Αναγνώστες

Σάββατο, 27 Ιανουαρίου 2018

Νέα Αγχίαλος




Νέα Αγχίαλος
Πόλη
Τοποθεσία στον χάρτη της χώρας
Τοποθεσία στον χάρτη της χώρας
ΧώραΕλλάδα
ΠεριφέρειαΘεσσαλίας
Έκταση80.462 τ.χλμ
Υψόμετρο35 μ
Πληθυσμός5 132
Ταχυδρομικός κώδικας374 00
Τηλεφωνικός κωδικός24280
Η Νέα Αγχίαλος είναι παραθαλάσσια κωμόπολη και μικρός λιμένας στο ΒΔ. μυχό του Παγασητικού κόλπου, ΝΔ. του Βόλου, στο νομό Μαγνησίας, η οποία ιδρύθηκε το 1907 από πρόσφυγες της Παλαιάς Αγχιάλου. Σήμερα ανήκει στον δήμο Βόλου και έχει πραγματικό πληθυσμό (2001) 6.409 κατοίκους (Τ.Δ. Ν. Αγχιάλου).

Αρχαία ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Φθιώτιδες Θήβες
Στο χώρο που απλώνεται η σημερινή κωμόπολη, άκμασαν τα παλαιότερα χρόνια δύο πόλεις, η Πύρασος και οι χριστιανικές Φθιώτιδες Θήβες.
Τα αρχαία ευρήματα αποδεικνύουν τη συνεχή ανθρώπινη παρουσία από τα νεολιθικά χρόνια μέχρι και σήμερα. Η ευλίμενος Πύρασος, όπως την αναφέρει ο αρχαίος γεωγράφος Στράβων, στα κλασικά και μεταγενέστερα χρόνια ήταν το επίνειο των ελληνιστικών Φθιώτιδων Θηβών (οι οποίες βρίσκονταν κοντά στο σημερινό χωριό Μικροθήβες Μαγνησίας). Στις αρχαιολογικές ανασκαφές έχουν βρεθεί απομεινάρια μεγάλων οικιών, λείψανα τοιχοποιίας, κεραμικά σκεύη από την κλασική, την γεωμετρική έως και τη νεολιθική εποχή.
Το 217 π.Χ. η Πύρασος καταστράφηκε από τα στρατεύματα του Μακεδόνα Βασιλιά Φιλίππου του Ε', μαζί με τις γειτονικές Φθιώτιδες Θήβες. Πολύ γρήγορα, στον ίδιο χώρο αναπτύχθηκε μια νέα πόλη. Αρχικά πήρε το όνομα των Φθιώτιδων Θηβών. Στα χρόνια του Χριστιανισμού το όνομα γίνεται Θήβες το οποίο, λόγω διάκρισης από τις Θήβες της Βοιωτίας, άλλαξε σε Θεσσαλικές ή Χριστιανικές Θήβες. Η νέα πόλη γρήγορα αναπτύχθηκε σε σημαντικό χριστιανικό κέντρο. Πυρπολήθηκε και καταστράφηκε στα μισά του 7ου αιώνα, κατά την εποχή των σλαβικών μετακινήσεων στον ελλαδικό χώρο.
Από τα σημαντικότερα αρχαιολογικά ευρήματα της περιοχής, θεωρούνται οι πολλές βασιλικές που ανέδειξε η αρχαιολογική σκαπάνη και οι οποίες τοποθετούνται χρονολογικά στον 5ο και 6ο αιώνα μ.Χ. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτών των κατασκευών είναι τα ενδιαφέροντα ψηφιδωτά δάπεδα τα οποία, χάρη στις προσπάθειες των αρχαιολόγων, διατηρούνται και σήμερα σε άριστη κατάσταση. Η αποκάλυψη τμήματος του αρχαίου τείχους, το μήκος του οποίου υπολογίζεται σε 2.000 μέτρα περίπου, περικλείοντας έκταση 250.000 τετραγωνικών μέτρων, δείχνει το μέγεθος των Φθιώτιδων Θηβών αλλά και τη σπουδαιότητά της κατά την αρχαιότητα.

Αρχαιολογικά ευρήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μέχρι σήμερα έχουν προσδιοριστεί 10 σημαντικά μνημεία της αρχαίας πόλης:
  • η ακρόπολη της Πυράσου
  • η βασιλική του Ελπιδίου
  • το συγκρότημα των δημοσίων κτιρίων
  • το επισκοπικό μέγαρο
  • η βασιλική του Αγ. Δημητρίου
  • υπόκαυστο-λουτρό
  • γυμνάσιο και λουτρό
  • πλακόστρωτη λεωφόρος με κατάστημα "έμβολος" της βασιλικής
  • έπαυλη
  • βασιλική του αρχιερέως Πέτρου.
Αλλά και έξω από τα τείχη υπάρχουν σημαντικά κτίρια: η κοιμητηριακή βασιλική (βασιλική Δ'), άλλη βασιλική, 5η κατά σειρά, έπαυλη του 3ου-4ου αι. κοντά στη θάλασσα, λουτρό και εκτεταμένα ψηφιδωτά δάπεδα ανατολικά του τείχους, άλλη λεωφόρος με καταστήματα ΝΑ του τείχους, νεκροταφεία με θολωτούς τάφους λαξευμένους στις πλευρές του λόφου ή υπόγειους θαλαμοειδείς με λάρνακες - σαρκοφάγους από τραχείτη, χρονολογούμενους από τον 3ο -6ο αιώνα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα ποικιλόμορφα ψηφιδωτά δάπεδα με την ενδιαφέρουσα τεχνική τους. Αυτά συντελούν στη θεώρηση του αρχαιολογικού χώρου της Νέας Αγχιάλου ως χαρακτηριστικού χώρου για τη σπουδή του διακοσμητικού αυτού είδους.
Τα παραπάνω ευρήματα στους αρχαιολογικούς χώρους κατά μήκος του δρόμου που διασχίζει τη Ν. Αγχίαλο και οδηγεί στο Βόλο, πίσω από την αγορά, έξω από το τείχος, στο δυτικό άκρο της Νέας Αγχιάλου και στην οδό Σταυρίδη προς τους λαχανόκηπους, στα νότια.

