχη της Ισσού. Όμως «η εξαίρετη ομορφιά της δεν προκάλεσε την επιθυμία του, αλλά της φέρθηκε με τρόπο αρμόζοντα στη δόξα του», «είχε νοιώσει μόνο πατρικά αισθήματα» γι’ αυτήν και όχι μόνο δεν της φέρθηκε βίαια, αλλά φρόντισε και να μην επωφεληθεί κανείς από την αιχμαλωσία της.
Ιουστίνος: Μετά τη μάχη της Ισσού η μητέρα, η σύζυγος και οι δύο κόρες του Δαρείου έπεσαν στα πόδια του Αλεξάνδρου εκλιπαρώντας τον να μην τις εκτελέσει πριν κηδεύσουν το σώμα του Δαρείου. Ο Αλέξανδρος τις πληροφόρησε ότι ο Δαρείος ήταν ζωντανός και ότι δεν θα τις εκτελούσε, αλλά θα τις αντιμετώπιζε ως βασίλισσες. Είπε ακόμη στις κόρες ότι δεν θα έπρεπε να φοβούνται γάμους ανάρμοστους προς τη θέση του πατέρα τους. Ο Ιουστίνος προφανώς αναφέρεται στον γάμο του Αλεξάνδρου με τη μεγαλύτερη κόρη του Δαρείου, τη Στάτειρα, ένα γάμο που οπωσδήποτε δεν ήταν «ανάρμοστος προς τη θέση του πατέρα της». Όσον αφορά στη σύζυγο του Δαρείου, λέει ότι την κήδευσε μεγαλοπρεπώς όχι λόγω σωματικής έλξης, αλλά λόγω ανθρώπινης συμπόνιας.
Όλες οι παραπάνω παραλλαγές υπερτονίζουν ότι ο Αλέξανδρος δεν άγγιξε τη σύζυγο του Δαρείου, ωστόσο από τη σύλληψή της μετά τη μάχη της Ισσού (τον Νοέμβριο του 333 π.Χ.) μέχρι το θάνατό της (περί τον Αύγουστο του 331 π.Χ.) είχε μεσολαβήσει περισσότερο από ενάμισι έτος και συνεπώς ο μόνος, που δεν μπορούσε να είναι πατέρας του παιδιού, ήταν ο Δαρείος. Σύμφωνα με τα πολεμικά ήθη της εποχής ο Αλέξανδρος δεν είχε υποχρέωση να τη σεβαστεί και θα μπορούσε να την κάνει δική του παλλακίδα ή να τη δώσει σε κάποιον άλλο, υψηλόβαθμο αξιωματούχο της στρατιάς. Δεν έπρεπε όμως να την μεταχειριστεί ως λεία πολέμου, διότι όπως φάνηκε αργότερα ήθελε να θεωρηθεί διάδοχος των Αχαιμενιδών και όχι καταστροφέας της δυναστείας τους. Επειδή δε η σύζυγος του Δαρείου ήταν το πολυτιμότερο λάφυρο όλου του πολέμου και επειδή ως διάδοχος των Αχαιμενιδών με βάσει το περσικό τυπικό ο Αλέξανδρος θα κληρονομούσε και το βασιλικό χαρέμι περιλαμβανομένης της συζύγου του προκατόχου του, δεν ήταν δυνατόν να τη δώσει ως παλλακίδα σε κάποιον άλλον. Πολύ περισσότερο, όταν η τήρηση του περσικού βασιλικού πρωτοκόλλου ήταν ο κύριος λόγος των μετέπειτα προστριβών του με τους κορυφαίους αξιωματικούς του. Συνεπώς η εγκυμοσύνη της (αν είναι πραγματικό γεγονός) ήταν αποτέλεσμα είτε βιασμού, είτε οικειοθελούς συνεύρεσης της με τον Αλέξανδρο. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η γενεαλογία και η καθαρότητα του αίματος ήταν πρωταρχικής σημασίας και απαραίτητες προϋποθέσεις για την αποδοχή ενός ηγέτη από υπηκόους και αξιωματούχους. Ο αξιωματικός, που ενδεχομένως θα καθιστούσε έγκυο τη σύζυγο του Μεγάλου Βασιλέα, έπρεπε λοιπόν να έχει αυτοκτονικές τάσεις, διότι θα μόλυνε τη γραμμή διαδοχής στο θρόνο του κοσμοκράτορα, τον οποίο ο Αλέξανδρος διεκδικούσε για τον εαυτό του. Ο αξιωματικός αυτός φυσικά δεν θα επιζούσε κι επειδή θα ήταν οπωσδήποτε κάποιος υψηλόβαθμος, δεν θα μπορούσε να εξαφανιστεί χωρίς ίχνη ή σχόλια, τα οποία δεν υπάρχουν. Πρέπει λοιπόν να θεωρούμε βέβαιο ότι ο ίδιος ο Αλέξανδρο άφησε έγκυο τη σύζυγο του Δαρείου, την οποία «καμιά γυναίκα της γενιάς της δεν την ξεπερνούσε σε ομορφιά», και ότι οι ιστορίες για την εγκράτειά του απέναντι «στην ωραιότερη ασιάτισσα», κατασκευάστηκαν εκ των υστέρων από τους επικοινωνιολόγους του, για να μην αμαυρωθεί η εικόνα του, αφού αν γινόταν γνωστό ότι άφησε έγκυο την αιχμάλωτη σύζυγο του αντιπάλου του βασιλιά, θα υποβίβαζε τον εαυτό του στο επίπεδο ενός οποιουδήποτε βάρβαρου και τυχοδιώκτη εισβολέα.
Εκείνος όμως ήθελε να θεωρηθεί ως ευγενής και φιλάνθρωπος βασιλιάς, κατάλληλος για διάδοχος των Αχαιμενιδών. Για το σκοπό αυτό κατασκευάστηκε μία άλλη ιστορία, της οποίας οι παρακάτω σωζόμενες παραλλαγές, ούτε λίγο ούτε πολύ εμφανίζουν τον Δαρείο να ορίζει τον Αλέξανδρο διάδοχό του στο θρόνο:
Αρριανός: κάποια στιγμή, μετά τη μάχη της Ισσού ο βασιλικός ευνούχος δραπέτευσε, κατέφυγε στο Δαρείο και τον ενημέρωσε για τις τιμές, που απολάμβανε η οικογένειά του. Εκείνος ρώτησε αν η γυναίκα του ήταν πιστή και ο ευνούχος απάντησε ότι κι εκείνη ήταν πιστή και ο Αλέξανδρος δεν της επέβαλε κάποια βίαιη προσβολή. Τότε ο Δαρείος προσευχήθηκε στον ανώτατο θεό να του δώσει πίσω την εξουσία του, αλλά αν ο θεός είχε αποφασίσει να του τη στερήσει, τότε μόνο στον Αλέξανδρο έπρεπε να την παραδώσει.
Πλούταρχος: όταν η γυναίκα του Δαρείου πέθανε κατά τον τοκετό, ο Αλέξανδρος την κήδεψε με βασιλική μεγαλοπρέπεια κι έκλαψε για το θάνατό της. Ένας ευνούχος της συνοδείας της, ο Τίρεως, δραπέτευσε και μετέφερε την είδηση στο Δαρείο, ο οποίος υποψιάστηκε ότι οι τιμές αυτές οφείλονταν σε στενή σχέση του Αλεξάνδρου με την πανέμορφη βασίλισσα. Ο Τίρεως βεβαίωσε το Δαρείο για «την αυτοσυγκράτηση και το μεγαλείο της ψυχής» του Αλεξάνδρου και τότε ο Μέγας Βασιλεύς προσευχήθηκε στους θεούς της Περσίας να μην του πάρουν την εξουσία, αλλά αν είχαν αποφασίσει να του την αφαιρέσουν, ζητούσε «να μην καθίσει στο θρόνο του Κύρου κανένας άλλος απ’ τους ανθρώπους εκτός από τον Αλέξανδρο».
Κούρτιος: την παραμονή της μάχης των Γαυγαμήλων ένας από τους ευνούχους της ακολουθίας της συζύγου του Δαρείου, ο Τυριώτης, διέφυγε κι έφτασε στο περσικό στρατόπεδο. Παρουσιάστηκε στον Δαρείο και του ανακοίνωσε το θάνατο της συζύγου του, το πένθος του Αλεξάνδρου γι΄ αυτήν και τη μεγαλοπρεπή κηδεία της. Εκείνος υποψιάσθηκε ότι η αβρότητες του Αλεξάνδρου οφείλονταν σε ερωτική σχέση του με την αιχμάλωτη βασίλισσα, αλλά ο ευνούχος τον έπεισε ότι ο Αλέξανδρος δεν επέβαλε καμία μορφή βίας στις αιχμάλωτες. Τότε ο Δαρείος κλαίγοντας ορκίστηκε στους θεούς της χώρας του, πρώτα απ’ όλα να επιβάλουν την εξουσία του, αλλά αν η βασιλεία του επέπρωτο να τερματισθεί, να μην υπάρξει άλλος κύριος της Ασίας «από αυτόν τον δίκαιο εχθρό και ελεήμονα νικητή».
Ιουστίνος: όταν ο Δαρείος πληροφορήθηκε το θάνατο της συζύγου του και την ευγενή συμπεριφορά του Αλεξάνδρου, ανακουφίστηκε στη σκέψη ότι, αν δεν κατόρθωνε να νικήσει, θα ηττάτο από έναν τέτοιον άντρα. Επιπλέον, λίγο πριν ξεψυχήσει, ζήτησε να μεταφέρουν στον Αλέξανδρο τις ευχαριστίες του, διότι αν και εχθρός φρόντισε την οικογένειά του, ενώ οι συγγενείς του δολοφόνησαν τον ίδιο. Επίσης παρακαλούσε τον Αλέξανδρο να φροντίσει για την ταφή του και τον διαβεβαίωνε ότι προσευχόταν στους θεούς να τον κάνουν κυρίαρχο όλου του κόσμου.
Δηλαδή ο καλός βασιλιάς Αλέξανδρος όχι μόνο δεν άφησε έγκυο την αιχμάλωτη σύζυγο του αντιπάλου του βασιλιά, αλλά κέρδισε και τον θαυμασμό του. Αφού λοιπόν ήταν επιθυμία του τελευταίου Αχαιμενίδη βασιλιά να τον διαδεχτεί ο Αλέξανδρος, κανένας αξιωματούχος της περσικής Αυλής δεν είχε δικαίωμα να διεκδικήσει για τον εαυτό του τον θρόνο. Γνωρίζουμε ότι αυτήν την άποψη δεν τη συμμερίστηκαν όλοι οι Πέρσες αξιωματούχοι, ούτε όλοι οι υπήκοοι της αυτοκρατορίας, πάντως οι επικοινωνιολόγοι του Αλεξάνδρου δεν απέτυχαν στον τομέα της υστεροφημίας. Επί πολλούς αιώνες μετά το θάνατο των δύο βασιλιάδων οι μυθιστοριογράφοι σχεδόν όλων των λαών, ακόμη και της Δύσης την οποία δεν κατέκτησε ο Αλέξανδρος, περιέγραφαν τη συγκινητική συνάντησή του με τον ετοιμοθάνατο Δαρείο ή τη θλίψη του, που δεν τον πρόλαβε ζωντανό.
Μετά την κηδεία της Βαρσίνης συνέχισαν την πορεία προς τα ανατολικά. Κατά την προέλαση συνέλαβαν κάποιους από τις πολλές περιπόλους αναγνώρισης των Περσών, που είπαν ότι ο Δαρείος είχε συγκεντρώσει μεγαλύτερο στρατό απ’ όσο στην Ισσό και ότι είχε στρατοπεδεύσει στον Τίγρη αποφασισμένος να εμποδίσει τη διάβαση του Αλεξάνδρου. Τότε ο Αλέξανδρος κινήθηκε βιαστικά προς τον ποταμό, αλλά δεν βρήκε ούτε το Δαρείο ούτε το υποτιθέμενο στρατόπεδο. Πέρασε από έναν πόρο, που του υπέδειξαν οι ντόπιοι, αλλά με μεγάλη δυσκολία, διότι το ρεύμα του ποταμού ήταν πολύ ορμητικό. Βιαζόταν να συναντήσει το Δαρείο και δεν ήθελε να χρονοτριβήσει κατασκευάζοντας γέφυρες. Ενδεχομένως έδεσε άρματα και άμαξες μεταξύ τους μέσα στην κοίτη του ποταμού, ώστε να ανακοπή η ορμή του ρεύματός του. Την 5η ημέρα του αττικού μήνα Βοηδρομιώνα (την 20η Σεπτεμβρίου) μόλις είχε περάσει τον Τίγρη και ξεκούραζε την εξουθενωμένη από το επικίνδυνο τόλμημα στρατιά του, όταν έγινε έκλειψη σελήνης. Το φαινόμενο ήταν γνωστό ότι προκαλούνταν από τη σελήνη και τον ήλιο, ωστόσο αποτελούσε αφορμή για δεισιδαιμονίες και μαντείες, που θα μπορούσαν να βλάψουν το ηθικό των στρατιωτών. Έτσι ο Αλέξανδρος θυσίασε στη σελήνη και τον ήλιο, για να μπορέσει ο Αρίστανδρος να μαντέψει ότι η μάχη θα γινόταν μέσα στον μήνα και θα ήταν νικηφόρα.
Διέσχισε την Ασσυρία έχοντας στα αριστερά του τα όρη των Γορδυηνών (Τσούντι) και στα δεξιά του τον Τίγρη. Τέσσερις ημέρες μετά τη διάβαση του ποταμού (3 νύχτες μετά την έκλειψη της σελήνης) οι πρόδρομοί του είδαν στην πεδιάδα περί τους 1.000 ιππείς του εχθρού. Ο Αλέξανδρος με τη βασιλική ίλη, μία ίλη εταίρων και τους προδρόμους Παίονες τους καταδίωξε και κάποιοι από αυτούς, που συνελήφθησαν ζωντανοί, είπαν ότι ο Δαρείος είχε στρατοπεδεύσει με μεγάλη δύναμη στα Γαυγάμηλα κοντά στον ποταμό Βούμηλο (Χαζίρ), τέσσερις σταθμούς ανατολικά του Τίγρη και περί τα 600 στάδια (περίπου 111 χμ) από τα Άρβηλα (Ερμπίλ). Αυτή τη φορά περίμενε τον εισβολέα σε πεδίο μάχης κατάλληλο για το μέγεθος της στρατιάς του. Είχε πειστεί εύκολα από τους επιτελείς του ότι αιτία της ήττας στην Ισσό το ανώμαλο έδαφος, γι’ αυτό είχε από καιρό εξομαλύνει τα ανώμαλα σημεία, ώστε να μπορέσουν να κινηθούν άνετα τα δρεπανηφόρα άρματα και το ιππικό του. Στο σημείο, όπου πληροφορήθηκε τη θέση του Δαρείου, ο Αλέξανδρος εγκατέστησε ολοκληρωμένο στρατόπεδο, οχυρωμένο με τάφρο και χάρακα (φράχτη), για να ξεκουράσει τη στρατιά από τη δύσκολη και κουραστική πορεία. Τα δύο αντίπαλα στρατόπεδα απείχαν περί τα 60 στάδια (περίπου 11 χμ), αλλά δεν είχαν οπτική επαφή, διότι ανάμεσά τους βρίσκονταν γήλοφοι. Το βράδυ της τέταρτης ημέρας από τη στρατοπέδευση (επτά νύχτες μετά την έκλειψη της σελήνης), την ώρα της δεύτερης βάρδιας ο Αλέξανδρος άφησε στο στρατόπεδο τα σκευοφόρα, τους απομάχους και τους τραυματίες, και ξεκίνησε με όλους τους μάχιμους, που έφεραν μόνο τον οπλισμό τους, ώστε με το χάραμα να δώσουν τη μάχη.
Τότε έλαβε την τρίτη επιστολή, με την οποία ο Δαρείος του προσέφερε ανταλλάγματα, για να σταματήσει την προέλαση και να αποφύγουν την μάχη. Οι επιστολές του Δαρείου και τα προσφερόμενα ανταλλάγματα για κατάπαυση των εχθροπραξιών στις διάφορες παραλλαγές τους συνοψίζονται συνολικά ως εξής:
1η ΕΠΙΣΤΟΛΗ
ΠΗΓΗ ΧΩΡΙΟ ΑΠΕΣΤΑΛΗ ΠΑΡΕΛΗΦΘΗ ΠΡΟΤΑΣΗ
ΑΡΡΙΑΝΟΣ Β.14.1-3 Μάραθος Άμεση έναρξη διαπραγματεύσεων για σύναψη συμφώνου φιλίας
Παραχώρηση όλων των εδαφών δυτικά του Ευφράτη, 10.000
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ 29.7-9 τάλαντα και μίας κόρης του Δαρείου ως συζύγου του Αλεξάνδρου
ΙΖ.39.1-3 Παραχώρηση όλων των εδαφών της (Μικράς) Ασίας δυτικά του
ΔΙΟΔΩΡΟΣ ΙΖ.54.1 Βαβυλώνα ποταμού Άλυ και καταβολή 20.000 ταλάντων
Ο Δαρείος προσέφερε "όσα χρήματα μπορούσε να σηκώσει η
Μακεδονία". Μετά ο Αλέξανδρος μπορούσε να επιλέξει αν θα
συνέχιζε τον πόλεμο ή θα περιοριζόταν στο μακεδονικό θρόνο
ΚΟΥΡΤΙΟΣ 4.1.7-10 Μάραθος και σε συμμαχία με την Περσία, όπως ήταν το συνετό να πράξει.
ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ 11.12.1-2 Βαβυλώνα "Μεγάλο χρηματικό ποσόν"
2η ΕΠΙΣΤΟΛΗ
ΠΗΓΗ ΧΩΡΙΟ ΑΠΕΣΤΑΛΗ ΠΑΡΕΛΗΦΘΗ ΠΡΟΤΑΣΗ
Πολιορκία της Παραχώρηση όλων των εδαφών δυτικά του Ευφράτη, 10.000
ΑΡΡΙΑΝΟΣ Β.25 Τύρου τάλαντα και μίας κόρης του Δαρείου ως συζύγου του Αλεξάνδρου
Παραχώρηση όλων των εδαφών δυτικά του Ευφράτη, 30.000
ΔΙΟΔΩΡΟΣ ΙΖ.54.1-5 Βαβυλώνα τάλαντα και μίας κόρης του Δαρείου ως συζύγου του Αλεξάνδρου
Μετά την άλωση Παραχώρηση όλων των εδαφών της (Μικράς) Ασίας δυτικά του
ΚΟΥΡΤΙΟΣ 4.5.1-8 της Τύρου ποταμού Άλυ και της κόρης του Στάτειρας ως συζύγου του Α.
Παραχώρηση "ενός τμήματος της αυτοκρατορίας" και μίας
ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ 11.12.3-4 Βαβυλώνα κόρης του Δαρείου ως συζύγου του Αλεξάνδρου
3η ΕΠΙΣΤΟΛΗ
ΠΗΓΗ ΧΩΡΙΟ ΑΠΕΣΤΑΛΗ ΠΑΡΕΛΗΦΘΗ ΠΡΟΤΑΣΗ
Παραχώρηση των εδαφών δυτικά του Ευφράτη, μίας κόρης του
ΚΟΥΡΤΙΟΣ 4.11.1-9 Γαυγάμηλα Γαυγάμηλα Δαρείου ως συζύγου του Αλεξάνδρου και 30.000 χρυσά τάλαντα
Παραχώρηση των εδαφών δυτικά του Ευφράτη, μίας κόρης του
ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ 11.12.10 Γαυγάμηλα Γαυγάμηλα Δαρείου ως συζύγου του Αλεξάνδρου και 30.000 τάλαντα
Η τρίτη επιστολή, την οποία αναφέρουν οι δύο σωζόμενοι Ρωμαίοι ιστορικοί, είναι άγνωστη στους Έλληνες. Κάποιοι δυτικοί μελετητές πιστεύουν ότι οι πρώτες πηγές έκαναν λόγο για τρεις επιστολές, τις οποίες οι Έλληνες ιστορικοί συμπύκνωσαν, οι μεν Αρριανός και Διόδωρος σε δύο, ο δε Πλούταρχος σε μία. Ίσως όμως την τρίτη επιστολή να την εφηύραν εξ ολοκλήρου οι Ρωμαίοι ιστορικοί, για να τονίσουν την αγωνία του Δαρείου στην πολύ πιο δραματική εξιστόρησή τους. Ίσως δηλαδή να μην είναι καθόλου τυχαίο ότι η θρυλούμενη τρίτη επιστολή δεν περιέχει κάτι διαφορετικό από τις προηγούμενες, αλλά οι ίδιες συνολικά προσφορές διασπείρονται σε τρεις επιστολές, δημιουργώντας την εντύπωση της κλιμακούμενης αγωνίας και απόγνωσης των Περσών. Επιπλέον, ο Αλέξανδρος ήδη από την πρώτη του απάντηση είχε κάνει απόλυτα σαφές στο Δαρείο ότι διεκδικούσε το θρόνο του κοσμοκράτορα και τίποτα λιγότερο. Είναι λοιπόν ασυμβίβαστος με τη θέση και την νοοτροπία ενός κοσμοκράτορα ο τρόμος, που αποτυπώνεται με τρεις επιστολές και δεν είναι νοητό ο Μέγας Βασιλεύς να αποκαλύπτει την απελπισία του στον εισβολέα την παραμονή της τελικής μάχης. Και οι δύο Ρωμαίοι ιστορικοί λένε ότι ο Δαρείος ξεκαθάριζε στον Αλέξανδρο ότι έγραφε για να τον ευχαριστήσει για τη στάση του έναντι της αιχμάλωτης βασιλικής οικογένειας, ωστόσο δεν περιορίστηκε στις ευχαριστίες, αλλά έκανε και νέες πλουσιότερες προτάσεις. Αν ο Δαρείος πράγματι πίστευε ότι ο εισβολέας θα συμβιβαζόταν με κάποιο αντάλλαγμα, όφειλε να του είχε δείξει ότι υπήρχε κάποιο σημαντικό εμπόδιο στην προέλασή του, ώστε να τον αποτρέψει από την επιδίωξη του μείζονος. Όμως δεν είχε δυσκολέψει την προέλαση του εισβολέα, ούτε είχε προβάλει καμία αντίσταση στο σοβαρότερο κώλυμα της περιοχής, τον Τίγρι, ώστε να εξαναγκάσει τον Αλέξανδρος σε συμβιβασμό. Αντίθετα, παρατάχθηκε στην πεδιάδα των Γαυγαμήλων, όπου μπορούσε να αναπτύξει σωστά τις υπέρτερες αριθμητικά δυνάμεις του και να συντρίψει τον εισβολέα. Αυτή είναι η καλύτερη απόδειξη ότι ο Δαρείος ήταν αποφασισμένος να πολεμήσει τον Αλέξανδρο στη μεγάλη τακτική μάχη εκ παρατάξεως, που επέβαλλε το γόητρο ενός Μεγάλου Βασιλέως, και όχι να συμβιβαστεί μαζί του. Συνεπώς δεν είχε λόγο να στείλει τρίτη επιστολή.
Η μάχη των Γαυγαμήλων
(Αρριανός Γ.8, 10, 11, 13, 15, Πλούταρχος Αλέξανδρος 31.1, 31.8-12, 32, 33.9-10, Κάμιλλος 19.5, Διόδωρος ΙΖ.20.4-5, 39.3-4, 56, 57.3, 58.2, 5, 59.2-8, 60, 61.3, 64.3, 6, Κούρτιος 4.12, 13.4, 15, 20, 36, 15.4-8, 16.1-6, 8-9, 16-19, 26, 5.1.10, 45, Ιουστίνος 11.12.5, 13.2, 14.3-4, Πολύαινος Δ.3.6, 17, Ηρόδοτος ΣΤ.101, 119, Η.28, Στράβων ΙΣΤ.1.25.C.747, Ξενοφών Κύρου Ανάβασις Α.VΙΙΙ.20 Γ.ΙV.35)
Στα τριάμισι χρόνια συνεχών εχθροπραξιών, που είχαν προηγηθεί, ο Δαρείος είχε χάσει πολλές σατραπείες, όλα τα παράλια και τους στόλους της Μεσογείου, είχε χρεωθεί μία προσωπική ήττα και είχε υποχρεωθεί σε ταπεινωτική φυγή από το πεδίο της μάχης, εγκαταλείποντας στα χέρια του εχθρού του τα σύμβολα της εξουσίας του και την οικογένειά του. Ο Αλέξανδρος με τις δύο επιστολές του είχε κάνει σαφές ότι διεκδικούσε το θρόνο και όχι κάποιο τμήμα της αυτοκρατορίας. Η μάχη αυτή έπρεπε λοιπόν να είναι η τελευταία. Ο Πέρσης βασιλιάς πρέπει να γνώριζε καλά ότι, αν δεν κατάφερνε να αποσοβήσει τον κίνδυνο, οι Πέρσες πατριώτες δεν θα μπορούσαν να τον εμπιστευθούν πλέον.
Είχε καλέσει και τα στρατεύματα των ἄνω (ανατολικών) σατραπειών, τα οποία δεν είχε χρησιμοποιήσει στη μάχη της Ισσού, λόγω του επείγοντος εκείνης της προπαρασκευής. Στο σχετικό πίνακα παρουσιάζονται τα έθνη, που έλαβαν μέρος στη μάχη των Γαυγαμήλων, όπως τα παραδίδουν οι αρχαίοι συγγραφείς. Οι Έλληνες ιστορικοί είναι περίπου σύμφωνοι μεταξύ τους (αν και ο Αρριανός εκφράζει επιφυλάξεις για τους αριθμούς που παραδίδει), αλλά οι Ρωμαίοι δίνουν διαφορετικούς και πολύ μικρότερους αριθμούς.
Ο σατράπης της Βακτριανής, Βήσσος, οδηγούσε Ινδούς όμορους των Βακτρίων (από τη Γανδαρίτιδα), Βάκτριους και Σογδιανούς. Ο Μαυάκης οδηγούσε τους Σάκες ιπποτοξότες. Ο σατράπης της Αραχωσίας, Βαρσαέντης, ήταν επικεφαλής των Αραχωτών και των ορεσίβιων Ινδών (των κατοίκων του σημερινού Κασμίρ και Τζαμμού). Ο σατράπης των Αρείων, Σατιβαρζάνης, οδηγούσε τους υπηκόους του, ο Φραταφέρνης οδηγούσε τους Παρθυαίους, Υρκάνιους και Τοπείρους, όλους ιππείς. Ο Ατροπάτης οδηγούσε τους Μήδους, Καδουσίους, Αλβανούς και Σακεσίνες. Οι Οροντοβάτης, Αριοβαρζάνης και Οξίνης ήταν επικεφαλής των λαών της Ερυθράς θάλασσας (του Περσικού Κόλπου). Ο Οξάρθης του Αβουλίτη οδηγούσε τους Ούξιους και τους Σουσιανούς, ο Βουπάρης τους Βαβυλώνιους, τους εξόριστους Κάρες και τους Σιττακηνούς. Οι Ορόντης και Μιθραύστης οδηγούσαν τους Αρμενίους, ο Αριάκης τους Καππαδόκες και ο Μαζαίος τους Σύριους και τους Ασσύριους.
Ανάμεσα στις δυνάμεις των Περσών ο Κούρτιος τοποθετεί και κάποιους απόγονους εξορίστων Ελλήνων, τους Γορτυαίους. Ο Ηρόδοτος λέει ότι μετά τη μάχη του Μαραθώνα το 490 π.Χ. οι Πέρσες σε αντίποινα της πολύ ενεργούς συμμετοχής των Ερετριέων σε κάθε αντιπερσική δραστηριότητα, κατέστρεψαν την Ερέτρια και όσους κατοίκους συνέλαβαν ζωντανούς, τους εκτόπισαν στη Σουσιανή. Ο Στράβων λέει ότι εκτοπίσθηκαν στη Γορδυηνή και μάλλον σ΄ αυτό οφείλεται ο όρος Γορτυαίοι, αφού δεν γνωρίζουμε κάποια εκτόπιση πληθυσμού από τη Γόρτυνα της Κρήτης ή τη Γορτυνία της Πελοποννήσου ή της Μακεδονίας. Επιπλέον ο Κούρτιος λέει ότι ήταν Ευβοϊκής καταγωγής, άρα αναφέρεται σαφώς στους Ερετριείς του Ηρόδοτου. Επειδή ο Κούρτιος σε όλη τη διήγησή του για τον Αλέξανδρο έχει εμφυτεύσει πολλές πληροφορίες, που δίνει ο Ηρόδοτος για τους Περσικούς Πολέμους, το πιθανότερο είναι ότι κατασκεύασε τους Γορτυαίους αντιγράφοντας για πολλοστή φορά τον Ηρόδοτο και παρερμηνεύοντας τον Στράβωνα.
Μόλις οι δυνάμεις του Αλεξάνδρου πέρασαν τους γήλοφους, που χώριζαν τις δύο παρατάξεις, είδαν τις δυνάμεις του Δαρείου, σταμάτησαν την προέλαση και έγινε σύσκεψη των επιτελών (εταίρων, Ελλήνων και ξένων συμμάχων). Οι αλλεπάλληλες επιτυχίες, που είχαν μέχρι τότε, τους έδιναν μεγάλη αυτοπεποίθηση και ζητούσαν να επιτεθούν αμέσως. Όμως ο Παρμενίων επεσήμανε ότι οι δυνάμεις του εχθρού ήταν οι ισχυρότερες, που είχαν συναντήσει ως τότε, και ότι το πεδινό έδαφος ευνοούσε την ανάπτυξή τους. Επιπλέον ο Δαρείος είχε όλο το χρόνο στη διάθεσή του να δημιουργήσει στην περιοχή κωλύματα και παγίδες με τρόπο, ώστε να μη φαίνονται. Ο Παρμενίων ασφαλώς θα θύμισε ότι παρά το τελικά νικηφόρο αποτέλεσμα στο Γρανικό και στον Πίναρο η παράταξή τους πιέστηκε πολύ και κινδύνεψε να διασπασθεί λόγω του εδάφους. Ο Αλέξανδρος συμφώνησε και στρατοπέδευσαν διατηρώντας τις θέσεις μάχης, που είχαν.
Πήρε τους ψιλούς και το εταιρικό ιππικό, ήλεγξε το έδαφος και μετά συγκάλεσε νέα σύσκεψη των επιτελών. Δεν χρειαζόταν να τους τονώσει το ηθικό, αφού έτσι κι αλλιώς ήθελαν να επιτεθούν χωρίς χρονοτριβή. Τους τόνισε την κρισιμότητα της επικείμενης μάχης και ότι όλα θα κρίνονταν όχι τόσο από τη γενναιότητα, όσο από τον συντονισμό των τμημάτων, την ακρίβεια και την ταχύτητα εκτέλεσης των διαταγών κατά τη μάχη. Ήθελε να γίνει κατανοητό από όλους ότι το ενδεχόμενο λάθος ενός ανδρός μπορούσε να οδηγήσει σε ήττα. Ο Παρμενίων φαίνεται ότι αγωνιούσε για την έκβαση της μάχης εναντίον ενός εχθρού υπέρτερου αριθμητικά και σε κατάλληλο για εκείνον πεδίο. Ίσως πάλι να ανησυχούσε μην επιρρεαστεί το ηθικό της στρατιάς. Μέχρι τότε συναντούσαν τον εχθρό και εμπλέκονταν αμέσως, ενώ αυτή τη φορά θα περνούσαν σχεδόν ένα εικοσιτετράωρο έχοντας οπτική επαφή με το αχανές στρατόπεδο του εχθρού. Από το μακεδονικό στρατόπεδο η θέα του περσικού ήταν συγκλονιστική: «όλη η πεδιάδα ανάμεσα στα όρη του Νιφάτη (Αλά Ντάγκ) και τα Γορδυαία (Τσούντι) φαινόταν να λάμπει από τις φωτιές του περσικού στρατοπέδου, από το οποίο ακουγόταν ένας βαθύς και ακαθόριστος ήχος σαν από ανοιχτή θάλασσα». Λέγεται λοιπόν ότι πρότεινε να επιτεθούν τη νύχτα, για να αιφνιδιάσουν τις εχθρικές δυνάμεις, πρόταση με την οποία συμφώνησαν όλοι. Ο Αλέξανδρος απάντησε ότι δεν ήθελε να κλέψει τη νίκη, αλλά να την κερδίσει τίμια και χωρίς να αφήσει σκιές στην επιτυχία του. Πολεμούσε μεν πάντοτε στην πρώτη γραμμή, όμως η απάντησή του δεν υπαγορευόταν από κάποιον στρατιωτικό κώδικα τιμής. Ο Ξενοφών κάνει σαφές ότι οι νυχτερινές καταδρομικές επιχειρήσεις ήταν ελληνική στρατιωτική τακτική και συνεπώς όλοι την γνώριζαν καλά, αλλά δεδομένου του αριθμού των βαρβάρων θα χρειαζόταν να κινητοποιήσουν πολύ ισχυρή δύναμη. Αυτό ίσως έδινε την ευκαιρία στους πολυάριθμους αιχμαλώτους να εξεγερθούν και να αντιστρέψουν τον αιφνιδιασμό με απρόβλεπτες συνέπειες, αφού βρίσκονταν σε άγνωστο και εχθρικό έδαφος. Άλλος λόγος, για να διαφωνήσει ήταν ότι το τμήμα, που θα αναλάμβανε την καταδρομική επιχείρηση, μπορούσε να υποστεί σημαντικές απώλειες, όπως είχε συμβεί στη νυχτερινή έξοδο των Αλικαρνασσέων. Τέλος, εφ' όσον η κύρια αγωνία του Αλεξάνδρου ήταν αν οι δυνάμεις του θα συντονίζονταν και θα συνεργάζονταν σωστά απέναντι στη πολυπληθέστερη βαρβαρική στρατιά, ασφαλώς δεν θα ήθελε να προσθέσει ακόμη έναν παράγοντα αποσυντονισμού, την έλλειψη οπτικής επαφής μεταξύ των ανδρών του. Αλλά ο σημαντικότερος λόγος ήταν πως χρειαζόταν στρατηγική και όχι τακτική νίκη. Είχε επιτεθεί στην Περσία, για να καταλάβει τον θρόνο του κοσμοκράτορα, και αυτό απαιτούσε νίκη σαφή και αδιαμφισβήτητη, ώστε ο Δαρείος να αναγνωρίσει την κατωτερότητά του και να εγκαταλείψει τον αγώνα.
