Αναγνώστες

Πέμπτη, 30 Νοεμβρίου 2017

Φαρκαδόνα


Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Φαρκαδόνα
Τοποθεσία στον χάρτη της χώρας
Τοποθεσία στον χάρτη της χώρας
Διοίκηση
ΧώραΕλλάδα
ΔήμοςΦαρκαδόνας
Γεωγραφία και στατιστική
ΝομόςΤρικάλων
Υψόμετρο90
Πληθυσμός2.052 (2011)
Άλλα
Παλαιά ονομασίαΤσιότι
Η Φαρκαδόνα είναι κωμόπολη του Νομού Τρικάλων. Βρίσκεται στα ανατολικά του νομού, ανάμεσα στα Τρίκαλα και την Λάρισα. Ο οικισμός στο παρελθόν ονομαζόταν Τσιότι, από την τούρκικη λέξη "τσι οτ" που σημαίνει χλωρό πράσινο χορτάρι. Μετονομάστηκε σε Φαρκαδόνα το 1955 από το όνομα της αρχαίας Θεσσαλικής πόλης που ήταν χτισμένη περίπου στην ίδια θέση[1]. Η Φαρκαδόνα είναι έδρα του Δήμου Φαρκαδόνας και έχει πληθυσμό 2.052 κατοίκους, σύμφωνα με την Απογραφή του 2011.[2]

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αρχαία Φαρκαδόνα (Φαρκαδών) βρισκόταν περίπου στην ίδια θέση που βρίσκεται το σημερινό χωριό, χτισμένη στις βόρειες όχθες του Πηνειού. Ήταν πόλη του αρχαίου θεσσαλικού κράτους της Εστιαιώτιδας και μετά την Τρίκκη ήταν η δεύτερη ισχυρότερη πόλη της. Η πόλη παρήκμασε μετά την κατάκτηση της Θεσσαλίας από τους Μακεδόνες το 357 π.Χ.
Η αρχαία Φαρκαδόνα ήταν κτισμένη κοντά στη σημερινή κοινότητα Κλοκοτός. Η πόλη απλωνόταν στις μεσημβρινές υπώρειες του υπάρχοντος ακόμα πετρώδους λόφου και μαζί με τις πόλεις Πέλλινα, Γόμφοι, Φαυτό, Μητρόπολη και Τρίκκη αποτελούσαν την πεδινή Εστιαιώτιδα, ένα από τα 4 φυλετικά κράτη που ήταν διαιρημένη τότε η Θεσσαλία. Τα άλλα τρία κράτη ήταν η Πελασγιώτιδα, η Φθιώτιδα και η Θεσσαλιώτιδα.
Για τη θέση της Φαρκαδόνας κάνει λόγο αρχικά ο αρχαίος συγγραφέας και γεωγράφος Στράβωνας που αναφέρει ότι οι τρεις πόλεις της Εστιαιώτιδας Τρίκκη, Πέλλινα και Φαρκαδόνα βρίσκονταν παρατεταγμένες κατά μήκος της αριστερής όχθης του Πηνειού ποταμού. Με βάση την πληροφορία αυτή και τις μαρτυρίες των αρχαίων συγγραφέων Αριανού, Σκύλακα, Λίβιου και Πλίνιου, ο Leake (1835) ταύτισε τα ερείπια στο ύψωμα "Βίγλα" της κοινότητας Κλοκοτού με την αρχαία Φαρκαδόνα. Είχε τόσο μεγάλη φήμη κατά την εποχή της ακμής της ώστε την είχε επισκεφτεί και ο γνωστός Πίνδαρος.
Είναι γνωστό πως έκοβε δικά της νομίσματα, σημάδι της δύναμης της, ορισμένα από τα οποία σώζονται στο μουσείο του Βόλου. Τα νομίσματα που διασώζονται αντιστοιχούν σε τρεις περιόδους, στην εποχή του Αλεξάνδρου των Φερών, στην εποχή της Μακεδονικής , από 344 έως το 197, και στο διάστημα από την εποχή του Φλαμινίνου έως την εποχή του Διοκλητιανού.
Η ακριβής χρονική περίοδος της ίδρυσης της Φαρκαδόνας είναι άγνωστη. Ορισμένοι ιστορικοί την τοποθετούν στους χάρτες τους μεταξύ των αρχαιοτέρων Εστιαιωτικών πόλεων, μαζί με την Οιχαλί και τη Φαιστό, χωρίς όμως τούτο να μπορεί να εξακριβωθεί. Σημαντικά στοιχεία υπάρχουν μόνο από την περίοδο της καταστροφής της (4ο αιώνα π. χ.).
Κατά το έτος 357 π. χ. ο Φίλιππος Β', πατέρας του Μεγ. Αλέξανδρου, προσπάθησε να αναμιχθεί στις εσωτερικές υποθέσεις των Θεσσαλών με απώτερο στόχο την κατάκτησή τους. Κατήλθε με το σύνθημα "ελευθερωτής" αλλά το σχέδιο του απέτυχε γιατί βρήκε σθεναρή αντίσταση από τη Φαρκαδόνα και τη Φαυτό, όσες φορές προσπάθησε να εισβάλλει στη Θεσσαλία από τη περιοχή της Φαρκαδόνας. Έτσι αναγκάστηκε να αλλάξει τακτική. Σύμφωνα με την αφήγηση του Πολύαινου ο Φίλιππος αφού κατέλαβε πρώτα τη Λάρισα αμέσως με το στρατό του προχώρησε για να υποτάξει τη Φαρκαδόνα. Στην αρχή της πολιορκίας συνάντησε ισχυρή αντίσταση από τους υπερασπιστές της πόλης, έτσι χρησιμοποίησε ξύλινες σκάλες στην ατείχιστη πλευρά του δίδυμου λόφου οι οποίες διευκόλυναν τους μισθοφόρους του να ανέβουν στην ακρόπολη και στη συνέχεια να καταλάβουν ολόκληρη την πόλη. Η Φαρκαδόνιοι ποτέ δεν συμμάχησαν με τη θέλησή τους με τους Μακεδόνες. Το μυαλό τους ήταν πάντα στην επανάσταση. Πολλές φορές επιχειρήθηκε μα όλες πνίγηκαν στο αίμα.
Οι άνδρες του στρατού της Φαρκαδόνας οι οποίοι πήραν μέρος στην Μικρασιατική Εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου ήταν οι μόνοι μαζί με τους Αμφισσείς Τρικκαίοι και Ηρακλειώτες που δεν τους επιτράπηκε το έτος 323 π. χ. μαζί με τους άλλους βετεράνους να γυρίσουν στις πατρίδες τους. Μεγάλο ρόλο στην απόφαση αυτή του Αλέξανδρου έπαιξε η ενημέρωσή του από τον Τετράρχη της Εστιαιώτιδας περί των επαναστατικών διαθέσεων των Φαρκαδονίων οι οποίοι θα ενθαρρύνονταν περισσότερο με τους παλαίμαχους γιατί η δύναμή τους θα αυξανόταν σημαντικά και θα τονώνονταν το φρόνημα τους για πιθανή επαναστατική ενέργεια.[3]
Η Φαρκαδόνα είχε μεγάλη συμμετοχή στους απελευθερωτικούς αγώνες και ειδικά τελευταία, το 1943 – όπως αναγράφεται στο μνημείο πεσόντων στην είσοδο της πόλης, στη θέση Βρυκολάκια – έγινε σφαγή ντόπιων Φαρκαδονίων σε αντίποινα από τους Γερμανούς.

Μεταφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη Φαρκαδόνα φτάνει κανείς με αυτοκίνητο ή λεωφορείο . Επιπλέον, το Αστικό ΚΤΕΛ Τρικάλων λειτουργεί λεωφορειακές γραμμές τόσο εντός της Φαρκαδόνας όσο και μεταξύ των Τρικάλων και γειτονικών χωριών και οικισμών

Αξιοθέατα και σημεία αναφοράς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κύρια πλατεία βρίσκεται στο κέντρο της πόλης και διαδραματίζει κύριο ρόλο σε πολλές από τις τοπικές δραστηριότητες. Στο μέσον της βρίσκεται ο ναός των Αγίων Αποστόλων. Χτίστηκε το 1909 σε θέση όπου υπήρχε παλιά ομώνυμος ναός. Στον ναό αυτό βρίσκεται και "Ο Εσταυρωμένος", το πρώτο έργο που φιλοτέχνησε το 1959 ο ζωγράφος Άγγελου, με καταγωγή από την Φαρκαδόνα. Στην πλατεία, επίσης, υπάρχει το μνημείο του αγνώστου στρατιώτη. Δίπλα στην κεντρική πλατεία βρίσκεται από το 1971 και η Τρίγωνη Πλατεία, γνωστή και ως “Πλατεία Δημοκρατίας”. Οι δύο αυτές πλατείες αποτελούν το κέντρο της αγοράς καθώς τις πλατείες αυτές περιβάλουν διάφορα εμπορικά καταστήματα, καταστήματα εστίασης και καφετέριες. Στην ευρύτερη περιοχή των πλατειών γίνεται κάθε Σάββατο η εβδομαδιαία Λαϊκή Αγορά.
Σημείο ενδιαφέροντος αποτελεί ακόμη το ρολόι στο λόφο ανατολικά της πόλης και το παλιό υδραγωγείο, ο παλιός ναός του Αγ. Νικολάου και τα ξωκλήσια της ευρύτερης περιοχής.
Στην πόλη λειτουργούν αρκετές δημόσιες υπηρεσίες, τράπεζες και σχολεία πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Το Εθνικό Ίδρυμα Υποδοχής και Αποκατάστασης Παλλινοστούντων Ομογενών Ελλήνων που ιδρύθηκε στη Φαρκαδόνα το Δεκέμβριο του 1990.
Η τοπική ποδοσφαιρική ομάδα της Φαρκαδόνας αγωνίζεται και προπονείται στο στάδιο που υπάρχει στη νοτιοδυτική είσοδο της πόλης και χτίστηκε το 1970. Σημαντικές αθλητικές συναντήσεις πραγματοποιήθηκαν στο στάδιο αυτό, όπως μεταξύ Τρικάλων - ΠΑΟΚ και Τρικάνων - Άρη, οι οποίες επέλεξαν το στάδιο της Φαρκαδόνας στους ουδέτερους αγώνες τους.
Νότια του χωριού και σε απόσταση περίπου 2 χλμ ρέει ο ποταμός Πηνειός. Στις όχθες του βρίσκεται το ξωκλήσι του Αγίου Νικολάου. Χτισμένο το 1612, είναι στολισμένο με αγιογραφίες και επιγραφές μέσα κι έξω, αρκετές από τις οποίες είναι μερικώς κατεστραμμένες από την εποχή του ελληνο-ιταλικού πολέμου.

Πανηγύρι – Λαογραφικές εκδηλώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από το 1881 που ελευθερώθηκε η περιοχή από τους Τούρκους, με απόφαση του τότε δημάρχου άρχισε να λειτουργεί η μεγάλη ζωοπανήγυρη, το "παζαράκι" όπως είναι γνωστό στους ντόπιους, τον μήνα Αύγουστο, το οποίο φαίνεται να υπάρχει από την αρχαιότητα. Γίνονταν στη θέση "Βρυσούλες", κάτω από το κάστρο της αρχαίας Φαρκαδόνας , στον Κλοκωτο. Το "παζαράκι" λειτουργούσε μέχρι την δεκαετία του 70. Ο δήμος διοργανώνει ακόμα και σήμερα στην Φαρκαδόνα το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Αυγούστου εμποροπανήγυρη με παράλληλες πολιτιστικές εκδηλώσεις. Το πανηγύρι του Αγίου Νικολάου, από το ομώνυμο ξωκλήσι, γίνεται στις 20 Μαΐου.

Τετάρτη, 25 Οκτωβρίου 2017

Ορφικά μυστήρια: Οι ελληνικές ρίζες του Χριστιανισμού


του Κωνσταντίνου Τσοπάνη
Δρ Ιστορίας και Φιλοσοφίας των Θρησκευμάτων





Ο Ορφισμός υπήρξε η τελευταία αναλαμπή και έκφραση της αρχαίας ελληνικής θρησκείας. Κατόρθωσε σε μεγάλο βαθμό να μετουσιώσει και να αναμορφώσει τη διονυσιακή λατρεία από την οποία καταγόταν και εν τέλει να κληροδοτήσει αρκετές από τις δοξασίες του όπως και αυτούσια εικονιστικά του θέματα στον νεαρό τότε Χριστιανισμό αποτελώντας, κατά κάποιον τρόπο, το ελληνικό υπόβαθρο της νέας πίστης. Φυσικά στη μεταβίβαση από την μια πίστη στην άλλη οι μορφές άλλαξαν συμβολισμούς, όπως ο Ορφέας με την λύρα που έγινε ο «Καλός Ποιμήν» των κατακομβών, αλλά τα πρωταρχικά σύμβολα έμειναν τα ίδια υπηρετώντας την ανθρώπινη ανάγκη για αναζήτηση της μέθεξης με το μεταφυσικό.