Σύγχρονη ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ίδρυση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μια άλλη καταστροφή σηματοδότησε τη γέννηση της σημερινής Αγχιάλου. Έχοντας συνεχή παρουσία από τον 5ο αιώνα π.Χ. στα παράλια της Μαύρης Θάλασσας, οι Έλληνες της Παλιάς Αγχιάλου (σημ. Πομόριε της Βουλγαρίας), αναγκάστηκαν να αφήσουν την πατρίδα τους όταν, στις 30 Ιουλίου 1906, η πόλη τους κάηκε από τους Βούλγαρους. Από το καλοκαίρι του 1906 οι ανθελληνικοί διωγμοί είχαν πάρει μεγάλες διαστάσεις σε όλη την περιοχή αυτή. Εκδηλώθηκαν με την καταστροφή ελληνικών εκπαιδευτικών και εκκλησιαστικών ιδρυμάτων και κορυφώθηκαν με την καταστροφή της Αγχιάλου. Οι κάτοικοι ξεριζωμένοι κατέφυγαν στην Ελλάδα. Στην αρχή ζούσαν συγκεντρωμένοι στην Αθήνα. Είχαν εκλέξει εκεί μια επιτροπή που την αποτελούσαν οι εξής Αγχιαλίτες: Γ. Τσακίρης, πρόεδρος, Αλέξανδρος Κ. Μαυρομάτης, Παρασκευάς Β. Δρακόπουλος, Μιχαήλ Τσιτσίνιας, Γεώργιος Μαυρατζάς, Γεώργιος Διαμαντόπουλος, κα. Πολλοί Αγχιαλίτες υποστήριζαν την άποψη να εγκατασταθούν τμηματικά σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας, τελικά όμως επικράτησε η γνώμη να συγκεντρωθούν όλοι σε ένα συνοικισμό ώστε να υπάρχει μια εστία με το όνομα της παλιάς πατρίδας, Αγχίαλος, γιατί διαφορετικά θα έσβηνε το όνομά της.
Το χώρο εγκατάστασης των Αγχιαλιτών υπέδειξε ο γεωπόνος Σπύρος Χασιώτης, ο οποίος υπήρξε διευθυντής της Κασσαβετείου σχολής του χωρίου Αϊδινίου, της επαρχίας Αλμυρού. Έτσι επιτροπή Αγχιαλιτών με τον Σπύρο Χασιώτη επισκέφτηκε την περιοχή αυτή κατά το 1907 και την έκρινε κατάλληλη για την εγκατάσταση τους και τη δημιουργία του συνοικισμού τους. Η τοποθεσία ήταν πάνω σε κεντρικό οδικό δίκτυο και παραθαλάσσια όπως η παλιά πατρίδα τους. Η περιοχή αυτή όμως ήταν κτήμα ακόμα, ιδιοκτησία του τσιφλικά Π. Τοπάλη, που τότε έμενε στο Γαλάζιο της Ρουμανίας.
Η επιτροπή έκανε ενέργειες προς την Κυβέρνηση Γεωγίου Θεοτόκη, η οποία ενέκρινε την αγορά του κτήματος. Για την αγορά του κτήματος πήγε στο Γαλάζιο της Ρουμανίας επιτροπή Αγχιαλιτών, ο Γ. Οδ. Διαμαντόπουλος και ο Μιχαήλ Τσιτσίνιας, εξουσιοδοτημένοι από τους Αγχιαλίτες. Ο Π. Τοπάλης, που προερχόταν από οικογένεια Αγχιαλιτών, δεν έφερε αντίρρηση να πουλήσει το κτήμα. Κατά τους υπολογισμούς του Μ. Τσιτσίνια, η τιμή ήταν 2.000.000 χρυσές δραχμές. Το ποσό αυτό κατέβαλε η κυβέρνηση και κατόπι οι Αγχιαλίτες το εξόφλησαν μέσω του Γεωργικού θεσσαλικού Ταμείου. Δεν είναι ακριβές το μέρος που κατέβαλε η κυβέρνηση. Στο κτήμα αυτό υπήρχαν ήδη κάτοικοι, οι λεγόμενοι κολλήγοι και παρακεντέδες του Καραμπασίου και των Μικροθηβών.
Έτσι στις 30 Σεπτεμβρίου 1907 μπαίνει ο θεμέλιος λίθος για την καινούργια τους πατρίδα. Ο οικισμός χτίστηκε στη θέση "Καινούριο", αμφιθεατρικά, στους πρόποδες ενός χαμηλού βουνού που εμποδίζει τους Β. ανέμους. Νότια δροσίζεται από τον Παγασητικό κόλπο. Ανατολικά και δυτικά εκτείνονται τα ελαιοπερίβολα, τα αμπέλια και τα χωράφια της. Μέσα στο 1908 ολοκληρώθηκαν τα πρώτα 960 λιθόκτιστα διώροφα και μονώροφα σπίτια. Ο οικισμός ονομάστηκε Νέα Αγχίαλος. Στο κέντρο του οικισμού, το 1907, χτίστηκε ο Ναός του Αγίου Γεωργίου σε ανάμνηση του Ναού της παλαιάς πατρίδας. Το 1908 οι Αγχιαλίτες εγκαταστάθηκαν στη Νέα Αγχίαλο.

Πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την εγκατάσταση τους στη νέα πατρίδα, οι Αγχιαλίτες αντιμετώπισαν πολλά προβλήματα. Έπρεπε να οργανώσουν τη ζωή τους και παράλληλα να αντιμετωπίσουν τις αντίξοες συνθήκες του τόπου. Το 1908 συστήθηκε δωδεκαμελής επιτροπή με πρόεδρο τον Λεωνίδα Εμμανουηλίδη, η οποία έπρεπε να κατατάξει σε κατηγορίες τους κατοίκους, για να γίνει η διανομή της γης. Η επιτροπή κατέταξε τους κατοίκους σε τρεις κατηγορίες: α) στους γεωργούς με κλήρο 80 στρέμματα διώροφο σπίτι με οικόπεδο μισού στρέμματος β) σε επαγγελματίες με Ι0 στρέμματα μονώροφο σπίτι με οικόπεδο μισού στρέμματος γ) στους καλλιεργητές με 40 στρέμματα κλήρο διώροφο σπίτι με οικόπεδο μισού στρέμματος.
Το μεγαλύτερο όμως πρόβλημα ήταν η ελονοσία και η αιματουρία από τις οποίες προσβάλλονταν οι κάτοικοι. Η νοτιοδυτική περιοχή της Νέας Αγχιάλου ήταν βαλτώδης και στα νερά των βάλτων υπήρχαν μολυσμένα κουνούπια (ανωφελείς κώνωπες). Οι αρρώστιες αυτές προκάλεσαν το θάνατο σε εκατοντάδες Αγχιαλίτες, με αποτέλεσμα μέσα σε λίγα χρόνια να γεμίσουν δυο νεκροταφεία. Παράλληλα υπήρχε η ανέχεια και η πείνα. Η κατάσταση ήταν κρίσιμη και πολλοί έπαιρναν τις οικογένειες τους και έφευγαν. Άλλοι επέστρεφαν στην παλιά τους πατρίδα, στη Βουλγαρία, και άλλοι εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα ή στην Θεσσαλονίκη, ιδιαίτερα μετά το 1913, όταν απελευθερώθηκε η Μακεδονία. Μάλιστα, κοντά στη Θεσσαλονίκη ιδρύθηκε μια άλλη Νέα Αγχίαλος ή Ίνγκλις, όπως την ονόμαζαν.
Όσοι έμειναν προσπάθησαν με κάθε τρόπο να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα. Με τη συνδρομή των συμπατριωτών τους στην Αθήνα και με ενέργειες προς στην κυβέρνηση, πέτυχαν να σταλεί ειδικός γιατρός, ο Ιωάννης Καρδαμάτης από τη Σωζόπολη, για την καταπολέμηση της ελονοσίας και αιματουρίας. Μαζί του συνεργάστηκαν οι Αγχιαλίτες γιατροί Πάτροκλος Παρασκευόπουλος, Αναγνώστης Παρασκευόπουλος και Αδαμαντιάδης. Το κράτος διέθετε δωρεάν σε όλους τους κατοίκους φιαλίδια κινίνης. Στην εξυγίανση της πόλης και στην εξολόθρευση των κουνουπιών συνετέλεσε πολύ και η προμήθεια μικρών ψαριών που έκανε η κυβέρνηση από τη Ιταλία το 1932. Τα ψάρια αυτά τα έριξαν στο λιμανάκι και στα μολυσμένα λιμνάζοντα νερά. Εκεί πολλαπλασιάστηκαν και εξολόθρευσαν τα κουνούπια. Τα ψάρια αυτά υπήρχαν και μέχρι το 1955 περίπου.
Η επιτροπή έστρεψε επίσης την προσοχή της στην εξεύρεση του υδραγωγείου της αρχαίας πόλης Πυράσου, γιατί τα πηγάδια που είχαν ανοίξει τα πρώτα χρονιά είχαν ανθυγιεινά νερά. Στην εξεύρεση του υδραγωγείου συνετέλεσε ο Ηλίας Λιακόπουλος, τμηματάρχης στο υπουργείο οικονομικών. Οι πηγές του υδραγωγείου ήταν το Μαυρονέρι, κοντά στην περιοχή του Αερινού (Περσοφλί). Ο Λιακόπουλος έστειλε τον Εμ. Κριεζή, εργολάβο ειδικό μηχανικό για υδραγωγεία. Με προσωπική εθελοντική εργασία των κατοίκων ανοίχτηκε το παλιό υδραγωγείο, τοποθετήθηκαν σωλήνες και κατασκευάστηκε νέα δεξαμενή στο βόρειο και ψηλότερο μέρος της κωμόπολης. Από εκεί διοχετεύτηκε νερό σε όλες τις συνοικίες της. Μαζί με τον Λιακόπουλο και οι Σπύρος Χασιώτης και Βουτηράς συνετέλεσαν στην αντιμετώπιση των προβλημάτων αυτών. Κοντά στις άλλες ενέργειες έγινε και η πρώτη μελέτη αποξήρανσης των ελών. Όταν τελείωσε το υδραγωγείο το 1909 στην πρόσοψη της δεξαμενής εντοιχίστηκε αναμνηστική πλάκα με τα ονόματα όσων συνετέλεσαν στην αποπεράτωση του: Ηλίας Λιακόπουλος, Κριεζής και Κομιτσόπουλος, κρατικός αντιπρόσωπος στην επίβλεψη της κατασκευής.
Από το 1920 και μετά εργάστηκε και το Ινστιτούτο Ροκφέλερ με τους γιατρούς του, για την καταπολέμηση της ελονοσίας. Μετά το 1930 η αρρώστια είχε υποχωρήσει σημαντικά και ως το 1950-55 είχε σχεδόν εκλείψει.
Το 1912 ιδρύθηκε το πρώτο Κοινοτικό Γραφείο Ν. Αγχιάλου με Πρόεδρο τον Ράλλη Αλεξ. Ράλλη, ο οποίος υπήρξε πρόεδρος μέχρι το 1920 και μετά τον διαδέχθηκε ο Βαλάσιος Παπαδόπουλος.
Το 1913, επί προεδρίας Ράλλη, συγκροτήθηκε 5μελής επιτροπή με πρόεδρο τον Ρ. Ράλλη και μέλη τους Λεωνίδα Β. Εμμανουηλίδη, Μιχαήλ Δ. Τσιτσίνια, Ιωάννη Αμυρά και Αποστολάκη Κ. Αργυρόπουλο, με σκοπό την αγορά αλωνιστικής μηχανής, ώστε να απαλλαγούν οι Αγχιαλίτες από την μεγάλη εκμετάλλευση των ξένων ιδιοκτητών μηχανών. Με ομόφωνη γνώμη των κατοίκων της Αγχιάλου η επιτροπή παράγγειλε στο Λονδίνο, μέσω των αδελφών Τζων Γκλαβάνη, αλωνιστική μηχανή τύπου Μάρσαλ, η οποία σύμφωνα με την μαρτυρία του Κ. Εμμανουηλίδη υπήρχε ως το 1956 και εξυπηρετούσε τους Αγχιαλίτες γεωργούς. Η μηχανή αγοράστηκε 20.000 χρυσές δραχμές, με τον όρο η εξόφληση να γίνει σε τέσσερις ετήσιες δόσεις.
Κατά τους πολέμους του 1912 ως το 1922 οι Αγχιαλίτες από τη Ν. Αγχίαλο στρατεύτηκαν στον Ελληνικό στρατό, πολέμησαν πολλά χρόνια και πολλοί έχασαν τη ζωή τους. Στην Αλβανία επίσης, το 1940, πολλοί Αγχιαλίτες πολέμησαν και αρκετοί έχασαν τη ζωή τους.

Κατοχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δυναμική ήταν η συμμετοχή των Αγχιαλιτών και στην Εθνική Αντίσταση. Τους πρώτους μήνες του 1943 εγκαταστάθηκαν ανταρτικά σώματα στα βουνά της Όθρυος (Γούρας) και του Μαυροβουνίου (Καραντάου) με αρχηγούς το Διονύσιο Διάκο κα. Από το 1941 έως τις αρχές του 1943 υπήρχε ένα τμήμα καραμπινέρηδων, το οποίο αποσύρθηκε διότι η δύναμη τους ήταν μικρή και υπήρχε ο κίνδυνος των ανταρτών. Στις 25 Μαρτίου 1943 ένα απόσπασμα ανταρτών κατασκήνωσε στα βουνά της Νέας Αγχιάλου. Αποτελούνταν από 40 με 50 άντρες με αρχηγό το Διάκο. Σκοπός της κατασκηνώσεώς τους ήταν η καταστροφή με νάρκες του δημόσιου δρόμου και η καταστροφή των γεφυριών, για να εμποδίσουν την διάβαση πολεμοφοδίων προς το Νότο.
Στις 18 Απριλίου 1943 κανονιοφόρο πλοία από τον Βόλο κατέστρεψαν τα πλοία που ήταν προσαραγμένα στο λιμάνι της Νέας Αγχιάλου. Στις 24 βομβάρδισαν και τη Νέα Αγχίαλο. Τρεις ημέρες αργότερα, στις 27 Απριλίου, δόθηκε από τον Διοικητή του Βόλου η διαταγή για την πυρπόληση του χωριού. Οι κάτοικοι, ειδοποιημένοι από τον βομβαρδισμό, είχαν ήδη εγκαταλείψει το χωριό. Οι Ιταλοί, για να πραγματοποιήσουν το σχέδιο τους, χωρίστηκαν σε ομάδες και η κάθε ομάδα ανέλαβε κι από μια συνοικία. Ήταν μεθυσμένοι κι ό,τι έβλεπαν μπροστά τους το κατέστρεφαν. Αυτή η μαρτυρία διασώθηκε από τις πληροφορίες που έδωσε η ηλικιωμένη Ελένη Χρυσού Στάθη, η οποία ήταν κατάκοιτη και τυφλή, γι' αυτό και την μετέφεραν στο διπλανό σπίτι του Γιάννη Κων/νου Αιμωνιώτη. Στη συνέχεια πήραν ό,τι βρήκαν μέσα στο σπίτι και στο τέλος το έκαψαν. Από τα 700 πέτρινα σπίτια τα 650 έγιναν στάχτη σε μία μέρα.

