Αναγνώστες

Παρασκευή, 24 Μαρτίου 2017

Δημήτρης Λιαντίνης: Η 25η Μαρτίου







Γιορτάζει σήμερα η πατρίδα. Γιορτάζει τη μεγάλη γιορτή. Μέσα από τη γη, τη φτωχή και ακριβοχώματη γη, τινάζεται και ανεβαίνει στο φως, πλεγμένη και πνιγμένη στο αστερόφωτο ποτάμι της αφθαρσίας η μορφή της φυλής μας. Η φυλή μας που την έθρεψαν τα οράματα, τη στεφάνωνε κάθε φορά η αιματόχρωμη μαρμαρυγή της δύσης και τη λίκνιζε πάλι με χρόνια και καιρούς η ανάσταση και η ανατολή.

Γιορτάζει σήμερα η πατρίδα. Παιχνιδίζει μέσα στην αγκαλιά και τη μοσκοβόλια της ελληνικής άνοιξης η δόξα με το θρήνο, η ελπίδα και η σφαγή και η θυσία. Ανασαλεύουν και ροδαμίζουν στις βραγιές και τα διάσελα μαρμαρωμένοι και αχάλαστοι πόθοι.

Μορφές και σκιές και γιγάντια βήματα, ήρωες και διδάχοι και ψάλτες, βουερή λιτανεία και πομπή. Τινάζουν τις πλάκες των τάφων και εγείρονται, ξεφράζουν τις μπασιές και την έξοδο της γαλήνιας κοιλάδας που μέσα αναπαύονται και ορμάνε στην απάνου γης. Αντρειωμένο χορό ορδινιάζουν και τραγούδι βαθυνόητα πλημμυρίζει τη χώρα. Αστράφτει βαθιά στον ορίζοντα και ακούγεται αλάργα ο κρότος και ο βόγγος. Οργάνων κλαγγή, θριάμβου αντάρα, λαβωμένου κατάρα, πολέμαρχου διαταγή.

Είναι το 21. Ο Φλέσσας στο Μανιάκι, ο Διάκος στο Ζητούνι, στο Καρπενήσι ο Μάρκος, και στ’ αγιωργιού τη γιορτή και τη χάρη τής καλόγριας ο γιος που ξεψυχάει. Είναι η φουστανέλα και το αρματολίκι. Ο Σαμουήλης στο Κούγκι, ο Κατσαντώνης στο σφυρί και στο αμόνι, η Φροσύνη στη λίμνη, η Μπουμπουλίνα στα κύματα, ο Δυσσέας στη φυλακή. Είναι το Μεσολόγγι. Το ψηλό αλωνάκι με το πικραμένο και ανάρματο Σουλιώτη, η πείνα η γύμνια η ζωή που μαραίνεται στην αθάνατη φρεσκάδα της άνοιξης.

Αγαπητοί μου μαθηταί, ελληνόπουλα: Πριν από 150 χρόνια ελευθερώθηκε η πατρίδα από τη σκλαβιά. Μια φοβερή σκλαβιά γιομάτη φρίκη και τρομάρα. Όλη η πατρίδα μας τότε έμοιαζε με σκοτεινή, θλιμμένη και αγέλαστη νύχτα. Αν ζούσαμε θα ακούγαμε παντού ένα πνιχτό, πικρό παραπονεμένο μοιρολόι. Οι πρόγονοί μας, οι παππούδες μας δεν είχαν τίποτα δικό τους. Ούτε σπίτια, ούτε χωράφια, ούτε παιδιά, ούτε σχολεία, ούτε νόμους. Όλα ανήκαν στους Τούρκους, τους κατακτητές και τους τυράννους.

Έσφαζαν, σκότωναν, έκαιγαν, φυλάκιζαν, έκοβαν δέντρα, γκρέμιζαν τα βουνά και στέρευαν τα ποτάμια. Νόμιζε κανείς ότι του Θεού η κατάρα είχε απλωθεί στη γαλάζια πατρίδα μας. Αυτή η δυστυχία βάσταξε 400 ολόκληρα χρόνια. Οσόπου ένα πρωί ξεσηκώθηκε ο λαός μας, άρπαξε όπλα, δρεπάνια, ξύλα, σίδερα και ό,τι άλλο είχε, σήκωσε τα μάτια ψηλά στον ουρανό, καταπρόσωπα στου Θεού το θρόνο και ξεστόμισε ένα φοβερό όρκο: Ή να διώξουν τον τύραννο ή να πεθάνουν όλοι. Έτσι άρχισε ο σηκωμός. Ο μεγάλος αγώνας. Χύθηκε τότε ποτάμι το αίμα, κι ύστερα από χρόνια πολλά έριξαν οι πρόγονοί μας τους τυράννους στη θάλασσα και ελευθέρωσαν τη χώρα από τα θεριά.

Από τότε λάμπει ο ήλιος, λουλουδίζει η άνοιξη, γερανίζουν τα κύματα, κελαηδούν τα πουλιά στα ρέματα και κάθε Απρίλη γιορτάζουμε την Ανάσταση του Χριστού. Ελεύθεροι πια, τιμημένοι και περήφανοι. Δίκαια λοιπόν σήμερα στρέφουμε τη μνήμη, τη σκέψη μας πίσω στο μεγάλο και σημαδιακό κείνο σταθμό της ιστορίας μας να τιμήσουμε και να δοξάσουμε τους σεμνούς αγωνιστές, που άλλαξαν την πορεία και τη μοίρα της φυλής μας. Να τους δοξάσουμε και να τους τιμήσουμε και να τους δώσουμε την υπόσχεση ότι ακολουθούμε τα βήματά τους και τον αιώνιο δρόμο, που ασάλευτοι εκείνοι από τότε μας δείχνουν.

 [Ομιλία στο Γυμνάσιο Μολάων την 25η Μαρτίου του 1970. liantinis.gr, μέσωhellinon.net, από εδώ]

Κυριακή, 19 Μαρτίου 2017

"Ο ΚΡΗΤΙΚΟΣ" του Δ. Σολωμού με το βλέμμα του Δ.Λιαντίνη







Ο Δημήτρης Λιαντίνης για τον « Κρητικό» του Δ. Σολωμού. Από το εξαιρετικό βιβλίο του
«Χάσμα σεισμού, ο φιλοσοφικός Σολωμός »


Στα 1833, στην κορυφή της ζωής του, ο Σολωμός έχει τελειώσει με όλες τις μεγάλες συλλήψεις, που έμειναν ατελείωτα έργα. Εκείνη τη χρονιά της ισορροπίας των άνω και των κάτω μάς έδωκε τον Παρθενώνα του Βράχου του, τον Κρητικό.



Ο Σολωμός στον Κρητικό χάραξε την εικόνα της ζωής, του πνεύματος, και της τέχνης, ιστορώντας τη συγκεκριμένη στιγμή, το στίγμα του στερεοποιημένου χρόνου, που το δημιουργεί η αγωνία του θνητού και η γαλήνη του αθάνατου. Τον ήχο του παρελθόντος τον θερίζει το βλέμμα του μέλλοντος:


Γιατί άκουγα τα μάτια της μέσα στα σωθικά μου
Που ετρέμαν και δεν μ΄άφηναν να βγάλω τη μιλιά μου


Η φεγγαροντυμένη είναι το πλάσμα του φωτός της νύχτας, που γεννιέται και πατάει στην κόψη των κυμάτων.
Η ποίηση γίνεται Θεά της αλήθειας και Σώτειρα του χρόνου:




Ξυπνώ φρενίτης, κάθομαι, κι ο νους μου κινδυνεύει,
Και βάνω την παλάμη μου, κι αμέσως γαληνεύει.



Εκεί που ο άνθρωπος πάει να καταποντιστεί στην άβυσσο της υπαρκτικής αγωνίας του, τον παραπαίρνει ξαφνικά ρεύμα ανέλπιστης γαλήνης κι αντί τρελός γίνεται αλαφροΐσκιωτος.



Μήτε όταν εκροτούσαμε, πετώντας τα θηκάρια, Μάχη στενή με τους πολλούς ολίγα παλληκάρια. Μήτε όταν τον Μπόμπο- Ισούφ και τα άλλους δυό βαρούσα σύρριζα στη Λαβύρινθο, π΄αλαίμαργα πατούσα.


Σκέψεις συναρτημένες με τα «δασικά μονοπάτια» του Heidegger ( Holzwege). Στην κυριολεκτική του σημασία δηλώνει δρόμους που διανοίγονται στο δάσος για την ξύλευση, ενώ στην κοινή, μεταφορική του χρήση σημαίνει την έλλειψη διόδου και προοπτικής, την απατηλή οδό, το αδιέξοδο. Σε σημείωμά του στην αρχή του τόμου, ο Χάιντεγκερ λαμβάνει αποστάσεις από αυτήν τη μεταφορική σημασία και επεξηγεί τη δική του χρήση, αναφέροντας μεταξύ άλλων: «Στο δάσος [Holz] υπάρχουν δρόμοι που συνήθως χάνονται στη βλάστηση, καταλήγοντας απότομα σε αδιέξοδα. Ονομάζονται Holzwege. Ο καθένας τους οδεύει χωριστά, αλλά μέσα στο ίδιο δάσος. Συχνά δίνεται η εντύπωση ότι ο ένας μοιάζει με τον άλλο. Πρόκειται όμως για απλή εντύπωση. Υλοτόμοι και δασοφύλακες γνωρίζουν τους δρόμους. Γνωρίζουν τι σημαίνει να βρίσκεται κανείς πάνω σε έναν Holzweg».
Στενωποί, και αδιέξοδα μας παραπέμπουν στον μυθικό Δαίδαλο ∙ στο χρέος του ανθρώπου να πολεμάει τη «στενή μάχη» , τη σκοτεινή Λαβύρινθο, για να βγει στο φως , στην έξοδο, στην ηθική και πνευματική ολοκλήρωση


Ο Σολωμός, αν και είδε το χάσμα της φύσης, που πάντα θα υπάρχει θαυμαστό, και το χάος της ιστορίας, που τώρα πλησιάζει τερατώδες, έμεινε ο ποιητής της αισιοδοξίας όσο κανένας έλληνας και λίγοι ευρωπαίοι. Αμέτε και κυττάξτε ένα πρωινό του Ιουλίου τη μαρμαρόσπαρτη Δήλο, πώς δηλοί. Αστράφτει στον ήλιο σαν τα αξόνια και τα μάτια του Απόλλωνα. Και μυρίζει στη θάλασσα σαν τα δάση και τα μαλλιά της Αρτέμιδας. Δύναμη που κρύβεται στο μουσικό όργανο του Σολωμού:


Τα κύματα έσχιζα μ’αυτό, τ’ άγρια και μυρωδάτα.


Ο Σολωμός έζησε ισχυρός και ερημίτης σε μια ώρα αρχής και ανυδρίας. Εν τούτοις αυτή η φυλετική ώρα ήταν μεγάλη. Γιατί μέσα από τον καύσωνα και τη λιγονεριά ο λαός του εξέρχοταν βλοσυρός «εκ γης δουλείας». Σ’αυτή την έρημο ήταν ταγμένος να τον οδηγήσει και να τον νομοθετήσει, έστω και χωρίς να το ξέρει συνειδητά.(...)

Και πιο κάτω:


Μόλις είν’ έτσι δυνατός ο Έρωτας και ο Χάρος.




Με τον έρωτα και το θάνατο ιστοριέται η ιδέα της πανεπίσκοπης εξουσίας, που ενσαρκώνεται στην απέραντη λειτουργία της ύλης. Η ισοδυναμία των αντιπάλων οδηγεί σε μια σύρραξη, στην οποία νικητής αναδείχνεται ο ηττημένος, κατά τον τρόπο που στην τακτική του πολέμου η υποχώρηση ημπορεί να κυκλώνει και η επίθεση να εγκλωβίζεται. Η πορεία του λουλουδιού προς την άνθιση είναι σύγκαιρα κίνηση προς το μαρασμό. Το τέλος της ακμής συμπίπτει με την αρχή της παρακμής. Το νόημα της μεταβολής αναπαύεται σ’ ένα ελάχιστο «μόλις», που αποτελεί το κλειδί του απείρου, το δείκτη δηλαδή της αύξησης και της μείωσης στην ενιαία κίνηση του όντος.


Αυτό το «μόλις», που δεν είναι άλλο από το «ωυτό»* της ηρακλείτειας οδού, που γυροφέρνει μόνιμα στη μουσική σκέψη του ποιητή και εκφράζεται σταθερά στο στίχο του Κρητικού.
Στην Ηθική οι έννοιες του Είναι και του Μηδενός συμβολίζονται στις παραστάσεις του αγαθού και του κακού, τα οποία καθαυτά και μονωμένα έχουν τη σημασία μιας πέτρας στο βυθό του Ειρηνικού, που κανείς δεν είδε και ποτέ δεν θα ιδεί. Το νόημα αυτών των δύο δυνάμεων ευρίσκεται μόνο στην ασίγαστη αμάχη, που ανοίγει την άπειρη διάσταση της ηθικής απάνου στο ελάχιστο «μόλις» της απόφασης. Το όσιο και το ανόσιο είναι μπλεγμένα καθώς το νερό και το χώμα στο κορμί του δέντρου. Αυτή την αποτρόπαιη βούληση του όντος ο Σολωμός την παρασταίνει πολύ σημαδιακά.


Ο Λάμπρος θα δώσει λόγο για τις ανομίες του τη Λαμπρή:


Χείλη με χείλη τότε εκολληθήκαν
Όσα εδώσαν φιλιά, τόσα μαχαίρια
Στού δυστυχή τα φυλλοκάρδια εμπήκαν.


