Αναγνώστες

Τετάρτη, 15 Ιανουαρίου 2020

Το ''άγνωστο'' Ιερό του Απόλλωνα στο Δαφνί





Τo Ιερό του Απόλλωνα στο Δαφνί, βρισκόταν στη νότια πλευρά της Αρχαίας Ιεράς Οδού, στα όρια που καταλαμβάνει σήμερα η βυζαντινή Μονή Δαφνίου. Ο χώρος αυτός υπήρξε μία από τις πιο σημαντικές στάσεις της ελευσινιακής πομπής.
Η προσωνυμία του Απόλλωνα στο λατρευτικό αυτό χώρο ήταν Δαφνηφόρος, όπως προκύπτει από επιγραφή σε μαρμάρινη έδρα-θρόνο στο αθηναϊκό θέατρο του Διονύσου, όπου αναγράφεται Ιερέως Απόλλωνος Δαφνηφόρου. Προφανώς η έδρα αυτή ανήκε στον ιερέα του Απόλλωνα Δαφνηφόρου, αφού ήταν σύνηθες να παραχωρούνται τιμητικές θέσεις στο θέατρο σε ιερείς και αξιωματούχους και δεν υπάρχει άλλη αναφορά στην Αττική για λατρεία του Απόλλωνα.

Μονή Δαφνίου, σήμερα καλύπτει μεγάλο μέρος του Ιερού

Στο πλαίσιο του απολλωνιακού τεμένους υπήρχε οργανωμένη λατρεία προς τιμήν της Δήμητρας και της Περσεφόνης. Κατά τον Παυσανία υπήρχε Ιερό με αγάλματα της Δήμητρας, της Κόρης, της Αθηνάς και του Απόλλωνα αν και αρχικά το ιερό έγινε μόνο για τον Απόλλωνα.
Υπάρχει παράδοση πως ο Κέφαλος, ο γιος του Δηίονα, μαζί με τον Αμφιτρύωνα υπέταξε και έδιωξε τους τηλεβόες και κατοίκησε πρώτος το νησί που πήρε από εκεί το όνομα Κεφαλληνία. Ο Κέφαλος έμενε πριν στη Θήβα, εξορισμένος από την Αθήνα εξαιτίας του φόνου της συζύγου του Πρόκριδος. Ο Χαλκίνος και ο Δαίτος, απόγονοι του Κεφάλου, έπλευσαν στους Δελφούς και ζητούσαν από το θεό επάνοδο στην Αθήνα. Η απάντηση ήταν να θυσιάσουν πρώτα στον Απόλλωνα στο μέρος εκείνο της Αττικής, όπου θα δουν τριήρη να τρέχει πάνω στη στεριά. Φτάνοντας στο Ποικίλο Όρος, παρουσιάστηκε ένα φίδι να τρέχει βιαστικά προς τη φωλιά του. Εκεί θυσίασαν στον Απόλλωνα και ήρθαν στην Αθήνα όπου οι Αθηναίοι τους έκαμαν πολίτες.

Το Ιερό του Απόλλωνα περιλάμβανε ναό και κάποιο υπόστυλο οικοδόμημα, καθώς στον χώρο βρέθηκε μεγάλος αριθμός σπονδύλων και κιονοκράνων ιωνικού και δωρικού τύπου. Ένας ιωνικός κίονας μάλιστα, έχει χρησιμοποιηθεί στη στήριξη των τοξωτών ανοιγμάτων στη νοτιοδυτική γωνία του εξωνάρθηκα του καθολικού της Μονής Δαφνίου. Υπήρχαν τρεις ακόμα όμοιοι ιωνικοί κίονες, οι οποίοι αφαιρέθηκαν και αντικαταστάθηκαν με χτιστούς στύλους από τον λόρδο Έλγιν. Οι κίονες αυτοί, όπως και τα υπόλοιπα Ελγίνεια Μάρμαρα σήμερα βρίσκονται στο Βρετανικό Μουσείο του Λονδίνου. Η αρχιτεκτονική μορφή του ναού του Απόλλωνα μας είναι άγνωστη. Ο αρχαιολόγος Νικόλαος Παπαχατζής, βάση των ευρημάτων και την αφήγηση του Παυσανία υποθέτει πως στο ιερό υπήρχε ένας ναός αφιερωμένος στον Απόλλωνα, με άγαλμα του θεού αλλά και της Αθηνάς. Τα αγάλματα της Δήμητρας και της Κόρης θα πρέπει να ήταν σε ξεχωριστό ναϊκό οικοδόμημα, καθώς η ύπαρξη τεσσάρων λατρευτικών αγαλμάτων προϋποθέτει ναό τεραστίων διαστάσεων. Επίσης, ο μεγάλος αριθμός σφονδύλων από κίονες υποδηλώνει την ύπαρξη και δεύτερου ναού, ο οποίος σύμφωνα με τον Παυσανία, ήταν μεταγενέστερος από αυτόν του Απόλλωνα.