Ο Ορφέας ανάγει την παρουσία του στις αρχές ακόμα της Ιστορίας και φέρεται ως βασιλιάς των θρακικών φύλων. Είναι μια από τις πιο αινιγματικές προσωπικότητες της αρχαίας Ελλάδας η οποία μετεωρίζεται μεταξύ των θεών και των ημιθέων αλλά και μεταξύ του κόσμου των νεκρών και εκείνου των ζωντανών. Στην παγκόσμια ιστορία έμεινε γνωστός ως μουσικός, μάντης και ιερέας των μυστηρίων του Διονύσου. Επίσης φέρεται να έλαβε μέρος στην Αργοναυτική εκστρατεία όπου με τη λύρα του και τη μουσική του ενθάρρυνε τους Αργοναύτες στο μακρύ και δύσκολο ταξίδι τους. Ο θρύλος έντυσε το πρόσωπο του με μια πολύ σαγηνευτική ιστορία. Μετά το τέλος της Αργοναυτικής εκστρατείας φέρεται ότι γνώρισε και ερωτεύθηκε την ωραία Ευρυδίκη την οποία και παντρεύτηκε. Ήταν τρελά ερωτευμένος μαζί της αλλά η ευτυχία του δεν κράτησε για πολύ, αφού η Ευρυδίκη πέθανε νωρίς από δάγκωμα φιδιού. Ο Ορφέας μετά τον άδικο και πρόωρο χαμό της Ευρυδίκης δεν υποτάχθηκε στη μοίρα του αλλά κατέβηκε στον Άδη να την ζητήσει πίσω από τον βασιλιά του κάτω κόσμου. Δεν ήταν ο πρώτος στον αρχαίο ελληνικό κόσμο που είχε κάνει αυτό το ταξίδι, αφού εκεί κάτω είχε πάει και ο Θησέας και ο Ιάσονας.

Άρα ο Ορφέας δεν είναι ο πρώτος που επιχειρεί μια «κατάβαση» στον κάτω κόσμο. Ωστόσο αυτό που τον κάνει να ξεχωρίζει είναι ότι εκεί τον οδηγεί ο έρωτας του. Με τις γλυκές μελωδίες της λύρας του καταφέρνει να συγκινήσει τη βασίλισσα του κάτω κόσμου η οποία του επιτρέπει να πάρει μαζί του την Ευρυδίκη στον κόσμο των ζωντανών. Είναι η πρώτη φορά, στην ελληνική μυθολογία, που η φύση παραβιάζεται και δίνεται η άδεια σε έναν νεκρό να ξαναγυρίσει στη ζωή. Τίθεται όμως ένας απαράβατος όρος από τους βασιλείς του κάτω κόσμου: ο Ορφέας δεν πρέπει να γυρίσει να δει την αγαπημένη του έως ότου αντικρύσει την πρώτη αχτίδα του ήλιου. Εκείνος βαδίζει μπροστά και η Ευρυδίκη τον ακολουθεί. Κάποια στιγμή όμως μη αντέχοντας άλλο γυρίζει να δει τη μορφή εκείνης που για την αγάπη της έφτασε ζωντανός στον Άδη. Οι αγγειογράφοι παρουσιάζουν την Ευρυδίκη να ακουμπά το ένα της χέρι απαλά στους ώμους του Ορφέα, μια γεμάτη αγάπη αποχαιρετιστήρια κίνηση, ενώ το δεξί της χέρι το κρατά ήδη ο ψυχοπομπός Ερμής. Ο όρος της συμφωνίας έχει παραβιαστεί κι εκείνη εξαφανίζεται με μιας, γυρνώντας στον κόσμο των σκιών, για πάντα αυτή τη φορά, όπως αφηγείται ο μύθος. Η απόπειρα λοιπόν του μυθοπλάστη να «νεκραναστήσει» την Ευρυδίκη δεν τελεσφορεί αφού η ιδέα της ανάστασης των νεκρών ήταν κάτι το εντελώς ξένο και μη αποδεκτό για τα ελληνικά πιστεύω της εποχής. Έτσι η «ορφική» απόπειρα επιβολής μιας τέτοιας ιδέας δεν είχε καμιά τύχη. Ενδιαφέρον όμως έχει και η συνέχεια του μύθου.

Ο Ορφέας απογοητευμένος και αποφεύγοντας όλες τις άλλες γυναίκες αφιερώθηκε πλέον στα μυστήρια του Διονύσου τα οποία και αναμόρφωσε. Περιοδεύοντας σε όλη την Ελλάδα διέδιδε τα αναμορφωμένα μυστήρια του Διονύσου, που πλέον θα φέρουν το όνομα ως «Ορφικά», και απόκτησε πολλούς οπαδούς και μεγάλη επιρροή. Καθώς όμως σημαντικό στοιχείο της λατρείας του Διονύσου ήταν ο διαμελισμός και ο θάνατος του θεού αναμφίβολα και ο ιερέας των μυστηρίων του, ο Ορφέας, θα έπασχε τα ίδια πάθη. Το να ζει κανείς με τον τρόπο που ορίζει ο μύθος μπορεί να γίνει ένα τραγικό φορτίο αλλά στο μύθο της θανάτωσης του από τις Μαινάδες υπάρχει και το στοιχείο της εχθρότητας μεταξύ των δύο λατρειών πολύ συγγενικών, της διονυσιακής και της ορφικής. Η βαθιά και πικρή εχθρότητα μεταξύ δύο πολύ συγγενών πραγμάτων. Ο Κόνων αναφέρει πως ο Ορφέας κέρδισε τις καρδιές των Θρακών και των Μακεδόνων με την μουσική του και συνεχίζει υποστηρίζοντας ότι αρνήθηκε να αποκαλύψει τα μυστήρια στις γυναίκες, τις οποίες μίσησε συνολικά μετά τον χαμό της δικής του. Ο Ορφέας με τους πιστούς των μυστηρίων του συνήθιζαν να συγκεντρώνονται κάποιες καθορισμένες ημέρες σε έναν τόπο καλά διαρρυθμισμένο για τις οργιαστικές τους τελετουργίες και άφηναν τα όπλα τους στην είσοδο. Οι γυναίκες, Μαινάδες ιέρειες του Διονύσου, εκμεταλλεύθηκαν αυτή την ευκαιρία και άρπαξαν τα όπλα με τα οποία έσφαξαν και διαμέλισαν τον Ορφέα. Προέβησαν σε αυτήν την αποτρόπαια πράξη όχι επειδή είναι η ενσάρκωση του θεού τους του Διονύσου και άρα έπρεπε να είχε την ίδια μοίρα με τον θεό του, αλλά επειδή τις περιφρονούσε κι εκείνες τον μισούσαν. Ο μύθος αναφέρει πως οι Θράκες τιμωρώντας έκτοτε τις γυναίκες τους τις στιγμάτισαν σχηματίζοντας ένα ελάφι στο πάνω μέρος του δεξιού τους βραχίονα.

