Αναγνώστες

Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2010

ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΠΛΑΤΩΝΟΣ

Βιβλίο Α’

328c : (Κέφαλος) «Γιατί να είσαι βέβαιος (Σωκράτη) για μένα, ότι όσο ατονούν οι άλλες σωματικές απολαύσεις, άλλο τόσο αυξάνονται οι επιθυμίες των συζητήσεων»

329c : (Σοφοκλής) « Ελευθερώθηκα με πολύ μεγάλη ευχαρίστηση από αυτό, όπως αν είχα έναν λυσσασμένο και άγριο αφέντη πάνω από το κεφάλι μου» (εννοεί τα πάθη)

330 b : (Κέφαλος) Ούτε ένας φρόνιμος θα περνούσε καλά γεράματα συνδυαζόμενα με την φτώχεια, ούτε όμως ένας παράλογος θα περνούσε καλά στα γεράματα του παρόλα τα πλούτη του»

330 d :(Κέφαλος) «Γιατί όσα λέγονται για τον Άδη, ότι όποιος έκανε αδικίες εδώ, τις ξεπληρώνει εκεί, ενώ πριν θεωρούντο γελοία, τώρα κλονίζουν την πεποίθηση του, μήπως δηλαδή είναι αλήθεια»

331 b: (Κέφαλος) «θεωρώ πως ο πλούτος έχει μεγάλη αξία, όχι όμως για τον οποιονδήποτε, αλλά για τον λογικό και τίμιο άνθρωπο.

332 c: Ο ποιητής Σιμωνίδης θεωρούσε ότι το δίκαιον είναι να ανταποδίδεις στον καθένα ότι του αρμόζει, το καλό στον καλό και το κακό στον κακό.

334 c: (Σωκράτης) « άραγε δεν πέφτουν οι άνθρωποι έξω στο εξής; Να θεωρήσουν καλούς πολλούς που δεν είναι, οπότε και κακούς πολλούς που δεν είναι;»
«κατά την γνώμη αυτών λοιπόν, οι μεν καλοί είναι εχθροί, ενώ οι κακοί φίλοι»...

335 c: (Σωκράτης) «Οι άνθρωποι φίλε, όταν βλάπτονται χειροτερεύουν, ως προς την αρετή που προσιδιάζει τους ανθρώπους»

335 d: (Σωκράτης) «Άρα δεν είναι ιδιότητα του δίκαιου να βλάπτει, Πολέμαρχε, ούτε φίλο ούτε κανέναν. Αυτή η ιδιότητα ανήκει στον αντίθετο χαρακτήρα, δηλ του άδικου.

338 c: (Θρασύμαχος, Σοφιστής) «Εγώ συγκεκριμένα υποστηρίζω ότι το δίκαιον είναι το συμφέρον του ισχυρότερου»

339 a: (Θρασύμαχος) η κάθε αρχή, νομοθετεί σύμφωνα με το συμφέρον της. Η δημοκρατία θεσπίζει νόμους δημοκρατικούς, η Τυραννία Τυραννικούς κ.ο.κ.
Και όταν θεσπίζουν νόμους, ισχυρίζονται ότι αυτό είναι το δίκαιον, και όποιος παραβαίνει τον νόμο τον τιμωρούν σαν παρανομήσαντα και άδικο.

342 c: (Σωκράτης) «Η Ιατρική δεν επιδιώκει το δικό της συμφέρον αλλά του σώματος, η Ιππευτική αναλόγως, και όλες οι τέχνες δεν επιζητούν το συμφέρον του εαυτού τους αλλά για τον πραγματικό λόγο ύπαρξης και εφεύρεσης των, δηλ για εκείνους για του οποίους υπάρχουν. Επομένως καμία επιστήμη δεν αποβλέπει στο συμφέρον του ισχυρότερου ούτε κάτι τέτοιο απαιτεί, αλλά του ασθενέστερου που είναι υπό την εξουσία της.

343 d: (Θρασύμαχος) Παντού ο δίκαιος μειονεκτεί έναντι του αδίκου.

1. Σε συνεταιρισμούς που χαλάνε, ο κερδισμένος βγαίνει ο άδικος
2. Σε εισφορές – φόρους: ο δίκαιος πληρώνει, ο άδικος όχι
3. Σε επιδοτήσεις: ο άδικος καταφέρνει να πάρει, ο δίκαιος μένει απέξω
4. (Θρασύμαχος) Δημόσια Λειτουργία: ο δίκαιος για να βοηθήσει το σύνολο αν δεν πάθει ζημιά (από τους αδίκους) θα χειροτερέψει τα οικονομικά του (ένα αντιθέσει με τους Αδίκους), και επειδή δεν θα κάνει εξυπηρετήσεις (κοινώς ρουσφέτια) δεν θα είναι αγαπητός και αρεστός (εν αντιθέσει με τους άδικους)

344 a: (Θρασύμαχος) Όσοι κατηγορούν την αδικία, δεν το κάνουν επειδή φοβούνται να την κάνουν, αλλά φοβούνται να μην την πάθουν (οι πονηροί)

347 b: (Σωκράτης) Δεν γνωρίζεις ότι η φιλοδοξία και η φιλαργυρία θεωρείται και είναι ντροπή; Γι αυτό είπα ότι οι άριστοι δεν θέλουν την εξουσία χάριν χρημάτων ή τιμών.

347 c: (Σωκράτης) «Η πιο μεγάλη τιμωρία είναι να διοικείται κανείς από τους χειρότερους του

347 d: (Σωκράτης) Και εδώ ακριβώς μπορεί να γίνει φανερό ότι ο πραγματικός άρχοντας δεν έγινε για να επιδιώκει το δικό του συμφέρον αλλά των υπηκόων του.

351 a: (Σωκράτης) Η αδικία είναι αμάθεια (άγνοια)

351 c: (Σωκράτης) «Νομίζεις ότι μια πόλις ή ένα στρατόπεδο ή μια συμμορία κλεφτών ή ληστών ή κάθε άλλη ομάδα, που με κοινή συνεργασία κάνει μια αδικία, θα μπορούσε να επιτύχει τίποτα, αν ο ένας αδικούσε τον άλλον; Άρα η αδικία προκαλεί ξεσηκωμούς και μίση και μάχες μεταξύ τους, ενώ αντιθέτως η δικαιοσύνη προκαλεί ομόνοια και φιλία.»

352 a: (Σωκράτης) «επομένως η αδικία έχει την χαρακτηριστική επίδραση , όπου επιπέσει, σε πόλη ή σε ομάδα ή στρατόπεδο, ή σε σύνολο ανθρώπων, πρώτα πρώτα να το καθιστά ανίκανο να δημιουργήσει κάτι θετικό λόγω της διχόνοιας και των καυγάδων, και ακόμα βάζει την έχθρα μέσα στις ψυχές των ανθρώπων, και τον εαυτό τους, και για τους αδίκους και τους δίκαιους.

352 b: (Σωκράτης) « Εδώ βλέπουμε τελικά πως οι δίκαιοι είναι πιο ισχυροί διότι αν επιχειρήσουν κάτι από κοινού (για ένα θέμα που δεν μπορεί κάποιος μόνος του) θα το καταφέρουν, ενώ οι άδικοι δεν μπορούν να πράξουν τίποτα από κοινού.


Βιβλίο Β’

359 b: (Γλαύκωνας) «Όσοι εφαρμόζουν την δικαιοσύνη, το κάνουν όχι επειδή το θεωρούν δίκαιον, αλλά από αδυναμία να αδικήσουν»
« αν δώσουμε λοιπόν σε έναν δίκαιο και σε έναν άδικο εξουσία να κάνουν ότι θέλουν, και τους παρακολουθήσουμε από απόσταση να δούμε που θα τους οδηγήσει η επιθυμία τους, τότε θα δούμε τον άδικο και τον (υποτιθέμενα) δίκαιο, ότι και οι δυο θα κινηθούν προς ακριβώς στον ίδιο στόχο λόγω πλεονεξίας. Κάτι που εκ φύσεως κάθε πλάσμα θεωρεί ως καλό»

361 a: (Γλαύκωνας) «Η μεγαλύτερη αδικία είναι να θεωρείται κανείς δίκαιος χωρίς να είναι»

361 e: (Γλαύκωνας) Ο δίκαιος θα τύχει πολλών κακουχιών από το άδικο σύνολο (ομήγυρης ‐ κοινωνία), και τελικά αφού πάθει όλα αυτά θα θεωρήσει ότι το σωστό είναι να μην είναι δίκαιος αλλά να φαίνεται ως δίκαιος είτε συνειδητά (είτε υποσυνείδητα)

363 c: (Αδείμαντος) Τους δε ασεβής και αδίκους τους γκρεμίζουν μέσα σε έναν βόρβορο στον Άδη, και τους υποχρεώνουν να κουβαλάνε νερό μέσα σε κόσκινο (είναι ο γνωστός πίθος των Δαναϊδων, το μαρτύριο των ακόρεστων επιθυμιών)

364 a: (Αδείμαντος) «Όμως πιο επωφελή θεωρούν οι πολλοί τα άδικα από τα δίκαια και με ευκολία καλοτυχίζουν και τιμούν και κατ ιδίαν και δημοσίως, τους πλουσίους παλιανθρώπους και τους εν γένει δυνατούς, ενώ περιφρονούν τους δικαίους.

364 d: (Αδείμαντος) «Μπορείς με τρόπο εύκολο να πάρεις κακία με το τσουβάλι. Ο δρόμος της στρωτός και είναι κοντά, μα για την αρετή ζητούν πολύ ιδρώτα οι θεοί, και ο δρόμος μακρύς και δύσκολος και ανηφορικός» Ησίοδος «έργα και ημέραι» 287‐9

364 e: (Αδείμαντος) «Ένα πλήθος βιβλίων, σύμφωνα με τα οποία τελούν τις ιεροτελεστίες πείθοντας όχι μόνο ιδιώτες αλλά και πόλεις ότι μπορούν να πετύχουν άφεση αμαρτιών και εξαγνισμό από τα αδικήματα τους με τις θυσίες και ευχαριστίες και διασκεδάσεις όσο είναι εν ζωή. Αλλά και για τους πεθαμένους υπάρχουν ιεροτελεστίες τις οποίες ονομάζουν τελετές και μας λυτρώνουν από τις τιμωρίες του κάτω κόσμου ενώ αν δεν έχουμε κάνει θυσίες μας περιμένουν βάσανα»
(Αδείμαντος) «το να είμαι δίκαιος χωρίς να το δείχνω, Η ΕΝΤΥΠΩΣΗ ΕΙΝΑΙ ΠΙΟ ΔΥΝΑΤΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ»

365 d: (Σωκράτης) «αλλά τους θεούς ούτε να τους ξεγελάσεις μπορείς, ούτε να τους νικήσεις»

366 a: (Σωκράτης) «άλλα στον Άδη θα τιμωρηθούμε για τις εδώ αδικίες μας ή εμείς ή τα παιδιά των παιδιών μας»

366 c: (Αδείμαντος) «Με εξαίρεση τους θεοφώτιστους και τους σοφούς, κανείς άλλος δεν είναι δίκαιος με την θέληση του, αλλά κατηγορεί την αδικία από την ανανδρία ή γηρατειά ή κάποια άλλη αδυναμία, επειδή ακριβώς αδυνατεί να αδικήσει. Και για να το αποδείξουμε, ο πρώτος από αυτούς τους ανθρώπους, όταν αποκτήσει δύναμη, πρώτος αρχίζει να αδικεί όσο περισσότερο μπορεί.

367 a: (Αδείμαντος) «...ώστε να καταδείξει πως η αδικία είναι το μεγαλύτερο κακό για την ψυχή, ενώ η δικαιοσύνη είναι το μεγαλύτερο καλό. Γιατί αν μας το λέγατε από την αρχή, όλοι εσείς, και μας πείθατε από νεανικής ηλικίας, δεν θα χρειαζόταν ο ένας να προσέχει τον άλλον μην αδικήσει, αλλά ο καθένας θα ήταν ο ίδιος άριστος φύλακας του εαυτού του, από φόβο και σεβασμό μην αδικώντας βάλει συγκάτοικο μέσα στην ψυχή του αυτό το μέγιστο κακό που λέγεται αδικία»

369 b: (Σωκράτης) «Μια πολιτεία γεννιέται, επειδή όπως νομίζω ο καθένας μας δεν είναι αυτάρκης, αλλά έχει ανάγκη πολλών πραγμάτων.»
«επειδή είχαν πολλές ανάγκες, μάζεψαν σε μια συγκατοίκηση πολλούς για επικοινωνία και αλληλοβοήθεια, και σ αυτήν την συγκατοίκηση δώσαμε το όνομα Πόλις»

370 a: (Σωκράτης) «ο καθένας γεννιέται με κάποιες διαφορές από τον άλλον εκ φύσεως, ώστε να είναι πιο κατάλληλος της μιας ή της άλλης εργασίας»

377 a: (Σωκράτης) «δεν ξέρεις ότι αρχικώς στα παιδιά λέμε μύθους; Κι αυτό το σύνολο του είναι ένα ψέμα, που όμως υπάρχει μέσα του και αλήθεια; Αρχικά λοιπόν εφαρμόζουμε στα παιδιά την παιδεία με μύθους και γυμναστική.»

378 d: (Σωκράτης) «Γιατί ο νέος δεν μπορεί να διακρίνει τι είναι αλληγορία και τι όχι. Αλλά όσα ο νέος αποδεχθεί μέσα του δεν σβήνονται, ούτε αποβάλλονται μετά, Γι αυτό τον λόγο πρέπει να κάνουμε το παν ώστε να ακούνε τα παιδιά τους καλύτερους μύθους που οδηγούν στην αρετή»

379 b: (Σωκράτης) «Δεν είναι ο δημιουργός Θεός οπωσδήποτε αγαθός; το αγαθό μπορεί να είναι βλαβερό; Όχι, οπότε το μη βλαβερό (αγαθό) δεν βλάπτει, άρα ο αγαθός Θεός δεν είναι δυνατόν να βλάψει, ΑΡΑ το αγαθόν δεν είναι η αιτία των πάντων, αλλά μόνο των αγαθών, οπότε για τα κακά άλλες αιτίες πρέπει να αναζητήσουμε και όχι τον Θεό.

380 d: (Σωκράτης) «άραγε, νομίζεις ότι ο Θεός είναι κανένας μάγος και ότι προσχεδιασμένα παρουσιάζεται με διαφορετική μορφή κάθε φορά, άλλοτε να μένει ο ίδιος απλώς αλλάζοντας μορφές, άλλοτε πάλι να μας εξαπατά, ώστε να νομίζουμε πως είναι κάτι άλλο ή ότι είναι αμετάβλητος και ότι ελάχιστα αλλάζει την μορφή του;»

381 b: (Σωκράτης) «Γενικά κάθε τι τέλειο εκ φύσεως ή από τέχνη ή και τα δύο, ελάχιστη μεταβολή δέχεται από εξωτερική αιτία»
«Από αυτή την άποψη, ο θεός ελάχιστες πιθανότητες έχει να αλλάζει μορφές, αλλά μήπως ο ίδιος θα αλλοίωνε και θα μεταμόρφωνε τον εαυτό του; Αν το έκανε αυτό θα τον μετέβαλε προς το καλύτερο ή προς το χειρότερο; Προς το χειρότερο εφόσον δεν μπορούμε να πούμε ότι ο Θεός υστερεί σε κάλλος και αρετή.»

382 a: (Σωκράτης) «Τι λοιπόν; Μπορεί ο Θεός να θέλει να μας εξαπατά με λόγια ή έργα προβάλλοντας προς εμάς ένα φάντασμα του εαυτού του;»

382 e: (Σωκράτης) «Άρα ο Θεός είναι από πάσης απόψεως απλός και φιλαλήθης, και στα λόγια και στα έργα, ούτε αλλάζει μορφή, ούτε εξαπατά τους άλλους, ούτε κατά διάνοια, ούτε με λόγια, ούτε με αποστολή σημείων προφητικών, ούτε στον ύπνο ούτε στο ξύπνια τους»


Βιβλίο Γ’

386 d: (Σωκράτης) «να φανούν σε θνητούς και αθανάτους τα φριχτά παλάτια του Άδη που και οι θεοί τα αποστρέφονται» ‐Όμηρος, Ιλιάδα Υ. 64‐65‐

387 a: (Σωκράτης) « Σαν τις νυχτερίδες στο βάθος της σπηλιάς της θεόρατης που πετούν με τσιρίσματα, και όταν καμιά απ τον σωρό ξεκολλήσει από την πέτρα, συμπαρασύρει και τις άλλες. Έτσι και οι ψυχές τα πετούσαν σαν κοπάδι» ‐Όμηρος, Οδύσσεια Ω. 6‐9‐
· Εδώ ο Σωκράτης αναφέρει ότι πρέπει να μην τα λέμε αυτά για να γίνουν οι φύλακες ελεύθεροι από τον φόβο

388 e: (Σωκράτης) « Θα πρέπει και να μην χαζογελάνε (οι φύλακες). Γιατί όποιος αφεθεί σε υπέρμετρο γέλιο, συνεπάγεται αυτό και σημαντική μεταβολή στην ψυχή.»

398+ εδώ ο Σωκράτης μιλάει για την μουσική, την χωρίζει σε 3 μέρη, τους στίχους, την αρμονία και τον ρυθμό. συνδέει μουσικές αρμονίες με καταστάσεις και συμπεριφορές όπως την κοσμιότητα, την ανδρεία ή ανελευθερία ύβρη και κακία. Ο Γλαύκωνας που είναι Μουσικός αναφέρει τα 3 είδη φθόγγων από όπου πηγάζουν όλες οι αρμονίες, βασισμένο στους Πυθαγόρειους( η κλίμαξ έχει 4 βασικούς φθόγγους, τά‐τέ‐τι‐τά).

399 e: (Σωκράτης) “Μα τον Κύνα» (Κύνας = Σείριος)

401 b: (Σωκράτης) «...και να τους εμποδίζουμε να παριστάνουν το πρόστυχο, το ακόλαστο και το ανελεύθερο και κακόγουστο, είτε στην ζωγραφική, είτε στα οικοδομήματα είτε σε άλλα έργα τους. Και αυτό να μην διαφθαρούν ψυχικά οι φύλακες (συνείδηση) μας χωρίς να το καταλάβουν»
Μετά την σημασία του ήχου, ο Σωκράτης βάζει στο παιχνίδι την εικόνα.

401 d: (Σωκράτης) «το βασικότερο μέρος της ανατροφής είναι η μουσική, επειδή εισχωρεί βαθιά μέσα στην ψυχή ο ρυθμός και η αρμονία και την εξουσιάζουν φέροντας μέσα της την ομορφιά και την κάνουν όμορφη, αν κάποιος έχει ανατραφεί σωστά, διαφορετικά συμβαίνουν τα αντίθετα»

402 b: (Σωκράτης) «Μα και τα είδωλα των γραμμάτων αν μας εμφανίζονταν στην επιφάνεια του νερού ή στον καθρέφτη (κάτοπτρον) δεν θα τα καταλαβαίναμε, αν δεν τα ξέραμε προηγουμένως»

403 d: (Σωκράτης) «όταν το σώμα είναι καλό σε κάτι, δεν κάνει και την ψυχή αντιστοίχως καλή, ενώ αν η ψυχή είναι καλή κάνει και το σώμα καλύτερο με την αρετή της.»

403 e: (Σωκράτης) « από την μέθη όπως είπαμε πρέπει να απέχουν οι νέοι»

405 a: (Σωκράτης) «και δεν θα βρεις μεγαλύτερη απόδειξη για την απαιδευσιά (κακή ανατροφή) μιας πόλης από το ότι χρειάζονται τους καλύτερους Ιατρούς και Δικαστές, όχι μόνο οι κατώτεροι, αλλά και αυτοί που υποτίθεται έχουν ανώτερη ανατροφή»

405 c: (Σωκράτης) «Αλλά ένεκα της κακογουστιάς του να φτάσει σε σημείο να καμαρώνει πως είναι επιδέξιος στις αδικίες και ότι μπορεί να αποφεύγει τις στρεψοδικίες και να βρίσκει ελιγμούς ώστε να μην τιμωρείται. Όλα αυτά τα κάνει για περιορισμένης αξίας πράγματα»

405 d: (Σωκράτης) «αλλά το να χρειάζονται κάποιοι την ιατρική όχι ένεκα πραγματικών λόγων αλλά ένεκα τεμπελιάς και κακής διατροφής, αναγκάζοντας τους ιατρούς να εφευρίσκουν ονόματα για τα καινούρια νοσήματα δεν είναι ντροπή;»

405 c: (Σωκράτης) «κάποιοι τραγικοί ποιητές, μην δίνοντας πίστη σε εμάς, λένε ότι ο Ασκληπιός ήταν γιός του Απόλλωνα, αλλά ότι έκανε καλά τον κόσμο που ήταν στο κατώφλι του θανάτου με χρήματα, και ένεκα τούτοι ο Ζευς του έριξε κεραυνό. Όμως εμείς δεν θα τους πιστέψουμε, αλλά θα πούμε πως αν ήταν υιός θεού, δεν θα ήταν αισχροκερδής, αν πάλι ήταν αισχροκερδής δεν θα ήταν υιός θεού.»

