Αναγνώστες

Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2016

Κρίμα τα νιάτα τους

Τ​​ο 1966, ακριβώς πριν από πενήντα χρόνια, ο Μάρτιν Χάιντεγκερ, από τους σημαντικότερους φιλοσόφους στην ευρωπαϊκή ιστορία και κορυφαίος του 20ού αιώνα, δήλωνε την αγωνία του, αν μπορεί να υπάρξει πολιτικό σύστημα, και ποιο, ικανό να λειτουργήσει μέσα στον κόσμο που διαμορφώνει η ραγδαία εξελισσόμενη τεχνολογία, αυτονομημένη από τις ανθρώπινες ανάγκες, σαν αυτοσκοπός. «Πάντως το συμβατό με την καινούργια εποχή πολίτευμα δεν μπορεί να είναι η δημοκρατία».
Η δραματική, αγωνιώδης αυτή πρόβλεψη γινόταν, όταν δεν υπήρχαν ακόμα “προσωπικοί υπολογιστές” ούτε κινητά τηλέφωνα και η τηλεόραση ήταν ακόμα στα σπάργανα. Γεννούσε τότε στον Χάιντεγκερ πανικό το γεγονός και μόνο της αυτονομημένης από τις ανθρώπινες ανάγκες παραγωγής, η εξέλιξη των μέσων παραγωγής και της παραγωγής σαν αυτοσκοπός. Ηταν κιόλας φανερό ότι η τεχνολογία των μέσων και ο στόχος της παραγωγής δεν απέβλεπαν πια στην ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών. Οι ανθρώπινες ανάγκες υποτάσσονταν στην προτεραιότητα καταξίωσης της παραγωγής ως αυταξίας, αυτή η προτεραιότητα απαιτούσε και τη συνεχή τεχνολογική εξέλιξη των μέσων παραγωγής.
Ο Χάιντεγκερ διαπίστωνε, στη συνέντευξη του 1966, ότι η εξέλιξη της παραγωγικής τεχνολογίας διαστέλλει τον άνθρωπο από την παραγωγή, «τον ξεριζώνει από τη γη του, ενώ (έλεγε) σύμφωνα με την ανθρώπινη εμπειρία και Ιστορία, όσο εγώ τουλάχιστον γνωρίζω, κάθε τι ουσιαστικό και σημαντικό γεννήθηκε μόνο από το γεγονός ότι ο άνθρωπος είχε μια πατρίδα και ήταν ριζωμένος σε μια παράδοση».
Η παραγωγή ως αυταξία και η αδιάκοπη τεχνολογική εξέλιξη που την υπηρετεί, ταυτίστηκαν αξιωματικά με την «πρόοδο», τον «εκσυγχρονισμό», την προϋπόθεση «καλύτερης ζωής». Οι επιφυλάξεις, ο προβληματισμός, η περίσκεψη στιγματίστηκαν σαν γνωρίσματα «συντηρητισμού», «οπισθοδρομικότητας», στείρας ατολμίας. Ηταν περισσότερο από φανερό ότι, με τη βοήθεια της ραγδαία εξελισσόμενης τεχνολογίας, η παραγωγή, αυτονομημένη από τις ανθρώπινες ανάγκες, υπηρετούσε ιδιωτικά, όχι κοινωνικά, συμφέροντα, αύξανε κατακόρυφα το κέρδος ιδιωτών, ιδιοκτητών των μέσων παραγωγής.
Οταν αυτό φτάσει να συμβαίνει, η δημοκρατία είναι «εκ των πραγμάτων» ή «εξ ορισμού» ανέφικτη.
Παύουν να αποφασίζουν οι πολίτες για τις ανάγκες τους, χάνεται η ίδια η συνείδηση-επίγνωση των αναγκών τους. Για τις ανάγκες των πολιτών αποφασίζουν οι «αγορές». Και οι διαχειριστές των κοινών (οι ακόμα επονομαζόμενοι «πολιτικοί») διεκπεραιώνουν απλώς τα συμφέροντα των αγορών.
Η διορατική πρόγνωση του Χάιντεγκερ επαληθεύεται με πολλήν ευκρίνεια σήμερα. Ισως όχι παντού – υπάρχουν ακόμα κοινωνίες, όπου η παντομίμα της «αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας» σώζει ακόμα τόσες επιφάσεις, ώστε να ξεγελάει όχι μόνο τους αφελείς και τους επιπόλαιους. Πάντως, από τις εμφατικές επαληθεύσεις είναι η περίπτωση της ελλαδικής πολιτείας. Ισως επειδή συνδυάζει την κατάλυση της δημοκρατίας τόσο με την άσκεφτη και ανεξέλεγκτη (γι’ αυτό και ενθουσιώδη) παραδοχή του ηγεμονικού ρόλου της «παραγωγικής» τεχνοκρατίας όσο και με τον μακροχρόνιο βυθισμό στη μειονεξία του μεταπρατισμού και μιμητισμού.
Στο ελλαδικό κράτος σήμερα συντηρούμε όλα τα προσχήματα της δημοκρατίας (λαϊκής κυριαρχίας) χωρίς κανένα πραγματικό αντίκρισμα. Η Βουλή δεν βουλεύεται, παρά μόνο για τις εντυπώσεις, ψηφίζει αποφάσεις που υπαγορεύουν οι δανειστές της χώρας, νομοθετήματα εκατοντάδων σελίδων, που με τον εκβιασμό του «κατεπείγοντος» αφαιρείται από τους βουλευτές έστω και το ενδεχόμενο να ξέρουν (να έχουν διαβάσει) τι ψηφίζουν. Δεν ψηφίζουν αποφάσεις, ψηφίζουν απλώς την παραμονή τους στο κόμμα όπου είναι ενταγμένοι, δηλαδή ψηφίζουν επαγγελματική εξασφάλιση. Η κυβέρνηση δεν κυβερνάει, απλώς διεκπεραιώνει τις αποφάσεις των δανειστών καρυκευμένες με ολίγη σάλτσα «διαπραγματεύσεων», για να συντηρείται το κουκλοθέατρο της τάχα και δημοκρατίας.
Το κράτος επιτροπεύεται πανομοιότυπα, όπως θα επιτροπευόταν και από στρατό ξενικής κατοχής.
Σε κάθε υπουργείο, σε κάθε Τράπεζα, σε κάθε δημόσιο οργανισμό υπάρχει επίτροπος ελεγκτής κάθε λειτουργικής λεπτομέρειας – η κρατική ανεξαρτησία, η αυτοδιάθεση και εθνική αυτονομία έχουν προσφερθεί αντάλλαγμα για την ποδηγέτησή μας, προκειμένου, το συντομότερο (άγνωστο πότε) «να βγούμε στις Αγορές», δηλαδή να παραδοθούμε, με εχέγγυα κάποιας παραγωγικότητας, βορά στους πλανητικά κυρίαρχους, ελεύθερους (που θα πει παντελώς ανεξέλεγκτους) διεθνείς τοκογλύφους. Οι οποίοι έχουν από τώρα απαιτήσει ως υποθήκη ακόμα και το νερό που πίνουμε.
Ενας λαός, όχι με τίτλους ιλιγγιωδών επιτευγμάτων πολιτισμού αλλά μόνο με στοιχειώδες ένστικτο αυτοσυντήρησης, θα είχε δικάσει αμείλικτα τους φυσικούς αυτουργούς της καταστροφής του: όσους υπέγραψαν τον εξωφρενικό υπερδανεισμό της χώρας, για να συντηρήσουν το πελατειακό τους κράτος. Θα είχε διακρίνει την εξόφθαλμη ανικανότητα και τον λοιμώδη εκφαυλισμό ολόκληρου του κομματικού φάσματος και θα είχε βρει τη δημοκρατική οδό για τη συγκρότηση μιας κυβέρνησης επιστρατευμένων ανθρώπων έκτακτης ποιότητας, για να ηγηθεί στον εθνικο-απελευθερωτικό αγώνα αποτίναξης του ζυγού των «μνημονίων».
Δεν μπορούμε να αντιληφθούμε την αναπηρία των κομματαρχών μας: έχουν συνείδηση παίκτη, όχι κοινωνικού ηγήτορα. Παίζουν, όπως σκάκι ή τάβλι, όπου όλη η προσοχή τους είναι στον αντίπαλο: να εξουδετερώσουν κάθε κίνησή του, να μπλοκάρουν τις πρωτοβουλίες του, να τον πτοήσουν με τεχνάσματα, να αποδυναμώσουν ή να αποτρέψουν επιτυχίες του. Στο πεδίο της αντιπαλότητας Τσίπρα - Μητσοτάκη η κοινωνία απουσιάζει ολοκληρωτικά, ο λαός είναι ανύπαρκτος, το ήθος, η πείρα και σοφία της παράδοσης, το θάμβος της γλωσσικής κληρονομιάς, όλα λησμονημένα, παγερώς αδιάφορα. Το μόνο που ενδιαφέρει είναι πώς «να του τη φέρω», πώς «να μη μου τη φέρει», «τι λάθος έκανε να το εκμεταλλευτώ», «πώς να τον παρασύρω για να την πατήσει».
Ισως δεν φταίνε που ιστορικά βυθίζονται στην ντροπή, στιγματισμένοι με τόση ευτέλεια, οι δυο μονομάχοι. Αυτό ξέρουν, αυτό έμαθαν για πολιτική, «παιδιά του σωλήνα» (κομματικού ή οικογενειακού) είναι και οι δυο, μόνο σαν «παίκτες», ταβλαδόροι ή σκακιστές, ξέρουν να κινούνται στην πολιτική, όχι σαν κοινωνικοί ηγήτορες. Κρίμα τα νιάτα τους.
Η ελλαδική φάρσα «δημοκρατίας», αποτυπωμένη θρασύτατα στο πρωθυπουργοκεντρικής απολυταρχίας, παπανδρεϊκό Σύνταγμα του 1985, δεν προβλέπει τον παραμικρό κοινωνικό έλεγχο της εκτελεστικής εξουσίας. Ενας λαός προικισμένος με πολιτισμική δυναμική ικανή να τον διατηρεί ενεργό συντελεστή του ιστορικού γίγνεσθαι, βυθίζεται αδυσώπητα στην ιστορική ανυπαρξία.
Διεθνώς κωμική ατραξιόν και η περί εκλογών κοκορομαχία Τσίπρα - Μητσοτάκη.
http://www.yannaras.gr/krima-ta-niata-tous/

Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2016

ΕΛΕΥΣΙΝΙΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ


Τα διασημότερα από τα αρχαία μυστήρια ήταν τα Ελευσίνια που τελούντο κάθε τέσσερα χρόνια στην πόλη της Ελευσίνας προς τιμήν της Δήμητρας και της κόρης της Περσεφόνης. Οι μυημένοι φημίζοντο σε ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο για την ωραιότητα των φιλοσοφικών τους αντιλήψεων και τα υψήλα κριτήρια ηθίκης που βίωναν στην καθημερινή τους ζώη.
Εξ αιτίας της υπεροχής τους τα Μυστήρια αυτά διεδώθηκαν στη Ρώμη και την Βρετανία, αλλά αργότερα οι τελετές μύησης υποχώρησαν και στις δυο αυτές χώρες. Τα Ελευσίνια Μυστήρια ιδρύθηκαν από τον Εύμολπο σε χρονολογία που χάνεται στα βάθη της αρχαιότητας αλλά μέσω του Πλατωνικού φιλοσοφικού συστήματος οι αρχές τους διατηρήθηκαν μέχρι τις μέρες μας.
Οι τελετές της Ελευσίνας με τις μυστηριακές αναπαραστάσεις των πιο πολύτιμων μυστικών της Φύσης, επισκίασαν και σταδιακά απορρόφησαν πολλές μικρότερες φιλοσοφικές σχολές ενσωματώνοντας στο δικό τους σύστημα οποιαδήποτε πολύτιμη πληροφορία κατείχαν.
Το τελετουργικό των Ελευσινίων ήταν πολύπλοκο και η κατανόησή του απαιτούσε την εις βάθος μελέτη της Ελληνικής Μυθολογίας. Τα Μυστήρια διαιρούντο σε Κατώτερα, (που τελούντο κατά την περίοδο της εαρινής ισημερίας στην πόλη Άγραι) και σε Ανώτερα κατά την φθινοπωρινή ισημερία στην πόλη  της Ελευσίνος.
Τα Κατώτερα Μυστήρια
Hταν αφιερωμένα στην Περσεφόνη, και ο Τόμας Τέϋλορ στο βιβλίο του "Ελευσίνια και Βακχικά μυστήρια" συνοψίζει την πρόθεσή τους:
"Τα Κατώτερα Μυστήρια δημιουργήθηκαν από τους αρχαίους θεολόγους,τους ιδρυτές τους, για να σημάνουν με αποκρυφιστικό τροπό την κατάσταση της μη εξαγνισμένης ψυχής που έχει ενδυθεί το γήινο σώμα της και έχει περιβληθεί την υλική φύση."
Ο μύθος που χρησιμοποιείτο στις τελετές των Κατώτερων Μυστηριών είναι της απαγωγής της Περσεφόνης της κόρης της Δήμητρος από τον Πλούτωνα τον άρχοντα του Κάτω Κόσμου. Ενώ η Περσεφόνη μάζευε λουλούδια σε ένα υπέροχο λιβάδι, η γη άνοιξε ξαφνικά και ο σκαιός άρχοντας του θάνατου, οδηγώντας το μεγαλοπρεπές άρμα του αναδύθηκε από τα σκοτεινά βάθη και αρπάζοντάς την, οδήγησε τη θεά, που αγωνιζόταν να ξέφυγει από τα χέρια του, στο υπόγειο παλάτι του όπου την ανάγκασε να γινεί σύντροφος του και βασίλισσά του.
Υπάρχουν πόλλες αμφιβολίες εάν πολλοί από τους μυημένους αντιλαμβάνοντο το μυστικό νόημα αυτής της αλληγορίας, αφού οι περισσότεροι από αυτούς πίστευαν ότι αναφερόταν στις διαδόχες των εποχών. Είναι πολύ δύσκολη η απόκτηση ικανοποιητικών πληροφοριών που σχετίζονται με τα Μυστήρια διότι οι υποψήφιοι δεσμεύοντο με αδιάρρηκτους όρκους να μην αποκαλύψουν ποτέ στους βέβηλους τα μυστικά που τους παρεδίδοντο. Κατά την έναρξη της τελετουργίας μύησεως, ο υποψήφιος πατούσε πάνω στο δέρμα των ζώων που είχαν θυσιαστεί γι'αυτό τον σκοπό και ορκίζονταν ότι ο θάνατος θα σφραγίσει τα χείλη του πριν αποκαλύψει τις ιερές αλήθειες που επρόκειτο να του αποκαλυφθούν.
Μέσα από έμμεσες διόδους ωστόσο, ορισμένα από τα μυστικά διατηρήθηκαν μέχρι σήμερα. Οι διδάχες που παρεδίδοντο στος νεοφώτιστους σε γενικές γραμμές ήταν οι ακόλουθες:
Η ψυχή του ανθρώπου,που στα Ελευσίνια Μυστήρια συμβολιζόταν από την Περσεφόνη, είναι στην ουσία της πνευματική. Η πνευματική κατοικία της βρίσκεται στους ανώτερους κόσμους, όπου απαλλαγμένη από τα δεσμά της υλικής μορφής και των υλικών αντιλήψεων λέγεται ότι είναι αληθίνα ζωντανή και αυτοεκφραζόμενη. Το υλίκο σώμα είναι το "σήμα", ο τάφος της ψυχής, ένα ψευδές και προσωρινό πλάσμα,η πηγή όλων των θλίψεων. Ο Πλάτων περιγράφει το σώμα ως τον τάφο της ψυχής, εννοώντας με αυτό όχι μόνο την ανθρώπινη μορφή, μα και την ανθρώπινη φυσή.
Η κατήφεια και η αθυμία των Κατώτερων Μυστηρίων αναπαριστούσαν την αγωνία της πνευματικής ψυχής που είναι ανίκανη να εκφράσει τον εαυτό της διότι έχει δεχθεί τους περιορισμούς και τις αυταπάτες του ανθρώπινου περιβάλλοντος.
Ο άνθρωπος δεν είναι ούτε καλύτερος ούτε σοφότερος μετά τον θάνατο από ότι στην διάρκεια της ζωής του. Εάν δεν αναδυθεί πάνω από την άγνοια κατά την παραμονή του στη γη, ο άνθρωπος οδηγείται στον αιώνιο θάνατο όπου περιφέρεται για πάντα, κάνοντας τα ίδια λάθη που έκανε και εδώ. Εάν δεν υπερβεί την επιθυμία του για υλικά αποκτήματα εδώ, θα την μεταφέρει στον αόρατο κόσμο,όπου επειδή δεν μπορεί να ικανοποιήσει την επιθυμία, θα συνεχίσει σε ατελείωτη αγωνία. Η "Κόλαση" του Δάντη είναι η συμβολική περιγραφή των βασανιστηρίων, εκείνων που ποτέ δεν ελευθέρωσαν την πνευματική τους φύση από τις αλόγιστες επιθυμίες, τις συνήθειες, τις απόψεις και τους περιορισμούς των Πλουτωνικών προσωπικοτήτων τους. Εκείνων που πότε δεν προσπάθησαν να βελτιώσουν τους εαυτούς τους (και των οποίων οι ψυχές κοιμούνται) κατά την διάρκεια της σωματικής τους ζωής, πέρασαν στον θάνατο του Άδη όπου και κοιμούνται στην αιωνιότητα, όπως κοιμόντουσαν και κατά την διάρκεια της ζωής τους.
Για τους φιλοσόφους των Ελευσινίων η γέννηση στον φυσικό κόσμό είναι ο θάνατος με την πλήρη σημασία της λέξεως και η μοναδική αληθίνη γέννηση είναι αυτή της πνευματικής ψυχής του ανθρώπου που αναδύεται από τον τάφο της σωματικής φύσης. Ο θνητός είναι ένας νεκρός που κοιμάται και αυτό είναι κλειδί για την κατανόηση των Ελευσινίων Μυστηρίων.Ακριβώς όπως ο Νάρκισσος όταν είδε τον εαυτό του στην επιφάνεια του νερού (οι αρχαίοι χρησιμοποιούσαν αυτό το άστατο στοιχείο για να συμβολίσουν την παροδικότητα και το απατηλόν του υλικού σύμπαντος) έχασε τη ζωή του προσπαθώντας ν'αγκαλιάσει μια αντανάκλαση, έτσι και ο άνθρωπος βλέποντας μέσα στον καθρέφτη της Φύσης και δεχόμενος σαν πραγματικό εαυτό του τον "πηλό που βλέπει να αντανακλάται" χάνει την ευκαιρία που του επιτρέπει η σωματική του ζωή να αποκαλύψει τον αόρατο κι αθάνατο εαυτό του. Ένας αρχαίος μύστης είπε κάποτε ότι οι ζωντανοί κυβερνώνται από τους νεκρούς.
Μόνον οι ειδήμονες των Ελευσινιακών αντιλήψεων ζωής μπορούν να αντιληφθούν το νόημα της φράσης αυτής. Σημαίνει ότι η πλειονότητα των ανθρώπων δεν κυβερνώνται από το ζωντανό τους πνεύμα αλλά από την ανόητη (γι'αυτό είναι νεκρή) κτηνώδη προσωπικότητά τους.
Η μετεμψύχωση και η μετενσάρκωση συμπεριλαμβάνονταν στις διδαχές των Μυστηρίων αυτών αλλά κατά κάποιον ασυνήθιστο τρόπο. Πιστεύετο ότι κατά τα μεσάνυχτα οι αόρατοι κόσμοι πλησίαζαν τη γήινη σφαίρα και ότι οι ψυχές που αποκτούν υλική ύπαρξη εισέρχονται την ώρα αυτή. Για τον λόγο αυτόν πολλές από τις Ελευσινιακές τελετουργίες ετελούντο κατά τα μεσάνυχτα. Ορισμένα από αυτά τα κοιμώνενα πνεύματα που απέτυχαν να αφυπνίσουν την υψηλή φύση τους κατά την διάρκεια της επίγειας ζωής  τώρα περιφέρονται στους αόρατους κόσμους περιβεβλημένα το σκόταδι που τα ίδια δημιούργησαν.
Οι μύστες της Ελευσίνας αποδοκίμαζαν την αυτοκτονία εξηγώντας ότι υπάρχει ένα βαθύτερο μυστήριο που αφορά αυτό το έγκλημα για το οποίο δεν τους επιτρεπόταν να μιλήσουν, αλλά προειδοποιούσαν τους μαθήτες τους ότι μια απέραντη θλίψη καταλαμβάνει όλους εκείνους που αφαίρεσαν τις ζωές τους.
Αυτή ήταν στην ουσία η διδασκαλία που παρεδίδετο στους μυημένους στα Μικρά Μυστήρια. Καθώς ο βαθμός επεκτεινόταν στις δυστυχίες εκείνων που απέτυχαν να χρησιμοποιήσουν με τον καλύτερο τρόπο τις φιλοσοφικές ευκαιρίες που τους παρουσιάστηκαν, οι αίθουσες της μυήσεως ήταν υπόγειες και ο τρόμος του Άδου απεικονίζετο με ζωντάνια σε ένα πολύπλοκο τελετουργικό δράμα. Αφού περνούσαν επιτυχώς μέσα από τα βασανιστικά περάσματα με τις δοκιμασίες και τους κινδύνους τους, οι υποψήφιοι λάμβαναν τον τιμητικό τιτλό του Μύστη, που σημαίνει εκείνον που είδε μέσα από το πέπλο ή είδε ένα σκοτείνο όραμα. Επίσης σημαίνει πως ο υποψήφιος έφτασε μπροστά στο πέπλο το οποίο πρόκειται να σχιστεί στον υψηλότερο βαθμό. Η σύχρονη λέξη Μύστης που αναφέρεται στον ερευνητή της αλήθειας σύμφωνα με τις επιταγές της καρδιάς κατά μήκος της οδού της πίστεως, πιθανώς προέρχεται από αυτήν την αρχαία λέξη, αφού πίστη είναι η αποδοχή ως αλήθεια της πραγματικότητας καταστάσεων που δεν μπορούν να γίνουν ορατές.
Τα Ανώτερα Μυστήρια
Στα οποία ο υποψήφιος γινόταν δέκτος μόνον αφού είχε εισαχθεί στα κατώτερα και σε πολλές περιπτώσεις ούτε κι αυτό ήταν αρκετό) ήταν αφιερωμένα στη Δήμητρα, την μητέρα της Περσεφόνης, και την παρουσίαζαν περιπλανώμενη ανά τον κόσμο σε αναζήτηση της απαχθείσας Κόρης. Η Δήμητρα έφερε δυο δαυλούς,την διαίσθηση και την αιτία, αρωγούς στην αναζήτηση του χαμένου της παιδιού, της ψυχής. Επιτέλους βρήκε την Περσεφόνη, όχι μακριά από την Ελευσίνα και δίδαξε στον λαό τον τρόπο καλλιέργειας του σίτου, που από τότε της είναι αφιερωμένος. Ίδρυσε επίσης τα Μυστήρια. Η Δήμητρα ζήτησε από τον Πλούτωνα, τον θεό των ψυχών των νεκρών να επιτρέψει στην Περσεφόνη να επιστρέψει κοντά της. Εκείνος αρνήθηκε στην αρχή γιατί η Περσεφόνη έφαγε σπόρους ροδιού κι έτσι έγινε θνητή, δηλαδή γονιμοποιήθηκε σε σώμα θνητό. Στο τέλος όμως συμβιβάστηκε και συμφώνησε να της επιτραπεί να ζει στον ανώτερο κόσμο κατά τα δυο τρίτα της ζωής της και να διαμένει μαζί του το ύπολοιπο ένα τρίτο.
Οι αμύητοι γνώριζαν ότι η Περσεφόνη ήταν η εκδήλωση της ηλιακής ενέργειας η οποία κατά τους χειμερινούς μήνες ζούσε κάτω από τη γη μαζί με τον Πλούτωνα, αλλά το καλοκαίρι επέστρεφε μαζί με τη θεά της παραγωγικότητας. Ενας μύθος λεεί πως τα λουλούδια αγαπούν την Περσεφόνη και κάθε χρόνο όταν εκείνη φεύγει για το σκοτεινό βασίλειο του Πλούτωνα,τα φυτά πεθαίνουν από λύπη. Και ενώ οι βέβηλοι και οι αμύητοι είχαν αυτές τις απόψεις για το συγκεκριμένο θέμα, οι αλήθειες των ελληνικών αλληγοριών παρέμειναν προσεκτικά φυλαγμένες από τους μυημένους που μόνον εκείνοι γνώριζαν το μεγαλείο των σημαντικών αυτών φιλοσοφικών και θρησκευτικών παραλληλισμών.
Τα Ανώτερα Μυστήρια μιλούν με μυστικό τρόπο και με έξοχα οράματα για την χαρά της ψυχής στη ζωή, αλλά και μετά τον θάνατο, όταν εξαγνιστεί από την μόλυνσή της εξαιτίας της υλικής φύσης και ανέλθει σε μια πραγματικότητα που ανήκει στα διανοητικά οράματα. Ακριβώς όπως τα Κατώτερα Μυστήρια διαπραγματεύοντο την εμβρυακή εποχή του ανθρώπου όταν η συνειδητότητα μέσα σε εννέα μέρες (στους εννέα μήνες της εμβρυακής ζωής που αναπαριστώντο στα Μυστήρια που διαρκούσαν εννέα μέρες) κατήρχετο στο βασίλειο της αυταπάτης και ενεδύετο το πέπλο της αναλήθειας, έτσι τα Ανώτερα Μυστήρια διαπραγματεύοντο τις χαρές της πνευματικής αναγεννήσεως και αποκάλυπταν στους μυημένους όχι μόνο την απλούστερη, αλλά και την πιο άμεση μέθοδο της απελευθέρωσης της ανώτερης φύσεώς τους από τους δεσμούς της υλικής άγνοιας.
Όπως ο Προμηθέας ο δεμένος στην κορυφή του Καυκάσου, η ανώτερη φύση του ανθρώπου είναι δέμενη στην ανεπαρκή του προσωπικότητα. Οι εννέα ημέρες της μυήσεως συμβόλιζαν ακόμα τις εννέα σφαίρες μέσω των οποίων η ανθρώπινη ψυχή κατέρχεται κατά την διάρκεια της διαδικασίας ανάληψης της γήινης μορφής της. Σύμφωνα με τον Ομηρικό Ύμνο στην Δήμητρα η θεά δεν ανακάλυψε την νέα κατοικία της Κόρης παρά στο τέλος της περιόδου των εννέα ημερών. Αυτό το μέρος της αλληγορίας που αναφέρεται στις δυο περιόδους κατά την διάρκεια των οποίων η Περσεφόνη πρέπει να μείνει με τον Πλούτωνα και κατόπιν να μπορεί να επισκέπτεται τον ανώτερο κόσμο, προσφέρει υλικό για σκέψη. Είναι πιθανόν ότι οι Ελευσίνιοι συνειδητοποίησαν ότι η ψυχή εγκαταλείπει το σώμα κατά την διάρκεια του ύπνου, ή τουλάχιστον είναι ικανή να το εγκαταλείπει μετά από ειδική εξάσκηση την οποία αναμφισβήτητα ήταν σε θέση να την παραδώσουν. Έτσι η Περσεφόνη παραμένει στο βασίλειο του Πλούτωνα κατά την διάρκεια της αφυπνίσεως αλλά μπορεί να ανέλθει στους πνευματικούς κόσμους κατά τις περιόδους του ύπνου.
Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΣΤΟΝ ΑΔΗ Ο μυημένος διδάσκονταν πώς να διαμεσολαβεί ώστε ο Πλούτων να επιτρέπει στην Περσεφόνη (την μυημένη ψυχή) να ανέρχεται από το σκοτάδι της υλικής του φύσης στο φως της κατανόησης. Όταν κατ'αυτόν τον τρόπο απελευθερωνόταν από τα δεσμά του πηλού και αποκρυσταλλώνονταν οι αντιλήψεις του, ο μυημένος απελευθερωνόταν όχι μόνο κατά την διάρκεια της ζωής του αλλά για ολόκληρη την αιωνιότητα, αφού ποτέ στο εξής δεν επρόκειτο να αποστερηθεί τις ιδιότητες εκείνες της ψυχής οι οποίες μετά τον θάνατο θα αποτελούσαν τα οχήματα για την εκδήλωση και την έκφραση στον αποκαλούμενο ουράνιο κόσμο.
Σε αντίθεση με την αντίληψη του Άδη ως κυβερνήτη του σκότους, οι Θεοί κατοικούσαν στις κορυφές των βουνών με κέντρο τον ΄Ολυμπο, όπου οι δώδεκα θεότητες του Ελληνικού Πανθέου κατοικούσαν μαζί.
Στις μυητικές περιπλανήσεις του ο νεόφυτος εισήρχετο σε αίθουσες ολοένα και πιο λαμπρές για να εικονογραφηθεί έτσι η άνοδος του πνεύμάτος του από τους κατώτερους κόσμους στο βασίλειο του φωτός. Στο απώτατο σημείο των περιπλανήσεων αυτών εισηρχέτο σε μια αίθουσα στο κέντρο της οποίας βρισκόταν το φωτίσμενο άγαλμα της θεάς Δήμητρας. Εκεί και με την παρουσία του ιεροφάντη που περιτριγυριζόταν από ιερείς με λαμπρά ενδύματα, καθοδηγείτο στα υψηλότερα μυστικά των Ελευσινίων Μυστηρίων. Κατά την λήξη της τελέτης αναγορευόταν Επόπτης, λέξη που σημαίνει εκείνον που είδε, που γνώρισε. Για τον λόγο αυτόν μύηση αποκαλείται αυτοψία. Οι Επόπτες παραλάμβαναν ορισμένα ιερά βιβλία πιθανώς κρυπτογραφημένα, μαζί με πέτρινες πλάκες στις οποίες ήταν εγχάρακτες μυστικές οδηγίες.
Από τα διασωθέντα κείμενα μαθαίνουν πως ένα πλήθος παράξενα και μεταφυσικά φαινόμενα συνόδευαν τις τελετές. Πολλοί μυημενοί ισχυρίζονταν ότι είχαν δει τους ίδους τους Θεους. Εάν αυτό ήταν αποτέλεσμα της θρησκευτικής έκστασης ή η συνεργασία των αόρατων δυναμέων με τους ορατούς ιερείς παραμενεί μυστήριο. Ο Απουλήϊος στο έργο του "Μεταμορφώσεις" ή "Ο Χρυσός Όνος" περιγράφει κατά πάσα πιθανότητα την μύηση του στα Ελευσίνια Μυστήρια.
"Άγγιξα τα σύνορα του θανάτου και πατώντας στο κατώφλι του παλατιού της Περσεφόνης επέστρεψα παλεύοντας με όλα τα στοιχεία. Στο μέσον της νυχτός είδα τον ήλιο να λάμπει με ζωηρό φως έφτασα μπροστά στους Θεούς του Άδου και προσκύνησα από κοντά."