Το άψυχο σώμα του Ορφέα και το κομμένο κεφάλι του ρίχθηκαν από τις Μαινάδες στη θάλασσα. Τα κύματα τα παρέσυραν σε μια ακτή της Λέσβου. Σύμφωνα με τον μύθο το κεφάλι του Ορφέα δεν είχε αλλοιωθεί και τραγουδούσε ακόμα. Οι Μούσες συγκέντρωσαν τα μέλη του και τα έθαψαν όλα μαζί στο ιερό του Διονύσου ενώ η λύρα του φυλαγόταν στον ναό του Απόλλωνα. Αυτή η τοποθέτηση συμβόλιζε τη διονυσιακή αλλά και την απολλώνια φύση του Ορφέα. Ακόμα και αν ήταν ένα απολύτως μυθολογικό πρόσωπο το οποίο δημιούργησαν οι οπαδοί της ορφικής λατρείας, σε αυτόν ενώθηκαν τα δύο σημαντικότερα βιώματα του αρχαίου Έλληνα, το διονυσιακό και το απολλώνιο, η έκσταση και το μέτρο. Και οι δύο θεοί τον «επέλεξαν» ταυτόχρονα για ιεροφάντη των μυστηρίων τους και «συναντήθηκαν» στο πρόσωπο του τα βαθύτερα ένστικτα του Έλληνα που εκείνοι συμβόλιζαν. Η ένωση αυτών των βαθύτερων ενστίκτων του ανθρώπου αντανακλά την αρχετυπική μορφή του Έλληνα. Ο ίδιος ο Ορφέας, όπως περιγράφεται στον μύθο, προσπαθώντας να αναμορφώσει την παλιά θρησκεία του Διονύσου έφερε μαζί του μια νέα και όσο γοήτευσε τους οπαδούς του άλλο τόσο έκανε να τον μισήσουν οι εχθροί του. Το πάθος τους εναντίον του ήταν τόσο που δεν μπόρεσε να κατασιγασθεί παρά μόνο με τον θάνατο και το διαμελισμό σώματός του. Κατά συνέπειαν άσχετα με το ποιος ήταν στην πραγματικότητα και με το πόση αλήθεια κρύβει ο μύθος του, ο Ορφέας πέρασε στην ιστορία ως μια πρώιμη θρησκευτική μορφή η οποία ανυψώθηκε στη σφαίρα του μύθου. Γίνεται ο ίδιος θυσία προκειμένου να συμφιλιωθούν οι δύο υπερφυσικοί αντίπαλοι, Διόνυσος και Απόλλων και η θυσία του φέρνει την καταλαγή και τη συμφιλίωση των δύο αντιθέτων ρευμάτων.
Ορφική θρησκεία

Με την πάροδο των ετών μια θρησκεία ολόκληρη στηρίχθηκε πάνω στις διδασκαλίες του Ορφέα, ή τουλάχιστον σε όσα αυτός φαίνεται να κήρυξε, η λεγόμενη ορφική θρησκεία που γνώρισε την μεγαλύτερη ανάπτυξη της τον 6ο και 5ο αιώνα π.Χ. στην Αθήνα των Πεισιστρατιδών. Επρόκειτο για ένα εσχατολογικό και ατομοκεντρικό μυστηριακό κίνημα που υπόσχετο την αιώνια ζωή και τη λύτρωση από τον αέναο κύκλο των μετενσαρκώσεων στους μύστες και τους θιασώτες του. Αποκομμένο από την επίσημη λατρεία της πόλης απευθύνετο σε λίγους και εκλεκτούς στους οποίους έταζε ότι θα μπορούσαν να είχαν μια άμεση μεταφυσική εμπειρία με την μύηση τους στον Ορφισμό. Φυσικό ήταν λοιπόν να θέλξει όλα τα ανήσυχα πνεύματα της εποχής που δεν αρκούνταν στην κρατική τυποποιημένη λατρεία των τελετουργών ιερέων της πόλης των Αθηνών αλλά επιζητούσαν μια πιο άμεση «μέθεξη» με το θείο.

Η ορφική θρησκεία εισέβαλε από την Θράκη στην κυρίως Ελλάδα την εποχή κατά την οποία οι πολυθεϊστικές ομηρικές δοξασίες είχαν αρχίσει να παρακμάζουν. Ωστόσο δεν διαδόθηκε ευρέως αφού ήταν μια ελιτιστική θρησκεία η οποία είχε έναν πολύ ερμητικό χαρακτήρα και δεν επέτρεπε την πρόσβαση στις μεγάλες αμύητες μάζες. Παραλαμβάνοντας μια σειρά στοιχείων από παλαιότερες θρησκευτικές πρακτικές κυρίως της διονυσιακής λατρείας, όπως ήταν η ωμοφαγία, η λικνοφορία και ο ιερός γάμος, τους έδωσε νέες πνευματικότερες διαστάσεις. Οι θεωρητικοί του Ορφισμού μετασχημάτισαν την θεολογία των χρησμών σε έναν ασαφή μονοθεϊσμό και τις τελετές των βωμών σε μια πράξη ανώτερης λατρείας και πνευματικής κάθαρσης.
Ορφισμός και Χριστιανισμός

Τι ρόλο έπαιξε όμως ο Ορφισμός στην διάδοση και διαμόρφωση του Χριστιανισμού και ποια είναι η σχέση μεταξύ ορφικών διδασκαλιών και της χριστιανικής διδασκαλίας; Μπορεί ο Ορφισμός να θεωρηθεί ως ένας πρόδρομος του Χριστιανισμού; Προετοίμασε το πεδίο για την έλευση του Χριστιανισμού; Εάν ναι, τότε με ποιον τρόπο; Μπορούμε να διακρίνουμε άραγε στις ιδέες του περί θεού πάσχοντος, περί ενός θεού που πεθαίνει και ανασταίνεται, περί ενός ασαφούς ορφικού μονοθεϊσμού, περί του προπατορικού αμαρτήματος, περί της ενώσεως του ανθρώπου με το θείο, περί της ατομικής σωτηρίας και λύτρωσης, περί της ασκητικής ζωής και της πνευματικής κάθαρσης μέσω ειδικών τελετουργιών, μια προεικόνιση του Χριστιανισμού ή έστω μια απλή «Ευαγγελική Προπαρασκευή»; Σύμφωνα με τον Απόστολο Παύλο όλα τα αρχαία μυστήρια και συνεπώς και ο Ορφισμός είναι μια μαρτυρία περί του Θεού, ένας βωμός που φέρει την επιγραφή: «Τω Αγνώστω Θεώ». Ας πάρουμε τα πράγματα όμως από την αρχή.
Η ιδέα του μονοθεϊσμού