409 d: (Σωκράτης) «Ο πονηρός είναι καχύποπτος. Αυτός που διέπραξε πολλές μηχαρορραφίες και αδικίες, όταν κουβεντιάζει με όμοιούς του, δίνει την εντύπωση του σοφού και του έμπειρου, αλλά προκαλεί αυτήν την εντύπωση ορμώμενος από τα προσωπικά του παραδείγματα, ΟΤΑΝ ΟΜΩΣ ΒΡΕΘΕΙ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΕΝΑΡΕΤΟΥΣ, ΔΕΙΧΝΕΙ ΑΔΕΞΙΟΣ ΔΙΟΤΙ ΔΥΣΠΙΣΤΕΙ ΣΕ ΟΤΙ ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΟ, ΔΙΟΤΙ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΑΝΤΙΧΤΟΙΧΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ»
Η ΠΟΝΗΡΙΑ ΑΔΥΝΑΤΗ ΝΑ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΕΙ ΚΑΙ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΗΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΡΕΤΗ, ΕΝΩ Η ΑΡΕΤΗ ΔΥΝ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΗΣ ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΟΝΗΡΙΑ»

413 d: (Σωκράτης) «έτσι και τους νέους, να τους οδηγούμε σε τρομακτικές σκηνές και εικόνες, και μετά να τους επαναφέρουμε στις ηδονές, για να δούμε και να δοκιμάσουμε την ψυχή τους, καλύτερα από το χρυσάφι στην φωτιά, αν αντέχουν τους πειρασμούς και παρουσιάζονται ευπρεπείς σε κάθε περίσταση , όντας καλοί φύλακες του εαυτού τους και της παιδείας που πήραν, ώστε σε κάθε περίπτωση να υπακούουν στον ρυθμό και την αρμονία και να ωφελήσουν τον εαυτό τους και κατ επέκταση την πόλη τους. Κι όποιος αποδεχθεί καθαρός μέσα από τις δοκιμασίες, να τον κάνουμε άρχοντα και φύλακα της πόλης»
(αναφορά στα Ελευσίνια)

414 b: (Σωκράτης) «ο τέλειος φύλακας αντιμετωπίζει τους εξωτερικούς εχθρούς και τους εσωτερικούς φίλους με τρόπο, που οι μεν δεν τολμούν και οι δε δεν μπορούν να αδικήσουν»

415 e: (Σωκράτης) «τι πιο φοβερό και μεμπτό θα ήταν για τους βοσκούς, να τρέφουν τέτοια σκυλιά για την φύλαξη του κοπαδιού, που λόγω ακολασίας, να επιχειρούν να φάνε τα πρόβατα, και από σκυλιά φύλακες να εξομοιώνονται με τους λύκους»


Βιβλίο Δ’

422 a: ( Σωκράτης) «Ο πλούτος και η φτώχεια. Γιατί ο πρώτος προκαλεί την πολυτέλεια και την τεμπελιά και τάσεις ανατροπής, ενώ η δεύτερη φέρνει ανελευθερία, κακοτεχνία και την διάθεση επίσης για ανατροπές.»

426 a: ( Σωκράτης) «δεν έχει γούστο που θεωρούν τον μεγαλύτερο εχθρό τους, αυτόν που λέει την αλήθεια, ότι δηλαδή πριν να κόψουν το κρασί, την πολυφαγία και ερωτικές καταχρήσεις και την αδράνεια, ούτε τα φάρμακα, ούτε οι καυτηριάσεις, ούτε εγχειρήσεις, ούτε ξόρκια, ούτε φυλαχτά ούτε τίποτα άλλο δεν θα τους ωφελήσει;»

426 b: ( Σωκράτης) «ή δεν σου φαίνεται ότι οι πόλεις κάνουν τα ίδια με αυτούς; Όσες κακοδιοικούνται απαγορεύοντας στους πολίτες να μεταβάλλουν το κατεστημένο, με απειλή θανάτου για όποιον τολμήσει; Αντίθετα όποιος τους καλοπιάνει με τέτοια κακοδιαχείριση και τους κάνει το κέφι υποβοηθώντας τους και προβλέποντας τις διαθέσεις τους, αν καταφέρνει να τις ικανοποιεί, αυτός είναι ο άριστος και σοφός και δεν θα έχει τις καλύτερες τιμές;
(Αδείμαντος) «τους καμαρώνω, αλλά όχι αυτούς που έχουν εξαπατηθεί και νομίζουν ότι είναι πολιτικοί, επειδή επαινούνται από τους πολλούς»
( Σωκράτης) «ή μήπως δεν γνωρίσεις ότι ένας που δεν ξέρει να μετρά, όταν οι πολλοί (για κάποιο λόγο) του πουν ότι είναι ψηλός 4 πήχεις, δεν θα το πιστέψει;»

430 b: ( Σωκράτης) Ανδρεία εγώ ονομάζω, αυτή την δύναμη της ψυχής και την σωτήρια διατήρηση της ιδέας της σωστής και νόμιμης για το τι είναι φοβερό και τι όχι.

430 e: ( Σωκράτης) «δεν είναι γελοίο να λες ότι κάποιος ξεπέρασε τον εαυτό του; Γιατί όποιος ξεπερνάει τον εαυτό του, τον υποβιβάζει, κι όταν πέφτει τον ανεβάζει, αφού και στις δυο περιπτώσεις πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο.»
«αλλά μου φαίνεται ότι ο λόγος αυτός θέλει να πει ότι, μέσα στον ίδιο τον άνθρωπο υπάρχει κάτι καλό και κάτι κακό, όταν το καλό επικρατήσει του κακού λέμε πως αυτός ξεπέρασε τον εαυτό του, όμως εάν το κακό επικρατήσει, λόγω ανατροφής ή συναναστροφής, λέμε ότι ήταν κατώτερος του εαυτού του. Όταν το ανώτερο υπερισχύει του κατώτερου, πρέπει να του δίνουμε τον χαρακτηρισμό του σώφρονος και ανώτερου»

435 e: ( Σωκράτης) «θα ήταν αστείο να νομίζει κανείς ότι ο θυμοειδής χαρακτήρας μερικών πόλεων δεν προέρχεται από τους πολίτες των πόλεων. Η φιλομάθεια χαρακτηρίζει το δικό μας έθνος, η φιλοχρηματία τους φοίνικες και τους Αιγυπτίους.»

444 c: ( Σωκράτης) « τα μεν υγιεινά δίνουν υγεία, ενώ τα νοσηρά δίνουν αρρώστιες, επομένως και οι δίκαιες πράξεις παράγουν δικαιοσύνη, ενώ οι άδικες αδικία.»
«άρα η αρετή, είναι υγεία και ομορφιά και ευεξία της ψυχής, ενώ αντίθετα η κακία είναι αρρώστια και ασχήμια και αδυναμία της ψυχής»


Βιβλίο Ε’

Αναφορά στην Αδράστεια. Θεότητα αθωωτική για ακούσιους φόνους

452 c: (Σωκράτης) «να τους υπενθυμίσουμε ότι δεν πάει πολύς καιρός, από τότε που οι Έλληνες θεωρούσαν αισχρό και γελοίο να βλέπουν γυμνό άνδρα γυμνό (να αθλείται), όπως συμβαίνει τώρα ακόμα και σε πολλούς βαρβάρους.»

452 d: «Και αποδείχθηκε ότι είναι αφελής όποιος θεωρεί γελοίο κάτι άλλο από το κακό, και όποιος προσπαθεί να γελοιοποιήσει κάτι συγκεντρώνοντας την προσοχή του σε άλλη πλευρά, εκτός από την κακία και τον παραλογισμό. Επίσης όποιος επιδιώκει το ωραίο βάζοντας για σημάδι άλλον στόχο από το αγαθό»

462 c: (Σωκράτης) «όταν χτυπήσει το δάχτυλο μας, το σύνολο του σώματος και ψυχής, που είναι οργανωμένο σε μια κυρίαρχη ενότητα, αισθάνεται τον πόνο και συμπάσχει με το σημείο που χτύπησε. Έτσι λοιπόν μια άριστα οργανωμένη πολιτεία μοιάζει πολύ με αυτό το παράδειγμα. Ένας πολίτης που ωφελείται ή βλάπτεται, η πολιτεία θα πει ότι είναι δικό της συμβάν και θα συγχαίρει ή θα συλλυπηθεί»

466 b: (Σωκράτης) «τότε θα καταλάβει ότι πράγματι ήταν σοφός ο Ησίοδος, λέγοντας ότι το μισό είναι περισσότερο από το ολόκληρο» (μοιάζει με την παροιμία παροιμία «όποιος θέλει τα πολλά χάνει και τα λίγα» και αναφέρεται στις κληρονομικές διαφορές, που σπαταλούνται πολλά χρήματα σε δικαστικούς αγώνες)

469 a: (Σωκράτης) «αλλά τον Ησίοδο δεν θα τον πιστέψουμε εκεί που λέει ότι, όταν πεθάνουν μερικοί από το γένος αυτό (χρυσό) γίνονται αγαθά πνεύματα που ζουν επάνω στην γη, καλοί, που διώχνουν το κακό, φύλακες των εφήμερων ανθρώπων;»

470 a: (Σωκράτης) «Ούτε βέβαια δεν θα φέρουμε όπλα σαν αφιερώματα στα ιερά, και μάλιστα Ελληνικά, αν μας ενδιαφέρει να δείχνουμε εκτίμηση στους άλλους Έλληνες. Μάλλον δεν θα φοβόμαστε μήπως είναι και μίασμα το να φέρουμε τέτοια αφιερώματα στον ιερό από ομοεθνής μας.»

473 d: (Σωκράτης) «Αν δεν βασιλεύσουν οι φιλόσοφοι στις πόλεις ή αν οι τώρα λεγόμενοι βασιλείς δεν φιλοσοφήσουν γνήσια και αρκετά, ώστε να συμπέσει στο ίδιο πρόσωπο ή πολιτική δύναμη και η φιλοσοφία, κι αν δεν αποκλεισθούν αναγκαστικά οι πολλές ανθρώπινες φύσεις που δεν διαθέτουν και τα δυο, δεν θα υπάρξει τέλος των δεινών.»
Βιβλίο Z’

484 a: (Σωκράτης) «Στα αλήθεια νομίζεις ότι έχουν καμία διαφορά από τους τυφλούς, όσοι πραγματικά στερούνται γνώσεως της ουσίας των πραγμάτων;»

485 b: (Σωκράτης) « Αυτό ας συμφωνήσουμε για τις φιλοσοφικές φύσεις: ότι πάντα τους προσελκύει, αυτή η γνώση της αιώνιας ουσίας, που δεν αλλοιώνεται από την γέννηση ή την φθορά»

485 d: (Σωκράτης) «Αν λοιπόν οι επιθυμίες κάποιου κυλούν προς την μάθηση και τα σχετικά, νομίζω ότι ρέπουν προς την ηδονή της ψυχής της ίδιας, ενώ αδιαφορούν για τις σωματικές ηδονές, εκτός και αν κάποιος είναι πλασματικά και όχι πραγματικά φιλόσοφος.»
«ο φιλόσοφος είναι εγκρατής και όχι φιλάργυρος, γιατί οι λόγοι για τους οποίους επιδιώκονται χρήματα και δαπάνες, μάλλον σε άλλον τύπο αρμόζουν (όχι δηλ του φιλόσοφου)»

486 a: (Σωκράτης) «η φύση (η ανθρώπινη) που μετέχει στην ανελευθερία, γιατί η μικρολογία είναι εντελώς αντίθετη σε ψυχή που θα ορέγεται πάντα την συνολική θεώρηση των θείων και των ανθρωπίνων»
«Η δειλή και ανελεύθερη φύση, δεν έχει μερίδιο στην αληθινή φιλοσοφία»

490 a: (Σωκράτης) «Γι αυτόν (φιλόσοφο) η πρώτη προτεραιότητα είναι η αλήθεια, την οποία πρέπει αν επιδιώκει με κάθε τρόπο και παντού. Διαφορετικά είναι απλά κοκορόμυαλος και δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα ».

490 b: (Σωκράτης) «ο Φιλόσοφος είναι αληθινά φιλομαθής

491 e: (Σωκράτης) « οι ευφυέστατες ψυχές, αν πέσουν σε κακή ανατροφή, γίνονται ιδιαίτερα κακές, ή νομίζεις ότι τα μεγάλα αδικήματα προέρχονται μόνο από κακές φύσεις και όχι από καλές που διεφθάρησαν από μικρής ηλικίας;»
«άρα η φιλοσοφική φύση, αν τύχει καλής παιδείας, μεγαλώνοντας θα φτάσει αναγκαστικά στην τέλεια αρετή, ενώ αν ανατραφεί φυτεμένη και σπαρμένη σε ακατάλληλο τόπο, σε όλα θα καταλήξει σε κακό, αν δεν την βοηθήσει βέβαια κάποιος θεός».

496 a: (Σωκράτης) « Τι λογής διανοήματα και ιδέες να δεχθούμε από τους ανάξιους εκπαιδεύσεως όταν ασχοληθούν με την φιλοσοφία χωρίς να το αξίζουν; Δεν θα μας δώσουν αυτά που αποκαλούμε σοφίσματα, δηλ τίποτα καθαρό και συνεπές προς την πραγματική λογική;»

497 a: (Σωκράτης) «Γιατί αν του τύχαινε μια ταιριαστή πολιτεία, κι ο ίδιος θα βελτιωνόταν και μαζί με τον εαυτό του θα έσωζε και τα κοινά (πατρίδα)»

501 e: (Σωκράτης) «και ακόμα θα εξαγριώνονται όταν τους λέμε ότι αν δεν πάρουν την εξουσία της πόλης το γένος των φιλοσόφων δεν θα τελειώσουν τα δεινά για την πόλη και τους πολίτες, ούτε η πολιτεία που περιγράφουμε θα γίνει πραγματικότητα»

504 c: (Σωκράτης) «διότι κάτι το ατελές δεν μπορεί να γίνει μέτρο για να μετρήσει κανείς»

505 b: (Σωκράτης) « ή νομίζεις ότι έχει καμιά ωφέλεια να αποκτήσεις τα πάντα χωρίς να είναι αγαθά;»


Βιβλίο H’

514 a: (Σωκράτης) «δηλ να φανταστείς τους ανθρώπους σαν μέσα σε μια σπηλιά, κάτω από την γη η οποία έχει την είσοδο της ανοιχτή προς το φως. Εκεί βρίσκονται δεμένοι από παιδικής ηλικίας άνθρωποι δεμένοι και ακινητοποιημένοι, έτσι ώστε να βλέπουν μόνο μπροστά τους. Από ψηλά και μακριά έρχεται σε αυτούς λίγο φως
από φωτιά. Μεταξύ της φωτιάς και των δεσμωτών υπάρχει μια οδός που στο πλάι της είναι χτισμένο ένα τοιχίο όπως τα παραβάν που βάζουν μπροστά τους οι ταχυδακτυλουργοί. Φαντάσου τώρα, παράλληλα και πίσω από το τοιχίο, ανθρώπους να κουβαλούν πράγματα, και άλλοτε να μιλούν και άλλοτε όχι. Οι δεσμώτες αυτοί δεν βλέπουν παρά μόνο σκιές. Αυτά που θα έβλεπαν (οι σκιές) θα νόμιζαν ότι είναι τα ίδια τα αντικείμενα, αυτού καθ εαυτού, και γενικά οι δεσμώτες δεν θα θεωρούσαν για αληθινό τίποτε άλλο εκτός από τις κατασκευασμένες σκιές. Αν κάποιος λοιπόν λυνόταν από τα δεσμά του και αναγκαστικά σηκωνόταν όρθιος, έστρεφε το κεφάλι του (που πριν δεν μπορούσε λόγω των δεσμών), και κοιτούσε την φωτιά, όλα αυτά θα τα έκανε με πόνο, και από την λάμψη της φωτιάς θα αδυνατούσε να δει καθαρά εκείνα τα αντικείμενα που μέχρι εκείνη την στιγμή έβλεπε τις σκιές τους. Τι νομίζεις ότι θα έλεγε αυτός, αν του έλεγε κάποιος ότι αυτά που έβλεπε πριν ήταν οφθαλμαπάτες, και ότι τώρα είναι πιο κοντά στην πραγματικότητα; Θα βρίσκονταν σε δύσκολη θέση, θα νόμιζε ότι εκείνα που έβλεπε τότε ήταν αληθινά αντί αυτών που βλέπει τώρα. Μήπως αν τον ανάγκαζε κανείς να δει το φώς, δεν θα πονούσαν τα μάτια του, και δεν θα έφευγε για να επιστρέψει στα προηγούμενα για να βλέπει άνετα; Αν κάποιος τον τραβούσε προς τα έξω στο φως μέσα από ανηφορικό και δύσβατο δρόμο, δεν θα υπέφερε με αγανάκτηση; Και αν έβγαινε στο φως του ήλιου, θα μπορούσε να δει έστω και ένα από αυτά που εμείς θεωρούμε αληθινά;
Θα είχε ανάγκη λίγο χρόνο για να συνηθίσει, προκειμένου να βλέπει εκείνα που βρίσκονται επάνω. Στην αρχή θα έβλεπε ευκολότερα τις σκιές, μετά τα είδωλα των ανθρώπων, και εν τέλει τα αληθινά αντικείμενα. Και μετά από όλα αυτά θα μπορούσε να δει τον ήλιο, και να σκεφθεί ότι αυτός είναι που δίνει τις εποχές και τον κύκλο του έτους, και εποπτεύει όλα όσα είναι στον κόσμο τον ορατό.
Όταν θα θυμάται την πρώτη του κατοικία, και την (ελλειπή) σοφία που είχαν (με τους συνδεσμώτες του), δεν θα καλοτύχιζε τον εαυτό του, και δεν θα λυπόταν τους άλλους;
Αν υπάρχουν έπαινοι και βραβεία μεταξύ των δεσμωτών, γι αυτόν που βλέπει πανοραμικά και καθαρά, όσα περνούν από μπροστά τους ποια είναι πρώτα και ποια δεύτερα και ποια συγχρόνως, θα μπορεί να προφητεύει όσα πρόκειται αν ακολουθήσουν, νομίζεις ότι αυτός θα ζήλευε τέτοια βραβεία και εξουσίες;
Αν αυτός ο άνθρωπος, ξανακατέβαινε στην σπηλιά και καθόταν πάλι στον πάγκο του, δεν θα ήταν τα μάτια του γεμάτα σκοτάδι, αφού θα ήταν έξω από το φως του ήλιου;
Κι αν έλεγε την γνώμη του στους άλλους αιώνιους δεσμώτες για τις σκιές, πριν ακόμα αποκατασταθεί η όραση του (δεν χρειάζεται βέβαια και πολύς χρόνος να ξανασυνηθίσει κανείς), δεν θα προξενούσε γέλια, και δεν θα έλεγαν οι άλλοι, ότι ανεβαίνοντας επάνω στο φως γύρισε με χαλασμένα μάτια, και πως δεν αξίζει ούτε να δοκιμάσει κανείς να ανέβει επάνω; Και αν κάποιος επιχειρούσε να τους ελευθερώσει και αν τους ανεβάσει επάνω, αν θα τους ήταν εφικτό, θα τον συλλάμβαναν και θα τον σκότωναν;
Αυτήν την εικόνα Γλαύκωνα, πρέπει να την προσαρμόσεις και αν την παρομοιάσεις στον κόσμο μας».

517 c: (Σωκράτης) «γιατί όσοι ήλθαν σ αυτόν τον τόπο δεν ικανοποιούνται με τις ανθρώπινες ασχολίες, αλλά οι ψυχές τους βιάζονται να πάνε και να μείνουν εκεί επάνω»

517 d: (Σωκράτης) «Σου φαίνεται παράξενο αν κάποιος που ήλθε από την θεϊκή θεωρία στην ανθρώπινη, δεν έχει φέρσιμο όπως πρέπει και φαίνεται γελοίος, ενώ ακόμα θαμποβλέπει και δεν μπορεί να εξοικειωθεί με το εδώ σκοτάδι;»
« και ακόμα όταν αναγκάζεται σε δικαστήρια ή αλλού να αντιπαραταχθεί με τις ιδέες του για τις σκιές του δικαίου ή τα είδωλα που παριστάνουν οι σκιές, και να λογομαχεί γι αυτό με τους άλλους ανθρώπους που δεν είδαν ποτέ την ίδια την δικαιοσύνη; ‐θεό;‐

518 a: (Σωκράτης) «αν η ψυχή προερχόμενη από μια άλλη φωτεινότερη ζωή, έχει σκοτισθεί γιατί είναι ασυνήθιστη εδώ, ή προέρχεται από μεγαλύτερη αμάθεια και μπαίνει σε κόσμο πιο φωτεινό»

519 d: (Σωκράτης) «Να μένουν εκεί επάνω, και να μην θέλουν να ξανακατέβουν κοντά σε εκείνους τους δεσμώτες, και να μην θέλουν να μοιραστούν μαζί τους, τους κόπους και τις τιμές, είτε είναι κατώτερες είτε ανώτερες»
519 e: (Σωκράτης) « τον νόμο δεν τον ενδιαφέρει να καλοπεράσει εξαιρετικά μια κατηγορία πολιτών, αλλά αναζητεί τρόπους ώστε αυτό να συμβεί σε ολόκληρη την
πόλη, κάνοντας τους πολίτες να μοιράζονται μεταξύ τους την ωφέλεια που ο καθένας μπορεί να προσφέρει στο κοινό»

521 a: (Σωκράτης) «για να έχεις μια καλοδιοικούμενη πόλη, θα πρέπει να κυβερνούν οι πραγματικά πλούσιοι, όχι σε χρυσάφι, αλλά αυτά που πρέπει ο κάθε άνθρωπος να έχει άφθονα, δηλ αρετή και σοφία, Αν όμως κυβερνήσουν οι φτωχοί και στερημένοι από αυτά τα αγαθά, θα στραφούν στα αγαθά της πόλης θεωρώντας ότι από την πόλη θα πρέπει να αρπάξουν τα αγαθά που τους λείπουν»

525 a: (Σωκράτης) «Μα η λογιστική και όλη η Αριθμητική με αριθμούς δεν ασχολείται; Αυτά λοιπόν στρέφουν τον άνθρωπο προς την αλήθεια»

525 d: (Σωκράτης) «το μάθημα της λογιστικής είναι ωραίο και χρήσιμο από πολλές απόψεις για τον σκοπό μας, αν βέβαια το ασκεί κανείς χάριν της γνώσεως και όχι για κερδοσκοπία»

526 a: (Σωκράτης) «αυτό το μάθημα (μαθηματικά) είναι στην πραγματικότητα απαραίτητο για εμάς, επειδή αναγκάζει την ψυχή να χρησιμοποιεί την ίδια την νόηση για την εύρεση της ίδιας της αλήθειας. Τα εξ φύσεως μαθηματικά μυαλά, φαίνονται ικανά σ όλα γενικώς τα μαθήματα, ακόμα και οι αργόστροφοι αν εκπαιδευτούν σε αυτό το μάθημα, αν δεν έχουν άλλα οφέλη, θα προοδεύσουν το μυαλό τους σε ευστροφία»

527 b: (Σωκράτης) «η επιστήμη είναι γνώση του αιωνίως υπαρκτού, και όχι αυτού που γίνεται και χάνεται, δηλ έχει αρχή και τέλος. Άρα η γεωμετρία είναι κάτι που τραβάει την ψυχή προς την αλήθεια, και καλλιεργεί πνεύμα φιλοσοφικό που βλέπει προς τα επάνω»

528 b: (Σωκράτης) « Το σωστό θα ήταν μετά την δεύτερη διάσταση να πάμε στην Τρίτη. Αυτή υπάρχει στον σχηματισμό του κύβου και στην έννοια του βάθους»

528 e: (Γλαύκωνας) «είναι φανερό ότι αυτή (η αστρονομία) αναγκάζει την ψυχή να βλέπει προς τα επάνω, και από τον γήινο κόσμο οδηγεί προς τον εκεί κόσμο.»