Ο περίβολος του Ιερού ήταν χτισμένος από μεγάλους ορθογώνιους λίθους, η πλειονότητα των οποίων χρησιμοποιήθηκε από τους Βυζαντινούς στην κατασκευή της ισχυρής οχύρωσης της Μονής Δαφνίου. Μάλιστα, το βόρειο τμήμα του βυζαντινού τείχους όπως φαίνεται στα κατώτερα σημεία, είναι χτισμένο ακριβώς πάνω στον αρχαίο περίβολο. Όπως και το τεράστιο λίθινο κατώφλι της ανατολικής εισόδου της μονής είναι κατά πάσα πιθανότητα το κατώφλι του αρχαίου τεμένους. Η ανατολική πύλη, η σημερινή είσοδος της μονής, πιθανόν να είναι η πύλη του αρχαίου περιβόλου. Ο ακριβής χρόνος ίδρυσης του Ιερού του Απόλλωνα παραμένει άγνωστος, αφού τα αρχαία στρώματα κάτω από το μοναστήρι δεν έχουν πλήρως ερευνηθεί. Από τον ιωνικό κίονα που βρίσκεται επαναχρησιμοποιημένος στη μονή, η οποία ανάγεται στην ύστερη κλασική εποχή, μπορεί να υποθέσει κανείς ότι ο ναός του Απόλλωνα χτίστηκε κατά την περίοδο αυτή. Λόγω της έλλειψης στοιχείων, όμως, το μόνο επιβεβαιωμένο γεγονός είναι ότι τι Ιερό υπήρχε ήδη στα μέσα του 2ου αιώνα μ.Χ., όταν το επισκέφτηκε ο Παυσανίας. Καταστράφηκε έπειτα από περίπου διακόσια πενήντα χρόνια από τους Βησιγότθους του Αλάριχου, μαζί με την καταστροφή του ιερού της Ελευσίνας το 395 μ.Χ.

Ο κίονας στη Μονή Δαφνίου από το Ιερό του Απόλλωνα. Τους άρπαξε ο Ελγιν και βρίσκονται στο Βρετανικό Μουσείο

Κατά τις αρχαιολογικές έρευνες στην περιοχή του Δαφνίου τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, τόσο στο χώρο της μονής, όσο και στους χώρους γύρω από αυτήν υπήρξαν ευρήματα αρχαίων και βυζαντινών γλυπτών. Αρκετά λίθινα κατάλοιπα από το Ιερό του Απόλλωνα βρέθηκαν εντοιχισμένα στα μεταγενέστερα βυζαντινά και φράγκικα κτίσματα. Σήμερα υπάρχει ειδική αίθουσα της στοάς των μοναστικών κελιών, στα νότια του καθολικού της μονής του Δαφνιού, όπου υπάρχουν όλα αυτά τα ευρήματα.

Μονή Δαφνίου, η εντυπωσιακή αρχιτεκτονική της και η ιδιαίτερη ψηφιδωτή διακόσμηση του ναού της μονής, την καθιστούν ένα από τα πλέον εξαιρετικά μνημεία της βυζαντινής τέχνης. Από το 1990 αποτελεί μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO. Η μονή ιδρύθηκε τον 6ο αιώνα πάνω στα ερείπια του ναού του Δαφναίου Απόλλωνα ο οποίος είχε καταστραφεί από τους Γότθους το 395. Κάποιοι κίονες ιωνικού ρυθμού του αρχαίου ναού χρησιμοποιήθηκαν και πάλι. Σήμερα έχει διασωθεί μόνο ένας.

Το καθολικό της μονής χρονολογείται στον όψιμο 11ο αιώνα και ανήκει στον αρχιτεκτονικό τύπο του οκταγωνικού σταυροειδούς ναού. Στον τύπο αυτό ο κεντρικός χώρος του κυρίως ναού διευρύνεται με την αντικατάσταση των τεσσάρων κιόνων που στηρίζουν τον τρούλο από οκτώ κίονες τοποθετημένους πλησιέστερα στους τοίχους. Στο καθολικό της μονής σώζονται ψηφιδωτά, τα καλύτερα διατηρημένα της πρώτης περιόδου (Δυναστεία Κομνηνών, 1100 περίπου) που αντιπροσωπεύεται από την αυστηρή και ιερατική απεικόνιση του Παντοκράτορα Χριστού στο εσωτερικό του τρούλου, κύριο χαρακτηριστικό της Μακεδονικής εποχής.

Μετά τη λεηλασία της μονής από τους Σταυροφόρους το 1205, ο Όθων ντε λα Ρος (Otto de la Roche), Δούκας των Αθηνών, την παραχώρησε στους Κιστερκιανούς μοναχούς. Οι Γάλλοι μοναχοί ανοικοδόμησαν τον εξωνάρθηκα, πρόσθεσαν έναν περίβολο γύρω από το μοναστήρι καθώς και άλλες αλλαγές μέχρι και την εκδίωξή τους από τους Τούρκους, όταν η μονή παραδόθηκε το 1458 και πάλι στους ορθόδοξους μοναχούς. Με το πέρασμα των αιώνων η μονή ερημώθηκε. Οι εργασίες αποκατάστασής της ξεκίνησαν μόλις το 1888. Η ονομασία της μονής έχει συνδεθεί με το αρχαίο Ιερό του Δαφναίου Απόλλωνα, πάνω στο οποίο θεωρείται ότι έχει κτιστεί. Υπάρχουν όμως και άλλες εκδοχές. Μία από αυτές αναφέρει ότι πήρε το όνομά της από το πλήθος των δαφνών που υπήρχαν στην περιοχή και ίσως αυτός ήταν και ο λόγος ίδρυσης του αρχαίου Ιερού.