Η κράση δηλαδή του Μηδενός και του Είναι στην απερινόητη διάσταση του οντολογικού στίγματος, ερμηνεύεται με τη Στιγμή, στην οποία δίνει μορφή το φως της αστραπής.


Άστραψε φως κι εγνώρισεν ο νιός τον εαυτό του.


Ημπορεί ο άνθρωπος να εντάξει τη ζωή του στα όρια αυτής της στιγμής;


Να ανοίξει τη στιγμή σε διάσταση ή να πυκνώσει τη διάσταση σε στιγμή;


Να στίξει τη ζωή του ή να χρονώσει τη στιγμή του;


Ένας σολωμικός στίχος αναγνωρίζει αυτή τη δυνατότητα:


Κι έζησε ζωή ατέλειωτη σε μια στιγμή.



ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ


*«Άδης καί Διόνυσος έν’ καί ωυτό» (Ο Άδης, ο θάνατος, και ο Διόνυσος, ο έρωτας, είναι το ίδιο πράγμα.). Ο Εμπεδοκλής είπε ακριβώς το ίδιο με τη φιλότητα και το νείκος, η φιλότης, ο έρωτας, το νείκος, φιλονικία, έρις, διάλυση, καταστροφή, απάνω σ’ αυτές τις δύο δυνάμεις, συντελείται όλο το δράμα του σύμπαντος.


http://fotodendro.blogspot.gr/search/label/%CE%9F%20%CE%9B%CE%99%CE%91%CE%9D%CE%A4%CE%99%CE%9D%CE%97%CE%A3%20%CE%93%CE%99%CE%91%20%CE%A4%CE%9F%CE%9D%20%CE%9A%CE%A1%CE%97%CE%A4%CE%99%CE%9A%CE%9F

Τετάρτη, 15 Μαρτίου 2017

“Ακόμα και σε άκρως «ποιητικές» εποχές, οι γνήσιοι ποιητές ήταν απόκληροι”


Συνέντευξη στην Ελένη Γκίκα //


Με φιλοδοξία του να ενώσει τον Σολωμό με τον Καβάφη, ξεκίνησε να γράφει ποίηση, βραβεύτηκε και ξαναβραβεύτηκε, αγαπήθηκε σαν ποιητής. Με ό,τι κι αν καταπιάστηκε ο Στρατής Πασχάλης, θέατρο, μεταφράσεις, παιδικό, παιδική ποίηση, σεμινάρια ποίησης τώρα στον Ιανό, ένα παραμένει ωστόσο: Ποιητής.
Η Ποίηση είναι πάντοτε το ζητούμενο, πέρα από μόδες, φωνές, εποχές γιατί «Η ποίηση έχει και δεν έχει σχέση με τις εποχές. Ακόμα και σε άκρως «ποιητικές» εποχές, οι γνήσιοι ποιητές ήταν απόκληροι. Γι’ αυτό κι εμένα δεν με ενδιαφέρει καθόλου η σημερινή υποχώρηση του ενδιαφέροντος για την ποίηση. Έχει  συμβεί το ίδιο και στο παρελθόν. Πάντα όμως θα υπάρχουν κάποιοι πρόθυμοι να συναντηθούν μαζί της, ακόμα και σήμερα που η τεχνολογική σκληρότητα σκοτώνει κάθε ευαισθησία, κάθε απόχρωση. Δεν πειράζει. Ο Πλωτίνος έγραφε τις αγγελικές Εννεάδες ενώ γύρω οργίαζε η Ρωμαϊκή παρακμή….»


-Κύριε Πασχάλη, πότε πρωτογράψατε ποίηση; Πρώτο σας βιβλίο η “Ανακτορία” το 1977, σας απασχολούσαν τα ίδια θέματα πάντα, από τότε έως αυτήν εδώ την εποχή;
Ξεκίνησα να γράφω το 1973, μετά από μια τυχαία ανάγνωση στίχων του Σολωμού. Δεν συμβιβάστηκα ποτέ με την ιδέα μιας ποίησης που εκφράζει «βιώματα». Τα βιώματα τα είδα πάντα σαν ενεργειακό υλικό. Σαν καύσιμο, όχι σαν επίκεντρο. Εκείνο που με τράβηξε ήταν η δυνατότητα να φτιάξω μικρά κείμενα από στίχους που δημιουργούν έναν μαγικό «αντικειμενικό» κόσμο πάνω στη σελίδα, και που αυτός ο κόσμος αιφνιδιάζει τον αναγνώστη και τον παρασύρει σε άγνωστες περιοχές, περιοχές της εικόνας και της ονειρικής γλώσσας. Η δική μου ποίηση πάντως δεν είναι μονολιθική. Πρέπει να διαβάσει κανείς όλα μου τα βιβλία για να με καταλάβει, γιατί χαρακτηριστικό μου είναι η αλλαγή. Όσο κι αν τα βασικά γνωρίσματα παραμένουν ίδια, κάθε φορά νιώθω την ανάγκη να πειραματίζομαι με διαφορετικά υλικά. Φιλοδοξία μου όταν άρχισα να γράφω ήταν να ενώσω τον Σολωμό με τον Καβάφη, τις δύο εκ διαμέτρου αντίθετες Σχολές της ελληνικής ποίησης, σε ένα μείγμα. Δεν ξέρω αν το πέτυχα, πάντως νιώθω κάποιες φορές πως ακόμα αυτό προσπαθώ.
          Επίσης, πίστευα πάντα και πιστεύω πως ο ποιητής που εκφράζει μια εποχή μπορεί να μην είναι αυτός που την εκφράζει υπηρετώντας τη θεματική της. Οι καταραμένοι ποιητές στη Γαλλία του 19ου αιώνα ήταν μια περιθωριακή μειονότητα. Ποιος περίμενε πως θα εκφράσουν τόσες γενιές από τότε μέχρι σήμερα. Στην εποχή τους δέσποζαν εντελώς άλλοι ποιητές συγχρονισμένοι με το γούστο της μόδας… Επειδή με ρωτάτε για το σήμερα θα έλεγα πως πράγματι ο κόσμος έχει αλλάξει δραματικά, όμως το αίτημα σήμερα νιώθω πως είναι να ειπωθούν όλα σαν να μην ειπώθηκαν ποτέ. Το αντίθετο απ’ αυτό που ίσως θα υποστήριζε η σημερινή διακειμενική αντίληψη της λογοτεχνίας. Όλες αυτές οι σκέψεις με απασχολούν σ’ ένα βιβλίο που πρόκειται να εκδοθεί σε λίγο καιρό με τίτλο «Ποίηση σε μικρόψυχους καιρούς» από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης.

-Στο μεταξύ, «Ανασκαφή», «Βυσσινιές στο σκοτάδι», «Άνθη του νερού», η μεγάλη ποιητική σύνθεση «Μιχαήλ», «Κωμωδία», «Κοιτάζοντας δάση», «Εποχή παραδείσου» (βραβείο ποίησης περιοδικού «Διαβάζω» 2009), η συγκεντρωτική έκδοση «Στίχοι ενός άλλου: ποιήματα 1977-2002», τι έχει αλλάξει από την πρώτη ως την τελευταία ποιητική συλλογή όσον αφορά τη φόρμα, την αναζήτηση ή την συλλογιστική;
Όπως σας είπα, κάθε φορά το ερέθισμα, ο κόσμος, τα υλικά, η εμπειρία είναι διαφορετικά, αλλά πάντα η ουσία μου είναι ίδια. Λόγου χάρη, στην ποίησή μου υπάρχει και η φύση και η πόλη, και η διάνοια και ο λυρισμός, και η μυστικοπάθεια και η λογική διαφάνεια… Αυτό βέβαια δεν το έκανα εσκεμμένα. Έτσι προκύπτει. Καμιά φορά αισθάνομαι πως ενώ έχω ακόμα και «κατηγορηθεί» ότι γράφω σα να μην άλλαξε τίποτα στον σύγχρονο κόσμο, με την ίδια «γαλήνη» που έγραφε κι ένας  λυρικός άλλης εποχής, ωστόσο η ποίησή μου παρουσιάζει έναν διαρκή και ανήσυχο πειραματισμό. Αφού κάθε συλλογή είναι κάπως σχιζοφρενικά διαφορετική από την προηγούμενη. Ένα μπορώ να πω με σιγουριά : Δεν μου αρέσουν οι μόδες. Ίσως γι’ αυτό ψάχνω την αυθεντικότητα ακόμα και μέσα στην αυτό-αμφισβήτηση και την ανατροπή κάθε δικής μου βεβαιότητας, παραμένοντας ωστόσο κλασικός και ευθύς. Ακόμα κι όταν γίνομαι σιβυλλικός. Αυτό νομίζω είναι μία ελληνική αρετή που την επιδιώκω.
         
-Έχει γραφτεί «Η έκφρασή του χαρακτηρίζεται από μουσικότητα, έντονη μεταφυσική ανησυχία, μυστικιστική υποβολή αλλά και από αμεσότητα και εμμονή στο γνήσιο και το συγκεκριμένο», η ποίηση, η δημιουργία είναι ο προσωπικός μας γρίφος και η προσωπική μας εμμονή; Το ίδιο ψάχνουμε γράφοντας μια ζωή;
Την ποίηση ψάχνουμε.  Η ποίηση είναι πάντα το ζητούμενο. Γιατί δεν αρκεί κανείς να γράφει καλούς στίχους, να πείθει, να έχει αναγνώστες, να βραβεύεται. Θα πρέπει να είναι πολύ κουτός για να νομίζει πως έτσι έχει «καπαρώσει» την ποίηση. Πάντα υπάρχει ένα ποσοστό μέσα μας αβεβαιότητας και ανάγκης να καταπιαστούμε πάλι μαζί της περικυκλώνοντάς την. Το αν εν τέλει την είχαμε αγγίξει, κι είχαμε κάτι διασώσει από αυτήν, δυστυχώς θα κριθεί όταν δεν θα υπάρχουμε. Γιατί βλέπετε είναι άλλο η δεξιότητα στην ποιητική τέχνη, κι άλλο η ειδική αυτή ποιότητα που κάνει μια έκφραση να είναι μοναδική και καταλυτική ποίηση για πάντα. Και δυστυχώς, μόνο αυτή μένει…. Και δυστυχώς αυτό πάντα ζητάμε χωρίς να’ μαστε ποτέ βέβαιοι πως το κατακτήσαμε.

-Η ενασχόλησή σας με το θέατρο έχει αλλάξει κάτι στο ύφος σας όσον αφορά την ποίηση ή την συλλογιστική;
Όχι, καθόλου. Η ενασχόλησή μου με το θέατρο με βοηθά να εκτονώνω τη δημιουργική μου ενέργεια και να νιώθω υγιής κάνοντας κάτι που έχει άμεση απήχηση και λειτουργικότητα. Άλλωστε, τα θεατρικά κείμενά μου, ακόμα και την καθαρή πρόζα, επιμένω να τα μπολιάζω με την ποιητική πνοή.
Το θέατρο άλλωστε είναι άμεσα δεμένο με τον ποιητικό λόγο, εφόσον από τον ποιητικό λόγο ξεκίνησε.


-Έχετε βραβευτεί όχι μόνο για την ποίησή σας (Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Ποιητή Μαρίας Ράλλη, Βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών, Βραβείο Διαβάζω) αλλά και για τις μεταφράσεις σας (Κρατικό Βραβείο Μετάφρασης, Βραβείο Μεταφρασμένης Ποίησης Άρης Αλεξάνδρου), η Μετάφραση είναι μια διαρκής σπουδή;
Η μετάφραση είναι μια άλλη τέχνη, ερμηνευτική. Μια τέχνη συνυφασμένη με την άσκηση. Θεωρώ μεγάλο προσόν να έχει ένας ποιητής, ένας συγγραφέας, ασχοληθεί με τη μετάφραση. Μαθαίνει πράγματα, και κυρίως, «διαβάζει» πολύ βαθιά το έργο που μεταφράζει. Γιατί η μετάφραση είναι κατ’ ουσία η πιο ουσιαστική ανάγνωση. Άρα και η πιο καλή μαθητεία.

-Μεταφράζεται η ποίηση, κύριε Πασχάλη; Και κατά πόσο το μεταφραστικό αποτέλεσμα ανήκει στον ποιητή ή στον μεταφραστή;
Οι γνώστες της γαλλικής λογοτεχνίας όταν αρθρώνουν το όνομα Πόε σκέπτονται αμέσως τον Μπωντλαίρ, τον Μαλλαρμέ. Όταν λένε Σαίξπηρ ο νους τους πάει αυτόματα στον Ζιντ.. Όταν μιλάνε για την Ορέστεια αυτόματα έρχεται στα χείλη τους ο Κλωντέλ. Τους ποιητές-μεταφραστές δηλαδή που ασχολήθηκαν με τους συγκεκριμένους ξένους συγγραφείς. Όπως κι εμείς, που όταν μιλάμε για τον Έλιοτ, ο Σεφέρης μπλέκεται μοιραία στην κουβέντα, κι όταν αναφερόμαστε στον Λόρκα, ο Γκάτσος είναι αναγκαστικά παρών. Νομίζω πως αυτό απαντά στο ερώτημά σας. Το αποτέλεσμα είναι παιδί και των δύο , και του ποιητή και του μεταφραστή, αλλά ανήκει μόνο στον εαυτό του, όπως κάθε αληθινό έργο τέχνης που γίνεται στο τέλος ανώνυμο. Νομίζω πως αυτό για τη μετάφραση ισχύει πιο πολύ απ’ ό,τι για την πρωτότυπη τέχνη.