530 d: (Σωκράτης) «Φαίνεται πως τα μάτια μας δόθηκαν για την Αστρονομία και τα αυτιά για την αίσθηση της αρμονίας (μουσική), και πως οι δυο επιστήμες είναι αδελφές όπως παραδέχονται οι Πυθαγόρειοι»

533 e: (Σωκράτης) « θα ήταν αρκετό να λέμε επιστήμη το πρώτο κομμάτι, διάνοια το δεύτερο, πίστη το τρίτο και εικασία το τέταρτο. Τα δυο πρώτα (επιστήμη, διάνοια) τα λέμε «νόηση», τα δύο δεύτερα (πίστη, εικασία) «δοξασία». Η νόηση αφορά την ουσία ενώ η δοξασία την γένεση»

534 b: (Σωκράτης) «Διαλεκτικό λογισμό θεωρούμε το να συλλαμβάνει κάποιος την ουσία των πραγμάτων»

534 e: (Σωκράτης) «Η διαλεκτική σαν επιστέγασμα, μπαίνει πάνω από όλα τα μαθήματα, και ΚΑΝΕΝΑ μάθημα δεν μπορεί να τεθεί πάνω πιο πάνω»

536 e: (Σωκράτης) « ο ελεύθερος δεν πρέπει να μαθαίνει τίποτα δια της βίας σαν δούλος. Γιατί οι σωματικοί κόποι, κι αν επιβληθούν δια της βίας δεν χειροτερεύουν την υγεία του σώματος, ενώ στην ψυχή κανένα μάθημα δεν ριζώνει με την βία. Μην ανατρέφεις λοιπόν τα παιδιά με την βία στα μαθήματα, αλλά παίζοντας, για να μπορείς να ξεχωρίσεις την φυσική κλήση του καθενός»

544 d: (Σωκράτης) « Ξέρεις ότι υπάρχουν πολλά είδη ανθρώπινων χαρακτήρων, όσα και των πολιτευμάτων, ή νομίζεις ότι τάχα από κάποια βελανιδιά ή πέτρα γεννιούνται τα πολιτεύματα και όχι από τα ήθη των πολιτών;»

550 c: (Αδείμαντος) «και ποιο καθεστώς θεωρείς ολιγαρχία;»

(Σωκράτης) « Το πολίτευμα που βασίζεται στην οικονομική κατάσταση, όπου οι πλούσιοι κυβερνούν, και στον φτωχό δεν δίνεται το δικαίωμα να άρχει»

561 c: «άλλοτε πάλι με την υδροποσία και τις δίαιτες αδυνατίσματος»

562 c: (Σωκράτης) « άραγε λοιπόν, η απληστία της ελευθερίας‐άκρατο οίνο ελευθερίας‐, και η παραμέληση των άλλων αγαθών (πνευματικών) δεν αλλοιώνει το πολίτευμα, και δεν προετοιμάζει την αναγκαστική έλευση της τυραννίδας;»

562 e: (Σωκράτης) «Η απεριόριστη ελευθερία στο τέλος γίνεται ασυδοσία, δηλ ο πατέρας εξομοιώνεται με το παιδί και τα φοβάται, το παιδί εξομοιώνεται με τον πατέρα και δεν ντρέπεται ή σέβεται τους γονείς στο όνομα της δήθεν ελευθερίας, όταν ο Μέτοικος εξισώνεται με τον ντόπιο όπως και ο ξένος, και ο δάσκαλος καλοπιάνει τους μαθητές και εκείνοι δεν του δίνουν σημασία, και οι πρεσβύτεροι για να μην θεωρηθούν δυσάρεστοι κατεβαίνουν στο επίπεδο των μαθητών... κάτι ανάλογο με τα άλογα και τα γαϊδούρια, τα οποία συνηθίζουν να περπατούν στους δρόμους πέφτοντας επάνω στους διαβάτες, αν αυτοί δεν παραμερίσουν»

564 a: (Σωκράτης) «γιατί η αχαλίνωτη ελευθερία δεν κάνει τίποτε άλλο, από το να μεταβάλει σε υπερβολική δουλεία και τους πολίτες και τα κράτη»


Βιβλίο Θ’

575 c: (Σωκράτης) « ναι, γιατί τα μικρά θεωρούνται μικρά μπροστά στα μεγάλα»
« Όμως, όταν αυτοί γίνουν πολλοί μέσα στην πόλη, μαζί με τους φίλους τους και συνειδητοποιήσουν την αριθμητική τους υπεροχή, τότε αυτοί και η βλακεία του λαού είναι που δημιουργούν τον τύραννο»

575 d: (Σωκράτης) «μητρίδα, όπως λένε οι Κρήτες την Πατρίδα»

575 e: (Σωκράτης) «και πρώτα πρώτα όσοι τους συναναστρέφονται (τους Τυράννους), είναι κόλακες, πρόθυμοι να προσφέρουν κάθε υπηρεσία. Μα και οι ίδιοι όταν έχουν κάποια ανάγκη, τολμούν κάθε υποκρισία για να φανούν οικείοι, και όταν πετύχουν τον σκοπό τους κάνουν πως δεν ξέρουν τους άλλους. Άρα ολόκληρη την ζωή τους την περνούν χωρίς να είναι φίλοι κανενός, αλλά για πάντα είναι και αφέντες αλλά και υπηρέτες άλλων. Δηλαδή ποτέ δεν γνωρίζουν αληθινή φιλία και ελευθερία»

576 e: (Σωκράτης) « Τι θα συνέβαινε όμως αν κάποιος θεός σήκωνε έναν πλούσιο ιδιώτη που να έχει πενήντα ή και περισσότερους δούλους, και τον πήγαινε στην έρημο μαζί με την γυναίκα τα παιδιά την περιουσία και τους δούλους του, εκεί που κανένας νόμος ή άλλος άνθρωπος δεν θα μπορούσε να τον υποστηρίξει, πόσο φόβο και πόσο ανίσχυρος θα αισθανόταν; Θα αναγκαζόταν αυτούς που πίεζε να τους καλοφέρνεται και να τους υπόσχετε διάφορα, ακόμα και την ελευθερία τους, χωρίς ιδιαίτερο λόγο, θα καταντούσε ο ίδιος κόλακας των δούλων»

583 (Σωκράτης) ο Σωκράτης εδώ φέρνει παραδείγματα για να δείξει στον κόσμο ότι αυτά που συνηθίζει να λέει είναι σχετικά, δηλ αναφέρει πως κάποιοι λένε «δεν υπάρχει πιο ωραίο πράγμα από την υγεία» αλλά δεν το σκεπτόντουσαν όταν την είχαν, και θα το ξεχάσουν όταν πάλι την αποκτήσουν.
Ακόμα ότι κάποιοι που είναι λυπημένοι λένε, ότι δεν υπάρχει πιο ευχάριστο από την παύση της λύπης τους για να έχουν ησυχία. Η απουσία όμως της Χαράς ή της λύπης είναι η ησυχία δηλ η ισορροπία, το μηδέν, το ουδέτερο, και αναρωτιέται λοιπόν ο Σωκράτης ότι πως είναι δυνατόν να θεωρείται ευχαρίστηση η απουσία της λύπης ενώ αν είναι κάποιος σε αυτό το σημείο η απουσία της χαράς να φέρνει ανία; Οπότε δεν είναι έτσι τα πράγματα, η ησυχία φαίνεται ευχαρίστηση όταν συγκρίνεται με την λύπη, ενώ είναι θλιβερή όταν συγκρίνεται με την χαρά.
Άρα πρέπει να ξεχωρίσουμε τις βαθμίδες της ισορροπίας του χρυσού Φ.

584 d: (Σωκράτης) «Αν λοιπόν κάποιος από τα κάτω μετακινηθεί προς την μέση, δεν θα έχει την αίσθηση ότι μετακινήθηκε προς τα επάνω; Και αν σταματήσει στην μέση και κοιτάξει από πού ξεκίνησε, δεν θα νομίζει ότι βρίσκεται επάνω επειδή αγνοεί ότι υπάρχει το πραγματικά επάνω;»

586 a: (Σωκράτης) « Άρα, όσοι δεν γνώρισαν την σοφία και την αρετή, και η ζωή τους είναι οι κοινές διασκεδάσεις, το πολύ να φτάσουν ως την μέση. Δεν θα μπορέσουν να σηκώσουν το βλέμμα τους να κοιτάξουν το αληθινό που βρίσκεται επάνω, ούτε ποτέ γέμισε η ψυχή τους με αληθινή ουσία, αλλά σαν τα ζώα, ένεκα της πλεονεξίας με κλοτσιές και χτυπήματα αλληλοσκοτώνονται ακριβώς λόγω της απληστίας τους»

591 b: (Σωκράτης) « Δεν ωφελεί το να αδικεί κανείς ξεγλιστρώντας και όταν δεν τιμωρείται, διότι γίνεται χειρότερος, αντιθέτως αυτός που τιμωρείται γαληνεύει μέσα του το θηρίο και εξημερώνεται, ενώ απελευθερώνεται το ήμερο και όλη η ψυχή ανυψώνεται μεταπίπτοντας στην άριστη φύση της, καθώς αποκτά σωφροσύνη, δικαιοσύνη και φρονιμάδα»

591 e: (Σωκράτης) «Αλλά προσέχοντας το πολίτευμα του ψυχικού του κόσμου, να λαμβάνει τα μέτρα του να μην δημιουργεί καμία αναστάτωση λόγω του πλούτου ή της πενίας, και με αυτήν να ρυθμίζει τα έξοδα και τα έσοδα σύμφωνα με τις δυνάμεις του»

592 a: (Σωκράτης) «Άλλες τιμές και αξιώματα να δεχθεί και θα δοκιμάσει εθελοντικά, όταν νομίζει ότι θα τον βελτιώσουν ψυχικά, ενώ αυτές που νομίζει ότι θα διασαλεύσουν την εσωτερική του κατάσταση, να τα αποφύγει, και στον ιδιωτικό και στον δημόσιο βίο του»
(Σωκράτης) «Μα τον Κύνα (Σείριο)»
(Γλαύκωνας) «Εννοείς την ιδανική πόλη που ιδρύσαμε τώρα δα με τα λόγια, μα που δεν νομίζω να υπάρχει σε κανένα μέρος της γης»
(Σωκράτης) « αλλά ίσως υπάρχει στον ουρανό το όραμα της, γι αυτούς που θέλουν να το δουν και προσβλέποντας σε αυτό να ρυθμίσουν το πολίτευμα της ψυχής τους»
Βιβλίο Ι’ 604 b: (Σωκράτης) «ενώ το πάθος είναι αυτό που μας παρασύρει στις λύπες»
«Νομίζω ότι ο νόμος λέει ότι είναι πιο κόσμιο να παραμένει κανείς ήρεμος στις συμφορές και να μην αγανακτεί μια και που δεν είναι βέβαιο τι καλό και τι κακό έχουν αυτές, ούτε βγαίνει κανένα όφελος από την στεναχώρια, και τα ανθρώπινα δεν έχουν και μεγάλη σπουδαιότητα, και ακόμα η λύπη εμποδίζει να έρθει σε εμάς σύντομα αυτό που μας χρειάζεται, δηλ η λογική σκέψη. Όπως λοιπόν ρίχνουμε τα ζάρια, ρυθμίζουμε το παίξιμο μας αναλόγως με την ζαριά, όπως η λογική και η γνώση μας θεωρεί καλύτερα, και όχι σαν τα μικρά παιδιά που πέφτουν κάτω και κάθονται και κλαίνε βαστώντας το σημείο που χτύπησαν, αλλά να συνηθίσουμε την
ψυχή μας να στρέφεται τάχιστα προς την θεραπεία και την αποκατάσταση της πληγής ή της αρρώστιας εξαφανίζοντας με γιατρειά τους θρήνους.»
«Εκείνο λοιπόν το μέρος της ψυχής που μας οδηγεί προς την ανάμνηση του παθήματος και του θρήνου, χωρίς τελειωμό, άραγε δεν πρέπει να το αποκαλούμε παράλογο, και ανώφελο φίλο της δειλίας;»

606 e: (Σωκράτης) αναφέρει τον όρο Ελλάδα

608 b: (Σωκράτης) «Γιατί είναι μεγάλος ο αγώνας για το καλό ή το κακό, μεγαλύτερος από όσο νομίζεται, ώστε ούτε η έπαρση των αξιωμάτων, ούτε το χρήμα, ούτε η δόξα αξίζουν τόσο , ώστε να παραμελήσουμε την δικαιοσύνη και τις άλλες αρετές»

606 c: (Σωκράτης) «Κι όμως, ακόμα δεν αναφέραμε τα βραβεία που υπάρχουν για την αρετή»
(Γλαύκωνας) «Ασύλληπτο μεγαλείο, αν είναι μεγαλύτερα από όσα ήδη αναφέραμε»
(Σωκράτης) «Και πως θα μπορούσε να είναι μεγάλο κάτι που κρατάει λίγο χρόνο; Γιατί ολόκληρη η ζωή μας, από την παιδική ηλικία μέχρι την γεροντική, είναι ολιγόχρονη συγκρινόμενη με την αιωνιότητα»
«νομίζεις ότι πρέπει κάτι το αθάνατο (ανώτερη κατάσταση ψυχής που δίνει η δικαιοσύνη και η αρετή) να αφορά την σύντομη και μόνο ζωή, και όχι την αιωνιότητα;»
«δεν έχει καταλάβει ότι η ψυχή μας είναι αθάνατη και ότι ποτέ δε χάνεται;»

609 e: (Σωκράτης) «Όμως θα ήταν παράλογο η ασθένεια άλλων πραγμάτων να τα καταστρέφει, ενώ η ασθένεια της ψυχής να μην καταστρέφει.»

611 b: (Σωκράτης) « Αλλά για το πώς είναι στα αλήθεια(η ψυχή) δεν πρέπει να την δούμε όπως την βλέπουμε τώρα, δηλαδή αμαυρωμένη από την ένωση της με το σώμα και άλλα κακά, αλλά να την δούμε με τον ορθό λόγο, πως είναι η ίδια χωρίς ανάμειξη με ξένα στοιχεία, και τότε θα την βρούμε ωραιότερη και θα μάθουμε πιο
καθαρά την φύση της δικαιοσύνης και της αδικίας και όλων όσων αναφέραμε ως εδώ»

611 d: (Σωκράτης) «να στρέψουμε το βλέμμα μας προς την αρχική φύση της ψυχής, την φιλοσοφική της τάση. Να καταλάβουμε ποια θέματα αγγίζει και ποιες συντροφιές επιδιώκει ως συγγενής με το θείο, το αθάνατο και το αιώνιο»

613 a: (Σωκράτης) «Επομένως πρέπει να υποθέσουμε για έναν δίκαιο άνθρωπο, κι αν βρίσκεται σε φτώχια ή αρρώστια ή κάποιο από τα θεωρούμενα ως κακά, τελικώς θα του βγουν σε καλό όσο ζει ή όταν πεθάνει. Γιατί οι θεοί ποτέ δεν παραμελούν αυτόν που θέλει να γίνει δίκαιος και ασκώντας την αρετή επιδιώκει να φτάσει τον θεό, όσο βέβαια είναι ανθρωπίνως δυνατόν»
«’όπως οι δρομείς που τερματίζοντας παίρνουν βραβεία και στέφανα σαν επιβράβευση των κόπων και της αξίας τους, έτσι δεν πρέπει να είναι και στους δίκαιους; δηλαδή στο τέλος κάθε πράξης, ακόμα και της ίδιας τους της ζωής, να αναγνωριστούν και να επιβραβευτούν;»
«τέτοια θα ήταν τα βραβεία και τα δώρα που δίνονται από τους θεούς στους δίκαιους, επί πλέον εκείνων που η ίδια η δικαιοσύνη τους δίνει. Κι όμως αυτά δεν είναι τίποτα μπροστά σε εκείνα που περιμένουν και τους δύο (δίκαιους και άδικους»

614 a: (Σωκράτης) « Θα σου αφηγηθώ την ιστορία ενός αξιόλογου ανθρώπου, του Ήρος του Αρμένιου, Παμφύλου στην καταγωγή. Αυτός κάποτε σκοτώθηκε στον πόλεμο, μετά δέκα μέρες όταν όλα τα σώματα ήταν σε αποσύνθεση, το δικό του ήταν ακέραιο. Στις δώδεκα ημέρες τον μετέφεραν στην πατρίδα του για ταφή, αναβίωσε και περιέγραψε όλα όσα είχε δει στο επέκεινα (με την εδώ ζωή). Έλεγε λοιπόν ότι αφού βγήκε σε έναν τόπο, η ψυχή του πορευόταν μαζί με άλλες και έφτασαν σε έναν εξαίσιο τόπο. Εκεί υπήρχαν δυο χάσματα της γης συνεχόμενα μεταξύ τους, και ακόμα δύο χάσματα του ουρανού απέναντι στα πρώτα. Ανάμεσα σε αυτά υπήρχαν οι δικαστές. Κατόπιν δίκης, άλλους τους έστελναν δεξιά και επάνω στον ουρανό, αφού τους κρεμούσαν μπροστά τους την κοινοποίηση των δεδικασμένων, ενώ τους αδίκους τους έστελναν αριστερά και κάτω, έχοντας τα δεδικασμένα κρεμασμένα στην πλάτη, δηλωτικά του κακού βίου. Όταν ο ίδιος ο
Ήρος παρουσιάστηκε έμπροσθεν των δικαστών, του είπαν ότι πρέπει να αναγγείλει στους ανθρώπους όλα όσα γίνονται εκεί, παρακινώντας τον να δει και αν ακούσει για να ξέρει. Όσες ψυχές είχαν να κάνουν με τα δυο χάσματα της γης ήταν γεμάτες ξηρασία και σκόνη, ενώ εκείνες του ουρανού ήσαν καθαρές. Όσες έρχονταν έδιναν την εντύπωση ότι είχαν κάνει μεγάλη πορεία μέχρι να φτάσουν εκεί, και με ευχαρίστηση πήγαιναν να καταυλισθούν στο λιβάδι, όπως γίνεται στα πανηγύρια και ασπάζονταν μεταξύ τους, όσες ήταν γνωστές και οι μεν ερχόμενες από την γη ρωτούσαν να μάθουν τι γίνεται στον ουρανό, και οι μεν από τον ουρανό ρωτούσαν να μάθουν τι συμβαίνει στην γη. Οι ερχόμενες εκ της γης με θρήνους και οδυρμούς ανακοίνωναν τις αναμνήσεις τους από την πορεία τους στην γη (η δε πορεία τους ήταν χιλιετής), ενώ οι ερχόμενες από τον ουρανό περιέγραφαν τα θεάματα απερίγραπτης ομορφιάς που είδαν.
Όσες αδικίες εναντίων των ανθρώπων διέπραξε ο καθένας, τιμωρήθηκαν χωριστά και στην κάθε περίπτωση με δεκαπλάσια τιμωρία, (δηλ μια τιμωρία για κάθε εκατονταετία, αφού τόση είναι και η διάρκεια της ζωής των ανθρώπων), ώστε να είναι δεκαπλάσια η πληρωμή του κάθε αδικήματος. Π.χ. αν κάποιοι ήταν αίτιοι πολλών θανάτων, ή πρόδωσαν πόλεις ή στρατόπεδα ή έριξαν ανθρώπους στην δουλεία ή ήσαν ένοχη για άλλα κακουργήματα, για όλα αυτά υφίστανται δεκαπλάσια βασανιστήρια. Αντιθέτως όσοι ευεργέτησαν συνανθρώπους και ήταν ενάρετοι και ευσεβείς είχαν την ανάλογη αποζημίωση. Για την ασέβεια ή ασέβεια προς τους θεούς και τους γονείς ή την αυτοκτονία ανέφερε πολύ μεγαλύτερες ποινές αναλογικά.
Ο τύραννος Αριδαίος (σε κάποια πόλη της Παμφυλίας) πριν χίλια χρόνια διέπραξε μεγάλες αδικίες προς τους συνανθρώπους, δεν έφτασε ούτε ποτέ θα φτάσει εδώ, και είδαμε το εξής φοβερό θέαμα, όταν ήμασταν κοντά στο στόμιο και επρόκειτο να ανέβουμε από την γη, είδαμε ξαφνικά τον Αριδαίο και κάποιους άλλους τύραννους και κάποιους απλούς πολίτες που διέπραξαν μεγάλα αμαρτήματα, νόμιζαν ότι θα αποδράσουν, όμως το στόμιο δεν τους άφηνε, αλλά μούγκριζε όταν κάποιοι ανίατα πονηροί ή που δεν είχαν αρκετά τιμωρηθεί επιχειρούσαν να αποδράσουν. Τότε κάποιοι άνδρες άγριοι και διάπυροι στην όψη τους απομάκρυναν, τον δε Αριδαίο και κάποιους άλλους τους έδεσαν χειροπόδαρα, τους έγδαραν, τους έσερναν πάνω σε αγκάθια κατακόβοντας τους, και στους περαστικούς δήλωναν τους λόγους των βασανιστηρίων, και τους πήγαιναν να τους ρίξουν στον Τάρταρο.»
Μετά ο Σωκράτης περιγράφει την πορεία αυτών που περάσανε το στόμιο χωρίς να ακουστεί το μουγκρητό, πορεία προς τον ουρανό και τα ανώτερα δρώμενα του.
Ο Σωκράτης κλείνει το εξαίσιο αυτό έργο (την πολιτεία) με τα εξής λόγια: «Να κρατηθούμε στον δρόμο που οδηγεί προς τα επάνω και θα εφαρμόζουμε με κάθε τρόπο την δικαιοσύνη με την φρόνηση, ώστε να είμαστε φίλοι με τον εαυτό μας και τους θεούς, και αφού πάρουμε τα έπαθλα της αρετής, κάνοντας τον γύρο του
θριάμβου, όπως οι νικητές στους αγώνες, να είμαστε ευτυχισμένοι στην εδώ ζωή μας και κατά την χιλιόχρονη πορεία μας, όπως την περιγράψαμε.»

Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2010

Ράινερ Μαρια Ρίλκε

Ο Rilke ( René, Karl.Wilhelm, Johann,Maria)
γεννήθηκε στην Πράγα στις 4 Δεκεμβρίου 1875
από μητέρα κοσμική κόρη Αυτοκρατορικού συμβούλου,
κι από πατέρα στρατιωτικό που αργότερα εγκατέλειψε την καριέρα του,
εξ αιτίας μιας αρρώστιας του λάρυγγος.
Ζευγάρι αταίριαστο τόσο στον χαρακτήρα αλλά και στην ηλικία οι σχέσεις του δεν δηλητηρίασαν μόνο τα παιδικά χρόνια του Ποιητή, μα ολόκληρη τη ζωή του.
Η φοίτηση του μικρού υπερευαίσθητου παιδιού και φιλάσθενου παιδιού στα διάφορα σχολεία υπήρξε άταχτη και τυραννική, για να κορυφωθεί η δυστυχία του στις τόσο διαφορετικές από την ιδιοσυγκρασία τον χαρακτήρα και την ευαισθησία του, στρατιωτικές σχολές, όπου έζησε από τα δέκα ως τα δεκαπέντε χρόνια του, μια περιπέτεια που οι βιογράφοι του ποιητή χαρακτήρισαν εγκληματική.
Οι ανώτερες σπουδές που ακολούθησε μετά ,σαν έφηβος στην Εμπορική Σχολή του Λίντς 1891-1892 τον κάνουν κάπως ευτυχέστερο, κι αρχίζει ν’ ασχολείται σοβαρά με την Λογοτεχνία.
Ενδιαφέρεται για τον Τριακονταετή πόλεμο και οι ήρωές του καθώς και τα μεγάλα πνεύματα της εποχής εκείνης περνούν μέσα από τις 81 σελίδες ενός χειρογράφου, που βρίσκεται στα αρχεία της Βαϊμάρης .
Στα 1893 αρραβωνιάζεται με την Vally Rhonfeld κι ο καρπός του πρώτου εκείνου έρωτα του είναι 130 επιστολές, εκτός από το πρωτόλειο βιβλίο του « Leben und Lieder » (Ζωή και τραγούδια) με τον υπότιτλο « Εικόνες και φύλλα ημερολογίου » το οποίο τυπώθηκε στα 1894 πληρωμένο από την Vally.
Γράφει στίχους, διηγήματα, θέατρο αλλά τα βιβίλα που σημειώνουν κυρίως την προϊστορία του Rilke είναι οι τρείς ποιητηκές συλλογές «Larenopfen» ( Προσφορά στους Λάρητες 1896 ) «Traumgekrönt» ( Στεφανωμένος απ’ όνειρο 1897) και «Advent » (Σαρακοστή 1898) που αποτελέσανε αργότερα τον τόμο των «Erste Gedichte» (Πρώτα ποιήματα) τα διηγήματα «Am Leben hin» ( Προς την ζωή 1898 )«Zwei Pragen Geschichten» ( Δύο Ιστορίες της Πράγας 1899 ) και «Die Lezten» ( Οι τελευταίοι 1902 ) που στα 1928 ενώθηκαν στον τόμο «Erzählungen und Skizzen aus der Frühzeit » ( Νεανικά διηγήματα και σκίτσα ) και το μικρό μονόπρακτο θεατρικό κομμάτι σε στίχους «Die weisse Fürstin » ( Η Λευκή Πριγκίπισσα 1898 ) .
Σ’ όλα τα έργα αυτά επιβιώνει η επίδραση της ατμόσφαιρας της Πράγας και των Σλαύων συγγραφέων της . Το αποφασιστικό γεγονός της ζωής του είναι η γνωριμία του με εκείνη την καταπληκτική γυναίκα την Lou Andreaw-Salomé , που ύστερα από ένα σημαντικό για την εξέλιξη του ταξίδι στην Ιταλία ,απ’ όπου της στέλνει υπό τύπον επιστολής το «Florenzer Tagebuch » ( Φλωρεντινό ημερολόγιο ,1898) , τον οδηγεί στην Ρωσία απ’ όπου ο ποιητής γυρίζει ριζικά αλλαγμένος.
Ο Ρίλκε που βρίσκοντας τον εαυτό του θ’ ανήκει πια στην ιστορία της μεγάλης Ποίησης .
Μέσα σε ένα χρόνο (1900) δημοσιεύει το πρώτο μέρος του «Stundenbuch » ( Ωρολόγιον) το « Mir zur Feier » ( Για να γιορτάσω τον εαυτό μου ), τις «Geschichten vom lieben Gott » ( Ιστορίες του καλού Θεού ), και μεταφράζει το « Τραγούδι του Ιγκόρ » από τον Φτωχόκοσμο του Dostojewskij ,τον Tschechow και τον Droschin , ενώ τον ίδιο χρόνο κάνει το δεύτερο ταξίδι στην Ρωσία όπου και γνωρίζεται με τον Leon Tolstoi, γράφει ρωσικούς στίχους .
Τον Μάιο του 1901 παντρεύεται την γλύπτρια Clara Westhoff, γράφει το δεύτερο μέρος του « Ωρολογίου» και στις 12 Δεκεμβρίου γεννιέται η κόρη του Ruth.
Τον επόμενο χρόνο δημοσιεύει την μονογραφία του για το Βορπσβέντε και το «Buch der Bilder » (Το βιβλίο των Εικόνων »)που στην δεύτερη έκδοση του εμπλουτίζει με 37 καινούργια ποιήματα, κι αρχίζει ν’ ασχολείται με την μελέτη του πάνω στον Rodin.
Από το 1902 που πρωτογνωρίζεται με το Παρίσι και τον Rodin του οποίου και γίνεται γραμματέας ( Σεπτέμβριος 1905 με Μάιο 1906) ως τα 1910 ταξιδεύει πολύ κ’ έρχεται σ’ επαφή με τον μεσογειακό κόσμο, που αποτελεί τη μεγάλη του αποκάλυψη .
Στα 1903 δημοσιεύει το τρίτο βιβλίο του « Ωρολόγιον » και τον επόμενο χρόνο ολόκληρο το έργο καθώς και δύο μονογραφίες του για τον Ignacio Zuloaga και τον Δανό Jens Peter Jacobsen . Στα 1906 επεξεργάζεται και δημοσιεύει την « Μελωδία του έρωτα και του θανάτου του σημαιοφόρου Χριστοφόρου Ρίλκε, την οποία έγραψε μέσα σε μία νύχτα στα 1899.
Στα 1908 τυπώνονται τα «Neue Gedichte » ( Τα νέα ποιήματα ) κ’ οι μεταφράσεις των Σονέτων της Elis Barret- Browning κι ασχολείται με τις επιστολές της Πορτογαλίδας μοναχής Maria Alcoforado και της Bettina Brentano .
Το 1909 σημειώνεται από την γνωριμία του με την πριγκήπισσα von Thutn und Taxis που υπήρξε μία απο τις πιο πολύτιμες και σταθερές φιλίες του, κ’ εργάζεται πάνω στα « Aufzeichnungen des Malte Lautids Brigge » ( Τα τετράδια του Μάλτε Λάουριτζ Μπρίγκε ) που δημοσιεύονται στα 1910.
Στα 1912 γράφει την πρώτη από τις « Duineser Elegien » ( Ελεγείες του Ντουίνο ) και τον «Marienleben » ( Βίο της Θεοτόκου ) .Μέχρι το 1922 που τελειώνουν οι « Ελεγείες του Ντουίνο » και γραφονται τα «Sonette an Orpheus » (Σονέττα στον Ορφέα ) δεν δίνει τίποτα άλλο εκτός από τις μεταφράσεις των σονέττων του Michelangelo και της Louise Labé καθώς και μερικά ποιήματα σκόρπια που ύστερα από τον θάνατό του (29 Δεκεμβρίου 1926 στο Βαλ Μον της Ελβετίας ) συγκεντρώθηκαν στον τόμο των « Späte Gedichte » (Όψιμα ποιήματα ) .
Μια άλλη πολύτιμη προσφοράτου ποιητή είναι η εκτεταμένη και αποκαλυπτική αλληλογραφία του από την οποία ενώ ζούσε ακόμα κυκλοφόρησαν δύο μικρές σειρές « Briefe an einen jungen Dichter» ( Γράμματα σ’ έναν νέο ποιητή ) ,« Briefe an eine junge Frau » ( Γράμματα σε μία νέα γυναίκα ) .

Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2010

Ρόμπερτ Λι Φροστ

Ρόμπερτ Λι Φροστ
(Robert Lee Frost, 26 Μαρτίου, 1874 – 29 Ιανουαρίου, 1963)
Αμερικανός ποιητής.
Τιμήθηκε τέσσερις φορές με το βραβείο Πούλιτζερ.


Αν και το όνομά του είναι κυρίως συνδεδεμένο με τη Νέα Αγγλία, ο Φροστ γεννήθηκε στο Σαν Φρανσίσκο της Καλιφόρνια. Η μητέρα του Ίσαμπελ Μούντι (Isabelle Moodie), είχε σκωτσέζικη καταγωγή και ο πατέρας του, Ουίλιαμ Πρέσκοτ Φροστ ο νεότερος, ήταν απόγονος των Φροστ από το Ντέβονσαϊρ, που εγκαταστάθηκαν στο New Hampshire το 1634[1]. Ο πατέρας του, πρώην δάσκαλος, που αργότερα έγινε συντάκτης της εφημερίδας San Francisco Daily Evening Post, είχε πρόβλημα με τον αλκοολισμό και τον τζόγο, και εφάρμοζε σκληρή πειθαρχία στα παιδιά του. Είχε πάθος με την πολιτική και ασχολήθηκε ενεργά με αυτήν, όσο του το επέτρεπε η υγεία του.

Ο Φροστ έζησε στην Καλιφόρνια μέχρι τα έντεκά του χρόνια. Μετά το θάνατο του πατέρα του από φυματίωση το 1885, μετακόμισε με τη μητέρα και την αδερφή του στην ανατολική Μασσαχουσέτη, κοντά στους προγόνους του πατέρα του. Η μητέρα του προσχώρησε στην εκκλησία των Swedenborgian και τον βάπτισε σε αυτήν, αλλά ο Φροστ την εγκατέλειψε ως ενήλικας. Μεγάλωσε ως παιδί της πόλης και το πρώτο του ποίημα δημοσιεύθηκε στο Lawrence της Μασσαχουσέτης. Παρακολούθησε μαθήματα στο Κολέγιο Ντάρτμουθ (Dartmouth College) το 1892, για λιγότερο από ένα εξάμηνο. Ασχολήθηκε με διάφορες δουλειές, όπως η διδασκαλία, η διανομή εφημερίδων και η εργασία σε εργοστάσιο. Το 1894 πούλησε το πρώτο του ποίημα, My Butterfly, στην εφημερίδα The Independent για δεκαπέντε δολάρια. Υπερήφανος για το επίτευγμά του, έκανε πρόταση γάμου στην Elinor Miriam White. Ήταν συμμαθητές στο Λύκειο και είχαν διατηρήσει επαφή μέχρι τότε. Αυτή αρνήθηκε, λέγοντας πως ήθελε να αποφοιτήσουν πρώτα από το Κολέγιο πριν παντρευτούν. Ο Φροστ απογοητευμένος, ταξίδεψε στο Great Dismal Swamp στην Βιρτζίνια. Επέστρεψε αργότερα τον ίδιο χρόνο και επανέλαβε την πρόταση στην Elinor, αυτή δέχθηκε και παντρεύτηκαν το Δεκέμβριο του 1895.

Εργάστηκαν και οι δύο ως καθηγητές σε σχολείο μέχρι το 1897. Μετά ο Φροστ φοίτησε στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ για δύο χρόνια. Αν και τα πήγαινε καλά, ένιωθε ότι έπρεπε να γυρίσει πίσω λόγω της υγείας του και επειδή η σύζυγός του περίμενε το δεύτερο παιδί τους. Ο παππούς του αγόρασε μια φάρμα στο New Hampshire για το νεαρό ζευγάρι. Ο Φροστ έμεινε εκεί για εννέα χρόνια και έγραψε πολλά από τα ποιήματα που αποτέλεσαν τα πρώτα του έργα. Η απόπειρά του να ασχοληθεί με την ανατροφή πουλερικών απέτυχε και αναγκάστηκε να δεχθεί τη θέση καθηγητή στην Ακαδημία Πίνκερτον.

Το 1912, ο Φροστ ταξίδεψε με την οικογένειά του στη Γλασκώβη, και αργότερα εγκαταστάθηκε στο Μπίκονσφιλντ (Beaconsfield), έξω από το Λονδίνο.

Η πρώτη του ποιητική συλλογή, A Boy's Will, εκδόθηκε τον επόμενο χρόνο. Στην Αγγλία απέκτησε σημαντικές γνωριμίες, όπως ο ποιητής Έντουαρντ Τόμας (Edward Thomas) (μέλος της γνωστής ομάδας Dymock poets), ο T. E. Hulme, και ο Έζρα Πάουντ, ο οποίος ήταν ο πρώτος Αμερικανός που έγραψε ευνοϊκή κριτική για το έργο του Φροστ. Ο Φροστ συνέγραψε μερικά από τα καλύτερα δείγματα της δουλειάς του ενώσο βρισκόταν στην Αγγλία.


Ο Ρόμπερτ Φροστ σε αμερικανικό γραμματόσημο του 1974Ο Φροστ επέστρεψε στην Αμερική το 1915, αγόρασε μία φάρμα στην Franconia του New Hampshire και ξεκίνησε την συγγραφική του καριέρα, ενώ ταυτόχρονα ασχολήθηκε και με τη διδασκαλία. Από το 1916 ως το 1938 ήταν καθηγητής Αγγλικής Φιλολογίας στο Κολέγιο Άμχερστ (Amherst College). Ως καθηγητής, ενθάρρυνε τους μαθητές του να χρησιμοποιούν τον ήχο της ανθρώπινης φωνής στην τέχνη τους.

Κατά την τελετή εγκατάστασης του προέδρου Τζον Φιτζέραλντ Κένεντι στο αξίωμα του το 1961, ο Φροστ απείγγειλε το The Gift Outright. Μερικά από τα πιο γνωστά ποιήματά του είναι τα Death of the Hired Man, Stopping by Woods on a Snowy Evening, Mending Wall, Nothing Gold Can Stay, Birches, After Apple Picking, The Pasture, Fire and Ice, The Road Not Taken, και Directive. Ο Φροστ τιμήθηκε με το βραβείο Πούλιτζερ τέσσερις φορές, επίτευγμα μεγάλο για έναν ποιητή.

Από το 1921, και για τα επόμενα 42 χρόνια (με τρεις εξαιρέσεις), ο Φροστ κάθε καλοκαίρι δίδασκε στο Bread Loaf School of English του Κολεγίου Middlebury στο Ρίπτον, του Βερμόντ. Το Κολέγιο Middlebury έχει ακόμη στην κατοχή του τη Φάρμα του Ρόμπερτ Φροστ ως Εθνικό Ιστορικό Αξιοθέατο, κοντά στις εγκαταστάσεις του Bread Loaf.

Πέθανε στη Βοστώνη στις 29 Ιανουαρίου, 1963. Ο τάφος του βρίσκεται στο Παλαιό Κοιμητήριο του Μπένινγκτον, στο Μπένινγκτον του Βερμόντ. Ο κατάλογος αποφοίτων του Χάρβαρντ του 1965 τον αναφέρει ως απόφοιτο με τιμητική διάκριση. Ο Φροστ έλαβε επίσης πτυχίο με τιμητική διάκριση από το Κολέγιο Bates καθώς και από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και το Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ. Ενώ ήταν ακόμη εν ζωή, το σχολείο the Robert Frost Middle School στο Φέρφαξ της Βιρτζίνια, και η κεντρική βιβλιοθήκη του Κολεγίου Άμχερστ, πήραν το όνομά του.

ΕΖΡΑ ΠΑΟΥΝΤ

Πάουντ Έσδρα

Από την Live-Pedia.gr
Κορυφαίος Αμερικανός ποιητής.

Ο Έσδρας Λούμις Πάουντ γεννήθηκε στο Αϊντάχο στις 30 Οκτωβρίου 1885. Ο πατέρας του ήταν κλασσικός τύπος ληστή του Φαρ Ουέστ κι αυτό έκανε τον Έσδρα αληθινά υπερήφανο. Φαινόμενο φιλομάθειας, μπήκε στο Πανεπιστήμιο της Πενσυλβανίας στα 15 του χρόνια. Σπούδασε συγκριτική φιλολογία και λατινογενείς γλώσσες. Πριν γίνει 17 χρονών, οι δάσκαλοί του τον ξεχώρισαν και του επέτρεψαν να μελετάει μόνος του, για να μην καθυστερεί με τους υπόλοιπους μαθητές. Τρία χρόνια αργότερα, το 1905, γίνεται φροντιστής με καθηγητικές αρμοδιότητες στο ίδιο Πανεπιστήμιο.

Τύπος μποέμ, δεν μπορεί να προσαρμοσθεί με τις πανεπιστημιακές αρμοδιότητες. Έτσι εγκαταλείπει την Αμερική και το 1908 αποβιβάζεται στο Γιβραλτάρ με 80 δολάρια στην τσέπη. Τον ίδιο χρόνο επισκέπτεται για πρώτη φορά τη Βενετία και τυπώνει στην πόλη αυτή την πρώτη του ποιητική συλλογή "Με σβησμένα κεριά". Λίγους μήνες αργότερα εγκαθίσταται στο Λονδίνο, όπου μένει ως το 1920.

Εκεί τυπώνει τη δεύτερη ποιητική συλλογή του, τα "Πρόσωπα" (Personae, 1909) και πραγματοποιεί μια πολύ επιτυχή εμφάνιση στους αγγλικούς φιλολογικούς κύκλους.

Ο Σκοτ Τζαίημς διαβλέπει το ρόλο που θα παίξει στην ανανέωση του ποιητικού λόγου και επισημαίνει την αξία του. "Στην αρχή αυτά τα ποιήματα, γράφει, και η μετρική τους μοιάζει τρελή και ρητορική, μια απλή επίδειξη δυνάμεως και πάθους χωρίς ομορφιά. Αλλά αν δει κανείς το βάθος θα ανακαλύψει ότι αυτά τα περίεργα μέτρα έχουν τους δικούς τους νόμους και τη δική τους τάξη".

Το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου ο Πάουντ τυπώνει τις "Αγαλλιάσεις" που γίνονται κι αυτές με ενθουσιασμό δεκτές από την κριτική. Στο Λονδίνο κυκλοφορεί τα "Καντσόνι" του (1911), τις "Ριπόστες" (1912), την "Κατάι", τα "Λούστρα" (1916) και τη συλλογή "Χιου Σέλγουιν Μώμπερλυ" (1920), όπου το ύφος του έχει πια αποκρυσταλλωθεί.

Το 1920 έφυγε για τη Γαλλία και έμεινε στο Παρίσι τέσσερα ολόκληρα χρόνια. Μετά πήγε στην Ιταλία, όπου έμεινε ως την πτώση του Μουσολίνι. Στα 1946-1947 κρατούμενος σε ένα αμερικάνικο στρατόπεδο κοντά στην Πίζα, με τα "Πιζάνικα Κάντος" αναγνωρίζει τα λάθη του. "Λάθη ανθρώπινα", καθώς τα λέγει. Αταίριαστα όμως στον μεγάλο δημιουργό που ποδηγέτησε ολόκληρη γενιά Αγγλοσαξόνων ποιητών. (Ο Πάουντ είχε υποστηρίξει με πάθος τον Ιταλικό Φασισμό).

Πληθωρικός λογοτέχνης ο Πάουντ έχει να παρουσιάσει μεταφράσεις, μελέτες, πλατύ πρωτότυπο έργο. Τα "Κάντος" που καλύπτουν την ποιητική του παραγωγή από το 1925 ως το 1950 (έφθασαν τα 109) είναι το αριστούργημά του. Ο Έλιοτ τα θεωρεί ως το πιο σπουδαίο έργο του Πάουντ και πραγματικά πρόκειται για ένα από τα πιο σημαντικά σύγχρονα ποιήματα, που γράφτηκαν στην αγγλική γλώσσα. Ο ίδιος ο δημιουργός του το είχε ονομάσει "ένα ποίημα κάποιου μάκρους". Το δούλευε χρόνια ολόκληρα και οδήγησε μ' αυτό την ποίηση σε ένα ελεύθερο κανάλι, που αρδευόταν από ότι υψηλό έχει να παρουσιάσει ο πολιτισμός της γης. Με το έπος αυτό του σημερινού ανθρώπου, χωρίς μύθο, χωρίς υπόθεση, έτεινε στην παρουσίαση μιας ποιητικής σύνθεσης, που αντλούσε τα συστατικά της από τις μεγάλες πολιτιστικές περιόδους της Γης (Κίνα του Κομφουκίου, Ιταλία της Αναγέννησης, Αμερική της Ανεξαρτησίας των Τζέφφερσον και Άνταμς) και ανίχνευε τις αιτίες που τις καταστρέφουν. (Η αρπακτική διάθεση των μικρών, αλλά ισχυρών, οι μικροφιλοδοξίες, η απληστία καταστρέφουν εκείνο που έστησαν οι μεγάλοι πολιτισμοί). Με το παλιό αυτό υλικό δημιουργήθηκε η νέα "μυθολογία" του Πάουντ, η απαρχή της νέας ποιήσεως.

Ένα ψηφιδωτό είναι τα "Κάντος" από τους μεγάλους πολιτισμούς της Ελλάδας, της Κίνας, της Ευρώπης. Μια ανισομερής, μα μελετημένη σύνθεση που έχει αποτελεσθεί από γεγονότα, τα οποία άγγιξαν την ποιητική ευαισθησία του Πάουντ.