Aπ΄ την άλλη πλευρά, oι Πέρσες για μία ακόμη φορά άφησαν την πρωτοβουλία των κινήσεων στον Αλέξανδρο και περιορίστηκαν να αμυνθούν στην επικείμενη επίθεσή του. Ακόμη κι αν δεν ήταν εξ αρχής χαμηλό το ηθικό του στρατεύματός τους, οι επιλογές της στρατιωτικής ηγεσίας οπωσδήποτε το υπονόμευσαν. Ο Δαρείος για δεύτερη δεν τόλμησε να επιτεθεί στον εισβολέα, για να προστατέψει τη χώρα του, και βρέθηκε στη δυσχερή θέση να φοβάται νυχτερινή επίθεση των Ελλήνων. Επειδή το στρατόπεδό του ήταν εξαιρετικά εκτεταμένο και δεν ήταν δυνατόν να περιχαρακωθεί, μία νυχτερινή επίθεση θα ήταν εξαιρετικά επικίνδυνη. Έτσι κράτησε τη στρατιά του στις αρχικές της θέσεις με πλήρη εξάρτηση μάχης και σε ολονύκτια ετοιμότητα. Αυτό κούρασε σωματικά τους άντρες του και τους ενστάλαξε την πεποίθηση ότι αμύνονται έναντι ενός φοβερού εχθρού.
Φυσικά, ο φόβος και η αγωνία για την έκβαση αυτής της καθοριστικής μάχης δεν έλειπαν ούτε από το μακεδονικό στρατόπεδο. Ο Αλέξανδρος πέρασε τη νύχτα (σύμφωνα με τη διήγηση του Αρριανού αυτή ήταν η όγδοη μετά την έκλειψη της σελήνης) μπροστά στη σκηνή του με τον μάντη Αρίστανδρο κάνοντας απόρρητες ιερουργίες και θυσιάζοντας κατά τον μεν Πλούταρχο στον Φόβο, κατά τον δε Κούρτιο στο Δία και στην Αθηνά Νίκη. Την ώρα της τελευταίας βάρδιας (λίγο πριν την ανατολή του ηλίου) έπεσε σε βαθύ ύπνο κι επειδή μετά δεν ξυπνούσε ο Παρμενίων συντόνισε τις προετοιμασίες της στρατιάς. Καθώς η ώρα περνούσε και ο Αλέξανδρος εξακολουθούσε να κοιμάται, κάποιος πήγε στη σκηνή του και τον ξύπνησε. Απορημένος από την ηρεμία του, ρώτησε πώς δυνατόν να κοιμάται σαν να είχε ήδη νικήσει, ενώ επίκειται η μάχη, που θα καθορίσει την έκβαση του πολέμου. Ο Αλέξανδρος απήντησε ότι ήταν ήρεμος, διότι εκείνη την ημέρα θα τελείωνε ο μακρόχρονος πόλεμος και η ταλαιπωρία τους ανεξάρτητα από την έκβαση της μάχης.
Σύμφωνα με τον Αριστόβουλο έπεσε εκ των υστέρων στα χέρια τους ένα έγγραφο με τη διάταξη των περσικών δυνάμεων, που είχαν παραταχθεί ως εξής: στο αριστερό κέρας και από τα αριστερά προς το κέντρο παρατάχθηκαν κατά σειρά οι Βάκτριοι, οι Δάες, οι Αραχωτοί (όλοι τους ιππείς), οι Πέρσες (ιππείς και πεζοί ανακατεμένοι), οι Σούσιοι και τέλος οι Καδούσιοι. Στο δεξί κέρας και από τα δεξιά προς το κέντρο παρατάχθηκαν οι Σύροι, οι Ασσύριοι, οι Μήδοι, οι Παρθυαίοι, οι Σάκες, οι Τόπειροι, οι Υρκανοί, οι Αλβανοί και τέλος οι Σακεσίνες. Στο κέντρο βρισκόταν σύμφωνα με το τυπικό ο Δαρείος, οι συγγενείς του, οι μηλοφόροι Πέρσες, οι Ινδοί, οι εξόριστοι Κάρες και οι Μάρδοι τοξότες. Στο βάθος τοποθετήθηκαν οι Ούξιοι, οι Βαβυλώνιοι, οι λαοί της Ερυθράς θάλασσας (του Περσικού Κόλπου) και οι Σιττακηνοί. Μπροστά από την αριστερή παράταξη τοποθετήθηκαν οι Σκύθες ιππείς, 1.000 Βάκτριοι ιππείς και 100 δρεπανηφόρα άρματα, μπροστά από τη βασιλική ίλη οι ελέφαντες και περί τα 50 δρεπανηφόρα και μπροστά από τη δεξιά παράταξη το ιππικό των Αρμενίων και των Καππαδοκών και περί τα 50 δρεπανηφόρα. Οι Έλληνες μισθοφόροι τοποθετήθηκαν γύρω από τον Δαρείο και την προσωπική φρουρά του, ακριβώς απέναντι από τη μακεδονική φάλαγγα, ως οι μόνοι ικανοί να την αντιμετωπίσουν.
Ο Αλέξανδρος, όπως και στις προηγούμενες μάχες, πήρε θέση στο δεξί κέρας, όπου παρατάχθηκε το ιππικό των εταίρων και από τα δεξιά προς το κέντρο οι ίλες του είχαν την εξής σειρά: πρώτη η βασιλική ίλη του Κλείτου του γιου του Δρωπίδη, μετά η ίλη του Γλαυκία του γιου του Αρίστωνα, μετά του Σώπολη του Ερμόδωρου, του Ηρακλείδη του Αντίοχου, του Δημητρίου του Αλθαιμένη, του Μελέαγρου και τελευταία η ίλη του Ηγέλοχου του Ιππόστρατου. Επικεφαλής όλου του ιππικού των εταίρων ήταν ο Φιλώτας του Παρμενίωνα. Η φάλαγγα τοποθετήθηκε στα αριστερά του ιππικού και από δεξιά προς αριστερά παρατάχθηκαν ως εξής: πρώτα το άγημα των υπασπιστών και μετά οι υπόλοιποι υπασπιστές υπό τον Νικάνορα, τον άλλο γιο του Παρμενίωνα. Μετά η Ελιμιωτική τάξις υπό τον Κοίνο του Πολεμοκράτη, η τάξις των Ορεστών και Λυγκηστών υπό τον Περδίκκα του Ορόντη, η τάξις του Μελέαγρου του Νεοπτόλεμου, η τάξις των Στυμφαίων υπό τον Πολυπέρχοντα του Σιμμία και μετά η τάξις του Αμύντα του Φιλίππου (σ' αυτό όμως επικεφαλής ο Σιμμίας, διότι ο Αμύντας βρισκόταν στη Μακεδονία για στρατολόγηση). Στο αριστερό κέρας και από αριστερά προς το κέντρο παρατάχθηκε η τάξις του Κρατερού του Αλεξάνδρου, που διοικούσε και όλη την αριστερή παράταξη των πεζών, μετά το συμμαχικό ιππικό υπό τον Εριγύιο του Λάριχου και στη συνέχεια ως το κέντρο οι Θεσσαλοί ιππείς υπό τον Φίλιππο του Μενελάου. Επικεφαλής όλης της αριστερής παράταξης ήταν ο Παρμενίων του Φιλώτα, που ηγούνταν και των ιππέων από τα Φάρσαλα, του πολυπληθέστερου και καλύτερου τμήματος του θεσσαλικού ιππικού.
Ο Αλέξανδρος δεν μπορούσε να αναπτύξει τις μικρότερες δυνάμεις του απέναντι από όλο το εχθρικό μέτωπο. Για να αποφύγει λοιπόν το ενδεχόμενο να περικυκλωθεί, σχημάτισε και δεύτερη γραμμή κρούσης, ώστε η φάλαγγα να έχει δύο μέτωπα. Οι διοικητές είχαν διαταγή να γυρίσουν προς τα πίσω, αν έβλεπαν ότι κυκλώνονται. Για να αυξήσει τη δυνατότητα ελιγμών στη μάχη, τοποθέτησε υπό γωνία, προς τα πίσω και στα δεξιά της βασιλικής ίλης τους μισούς Αγριάνες υπό τον Άτταλο και τους Μακεδόνες τοξότες υπό τον Βρίσωνα, μετά τους αρχαίους μισθοφόρους υπό τον Κλέανδρο. Μπροστά από τους Αγριάνες και τους τοξότες έβαλε τους πρόδρομους ιππείς και τους Παίονες υπό τους Αρέτη και Αρίστωνα αντίστοιχα. Μπροστά απ’ όλους έβαλε τους μισθοφόρους ιππείς υπό τον Μενίδα. Μπροστά από τη βασιλική ίλη και τους άλλους εταίρους μπήκαν οι άλλοι μισοί Αγριάνες και Μακεδόνες τοξότες καθώς και οι ακοντιστές του Βάλακρου. Στόχος αυτών ήταν τα δρεπανηφόρα άρματα. Οι άνδρες του Μενίδα θα έπρεπε να σχηματίσουν γωνία και να πλευροκοπήσουν τον εχθρό, στην περίπτωση, που περικυκλώνονταν από το εχθρικό ιππικό. Στην αριστερή πλευρά τοποθέτησε υπό γωνία του Θράκες τοξότες υπό τον Σιτάλκη, μετά το συμμαχικό ιππικό υπό τον Κοίρανο και τους Οδρύσες ιππείς υπό τον Αγάθωνα του Τυρίμμα. Μπροστά από όλη την παράταξη τοποθέτησε το ιππικό των ξένων μισθοφόρων υπό τον Ανδρόμαχο του Ιέρωνα. Οι Θράκες πεζοί ανέλαβαν τη φρούρηση των σκευοφόρων κτηνών. Η δύναμη του Αλεξάνδρου αριθμούσε 7.000 ιππείς και 40.000 πεζούς.
Καθώς οι δύο αντίπαλες παρατάξεις πλησίαζαν η μία την άλλη, ο Αλέξανδρος άρχισε μία πλάγια κίνηση προς τα δεξιά του, οι Πέρσες ακολούθησαν την κίνηση αυτή και υπερφαλάγγισαν με την αριστερή τους πλευρά τον Αλέξανδρο. Ο Κούρτιος λέει ότι κάποιος λιποτάκτης από το περσικό στρατόπεδο ονόματι Βίων ενημέρωσε τον Αλέξανδρο ότι ο Δαρείος είχε σπείρει τριβόλους σ’ ένα σημείο ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα και ο Πολύαινος στο σχετικό στρατήγημα ισχυρίζεται ότι ο Αλέξανδρος κινήθηκε προς τα δεξιά, διότι σ’ εκείνο το σημείο οι Πέρσες είχαν σπείρει τριβόλους, τους οποίους ήθελε να αποφύγει. Ωστόσο αυτό δεν επιβεβαιώνεται από τους πρωταγωνιστήσαντες, Αριστόβουλο και Πτολεμαίο, ενώ κλονίζεται και από την απλή παρατήρηση της αρχικής παράταξης των στρατευμάτων. Το δεξί κέρας του Αλεξάνδρου τελείωνε σχεδόν στο κέντρο της Περσικής παράταξης, δίνοντας τη δυνατότητα στο αριστερό τους κέρας να τον πλευροκοπήσει και να τον περικυκλώσει, όπως και πράγματι το προσπάθησε. Ο Αλέξανδρος λοιπόν κινήθηκε προς τα δεξιά, για να περιορίσει αυτό το πλεονέκτημα των Περσών.
Οι Σκύθες ιππείς επιτέθηκαν στην προφυλακή του Αλεξάνδρου, που εξακολουθούσε να κινείται προς τα δεξιά και να πλησιάζει την περιοχή, που είχαν εξομαλύνει οι Πέρσες. Ο Δαρείος φοβήθηκε μήπως οι Μακεδόνες φύγουν από το εξομαλυμένο έδαφος, οπότε δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τα δρεπανηφόρα άρματα. Διέταξε τότε τους μπροστινούς της αριστερής του παράταξης να επιτεθούν από το πλάι στο δεξί κέρας, το οποίο οδηγούσε ο ίδιος ο Αλέξανδρος, ώστε να ανακόψουν την πλάγια κίνησή του. Εκείνος πάλι διέταξε τους μισθοφόρους ιππείς του Μενίδα να αντεπιτεθούν, αλλά οι Σκύθες και οι Βάκτριοι, που υπερτερούσαν σε αριθμό, τους ανάγκασαν σε υποχώρηση. Οι Παίονες του Αρίστωνα έσπευσαν να τους ενισχύσουν και μαζί με τους μισθοφόρους απώθησαν τους ασιάτες, αλλά τότε ενεπλάκησαν και οι υπόλοιποι Βάκτριοι. Σ' αυτήν την ιππομαχία, οι ιππείς μάχονταν σώμα με σώμα και οι ιππείς του Αλεξάνδρου είχαν πολλές απώλειες, διότι τόσο οι ίδιοι οι Σκύθες όσο και οι ίπποι τους ήταν καλύτερα θωρακισμένοι. Επιπλέον, όπως οι ίλες των βαρβάρων έπεφταν πάνω τους διαδοχικά η μία μετά την άλλη, άρχισαν να διασπώνται οι γραμμές τους.
Σ’ αυτή τη φάση επιτέθηκαν και τα δρεπανηφόρα, για να διασπάσουν τις γραμμές γύρω από τον Αλέξανδρο, απέναντι από τον οποίο ήταν ταγμένα τα 100 από τα συνολικά 200. Τα πρώτα χτυπήθηκαν από τα ακόντια των Αγριάνων και των ακοντιστών του Βάλακρου, που βρίσκονταν μπροστά από το ιππικό των εταίρων. Σε άλλα άρπαζαν τα ηνία, έριχναν κάτω τους αναβάτες και σκότωναν τους ίππους, για να τα αχρηστέψουν. Όσα διέσπασαν τις γραμμές, ούτε υπέστησαν ούτε προξένησαν απώλειες, διότι οι γραμμές άνοιγαν και εκείνα περνούσαν ανάμεσά τους, όπως είχαν κάνει παλαιότερα και οι Μύριοι. Πίσω από τις γραμμές τα περίμεναν και τα έθεταν εκτός μάχης οι ιπποκόμοι της στρατιάς και οι βασιλικοί υπασπιστές. Αυτά κατά τον Αρριανό, ενώ κατά τον Διόδωρο, για να αντιμετωπίσουν τα δρεπανηφόρα οι φαλαγγίτες χτυπούσαν τις ασπίδες με τις σάρισσες και τρόμαζαν τα άλογα, που γύριζαν και έπεφταν με ορμή στους δικούς τους. Μερικά πέρασαν από τις μακεδονικές γραμμές προξενώντας λίγες απώλειες. Κατά τον Κούρτιο τα δρεπανηφόρα προξένησαν απώλειες, πανικό και διέσπασαν τις γραμμές των Μακεδόνων. Οι διηγήσεις του Διόδωρου και του Κούρτιου είναι διαφορετικές απ’ αυτή του Αρριανού, η οποία μάλλον είναι η σωστή. Σύμφωνα με τη διήγησή του στα Γαυγάμηλα συνέβη ό,τι ακριβώς συνέβη και στα Κούναξα, όταν οι Μύριοι αντιμετώπισαν τα δρεπανηφόρα, κάτι απόλυτα αναμενόμενο καθώς οι νότιοι Έλληνες είχαν αποδεδειγμένα την ψυχραιμία, που απαιτούσε η εξουδετέρωση των αρμάτων, και οι Μακεδόνες είχαν επιδείξει τη δική τους ψυχραιμία έναντι των θρακικών αμαξών.
Ο Δαρείος διέταξε τότε επίθεση σε όλο το μήκος της παράταξης και ο Αλέξανδρος έστειλε τον Αρέτη με τους προδρόμους του στο τμήμα του εχθρικού ιππικού, που προσπαθούσε να περικυκλώσει τη δεξιά παράταξή τους. Μόλις οι πρόδρομοι του Αρέτη διέσπασαν ένα τμήμα της περσικής φάλαγγας, ο Αλέξανδρος όρμησε στο ρήγμα. Με το ιππικό των εταίρων και το εκεί τμήμα της μακεδονικής φάλαγγας εμβόλισε τις περσικές δυνάμεις, διεύρυνε το ρήγμα και ενίσχυσε την αναστάτωσή τους. Αμέσως μετά επιτέθηκε με ορμή και αλαλαγμούς προς τον ίδιο το Δαρείο, για να πλήξει τη συνοχή και του κέντρου των Περσών. Ο Αλέξανδρος και οι ιππείς του χτυπούσαν τους Πέρσες με τα δόρατα στο πρόσωπο, ενώ η φάλαγγα συμπαγής και με προτεταμένες τις σάρισες πίεζε με ορμή. Η μάχη ήταν σκληρή και σώμα με σώμα.
Κατά τον Διόδωρο ο Αλέξανδρος κάλπασε εναντίον του Δαρείου και του έριξε ακόντιο, αλλά χτύπησε τον ηνίοχο του βασιλικού άρματος. Οι Πέρσες γύρω του αναβόησαν και οι πιο πέρα νόμισαν ότι χτυπήθηκε ο βασιλιάς τους, τράπηκαν σε φυγή, συμπαρέσυραν κι άλλους και καθώς απογυμνωνόταν η περί τον Δαρείο παράταξη, τράπηκε σε φυγή κι ο ίδιος ο Μέγας Βασιλεύς, με συνέπεια ο πανικός να εξαπλωθεί και στα υπόλοιπα τμήματα. Βλέπουμε δηλαδή το Διόδωρο να παραμένει συνεπής στην άποψη ότι ο Δαρείος δεν τρεπόταν σε φυγή από φόβο, αλλά ότι ακολουθούσε την φυγή του στρατού του, η οποία οφειλόταν σε κάποια σύγχυση σχετικά με τον ίδιο. Προκειμένου δε να δώσει μία ζωντανή περιγραφή, αντί δόρατος βάζει ακόντιο στο χέρι του Αλεξάνδρου ξεχνώντας τις προηγούμενες περιγραφές, που έκανε στη μάχη του Γρανικού, και μετατάσσοντάς τον από το βαρύ ιππικό των εταίρων στο ελαφρύ των προδρόμων. Άλλη μία ανακρίβεια του Διόδωρου είναι ότι ο Δαρείος είχε λάβει θέση στο αριστερό κέρας της παράταξής του, ενώ ο Μέγας Βασιλεύς λάμβανε θέση στο μέσον. Ο Διόδωρος φαίνεται ότι αγνόησε τις αναλυτικές πληροφορίες, στις οποίες βασίσθηκαν ο Αρριανός κι ο Κούρτιος, θεώρησε ισομήκεις τις δύο παρατάξεις και, επειδή ο Αλέξανδρος επετέθη κατά του ίδιου του Δαρείου, έβγαλε το συμπέρασμα ότι ο Δαρείος βρισκόταν στο αριστερό του κέρας. Επίσης, αυτή η διήγηση δεν είναι τόσο παραστατική και αναλυτική όσο εκείνη της μάχης της Ισσού, αλλά φαίνεται εξίσου φανταστική, διότι είναι απίθανο να μπόρεσε ο Αλέξανδρος να διασχίσει κάθετα το μέτωπο, ενώ οι δύο παρατάξεις πλησίαζαν ορμητικά η μία την άλλη.
Στην πραγματικότητα, είναι εξαιρετικά πιθανό η φυγή του Δαρείου να μην έγινε αντιληπτή από κανέναν και η άγνοια των πραγματικών περιστατικών να καλύφθηκε εκ των υστέρων με τη λογική που διέθετε ο νικητής και την έπαρση που τον διέκρινε. Είναι χαρακτηριστικό ότι καμία από τις σωζόμενες πηγές δεν περιγράφει ικανοποιητικά τη μάχη των Γαυγαμήλων, την τελευταία μεγάλη και μοιραία για την Αχαιμενιδική αυτοκρατορία. Ίσως διότι εξ αρχής δεν είχε καταστεί δυνατό να σχηματίσει κανείς τη συνολική εικόνα της. Είναι πάρα πολύ πιθανό, το πολυάριθμο ιππικό και των δύο πλευρών, που ελισσόταν και συγκρουόταν στο άνυδρο έδαφος, να σήκωσε τόση σκόνη ώστε πολύ γρήγορα να περιορίστηκε τρομακτικά το οπτικό πεδίο και η όλη δράση να απεκρύβη ακόμη κι απ’ τους ίδιους τους πρωταγωνιστές. Φαίνεται ότι ο Αλέξανδρος δικαίως ανησυχούσε για τον αποτελεσματικό συντονισμό και όχι για τη γενναιότητα των ανδρών του. Φαίνεται ότι τελικά οι δυνάμεις του διατήρησαν τη συνοχή και την ψυχραιμία τους περισσότερο απ’ τον αντίπαλο με αποτέλεσμα να κερδίσουν αυτήν τη δύσκολη από πολλές πλευρές μάχη. Αν οι συνθήκες της μάχης ήταν πράγματι όπως τις εκτιμούμε, είναι εξαιρετικά πιθανό η αδυναμία επικοινωνίας του Μεγάλου Βασιλέως με όλο το μήκος του εκτεταμένου μετώπου, με όλους τους διαφορετικούς λαούς του στρατού του, να δημιούργησε στους στρατιώτες του την αρνητική ψυχολογία του αποκομμένου, η οποία οδήγησε στην ανεξήγητη απ’ τις αρχαίες πηγές κατάρρευση του περσικού μετώπου. Αυτή ακριβώς φαίνεται ότι ήταν και η πραγματική αγωνία του Αλεξάνδρου και για να αποφύγει αρχικά τη σύγχυση και εν συνεχεία τον πανικό, που προκαλεί η έλλειψη επικοινωνίας, όρισε εξ αρχής τι έπρεπε να κάνουν τα επιμέρους τμήματα στη χειρότερη δυνατή περίπτωση, δηλαδή σε περίπτωση περικύκλωσής τους.
Στο δεξί κέρας ο Αρέτης έτρεψε σε φυγή και καταδίωκε τους ιππείς, που προσπάθησαν να τους κυκλώσουν. Όμως η τάξη του Αμύντα (την οποία οδηγούσε ο Σιμμίας και ήταν η τελευταία προς τα αριστερά του δεξιού κέρατος) δεν μπορούσε να τους ακολουθήσει και συνέχισε να μάχεται στη θέση της, διότι πληροφορήθηκε ότι το αριστερό κέρας δεχόταν ασφυκτική πίεση. Στο μεταξύ από κάποιο ρήγμα στην παράταξή της πέρασαν μερικοί Ινδοί και τμήμα του περσικού ιππικού (κατά τον Διόδωρο ήταν 2.000 Καδούσιοι και 1.000 Σκύθες επίλεκτοι ιππείς), που χτύπησαν τα σκευοφόρα των Μακεδόνων. Οι Πέρσες χτυπούσαν τους άοπλους φρουρούς, που δεν υπολόγιζαν να διασπαστεί το διπλό μέτωπο της φάλαγγας και να κινδυνεύσουν. Τότε βρήκαν την ευκαιρία και οι πολυπληθείς αιχμάλωτοι να ενωθούν με τους επιτιθέμενους, όπως εξ αρχής φοβόταν ο Αλέξανδρος. Όμως οι επί κεφαλής του δεύτερου μετώπου της φάλαγγας ενημερώθηκαν έγκαιρα, στράφηκαν σύμφωνα με το αρχικό σχέδιο κατά των Περσών, τους χτύπησαν στα νώτα και σκότωσαν πολλούς κοντά στα σκευοφόρα. Ο Διόδωρος θεωρεί ότι η επιδρομή αυτή έγινε κυρίως για τη λεηλασία. Οι Πολύαινος, Πλούταρχος και Κούρτιος λένε ότι ο Παρμενίων ζήτησε από τον Αλέξανδρο ενισχύσεις, για να προστατέψει τα σκευοφόρα, δηλαδή την εντός του στρατοπέδου λεία τους, αλλά εκείνος του απήντησε να μην ασχολείται με ασήμαντα θέματα, διότι αν νικήσουν θα αποκτήσουν και τους θησαυρούς των Περσών, ενώ αν ηττηθούν θα πρέπει να πέσουν μαχόμενοι ηρωικά. Ο Αρριανός περιορίζεται λακωνικά στην τακτική σημασία της επιδρομής και λέει ότι οι Πέρσες επιτέθηκαν στο μακεδονικό στρατόπεδο, για να αξιοποιήσουν τους πολυάριθμους αιχμάλωτους βαρβάρους και να δημιουργήσουν στα νώτα των μαχόμενων Μακεδόνων αναστάτωση, η αντιμετώπιση της οποίας θα προκαλούσε ρήγματα στο μέτωπό τους και θα διευκόλυνε τη διάσπασή του από τις κύριες περσικές δυνάμεις. Την άποψη αυτή ενισχύει και ο Πλούταρχος, που λέει ότι ο Μαζαίος έστειλε ιππείς επί τούτου στα σκευοφόρα. Επιπλέον τοποθετεί αυτήν την επιδρομή πριν την καθολική εμπλοκή, ενώ ανάλογη πρόθεση του Μαζαίου προκύπτει και από τη διήγηση του Διόδωρου. Συνεπώς επρόκειτο σαφώς για κίνηση αντιπερισπασμού.
Η δεξιά παράταξη των Περσών υπό τον Μαζαίο δεν είχε πληροφορηθεί ακόμη τη φυγή του Δαρείου, είχε περικυκλώσει το αριστερό κέρας της μακεδονικής παράταξης και πίεζε ασφυκτικά τις δυνάμεις του Παρμενίωνα. Οι Θεσσαλοί ιππείς αγωνίζονταν με γενναιότητα, αλλά υστερούσαν αριθμητικά και ο Παρμενίων ενημέρωσε γρήγορα τον Αλέξανδρο για τη δυσχερή του θέση. Όλοι οι αρχαίοι συγγραφείς συμφωνούν ότι ο Παρμενίων ζήτησε ενισχύσεις, αλλά ο καθένας τους δίνει διαφορετική εξέλιξη στο περιστατικό. Η περιγραφόμενη εδώ είναι αυτή του Αρριανού και του Πλούταρχου. Κατά τον Διόδωρο ο Παρμενίων έστειλε αγγελιαφόρους στον Αλέξανδρο, ο οποίος όμως είχε απομακρυνθεί πολύ καταδιώκοντας το Δαρείο. Οι αγγελιαφόροι γύρισαν άπρακτοι και ο Παρμενίων νίκησε τους Πέρσες με τις δικές του δυνάμεις. Κατά τον Κούρτιο, όταν ο Αλέξανδρος ενημερώθηκε από τους αγγελιαφόρους δεν σταμάτησε την καταδίωξη, παρά μόνο όταν έφτασε στον Λύκο, όπου πληροφορήθηκε ότι στο μεταξύ ο Παρμενίων είχε νικήσει. Αυτό το περιστατικό έβλαψε την υστεροφημία του Παρμενίωνα και κάποιοι του καταλόγισαν ανικανότητα λόγω ηλικίας, ενώ ο Καλλισθένης το απέδωσε σε φθόνο του Παρμενίωνα για τη μεγάλη δύναμη, που είχε αποκτήσει ο Αλέξανδρος. Το τελευταίο δεν είναι και πολύ λογικό, αντίθετα δεν υπάρχει τίποτα φυσιολογικότερο σε μία μάχη απ’ το να ζητά ενισχύσεις το κάθε πιεζόμενο τμήμα. Αν παρά ταύτα είχε γίνει πιστευτό, οπωσδήποτε θα έπαιξε ρόλο αργότερα στη δίκη του Φιλώτα και τη δολοφονία του Παρμενίωνα, αν και περισσότερο μοιάζει με μεταγενέστερο δημιούργημα των επικοινωνιολόγων του Αλεξάνδρου σχετιζόμενο με τη δολοφονία του ηλικιωμένου στρατηγού.
Ο Αλέξανδρος σταμάτησε την καταδίωξη του Δαρείου και με το εταιρικό ιππικό γύρισε και επέλασε κατά του δεξιού κέρατος των Περσών. Καθ’ οδόν συγκρούστηκε με τα τελευταία τμήματα της κεντρικής παράταξης του Δαρείου, που είχαν τραπεί σε φυγή. Ήταν μερικοί Ινδοί και κυρίως Πέρσες, που ήταν οι καλύτεροι και περισσότεροι ιππείς της περσικής στρατιάς. Εν συνεχεία συγκρούσθηκε με τους Παρθυαίους ιππείς, που στο μεταξύ είχαν τραπεί σε φυγή από τον Παρμενίωνα. Όλοι αυτοί έπεφταν διαδοχικά πάνω στις δυνάμεις του επελαύνοντος Αλεξάνδρου κι εκεί έγινε η σκληρότερη ιππομαχία όλης της σύγκρουσης, διότι εγκλωβισμένοι ανάμεσα στους Θεσσαλούς του Παρμενίωνα και τους εταίρους του Αλεξάνδρου πολεμούσαν αλλόφρονες για τη ζωή τους. Σκότωναν και σκοτώνονταν όχι μόνο από τις δυνάμεις του Αλεξάνδρου, αλλά και από τους συμπολεμιστές τους, που προσπαθούσαν να ανοίξουν δρόμο και να διαφύγουν. Από αυτή τη φάση και μέχρι να πέσει η νύχτα, οπότε σταμάτησε υποχρεωτικά η καταδίωξη, επαναλήφθηκαν όσα είχαν συμβεί κατά τη φυγή των Περσών από το πεδίο της μάχης στον Πίναρο. Οι περισσότερες απώλειές τους προκλήθηκαν όχι κατά τη μάχη αυτήν καθ’ αυτήν, αλλά κατά τη φυγή τους και την καταδίωξή τους από τους Μακεδόνες. Τότε σκοτώθηκαν περί τους 60 εταίρους και τραυματίσθηκαν ο Ηφαιστίων από δόρυ στο βραχίονα, ο Κοίνος και ο Μενίδας. Ό,τι δεν κατάφεραν οι Πέρσες με τον ηρωισμό κατά τη μάχη, το κατάφεραν με την απόγνωση κατά τη φυγή και τελικά διέσπασαν τις γραμμές του Αλεξάνδρου, αλλά προσπαθώντας να περάσουν τον ποταμό Λύκο από την εκεί γέφυρα αλληλοσφαγιάθηκαν και ποδοπατήθηκαν πολλοί. Το θεσσαλικό ιππικό, που αγωνίσθηκε πολύ γενναία, συνέχισε την καταδίωξη του Δαρείου ως το σούρουπο. Ο Παρμενίων καταδίωξε τους δικούς του βαρβάρους και μετά στράφηκε στο στρατόπεδό τους, όπου κατέλαβε όλα τα σκευοφόρα, τις καμήλες και τους ελέφαντες. Ο Αλέξανδρος πέρασε τον ποταμό Λύκο και στρατοπέδευσε εκεί για μία σύντομη ανάπαυση των ιππέων και των ίππων. Λέγεται ότι οι αυλικοί πρότειναν στο Δαρείο να καταστρέψει τη γέφυρα, για να εμποδίσει τον Αλέξανδρο να τον καταδιώξει, αλλά εκείνος απάντησε ότι δεν ήθελε να στερήσει από τους στρατιώτες του την οδό της διαφυγής, που χρησιμοποίησε κι ο ίδιος.