Μία άλλη εκδοχή την συσχετίζει με την Παναγία της Δάφνης στην Κωνσταντινούπολη. Μία παράδοση, την οποία διηγήθηκε η ηλικιωμένη μοναχή Μάρθα γύρω στο 1870 στον Γεώργιο Λαμπάκη, αναφέρει ότι η ονομασία καθώς και η ίδρυση του Δαφνίου σχετίζονται με τη βασιλοπούλα Δάφνη[εκκρεμεί παραπομπή]. Θρύλος της εποχής αναφέρει ότι η Δάφνη ναυάγησε στη θάλασσα του Σκαραμαγκά, αλλά διασώθηκε μαζί με δώδεκα βαρέλια γεμάτα φλουριά. Για να ευχαριστήσει την Παναγία, έχτισε προς τιμήν της το μοναστήρι και όσα φλουριά περίσσεψαν τα έθαψε σε επτά πιθάρια στον περίβολο της μονής.

Υπάρχουν ακόμη πολλές εκδοχές από παραδόσεις, μάλλον μυθοπλασίες , οι οποίες έχουν προκύψει από την λαϊκή πεποίθηση ότι το μοναστήρι ήταν ίδρυμα Βυζαντινού αυτοκράτορα. Μία από αυτές συνδέει την μονή με τον θρύλο της βασιλοπούλας Μαργαρώνας (Maquelone) και του ευγενούς Ιμπέριου, που ανάγεται στον 12ο αιώνα. Η χρονολογία ίδρυσης της Μονής Δαφνίου δεν έχει διευκρινιστεί με απόλυτη βεβαιότητα. Οι περισσότεροι ερευνητές, ανάγουν την ίδρυση του μοναστηριού στον 6ο αιώνα, δηλαδή στα παλαιοχριστιανικά χρόνια. Κατά τη διάρκεια του 5ου και του 6ου αιώνα στην Αθήνα χτίστηκαν πολλές εκκλησίες και πολλοί ειδωλολατρικοί ναοί μετατράπηκαν σε χριστιανικούς, λόγω της εξάπλωσης του χριστιανισμού, μετά την ανακήρυξή του σε επίσημη θρησκεία του βυζαντινού κράτους από τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Α'. Για να γίνει εξαγνισμός των αρχαίων ναών και ιερών, επιβλήθηκε η μετατροπή τους σε χριστιανικές εκκλησίες.

Οι χριστιανικοί ναοί ανήκαν στον αρχιτεκτονικό τύπο της βασιλικής. Ήταν επιμήκη ορθογώνια κτίρια με προσανατολισμό ανατολικά - δυτικά, με προσαρτημένη τη κόγχη του ιερού βήματος , στην στενή ανατολική πλευρά. Το εσωτερικό των ναών ήταν διαμορφωμένο σε τρία κλίτη (διαδρόμους), που χωρίζονταν από δύο κιονοστοιχίες παράλληλες με τον κατά μήκος άξονα του ναού (τρίκλιτες βασιλικές). Τέτοιου τύπου πιστεύεται πως ήταν και η εκκλησία που είχε χτιστεί στο Δαφνί κατά τον 6ο αιώνα, στη θέση του ιερού του Δαφναίου Απόλλωνα, το οποίο καταστράφηκε κατά την επιδρομή των Γότθων του Αλάριχου το 395 μ.Χ.

Ο περίβολος

Υπάρχει μία εκδοχή, την οποία υποστήριξε πρόσφατα ο καθηγητής Χαράλαμπος Μπούρας, που αναφέρει ότι χρονολογικά η ίδρυση της μονής έγινε τον 11ο αιώνα.[εκκρεμεί παραπομπή] Αυτό προκύπτει από την εξέταση των ευρημάτων, τα οποία χρονολογούνται όλα μετά τον 11ο αιώνα. Η απουσία μοναστηριών στην περιοχή νοτίως του Ολύμπου πριν από το τέλος της Εικονομαχίας, δηλαδή τις αρχές του 9ου αιώνα, ενισχύει την εκδοχή αυτή.

Η χρονολόγηση στον 6ο αιώνα είχε αποδοθεί βάσει των γλυπτών που υπήρχαν στο χώρο, τα οποία όμως μετά την μελέτη τους από αρχαιολόγους ανάγονται στη Μέση Βυζαντινή περίοδο (843-1204). Στην πρώιμη αυτή περίοδο αποδίδονταν και κάποια μοναστικά κελιά, καθώς και ο οχυρωματικός περίβολος.