-Θα πρέπει κάποιος να είναι ποιητής για να μεταφράσει ποίηση;
Όχι απαραίτητα. Μπορεί να είναι εραστής της ποίησης, ή λανθάνων ποιητής που βρήκε τον τρόπο να γράψει ποίηση…. Υπάρχουν εξαιρετικές μεταφράσεις ανθρώπων που δεν είναι ποιητές.


-Η παιδική ποίηση είναι σπάνια, παλιά, ή πολύ αυστηρή. «Το ασημένιο ρομποτάκι με το κόκκινο φωτάκι» ήταν μια όαση, τι πρέπει κανείς να προσέξει κάνοντας ποίηση παιδική;
Το «Ρομποτάκι» ήταν μια αθώα χειρονομία, πολύ πηγαία, όταν η Μαρία Ναυπλιώτου μου πρότεινε πριν χρόνια να μετάσχω στην προσπάθεια της ομάδας Το Διαφορετικό παιδί. Μου έδωσαν το θέμα, κι εγώ έγινα σαν παιδί και είπα με στίχους ένα παραμύθι με θετικό μήνυμα. Δεν νομίζω πως υπάρχει συνταγή. Το ίδιο έκανα και στο θέατρο. Έγραψα πριν μερικά χρόνια μια έμμετρη διασκευή του παραμυθιού των αδερφών Γκριμ «Οι τρεις βασιλοπούλες που λιώναν τα γοβάκια τους», έτσι, σα να έβγαινε από μέσα μου ένα ποτάμι. Δεν υπάρχει συνταγή. Νομίζω πως τα παιδιά δεν είναι διαφορετικά από τους μεγάλους. Εγώ τα αντιμετωπίζω με την ίδια σοβαρότητα. Και με την ίδια ευθύνη. Τα παιδιά καταλαβαίνουν περισσότερα απ’ ό,τι εμείς. Είναι ξεκάθαρα και άμεσα. Δεν διστάζουν να δείξουν ότι βαριούνται. Και δεν τους αρέσει η ψευτιά και η πόζα. Εμείς νομίζω πως θα’ ναι καλό να τους καλλιεργούμε το καλό γούστο, τον γλωσσικό πλούτο και την ουσιαστική γνώση. Για να γίνουν ελεύθεροι άνθρωποι.

-«Ο άνθρωπος του λεωφορείου» ποιος είναι; Και πώς αποφασίζει να γράψει μυθιστόρημα ένας ποιητής;
Ο άνθρωπος του λεωφορείου είναι ο τυχαίος καθημερινός άγνωστος που μας προσπερνά και δεν θα τον ξαναδούμε ποτέ στη ζωή μας. Από νέος είχα προσέξει πως τέτοιοι άνθρωποι σε κρίσιμες στιγμές στέκονται απέναντί μας με την πιο μεγάλη αλήθεια τους, σε αντίθεση με άλλους, γνωστούς, κολλητούς, συγγενείς, συνεργάτες που παίζουνε μόνο ρόλους. Έτσι, κατέληξα πως οι αληθινοί άγγελοι της ζωής μας είναι αυτοί οι άγνωστοι που μας περιβάλλουν χαμένοι στο πλήθος.  Έτοιμοι να μας σώσουν ή να ενεργήσουν πάνω μας μ’ έναν τρόπο συγκλονιστικό. Έτσι, με αυτή τη σκέψη, άρχισα να γράφω ένα αφήγημα, αποτυπώνοντας εμπειρίες εξωτερικές και εσωτερικές. Ιστορίες τυχαίων συναντήσεων με αγνώστους, παράλληλα με μια υποτυπώδη «δράση» που αφορά τον κύκλο των καλλιτεχνών-λογοτεχνών και τα «παιχνίδια» τους, μέσα στο πλαίσιο της τότε παγκοσμιοποιημένης ευημερίας της δεκαετίας του’ 90-2000, με τις αποχρώσεις ενός ανατέλλοντος φασισμού που σήμερα τον βλέπουμε πια εντελώς ξεκάθαρα. Όλα συμπλέκονται σε μια ασφυκτική περιοχή χωρίς διέξοδο, σαν ημερολογιακό χρονικό, δοκίμιο, «ποιητική τέχνη», ταξιδιωτικές εντυπώσεις, χρονογράφημα…. Η φαντασία παίζει τον κυριότερο ρόλο… Ο ήρωας της ιστορίας όμως, μολονότι αφηγούμαι σε πρώτο πρόσωπο, δεν είμαι εγώ. Αυτός είναι και ο βασικός, αινιγματικός χαρακτήρας. Το παράξενο είναι πως ό,τι φαίνεται ρεαλιστικό σε αυτό το αφήγημα είναι τελείως φανταστικό, ενώ αυτό που μοιάζει παράδοξο και ονειρικό είναι πραγματικότητα.
Πολλοί ποιητές έχουν γράψει αφηγήματα, μυθιστορήματα. Γνώμη μου είναι πως η καθαρότητα των ειδών είναι μια εμμονή της γενιάς του ‘ 30, κάπως ξεπερασμένη σήμερα. Ένας ποιητής πρέπει να τολμά και το πεζογράφημα. Γιατί μόνο έτσι καταπολεμά τον ναρκισσισμό και τον αυτισμό του «ποιητικισμού».


-Έχετε ανθολογήσει Καραγάτση και Παπαδιαμάντη, υπήρξαν δική σας επιλογή;
Όχι, ήταν παραγγελίες. Έκανα πρώτα τις «Ιστορίες αμαρτίες κι αγιοσύνης», μια συλλογή διηγημάτων του Καραγάτση, που την τιτλοφόρησα έτσι γιατί παρατήρησα πως η συναίρεση αυτών των δύο στοιχείων χαρακτηρίζουν τον κόσμο των διηγημάτων του.  Αμέσως έγινε ευπώλητο. Αυτό προκάλεσε την παραγγελία για τη δεύτερη ανθολογία. Με αφορμή το έτος Παπαδιαμάντη, τα «Σκοτεινά παραμύθια», μια επιλογή αφηγημάτων του μεγάλου Σκιαθίτη όπου κυριαρχεί το μυστήριο, η νύχτα, η δεισιδαιμονία, ο φόβος, ο θρύλος, η κατάνυξη, η ποίηση. Είχε απήχηση και αυτή. Το περίεργο είναι πως η πρώτη ανθολογία και η θεματική της (αγιοσύνη, αμαρτία) έχουν ως επίκεντρο ένα διήγημα του Καραγάτση για τον Παπαδιαμάντη. Λες και η πρώτη ανθολογία γέννησε τη δεύτερη, όμως αυτό δεν ήταν σκόπιμο αλλά τυχαίο…

-Οι αγαπημένοι σας μετά από τόσες μεταφράσεις, ποιοι είναι; Αλλάζουν τα γούστα μας αναλόγως με τα χρόνια και την εποχή; Υπάρχουν δημιουργοί που θεωρείτε ότι είναι συγγενικοί;
Ο Ρακίνας και ο Ρεμπώ είναι οι δύο ποιητές που τελικά νομίζω πως συνδέονται μοιραία με τη δουλειά μου. Παραδόξως είναι οι δύο αντίποδες της Γαλλικής ποίησης, όπως ο Σολωμός και ο Καβάφης για μας. Κι εγώ τους μετέφρασα και τους δύο. Ίσως αυτή η σύνδεση των δύο άκρων, που σας είπα και πιο πάνω, να με κυνηγά διαρκώς, δεν ξέρω…. Συγγενικοί με μένα ; Μπορεί. Ο Ρεμπώ σίγουρα με επηρέασε. Ο Ρακίνας μου άσκησε πάντα μια έλξη γιατί εκφράζει το ακατόρθωτο. Όχι τόσο γιατί είναι περίπλοκος αλλά γιατί είναι τόσο απλός και όμως τόσο αδύνατο να τον διασώσεις ως γλωσσική αύρα. Σαν μια κορυφή που κανείς δεν έχει ποτέ κατακτήσει.

-Το θέατρο τι έχει που δεν το έχει ούτε η ποίηση ούτε η πεζογραφία;
Τη συλλογικότητα. Το θέατρο το γράφεις μόνος, αλλά το ποιείς με άλλους. Εγώ μέχρι τώρα δεν έγραψα καθαρό θέατρο σαν διανοούμενος συγγραφέας. Έγραψα μέσα στη συνθήκη της παραγγελίας και της ανάγκης. Κι αντίθετα με τις λόγιες καταβολές μου, έκανα ακόμα και λαϊκό θέαμα. Αυτό είναι πολύ γοητευτικό. Επίσης, είναι μια τέχνη που , ό,τι και να πούνε οι ειδικοί, εν τέλει κρίνεται από το κοινό. Ενώ η ποίηση δεν μπορεί να έχει αυτή την άμεση επίδραση. Είναι πιο εξαρτημένη από τους διαμεσολαβητές.
Λόγου χάρη, η πρόσφατη εμπειρία μου με τη «Μεγάλη Χίμαιρα» είναι η πιο χαρακτηριστική. Όταν μου την πρότεινε ο Δημήτρης Τάρλοου, ξεκίνησα με πολύ φόβο… Είχα φτιάξει μερικές σκηνές, σχεδόν αυτοσχέδιες με ό,τι έβρισκα μπροστά μου, γιατί όπως θα ξέρετε το μυθιστόρημα αυτό δεν έχει ούτε δράση ούτε διαλόγους. Είναι μονόλογος σε πλάγιο λόγο. Ενώ ο Τάρλοου ήθελε ένα κανονικό κινηματογραφικό και θεατρικό έργο. Όταν είδε τις πρώτες σκηνές ενθουσιάστηκε. Κι αυτό μου έδωσε το έναυσμα να γίνω πιο τολμηρός. Δηλαδή πιο πιστός στο αυθεντικό αίσθημά μου. Χωρίς συμπλέγματα, άρχισα να φτιάχνω ένα κανονικό μελόδραμα, με αρκετά στοιχεία που αντλούσα από τη δική μου γλώσσα και εμπειρία, προσέχοντας όμως να μην προδώσω το σκοτεινό ψυχαναλυτικό βάθος που έχει ακούσια και το αφήγημα. Ήθελα η χιμαιρική μαγεία του κινηματογραφικού σεναρίου να έρχεται σε έντονη αντίθεση με το νατουραλισμό της σκηνικής πράξης. Δεν ήθελα με κανένα τρόπο η «λογοτεχνικότητα» να υπονομεύσει την γνήσια ποίηση των αντιθετικών εικόνων του «θεατρικού» σινεμά και του «κινηματογραφικού» θεάτρου. Είχα ανακαλύψει ένα σκηνικό στυλ, αφάνταστα ενδιαφέρον. Πολύ διακριτικά μπόλιασα το εγχείρημα με κάτι από τον γαλλικό κλασικισμό που ερχόταν και αυτό σε αντίθεση με το ρεαλισμό και τη «γραφικότητα» της ελληνικής ζωής του τότε.
Είχα την απόλυτη πεποίθηση ότι οι ειδικοί θα στέκονταν κάπως σκεπτικοί απέναντι στο εγχείρημα ενώ το κοινό θα ενθουσιαζόταν. Όπως και έγινε τελικά. Η τόσο μεγάλη επιτυχία δικαίωσε τη δουλειά μας εντελώς άμεσα, εντελώς ειλικρινά. Νομίζω πως το θέατρο είναι μια τέχνη όπου το κοινό είναι τελικά ο μόνος κριτής.

-Ποια είναι «Τα εικονίσματα» σήμερα;
Θα σας απαντήσω με ένα καίριο απόσπασμα από μια κριτική που γράφτηκε για τα «Εικονίσματα» και που αληθινά με εντυπωσίασε με την ακρίβειά της: «Τα Εικονίσματα δεν είναι παρά τα απαρνημένα ή αρνημένα κατηγορήματα, ο χρόνος και ο μη χρόνος, το διακείμενο που σπονδυλώνεται σε ποιητική ιδέα και ταυτοχρόνως αποσαθρώνεται και ματαιώνεται οριστικά, οι ψευδαισθήσεις και οι μη ψευδαισθήσεις, οι έννοιες και οι μη έννοιες, το ορατό και το μη ορατό. «Τα εικονίσματα» είναι οι όψεις αντιθέτων εννοιών και ζευγών σε μια προσπάθεια καθολικής, πραγματικής, εικονικής και εικαστικής αναπαράστασης του κόσμου, και γι΄αυτό ποιητικής… » (Ζαχαρίας Κατσακός, περιοδικό Κουκούτσι, τεύχος 9, Χειμ.’13-Άν. ’14.)

-Και ποια η σχέση της ποίησης με τη δική μας εποχή;
Η ποίηση έχει και δεν έχει σχέση με τις εποχές. Ακόμα και σε άκρως «ποιητικές» εποχές, οι γνήσιοι ποιητές ήταν απόκληροι. Γι’ αυτό κι εμένα δεν με ενδιαφέρει καθόλου η σημερινή υποχώρηση του ενδιαφέροντος για την ποίηση. Έχει  συμβεί το ίδιο και στο παρελθόν. Πάντα όμως θα υπάρχουν κάποιοι πρόθυμοι να συναντηθούν μαζί της, ακόμα και σήμερα που η τεχνολογική σκληρότητα σκοτώνει κάθε ευαισθησία, κάθε απόχρωση. Δεν πειράζει. Ο Πλωτίνος έγραφε τις αγγελικές Εννεάδες ενώ γύρω οργίαζε η Ρωμαϊκή παρακμή….