Οι γυναίκες και τα παιδιά δεν αποκλείοντο από τα Ελευσίνια Μυστήρια και υπήρξαν χιλιάδες μυημένοι. Όμως οι ανώτερες διδαχές παρεδίδοντο μόνον σε έναν περιορισμένο αριθμό μυημενών οι οποίοι εξ αιτίας της ανώτερης πνευματικότητάς τους,επιδείκνυαν ισχυρή αντιληπτικότητα στις θεμελιώδεις βασικές διδαχές.
Ο Σωκράτης αρνήθηκε να μυηθεί στα Ελευσίνια Μυστήρια, διότι γνωρίζοντας τις αρχές τους χωρίς να είναι μέλος τους, συνειδητοποίησε ότι η συμμετοχή του θα του σφράγιζε το στόμα. Τα Μυστήρια βασίζονταν σε σπουδαίες και αιώνιες αλήθειες και αυτό επιβεβαιώνεται από τον σεβασμό που τους απεδίδετο από τους σημαντικους πνευματικούς ανθρώπους τους αρχαίου κόσμου.
Τα ενδύματα που έφεραν οι υποψήφιοι προς μύηση διατηρούντο για πολλά χρόνια και πίστευαν ότι κατείχαν σχεδόν ιερές ιδιότητες. Όπως ακριβώς η ψυχή δεν έχει ένδυμα άλλο από τη σοφία και την αρετή, έτσι και οι υποψήφιοι, οι οποίοι ως τότε δεν κατείχαν την αληθινή γνώση, παρουσιάζονταν στα Μυστήρια γυμνοί φέροντας στην αρχή το δέρμα ενός ζώου και κατόπιν ένα ειδικά αφιερωμένο ένδυμα για να συμβολίσουν τις φιλοσοφικές διδαχές που δέχθηκαν από τον μυσταγωγό.
ΤΟ ΠΗΓΑΔΙ ΤΗΣ ΠΕΣΡΕΦΟΝΗΣ Κατά την διάρκεια της μύησης ο υποψήφιος περνούσε μέσα από δυο πύλες.
Η πρώτη ήταν κατωφερής, οδηγούσε προς τους κατώτερους κόσμους και συμβόλιζε την γέννήση του στην άγνοια. Η δεύτερη οδηγούσε προς τα άνω σε μια αίθουσα άπλετα φωτισμένη από αόρατες λάμπες και στην οποία βρισκόταν το άγαλμα της Δήμητρας. Η αίθουσα αυτή συμβόλιζε τους ανώτερους κόσμους ή την διαμονή του Φωτός και της Αλήθειας. Ο Στράβων επιβεβαιώνει ότι ο μεγάλος ναός της Ελευσίνας ήταν χωρητικότητας μεταξύ είκοσι και τριάντα χιλιάδων ατόμων. Η ακόλουθη παράγραφος από τον Πορφύριο παρουσιάζει με τον πλέον κατάλληλο τρόπο τον Ελευσινιακό συμβολισμό:
"Ο Θέος είναι μια φωτεινή αρχή, που κατοικεί στο μέσον του λεπτότερου πυρός, παραμένει δια παντός αόρατος για τα μάτια εκείνων που δεν έχουν αναγάγει τους εαυτούς τους πάνω από την υλική ζωή.
Υπ'αυτήν την έννοια, η όψη των διάφανων σωμάτων, όπως το κρύσταλλο, το παριανό μάρμαρο ακόμη και το ελεφαντοστούν, φέρνει στο νου την ιδέα του θεϊκού φωτός, όπως η όψη του χρυσού συνδέεται με την ιδέα της αγνότητας αφού ο χρυσός δεν μπορεί να κηλιδωθεί.
Ορισμένοι θεώρησαν πως ένας μαύρος βράχος συμβόλιζε το αόρατον της θεικής ουσίας.
Για να εκφραστεί η ανώτατη αιτία, η θεότητα αναπαρίστατο με ανθρώπινη μορφή, και απείρου κάλλους, αφού ο Θεός είναι η πηγή της ωραιότητας, διαφορετικών ηλικιών και συμπεριφορών, καθισμένη ή όρθια του ενός ή του άλλου φύλου, σαν παρθένος ή νεαρός άνδρας, σαν σύζυγος ή σαν νύφη, σημειώνοντας έτσι όλες τις μορφές και τις διαβαθμίσεις. Κάθε λαμπρό πράγμα κατά συνέπεια, απεδίδετο στους Θεούς, η σφαίρα και κάθε σφαιρικό σώμα στο σύμπαν, στον ήλιο και στη σέληνη και μερικές φορές στην Τύχη και στην Ελπίδα. Ο κύκλος και κάθε κυκλικό σχήμα στην αιωνιότητα, στις ουράνιες κινήσεις,στους κύκλους και τις ζώνες του ουρανού. Οι τομές των κύκλων στις φάσεις της σέληνης, οι πυραμίδες και οι οβελίσκοι στην αρχή του πυρός και μέσω αυτού στους Ουράνιους Θεούς. Ο κύλινδρος τη γη, ο φαλλός και το τρίγωνο (σύμβολο της μήτρας) ορίζουν την γονιμότητα."
Τα Ελευσίνια Μυστήρια διατηρήθηκαν περισσότερο από όλα τα άλλα Μυστήρια του αρχαίου κόσμου, μέχρι και τον 4ον μ.Χ αιώνα όταν ο Θεοδώσιος (ο επονομαζόμενος Μέγας) εξολόθρευσε βίαια όλους όσους αρνήθηκαν να δεχθούν τον χριστιανισμό.
Γι' άυτή την σπουδαιά φιλοσοφική σχολή ο Κικέρων είπε ότι δίδασκε στους ανθρώπους όχι μόνο πώς να ζουν, αλλά και πώς να πεθαίνουν.


ΔΗΜΗΤΡΑ ΛΙΑΤΣA      

Πηγή: http://www.diodos.gr/content/view/188/54/

τέμενος Χαλά Σουλτάν



ΤΕΜΕΝΟΣ ΧΑΛΑ ΣΟΥΛΤΑΝ, ΤΕΚΚΕΣ, ΦΛΑΜΙΝΓΚΟ
Το μουσουλμανικό τέμενος της Χαλά Σουλτάν είναι κτισμένο στη δυτική όχθη της Αλυκής, 6 περίπου χιλιόμετρα δυτικά της Λάρνακας. Αποτελεί τον σημαντικότερο τόπο προσκυνήματος για τους μουσουλμάνους της Κύπρου. Πολλοί Τουρκοκύπριοι το επισκέπτονται μαζικά από τις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου, κατά τις θρησκευτικές εορτές των μουσουλμάνων για προσκύνημα.
ΤΕΜΕΝΟΣ ΧΑΛΑ ΣΟΥΛΤΑΝ, ΤΕΚΚΕΣ
Στο εσωτερικό του Χάλα Σουλτάν Τεκκέ σώζεται τάφος, που σύμφωνα με την παράδοση ανήκει στην Ουμ Χαράμ, συγγενή του προφήτη Μωάμεθ. Η Ουμ Χαράμ, η οποία συνόδευσε το σύζυγό της στην Κύπρο κατά τη διάρκεια μιας αραβικής επιδρομής, σκοτώθηκε επί τόπου πέφτοντας από το άλογό της, μόλις αποβιβάστηκε στο νησί. Ο τάφος είναι σκεπασμένος με υφάσματα και περιβάλλεται από ένα τρίλιθο κατασκεύασμα. Σύμφωνα με την παράδοση ο ένας λίθος αιωρείται.
Το τζαμί κτίστηκε πολύ αργότερα, λίγο πριν το 1787. Η σημερινή μορφή του τεμένους συμπληρώθηκε στα 1816. Πρόσφατα έγιναν εργασίες αποκατάστασης του τεμένους, το οποίο αποτελεί και σήμερα το δημοφιλέστερο προσκύνημα των μουσουλμάνων της Κύπρου.

tekkes
Ποια ήταν η Ουμ Χαράμ;
ΚΑΤΑ ΤΗ διάρκεια της πρώτης μεγάλης αραβικής επιδρομής στην Κύπρο (649μ.Χ.), από τον εμίρη της Συρίας Μωαβία, τοποθετείται το επεισόδιο του θανάτου της «αγίας γυναίκας», της ινσαρίας (=βοηθού) του προφήτη Μωάμεθ. Η προβολή, εκ μέρους των Αράβων, του γεγονότος του θανάτου, αλλά κυρίως της ταφής της Ουμ Χαράμ στην Κύπρο, συνέτεινε ώστε το τέμενος Χαλά Σουλτάν, που κτίστηκε στο χώρο όπου κι ετάφη, να θεωρείται ένας από τους ιερότερους χώρους των μουσουλμάνων.
Υπάρχει η λανθασμένη εντύπωση ότι η Ουμ Χαράμ ήταν συγγενής ή νονά ή παραμάνα του προφήτη Μωάμεθ. Η εσφαλμένη αυτή άποψη πολλών παλαιότερων συγγραφέων προέκυψε λόγω των στενών της σχέσεων με τον προφήτη και συγγενείας της όχι προς τον ίδιο αλλά προς τον πιστό του γραμματέα και υπηρέτη. Το πλήρες όνομά της ήταν Ουμ Χαράμ Μιλχάν Χαλίτ Ζαΐτ Χαράμ Γιενούπ. Ήταν κόρη του Μιλχάν Ανσαρί κι αδελφή της Ουμ Σουλεΐμ. Η τελευταία ήταν μητέρα του Ανάς Ιμπντ Μαλίκ, του πιστού υπηρέτη και γραμματέα του Μωάμεθ. Ο Μωάμεθ αγαπούσε και εκτιμούσε πολύ την Ουμ Χαράμ, την οποία επισκεπτόταν συχνά στο σπίτι της στη Μέκκα. Η αγία γυναίκα, όπως χαρακτηρίστηκε η Ουμ Χαράμ, ήταν από τους πρώτους πιστούς στο Μωάμεθ και μια από τους ανθρώπους που τον βοήθησαν στις πρώτες του δραστηριότητες και στη φυγή του από τη Μέκκα στη Μεδίνα το Σεπτέμβριο του 622. Η Ουμ Χαράμ είχε παντρευτεί πρώτα τον Αμρ μπιν Κέις που είχε πολεμήσει στο Βαδρ το 623 και στο Οχώδ, όπου και σκοτώθηκε. Σε δεύτερο γάμο παντρεύτηκε τον Ουβάδα Ιμπντ-ας-Σαμίτ, τον οποίο και ακολούθησε στην εκστρατεία του Μωαβία στην Κύπρο, το έτος 27 από Εγίρας (=649).
Γενικά, δίνεται η εικόνα ότι ο θάνατος της Ουμ Χαράμ στην Κύπρο ήταν ένα τυχαίο περιστατικό, όμως οι πραγματικές συνθήκες του θανάτου της παραμένουν αδιευκρίνιστες. Σύμφωνα με μια εκδοχή, η γυναίκα αυτή έπεσε από το μουλάρι της, έσπασε το λαιμό της, και πέθανε. Όπως και να έχει, το τέμενος Χαλά Σουλτάν στη δυτική όχθη της αλυκής της Λάρνακας, σε μια πράγματι ειδυλλιακή τοποθεσία, θεωρείται ως ο τάφος της αγίας γυναίκας που τιμάται ιδιαίτερα από τους μουσουλμάνους (σε παλαιότερες εποχές τα παραπλέοντα οθωμανικά καράβια χαιρετούσαν με κανονιοβολισμούς).
Πηγη simerini.com

ΤΕΜΕΝΟΣ ΧΑΛΑ ΣΟΥΛΤΑΝ, ΤΕΚΚΕΣ

Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2016

Εκκλησία Αγίου Λαζάρου, Λάρνακα







Η εκκλησία του Αγίου Λαζάρου είναι κτισμένη στην παραλιακή ζώνη της πόλης της Λάρνακος και αποτελεί το λατρευτικό κέντρο του Αγίου Λαζάρου στην Κύπρο. Η σχέση του αγίου με το νησί υπήρξε στενή. Μετά την έγερσή του κατέφυγε στην Κύπρο όπου συναντήθηκε με τους Αποστόλους Παύλο και Βαρνάβα, οι οποίοι τον χειροτόνησαν επίσκοπο Κιτίου. Οι πηγές αναφέρουν ότι τάφηκε σε μαρμάρινη λάρνακα η οποία έφερε την επιγραφή «Λάζαρος ó τετραήμερος καί φίλος τοũ Χριστοũ». Με εντολή του αυτοκράτορα Λέοντος Στ, τα λείψανα του αγίου μεταφέρθηκαν από το Κίτιο στην Κωνσταντινούπολη. Κατά την παράδοση η ανέγερση του ναού εντάσσεται στην ίδια περίοδο (αρχές 10ου αιώνα), και πραγματοποιήθηκε με αυτοκρατορική χορηγία ως αντάλλαγμα της μεταφοράς του λειψάνου στην Κωνσταντινούπολη. 

Ο ναός του Αγίου Λαζάρου, μαζί με το οχυρωμένο λιμάνι και το φράγκικο κάστρο, αποτελούσαν κατά τους μεσαιωνικούς και νεότερους χρόνους τα μεγαλοπρεπέστερα κτίρια της Λάρνακος. Μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα ο ναός περιβαλλόταν από κελλιά τα οποία ενοικίαζαν έμποροι, ταξιδιώτες και τεχνίτες. Με τα χρόνια, η εκκλησία αποτέλεσε τον πολεοδομικό πυρήνα, περιμετρικά του οποίου αναπτύχθηκαν οι συνοικίες του λιμανιού της πόλης.


Εκκλησία Αγίου Λαζάρου, Λάρνακα
Εκκλησία Αγίου Λαζάρου, Λάρνακα

Οι ανασκαφικές έρευνες που έγιναν στον χώρο του ναού απεκάλυψαν τα κατάλοιπα δύο πρωιμότερων εκκλησιών, πάνω από τα οποία κτίστηκε η σημερινή. Οι ανασκαφές στον περίβολο και στο εσωτερικό του ναού απεκάλυψαν μαρμάρινες σαρκοφάγους και κιβωτιόσχημους τάφους, μερικοί εκ των οποίων φαίνονται στην κρύπτη της εκκλησίας. Σύμφωνα με περιηγητικά κείμενα του 16ου αιώνα, ένα όρυγμα που βρισκόταν κάτω από το Ιερό λατρευόταν ως ο τάφος του Αγίου Λαζάρου και αποτελούσε πανορθόδοξο προσκύνημα.

Ο αρχιτεκτονικός τύπος του ναού ανήκει στην κατηγορία του σύνθετου σταυροειδούς εγγεγραμμένου με τρούλο. Κατά το 15ο-16ο αιώνα ένα γοτθικό προστώο προστέθηκε κατά μήκος του νότιου τοίχου του ναού. Ενδέχεται την ίδια περίοδο ο ναός να μετατράπηκε σε καθολικό μοναστήρι και ο χώρος του προαυλίου του σε κοιμητήριο. Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας ο ναός μετατράπηκε σε ισλαμικό τέμενος και το 1589 πουλήθηκε στην ορθόδοξη κοινότητα έναντι 3.000 άσπρων. Μέχρι το 1784 ο ναός χρησιμοποιείτο και από τους καθολικούς, οι οποίοι λειτουργούσαν στο ναό μόνο δύο μέρες το χρόνο. Το κωδωνοστάσιο του ναού είναι κτίσμα του 1857 με νεογοτθικά και νεοκλασσικά στοιχεία. Μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα σώζονταν στο εσωτερικό του ναού σπαράγματα τοιχογραφιών.