Η βασιλική του 6ου αιώνα προφανώς κατεδαφίστηκε και τη θέση της πήρε ο σταυροειδής οκταγωνικός ναός του 11ου αιώνα. Οι περιορισμένες ανασκαφές που έχουν γίνει για να εντοπιστεί η βασιλική του 6ου αιώνα, δεν είχαν κάποιο αποτέλεσμα, μέχρι σήμερα. Το καθολικό του Δαφνίου, δεσπόζει στο μέσον της σχεδόν τετράγωνης μεγάλης αυλής. Το μέγεθός του είναι εντυπωσιακό, ο αρχιτεκτονικός του τύπος περίπλοκος και η τοιχοδομία του εξαιρετικής ποιότητας. Ο ναός ανήκει στον σύνθετο οκταγωνικό αρχιτεκτονικό τύπο - αποτελεί μάλιστα ένα από τα σημαντικότερα παραδείγματα του τύπου αυτού στον ελλαδικό χώρο. Εξωτερικά θα μπορούσε να τον παρομοιάσει κανείς με μεγάλο κύβο, που υποστηρίζει έναν πλατύ και υψηλό τρούλο. Εσωτερικά, ο τρούλος βαστάζεται σε οκτώ τετράπλευρα στηρίγματα (πεσσούς), τέσσερα ελεύθερα και τέσσερα ενσωματωμένα στους τοίχους. Ο χαρακτηρισμός οκταγωνικός προκύπτει λόγω της οκταπλής στήριξης του τρούλου.

Οι πεσσοί διαταγμένοι ανά ζεύγη σχηματίζουν τέσσερις γωνιακές κόγχες (ημιχώνια), οι οποίες γεφυρώνουν τις γωνίες του τετραγώνου της βάσης και το μετατρέπουν σε οκτάγωνο. Σε αυτό στηρίζεται ο τρούλος μέσω οκτώ μικρών σφαιρικών τριγώνων που σχηματίζονται μεταξύ των τόξων που συνδέουν τα οκτώ στηρίγματα. Οι οκταγωνικοί ναοί διακρίνονται σε απλούς και σύνθετους. Στους πρώτους τα οκτώ στηρίγματα του τρούλου είναι ενσωματωμένα στους τοίχους (παραστάδες), αφήνοντας εντελώς ελεύθερο τον εσωτερικό χώρο του ναού. Στους σύνθετους οκταγωνικούς ναούς τα στηρίγματα του τρούλου βρίσκονται σε κάποια απόσταση από τους εξωτερικούς τοίχους. Έτσι, δημιουργούνται μικρότερα διαμερίσματα γύρω από τον κεντρικό χώρο. Οι σύνθετοι οκταγωνικοί ναοί είναι σταυροειδείς εγγεγραμμένοι με διευρυμένο τον χώρο κάτω από τον τρούλο. Αντίθετα από τους απλούς οκταγωνικούς, ο σταυρός διαγράφεται με αρκετή σαφήνεια τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό του ναού. Οι οκταγωνικοί τύποι διαδόθηκαν στον ελλαδικό χώρο μέσω της Κωνσταντινούπολης. Ο χώρος κάτω από τον τρούλο είναι ανοικτός και ενιαίος και μάλιστα στο Δαφνί, πλημμυρίζεται από φως που διαχέεται από τα δεκαέξι μονόλοβα παράθυρα του τρούλου.

Εξωτερικά, το κτίριο υψώνεται πυραμιδωτά μέχρι την κορυφή του τρούλου. Είναι χτισμένο κατά το πλινθοπερίκλειστο σύστημα. Δεν υπάρχουν κουφικά διακοσμητικά στοιχεία, ενώ συχνά παραλείπεται και η απλή κατακόρυφη πλίνθος. Στα τύμπανα του νότιου και του δυτικού τοίχου έχει εντοπιστεί ψευδοκουφικός διάκοσμος. Γενικά, ο κεραμοπλαστικός διάκοσμος είναι αρκετά λιτός και αποτελείται κυρίως από οδοντωτές ταινίες γύρω από τα τόξα των παραθύρων. Περιορισμένος αλλά εξαιρετικά καλοφτιαγμένος ήταν και ο γλυπτός διάκοσμος στο εσωτερικό και το εξωτερικό του ναού. Το κάτω μέρος των τοίχων ήταν εσωτερικά καλυμμένο με μαρμάρινες πλάκες (ορθομαρμάρωση). Εξωτερικά, κάτω από τις ποδιές των παραθύρων μεγάλοι δόμοι σχηματίζουν σταυρούς.