Οι δυνάμεις του Αλεξάνδρους κατά τον Αρριανό είχαν νεκρούς περί τους 100 άνδρες και 1.000 ίππους, που οι μισοί περίπου ανήκαν στο ιππικό των εταίρων. Κατά τον Διόδωρο είχαν 500 νεκρούς, αλλά πάρα πολλούς τραυματίες. Οι δυνάμεις του Δαρείου είχαν πολλαπλάσιες απώλειες. Κατά τον Αρριανό, που και πάλι διατηρεί επιφυλάξεις, είχαν περί τις 300.000 νεκρούς, ενώ πολύ περισσότεροι αιχμαλωτίσθηκαν. Κατά τον Διόδωρο είχαν πάνω από 90.000 πεζούς και ιππείς νεκρούς. Κατά τον Κούρτιο σκοτώθηκαν 40.000 Πέρσες και λιγότεροι από 300 Μακεδόνες. Στην τελευταία και μοιραία μάχη για την πολιτική και φυσική επιβίωσή του, ο Δαρείος επέλεξε αναπεπταμένο πεδίο, όπου θα χρησιμοποιούσε το αριθμητικό του πλεονέκτημα. Δεν πέτυχε όμως τίποτα περισσότερο από τη συντριπτικότερη και οδυνηρότερη ήττα όλου του πολέμου.
Για τη μάχη των Γαυγαμήλων προτείνονται διάφορες ημερομηνίες από την 20η Σεπτεμβρίου μέχρι και την 31η Οκτωβρίου του 331 π.Χ. Η έκλειψη της σελήνης είναι μία πολύ σημαντική πληροφορία για τον υπολογισμό της ημερομηνίας της μάχης των Γαυγαμήλων, διότι υπολογίζεται με αστρονομική ακρίβεια. Όμως ο Αρριανός τοποθετεί τη μάχη το πρωί μετά την 8η νύχτα από την έκλειψη, επίσης τοποθετεί την έκλειψη και τη μάχη τον αττικό μήνα Πυανεψυώνα (16 Οκτωβρίου – 15 Νοεμβρίου) επί επωνύμου άρχοντα Αριστοφάνη, οπότε και επαληθεύθηκε η μαντεία του Αρίστανδρου. Αντίθετα ο Πλούταρχος τοποθετεί τη μάχη το πρωί μετά την 11η νύχτα από την έκλειψη και τον αττικό μήνα Βοηδρομιώνα (16 Σεπτεμβρίου – 15 Οκτωβρίου), «στην αρχή περίπου των Μυστηρίων, που τελούνταν στην Αθήνα» (ίσως εννοεί τα Ελευσίνια). Έτσι, ενώ γνωρίζουμε με απόλυτη βεβαιότητα ότι η έκλειψη της σελήνης έγινε την 20η Σεπτεμβρίου (την 5η ημέρα του αττικού μήνα Βοηδρομιώνα) του 331 π.Χ, δεν μπορούμε να είμαστε απόλυτα βέβαιοι για την ημερομηνία της μάχης. Με βάση τον Αρριανό την τοποθετούμε την 28η Σεπτεμβρίου (12η Βοηδρομιώνος) και με βάση τον Πλούταρχο την 1η Οκτωβρίου (16η Βοηδρομιώνος). Δηλαδή ο Αρίστανδρος επαληθεύθηκε, αφού τόσο η μάχη όσο και η έκλειψη έγιναν τον Βοηδρομιώνα, αλλά δεν επαληθεύεται ο Αρριανός, που πέφτει έξω έναν ολόκληρο μήνα.
Ο Αλέξανδρος μετά τη μάχη ξεκούρασε τους ιππείς του μέχρι τα μεσάνυχτα και αμέσως μετά ξεκίνησε βιαστικά για τα Άρβηλα, για να συλλάβει το Δαρείο και να κατάσχει τα βασιλικά εφόδια. Διένυσε περί τα 600 στάδια (περίπου 111 χμ) και έφτασε στα Άρβηλα, όπου δεν βρήκε το Δαρείο, ωστόσο έπεσαν στα χέρια του για δεύτερη φορά τα εφόδια και τα σύμβολα του Μεγάλου Βασιλέα, το άρμα, η ασπίδα και το τόξο του. Μεταξύ των άλλων θησαυρών έπεσαν στα χέρια του και 3.000 αργυρά τάλαντα, από τα οποία σύμφωνα με τον Διόδωρο δώρισε από 6 μνες στους Μακεδόνες και από 5 στους συμμάχους ιππείς, 2 μνες στους φαλαγγίτες Μακεδόνες και μισθούς 2 μηνών στους άλλους μισθοφόρους. Ο Κούρτιος λέει ότι οι δωρεές έγιναν αργότερα από το θησαυρό, που κατελήφθη στη Βαβυλώνα, και τις δίνει ως 600 δηνάρια ανά Μακεδόνα ιππέα, 500 δηνάρια ανά ξένο ιππέα, 200 ανά Μακεδόνα πεζό και μισθούς 3 μηνών ανά ξένο πεζό. Ο Αλέξανδρος έθαψε τους δικούς του νεκρούς και φοβούμενος τις συνέπειες από την ταχεία αποσύνθεση των άταφων νεκρών του εχθρού λόγω της υψηλής θερμοκρασίας, έφυγε αμέσως από τα Άρβηλα.
Βαβυλώνα και Σούσα
(Αρριανός Γ.16, Διόδωρος ΙΖ.62 , 63.1, 64.4, 65.1, 6, 66.1-2, 67.1, Πλούταρχος Αλέξανδρος 35, 36.1, Κούρτιος 5.1.17, 39-43, 2.11, Ιουστίνος 11.14.8-9)
Ο Δαρείος διέφυγε από τα Γαυγάμηλα στη Μηδία μέσα από τα βουνά της Αρμενίας. Τον ακολουθούσαν οι Βάκτριοι ιππείς, οι συγγενείς του, λίγοι μηλοφόροι Πέρσες και περί τους 2.000 ξένους μισθοφόρους υπό τον Πάρωνα από τη Φωκίδα και τον Γλαύκο από την Αιτωλία. Επέλεξε αυτό το δρομολόγιο, διότι κατάλληλο για τη μικρή του δύναμη, όχι όμως και για τη μεγάλη στρατιά του Αλεξάνδρου, που επιπλέον θα έπρεπε να κατευθυνθεί προς τα λαμπρά έπαθλα της νίκης του, τη Βαβυλώνα και τα Σούσα. Πράγματι ο Αλέξανδρος από τα Άρβηλα κατευθύνθηκε δια της Βασιλικής Οδού προς τη Βαβυλώνα με το στρατό του διατεταγμένο για μάχη, ενώ έστειλε τον Φιλόξενο στα Σούσα, για να ζητήσει την παράδοση της πόλης και πάνω απ’ όλα του Δημόσιου Ταμείου.
Λίγο έξω από τη Βαβυλώνα του είχαν ετοιμάσει πάνδημη υποδοχή οι ιερείς και άρχοντές της με επικεφαλής τον Μαζαίο, που έσπευσαν να του προσφέρουν δώρα και να του παραδώσουν την πόλη, την ακρόπολη και το Δημόσιο Ταμείο. Σύμφωνα με τοπικές πηγές την 24η ή 25η Οκτωβρίου 331π.Χ., ο Αλέξανδρος μπήκε στη Βαβυλώνα, που οι Έλληνες και άλλοι λαοί θεωρούσαν εσφαλμένα ως μία από τις 3 πρωτεύουσες της Αχαιμενιδικής αυτοκρατορίας. Δεν είναι σαφές αν ήδη από τότε είχε αποφασίσει να την κάνει πρωτεύουσα της δικής του αυτοκρατορίας πάντως, για να εξασφαλίσει τη συνεργασία των αρχών και την αποδοχή από την τοπική Κοινή Γνώμη, διέταξε να ανοικοδομήσουν τα ιερά, που είχε καταστρέψει ο Ξέρξης πριν από 150 χρόνια περίπου. Αργότερα θα διαπίστωνε ότι αυτή η ενέργεια ικανοποιούσε το θρησκευτικό συναίσθημα του λαού, αλλά έβλαπτε τα συμφέροντα του ιερατείου. Ακολούθησε τις συμβουλές των Χαλδαίων για τα ιερά και θυσίασε στον Βήλο (Βάαλ) σύμφωνα με τις υποδείξεις τους. Φρούραρχος της Βαβυλώνας ανέλαβε ο Αγάθων με 700 Μακεδόνες και 300 μισθοφόρους. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, μετά τη μάχη των Γαυγαμήλων ο Αλέξανδρος ανακηρύχθηκε Βασιλιάς της Ασίας και η πόλη της Βαβυλώνας φαίνεται ο καταλληλότερος τόπος για κάτι τέτοιο.
Σε κάποιο σημείο της πορείας μέσα από την περιοχή του ιρακινού Κουρδιστάν, μεταξύ Μοσούλης και Κιρκούκ, ο Αλέξανδρος εντυπωσιάσθηκε από τις φλόγες, που ξεπηδούσαν από ένα χάσμα, και μία λίμνη νάφθας, που διέρρεε στην επιφάνεια από τα πετρελαϊκά κοιτάσματα της περιοχής. Οι Έλληνες δεν μπορούσαν να ερμηνεύσουν τη φύση και την προέλευση της φωτιάς και οι ντόπιοι, για να τους δείξουν πόσο διέφερε η νάφθα από τη γνωστή τους άσφαλτο, έβρεξαν με μικρή ποσότητα το μονοπάτι ως τη σκηνή του Αλεξάνδρου. Μόλις ακούμπησαν μία φλόγα στην μία άκρη του μονοπατιού, η φωτιά μεταδόθηκε ως την άλλη άκρη «με την ταχύτητα της σκέψης». Ο θαυμασμός και η απορία όλων μεγάλωσε κι ένας από τους προσωπικούς υπηρέτες του Αλεξάνδρου, ο Αθηναίος Αθηνοφάνης, πρότεινε να δοκιμάσουν το παράξενο αυτό υλικό σε έναν ασήμαντο βοηθό με γελοίο πρόσωπο, τον Στέφανο, που δέχθηκε πρόθυμα. Ο Αλέξανδρος συμφώνησε, το πείραμα προχώρησε κι ο Στέφανος λαμπάδιασε αμέσως, τρομοκρατώντας τους παριστάμενους. Συμπτωματικά είχαν πολλά αγγεία με νερό για το λουτρό, αλλά μετά βίας έσβησαν τις φλόγες της νάφθας (σήμερα γνωρίζουμε ότι το νερό δεν σβήνει εύκολα το φλεγόμενο πετρέλαιο). Ο Στέφανος ήταν σε πολύ άσχημη κατάσταση και ο Αλέξανδρος είχε την ευκαιρία να διαπιστώσει τις ιδιότητες του πετρελαίου, ενός εύφλεκτου, επικίνδυνου και πάνω απ’ όλα άχρηστου ορυκτού.
Στο μεταξύ όσοι Έλληνες, με πρώτους τους Σπαρτιάτες, επεδίωκαν την κατάλυση της Μακεδονικής Ηγεμονίας, μετά τη νίκη του Αλεξάνδρου στα Γαυγάμηλα κατανόησαν ότι δεν μπορούσαν να ελπίζουν πλέον σε συντριβή του από τους Πέρσες. Η μόνη λύση, που τους απέμενε να έλθουν σε άμεση συνεννόηση με τον Δαρείο. Αν τους χρηματοδοτούσε, θα έφτιαχναν μισθοφορικό στρατό και θα χτυπούσαν τις δυνάμεις του Αντιπάτρου στην Ελλάδα. Έτσι ο Αλέξανδρος θα πιεζόταν από Ανατολή και Δύση. Έπρεπε όμως να γίνουν όλα, πριν συντριβούν εντελώς οι δυνάμεις του Δαρείου από τον Αλέξανδρο και οι Σπαρτιάτες, που διένυαν την πέμπτη δεκαετία χωρίς πρωταγωνιστικό ρόλο στην πολιτική σκηνή της Ελλάδας, κινήθηκαν πιο δραστήρια και άρχισαν να ξεσηκώνουν και άλλους. Οι Αθηναίοι, τους οποίους ο Αλέξανδρος τιμούσε περισσότερο απ’ όλους τους άλλους Έλληνες, αδιαφόρησαν. Φαίνεται ότι ο Δαρείος δεν πρόλαβε να στείλει χρήματα, κι έτσι οι αντιφρονούντες (κυρίως Πελοποννήσιοι) αντί για τα συνήθη μισθοφορικά, συγκέντρωσαν ίδια στρατεύματα συνολικής δύναμης περίπου 20.000 πεζών και 200 ιππέων, περιλαμβανομένου του συνόλου της μάχιμης δύναμης των Σπαρτιατών, και φυσικά αποδέχθηκαν Σπαρτιατική Ηγεμονία και τον Σπαρτιάτη βασιλιά, τον Άγι ως αρχιστράτηγο. Όταν το πληροφορήθηκε ο Αντίπατρος, υποχρεώθηκε να συνθηκολογήσει άρον - άρον με τον Μέμνονα, βάδισε νότια, ενισχυόμενος καθ’ οδόν από όσους παρέμεναν πιστοί και έφτασε στην Πελοπόννησο με 40.000 άνδρες.
Οι θερμοκρασίες στην Μεσοποταμία είναι απελπιστικά υψηλές και η προέλαση ήταν αδύνατη, πριν η θερμοκρασία μειωθεί σε υποφερτά επίπεδα, περί τα μέσα Νοεμβρίου, οπότε αρχίζουν και οι βροχές. Έτσι, μετά από παραμονή στη Βαβυλώνα 34 ημερών, την 29η Νοεμβρίου 331, ο Αλέξανδρος αναχώρησε για τα Σούσα. Σε κάποιο σημείο της Βασιλικής Οδού τον συνάντησε ο γιος του σατράπη της Σουσιανής και ένας αγγελιαφόρος του Φιλόξενου, που έγραφε ότι η πόλη είχε παραδοθεί και ο σατράπης της είχε εξασφαλίσει όλους τους θησαυρούς για τον Αλέξανδρο. Είκοσι ημέρες αφού έφυγε από τη Βαβυλώνα (την 19η Δεκεμβρίου του 331) ο Αλέξανδρος μπήκε στα Σούσα, τη δεύτερη υποτιθέμενη πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών. Παρέλαβε αμέσως τη βασιλική περιουσία και το Δημόσιο Ταμείο, για το οποίο φυσικά κάθε ιστορικός δίνει διαφορετική εκτίμηση. Κατά τον Αρριανό ο θησαυρός των Σούσων ήταν περί τα 50.000 αργυρά τάλαντα. Κατά τον Κούρτιο 50.000 τάλαντα σε ἂσημον (άκοπο) ἂργυρον. Κατά τον Διόδωρο ἂσημος ἂργυρος και χρυσός αξίας 40.000 αργυρών ταλάντων, ως αποθεματικό της Κεντρικής Τράπεζας θα λέγαμε σήμερα, και επιπλέον δαρεικοί αξίας 9.000 χρυσών (ή 90.000 αργυρών) ταλάντων. Κατά τον Πλούταρχο και τον Ιουστίνο ήταν 40.000 αργυρά τάλαντα.
Κάποιοι αρχαίοι συγγραφείς ισχυρίσθηκαν ότι τα Σούσα παραδόθηκαν με τους θησαυρούς τους κατά διαταγή του Δαρείου, που ήθελε να απασχολήσει τον Αλέξανδρο με την παραλαβή της πλουσιότατης μεγαλούπολης, ώστε να κερδίσει χρόνο και να μπορέσει να ετοιμάσει την επόμενη αμυντική ενέργειά του. Αυτό ίσως τους προέκυψε, επειδή ο Αλέξανδρος κατέλαβε άθικτα δύο από τα μεγαλύτερα θησαυροφυλάκια της αυτοκρατορίας, της Βαβυλώνας και των Σούσων. Ωστόσο η άποψη αυτή, από την οποία αποστασιοποιείται ακόμη κι ο Διόδωρος που μας τη μεταφέρει, δεν ευσταθεί, διότι δεν ήταν η πρώτη φορά που ο Αλέξανδρος κατελάμβανε άθικτο κάποιο θησαυροφυλάκιο. Τα περσικά θησαυροφυλάκια ήταν πολύ πλούσια και η φυγάδευσή τους απαιτούσε μεγάλο αριθμό μεταφορικών κτηνών και μέσων, όπως προκύπτει από τη μεταφορά του θησαυροφυλακίου της Περσέπολης. Επιπλέον χρειαζόταν μεγάλη ένοπλη συνοδεία και η όλη κινητοποίηση θα προκαλούσε σημαντική αναστάτωση, που δεν θα διέφευγε της προσοχής κανενός. Θα δημιουργούσε κλίμα ηττοπάθειας και θα εξωθούσε πολλούς να επιδιώξουν συνεννόηση και συνεργασία με τον Αλέξανδρο αντί να πολεμήσουν εναντίον του. Αν μάλιστα συνυπολογίσουμε και το σημαντικό χρονικό διάστημα, που απαιτούσε η μεταφορά ενός θησαυρού, τότε το κλίμα ηττοπάθειας και οι συνέπειές του θα εξαπλώνονταν στην περιοχή, πολύ πριν φτάσει ο Αλέξανδρος. Βέβαια, το κυριότερο αντεπιχείρημα στην άποψη αυτή είναι ότι οι Πέρσες σε καμία περίπτωση δεν έλαβαν υπόψη τους το ενδεχόμενο ήττας στην κυρίως μάχη και γι’ αυτό δεν σχεδίασαν εκ των προτέρων άλλες ενέργειες, μία από τις οποίες θα ήταν και η φυγάδευση των θησαυρών. Η εγκατάλειψη άθικτου ενός θησαυροφυλακίου ως στρατήγημα ήταν άνευ αξίας, όπως είναι πάντοτε όλα τα ανεπιτήρητα κωλύματα. Τα θησαυροφυλάκια λοιπόν εγκαταλείπονταν άθικτα, διότι η φυγάδευση του περιεχομένου τους ήταν ηθικά επιζήμια και πρακτικά αδύνατη, όπως φαίνεται ξεκάθαρα από τα μέσα, που χρειάσθηκε ο Αλέξανδρος για τη μεταφορά του θησαυρού της Περσέπολης.
Μεταξύ όσων κατέσχεσε στα Σούσα ως πολεμική λεία, η επίσης πολεμική λεία του Ξέρξη από την εισβολή του στην Ελλάδα. Σ’ αυτήν συγκαταλέγονταν και οι δύο προτομές των Αθηναίων τυραννοκτόνων, Αρμόδιου και Αριστογείτονα, τις οποίες τιμής ένεκεν έστειλε πίσω στην Αθήνα. Οι προτομές αυτές τοποθετήθηκαν στο Μητρώον, όπου τις είδε μερικούς αιώνες αργότερα ο Αρριανός. Στα Σούσα άφησε τη μητέρα, τις κόρες και τον γιο του Δαρείου με την εντολή να διδαχθούν την «Ἑλληνικὴν διάλεκτον», διότι προφανώς είχε αποφασίσει από τότε να παντρευτεί μία κόρη του Δαρείου, ώστε να διακόψει την αυτοτελή πορεία του Οίκου των Αχαιμενιδών και να την ταυτίσει με την πορεία του Οίκου των Αργεαδών. Μετά έκανε τις συνήθεις ελληνικές τελετές, θυσίες, λαμπαδηδρομίες και γυμνικούς (αθλητικούς) αγώνες, και τοποθέτησε σατράπη της Σουσιανής τον Πέρση, Αβουλίτη, φρούραρχο της ακρόπολης τον εταίρο, Μάζαρο, και στρατηγό τον Αρχέλαο του Θεοδώρου. Έστειλε στα παράλια τον Μένητα από την Πέλλα με την ιδιότητα του ύπαρχου της Συρίας, της Φοινίκης και της Κιλικίας και του έδωσε περί τα 3.000 αργυρά τάλαντα με διαταγή να στείλει στον Αντίπατρο, όσα χρειαζόταν για τις ανάγκες του πολέμου κατά Σπαρτιατών. Στα Σούσα τον συνάντησε και ο Αμύντας του Ανδρομένη, που έφερνε νεοσύλλεκτους από τη Μακεδονία. Ο Αρριανός δεν δίνει τον αριθμό τους. Κατά τον Διόδωρο από τη Μακεδονία κατάγονταν 500 ιππείς και 6.000 πεζοί, από τη Θράκη 600 ιππείς, από τις Τράλλεις 3.500 ιππείς, από την Πελοπόννησο 4.000 πεζοί και σχεδόν 1.000 ιππείς. Ακόμη έφτασαν και 50 γιοι εταίρων, για να υπηρετήσουν στη σωματοφυλακή του βασιλιά και ως όμηροι να εξασφαλίσουν την υπακοή των πατεράδων τους. Κατά τον Κούρτιο οι ενισχύσεις αριθμούσαν 6.000 πεζούς και 500 ιππείς από τη Μακεδονία, 600 ιππείς και 3.500 πεζούς από τη Θράκη, 380 ιππείς και περίπου 4.000 πεζοί μισθοφόροι από την Πελοπόννησο. Επιπλέον τους συνάντησε στη Βαβυλώνα και όχι στα Σούσα. Ο Αλέξανδρος κατέταξε ιππείς στο ιππικό των εταίρων και τους πεζούς στη φάλαγγα κατά έθνη. Για πρώτη φορά δημιούργησε λόχους, από έναν σε κάθε ίλη, και επέλεξε τους λοχαγούς μεταξύ των εταίρων, που είχαν διακριθεί στις μάχες. Ίσως οι πληροφορίες, που έπαιρνε από την Αντιγόνη για τον Φιλώτα να τον ανησύχησαν και να θέλησε σταδιακά να περιορίσει την ισχύ και κατά συνέπεια την δυνατότητα των υψηλόβαθμων αξιωματικών του να συνωμοτήσουν.
Περσέπολη
(Αρριανός Γ.17, 18, Πλούταρχος Αλέξανδρος 37.1-4, 6, 38, Διόδωρος ΙΖ.67.1, 68-69, 71.1-2, 72, 74.5, Κούρτιο 5.3.17, 23, 4.34, 7.12, 5.5.2, 5-6, 6.9-10, 7.3-11, Ιουστίνος 11.14.11-12, Πολύαινος Δ.3.27)
Τέλος Δεκεμβρίου του 331 ή αρχές Ιανουαρίου του 330 π.Χ. ο Αλέξανδρος ξεκίνησε από τα Σούσα για την Περσίδα, που ήταν και παραμένει χώρα τραχεία και αραιοκατοικημένη. Μετά από 4 ημερών πορεία έφθασε στον Πασίτιγρη (Καρούν), που διαρρέει την ευφορότατη χώρα των πεδινών Ουξίων, μέσα από την οποία έπρεπε να περάσει, για να φθάσει στην Περσίδα. Οι πεδινοί Ούξιοι ήταν υπήκοοι του Δαρείου και παραδόθηκαν. Οι ορεινοί Ούξιοι δεν ήταν υπήκοοι του Δαρείου και απαίτησαν από τον Αλέξανδρο τα διόδια, που τους κατέβαλλε και ο Μέγας Βασιλεύς, για να του επιτρέψουν να περάσει από τις ορεινές διαβάσεις της χώρας τους.
Εκείνος όμως δεν είχε σκοπό να αφήσει ανεξέλεγκτους αυτόνομους στη αυτοκρατορία, που σχεδίαζε. Τους είπε λοιπόν ειρωνικά να κρατήσουν τις διαβάσεις τους και να περιμένουν την πληρωμή τους. Πήρε τους βασιλικούς σωματοφύλακες, τους υπασπιστές και 8.000 ακόμη άνδρες και ακολούθησε ένα δύσβατο δρομολόγιο, που του υπέδειξαν οδηγοί από τα Σούσα. Το ίδιο βράδυ, την ώρα του ύπνου, προσέβαλε τους οικισμούς τους αποσπώντας πολλή λεία και σκοτώνοντας πολλούς Ούξιους. Όσοι γλίτωσαν κατέφυγαν στα βουνά. Ο Αλέξανδρος συνέχισε την πορεία του προς τα περάσματα, που κρατούσαν οι υπόλοιποι Ούξιοι, αφού προηγουμένως έστειλε τον Κρατερό να καταλάβει τα υψώματα, όπου έκρινε ότι θα κατέφευγαν οι φρουροί των περασμάτων, αν πιέζονταν. Πράγματι αυτοί μόλις είδαν ότι οι δυνάμεις του Αλεξάνδρου, κινούμενες με απροσδόκητη ταχύτητα, είχαν εκμηδενίσει το πλεονέκτημά τους από τη χρήση του εδάφους, τράπηκαν σε φυγή. Δέχθηκαν όμως συνδυασμένα πλήγματα από τον Αλέξανδρο και τον Κρατερό με αποτέλεσμα να χάσουν πάρα πολλούς άνδρες. Θα είχαν εξανδραποδισθεί μάλιστα, όπως γινόταν με όσους αντιστέκονταν, αν δεν μεσολαβούσε στον Αλέξανδρο για λογαριασμό τους η μητέρα του Δαρείου, όπως λέει ο Πτολεμαίος του Λάγου. Τελικά, επειδή οι ορεσίβιοι Ούξιοι ήταν κτηνοτρόφοι και δεν είχαν χρήματα, τους επέβαλε ετήσιο φόρο σε είδος, 100 ίππους, 500 υποζύγια και 30.000 πρόβατα.
Εισβάλλοντας ο Αλέξανδρος στο σημερινό Ιράν, είχε φθάσει στον σκληρό πυρήνα της Περσικής Αυτοκρατορίας. Μέχρι τότε οι χώρες, που καταλάμβανε, κατοικούνταν από εθνότητες υποτελείς στους Πέρσες, που δεν είχαν πατριωτικούς ενδοιασμούς να προτιμήσουν έναν νέο κατακτητή, ο οποίος εμφανιζόταν μάλιστα να σέβεται τα ιερά και όσιά τους περισσότερο από τον παλιό. Έτσι ο Αλέξανδρος μπορούσε να εμφανίζεται περίπου ως απελευθερωτής τους από τον περσικό ζυγό. Τώρα όμως έμπαινε στα εδάφη, όπου κατοικούσε η κυρίαρχη εθνότητα της αυτοκρατορίας. Από εδώ και πέρα θα συναντούσε ισχυρή πατριωτική αντίσταση. Ένα νέο εξαιρετικά σημαντικό πρόβλημα στην προέλαση ήταν η εξεύρεση εφοδίων σε περιβάλλον ξεκάθαρα εχθρικό, σε περιοχές με αντίξοες κλιματολογικές συνθήκες, με κατακερματισμένο και κατά κανόνα άγονο και δύσβατο έδαφος. Εφεξής λοιπόν θα εξεύρισκε προμήθειες κυρίως με λεηλασίες από τις ειδικές ομάδες περισυλλογής εφοδίων («συνεργεία λεηλατών» στη σύγχρονη στρατιωτική ορολογία). Όμως η λύση αυτή έφερνε τους ντόπιους πληθυσμούς σε απόγνωση, που ενίσχυε τον πατριωτισμό τους και τους εξωθούσε σε σθεναρότερη αντίσταση, η οποία με τη σειρά της προκαλούσε σκληρότερη αντιμετώπιση από τον Αλέξανδρο. Το περσικό αίμα, που έχυσε στην πορεία του μέσα από την Περσία δεν έχει ξεχασθεί τελείως. Ως τις μέρες μας οι ελάχιστοι εναπομείναντες ζωροαστριστές Πέρσες θυμούνται το θυελλώδες πέρασμα του «Καταραμένου Αλεξάνδρου», που κατέστρεψε την αυτοκρατορία των προγόνων τους. Οι παλαιότεροι θυμούνται από την παιδική τους ηλικία τις μητέρες τους να τους φοβερίζουν, ότι αν δεν είναι φρόνιμοι θα τους πάρει ο Ισκάντερ.
Αφού υπέταξε τους Ούξιους, έστειλε το θεσσαλικό ιππικό, τους συμμάχους, τους ξένους μισθοφόρους, τους βαρύτερα οπλισμένους και τα σκευοφόρα υπό τον Παρμενίωνα από την αμαξιτή οδό στην Περσίδα. Ο ίδιος με τους πεζούς Μακεδόνες, το εταιρικό ιππικό, τους προδρόμους ιππείς τους τοξότες και τους Αγριάνες πήρε το συντομότερο δρομολόγιο, μέσα από τα βουνά προς τις Περσίδες Πύλες (Τανγκ ι Κας ή κατ’ άλλους το Τανγκ ι Μωχάμεντ Ρεζά). Ο Αριοβαρζάνης (Αρίγια-βαρζάνα), ο γιος του Αρτάβαζου και σατράπης της Περσίδας, είχε κλείσει αυτό το πέρασμα με τείχος και έτοιμος να αποκρούσει τους εισβολείς. Οι Μακεδόνες όρμησαν να καταλάβουν τη διάβαση, όπως είχαν κάνει τόσες φορές πιο πριν, όμως αυτή τη φορά οι υπερασπιστές δεν τράπηκαν σε φυγή. Αντεπιτέθηκαν ξαφνικά ρίχνοντας πάσης φύσεως τοξεύματα, απλά και καταπελτικά, πέτρες και τεράστιους ογκόλιθους μεγέθους άμαξας πάνω στους Μακεδόνες, που παγιδεύτηκαν στο στενό πέρασμα. Οι απώλειες ήταν τεράστιες και ο Αλέξανδρος διέταξε να σαλπίσουν υποχώρηση. Κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να καταλάβει τη διάβαση εξ εφόδου και αναζήτησε τρόπο να την παρακάμψει. Ανάμεσα στους αιχμαλώτους ήταν κι ένας Λύκιος βοσκός, δίγλωσσος στα ελληνικά και περσικά, που γνώριζε πολύ καλά την περιοχή. Ο Αλέξανδρος άφησε στο στρατόπεδο τον Κρατερό επικεφαλής της τάξης του, της τάξης του Μελέαγρου, λίγων τοξοτών και 500 ιππέων. Διέταξε τον Αμύντα, τον Φιλώτα και τον Κοίνο να οδηγήσουν την υπόλοιπη στρατιά στην πεδιάδα και να γεφυρώσουν τον ποταμό Αράξη, ώστε να μην καθυστερήσουν και στο επόμενο φυσικό κώλυμα. Εκείνος οδηγούμενος από τον Λύκιο και με τους υπασπιστές, την τάξη του Περδίκκα, τους Αγριάνες, τη βασιλική ίλη και μία τετραρχία (τέσσερις λόχοι) ιππικού προχώρησε τη νύχτα, μέσα από δύσβατα, ορεινά και χιονισμένα μονοπάτια. Πριν ξημερώσει βρέθηκε πίσω από τις Πύλες και αιφνιδίασε τις φρουρές περιμετρικά του περσικού στρατοπέδου. Εξόντωσε την πρώτη, προξένησε μεγάλες απώλειες στη δεύτερη και έτρεψε σε φυγή την τρίτη φρουρά. Ξημέρωνε πια, όταν επιτέθηκε στο στρατόπεδο του Αριοβαρζάνη, ενώ ταυτόχρονα προσέβαλλε το τείχος ο Κρατερός. Η συνδυασμένη και αιφνιδιαστική επίθεση από δύο πλευρές τρομοκράτησε τους υπερασπιστές του τείχους, το οποίο και εγκατέλειψαν. Τότε οι Πέρσες εγκλωβίσθηκαν και οι περισσότεροι σφαγιάσθηκαν στη μάχη εκ του συστάδην ή σκοτώθηκαν πέφτοντας στους γκρεμούς κατά την πανικόβλητη φυγή τους. Ο Αριοβαρζάνης πρόλαβε να διαφύγει στα βουνά με λίγους ιππείς. Ο Λύκιος πληροφοριοδότης αμείφθηκε με 30 τάλαντα.