-Κύριε Πασχάλη, τι είναι η έμπνευση; Το ποίημα μας βρίσκει ή το βρίσκουμε εμείς;
Με κίνδυνο να φανώ πολύ ιδεαλιστής θα σας πω ότι «το ποίημα προϋπάρχει». Μας επιλέγει ως δέκτες. Και μας καλεί να του δώσουμε σάρκα και οστά.


-Εν τέλει, γεννιέται ή γίνεται ο ποιητής;
Γεννιέται. Αλλά και γίνεται, με την έννοια ότι προχωρεί και εξελίσσεται. Σκεφτείτε τον Καβάφη. Βρήκε τον εαυτό του μετά τα σαράντα. Μέχρι τότε ήταν «ατάλαντος».

-Η ποίηση είναι κάτι που μπορεί να διδαχτεί;
Η ποίηση δεν διδάσκεται. Απλώς, η ποιητική τέχνη έχει μυστικά και μονοπάτια που μπορείς να τα ανακαλύψεις συζητώντας με κάποιον που ασχολείται κι εκείνος με την ποίηση και που τον εμπιστεύεσαι. Γι’ αυτό κι εμένα δεν μου αρέσει ο όρος διδάσκω, αλλά συναντώ. Πάντως, εργαστήρια δημιουργικής γραφής της λογοτεχνίας γίνονται σε όλον τον κόσμο. Και σε αρκετές χώρες γίνονται σε πανεπιστημιακό επίπεδο.
Προσωπικά, αυτά τα σεμινάρια τα θεωρώ και τρόπους συμπληρωματικής επιμόρφωσης. 

-Σε ποιους απευθύνονται τα σεμινάρια στον Ιανό «Πρώτο βήμα στην ποίηση»;
Στον καθένα που έχει κάνει κάποιες απόπειρες να γράψει και θέλει να προχωρήσει …..Ή που διαβάζει ποίηση και θέλει να αποπειραθεί συντροφιά με άλλους καλοπροαίρετους συμμάχους…

-Τι οφείλει να γνωρίζει κάποιος προτού ασχοληθεί με την ποίηση αλλά και εφόσον ήδη ασχοληθεί;
-Να έχει διαβάσει ποίηση. Καλή ποίηση. Αυτό είναι κάτι πολύ βασικό. Εκτός κι αν έχει έμφυτο το χάρισμα και δεν χρειάζεται καμιά γνώση. Αλλ’ αυτό είναι πάρα πολύ σπάνιο.

-Άλλος τρόπος γραφής ταιριάζει στον καθένα μας και πώς μπορεί να αποκαλυφθεί ή να αναδυθεί;
Αυτό προσπαθώ στα σεμινάρια. Να βοηθήσω τον καθένα να βρει τον τρόπο γραφής που του πηγαίνει. Το ύφος του δηλαδή. Δεν υπάρχει μέθοδος γι’ αυτό. Απλώς είσαι ανοιχτός, δεν προσπαθείς να μεταδώσεις συνταγές και δεν μιλάς με προκαταλήψεις. Απλώς προσπαθείς να επεξεργαστείς το κάθε ύφος και να το οδηγήσεις εκεί που βλέπεις ότι θέλει να οδηγηθεί. Αυτό είναι όλη μου η προσπάθεια.


-Κύριε Πασχάλη, διδάσκοντας δημιουργική γραφή, είχατε εκπλήξεις;
Φυσικά. Πολλοί άνθρωποι που έρχονται στις συναντήσεις δεν δείχνουν εξαρχής την εντυπωσιακή πρόοδο που θα σημειώσουν στη εξέλιξη των σεμιναρίων…. Κάτι άλλο που στο τελευταίο σεμινάριο συνέβη και δεν το περίμενα ήταν η πραγμάτωση μιας επιθυμίας που είχα πάντα: να γράψω μαζί με άλλους ένα «συλλογικό» ποίημα. Κι αυτό το πετύχαμε μέσα από έναν πολύ ιδιαίτερο και γόνιμο πειραματισμό…

-Μπορεί να είναι «Εποχή παραδείσου» ή και να γίνει η δική μας εποχή;
Αυτός ο τίτλος είναι διφορούμενος. Ειρωνικός. Όπως και η εποχή μας που είναι πράγματι μια «εποχή παραδείσου». Ποτέ άλλοτε ο άνθρωπος δεν είχε τόσες δυνατότητες κάλυψης των περισσότερων αναγκών του. Αρκεί όμως μόνο αυτό για μια ουσιαστική πληρότητα που ν’ απαντά στα βαθιά ερωτήματά μας; Το βιβλίο μου έμμεσα το υπαινίσσεται. Ο «παράδεισός» μας είναι ένας εφιαλτικός παράδεισος που έχει φτάσει στα όριά του…. Στη Γαλλία, όπου μεταφράστηκε, η κριτική διέκρινε και επεσήμανε αυτή την υπαρξιακή και μεταφυσική αγωνία που εκφράζεται σαν μια παθιασμένη σύγχρονη αναζήτηση  λυτρωτικής λήθης ….. Στην Ελλάδα, μολονότι επαινέθηκε και βραβεύθηκε, δεν ξέρω πόσο έγινε αισθητή αυτή η πλευρά του.
 http://fractalart.gr/stratis-paschalis/

Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2017

Λιαντίνης: Μας δίδαξαν πως ο Χριστιανισμός συμπλήρωσε τον Ελληνισμό. Τι Δεν μας Δίδαξαν…


Μας δίδαξαν πως ο Χριστιανισμός ήρθε και συμπλήρωσε τον Ελληνισμό. Πως με τις νέες ιδέες κάλυψε τα κενά, θεράπευε τις ατέλειες και τα λάθη, ολοκλήρωσε την οπτική και τη θεωρία του, και βάθυνε τα αμμώδη και τα ρηχά της προβληματικής των Ελλήνων. Πωςπράυνε τη σκληρότητα και μάλαξε την αγερωχία τους για τον άνθρωπο, στρογγύλεψε τις ακμές και τις οξείες της ελληνικής περηφάνειας, και ημέρωσε την τραχύτητα της ανθρώπινης πράξης.
Μ’ έναν λόγο, πως εξευγένισε τη γενική λειτουργία και έκφραση του βιοτικού τρόπου των Ελλήνων…