Στη δυτική πλευρά του ναού υπήρχε νάρθηκας, όπου προσαρτήθηκε και εξωνάρθηκας με μορφή ανοικτής στοάς με όροφο κατά τον 12ο αιώνα. Εκεί πρέπει να βρίσκονταν τα διαμερίσματα του ηγούμενου και η βιβλιοθήκη. Στον εξωνάρθηκα έχουν εντοπιστεί ίχνη τοιχογραφιών του 12ου και του 13ου αιώνα, ενώ στον ναό έχουν βρεθεί μεταβυζαντινές τοιχογραφίες (17ος αιώνας). Στα τέλη του 1204 η Αθήνα καταλήφθηκε και λεηλατήθηκε, καθώς και τα περίχωρά της, από τους Φράγκους. Η Μονή Δαφνίου δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση, καθώς αποτέλεσε κι αυτή αντικείμενο λεηλασιών, απόδειξη των οποίων αποτελούν δύο λίθινες αιχμές βελών οι οποίες βρέθηκαν καρφωμένες στο κέντρο περίπου του τρούλου, στο ύψος του ματιού και της παρειάς της μορφής του Παντοκράτορα που τον κοσμούσε. Η Αττική παραχωρήθηκε ως φέουδο στον Βουργουνδό ευγενή Όθων ντε Λα Ρος, ο οποίος παραχώρησε την Μονή Δαφνίου το 1207 στους Κιστερσιανούς μοναχούς του Αββαείου Νοτρ-Νταμ ντε Μπελβώ (Bellevaux). Οι Γάλλοι μοναχοί ανακατασκεύασαν τον εξωνάρθηκα, ανείγηραν ένα αμυντικό τείχος περιμετρικά του μοναστηριού, ενώ προχώρησαν σε σειρά άλλων αλλαγών. Παρέμειναν στο Δαφνί επί δυόμισι αιώνες, μέχρι που καταλήφθηκε από τους Τούρκους του Μωάμεθ Β' οπότε και εκδιώχθηκαν και το μοναστήρι παραχωρήθηκε και πάλι στους Ορθόδοξους.

Από διάφορα έγγραφα και τις επιγραφές προκύπτει ότι επί Φραγκοκρατίας το Δαφνί ήταν γνωστό ως μονή Delfino, Dauferins, Dalphino, Dalphineto ή Dalphinet και χρησίμευσε ως τόπος ταφής των δουκών της Αθήνας. Το μαυσωλείο των δουκών, πιστεύεται ότι βρισκόταν σε κρύπτη που εντοπίστηκε κάτω από το δάπεδο του νάρθηκα του καθολικού. Δύο μαρμάρινες λάρνακες που κατά τη διάρκεια του β' ημίσεως του 19ου αιώνα βρέθηκαν στον νάρθηκα θεωρήθηκαν ότι σχετίζονται με τους de la Roche, βάσει του οικοσήμου της βουργουνδικής οικογένειας που αναγνωρίστηκε. Τα αρχαιολογικά δεδομένα όμως δεν είναι επαρκή για να στηριχτεί κάτι τέτοιο.

Τα πρώτα χρόνια του 19ου αιώνα το μοναστήρι επισκέφθηκε ο Λόρδος Έλγιν. Ο Άγγλος περιηγητής και αρχαιολόγος Edward Dodwell (1767-1832), που πέρασε από το Δαφνί το φθινόπωρο του 1805, αναφέρει ότι υπήρχαν μερικοί μικροί ιωνικοί κίονες με τα κιονόκρανά τους. Οι κίονες είχαν εν μέρει εντοιχιστεί. Ο λόρδος Έλγιν είχε αφαιρέσει τους κίονες, οι οποίοι πλέον βρίσκονται στο Βρετανικό Μουσείο.

Την απόσπαση των ιωνικών κιόνων αναφέρουν τόσο ο Γάλλος Francois Pouqueville όσο και ο Γερμανός Ludwig Ross που επισκέφτηκαν τον χώρο μετά, κατά τις δεκαετίες του 1810 και του 1830 αντιστοίχως. Πρόκειται για τρεις λεπτούς ιωνικούς κίονες που στήριζαν τα τοξωτά ανοίγματα της πρόσοψης του εξωνάρθηκα του καθολικού της μονής. Μόνο ένας από τους κίονες του εξωνάρθηκα παραμένει μέχρι σήμερα στην αρχική του θέση, στη νοτιοδυτική γωνία του κτίσματος. Η αρχική θέση των κιόνων αυτών φαίνεται πως ήταν στο ιερό του Δαφναίου Απόλλωνος, τον πανάρχαιο πρόγονο της χριστιανικής μονής του Δαφνιού.

Εξέλιξη αποφασιστικής σημασίας για τη διάσωση του μνημείου ήταν η ίδρυση της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας το 1885 στην Αθήνα. Επιτροπή αποτελούμενη από τους Γεώργιο Λαμπάκη, τον αρχιτέκτονα Παναγιώτη Ζέζο και τον Γιώργο Βρούτο εκτίμησαν την κατάσταση, αλλά οι προτάσεις τους δεν υλοποιήθηκα. Το Νοέμβριο του 1888 η Γενική Εφορεία Αρχαιοτήτων προχώρησε σε σειρά μικροεπισκευών, που σύμφωνα με τον Λαμπάκη ήταν εντελώς επιζήμιες. Η πλέον δραστική από τις επεμβάσεις ήταν η αφαίρεση των βυζαντινών κεράμων που κάλυπταν τον τρούλο και τη στέγη του ναού και η αντικατάστασή τους με κοινά, κακής ποιότητος κεραμίδια. Επανειλημμένοι σεισμοί επέφεραν και άλλες ζημιές στο μνημείο κυρίως ρωγμές σε πολλά σημεία του τρούλου, ενώ μεγάλο μέρος του ψηφιδωτού του Παντοκράτορα που τον κοσμούσε κατέπεσε.