Όλοι οι αρχαίοι συγγραφείς συμφωνούν ότι οι Πέρσες σε όλες τις μάχες αγωνίσθηκαν γενναία και ότι τα μέτωπά τους κατέρρεαν από ανικανότητα ή δειλία της ηγεσίας τους. Μέχρι να φτάσει ο Αλέξανδρος στα Σούσα μπορούσαν να βρεθούν διάφορες δικαιολογίες για τις επιλογές της ανώτατης στρατιωτικής διοίκησης των Περσών, όταν όμως έφτασε στις Πύλες της Περσίας, φάνηκε καθαρά η ανεπάρκειά της. Ο Δαρείος είχε κρυφτεί προ πολλού στα Εκβάτανα, την πρωτεύουσα της Μηδίας, οχυρωμένος πίσω από τους δύσβατους ορεινούς όγκους με τον βαρύ χειμώνα και εγκαταλείποντας στην τύχη τους την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας, την κοιτίδα των Περσών και το παγκοσμίως μεγαλύτερο θησαυροφυλάκιο εκείνης της εποχής. Ο διοικητής της Περσίδας συγκέντρωσε όλες του τις δυνάμεις στις Περσίδες Πύλες, διαπράττοντας ακόμη ένα ανεξήγητο λάθος, διότι ούτε άλλη γραμμή άμυνας είχε προετοιμάσει ούτε τα μονοπάτια, που παρέκαμπταν τις πύλες και οδηγούσαν στα νώτα του, είχε εξασφαλίσει. Από την αυστηρά στρατιωτική άποψη η βαρυχειμωνιά και το πολύ χιόνι καθώς κι ότι τα μονοπάτια ήταν άγνωστα στον εισβολέα, τονίζουν την πειθαρχία και την αποτελεσματικότητα του μακεδονικού στρατού, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν ως επαρκής δικαιολογία για την αποτυχία του Αριοβαρζάνη. Ο σατράπης της Περσίδας επέλεξε για τις δυνάμεις του την τύχη των ελληνικών δυνάμεων στις Θερμοπύλες, όταν ο Έλληνας αυτόμολος οδήγησε τις περσικές όπως ο Λύκιος βοσκός τον Αλέξανδρο. Όμως αντίθετα προς τους Έλληνες τότε, οι Πέρσες τώρα αιφνιδιάσθηκαν πλήρως και δεν απέσυραν κανένα τμήμα τους, για να πολεμήσει κάπου αλλού αργότερα. Δεν χωρεί καμία ωραιοποίηση και δεν υπάρχει καμία δικαιολογία. Στη μάχη των Γαυγαμήλων διαλύθηκε ολοκληρωτικά η περσική ανώτατη στρατιωτική διοίκηση και η αντίσταση του Αριοβαρζάνη ήταν μία πατριωτική, αλλά άσχημα οργανωμένη και αναποτελεσματική ενέργεια. Για πολλοστή φορά οι Πέρσες μαχητές επέδειξαν την ανδρεία τους, αλλά οι Πέρσες στρατιωτικοί ηγέτες ήταν υπεύθυνοι για τις απώλειες των ανδρών τους και τη ζημιά στο ηθικό όσων γλύτωσαν, ενώ κατέστρεψαν δυνάμεις, στερώντας τες από τις μελλοντικές αναμετρήσεις. Θα ήταν καλύτερα για τα σατραπικά στρατεύματα να εγκατέλειπαν αμαχητί τις Πύλες και να οπισθοχωρούσαν, για να πολεμήσουν κάπου αλλού οργανωμένοι σωστά. Αντ’ αυτού περιορίστηκαν να προβάλλουν διαρκώς και σε αλλεπάλληλες φάσεις μικρής κλίμακας αντίσταση, η οποία αφενός δεν αναχαίτισε τον Αλέξανδρο και αφετέρου πνίγηκε στο αίμα. Μόλις λίγους μήνες αργότερα οι αγανακτισμένοι Πέρσες πατριώτες θα έθεταν τέλος στην εξουσία και τη ζωή του αναποτελεσματικού Αχαιμενίδη βασιλιά, αλλά τα λάθη και οι παραλείψεις της διοίκησής του είχαν προξενήσει ανεπανόρθωτη ζημία και η αντίστασή τους, απλώς θα καθυστερούσε το μοιραίο. Ο Αλέξανδρος επρόκειτο να θέσει οριστικά τέλος στην αυτοκρατορία των Αχαιμενιδών.
Με την κατάληψη των Περσίδων Πυλών στα μέσα Ιανουαρίου του 330 ο δρόμος προς την σχεδόν άγνωστη στους Έλληνες πρωτεύουσα των Αχαιμενιδών ήταν ανοιχτός. Ο Αλέξανδρος πέρασε γρήγορα τον ποταμό Αράξη (Κύρο), που είχαν γεφυρώσει οι Αμύντας, Φιλώτας και Κοίνος. Προήλαυνε γρήγορα, για να μην προλάβουν οι φρουροί της Περσέπολης να φύγουν με το Δημόσιο Ταμείο. Κατά τον Διόδωρο καθώς ο Αλέξανδρος προέλαυνε, ο κυβερνήτης της Περσέπολης, Τιριδάτης, του έστειλε επιστολή και τον πληροφορούσε ότι ο Δαρείος έστελνε δυνάμεις, για να την υπερασπισθούν. Αν όμως προλάβαινε εκείνος να φτάσει πρώτος, θα παραλάμβανε την πρωτεύουσα χωρίς αντίσταση. Αν ο Δαρείος πράγματι ήθελε να στείλει υπερασπιστές στην Περσέπολη, είναι απορίας άξιο, γιατί δεν το έπραξε νωρίτερα. Ο Τιριδάτης, βέβαια, ήλπιζε ότι η προθυμία του θα αμειβόταν με τη συνήθη γενναιοδωρία του Αλεξάνδρου, εκείνος όμως είχε προαποφασίσει την ολοσχερή καταστροφή της. Κατά τον Κούρτιο ο Τιριδάτης προσκάλεσε τον Αλέξανδρο να μπει στην πόλη, πριν τη λεηλατήσουν οι κάτοικοί της, εκδοχή που φαίνεται λογικότερη από εκείνη του Διόδωρου.
Καθ’ οδόν προς την Περσέπολη συνάντησε 800 εκτοπισμένους Έλληνες μεγάλης ηλικίας, που ήταν επιστήμονες, τεχνίτες και γενικά υψηλής μόρφωσης άτομα. Τους είχαν εκτοπίσει από τις μακρυνές πατρίδες τους οι προηγούμενοι Πέρσες βασιλιάδες και τους είχαν ακρωτηριάσει όλα τα μέλη του σώματος εκτός από εκείνα, που ήταν απαραίτητα για την άσκηση της επιστήμης ή της τέχνης τους. Το οικτρό θέαμά τους προκάλεσε την αγανάκτηση όλης της στρατιάς, που απαίτησε εκδίκηση, και ο Αλέξανδρος δεσμεύθηκε να τους στείλει πίσω στις πατρίδες τους. Όμως εκείνοι σκέφτηκαν ότι θα καλύτερα ως ομοιοπαθούντες να παραμείνουν όλοι μαζί, αντί να διασκορπιστούν μετά από τόσα χρόνια εξορίας στις πατρίδες τους, όπου θα προκαλούσαν οίκτο και φρίκη με την εμφάνισή τους. Ο Αλέξανδρος συμφώνησε, τους έδωσε από 3.000 δραχμές, 5 ανδρικές και 5 γυναικείες ενδυμασίες, 2 ζεύγη βοδιών, 50 πρόβατα, 50 μεδίμνους (περίπου 2.592 λίτρα) πυρών, τους απάλλαξε από κάθε βασιλικό φόρο και διέταξε τους τοπικούς άρχοντες να φροντίζουν ώστε να μην τους αδικήσει κανείς.
Σχετικά με αυτό το περιστατικό και συμπληρωματικά προς τις προβληματικές αναφορές για τους Γορτυαίους των Γαυγαμήλων και τους Βοιωτούς της Σιττακηνής πρέπει να παρατηρήσουμε ότι ο Ηρόδοτος κάνει λόγο για Ερετριείς, τους οποίους εκτόπισαν οι Πέρσες το 490 μετά τη μάχη του Μαραθώνα και τους εγκατέστησαν στην Αρδερίκκη περί τα 210 στάδια (39 χμ) από τα Σούσα, δηλαδή πράγματι πάνω στο δρομολόγιο του Αλεξάνδρου, όπου λέγεται ότι τους συνάντησαν κι άλλοι Έλληνες δύο αιώνες μετά τον Αλέξανδρο. Όμως βάζει σε σκέψεις ο παραδιδόμενος ο ακρωτηριασμός αυτών, που λογικά θα ήταν απόγονοι των Ελλήνων που είχαν εκτοπιστεί 159 χρόνια νωρίτερα. Επίσης οι Ερετριείς του Ηρόδοτου είχαν εγκατασταθεί μεν σε περιοχή την οποία διέσχισε ο Αλέξανδρος, αλλά κατήγοντο όλοι από την ίδια πόλη σε αντίθεση προς τους ακρωτηριασμένους, που κατήγοντο από διαφορετικές πόλεις. Τέλος οι «προηγούμενοι Πέρσες βασιλιάδες» δεν μπορεί να ήταν άλλοι από τον Αρσή και τον Αρταξέρξη τον Ώχο, αφού οι τιμωρημένοι από τους Δαρείο και Ξέρξη των περσικών πολέμων, θα είχαν πεθάνει από γεράματα. Μένει λοιπόν να υποθέσουμε ότι η ευρύτερη εκείνη περιοχή χρησιμοποιήθηκε από τους Πέρσες ως τόπος εξορίας Ελλήνων αντικαθεστωτικών, αν και υπάρχει το ενδεχόμενο οι ακρωτηριασμένοι Έλληνες να είναι μύθευμα με βάση τους εξόριστους Ερετριείς και τη διακήρυξη του Αλεξάνδρου ότι ήθελε να εκδικηθεί την περσική εισβολή.
Στις Πασαργάδες (Μουργκάμπ) ο Αλέξανδρος πήρε τα χρήματα από το θησαυρό του Κύρου Α΄. Λίγες μέρες αργότερα, στα τέλη Ιανουαρίου ή αρχές Φεβρουαρίου του 330 π.Χ. προελαύνοντας επί της Βασιλικής Οδού μπήκε στην Περσέπολη και αμέσως παρέλαβε το θησαυροφυλάκιο. Οι θησαυροί του Κύρου κατά τον Αρριανό βρίσκονταν στις Πασαργάδες. Κατά τον Διόδωρο βρίσκονταν στην Περσέπολη και ήταν το έσχατο αποθεματικό ταμείο, όπου από τον καιρό του ιδρυτή της αυτοκρατορίας είχε συσσωρευτεί χρυσός και άργυρος συνολικής αξίας 120.000 αργυρών ταλάντων. Επιπλέον αυτού του ποσού στα ιδιαίτερα διαμερίσματα του Μεγάλου Βασιλέως βρέθηκε το προσωπικό του ταμείο με 8.000 τάλαντα. Ο Αλέξανδρος για να τα μεταφέρει, διέταξε να φέρουν από τα Σούσα, τη Βαβυλώνα και τη Μεσοποταμία πολλά μουλάρια για φόρτωμα ή έλξη αμαξών καθώς και 3.000 καμήλες. Κατά τον Πλούταρχο ο θησαυρός της Περσέπολης ήταν όσος και των Σούσων (40.000 αργυρά τάλαντα) και για τη μεταφορά του χρειάσθηκαν 10.000 ζεύγη μουλαριών και 5.000 καμήλες. Κατά τον Κούρτιο κατασχέθηκαν 6.000 τάλαντα στις Πασαργάδες και 120.000 τάλαντα στην Περσέπολη. Μετά ο Αλέξανδρος διέταξε τη στρατιά του να λεηλατήσει την πόλη, εξαιρώντας τα ανάκτορα. Οι άντρες σφαγιάσθηκαν, οι γυναίκες σύρθηκαν στην αιχμαλωσία και ο πλούτος της αυτοκρατορικής πρωτεύουσας διαρπάχτηκε. Στην έξαψη της πλεονεξίας τους οι στρατιώτες του Αλεξάνδρου έκοβαν τα λάφυρα σε κομμάτια, για να τα μοιρασθούν, ενώ κάποιοι δεν δίστασαν να σκοτώσουν τους συμπολεμιστές τους, για να τους αρπάξουν τη λεία. Τέτοια ήταν η λεηλασία, που υπέστη η πλουσιότερη πόλη στον τότε κόσμο, ώστε τα κινητά ευρήματα των αρχαιολογικών ανασκαφών ήταν εντελώς ασήμαντα. Τα λάφυρα, που επισήμως μοιράσθηκαν στους στρατιώτες ως αμοιβή, ήταν συνολικής αξίας 13.000 ταλάντων, ενώ όσα άρπαξαν μόνοι τους, ήταν πολύ μεγαλύτερης αξίας. Ο Αλέξανδρος μετέφερε μέρος του θησαυρού στα Σούσα για φύλαξη και τον υπόλοιπο τον πήρε μαζί του για τη χρηματοδότηση των πολεμικών επιχειρήσεων.
Στη διάρκεια ενός συμποσίου η ερωμένη του Πτολεμαίου του Λάγου, η Αθηναία εταίρα Θαΐς, ζήτησε από τον Αλέξανδρο να την αφήσει να πυρπολήσει τα περσικά ανάκτορα. Υποστήριξε ότι η σωστή εκδίκηση θα ήταν να πυρποληθεί ο οίκος του Ξέρξη από μία κάτοικο της πόλης, που είχε πυρπολήσει εκείνος. Απευθυνόταν σε νεαρούς αξιωματικούς, που μόλις είχαν συντρίψει την μοναδική υπερδύναμη της εποχής και βρίσκονταν ήδη σε κατάσταση ευθυμίας. Δεν δυσκολεύτηκε λοιπόν να τους πείσει και σε λίγο οι συνδαιτυμόνες συνοδευόμενοι από τις αυλητρίδες, τις ορχηστρίδες και κρατώντας δάδες στα χέρια κατευθύνονταν στα ανάκτορα. Ο Αλέξανδρος και η Θαΐς έριξαν τις πρώτες δάδες και όλοι οι παρευρισκόμενοι πίστεψαν ότι ο Αλέξανδρος με την πυρπόληση των ανακτόρων έδειχνε την πρόθεσή του να γυρίσει στην πατρίδα.
Αυτή είναι αναμφίβολα μία βολική για την υστεροφημία του Αλεξάνδρου εκδοχή, την οποία προφανώς κατασκεύασαν οι γνωστοί επικοινωνιολόγοι και παραδίδουν μερικοί ιστορικοί. Ο Πλούταρχος αναγνωρίζει ως ενδεχόμενο, ο Αλέξανδρος να είχε προαποφασίσει την πυρπόληση των ανακτόρων, αλλά ισχυρίζεται ότι τελικά μετάνιωσε και προσπάθησε να σβήσει τη φωτιά. Ο Κούρτιος δεν βρίσκει πρόθεση, αλλά αποδίδει τον εμπρησμό στη μέθη και προσθέτει ότι ο Αλέξανδρος μόλις συνήλθε την επομένη, μετάνιωσε. Αντίθετα, ο Αρριανός, ο οποίος συχνά χαρακτηρίζεται ως απολογητής του Αλεξάνδρου, δεν ασχολείται με προφάσεις και δεν αναγνωρίζει ελαφρυντικά. Είναι κατηγορηματικός ότι ο Αλέξανδρος είχε πρόθεση να πυρπολήσει τα ανάκτορα, ενέργεια την οποία χαρακτηρίζει εσφαλμένη. Ο Παρμενίων προσπάθησε να τον αποτρέψει λέγοντας ότι δεν θα κατέστρεφε ξένη περιουσία, αλλά τη δική του και ότι παράλληλα θα έδειχνε σε όλους τους ασιάτες ότι δεν αποτελούσε διάδοχη πολιτική κατάσταση, αλλά ήταν ένας άπληστος επιδρομέας. Όμως ο Αλέξανδρος ήταν αμετάπειστος και έλεγε ότι θα πυρπολούσε τα ανάκτορα, για να εκδικηθεί τους Πέρσες, που εισέβαλαν στην Ελλάδα, κατέσκαψαν την Αθήνα, πυρπόλησαν τα ιερά και προκάλεσαν τόσες συμφορές στους Έλληνες.
Καταστρέφοντας ολοσχερώς την Περσέπολη δήλωνε σε όλους ότι η δυναστεία των Αχαιμενιδών και η κοσμοκρατορία των Περσών είχε λάβει τέλος. Όλοι οι λαοί της πρώην αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών είχαν νέο ηγέτη, αποδεδειγμένα ισχυρότερο από τον προηγούμενο και προς το συμφέρον τους να επιδιώξουν την εύνοια και όχι την οργή του. Στους στρατιώτες του έδωσε την ευκαιρία να προσπορισθούν ασύλληπτα πλούτη. Αυτά αποτελούσαν μία επιπλέον ανταμοιβή για τους μέχρι τότε κόπους τους και υπόσχεση για ακόμη μεγαλύτερες απολαβές στο μέλλον. Στους Έλληνες ειδικά δήλωνε με εντυπωσιακό τρόπο ότι εξετέλεσε τις εντολές του Κοινού Συνεδρίου τους και τιμώρησε τους Πέρσες για τις καταστροφές και ιεροσυλίες, που είχαν διαπράξει κατά την εισβολή του Ξέρξη.
Σύμφωνα με τα πολεμικά ήθη και η σημειολογία της εποχής μετά βίας μπορούμε να θεωρήσουμε τα παραπάνω ως επαρκείς λόγους για τη λεηλασία της Περσέπολης, ενώ η πυρπόληση των ανακτόρων ήταν αδικαιολόγητος βανδαλισμός και ακατανόητη απόφαση. Οι στρατιώτες του Αλεξάνδρου ήταν ήδη καλοπληρωμένοι και δεν προβλεπόταν έλλειψη χρημάτων για τις μελλοντικές αμοιβές τους, εντούτοις τους ενθάρρυνε να ικανοποιήσουν την πλεονεξία τους. Τις συνέπειες αυτού του λάθους θα αντιμετώπιζε αργότερα σε μεγαλύτερη έκταση, όταν οι αξιωματούχοι του θα αγνοούσαν τις διαταγές του για χρηστή διοίκηση των κατακτημένων λαών και θα επιδίδονταν στην ικανοποίηση των ταπεινότερων ένστικτων τους. Ανεξάρτητα απ’ αυτά, η κατάληψη και καταστροφή της Περσέπολης αποτελεί σημαντικότατο ορόσημο για τις επόμενες εξελίξεις. Οι Πέρσες τιμωρήθηκαν, τα πατρογονικά τους εδάφη κατακτήθηκαν, η πρωτεύουσά τους καταστράφηκε, η εντολή του Κοινού Συνεδρίου των Ελλήνων υλοποιήθηκε και σύντομα οι αποφάσεις του Αλεξάνδρου θα αφορούν πλέον μόνο τους υπηκόους του βασιλείου του, τους Μακεδόνες. Ο Δαρείος βέβαια δεν είχε συλληφθεί ακόμη και αποτελούσε εν δυνάμει κίνδυνο, όμως ο χρόνος είχε αρχίσει να μετρά αντίστροφα για τον Αλέξανδρο. Πλησίαζε γρήγορα το τέλος της ανοχής των συμμάχων, αλλά και των ίδιων των Μακεδόνων στις αποφάσεις του.
Το μοναδικό δρομολόγιο, που οδηγούσε από την Περσέπολη στη Μηδία και τα Εκβάτανα (Χαγκματάνα, το σημερινό Χαμαντάν), ήταν η Βασιλική Οδός και περνούσε από τη διάβαση Ντέχ-Μπίντ, που βρίσκεται σε υψόμετρο 2.700μ και συνήθως παραμένει αποκλεισμένη από χιόνια και πάγους σε μήκος πολλών χιλιομέτρων ως τον Απρίλιο. Μετά τη διάβαση Ντέχ-Μπίντ εκτεινόταν η Γαβιηνή από τα Ασπάδανα (Ισφαχάν) ως τα Εκβάτανα, που έχει τον βαρύτερο χειμώνα όλης της Περσίας. Οι ορεινές διαβάσεις εκεί κλείνουν από χιόνια και πάγους, που συχνά ξεπερνάνε σε ύψος τα 3 μέτρα, ενώ ακόμη και το Μάρτιο το ύψος τους δεν είναι μικρότερο από ένα μέτρο. Ο Δαρείος προστατευμένος από αυτήν την απρόσβλητη φυσική οχύρωση, ξεχειμώνιαζε ασφαλής στα Εκβάτανα με όσο στρατό του παρέμενε πιστός. Είχε αποφασίσει να παραμείνει στη Μηδία παρακολουθώντας τις κινήσεις του Αλεξάνδρου. Αν εκείνος προήλαυνε εναντίον του, θα υποχωρούσε μέσα από την Παρθυαία και την Υρκανία ως τα Βάκτρα, εφαρμόζοντας την τακτική της καμένης γης, ώστε να ανακόψει την προέλασή του. Για να αυξήσει την ευελιξία και την ταχύτητά του, είχε στείλει το χαρέμι και τα υπάρχοντά του με τις αρμάμαξες (κλειστές άμαξες) στις νότιες Κάσπιες Πύλες.
Δεν γνωρίζουμε πότε πληροφορήθηκε ο Αλέξανδρος ότι ο Δαρείος βρισκόταν στα Εκβάτανα, αλλά όσο νωρίς κι αν συνέβη αυτό, δεν μπορούσε να κινηθεί νωρίτερα απ’ όσο πράγματι έπραξε. Ο λόγος, που δεν επέστρεψε από την Περσέπολη στα Σούσα για να προελάσει από εκεί προς τα Εκβάτανα, είναι ότι ήδη είχε απορροφήσει τα εφόδια από την περιοχή προελαύνοντας προς την Περσίδα, οπότε δεν θα μπορούσε να υπολογίζει σε δυνατότητα ανεφοδιασμού του κατά την επάνοδο, πολύ περισσότερο αν συνυπολογίσουμε και την επιβάρυνση, που είχαν προκαλέσει στα αποθέματα και την παραγωγή, οι κινήσεις των περσικών στρατευμάτων. Ο Αλέξανδρος παρέμεινε στην Περσέπολη επί 4 μήνες, μέχρι να περάσει ο βαρύς χειμώνας του περσικού υψιπέδου και να πλησιάσει ο Ιούνιος, στις αρχές του οποίου άρχιζε η συγκομιδή στο Ζάγκρο. Λογικά, η πυρπόληση των ανακτόρων της Περσέπολης πρέπει να έγινε λίγο πριν την αναχώρηση της στρατιάς για τη Μηδία, αν και κάποιοι τεκμαίρουν από τα αρχαιολογικά ευρήματα ότι η πυρπόληση έγινε ταυτόχρονα με τη λεηλασία.
από τον ιστότοπο:
http://www.alexanderofmacedon.info/greek/A1gr.htm
Επιστροφή στην Τύρο
(Αρριανός Γ.6)
Κατά τον Απρίλιο του 331 π.Χ., στην αρχή του τέταρτου χρόνου της εκστρατείας, ο Αλέξανδρος προέλασε από τη Μέμφιδα με κατεύθυνση την Φοινίκη. Ο στρατός για να διασχίσει την απόσταση από τη Μέμφιδα ως το Πηλούσιο, πέρασε από ένα μεγάλο αριθμό γεφυρών, τόσο στη Μέμφιδα όσο και σε όλα τα κανάλια στο δρομολόγιό του. Για μία ακόμη φορά έγινα οι προπαρασκευές για τη διέλευση της Ερήμου του Σινά, ο στόλος και πάλι ανεφοδίαζε το στρατό, αλλά τώρα δεν χρειαζόταν να μεταφέρει τις πολιορκητικές μηχανές, τους συνακολουθούντες και τα προσωπικά είδη της δύναμης, που παρέμεινε ως φρουρά στην Αίγυπτο.
Ο Αλέξανδρος έφθασε στην Τύρο περί τα μέσα Ιουνίου του 331 και ασχολήθηκε με μία σειρά από διοικητικά και στρατιωτικά θέματα. Ο Αμφοτερός είχε καταλάβει την Κρήτη, είχε εκδιώξει τους Πέρσες και τους συμμάχους τους Σπαρτιάτες και ετοιμαζόταν να κάνει απόβαση στην Πελοπόννησο. Ο Αλέξανδρος διέταξε τους Φοίνικες και του Κυπρίους να ενισχύσουν με 100 πλοία το στόλο του Αμφοτερού, που έσπευδε να βοηθήσει όσους παρέμεναν πιστοί στον πόλεμο κατά των Περσών και δεν ήθελαν να συμμορφωθούν προς τις επιθυμίες των Σπαρτιατών, αφού ο Αντίπατρος ήταν απασχολημένος στο μέτωπο της Θράκης εναντίον του αποστάτη Μέμνονα. Τοποθέτησε στη Φοινίκη τον Κοίρανο από την Βέροια ως υπεύθυνο για τη συλλογή των φόρων. Στην περιοχή του Ταύρου τη συλλογή των φόρων ανέθεσε στον Φιλόξενο. Τον Άρπαλο, που μόλις είχε γυρίσει από τη φυγή του, δεν τον αμνήστευσε απλώς, αλλά του ανέθεσε και πάλι τη διαχείριση του ταμείου της εκστρατείας. Ανακάλεσε τον Άσανδρο του Φιλώτα, που μέχρι τότε ήταν σατράπης της Λυδίας και στη θέση του τοποθέτησε τον μέχρι τότε αρχηγό των ξένων μισθοφόρων, τον εταίρο Μένανδρο. Έκανε θυσίες, πομπές και οργάνωσε λαμπρούς αγώνες κυκλικών χορών και τραγωδιών, στους οποίους συμμετέσχαν πολλά και λαμπρά καλλιτεχνικά ονόματα. Τη διοργάνωσή τους ανέλαβαν οι βασιλείς της Κύπρου σύμφωνα με το σύστημα των χορηγιών. Οι αλλεπάλληλες διοργανώσεις τέτοιων αγώνων και οι προσκλήσεις αθλητών και καλλιτεχνών από την Ελλάδα είχαν σκοπό να δείξουν ότι οι κατακτήσεις δεν τρόπαιο μόνο του Ηγεμόνος της Ελλάδος, αλλά όλων των Ελλήνων, οι οποίοι είχαν πάρει την απόφαση για την εκστρατεία.
Η Αθηναϊκή Δημοκρατία, που επέμενε στην ετεροδικία των πολιτών της, είχε στείλει ένα από τα δύο ιερά της πλοία, την Πάραλο, σε όλο το πλήρωμα της οποίας είχε αναθέσει χρέη πρέσβεων. Σύσσωμο το πλήρωμα παρουσιάσθηκε στον Αλέξανδρο και μεταξύ άλλων έθεσε ξανά το παλιό αίτημα της Αθήνας: να απελευθερώσει όσους από τους Έλληνες μισθοφόρους των Περσών, που αιχμαλωτίσθηκαν στο Γρανικό, ήταν Αθηναίοι πολίτες. Εκείνος ικανοποίησε όλα τα αιτήματά τους και απελευθέρωσε τους Αθηναίους μισθοφόρους. Κατείχε όλα τα ανατολικά παράλια της Μεσογείου, αισθανόταν ασφαλής και μπορούσε πλέον να υλοποιήσει την υπόσχεση, που είχε δώσει στην προηγούμενη πρεσβεία τους, στο Γόρδιο περίπου δύο χρόνια νωρίτερα.
Από την Τύρο θα άρχιζε η προέλαση στο εσωτερικό της Ασίας. Η στρατιά δεν θα μπορούσε πλέον να ανεφοδιάζεται από το στόλο και η Διοικητική Μέριμνα έπρεπε να αντιμετωπίσει καταστάσεις άγνωστες σε όλους τους ελληνικούς στρατούς. Οι αποστάσεις ήταν πολύ μεγαλύτερες, οι δυσκολίες από τη μορφολογία του εδάφους τεράστιες και οι δια ξηράς μεταφορικές ικανότητες περιορισμένες. Υπήρχε σοβαρότατος κίνδυνος να καταστραφεί η στρατιά ανά πάσα στιγμή, χωρίς να προηγηθεί μεγάλη μάχη, λόγω διακοπής του εφοδιασμού. Ο Αλέξανδρος έπαυσε τον σατράπη της Συρίας, Αρίμμα, και τον αντικατέστησε με τον Ασκληπιόδωρο του Ευνίκου, διότι έκρινε ότι δεν είχε κάνει για την προπαρασκευή της προέλασης, όσα του είχε αναθέσει, όταν τον τοποθέτησε.
Ασσυρία
(Αρριανός Β.12, Γ.1, 7, 15, Δ.20 , Ζ.4.6, Διόδωρος ΙΣΤ.43.4, ΙΖ.37.3-38, 54.7, 55.1-4, 107.6, Πλούταρχος Αλέξανδρος 21, 30.1, 5, 31.7-8, 70.3, Κούρτιος 3.12.3-23, 4.9.10, 10.18-19, 24, 25-34, 11.1-9, 8.4.25, Ιουστίνος 11.9.12-16, 11.12.6, 8-16, 13.1, 15.5-κ.ε. 12.10.9)
Η στρατιά άφησε την Τύρο και έφθασε στη Θάψακο (Καρκεμίς) τον μήνα Εκατομβαιώνα (16 Ιουλίου – 15 Αυγούστου) του 331 π.Χ. Το μηχανικό του Αλεξάνδρου, που προπορευόταν όπως συμβαίνει και σήμερα, είχε διαταχθεί να κατασκευάσει δύο γέφυρες, για να περάσει η στρατιά τον Ευφράτη, αλλά δεν μπορούσε να τις ολοκληρώσει. Φοβόταν μήπως τις χρησιμοποιήσει, για να του επιτεθεί ο Μαζαίος, που με 3.000 ιππείς και 2.000 Έλληνες μισθοφόρους επιτηρούσε την απέναντι όχθη. Όταν ο Μαζαίος έμαθε ότι πλησίαζε ο Αλέξανδρος με τη στρατιά του, έφυγε και οι εργασίες στη γεφύρωση του ποταμού ολοκληρώθηκαν αμέσως. Αποστολή του Μαζαίου δεν ήταν να εμπλακεί, αλλά να καθυστερήσει την προέλαση του Αλεξάνδρου και ταυτόχρονα να εφαρμόσει την τακτική της καμένης γης. Αφού λοιπόν κατέστρεψε την αγροτική παραγωγή σε μεγάλη έκταση στα ανατολικά του Ευφράτη και έκρινε ότι η περιοχή είχε γίνει αδιάβατη ελλείψει εφοδίων, ο Μαζαίος επέστρεψε στο στρατόπεδο του Δαρείου. Όμως δεν κατέστρεψε την αγροτική παραγωγή σε όλες τις κατευθύνσεις, αφήνοντας στον Αλέξανδρο τουλάχιστον ένα εναλλακτικό δρομολόγιο. Ο Δαρείος Γ΄ επέτρεψε στον ισχυρό και επιτιθέμενο στρατό του Κοινού Συνεδρίου των Ελλήνων να κινηθεί στο εσωτερικό της περσικής αυτοκρατορίας ευκολότερα απ΄ ότι ο Αρταξέρξης Β΄ στη μικρότερη και καταδιωκόμενη δύναμη των Μυρίων. Αυτό αποδεικνύει σαφώς ότι ο Δαρείος ως ανώτατος στρατιωτικός διοικητής ήταν ανεπαρκής. Έτσι ο Αλέξανδρος προέλασε στο εσωτερικό της Μεσοποταμίας με βόρεια κατεύθυνση, έχοντας στα αριστερά του τον Ευφράτη και τα βουνά της Αρμενίας. Δεν ακολούθησε το συντομότερο δρομολόγιο προς τη Βαβυλώνα, διότι ο Μαζαίος το είχε κάνει αδιάβατο ελλείψει εφοδίων και η ανεπάρκεια του Αρρίμμα δεν βοηθούσε την κατάσταση. Στο βόρειο δρομολόγιο ήταν ευκολότερος ο ανεφοδιασμός και λιγότερη η ζέστη.