Ο Γιώργος Σεφέρης μας έδωσε μια επιτυχημένη ανάλυση των "Κάντος": "Ο αναγνώστης γυρίζοντας τις σελίδες, ζαλίζεται παρατηρώντας ένα σωρό παρεμβολές ξένων κειμένων, περιστατικών ή στιχομυθιών - πολλές φορές σε ξένες γλώσσες - προσώπων γνωστών από την ιστορία ή ολότελα άγνωστων, που δεν μπορεί να εξηγήσει την απροσδόκητη παρουσία τους, τοπίων που μεταφέρουν την κλασσική εποχή στην Αναγέννηση, στους καιρούς μας ή το αντίθετο. Δυσκολεύεται να κάνει την ανάλυση του κειμένου που έχει μπροστά του και που είναι, νομίζω, άσκοπο να την επιχειρήσει προτού εξοικειωθεί με το κλίμα της ποίησης αυτής. Ίσως είναι καλύτερο να έχει υπόψη του, στην αρχή, ότι ο Pound μεταχειρίζεται την ποιητική μεταφορά, με την κυριολεκτική της σημασία, σαν μια μεταφορά που μεταφέρει στ' αλήθεια μέσα στο έργο του όλα όσα μπόρεσαν να μαζέψουν οι αντένες ενός πνεύματος αδηφάγου, που έχει προσεταιριστεί ένα μεγάλο πλήθος από τα στοιχεία που διαμόρφωσαν την τωρινή ζωή μας, είτε είναι κείμενα των Ελλήνων και των Ρωμαίων, είτε ο μεσαίωνας, είτε η Αναγέννηση, είτε η προδαντική ποίηση των προβηγκιανών. Και τα μεταφέρει με οδηγό, σχεδόν αποκλειστικά, το αίσθημα της ρηματικής λειτουργίας ανήσυχο, ατίθασο, δεσποτικό, που δεν παραδέχεται κανένα σχεδόν προδιαγραμμένο διάκοσμο, καμιά διάταξη και καμιά άλλη ιεραρχία, εκτός από την ιεραρχία, αν μπορεί να ειπωθεί έτσι, ενός ρυθμικού παλμού". (Βλ. Γ. Σεφέρη, Νέα Γράμματα, Απρίλης-Ιούνιος 1939).

Ο ίδιος κορυφαίος ποιητής μας έχει μεταφράσει στις "Αντιγραφές" του μερικά από τα "Κάντος". Ένα απόσπασμα από τη μετάφραση του πρώτου:

Αλλά ήλθε πρώτος ο Ελπήνωρ, ο φίλος μας Ελπήνωρ,
Άθαφτος, απορριγμένος πάνω στη μεγάλη γης,
Κουφάρι που τ' αφήσαμε στο σπίτι της Κίρκης,
Άκλαυτο κι ασαβάνωτο, τα βάσανα μας κέντριζαν γι' αλλού.

Αξιολύπητο πνεύμα. Και φώναξα μιλώντας βιαστικά:
"Ελπήνωρ, πώς έφτασες στο σκοτεινό τούτο ακρογιάλι;
Πεζοδρόμος ήρθες ξεπερνώντας τους θαλασσινούς;"
Και αυτός βαριά μιλώντας:
"Τύχη κακιά και το πολύ κρασί. Γλίστρησα στο μέγαρο της Κίρκης.
Κατεβαίνοντας την αψηλή σκάλα αφύλαχτος
Έπεσα πάνω στον τοίχο,
Τσάκισα το κόκαλο του αυχένα, κ' η ψυχή γύρεψε τον Άδη.

Μα εσύ, Βασιλιά, παρακαλώ θυμήσου με,
άκλαυτον, άθαφτο,
Σώριασε τ' άρματά μου,
φτιάξε μου τάφο στην ακρογιαλιά, και γράψε:
"Ένας άμοιρος άνθρωπος και μ' όνομα μελλούμενο.
Και στήσε το κουπί μου που έλαμνα μαζί με τους συντρόφους".


Με το έργο αυτό ο Πάουντ άνοιξε νέους ορίζοντες στην ποίηση και δίδαξε εκείνους που έκαναν την επανάσταση στην τέχνη. Αυτός καθοδηγούσε τον Τ.Σ. Έλιοτ στους μορφικούς του πειραματισμούς, ώσπου να φθάσει στο "Γερόντιον", το πρώτο ποίημά του με καθαρά ελιοτικό χαρακτήρα. Αυτός τον βοήθησε να "βγάλει" τελικά την "Έρημη Χώρα" (1922), το μεγάλο του ποίημα, "που δεν έβγαινε", διορθώνοντας και κόβοντας αρκετούς στίχους. Τελευταία, μάλιστα, κυκλοφόρησε στην Αμερική ένας τόμος με το αρχικό κείμενο του Έλιοτ και τις διορθώσεις του Πάουντ.

Ο ίδιος εξέδωσε τον τεράστιο "Οδυσσέα" (Ulysses) του Τζαίημς Τζόυς (James Joyce), του άλλου μεγάλου σύγχρονου ποιητή της Ευρώπης, που δεν έβρισκε εκδότη. Ο ποιητής των "Κάντος" έστρεψε το ενδιαφέρον του Γέητς (W.B. Yeats) στα νέα εκφραστικά μέσα. Ο Πάουντ τέλος βοήθησε τη γενιά του μεσοπολέμου να βρει το δρόμο της.

Ο Χεμινγουαίη, ο Ουίλλιαμς κι άλλοι ακόμη τον αναγνώριζαν ως δάσκαλό τους.

"Η καλλιτεχνική αξία των "Κάντος", παρατηρεί ο Erwin Laaths, "έχει αναγνωρισθεί κι απ' τους εχθρούς του ακόμα, που σκεπτόμενοι με τα στενά πλαίσια των πολιτικών συνθημάτων, τον κατηγόρησαν ως φερέφωνο του φασισμού. Η τελευταία όμως λέξη για τον Πάουντ δεν θα ειπωθεί απ' τους συγχρόνους του, φίλους ή εχθρούς, όπως άλλωστε και για το νεότερο συμπατριώτη του, τον Έλιοτ, που το πρώτο ποίημά του "Το ερωτικό τραγούδι του Άλφρεντ Προύφροκ" οφείλει στον Έσδρα Πάουντ την οριστική του έκδοση".

Για να φθάσει όμως ο Πάουντ στα αποτελέσματα που πέτυχε, ασκήθηκε σκληρά. Μετέφρασε αρχαία τραγωδία, κινέζικη ποίηση, μεσαιωνικά ευρωπαϊκά έργα. Ο ίδιος προσπάθησε από τους πρώτους να γνωρίσει συστηματικά στο αγγλόφωνο κοινό γάλλους ποιητές της εποχής του συμβολισμού. Το 1910 δημοσίευσε το "Πνεύμα της μυθιστορίας", μελέτη για τη λογοτεχνία της Αναγεννήσεως. Το 1934 το "Αλφάβητο της Μελέτης" και 4 χρόνια αργότερα το "Culture".

Από το υπόλοιπό του έργο ιδιαίτερη σημασία για την ιστορία της λογοτεχνίας έχουν τα γράμματά του. Κατά κανόνα οι μεγάλοι ποιητές έχουν να παρουσιάσουν κι αξιόλογη πρόζα, που μας βοηθά να κατανοήσουμε καλύτερα την ποιητική τους. Παραδείγματα ο Έλιοτ, ο δικός μας Σεφέρης. Το ίδιο κι ο Έσδρας Πάουντ. Όμως εκείνο που οφείλουμε νηφάλια και αντικειμενικά, χωρίς προκατάληψη, να του αναγνωρίσουμε είναι το προβάδισμα στην ανανέωση του νεότερου ποιητικού λόγου, ο ελεύθερος αγέρας που εμφύσησε στη σύγχρονη ποίηση.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Έσδρας Πάουντ (1885-1972), ο "πιο σημαντικός ζωντανός ποιητής της αγγλικής γλώσσας", καθώς τον είχε αποκαλέσει, όσο ζούσε, ο μεγάλος Άγγλος ποιητής Τ.Σ. Έλιοτ, υπήρξε ο αρχηγέτης της μοντέρνας ποίησης.

ΕΖΡΑ ΠΑΟΥΝΤ

ΕΖΡΑ ΠΑΟΥΝΤ

Συμπληρώθηκαν την 30η Οκτωβρίου 120 χρόνια από την γέννηση, στις ΗΠΑ, του κατά κοινή ομολογία μεγαλύτερου
ποιητή του 20ου αιώνα, του Έζρα Πάουντ.
Παρ' όλο όμως που δίκαια έχει αυτόν τον χαρακτηρισμό είναι αποσιωπημένος σήμερα και λίγοι είναι αυτοί που έχουν
ακούσει γι' αυτόν ή έχουν διαβάσει ποίημά του.
Στα σχολεία από τα οποία όλοι σε διαφορετικούς χρόνους, με διαφορετικούς υπουργούς παιδείας περάσαμε,
ποτέ δεν μας μίλησαν γι' αυτόν.
Αλλά αυτό δεν συμβαίνει μόνο στην Ελλάδα:
σε όλον τον κόσμο ο μεγαλύτερος ποιητής αποσιωπάται, ένα είδος ανίερης συμμαχίας τον κρατάει ανεπισήμως απαγορευμένο.
Του αποδίδεται μεν ο τίτλος του καλύτερου ποιητή - χάρη κυρίως στην αναγνώρισή του από άλλους, μεγάλους συγγραφείς-
αλλά κατά τ' άλλα επιβάλλεται σιωπή, σιωπή που τον καθιστά ένα είδος βασιλιά χωρίς βασίλειο.
Για τον Έζρα Πάουντ θα μπορούσε να μιλήσει κανείς χρησιμοποιώντας στίχους από τα ποιήματά του.
Ήθελε να αναβιώσει το Έπος έχοντας και ο ίδιος επική ψυχή κάτι που απέδειξε πολλές φορές στην πολυτάραχη ζωή του.
Έτσι λοιπόν όπως είπε εμμέσως και ο ίδιος για τον εαυτό του και χρησιμοποιώντας συχνά ελληνικές και αρχαίες ελληνικές λέξεις:
« αγωνίστηκε να ξαναζωντανέψει την νεκρή τέχνη της ποίησης-να διατηρήσει «το υψηλόν» με την παλιά έννοια. Λάθος εξ αρχής.»
Γιατί όμως ήταν λάθος; Ίσως γιατί: «ήταν ασυντόνιστος με την εποχή του» αφού μάλιστα «είχε γεννηθεί σε μίαν ημιάγρια χώρα παράκαιρα-
αποφασισμένος κρίνα να βγάλει από το βελανίδι..»
(Χιου Σέλγουιν Μώμπερλυ)

Ήταν λοιπόν παράκαιρος και παράταιρος ο Έζρα Πάουντ. Και γι' αυτό ξεχωριστός.
Ήταν παράκαιρος γιατί δεν υιοθετούσε την αντίληψη της εποχής του και των συγχρόνων του για την τέχνη.
Μιλάμε για τα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα και μάλιστα στην Αμερική, στην Αμερική της δημοκρατίας, της ισότητας,
της βιομηχανικής ανάπτυξης, της τεχνολογικής εξέλιξης,
των εβραίων εκδοτών και τραπεζιτών,
της ταχύτητας, του χρήματος- της τεχνικής αλλά όχι της τέχνης, όχι της Ομορφιάς και της Χάρης με την κλασσική έννοια:
Αλλά και για την μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο Αγγλία στην οποία μετακόμισε το 1908 και στις υποκριτικές αξίες που επικρατούσαν τότε εκεί,

στις οποίες αντιτίθεται:
«Η εποχή απαιτούσε μια εικόνα
του επιταχυνόμενου της μορφασμού,
κάτι για την σύγχρονη σκηνή,
όχι πάντως χάρη αττική.
Όχι, όχι βέβαια, τους σκοτεινούς ρεμβασμούς της ενόρασης
Καλύτερα ψευδολογίες
παρά κλασσικούς σε παράφραση!

Η «εποχή απαιτούσε» κυρίως ένα γύψινο εκμαγείο
φτιαγμένο δίχως απώλεια χρόνου
μια πρόζα κινηματογραφική, όχι, ασφαλώς όχι,
αλάβαστρο ή το λάξευμα της ρίμας».

Αυτήν την εποχή και την κοινωνία της δύσης δεν την ήθελε ο Έζρα.Πάουντ,
την θεωρούσε εκφυλισμένη και παρακμιακή χαρακτηριζόμενη
από την πτώση και αντιστροφή των παραδοσιακών αξιών.
Και ανοιχτά με θάρρος και αλαζονεία την επέκρινε συγκρίνοντας την με τις εποχές «των ονείρων του»:
«τα πάντα ρεί
λέει ο σοφός Ηράκλειτος
μα μια κακόγουστη φτήνια
θα επιβιώσει μετά τις μέρες μας
Ακόμη κι η Χριστιανική Ομορφιά
αποστατεί μετά τη Σαμοθράκη
βλέπουμε το καλόν
θεσπισμένο στην αγορά
.. ίσοι κατά το νόμο οι πάντε
απαλλαγμένοι από τον Πεισίστρατο
επιλέγουμε έναν απατεώνα ή έναν ευνούχο
να μας κυβερνήσει» (Χ.Σ.Μ)

Η αντιστροφή των αξιών είναι πλήρης: η εποχή είναι γεμάτη κακέκτυπα. Αυτό κάνει τον ποιητή να αναφωνήσει απελπισμένα και επιθετικά:
« Ώ λαμπρέ Απόλλωνα
τιν' άνδρα, τιν' ήρωα, τίνα θεόν,
Σε ποιον θεό, ήρωα ή άνδρα
τσίγκινο ένα στεφάνι να φορέσω;»
-Δεν είναι μηδενιστής και δεν του ταιριάζουν τα κλαψουρίσματα. Αντιδρά με το ξίφος του λόγου του και των λόγων του.
Είναι άνθρωπος της δράσης: Ζει ήδη στο Λονδίνο, εκδίδει ποιητικές συλλογές, μελέτες, δοκίμια.
Γνωρίζεται με τους διασημότερους συγγραφείς της εποχής, συνεργάζεται με περιοδικά, ταξιδεύει,
ηγείται του καλλιτεχνικού κινήματος του Εικονισμού (Imagism)-
και συνεχίζει τον επιθετικό χλευασμό του για την κρατούσα τότε ηθική και αξίες.
Δεν είναι ένας εκκεντρικός καλλιτέχνης- ένα είδος πολύ γνωστό και στις μέρες μας- που κρίνει την εποχή του υποκριτικά,
στο βάθος λαχταρώντας να ενταχθεί στα καλλιτεχνικά σαλόνια
που επικρίνει-:
ο Πάουντ είναι ένας αμετανόητος θαυμαστής του Κλασσικού Ιδεώδους, απαλλαγμένος
πλήρως από το άγχος και την αγωνία
της προβολής και πολύ ειλικρινής, έντιμος και ξεκάθαρος σ' ό,τι αγαπά και σ' ό,τι αρνείται.
Είναι απόλυτος. Αλαζών και επιθετικός με αυτούς που αποδοκιμάζει αλλά και
ιδιαίτερα γενναιόδωρος και ενθαρρυντικός με τους «δικούς του»,
όπως με τον Έλιοτ και τον Τζόυς.
Μάλιστα λέγεται ότι ένας από τους λόγους για τους οποίους ο Πάουντ στράφηκε κατά της αγγλικής κοινωνίας μετά τον Α' Παγκόσμιο
Πόλεμο στο αριστουργηματικό του
έργο Χιου Σέλγουιν Μώμπερλυ ήταν διότι η Αγγλία ετοιμαζόταν εκείνη την εποχή να απαγορεύσει το έργο του Τζέιμς Τζόυς «Οδυσσέας».
Ακόμη, στην πνευματική του επίδραση επί του Έλιοτ αποδίδονται και οι αντιεβραϊκές αναφορές στο έργο του τελευταίου.
Η πίστη του στο κλασσικό ιδεώδες ίσως είναι αυτή που τον κάνει να παραμένει στην Ευρώπη. Μετά το Λονδίνο πηγαίνει στο Παρίσι και τον βρίσκουμε από το 1924 στην Ιταλία.
Παραμένει εκεί και τα επόμενα χρόνια. Βλέπει την «αναβίωση του έπους» στην πολιτική. Δεν ξεχνάει την πατρίδα του την οποία επισκέπτεται το 1939.
Και είναι η αγάπη προς την πατρίδα του και ο φυλετισμός του που τον κάνουν να νιώθει πληγωμένος και γι' αυτό να γίνεται συχνά επιθετικός,
λίγο αργότερα για τον πραγματικό εμφύλιο πόλεμο –
τον ευρωπαϊκό αλλά και για την προοπτική της ένταξης της Αμερικής στον πόλεμο κατά του Άξονος.
Αντιτίθεται σε αυτήν την ανίερη συμμαχία ανοιχτά με ραδιοφωνικές εκπομπές κατά των Συμμάχων στο ραδιοφωνικό σταθμό της
Ρώμης από το 1941 έως το 1944.
Οι εκπομπές του αυτές οδηγούν το 1943 στο να του απαγγελθεί στην Ουάσιγκτον ενώ αυτός βρίσκεται στην Ρώμη, κατηγορία για προδοσία.
Το 1945 ο Πάουντ συλλαμβάνεται από τα αμερικανικά στρατεύματα λόγω του ότι εκκρεμεί αυτή η κατηγορία εναντίον του και προκειμένου
να μεταφερθεί στην Αμερική και να δικαστεί.
Όμως δεν μεταφέρεται αμέσως. Και εδώ συμβαίνει το πρωτοφανές,
η απίστευτη αθλιότητά των νικητών, μία πρώτη απόδειξη και αποκάλυψη του δήθεν ανθρωπισμού τους και του τι πραγματικά
θα ήταν ο κόσμος και η εποχή που ανέτελλε, αυτή των νικητών:
σε μία επίδειξη βαρβαρότητας που επαξίως συναγωνιζόταν αυτή των Σοβιετικών οι δήθεν υπερασπιστές της ελεύθερης σκέψης, του ελεύθερου λόγου,
των γραμμάτων και της τέχνης φυλακίζουν τον Έζρα Πάουντ όχι σε κάποιο άβολο, μικρό ή σκοτεινό κελί,
αλλά για έξι μήνες τον φυλακίζουν, αυτόν, τον μεγαλύτερο ποιητή, σε ένα υπαίθριο σιδερένιο κλουβί, 1,80 Χ 1,95,
στην Πίζα, με στέγη από πισσόχαρτο, για κρεβάτι το τσιμέντο και για τουαλέτα έναν μικρό τενεκέ!
Κι όμως: εκεί στο κλουβί και ενώ οι διώκτες περίμεναν από αυτόν να μετανοήσει, να τρελαθεί ή να αυτοκτονήσει,
αυτός γαλήνια παραμένει πιστός και αντιδρά στην ταπεινωτική του δίωξη δημιουργικά.
Χρησιμοποιώντας τα βράδια την γραφομηχανή του ιατρείου, μέσα στο κλουβί, γράφει κάποια από τα καλύτερα ποιήματά του: τα Κάντος της Πίζας
Παρ' ότι τα γράφει φυλακισμένος και η προοπτική του ήταν η εκτέλεση, αφού σ' αυτά τα κλουβιά φυλάκιζαν όσους επρόκειτο να εκτελέσουν...
Δεν φοβάται. Μεταφέρεται τελικά μετά από 6 μήνες στην Ουάσιγκτον για να δικαστεί για προδοσία που κατηγορείτο ότι τέλεσε με τις εκπομπές του –
πάνω από 300- στο ιταλικό ραδιόφωνο.
Είναι ήδη 60 ετών. Συμβούλιο ιατρών που τον εξετάζει αποφαίνεται ότι είναι διανοητικά ακατάλληλος για την δίκη διότι
«δεν αντιλαμβάνεται την θέση του αφού επιμένει ότι οι εκπομπές του δεν ήταν προδοτικές!».
Η έντονη αντισιωνιστική προπαγάνδα που έκανε μέσα από τις εκπομπές του και η επίμονη υπεράσπιση αυτών των ιδεών ακόμη και όταν ήταν στα πρόθυρα της φυλακής ή και της εκτέλεσης είναι ικανά για να οδηγήσουν το Ιατρικό Συμβούλιο στο συμπέρασμα ότι είναι φρενοβλαβής!
Τελικά με αυτόν τον χαρακτηρισμό εγκλείεται σε ψυχιατρείο για 13 περίπου χρόνια.
Στην αρχή, σε ένα μεγάλο θάλαμο χωρίς παράθυρα και έπιπλα με αρκετούς ψυχοπαθείς, αργότερα σε έναν μικρότερο και τελικά σε ένα πολύ
μικρό δωμάτιο όπου όμως μπορούσε να γράφει, πράγμα που έκανε.
Η γυναίκα του όλα αυτά τα χρόνια τον επισκεπτόταν καθημερινά.
Ενώ βρίσκεται στο ψυχιατρείο τα «Κάντος της Πίζας» βραβεύονται, γεγονός που από τη μια ικανοποίησε τους πολυπληθείς θαυμαστές του
και από την άλλη ήγειρε πολλές αντιδράσεις.
Όπως ειπώθηκε:
«η ποίηση που εκφράζει κακές ιδέες δεν πρέπει να βραβεύεται»! Πάντως όσο περνούν τα χρόνια πληθαίνουν οι φωνές που αντιδρούν στον
εγκλεισμό και ζητούν την απελευθέρωσή του.
Ο ιδεολογικά αντίθετος, πλην όμως θαυμαστής του Πάουντ, Έρνεστ Χεμινγουέι το 1954 βραβεύεται με το Νόμπελ Λογοτεχνίας και όταν τον
ρωτούν τι έχει να πει για την βράβευσή του απαντά: «το Νόμπελ έπρεπε να το πάρει ο Πάουντ».
Ο Πάουντ ήταν ουσιαστικά φυλακισμένος χωρίς να έχει προηγηθεί δίκη, χωρίς να του έχει δοθεί η δυνατότητα να ασκήσει το δικαίωμά
του να υπερασπιστεί τον εαυτό του.
Αρκετοί από αυτούς που ζητούσαν την απελευθέρωσή του το έκαναν πέραν του θαυμασμού για το έργο του διότι φοβούνταν ότι
θα πέθαινε μέσα στο ψυχιατρείο και αυτό θα στιγμάτιζε την Αμερική.
Από την άλλη πλευρά το Κράτος επεδίωκε με αυτόν τον τρόπο, με τον εγκλεισμό, αυτού, ενός υγιούς στο ψυχιατρείο και υπό αυτές τις συνθήκες, την φυσική του εξόντωση.
Η φυλάκισή του στο ψυχιατρείο δεν ήταν για τους διώκτες του παρά μία αργή, παρατεταμένη και γι αυτό βασανιστική εκτέλεση.
Μία άμεση εκτέλεση, όταν τον έφεραν από την Ιταλία, υπήρχε ο φόβος ότι θα οδηγούσε στην ηρωοποίησή του και στο ενδιαφέρον για τις ιδέες του.
Έτσι επελέγη αυτός, ο πιο ύπουλος τρόπος.
Αλλά δεν υπολόγισαν σωστά- το φρόνημα και το ηθικό του Πάουντ δεν μπορούσε να καμφθεί με τίποτα. Απτόητος συνέχιζε να γράφει.
Μετέφρασε μάλιστα και μία τραγωδία του Σοφοκλή.
Οι εκκλήσεις για απελευθέρωσή του συνεχίζονται.
Είναι χαρακτηριστικό των συνθηκών υπό τις οποίες ζούσε στο ψυχιατρείο ότι το δωμάτιο του ήταν γνωστό ως «ντουλάπι που περιέχει
έναν εθνικό σκελετό»! Όμως αντέχει, δεν λυγίζει.
Το 1958 απελευθερώνεται. Λίγο μετά επιστρέφει στην Ιταλία. Το πλοίο με το οποίο ταξιδεύει πλησιάζει στην Νάπολη.
Στο λιμάνι πλήθος δημοσιογράφων τον περιμένουν ανυπόμονα.
Περιμένουν μετά από χρόνια διώξεων, να τον δουν αλλαγμένο, μισότρελο ίσως ή έστω κουρασμένο, «συνετισμένο»…
Ας μην ξεχνάμε ότι είναι πια 73 ετών κι έχει περάσει τα τελευταία 13 χρόνια σε ψυχιατρείο χωρίς να έχει ψυχική πάθηση.
Περιμένουν σίγουρα να τον δουν μετανοημένο.
Ανυπομονούν να καταγράψουν μία δήλωση μετανοίας. Κι αυτός, αντικρίζοντάς τους, για άλλη μία φορά αμετανόητος,
σαν να μην τον άγγιξε το μαρτύριο που πέρασε, τους χαιρετά φασιστικά και είναι αυτή η δική του δήλωση Πίστης.
Όταν δε τον ρωτούν για τα χρόνια στο άσυλο, εκείνος ήρεμα τους απαντά πως «όλη η Αμερική είναι ένα άσυλο».
Παραμένει στην Ιταλία και από εκεί ταξιδεύει και σε άλλες χώρες. Το 1965 έρχεται στην Ελλάδα, στην Αθήνα.
Προσκυνά την Ακρόπολη εκπληρώνοντας έτσι ένα όνειρό του.
Πεθαίνει στην Βενετία την 1η Νοεμβρίου 1972.
Ζει πάντα στις καρδιές αυτών που από τις ψευδολογίες προτιμούν τους «σκοτεινούς ρεμβασμούς της ενόρασης»
Ήταν ένας ηρωικός άνθρωπος. Τα εμπόδια που συνάντησε στην ζωή του και που εύκολα πολλούς άλλους θα τους τσάκιζαν,
αυτόν ήταν σαν να μην τον άγγιζαν.
Ήταν ένα κομμάτι της μεγάλης περιπέτειας της ζωής του. Λατρεύτηκε όσο λίγοι, μισήθηκε όσο λίγοι, διώχτηκε όσο λίγοι, άντεξε όσο λίγοι.
Με την υπερήφανη και αταλάντευτη στάση του και πίστη στα ιδανικά του δίνει διαρκώς ένα μάθημα Τιμής. Δεν παζάρεψε ποτέ τίποτα.
Ο αγώνας τον μάγευε. Το είχε άλλωστε δηλώσει από παλιά:
«Τότε μονάχα ζω αληθινά όταν τα σπαθιά συγκρούονται»