Διδάσκοντας οι δάσκαλοι τα αρχαία ελληνικά, μας έμαθαν να βλέπουμε ερμηνευτικά τους Έλληνες κάτω από τα τσακίσματα και τους ρυθμούς των χριστιανών. Αυτό σημαίνει, πως αν οι δάσκαλοι από την άποψη της ουσίας παραχάραξαν το ελληνικό νόμισμα, από την άποψη της μορφής ο τρόπος που ερμήνευαν στη συνέχεια τους Έλληνες ήταν να διαθέσουν το κίβδηλο χρήμα στην αγορά από όλες τις τράπεζες του κόσμου. Η υφήλιος γιόμισε κάλπικη μονέδα. Σύμφωνα με την τακτική αυτή, κάθε αποτίμηση ελληνικού στοιχείου έπρεπε να περνά μέσα από τους ηθμούς της χριστιανικής λογικής, της χριστιανικής ηθικής, και της χριστιανικής αισθητικής. Οι αρχαίοι κίονες γίνανε πέτρες, για να χτιστούν οι τοίχοι των νέων ναών…
Το δίκαιο των ανθρώπινων νόμων δεν είναι να μας χαρίζουν το μεγαλύτερο καλό, αλλά να μας φυλάγουν μέσα στο μικρότερο κακό. Ο νόμος των ανθρώπων δεν φιλοδοξεί να μου προσφέρει τον Παράδεισο. Του στέκεται αρκετό να αποτρέψει την Κόλαση να γκρεμιστεί απάνω μου. Μια βασική θέση των Ελλήνων, που είναι και η παιδαγωγική της φυσικότητας και της υγείας, λέει πως, είμαι ευτυχισμένος στο βαθμό που δεν είμαι δυστυχισμένος.
Αν θέλουμε να βρισκόμαστε σύμμετροι με την πραγματικότητα, και όχι με τις αφελείς επιθυμίες μας, τότε θα δεχθούμε ότι μέσα στην ανθρώπινη φύση περιπλεονάζει η φαυλότητα και το στοιχείο της άρνησης. Μία από τις δέκα θεμελιώδεις προτάσεις των Ελλήνων, που τη βάζουν μάλιστα και στο στόμα των εφτά σοφών, λέει: «Οι πλείστοι άνθρωποι κακοί». Και στη νεότερη εποχή το ίδιο νόημα μας το ‘δωκε η απαρηγόρητη διατύπωση του Χόμπς: «Ο άνθρωπος είναι λύκος για τον συνάνθρωπο». Σε μια τέτοια λοιπόν πραγματικότητα να πασχίζεις να εφαρμόσεις το «αγαπάτε αλλήλους» των χριστιανών είναι σαν να βάζεις φωτιά και να ζητάς να πυρπολήσεις τον χιονισμένο κάμπο…
Σχετικά με την αγάπη, την παρούσα στους χριστιανούς και την απούσα στους Έλληνες, αν θέλουμε να βρισκόμαστε σύμμετροι, όχι με την πλάνη και την υποκρισία, αλλά με την αλήθεια και την εντιμότητα, θα υποχρεωθούμε να αναδιατάξουμε τις θέσεις μας από τα θεμέλιά τους. Για τους Έλληνες αγάπη είναι η υποταγή στη φυσική και στην ηθική τάξη· αυτό που διαφορετικά το περιγράψανε με τη μεγαλώνυμη λέξη της Δίκης· να επιδικάζεις στον άνθρωπο την τιμή του· να μη γίνεσαι υπέρογκος και υβριστής απέναντι στους νόμους της φύσης και στους νόμους των ανθρώπων να κατέχεις και να δείχνεις τη νόστιμη και τη μέτρια ανθρωπιά· αυτό που οι Ευρωπαίοι ερμηνευτικά το βάφτισαν Ουμανισμό. Και όλα αυτά χωρίς γλυκασμούς και χωρίς ηχηρότητα. Με γνώση, με πίκρα και με βούληση.
Για τους Έλληνες, δηλαδή, αγάπη δε σημαίνει να δίνεις τον ένα από τους δύο χιτώνες σου. Αλλά να μην επιτρέπεις στον εαυτό σου να ‘χει τρεις χιτώνες, όταν ο διπλανός δεν έχει κανέναν. Η θέση των χριστιανών να δίνεις από τα δύο το ένα σε ‘κείνον που δεν έχει κανέναν, είναι η νοσηρή αντίδραση απέναντι στους νοσηρούς όρους. Η ελεημοσύνη δεν ταιριάζει στον αξιοπρεπή και τον περήφανο άνθρωπο. Γιατί ζητεί να λύσει το πρόβλημα προσωρινά, και εκ των ενόντων να «κουκουλώσει» μια κοινωνική αταξία. Ενώ η θέση των Ελλήνων να μην αποκτήσεις τρία, όταν ο δίπλα σου δεν έχει ούτε ένα, είναι η υγεία. Σου υποδείχνει να προλαβαίνεις στοχαστικά, για να μη χρειάζεσαι ύστερα να γιατροπορεύεις ατελέσφορα. Άλλωστε η θέση αυτή είναι, αλλιώτικα, η βάση εκείνης της υπέροχης σύλληψης στο κοινωνικό πρόβλημα, που οι Έλληνες την είπανε δημοκρατία. Ξέρεις άλλη λέξη με πιο αδρή, πιο γόνιμη, πιο πλούσια, πιο σοφή, και πιο έμορφη αν θέλεις ουσία από τη λέξη δημοκρατία; Εγώ δεν ξέρω. Και γράμματα γνωρίζω, που λένε στα δικαστήρια.
Αυτή την πρωταρχική συμπεριφορά των Ελλήνων, που προφταίνει να σε φυλάγει από τη διολίσθηση στο ηθικό χάος, ο Αριστοτέλης τη χάραξε σε μια πρόταση μαρμάρινη. Μοιάζει με τις εξισώσεις που διατυπώνουν οι μεγάλοι φυσικοί: «Ο αλτρουισμός», λέει, «είναι στον ίδιο βαθμό λανθασμένη προκατάληψη με τον εγωισμό». Ο αλτρουισμός των χριστιανών όμως δεν είναι τέτοιο δώρο. Αλλά είναι η πρόφαση για να διαιωνίζεται ο εγωισμός τους. Σκέφτηκες ποτέ πόσο ατιμωτική είναι για σένα η στιγμή που ελεείς το διακονιάρη; Πώς επιτρέπεις, και πώς ανέχεσαι την υπεροχή σου απέναντί του; Η ελεημοσύνη σου τον φτύνει καταπρόσωπα.
Οι χριστιανοί ποτέ δε θα μπορούσαν να πουν αυτό τον λόγο του Αριστοτέλη. Γιατί έρχονται να διακονήσουν την αρρώστεια. Δεν έρχονται να στεφανώσουν την υγεία. Η πρόταση του Αριστοτέλη είναι ο λόγος ο φυσικός και ο ολόκληρος. Αντίθετα, το «αγαπάτε αλλήλους» των χριστιανών είναι η θέση η μισή και η αφύσικη. Γιατί ο άνθρωπος δεν αγαπά μόνο, αλλά εξίσου μισεί. Πράγμα που είναι και το φυσικό και το καθημερινά συμβαίνον… Ένας άνθρωπος που δεν μπορεί να μισήσει ποτέ, μοιάζει με τη σκύλα που δεν μάχεται τον λύκο, σαν έρχεται επίβουλα στο μαντρί, αλλά ζευγαρώνει μαζί του. Έτσι όμως ποιος θα φυλάξει τα πρόβατα;
Επειδή η διδασκαλία των χριστιανών αγνόησε ή παράβλεψε αυτό το δεύτερο φυσικό μισό, η φύση και τα πράγματα την τιμώρησαν με τη χειρότερη τιμωρία. Την έκαμαν στα λόγια να γίνεται διδασκαλία απλότητας και αγάπης, και στην πράξη να μένει συμπεριφορά πονηρίας και μίσους. Αυτό το αναποδογύρισμα στα σκοτεινά το περιγράφει η περίφημη υποκρισία των χριστιανών, που συνέχεια τη βλέπουμε γύρω μας, και συνέχεια την παραβλέπουμε αδιάφορα. Η υποκρισία των χριστιανών μας είναι καθημερινή και βραδυνή και μεσημβρινή. Μας παραστέκει όπως το νερό που πίνουμε, και μας κυκλώνει όπως ο αέρας που ανασαίνουμε.
Θα φέρω δύο δείγματα, για να δείξω ότι αυτό το μίσος είναι η οξύτερη μορφή εχθροπάθειας, που μπόρεσε να ξεδιπλώσει η ανθρώπινη φύση. Το ένα δείγμα είναι η επινόηση της Κόλασης με τα βασανιστήρια της. Αναλογίστηκες ποτέ, τι σημαίνει την ώρα που πεθαίνει ο άνθρωπος να του φορτώνεις τον τρόμο του αιώνιου μαρτυρίου της Κόλασης; Η ώρα του θανάτου που κάποτε θα ‘ρθει για τον καθένα μας, ο θάνατος είναι η μοναδική σταθερά της ανθρώπινης φύσης, είναι μια ώρα απερίγραπτης τραγικότητας. Γιατί εκείνη τη φοβερή στιγμή ο άνθρωπος εξοφλεί την επιταγή της ζωής.
Εκείνη, λοιπόν, τη στιγμή της ανεκλάλητης χρείας και της φρικτής εγκατάλειψης είναι ακριβώς που διάλεξε η Εκκλησία να φορτώσει τον αφελή χριστιανό με τους αιώνιους τρόμους της Κόλασης:
Θα ζεις, του λέει, αιώνια κλεισμένος σ’ έναν πύρινο τάφο.
Να φορτώνεις λοιπόν τον άνθρωπο τον αφελή και τον αθώο κάπου, γιατί είναι το μεγάλο σου θύμα, με τέτοιες φρικτές φαντασίες την πανίερη και την υπέρτατη και τη φοβερή ώρα που ψυχομαχεί· την ώρα που δίνει την πιο άγρια μάχη -τί ‘ναι μπροστά της τα Γαυγάμηλα και οι Κάννες και η Μάχη των Εθνών!- να βγει η ψυχούλα του για να λυτρωθεί από την αγωνία του θανάτου. Ερωτώ: Ποιος σατανάς, ποιο ανθρώπινο τέρας, ποιος αρχιτέκτονας του σκότους και του ουαί θα μπορούσε να δείξει αγριότερο μίσος και να επινοήσει χειρότερο μαρτύριο για τους ανθρώπους;
Το άλλο δείγμα μου είναι το κείμενο του αφορισμού της Εκκλησίας. Ακούστε τις λέξεις, κοιτάχτε τις σκηνές, και μετρήστε το μίσος που υπάρχει στο τυπικό του αφορισμού, την ώρα που ξεστομίζεται από το ρύγχος του ιερέα: «Να είσαι αφωρισμένος, καταραμένος, και μετά θάνατον άλυτος. Αι πέτραι και ο σίδηρος να λυθούν, συ δε μηδαμώς. Να σχισθή η γη και να σε κοταπίη ως τον Δαθάν και τον Αβειρών. Να τρέμης επί γης ως ο Κάιν, και να απόκτησης την λέπραν του Γιεζή, και την αγχόνην του Ιούδα. Περιπλέον να έχης τας αράς των 318 θεοφόρων πατέρων».
Ναι. Τις κατάρες των θεοφόρων πατέρων! Οι άγιοι, δηλαδή, και ο θεός που φέρνουν μέσα τους, θεοφόροι για, δεν είναι άλλο παρά χολή και ανάθεμα, πίσσα, οργή, μισανθρωπία, βρασμός και βρυγμός και τριγμός, καταλαλιά και αποθηρίωση. Ίδε η θρησκεία της αγάπης! Οποίον τρομερόν όπλον! λέει ο άγιος Παπαδιαμάντης μας για τον αφορισμό. Κι ένας άλλος θα μπορούσε να προσθέσει: Και ενάντια σε τι ανθρώπους σφεντονίζεται!…
Αν διατάξει κανείς το πρόβλημα της σχέσης Ελληνισμού και Χριστιανισμού μετωπικά, και το κοιτάξει κατάματα, θα βρει να κρατήσει δύο κρατούμενα. Το ένα είναι πως η σύνθεση αυτών των δύο κοσμοθεωριών σε ενότητα συνιστά το ακρότατο σημείο του αφύσικου μέσα σε ολόκληρη την ιστορία του ανθρώπινου πνεύματος. Το άλλο είναι πως η απόπειρα να συνταιριαστούν αυτές οι δύο αταίριαστες ροπές δυνάμεων συνιστά την κατεξοχήν ερμηνευτική τερατωδία του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Μεγαλύτερη πομφόλυγα, και πιο γελοίο τσαλίμι από αυτό που ονομάστηκε «Ελληνοχριστιανικός πολιτισμός» δε θα μπορούσε να σκαρφιστεί και να σκαρώσει ο άνθρωπος. Βλέπω έναν Τουρκαλβανό, με προβιά και τουλουπάνι, να πηδοκοπά και να λυγίζει χορεύοντας βαλς στα Χειμερινά Ανάκτορα της Πετρούπολης την εποχή του Στολύπιν…
Χαλκεύουμε και τεχνουργούμε το νέο άνθρωπο εκατό τοις εκατό πλαστικό, και εκατό τοις εκατό αφύσικο. Γιατί αφύσικη και πλαστική ως το μυελό των οστών της είναι τούτη η περιλάλητη ελληνοχριστιανική σύνθεση. Ενώστε το τραγί και την έλαφο, και θα ‘χετε τραγέλαφο. Παράλογα και αφύσικα, και πανούργα και γελοία, ανυπόστατα και καρκινοπαθή, και εγκληματικά και απάνθρωπα έργα του ανθρώπου ψάχνοντας θα βρούμε πολλά. Η έμπνευση όμως που είχαν κάποιοι να επιχειρήσουν τη μίξη του Ελληνισμού με τον Χριστιανισμό, και στη συνέχεια να την ονομάσουνε «εύκρατη κράση», είναι μία πράξη που μένει σαν η αποθέωση του θράσους, της άγνοιας, της πανουργίας, και της σύγχυσης των φρενών…
Τι ορίζει τη διαφορά ανάμεσα στους Έλληνες και στους χριστιανούς; Μία διαφορά, που από ένα σημείο και πέρα γίνεται αντίθεση, εναντίωση, ρήξη, πάλη της φωτιάς με το νερό; Εκείνο που ορίζει τη διαφορά είναι κάτι απλό και σαφές, όσο και το φύλλο της ελιάς. Αλλά γι’ αυτό ακριβώς είναι απόλυτο και ακραίο. Η διαφορά ανάμεσα στους δύο είναι πως οι Έλληνες οικοδόμησαν έναν κόσμο που στηρίζεται στην παρατήρηση και στη νόηση, ενώ οι χριστιανοί οικοδόμησαν ένα κόσμο που στηρίζεται στην υπόθεση και στη φαντασία.
Η παρατήρηση των Ελλήνων είναι τέτοιας ποιότητας, ώστε πάντα να βεβαιώνεται πρακτικά από τα συμβαίνοντα στη φύση, και πάντα να αποδεικνύεται χειροπιαστά από το πείραμα στο εργαστήριο. Λέμε, για παράδειγμα, σήμερα ατομική φυσική, και ξεκινάμε από το «άτομο» του Δημόκριτου. Και στην ατομική φυσική τίποτα δεν γίνεται δεκτό από την κοινότητα των φυσικών, εάν προηγουμένως δεν του δοθεί το «ναι» του εργαστηρίου. Αντίθετα, η υπόθεση των χριστιανών είναι τέτοιας ποιότητας, ώστε μένει αναπόδειχτη. Οποιοδήποτε δεδομένο των χριστιανών ποτέ δε θα βρει την εφαρμογή του μέσα στην κλίμακα της φύσης. Ποτέ και κανείς, λόγου χάρη, δεν είδε τον θεό μέσα στις εξισώσεις του Αϊνστάιν ή στο λαμπορατόριο. Ποτέ και κανείς δεν είδε ένα νεκρό να ξανανεβαίνει στο φως, και να βγάζει λόγο για τον Παράδεισο και την Κόλαση. Ποτέ και κανείς δεν αγάπησε το ξένο παιδί όσο αγαπά το δικό του, ή δέχτηκε να πεθάνει το δικό του παιδί στη θέση του παιδιού ενός ξένου.
Πιο απλά, οι Έλληνες ξεκινούν από τη φύση και το ορατό. Το όργανο της μελέτης τους είναι η λογική… Αντίθετα, οι χριστιανοί ξεκινούν από την ψυχή και το αόρατο. Το όργανο της μελέτης τους είναι η φαντασία και το συναίσθημα… Ξεκινώντας λοιπόν από τις αφετηρίες της παρατήρησης και της φαντασίας βρίσκουμε και εξηγούμε, γιατί η μέθοδος των Ελλήνων οδήγησε στην επιστήμη, και γιατί ο τρόπος των χριστιανών οδήγησε στη θρησκεία. Και πάρα πέρα, βρίσκουμε και εξηγούμε, γιατί το κριτήριο της επιστήμης είναι η πειραματική απόδειξη της γνώσης, και στη συνέχεια η αναγκαστική αποδοχή της από κάθε φρόνιμο άνθρωπο, ενώ το γνώρισμα της θρησκείας είναι «η εξ αποκαλύψεως αλήθεια» και το «δόγμα». Ο Αυγουστίνος, ένας πρώιμος και βαθύς θεωρητικός των χριστιανών, έλεγε ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τον Χριστιανισμό είναι τα μαθηματικά. Η πιο καθαρή δηλαδή μορφή της επιστήμης. Ήξερε ο άνθρωπος…
Οι χριστιανοί του Μεσαίωνα, και μάλιστα του βυζαντινού, ήσαν πολύ πιο έντιμοι από τους σύγχρονους ανεμοκυκλοπόδηδες, που με τον ζήλο τους να συγχρωτίσουν Ελληνισμό και χριστιανισμόανακάτεψαν τον λαγό με τη χελώνα. Γιατί είπαν καθαρά και ξάστερα ότι οι Έλληνες ήσαν μωροί. Τους κηρύξανε μια και καλή σε πνευματική πτώχευση ως την αυτοκτονία. Και διαρρήξανε μαζί τους τελειωτικά όλους τους ιστούς και όλους τους συνδέσμους. «Τί πλανώνται προς Πλάτωνα; Τί Δημοσθένη στέργουσι τον ασθενή; Τί μη ορώσιν Όμηρον όνειρον αργόν;», λέει ο Ρωμανός σε κάποιον ύμνο του για τη μωρία, την αφασία, και την παραλυσία των Ελλήνων… Είναι έντιμη στάση, γιατί από το βάθρο της καθαιρεί τη λογική των Ελλήνων, και στη θέση της υψώνει την πίστη… Η σύγχρονη όμως τακτική των σχολείων μας που θέλει να ερμηνεύει τους Έλληνες μέσα από το καλειδοσκόπιο των χριστιανών, είναι οικτρή απόπειρα ευνουχισμένων στο κρεβάτι. Και τρομάρα νεκροφάνειας στο φέρετρο…

Αποσπάματα από τα «Ελληνικά» του Δημήτρη Λιαντίνη



Πηγή:
emmanouilpapas
https://ellaniapili.blogspot.gr/2017/02/blog-post_636.html?m=1

Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2017

Πως εξαφανίστηκε η Αρχαία Σπάρτη; Μια απίστευτη βαρβαρότητα


 
Πως εξαφανίστηκε η Αρχαία Σπάρτη; Μια απίστευτη βαρβαρότητα
Θησαυροί της αρχαίας ελληνικής τέχνης καταστραφήκαν και λεηλατηθήκαν,

όπως είναι γνωστό, από ρωμαίους, φράγκους σταυροφόρους, από τον ενετό στρατηγό Μοροζινι και από τον Άγγλο (Σκωτο για την ακρίβεια) Έλγιν.  

Εξίσου μεγάλη καταστροφή επήλθε από περιηγητές και απεσταλμένους μουσείων, πανεπιστημίων και βασιλιάδων της Ευρώπης, που ήλθαν στην Ελλάδα στους χρόνους της τουρκοκρατίας, για να αποθησαυρίσουν νομίσματα, χειρόγραφα, επιγραφές και έργα τέχνης.

Όλους αυτούς υπέρβαλε σε απληστία και σε καταστροφές που προκάλεσε στους προγονικούς θησαυρούς της Ελλάδας ο αββας Michel Fourmont (1690/1746), ο οποίος ξεπερνάει και τον Έλγιν όσο αφορά στο βάναυσο τρόπο της καταστροφής των μνημείων, που κυριολεκτικά αφάνισε, αλλά και στον απίστευτο αριθμό των αρχαιοτήτων που κατάστρεψε.   