Κατά τη διάρκεια αυτής της πορείας πέθανε η σύζυγος του Δαρείου. Δεν είμαστε βέβαιοι για το όνομα ούτε της συζύγου ούτε της κόρης του Δαρείου. Μόνο ο Πλούταρχος αναφέρει το όνομα της συζύγου και την ονομάζει Στάτειρα, όπως ακριβώς και την κόρη της, την οποία τελικά παντρεύτηκε ο Αλέξανδρος στα Σούσα. Στάτειρα ονομάζουν αυτήν την κόρη και ο Διόδωρος και ο Ιουστίνος, ενώ ο Αρριανός την ονομάζει Βαρσίνη. Όποιος επιλέξει να εξεύρει την αλήθεια δια της πλειοψηφίας και μεταξύ αυτών των δύο ονομάτων, υποχρεωτικά θα ονομάσει Βαρσίνη τη σύζυγο και Στάτειρα την κόρη του Δαρείου. Η πληροφορία ότι πέθανε κατά τη διάρκεια τοκετού ή αποβολής και ότι ο Αλέξανδρος την έθαψε με μεγαλοπρέπεια μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι υπεύθυνος για την εγκυμοσύνη της ήταν ο Αλέξανδρος. Αυτό ακριβώς φαίνεται ότι προσπάθησε να συγκαλύψει η προπαγάνδα της Αυλής του κατασκευάζοντας μία ιστορία, οι παραλλαγές της οποίας διασώθηκαν ως τις μέρες μας. Συγκεκριμένα, οι σωζόμενοι ιστορικοί παραδίδουν τα εξής για μετά τη μάχη της Ισσού:
Αρριανός: η μητέρα, η σύζυγος και τα παιδιά του Δαρείου έμαθαν ότι ο Αλέξανδρος επέστρεφε με τα βασιλικά σύμβολα του Μεγάλου Βασιλέα και πιστεύοντας ότι ήταν νεκρός, άρχισαν να θρηνούν. Ο Αλέξανδρος έστειλε τον Λεοννάτο να τις ενημερώσει ότι ο Δαρείος ήταν ζωντανός κι ότι εκείνες θα διατηρούσαν τους βασιλικούς τίτλους και τις τιμές, διότι δεν είχε τίποτα το προσωπικό εναντίον του Δαρείου και απλώς πολεμούσε για την εξουσία. «Αυτά τα κατέγραψαν ο Αριστόβουλος και ο Πτολεμαίος. Άλλοι συγγραφείς [που δεν έλαβαν μέρος στην εκστρατεία και δεν είχαν άμεση αντίληψη των γεγονότων] έγραψαν ότι» την επομένη ο Αλέξανδρος κι ο Ηφαιστίων πήγαν στη σκηνή των γυναικών και η μητέρα του Δαρείου εκλαμβάνοντας τον πιο εμφανίσιμο Ηφαιστίωνα ως τον Αλέξανδρο έσπευσε να τον προσκυνήσει. Εκείνος υποχώρησε, η Σισίγγαμβρις ντράπηκε και ο Αλέξανδρος την καθησύχασε λέγοντας ότι κι ο Ηφαιστίων «είναι Αλέξανδρος». Ο Αρριανός ξεκαθαρίζει ότι αυτή η ιστορία με τον Ηφαιστίωνα στη σκηνή των γυναικών δεν παραδίδεται από τον Αριστόβουλο και τον Πτολεμαίο και ότι την περιλαμβάνει στο βιβλίο του χωρίς να τη «θεωρεί αληθινή, αλλά ούτε εντελώς ψεύτικη» και ότι όσοι την αναφέρουν ίσως πίστεψαν ότι ο Αλέξανδρος μπορούσε να μιλήσει και να πράξει κατ’ αυτόν τον τρόπο.
Πλούταρχος: η μητέρα, η σύζυγος και τα παιδιά του Δαρείου έμαθαν ότι ο Αλέξανδρος επέστρεφε με τα βασιλικά σύμβολα του Μεγάλου Βασιλέα και πιστεύοντας ότι ήταν νεκρός, άρχισαν να θρηνούν. Ο Αλέξανδρος έστειλε τον Λεοννάτο να τις ενημερώσει ότι ο Δαρείος ήταν ζωντανός κι ότι εκείνες θα διατηρούσαν τους βασιλικούς τίτλους και τις τιμές, διότι δεν είχε τίποτα το προσωπικό εναντίον του Δαρείου και απλώς πολεμούσε για την εξουσία. Επειδή η σύζυγος του Δαρείου ήταν η ωραιότερη απ’ όλες τις βασίλισσες, όπως κι ο Δαρείος ο ωραιότερος και ψηλότερος άντρας και τα κορίτσια είχαν πάρει την ομορφιά των γονιών τους, τις φύλασσαν σαν σε «ιερούς παρθενώνες, απρόσιτες από όλους». Όλες οι ευγενείς Περσίδες αιχμάλωτες ήταν πολύ ψηλές και ωραίες και ο Αλέξανδρος τις θεωρούσε «βασανιστήριο για τα μάτια του», εν τούτοις «φαίνεται ότι θεωρούσε την αυτοσυγκράτηση σημαντικότερη από την επιτυχία στα πεδία των μαχών και πριν από το γάμο του [με τη Ρωξάνη] δεν άγγιξε καμία από τις αιχμάλωτες εκτός από τη Βαρσίνη, τη χήρα του Μέμνωνα».
Διόδωρος: Όταν ο Αλέξανδρος μετά τη μάχη της Ισσού και την άκαρπη καταδίωξη του Δαρείου επέστρεψε στο στρατόπεδο με το τόξο και τον κάνδυ του Δαρείου, οι γυναίκες της συνοδείας του Πέρση βασιλιά νόμισαν ότι νεκρός άρχισαν να θρηνούν. Ο Αλέξανδρος έστειλε τον Λεοννάτο να τις καθησυχάσει και να τους πει ότι ο Αλέξανδρος θα τις επισκεπτόταν την επομένη. Πράγματι την επομένη πήγε στη σκηνή τους συνοδευόμενος από τον Ηφαιστίωνα, ο οποίος ήταν ψηλότερος και ωραιότερος από τον Αλέξανδρο. Έτσι η Σισύγγαμβρις, η μητέρα του Δαρείου, εξέλαβε εκείνον ως τον Αλέξανδρο και έσπευσε να τον προσκυνήσει σύμφωνα με το περσικό έθιμο. Οι παριστάμενοι της υπέδειξαν ποιός ήταν ο βασιλιάς κι εκείνη άρχισε να τον προσκυνά ντροπιασμένη για το λάθος της. Για να διασκεδάσει τους φόβους της, ο Αλέξανδρος την προσφώνησε μητέρα και της είπε ότι κι ο Ηφαιστίων «Αλέξανδρος είναι». Τη διαβεβαίωσε ότι θα τη θεωρούσε δεύτερη μητέρα του, της φόρεσε τα βασιλικά κοσμήματα, και όχι μόνο της άφησε το υπηρετικό προσωπικό της, αλλά της το αύξησε. Υποσχέθηκε ότι θα φροντίσει για την αποκατάσταση των κορών της καλύτερα κι απ’ τον Δαρείο και ότι θα ανέτρεφε το μικρό γιο του Δαρείου σαν δικό του γιο και θα του απέδιδε βασιλικές τιμές. Για τη σύζυγο (και αδελφή του Δαρείου) είπε ότι δεν θα δοκίμαζε τίποτα χειρότερο της προηγούμενης ευδαιμονίας της και σε επισφράγιση δε όλων αυτών έδωσε το δεξί του χέρι, που ήταν η ασφαλέστερη εγγύηση προερχόμενη από έναν Πέρση. Επειδή ήταν δεδομένη και δηλωμένη στις επιστολές του προς τον Δαρείο η πρόθεση του Αλεξάνδρου να καταλάβει τον αυτοκρατορικό θρόνο του κοσμοκράτορα, μπορούμε να θεωρήσουμε το «τίποτα χειρότερο της προηγούμενης ευδαιμονίας» της συζύγου του Δαρείου ως μία πονηρή διπλωματική διατύπωση. Ο κάθε Μέγας Βασιλεύς κληρονομούσε από τον προκάτοχό του και το χαρέμι, έτσι ο Αλέξανδρος γενόμενος Μέγας Βασιλεύς θα κληρονομούσε και την σύζυγο του Δαρείου ως παλλακίδα, χωρίς να μειώνει σε τίποτα την υπόστασή της βάσει του περσικού βασιλικού πρωτοκόλλου. Ο Διόδωρος λοιπόν δεν αποκλείει –ίσως μάλιστα να υπονοεί- ότι ο Αλέξανδρος βιάστηκε να απολαύσει αυτό το προνόμιο.
Κούρτιος: Η διήγησή του είναι ίδια με του Διόδωρου. Για τη σύζυγο του Δαρείου λέει ότι ο Αλέξανδρος την είχε δει μία μόνο φορά, όταν επισκέφθηκε τη σκηνή των γυναικών μετά τη μάχη της Ισσού. Όμως «η εξαίρετη ομορφιά της δεν προκάλεσε την επιθυμία του, αλλά της φέρθηκε με τρόπο αρμόζοντα στη δόξα του», «είχε νοιώσει μόνο πατρικά αισθήματα» γι’ αυτήν και όχι μόνο δεν της φέρθηκε βίαια, αλλά φρόντισε και να μην επωφεληθεί κανείς από την αιχμαλωσία της.
Ιουστίνος: Μετά τη μάχη της Ισσού η μητέρα, η σύζυγος και οι δύο κόρες του Δαρείου έπεσαν στα πόδια του Αλεξάνδρου εκλιπαρώντας τον να μην τις εκτελέσει πριν κηδεύσουν το σώμα του Δαρείου. Ο Αλέξανδρος τις πληροφόρησε ότι ο Δαρείος ήταν ζωντανός και ότι δεν θα τις εκτελούσε, αλλά θα τις αντιμετώπιζε ως βασίλισσες. Είπε ακόμη στις κόρες ότι δεν θα έπρεπε να φοβούνται γάμους ανάρμοστους προς τη θέση του πατέρα τους. Ο Ιουστίνος προφανώς αναφέρεται στον γάμο του Αλεξάνδρου με τη μεγαλύτερη κόρη του Δαρείου, τη Στάτειρα, ένα γάμο που οπωσδήποτε δεν ήταν «ανάρμοστος προς τη θέση του πατέρα της». Όσον αφορά στη σύζυγο του Δαρείου, λέει ότι την κήδευσε μεγαλοπρεπώς όχι λόγω σωματικής έλξης, αλλά λόγω ανθρώπινης συμπόνιας.
Όλες οι παραπάνω παραλλαγές υπερτονίζουν ότι ο Αλέξανδρος δεν άγγιξε τη σύζυγο του Δαρείου, ωστόσο από τη σύλληψή της μετά τη μάχη της Ισσού (τον Νοέμβριο του 333 π.Χ.) μέχρι το θάνατό της (περί τον Αύγουστο του 331 π.Χ.) είχε μεσολαβήσει περισσότερο από ενάμισι έτος και συνεπώς ο μόνος, που δεν μπορούσε να είναι πατέρας του παιδιού, ήταν ο Δαρείος. Σύμφωνα με τα πολεμικά ήθη της εποχής ο Αλέξανδρος δεν είχε υποχρέωση να τη σεβαστεί και θα μπορούσε να την κάνει δική του παλλακίδα ή να τη δώσει σε κάποιον άλλο, υψηλόβαθμο αξιωματούχο της στρατιάς. Δεν έπρεπε όμως να την μεταχειριστεί ως λεία πολέμου, διότι όπως φάνηκε αργότερα ήθελε να θεωρηθεί διάδοχος των Αχαιμενιδών και όχι καταστροφέας της δυναστείας τους. Επειδή δε η σύζυγος του Δαρείου ήταν το πολυτιμότερο λάφυρο όλου του πολέμου και επειδή ως διάδοχος των Αχαιμενιδών με βάσει το περσικό τυπικό ο Αλέξανδρος θα κληρονομούσε και το βασιλικό χαρέμι περιλαμβανομένης της συζύγου του προκατόχου του, δεν ήταν δυνατόν να τη δώσει ως παλλακίδα σε κάποιον άλλον. Πολύ περισσότερο, όταν η τήρηση του περσικού βασιλικού πρωτοκόλλου ήταν ο κύριος λόγος των μετέπειτα προστριβών του με τους κορυφαίους αξιωματικούς του. Συνεπώς η εγκυμοσύνη της (αν είναι πραγματικό γεγονός) ήταν αποτέλεσμα είτε βιασμού, είτε οικειοθελούς συνεύρεσης της με τον Αλέξανδρο. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η γενεαλογία και η καθαρότητα του αίματος ήταν πρωταρχικής σημασίας και απαραίτητες προϋποθέσεις για την αποδοχή ενός ηγέτη από υπηκόους και αξιωματούχους. Ο αξιωματικός, που ενδεχομένως θα καθιστούσε έγκυο τη σύζυγο του Μεγάλου Βασιλέα, έπρεπε λοιπόν να έχει αυτοκτονικές τάσεις, διότι θα μόλυνε τη γραμμή διαδοχής στο θρόνο του κοσμοκράτορα, τον οποίο ο Αλέξανδρος διεκδικούσε για τον εαυτό του. Ο αξιωματικός αυτός φυσικά δεν θα επιζούσε κι επειδή θα ήταν οπωσδήποτε κάποιος υψηλόβαθμος, δεν θα μπορούσε να εξαφανιστεί χωρίς ίχνη ή σχόλια, τα οποία δεν υπάρχουν. Πρέπει λοιπόν να θεωρούμε βέβαιο ότι ο ίδιος ο Αλέξανδρο άφησε έγκυο τη σύζυγο του Δαρείου, την οποία «καμιά γυναίκα της γενιάς της δεν την ξεπερνούσε σε ομορφιά», και ότι οι ιστορίες για την εγκράτειά του απέναντι «στην ωραιότερη ασιάτισσα», κατασκευάστηκαν εκ των υστέρων από τους επικοινωνιολόγους του, για να μην αμαυρωθεί η εικόνα του, αφού αν γινόταν γνωστό ότι άφησε έγκυο την αιχμάλωτη σύζυγο του αντιπάλου του βασιλιά, θα υποβίβαζε τον εαυτό του στο επίπεδο ενός οποιουδήποτε βάρβαρου και τυχοδιώκτη εισβολέα.
Εκείνος όμως ήθελε να θεωρηθεί ως ευγενής και φιλάνθρωπος βασιλιάς, κατάλληλος για διάδοχος των Αχαιμενιδών. Για το σκοπό αυτό κατασκευάστηκε μία άλλη ιστορία, της οποίας οι παρακάτω σωζόμενες παραλλαγές, ούτε λίγο ούτε πολύ εμφανίζουν τον Δαρείο να ορίζει τον Αλέξανδρο διάδοχό του στο θρόνο:
Αρριανός: κάποια στιγμή, μετά τη μάχη της Ισσού ο βασιλικός ευνούχος δραπέτευσε, κατέφυγε στο Δαρείο και τον ενημέρωσε για τις τιμές, που απολάμβανε η οικογένειά του. Εκείνος ρώτησε αν η γυναίκα του ήταν πιστή και ο ευνούχος απάντησε ότι κι εκείνη ήταν πιστή και ο Αλέξανδρος δεν της επέβαλε κάποια βίαιη προσβολή. Τότε ο Δαρείος προσευχήθηκε στον ανώτατο θεό να του δώσει πίσω την εξουσία του, αλλά αν ο θεός είχε αποφασίσει να του τη στερήσει, τότε μόνο στον Αλέξανδρο έπρεπε να την παραδώσει.
Πλούταρχος: όταν η γυναίκα του Δαρείου πέθανε κατά τον τοκετό, ο Αλέξανδρος την κήδεψε με βασιλική μεγαλοπρέπεια κι έκλαψε για το θάνατό της. Ένας ευνούχος της συνοδείας της, ο Τίρεως, δραπέτευσε και μετέφερε την είδηση στο Δαρείο, ο οποίος υποψιάστηκε ότι οι τιμές αυτές οφείλονταν σε στενή σχέση του Αλεξάνδρου με την πανέμορφη βασίλισσα. Ο Τίρεως βεβαίωσε το Δαρείο για «την αυτοσυγκράτηση και το μεγαλείο της ψυχής» του Αλεξάνδρου και τότε ο Μέγας Βασιλεύς προσευχήθηκε στους θεούς της Περσίας να μην του πάρουν την εξουσία, αλλά αν είχαν αποφασίσει να του την αφαιρέσουν, ζητούσε «να μην καθίσει στο θρόνο του Κύρου κανένας άλλος απ’ τους ανθρώπους εκτός από τον Αλέξανδρο».
Κούρτιος: την παραμονή της μάχης των Γαυγαμήλων ένας από τους ευνούχους της ακολουθίας της συζύγου του Δαρείου, ο Τυριώτης, διέφυγε κι έφτασε στο περσικό στρατόπεδο. Παρουσιάστηκε στον Δαρείο και του ανακοίνωσε το θάνατο της συζύγου του, το πένθος του Αλεξάνδρου γι΄ αυτήν και τη μεγαλοπρεπή κηδεία της. Εκείνος υποψιάσθηκε ότι η αβρότητες του Αλεξάνδρου οφείλονταν σε ερωτική σχέση του με την αιχμάλωτη βασίλισσα, αλλά ο ευνούχος τον έπεισε ότι ο Αλέξανδρος δεν επέβαλε καμία μορφή βίας στις αιχμάλωτες. Τότε ο Δαρείος κλαίγοντας ορκίστηκε στους θεούς της χώρας του, πρώτα απ’ όλα να επιβάλουν την εξουσία του, αλλά αν η βασιλεία του επέπρωτο να τερματισθεί, να μην υπάρξει άλλος κύριος της Ασίας «από αυτόν τον δίκαιο εχθρό και ελεήμονα νικητή».
Ιουστίνος: όταν ο Δαρείος πληροφορήθηκε το θάνατο της συζύγου του και την ευγενή συμπεριφορά του Αλεξάνδρου, ανακουφίστηκε στη σκέψη ότι, αν δεν κατόρθωνε να νικήσει, θα ηττάτο από έναν τέτοιον άντρα. Επιπλέον, λίγο πριν ξεψυχήσει, ζήτησε να μεταφέρουν στον Αλέξανδρο τις ευχαριστίες του, διότι αν και εχθρός φρόντισε την οικογένειά του, ενώ οι συγγενείς του δολοφόνησαν τον ίδιο. Επίσης παρακαλούσε τον Αλέξανδρο να φροντίσει για την ταφή του και τον διαβεβαίωνε ότι προσευχόταν στους θεούς να τον κάνουν κυρίαρχο όλου του κόσμου.
Δηλαδή ο καλός βασιλιάς Αλέξανδρος όχι μόνο δεν άφησε έγκυο την αιχμάλωτη σύζυγο του αντιπάλου του βασιλιά, αλλά κέρδισε και τον θαυμασμό του. Αφού λοιπόν ήταν επιθυμία του τελευταίου Αχαιμενίδη βασιλιά να τον διαδεχτεί ο Αλέξανδρος, κανένας αξιωματούχος της περσικής Αυλής δεν είχε δικαίωμα να διεκδικήσει για τον εαυτό του τον θρόνο. Γνωρίζουμε ότι αυτήν την άποψη δεν τη συμμερίστηκαν όλοι οι Πέρσες αξιωματούχοι, ούτε όλοι οι υπήκοοι της αυτοκρατορίας, πάντως οι επικοινωνιολόγοι του Αλεξάνδρου δεν απέτυχαν στον τομέα της υστεροφημίας. Επί πολλούς αιώνες μετά το θάνατο των δύο βασιλιάδων οι μυθιστοριογράφοι σχεδόν όλων των λαών, ακόμη και της Δύσης την οποία δεν κατέκτησε ο Αλέξανδρος, περιέγραφαν τη συγκινητική συνάντησή του με τον ετοιμοθάνατο Δαρείο ή τη θλίψη του, που δεν τον πρόλαβε ζωντανό.
Μετά την κηδεία της Βαρσίνης συνέχισαν την πορεία προς τα ανατολικά. Κατά την προέλαση συνέλαβαν κάποιους από τις πολλές περιπόλους αναγνώρισης των Περσών, που είπαν ότι ο Δαρείος είχε συγκεντρώσει μεγαλύτερο στρατό απ’ όσο στην Ισσό και ότι είχε στρατοπεδεύσει στον Τίγρη αποφασισμένος να εμποδίσει τη διάβαση του Αλεξάνδρου. Τότε ο Αλέξανδρος κινήθηκε βιαστικά προς τον ποταμό, αλλά δεν βρήκε ούτε το Δαρείο ούτε το υποτιθέμενο στρατόπεδο. Πέρασε από έναν πόρο, που του υπέδειξαν οι ντόπιοι, αλλά με μεγάλη δυσκολία, διότι το ρεύμα του ποταμού ήταν πολύ ορμητικό. Βιαζόταν να συναντήσει το Δαρείο και δεν ήθελε να χρονοτριβήσει κατασκευάζοντας γέφυρες. Ενδεχομένως έδεσε άρματα και άμαξες μεταξύ τους μέσα στην κοίτη του ποταμού, ώστε να ανακοπή η ορμή του ρεύματός του. Την 5η ημέρα του αττικού μήνα Βοηδρομιώνα (την 20η Σεπτεμβρίου) μόλις είχε περάσει τον Τίγρη και ξεκούραζε την εξουθενωμένη από το επικίνδυνο τόλμημα στρατιά του, όταν έγινε έκλειψη σελήνης. Το φαινόμενο ήταν γνωστό ότι προκαλούνταν από τη σελήνη και τον ήλιο, ωστόσο αποτελούσε αφορμή για δεισιδαιμονίες και μαντείες, που θα μπορούσαν να βλάψουν το ηθικό των στρατιωτών. Έτσι ο Αλέξανδρος θυσίασε στη σελήνη και τον ήλιο, για να μπορέσει ο Αρίστανδρος να μαντέψει ότι η μάχη θα γινόταν μέσα στον μήνα και θα ήταν νικηφόρα.
Διέσχισε την Ασσυρία έχοντας στα αριστερά του τα όρη των Γορδυηνών (Τσούντι) και στα δεξιά του τον Τίγρη. Τέσσερις ημέρες μετά τη διάβαση του ποταμού (3 νύχτες μετά την έκλειψη της σελήνης) οι πρόδρομοί του είδαν στην πεδιάδα περί τους 1.000 ιππείς του εχθρού. Ο Αλέξανδρος με τη βασιλική ίλη, μία ίλη εταίρων και τους προδρόμους Παίονες τους καταδίωξε και κάποιοι από αυτούς, που συνελήφθησαν ζωντανοί, είπαν ότι ο Δαρείος είχε στρατοπεδεύσει με μεγάλη δύναμη στα Γαυγάμηλα κοντά στον ποταμό Βούμηλο (Χαζίρ), τέσσερις σταθμούς ανατολικά του Τίγρη και περί τα 600 στάδια (περίπου 111 χμ) από τα Άρβηλα (Ερμπίλ). Αυτή τη φορά περίμενε τον εισβολέα σε πεδίο μάχης κατάλληλο για το μέγεθος της στρατιάς του. Είχε πειστεί εύκολα από τους επιτελείς του ότι αιτία της ήττας στην Ισσό το ανώμαλο έδαφος, γι’ αυτό είχε από καιρό εξομαλύνει τα ανώμαλα σημεία, ώστε να μπορέσουν να κινηθούν άνετα τα δρεπανηφόρα άρματα και το ιππικό του. Στο σημείο, όπου πληροφορήθηκε τη θέση του Δαρείου, ο Αλέξανδρος εγκατέστησε ολοκληρωμένο στρατόπεδο, οχυρωμένο με τάφρο και χάρακα (φράχτη), για να ξεκουράσει τη στρατιά από τη δύσκολη και κουραστική πορεία. Τα δύο αντίπαλα στρατόπεδα απείχαν περί τα 60 στάδια (περίπου 11 χμ), αλλά δεν είχαν οπτική επαφή, διότι ανάμεσά τους βρίσκονταν γήλοφοι. Το βράδυ της τέταρτης ημέρας από τη στρατοπέδευση (επτά νύχτες μετά την έκλειψη της σελήνης), την ώρα της δεύτερης βάρδιας ο Αλέξανδρος άφησε στο στρατόπεδο τα σκευοφόρα, τους απομάχους και τους τραυματίες, και ξεκίνησε με όλους τους μάχιμους, που έφεραν μόνο τον οπλισμό τους, ώστε με το χάραμα να δώσουν τη μάχη.
Τότε έλαβε την τρίτη επιστολή, με την οποία ο Δαρείος του προσέφερε ανταλλάγματα, για να σταματήσει την προέλαση και να αποφύγουν την μάχη. Οι επιστολές του Δαρείου και τα προσφερόμενα ανταλλάγματα για κατάπαυση των εχθροπραξιών στις διάφορες παραλλαγές τους συνοψίζονται συνολικά ως εξής:
1η ΕΠΙΣΤΟΛΗ
ΠΗΓΗ ΧΩΡΙΟ ΑΠΕΣΤΑΛΗ ΠΑΡΕΛΗΦΘΗ ΠΡΟΤΑΣΗ
ΑΡΡΙΑΝΟΣ Β.14.1-3 Μάραθος Άμεση έναρξη διαπραγματεύσεων για σύναψη συμφώνου φιλίας
Παραχώρηση όλων των εδαφών δυτικά του Ευφράτη, 10.000
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ 29.7-9 τάλαντα και μίας κόρης του Δαρείου ως συζύγου του Αλεξάνδρου
ΙΖ.39.1-3 Παραχώρηση όλων των εδαφών της (Μικράς) Ασίας δυτικά του
ΔΙΟΔΩΡΟΣ ΙΖ.54.1 Βαβυλώνα ποταμού Άλυ και καταβολή 20.000 ταλάντων
Ο Δαρείος προσέφερε "όσα χρήματα μπορούσε να σηκώσει η
Μακεδονία". Μετά ο Αλέξανδρος μπορούσε να επιλέξει αν θα
συνέχιζε τον πόλεμο ή θα περιοριζόταν στο μακεδονικό θρόνο
ΚΟΥΡΤΙΟΣ 4.1.7-10 Μάραθος και σε συμμαχία με την Περσία, όπως ήταν το συνετό να πράξει.
ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ 11.12.1-2 Βαβυλώνα "Μεγάλο χρηματικό ποσόν"
2η ΕΠΙΣΤΟΛΗ
ΠΗΓΗ ΧΩΡΙΟ ΑΠΕΣΤΑΛΗ ΠΑΡΕΛΗΦΘΗ ΠΡΟΤΑΣΗ
Πολιορκία της Παραχώρηση όλων των εδαφών δυτικά του Ευφράτη, 10.000
ΑΡΡΙΑΝΟΣ Β.25 Τύρου τάλαντα και μίας κόρης του Δαρείου ως συζύγου του Αλεξάνδρου
Παραχώρηση όλων των εδαφών δυτικά του Ευφράτη, 30.000
ΔΙΟΔΩΡΟΣ ΙΖ.54.1-5 Βαβυλώνα τάλαντα και μίας κόρης του Δαρείου ως συζύγου του Αλεξάνδρου
Μετά την άλωση Παραχώρηση όλων των εδαφών της (Μικράς) Ασίας δυτικά του
ΚΟΥΡΤΙΟΣ 4.5.1-8 της Τύρου ποταμού Άλυ και της κόρης του Στάτειρας ως συζύγου του Α.
Παραχώρηση "ενός τμήματος της αυτοκρατορίας" και μίας
ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ 11.12.3-4 Βαβυλώνα κόρης του Δαρείου ως συζύγου του Αλεξάνδρου
3η ΕΠΙΣΤΟΛΗ
ΠΗΓΗ ΧΩΡΙΟ ΑΠΕΣΤΑΛΗ ΠΑΡΕΛΗΦΘΗ ΠΡΟΤΑΣΗ
Παραχώρηση των εδαφών δυτικά του Ευφράτη, μίας κόρης του
ΚΟΥΡΤΙΟΣ 4.11.1-9 Γαυγάμηλα Γαυγάμηλα Δαρείου ως συζύγου του Αλεξάνδρου και 30.000 χρυσά τάλαντα
Παραχώρηση των εδαφών δυτικά του Ευφράτη, μίας κόρης του
ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ 11.12.10 Γαυγάμηλα Γαυγάμηλα Δαρείου ως συζύγου του Αλεξάνδρου και 30.000 τάλαντα
Η τρίτη επιστολή, την οποία αναφέρουν οι δύο σωζόμενοι Ρωμαίοι ιστορικοί, είναι άγνωστη στους Έλληνες. Κάποιοι δυτικοί μελετητές πιστεύουν ότι οι πρώτες πηγές έκαναν λόγο για τρεις επιστολές, τις οποίες οι Έλληνες ιστορικοί συμπύκνωσαν, οι μεν Αρριανός και Διόδωρος σε δύο, ο δε Πλούταρχος σε μία. Ίσως όμως την τρίτη επιστολή να την εφηύραν εξ ολοκλήρου οι Ρωμαίοι ιστορικοί, για να τονίσουν την αγωνία του Δαρείου στην πολύ πιο δραματική εξιστόρησή τους. Ίσως δηλαδή να μην είναι καθόλου τυχαίο ότι η θρυλούμενη τρίτη επιστολή δεν περιέχει κάτι διαφορετικό από τις προηγούμενες, αλλά οι ίδιες συνολικά προσφορές διασπείρονται σε τρεις επιστολές, δημιουργώντας την εντύπωση της κλιμακούμενης αγωνίας και απόγνωσης των Περσών. Επιπλέον, ο Αλέξανδρος ήδη από την πρώτη του απάντηση είχε κάνει απόλυτα σαφές στο Δαρείο ότι διεκδικούσε το θρόνο του κοσμοκράτορα και τίποτα λιγότερο. Είναι λοιπόν ασυμβίβαστος με τη θέση και την νοοτροπία ενός κοσμοκράτορα ο τρόμος, που αποτυπώνεται με τρεις επιστολές και δεν είναι νοητό ο Μέγας Βασιλεύς να αποκαλύπτει την απελπισία του στον εισβολέα την παραμονή της τελικής μάχης. Και οι δύο Ρωμαίοι ιστορικοί λένε ότι ο Δαρείος ξεκαθάριζε στον Αλέξανδρο ότι έγραφε για να τον ευχαριστήσει για τη στάση του έναντι της αιχμάλωτης βασιλικής οικογένειας, ωστόσο δεν περιορίστηκε στις ευχαριστίες, αλλά έκανε και νέες πλουσιότερες προτάσεις. Αν ο Δαρείος πράγματι πίστευε ότι ο εισβολέας θα συμβιβαζόταν με κάποιο αντάλλαγμα, όφειλε να του είχε δείξει ότι υπήρχε κάποιο σημαντικό εμπόδιο στην προέλασή του, ώστε να τον αποτρέψει από την επιδίωξη του μείζονος. Όμως δεν είχε δυσκολέψει την προέλαση του εισβολέα, ούτε είχε προβάλει καμία αντίσταση στο σοβαρότερο κώλυμα της περιοχής, τον Τίγρι, ώστε να εξαναγκάσει τον Αλέξανδρος σε συμβιβασμό. Αντίθετα, παρατάχθηκε στην πεδιάδα των Γαυγαμήλων, όπου μπορούσε να αναπτύξει σωστά τις υπέρτερες αριθμητικά δυνάμεις του και να συντρίψει τον εισβολέα. Αυτή είναι η καλύτερη απόδειξη ότι ο Δαρείος ήταν αποφασισμένος να πολεμήσει τον Αλέξανδρο στη μεγάλη τακτική μάχη εκ παρατάξεως, που επέβαλλε το γόητρο ενός Μεγάλου Βασιλέως, και όχι να συμβιβαστεί μαζί του. Συνεπώς δεν είχε λόγο να στείλει τρίτη επιστολή.