Ο μονοθεϊσμός στην αρχαιότητα μολονότι ενυπήρχε ως ιδέα κυρίως στους φιλοσόφους και στους διανοούμενους ωστόσο πέρα από την Παλαιά Διαθήκη παρέμενε ασαφής και ήταν κυρίως μια τάση προς τον μονοθεϊσμό ή τον «ενοθεϊσμό» και όχι αυτό που σήμερα αντιλαμβανόμαστε με τον όρο μονοθεϊσμός. Δεν πρόκειται δηλαδή για μια εξάλειψη του πολυθεϊσμού αλλά για μια προσπάθεια απορρόφησης της πολλαπλότητας της θεότητας και μια επικέντρωσή της σε μια ανώτατη θεότητα. Ο ορφικός μονοθεϊσμός επικεντρώνεται στον Δία χωρίς όμως να εξαλείφονται και οι άλλες θεότητες. Ο Ζεύς θεωρείται «ο πρώτος και ο έσχατος, το κεφάλι και το μέσον και γενικά όλα γεννήθηκαν από τον Δία» όπως λέει ένα ορφικό κείμενο. Ο ειδωλολατρικός μονοθεϊσμός λοιπόν δεν ήταν τίποτε άλλο από μια τάση, αν και ήταν σημαντικός ως γενική θρησκευτική ιδέα. Η πολυθεΐα δεν αποβλήθηκε ούτε στη λατρεία, ούτε στη θεολογία, αλλά οι Ορφικοί άφησαν τους πολλούς θεούς «σύνναους» και «σύμβωμους», υποτελείς ή απορροφημένους από την υπέρτατη θεότητα. Επρόκειτο λοιπόν περισσότερο για «ενοθεϊα» παρά για μονοθεΐα όπως την ξέρουμε σήμερα, εάν θέλουμε να κυριολεκτήσουμε. Το αποτέλεσμα όμως ήταν ότι εντύπωσε στο μυαλό όχι μόνο των μορφωμένων αλλά και του λαού την πεποίθηση ότι ο θεός είναι το πηδάλιο του σύμπαντος. Ωστόσο αυτός ο ιδιότυπος ορφικός μονοθεϊσμός, φιλοσοφικός κυρίως, λειτούργησε προπαρασκευαστικά για τον Χριστιανισμό, όσο παράδοξο κι αν ακούγεται κάτι τέτοιο.

Στην ορφική θεογονία φαίνεται να υπάρχει ο Δίας-Διόνυσος-Φάνης, ένας θεός «τρίγονος», γεννημένος τρεις φορές, ο Διόνυσος-Φάνης, ο Διόνυσος-Ζαγρέας και ο αναστημένος Διόνυσος ο οποίος καλείται από τον Δία να βασιλεύσει. Είναι ένας θεός που παρουσιάζεται με διάφορες εκδοχές, διαδοχικές όσο και αυθαίρετες και δεν είναι ο παλαιός Διόνυσος των φυτών και των ζώων, της ανανέωσης της ζωής, αλλά ο θεός της αθανασίας. Ειδικά με αυτή την τελευταία του ιδιότητα έρχεται πολύ κοντά στον Χριστιανισμό.


Ορφικά μυστήρια

Προκειμένου να συμμετάσχει κάποιος στα ορφικά μυστήρια έπρεπε απαραίτητα να μυηθεί πρώτα σε αυτά. Η μύηση αποτελούσε την θεμελιώδη πράξη η οποία έδινε την δυνατότητα στον μυούμενο να συμπεριληφθεί στην τροχιά της γνώσης μέσω της εμπειρίας του θεϊκού. Η μύηση είναι ένα διαχρονικό φαινόμενο το οποίο είναι παρών από τις αρχαίες φυλές μέχρι έως τους πιο πολιτισμένους λαούς και στον Ορφισμό περιελάμβανε δύο κυρίως φάσεις: την ίδια την μύηση του υποψηφίου μέσω των τελετουργικών του καθαρμού και της εκπαίδευσης καθώς και την αναπαράσταση ενός ιερού δράματος με τα τελετουργικά και τον ιερό του λόγο, ο οποίος είχε το αντικείμενο του εμπνευσμένο από το δράμα του Διονύσου-Ζαγρέως. Ο επιδιωκόμενος στόχος ήταν η γέννηση, ο θάνατος και η αναγέννηση καθώς και η ευαισθητοποίηση της ανθρώπινης ψυχής στην κλήση και στο έργο του Διονύσου. Προκειμένου να γίνει η μύηση απαιτείτο ο μυούμενος να τηρεί εγκράτεια και να απέχει από το κρέας, τα ποτά και τις σαρκικές ηδονές. Στην αρχή τον άλειφαν με άσπρη σκόνη ασβέστης σύμβολο του τιτανικού στοιχείου που συμπεριλαμβάνετο στην ανθρώπινη φύση σύμφωνα με την ορφική διδασκαλία. Κατά την διάρκεια της μύησης γινόταν και η τελετή της ωμοφαγίας όπου θυσιαζόταν ένας ταύρος που συμβόλιζε τον Διόνυσο και του οποίου οι σάρκες τρώγονταν ωμές προκειμένου οι συμμετέχοντες στην τελετή να ενωθούν με τον ταύρο-Διόνυσο. Ήταν ένας τρόπος μετάδοσης της θεϊκής ζωής. Η ωμοφαγία, δηλαδή η βρώση ωμού κρέατος ήταν ένα από τα κύρια μυστήρια του Ορφισμού. Ο πιστός καταβρόχθιζε τον θεό του που στην συγκεκριμένη τελετή είχε τη μορφή του ταύρου και πίστευε ότι έτσι ερχόταν σε μυστικιστική ένωση μαζί του.

Ο σκοπός της μύησης στον Ορφισμό είναι εσχατολογικός δηλαδή λυτρώνει τον άνθρωπο από την ύλη, από το στοιχείο εκείνο της ύπαρξης του που τον βαραίνει. «Από τον οδυνηρό κύκλο ξέφυγα πετώντας», λέει ο ορφικός μύστης έχοντας λυτρωθεί από τις αλλεπάλληλες γεννήσεις. Η λύτρωση αυτή εναπόκειτο όχι μόνο στην μύηση αλλά και στις πράξεις που θα έκανε ο άνθρωπος στην εκάστοτε επίγεια ζωή του. Εάν παρέμενε αμαρτωλός και βορβορώδης τότε θα αναγκαζόταν να πιεί από την πηγή της Λήθης και να επαναγεννηθεί σε άνθρωπο ή ζώο. Αν όμως κατάφερνε να λυτρωθεί τότε θα ενωνόταν με την παγκόσμια ψυχή, με την θεότητα δηλαδή, αναφωνώντας: «από άνθρωπος έγινα θεός!» Για να φτάσει σε αυτό το στάδιο όμως έπρεπε να λυτρωθεί από τον κύκλο των συνεχών επαναγεννήσεων, από την μετενσάρκωση δηλαδή.
Μετεμψύχωση

Ένα από τα βασικά δόγματα του Ορφισμού ήταν η μετεμψύχωση ή πιο σωστά μετενσάρκωση, το ταξίδι δηλαδή της ψυχής μέσα από αλλεπάλληλες μετενσαρκώσεις από το ένα σώμα στο άλλο. Το ταξίδι αυτό είχε σκοπό να καθαρθεί η ψυχή και καθαρισμένη από κάθε τιτανικό-αμαρτωλό στοιχείο της, τελικά να γίνει ένα καθαρό πνεύμα και να ενωθεί με το παγκόσμιο πνεύμα στο οποίο και ανήκε. Αυτή η κάθαρση επιτυγχανόταν μετά από μια μακρά σειρά αποδημιών από το ένα σώμα στο άλλο. Το κάθε σώμα δεν ήταν παρά το σήμα-τάφος της ψυχής από το οποίο εκείνη έπρεπε να λυτρωθεί. Μετά τον θάνατο και την ταφή του σώματος η ψυχή διεκδικούσε την θεϊκή της καταγωγή με την τελετουργική φράση: «είμαι παιδί της Γής και του ουρανού, το γένος μου είναι ουράνιο.»
Προπατορικό αμάρτημα