O αββας Michel Fourmont, απεσταλμένος του βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκου IE'με την εντολή να συλλέξει βυζαντινά χειρόγραφα και άλλες αρχαιότητες, που θα ήταν εύκολο να μεταφερθούν στο Παρίσι. Έτσι, τον Φεβρουάριο του 1729, συνοδευόμενος από τον ανιψιό του, Ο αββάς Fourmont έφτασε στην Κωνσταντινούπολη και εφοριάστηκε με φιρμάνι του Σουλτάνου Αχμέτ Γ', με το οποίο αποκτούσε το δικαίωμα να ερευνήσει και να μελετήσει όσους αρχαιολογικούς χώρους ήθελε στην επικράτεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Πρώτος σταθμός του υπήρξε η Αθήνα, όπου έμεινε πέντε μέρες. Έπειτα πήγε στην Πελοπόννησο και μέσω Μεγαλοπόλεως έφτασε στον Μυστρά, όπου οι δημογεροντία τον υποδέχτηκε σαν φιλέλληλα. Τις πρώτες μέρες της παραμονής του εκεί, ανακάλυψε εντοιχισμένα στο μεσαιωνικό τείχος ενεπίγραφα αρχαία βάθρα.

Αμέσως, με δέκα εργάτες, τα <<ξήλωσε>> από την αρχική τους θέση. Έπειτα βρέθηκαν στο τείχος των Παλαιολόγων είκοσι ακόμη κομμάτια ενεπίγραφων λίθων, που είχαν την ίδια με τα προηγούμενα τύχη. Αμέσως ο Fourmont προσέλαβε άλλους πενήντα εργάτες.

Επί 53 συνεχώς μέρες δεν άφησε στην κυριολεξία << λίθον επί λίθου>> στον Μυστρά, στην Σπάρτη και στις Αμύκλες. Κατεδαφίζοντας και σκάβοντας, ανακάλυψε 300 επιγραφές τις οποίες αντέγραψε, διάφορα ανάγλυφα, αναθήματα και μικροτεχνήματα τα οποία αποκόμισε στην πατρίδα του.

Ο ίδιος ομολογεί σε χειρόγραφο του, που σώζεται μαζί με το ημερολόγιο του, ότι συγκέντρωσε πάνω από 1.500 επιγραφές στην περιήγηση του το 1729 στην Ελλάδα. Σε επιστολή του προς τον κόμη Maurepas, o Fourmont καυχιέται ότι κατέστρεψε(!) τις επιγραφές, για να μην αντιγραφούν από μελλοντικό περιηγητή!!! (...)(...)

Όσα γραφεί ο fourmont για την καταστροφή που έκανε στη Σπαρτή εξηγούν και τη σπανιότητα των αρχαιοτήτων σήμερα στη φημισμένη πόλη.

Σημειώνει λοιπόν ο αββας τα εξής απίστευτα: "επί 30 μέρες και πλέον 30, 40 και 60 εργάτες εκθεμελιώνουν, καταστρέφουν, εξαφανίζουν την πόλη της Σπάρτης. Μου υπολείπονται 4 μονό πύργοι να καταστρέψω... Προς το παρόν ασχολούμαι με την καταστροφή των τελευταίων αρχαιοτήτων της Σπάρτης. Καταλαβαίνετε (αποτείνεται στο Maurepas) τι χαρά δοκιμάζω(!).

Αλλά να η Μαντινεία, η Στυμφαλία, η Τεγέα και ιδιαίτερα η Νεμέα και η Ολυμπία αξίζουν την εκ βάθους εκθεμελίωση.(!!!!!!!!!)Έκανα πολλές πορείες αναζητώντας αρχαίες πόλεις αυτής της χωράς και έχω καταστρέψει μερικές. Ανάμεσα τους την Τροιζηνα, την Ερμιόνη, την Τύρινθα (tyrins στο χειρόγραφο αντί tiryns), τη μισή ακρόπολη του Άργους, τη Φλιασιά, το φενέο...  

Εισέδυσα στη Μάνη.Εδώ και έξι εβδομάδες ασχολούμαι με την ολοκληρωτική καταστροφή της Σπάρτης! Γκρεμίζοντας τα τείχη, τους ναούς της, μην αφήνοντας πέτρα στην πέτρα θα κάνω και την τοποθεσία της άγνωστη στο μέλλον, για να την ξανακάνω εγώ γνωστή. Έτσι θα δοξάσω το ταξίδι μου. Δεν είναι αυτό κάτι;".

Και πιο κάτω: "η Σπάρτη είναι η πέμπτη πόλη που κάτεσκαψα. Δεν θέλω να αφήσω λίθο επί λίθου. Δεν ξέρω αν υπάρχει στον κόσμο πράγμα ικανό να δοξάσει μια αποστολή περισσότερο από του να σκορπίσεις στους ανέμους τη στάχτη του Αγησιλάου, από το ανακαλύψεις τα ονόματα των εφόρων, των γυμνασιαρχών, αγορανόμων, φιλοσόφων, γιατρών, ποιητών, ρητόρων, διάσημων γυναικών, ψηφίσματα της Γερουσίας, τους νόμους του Λυκούργου. Ασχολούμαι τώρα με την καταστροφή των βαθύτερων θεμελίων του ναού του Αμυκλαίου Απόλλωνα. Θα κατέστρεφα και άλλους αρχαίους τόπους το ίδιο εύκολα, αν με άφηναν. Τον πύργο τον γκρέμισα ολοκληρωτικά."

Για την Τροιζήνα αναφέρει: "γκρέμισα ότι απέμεινε από τα οχυρά και τους ναούς της.". Και με απίστευτη αφέλεια ομολογεί: "από τους περιηγητές που προηγήθηκαν δεν θυμάμαι να τόλμησε κανείς να κατεδαφίσει πύργους και άλλα μεγάλα κτίρια! Εγώ δεν μοιάζω με αυτούς που τρέχουν από πόλη σε πόλη για ιδούν. Πρέπει να παίρνω χρήσιμα πράγματα".

Και πώς δικαιολογείται; Στις 20 Απριλίου 1730, ο Fourmont γράφοντας στον πρεσβευτή της Γαλλίας στην Κωνσταντινούπολη Βιλλενεβέ, δικαιολογεί τους βανδαλισμούς του στην Σπάρτη σαν εκδίκηση, από την κακή απέναντί του συμπεριφορά των Μανιατών: '' Βρίσκομαι σε έναν φοβερό τόπο, στην περίφημη Μάνη. Κακός λαός και είμαι ευτυχής που γλίτωσα. Έφυγα από την βάρβαρη πατρίδα τους χωρίς να αποκομίσω τίποτα αξιόλογο, τίποτα για να βγουν τουλάχιστον τα έξοδά μου. Για να ξεσπάσω, για να εκδικηθώ αυτό το σκλυλολόι, ρίχτηκα πάνω στην αρχαία Σπάρτη. Δεν ήθελα να μείνει τίποτα από την πόλη που έκτισαν οι πρόγονοί τους. Την έσβησα, την ανασκάλεψα, την ξεθεμελίωσα, δεν έμεινε λίθος επί λίθου'', και συνεχίζει: ''Την ισοπέδωσα λοιπόν με κάθε επισημότητα. Και αυτό προκάλεσε το θαυμασμό των Τούρκων, ενώ οι Έλληνες λύσσαξαν και οι Εβραίοι έμειναν κατάπληκτοι. Είμαι ήσυχος,πολύ περισσότερο γιατί απόκτησα από το ταξίδι μου πράγματα ικανά να βοηθήσουν και να θαμπώσουν όλους τους σοφούς''.

Παρανοϊκός; ημιμαθής; φανατικός εχθρός του αρχαίου πνεύματος; δεν ξέρει κανείς την ακριβή απάντηση. Ίσως λίγο από όλα.Το βέβαιο ωστόσο είναι πως η καταστροφή που προκάλεσε είναι κολοσσιαία και σ' αυτήν οφείλεται η εξαφάνιση της αρχαίας Σπάρτης, της Τροιζήνας και της Ερμιόνης.

Σύμφωνα με τα στοιχεία, που ο ίδιος δίνει, μόνο στη Σπάρτη πλήρωσε 1.200 ημερομίσθια για το γκρέμισμα των μνημείων και των κτιρίων που σώζονταν ακόμη. Ανατριχιάζει κανείς με τη σκέψη ότι θα μπορούσε ο Fourmont να μεταφέρει το βαρβαρικό μένος στην Ολυμπία, που την επίσκεψη της μάλιστα είχε προγραμματίσει. Αλλά ανακλήθηκε, ευτυχώς, στη Γαλλία λίγο αργότερα. (...)

Τέλος, πρέπει να σημειωθεί πως τα χειρόγραφά του, τα ημερολόγια και οι επιγραφές βρίσκονται στη Βασιλική Βιβλιοθήκη στο Παρίσι.  


Ακολουθούν εικόνες από τα ημερολόγιά του:


1. Η πεδιάδα του Άργους με καταγεγραμμένες τις πόλεις και τα χωριά που έψαχνε
pediada Argous


2. Ένα από τα πολλά ενεπίγραφα από τη Σπάρτη. Σκίτσο από το βιβλίο σημειώσεων του αββά
enepigrafo sparti


3. Αποτύπωση αγάλματος δαφνοστεφανωμένου νέου.
Agalma


4. Βάθρο Λακεδαιμονίων καταγεγραμμένο στο βιβλίο του ιδίου πριν την καταστροφή του αντικειμένου
Vathro


5. Σκίτσο του Σουλτάνου Αχμέτ Γ' στο βιβλίο σημειώσεών του.
Soultanos


6. Χάρτης της περιοχής της αρχαίας Σπάρτης.
xartis Spartis


7.Το εξώφυλλο ενός βιβλίου σημειώσεών του.
eksofyllo vivliou
 http://www.thessalonikiartsandculture.gr/blog/texnopersona/pos-eksafanistike-i-arxaia-sparti-mia-apisteyti-varvarotita

Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2017

Παρενθετική αποτοξίνωση




Θ​​α μου συχωρέσουν σήμερα οι αναγνώστες της επιφυλλίδας μια παρατυπία: Aντί να προτείνω συγκεκριμένο θέμα για κοινό προβληματισμό, να τολμήσω μιαν «έκτακτη προσφορά» παρενθετικής αποτοξίνωσης από το λεξιλόγιο και ρεπερτόριο της αγανάκτησης και κατάθλιψης που ζούμε. Eνα περιδιάβασμα, χωρίς ενιαία θεματική, σε σταχυολογημένες από μένα ρήσεις και εκφραστικές «ατάκες» του Oδυσσέα Eλύτη. Nα γεμίσουν τα αφτιά μας και το μυαλό με τη μουσική της ποιητικής του γλώσσας, να γευτούμε τον χαμένο πια ελληνικό λόγο.

Ξεφυλλίζω το βιβλίο του «Eν λευκώ» (στις Eκδόσεις «Iκαρος») – το λογαριάζω βασικό μας εγκόλπιο ελληνικότητας των Nεοελλήνων, δεν έχει το όμοιο του. Eλπίζω να το έχουν διαβάσει οι αναγνώστες μου, όμως, δεν σταματάμε όλοι στις ίδιες εκφραστικές συναρπαγές και αξίζει να συντονιστούμε με την πρόκληση καινούργιων ίσως εκπλήξεων.

Λοιπόν, αντιγράφω:

– «H σκέψη των Iώνων, η πρώτη λυρική φωνή στην ποίηση, η υπακοή του μαρμάρου στο ανθρώπινο χάδι, το τρίγωνο των βουνών κατεβασμένο στο αρχιτεκτόνημα... η αχτίδα της σελήνης, έτσι καθώς μας σημαδεύει απ’ τα βάθη ενός ελαιώνα της Mυτιλήνης, μας επιτρέπει να βρεθούμε πιο κοντά στον εαυτό μας, σ’ εκείνα που αγαπούμε – όττω τις έραται, που έλεγε και η Σαπφώ. Mια ρήση απλή, που πήρε την ισχύ φυσικού νόμου σ’ αυτή την περιοχή κι επέζησε στην ψυχή των νησιωτών, βρίσκοντας χίλιους τρόπους να εκδηλωθεί».

– «Eίναι μέσα στα πιο καθαρόαιμα ελληνικά που ο τιμονιέρης βρίσκει το ζύγι στο πλεούμενό του, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που το έβρισκε ο Iκτίνος στον Παρθενώνα. Eίναι σ’ αυτά (στα καθαρόαιμα ελληνικά) που οι ενέργειες π.χ. ενός μεγάλου πολιτικού εγγίζουν την καθαρότητα του πλέον ευγενικού μαρμάρου...»

– «O τρόπος που ένα σύνολο αντιλαμβάνεται τη ζωή αποτυπώνεται και στον τρόπο που μεταχειρίζεται την ύλη, θέλω να πω που την υποτάσσει στις ανάγκες της καθημερινής του ζωής. H περίσσεια, το αδικαίωτο στολίδι, ο μορφασμός, αποτελούν για τον Eλληνα μιαν ύβρη... Προσέχει (ο Eλληνας) να κρατηθεί σε απόσταση από κάθε τι που θα μπορούσε να εκληφθεί σαν εκμετάλλευση δημαγωγική του πόνου: την υπερβολή, το σπάσιμο στην έκφραση, την άμετρη χειρονομία, όλα όσα η ευρωπαϊκή παράδοση καλλιέργησε αργότερα κάτω από διάφορα ψευδώνυμα του ίδιου πάντοτε εξπρεσιονισμού».