Έπειτα από πρόταση του Υπουργείου Παιδείας το 1890 συστάθηκε επιτροπή ειδικών, που πρότεινε την κατεδάφιση και την εκ νέου κατασκευή του τυμπάνου του τρούλου και τη στερέωση των σφαιρικών τριγώνων, των ημιχωνίων, των θόλων και των πεσσών που το υποστήριζαν. Επίσης συνέστησαν τη διόρθωση των ψηφιδωτών του τρούλου χωρίς, όμως, να συμπληρωθούν τα μέρη που έλλειπαν. αφαιρέθηκαν τμηματικά πάνω σε υφάσματα οι παραστάσεις του Παντοκράτορα και των δεκαέξι προφητών από το τύμπανο του τρούλου. Έγινε η κατεδάφιση του τρούλου και κάποιων, που είχαν προστεθεί επί Τουρκοκρατίας. Στην ανακατασκευή του τρούλου χρησιμοποιήθηκαν τα αρχικά τούβλα, που είχαν αφαιρεθεί. Στη βάση του τυμπάνου του τρούλου τοποθετήθηκε σιδερένια στεφάνη διατομής διπλού ταυ, που είναι ορατή και σήμερα, ώστε το βάρος του τρούλου να μεταβιβάζεται ομοιόμορφα σε ολόκληρο το κτίσμα.

Η επανατοποθέτηση των ψηφιδωτών στον τρούλο και άλλες επεμβάσεις που έγιναν θεωρήθηκαν από τους ειδικούς αυθαιρεσίες. Το 1893 τοποθετήθηκαν σιδεροδεσιές στον νάρθηκα αλλά και σε άλλα μέρη του κυρίως ναού που ήταν ετοιμόρροπα. Ακόμη δύο ογκώδεις αντιαισθητικές αντηρίδες, προσκολλήθηκαν στην εξωτερική πλευρά της βόρειας κεραίας του ναού, προσφέροντας όμως στήριξη στο μνημείο.

Τον Σεπτέμβριο του 1894 αποφασίστηκε ότι έπρεπε να κατεδαφιστεί και να αναστηλωθεί ο ετοιμόρροπος δυτικός τοίχος του νάρθηκα και να αφαιρεθούν οι μεταγενέστερες προσθήκες, κάτι που έγινε με δαπάνες της Αρχαιολογικής Εταιρείας. Κατά τα έτη 1936-1939 ο αρχαιολόγος Ιωάννης Τραυλός πραγματοποίησε συστηματική ανασκαφική έρευνα στον χώρο του μοναστηριού, για να μελετήσει τα κατάλοιπα του Ιερού του Δαφναίου Απόλλωνα.

Κατά το β΄ ήμισυ της δεκαετίας του 1950 έγιναν εργασίες συντήρησης στον ναό από τη Διεύθυνση Αναστηλώσεως του Υπουργείου Πολιτισμού, ενώ το 1968 καθαρίστηκε η δυτική πύλη της μονής. To 1990 η μονή Δαφνίου εγγράφηκε στον Κατάλογο Μνημείων Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO. Έτσι, η προστασία του μνημείου εξασφαλίστηκε όχι μόνο σε εθνικό αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο. Η Διεύθυνση Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων, η Διεύθυνση Συντήρησης Αρχαιοτήτων, η Διεύθυνση Αναστήλωσης Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων και η 1η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, όπου υπάγεται η μονή Δαφνίου, εκπόνησαν ένα μακρόπνοο σχέδιο ολοκληρωμένης προστασίας και ανάδειξης του μνημείου. Παράλληλα προωθήθηκε η αξιοποίησή του για διδακτικούς σκοπούς μέσω της διοργάνωσης στον χώρο εκπαιδευτικών προγραμμάτων για μαθητές.

Ο ισχυρός σεισμός του 1999 δημιούργησε μεγάλες ρωγμές στους τοίχους της Μόνης. Ο αρχαιολογικός χώρος έκλεισε για το κοινό, καθώς εκτελούνται συστηματικές εργασίες. Η υποστύλωση του καθολικού της μονής Δαφνίου υπήρξε το πρωταρχικό μέλημα. Προς το παρόν ο ναός υποστηρίζεται από μεταλλικά στηρίγματα σύγχρονης σχεδίασης και τεχνολογίας σχεδόν σε ολόκληρο το ύψος του εσωτερικά και εξωτερικά. Παράλληλα, διενεργούνται μελέτες που θα επιτρέψουν την οριστική απομάκρυνση των μεταλλικών υποστυλώσεων και την αρχιτεκτονική αποκατάσταση και ανάδειξη του μνημείου. Στο εσωτερικό του ναού πραγματοποιείται συντήρηση του ψηφιδωτού διακόσμου, ενώ έχει προγραμματιστεί μελέτη μέσω ανασκαφικής έρευνας σε διάφορα σημεία της μονής, η δημιουργία μουσείου, η αναστήλωση και η ανάδειξη οικοδομημάτων γύρω από το καθολικό και η διαμόρφωση και η προστασία του περιβάλλοντος χώρου.