Τόσο η ορφική αντίληψη περί Άδη όσο και η ορφική εσχατολογία μοιάζουν σε πολλά σημεία με την χριστιανική. Το προπατορικό αμάρτημα ως κάποιο παράπτωμα που διέπραξαν οι πρόγονοι και οι συνέπειες του οποίου επηρεάζουν τη ζωή των απογόνων, ενυπάρχει και σε αυτόν τον ορφισμό. Η αντίληψη περί προπατορικού αμαρτήματος στον Ορφισμό είναι στενά συνδεδεμένη με την ανθρωπογονία του, δηλαδή με τη δημιουργία των ανθρώπων. Σύμφωνα με τον μύθο στο τέλος της γενεαλογικής σειράς των θεών βρίσκεται ο γιός του Δία και της Περσεφόνης, ο Διόνυσος, που παίρνει το όνομα του θεού του κάτω κόσμου, του κυνηγού Ζαγρέα. Σε αυτόν είχε εμπιστευθεί ο Δίας την εξουσία του κόσμου. Ο ορφικός μύθος περιγράφει τα παιχνίδια του νέου κυρίαρχου θεού, κύβους, τόπια, σβούρες, μαλλί, χρυσά μήλα και δαδί, τα οποία αποτέλεσαν τα σύμβολα των νέων μυστηρίων. Οι Τιτάνες όμως μετά από προτροπή της Ήρας, που από την ζήλεια της ήθελε να εξοντώσει τον γιό του Δία, έχοντας αλείψει τα πρόσωπά τους με γύψο, ήρθαν ως νεκροί από τον κάτω κόσμο, όπου τους είχε ρίξει ο Δίας μετά την νίκη του εναντίον τους και αφού απέσπασαν την προσοχή του με διάφορα παιχνίδια, τον απήγαγαν, τον κομμάτιασαν, τον έριξαν σε ένα καζάνι και τον κατασπάραξαν. Η μυρωδιά όμως του βραστού κρέατος τράβηξε την προσοχή του Δία που εμφανίσθηκε στο τραπέζι των Τιτάνων και τους κατακεραύνωσε. Η Αθηνά διέσωσε την καρδιά του Διονύσου και την μετέφερε στον Δία, ο οποίος την έραψε στον μηρό του κι από εκεί ξεπήδησε ο νέος Διόνυσος, ο οποίος ήταν αναβίωση του Ζαγρέα. Από τη στάχτη των Τιτάνων, των παλιών ηλιακών θεοτήτων που νικήθηκαν από τους Ολυμπίους και εκτοπίσθηκαν στα Τάρταρα δημιουργήθηκαν οι άνθρωποι φέροντας μέσα τους τόσο το τιτανικό στοιχείο, το κατώτερο και αμαρτωλό όσο και το διονυσιακό, το ανώτερο και θεϊκό. Αυτός ο μύθος εκφράζει την ανθρωπογονία του Ορφισμού. Δεμένοι οντολογικά με την τιτανική φύση οι άνθρωποι διατηρούν μέσα τους την ροπή προς το κακό. Από εδώ προέρχεται και η αντίθεση μεταξύ σώματος και ψυχής. Το σώμα έλκει την καταγωγή του από τιτανική ρίζα ενώ η ψυχή από θεϊκή φλόγα. Οι Ορφικοί διακήρυσσαν πως η θεϊκή ψυχή πρέπει να αγωνιστεί για να επιστρέψει στην πηγή της ζωής. Το σώμα γίνεται φυλακή και τάφος της ψυχής, η οποία επιζητεί να διαφύγει στα ανώτερα επίπεδα. Από το σώμα μπορεί να απελευθερωθεί ο ορφικός μύστης μόνο με την πνευματική άσκηση.










Ο ορφικός ηθικός κανόνας, ο οποίος συμπεριλαμβάνει και έναν πρωτογενή ασκητισμό, μοιάζει πάρα πολύ με την χριστιανική ηθική. Ο μύθος της τιτανικής – διονυσιακής καταγωγής του ανθρώπου δημιούργησε την πίστη ότι το σώμα ήταν ο τάφος της ψυχής, δηλαδή το δόγμα «σώμα-σήμα». Αυτό το δόγμα είναι ο πυρήνας των ορφικών μυστηρίων, καθώς σημειώνει την ορφική και μη ελληνική φυγή από τον κόσμο. Αυτή η φυγή θα αποτελέσει βασική διδασκαλία της χριστιανικής Εκκλησίας και τρόπο ζωής για τους συνειδητούς χριστιανούς. Ο καθηγητής Νίλσον λέει σχετικά με την καταγωγή της ιδέας του προπατορικού αμαρτήματος πως «ο Πλάτων μιλάει για την τιτανική φύση όπως εμείς μιλάμε για τον Αδάμ, κατά τρόπο που δείχνει καθαρά την επιρροή της ορφικής διδασκαλίας στον Χριστιανισμό». Επίσης η πάλη του διονυσιακού με το τιτανικό στην ανθρώπινη φύση και το γεγονός ότι το ένα στοιχείο ωθεί στο καλό και το άλλο αντίθετα, θυμίζει την ρήση του Αποστόλου Παύλου «έτερος νόμος εν τοις μέλεσι μου αντιστρατευόμενος τον του νοός» (Προς Ρωμαίους 7,23).

Ο μύθος για τον θεό που πεθαίνει κι ανασταίνεται σε μια νέα ζωή είναι πανάρχαιος και συνδέεται πάντα με το μυστήριο της αναγέννησης της ζωής. Ο συγκεκριμένος μύθος του φόνου του Ζαγρέα από τους Τιτάνες ήταν και μια κεκαλυμμένη προσπάθεια καλλιέργειας στην ανθρώπινη ψυχή της έννοιας της ενοχής, πράγμα δύσκολο για έναν λαό σαν τους Έλληνες, που η ψυχολογία τους τούς άφηνε να αντιδράσουν πολύ λίγο στην έννοια της ενοχής. Η έννοια της ενοχής του ανθρώπου είναι χαρακτηριστική του ορφικού μύθου της δημιουργίας του ανθρώπου και η ενοχή πρέπει να οδηγήσει τον άνθρωπο σε μια προσπάθεια να γλιτώσει από αυτήν. Αυτή η προσπάθεια θα δημιουργήσει στους Ορφικούς κύκλους, όπως και στους επηρεασμένους από αυτούς πυθαγόρειους, ασκητικές τάσεις. Ο ορφικός ασκητισμός έμοιαζε με τον ελληνικό ασκητισμό που είχε αναπτυχθεί από τα πανάρχαια ακόμα χρόνια στο Σελλούς, στο μαντείο της Δωδώνης και ήταν σχετικά ανάλογος με τον μεταγενέστερο χριστιανικό ασκητισμό. Τον έντονο ασκητισμό τους εξέθρεψε η θεωρία της μετενσάρκωσης και μπορεί να αποτελούσαν ασκητικές ομάδες αλλά πάντοτε διατηρούσαν το χαρακτήρα των εγγάμων. Αυτά ακριβώς τα δόγματα της λύτρωσης από το προπατορικό αμάρτημα, της ατομικής σωτηρίας και της άρνησης του πολίτικο-θρησκευτικού συστήματος που εκφράζεται με φυγή από τον κόσμο και που έχουν την καταγωγή τους στους ορφικούς κύκλους θα στηρίξουν από τον 3ο-4ο αιώνα και μετά τον μοναχισμό-αναχωρητισμό και θα εμφανιστούν στη ζωή της Εκκλησίας ως αντίδραση στην εκκοσμίκευση που θα προκύψει με το έδικτο των Μεδιολάνων το 313 και με το οποίο ουσιαστικά ο Χριστιανισμός κατέστη επίσημη θρησκεία της Αυτοκρατορίας.
Μετά θάνατον τιμωρία και ανταπόδοση πράξεων