Εκκλησία Αγίου Λαζάρου, Λάρνακα
Εκκλησία Αγίου Λαζάρου, Λάρνακα

Σήμερα, κάποια από τα κελλιά της υπόστυλης πτέρυγας που σώζεται στα νότια του ναού, λειτουργούν ως μουσείο στο οποίο εκτίθενται εκκλησιαστικά κειμήλια από το ναό του Αγίου Λαζάρου, φορητές εικόνες, παλαίτυπα και σταυροί. Το πρόσκτισμα που διατηρείται στη δυτική πλευρά του ναού λειτουργούσε από το 1858 μέχρι το 1910 ως αλληλοδιδακτικό σχολείο, ενώ σήμερα χρησιμοποιείται ως χώρος εκδηλώσεων.

http://www.mcw.gov.cy/mcw/DA/DA.nsf/0/6E9D607D77BC7ECFC2257199002E8FDF?OpenDocument



Ο ΑΓΙΟΣ ΛΑΖΑΡΟΣ – Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΤΟΥ ΣΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑ

Λάρνακα, το αρχαίο Κίτιο. Μια από τις πιο ωραίες και αρχαίες εκκλησίες της Κύπρου στολίζει την πόλη αυτή του φιλοσόφου Ζήνωνα, τη Λάρνακα: είναι η εκκλησία του αγίου Λαζάρου, του φίλου του Χριστού, κτισμένη πάνω από τον τάφο του αγίου, ο οποίος διετέλεσε, κατά την παράδοση, πρώτος Επίσκοπος Κιτίου. Για λίγα σχετικά και κατατοπιστικά λόγια ας κάνουμε μια μικρή αναδρομή στο παρελθόν.
Ο άγιος Λάζαρος, (Ελεάζαρ στα εβραϊκά) ήταν Εβραίος και καταγόταν από τη Βηθανία, μια κώμη τρία περίπου χιλιόμετρα στ’ ανατολικά της Ιερουσαλήμ. Είναι γνωστός ως «τετραήμερος και φίλος του Χριστού»: «τετραήμερος» από το γεγονός της ανάστασης του από το Χριστό τέσσερις μέρες μετά το θάνατο και την ταφή του. «φίλος του Χριστού» γιατί έτσι τον αποκαλεί η Αγία Γραφή , επισημαίνοντας τους φιλικούς δεσμούς του Κυρίου με όλη την οικογένεια: «Ηγάπα [ο Χριστός] την Μάρθαν και την αδελφήν αυτής [Μαρίαν] και τον [αδελφόν αυτών]Λάζαρον», μας πληροφορεί ο ευαγγελιστής Ιωάννης.
Πολλές φορές ο Χριστός φιλοξενήθηκε στο σπίτι τους . Κατά τη διάρκεια της τελευταίας πορείας Του από τη Γαλιλαία προς τα Ιεροσόλυμα, όπου πήγαινε για να σταυρωθεί «υπέρ της του κόσμου ζωής», κι ενώ ακόμα βρισκόταν μακριά, οι δύο αδελφές τον ειδοποίησαν ότι ο αδελφός τους, άρρωστος βαριά, πέθαινε: «Κύριε , ίδε ον φιλείς ασθενεί». Κι ο Κύριος, που δήλωσε πως αυτή η ασθένεια «ούκ έστι προς θάνατον αλλ’ υπέρ της δόξης του θεού», καθυστέρησε δύο μέρες κι ύστερα ξεκίνησε για τη Βηθανία, όπου έφθασε τέσσερις μέρες μετά την ταφή του Λαζάρου. Συγκινημένος στάθηκε μπροστά στο μνήμα και – σαν Κύριος της ζωής και του θανάτου – τον επανέφερε στη ζωή παρ’ όλον ότι ήταν «τεταρταίος» και «ήδη ώζε»
Αργότερα ο Λάζαρος αναγκάστηκε να ζητήσει καταφύγιο στο Κίτιο της Κύπρου, φεύγοντας την επιβουλή των αρχιερέων και φαρισαίων που ζητούσαν να τον σκοτώσουν:
«Εβουλεύσαντο δε οι αρχιερείς ίνα και τον Λάζαρον αποκτείνωσιν, ότι πολλοί δι’ αυτόν υπήγον των Ιουδαίων και επίστευον εις τον Ιησούν». (Οι αρχιερείς τότε απεφάσισαν να θανατώσουν και τον Λάζαρον, διότι εξ αιτίας του πολλοί από τους Ιουδαίους έφευγαν και πίστευαν εις τον Ιησούν).
Πιθανότερος χρόνος φυγής του θεωρείται το 33 μ.Χ., και, συγκεκριμένα, ο καιρός του διωγμού που ξέσπασε μετά το λιθοβολισμό του πρωτομάρτυρος Στεφάνου, οπότε πολλοί χριστιανοί της Ιουδαίας «διασπαρέντες από της θλίψεως της γενομένης επί Στεφάνω, διήλθον έως Φοινίκης και Κύπρου και Αντιοχείας»
Κατά την παράδοση της Εκκλησίας ο Λάζαρος ήταν τριάντα ετών το 33 μ.Χ. όταν ο Χριστός τον ανέστησε εκ νεκρών . Έζησε δε άλλα τριάντα χρόνια στο Κίτιο και απέθανε γύρω στο 63 μ.Χ. σε ηλικία εξήντα ετών. Εδώ λοιπόν τον βρήκαν οι Απόστολοι Παύλος και Βαρνάβας, όταν ήλθαν στην Κύπρο το 45 μ.Χ. και τον χειροτόνησαν πρώτο Επίσκοπο Κιτίου. Εποίμανε το ποίμνιό του για δεκαοχτώ χρόνια (45-63 μ.Χ.), οπότε πέθανε για δεύτερη φορά και ετάφη στο Κίτιο, εκεί όπου σήμερα υψώνεται ο βυζαντινός ναός του.
Δεν γνωρίζουμε λεπτομέρειες από τη ζωή του ως Επισκόπου στο Κίτιο γιατί δεν διασώθηκαν ή δεν υπήρξαν σχετικές γραπτές πηγές. Το έργο του όμως, όπως κι εκείνο των άλλων Επισκόπων της Κύπρου του πρώτου αιώνα, δεν θα πρέπει να ήταν καθόλου εύκολο λόγω της δύναμης που είχαν οι δυο αντίθετες προς το Χριστιανισμό δυνάμεις: η ειδωλολατρεία από την μια, που, εξ αιτίας της λατρείας της Αφροδίτης, ήταν πολύ δημοφιλής στην Κύπρο. και ο αντιχριστιανικός φανατισμός της εδώ πολυάριθμης και ισχυρής Ιουδαϊκής κοινότητας, από την άλλη, η οποία αντιδρούσε και αντενεργούσε με κάθε τρόπο στο έργο των Χριστιανών. Η Εκκλησία της Κύπρου χρειάστηκε να παλέψει σκληρά για πολύ καιρό ακόμα έως ότου εδραιωθεί.
line
Ο ναός του αγίου στη Λάρνακα ήταν από πολύ παλιά γνωστός στο χριστιανικό κόσμο και αποτελούσε, μέχρι και τα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα, απαραίτητο συμπλήρωμα στο προσκύνημα των Αγίων Τόπων. Εκτός αυτού πολλές θεραπείες και άλλα θαύματα επιτελούνταν εδώ με τη χάρη του, όπως μας πληροφορεί στις εντυπώσεις του παλιός ξένος περιηγητής, ο Pietro Della Valle, Ρωμαίος ευγενής, που επισκέφθηκε τη Λάρνακα και το ναό στα 1614 και 1626: όπως αναφέρει, στις επιφυλάξεις του για το αν πρόκειται πράγματι για τον Λάζαρο το φίλο του Χριστού, του δόθηκε η απάντηση ότι «η αλήθεια αυτή αποδεικνύεται από τα θαύματα που ο άγιος επιτελεί στο ναό καθημερινά, θεραπείες κ.ά.». Θα πρέπει λοιπόν να αποτελούσε μεγάλο προσκύνημα, όχι μόνο για ντόπιους μα και για ξένους προσκυνητές.
Η σημασία του σαν ιερό προσκύνημα επαυξήθηκε σήμερα, μετά την ανεύρεση, στις 23 Νοεμβρίου 1972 (κατά τη διάρκεια εργασιών ανακαίνισης του ναού), μέρους των λειψάνων του αγίου βαθιά κάτω από την αγία Τράπεζα, μέσα σε μαρμάρινη λάρνακα.
Όπως είναι γνωστό το λείψανο του αγίου είχε πρωτοβρεθεί το 890 μ.Χ. στον τάφο του, μέσα στο μικρό ναό, που υπήρχε την εποχή εκείνη και μέσα σε μαρμάρινη λάρνακα στην οποία ήταν χαραγμένα (όχι όμως στα ελληνικά) τα εξης: «Λάζαρος ο τετραήμερος και φίλος του Χριστού». Ο τότε αυτοκράτορας του Βυζαντίου Λέων ΣΤ΄ ο Σοφός, σύμφωνα με τη συνήθεια που επικρατούσε, μετέφερε το ιερό λείψανο στην Κωνσταντινούπολη και σ’ αντάλλαγμα έστειλε χρήματα και τεχνίτες για να κτίσουν το ναό που βλέπουμε σήμερα. Είναι όμως αδιανόητο να δεχτούμε ότι οι τότε Κιτιείς είχαν δώσει ολόκληρο το λείψανο χωρίς να κρατήσουν ένα μικρό μέρος για την πόλη τους . Γι΄ αυτό το γεγονός ότι σήμερα βρέθηκε στον τάφο μέρος μόνο λειψάνου και όχι ολόκληρο λείψανο, αποτελεί μια ισχυρή ένδειξη για την αυθεντικότητά του.
Τη μεταφορά αυτή του ιερού σκήνους από το Κίτιο στην Κωνσταντινούπολη αποθανάτισε ο τότε Επίσκοπος Καισαρείας Αρέθας σε δύο πανηγυρικές ομιλίες, που έγραψε γι’ αυτόν ακριβώς το σκοπό. Στην πρώτη εκθειάζει το γεγονός της αφίξεως του λειψάνου στην Κωνσταντινούπολη από την Κύπρο, ενώ στη δεύτερη περιγράφει λεπτομερώς την πομπή που σχηματίστηκε από τον αυτοκράτορα για τη μεταφορά του λειψάνου από την Χρυσούπολη στο ναό της Αγίας Σοφίας. Ο Λέων ΣΤ΄, εκτός από το ναό που έκτισε στο Κίτιο επ’ ονόματι του αγίου Λαζάρου, έκτισε και δεύτερο στην Κωνσταντινούπολη προς τιμή του αγίου. Κατά παράδοση ο εκάστοτε αυτοκράτορας παρευρίσκετο στη λειτουργία κατά το Σάββατο του Λαζάρου σ ΄αυτή την εκκλησία. Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους το 1204, οι Σταυροφόροι, εκτός από τους άλλους θησαυρούς που μετέφεραν στη Δύση, μετέφεραν και το λείψανο του αγίου στη Μασσαλία, απ’ όπου όμως αργότερα χάθηκε. Εκμεταλλευθέντες μάλιστα οι Φράγκοι το γεγονός αυτό καλλιέργησαν παλαιότερα, για λόγους θρησκευτικούς και εθνικιστικούς, τη φήμη ότι εκεί και όχι αλλού έζησε ο Λάζαρος σαν επίσκοπος.
Η περίφημη αυτή αρχαία εκκλησία του αγίου Λαζάρου, κτισμένη όπως αναφέρθηκε, πάνω στον τάφο του, είναι ότι πολυτιμότερο έχει να επιδείξει η Λάρνακα. Ποιος να μπει μέσα και να μη κατανυγεί! Ένα πρωτοχριστιανικό μεγαλείο τη χαρακτηρίζει, ένα «δωρικό» μεγαλείο, που σε εντυπωσιάζει και σε συναρπάζει. Μα και το περίφημο εικονοστάσι της που, με τα ξυλόγλυπτα αριστουργήματά του, μοιάζει με τεράστια χρυσοκέντητη δανδέλλα, ποιος να το αντικρίσει και να μη νοιώσει κατάνυξη και θαυμασμό! Αναρίθμητες μορφές στολίζουν τα εκτεταμένα πλάτη και ύψη του: μορφές πάγκαλες, πανάγιες, μορφές «μυστικές» γεμάτες «ειρήνη του Θεού που υπερέχει πάντα νούν», μορφές αγίων που σε κάθε λειτουργία κι εσπερινό λες και κατεβάζουν τον ουρανό στη γη. Μοιάζει, αληθινά, το πανώριο εικονοστάσι με «νοητό στερέωμα» κι οι εικόνες του «αστέρες πολύφωτοι» – αληθινός πίνακας «πανηγύρεως πρωτοτόκων εν ουρανοίς απογεγραμμένων» – (Εβρ. Ιβ’23), πίνακας που θυμίζει τόσο ζωντανά τον κόσμο του «επέκεινα»!
Η εκκλησία του αγίου Λαζάρου είναι μια από τις τρεις εκκλησίες με τρεις τρούλους που υπάρχουν στην Κύπρο. Οι τρεις αυτές εκκλησίες (η ερειπωμένη εκκλησία που κτίστηκε στο διάδρομο που οδηγεί από τη βασιλική του αγίου Επιφανίου στο βαπτιστήριό της, η εκκλησία του Απ. Βαρνάβα και αυτή του αγίου Λαζάρου) διαφέρουν από τις άλλες πολύτρουλλες εκκλησίες της Κύπρου και αποτελούν ιδιαίτερο τύπο, στον οποίο συνδυάζονται τρεις συνεπτυγμένοι εγγεγραμμένοι σταυροειδείς με τρούλο.
Κτίστηκε στα τέλη του 9ου αιώνα, γύρω στο 890 μ.Χ., από τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου Λέοντα Στ’ το Σοφό. Κτισμένη εξ ολοκλήρου από πέτρα, είναι τρίκλιτη, με τους τρεις τρούλους στο μεσαίο κλίτος. Οι τρεις τρούλοι είναι σήμερα κομμένοι. Κατερρίφθησαν τον καιρό της Τουρκοκρατίας όταν, κατά την παράδοση, Τούρκος αξιωματούχος διέταξε την κατεδάφιση τους επειδή, μπαίνοντας στο λιμάνι της Λάρνακας, προσευχήθηκε εκλαμβάνοντάς τους σαν θόλους τουρκικού τεμένους. Σύμφωνα με άλλη άποψη, καταστράφηκαν από σεισμό, άγνωστο πότε.Το 1734 όταν επισκέφθηκε την εκκλησία ο Ρώσσος μοναχός Βασίλι Μπάρσκυ, ήταν ήδη κατεσραμμένοι.
Στα τέλη της Φραγκοκρατίας κτίστηκε η στοά, που βλέπουμε στη νότια πλευρά του ναού. Το 1857 κτίστηκε το σημερινό καμπαναριό. Μέχρι τότε ο ναός εστερείτο λιθόκτιστου κωδωνοστασίου γι’ αυτό και οι καμπάνες ήταν τοποθετημένες πάνω σε ξύλινο βάθρο. Είναι γνωστό ότι οι Τούρκοι, από το 1571 που κατέλαβαν την Κύπρο, μέχρι τα μέσα σχεδόν του 19ου αιώνα, δεν επέτρεπαν την ύπαρξη καμπαναριών ούτε τη χρήση καμπάνων στις χριστιανικές εκκλησίες. Μόλις το 1856 το επέτρεψαν, ύστερα από απαίτηση της ορθόδοξης χριστιανικής Ρωσσίας, αλλά μόνο κατόπιν βεζυρικής άδειας. Στη Λευκωσία μόλις το 1858 επετράπη να στηθεί μια και μόνη καμπάνα στον ι. Ναό Φανερωμένης. Στη Λάρνακα, αντίθετα, ο ναός του αγίου Λαζάρου είχε καμπάνες πολύ πριν το 1856, γενόμενες σιωπηρά ανεκτές από τους Τούρκους κι αυτό γιατί οι Λαρνακείς είχαν πολύ μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων λόγω της υπάρξεως των Προξενείων και μεγάλης ευρωπαϊκής παροικίας στην πόλη τους. Κατά την περίοδο όμως της Φραγκοκρατίας, ο ναός θα πρέπει να είχε άλλο εξ ίσου επιβλητικό καμπαναριό, αν κρίνουμε από παλιά σχέδια της Λάρνακας που δημοσίευσαν στην Ευρώπη περιηγητές των περασμένων αιώνων και όπου ο άγιος Λάζαρος διακρίνεται με τους τρούλους του ακέραιους και με ψηλό καμπαναριό. Τούτο θα πρέπει να κατεδαφίστηκε αργότερα από τους Τούρκους. Επειδή οι Βυζαντινοί δεν έκτιζαν ψηλά καμπαναριά, υποθέτουμε ότι τούτο θα είχε κτισθεί κατά την εποχή της Φραγκοκρατίας, κατά το πρότυπο των ψηλών ιταλικών καμπαναριών. (Την ιταλική αυτή επίδραση τη βλέπουμε ακόμα και σήμερα στα καμπαναριά όλων των παλαιών εκκλησιών της Λάρνακας).
P7040030c
Τα παράθυρα του ναού ήταν, παλαιότερα, στενόμακρα και άφηναν λίγο μόνο εξωτερικό φως να εισχωρεί στο εσωτερικό αυτό εξ άλλου επέβαλλε και η βυζαντινή εκκλησιαστική αρχιτεκτονική, που επεδίωκε το κατανυκτικό ημίφως στο εσωτερικό των ναών. Γενικά η αρχιτεκτονική του ναού, σπάνιου αρχαίου ρυθμού, φαίνεται ότι εντυπωσίαζε τους ξένους, αν κρίνουμε από τις εντυπώσεις ενός άλλου περιηγητού, του Alexander Drummond, Άγγλου Πρόξενου στο Χαλέπι της Συρίας, που επισκέφθηκε την Κύπρο το 1745 και ο οποίος γράφει τα εξής: «Στην πόλη των Αλυκών (όπως ήταν τότε γνωστή στους ευρωπαίους η Λάρνακα), υπάρχει εκκλησία αφιερωμένη στον άγιο Λάζαρο. H αρχιτεκτονική είναι τέτοια που ποτέ δεν έχω ξαναδεί «. Αλλά και ο προαναφερθείς Pietro Della Valle (1614-1626), περιγράφει το ναό σαν «αρχαίο, με ωραιότατη αρχιτεκτονική διαρρύθμιση».
Το ξυλόγλυπτο εικονοστάσι, εξαιρετικής τέχνης, θεωρείται ένα από τα ωραιότερα στην Κύπρο και είναι (όπως και το εξ ίσου θαυμάσιο εικονοστάσι του ναού του Τρυπιώτη στη Λευκωσία), έργο του δόκιμου λεπτουργού Χατζησάββα Ταλιαδώρου, που καταγόταν από την ενορία Τρυπιώτη. Η κατασκευή του άρχισε το 1773 και τελείωσε το 1782. Λίγο αργότερα, το 1793-1797 επιχρυσώθηκε και συμπληρώθηκε η αγιογράφησή του από το ζωγράφο Μιχαήλ Προσκυνητή ή Χατζημιχαήλ και τους συνεργάτες του. Το εικονοστάσι κοσμούν συνολικά 120 εικόνες θαυμάσιας τέχνης: 13 μεγάλες στην κάτω σειρά και 60 μικρότερες πάνω (σε δύο σειρές από 30 εικόνες η καθεμμία), 25 στη βημόθυρα των τριών πυλών του ιερού και 4 στο σύμπλεγμα του Εσταυρωμένου στην κορυφή με συμβολική παράστασή του «πελεκάνου» στη βάση του σταυρού. Οι υπόλοιπες είναι 16 μικρές κυκλικές εικόνες στο ήμισυ του ύψους του εικονοστασίου και 2 στην κορυφή.
Αριστούργημα ξυλογλυπτικής τέχνης αποτελεί επίσης η αγία Τράπεζα, έργο κι αυτό του 1773, καθώς και ο δεσποτικός θρόνος, πάνω στον οποίο υπάρχει εικόνα του αγίου Λαζάρου ως Επισκόπου με ημερομηνία 1734.