Η μάχη των Γαυγαμήλων
(Αρριανός Γ.8, 10, 11, 13, 15, Πλούταρχος Αλέξανδρος 31.1, 31.8-12, 32, 33.9-10, Κάμιλλος 19.5, Διόδωρος ΙΖ.20.4-5, 39.3-4, 56, 57.3, 58.2, 5, 59.2-8, 60, 61.3, 64.3, 6, Κούρτιος 4.12, 13.4, 15, 20, 36, 15.4-8, 16.1-6, 8-9, 16-19, 26, 5.1.10, 45, Ιουστίνος 11.12.5, 13.2, 14.3-4, Πολύαινος Δ.3.6, 17, Ηρόδοτος ΣΤ.101, 119, Η.28, Στράβων ΙΣΤ.1.25.C.747, Ξενοφών Κύρου Ανάβασις Α.VΙΙΙ.20 Γ.ΙV.35)
Στα τριάμισι χρόνια συνεχών εχθροπραξιών, που είχαν προηγηθεί, ο Δαρείος είχε χάσει πολλές σατραπείες, όλα τα παράλια και τους στόλους της Μεσογείου, είχε χρεωθεί μία προσωπική ήττα και είχε υποχρεωθεί σε ταπεινωτική φυγή από το πεδίο της μάχης, εγκαταλείποντας στα χέρια του εχθρού του τα σύμβολα της εξουσίας του και την οικογένειά του. Ο Αλέξανδρος με τις δύο επιστολές του είχε κάνει σαφές ότι διεκδικούσε το θρόνο και όχι κάποιο τμήμα της αυτοκρατορίας. Η μάχη αυτή έπρεπε λοιπόν να είναι η τελευταία. Ο Πέρσης βασιλιάς πρέπει να γνώριζε καλά ότι, αν δεν κατάφερνε να αποσοβήσει τον κίνδυνο, οι Πέρσες πατριώτες δεν θα μπορούσαν να τον εμπιστευθούν πλέον.
Είχε καλέσει και τα στρατεύματα των ἄνω (ανατολικών) σατραπειών, τα οποία δεν είχε χρησιμοποιήσει στη μάχη της Ισσού, λόγω του επείγοντος εκείνης της προπαρασκευής. Στο σχετικό πίνακα παρουσιάζονται τα έθνη, που έλαβαν μέρος στη μάχη των Γαυγαμήλων, όπως τα παραδίδουν οι αρχαίοι συγγραφείς. Οι Έλληνες ιστορικοί είναι περίπου σύμφωνοι μεταξύ τους (αν και ο Αρριανός εκφράζει επιφυλάξεις για τους αριθμούς που παραδίδει), αλλά οι Ρωμαίοι δίνουν διαφορετικούς και πολύ μικρότερους αριθμούς.
Ο σατράπης της Βακτριανής, Βήσσος, οδηγούσε Ινδούς όμορους των Βακτρίων (από τη Γανδαρίτιδα), Βάκτριους και Σογδιανούς. Ο Μαυάκης οδηγούσε τους Σάκες ιπποτοξότες. Ο σατράπης της Αραχωσίας, Βαρσαέντης, ήταν επικεφαλής των Αραχωτών και των ορεσίβιων Ινδών (των κατοίκων του σημερινού Κασμίρ και Τζαμμού). Ο σατράπης των Αρείων, Σατιβαρζάνης, οδηγούσε τους υπηκόους του, ο Φραταφέρνης οδηγούσε τους Παρθυαίους, Υρκάνιους και Τοπείρους, όλους ιππείς. Ο Ατροπάτης οδηγούσε τους Μήδους, Καδουσίους, Αλβανούς και Σακεσίνες. Οι Οροντοβάτης, Αριοβαρζάνης και Οξίνης ήταν επικεφαλής των λαών της Ερυθράς θάλασσας (του Περσικού Κόλπου). Ο Οξάρθης του Αβουλίτη οδηγούσε τους Ούξιους και τους Σουσιανούς, ο Βουπάρης τους Βαβυλώνιους, τους εξόριστους Κάρες και τους Σιττακηνούς. Οι Ορόντης και Μιθραύστης οδηγούσαν τους Αρμενίους, ο Αριάκης τους Καππαδόκες και ο Μαζαίος τους Σύριους και τους Ασσύριους.
Ανάμεσα στις δυνάμεις των Περσών ο Κούρτιος τοποθετεί και κάποιους απόγονους εξορίστων Ελλήνων, τους Γορτυαίους. Ο Ηρόδοτος λέει ότι μετά τη μάχη του Μαραθώνα το 490 π.Χ. οι Πέρσες σε αντίποινα της πολύ ενεργούς συμμετοχής των Ερετριέων σε κάθε αντιπερσική δραστηριότητα, κατέστρεψαν την Ερέτρια και όσους κατοίκους συνέλαβαν ζωντανούς, τους εκτόπισαν στη Σουσιανή. Ο Στράβων λέει ότι εκτοπίσθηκαν στη Γορδυηνή και μάλλον σ΄ αυτό οφείλεται ο όρος Γορτυαίοι, αφού δεν γνωρίζουμε κάποια εκτόπιση πληθυσμού από τη Γόρτυνα της Κρήτης ή τη Γορτυνία της Πελοποννήσου ή της Μακεδονίας. Επιπλέον ο Κούρτιος λέει ότι ήταν Ευβοϊκής καταγωγής, άρα αναφέρεται σαφώς στους Ερετριείς του Ηρόδοτου. Επειδή ο Κούρτιος σε όλη τη διήγησή του για τον Αλέξανδρο έχει εμφυτεύσει πολλές πληροφορίες, που δίνει ο Ηρόδοτος για τους Περσικούς Πολέμους, το πιθανότερο είναι ότι κατασκεύασε τους Γορτυαίους αντιγράφοντας για πολλοστή φορά τον Ηρόδοτο και παρερμηνεύοντας τον Στράβωνα.
Μόλις οι δυνάμεις του Αλεξάνδρου πέρασαν τους γήλοφους, που χώριζαν τις δύο παρατάξεις, είδαν τις δυνάμεις του Δαρείου, σταμάτησαν την προέλαση και έγινε σύσκεψη των επιτελών (εταίρων, Ελλήνων και ξένων συμμάχων). Οι αλλεπάλληλες επιτυχίες, που είχαν μέχρι τότε, τους έδιναν μεγάλη αυτοπεποίθηση και ζητούσαν να επιτεθούν αμέσως. Όμως ο Παρμενίων επεσήμανε ότι οι δυνάμεις του εχθρού ήταν οι ισχυρότερες, που είχαν συναντήσει ως τότε, και ότι το πεδινό έδαφος ευνοούσε την ανάπτυξή τους. Επιπλέον ο Δαρείος είχε όλο το χρόνο στη διάθεσή του να δημιουργήσει στην περιοχή κωλύματα και παγίδες με τρόπο, ώστε να μη φαίνονται. Ο Παρμενίων ασφαλώς θα θύμισε ότι παρά το τελικά νικηφόρο αποτέλεσμα στο Γρανικό και στον Πίναρο η παράταξή τους πιέστηκε πολύ και κινδύνεψε να διασπασθεί λόγω του εδάφους. Ο Αλέξανδρος συμφώνησε και στρατοπέδευσαν διατηρώντας τις θέσεις μάχης, που είχαν.
Πήρε τους ψιλούς και το εταιρικό ιππικό, ήλεγξε το έδαφος και μετά συγκάλεσε νέα σύσκεψη των επιτελών. Δεν χρειαζόταν να τους τονώσει το ηθικό, αφού έτσι κι αλλιώς ήθελαν να επιτεθούν χωρίς χρονοτριβή. Τους τόνισε την κρισιμότητα της επικείμενης μάχης και ότι όλα θα κρίνονταν όχι τόσο από τη γενναιότητα, όσο από τον συντονισμό των τμημάτων, την ακρίβεια και την ταχύτητα εκτέλεσης των διαταγών κατά τη μάχη. Ήθελε να γίνει κατανοητό από όλους ότι το ενδεχόμενο λάθος ενός ανδρός μπορούσε να οδηγήσει σε ήττα. Ο Παρμενίων φαίνεται ότι αγωνιούσε για την έκβαση της μάχης εναντίον ενός εχθρού υπέρτερου αριθμητικά και σε κατάλληλο για εκείνον πεδίο. Ίσως πάλι να ανησυχούσε μην επιρρεαστεί το ηθικό της στρατιάς. Μέχρι τότε συναντούσαν τον εχθρό και εμπλέκονταν αμέσως, ενώ αυτή τη φορά θα περνούσαν σχεδόν ένα εικοσιτετράωρο έχοντας οπτική επαφή με το αχανές στρατόπεδο του εχθρού. Από το μακεδονικό στρατόπεδο η θέα του περσικού ήταν συγκλονιστική: «όλη η πεδιάδα ανάμεσα στα όρη του Νιφάτη (Αλά Ντάγκ) και τα Γορδυαία (Τσούντι) φαινόταν να λάμπει από τις φωτιές του περσικού στρατοπέδου, από το οποίο ακουγόταν ένας βαθύς και ακαθόριστος ήχος σαν από ανοιχτή θάλασσα». Λέγεται λοιπόν ότι πρότεινε να επιτεθούν τη νύχτα, για να αιφνιδιάσουν τις εχθρικές δυνάμεις, πρόταση με την οποία συμφώνησαν όλοι. Ο Αλέξανδρος απάντησε ότι δεν ήθελε να κλέψει τη νίκη, αλλά να την κερδίσει τίμια και χωρίς να αφήσει σκιές στην επιτυχία του. Πολεμούσε μεν πάντοτε στην πρώτη γραμμή, όμως η απάντησή του δεν υπαγορευόταν από κάποιον στρατιωτικό κώδικα τιμής. Ο Ξενοφών κάνει σαφές ότι οι νυχτερινές καταδρομικές επιχειρήσεις ήταν ελληνική στρατιωτική τακτική και συνεπώς όλοι την γνώριζαν καλά, αλλά δεδομένου του αριθμού των βαρβάρων θα χρειαζόταν να κινητοποιήσουν πολύ ισχυρή δύναμη. Αυτό ίσως έδινε την ευκαιρία στους πολυάριθμους αιχμαλώτους να εξεγερθούν και να αντιστρέψουν τον αιφνιδιασμό με απρόβλεπτες συνέπειες, αφού βρίσκονταν σε άγνωστο και εχθρικό έδαφος. Άλλος λόγος, για να διαφωνήσει ήταν ότι το τμήμα, που θα αναλάμβανε την καταδρομική επιχείρηση, μπορούσε να υποστεί σημαντικές απώλειες, όπως είχε συμβεί στη νυχτερινή έξοδο των Αλικαρνασσέων. Τέλος, εφ' όσον η κύρια αγωνία του Αλεξάνδρου ήταν αν οι δυνάμεις του θα συντονίζονταν και θα συνεργάζονταν σωστά απέναντι στη πολυπληθέστερη βαρβαρική στρατιά, ασφαλώς δεν θα ήθελε να προσθέσει ακόμη έναν παράγοντα αποσυντονισμού, την έλλειψη οπτικής επαφής μεταξύ των ανδρών του. Αλλά ο σημαντικότερος λόγος ήταν πως χρειαζόταν στρατηγική και όχι τακτική νίκη. Είχε επιτεθεί στην Περσία, για να καταλάβει τον θρόνο του κοσμοκράτορα, και αυτό απαιτούσε νίκη σαφή και αδιαμφισβήτητη, ώστε ο Δαρείος να αναγνωρίσει την κατωτερότητά του και να εγκαταλείψει τον αγώνα.
Aπ΄ την άλλη πλευρά, oι Πέρσες για μία ακόμη φορά άφησαν την πρωτοβουλία των κινήσεων στον Αλέξανδρο και περιορίστηκαν να αμυνθούν στην επικείμενη επίθεσή του. Ακόμη κι αν δεν ήταν εξ αρχής χαμηλό το ηθικό του στρατεύματός τους, οι επιλογές της στρατιωτικής ηγεσίας οπωσδήποτε το υπονόμευσαν. Ο Δαρείος για δεύτερη δεν τόλμησε να επιτεθεί στον εισβολέα, για να προστατέψει τη χώρα του, και βρέθηκε στη δυσχερή θέση να φοβάται νυχτερινή επίθεση των Ελλήνων. Επειδή το στρατόπεδό του ήταν εξαιρετικά εκτεταμένο και δεν ήταν δυνατόν να περιχαρακωθεί, μία νυχτερινή επίθεση θα ήταν εξαιρετικά επικίνδυνη. Έτσι κράτησε τη στρατιά του στις αρχικές της θέσεις με πλήρη εξάρτηση μάχης και σε ολονύκτια ετοιμότητα. Αυτό κούρασε σωματικά τους άντρες του και τους ενστάλαξε την πεποίθηση ότι αμύνονται έναντι ενός φοβερού εχθρού.
Φυσικά, ο φόβος και η αγωνία για την έκβαση αυτής της καθοριστικής μάχης δεν έλειπαν ούτε από το μακεδονικό στρατόπεδο. Ο Αλέξανδρος πέρασε τη νύχτα (σύμφωνα με τη διήγηση του Αρριανού αυτή ήταν η όγδοη μετά την έκλειψη της σελήνης) μπροστά στη σκηνή του με τον μάντη Αρίστανδρο κάνοντας απόρρητες ιερουργίες και θυσιάζοντας κατά τον μεν Πλούταρχο στον Φόβο, κατά τον δε Κούρτιο στο Δία και στην Αθηνά Νίκη. Την ώρα της τελευταίας βάρδιας (λίγο πριν την ανατολή του ηλίου) έπεσε σε βαθύ ύπνο κι επειδή μετά δεν ξυπνούσε ο Παρμενίων συντόνισε τις προετοιμασίες της στρατιάς. Καθώς η ώρα περνούσε και ο Αλέξανδρος εξακολουθούσε να κοιμάται, κάποιος πήγε στη σκηνή του και τον ξύπνησε. Απορημένος από την ηρεμία του, ρώτησε πώς δυνατόν να κοιμάται σαν να είχε ήδη νικήσει, ενώ επίκειται η μάχη, που θα καθορίσει την έκβαση του πολέμου. Ο Αλέξανδρος απήντησε ότι ήταν ήρεμος, διότι εκείνη την ημέρα θα τελείωνε ο μακρόχρονος πόλεμος και η ταλαιπωρία τους ανεξάρτητα από την έκβαση της μάχης.
Σύμφωνα με τον Αριστόβουλο έπεσε εκ των υστέρων στα χέρια τους ένα έγγραφο με τη διάταξη των περσικών δυνάμεων, που είχαν παραταχθεί ως εξής: στο αριστερό κέρας και από τα αριστερά προς το κέντρο παρατάχθηκαν κατά σειρά οι Βάκτριοι, οι Δάες, οι Αραχωτοί (όλοι τους ιππείς), οι Πέρσες (ιππείς και πεζοί ανακατεμένοι), οι Σούσιοι και τέλος οι Καδούσιοι. Στο δεξί κέρας και από τα δεξιά προς το κέντρο παρατάχθηκαν οι Σύροι, οι Ασσύριοι, οι Μήδοι, οι Παρθυαίοι, οι Σάκες, οι Τόπειροι, οι Υρκανοί, οι Αλβανοί και τέλος οι Σακεσίνες. Στο κέντρο βρισκόταν σύμφωνα με το τυπικό ο Δαρείος, οι συγγενείς του, οι μηλοφόροι Πέρσες, οι Ινδοί, οι εξόριστοι Κάρες και οι Μάρδοι τοξότες. Στο βάθος τοποθετήθηκαν οι Ούξιοι, οι Βαβυλώνιοι, οι λαοί της Ερυθράς θάλασσας (του Περσικού Κόλπου) και οι Σιττακηνοί. Μπροστά από την αριστερή παράταξη τοποθετήθηκαν οι Σκύθες ιππείς, 1.000 Βάκτριοι ιππείς και 100 δρεπανηφόρα άρματα, μπροστά από τη βασιλική ίλη οι ελέφαντες και περί τα 50 δρεπανηφόρα και μπροστά από τη δεξιά παράταξη το ιππικό των Αρμενίων και των Καππαδοκών και περί τα 50 δρεπανηφόρα. Οι Έλληνες μισθοφόροι τοποθετήθηκαν γύρω από τον Δαρείο και την προσωπική φρουρά του, ακριβώς απέναντι από τη μακεδονική φάλαγγα, ως οι μόνοι ικανοί να την αντιμετωπίσουν.
Ο Αλέξανδρος, όπως και στις προηγούμενες μάχες, πήρε θέση στο δεξί κέρας, όπου παρατάχθηκε το ιππικό των εταίρων και από τα δεξιά προς το κέντρο οι ίλες του είχαν την εξής σειρά: πρώτη η βασιλική ίλη του Κλείτου του γιου του Δρωπίδη, μετά η ίλη του Γλαυκία του γιου του Αρίστωνα, μετά του Σώπολη του Ερμόδωρου, του Ηρακλείδη του Αντίοχου, του Δημητρίου του Αλθαιμένη, του Μελέαγρου και τελευταία η ίλη του Ηγέλοχου του Ιππόστρατου. Επικεφαλής όλου του ιππικού των εταίρων ήταν ο Φιλώτας του Παρμενίωνα. Η φάλαγγα τοποθετήθηκε στα αριστερά του ιππικού και από δεξιά προς αριστερά παρατάχθηκαν ως εξής: πρώτα το άγημα των υπασπιστών και μετά οι υπόλοιποι υπασπιστές υπό τον Νικάνορα, τον άλλο γιο του Παρμενίωνα. Μετά η Ελιμιωτική τάξις υπό τον Κοίνο του Πολεμοκράτη, η τάξις των Ορεστών και Λυγκηστών υπό τον Περδίκκα του Ορόντη, η τάξις του Μελέαγρου του Νεοπτόλεμου, η τάξις των Στυμφαίων υπό τον Πολυπέρχοντα του Σιμμία και μετά η τάξις του Αμύντα του Φιλίππου (σ' αυτό όμως επικεφαλής ο Σιμμίας, διότι ο Αμύντας βρισκόταν στη Μακεδονία για στρατολόγηση). Στο αριστερό κέρας και από αριστερά προς το κέντρο παρατάχθηκε η τάξις του Κρατερού του Αλεξάνδρου, που διοικούσε και όλη την αριστερή παράταξη των πεζών, μετά το συμμαχικό ιππικό υπό τον Εριγύιο του Λάριχου και στη συνέχεια ως το κέντρο οι Θεσσαλοί ιππείς υπό τον Φίλιππο του Μενελάου. Επικεφαλής όλης της αριστερής παράταξης ήταν ο Παρμενίων του Φιλώτα, που ηγούνταν και των ιππέων από τα Φάρσαλα, του πολυπληθέστερου και καλύτερου τμήματος του θεσσαλικού ιππικού.
Ο Αλέξανδρος δεν μπορούσε να αναπτύξει τις μικρότερες δυνάμεις του απέναντι από όλο το εχθρικό μέτωπο. Για να αποφύγει λοιπόν το ενδεχόμενο να περικυκλωθεί, σχημάτισε και δεύτερη γραμμή κρούσης, ώστε η φάλαγγα να έχει δύο μέτωπα. Οι διοικητές είχαν διαταγή να γυρίσουν προς τα πίσω, αν έβλεπαν ότι κυκλώνονται. Για να αυξήσει τη δυνατότητα ελιγμών στη μάχη, τοποθέτησε υπό γωνία, προς τα πίσω και στα δεξιά της βασιλικής ίλης τους μισούς Αγριάνες υπό τον Άτταλο και τους Μακεδόνες τοξότες υπό τον Βρίσωνα, μετά τους αρχαίους μισθοφόρους υπό τον Κλέανδρο. Μπροστά από τους Αγριάνες και τους τοξότες έβαλε τους πρόδρομους ιππείς και τους Παίονες υπό τους Αρέτη και Αρίστωνα αντίστοιχα. Μπροστά απ’ όλους έβαλε τους μισθοφόρους ιππείς υπό τον Μενίδα. Μπροστά από τη βασιλική ίλη και τους άλλους εταίρους μπήκαν οι άλλοι μισοί Αγριάνες και Μακεδόνες τοξότες καθώς και οι ακοντιστές του Βάλακρου. Στόχος αυτών ήταν τα δρεπανηφόρα άρματα. Οι άνδρες του Μενίδα θα έπρεπε να σχηματίσουν γωνία και να πλευροκοπήσουν τον εχθρό, στην περίπτωση, που περικυκλώνονταν από το εχθρικό ιππικό. Στην αριστερή πλευρά τοποθέτησε υπό γωνία του Θράκες τοξότες υπό τον Σιτάλκη, μετά το συμμαχικό ιππικό υπό τον Κοίρανο και τους Οδρύσες ιππείς υπό τον Αγάθωνα του Τυρίμμα. Μπροστά από όλη την παράταξη τοποθέτησε το ιππικό των ξένων μισθοφόρων υπό τον Ανδρόμαχο του Ιέρωνα. Οι Θράκες πεζοί ανέλαβαν τη φρούρηση των σκευοφόρων κτηνών. Η δύναμη του Αλεξάνδρου αριθμούσε 7.000 ιππείς και 40.000 πεζούς.
Καθώς οι δύο αντίπαλες παρατάξεις πλησίαζαν η μία την άλλη, ο Αλέξανδρος άρχισε μία πλάγια κίνηση προς τα δεξιά του, οι Πέρσες ακολούθησαν την κίνηση αυτή και υπερφαλάγγισαν με την αριστερή τους πλευρά τον Αλέξανδρο. Ο Κούρτιος λέει ότι κάποιος λιποτάκτης από το περσικό στρατόπεδο ονόματι Βίων ενημέρωσε τον Αλέξανδρο ότι ο Δαρείος είχε σπείρει τριβόλους σ’ ένα σημείο ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα και ο Πολύαινος στο σχετικό στρατήγημα ισχυρίζεται ότι ο Αλέξανδρος κινήθηκε προς τα δεξιά, διότι σ’ εκείνο το σημείο οι Πέρσες είχαν σπείρει τριβόλους, τους οποίους ήθελε να αποφύγει. Ωστόσο αυτό δεν επιβεβαιώνεται από τους πρωταγωνιστήσαντες, Αριστόβουλο και Πτολεμαίο, ενώ κλονίζεται και από την απλή παρατήρηση της αρχικής παράταξης των στρατευμάτων. Το δεξί κέρας του Αλεξάνδρου τελείωνε σχεδόν στο κέντρο της Περσικής παράταξης, δίνοντας τη δυνατότητα στο αριστερό τους κέρας να τον πλευροκοπήσει και να τον περικυκλώσει, όπως και πράγματι το προσπάθησε. Ο Αλέξανδρος λοιπόν κινήθηκε προς τα δεξιά, για να περιορίσει αυτό το πλεονέκτημα των Περσών.
Οι Σκύθες ιππείς επιτέθηκαν στην προφυλακή του Αλεξάνδρου, που εξακολουθούσε να κινείται προς τα δεξιά και να πλησιάζει την περιοχή, που είχαν εξομαλύνει οι Πέρσες. Ο Δαρείος φοβήθηκε μήπως οι Μακεδόνες φύγουν από το εξομαλυμένο έδαφος, οπότε δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τα δρεπανηφόρα άρματα. Διέταξε τότε τους μπροστινούς της αριστερής του παράταξης να επιτεθούν από το πλάι στο δεξί κέρας, το οποίο οδηγούσε ο ίδιος ο Αλέξανδρος, ώστε να ανακόψουν την πλάγια κίνησή του. Εκείνος πάλι διέταξε τους μισθοφόρους ιππείς του Μενίδα να αντεπιτεθούν, αλλά οι Σκύθες και οι Βάκτριοι, που υπερτερούσαν σε αριθμό, τους ανάγκασαν σε υποχώρηση. Οι Παίονες του Αρίστωνα έσπευσαν να τους ενισχύσουν και μαζί με τους μισθοφόρους απώθησαν τους ασιάτες, αλλά τότε ενεπλάκησαν και οι υπόλοιποι Βάκτριοι. Σ' αυτήν την ιππομαχία, οι ιππείς μάχονταν σώμα με σώμα και οι ιππείς του Αλεξάνδρου είχαν πολλές απώλειες, διότι τόσο οι ίδιοι οι Σκύθες όσο και οι ίπποι τους ήταν καλύτερα θωρακισμένοι. Επιπλέον, όπως οι ίλες των βαρβάρων έπεφταν πάνω τους διαδοχικά η μία μετά την άλλη, άρχισαν να διασπώνται οι γραμμές τους.
Σ’ αυτή τη φάση επιτέθηκαν και τα δρεπανηφόρα, για να διασπάσουν τις γραμμές γύρω από τον Αλέξανδρο, απέναντι από τον οποίο ήταν ταγμένα τα 100 από τα συνολικά 200. Τα πρώτα χτυπήθηκαν από τα ακόντια των Αγριάνων και των ακοντιστών του Βάλακρου, που βρίσκονταν μπροστά από το ιππικό των εταίρων. Σε άλλα άρπαζαν τα ηνία, έριχναν κάτω τους αναβάτες και σκότωναν τους ίππους, για να τα αχρηστέψουν. Όσα διέσπασαν τις γραμμές, ούτε υπέστησαν ούτε προξένησαν απώλειες, διότι οι γραμμές άνοιγαν και εκείνα περνούσαν ανάμεσά τους, όπως είχαν κάνει παλαιότερα και οι Μύριοι. Πίσω από τις γραμμές τα περίμεναν και τα έθεταν εκτός μάχης οι ιπποκόμοι της στρατιάς και οι βασιλικοί υπασπιστές. Αυτά κατά τον Αρριανό, ενώ κατά τον Διόδωρο, για να αντιμετωπίσουν τα δρεπανηφόρα οι φαλαγγίτες χτυπούσαν τις ασπίδες με τις σάρισσες και τρόμαζαν τα άλογα, που γύριζαν και έπεφταν με ορμή στους δικούς τους. Μερικά πέρασαν από τις μακεδονικές γραμμές προξενώντας λίγες απώλειες. Κατά τον Κούρτιο τα δρεπανηφόρα προξένησαν απώλειες, πανικό και διέσπασαν τις γραμμές των Μακεδόνων. Οι διηγήσεις του Διόδωρου και του Κούρτιου είναι διαφορετικές απ’ αυτή του Αρριανού, η οποία μάλλον είναι η σωστή. Σύμφωνα με τη διήγησή του στα Γαυγάμηλα συνέβη ό,τι ακριβώς συνέβη και στα Κούναξα, όταν οι Μύριοι αντιμετώπισαν τα δρεπανηφόρα, κάτι απόλυτα αναμενόμενο καθώς οι νότιοι Έλληνες είχαν αποδεδειγμένα την ψυχραιμία, που απαιτούσε η εξουδετέρωση των αρμάτων, και οι Μακεδόνες είχαν επιδείξει τη δική τους ψυχραιμία έναντι των θρακικών αμαξών.
Ο Δαρείος διέταξε τότε επίθεση σε όλο το μήκος της παράταξης και ο Αλέξανδρος έστειλε τον Αρέτη με τους προδρόμους του στο τμήμα του εχθρικού ιππικού, που προσπαθούσε να περικυκλώσει τη δεξιά παράταξή τους. Μόλις οι πρόδρομοι του Αρέτη διέσπασαν ένα τμήμα της περσικής φάλαγγας, ο Αλέξανδρος όρμησε στο ρήγμα. Με το ιππικό των εταίρων και το εκεί τμήμα της μακεδονικής φάλαγγας εμβόλισε τις περσικές δυνάμεις, διεύρυνε το ρήγμα και ενίσχυσε την αναστάτωσή τους. Αμέσως μετά επιτέθηκε με ορμή και αλαλαγμούς προς τον ίδιο το Δαρείο, για να πλήξει τη συνοχή και του κέντρου των Περσών. Ο Αλέξανδρος και οι ιππείς του χτυπούσαν τους Πέρσες με τα δόρατα στο πρόσωπο, ενώ η φάλαγγα συμπαγής και με προτεταμένες τις σάρισες πίεζε με ορμή. Η μάχη ήταν σκληρή και σώμα με σώμα.
Κατά τον Διόδωρο ο Αλέξανδρος κάλπασε εναντίον του Δαρείου και του έριξε ακόντιο, αλλά χτύπησε τον ηνίοχο του βασιλικού άρματος. Οι Πέρσες γύρω του αναβόησαν και οι πιο πέρα νόμισαν ότι χτυπήθηκε ο βασιλιάς τους, τράπηκαν σε φυγή, συμπαρέσυραν κι άλλους και καθώς απογυμνωνόταν η περί τον Δαρείο παράταξη, τράπηκε σε φυγή κι ο ίδιος ο Μέγας Βασιλεύς, με συνέπεια ο πανικός να εξαπλωθεί και στα υπόλοιπα τμήματα. Βλέπουμε δηλαδή το Διόδωρο να παραμένει συνεπής στην άποψη ότι ο Δαρείος δεν τρεπόταν σε φυγή από φόβο, αλλά ότι ακολουθούσε την φυγή του στρατού του, η οποία οφειλόταν σε κάποια σύγχυση σχετικά με τον ίδιο. Προκειμένου δε να δώσει μία ζωντανή περιγραφή, αντί δόρατος βάζει ακόντιο στο χέρι του Αλεξάνδρου ξεχνώντας τις προηγούμενες περιγραφές, που έκανε στη μάχη του Γρανικού, και μετατάσσοντάς τον από το βαρύ ιππικό των εταίρων στο ελαφρύ των προδρόμων. Άλλη μία ανακρίβεια του Διόδωρου είναι ότι ο Δαρείος είχε λάβει θέση στο αριστερό κέρας της παράταξής του, ενώ ο Μέγας Βασιλεύς λάμβανε θέση στο μέσον. Ο Διόδωρος φαίνεται ότι αγνόησε τις αναλυτικές πληροφορίες, στις οποίες βασίσθηκαν ο Αρριανός κι ο Κούρτιος, θεώρησε ισομήκεις τις δύο παρατάξεις και, επειδή ο Αλέξανδρος επετέθη κατά του ίδιου του Δαρείου, έβγαλε το συμπέρασμα ότι ο Δαρείος βρισκόταν στο αριστερό του κέρας. Επίσης, αυτή η διήγηση δεν είναι τόσο παραστατική και αναλυτική όσο εκείνη της μάχης της Ισσού, αλλά φαίνεται εξίσου φανταστική, διότι είναι απίθανο να μπόρεσε ο Αλέξανδρος να διασχίσει κάθετα το μέτωπο, ενώ οι δύο παρατάξεις πλησίαζαν ορμητικά η μία την άλλη.
Στην πραγματικότητα, είναι εξαιρετικά πιθανό η φυγή του Δαρείου να μην έγινε αντιληπτή από κανέναν και η άγνοια των πραγματικών περιστατικών να καλύφθηκε εκ των υστέρων με τη λογική που διέθετε ο νικητής και την έπαρση που τον διέκρινε. Είναι χαρακτηριστικό ότι καμία από τις σωζόμενες πηγές δεν περιγράφει ικανοποιητικά τη μάχη των Γαυγαμήλων, την τελευταία μεγάλη και μοιραία για την Αχαιμενιδική αυτοκρατορία. Ίσως διότι εξ αρχής δεν είχε καταστεί δυνατό να σχηματίσει κανείς τη συνολική εικόνα της. Είναι πάρα πολύ πιθανό, το πολυάριθμο ιππικό και των δύο πλευρών, που ελισσόταν και συγκρουόταν στο άνυδρο έδαφος, να σήκωσε τόση σκόνη ώστε πολύ γρήγορα να περιορίστηκε τρομακτικά το οπτικό πεδίο και η όλη δράση να απεκρύβη ακόμη κι απ’ τους ίδιους τους πρωταγωνιστές. Φαίνεται ότι ο Αλέξανδρος δικαίως ανησυχούσε για τον αποτελεσματικό συντονισμό και όχι για τη γενναιότητα των ανδρών του. Φαίνεται ότι τελικά οι δυνάμεις του διατήρησαν τη συνοχή και την ψυχραιμία τους περισσότερο απ’ τον αντίπαλο με αποτέλεσμα να κερδίσουν αυτήν τη δύσκολη από πολλές πλευρές μάχη. Αν οι συνθήκες της μάχης ήταν πράγματι όπως τις εκτιμούμε, είναι εξαιρετικά πιθανό η αδυναμία επικοινωνίας του Μεγάλου Βασιλέως με όλο το μήκος του εκτεταμένου μετώπου, με όλους τους διαφορετικούς λαούς του στρατού του, να δημιούργησε στους στρατιώτες του την αρνητική ψυχολογία του αποκομμένου, η οποία οδήγησε στην ανεξήγητη απ’ τις αρχαίες πηγές κατάρρευση του περσικού μετώπου. Αυτή ακριβώς φαίνεται ότι ήταν και η πραγματική αγωνία του Αλεξάνδρου και για να αποφύγει αρχικά τη σύγχυση και εν συνεχεία τον πανικό, που προκαλεί η έλλειψη επικοινωνίας, όρισε εξ αρχής τι έπρεπε να κάνουν τα επιμέρους τμήματα στη χειρότερη δυνατή περίπτωση, δηλαδή σε περίπτωση περικύκλωσής τους.