Όπως προαναφέρθηκε η βασική επιδίωξη αυτών που από την αρχή τον πολεμούσαν ήταν να τον σταματήσουν είτε αλλάζοντάς τον,
είτε οδηγώντας τον στην αυτοκτονία ή στην τρέλλα.
Δεν το κατάφεραν παρ' ότι προσπάθησαν λυσσαλέα. Αγνοούσαν προφανώς αυτό που σε ηλικία 29 ετών, πολύ πριν συμβούν τα δραματικά
γεγονότα της ζωής του, είχε γράψει.
Τότε, το 1914, όταν κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί τι θα ακολουθούσε και όλα ήταν πολύ μακρινά, εκείνος προβλέποντας τι θα του συνέβαινε,
προεξόφλησε και την δική του στάση:
« Είναι παλιά σας συνήθεια να ξεκάνετε τους καλούς συγγραφείς/
εσείς ή τους τρελλαίνετε / ή κλείνετε τα μάτια σαν αυτοκτονούν/
ή πάλι βρίσκετε δικαιολογίες για τα ναρκωτικά τους / και μιλάτε για παραφροσύνη και μεγαλοφυία/
Όμως εγώ δεν θα τρελλαθώ για να σας ευχαριστήσω/
δεν θα σας κολακέψω με έναν πρόωρο θάνατο/
Ώ όχι, εγώ θα αντέξω ως το τέλος /
θα νιώσω τα μίση σας να γλιστρούν στα πόδια μου
σαν ευχάριστο γαργάλημα/
να τα κοιτάζουν κοροϊδευτικά/
ενώ πολλοί κινούνται ύποπτα
και φοβούνται να πουν πως σας μισούν/
η γεύση της αρβύλας μου;
Ορίστε η γεύση της αρβύλας μου
χαϊδέψτε την/
βγάλτε και το βερνίκι με την γλώσσα σας»


ΕΠΙΛΟΓΗ ΑΠΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ΙΤΕ

Πηγαίνετε τραγούδια μου, ζητήστε τον έπαινό σας από τους νέους
κι απ' τους αδιάλλακτους
κινηθείτε ανάμεσα στους εραστές της τελειότητας μόνο.
Ζητήστε πάντοτε να αναμετρηθείτε με το σκληρό Σοφόκλειο φως
ευχάριστα υπομένοντας τις πληγές σας από εκείνο

Ο ΕΡΧΟΜΟΣ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ: ΑΚΤΑΙΩΝ

Εικόνα Λήθης,
και τα χωράφια
γεμάτα από αμυδρό φως
μα χρυσαφένιο,
γκρίζοι γκρεμοί,
και από κάτω
μια θάλασσα
πιο σκληρή κι απ' τον γρανίτη,
ανήσυχη, ποτέ δεν γαληνεύει-
υψηλές μορφές
με την κίνηση των Θεών,
επικίνδυνη θέα,
κι ένας είπε:
«Να ο Ακταίων»
Ο Ακταίων με τα χρυσά περικνήμια!
Πάνω από ωραία λειβάδια,
πάνω από την δροσερή όψη εκείνου του χωραφιού,
ανήσυχα, αεικίνητα
πλήθη αρχαίου λαού,
η σιωπηλή πομπή.

«PHASELLUS ILLE"

Αυτό το papier- maché που βλέπετε φίλοι μου
ισχυρίζεται πως ήταν ο πιο άξιος εκδότης.
Η σκέψη του διαμορφώθηκε στη "δεκαετία του εβδομήντα"
Κι από τότε δεν λέει ν' αλλάξει εκείνο το ανακάτωμα.
Εργάζεται δια την εκπροσώπησιν εκείνης της σχολής της σκέψεως
της φερούσης την έδραν των τριχίνων ενδυμάτων εις τοιαύτην τελειότητα,
κι ούτε οι φοβερές απειλές του Μπέρναρ Σω
ταράζουν την ακύμαντη λιμνούλα των αρχών του.
Μα κι ούτε αν η αθάνατη φωνή όλου του κόσμου
ζητούσε ακόμα μια φορά, μιλώντας του, έστω να τον κεντρίσει,
ρούπι δεν θα κουνούσε πάλι προς τα δεξιά από τ' αριστερά.

Ομορφιά, ανυπόδητη απ' τις Κυκλάδες,,
Εσύ που θα ' βρισκες ένα μοντέλο για τον Άγιο Αντώνιο
Έλα σ' αυτού του πράγματος την σίγουρη κοινωνική ευπρέπεια
και συμπεριφορά


SURGIT FAMA

Ανακωχή έχουνε κάνει οι Θεοί
Η Κόρη επρόβαλε στο Βορρά,
περιφέρεται στην γκριζογάλανη θάλασσα
με χρυσό και μαυροκόκκινο μανδύα.
Το στάρι βρήκε πάλι τη μάνα του, κι αυτή, η Λευκονόη,
που ποτέ δεν παραμέλησε τις γυναίκες,
ούτε τη γη παραμελεί τώρα.


Ο κατεργάρης Ερμής βρίσκεται εδώ.
Μ΄ ακολουθεί
έτοιμος ν' αρπάξει τα λόγια μου,
έτοιμος να τα διαδώσει.

Να τους προσθέσει τις παραλλαγές του,
πανούργες κι έξυπνες..
να τ' αλλάξει όπως εκείνος θέλει.
Όμως εσύ πες την αλήθεια, ακόμη και κατά γράμμα:


«Ακόμη μια φορά στην Δήλο, ακόμη μια φορά ταράσσεται ο βωμός
ακόμη μια φορά ακούγεται ο ψαλμός,
ακόμη μια φορά οι κήποι που δεν εγκαταλείφθηκαν ποτέ,
είναι γεμάτοι ψιθυρίσματα και παλιές ιστορίες».


CODA

Ω τραγούδιά μου,
Γιατί ψάχνετε τόσο αχόρταγα και τόσο περίεργα τα πρόσωπα των ανθρώπων,
μήπως και βρείτε ανάμεσά τους τον χαμένο σας νεκρό;

Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2010

Έντουαρντ Έστλιν Κάμινγκς...ee cummings

Έντουαρντ Έστλιν Κάμινγκς

14 Οκτωβρίου 1894 – 3 Σεπτεμβρίου 1962

O Έντουαρντ Έστλιν Κάμινγκς γνωστός ως ee cummings υπήρξε ποιητής, ζωγράφος, δοκιμιογράφος, συγγραφέας και θεατρικός συγγραφέας από τις ΗΠΑ με ένα μεγάλο έργο που περιλαμβάνει περισσότερα από 900 ποιήματα, θεατρικά έργα, δοκίμια, σχέδια, πίνακες και δύο μυθιστορήματα. Θεωρείται πρωτεργάτης της μοντέρνας ποίησης και ως τέτοιος είναι ιδιαίτερα δημοφιλής μέχρι σήμερα.

Ο Κάμινγκς συνήθιζε να γράφει το όνομά του με πεζά γράμματα χωρίς διαστήματα και τελείες πράγμα το οποίο, σύμφωνα με τη τελευταία σύζυγό του, είχε επισημοποιήσει κιόλας. Βιογράφοι και μελετητές του έργου του αναφέρουν ότι αυτό το έκανε ως ένδειξη ταπεινότητας ενώ δεν υπαγόρευε στους άλλους να γράφουν το όνομά του με τον ίδιο τρόπο.

Γεννήθηκε στη Μασαχουσέτη το 1894, γιος του Έντουαρντ και της Ρεβέκκας. Ο πατέρας του ήταν καθηγητής κοινωνιολογίας και πολιτικών επιστημών στο Χάρβαρντ και στενά συνδεδεμένος με το γιο του. Ο Έστλιν αναφέρεται ότι έγραφε ποίηση από τα δέκα του χρόνια ταλέντο για το οποίο τον ενθάρρυνε ο πατέρας του. Το τέταρτο μέλος της οικογένειας ήταν η αδελφή Ελίζαμπεθ, έξι χρόνια μικρότερή του.

Φοίτησε στο Κέιμπριτζ όπου έμαθε και την λατινική γλώσσα. Τα πρώτα του ποιήματα μάλιστα δημοσιεύθηκαν στην Επιθεώρηση του Κολεγίου. Συνέχισε τις σπουδές του στο Χάρβαρντ (1911-1916) όπου εκπόνησε και μεταπτυχιακό στην αγγλική και στις κλασικές σπουδές. Και σε αυτό το Πανεπιστήμιο βρήκε την ευκαιρία να δημοσιεύσει ποιήματά του, στη μηνιαία έκδοση, ενώ μαζί με τον Τζον Πάσος και τον Φόστερ Ντέιμον έστησαν και μια εφημερίδα.

Έχοντας σπουδάσει ελληνικά και λατινικά τον βλέπουμε να χρησιμοποιεί συχνά εκφράσεις και λέξεις από τις γλώσσες αυτές σε διάφορα έργα του όπως για παράδειγμα στις ποιητικές συλλογές ΧΑΙΡΕ, Άνθρωπος και Puella Mea (κορίτσι μου). Αυτό το τελευταίο αποτελεί μάλιστα και το μεγαλύτερο σε έκταση ποίημά του. Στο τέλος των σπουδών του στο Χάρβαρντ είναι ήδη επηρεασμένος από τον Έζρα Πάουντ και τη Γερτρούδη Στάιν.

Με την έναρξη του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου στρατολογήθηκε ως οδηγός ασθενοφόρων, συνυπηρετώντας με τον φίλο του Πάσος. Τότε ήταν που γνώρισε και αγάπησε το Παρίσι, παραμένοντας στην πόλη επί πέντε εβδομάδες. Τον Σεπτέμβρη του 1917 συνελήφθη και παραπέμφθηκε, μαζί με τον Σλάτερ Μπράουν, με την κατηγορία της κατασκοπείας ίσως επειδή οι απόψεις και των δύο ήταν ενάντια στον πόλεμο. Κρατήθηκε 3,5 μήνες σε ένα στρατόπεδο στη Νορμανδία, τις εμπειρίες από το οποίο αποτυπώνει στο έργο του «Θεόρατο δωμάτιο», το οποίο εκθειάστηκε από τον Σκοτ Φιτζέραλντ. Τελικά ο Κάμινγκς αφέθηκε ελεύθερος τον Δεκέμβρη μετά από τις πολιτικές παρεμβάσεις του πατέρα του. Επιστρέφοντας στις ΗΠΑ, την Πρωτοτοχρονιά του 1918, συνέχισε να υπηρετεί στο στρατό μέχρι τον Νοέμβρη.

Την πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο «Οκτώ ποιητές από το Χάρβαρντ» τη δημοσίευσε το 1920 ενώ το 1921 επέστρεψε στο Παρίσι όπου παρέμεινε για δύο χρόνια. Αμέσως μετά μετακινήθηκε στη Νέα Υόρκη αλλά μέχρι το 1930 επισκεπτόταν συχνά την «πόλη του φωτός» γνωρίζοντας πολλούς ανθρώπους από το χώρο των γραμμάτων και των τεχνών μεταξύ των οποίων και ο Πάμπλο Πικάσο. Την περίοδο 1924-1927 εργαζόταν ως δοκιμιογράφος και παρουσιαστής προσωπικοτήτων στον περιοδικό «Vanity Fair».

Το 1926 ο πατέρας του σκοτώθηκε σε τροχαίο, από το οποίο σώθηκε η μητέρα του. Το δυστύχημα περιγράφηκε σε έξι συνολικά διαλέξεις στο Χάρβαρντ από τον ίδιο τον Κάμινγκς μεταξύ των ετών 1952-1953 με πολύ έντονο ρεαλισμό. Ο θάνατος του πατέρα του, έπληξε τον ποιητή με αποτελέσματα ορατά και στο έργο του. Τότε ξεκινά να γράφει συστηματικά ποίηση, για να υμνήσει τον πατέρα του, όπως δήλωνε ο ίδιος. Ο Κάμινγκς γεννημένος και μεγαλωμένος σε μονιστική οικογένεια πολύ συχνά, ειδικά μετά την απώλεια του πατέρα του, όταν αρθρογραφούσε έκανε ιδιαίτερη αναφορά στο Θεό.

Το 1931 ταξίδεψε στη Σοβιετική Ένωση καταγράφοντας τις εμπειρίες του στο Eime που εκδόθηκε 2 χρόνια αργότερα.

Ο Κάμινγκς παντρεύτηκε τρεις φορές. Η πρώτη του γυναίκα ήταν η Ελέιν Ορ που γνώρισε ως ήδη σύζυγο του συμφοιτητή του στο Χάρβαρντ Σκότφιλντ Θάγιερ. Απέκτησαν μαζί μία κόρη, την Νάνσι, το 1919 ενώ παντρεύτηκαν μετά το διαζύγιο της Ελέιν (1924) για να χωρίσουν εννέα μήνες αργότερα όταν εκείνη έφυγε με έναν Ιρλανδό τραπεζίτη για τη χώρα του παίρνοντας μαζί και την κόρη τους. Ο Κάμινγκς παρά τη συμφωνία της τρίμηνης παραμονής της Νάνσι μαζί του δεν κατάφερε να συναντήσει την κόρη του πριν το 1946, λόγω άρνησης της Ελέιν να τηρήσει τη δικαστική απόφαση. Ο δεύτερος γάμος του Κάμινγκς τελέσθηκε την πρωτομαγιά του 1929 με την Αν Μπάρτον. Και ο γάμος αυτός διαλύθηκε νωρίς, τρία χρόνια αργότερα, με διαζύγιο στο Μεξικό το οποίο αναγνωρίσθηκε στις ΗΠΑ το 1934. Ωστόσο το 1932, αμέσως μετά το «διαζύγιο» ο Κάμμινγκς γνωρίσθηκε με τη Μάριον Μορχάουζ, φωτογράφο και φωτομοντέλο με την οποία παρά την ασάφεια που υπάρχει σχετικά με την επισημοποίηση της σχέσης τους, έζησαν μαζί μέχρι το θάνατό του.

Πέθανε στις 3 Σεπτεμβρίου 1962 στο Νιου Χαμσάιρ από αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο και τάφηκε στη Βοστώνη. Δίπλα του, λίγα χρόνια αργότερα (1969), τάφηκε για να τον συντροφεύει και η αγαπημένη του Μάριον.

Η ποίηση του Κάμινγκς χαρακτηρίζεται από ερωτισμό, ρομαντισμό, συχνά και από σάτιρα, ενώ τα θέματά του έχουν να κάνουν ακόμη και με τη φύση και τις σχέσεις των ανθρώπων. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των ποιημάτων του όμως είναι η σύνταξη και η εκτενής ανάπτυξη ορισμένων λέξεων ή φράσεων. Σε πολλά ποιήματά του παρόλο που απουσιάζουν πλήρως τα σημεία στίξης, η ιδιαιτερότητα εστιάζεται στη σύνταξη. Ως ζωγράφος, κατανόησε τη σημασία της συνολικής παρουσίασης ενός έργου με αποτέλεσμα συχνά να «χρωματίζει μία εικόνα» με ποιήματα.

Παρουσιάζουμε ένα απόσπασμα από ποίημα του ee cummings μεταφρασμένο από τον Χάρη Βλαβιανό: Οκτώ στίχοι οι οποίοι έχουν περάσει πλέον στις σοφές κουβέντες.

όταν ο θεός αποφάσισε να δημιουργήσει
τα πάντα πήρε μια
ανάσα μεγαλύτερη και από τσίρκου μπάντα
και έτσι άρχισαν τα πάντα

όταν ο άνθρωπος αποφάσισε να καταστραφεί
το ήταν χώρισε
απ' το θα και βρίσκοντας μόνο το γιατί
το συνέθλιψε στο επειδή

Πηγή: Edward Estlin Cummings, 33χ3χ33,
Αθήνα, Νεφέλη, 2004,
Μετάφραση, εισαγωγή: Χάρης Βλαβιανός

Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2010

Ann Sexton

Ann Sexton

Η εθισμένη

Του Γιάννη Αντιόχου


Γεννημένη στις 9 Νοεμβρίου του 1928 στο Ουέστον της Μασαχουσέτης, από την Μαίρη Γκρέις Χάρβεϊ και τον Ράλφ Τσόρτσιλ Χάρβεϊ, η Ανν Γκρέι Χάρβεϊ είναι η μικρότερη από τρεις αδελφές. Η εκπαίδευση που λαμβάνει παρέχεται σχεδόν εξ ολοκλήρου σε δημόσια σχολεία, ενώ στην ηλικία των δεκαεπτά ετών οι γονείς της τη στέλνουν στο Rogers Hall, το οποίο ήταν προπαρασκευαστικό σχολείο θηλέων, στο Λόουελ της Μασαχουσέτης, με την ελπίδα να μπορέσουν να γαληνέψουν την ανήσυχη φύση της και να την κοινωνικοποιήσουν μέσα στα αποδεκτά πρότυπα της εποχής. Εκεί η Ανν αρχίζει να γράφει ποίηση, την οποία και δημοσιεύει στο ετήσιο σχολικό λεύκωμα.

Το εγχείρημά της όμως δεν ενθουσιάζει τη μητέρα της, η οποία προερχόμενη από οικογένεια συγγραφέων, κατηγορεί την κόρη της για λογοκλοπή αφού της είναι αδύνατο να πιστέψει πως η Ανν έχει πραγματικά ταλέντο. Κατόπιν η Ανν συνεχίζει τις σπουδές της στο Garland School της Βοστώνης και εκεί γνωρίζεται με τον Αλφρεντ Μίλλερ Σέξτον τον Δεύτερο, τον οποίο όλοι αποκαλούν με το χαϊδευτικό όνομα Κάγιο. Ο Κάγιο και η Ανν μετακομίζουν στο Χάμιλτον της Νέας Υόρκης, όπου εκείνος παρακολουθεί μαθήματα στο πανεπιστήμιο Colgate, όμως η οικονομική δυσκολία και η ανάγκη να ζήσει με αξιοπρέπεια τη γυναίκα του Ανν τον αναγκάζει να πάρει την απόφαση να επιστρέψουν στη Μασαχουσέτη. Ταυτόχρονα, η Ανν παρακολουθεί μαθήματα για μοντέλα στο Hart Agency και εργάζεται ως μοντέλο για κάποιο χρονικό διάστημα. Ο Κάγιο κατατάσσεται στο Ναυτικό και οδηγείται στην Κορέα. Το 1952 επιστρέφει στις ΗΠΑ για έναν χρόνο καθώς το πλοίο υπέστη σοβαρή βλάβη, όπου και η Ανν μένει έγκυος στο πρώτο τους παιδί, τη Λίντα Γκρέι Σέξτον. Τον ίδιο χρόνο, αργότερα, ο Κάγιο αποστρατεύεται και αποφασίζουν να αγοράσουν ένα σπίτι κοντά στο πατρικό των γονιών της ποιήτριας.

Το 1954 η Ανν Σέξτον αρχίζει να αισθάνεται έντονα συμπτώματα κατάθλιψης και αναζητεί βοήθεια. Ταυτόχρονα είναι ετοιμόγεννη στη δεύτερη κόρη της, την Τζόις Λαντ Σέξτον. Στις αρχές του 1956 η ψυχική και πνευματική κατάσταση της Σέξτον χρήζει ψυχιατρικής παρακολούθησης και έτσι αποφασίζεται ο εγκλεισμός της. Τότε ακριβώς κάνει την πρώτη απόπειρα αυτοκτονίας ενώ τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, με την καθοδήγηση του ψυχιάτρου της δρ Μάρτιν, η Σέξτον αρχίζει να γράφει ποιήματα με σκοπό να βρει κάτι δημιουργικό και ταυτόχρονα θεραπευτικό για την υγεία της.