Μέσα στο ναό φυλάσσονται και οι εξής πολύτιμες και αρχαίες εικόνες, που ίσως να ανήκαν σε παλαιότερο εικονοστάσι: μια του αγίου Λαζάρου ως Επισκόπου, φέροντος «πολυσταύριον φελόνιον», (μέσα 16ου αιώνα), και μια της Αναστάσεως του Λαζάρου, εξ ίσου παλαιά, βυζαντινής λαϊκής τεχνοτροπίας. Αξιοσημείωτες είναι τέλος και τέσσερις άλλες μεγάλες εικόνες που, τοποθετημένες σε ξυλόγλυπτα τέμπλα, κοσμούν τους τέσσερις πεσσούς του κεντρικού θόλου: της Παναγίας με ρωσσικό διάκοσμο, της αναστάσεως του Λαζάρου, του αγίου Νικολάου και του αγίου Γεωργίου με σκηνές από το βίο του περιμετρικά της κεντρικής παραστάσεως, έργο του 1717 του Ιακώβου Μόσκου του Κρητός.
Φαίνεται ότι, παλαιότερα, ολόκληρος ο ναός ήταν αγιογραφημένος, γιατί μέχρι τον περασμένο αιώνα σώζονταν μερικές τοιχογραφίες στους πεσσούς του κεντρικού θόλου. Οι τοιχογραφίες του ναού καταστράφηκαν απο άγνωστη αιτία κατά την πολύκαιρη διάρκεια ύπαρξης του ναού ή κατ’ άλλη εκδοχή πρέπει να καταστράφηκαν, πιθανότατα, από την πολλή υγρασία που επικρατεί στην περιοχή της Λάρνακας και ειδικότερα της ενορίας Σκάλας, όπου το υψόμετρο ελάχιστα διαφέρει εκείνου της θάλασσας. (Μέχρι τα μέσα του περασμένου αιώνα μάλιστα οι περιοχές νοτιοδυτικά του ναού μέχρι την Αλυκή αποτελούσαν λιμνώδεις εκτάσεις, γνωστές σαν «λίμνες τ’ άι Λαζάρου»).
line
Στα πολύ παλιά χρόνια, όταν η περιοχή Σκάλας ήταν ακόμα σχεδόν ακατοίκητη και η πόλη περιοριζόταν μόνο στην παλιά Λάρνακα, ο άγιος Λάζαρος, μονήρης όπως ήταν, λειτουργούσε σαν μοναστήρι. Τον καιρό της Φραγκοκρατίας μετατράπηκε σε μοναστήρι Βενεδικτίνων (καθολικών) μοναχών.
Όταν οι Τούρκοι κατέλαβαν την Κύπρο το 1570, κατακράτησαν το ναό (όπως έκαμαν για όλες τις εκκλησίες, που κατείχαν οι Λατίνοι) μέχρι το 1589, οπότε τον εξαγόρασε η ορθόδοξη εκκλησία για 3,000 «άσπρα» αργυρά νομίσματα. Συγχρόνως δόθηκε και στους Λατίνους το δικαίωμα να λειτουργούν δύο φορές το χρόνο στη βόρεια κόγχη του ιερού: την ημέρα του αγίου Λαζάρου και την ημέρα της Μαρίας της Μαγδαληνής, μετατραπέντος του αριστερού κλίτους του ναού (από τη βόρεια κόγχη του ιερού μέχρι τη βόρεια είσοδο του ναού) σε παρεκκλήσιο των Λατίνων. Το δικαίωμα τους αυτό καταργήθηκε το 1794 κατόπιν ενεργειών του αρχιεπισκόπου Χρυσάνθου (1767-1810) και του Κιτίου Μελετίου Α’ (1776-1797), επειδή οι Λατίνοι, εκμεταλλευόμενοι αυτό ήγειραν αξιώσεις συνιδιοκτησίας επί του ναού. Πάνω στη βόρεια είσοδο του ναού υπάρχει ακόμη ο λατινικός πεντάσταυρος και στη βόρεια κόγχη του ιερού διατηρείται ακόμη το λατινικό «αλτάριον», που μαρτυρούν το πέρασμα αυτό των Λατίνων από το ναό.
Όταν, από τις αρχές του 18ου αιώνα, η περιοχή Σκάλας άρχισε να αναπτύσσεται και να ολοκληρώνεται σαν δεύτερη πόλη κοντά στη παλιά Λάρνακα, ο άγιος Λάζαρος έγινε ο ενοριακός ναός ολόκληρης της νέας πόλης Σκάλας. Μέχρι όμως τα μέσα του 19ου αιώνα εξακολουθεί να ονομάζεται «μοναστήρι» (όπως βλέπουμε στα σχετικά έγγραφα της εποχής), ενώ είχε προ πολλού παύσει να είναι τέτοιο. Οι οντάδες του γύρω-γύρω, το μοναστηριακό τυπικό που διατήρησε, οι πολλές ακολουθίες και το πολυπληθές ιερατικό προσωπικό, που είχε, εξακολουθούσαν να του προσδίδουν όψη μοναστηριού.
Αυτά τα γύρω του ναού δωμάτια, περίπου είκοσι παλαιότερα, χρησίμευαν στους προηγούμενους αιώνες και σαν ξενώνας στον οποίο διέμεναν περαστικοί ξένοι, προσκυνητές, χατζήδες, εμπορευόμενοι κ.α. Στο βορειοδυτικό τμήμα του περιβόλου υπάρχει μικρό κοιμητήριο Διαμαρτυρομένων με ωραίους μαρμαρόγλυπτους τάφους, στο οποίο είναι θαμμένοι Ευρωπαίοι έμποροι, ναυτικοί, Άγγλοι πρόξενοι και Αμερικάνοι ιεραπόστολοι που πέθαναν στη Λάρνακα.
Σαν το μοναδικό θρησκευτικό κέντρο της Σκάλας (της μιας δηλαδή από τις δύο δίδυμες τότε πόλεις ), είχε 4-5 ιερείς (εκτός από τον ή τους διακόνους). Οι ιεροτελεστίες στο ναό αυτό γίνονταν πάντα με κάποια επισημότητα και μεγαλοπρέπεια. Από υπάρχουσες ενδείξεις συμπεραίνουμε ότι στα μέσα του περασμένου αιώνα γίνονταν δύο λειτουργίες κάθε Κυριακή και σε μερικές μεγάλες γιορτές.
line
DSC_4256
Ο ναός του αγίου Λαζάρου δέθηκε κατά τρόπο μοναδικό με τη ζωή των πολιτών της Σκάλας – Λάρνακας. Ας μας επιτραπεί εδώ μια ιστορική παρένθεση: Οι παλαιότερα ξεχωριστές αυτές πόλεις ιδρύθηκαν το Μεσαίωνα στη θέση και πάνω στα ερείπια του αρχαίου Κιτίου. Στην αρχή, επί Φραγκοκρατίας – Ενετοκρατίας, μόνο η Λάρνακα υπήρχε σαν πόλη, σε απόσταση ενός μιλίου από την ακτή, γνωστή στους Ευρωπαίους με το όνομα Salines (Αλυκές), ενώ η Σκάλα, γνωστή στους Ευρωπαίους με το όνομα Marina περιοριζόταν σε λιμενικές αποθήκες και ένα μικρό συνοικισμό κοντά στη θάλασσα και γύρω από το ναό του αγίου Λαζάρου και το μικρό μεσαιωνικό καστρο, για τις ανάγκες του λιμανιού και την εκμετάλλευση της Αλυκής, (το αλάτι της οποίας, παραγόμενο τότε σε πολύ πιο μεγάλες ποσότητες από τις σημερινές, ήταν περιζήτητο στην Ευρώπη λόγω της εξαιρετικής του ποιότητας). Όταν τον 15ον αιώνα το λιμάνι της μεσαιωνικής Αμμοχώστου παρήκμασε, άρχισε να αναπτύσσεται το της Λάρνακας, σε σημείο που για πέντε αιώνες (15ος μέχρι τέλους 19ου) να είναι ένα από τα εμπορικότερα λιμάνια της Ανατολικής Μεσογείου, ένα από τα σπουδαιότερα κέντρα του τότε διαμετακομιστικού εμπορίου μεταξύ Ευρώπης και Μέσης Ανατολής. Γι’ αυτό διάφορα τότε κράτη της Ευρώπης (Γαλλία, Αγγλία Αυστρία, Νεάπολις, Βενετία, Ραγούζα, Σικελία, Ισπανία, Ρωσσία, Ελλάς, Ολλανδία κ.α) εγκαθίδρυσαν στη Λάρνακα παροικίες τους και Προξενεία. Με τη σπουδαιότητα αυτή που άρχισε ν’ αποκτά το λιμάνι της και τη ζωηρή κίνηση πλοίων που παρετηρείτο, ο μέχρι τότε ασήμαντος παραθαλάσσιος συνοικισμός άρχισε ν’ αναπτύσσεται, ιδίως από τα τέλη του 17ου – αρχές του 18ου αιώνα και να σχηματίζει σιγά-σιγά μια νέα πόλη, τη Σκάλα. Στο δεύτερο ήμισυ του 18ου αιώνα ήταν ήδη μια ολοκληρωμένη πολιτεία δίπλα στη Λάρνακα, με έντονα εξευρωπαϊσμένη ζωή λόγω της παρουσίας εκατοντάδων Ευρωπαίων (εμπόρων, Προξένων κ.α.) που είχαν εγκατασταθεί μόνιμα στις δύο δίδυμες πόλεις. Έτσι, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, η πόλη Σκάλα-Λάρνακα αποτελούσε τη βιτρίνα της Κύπρου και το σημείο επαφής της με το εξωτερικό, μια ακτίνα φωτός και πολιτισμού στους σκοτεινούς εκείνους χρόνους της σκλαβιάς. Αν η Λευκωσία ήταν η διοικητική πρωτεύουσα της Κύπρου, η Λάρνακα ήταν η διπλωματική και εμπορική της πρωτεύουσα, που μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα εξακολουθούσε να κρατά τα πρωτεία της κοινωνικής, μορφωτικής, πολιτιστικής, εμπορικής κλπ, ζωής του νησιού. Μετά όμως τη μεταφορά των Προξενείων στη Λευκωσία και την ανάπτυξη των λιμένων Αμμοχώστου και Λεμεσού, η Λάρνακα πέρασε σε δεύτερη μοίρα κι έχασε την παλιά της αίγλη και σπουδαιότητα.
Ο ναός του αγίου Λαζάρου δέθηκε τόσο στενά με τη ζωή της πόλης, ώστε η ιστορία του ν’ αποτελεί ιστορία και της ίδιας της πόλης. Από τον 18ο μέχρι τα μέσα σχεδόν του 20ου αιώνα – ήταν το θρησκευτικό, εθνικό, φιλανθρωπικό και εκπαιδευτικό κέντρο της πόλης, ο άξονας γύρω από τον οποίο περιστρεφόταν η θρησκευτικοκοινωνική ζωή της. Γράφει χαρακτηριστικά ο ιστοριοδίφης Ν.Γ. Κυριαζής στο βιβλίο του «Η πόλης της Λάρνακας υπό το φως ιστορικών εγγράφων»: «Εκ των ελαχίστων εν Κύπρω ναών, όσοι επέσυραν την προσοχήν και απησχόλησαν την ιστορία, ο ναός του αγίου Λαζάρου αναμφιβόλως υπάρχει ο καταλαβών εξέχουσαν θέσιν εις την ενοριακήν ναογραφίαν της Κύπρου» και «Ολίγοι ναοί έχουσι να επιδείξωσι την του αγίου Λαζάρου πολυσχιδή και κοινωφελή δράσιν. Ίδρυσε και συνετήρησε Σχολεία, εμερίμνησε δια Νοσοκομεία και Νεκροταφείον, εβοήθησε πτωχούς, εγένετο φρουρός και θεματοφύλαξ των συμφερόντων των πολιτών, προστάτης και παραστάτης παντός έχοντος ανάγκην, εκπρόσωπος ισχυρός και συνετός της πόλεως και των συμφερόντων της…»
Τα του ναού διευθύνονταν από Επιτροπή η οποία μέχρι το 1854 οριζόταν αριστίνδην, ενώ από το 1854 και μετά εκλέγεται από τους ενοριάτες. Σχετικές πληροφορίες για πρόσωπα και δραστηριότητες της Επιτροπής έχουμε από το 1734 ενώ για τους προηγούμενους χρόνους στερούμεθα στοιχείων. Η Επιτροπή του ναού εθεωρείτο στα χρόνια εκείνα της Τουρκοκρατίας και Επιτροπή ολόκληρης της κοινότητας Σκάλας και σ’ αυτήν προσέφευγαν οι πολίτες για πάσης φύσεως υποθέσεις των. Σεβαστή από όλους, πρόβαλλε σαν εκπρόσωπος της θελήσεως της κοινότητας και καθίστατο υπολογίσιμη δύναμη στις σκέψεις και τις αποφάσεις των τότε Τουρκικών αρχών.
Στον τομέα της Παιδείας η συμβολή του ναού του αγίου Λαζάρου υπήρξε πραγματικά μοναδική. Στη Σκάλα-Λάρνακα λειτουργούσαν από τις αρχές του 19ου αιώνα σχολεία, τα οποία όμως ήσαν ιδιωτικά και στα οποία μόνο λίγοι εύποροι μπορούσαν να φοιτήσουν. Γι΄ αυτό ο ναός μερίμνησε για την ίδρυση δημοσίων Σχολείων, τα οποία συντηρούσε, μαζί με τη μονή αγίου Γεωργίου του Κοντού, μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του αιώνα μας.
Συγκεκριμένα και χάρη της ιστορίας αξίζει να σημειωθεί ότι εδώ στη Λάρνακα είχε ιδρυθεί το 1733 η πρώτη στην Κύπρο μετά την Τουρκική κατάκτηση Σχολή με πρώτο δάσκαλο τον διάκονο Φιλόθεο. Στις αρχές του 19ου αιώνα ακολουθεί η ίδρυση και άλλων ιδιωτικών σχολείων. Το 1822 ιδρύθηκε η Ελληνική Σχολή ή Σχολαρχείο, στο οποίο δίδαξαν ονομαστοί καθηγητές, όπως οι Δημ. Θεμιστοκλέους (1822-48), Αθ. Σακελλάριος (1849-53), Χρύσανθος Ιωαννίδης (1860-80), Νικόλαος Λανίτης (1880-96), Σίμος Μενάρδος (1896-7) κ.α. Το 1830 ιδρύθηκε το Αλληλοδιδακτικό Λάρνακας. Ο ναός του Αγίου Λαζάρου μερίμνησε ώστε η ιδιωτική εκπαίδευση να καταστεί δημόσια, ιδρύοντας δημόσια σχολεία τα οποία και συντηρούσε, μαζί με την ι. Μονή Αγίου Γεωργίου Κοντού, μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του αιώνα μας. Συγκεκριμένα , το 1857 ίδρυσε στον περίβολο, πίσω από την εκκλησία, το «Δημόσιον Αλληλοδιδακτικόν Σχολείον» (το κτίριο του οποίου διατηρείται μέχρι σήμερα με τη σχετική επιγραφή στην πρόσοψη), το οποίον υπήρξε η επί κοινοτικής βάσεως συνέχεια του παλιού Αλληλοδιδακτικού Σκάλας. (Το κτίριο αυτό εχρησιμοποιείτο μέχρι το 1910, οπότε η Σχολή στεγάστηκε αλλού σαν Αρρεναγωγείο Σκάλας). Το 1859 ιδρύθηκε το Παρθεναγωγείο Σκάλας και λίγο μετά το Παρθεναγωγείο Λάρνακας, ενώ η Ελληνική Σχολή ή Σχολαρχείο μετατρεπόταν κι αυτό σε δημόσιο. Έτσι, στα μέσα του περασμένου αιώνα, η εκπαίδευση από ιδιωτική μετετράπη σε δημόσια, χάριν στις ενέργειες της Εκκλησιαστικής Επιτροπής του Αγίου Λαζάρου. Χάριν πάλιν της ιστορίας σημειώνουμε ότι το 1898 η Ελληνική Σχολή μετετράπη σε Ημιγυμνάσιο και, τελικά, το 1911, στο γνωστό Παγκύπριο Εμπορικό Λύκειο Λάρνακας (και νύν Παγκύπριο Λύκειο Λάρνακας) που ακτινοβολούσε σ΄ όλη την Κύπρο για δεκαετίες.
Παρόμοια ήταν η μέριμνα του ναού στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και τις πρώτες δεκαετίες της Αγγλοκρατίας στον τομέα της φιλανθρωπίας και κοινωνικής πρόνοιας, ελλείψει φιλανθρωπικών σωματείων και κρατικής μέριμνας.
Τέλος πρέπει να σημειωθεί ότι, όταν Πρόεδρος της Επιτροπής ήταν ο ιστοριοδίφης Ν. Γ. Κυριαζής (1922-24 και 1927-28), ιδρύθηκε και «Μουσείον Αγίου Λαζάρου «, το οποίο στεγαζόταν στον περίβολο του ναού, στο κτίριο του Αλληλοδιδακτικού Σχολείου και περιλάμβανε δεκάδες βυζαντινών εικόνων που πρέπει να ανήκαν σε παλαιότερο εικονοστάσι, καθώς και άλλα εκκλησιαστικά αντικείμενα. Τα κειμήλια αυτά μεταφέρθηκαν αργότερα, δυστυχώς, στο μεσαιωνικό κάστρο της τουρκικής συνοικίας Σκάλας, στο οποίο στεγάσθηκε το τότε το Επαρχιακό Μουσείο Λάρνακας, με συνέπεια να πέσουν στα χέρια των Τούρκων, κατά την Τουρκοκυπριακή ανταρσία του 1963, και να χαθούν. Το μουσείο έχει επανασυσταθεί και λειτουργεί στη νοτιοανατολική στοά του περίβολου του ναού από το 1990.
Σήμερα με την ανάληψη από το κράτος όλων των τομέων κοινωνικής δραστηριότητας, ο ρόλος του ναού περιορίστηκε στη θρησκευτική ζωή της πόλης. Οι μεγάλες καμπάνες που στολίζουν το τιτάνιο καμπαναριό, στέλλουν, σχεδόν καθημερινά, τη γλυκιά μελωδία τους στα πέρατα της πόλης. Ο γνωστός ήχος τους αποτελεί χαρακτηριστικό και οικείο ήχο για τους Λαρνακείς, που έσμιξε με την καθημερινή τους ζωή, ένα ήχο που για ολόκληρες γενιές τώρα μας καλεί στις λειτουργίες και τους εσπερινούς, σε κατανυκτικές ακολουθίες, σε γάμους και σε κηδείες, σε επίσημες δοξολογίες αλλά και στις ταπεινές παρακλήσεις.
Τελειώνοντας την ιστορική τούτη αναδρομή, ας ευχηθούμε ο άγιος Λάζαρος, ο και πολιούχος της Λάρνακας, να φυλάττει την πόλη του από κάθε κακό και να πρεσβεύει για τους πιστούς. Αλλά κι εμείς πρέπει να συνειδητοποιήσουμε τι θησαυρό διαθέτει η πόλη μας και να προσπαθήσουμε να ξαναγίνει η χιλιόχρονη εκκλησία με τον αγιασμένο τάφο τόπος πανορθοδόξου προσκυνήματος. Ιδίως στο τριήμερο, που αρχίζει την παραμονή της γιορτής του αγίου με το μεγάλο εσπερινό και συνεχίζεται την επαύριο, «Σάββατο του Λαζάρου», με πανηγυρική λειτουργία το πρωί και μεγάλη λιτανεία στους δρόμους της πόλης το απόγευμα και τελειώνει την Κυριακή των Βαίων με πανηγυρική πάλι λειτουργία. Τέτοιες μέρες οι πιστοί της Λάρνακας νοιώθουν πιο κοντά στους Αγίους Τόπους, ζουν πιο έντονα τις παραμονές του θείου Πάθους και τα ένδοξα προεόρτια της Αναστάσεως, σε μια δεύτερη μα πραγματική «Βηθανία», κοντά στο μνήμα του αγαπημένου φίλου του Χριστού.