Μολονότι η ορφική θρησκεία ως ελιτιστική παρουσιαζόταν κατά μοναδικό τρόπο απελευθερωμένη από την υλικότητα του μελλοντικού κόσμου και υποσχόταν μια αθανασία, όχι διαποτισμένη με την ελπίδα των μελλοντικών αμοιβών αλλά με τον διακαή πόθο για την τέλεια αγνότητα, ωστόσο δίπλα στους «θρόνους των ευλογημένων» και στα «άλση της Φερσεφόνειας» παρουσιάζεται και ο φόβος της τιμωρίας. Πολλοί μύστες του Ορφισμού επιζητούσαν και πρέσβευαν την μετά θάνατον τιμωρία και ανταπόδοση των πράξεων ως μια αιώνια τιμωρία όσων δεν πίστεψαν στο δόγμα τους και έμειναν αμύητοι στα μυστήρια του Ορφέα. Σε αυτούς οφείλεται ο σχηματισμός του σκοτεινού κάτω κόσμου με τα καζάνια στα οποία έβραζαν οι αμαρτωλοί και τους οχετούς της λάσπης, τον βόρβορο, στον οποίο βρίσκονταν οι αμύητοι.



Ο Ορφισμός πήρε τον ομηρικό Άδη, που ήταν τόπος σκιών, και τον μετέτρεψε σε τόπο τιμωρίας και βασάνων. Ο Χριστιανισμός αφού δεν είχε επαρκή στοιχεία από την ιουδαϊκή παράδοση για αυτό το θέμα δέχθηκε την ορφική αντίληψη και εμπνεύσθηκε από τις ορφικές ιδέες περί του επέκεινα κόσμου. Ο Ορφισμός όπως είδαμε και πιο πάνω πρέσβευε ότι οι ψυχές αφού περάσουν ένα εύλογο χρονικό διάστημα στον Άδη όπου θα πληρώσουν για τις αμαρτίες τους και θα καθαρθούν, θα επανέλθουν στην επίγεια ζωή μέσω της μετενσάρκωσης σε ένα νέο σώμα. Αυτή η διδασκαλία τροποποιήθηκε και πέρασε στον Χριστιανισμό με νέες μορφές. Η πρώτη μορφή είναι η διδασκαλία περί σωτηρίας των πάντων, η οποία όμως δεν έγινε δεκτή από την Εκκλησία ευθύς εξ’ αρχής. Ένας από τους σημαντικότερους εκφραστές αυτής της θεωρίας ήταν ο εκκλησιαστικός συγγραφέας Ωριγένης, που έζησε το πρώτο μισό του 3ου μ.Χ. αιώνα και δίδασκε ότι όλες οι ψυχές θα φθάσουν στη σωτηρία. Αυτή η ορφική ιδέα της επιστροφής των ψυχών στην ουράνια πατρίδα τους μέσω των επαναγεννήσεων πιθανώς μέσω του Πυθαγορισμού έφθασε ως τον Ωριγένη.


Ωστόσο ο Άδης μετατράπηκε στον Χριστιανισμό σε τόπο τιμωρίας και βασάνων και ονομάστηκε «κόλαση». Η περιγραφή μάλιστα των τιμωριών των κολασμένων γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη στη χριστιανική φιλολογία. Το παλαιότερο χριστιανικό έργο που περιέχει ένα όραμα του άλλου κόσμου είναι ένα απόκρυφο κείμενο, η λεγόμενη «Αποκάλυψη του Πέτρου», η οποία περιλαμβάνει τις πιο χαρακτηριστικές, από άποψη ομοιότητας, με τον Ορφισμό περιγραφές. Βρίσκουμε στην «Αποκάλυψη του Πέτρου» όχι μόνο το μαρτύριο του Σισύφου και τη λίμνη με τις λάσπες, που αναφέρεται στους «Βατράχους» του Αριστοφάνη αλλά και μια σειρά από προσωπικές τιμωρίες στο μέτρο κάθε είδους αμαρτίας που είναι παρμένες από τα ορφικά κείμενα. Οι καταραμένοι είναι κρεμασμένοι από τη γλώσσα, οι δολοφόνοι βυθισμένοι μέσα σε κοχλάζουσες και γεμάτες ερπετά λάσπες, οι συκοφάντες μαστιγωμένοι και φαγωμένοι από τα σκουλίκια, οι τοκογλύφοι πνιγμένοι μέσα σε μια λίμνη από πύο και καυτό αίμα.



Εδώ πρέπει να σημειώσουμε κι άλλη μια ορφική αντίληψη η οποία πέρασε στον Χριστιανισμό αλλάζοντας φυσικά έννοια και συμβολισμό. Πρόκειται για την μετά θάνατο τιμωρία της «λήθης» την χειρότερη για τους Ορφικούς η οποία όμως μετατρέπεται σε αρετή για τους χριστιανούς. Ο άνθρωπος έχει πάντοτε την τάση να προσπαθεί να σταθεροποιεί όλες τις τέλειες στιγμές που επιτυγχάνει και θεωρεί τον χρόνο απειλή για τις εύθραυστες χαρές του. Μέσω της ανάμνησης προσπαθεί να επαναφέρει τον χαμένο χρόνο και να αναβιώσει τις παρελθούσες εκστάσεις του και αυτό είναι φυσικό για τα ανθρώπινα δεδομένα. Την ανάμνηση, ή την «μνήμη» θεωρούσαν και οι Ορφικοί ως καλό στην επέκεινα ζωή. Ο ενάρετος άνθρωπος, ο Ορφικός μύστης δηλαδή, μετά τον θάνατο του έπινε από την πηγή της Μνημοσύνης και διατηρούσε την μνήμη του στον άλλο κόσμο ενώ ο αμύητος από την πηγή της Λήθης και υποχρεωνόταν να ξεχάσει τα πάντα και να οδηγηθεί για μια ακόμα φορά στον κύκλο της μετενσάρκωσης και να ξαναγεννηθεί. Ο Χριστιανισμός όμως μετατρέπει αυτή την αντίληψη και θεωρεί την ορφική «λήθη» ως αρετή. Δεν υπάρχει όπως στον Ορφισμό παρελθόν που ο άνθρωπος πρέπει να θυμάται αλλά στρέφεται προς τον Παράδεισο που είναι ένα μέλλον. Το ουσιώδες δεν είναι πια ανάμνηση αλλά ελπίδες για το μέλλον. Αυτή είναι η μετάβαση από την ποίηση στην προφητεία, από την πλατωνική στη βιβλική ανθρωπολογία.