Εγγράφεται σε ένα σεμινάριο το οποίο διοργανώνει ο Τζον Χολμς, όπου γνωρίζεται με την ποιήτρια Μαξίν Κούνιν. Μαζί της ξεκινάει μια φιλία, η οποία θα κρατήσει μέχρι το τέλος της ζωής της. Το επόμενο έτος, το 1957, τα συναισθήματα κατάθλιψης γίνονται ολοένα και πιο έντονα με αποτέλεσμα να αποπεραθεί ν' αυτοκτονήσει για μία ακόμη φορά. Νοσηλεύεται και πάλι, όμως συνεχίζει να γράφει ποίηση. Τον Αύγουστο λαμβάνει μια υποτροφία για το Συνέδριο των Συγγραφέων στο κολλέγιο Antioch, στο οποίο γνωρίζεται από κοντά με τον W.D. Snodgrass.

Τον επόμενο χρόνο αφοσιώνεται σ' ένα σεμινάριο δημιουργικής γραφής το οποίο διοργανώνει ο Ρόμπερτ Λόουελ στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης. Με αυτή την αφορμή γνωρίζεται με τη Σύλβια Πλαθ και τον Τζορτζ Στάρμπακ. Το 1959 εκδίδει την πρώτη της ποιητική συλλογή, η οποία τυγχάνει θερμής υποδοχής και ακολουθεί η δεύτερη συλλογή της το 1962, η οποία γίνεται δεκτή και πάλι θερμά τόσο από το κοινό όσο και από την κριτική.

Από τις 22 Αυγούστου έως τις 27 Οκτωβρίου του 1963 ταξιδεύει στην Ευρώπη, αλλά παρ' όλο που απολαμβάνει το ταξίδι επιστρέφει έναν μήνα νωρίτερα απ' ό,τι είχε προγραμματίσει εξαιτίας σοβαρών ψυχολογικών διαταραχών. Το 1964 αποδεικνύεται μια ενδιαφέρουσα χρονιά για την κλινική κατάστασή της καθώς ο ψυχίατρός της μετακομίζει στη Φιλαδέλφεια ούτως ώστε ν' αναγκαστεί να αφεθεί σε παρακολούθηση από έναν νέο ψυχίατρο, ο οποίος και της χορηγεί θοραζίνη ώστε να ελέγχει καλύτερα τη συνεχιζόμενη κατάθλιψη της και τους απανωτούς εγκλεισμούς της στην ψυχιατρική κλινική. Γράφει ταυτόχρονα το βιβλίο της «Live or Die» (Ζήσε ή Πέθανε), το οποίο και τιμάται με το Βραβείο Πούλιτζερ, ενώ συνεχίζει να γράφει και να διδάσκει Αγγλική Λογοτεχνία στο Γυμνάσιο Γουέιλαντ της Μασαχουσέτης.

Ακολουθεί ένα διάστημα εκτίμησης κι αναγνώρισης για το ποιητικό έργο της με διδακτορικούς τίτλους και υποτροφίες, ενώ αρχίζει να δουλεύει πάνω στο θεατρικό έργο «Mercy Street». Μέχρι το 1972 η ακαδημαϊκή της καριέρα την οδηγεί έως την καθηγητική βαθμίδα. Ομως, παρ' όλη τη δόξα που απολαμβάνει, η ψυχική της νόσος φαίνεται πως ολοένα και επιδεινώνεται. Το 1973 νοσηλεύεται τρεις φορές και ταυτόχρονα ζητεί διαζύγιο από τον σύζυγό της. Η κατάθλιψη την κάνει ολοένα και πιο χειριστική με αποτέλεσμα ακόμα και επιστήθιοι φίλοι, οι οποίοι της παραστέκονταν μέχρι τότε να αρχίζουν να απομακρύνονται. Εκδίδει τη συλλογή «The Death Notebooks», ολοκληρώνει τη συλλογή «Τhe Awful Rowing Toward God» ενώ στις 3 Οκτωβρίου δίνει την τελευταία δημόσια ανάγνωση των ποιημάτων της στο κολλέγιο Goucher του Μέριλαντ.

Στις 4 Οκτωβρίου επιστρέφοντας στο σπίτι αυτοκτονεί μέσα στο γκαράζ με μονοξείδιο του άνθρακα. Ο τραγικός αυτός επίλογος θεωρήθηκε φυσικός, και μάλιστα αναμενόμενος για μια ποιήτρια που είχε εμμονή με τον θάνατο, που φλέρταρε με τον θάνατο και που βεβαίως έπασχε από σοβαρή κατάθλιψη.

Η Σέξτον επαναλαμβάνει αρκετά συχνά το μοτίβο της αυτοκτονίας, όχι επειδή ξέρει πολύ καλά τη φόρμα για να παράγει ποιήματα τέτοιας θεματολογίας αλλ' επειδή ένα τέτοιο ποίημα λειτουργεί ως παυσίπονο για τον ποιητή. Ασφαλώς, καθώς το δημιουργημένο παυσίπονο-ποίημα έχει μια κάποια διάρκεια δράσης, θα χρειαστεί ν' ακολουθήσει η κατασκευή κι άλλου ποιήματος, και ούτω καθεξής.

Ταυτόχρονα εμφανίζεται ρεαλίστρια στο τι μπορεί και στο τι δεν μπορεί να κάνει η ποίηση. Γνώριζε ότι υπάρχει μεγάλη ευκολία στο γραπτό να συγχωρέσεις έναν άνθρωπο ή να λύσεις ένα πρόβλημα, αυτό όμως για τη Σέξτον ήταν απολύτως ξεκαθαρισμένο. Ακόμη κι αν συγχωρούσε τον πατέρα της, τη μητέρα της, ή έλυνε κάποιο βασικό πρόβλημα, δεν σήμαινε ότι τούτο συνέβαινε στην πραγματική ζωή. Ομως το γράψιμο και η λογοτεχνία γενικότερα είναι για εκείνην το καφκικό τσεκούρι για την παγωμένη θάλασσα εντός του ανθρώπου. Αυτό άλλωστε το απόσπασμα από την επιστολή του Κάφκα στον Οσκαρ Πόλακ (1904) χρησιμοποίησε και ως προμετωπίδα στο βιβλίο της «All my pretty ones». Συγκεκριμένα, σημειώνει ο Κάφκα: «Τα βιβλία που χρειαζόμαστε είναι αυτά που επιδρούν πάνω μας σαν κακοτυχία, αυτά που μας κάνουν να υποφέρουμε όπως υποφέρουμε για τον θάνατο κάποιου που αγαπάμε περισσότερο από τους εαυτούς μας, αυτά που μας κάνουν να αισθανόμαστε σαν να είμαστε στα όρια της αυτοκτονίας ή χαμένοι σ' ένα απόμερο δάσος για όλη την ανθρώπινη ενδιαίτηση- ένα βιβλίο πρέπει να χρησιμεύει ως τσεκούρι για την παγωμένη θάλασσα εντός μας».

Η Σέξτον προσπάθησε να οπλίσει κάθε ποιητική συλλογή της με αιχμηρά ποιήματα τα οποία θα χρησίμευαν σαν λεπίδες του τσεκουριού για την «παγωμένη θάλασσα εντός μας». Η ποίησή της λειτούργησε πολλές φορές σαν ηλεκτροσόκ, χαρίζοντάς της περισσότερα χρόνια δημιουργικής πορείας. Η φίλη της και ποιήτρια Μαξίν Κουμίν λέει στον πρόλογο των ποιημάτων της Σέξτον: «Εχω πια πεισθεί πως η ποίηση κράτησε την Ανν ζωντανή δεκαοκτώ χρόνια για τις δημιουργικές της προσπάθειες». Εδώ όμως θα πρέπει να διατυπώσω τη διαφωνία μου, διασαφηνίζοντας πως δεν ήταν μόνο η ποίηση αλλά ήταν «και η ποίηση». Η Σέξτον, όπως προανέφερα, ήταν γεννημένη ποιήτρια και δεν έγινε ποιήτρια χρησιμοποιώντας την ποίηση ψυχοθεραπευτικά. Ας μην ξεχνάμε πως γράφει ποίηση για πρώτη φορά στη διάρκεια των γυμνασιακών της χρόνων. Η δεκαετής σιωπή της και ο συγχρονισμός ώς την επανέναρξη της ποιητικής γραφής, αυτό που στους άλλους φαντάζει ως αίτιο, για μένα είναι απλά μια αφορμή έτσι ώστε να μπορέσει να ξεδιπλωθεί το πηγαίο ταλέντο της και πάλι. Βεβαίως, αναφέρομαι στην πρώτη της ψυχοθεραπεία και στην ενίσχυση της από τον δρ Μάρτιν για να γράψει ποίηση.

Διαβάζοντας κανείς τα υπόλοιπα ποιήματα που αναφέρονται στην αυτοκτονία, όπως τα «Σημείωμα Αυτοκτονίας», «Θέλοντας να πεθάνω», «Η Εθισμένη», «Ο Θάνατος της Σύλβια», ίσως και να θεωρήσει αναπόφευκτη την αυτοκτονία της Σέξτον. Στη βιογραφία της Μίντελμπρουκ, η οποία εμβαθύνει την κατανόησή μας σε σχέση με τη ζωή, την τέχνη και τον θάνατο της Σέξτον, έχουν χρησιμοποιηθεί επίσης οι απομαγνητοφωνήσεις των κασετών από τις ψυχοθεραπευτικές συναντήσεις με τον τελευταίο ψυχίατρο που την είχε αναλάβει μετά τον δρ Μάρτιν. Μέσα από αυτές τις κασέτες φωτίζονται όλες οι σκοτεινές πλευρές και τα θέματα που απασχολούσαν την ποιήτρια, δίχως να μεταστρέφουν τη βιογραφία σε παθολογογραφία ή να μετατρέπουν σε ρομαντικό θέμα την αυτοκτονία της.

Διαβάζοντας το ποίημα «Η Εθισμένη» (από τη συλλογή «Ζήσε ή Πέθανε») μπορούμε να κατανοήσουμε τις αντιστοιχίες που υπάρχουν ανάμεσα στη Σέξτον και την Πλαθ. Η τελευταία γράφει μερικά χρόνια νωρίτερα, στο ποίημά της «Λαίδη Λάζαρος»:

Το να πεθαίνεις
Είναι ένα είδος τέχνης, όπως κι οτιδήποτε άλλο.
Το κάνω εξαιρετικά καλά.

και η Ανν Σέξτον το 1966, γράφει στο ποίημα «Η Εθισμένη»:

Δεν ξέρουν
πως ορκίστηκα να πεθάνω!
Εξασκούμαι.
Απλά κρατιέμαι σε φόρμα.
Τα χάπια είναι μια μητέρα, αλλά καλύτερα,
κάθε χρώματος και τόσο νόστιμα όσο οι καραμέλες.
Είμαι σε δίαιτα απ' τον θάνατο.

ή ακόμα στο ποίημα της Σέξτον «Ο Θάνατος της Σύλβια» (επίσης από τη συλλογή «Ζήσε ή Πέθανε») παρατηρούμε τον παραλληλισμό της με την Πλαθ:

[...] σύρθηκες κάτω ολομόναχη
μέσα στο θάνατο που τόσο απελπισμένα και για τόσον καιρό επιθύμησα

ο θάνατος που είπαμε πώς κι οι δυο ξεπεράσαμε
αυτός που φορέσαμε στα λιπόσαρκα στήθια μας

αυτός που τόσο συχνά συνομιλήσαμε κάθε φορά
που κατεβάσαμε τρία διπλά ντράι Μαρτίνι στη Βοστώνη,

ο θάνατος που ειπώθηκε από ψυχαναλυτές και θεραπείες
ο θάνατος που ειπώθηκε σαν νύφες με σκευωρίες,

ο θάνατος που ήπιαμε στην υγειά του,
τα κίνητρα και κατόπιν η κρυφή πράξη; [...]

Σε κάθε περίπτωση, είτε υπήρχε το «αναπόφευκτο» της αυτοκτονίας είτε θα μπορούσε η Σέξτον να είχε σωθεί, εάν λάμβανε την κατάλληλη φαρμακευτική θεραπεία, εάν δεν είχε χωρίσει τον σύζυγό της Κάγιο, εάν δεν την είχε εγκαταλείψει ο δρ Μάρτιν, αφήνοντάς την πιο ευάλωτη και μόνη από ποτέ, εάν είχε κοντά της περισσότερους φίλους για ν' ανταπεξέλθουν στον χειριστικό χαρακτήρα ενός ανθρώπου με βαθιά καταθλιπτική συνδρομή, τότε ίσως η Σέξτον να ζούσε μέχρι σήμερα.

Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2010

ΣΥΛΒΙΑ ΠΛΑΘ

ΣΥΛΒΙΑ ΠΛΑΘ

ΜΙΑ ΚΑΡΔΙΑ ΣΤΟ ΣΤΟΜΑΧΙ ΜΟΥ

Θεωρείται μια από τις μεγαλύτερες ποιήτριες του 20ου αιώνα. Εκείνη, όμως, μάλλον δεν θα το συνειδητοποίησε ποτέ. Όπως ποτέ της δεν θα μπορούσε να διανοηθεί ότι η ζωή της θα διαβαζότανε κάποτε σαν αστυνομικό μυθιστόρημα. Ότι ο γρίφος της αυτοκτονίας της θα λυνότανε μόνο μέσα από την ποίησή της. Ότι γράφοντας ποίηση <ήξερε>.
Η Σύλβια Πλαθ που γεννήθηκε στη Βοστόνη στις 27 Οκτωβρίου 1932, ήθελε να γίνει μεγάλη συγγραφέας αλλά αναγκαζόταν να γράφει ποιήματα σε εφημερίδες για να τα φέρει βόλτα, παντρεύτηκε τον ποιητή Τεντ Χιούστον αλλά την χώρισε για την Ασια, κι απόκτησε απ' αυτόν δύο παιδιά, στις 11 Φεβρουαρίου 1963 αυτοκτόνησε στο σπίτι της στο Λονδίνο, βάζοντας το κεφάλι της στο φούρνο του γκαζιού. Αφού προηγουμένως είχε καθαρίσει όλο το σπίτι, είχε ετοιμάσει το πρόγευμα των παιδιών και είχε καλύψει τις χαραμάδες στις εσωτερικές πόρτες με βρεγμένα πανιά για να προστατεύσει τα παιδιά από το γκάζι.
Δεκαεννιά χρόνια μετά, το 1982, <Τα ημερολόγια της Σύλβια Πλαθ> με επιμέλεια Φράνσις Μακ Κάλοου και Σύμβουλο Επιμέλειας του Τεντ Χιουζ θα εκδοθούν στις ΗΠΑ και η <Συλλογή ποιημάτων> της θα κερδίσει το βραβείο Πούλιτζερ.
Και η μεγάλη μεταθανάτια ποιητική καριέρα της αμερικανίδας ποιήτριας Σύλβια Πλαθ, αρχίζει: Ποίηση, ο θρυλικός πια <Γυάλινος κώδων> με το πραγματικό της όνομα, ημερολόγια, βιογραφίες, επιστολές…
<Αν η Σύλβια Πλαθ ήταν ήδη αντικείμενο λατρείας το Φεβρουάριο του 1963, η αυτοκτονία της θα δημιουργούσε τεράστια αναταραχή>- σημειώνει χρόνια μετά ο βιογράφος της Ronald Hayman. <Φωτογραφίες του Χιουζ και της Άσιας θα εμφανίζονταν στις εφημερίδες, και οι δημοσιογράφοι θα εισχωρούσαν σε όλα τα άλυτα μυστήρια. Αφησε αποχαιρετιστήριο γράμμα; Τι έγραφε; Για ποιόν άντρα είχε φορέσει τα καλά της το τελευταίο βράδυ της ζωής της; Ηταν αλήθεια ότι στο γείσο του τζακιού βρέθηκε μια κούκλα με καρφίτσες καρφωμένες πάνω της; Τι απέγινε το Morris estate wagon, το αυτοκίνητό της; Ηταν αλήθεια ότι κάποιος το είδε πάλι στο δρόμο της τη νύχτα της αυτοκτονίας; Η γειτόνισσα που το είδε, ή νόμισε ότι το είχε δει, θα είχε γίνει η βασική μάρτυρας. Γιατί η Ορέλια Πλαθ αποποιήθηκε το δικαίωμά της να δει το τελευταίο γράμμα που της έγραψε η κόρη της; Τι ήταν αυτό που ο Τεντ Χιουζ δεν ήθελε να δει; Ποιος ήταν ο άντρας με το σκούρο κοστούμι στην ανάκριση;>
Ερωτηματικά που προσθέτουν μυστήριο στο μυστήριο κι έρχονται φέτος στα καθ' ημάς μέσα από ένα βιβλίο αποκαλυπτικό και γοητευτικό. Με όλη αυτή τη μαύρη σαγήνη που έχουν όλες οι ποιητικές και αυτοκαταστροφικές φύσεις.
<Ο θάνατος και η ζωή της Σύλβια Πλαθ> ο τίτλος του. Και Ronald Hayman, ο συγγραφέας. Εκδοτικός οίκος του, οι εκδόσεις <Μελάνι>.
<Δεν υπάρχει περίπτωση να βγει στην επιφάνεια όλη η αλήθεια σχετικά με μια αυτοκτονία. Ακόμα και το μακροσκελέστερο αποχαιρετιστήριο γράμμα παρουσιάζει μόνο ένα μέρος των πιέσεων και όσων απασχόλησαν τον αυτόχειρα και καθόρισαν το κίνητρο. Καμία πράξη αυτοχειρίας δεν έχει καταγραφεί καλύτερα από αυτήν της Σύλβιας Πλαθ. Ημερολόγια, γράμματα, ποιήματα, διηγήματα και το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημά της <Ο γυάλινος κώδωνας>, όπου περιγράφει γεγονότα πριν και μετά την απόπειρα αυτοκτονίας που έκανε στα είκοσι χρόνια της (δέκα χρόνια πριν από το 1963, όταν αφαίρεσε τελικά τη ζωή της). Η Σύλβια Πλαθ γράφει με αντικειμενικότητα, με ακρίβεια και με μια γοητευτική στεγνή αποστασιοποίηση για το πώς και το γιατί οι σκέψεις της στριφογύριζαν αδιάκοπα στο θάνατο. Χρειαζόμαστε άραγε περισσότερες βιογραφικές πληροφορίες από όσες μας παρέχει η ίδια στην ποίηση και στα πεζά της;> αναρωτιέται στον πρόλογο της πρώτης έκδοσης, ο βιογράφος. Ενώ στον πρόλογο της δεύτερης, επισημαίνει:
<Δεν υπάρχει μεταθανάτια ζωή τόσο επεισοδιακή όσο αυτής της Σύλβιας Πλαθ. Όταν η Σύλβια πέθανε, σε ηλικία τριάντα ετών, το όνομά της ήταν σχεδόν άγνωστο. Το μυθιστόρημά της <Ο γυάλινος κώδωνας> είχε εκδοθεί με ψευδώνυμο, και η αυτοκτονία της παρέμεινε μυστική, ώσπου η είδηση διέρρευσε στο Τρίτο Πρόγραμμα του BBC. Δυο χρόνια μετά το θάνατό της, εκδόθηκε το <Αριελ> και, δεκαοκτώ χρόνια αργότερα, η <Συλλογή ποιημάτων> που της χάρισε το Βραβείο Πούλιτζερ>.
Ωστόσο απαιτήθηκαν ακόμα σαράντα χρόνια για ν' αποκτήσει τον επίσημο βιογράφο της. Αφού κυκλοφόρησαν μετά τον θάνατο του Χιουζ και τα <Γράμματα γενεθλίων> του Χιουζ, και διέρρευσε, επί τέλους, ο ισχυρισμός του στο τραπέζι μετά την κηδεία: <Ηταν ένας αγώνας μέχρι θανάτου. Ενας από τους δύο έπρεπε να πεθάνει>. Και έγινε γνωστή, τέλος, η πληροφορία: <το βράδυ μετά την κηδεία, ταμπούρλα ακούστηκαν σ' ένα πάρτι που έγινε στο διαμέρισμα όπου η Σύλβια είχε την ίδια κιόλας μέρα αφαιρέσει τη ζωή της>.
Κι, όμως, όλα ξεκίνησαν με τις καλύτερες προδιαγραφές.
Εξαιρετική μαθήτρια και φοιτήτρια, το 1947 η Σύλβια πηγαίνει στο Γυμνάσιο Γκαμάλιελ Μπράντφορντ, όπου συγκαταλέγεται ανάμεσα στους είκοσι καλύτερους μαθητές. Το 1949 είναι ήδη συντάκτρια στο The Bradford και γράφει μια στήλη για το The Townsman. Το 1950 παίρνει μέρος στη σχολική παράσταση του έργου <Ο θαυμαστός κύριος Κράιτον> του Τζ. Μ. Μπάρι και γράφει διηγήματα για περιοδικά. Το διήγημα <Και το Καλοκαίρι δεν θα ξανάρθει> δημοσιεύεται στο Seventeen και το διήγημα <Πικρές φράουλες> στο Christian Science Monitor. Το ίδιο έτος κερδίζει υποτροφία για το Κολέγιο Σμιθ, στο Νόρθαμπτον της Μασαχουσέτης. Το 1952 το βραβευμένο διήγημά της <Κυριακή στους Μίντον> δημοσιεύεται στο περιοδικό Mademoiselle.
Ητανε μόλις είκοσι χρονών.
Αλλά αυτό καθόλου δεν θα την εμποδίσει τον αμέσως επόμενο χρόνο από το να κάνει την πρώτη απόπειρα αυτοκτονίας. Με χάπια. Τη βρίσκουν στο κελάρι και την πηγαίνουν στο Γενικό Νοσοκομείο της Μασαχουσέτης, και από κει, στη ψυχιατρική πτέρυγα. Τέσσερα χρόνια μετά, θα γνωρίσει τον ποιητή Τεντ Χιούζ σε ένα πάρτι στο Κέιμπριζτ. Σε τέσσερις μήνες θα παντρευτούν και θα εγκατασταθούν στο Λονδίνο.
Το 1960 θα γεννήσει το πρώτο τους παιδί, τη Φρίντα Ρεμπέκα. Το 1961 θα γράψει τον <Γυάλινο Κώδωνα>, το μυθιστόρημα που θα της χαρίσει κυριολεκτικά την αθανασία. Δεν είναι τίποτε άλλο παρά το χρονικό μιας αποτυχημένης απόπειρας αυτοκτονίας και η νοσηλεία της στη ψυχιατρική κλινική. Τα ηλεκτροσόκ.
Το 1962 θα γεννήσει τον γιο τους, τον Νικόλα Φάραρ και θα γράφει εντατικά ποίηση. Ένα ατύχημα με το αυτοκίνητο που θα έχει την ίδια χρονιά, θα το παρουσιάσει η ίδια σαν απόπειρα αυτοκτονίας.
Το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς μαθαίνει τη σχέση του Τεντ Χιουζ με την Ασια Ουέλβιλ. Και δύο μήνες αργότερα, χωρίζουν.
Τον Σεπτέμβριο επιστρέφει στο Ντέβον δίχως τον Χιουζ. Γράφει τα τελευταία είκοσι έξι ποιήματα και τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς μετακομίζει. Σε ένα μικρό διαμέρισμα στην οδό Φίτζροι 23, στο Λονδίνο. Ετοιμάζει το <Αριελ> μια συλλογή με σαράντα ένα ποιήματα. Τον Ιανουάριο του 1963 εκδίδει τον <Γυάλινο κώδωνα> με ψευδώνυμο και στις 11 Φεβρουαρίου, <φεύγει- για- πάντα>.
Η Σύλβια διέθετε μπόλικα υπνωτικά χάπια για να σκοτωθεί, όμως επιλέγει να πεθάνει από δηλητηρίαση με γκάζι.
<Την νύχτα της αυτοκτονίας της, ήθελε να προστατεύσει τα παιδιά της από το γκάζι>, γράφει στη βιογραφία της ο Ronald Hayman. <Ανοιξε το παράθυρο του δωματίου τους, αφήνοντας ψωμί και τις κούπες με το γάλα τους δίπλα στις ψηλές κούνιες τους, μολονότι ο Νικ ήταν μόλις δεκατριών μηνών και, άρα, πολύ μικρός για να φάει μόνος του. Υστερα, παράχωσε πετσέτες και πανιά κάτω από την πόρτα του υπνοδωματίου και της κουζίνας, και στερέωσε κολλητική ταινία στις γωνιές της πόρτας. Όλα αυτά έγιναν σχολαστικά. Ηταν φανερό ότι τούτη η απόπειρα αυτοκτονίας δεν είχε σκοπό να αποτύχει. Κόλλησε ένα σημείωμα πάνω στην κούνια που βρισκόταν στο δωμάτιο δίπλα στην κουζίνα: «Παρακαλώ, καλέστε τον δόκτορα Χόρντερ», και δίπλα έγραψε τον αριθμό του τηλεφώνου του. Ηξερε τον αριθμό του τηλεφώνου του. Ηξερε ότι το πρωί θα ερχόταν η νοσοκόμα, αλλά τα περισσότερα στοιχεία μαρτυρούν ότι δεν ήθελε να σωθεί, και είναι απίθανο να μην υπολόγισε καλά το χρόνο που θα χρειαζόταν για να πεθάνει από το γκάζι. Δίπλωσε ένα πανί για να ακουμπά το κεφάλι της, άνοιξε όλους τους διακόπτες του γκαζιού κι έχωσε το κεφάλι της στο φούρνο>.
Τους τελευταίους μήνες αισθανότανε <μια καρδιά να χτυπά στο στομάχι> της διαρκώς. Τα παιδιά είχαν γρίπη. Εκείνη ήταν φτωχή. Και ήταν κρύος ο χειμώνας. Τον Χιουζ, τής τον είχε πάρει <Εκείνη>, η Άσια. Αισθανόταν ότι δεν είχε πια άλλη επιλογή.
Εξι χρόνια μετά, και η Άσια αυτοκτονεί.
Μονάχα ο μύθος της Σύλβια Πλαθ θα σωθεί. Και μια ποίηση σπαρταριστή και υγιής, να αποδεικνύει ότι μπορεί μια καταθλιπτική να είναι ταυτόχρονα και ποιητική ιδιοφυία.
Αλλά <η Σύλβια απεχθανόταν τη μοναξιά του πρωινού, απεχθανόταν να τρώει μόνη το βραστό αβγό της. Όμως ο άντρας που γύρευε δεν υπήρχε>.
Και <Η Σύλβια είχε ανάγκη ν' αγαπά κάποιον γιατί είχε ανάγκη ν' αγαπηθεί, και η σκέψη της αποτυχίας προσέγγιζε τη σκέψη της αυτοκτονίας. Εμοιαζε με λαγό μες στη νύχτα που, τρομοκρατημένος απ' τα φώτα ενός αυτοκινήτου, κινδύνευε να ριχτεί στις ρόδες του. Ενιωθε την απεγνωσμένη ανάγκη για αγάπη, ακόμα κι όταν δεν ήταν παρά ένα τέχνασμα να υποκαταστήσει τους γονείς της, οι οποίοι αποδείχθηκε ότι δεν ήταν ούτε θεοί ούτε παντογνώστες. Απ' την άλλη, όμως, δεν είχε ούτε καν τη συντροφικότητα που μπορούσε να έχει στο Σμιθ αν προσπαθούσε να κάνει φιλίες με τα κορίτσια… Κάθε μέρα, η Σύλβια πλησίαζε όλο και περισσότερο στο θάνατο…>
<Αγαπητέ γιατρέ: Νιώθω πολύ άρρωστη. Εχω μια καρδιά στο στομάχι μου που πάλλεται και κοροιδεύει>….

ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ <Ο ΚΥΡ- ΠΑΝΙΚΟΣ>
<Φαινόμενο, σύμβολο, ιδιοφυία, μύθος. Γυναίκα ποιήτρια με έργο αιχμηρό, σπαραχτικό και ονειρικό. Γυναίκα στοιχειωμένη από την ίδια της τη δημιουργικότητα, κατοικημένη από την ερμητική της αποστολή, αυτήν του να «μολύνει» με αίσθηση τον κόσμο. Και η «Βίβλος των Ονείρων» της, μετά θάνατον εκδοθείσα, να ζωοποιεί το άψυχο σώμα που ανασταίνει το ίδιο το όνειρο. Τραγικό, αλήθεια, να μεταγράφει ο θάνατος τη ζωή, αποκρυπτογραφώντας τον αναχωρητικό δρόμο του ποιητή. Έναν δρόμο που, με πλήρη συνειδητότητα, ο ποιητής καλείται να επιλέξει, προκειμένου να γνωρίσει τον ίδιο του τον εαυτό>. (Γιάννης Αντιόχου, από το επίμετρο στο <Ο Κυρ- Πανικός και η Βίβλος των ονείρων>, Εκδ. <Μελάνι>)
<Η αιωνιότητα μου φέρνει πλήξη,
Ποτέ δεν τη θέλησα>.
<Ο,τι αγαπώ είναι
Το έμβολο σε κίνηση>.
Εγραφε. Παρ' όλα αυτά την κέρδισε, όμως, την αιωνιότητα. Όπως κέρδισε και το μεγάλο στοίχημα, τελικά, της αυτογνωσίας. Κανένας δεν ήξερε τόσο καλά τον <φόβο> του και τον <θάνατο>. Κανένας δεν έκανε έτσι τόσο πολύ τολμηρά <συγγενή του> τον <κυρ- Πανικό>:
<Μόνο το Φόβο πρέπει να αγαπάς
τον ίδιο τον Φόβο.
Η αγάπη για το Φόβο είναι η αρχή της σοφίας.
Μόνο το Φόβο πρέπει να αγαπάς
τον ίδιο τον Φόβο.
Είθε Φόβος και Φόβος και Φόβος να είναι πανταχού παρών>. Εγραφε.
<Εχω την περίεργη συνήθεια να ξεχωρίζω τους ανθρώπους που έρχονται από τα όνειρά τους. Κατά τη γνώμη μου, τα όνειρά τους τούς κάνουν πιο ξεχωριστούς από οποιοδήποτε όνομα>.
Και γνώριζε τόσο μα τόσο καλά. <Τον κυρ- Πανικό> και <Την Βίβλο των ονείρων>.
<Η Σύλβια Πλαθ είχε νοσηλευτεί σε ψυχιατρική κλινική, αλλά είχε εργαστεί επίσης, σε ανάλογο ίδρυμα και είναι εμφανές πως οι αναμνήσεις και οι σημειώσεις της καθοδήγησαν και σε αυτή την περίπτωση την πένα της>. Γράφει η μεταφράστρια του βιβλίου <Ο κυρ- Πανικός και η Βίβλος των Ονείρων> Μυρσίνη Γκανά: <Ο φοβερός θεός της τρέλας, που πρωταγωνιστεί στο ομώνυμο διήγημα, αποκαλείται από την Πλαθ στα αγγλικά Johnny Panic. Ένα όνομα κοινό, οικείο, σε μορφή υποκοριστικού (Johnny) έρχεται να εξευμενίσει τη μανία του πανικού, του τρόμου που σκορπάει γύρω του. Η απόδοσή του στα ελληνικά ως κυρ- Πανικού προσπαθεί ακριβώς να μεταφέρει αυτό το αίσθημα οικειότητας αλλά και σεβασμού προς κάποιον που γνωρίζουμε καλά, συναντάμε καθημερινά, δεν θέλουμε ή δεν πρέπει να τα βάλουμε μαζί του>.
<Αγαπητέ γιατρέ: Νιώθω πολύ άρρωστη. Εχω μια καρδιά στο στομάχι μου στομάχι μου που πάλλεται και κοροιδεύει. Ξαφνικά οι απλές τελετουργίες της ημέρας αρνούνται να προχωρήσουν, σαν πεισματάρικο άλογο. Γίνεται αδύνατο να κοιτάξω ανθρώπους στα μάτια: μπορεί να ξεχειλίσει και πάλι η σαπίλα; Ποιος ξέρεις. Οι συζητήσεις περί ανέμων και υδάτων γίνονται ανυπόφορες.
Η εχθρότητα αυξάνεται, επίσης. Αυτό το επικίνδυνο, θανάσιμο δηλητήριο που προέρχεται από μια άρρωστη καρδιά. Αρρωστο μυαλό επίσης. Η εικόνα της ταυτότητας, την οποία παλεύουμε κάθε μέρα να αποτυπώσουμε στον ουδέτερο ή εχθρικό κόσμο, καταρρέει εκ των έσω>… Εγραφε με τόση γενναιότητα και οξυδέρκεια την Δευτέρα στις 20 Φεβρουαρίου του 1956.
Δεκαεφτά χρόνια αργότερα, <ο κυρ- Πανικός> θα την γονατίσει.
Δεκαεννιά χρόνια αργότερα, ο Θεός της Ποίησης θα της χαρίσει το Πούλιτζερ. Όμως εκείνη δεν θα μπορούσε ποτέ, τότε, και να το φανταστεί! <Ολη τη νύχτα ονειρευόμουν την καταστροφή,/ ολοκληρωτική καταστροφή>.
Γιατί η Σύλβια Πλαθ ήταν ολόκληρη ένα σώμα: <Διαφορετικά, αν η ποίησή της δεν ήταν σωματική, δεν θα ήταν μεγαλοφυής και όσο κι αν η ίδια η ποιήτρια έπλασε τον προσωπικό της μύθο με την αυτοχειρία της, το έργο της δεν θα επιβίωνε>.
Μια ποίηση που αποδείκνυε και αποδεικνύει διαρκώς, ότι η δημιουργός ήταν προαποφασισμένη να συναντήσει το θάνατο:
<Η γυναίκα έχει τελειοποιηθεί.
Το νεκρό
Κορμί της ντυμένο με το χαμόγελο της εκπλήρωσης,
Η ψευδαίσθηση μιας Ελληνικής αναγκαιότητας
Ρέει στις πτυχές της τηβέννου της.
Τα εκτεθειμένα της
Πόδια φαίνονται να λένε:
Ως εδώ φτάσαμε, αρκεί>.
Το έγραψε στις 5 Φεβρουαρίου του 1963. Έξι μέρες πριν από το θάνατό της. Η Σύλβια γνώριζε. Η Σύλβια Πλαθ είχε σχέδιο.
Ετσι, η 11η Φεβρουαρίου του 1963, ήταν μια μέρα λίγο πιο σκοτεινή, λίγο πιο καταθλιπτική, λίγο πιο βαριά απ' τις συνηθισμένες. Και η Σύλβια Πλαθ δεν μπόρεσε να την αντέξει.


ΜΙΚΡΟ ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ:
Η Σύλβια Πλαθ γεννήθηκε στη Βοστόνη στις 27 Οκτωβρίου 1932.
Την περίοδο 1842 - 1950 γράφει τα πρώτα της ποιήματα.
Το 1953 επισκέπτεται τη Νέα Υόρκη ως έκτακτη συντάκτρια του περιοδικού Mademoiselle και την ίδια εποχή αποπειράται να αυτοκτονήσει. Σώζεται και κλίνεται σε ψυχιατρική κλινική.
Το 1955 αποφοιτά από το Smith College με έπαινο και συνεχίζει τις σπουδές της στο Κέμπριτζ με υποτροφία.
Στις 16 Ιουνίου 1856 παντρεύεται τον άγγλο ποιητή Τεντ Χιουζ.
Την 1η Απριλίου 1960 γεννιέται η κόρη της Φρίντα Ρεμπέκα.
Στις 17 Ιανουαρίου 1962 γεννιέται ο γιος της Νίκολας Φάραρ. Την ίδια χρονιά η Πλαθ και ο Χιουζ χωρίζουν.
Τον Ιανουάριο του 1962 εκδίδει τον <Γυάλινο Κώδωνα> με το ψευδώνυμο Victoria Lycas. Στις 11 Φεβρουαρίου αυτοκτονεί.
Το 1971 εκδίδεται το .
Το 1971 εκδίδονται οι ποιητικές συλλογές της .
Το 1975 εκδίδεται η αλληλογραφία με τη μητέρα της.
Το 1976 εκδίδονται τα πεζά της με επιμέλεια του Τεντ Χιουζ.
Το 1981 εκδίδονται τα άπαντα των ποιημάτων της με επιμέλεια του Τεντ Χιουζ. Το βιβλίο κερδίζει το Βραβείο Πούλιτζερ για την ποίηση.
Το 1982 εκδίδονται τα ημερολόγιά της.
Το 1999 μετά τον θάνατο του Τεντ Χιουζ εκδίδονται τα πλήρη ημερολόγια της Σύλβια Πλαθ.


ΕΡΓΑ ΤΗΣ Σ.Π.
<Ο Κολοσσός> (Λονδίνο 1960, Νέα Υόρκη 1962)
<Ο γυάλινος κώδωνας> (Λονδίνο (με το ψευδώνυμο Βικτόρια Λούκας) 1963, (με το δικό της όνομα) 1966. Νέα Υόρκη 1971)
<Άριελ> (Λονδίνο 1965, Νέα Υόρκη 1971)
(Στην άλλη όχθη) (Λονδίνο 1971, Νέα Υόρκη 1971)
<Χειμωνιάτικα δέντρα> (Λονδίνο 1971, Νέα Υόρκη 1971)
<Γράμματα στην πατρίδα. Αλληλογραφία 1950- '63>, επιμέλεια με σχόλια της Ορέλια Σόμπερ Πλαθ (Λονδίνο 1975, Νέα Υόρκη 1975)
<Το κόκκινο βιβλίο< (Λονδίνο 1976, Νέα Υόρκη 1976)
<Ο κυρ- Πανικός και η Βίβλος των Ονείρων και άλλα πεζά> (Λονδίνο 1977, Νέα Υόρκη 1980)
<Ποιητική συλλογή>, επιμέλεια Τεντ Χιουζ (Λονδίνο 1981, Νέα Υόρκη 1982)
<Τα ημερολόγια της Σύλβιας Πλαθ>, επιμέλεια Φράνσις Μακ Κάλοου και Τεντ Χιουζ (Νέα Υόρκη 1982)
<Τα ημερολόγια της Σύλβιας Πλαθ 1950- 1962>, επιμέλεια Κάρεν Β. Κούκιλ (Λονδίνο 2000)
Στα ελληνικά κυκλοφορούν:
<Ο γυάλινος κώδων> (εκδόσεις <Αίολος>)
<Ποιήματα> (εκδόσεις <Κέδρος>, μετάφραση: Κατερίνα Ηλιοπούλου)
<Ο κυρ- Πανικός και η Βίβλος των Ονείρων και άλλες ιστορίες> (εκδόσεις <Μελάνι>, μετάφραση: Μυρσίνη Γκανά)
<Ο θάνατος και η ζωή της Σύλβιας Πλαθ> (εκδόσεις <Μελάνι>, μετάφραση: Εφη Φρυδά)
Και τα παιδικά:
<Το κοστούμι δεν με μέλει> (εκδόσεις <Πατάκη>) και
<Η κουζίνα της κυρίας Τσέρι> (εκδόσεις <Μεταίχμιο>).


Ελένη Γκίκα
18/12/2005

Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2010

"Ηλιόπετρα" του Οκτάβιο Παζ

"Ηλιόπετρα" του Οκτάβιο Παζ


της Ανθής Ντάρδη




"Η ποίηση είναι ερωτευμένη με τη στιγμή και επιζητεί να την επαναφέρει στη ζωή με το ποίημα• να την αποσπάσει από τον κατακερματισμό και να την τρέψει σε στερεό παρόν". Όταν προσπαθώντας να ακουμπήσεις, να γευτείς, να υμνήσεις το αντικείμενο του πόθου σου, όντας ήδη ερωτευμένος με τον τρόπο έκφρασης των συναισθημάτων σου, είσαι ολοκληρωμένος καλλιτέχνης. Αυτή είναι η ποιητική τεχνική του Octavio Paz, του βραβευμένου με Νόμπελ Μεξικανού ποιητή και δοκιμιογράφου, στον οποίο ανήκουν τα παραπάνω λόγια. Το ποιητικό σώμα του Paz εμπνεύστηκε από την άποψη του ότι η ποίηση συνιστά "την μυστική θρησκεία του μοντέρνου καιρού". Ο ίδιος ο Paz αποτελεί γραπτή ποίηση ανάμεσα στην αέναη κίνηση και στις διαφάνειες του αιώνιου ενεστώτα.

Η Ηλιόπετρα (Piedra del sol) γράφτηκε το 1957 από τον Μεξικανό ποιητή και παρουσιάζεται σε μια προσεγμένη δίγλωσση έκδοση από τον εκδοτικό οίκο Μαΐστρος σε μετάφραση και επίμετρο του Κώστα Κουτσουρέλη. Η Ηλιόπετρα είναι ένας ανάγλυφος δίσκος που βρέθηκε το 1790 κατά τη διάρκεια ανασκαφών στη πόλη του Μεξικού, συμβολίζοντας έναν ιεροτελεστικό βωμό και αποτελώντας μία από τις μεγαλύτερες ζωντανές αποδείξεις των προκολομβιανών πολιτισμών που υπήρχαν στη χώρα. Η ποιητική Ηλιόπετρα του Paz είναι συνεχές ποίημα που αποτελείται από 584 ενδεκασύλλαβους στίχους, όσες οι συνολικές ημέρες που διαρκεί ένας ολοκληρωμένος κύκλος της Αφροδίτης και ξεκινάει ο επόμενος. Το ποίημα αρχίζει και τελειώνει με τους ίδιους στίχους, επιστρέφοντας ουσιαστικά στην αφετηρία του, κάνοντας τον κύκλο του, αρχίζοντας πάλι την αιώνια κίνηση του μέσα στο χρόνο. Το γεγονός ότι το ποίημα δεν έχει κενά είναι γιατί επιδιώκεται η χωρίς ανάσα ανάγνωση του. Ο ποιητής δεν αφήνει τα περιθώρια στο αναγνωστικό κοινό να αναλογιστεί τι έχει προηγηθεί, είναι κατά αυτό το τρόπο δομημένη η ροή του λόγου του Paz που σε παρασύρει να αφεθείς στα μυστικά της.

Ο Octavio Paz ξεκινάει με το ποίημα του, μια κυκλική πορεία , μια ξενάγηση μέσα στη ζωή που περνάει από διαφορετικά παράξενα σημεία καταλήγοντας στην γέννηση της. Ο αναγνώστης γίνεται αόρατος συνοδοιπόρος του αιώνιου περιπατητή εξερευνώντας πρωτόγνωρα, μυστικά, απάτητα μονοπάτια. Η αφετηρία της Ηλιόπετρας γράφεται πάνω σε λευκό χαρτί, ξεκινάμε γυμνοί έναν δρόμο που δεν γνωρίζουμε την πορεία του, τις δυσκολίες που θα συναντήσουμε, τις ομορφιές που θα συντροφεύσουν τα όνειρα μας. Ο λόγος του ποιητή είναι μεστός, λυρικός, βαθιά ερωτικός, δοσμένος με έναν απροσδόκητο τρόπο. Ξεπερνά τα όρια του ρομαντικού, το ποίημα γίνεται μέσα από τον αισθησιασμό των εικόνων του αποπνέει τόσο αληθινό όσο η ζωή, τόσο ονειρικό όσο τα παραμύθια. Αντικείμενο του ερωτισμού είναι ο ίδιος ο περιπατητής, ένα γυμνό σώμα, ελεύθερο να διανύσει την κίνηση του, χωρίς να περιορίζεται από φόβους και ανασφάλειες. Μια νεογέννητη ψυχή που περιπλανιέται στο χρόνο, βιώνοντας την κάθε στιγμή που περνάει, σκοντάφτοντας όμως κατά τη διάρκεια του κύκλου της στη σκέψη. Αποτελώντας κάποιες φορές εφαλτήριο και κάποιες άλλες εμπόδιο, η σκέψη είναι εκείνη που επιστρέφει τη ψυχή στην αφετηρία της, όχι το ίδιο αγνή όσο ξεκίνησε το ταξίδι της αλλά διαγράφοντας παράλληλα τα επιφανειακά ή βαθιά χαρακτηριστικά της, έτσι ώστε το σώμα να πάρει ξανά τη θέση του στην αρχή του κύκλου.

Βρισκόμενοι όλοι στην ίδια αφετηρία που αφεθήκαμε εχθές, σήμερα, αύριο έχουμε την ευκαιρία να ταξιδέψουμε στον ονειρικό κύκλο του Octavio Paz. Να συναντήσουμε στους στίχους του τη δική μας πορείας και να αναγεννηθούμε μέσα από εκείνη.

"ένα όνομα όλα τα ονόματα είναι,
όλα τα πρόσωπα είναι ένα μόνο,
μονάχα μιά στιγμή όλοι οι αιώνες
και πάντα στους αιώνες των αιώνων
θα φράζουν του αύριο την οδό δυό μάτια"
(απόσπασμα από το ποίημα "Ηλιόπετρα")