Στο δεξί κέρας ο Αρέτης έτρεψε σε φυγή και καταδίωκε τους ιππείς, που προσπάθησαν να τους κυκλώσουν. Όμως η τάξη του Αμύντα (την οποία οδηγούσε ο Σιμμίας και ήταν η τελευταία προς τα αριστερά του δεξιού κέρατος) δεν μπορούσε να τους ακολουθήσει και συνέχισε να μάχεται στη θέση της, διότι πληροφορήθηκε ότι το αριστερό κέρας δεχόταν ασφυκτική πίεση. Στο μεταξύ από κάποιο ρήγμα στην παράταξή της πέρασαν μερικοί Ινδοί και τμήμα του περσικού ιππικού (κατά τον Διόδωρο ήταν 2.000 Καδούσιοι και 1.000 Σκύθες επίλεκτοι ιππείς), που χτύπησαν τα σκευοφόρα των Μακεδόνων. Οι Πέρσες χτυπούσαν τους άοπλους φρουρούς, που δεν υπολόγιζαν να διασπαστεί το διπλό μέτωπο της φάλαγγας και να κινδυνεύσουν. Τότε βρήκαν την ευκαιρία και οι πολυπληθείς αιχμάλωτοι να ενωθούν με τους επιτιθέμενους, όπως εξ αρχής φοβόταν ο Αλέξανδρος. Όμως οι επί κεφαλής του δεύτερου μετώπου της φάλαγγας ενημερώθηκαν έγκαιρα, στράφηκαν σύμφωνα με το αρχικό σχέδιο κατά των Περσών, τους χτύπησαν στα νώτα και σκότωσαν πολλούς κοντά στα σκευοφόρα. Ο Διόδωρος θεωρεί ότι η επιδρομή αυτή έγινε κυρίως για τη λεηλασία. Οι Πολύαινος, Πλούταρχος και Κούρτιος λένε ότι ο Παρμενίων ζήτησε από τον Αλέξανδρο ενισχύσεις, για να προστατέψει τα σκευοφόρα, δηλαδή την εντός του στρατοπέδου λεία τους, αλλά εκείνος του απήντησε να μην ασχολείται με ασήμαντα θέματα, διότι αν νικήσουν θα αποκτήσουν και τους θησαυρούς των Περσών, ενώ αν ηττηθούν θα πρέπει να πέσουν μαχόμενοι ηρωικά. Ο Αρριανός περιορίζεται λακωνικά στην τακτική σημασία της επιδρομής και λέει ότι οι Πέρσες επιτέθηκαν στο μακεδονικό στρατόπεδο, για να αξιοποιήσουν τους πολυάριθμους αιχμάλωτους βαρβάρους και να δημιουργήσουν στα νώτα των μαχόμενων Μακεδόνων αναστάτωση, η αντιμετώπιση της οποίας θα προκαλούσε ρήγματα στο μέτωπό τους και θα διευκόλυνε τη διάσπασή του από τις κύριες περσικές δυνάμεις. Την άποψη αυτή ενισχύει και ο Πλούταρχος, που λέει ότι ο Μαζαίος έστειλε ιππείς επί τούτου στα σκευοφόρα. Επιπλέον τοποθετεί αυτήν την επιδρομή πριν την καθολική εμπλοκή, ενώ ανάλογη πρόθεση του Μαζαίου προκύπτει και από τη διήγηση του Διόδωρου. Συνεπώς επρόκειτο σαφώς για κίνηση αντιπερισπασμού.
Η δεξιά παράταξη των Περσών υπό τον Μαζαίο δεν είχε πληροφορηθεί ακόμη τη φυγή του Δαρείου, είχε περικυκλώσει το αριστερό κέρας της μακεδονικής παράταξης και πίεζε ασφυκτικά τις δυνάμεις του Παρμενίωνα. Οι Θεσσαλοί ιππείς αγωνίζονταν με γενναιότητα, αλλά υστερούσαν αριθμητικά και ο Παρμενίων ενημέρωσε γρήγορα τον Αλέξανδρο για τη δυσχερή του θέση. Όλοι οι αρχαίοι συγγραφείς συμφωνούν ότι ο Παρμενίων ζήτησε ενισχύσεις, αλλά ο καθένας τους δίνει διαφορετική εξέλιξη στο περιστατικό. Η περιγραφόμενη εδώ είναι αυτή του Αρριανού και του Πλούταρχου. Κατά τον Διόδωρο ο Παρμενίων έστειλε αγγελιαφόρους στον Αλέξανδρο, ο οποίος όμως είχε απομακρυνθεί πολύ καταδιώκοντας το Δαρείο. Οι αγγελιαφόροι γύρισαν άπρακτοι και ο Παρμενίων νίκησε τους Πέρσες με τις δικές του δυνάμεις. Κατά τον Κούρτιο, όταν ο Αλέξανδρος ενημερώθηκε από τους αγγελιαφόρους δεν σταμάτησε την καταδίωξη, παρά μόνο όταν έφτασε στον Λύκο, όπου πληροφορήθηκε ότι στο μεταξύ ο Παρμενίων είχε νικήσει. Αυτό το περιστατικό έβλαψε την υστεροφημία του Παρμενίωνα και κάποιοι του καταλόγισαν ανικανότητα λόγω ηλικίας, ενώ ο Καλλισθένης το απέδωσε σε φθόνο του Παρμενίωνα για τη μεγάλη δύναμη, που είχε αποκτήσει ο Αλέξανδρος. Το τελευταίο δεν είναι και πολύ λογικό, αντίθετα δεν υπάρχει τίποτα φυσιολογικότερο σε μία μάχη απ’ το να ζητά ενισχύσεις το κάθε πιεζόμενο τμήμα. Αν παρά ταύτα είχε γίνει πιστευτό, οπωσδήποτε θα έπαιξε ρόλο αργότερα στη δίκη του Φιλώτα και τη δολοφονία του Παρμενίωνα, αν και περισσότερο μοιάζει με μεταγενέστερο δημιούργημα των επικοινωνιολόγων του Αλεξάνδρου σχετιζόμενο με τη δολοφονία του ηλικιωμένου στρατηγού.
Ο Αλέξανδρος σταμάτησε την καταδίωξη του Δαρείου και με το εταιρικό ιππικό γύρισε και επέλασε κατά του δεξιού κέρατος των Περσών. Καθ’ οδόν συγκρούστηκε με τα τελευταία τμήματα της κεντρικής παράταξης του Δαρείου, που είχαν τραπεί σε φυγή. Ήταν μερικοί Ινδοί και κυρίως Πέρσες, που ήταν οι καλύτεροι και περισσότεροι ιππείς της περσικής στρατιάς. Εν συνεχεία συγκρούσθηκε με τους Παρθυαίους ιππείς, που στο μεταξύ είχαν τραπεί σε φυγή από τον Παρμενίωνα. Όλοι αυτοί έπεφταν διαδοχικά πάνω στις δυνάμεις του επελαύνοντος Αλεξάνδρου κι εκεί έγινε η σκληρότερη ιππομαχία όλης της σύγκρουσης, διότι εγκλωβισμένοι ανάμεσα στους Θεσσαλούς του Παρμενίωνα και τους εταίρους του Αλεξάνδρου πολεμούσαν αλλόφρονες για τη ζωή τους. Σκότωναν και σκοτώνονταν όχι μόνο από τις δυνάμεις του Αλεξάνδρου, αλλά και από τους συμπολεμιστές τους, που προσπαθούσαν να ανοίξουν δρόμο και να διαφύγουν. Από αυτή τη φάση και μέχρι να πέσει η νύχτα, οπότε σταμάτησε υποχρεωτικά η καταδίωξη, επαναλήφθηκαν όσα είχαν συμβεί κατά τη φυγή των Περσών από το πεδίο της μάχης στον Πίναρο. Οι περισσότερες απώλειές τους προκλήθηκαν όχι κατά τη μάχη αυτήν καθ’ αυτήν, αλλά κατά τη φυγή τους και την καταδίωξή τους από τους Μακεδόνες. Τότε σκοτώθηκαν περί τους 60 εταίρους και τραυματίσθηκαν ο Ηφαιστίων από δόρυ στο βραχίονα, ο Κοίνος και ο Μενίδας. Ό,τι δεν κατάφεραν οι Πέρσες με τον ηρωισμό κατά τη μάχη, το κατάφεραν με την απόγνωση κατά τη φυγή και τελικά διέσπασαν τις γραμμές του Αλεξάνδρου, αλλά προσπαθώντας να περάσουν τον ποταμό Λύκο από την εκεί γέφυρα αλληλοσφαγιάθηκαν και ποδοπατήθηκαν πολλοί. Το θεσσαλικό ιππικό, που αγωνίσθηκε πολύ γενναία, συνέχισε την καταδίωξη του Δαρείου ως το σούρουπο. Ο Παρμενίων καταδίωξε τους δικούς του βαρβάρους και μετά στράφηκε στο στρατόπεδό τους, όπου κατέλαβε όλα τα σκευοφόρα, τις καμήλες και τους ελέφαντες. Ο Αλέξανδρος πέρασε τον ποταμό Λύκο και στρατοπέδευσε εκεί για μία σύντομη ανάπαυση των ιππέων και των ίππων. Λέγεται ότι οι αυλικοί πρότειναν στο Δαρείο να καταστρέψει τη γέφυρα, για να εμποδίσει τον Αλέξανδρο να τον καταδιώξει, αλλά εκείνος απάντησε ότι δεν ήθελε να στερήσει από τους στρατιώτες του την οδό της διαφυγής, που χρησιμοποίησε κι ο ίδιος.
Οι δυνάμεις του Αλεξάνδρους κατά τον Αρριανό είχαν νεκρούς περί τους 100 άνδρες και 1.000 ίππους, που οι μισοί περίπου ανήκαν στο ιππικό των εταίρων. Κατά τον Διόδωρο είχαν 500 νεκρούς, αλλά πάρα πολλούς τραυματίες. Οι δυνάμεις του Δαρείου είχαν πολλαπλάσιες απώλειες. Κατά τον Αρριανό, που και πάλι διατηρεί επιφυλάξεις, είχαν περί τις 300.000 νεκρούς, ενώ πολύ περισσότεροι αιχμαλωτίσθηκαν. Κατά τον Διόδωρο είχαν πάνω από 90.000 πεζούς και ιππείς νεκρούς. Κατά τον Κούρτιο σκοτώθηκαν 40.000 Πέρσες και λιγότεροι από 300 Μακεδόνες. Στην τελευταία και μοιραία μάχη για την πολιτική και φυσική επιβίωσή του, ο Δαρείος επέλεξε αναπεπταμένο πεδίο, όπου θα χρησιμοποιούσε το αριθμητικό του πλεονέκτημα. Δεν πέτυχε όμως τίποτα περισσότερο από τη συντριπτικότερη και οδυνηρότερη ήττα όλου του πολέμου.
Για τη μάχη των Γαυγαμήλων προτείνονται διάφορες ημερομηνίες από την 20η Σεπτεμβρίου μέχρι και την 31η Οκτωβρίου του 331 π.Χ. Η έκλειψη της σελήνης είναι μία πολύ σημαντική πληροφορία για τον υπολογισμό της ημερομηνίας της μάχης των Γαυγαμήλων, διότι υπολογίζεται με αστρονομική ακρίβεια. Όμως ο Αρριανός τοποθετεί τη μάχη το πρωί μετά την 8η νύχτα από την έκλειψη, επίσης τοποθετεί την έκλειψη και τη μάχη τον αττικό μήνα Πυανεψυώνα (16 Οκτωβρίου – 15 Νοεμβρίου) επί επωνύμου άρχοντα Αριστοφάνη, οπότε και επαληθεύθηκε η μαντεία του Αρίστανδρου. Αντίθετα ο Πλούταρχος τοποθετεί τη μάχη το πρωί μετά την 11η νύχτα από την έκλειψη και τον αττικό μήνα Βοηδρομιώνα (16 Σεπτεμβρίου – 15 Οκτωβρίου), «στην αρχή περίπου των Μυστηρίων, που τελούνταν στην Αθήνα» (ίσως εννοεί τα Ελευσίνια). Έτσι, ενώ γνωρίζουμε με απόλυτη βεβαιότητα ότι η έκλειψη της σελήνης έγινε την 20η Σεπτεμβρίου (την 5η ημέρα του αττικού μήνα Βοηδρομιώνα) του 331 π.Χ, δεν μπορούμε να είμαστε απόλυτα βέβαιοι για την ημερομηνία της μάχης. Με βάση τον Αρριανό την τοποθετούμε την 28η Σεπτεμβρίου (12η Βοηδρομιώνος) και με βάση τον Πλούταρχο την 1η Οκτωβρίου (16η Βοηδρομιώνος). Δηλαδή ο Αρίστανδρος επαληθεύθηκε, αφού τόσο η μάχη όσο και η έκλειψη έγιναν τον Βοηδρομιώνα, αλλά δεν επαληθεύεται ο Αρριανός, που πέφτει έξω έναν ολόκληρο μήνα.
Ο Αλέξανδρος μετά τη μάχη ξεκούρασε τους ιππείς του μέχρι τα μεσάνυχτα και αμέσως μετά ξεκίνησε βιαστικά για τα Άρβηλα, για να συλλάβει το Δαρείο και να κατάσχει τα βασιλικά εφόδια. Διένυσε περί τα 600 στάδια (περίπου 111 χμ) και έφτασε στα Άρβηλα, όπου δεν βρήκε το Δαρείο, ωστόσο έπεσαν στα χέρια του για δεύτερη φορά τα εφόδια και τα σύμβολα του Μεγάλου Βασιλέα, το άρμα, η ασπίδα και το τόξο του. Μεταξύ των άλλων θησαυρών έπεσαν στα χέρια του και 3.000 αργυρά τάλαντα, από τα οποία σύμφωνα με τον Διόδωρο δώρισε από 6 μνες στους Μακεδόνες και από 5 στους συμμάχους ιππείς, 2 μνες στους φαλαγγίτες Μακεδόνες και μισθούς 2 μηνών στους άλλους μισθοφόρους. Ο Κούρτιος λέει ότι οι δωρεές έγιναν αργότερα από το θησαυρό, που κατελήφθη στη Βαβυλώνα, και τις δίνει ως 600 δηνάρια ανά Μακεδόνα ιππέα, 500 δηνάρια ανά ξένο ιππέα, 200 ανά Μακεδόνα πεζό και μισθούς 3 μηνών ανά ξένο πεζό. Ο Αλέξανδρος έθαψε τους δικούς του νεκρούς και φοβούμενος τις συνέπειες από την ταχεία αποσύνθεση των άταφων νεκρών του εχθρού λόγω της υψηλής θερμοκρασίας, έφυγε αμέσως από τα Άρβηλα.
Βαβυλώνα και Σούσα
(Αρριανός Γ.16, Διόδωρος ΙΖ.62 , 63.1, 64.4, 65.1, 6, 66.1-2, 67.1, Πλούταρχος Αλέξανδρος 35, 36.1, Κούρτιος 5.1.17, 39-43, 2.11, Ιουστίνος 11.14.8-9)
Ο Δαρείος διέφυγε από τα Γαυγάμηλα στη Μηδία μέσα από τα βουνά της Αρμενίας. Τον ακολουθούσαν οι Βάκτριοι ιππείς, οι συγγενείς του, λίγοι μηλοφόροι Πέρσες και περί τους 2.000 ξένους μισθοφόρους υπό τον Πάρωνα από τη Φωκίδα και τον Γλαύκο από την Αιτωλία. Επέλεξε αυτό το δρομολόγιο, διότι κατάλληλο για τη μικρή του δύναμη, όχι όμως και για τη μεγάλη στρατιά του Αλεξάνδρου, που επιπλέον θα έπρεπε να κατευθυνθεί προς τα λαμπρά έπαθλα της νίκης του, τη Βαβυλώνα και τα Σούσα. Πράγματι ο Αλέξανδρος από τα Άρβηλα κατευθύνθηκε δια της Βασιλικής Οδού προς τη Βαβυλώνα με το στρατό του διατεταγμένο για μάχη, ενώ έστειλε τον Φιλόξενο στα Σούσα, για να ζητήσει την παράδοση της πόλης και πάνω απ’ όλα του Δημόσιου Ταμείου.
Λίγο έξω από τη Βαβυλώνα του είχαν ετοιμάσει πάνδημη υποδοχή οι ιερείς και άρχοντές της με επικεφαλής τον Μαζαίο, που έσπευσαν να του προσφέρουν δώρα και να του παραδώσουν την πόλη, την ακρόπολη και το Δημόσιο Ταμείο. Σύμφωνα με τοπικές πηγές την 24η ή 25η Οκτωβρίου 331π.Χ., ο Αλέξανδρος μπήκε στη Βαβυλώνα, που οι Έλληνες και άλλοι λαοί θεωρούσαν εσφαλμένα ως μία από τις 3 πρωτεύουσες της Αχαιμενιδικής αυτοκρατορίας. Δεν είναι σαφές αν ήδη από τότε είχε αποφασίσει να την κάνει πρωτεύουσα της δικής του αυτοκρατορίας πάντως, για να εξασφαλίσει τη συνεργασία των αρχών και την αποδοχή από την τοπική Κοινή Γνώμη, διέταξε να ανοικοδομήσουν τα ιερά, που είχε καταστρέψει ο Ξέρξης πριν από 150 χρόνια περίπου. Αργότερα θα διαπίστωνε ότι αυτή η ενέργεια ικανοποιούσε το θρησκευτικό συναίσθημα του λαού, αλλά έβλαπτε τα συμφέροντα του ιερατείου. Ακολούθησε τις συμβουλές των Χαλδαίων για τα ιερά και θυσίασε στον Βήλο (Βάαλ) σύμφωνα με τις υποδείξεις τους. Φρούραρχος της Βαβυλώνας ανέλαβε ο Αγάθων με 700 Μακεδόνες και 300 μισθοφόρους. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, μετά τη μάχη των Γαυγαμήλων ο Αλέξανδρος ανακηρύχθηκε Βασιλιάς της Ασίας και η πόλη της Βαβυλώνας φαίνεται ο καταλληλότερος τόπος για κάτι τέτοιο.
Σε κάποιο σημείο της πορείας μέσα από την περιοχή του ιρακινού Κουρδιστάν, μεταξύ Μοσούλης και Κιρκούκ, ο Αλέξανδρος εντυπωσιάσθηκε από τις φλόγες, που ξεπηδούσαν από ένα χάσμα, και μία λίμνη νάφθας, που διέρρεε στην επιφάνεια από τα πετρελαϊκά κοιτάσματα της περιοχής. Οι Έλληνες δεν μπορούσαν να ερμηνεύσουν τη φύση και την προέλευση της φωτιάς και οι ντόπιοι, για να τους δείξουν πόσο διέφερε η νάφθα από τη γνωστή τους άσφαλτο, έβρεξαν με μικρή ποσότητα το μονοπάτι ως τη σκηνή του Αλεξάνδρου. Μόλις ακούμπησαν μία φλόγα στην μία άκρη του μονοπατιού, η φωτιά μεταδόθηκε ως την άλλη άκρη «με την ταχύτητα της σκέψης». Ο θαυμασμός και η απορία όλων μεγάλωσε κι ένας από τους προσωπικούς υπηρέτες του Αλεξάνδρου, ο Αθηναίος Αθηνοφάνης, πρότεινε να δοκιμάσουν το παράξενο αυτό υλικό σε έναν ασήμαντο βοηθό με γελοίο πρόσωπο, τον Στέφανο, που δέχθηκε πρόθυμα. Ο Αλέξανδρος συμφώνησε, το πείραμα προχώρησε κι ο Στέφανος λαμπάδιασε αμέσως, τρομοκρατώντας τους παριστάμενους. Συμπτωματικά είχαν πολλά αγγεία με νερό για το λουτρό, αλλά μετά βίας έσβησαν τις φλόγες της νάφθας (σήμερα γνωρίζουμε ότι το νερό δεν σβήνει εύκολα το φλεγόμενο πετρέλαιο). Ο Στέφανος ήταν σε πολύ άσχημη κατάσταση και ο Αλέξανδρος είχε την ευκαιρία να διαπιστώσει τις ιδιότητες του πετρελαίου, ενός εύφλεκτου, επικίνδυνου και πάνω απ’ όλα άχρηστου ορυκτού.
Στο μεταξύ όσοι Έλληνες, με πρώτους τους Σπαρτιάτες, επεδίωκαν την κατάλυση της Μακεδονικής Ηγεμονίας, μετά τη νίκη του Αλεξάνδρου στα Γαυγάμηλα κατανόησαν ότι δεν μπορούσαν να ελπίζουν πλέον σε συντριβή του από τους Πέρσες. Η μόνη λύση, που τους απέμενε να έλθουν σε άμεση συνεννόηση με τον Δαρείο. Αν τους χρηματοδοτούσε, θα έφτιαχναν μισθοφορικό στρατό και θα χτυπούσαν τις δυνάμεις του Αντιπάτρου στην Ελλάδα. Έτσι ο Αλέξανδρος θα πιεζόταν από Ανατολή και Δύση. Έπρεπε όμως να γίνουν όλα, πριν συντριβούν εντελώς οι δυνάμεις του Δαρείου από τον Αλέξανδρο και οι Σπαρτιάτες, που διένυαν την πέμπτη δεκαετία χωρίς πρωταγωνιστικό ρόλο στην πολιτική σκηνή της Ελλάδας, κινήθηκαν πιο δραστήρια και άρχισαν να ξεσηκώνουν και άλλους. Οι Αθηναίοι, τους οποίους ο Αλέξανδρος τιμούσε περισσότερο απ’ όλους τους άλλους Έλληνες, αδιαφόρησαν. Φαίνεται ότι ο Δαρείος δεν πρόλαβε να στείλει χρήματα, κι έτσι οι αντιφρονούντες (κυρίως Πελοποννήσιοι) αντί για τα συνήθη μισθοφορικά, συγκέντρωσαν ίδια στρατεύματα συνολικής δύναμης περίπου 20.000 πεζών και 200 ιππέων, περιλαμβανομένου του συνόλου της μάχιμης δύναμης των Σπαρτιατών, και φυσικά αποδέχθηκαν Σπαρτιατική Ηγεμονία και τον Σπαρτιάτη βασιλιά, τον Άγι ως αρχιστράτηγο. Όταν το πληροφορήθηκε ο Αντίπατρος, υποχρεώθηκε να συνθηκολογήσει άρον - άρον με τον Μέμνονα, βάδισε νότια, ενισχυόμενος καθ’ οδόν από όσους παρέμεναν πιστοί και έφτασε στην Πελοπόννησο με 40.000 άνδρες.
Οι θερμοκρασίες στην Μεσοποταμία είναι απελπιστικά υψηλές και η προέλαση ήταν αδύνατη, πριν η θερμοκρασία μειωθεί σε υποφερτά επίπεδα, περί τα μέσα Νοεμβρίου, οπότε αρχίζουν και οι βροχές. Έτσι, μετά από παραμονή στη Βαβυλώνα 34 ημερών, την 29η Νοεμβρίου 331, ο Αλέξανδρος αναχώρησε για τα Σούσα. Σε κάποιο σημείο της Βασιλικής Οδού τον συνάντησε ο γιος του σατράπη της Σουσιανής και ένας αγγελιαφόρος του Φιλόξενου, που έγραφε ότι η πόλη είχε παραδοθεί και ο σατράπης της είχε εξασφαλίσει όλους τους θησαυρούς για τον Αλέξανδρο. Είκοσι ημέρες αφού έφυγε από τη Βαβυλώνα (την 19η Δεκεμβρίου του 331) ο Αλέξανδρος μπήκε στα Σούσα, τη δεύτερη υποτιθέμενη πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών. Παρέλαβε αμέσως τη βασιλική περιουσία και το Δημόσιο Ταμείο, για το οποίο φυσικά κάθε ιστορικός δίνει διαφορετική εκτίμηση. Κατά τον Αρριανό ο θησαυρός των Σούσων ήταν περί τα 50.000 αργυρά τάλαντα. Κατά τον Κούρτιο 50.000 τάλαντα σε ἂσημον (άκοπο) ἂργυρον. Κατά τον Διόδωρο ἂσημος ἂργυρος και χρυσός αξίας 40.000 αργυρών ταλάντων, ως αποθεματικό της Κεντρικής Τράπεζας θα λέγαμε σήμερα, και επιπλέον δαρεικοί αξίας 9.000 χρυσών (ή 90.000 αργυρών) ταλάντων. Κατά τον Πλούταρχο και τον Ιουστίνο ήταν 40.000 αργυρά τάλαντα.
Κάποιοι αρχαίοι συγγραφείς ισχυρίσθηκαν ότι τα Σούσα παραδόθηκαν με τους θησαυρούς τους κατά διαταγή του Δαρείου, που ήθελε να απασχολήσει τον Αλέξανδρο με την παραλαβή της πλουσιότατης μεγαλούπολης, ώστε να κερδίσει χρόνο και να μπορέσει να ετοιμάσει την επόμενη αμυντική ενέργειά του. Αυτό ίσως τους προέκυψε, επειδή ο Αλέξανδρος κατέλαβε άθικτα δύο από τα μεγαλύτερα θησαυροφυλάκια της αυτοκρατορίας, της Βαβυλώνας και των Σούσων. Ωστόσο η άποψη αυτή, από την οποία αποστασιοποιείται ακόμη κι ο Διόδωρος που μας τη μεταφέρει, δεν ευσταθεί, διότι δεν ήταν η πρώτη φορά που ο Αλέξανδρος κατελάμβανε άθικτο κάποιο θησαυροφυλάκιο. Τα περσικά θησαυροφυλάκια ήταν πολύ πλούσια και η φυγάδευσή τους απαιτούσε μεγάλο αριθμό μεταφορικών κτηνών και μέσων, όπως προκύπτει από τη μεταφορά του θησαυροφυλακίου της Περσέπολης. Επιπλέον χρειαζόταν μεγάλη ένοπλη συνοδεία και η όλη κινητοποίηση θα προκαλούσε σημαντική αναστάτωση, που δεν θα διέφευγε της προσοχής κανενός. Θα δημιουργούσε κλίμα ηττοπάθειας και θα εξωθούσε πολλούς να επιδιώξουν συνεννόηση και συνεργασία με τον Αλέξανδρο αντί να πολεμήσουν εναντίον του. Αν μάλιστα συνυπολογίσουμε και το σημαντικό χρονικό διάστημα, που απαιτούσε η μεταφορά ενός θησαυρού, τότε το κλίμα ηττοπάθειας και οι συνέπειές του θα εξαπλώνονταν στην περιοχή, πολύ πριν φτάσει ο Αλέξανδρος. Βέβαια, το κυριότερο αντεπιχείρημα στην άποψη αυτή είναι ότι οι Πέρσες σε καμία περίπτωση δεν έλαβαν υπόψη τους το ενδεχόμενο ήττας στην κυρίως μάχη και γι’ αυτό δεν σχεδίασαν εκ των προτέρων άλλες ενέργειες, μία από τις οποίες θα ήταν και η φυγάδευση των θησαυρών. Η εγκατάλειψη άθικτου ενός θησαυροφυλακίου ως στρατήγημα ήταν άνευ αξίας, όπως είναι πάντοτε όλα τα ανεπιτήρητα κωλύματα. Τα θησαυροφυλάκια λοιπόν εγκαταλείπονταν άθικτα, διότι η φυγάδευση του περιεχομένου τους ήταν ηθικά επιζήμια και πρακτικά αδύνατη, όπως φαίνεται ξεκάθαρα από τα μέσα, που χρειάσθηκε ο Αλέξανδρος για τη μεταφορά του θησαυρού της Περσέπολης.
Μεταξύ όσων κατέσχεσε στα Σούσα ως πολεμική λεία, η επίσης πολεμική λεία του Ξέρξη από την εισβολή του στην Ελλάδα. Σ’ αυτήν συγκαταλέγονταν και οι δύο προτομές των Αθηναίων τυραννοκτόνων, Αρμόδιου και Αριστογείτονα, τις οποίες τιμής ένεκεν έστειλε πίσω στην Αθήνα. Οι προτομές αυτές τοποθετήθηκαν στο Μητρώον, όπου τις είδε μερικούς αιώνες αργότερα ο Αρριανός. Στα Σούσα άφησε τη μητέρα, τις κόρες και τον γιο του Δαρείου με την εντολή να διδαχθούν την «Ἑλληνικὴν διάλεκτον», διότι προφανώς είχε αποφασίσει από τότε να παντρευτεί μία κόρη του Δαρείου, ώστε να διακόψει την αυτοτελή πορεία του Οίκου των Αχαιμενιδών και να την ταυτίσει με την πορεία του Οίκου των Αργεαδών. Μετά έκανε τις συνήθεις ελληνικές τελετές, θυσίες, λαμπαδηδρομίες και γυμνικούς (αθλητικούς) αγώνες, και τοποθέτησε σατράπη της Σουσιανής τον Πέρση, Αβουλίτη, φρούραρχο της ακρόπολης τον εταίρο, Μάζαρο, και στρατηγό τον Αρχέλαο του Θεοδώρου. Έστειλε στα παράλια τον Μένητα από την Πέλλα με την ιδιότητα του ύπαρχου της Συρίας, της Φοινίκης και της Κιλικίας και του έδωσε περί τα 3.000 αργυρά τάλαντα με διαταγή να στείλει στον Αντίπατρο, όσα χρειαζόταν για τις ανάγκες του πολέμου κατά Σπαρτιατών. Στα Σούσα τον συνάντησε και ο Αμύντας του Ανδρομένη, που έφερνε νεοσύλλεκτους από τη Μακεδονία. Ο Αρριανός δεν δίνει τον αριθμό τους. Κατά τον Διόδωρο από τη Μακεδονία κατάγονταν 500 ιππείς και 6.000 πεζοί, από τη Θράκη 600 ιππείς, από τις Τράλλεις 3.500 ιππείς, από την Πελοπόννησο 4.000 πεζοί και σχεδόν 1.000 ιππείς. Ακόμη έφτασαν και 50 γιοι εταίρων, για να υπηρετήσουν στη σωματοφυλακή του βασιλιά και ως όμηροι να εξασφαλίσουν την υπακοή των πατεράδων τους. Κατά τον Κούρτιο οι ενισχύσεις αριθμούσαν 6.000 πεζούς και 500 ιππείς από τη Μακεδονία, 600 ιππείς και 3.500 πεζούς από τη Θράκη, 380 ιππείς και περίπου 4.000 πεζοί μισθοφόροι από την Πελοπόννησο. Επιπλέον τους συνάντησε στη Βαβυλώνα και όχι στα Σούσα. Ο Αλέξανδρος κατέταξε ιππείς στο ιππικό των εταίρων και τους πεζούς στη φάλαγγα κατά έθνη. Για πρώτη φορά δημιούργησε λόχους, από έναν σε κάθε ίλη, και επέλεξε τους λοχαγούς μεταξύ των εταίρων, που είχαν διακριθεί στις μάχες. Ίσως οι πληροφορίες, που έπαιρνε από την Αντιγόνη για τον Φιλώτα να τον ανησύχησαν και να θέλησε σταδιακά να περιορίσει την ισχύ και κατά συνέπεια την δυνατότητα των υψηλόβαθμων αξιωματικών του να συνωμοτήσουν.