πηγές:

Σάββατο, 4 Ιανουαρίου 2020

Επιτύμβια στήλη της Ηγησώς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγησηΠήδηση στην αναζήτηση
Επιτύμβια στήλη της Ηγησούς
Funerary stele of Hegeso on the Kerameikos in Athens.jpg
Η στήλη της Ηγησούς
ΟνομασίαΕπιτύμβια στήλη της Ηγησούς
Έτος δημιουργίας410-400 π.Χ.
Είδοςγλυπτό
Διαστάσεις0,97 x 1,56 μ.
ΜουσείοΕθνικό Αρχαιολογικό
Μουσείο
Αριθμός καταλόγου3624
Commons page Σχετικά πολυμέσα
δεδομένα
Η Ηγησώ ήταν αρχαία Αθηναία, παρθένος κόρη του Προξένου που έμεινε στην ιστορία γνωστή από την ανάγλυφη παράστασή της σε επιτύμβια στήλη ιδιαιτέρου κάλλους και αισθητικής που βρέθηκε στον Κεραμεικό στην Αθήνα. Η επιτύμβια στήλη εκτίθεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο στην Αθήνα.

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επιτύμβια στήλη της Ηγησούς όπως καθιερώθηκε να λέγεται, είναι από λευκό μάρμαρο, ανάγλυφο, τύπου ναΐσκου με παραστάδες στις οποίες στηρίζεται το επιστύλιο με το όνομα της νεκρής και επί του οποίου υπάρχει αέτωμα.
Η Ηγησώ εικονίζεται καθισμένη σε έδρα με ερεισίνωτο στηρίζοντας τα πόδια της σε χαμηλό σκίμπο (υποπόδιο). Είναι ενδεδυμένη με απλό, διαφανή ιωνικό χιτώνα· πάνω στο χιτώνα έχει ελαφρά ριγμένο ιμάτιο που καλύπτει μέρος της ράχης και ολόκληρο το κάτω σώμα. Το ιμάτιο συγκρατείται στη μέση και σχηματίζει πολλές πτυχώσεις που αναδεικνύουν το σώμα της Ηγησώς. Τα μαλλιά της είναι χωρισμένα και δεμένα ψηλά και στολίζονται με λεπτή καλύπτρα που μόλις και καλύπτει τον δεξιό ώμο της. Κοντές χειρίδες (μανίκια) αφήνουν ελεύθερους τους βραχίονες μέχρι τους αγκώνες.
Μπροστά στην Ηγησώ και στην απέναντι πλευρά της στήλης στέκεται, με ανεπαίσθητη κλίση του δεξιού γόνατος, μία θλιμμένη θεραπαινίδα που η βαρβαρική της αμφίεση με τις μακρές χειρίδες καλύπτει ολόκληρο το σώμα της μέχρι τα άκρα. Αυτή κρατά στα χέρια πυξίδα κοσμημάτων (κοσμηματοθήκη) από την οποία η Ηγησώ έχει μόλις ανασύρει κάποιο κόσμημα. Προς αυτό και προς την ανοικτή πυξίδα, που βρισκεται στο κέντρο της μαρμάρινης στήλης, κλίνουν ελαφρά τα κεφάλια των γυναικών. Η βαθιά μελαγχολία είναι διάχυτη στα πρόσωπά τους που διατηρούν όμως την αρμονία τους.

Ιστορική τοποθέτηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο δημιουργός καλλιτέχνης της κλασικής αυτής παράστασης, γλύπτης του 5ου αιώνα π.Χ., όπου ανάγεται η στήλη, πέτυχε να απεικονίσει τη νεκρική σιγή με εκφραστικότητα. Η Ηγησώ στο ανάγλυφο αυτό μοιάζει βέβαιη ότι δεν θα ξαναφορέσει τα αγαπημένα της κοσμήματα και φαίνεται να τα αποχαιρετά.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Με το όνομα Ηγησώ δημοσιεύθηκε το παλαιότερο λογοτεχνικό περιοδικό στην Ελλάδα.
  • Επίσης με τον ίδιο τίτλο δημοσίευσε ο Ρώμος Φιλύρας την ποιητική του συλλογή.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Πέμπτη, 2 Ιανουαρίου 2020