line

ΛΑΪΚΕΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ

Το πέρασμα του αγίου Λαζάρου από το Κίτιο συνδέθηκε με διάφορες παραδόσεις. Σύμφωνα με μια τέτοια παράδοση, στα τριάντα αυτά χρόνια που έζησε μετά την ανάστασή του, δεν γέλασε ποτέ -εκτός από μια φορά , όταν είδε κάποιον να κλέβει ένα πήλινο δοχείο, οπότε χαμογέλασε λέγοντας: «ο πηλός κλέβει τον πηλό»-συγκλονισμένος από το θέαμα των αλυτρώτων ψυχών, που είδε στον άδη κατά την εκεί τετραήμερη παραμονή του. (Δεν είχε λάβει ακόμα χώραν η λυτρωτική θυσία του Χριστού πάνω στο σταυρό και η Ανάστασή Του, η οποία και ελύτρωσε τον άνθρωπο από τα δεσμά του άδη και της αιώνιας καταδίκης).
Μια άλλη παράδοση συνδέει το πέρασμα του αγίου από το Κίτιο-Λάρνακα με τις εκεί πλησίον ευρισκόμενες Αλυκές. Η παράδοση αυτή θέλει τις Αλυκές την εποχή εκείνη απέραντο αμπέλι . Διψασμένος οδοιπόρος ο άγιος, κάποια μέρα, ζήτησε από τον ιδιοκτήτη λίγο σταφύλι για να ξεδιψάσει. Εκείνος αρνήθηκε κι όταν ο άγιος του έδειξε ένα καλάθι που φαινόταν να είναι γεμάτο σταφύλι, εκείνος απάντησε ότι περιέχει άλας. Τότε ο άγιος, για να τιμωρήσει την κακία και υποκρισία των ανθρώπων εκείνων, μετέτρεψε δια θαύματος το απέραντο αμπέλι σε λίμνη άλατος.
Εκτός από αυτά, υπάρχει και παράδοση περί επισκέψεως της Υπεραγίας Θεοτόκου στην Κύπρο και ειδικά στο Κίτιο, για συνάντηση του Λαζάρου. Η παράδοση αυτή , αγιορείτικης προελεύσεως, αναφέρει ότι ο Λάζαρος εθλίβετο πολύ που δεν έβλεπε τη Μητέρα του Κυρίου. Γι αυτό, ύστερα από σχετική συνεννόηση, έστειλε πλοίο στην Παλαιστίνη και την παρέλαβε μαζί με τον ευαγγελιστή Ιωάννη και άλλους μαθητές, για να τους φέρει στην Κύπρο. Πριν φθάσουν όμως εδώ μεγάλη τρικυμία και ενάντιος άνεμος τους παρέσυρε μέχρι το βόρειο Αιγαίο, στις ακτές του όρους Άθω (δηλαδή του Αγίου Όρους). Εκεί η Παναγία, μετέστρεψε στη χριστιανική πίστη τους ειδωλολάτρες κατοίκους και ζήτησε από τον Υιόν Της σκέπη και προστασία για όσους θα ασκούνται χριστιανικά στο όρος τούτο. Επειτα αναχώρησε και έφθασε, επί τέλους, στην Κύπρο, στο Κίτιο, όπου συνάντησε το Λάζαρο, στον οποίο έφερε δώρο επισκοπικό ωμοφόριο και επιμανίκια, τα οποία είχε κάμει με τα ίδιά της τα χέρια. Και αφού ευλόγησε την κατά Κίτιον Εκκλησία επέστρεψε στα Ιεροσόλυμα.
Είναι τόσο ισχυρή και τόσο διαδεδομένη σ’ ολόκληρο τον Ορθόδοξο κόσμο, μηδέ της Ρωσσίας εξαιρουμένης, η παράδοση για την έλευση και χειροτονία του αγίου Λαζάρου στο Κίτιο, ώστε η έλλειψη σχετικών γραπτών πηγών του πρώτου αιώνα να μην αναιρεί, πιστεύομε, την πραγματικότητά της. Βοώσαν παράδοσιν αποτελεί εξ’ άλλου και ο αρχαίος ναός του αγίου, κτισμένος πάνω στον κατά παράδοση τάφο του.
Κατά το Σάββατο του Λαζάρου υπήρχε παλαιότερα στη Λάρνακα – όπως και σε πλείστα άλλα μέρη της Κύπρου – το έθιμο να περιέρχονται τα παιδιά, κατά ομάδες, τα σπίτια και να τραγουδούν το άσμα του Λαζάρου ή κάλαντα του Λαζάρου. Το έθιμο αυτό αποκτούσε ιδιαίτερη σημασία στην ενορία Σκάλας (Αγίου Λαζάρου), όπου γινόταν ολόκληρη ιεροτελεστία με αναπαράσταση της εγέρσεως του αγίου. Περιγραφή του εθίμου, όπως γινόταν στα τέλη του περασμένου αιώνα, έχει ως εξής:
΄΄Οι επίτροποι και οι διάκονοι του ναού έντυναν ένα αγόρι της περιοχής, το Λαζαρόπαιδο, με κίτρινες μαργαρίτες που είχαν πλεχθεί ειδικά για τη γιορτή. Ο μητροπολίτης με τους ιερείς και τους πιστούς περίμεναν στο μεγάλο δωμάτιο υποδοχής, τραγουδώντας πένθιμα άσματα με τη συνοδεία πένθιμης μουσικής. Το Λαζαρόπαιδο έπεφτε στη συνέχεια σε ένα στρώμα από λουλούδια και φύλλα, τριαντάφυλλα, ανθούς πορτοκαλιάς και ροδιάς, κλαδιά δάφνης, μυρσίνης και φοινικιάς. Ο πρωτοπαπάς διάβαζε το ευαγγέλιο και όταν έφθανε στη φράση «Λάζαρε δεύρο έξω» ύψωνε τη φωνή του, όπως αναφέρεται ότι είχε κάμει κι ο Χριστός. Ενώ ακουγόταν αυτή η φράση, οι ιερείς κι οι διάκονοι τοποθετούσαν το σταυρό στο κεφάλι του παιδιού, το θυμιάτιζαν και το ράντιζαν με κλαδιά μυρσίνης βουτηγμένα σε αγίασμα. Ο υποτιθέμενος νεκρός Λάζαρος τότε «αναστηνόταν». Το Λαζαρόπαιδο σηκωνόταν, οι γυναίκες το ράντιζαν με ροδόσταγμο, το έραιναν με ροδοπέταλα κι έβαζαν στο στόμα του γλυκό, μια γουλιά κρασί και μια μπουκιά ψωμί. Τότε οι φλογέρες , τα βιολιά και τα λαγούτα, μαζί με την εκκλησιαστική χορωδία, άρχιζαν ένα χαρμόσυνο ύμνο τον οποίο τραγουδούσε μαζί και η κοινότητα. Όποιος πλησίαζε, φώναζε δυνατά : «Ο Λάζαρος αναστήθηκε…». Κατόπιν οι Σκαλιώτες, (Λαρνακιώτες) που αποτελούσαν την επιτροπή για τη γιορτή, άρχιζαν να μοιράζουν κόλλυβα, φαγητά ποτά, γλυκίσματα και ψωμιά. Πρόσφεραν επίσης κουμανταρία (το περίφημο γλυκό κυπριακό κρασί) και ζιβανία (τσίπουρο). Συγχρόνως ράντιζαν τον κόσμο με ροδόσταγμο από ασημένιες μυροχόες (μερρέχες) και θυμιάτιζαν για το βάσκανο μάτι. Έτσι τελείωνε η ιεροτελεστία στην αυλή της εκκλησίας του Αγίου Λαζάρου. Κατόπιν η επιτροπή για την γιορτή κι ολόκληρη η «πομπή του Λαζάρου», με αναμμένα κεριά, πήγαιναν μέχρις αργά τη νύχτα στα σπίτια όπου υπήρχαν αυτοσχέδια «στρώματα του Λαζάρου», στολισμένα με λουλούδια και κλαδιά. Στα σπίτια κερνούσαν τους επιτρόπους και τους ιερείς, προσφέροντάς τους γλυκά , ψωμιά, τσιγάρα, χρήματα κ.ά. Η διαδρομή της λιτανείας αυτής ήταν καθορισμένη.΄΄