Περσέπολη
(Αρριανός Γ.17, 18, Πλούταρχος Αλέξανδρος 37.1-4, 6, 38, Διόδωρος ΙΖ.67.1, 68-69, 71.1-2, 72, 74.5, Κούρτιο 5.3.17, 23, 4.34, 7.12, 5.5.2, 5-6, 6.9-10, 7.3-11, Ιουστίνος 11.14.11-12, Πολύαινος Δ.3.27)
Τέλος Δεκεμβρίου του 331 ή αρχές Ιανουαρίου του 330 π.Χ. ο Αλέξανδρος ξεκίνησε από τα Σούσα για την Περσίδα, που ήταν και παραμένει χώρα τραχεία και αραιοκατοικημένη. Μετά από 4 ημερών πορεία έφθασε στον Πασίτιγρη (Καρούν), που διαρρέει την ευφορότατη χώρα των πεδινών Ουξίων, μέσα από την οποία έπρεπε να περάσει, για να φθάσει στην Περσίδα. Οι πεδινοί Ούξιοι ήταν υπήκοοι του Δαρείου και παραδόθηκαν. Οι ορεινοί Ούξιοι δεν ήταν υπήκοοι του Δαρείου και απαίτησαν από τον Αλέξανδρο τα διόδια, που τους κατέβαλλε και ο Μέγας Βασιλεύς, για να του επιτρέψουν να περάσει από τις ορεινές διαβάσεις της χώρας τους.
Εκείνος όμως δεν είχε σκοπό να αφήσει ανεξέλεγκτους αυτόνομους στη αυτοκρατορία, που σχεδίαζε. Τους είπε λοιπόν ειρωνικά να κρατήσουν τις διαβάσεις τους και να περιμένουν την πληρωμή τους. Πήρε τους βασιλικούς σωματοφύλακες, τους υπασπιστές και 8.000 ακόμη άνδρες και ακολούθησε ένα δύσβατο δρομολόγιο, που του υπέδειξαν οδηγοί από τα Σούσα. Το ίδιο βράδυ, την ώρα του ύπνου, προσέβαλε τους οικισμούς τους αποσπώντας πολλή λεία και σκοτώνοντας πολλούς Ούξιους. Όσοι γλίτωσαν κατέφυγαν στα βουνά. Ο Αλέξανδρος συνέχισε την πορεία του προς τα περάσματα, που κρατούσαν οι υπόλοιποι Ούξιοι, αφού προηγουμένως έστειλε τον Κρατερό να καταλάβει τα υψώματα, όπου έκρινε ότι θα κατέφευγαν οι φρουροί των περασμάτων, αν πιέζονταν. Πράγματι αυτοί μόλις είδαν ότι οι δυνάμεις του Αλεξάνδρου, κινούμενες με απροσδόκητη ταχύτητα, είχαν εκμηδενίσει το πλεονέκτημά τους από τη χρήση του εδάφους, τράπηκαν σε φυγή. Δέχθηκαν όμως συνδυασμένα πλήγματα από τον Αλέξανδρο και τον Κρατερό με αποτέλεσμα να χάσουν πάρα πολλούς άνδρες. Θα είχαν εξανδραποδισθεί μάλιστα, όπως γινόταν με όσους αντιστέκονταν, αν δεν μεσολαβούσε στον Αλέξανδρο για λογαριασμό τους η μητέρα του Δαρείου, όπως λέει ο Πτολεμαίος του Λάγου. Τελικά, επειδή οι ορεσίβιοι Ούξιοι ήταν κτηνοτρόφοι και δεν είχαν χρήματα, τους επέβαλε ετήσιο φόρο σε είδος, 100 ίππους, 500 υποζύγια και 30.000 πρόβατα.
Εισβάλλοντας ο Αλέξανδρος στο σημερινό Ιράν, είχε φθάσει στον σκληρό πυρήνα της Περσικής Αυτοκρατορίας. Μέχρι τότε οι χώρες, που καταλάμβανε, κατοικούνταν από εθνότητες υποτελείς στους Πέρσες, που δεν είχαν πατριωτικούς ενδοιασμούς να προτιμήσουν έναν νέο κατακτητή, ο οποίος εμφανιζόταν μάλιστα να σέβεται τα ιερά και όσιά τους περισσότερο από τον παλιό. Έτσι ο Αλέξανδρος μπορούσε να εμφανίζεται περίπου ως απελευθερωτής τους από τον περσικό ζυγό. Τώρα όμως έμπαινε στα εδάφη, όπου κατοικούσε η κυρίαρχη εθνότητα της αυτοκρατορίας. Από εδώ και πέρα θα συναντούσε ισχυρή πατριωτική αντίσταση. Ένα νέο εξαιρετικά σημαντικό πρόβλημα στην προέλαση ήταν η εξεύρεση εφοδίων σε περιβάλλον ξεκάθαρα εχθρικό, σε περιοχές με αντίξοες κλιματολογικές συνθήκες, με κατακερματισμένο και κατά κανόνα άγονο και δύσβατο έδαφος. Εφεξής λοιπόν θα εξεύρισκε προμήθειες κυρίως με λεηλασίες από τις ειδικές ομάδες περισυλλογής εφοδίων («συνεργεία λεηλατών» στη σύγχρονη στρατιωτική ορολογία). Όμως η λύση αυτή έφερνε τους ντόπιους πληθυσμούς σε απόγνωση, που ενίσχυε τον πατριωτισμό τους και τους εξωθούσε σε σθεναρότερη αντίσταση, η οποία με τη σειρά της προκαλούσε σκληρότερη αντιμετώπιση από τον Αλέξανδρο. Το περσικό αίμα, που έχυσε στην πορεία του μέσα από την Περσία δεν έχει ξεχασθεί τελείως. Ως τις μέρες μας οι ελάχιστοι εναπομείναντες ζωροαστριστές Πέρσες θυμούνται το θυελλώδες πέρασμα του «Καταραμένου Αλεξάνδρου», που κατέστρεψε την αυτοκρατορία των προγόνων τους. Οι παλαιότεροι θυμούνται από την παιδική τους ηλικία τις μητέρες τους να τους φοβερίζουν, ότι αν δεν είναι φρόνιμοι θα τους πάρει ο Ισκάντερ.
Αφού υπέταξε τους Ούξιους, έστειλε το θεσσαλικό ιππικό, τους συμμάχους, τους ξένους μισθοφόρους, τους βαρύτερα οπλισμένους και τα σκευοφόρα υπό τον Παρμενίωνα από την αμαξιτή οδό στην Περσίδα. Ο ίδιος με τους πεζούς Μακεδόνες, το εταιρικό ιππικό, τους προδρόμους ιππείς τους τοξότες και τους Αγριάνες πήρε το συντομότερο δρομολόγιο, μέσα από τα βουνά προς τις Περσίδες Πύλες (Τανγκ ι Κας ή κατ’ άλλους το Τανγκ ι Μωχάμεντ Ρεζά). Ο Αριοβαρζάνης (Αρίγια-βαρζάνα), ο γιος του Αρτάβαζου και σατράπης της Περσίδας, είχε κλείσει αυτό το πέρασμα με τείχος και έτοιμος να αποκρούσει τους εισβολείς. Οι Μακεδόνες όρμησαν να καταλάβουν τη διάβαση, όπως είχαν κάνει τόσες φορές πιο πριν, όμως αυτή τη φορά οι υπερασπιστές δεν τράπηκαν σε φυγή. Αντεπιτέθηκαν ξαφνικά ρίχνοντας πάσης φύσεως τοξεύματα, απλά και καταπελτικά, πέτρες και τεράστιους ογκόλιθους μεγέθους άμαξας πάνω στους Μακεδόνες, που παγιδεύτηκαν στο στενό πέρασμα. Οι απώλειες ήταν τεράστιες και ο Αλέξανδρος διέταξε να σαλπίσουν υποχώρηση. Κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να καταλάβει τη διάβαση εξ εφόδου και αναζήτησε τρόπο να την παρακάμψει. Ανάμεσα στους αιχμαλώτους ήταν κι ένας Λύκιος βοσκός, δίγλωσσος στα ελληνικά και περσικά, που γνώριζε πολύ καλά την περιοχή. Ο Αλέξανδρος άφησε στο στρατόπεδο τον Κρατερό επικεφαλής της τάξης του, της τάξης του Μελέαγρου, λίγων τοξοτών και 500 ιππέων. Διέταξε τον Αμύντα, τον Φιλώτα και τον Κοίνο να οδηγήσουν την υπόλοιπη στρατιά στην πεδιάδα και να γεφυρώσουν τον ποταμό Αράξη, ώστε να μην καθυστερήσουν και στο επόμενο φυσικό κώλυμα. Εκείνος οδηγούμενος από τον Λύκιο και με τους υπασπιστές, την τάξη του Περδίκκα, τους Αγριάνες, τη βασιλική ίλη και μία τετραρχία (τέσσερις λόχοι) ιππικού προχώρησε τη νύχτα, μέσα από δύσβατα, ορεινά και χιονισμένα μονοπάτια. Πριν ξημερώσει βρέθηκε πίσω από τις Πύλες και αιφνιδίασε τις φρουρές περιμετρικά του περσικού στρατοπέδου. Εξόντωσε την πρώτη, προξένησε μεγάλες απώλειες στη δεύτερη και έτρεψε σε φυγή την τρίτη φρουρά. Ξημέρωνε πια, όταν επιτέθηκε στο στρατόπεδο του Αριοβαρζάνη, ενώ ταυτόχρονα προσέβαλλε το τείχος ο Κρατερός. Η συνδυασμένη και αιφνιδιαστική επίθεση από δύο πλευρές τρομοκράτησε τους υπερασπιστές του τείχους, το οποίο και εγκατέλειψαν. Τότε οι Πέρσες εγκλωβίσθηκαν και οι περισσότεροι σφαγιάσθηκαν στη μάχη εκ του συστάδην ή σκοτώθηκαν πέφτοντας στους γκρεμούς κατά την πανικόβλητη φυγή τους. Ο Αριοβαρζάνης πρόλαβε να διαφύγει στα βουνά με λίγους ιππείς. Ο Λύκιος πληροφοριοδότης αμείφθηκε με 30 τάλαντα.
Όλοι οι αρχαίοι συγγραφείς συμφωνούν ότι οι Πέρσες σε όλες τις μάχες αγωνίσθηκαν γενναία και ότι τα μέτωπά τους κατέρρεαν από ανικανότητα ή δειλία της ηγεσίας τους. Μέχρι να φτάσει ο Αλέξανδρος στα Σούσα μπορούσαν να βρεθούν διάφορες δικαιολογίες για τις επιλογές της ανώτατης στρατιωτικής διοίκησης των Περσών, όταν όμως έφτασε στις Πύλες της Περσίας, φάνηκε καθαρά η ανεπάρκειά της. Ο Δαρείος είχε κρυφτεί προ πολλού στα Εκβάτανα, την πρωτεύουσα της Μηδίας, οχυρωμένος πίσω από τους δύσβατους ορεινούς όγκους με τον βαρύ χειμώνα και εγκαταλείποντας στην τύχη τους την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας, την κοιτίδα των Περσών και το παγκοσμίως μεγαλύτερο θησαυροφυλάκιο εκείνης της εποχής. Ο διοικητής της Περσίδας συγκέντρωσε όλες του τις δυνάμεις στις Περσίδες Πύλες, διαπράττοντας ακόμη ένα ανεξήγητο λάθος, διότι ούτε άλλη γραμμή άμυνας είχε προετοιμάσει ούτε τα μονοπάτια, που παρέκαμπταν τις πύλες και οδηγούσαν στα νώτα του, είχε εξασφαλίσει. Από την αυστηρά στρατιωτική άποψη η βαρυχειμωνιά και το πολύ χιόνι καθώς κι ότι τα μονοπάτια ήταν άγνωστα στον εισβολέα, τονίζουν την πειθαρχία και την αποτελεσματικότητα του μακεδονικού στρατού, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν ως επαρκής δικαιολογία για την αποτυχία του Αριοβαρζάνη. Ο σατράπης της Περσίδας επέλεξε για τις δυνάμεις του την τύχη των ελληνικών δυνάμεων στις Θερμοπύλες, όταν ο Έλληνας αυτόμολος οδήγησε τις περσικές όπως ο Λύκιος βοσκός τον Αλέξανδρο. Όμως αντίθετα προς τους Έλληνες τότε, οι Πέρσες τώρα αιφνιδιάσθηκαν πλήρως και δεν απέσυραν κανένα τμήμα τους, για να πολεμήσει κάπου αλλού αργότερα. Δεν χωρεί καμία ωραιοποίηση και δεν υπάρχει καμία δικαιολογία. Στη μάχη των Γαυγαμήλων διαλύθηκε ολοκληρωτικά η περσική ανώτατη στρατιωτική διοίκηση και η αντίσταση του Αριοβαρζάνη ήταν μία πατριωτική, αλλά άσχημα οργανωμένη και αναποτελεσματική ενέργεια. Για πολλοστή φορά οι Πέρσες μαχητές επέδειξαν την ανδρεία τους, αλλά οι Πέρσες στρατιωτικοί ηγέτες ήταν υπεύθυνοι για τις απώλειες των ανδρών τους και τη ζημιά στο ηθικό όσων γλύτωσαν, ενώ κατέστρεψαν δυνάμεις, στερώντας τες από τις μελλοντικές αναμετρήσεις. Θα ήταν καλύτερα για τα σατραπικά στρατεύματα να εγκατέλειπαν αμαχητί τις Πύλες και να οπισθοχωρούσαν, για να πολεμήσουν κάπου αλλού οργανωμένοι σωστά. Αντ’ αυτού περιορίστηκαν να προβάλλουν διαρκώς και σε αλλεπάλληλες φάσεις μικρής κλίμακας αντίσταση, η οποία αφενός δεν αναχαίτισε τον Αλέξανδρο και αφετέρου πνίγηκε στο αίμα. Μόλις λίγους μήνες αργότερα οι αγανακτισμένοι Πέρσες πατριώτες θα έθεταν τέλος στην εξουσία και τη ζωή του αναποτελεσματικού Αχαιμενίδη βασιλιά, αλλά τα λάθη και οι παραλείψεις της διοίκησής του είχαν προξενήσει ανεπανόρθωτη ζημία και η αντίστασή τους, απλώς θα καθυστερούσε το μοιραίο. Ο Αλέξανδρος επρόκειτο να θέσει οριστικά τέλος στην αυτοκρατορία των Αχαιμενιδών.
Με την κατάληψη των Περσίδων Πυλών στα μέσα Ιανουαρίου του 330 ο δρόμος προς την σχεδόν άγνωστη στους Έλληνες πρωτεύουσα των Αχαιμενιδών ήταν ανοιχτός. Ο Αλέξανδρος πέρασε γρήγορα τον ποταμό Αράξη (Κύρο), που είχαν γεφυρώσει οι Αμύντας, Φιλώτας και Κοίνος. Προήλαυνε γρήγορα, για να μην προλάβουν οι φρουροί της Περσέπολης να φύγουν με το Δημόσιο Ταμείο. Κατά τον Διόδωρο καθώς ο Αλέξανδρος προέλαυνε, ο κυβερνήτης της Περσέπολης, Τιριδάτης, του έστειλε επιστολή και τον πληροφορούσε ότι ο Δαρείος έστελνε δυνάμεις, για να την υπερασπισθούν. Αν όμως προλάβαινε εκείνος να φτάσει πρώτος, θα παραλάμβανε την πρωτεύουσα χωρίς αντίσταση. Αν ο Δαρείος πράγματι ήθελε να στείλει υπερασπιστές στην Περσέπολη, είναι απορίας άξιο, γιατί δεν το έπραξε νωρίτερα. Ο Τιριδάτης, βέβαια, ήλπιζε ότι η προθυμία του θα αμειβόταν με τη συνήθη γενναιοδωρία του Αλεξάνδρου, εκείνος όμως είχε προαποφασίσει την ολοσχερή καταστροφή της. Κατά τον Κούρτιο ο Τιριδάτης προσκάλεσε τον Αλέξανδρο να μπει στην πόλη, πριν τη λεηλατήσουν οι κάτοικοί της, εκδοχή που φαίνεται λογικότερη από εκείνη του Διόδωρου.
Καθ’ οδόν προς την Περσέπολη συνάντησε 800 εκτοπισμένους Έλληνες μεγάλης ηλικίας, που ήταν επιστήμονες, τεχνίτες και γενικά υψηλής μόρφωσης άτομα. Τους είχαν εκτοπίσει από τις μακρυνές πατρίδες τους οι προηγούμενοι Πέρσες βασιλιάδες και τους είχαν ακρωτηριάσει όλα τα μέλη του σώματος εκτός από εκείνα, που ήταν απαραίτητα για την άσκηση της επιστήμης ή της τέχνης τους. Το οικτρό θέαμά τους προκάλεσε την αγανάκτηση όλης της στρατιάς, που απαίτησε εκδίκηση, και ο Αλέξανδρος δεσμεύθηκε να τους στείλει πίσω στις πατρίδες τους. Όμως εκείνοι σκέφτηκαν ότι θα καλύτερα ως ομοιοπαθούντες να παραμείνουν όλοι μαζί, αντί να διασκορπιστούν μετά από τόσα χρόνια εξορίας στις πατρίδες τους, όπου θα προκαλούσαν οίκτο και φρίκη με την εμφάνισή τους. Ο Αλέξανδρος συμφώνησε, τους έδωσε από 3.000 δραχμές, 5 ανδρικές και 5 γυναικείες ενδυμασίες, 2 ζεύγη βοδιών, 50 πρόβατα, 50 μεδίμνους (περίπου 2.592 λίτρα) πυρών, τους απάλλαξε από κάθε βασιλικό φόρο και διέταξε τους τοπικούς άρχοντες να φροντίζουν ώστε να μην τους αδικήσει κανείς.
Σχετικά με αυτό το περιστατικό και συμπληρωματικά προς τις προβληματικές αναφορές για τους Γορτυαίους των Γαυγαμήλων και τους Βοιωτούς της Σιττακηνής πρέπει να παρατηρήσουμε ότι ο Ηρόδοτος κάνει λόγο για Ερετριείς, τους οποίους εκτόπισαν οι Πέρσες το 490 μετά τη μάχη του Μαραθώνα και τους εγκατέστησαν στην Αρδερίκκη περί τα 210 στάδια (39 χμ) από τα Σούσα, δηλαδή πράγματι πάνω στο δρομολόγιο του Αλεξάνδρου, όπου λέγεται ότι τους συνάντησαν κι άλλοι Έλληνες δύο αιώνες μετά τον Αλέξανδρο. Όμως βάζει σε σκέψεις ο παραδιδόμενος ο ακρωτηριασμός αυτών, που λογικά θα ήταν απόγονοι των Ελλήνων που είχαν εκτοπιστεί 159 χρόνια νωρίτερα. Επίσης οι Ερετριείς του Ηρόδοτου είχαν εγκατασταθεί μεν σε περιοχή την οποία διέσχισε ο Αλέξανδρος, αλλά κατήγοντο όλοι από την ίδια πόλη σε αντίθεση προς τους ακρωτηριασμένους, που κατήγοντο από διαφορετικές πόλεις. Τέλος οι «προηγούμενοι Πέρσες βασιλιάδες» δεν μπορεί να ήταν άλλοι από τον Αρσή και τον Αρταξέρξη τον Ώχο, αφού οι τιμωρημένοι από τους Δαρείο και Ξέρξη των περσικών πολέμων, θα είχαν πεθάνει από γεράματα. Μένει λοιπόν να υποθέσουμε ότι η ευρύτερη εκείνη περιοχή χρησιμοποιήθηκε από τους Πέρσες ως τόπος εξορίας Ελλήνων αντικαθεστωτικών, αν και υπάρχει το ενδεχόμενο οι ακρωτηριασμένοι Έλληνες να είναι μύθευμα με βάση τους εξόριστους Ερετριείς και τη διακήρυξη του Αλεξάνδρου ότι ήθελε να εκδικηθεί την περσική εισβολή.
Στις Πασαργάδες (Μουργκάμπ) ο Αλέξανδρος πήρε τα χρήματα από το θησαυρό του Κύρου Α΄. Λίγες μέρες αργότερα, στα τέλη Ιανουαρίου ή αρχές Φεβρουαρίου του 330 π.Χ. προελαύνοντας επί της Βασιλικής Οδού μπήκε στην Περσέπολη και αμέσως παρέλαβε το θησαυροφυλάκιο. Οι θησαυροί του Κύρου κατά τον Αρριανό βρίσκονταν στις Πασαργάδες. Κατά τον Διόδωρο βρίσκονταν στην Περσέπολη και ήταν το έσχατο αποθεματικό ταμείο, όπου από τον καιρό του ιδρυτή της αυτοκρατορίας είχε συσσωρευτεί χρυσός και άργυρος συνολικής αξίας 120.000 αργυρών ταλάντων. Επιπλέον αυτού του ποσού στα ιδιαίτερα διαμερίσματα του Μεγάλου Βασιλέως βρέθηκε το προσωπικό του ταμείο με 8.000 τάλαντα. Ο Αλέξανδρος για να τα μεταφέρει, διέταξε να φέρουν από τα Σούσα, τη Βαβυλώνα και τη Μεσοποταμία πολλά μουλάρια για φόρτωμα ή έλξη αμαξών καθώς και 3.000 καμήλες. Κατά τον Πλούταρχο ο θησαυρός της Περσέπολης ήταν όσος και των Σούσων (40.000 αργυρά τάλαντα) και για τη μεταφορά του χρειάσθηκαν 10.000 ζεύγη μουλαριών και 5.000 καμήλες. Κατά τον Κούρτιο κατασχέθηκαν 6.000 τάλαντα στις Πασαργάδες και 120.000 τάλαντα στην Περσέπολη. Μετά ο Αλέξανδρος διέταξε τη στρατιά του να λεηλατήσει την πόλη, εξαιρώντας τα ανάκτορα. Οι άντρες σφαγιάσθηκαν, οι γυναίκες σύρθηκαν στην αιχμαλωσία και ο πλούτος της αυτοκρατορικής πρωτεύουσας διαρπάχτηκε. Στην έξαψη της πλεονεξίας τους οι στρατιώτες του Αλεξάνδρου έκοβαν τα λάφυρα σε κομμάτια, για να τα μοιρασθούν, ενώ κάποιοι δεν δίστασαν να σκοτώσουν τους συμπολεμιστές τους, για να τους αρπάξουν τη λεία. Τέτοια ήταν η λεηλασία, που υπέστη η πλουσιότερη πόλη στον τότε κόσμο, ώστε τα κινητά ευρήματα των αρχαιολογικών ανασκαφών ήταν εντελώς ασήμαντα. Τα λάφυρα, που επισήμως μοιράσθηκαν στους στρατιώτες ως αμοιβή, ήταν συνολικής αξίας 13.000 ταλάντων, ενώ όσα άρπαξαν μόνοι τους, ήταν πολύ μεγαλύτερης αξίας. Ο Αλέξανδρος μετέφερε μέρος του θησαυρού στα Σούσα για φύλαξη και τον υπόλοιπο τον πήρε μαζί του για τη χρηματοδότηση των πολεμικών επιχειρήσεων.
Στη διάρκεια ενός συμποσίου η ερωμένη του Πτολεμαίου του Λάγου, η Αθηναία εταίρα Θαΐς, ζήτησε από τον Αλέξανδρο να την αφήσει να πυρπολήσει τα περσικά ανάκτορα. Υποστήριξε ότι η σωστή εκδίκηση θα ήταν να πυρποληθεί ο οίκος του Ξέρξη από μία κάτοικο της πόλης, που είχε πυρπολήσει εκείνος. Απευθυνόταν σε νεαρούς αξιωματικούς, που μόλις είχαν συντρίψει την μοναδική υπερδύναμη της εποχής και βρίσκονταν ήδη σε κατάσταση ευθυμίας. Δεν δυσκολεύτηκε λοιπόν να τους πείσει και σε λίγο οι συνδαιτυμόνες συνοδευόμενοι από τις αυλητρίδες, τις ορχηστρίδες και κρατώντας δάδες στα χέρια κατευθύνονταν στα ανάκτορα. Ο Αλέξανδρος και η Θαΐς έριξαν τις πρώτες δάδες και όλοι οι παρευρισκόμενοι πίστεψαν ότι ο Αλέξανδρος με την πυρπόληση των ανακτόρων έδειχνε την πρόθεσή του να γυρίσει στην πατρίδα.
Αυτή είναι αναμφίβολα μία βολική για την υστεροφημία του Αλεξάνδρου εκδοχή, την οποία προφανώς κατασκεύασαν οι γνωστοί επικοινωνιολόγοι και παραδίδουν μερικοί ιστορικοί. Ο Πλούταρχος αναγνωρίζει ως ενδεχόμενο, ο Αλέξανδρος να είχε προαποφασίσει την πυρπόληση των ανακτόρων, αλλά ισχυρίζεται ότι τελικά μετάνιωσε και προσπάθησε να σβήσει τη φωτιά. Ο Κούρτιος δεν βρίσκει πρόθεση, αλλά αποδίδει τον εμπρησμό στη μέθη και προσθέτει ότι ο Αλέξανδρος μόλις συνήλθε την επομένη, μετάνιωσε. Αντίθετα, ο Αρριανός, ο οποίος συχνά χαρακτηρίζεται ως απολογητής του Αλεξάνδρου, δεν ασχολείται με προφάσεις και δεν αναγνωρίζει ελαφρυντικά. Είναι κατηγορηματικός ότι ο Αλέξανδρος είχε πρόθεση να πυρπολήσει τα ανάκτορα, ενέργεια την οποία χαρακτηρίζει εσφαλμένη. Ο Παρμενίων προσπάθησε να τον αποτρέψει λέγοντας ότι δεν θα κατέστρεφε ξένη περιουσία, αλλά τη δική του και ότι παράλληλα θα έδειχνε σε όλους τους ασιάτες ότι δεν αποτελούσε διάδοχη πολιτική κατάσταση, αλλά ήταν ένας άπληστος επιδρομέας. Όμως ο Αλέξανδρος ήταν αμετάπειστος και έλεγε ότι θα πυρπολούσε τα ανάκτορα, για να εκδικηθεί τους Πέρσες, που εισέβαλαν στην Ελλάδα, κατέσκαψαν την Αθήνα, πυρπόλησαν τα ιερά και προκάλεσαν τόσες συμφορές στους Έλληνες.
Καταστρέφοντας ολοσχερώς την Περσέπολη δήλωνε σε όλους ότι η δυναστεία των Αχαιμενιδών και η κοσμοκρατορία των Περσών είχε λάβει τέλος. Όλοι οι λαοί της πρώην αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών είχαν νέο ηγέτη, αποδεδειγμένα ισχυρότερο από τον προηγούμενο και προς το συμφέρον τους να επιδιώξουν την εύνοια και όχι την οργή του. Στους στρατιώτες του έδωσε την ευκαιρία να προσπορισθούν ασύλληπτα πλούτη. Αυτά αποτελούσαν μία επιπλέον ανταμοιβή για τους μέχρι τότε κόπους τους και υπόσχεση για ακόμη μεγαλύτερες απολαβές στο μέλλον. Στους Έλληνες ειδικά δήλωνε με εντυπωσιακό τρόπο ότι εξετέλεσε τις εντολές του Κοινού Συνεδρίου τους και τιμώρησε τους Πέρσες για τις καταστροφές και ιεροσυλίες, που είχαν διαπράξει κατά την εισβολή του Ξέρξη.
Σύμφωνα με τα πολεμικά ήθη και η σημειολογία της εποχής μετά βίας μπορούμε να θεωρήσουμε τα παραπάνω ως επαρκείς λόγους για τη λεηλασία της Περσέπολης, ενώ η πυρπόληση των ανακτόρων ήταν αδικαιολόγητος βανδαλισμός και ακατανόητη απόφαση. Οι στρατιώτες του Αλεξάνδρου ήταν ήδη καλοπληρωμένοι και δεν προβλεπόταν έλλειψη χρημάτων για τις μελλοντικές αμοιβές τους, εντούτοις τους ενθάρρυνε να ικανοποιήσουν την πλεονεξία τους. Τις συνέπειες αυτού του λάθους θα αντιμετώπιζε αργότερα σε μεγαλύτερη έκταση, όταν οι αξιωματούχοι του θα αγνοούσαν τις διαταγές του για χρηστή διοίκηση των κατακτημένων λαών και θα επιδίδονταν στην ικανοποίηση των ταπεινότερων ένστικτων τους. Ανεξάρτητα απ’ αυτά, η κατάληψη και καταστροφή της Περσέπολης αποτελεί σημαντικότατο ορόσημο για τις επόμενες εξελίξεις. Οι Πέρσες τιμωρήθηκαν, τα πατρογονικά τους εδάφη κατακτήθηκαν, η πρωτεύουσά τους καταστράφηκε, η εντολή του Κοινού Συνεδρίου των Ελλήνων υλοποιήθηκε και σύντομα οι αποφάσεις του Αλεξάνδρου θα αφορούν πλέον μόνο τους υπηκόους του βασιλείου του, τους Μακεδόνες. Ο Δαρείος βέβαια δεν είχε συλληφθεί ακόμη και αποτελούσε εν δυνάμει κίνδυνο, όμως ο χρόνος είχε αρχίσει να μετρά αντίστροφα για τον Αλέξανδρο. Πλησίαζε γρήγορα το τέλος της ανοχής των συμμάχων, αλλά και των ίδιων των Μακεδόνων στις αποφάσεις του.
Το μοναδικό δρομολόγιο, που οδηγούσε από την Περσέπολη στη Μηδία και τα Εκβάτανα (Χαγκματάνα, το σημερινό Χαμαντάν), ήταν η Βασιλική Οδός και περνούσε από τη διάβαση Ντέχ-Μπίντ, που βρίσκεται σε υψόμετρο 2.700μ και συνήθως παραμένει αποκλεισμένη από χιόνια και πάγους σε μήκος πολλών χιλιομέτρων ως τον Απρίλιο. Μετά τη διάβαση Ντέχ-Μπίντ εκτεινόταν η Γαβιηνή από τα Ασπάδανα (Ισφαχάν) ως τα Εκβάτανα, που έχει τον βαρύτερο χειμώνα όλης της Περσίας. Οι ορεινές διαβάσεις εκεί κλείνουν από χιόνια και πάγους, που συχνά ξεπερνάνε σε ύψος τα 3 μέτρα, ενώ ακόμη και το Μάρτιο το ύψος τους δεν είναι μικρότερο από ένα μέτρο. Ο Δαρείος προστατευμένος από αυτήν την απρόσβλητη φυσική οχύρωση, ξεχειμώνιαζε ασφαλής στα Εκβάτανα με όσο στρατό του παρέμενε πιστός. Είχε αποφασίσει να παραμείνει στη Μηδία παρακολουθώντας τις κινήσεις του Αλεξάνδρου. Αν εκείνος προήλαυνε εναντίον του, θα υποχωρούσε μέσα από την Παρθυαία και την Υρκανία ως τα Βάκτρα, εφαρμόζοντας την τακτική της καμένης γης, ώστε να ανακόψει την προέλασή του. Για να αυξήσει την ευελιξία και την ταχύτητά του, είχε στείλει το χαρέμι και τα υπάρχοντά του με τις αρμάμαξες (κλειστές άμαξες) στις νότιες Κάσπιες Πύλες.
Δεν γνωρίζουμε πότε πληροφορήθηκε ο Αλέξανδρος ότι ο Δαρείος βρισκόταν στα Εκβάτανα, αλλά όσο νωρίς κι αν συνέβη αυτό, δεν μπορούσε να κινηθεί νωρίτερα απ’ όσο πράγματι έπραξε. Ο λόγος, που δεν επέστρεψε από την Περσέπολη στα Σούσα για να προελάσει από εκεί προς τα Εκβάτανα, είναι ότι ήδη είχε απορροφήσει τα εφόδια από την περιοχή προελαύνοντας προς την Περσίδα, οπότε δεν θα μπορούσε να υπολογίζει σε δυνατότητα ανεφοδιασμού του κατά την επάνοδο, πολύ περισσότερο αν συνυπολογίσουμε και την επιβάρυνση, που είχαν προκαλέσει στα αποθέματα και την παραγωγή, οι κινήσεις των περσικών στρατευμάτων. Ο Αλέξανδρος παρέμεινε στην Περσέπολη επί 4 μήνες, μέχρι να περάσει ο βαρύς χειμώνας του περσικού υψιπέδου και να πλησιάσει ο Ιούνιος, στις αρχές του οποίου άρχιζε η συγκομιδή στο Ζάγκρο. Λογικά, η πυρπόληση των ανακτόρων της Περσέπολης πρέπει να έγινε λίγο πριν την αναχώρηση της στρατιάς για τη Μηδία, αν και κάποιοι τεκμαίρουν από τα αρχαιολογικά ευρήματα ότι η πυρπόληση έγινε ταυτόχρονα με τη λεηλασία.
από τον ιστότοπο:
http://www.alexanderofmacedon.info/greek/A1gr.htm
Ετικέτες
ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ ΣΤΗΝ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΣΙΑ
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)