Ύδατα Στυγός


Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγησηΠήδηση στην αναζήτηση
Γενική άποψη του Χελμού και των Υδάτων της Στυγός.
Τα Ύδατα της Στυγός.
Τα Ύδατα της Στυγός είναι οι πηγές[1] του ποταμού Κράθη στον Χελμό της Επαρχίας Καλαβρύτων στην Αχαΐα σε υψόμετρο 2.100 μέτρα. Κατά την μυθολογία, η Στύγα ήταν Ωκεανίδα που είχε το παλάτι της στα Τάρταρα και την φυλάνε μέρα νύχτα δράκοι ακοίμητοι. Πιστευόταν ότι τα νερά της πηγής έβγαιναν από εκεί, από τα Τάρταρα και το παλάτι της Στύγας.
Στην Τιτανομαχία ήταν με το μέρος του Δία, όταν αυτός πολέμησε τον πατέρα του τον Κρόνο. Παιδιά της ήταν το Κράτος, η Βία, ο Ζήλος και η Νίκη. Στα ύδατα της Στυγός ορκίζονταν όλοι οι θεοί, ακόμη και ο Ήλιος: ήταν ο μεγαλύτερος όρκος που μπορούσε να κάνει ένας θεός και εκεί εξέτιαν την ποινή τους οι θεοί όταν ήταν τιμωρημένοι. Έλεγαν πως όποιο ον ζωντανό έπινε από το νερό της πέθαινε, και οποιοδήποτε μέταλλο το βουτούσαν στα νερά της έλιωνε[2]. Εκεί βούτηξε τον Αχιλλέα η μητέρα του Νηρηίδα Θέτιδα και έγινε άτρωτος, αλλά τον κρατούσε από την φτέρνα και έμεινε το μοναδικό τρωτό σημείο στο σώμα του.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1.  "τὸ δὲ ὕδωρ τὸ ἀπὸ τοῦ κρημνοῦ τοῦ παρὰ τὴν Νώνακριν στάζον ἐσπίπτει μὲν πρῶτον ἐς πέτραν ὑψηλήν, διεξελθὸν δὲ διὰ τῆς πέτρας ἐς τὸν Κρᾶθιν ποταμὸν κάτεισι: θάνατον δὲ τὸ ὕδωρ φέρει τοῦτο καὶ ἀνθρώπῳ καὶ ἄλλῳ ζῴῳ παντί. λέγεται δὲ ὅτι γένοιτό ποτε ὄλεθρος ἀπ᾽ αὐτοῦ καὶ αἰξίν, αἳ τοῦ ὕδατος ἔπιον πρῶτον: χρόνῳ δὲ ὕστερον ἐγνώσθη καὶ εἰ δή τι ἄλλο πρόσεστι τῷ ὕδατι τῶν ἐς θαῦμα ἡκόντων."Παυσανία, Αρκαδικά
  2.  "ὕαλος μέν γε καὶ κρύσταλλος καὶ μόρρια καὶ ὅσα ἐστὶν ἀνθρώποις ἄλλα λίθου ποιούμενα καὶ τῶν σκευῶν τὰ κεραμεᾶ, τὰ μὲν ὑπὸ τῆς Στυγὸς τοῦ ὕδατος ῥήγνυται: κεράτινα δὲ καὶ ὀστέινα σίδηρός τε καὶ χαλκός, ἔτι δὲ μόλιβδός τε καὶ κασσίτερος καὶ ἄργυρος καὶ τὸ ἤλεκτρον ὑπὸ τούτου σήπεται τοῦ ὕδατος. τὸ δὲ αὐτὸ ἐν μετάλλοις τοῖς πᾶσι καὶ ὁ χρυσὸς πέπονθε: καίτοι γε καθαρεύειν γε τὸν χρυσὸν ἀπὸ τοῦ ἰοῦ ἥ τε ποιήτρια μάρτυς ἐστὶν ἡ Λεσβία καὶ αὐτὸς ὁ χρυσὸς ἐπιδείκνυσιν."Παυσανία, Αρκαδικά

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πέμπτη, 26 Δεκεμβρίου 2019

Επτά επί Θήβας

Επτά επί Θήβας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγησηΠήδηση στην αναζήτηση
Ἑπτὰ ἐπὶ Θήϐας
Eteocles and Polynices - Project Gutenberg eText 14994.png
Ο Ετεοκλής και ο Πολυνείκης ενώ μεταφέρονται νεκροί κατά την διάρκεια της μάχης. (Εικονογράφηση του Αλφρέδου Τσωρτς, 1897)
ΠοιητήςΑισχύλος
Επτά επί Θήβας είναι ο τίτλος τραγωδίας του Αισχύλου. Αποτελεί το τελευταίο μέρος της τριλογίας του Αισχύλου για τον Θηβαϊκό κύκλο και το μοναδικό έργο της τριλογίας που σώζεται έως σήμερα (περιλαμβάνονται επιπλέον τα έργα Λάιος και Οιδίπους). Παρουσιάστηκε στην Αθήνα το 467 π.Χ. και με το έργο αυτό, ο Αισχύλος κέρδισε τον ποιητικό αγώνα που πραγματοποιήθηκε κατά το πρώτο έτος της 78ης Ολυμπιάδας.

Πλοκή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ιστορία της τραγωδίας είναι βασισμένη στο μύθο των γιων του Οιδίποδα και της ΙοκάστηςΕτεοκλή και Πολυνείκη. Σύμφωνα με αυτόν, τα δύο αδέλφια συμφώνησαν αρχικά να κυβερνούν εναλλάξ τη Θήβα, ωστόσο, μετά από την άρνηση του Ετεοκλή να παραδώσει το θρόνο στον Πολυνείκη, ο τελευταίος οργάνωσε με έξι ακόμα βασιλείς (τον Άδραστο, τον Αμφιάραο, τον Καπανέα, τον Ιππομέδοντα, τον Τυδέα και τον Παρθενοπαίο) εκστρατεία εναντίον του Ετεοκλή και της πόλης της Θήβας. Η πολεμική αυτή σύγκρουση αναφέρεται με τον όρο Επτά επί Θήβαις και κατέληξε με νίκη των Θηβαίων, αλλά και τον θάνατο των δύο διεκδικητών του θρόνου.
Το ίδιο θέμα πραγματεύεται και η τραγωδία του Ευριπίδη Φοίνισσαι, ενώ υπήρχε και το έπος Θηβαΐς το οποίο έχει χαθεί.