Μεταπολεμικά χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Ιταλοί κατέστρεψαν ακόμη και το εξατάξιο δημοτικό σχολείο που είχε κτιστεί με δωρεά του Συγγρού το 1910. Στις 20 Απριλίου τον 1943 οι τοίχοι του σχολείου κατατρυπήθηκαν από σφαίρες. Οκτώ ημέρες αργότερα, 28 Απριλίου, το κτίριο παραδόθηκε στις φλόγες καθώς έφευγαν οι Ιταλοί. Το σχολείο ξαναχτίστηκε, με χρήματα που συγκεντρώθηκαν από έρανο, το 1950 και έγινε καλύτερο, με λουτρά για τους μαθητές. Εφοδιάσθηκε με όργανα Φυσικής, Πειραματικής Χημείας, Ανθρωπολογίας, καθώς και με ραδιόφωνο. Οι Αγχιαλίτες που ζούσαν στην Αμερική συγκέντρωσαν χρήματα και αγόρασαν βιβλιοθήκη και άλλο εξοπλισμό απαραίτητο για το σχολείο. Ο κήπος του Σχολείου χρησίμευσε για την εκπαίδευση των μαθητών και μαθητριών στην κηπουρική, παρασκευή φυτωρίων κα. Αγχιαλίτες δάσκαλοι που δίδαξαν στο σχολείο μέχρι το 1956 περίπου ήταν οι: Μ. Τσιτσίνιας μέχρι το 1934, Α. Καλιατζόγλου μέχρι το 1948, Κ. Εμμανουηλίδης, Στ. Κόκκινος από το 1949, Καλλιρρόη Διονυσίου (Μαυρομάτη), Χαρίκλεια Μαυρομάτη, Αποστολία θ. Αγγελίδη, Γλυκερία Δ. Ξανθούλη (1953-55), Πελαγία Γ. Μαυρατζά. Επίσης δίδαξαν οι Κ. Πριάκος, Ι. Σπυριδάκης, Ν. Σαφαρίκας, Χ. Αναγνώστου, Π. Διονυσίου, Κ. Κρίκος, Μ. Μπουρδάρα, Π.Σαρρή.
Πριν ακόμη ολοκληρωθεί η ανοικοδόμηση της κωμόπολης, σημειώνεται νέα καταστροφή. Από το σεισμό του 1954, τα περισσότερα σπίτια κρίθηκαν κατεδαφιστέα ή ακατοίκητα.
Η Ν. Αγχίαλος κατά το 1950 δεν διέθετε κτίριο για το Κοινοτικό Γραφείο, τον Αστυνομικό Σταθμό και την Αγροτολέσχη. Για να αποφύγει η Κοινότητα τα ενοίκια, ανέλαβε την ανοικοδόμηση ενός μεγάλου κτιρίου προς την παραλία, ανάμεσα στο σπίτι τον Π. Λασκαράκη και το Λιμανάκι. Η θεμελίωση έγινε το 1953. Κοντά στο κοινοτικό κτίριο προς το Λιμανάκι, θεμελιώθηκε το κτίριο του αστυνομικού σταθμού τον Αύγουστο του 1954, από εισπράξεις μεγάλου χορού που έγινε στην πλατεία.
Το 1952 με την φροντίδα του αρμοδίου υπουργείου λειτούργησε σχολή οικοδομών για να μάθουν οι νέοι Αγχιαλίτες την τέχνη του οικοδόμου, αλλά και του μαραγκού. Η διδασκαλία είχε διάρκεια τρεις μήνες και στο τέλος των μαθημάτων το υπουργείο δώριζε τα χρησιμότερα εργαλεία. Σκοπός ήταν να μάθουν να ανοικοδομούν μόνοι τους τα σπίτια, τους σταβλους, τους αχυρώνες.
Το 1952 με υπόδειξη της αμερικανικής αποστολής συστήθηκε στην Νέα Αγχίαλο όπως και σε άλλες αγροτικές κωμοπόλεις Αγροτολέσχη. Στη λέσχη συμμετείχαν νέοι και νέες της Νέας Αγχιάλου. Οι νέοι διδάσκονταν ότι είχε σχέση με τη δενδροκομία, την αμπελουργία, τον εμβολιασμό αγρίων δέντρων, τα συστηματικά κλαδέματα και όσον αφορά τη γεωργία γενικά ότι είχε σχέση με το όργωμα, τη σπορά και τη λίπανση. Διδασκαλία γινόταν από τον κοινοτικό γεωπόνο Γεώργιο Αγγελή. Οι νέες διδάσκονταν από την Αγχιαλίτισσα δασκάλα Γερακίνα Βίγλα ό,τι είχε σχέση με τη φροντίδα του νοικοκυριού, κοπτική, ράψιμο, αργαλειό, κέντημα, μαγειρική, κονσέρβες, εργόχειρα και για πολλά από αυτά βραβεύτηκαν. Πολλοί μεσήλικες Αγχιαλίτες και Αγχιαλίτισσες έχουν ευχάριστες αναμνήσεις από τη συμμετοχή τους στις δραστηριότητες της Αγροτολέσχης.
Κατά το 1955 άρχισε να επεκτείνεται το δίκτυο ηλεκτροφωτισμού σε όλη την περιοχή από το θερμοηλεκτρικό εργοστάσιο Αλιβερίου της ΔΕΗ. Τότε σταδιακά αποκτούν όλα τα σπίτια της Νέας Αγχιάλου ρεύμα και εμφανίζονται τα πρώτα ραδιόφωνα. Την ίδια εποχή (1955) στην περιοχή της Νεάς Αγχιάλου άρχισε να κατασκευάζεται το στρατιωτικό αεροδρόμιο (111 ΠΜ), στην κατασκευή του οποίου εργάστηκαν πολλοί ξένοι και ντόπιοι εργατοτεχνίτες. Το αεροδρόμιο συντέλεσε στην ανάπτυξη της Αγχιάλου οικονομικά και κοινωνικά. Το 1955 επίσης, το καλοκαίρι, λειτούργησαν στη Νέα Αγχίαλο 3 κινηματογράφοι.
Εκτός από τους κατοίκους που ήταν εγκατεστημένοι ως καλλιεργητές στην περιοχή του τσιφλικιού, μετά την εγκατάσταση των Αγχιαλιτών από το 1920 περίπου άρχισε η εγκατάσταση πολλών ανθρώπων από το εσωτερικό της Θεσσαλίας.