Ιερομ. Σωφρόνιος Γ. Μιχαηλίδης
Λάρνακα – Κύπρος

Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2016

Ο Βίος του Αγίου Στυλιανού

ΕκτύπωσηE-mail
Ό Αγιος Στυλιανός γεννήθηκε στην Παφλαγονία της Μικράς Ασίας, μεταξύ του 400 και 500 μ.Χ. Ηταν ευλογημένος από την κοιλιά της μητέρας του ακόμη. Όσο μεγάλωνε, τόσο με την Χάριν του Θεού γινόταν κατοικητήριο του Ά­γιου Πνεύματος.Αγ.Στυλιανός
Aπό την παιδική του ηλικία έδειξε τα σπάνια προτερήματα της αγιασμένης ζωής του. Άν και ήταν και αυτός παιδί και νέος και έφηβος, μολο­νότι είχε κι εκείνος σάρκα, εν τούτοις δεν άφη­σε τις επιθυμίες να μολύνουν το πνεύμα και την ψυχή του. Ηταν αγνός, αγνότατος.
Δεν άφησε επίσης να τον κυρίευσει κανένα γη­ινό πάθος. Δεν επέτρεψε στα πλούτη και στην φιλοπλουτία να κυριαρχήσουν στην ψυχή του και να την υποτάξουν στην φθορά και στην απώλεια.
Με την δύναμη και την Χάρη του Θεού πολέ­μησε όλα τα δολώματα της φθαρτής και πρόσκαι­ρης ζωής. Φιλοσόφησε με την αληθινή σοφία του Θεού και είδε πόσο πρόσκαιρος και τιποτένιος είναι ο υλικός τούτος κόσμος. Αποφάσισε έπειτα να βαδίσει με την επιθυμία της ψυχής του. Η ψυχή του τον καλούσε σε αγώνες ηθικούς και ωραίους. Τον καλούσε στην άσκηση της αρε­τής. Του έδειχνε τον δύσκολο και δύσβατο δρόμο της αιωνίας ζωής, της παντοτεινής ευτυχίας.
H αγνή και πιστή καρδιά του υπάκουσε στην φωνή της ψυχής του. Και η πρώτη ενέργεια του ή­ταν να πούλησει την περιουσία του και να την μοιράσει στους φτωχούς της Εκκλησίας. Και όταν δεν του είχε απομείνει τίποτε πια από την πατρική κληρονομία, γεμάτος ανακούφηση και χαρά, είπε:
«Πέταξα μια βαρειά άγκυρα, που με κρατού­σε δεμένο κοντά στις επιθυμίες του φθαρτού σώ­ματος. Πέταξα από πάνω μου τήν φθορά και την απώλεια. Τώρα ανοίγεται μπροστά μου πιο ευδιά­κριτος ό δρόμος της αληθινής ζωής. Απαλλαγμέ­νος, λοιπόν, ο Αγιος από τα φθαρτά, άλλα και συγχρόνως με ευτυχισμένη την καρδιά του, διότι μοίρασε τα πλούτη του σε φτωχούς δυστυχισμένους και σε θεάρεστα άλλα έργα, σκέφτεται πως θα ζήσει τιμιωτερα και αγιώτερα τη ζωή του.
Πόσο ανώτερον κάμνει τον άνθρωπο η διδα­σκαλία του Χριστού, από τη διδασκαλία των φιλο­σόφων! Αυτό το βλέπωμε, εάν συγκρίνωμε την πράξη αυτή του Αγ. Στυλιανού με εκείνο που έκανε ένας αρχαίος φιλόσοφος, Κράτης ονόματι. Και εκείνος κατάλαβε ότι ο πλούτος είναι τύραν­νος. Τον δουλεύει ό άνθρωπος σαν αφεντικό του. Εί­ναι σκλαβωμένος ο άνθρωπος στον πλούτο του και είναι δεμένος. Δεν είναι ελεύθερος. Γι´αυτό και αυτός πήρε τα χρήματα του, ανέβηκε σ´ έναν πα­ραθαλάσσιο βράχο και από εκεί τα πέταξε στη θάλασσα, φωνάζοντας συγχρόνως: «Κράτης Κράτη τα ελεύθεροι». Εγώ δηλ. ό Κράτης με το να πετά­ξω τα λεφτά μου στη θάλασσα ελευθερώνω τον Κράτητα, τον εαυτόν μου.
Κι' o Κράτης ελευθερώθηκε μεν από τα χρή­ματα του, αλλά δέθηκε περισσότερο από τον εγωι­σμό του. Πέταξε τα χρήματα του για να του πούνε ένα «μπράβο». Οι οπαδοί του Χριστού όμως τα απο­χωρίζονται, και συγχρόνως κτυπούν τα πάθη τους και κυρίως τον εγωϊσμόν. Αγωνίζονται να ελευθε­ρωθούν από το τυραννικόν πάθος του εγωισμού, διότι και η φιλοπλουτία είναι παιδί του εγωισμού. Για να απαλλαγούν όμως από τα πάθη και τον εγωϊσμόν αρχίζουν ισόβιο αγώνα, έχοντας συγχρό­νως και τη Θεία Χάρη βοηθόν.
Ο Κράτης ένας ήταν αν που το έκαμε αυτό οδη­γούμενος από τη φιλοσοφία, οι Χριστιανοί όμως που το πετυχαίνουν εφαρμόζοντας την διδασκαλία του Χριστού είναι εκατομμύρια. Πράγματι σε κά­θε γενιά πόσα εκατομμύρια εγκαταλείπουν τα εγ­κόσμια και ζουν θεληματικά φτωχοί. Ενα από τα τρία προσόντα του μοναχού είναι η ακτημοσύνη. Ολα τα πλήθη των μοναστών «αποθέτουν πάντα όγκον» όχι για ένα κούφιο μπράβο, αλλά για να αποκτήσουν την Βασιλείαν του Θεού. Δίνουν τα γη­ινα και παίρνουν τα επουράνια. Δίνουν τα ρέοντα και παίρνουν τα μόνιμα και παντοτεινά. Αποθέτουν το βάρος του πλούτου για να μπορούν ελεύθεροι να τρέχουν για να εισέλθουν στην Βασιλείαν του Θεού. Εχουν υπ´όψει τους το « ως δυσκόλως οι τα χρήματα έχοντες εισελεύσονται εις την Βασιλείαν του Θεού », που είπε ο Κύριος. Πόσο λοιπόν ανώτερη είναι η διδασκαλία του Χριστού από την φιλοσοφίαν των ανθρώπων.
Με μοναδική πλέον περιουσία τα ενδύματα του, αρχίζει ένα σκληρό και αγωνιστικό στάδιο σύμφωνα με την διδασκαλία του Ιησού Χριστού. Αφού, λοιπόν, με τις ευεργεσίες του, ανέβασε ο μακάριος Στυλιανός τον γηινό θησαυρό του στους ουρανούς, και τον ασφάλισε, πήγε σε ένα μονα­στήρι και ντύθηκε το μοναχικό σχήμα. Από τη στιγμή εκείνη καμμιά γηινή σκέψη, καμμιά υλική παρένθεση δεν μπορεί να τον απομακρύνει από την πίστη του και την προσευχή του. Τίποτε άλλο δεν φροντίζει και τίποτε άλλο δεν ε­πιδιώκει, παρά μονάχα ό,τι είναι αρεστό στο άγιο θέλημα του Θεού. Αγωνίζεται πως να αρέσει στον Κύριο, πως να τελειοποίησει την ψυχή του, πως να κερδίσει τον Παράδεισο. Καμμιά δική του θέληση, που αντιστρατεύεται το θέλημα του Θεού, δεν βρίσκει θέση στην ζωή του. Η αυστηρή ασκητική του ζωή είναι απερίγρα­πτη. Η αγιότης του αρχίζει να αστράφτη. Η ταπει­νοφροσύνη του λαμποκοπάει. Η αγνότης του θαμ­πώνει. Η νηστεία του είναι αυστηρότατη. Η προσευ­χή του αληθινή επικοινωνία με τον Θεό. Οι αγρυ­πνίες του είναι θαυμαστές. Τρεις στόχους έβαλε για σκοπό του να επιτύχει ως μοναχός: την ακτημοσύνη, την αγνότητα και την υπακοή. Τους τρεις αυτούς στόχους τους πέτυχε. Και στις τρεις αυτές αρετές πήρε, σαν να πούμε, άριστα ο Αγιος Στυλιανός. Την ακτημοσύνην του την είδαμε. Δεν κράτη­σε για τον εαυτό του από την περιουσία του τίπο­τε απολύτως. Ούτε φρόντισε ν' απόκτησει ποτέ στη ζωή του κάτι τι και αυτός. Εζησε με φτώχεια και τελεία ακτημοσύνη.
Την αγνότητα του επίσης και την ηθικότητα του την κράτησε πολύ ψηλά. Κρατούσε την ψυχή του καθαρή «άπό παντός μολυσμου σάρκας και πνεύματος». Αγωνιζότανε στις επιθέσεις του ε­χθρού να μη τον αγγίξει η βρωμερή αμαρτία. Στο μυαλό του στριφογύριζαν πάντα τα λόγια τού Κυρίου μας που είπε:«Μακάριοι οί κα­θαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται. Ευτυχισμένοι δηλαδή και καλότυχοι είναι όσοι έχουν καθαρή την καρδιά τους από τη βρώμα της ανηθικότητος διότι αυ­τοί θ' αξιωθούν να δούνε το Θεό στη Βασιλεία των Ουρανών. Η υπακοή του στο Γέροντα του και τους άλ­λους ήταν παραδειγματική. Αγωνίστηκε σκληρά νά κόψει «το δικό του θέλημα», που στηρίζεται στον εγωισμό. Είναι πολύ δύσκολο νά κόψη κανείς το θέλημα του. Αυτό το ξέρουν όσοι αγωνίζονται τον πνευματικόν αγώνα. Ο Αγιος Στυλιανός πολέμησε στο Μοναστήρι εκείνο σκληρά εναντίον των τριών εχθρών, της σάρκας, του κόσμου και του διαβόλου. Για να καταβάλει τον κάθενα από αυτούς χρειάσθηκε πόλεμος πολυχρόνιος, σκληρός και ανύστακτος.
Στις τρεις αυτές λέξεις κρύβονται ηρωισμοί και παλαίσματα υπεράνθρωπα.
Ετσι ο Αγιος Στυλιανός αποδεικνύεται λαμπρό αστέρι της ασκητικής ζωής.
Γίνεται παράδειγμα σε νεότερους και παλαιότερους. Ολοι τον θαυμάζουν και τον προβάλλουν σαν παράδειγμα. Τον έχουν σαν πρότυπο μιμήσεως.
Άλλα η αυστηρότης εκείνη του ασκητικού βίου δεν του ειναι αρκετή, θέλει να πλησίασει περισσότε­ρο στην τελειότητα. Επιθυμεί, τώρα την πλήρη μόνωση τον αυστηρότατο ασκητισμό: τον αναχωριτισμό. Αποχαιρετάει τους αδελφούς μονα­χούς στο Μοναστήρι και αποσύρεται ο Αγιος μακρυά σε έρημο και ακατοίκητο μέρος. Εκει στην έρημο κατασκηνώνει σ' ένα σπήλαιο.
Το νέο στάδιο της ασκητικής του ζωής είναι ουράνιας τελειότητος. Οι μέρες και οι νύχτες του κυλούν με λογισμούς, με σκέψεις και προσευχές για τον Τρισυπόστατο Θεό. Ψάλλει ολόψυχα το μεγαλείο του Θεού. Υμνεί την Αγία Τριάδα. Ζεί ενωμένος με τον Θεό! Τίποτε δεν διασπά την θεϊκή του γαλήνη.
Ο­λα όσα βρίσκονται γύρω του και όσα προβάλλουν στον μακρυνό του ορίζοντα δεν είναι τίποτε άλλο, παρά αποδείξεις του Δημιουργού. Μελέτα τα δημιουργήματα του Θεού και δυναμώνει πιο πολύ ή πίστη του. Νοιώθει καλά εκείνο που λέγει ο Απόστολος Παύλος « Τά γάρ αόρατα του Θεό ο τοΐς ποιήμασι νοούμενα κ α θ ο­ρά τ α ι ή τε άΐδιος αύτου δ ύ ν αμις καΐ θειότης».
Ο σημερινός άνθρωπος, δεν έχει την ευκαιρία να βλέπει τα έργα το Θεό, που τον βοηθούν στο να πιστεύει στο Θεό. Ζεί χωμένος μέσα στις τερά­στιες πόλεις, μέσα στις πελώριες πολυκατοικίες ή στο θόρυβο των εργοστασίων. Απομακρύνθηκε έ­τσι από τη φύση, απομακρύνθηκε από τα δημιουρ­γήματα του. Βλέπει περιωρισμένα τα δικά του δη­μιουργήματα μόνον. Γι´αυτό απομακρύνεται από τον Θεό και λιγοστεύει η πίστη του συνεχώς.
Οι αστρονόμοι, οι οποίοι παρατηρούν συνεχώς τα ουράνια σώματα, τα πολυάριθμα άστρα, τα έρ­γα του Θεό, είναι ευσεβείς και θεοφοβούμενοι. Ο μεγάλος αστρονόμος Κέπλερ, όταν άκουε το όνο­μα του Θεού, σηκωνόταν όρθιος και έβγαζε το καπέλλο του.
Και ο ερημίτης Στυλιανός εκεί στην ησυχία της έρημου είχε τον καιρόν να παρατηρεί τα δημι­ουργήματα του Θεού και να φιλοσοφεί επάνω σ' αυτά. Εβλεπε τον Δημιουργόν σε όλα, διότι εσκέπτετο, ότι ήταν αδύνατον να γίνει μόνος του αυτός ο τρισμέγιστος κόσμος, τόσον ωραίος, σκόπιμος και αρμονικός. Εβλεπε τον Θεόν στα απειροπληθή άστρα του ουρανού, που στροβιλίζονται στο αχανές διάστημα με τόση ταχύτητα, άλλα και ακρίβειαν.