– «Λησμονούμε ότι, χωρίς αγαθά υλικά (άλλοτε), ο χώρος ο ανθρώπινος ήτανε τόσο αδειανός που το θαύμα χωρούσε πιο εύκολα. Kι ότι αυτή η «σταματημένη ζωή», όπως την αποκαλούμε σήμερα υποτιμητικά, υπερσκελίζοντας κάθε αίσθημα αστάθειας, βοηθούσε τότε τους ανθρώπους ν’ αντιλαμβάνονται την πρόοδο με τα ποιοτικά και όχι τα ποσοτικά μέτρα· που σημαίνει ότι η διάρκεια, σαν χρυσό νήμα σ’ ένα κέντημα, έδενε περασμένα και τωρινά, ευτελή και πολύτιμα, φυσικά και υπερφυσικά, μ’ έναν τρόπο που δε γίνεται να ξαναγνωρίσουμε ποτέ».

– «(Στο έργο του Παπαδιαμάντη) η αγιοσύνη αποχτάει αφή και η αφή αγιοσύνη... σε τέτοιο βαθμό, που να σου ’ρχεται συχνά, μπροστά στο γυμνό στήθος μιας κοπέλας που περιγράφει, να κάνεις το σταυρό σου... Aυτή η μεγάλης διαφάνειας θαλασσογραφία και μαζί τυπολογία ελληνικής ζωής που άπαξ υπήρξε και που δεν ξεγράφεται με τίποτε· που δεν αποτελεί παρελθόν μήτε παρόν μήτε μέλλον, αλλά την αποτύπωση, σε μιαν ορισμένη ιστορική στιγμή και πάνω σ’ ένα συγκεκριμένο υλικό, μιας σταθερής εκφραστικής που χαρακτηρίζει ανέκαθεν τον Eλληνα και είναι πάντοτε η ίδια».

– «Συμβαίνει να είμαι όχι συμπτωματικά μόνο αλλά και οργανικά Eλληνας· από την άποψη ότι κατοικώ το ίδιο ανάλλαχτο ομηρικό τοπίο και ότι έχω στο αίμα μου τον Πλάτωνα. Aυτός είναι ο λόγος που μ’ έκανε από μιας αρχής να καταδικάζω μέσα μου ολόκληρο το συγκρότημα των εκφραστικών τρόπων που η Aναγέννηση κληροδότησε στον δυτικό μας πολιτισμό».

– «Mιλώ μ’ έναν φανατισμό που δεν είναι παρά σωφροσύνη στον κύβο. Nα ’σαι σκληρός απέναντι στο μέλλον σου μαρτυρεί πόσο τρυφερός είσαι ήδη απέναντι στα στοιχεία που κρυφά προσφέρεις για να το συνθέσουν. Aλλά ποιο μέλλον; Tίνος; Tο απώτερο, το μετά κάθε ιδιώτη μέλλον, που αυτό είναι και το δημόσιο... Mε τον ίδιο τρόπο που σ’ ένα πέτρινο, σχεδόν διάφανο ειδώλιο που λευκάζει κι αναδύεται από τα κύματα συμπίπτουν οι λιγοστές γραμμές της Πάρου ή της Σικίνου και οι πτυχές του μανδύα μιας αγίας Mαρίνας ή μιας Διαμάντως που εναποθέτει λουλούδια στον επιτάφιο.

Περιμένω τον καλλιτέχνη, τον ικανό να στήσει, αποστραγγίζοντας όλο το απόθεμα του θυμητικού μας, το μνημείο στον “άγνωστο ιδιώτη”. Oπως ώς τώρα εστήσαμε σε κάθε γωνιά του τόπου μας κάποιο μνημείο στον “άγνωστο στρατιώτη”. Θα πρέπει να βγαίνει από την κυανή και λευκή Mεγάλη του Γένους Σχολή και ν’ αντανακλά όλο φως πάνω στην πίσσα της Eυρώπης που θάβουμε σήμερα εν όψει μιας άλλης που μοιάζει να γεννιέται. Xωρίς διάκριση. Πάνω στους μέλανες δρυμούς, στα τέρατα της Chartres και του Duomo, τους Kαρτέσιους και τους Kαλβίνους, τους Kαντ και τους Mαρξ, τον Πάπα – Θεός σχωρέσει τους».

– «Eάν η ελληνική ποίηση μπορεί να έχει ενδιαφέρον για τους Eυρωπαίους, είναι στο μέτρο που ίσα ίσα δείχνει πόσο διαφέρει απ’ αυτούς· είναι η μοναδικότητά της, το δακτυλικό της αποτύπωμα, που προσφέρει την ευκαιρία στους διανοητές της Δύσης να κρίνουν και, ώς ένα βαθμό, να καθορίσουν με διαφορετικό τρόπο το ειδικό βάρος του δικού τους πολιτισμού...

...Eίναι αυτά (η διαφορά και μοναδικότητα) που φιλοδόξησαν και επέτυχαν να εκφράσουν οι μεγάλοι μας ποιητές και συγγραφείς, ο Σολωμός, ο Kάλβος, ο Παπαδιαμάντης, ο Σικελιανός, χωρίς ούτ’ ένα γραμμάριο βαλκανικού τύπου να παρεισφρέει στα γραπτά τους, όπως ο πρώτος τυχών χημικός της ψυχής θα μπορούσε να το διαβεβαιώσει. Kαι να μην παραλείψουμε να προσθέσουμε, κοντά σ’ αυτά τα ένδοξα τέκνα, τον “κοσμοπολίτη” Γιώργο Σεφέρη, που η πιο μεγάλη του αρετή, ακριβώς, ήταν ότι δε φράγκεψε αλλ’ αφέθηκε, κατά την ομολογία του, να σιγοκαίγεται από τον καημό της Pωμιοσύνης».

– «Πολύ συχνά, μερικές έννοιες που βρίσκονται η μία στον αντίθετο πόλο της άλλης, όπως η απλότητα και η απλούστευση ή η λιτότητα και η φτώχεια, στην αντίληψη των περισσοτέρων γειτονεύουν και συγχέονται. Xρειάζεται ο ιχνευτής ο ικανός ν’ αναγνωρίσει το καίριο, ακριβώς όπως ο ειδικός το θαυματουργό φυτό ανάμεσα στα μυριάδες άχρηστα χορτάρια».

– «Nέε, θυμήσου: δεν γίνεσαι δούλος όταν σε υποτάσσει μόνον αυτός που έχει την εξουσία – αλλά κι εκείνος που την πολεμάει».

Πάντοτε θαρραλέα επίκαιρος ο Oδυσσέας Eλύτης.

Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017

Το ραγισμένο δοχείο

Το ραγισμένο δοχείο: Ένας όμορφος μύθος με ένα σημαντικό μήνυμα!

Το ραγισμένο δοχείο: Ένας όμορφος μύθος με ένα σημαντικό μήνυμα!
 FacebookTwitter Google
Ένας μύθος που μας υπενθυμίζει ότι κανείς δεν είναι τέλειος, όλοι έχουμε αδυναμίες αλλά και δυνατότητες, αρκεί να τις εκμεταλλευτούμε σωστά.
Μια γριά Κινέζα γυναίκα κουβαλούσε νερό με δύο μεγάλα δοχεία κρεμασμένα από τους ώμους της. Το ένα δοχείο ήταν άψογο και μετέφερε πάντα όλη την ποσότητα νερού που έπαιρνε. Το άλλο είχε μια ρωγμή και στο τέλος της μακριάς διαδρομής από το ρυάκι στο σπίτι, έφθανε μισοάδειο.
Έτσι για δύο ολόκληρα χρόνια η γριά κουβαλούσε καθημερινά μόνο ενάμισι δοχείο νερό στο σπίτι της. Φυσικά το τέλειο δοχείο ένοιωθε υπερήφανο που εκπλήρωνε απόλυτα και τέλεια το σκοπό για τον οποίο είχε κατασκευαστεί. Το ραγισμένο δοχείο ήταν δυστυχισμένο, που μόλις και μετά βίας μετέφερε τα μισά από αυτά που έπρεπε, ένοιωθε ντροπή για την ατέλεια του.
Ύστερα από δύο χρόνια δεν άντεχε πια την κατάσταση αυτή και αποφάσισε να μιλήσει στη γριά.
«Ντρέπομαι τόσο για τον εαυτό μου και θέλω να σου ζητήσω συγγνώμη».
«Μα γιατί;» ρώτησε η γριά. «Για ποιο λόγο νιώθεις ντροπή;»
«Ε, να.. Δύο χρόνια τώρα μεταφέρω μόνο το μισό νερό λόγω της ρωγμής μου και εξαιτίας μου κοπιάζεις άδικα κι εσύ».
Η γριά χαμογέλασε:
«Παρατήρησες ότι στο μονοπάτι υπάρχουν λουλούδια μόνο στη δική σου πλευρά και όχι στη μεριά του άλλου δοχείου; Πρόσεξα την ατέλειά σου και την εκμεταλλεύτηκα. Φύτεψα σπόρους στην πλευρά σου και εσύ τους πότιζες. Δύο χρόνια τώρα μαζεύω τα άνθη και στολίζω το τραπέζι μου. Αν δεν ήσουν εσύ αυτή η ομορφιά δε θα λάμπρυνε το σπίτι μου».
Βέβαια δεν ήταν η ατέλεια του δοχείου που το έκανε ξεχωριστό αλλά η ιδιαίτερη ικανότητα της γυναίκας εκείνης να διακρίνει και να χρησιμοποιήσει την αδυναμία του.
Ο καθένας μας έχει τις “ρωγμές” του και τις “αδυναμίες” του που μπορούν ακόμη κι αυτές να γίνουν χρήσιμες και να ομορφύνουν τη ζωή μας. Κάθε “ρωγμή” μπορεί να κάνει τη ζωή μας πιο πλούσια και πιο ενδιαφέρουσα αρκεί να βρει κάποιος την ομορφιά που μπορεί να δώσει η ατέλειά μας.
“Ραγισμένοι” φίλοι, μην ξεχνάτε να σταματάτε στην άκρη του δρόμου και να απολαμβάνετε το άρωμα των λουλουδιών που φυτρώνουν στη μεριά σας. Αν ο καθένας μας μετέτρεπε, σαν τη γριά γυναίκα της ιστορίας μας, τις ατέλειες του διπλανού του σε κάτι χρήσιμο και όμορφο σίγουρα ο κόσμος μας θα γίνονταν πολύ καλύτερος!
Πηγή: entypwsiako.com/ |  

Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2017

Πρωτεσίλαος: Ο πρώτος πεσών Έλληνας στα χώματα της Τροίας










Στον Τρωικό Κύκλο της Ελληνικής Μυθολογίας...
ο Πρωτεσίλαος αναφέρεται ως βασιλιάς της Θεσσαλίας, γιος του Ιφίκλου και της Αστυόχης.Το βασίλειο ( Φθιώτις Αχαΐα), του Πρωτεσίλαου εντοπίζεται στα όρια της σημερινής επαρχίας του Αλμυρού.


Ο Πρωτεσίλαος μνημονεύεται ως ένας από τους μνηστήρες της Ωραίας Ελένης και ως τέτοιος έλαβε μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας με 40 πλοία επικεφαλής των Θεσσαλών των πόλεων Φυλάκης, Ανδρώνας Πυράσου και Πτελεού.Σύμφωνα με άλλες παραδόσεις, είχε συμμετάσχει και στην πρώτη εκστρατεία των Ελλήνων, στη Μυσία.


Αφήνοντας πίσω τους το νησί Τένεδος, οι Αχαιοί έφτασαν επιτέλους στο ακρογιάλι της Τροίας. Η Τροία, γνωστή ως Ίλιον, ήταν ένα μέρος φονικότατων μαχών, το οποίο προστάτευε ο θεός Απόλλωνας με το ασημένιο του τόξο. Είχε πάρει το όνομά της από τον Ίλο, γιο του Τρώα, ο οποίος είχε κτίσει τα απόρθητα κάστρα που το περιέβαλλαν. Υπήρξε ο πρώτος που σκοτώθηκε στον Τρωικό Πόλεμο από την πλευρά των πολιορκητών.


Λέγεται μάλιστα ότι είχε δοθεί χρησμός ότι ο πρώτος που θα έβγαινε από τα πλοία κατά την άφιξη του στόλου στην Τροία θα σκοτωνόταν και ο Πρωτεσίλαος δέχθηκε να βγει αυτός πρώτος γνωρίζοντας τον συγκεκριμένο χρησμό. Μάλιστα κατά τη μεταγενέστερη παράδοση το αρχικό του όνομα ήταν Ιόλαος και για την «ακραία» του αυτή προθυμία μετονομάσθηκε σε «Πρωτεσίλαο».


Όταν λοιπόν έφτασαν στα παράλια,κανείς τους, όμως, δεν τολμούσε να αποβιβαστεί και να πατήσει το πόδι του στην τρωική γη, γιατί όλοι τους ήξεραν την προφητεία της Θέτιδας ότι ο πρώτος Αχαιός που θα πατούσε τη γη της Τροίας θα πέθαινε αμέσως. Ο Οδυσσέας, πολυμήχανος όπως πάντα, πέταξε την ασπίδα του και μετά πήδηξε πάνω της, επιτυγχάνοντας να μην πατήσει στο τρωικό χώμα. Ξεθαρρεύοντας, ο αρχηγός των Θεσσαλών, Πρωτεσίλαος, πήδηξε δεύτερος, νομίζοντας ότι ο χρησμός θα επαληθευόταν με το θάνατο του Οδυσσέα. Τρίτος ακολούθησε ο Αχιλλέας και μετά οι υπόλοιποι.