Τοπικές γιορτές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Αγχιαλίτες τιμούν ιδιαίτερα και παραδοσιακά τη γιορτή του Αγίου Αθανασίου στις 18 Ιανουαρίου, κατά την οποία ο συνεταιρισμός γιορτάζει και οργανώνει εκδήλωση στην οποία συμμετέχουν οι κάτοικοι και οι αρχές και όπου παραδοσιακό κέρασμα είναι το λουκούμι. Άλλες τοπικές εορτές είναι του αγίου Τρύφωνα, την 1η Φεβρουαρίου, κατά την οποία γιορτάζουν οι αμπελουργοί, του Αγίου Παντελεήμονα, 27 Ιουλίου. Ο εορτασμός γίνεται στο εκκλησάκι λίγο έξω από το χωριό, όπου παλιά οι κάτοικοι πήγαιναν με τα πόδια. Οι γυναίκες γιορτάζουν τα Τρίμερα, την Τετάρτη μετά την Καθαρή Δευτέρα. Είναι λαϊκή γιορτή, παλιό θρακιώτικο έθιμο. Της Αναλήψεως, ο Εσπερινός τελείται με λαμπρότητα στο μικρό εκκλησάκι, κάτω στην παραλία, το οποίο ς κατασκευάστηκε το 1955, όμοιο με την εκκλησία της Παναγίας της παλιάς Αγχιάλου.
Οι κάτοικοι εκτός από ιδιοκτήτες καλλιεργητές, ελεύθεροι εργάτες και τεχνίτες, ασχολήθηκαν και με τα γράμματα και διακρίθηκαν σε πολλούς τομείς των επιστημών. Σήμερα μάλιστα οι γονείς επιδιώκουν με κάθε τρόπο να μορφώσουν τα παιδιά τους με αποτέλεσμα να υπάρχει έλλειψη εργατικών χεριών. Η οικονομία της Αγχιάλου έχει χαρακτήρα αγροτικό και αστικό. Είναι ανεπτυγμένη η γεωργία και παράλληλα το εμπόριο και η βιοτεχνία.
Σήμερα η Νέα Αγχίαλος σύμφωνα με τα στοιχεία της τελευταίας απογραφής έχει πληθυσμό 7.423 κατοίκους και τον Αύγουστο του 1994 ανακηρύχθηκε Δήμος. Η εδαφική επικράτεια του Δήμου έχει έκταση 47.806 στρέμματα. Τα τελευταία χρόνια είναι σε εξέλιξη η προσπάθεια για την τουριστική αξιοποίηση και ανάδειξη των πλεονεκτημάτων της Νέας Αγχιάλου, με παράλληλο σεβασμό τόσο στην παράδοση όσο και στην προστασία του φυσικού και οικιστικού περιβάλλοντος.

Οικισμοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Νέα Αγχίαλος έχει πολλούς οικισμούς όπως το Αλωνάκι, Δημητριάδα (ως προέκτασή της) και λίγο πιο μακριά που ανήκουν στη δικαιοδοσία της:
  • Ο οικισμός Αλωνάκι βρίσκεται μετά το λιμανάκι της Νέας Αγχιάλου κι αποτελεί το νέο παραθαλάσσιο επίνειο της κωμόπολης. Κατοικείται από μόνιμους κατοίκους με σημαντική οικιστική δυναμική τα τελευταία χρόνια.
  • Ο οικισμός της Δημητριάδας βρίσκεται σε απόσταση περί τα 2,5 χιλιόμετρα νότια της Νέας Αγχιάλου.
  • Η Χρυσή Ακτή Παναγιάς είναι παραθαλάσσιος οικισμός τοποθετημένος σε απόσταση 3 περίπου χιλιομέτρων βόρεια- βορειοανατολικά της Νέας Αγχιάλου, πάνω στην Εθνική Οδό προς Βόλο. Διαθέτει μικρό ορμίσκο με άμμο και ρηχή θάλασσα.
  • Μερικά χιλιόμετρα μετά τη Χρυσή Ακτή και κατευθυνόμενοι προς Βόλο, βρίσκεται ο όρμος Μαμιδάκη με τον οικισμό Άγιος Γεώργιος Κυνηγών. Ο οικισμός έχει μόνιμους κατοίκους καθώς και παραθεριστικές οικίες και παραλία με βότσαλα και κροκάλες.
  • Οι οικισμοί Μάραθος και Κριθαριά βρίσκονται στη συνέχεια της διαδρομής προς Βόλο. Είναι από τους πρώτους οικισμούς που κατοικήθηκαν από Γερμανούς παραθεριστές, με μόνιμες παραθεριστικές κατοικίες επί το πλείστον.
https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9D%CE%AD%CE%B1_%CE%91%CE%B3%CF%87%CE%AF%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%82

Σάββατο, 20 Ιανουαρίου 2018

«Kαι όμως κινείται...»



​​Προσπαθώ να φανταστώ την εικόνα: όψεις, χειρονομίες, συμπεριφορές των «αρχόντων» (διακεκριμένων αφεντάδων της γνώσης, της εξουσίας, του πλούτου), όταν ο Galileo Galilei επιχειρούσε να τους πείσει ότι «η γη κινείται». Μια τέτοια δοξασία ανέτρεπε τις βεβαιότητες των αισθητών τους πιστοποιήσεων, τη λογική τους. Αλλαζε την κατεστημένη εικόνα της πραγματικότητας, τη δεδομένη «τάξη πραγμάτων», τάξη που θεμελίωνε όχι απλώς απόψεις, αλλά τρόπο συλλογικό σκέψης και βίου.

Ο Γαλιλαίος ήξερε ότι δεν υπερασπίζει αυθαίρετα δόγματα, εξουσιαστικές απαιτήσεις «αλαθήτου», πεποιθήσεις που θωρακίζουν την εγωτική του κατασφάλιση. Φώτιζε (μαρτυρούσε, κατάδειχνε) τη δεδομένη στη φυσική πραγματικότητα αλήθεια, που δεν κινδυνεύει να εξαλειφθεί αν την αρνηθούν ακόμα και οι υπερασπιστές της (πτοημένοι από το μένος της φανατισμένης αδαημοσύνης). Υπέγραψε λοιπόν ο Γαλιλαίος την αποκήρυξη της «πλάνης» του. Και φεύγοντας, λέει η «παράδοση», σιγοψιθύριζε την αταλάντευτη βεβαιότητά του για τη γη: «Και όμως κινείται»!

Σκέφτομαι, Χριστούγεννα σήμερα, το ανάλογο σκηνικό στους δικούς μας καιρούς, με αντεστραμμένους πια, ριζικά, τους όρους: Η επιθετική απαίτηση εξουσιαστικής επιβολής δεν φοράει τώρα τη λεοντή της μεταφυσικής αυθεντίας, έχει επενδυθεί στην ακαταμάχητη σαγήνη και αποτελεσματικότητα του Ιστορικού Υλισμού. Είναι η Οικονομία σήμερα ο φορέας του «αλαθήτου», μέτρο αποτίμησης της οποιασδήποτε ορθότητας (αλήθειας και αξίας), απόλυτος εξουσιαστής της ύπαρξης και του βίου των ανθρώπων σε παγκόσμια κλίμακα. Ερώτημα για το «νόημα» (την αιτία και τον σκοπό) του υπάρχειν είναι στην πράξη αδύνατο να τεθεί, θέση «νοήματος» επέχει μόνο η χρηστικότητα, η παραγωγική αποτελεσματικότητα. Ο Γαλιλαίος θα συνυπέγραφε και πάλι την κυρίαρχη εξουσιαστική ψευδαίσθηση, αλλά θα μονολογούσε αποχωρώντας: «Και όμως ο Θεός ενανθρώπησε, είναι γεγονός τα Χριστούγεννα».