Εβλεπε τον Θεό στον γίγαντα της ημέρας τον ήλιο ο οποίος με το να κρατεί κανονική απόστασιν από την γή, δίδει με την θερμότητα του ζωή στους ανθρώπους, τα ζώα και σ' όλην την γύ­ρω φύση. Εβλεπε τον Θεό στο νεράκι που κελλάριζε στις βρυσούλες του βουνού και τον δρόσιζε. Σκεφτόταν ότι το νερό αυτό ήταν κάτω στις θάλασσες και τους ωκεανούς και όμως η πανσοφία και παντοδυ­ναμία του Θεού το ανεβάζει στο βουνό. Το εξατμί­ζει, το κάνει αραιότατο και ανάλαφρο σύννεφο. Το μεταφέρει με τον αέρα στα βουνά, το κάνει ψηλή βροχούλα, το ραντίζει σε όλο τό πρόσωπο της γης και την ποτίζει. Το εναποθηκεύει στα σπλάχνα των ορέων σε τεράστιες αποθήκες και το δίδει λίγο - λί­γο στις βρυσούλες, που τρέχουν συνεχώς! Εβλεπε τον Θεό στα αναρίθμητα ζώα τα μι­κρά και τα μεγάλα, που δημιούργησε ο Θεός «κατά γένος και κατά είδος». Κοίταζε την ποικιλίαν των δένδρων και των φυτών και σκεφτόταν, αν δεν τα έφτιαχνε αυτά ο Θεός, θα ήταν αδύνατον η ζωή των ανθρώπων και των ζώων. Διότι όλα αυ­τά τρέφονται από το φυτικόν βασίλειον.
Τα έβλεπε όλα αυτά και αναφωνούσε με τον Δαυίδ: «Οι ουρανοί διηγούνται δό ξαν Θεού ποίησιν δέ χειρών αυτού αναγγέλλει τό στερέωμα». Ξεσπού­σε κατόπιν σε δοξολογία, λέγοντας: «Ώ ς έμεγαλύνθη τά έργα σου, Κύριε! Πάντα έν σοφία έποίησας. Επληρώθη ή γη της κτίσεως Σου»!
Δύο βιβλία διάβαζε συνεχώς στην έρημο: το βιβλίο της φύσεως και το βιβλίον της Αγίας Γραφής. Η καρδιά του, η διάνοια του, η ψυχή του, όλη ή ύπαρξης του είναι ολόθερμα δοσμένη στον Θεό. Θείο και ιερό ρίγος διαπερνά την ασκητική σάρκα του, καθώς η ψυχή του εμβαθύνει στο κάλ­λος της θείας Δημιουργίας. Το άγιο πάθος της αγάπης του οσίου Στυλια­νού προς το πανάγιο Ονομα του Θεού τον συγκλο­νίζει. Ολη η δύναμη του είναι συγκεντρωμένη στη θεία αυτή αγάπη. Εγκαταλείπει έτσι ό Αγιος το σαρκικό εγώ του. Παύει να φροντίζη για την τροφή του. Γίνεται όλος ακμή πνεύματος και ψυχής. Μπορεί να πει και αυτός «ζω δέ ούκέτι έγώ, ή δέ έν έμοί Χριστός». Τρεφόταν με χόρτα της ερήμου. Και όταν δεν υπήρχαν αυτά, ο Θεός δεν τον άφηνε. Ο Θεός, που θαυματουργεί δια τους Αγίους και μέσω των Αγίων, δεν άφηνε τον σεβάσμιο όσιο να εξαντληθεί από την πείνα. Τον κράτησε στην ζωή στέλνοντας του τροφές με τους αγγέλους, όπως έστελνε και στους άλλους Αγίους, στον Προφήτη Ηλία, τον Αγίο Μάρκο τον Αθηναίο τον φιλόσοφο και λοιπούς.
Πολλά χρόνια έζησε τη σκληρή ζωή του άναχωρητού. Πάλεψε στην έρημο έπι δεκαετίας ολό­κληρες σκληρά με τον διάβολο και τον εαυτό του. Πάλεψε να ξεριζώσει τα πάθη του, να από­κτησει τις αρετές και να φθάσει στην αγιότητα που θέλει ο Θεός, ο Οποίος είπε: «γίνεσθε Αγιοι, ότι Εγώ Αγιος ειμί».
Ο Δημιουργός ήθελε να ζήσει ακόμη ο Αγιος Στυλιανός, για να λαμποκοπάει με την αρετή του και να παραδειγματίζει με την αυστηρότητα της ασκητικής του ζωής. Ηθελε η έμψυχος εκείνη στήλη της εγκράτει­ας, ο φωτεινός λύχνος της ερήμου, να λάμψει σ' όλα τα πέρατα της γης. Ηθελε ο Θεός να φανούν οι ποικίλες αρετές του. Ο λύχνος όμως πρέπει να βρίσκεται ψηλά, για να φέγγει σ' όλους και όχι να κρύβεται και να χά­νεται η λάμψη του. Ετσι και εκείνοι, που φεγγο­βολούν με τις αρετές τους, τους φανερώνει ο Θεός για να γίνονται φως στο δρόμο της ζωής των άλ­λων. Ετσι και ο Αγιος Στυλιανός, άφου με τους σκληρούς ασκητικούς αγώνας του στολίστηκε με τις αρετές και ήταν σαν λαμπάδα, με το γλυκό και ζεστό φως, άφου έφθασε σε ύψη δισθεώρητα αρε­τής, μπορούσε να χύσει στο λαό το ιλαρό φως της αγιότητος του, προς δόξαν Θεού και σωτηρίαν αν­θρώπων. Ο δίκαιος Θεός θα έδειχνε ακόμη στον κόσμο πως αντιδοξάζει εκείνους, που λατρεύουν το όνο­μα Του και Τον δοξάζουν.
Διαδόθηκε, λοιπόν, η φήμη του Αγίου Στυλια­νού παντού. Πλήθος κόσμου από διάφορα μέρη συνέρρεαν μ' ευλάβεια προς τον Αγιον για να θαυ­μάσουν την αγιότητα του και ν' αποκομίσουν ψυχι­κά και σωματικά αγαθά. Η αγία του μορφή, τα σοφά του λόγια, οι προτροπές του άλλαξαν την ζωή πολλών ανθρώπων. Πολλοί ήταν εκείνοι που γοητευμένοι από την ασκητικότητα του, εγκατέ­λειπαν τον κακό εαυτό τους και μετανοούσαν και αναγεννιόνταν ψυχικά. Συγκινητικές ήταν οι εκδηλώσεις των Χριστια­νών που τον επισκέπτονταν στην έρημο, εκεί στο ασκητήριο του. Ηξερε να γαληνεύει τις ταραγμένες ψυχές. Κοντά του έτρεχαν και άλλοι ασκητές για να ενι­σχυθούν με τα λόγια του και την λάμψη του στο σκληρό ασκητικό βίο. Εγνώριζεν ο Αγιος Στυλιανός, ότι για να κερδίσει κανείς την Βασιλεία των Ουρανών πρέπει να έχει την ψυχή του, σαν την ψυχή των μικρών παι­διών. Του έκαναν εντύπωση τα λόγια του Κυρίου: «Έαν μή στραφήτε καί γένησθε ώς τα παιδία ού μή είσέλθητε είς τήν Βασιλείαν τών Ουρα­νών». «Τών γαρ τοιούτων εστίν, ή Βασιλεία του θεού», τών μικρών παιδιών δηλαδή που είναι αθώα. Ηξερε, ότι τα παι­διά έχουν αγγελικές ψυχές. Το κτυπάει ο πατέρας του και πάλι πηγαίνει σ' αυτόν. Τον κτυπάει ο φί­λος του και δεν του κρατάει κακία, αλλά σε λίγο πάλιν παίζουν μαζί. Ενώ οι μεγάλοι το κρατούν σαν κα­μήλα μέσα τους. Γι´αυτό ήθελε να τα βοηθάει, να τα προστατεύει τα παιδιά. Και στην αγία του εκείνη επιθυμία ο Παντο­γνώστης Θεός του έδωσε την Χάρη Του, να μπορεί να κάνει θαύματα.
Ο Θεός βράβευσε το ιερό του αίσθημα και του έδωσε την θαυματουργική δύναμη να θεραπεύει τα ασθενεί παιδιά. Μητέρες από κον­τινά και μακρινά μέρη, με φορτωμένα στους ώμους ανάπηρα και άρρωστα παιδιά έτρεχαν, με πόνο καί πίστη, κοντά στον Αγιο για να ζητήσουν την θεραπείαν των παιδιών τους. Μέρες ολόκληρες βάδιζαν μέσα σ' έρημα μέρη για να βρουν την δοξασμένη από τον Θεό ασκη­τική σπηλιά του Αγίου Στυλιανού. Και όταν έφθασαν εκεί, με δάκρυα στα μάτια έπεφταν στα πόδια του Γέροντα ασκητή, δόξαζαν τον Θεό, που τον συνάντησαν και τον παρακαλού­σαν να γιατρέψει τά παιδιά τους. Ο Αγιος Στυλιανός γεμάτος καλωσύνη και συμπόνοια έπαιρνε τ' άρρωστα νήπια στα χέρια του και με μάτια δακρυσμένα παρακαλούσε το Θεό να τα γιατρέψει. Ο Δεσπότης των Ουρανών άκουγε την ολόψυ­χη προσευχή του και ο Αγιος θαυματουργούσε. Παιδιά άρρωστα εύρισκαν την υγειά τους.
Πα­θήσεις διαφόρων ειδών εξαφανίζονταν. Μπροστά στη δύναμη του Θεού καμιά αρρώστια δεν μπο­ρούσε ν' αντισταθεί. Μανάδες έκλαιγαν από χαρά έξω από το ασκητήριο του. Και άλλες καταφιλούσαν με σεβα­σμό και ευγνωμοσύνη το χέρι του Αγίου γέροντα, δοξάζοντας τον Θεόν. Δοξολογούσε κι' εκείνος ακατάπαυστα το Α­γιο Ονομα Του και τον ευχαριστούσε για τα θαύ­ματα αυτά, που τον αξίωνε να κάνει. Επειτα γεμάτος στοργή κοίταζε τα αθώα πλασματάκια που είχαν λυτρωθεί από την αρρω­στιά. Ενα γλυκό χαμόγελο, χαμόγελο αγγελικό άνθιζε στο πρόσωπο του σεβασμίου ασκητού. Τα θαύματα όμως αυτά γινόταν γνωστά σ' όλα τα μέρη και κόσμος πολύς έτρεχε στον Αγιο Στυλιανό για να τον παρακάλεσει να γιατρέψει από κάποια ασθένεια τα παιδιά του.
Ετσι δόξαζε ο Αγιος Θεός το όνομα του ο­σίου Στυλιανού που αφιέρωσε την ζωή του για την δό­ξα του Θεού. 'Αλλά δεν ήταν μόνο τα θαύματα της θεραπεί­ας των παιδιών που δόξαζαν το όνομα του ταπει­νού Αγίου Στυλιανού. Ο Αγιος απέκτησε φήμη ως θαυματουργού, διότι έκανε τους άτεκνους εύτεκνους, με την προσ­ευχή του. Με την προσευχή του Αγίου Στυλιανού πολλές στείρες τεκνοποιούσαν. Πολλοί πιστοί Χριστιανοί με την ευλογία του, αν και ήταν άτεκνοι πρωτύτερα, απέκτησαν ωραία και γεμάτα υγεία παιδιά.
Πολλοί μάλιστα καλοί Χριστιανοί και μετά την κοίμηση του, επικαλούμενοι το όνομα του Αγίου και ζωγραφίζοντες σαν τάμα την εικόνα του, α­πέκτησαν παιδιά, αν και είχαν χάσει την ελπίδα πια να τεκνοποιήσουν.
Εν' τώ μεταξύ άπ' όλα τα μοναστήρια πήγαι­ναν στον γέροντα ασκητή για να ευφρανθούν κον­τά του, το άρωμα της αγιότητας του. Μοναχοί και ασκητές ζητούσαν από τον Αγιο δάσκαλο συμβουλές, για το πως πρέπει να αντιμε­τωπίζουν τους πειρασμούς και πως να επιβάλλουν την γαλήνη στα κοινόβια τους. Ολοι τον έβλεπαν σαν πρότυπο αγίας ασκητι­κής ζωής. Η προσωπικότητα του ήταν γεμάτη τα­πεινοφροσύνη και άστραφτε από ουράνιο κάλλος.
Και εκείνος ακούραστος με αγγελική γαλήνη τους δίδασκε, τους καθοδηγούσε, τους γέμιζε την καρδιά, τους στερέωνε στην πίστη, τους διέλυε τις αμφιβολίες. Ειρήνευε με τις συμβουλές του από μακρυά όσα μοναστήρια είχαν εσωτερικές διχόνοιες. Ετσι έζησε κι έτσι δόξασε τό όνομα του Θεού και δοξάσθηκε από τον Ουράνιο Πατέρα ο Αγιος Στυλιανός. Οταν έφθασε σε βαθειά γεράματα, έστειλε ο Θεός τους Αγγέλους Του και πήραν την αγίαν του ψυχή, για να την αναπαύσουν από τους πολύ­χρονους κόπους, τις στερήσεις και την σκληρότητα της ασκητικής ζωής. Κοιμήθηκε, λοιπόν, ο Αγιος πλήρης ημερών και αρετών.
Που τον έθαψαν, δεν γνωρίζουμε, ούτε διεσώθηκαν άλλα στοιχεία από την κουρασμένη και αγιασμένη ζωή του. Εμεινε όμως το όνομα του. Τον σέβεται και τον τιμά όλη η Ορθόδοξη Χριστιανωσύνη. Τον επικαλούνται στις ανάγκες τους και προπάντος για τα άρρωστα παιδιά τους. Κτίζουν στο όνομα του μεγαλοπρεπείς Ναούς. Στην Αθήνα υπάρχουν τουλάχιστον δύο Ναοί του Αγίου Στυλιανού στον Γκύζη και στον Καρρέα. Τα θαύματα του Αγίου συνεχίζονται και μετά την κοίμηση του. Και σήμερα ο Αγιος Στυλιανός εξακολουθεί να είναι προστάτης των παιδιών. Λένε μάλιστα, ότι από την λέξη "στυλώνει" που σημαίνει "στηρίζει τη υγεία των παιδιών".
Ο Αγιος εικονογραφείται με ένα νήπιο σπαργανωμένο στην αγκαλιά του που συμβολίζει, ότι είναι ο προστάτης των νηπίων. Η μνήμη του Αγίου Στυλιανού εορτάζεται στις 26. Νοεμβρίου.

http://myronzwhs.gr/biosagioustylianou.html