Ο Πρωτεσίλαος πολέμησε γενναία και σκότωσε αρκετούς από τους Τρώες που είχαν μαζευτεί για να δυσκολέψουν τους Αχαιούς κατά την αποβίβαση. Λίγο αργότερα, όμως, έπεσε νεκρός από το χέρι του Έκτορα, για να επαληθευτεί ο χρησμός που σωστά είχε ερμηνεύσει ο Οδυσσέας.


Ο θάνατος του Πρωτεσίλαου, γιου του Ίφικλου, βασιλιά της Φυλακής της Θεσσαλίας, λύπησε πολύ τους Αχαιούς, γιατί ήταν σ’ όλους γνωστό πως ο Πρωτεσίλαος έφυγε για την Τροία την επόμενη μέρα του γάμου του με τη Λαοδάμεια, κόρη του Άκαστου.





Πριν από την αναχώρησή του από την Ελλάδα, ο Πρωτεσίλαος είχε πάρει ως σύζυγό του τη Λαοδάμεια (στα «Κύπρια έπη» ως σύζυγός του μνημονεύεται η Πολυδώρα, κόρη του Μελεάγρου). Οι θεοί λυπήθηκαν τη Λαοδάμεια για τη χηρεία της και τον έφεραν πίσω από τον Άδη για να τον δει. Εκείνη χάρηκε πάρα πολύ, νομίζοντας ότι ο Πρωτεσίλαος είχε επιστρέψει από την Τροία, αλλά όταν οι θεοί τον πήγαν πάλι στον Κάτω Κόσμο, ήταν απαρηγόρητη.


Παράγγειλε και της έφτιαξαν ένα μπρούτζινο άγαλμά του, και αφοσιώθηκε σε αυτό. Ο πατέρας της ανησύχησε με τη συμπεριφορά της και διέταξε την καταστροφή του αγάλματος, αλλά τότε η Λαοδάμεια έπεσε στη φωτιά και κάηκε μαζί με το άγαλμα.





Μετά τον θάνατό του, ο Πρωτεσίλαος λατρευόταν ως ήρωας στον Ελεούντα της Χερσονήσου (Θράκη), όπου βρισκόταν και ο «τάφος» του, του οποίου τα αφιερώματα λεηλατήθηκαν κατά τους περσικούς πολέμους (5ος αι. π.Χ.), αλλά οι Έλληνες τελικώς συνέλαβαν και εξετέλεσαν τον σατράπη που τα λεηλάτησε και επέστρεψαν τον θησαυρό στη θέση του.


Ο τάφος αναφέρεται μετά όταν πέρασε από εκεί ο Μέγας Αλέξανδρος στην αρχή της εκστρατείας του κατά των Περσών, οπότε και προσέφερε θυσία πάνω στον τάφο ελπίζοντας να αποφύγει τη μοίρα του Πρωτεσιλάου όταν θα πρωτοπατούσε το πόδι του στην Ασία.


Ο Φιλόστρατος το περιγράφει στις αρχές του 3ου μ.Χ. αιώνα, γράφοντας ότι υπήρχε εκεί ένα άγαλμα του Πρωτεσιλάου «ιστάμενο σε βάση παρόμοια με την πλώρη πλοίου». Αναφέρονται και νομίσματα του Ελεούντα από τη ρωμαϊκή εποχή με παρόμοια αναπαράσταση.


arxaiaellinika.wordpress

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ 4 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1843







 Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης δεν πέθανε από εχθρικό βόλι σε κάποια απ' τις τόσες μάχες που έδωσε. Ούτε στην λαιμητόμο όπου τον είχαν καταδικάσει οι δικαστές της κυβερνήσεως του
Κωλέττη, ούτε στο υγρό και σκοτεινό κελί του φρουρίου του 
Ναυπλίου, όπου πέρασε 6 μήνες φυλακισμένος.
Πέθανε στο σπίτι του στην Αθήνα, ανώδυνα, ειρηνικά και ανεπαίσχυντα, όπως εύχεται ή Εκκλησία μας, από εγκεφαλική συμφόρηση.
Ιδού πώς: 
Την βραδιά του θανάτου του ήταν προσκεκλημένος στον Βασιλικό χορό του Παλατιού. Εκεί χόρεψε, έφαγε και ήπιε περισσότερο απ' ότι συνήθιζε, ευτυχής καθώς ήταν, αφού προ δύο ήμερων είχε παντρέψει το μικρότερο παιδί του, τον Κωνσταντίνο (Κολίνο). Μετά τον χορό γύρισε σπίτι του, το όποιο βρισκόταν πολύ κοντά στα Παλάτι, την σημερινή Βουλή των Ελλήνων.
"Έπαθε αποπληξία (τον βρήκε κόλπος όπως λένε) κατά τον ύπνο, "κατά την 4η ώρα της νύκτας". Δεν μπορούσε να κουνηθεί ούτε να μιλήσει, και μετά βίας ανέπνεε. Αν και ήρθαν οι καλύτεροι γιατροί της εποχής, δεν μπόρεσαν να κάνουν τίποτε περισσότερο απ' το να παρατείνουν τις στιγμές του. Τον φλεβοτόμησαν και του έβαλαν βδέλλες (αφαίμαξη), χιόνι στην κεφαλή, καταπλάσματα από σιναπόσπορο στα πόδια.
Η τελευταία του κουβέντα ήταν αυτή προς το παιδί του τον Γενναίο: "σου αφήνω τόσους φίλους, όσα φύλλα έχουν τα κλαριά, και φρόντισε να τους φυλάξεις".
Πέθανε σε ηλικία 73 ετών, στις 04/02/1843 και "ώρα 11η" πρωινή".
Όλα τα μαγαζιά και τα εργαστήρια της Αθήνας έκλεισαν και πλήθος κόσμου συνέρεε στο σπίτι του. Οι παλαιοί συναγωνιστές του τον καταφιλούσαν και έκλαιγαν με αναφιλητά. Κηρύχθηκε τριήμερων δημόσιο πένθος. 



 
Τον νεκρό τον έντυσαν με την στολή του Αντιστράτηγου, του έζωσαν τα σπαθί, του φόρεσαν τσαρούχια, τον απίθωσαν στα φέρετρο και έβαλαν κάτω από τα πόδια του μία τουρκική σημαία. Στο ένα του πλάγιο έβαλαν τον ασημένιο του θώρακα, ενώ στο άλλο την περικεφαλαία του και τις σπαλέτες. Στα πόδια του μάλιστα τοποθέτησαν την τούρκικη σημαία. Η πολεμική αυτή εξάρτυση του Κολοκοτρώνη βρίσκεται σήμερα στα Εθνικό Ιστορικό Μουσείο Αθηνών, όπου και μεταφέρθηκε, ασφαλώς μετά την εκταφή των οστών με σκοπό την ανακομιδή τους εις την Τρίπολη. 

  
  
Η πομπή κατέβηκε από την οδό Ερμού, και μπαίνοντας στην οδό Αίολου έφτασε στον ναό της Αγ. Ειρήνης, όπου εψάλη ή νεκρώσιμη ακολουθία. Γύρω από την νεκροφόρα κατά την πορεία της προς την Αγία Ειρήνη ήσαν: Ο πρόεδρος του Συμβουλίου Επικρατείας Κουντουριώτης, ο Αντιστράτηγος Τσώρτς, ο Υποστράτηγος Τζαβέλλας, ο Υποστράτηγος Γιατράκος, οι Συνταγματάρχες Πλαπούτας και Μακρυγιάννης, οι σύμβουλοι επικρατείας Δεληγιάννης και Παλαμήδης. Επίσης ακολουθούσαν οι επώνυμοι της εποχής και πλήθος κόσμου. Ήταν τόσος ο λαός που όταν ή αρχή της πομπής έμπαινε στην Εκκλησία, ή ουρά της πομπής δεν είχε μπει ακόμα στην αρχή της Έρμου.
Τον επικήδειο λόγο εκφώνησε μία μεγάλη μορφή των γραμμάτων της εποχής, ο εκκλησιαστικός ρήτορας και συγγραφέας Κων. Οικονόμου των έξ Οικονόμων. Έπειτα ή πομπή, περνώντας ξανά από το παλάτι, έφτασε στο Α' νεκροταφείο.
Ιατρική πλευρά: 
Τα συμπτώματα πού μας παραδίδουν οι ιστορικοί της εποχής, δείχνουν ότι ο Κολοκοτρώνης πέθανε από εγκεφαλικό, είτε αιμορραγικό είτε θρομβωτικό. Ο Κολοκοτρώνης ήταν 73 ετών, τα αγγεία του εγκεφάλου του - με την φθορά του χρόνου - θα είχαν πάθει σκλήρυνση (αρτηριοσκλήρυνση), δηλαδή θα ήταν σκληρά, άκαμπτα και εύθραυστα, και δεν θα άντεχαν σε μεγάλη αύξηση της αρτηριακής πιέσεως.
Απ' την άλλη μεριά, το κρασί πού κατανάλωναν οι Έλληνες εκείνης της εποχής ήταν ασφαλώς πολύ, και ο Κολοκοτρώνης στους γάμους του παιδιού του ήπιε πολύ παραπάνω απ' το συνηθισμένο. Το πολύ οινόπνευμα όμως συμβάλλει στην αύξηση της πιέσεως και σε χρόνια κατανάλωση αλλά και κάθε φορά πού πίνουμε. Όποτε, αν είχε και υπέρταση από πριν, το κρασί πού κατανάλωσε ο Κολοκοτρώνης εκείνη την βραδιά, μάλλον συνέβαλε στο να αυξηθεί ακόμη περισσότερο ή πίεση του. Ίσως τα αγγεία του να μην άντεξαν την αυξημένη πίεση του αίματος με συνέπεια την ρήξη τους και την εγκεφαλική αιμορραγία. Είτε ή υπέρταση να είχε ως αποτέλεσμα να σχηματισθεί θρόμβος σε κάποιο αγγείο του εγκεφάλου, έχοντας ως συνέπεια την μη τροφοδότηση του εγκεφάλου με αίμα (ισχαιμία του εγκεφάλου).
Επίσης ο Γέρος έφαγε πολύ εκείνη την βραδιά. Αυτό σημαίνει πώς ή πέψη του επιβαρύνθηκε πολύ. Κατά την πέψη αρκετό αίμα φεύγει από την κυκλοφορία -και τον εγκέφαλο- και πηγαίνει στο έντερο, γεγονός το όποιο σ' έναν ηλικιωμένο οργανισμό, πού χρειάζεται κάθε δυνατή εφεδρεία, επιφέρει μεγάλο πρόβλημα. Εάν υπήρχε ελαττωματική αιμάτωση του εγκεφάλου του Κολοκοτρώνη, το πλούσιο αυτό γεύμα επέτεινε την εγκεφαλική ισχαιμία.
Επί πλέον δε και ή μεγάλη χαρά του Γέρου μπορεί να συνέβαλε στον θάνατο του, καθώς δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις, κατά τις όποιες πέθαναν άνθρωποι ευρισκόμενοι σε χαρά, όπως εκείνος ο Διαγόρας ο αρχαίος, ο οποίος πέθανε υπό τις επευφημίες των θεατών του σταδίου, όταν οι 3 γιοι του νίκησαν στην Ολυμπία.
Τι απέγιναν τα οστά του Κολοκοτρώνη: 
Τα οστά του Κολοκοτρώνη βρίσκονται στην Τρίπολη από τις αρχές του αιώνα. Πριν, βρίσκονταν στην Αθήνα στο Α' Νεκροταφείο, αλλά ο Ελευθέριος Βενιζέλος φρόντισε για την μεταφορά τους στην Τρίπολη (κατόπιν αιτήματος των Αρκάδων), συνοδεύοντας μάλιστα ο ίδιος την μεταφορά τους, αποδίδοντας έτσι τιμή στον ελευθερωτή του Γένους μας. Το 1971 στην πλατεία του Άρεως στην Τρίπολη στήθηκε ανδριάντας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Και από το 1993 τα οστά ευρίσκονται στην βάση του μνημείου αυτού, σε ειδική κρύπτη. 
ΥΠΟΔΟΧΗ ΟΣΤΩΝ ΤΟΥ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ ΣΤΗΝ ΤΡΙΠΟΛΗ 
 
Το μνημείο απεικονίζει τον Γέρο του Μοριά καβάλα πάνω σε άλογο. Και στο δημοτικό τραγούδι των Κολοκοτρωναίων απεικονίζεται η γενιά του, περήφανη, να μετακινείται, συνεχώς ευρισκόμενη πάνω σε άλογο.
...καβάλα παν' στην Εκκλησιά, καβάλα προσκυνάνε,
καβάλα παίρνουν αντίδωρο απ' του παπά το χέρι...
και δεν καταδέχονται τη γης να την πατήσουν...   

  




Ο ΤΑΦΟΣ ΤΟΥ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ ΣΤΟ Α ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Η ΑΜΑΞΟΣΤΟΙΧΊΑ ΜΕ ΤΑ ΟΣΤΑ ΤΟΥ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ 


Η ΦΥΛΑΚΗ ΤΟΥ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ


ΑΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΤΡΙΠΟΛΕΩΣ ΥΠΟΔΟΧΗ ΟΣΤΩΝ Θ.ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ





http://ektimotheou.blogspot.gr/2013/02/4-1843.html