Η Γιορτή των Χριστουγέννων δεν θεσμοθετήθηκε από κάποιο υπουργείο Εμπορίου ή Εργασίας – μια πάγκοινη γιορτή μόνο γεννιέται, και μόνο η χαρά γεννάει γιορτή. Αν ο Θεός είναι ελεύθερος και από τη θεότητά του, αν το βρέφος στη φάτνη της Βηθλεέμ είναι η αναίτια αιτία του υπάρχειν, τότε η ύπαρξη που ιδρύει αυτός ο ελεύθερος από κάθε προκαθορισμό θεότητας Θεός είναι η ανθρώπινη, προικισμένη με την ελευθερία του Αναίτιου. Με ποια γλώσσα, ποια «σημαίνοντα» (σήμερα θα λέγαμε: με ποια «μαθηματικά») μπορεί να σημανθεί η ύπαρξη ως ελευθερία, όχι βουλητική (επιλογών) αλλά υπαρκτική (τρόπου της ύπαρξης) ελευθερία; Και έχουμε δεδομένη στη γλώσσα μας τη λέξη γι’ αυτόν τον τρόπο: είναι η αγάπη – όχι σαν ποιότητα συμπεριφοράς, αλλά ως τρόπος της ύπαρξης: Να υπάρχεις, επειδή ελεύθερα θέλεις να υπάρχεις, και να θέλεις να υπάρχεις, επειδή αγαπάς.

Η γλώσσα των Χριστουγέννων, με πλήρη επίγνωση της σχετικότητας και ανεπάρκειας των σημαινόντων, λέει: Ο πάντων Αίτιος υπάρχει, όχι επειδή είναι «Θεός» (υποχρεωμένος από τις προδιαγραφές της ουσίας ή φύσης του να είναι αυτό που είναι), αλλά επειδή είναι ο «Πατήρ»: Αυτός που «υποστασιάζει» (κάνει υποστάσεις, υπαρκτική πραγματικότητα) το υπάρχειν «γεννώντας» τον «Υιό» και «εκπορεύοντας» το «Πνεύμα». Υπάρχει η Αναίτια Αιτία, επειδή ελεύθερα «γεννά» και «εκπορεύει», ελεύθερα (αγαπητικά) «γεννάται» και «εκπορεύεται».

Στη γλώσσα των Χριστουγέννων, επίσης, ένα κορίτσι της Ναζαρέτ, ανθρωπινότατο, γεννάει ελευθερώνοντας τη φύση από την αναγκαιότητα της σποράς, μεταποιεί σε ελευθερία σχέσης την κύηση. Αυτή και ο προστάτης της Ιωσήφ και ο σταύλος της Βηθλεέμ και οι αγραυλούντες ποιμένες, όλα, είναι μια γλώσσα για να ειπωθεί η Γιορτή της Μεγάλης Χαράς. Οτι είναι ρεαλιστική δυνατότητα η «σωτηρία»: να γίνει ο άνθρωπος «σώος», υπαρκτικά ακέραιος, να γευθεί το πλήρωμα της ζωής, το «περισσόν» της ζωής, την ελευθερία από κάθε αναγκαιότητα, κάθε περιορισμό ή στέρηση. Η πληρότητα είναι πάντοτε ελευθερία, η ελευθερία πάντοτε έρωτας, επομένως πάντοτε δυνατότητα και ποτέ δικαίωμα, πάντοτε κατορθωμένο χάρισμα και ποτέ συνταγή.

Κάθε «Γαλιλαίος» και σήμερα νιώθει υπόδικος για τη λάμπουσα αλήθεια της Μεγάλης Γιορτής και μάταιο να την αντιτάξει στον πρωτογονισμό και απάνθρωπο ολοκληρωτισμό των «Αγορών», στα παραισθησιογόνα της «ελευθερίας» των καταναλωτικών επιλογών. Αρνείται να ιδεολογικοποιήσει την πίστη του στον έρωτα, στο άθλημα της αγαπητικής αυθυπέρβασης. Περιορίζεται στον ανάκουστο ψίθυρο: «και όμως ενανθρώπησε»! Εχει την εμπειρική βεβαιότητα ότι η αλήθεια των Χριστουγέννων, η ενανθρώπηση της ελευθερίας, δεν χάνει ούτε ζημιώνεται από τον μυωπικό φανατισμό του «εκσυγχρονισμού» και της «προόδου». Η αλήθεια παραμένει ακέραιη και περιμένει τη συνάντησή της με την ελευθερία και δίψα του οποιουδήποτε εραστή της.

Καθόλου τυχαία, είτε για την «ακινησία» της γης πρόκειται είτε για την παγίδευση του μυαλού στα νηπιώδη στερεότυπα του ιστορικο-υλιστικού πρωτογονισμού, την αφύπνιση από τον λήθαργο την αποκλείουν τα κατεστημένα «ιερατεία». Δηλαδή, όσοι διαχειρίζονται κατ’ επάγγελμα τον μετα-φυσικό ρεαλισμό του «νοήματος»: Οι τάχα και πολιτικοί, από άκρη σε άκρη του κομματικού φάσματος, μαγαρίζουν μεθοδικά τη λέξη «Χριστούγεννα» για να «ευχηθούν» μόνο χυδαία καταναλωτική ευωχία, ωσάν να απευθύνονται, όχι σε κοινωνία λογικών υπάρξεων αλλά σε οριστικά ευνουχισμένες αγέλες χοιροστασίου. Διαβάστε και τα «διαγγέλματα» του ιερατείου της «εν Ελλάδι επικρατούσης θρησκείας», αρχιεπισκόπων, μητροπολιτών, πατριαρχών, που συναγωνίζονται το ΚΚΕ σε ιδεολογικό δογματισμό ριζικά αποκομμένον από κάθε γνησιότητα πάλης για «νόημα» και χαρά της ζωής και ψηλαφητή αλήθεια.

Ο Γαλιλαίος παραιτημένος σιγοψιθυρίζει: «Και όμως ενανθρώπησε, διάολε! Είναι Χριστούγεννα!».

Κυριακή, 7 Ιανουαρίου 2018

ΕΦΙΑΛΤΗΣ: Ο ΑΡΝΗΣΙΠΑΤΡΙΣ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΗΣ ΤΩΝ ΘΕΡΜΟΠΥΛΩΝ



Ποιος ήταν ο Εφιάλτης, ο μεγαλύτερος προδότης του αρχαίου κόσμου
Ο αρνησίπατρις πρωταγωνιστής των Θερμοπυλών που επικηρύχθηκε από τη Δελφική Αμφικτιονία

Εδώ κι όχι λιγότερα από δυόμισι χιλιάδες χρόνια, ένα όνομα αποτελεί το αντιπροσωπευτικότερο πρόσωπο της προδοσίας όχι μόνο για τους Έλληνες, αλλά και για πολλούς ακόμα λαούς της Δύσης.

Ο μεγάλος αντιήρωας της Αρχαίας Ελλάδας που οδήγησε τους Πέρσες στα νώτα των Σπαρτιατών του Λεωνίδα μόνο συστάσεις δεν χρειάζεται, αποτελώντας το οικουμενικό πρόσωπο της προδοσίας αλλά και της υπέρτατης ύβρης έναντι της πατρίδας.

Η εικόνα του Εφιάλτη, του εκάστοτε Εφιάλτη, έρχεται και επανέρχεται στην παγκόσμια ιστορία και σίγουρα στα του τόπου μας. Ο γιος του Ευρυδήμου πρόδωσε τις ελληνικές θέσεις στους ξενόφερτους εισβολείς από την Περσία, κάποιος άλλος θα έκανε κάτι αντίστοιχο κατά την Επανάσταση του 1821, το Έπος του 1940 και πάει λέγοντας.

Εφιάλτες δεν λείπουν από πουθενά, κανείς τους ωστόσο δεν θα αποκτούσε την περίβλεπτη ιστορικά θέση του αρχαίου έλληνα προδότη, ο οποίος απεικονίστηκε από τον Ηρόδοτο ως σύμβολο της αρνησιπατρίας και της φιλοχρηματίας.

Ποιος ήταν όμως ο μεγάλος άγνωστος της Ιστορίας που έγινε γνωστός μόνο για το εγκληματικό του αμάρτημα και πέρασε μετά στις υποσημειώσεις των καταγραφών ως ο πιο μισητός ολάκερου του ελληνικού κόσμου;

Σπάργανα βιογραφίας


Ό,τι ξέρουμε για τον Εφιάλτη, τον γιο του Ευρυδήμου του Μαλιέως, προέρχονται από την πένα του Ηροδότου («Ιστορίαι»). Ο μεγάλος ιστορικός δεν μας λέει τίποτα για τα παιδικά του χρόνια ή την οικογενειακή του κατάσταση, καθώς στην Ιστορία εμφανίζεται την πιο νευραλγική στιγμή, το 480 π.Χ., για να ανατρέψει τραγικά τις στρατιωτικές ισορροπίες.

Οι Μαλιείς ήταν ελληνικό φύλο που κατοικούσε στην ανατολική κοιλάδα του Σπερχειού Ποταμού, γύρω από τον Μαλιακό Κόλπο, με σημαντικότερη πόλη την Τραχίνα. Στις πρώιμες μάλιστα φάσεις της Δελφικής Αμφικτιονίας, εκεί εδραζόταν το κέντρο της ομοσπονδίας των 12 φυλών της Στερεάς και της Θεσσαλίας, στην πόλη Ανθήλη. Οι Μαλιείς ήταν σύμμαχοι των Σπαρτιατών από το 426 π.Χ. μέχρι τον Κορινθιακό Πόλεμο, όταν συμμάχησαν με την Κόρινθο για να απαλλαγούν από την ηγεμονία της Σπάρτης…

Η μάχη που γέννησε τον προδότη-ορόσημο


Ενώ ο Ξέρξης συνεχίζει την προέλασή του στον ελλαδικό χώρο, οι Έλληνες ορίζουν την πρώτη θαλάσσια γραμμή άμυνας στο Αρτεμίσιο, ενώ στη στεριά επιλέγονται τελικά οι Θερμοπύλες. Στο έβδομο βιβλίο της «Ιστορίας» του, ο Ηρόδοτος αναφέρει: «Αυτή λοιπόν ήταν η θέση του Ξέρξη και του στρατού του στην Τραχινία της Μηλίδας, ενώ οι Έλληνες είχαν καταλάβει τα στενά που είναι γνωστά στους ντόπιους ως Πύλες, αυτά που οι υπόλοιποι Έλληνες ονομάζουν Θερμοπύλες».

Την ώρα που οι Αθηναίοι ερίζουν για το τι σημαίνει ο χρησμός των Δελφών περί «ξύλινου τείχους» και ο Θεμιστοκλής προσπαθεί να τους πείσει ότι είναι τα πλοία αυτά που θα σώσουν την παρτίδα, οι Σπαρτιάτες στέλνουν ένα πρώτο σώμα να προϋπαντήσει τους Πέρσες, μπας και πειστεί το κοινό των Ελλήνων να πάρει μέρος στην εκστρατεία γρηγορότερα από το προβλεπόμενο.

Οι προπομποί του Λεωνίδα Α’ συσκέπτονται στις Θερμοπύλες και ο βασιλιάς προτείνει να ζητήσουν ενισχύσεις από τις γύρω πόλεις στέλνοντας αγγελιοφόρους. Όσο κρατούν οι διαπραγματεύσεις, ο Ξέρξης στέλνει έφιππο κατάσκοπο να δει πόσοι είναι και τι κάνουν, έχοντας πληροφορηθεί για τον τρομερό Λακεδαιμόνιο και το μικρό στράτευμά του.

Ο Ξέρξης επιβεβαιώνει αυτό που φοβάται από τον Δημάρατο του Αρίστωνος, ο οποίος του καταμαρτυρεί τα καθέκαστα: οι Σπαρτιάτες ήρθαν για να δώσουν μάχη για το στενό πέρασμα, μάχη μέχρις εσχάτων, γι’ αυτό και τους έβλεπαν οι πέρσες ανιχνευτές να λούζουν και να στολίζουν το κεφάλι τους.


Ο Πέρσης δεν φάνηκε φυσικά να πείθεται πως μια χούφτα Ελλήνων θα μπορούσαν να καθηλώσουν τους μυριάδες πολεμιστές του, κι έτσι βάλθηκε να περιμένει να το βάλουν απλώς στα πόδια. Περίμενε τέσσερις ολόκληρες μέρες, μας λέει ο Ηρόδοτος, και την πέμπτη στέλνει εναντίον τους τους Μήδους και τους Κισσίους, οι οποίοι συντρίβονται πάνω στη γενναιότητα των αντρών του Λεωνίδα.

Όταν και οι Πέρσες υπέφεραν τα ίδια δεινά, ο Ξέρξης ξαποστέλνει εναντίον των Ελλήνων αυτούς «που ο βασιλιάς τούς αποκαλούσε αθανάτους και είχαν αρχηγό τους τον Υδάρνη». Το επίλεκτο περσικό σώμα των Αθανάτων δεν θα τα πήγαινε καθόλου καλύτερα από τον μηδικό στρατό, καθώς πολεμούσαν στα στενά και δεν μπορούσαν με τα κοντύτερα δόρατά τους να εκμεταλλευτούν την αριθμητική τους υπεροχή και να καταβάλουν τον αντίπαλο.

Η κατάσταση για τους Πέρσες είχε φτάσει σε αδιέξοδο, καθώς χάνονταν με τον σωρό και σπιθαμή εδάφους δεν κέρδιζαν. Τα ίδια έλαβαν χώρα και την επόμενη μέρα, ώσπου να τραβήξει πίσω ο Ξέρξης το στράτευμά του και να βρουν μια λύση στο δράμα. Όπως μας ιστορεί ο Ηρόδοτος, όλο το ελληνικό απόσπασμα (300 Σπαρτιάτες, 700 Θεσπιείς και μερικοί χιλιάδες ακόμα) ήταν παραταγμένο στο στενό πέρασμα, εκτός από τους Φωκείς, καθώς αυτοί φρουρούσαν τα γύρω μονοπάτια πιάνοντας νευραλγικές θέσεις στο βουνό.

Κι αυτό γιατί οι ντόπιοι γνώριζαν για μυστικά περάσματα που έβγαζαν πίσω από τις Θερμοπύλες, κάτι που δεν θα μπορούσαν να ξέρουν φυσικά οι ξενόφερτοι εισβολείς. Και τότε κάνει την εμφάνισή του ο Εφιάλτης από τη Μαλίδα, ο οποίος καταφτάνει στο στρατόπεδο του Πέρση με μια πρόταση που δεν μπορεί να αρνηθεί.


Η καταγωγή του Εφιάλτη από την τοπική Μαλίδα έχει φυσικά τη σημασία της, αφού μόνο ένας ντόπιος θα μπορούσε να γνωρίζει το μυστικό μονοπάτι. Ο Εφιάλτης έβγαλε τον Ξέρξη από το πολεμικό του αδιέξοδο, φανερώνοντάς του το άγνωστο πέρασμα που παρέκαμπτε τα στενά των Θερμοπυλών, προσδοκώντας πλούτη και τιμές από τον Πέρση.

Κατενθουσιασμένος ο Ξέρξης, στέλνει τον Υδάρνη και το επίλεκτο σώμα του, ξεκινώντας από το περσικό στρατόπεδο «την ώρα που ανάβουν τα λυχνάρια», όπως μας λέει ο Ηρόδοτος εννοώντας το σούρουπο. Ο μάντης Μεγιστίας προβλέπει τον άδοξο θάνατο των υπερασπιστών του στενού μόλις θα χάραζε η μέρα.

Ο Ηρόδοτος μας λέει ακόμα πως ο Εφιάλτης υποδεικνύει στον Ξέρξη την ακριβή ώρα που πρέπει να επιτεθεί, «την ώρα που η αγορά γεμίζει κόσμο» (γύρω στις 11:οο το πρωί), καθώς η κατάβαση από το βουνό ήταν συντομότερη και η απόσταση πολύ μικρότερη απ’ ό,τι ο γύρος του βουνού και η ανάβαση. Ο προδότης υπολόγισε δηλαδή τον ακριβή χρόνο που θα έκανε να οδηγήσει τους 10.000 Αθανάτους στα νώτα των Ελλήνων, προειδοποιώντας τον Ξέρξη να επιτεθεί ταυτοχρόνως.

Ο ιστορικός μάς λέει πως κάποιοι πέρσες στρατιώτες που αυτομόλησαν εντωμεταξύ ενημέρωσαν τον Λεωνίδα για την κυκλωτική κίνηση του εχθρού, κι έτσι εκείνη τη μέρα οι Έλληνες πολέμησαν με ακόμα μεγαλύτερη γενναιότητα, καθώς ήξεραν πως το τέλος τους κοντοζύγωνε και ήθελαν να χαλάσουν όσους περισσότερους μπορούσαν: «Έφτασαν στην κορυφή της παλικαριάς τους χτυπώντας τους βαρβάρους, αψηφώντας το θάνατο μες στη μανιασμένη αποκοτιά τους».


Οι Αθάνατοι συναντήθηκαν στο βουνό με τους Φωκείς που παραφυλούσαν στα μυστικά περάσματα και συγκρούστηκαν για λίγο μαζί τους, πριν οι δεύτεροι υποχωρήσουν γρήγορα στην κορυφή του βουνού. Οι Πέρσες, μας λέει ο Ηρόδοτος, δεν έδωσαν συνέχεια στη μάχη με τους Φωκείς καθώς επείγονταν να φτάσουν εγκαίρως στα νώτα του Λεωνίδα. Ο οποίος πέφτει πριν φτάσουν οι Αθάνατοι στις θέσεις τους και τώρα όλοι μάχονται για το πτώμα του σπαρτιάτη βασιλιά: «Πέρσες και Λακεδαιμόνιοι έδωσαν ανάμεσά τους πολύωρη μάχη σώμα με σώμα, ωσότου οι Έλληνες με την αντρεία τους το τράβηξαν προς το μέρος τους κι έτρεψαν σε φυγή τον εχθρό τέσσερις φορές».

«Έτσι συνεχίστηκε για ώρα η μάχη, ως τη στιγμή που έφτασαν εκείνοι που οδηγούσε ο Εφιάλτης. Όταν οι Έλληνες αντιλήφθηκαν τον ερχομό τους, από εκείνη την ώρα ο αγώνας άλλαξε μορφή», συνεχίζει ο Ηρόδοτος εννοώντας πως η τακτική των Ελλήνων έγινε από επιθετική, αμυντική. Η ύστατη άμυνα οργανώνεται σε έναν μικρό λόφο, που ο Ηρόδοτος αποκαλεί «Κολωνό», στην είσοδο των στενών, όπου θα αγωνιστούν ως το τέλος.

Μέσα σε όλα, οι Θηβαίοι αυτομολούν στον εχθρό και όσοι απομένουν θάβονται μέσα στο νέφος από τα βέλη του εχθρού. «Εν τούτῳ σφέας τῷ χώρῳ ἀλεξομένους μαχαίρῃσι, τοῖσι αὐτῶν ἐτύγχανον ἔτι περιεοῦσαι, καὶ χερσὶ καὶ στόμασι κατέχωσαν οἱ βάρβαροι βάλλοντες», διηγείται ο ιστορικός στο πρωτότυπο κείμενο…

Το τέλος του προδότη


Με την προδοτική υπόδειξη του Εφιάλτη, οι Πέρσες απώθησαν τους Φωκείς και περικύκλωσαν τους υπόλοιπους Έλληνες, μετρώντας μια δανεική νίκη στο πεδίο της μάχης. Ο ελληνικός στόλος, μαθαίνοντας τα νέα, απομακρύνθηκε από το Αρτεμίσιο και υποχώρησε στη Σαλαμίνα, όπου θα πετύχαινε αργότερα μια αποφασιστικής σπουδαιότητας νίκη, η οποία με τους θριάμβους των Πλαταιών και της Μυκάλης θα ματαίωναν οριστικά τα σχέδια των Περσών για κατάκτηση του ελλαδικού χώρου.

Όσο γίνονταν αυτά, ο Εφιάλτης είχε εκπληρώσει τον δικό του ρόλο στην Ιστορία και κρυβόταν τώρα με την αναμφίβολα γενναία χρηματική ανταμοιβή που απέσπασε από τον πέρση αυτοκράτορα. Όταν απομακρύνθηκε οριστικά ο κίνδυνος, η Δελφική Αμφικτιονία επικήρυξε τον Εφιάλτη έναντι εξίσου μεγάλης χρηματικής αμοιβής.

Υπάρχουν μάλιστα πηγές που αναγνωρίζουν άλλους ως τους περιβόητους προδότες των Θερμοπυλών, μια υπόθεση που απορρίπτει ωστόσο με σθένος ο Ηρόδοτος λέγοντας πως η Αμφικτιονία δεν επικήρυξε κανέναν άλλο ως προδότη παρά μόνο τον Εφιάλτη. Έχουν προταθεί πάντως ως οδηγοί των Περσών στα νώτα των Ελλήνων τόσο οι Ονήτης και Φαναγόρας, αμφότεροι από την Κάρυστο, όσο και ο Κορυδαλλός από την Αντίκυρα.

Ο Εφιάλτης κατέφυγε καθώς λέγεται για χρόνια στη Θεσσαλία και έπειτα από αρκετό καιρό, νιώθοντας προφανώς ασφαλής, επέστρεψε στη γενέτειρά του. Όπου και θα τον αναγνωρίσει ένας συμπατριώτης του, ο Αθηνάδης ο Τραχίνιος, σκοτώνοντάς τον επιτόπου. Το τέλος του ήταν αντάξιο του προδοτικού του βίου, ζώντας κατατρεγμένος και φοβισμένος στη Θεσσαλία πριν συναντήσει τη μοίρα που του επιφύλαξε η δράση του.

Οι Λακεδαιμόνιοι τίμησαν τον δολοφόνο του και ο Εφιάλτης απαθανατίστηκε στην Ιστορία ως ο μεγαλύτερος προδότης του αρχαίου κόσμου…

ΠΗΓΗ ΑΝΑΡΤΗΣΗΣ
www.newsbeast.gr