Επηρεασμοί στην τέχνη. Ο «Καλός Ποιμήν».




Η Εκκλησία έχοντας δεχθεί από τα πρώτα της βήματα τις επιδράσεις της ιουδαϊκής περιρρέουσας ατμόσφαιρας η οποία την περιέβαλλε από την ίδρυσή της, όπως ήταν φυσικό τήρησε αρνητική στάση απέναντι στη ζωγραφική και κυρίως τη γλυπτική θρησκευτική τέχνη. Με την έξοδο της όμως από τα στενά όρια της Παλαιστίνης στον γεωγραφικό χώρο του ελληνορωμαϊκού κόσμου αντιμετώπισε έντονα το ζήτημα της εισαγωγής της τέχνης στην υπηρεσία της λατρείας. Ο ελληνο-ρωμαϊκός κόσμος ήταν μέτοχος ενός πολιτισμού εντελώς διαφορετικού του ιουδαϊκού και η γλυπτική τέχνη, ιδίως η αγαλματοποιία είχε υπηρετήσει την εθνική θρησκεία σε όλες της τις εκφάνσεις και είχε άρρηκτα συνυφανθεί μαζί της στις συνειδήσεις των ανθρώπων και τις προσλαμβάνουσες παραστάσεις του εθνικού κόσμου. Έτσι ο χριστιανισμός έκανε σιγά-σιγά τα πρώτα του ανοίγματα προς αυτό που αργότερα ονομάσθηκε «χριστιανική τέχνη» δημιουργώντας και αναπτύσσοντας τα πρώτα σύμβολα και τις πρώτες του παραστάσεις. Η ορφική τέχνη επηρέασε πάρα πολύ ειδικά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες την χριστιανική τέχνη. Ένας επηρεασμός και «δάνειο» του Χριστιανισμού από τον Ορφισμό είναι η περίφημη παράσταση του Ορφέα να σαγηνεύει τα ζώα με τον ήχο της λύρας του. Η παράσταση αυτή υιοθετήθηκε από την χριστιανική Εκκλησία από τις πρώτες ακόμα δεκαετίες της ύπαρξης της και παίρνοντας τον συμβολισμό του «Καλού Ποιμένος» δηλαδή του Ιησού Χριστού, κόσμησε τους τοίχους των κατακομβών όπου συναθροίζονταν οι πρώτοι χριστιανοί. Στην Εκκλησία η παράσταση αυτή του Ορφέα, πλέον με την έννοια του Χριστού που σαγηνεύει τις ψυχές των ανθρώπων με τον λόγο του, θεωρήθηκε ως η καλύτερη εικόνα που θα άρμοζε να στολίζει τις πρώτες χριστιανικές νεκροπόλεις. Στις κατακόμβες απαντά πάνω από εκατόν δέκα φορές και τονίζει το απολυτρωτικό έργο της Ενσάρκωσης του Χριστού. Οι πιο πρώιμες παραστάσεις διατηρούν όλα τα ειδωλολατρικά στοιχεία ενώ οι ύστερες προσαρμοζόμενες στον Χριστιανισμό, του αποδίδουν την ιδιότητα του ποιμένα, η οποία δεν είναι εντελώς άγνωστη και στις μυστηριακές θρησκείες. Εκεί λοιπόν που ο ορφικός μύστης έβλεπε τον Ορφέα να σαγηνεύει τα ζώα με τη μουσική της λύρας του ο χριστιανός βλέπει τον Καλό Ποιμένα που έθεσε την ψυχή του υπέρ των ανθρώπων. Για τους χριστιανούς αποκτά το νόημα του Λυτρωτή των ψυχών που με την εξημερωτική δύναμη του Ευαγγελίου του ημερεύει τα άγρια ήθη και τα πάθη που κατακυριεύουν συχνά την ψυχή του ανθρώπου και την αποξενώνουν από τον Θεό. Οι ομοιότητες μεταξύ των δύο καλλιτεχνικών ρευμάτων πρέπει να ειδωθεί μέσα στην προοπτική της ανάγκης του ανθρώπου να εκφρασθεί συμβολικά, ενώ τα σύμβολα συχνά παραλαμβάνονται από την φύση και από εδώ προέρχεται και η παγκοσμιότητα τους.




Ο Χριστιανισμός γεννήθηκε σε μια εποχή που τα μυστήρια ήταν ο κύριος παράγοντας και ο έσχατος λόγος των ήδη παρηκμασμένων παγανιστικών μυστηρίων και στο ερώτημα για το αν πήρε πράγματι στοιχεία από τα αρχαία μυστήρια και ποια ήταν η επίδρασή τους πάνω του θα μπορούσαμε τελικά να απαντήσουμε πολύ γενικά ότι όπως ήδη είδαμε κάποια στοιχεία με την μορφή «δανείου» πέρασαν στον Χριστιανισμό. Πολλοί ίσως στηριζόμενοι σε αυτά τα δάνεια να μιλούν για βέβαιες, θεμελιώδεις και ουσιώδεις επιδράσεις των μυστηρίων πάνω στον Χριστιανισμό. Αν δούμε το θέμα επιφανειακά ίσως να έχουν δίκιο. Αν ρίξουμε όμως μια πιο προσεκτική ματιά τότε θα δούμε και μια άλλη όψη των πραγμάτων. Συγκεκριμένα, όσον αφορά τον Ορφισμό, ο Χριστιανισμός δεν τον γνώρισε με άμεσο τρόπο αλλά μέσω των πυθαγορείων και των διονυσιακών θιάσων καθώς και των αναφορών του Πλάτωνα και άλλων αρχαίων συγγραφέων που φέρονταν να είχαν μυηθεί στα ορφικά μυστήρια ή έστω να είχαν μια στοιχειώδη γνώση της ορφικής διδασκαλίας. Έτσι δεν ήταν δυνατόν ο Χριστιανισμός να υποστεί μια άμεση επίδραση από τις ορφικές ιδέες. Οι έμμεσες επιδράσεις όμως είναι καταφανείς. Πέρα από το ότι και οι δύο θεμελιώνονται σε μια αποκάλυψη, έχουν και κοινά δόγματα όπως αυτά του προπατορικού αμαρτήματος και της σωτηρίας που ήδη εξετάσαμε. Έχουν επιπλέον ιερά βιβλία, κοινότητες μυστών, ηθικό κώδικα και θεολογία, με την ιδιάζουσα έννοια της λέξης όσον αφορά στα αρχαία ελληνικά θρησκεύματα. Η διαρχική περί ψυχής αντίληψη και η ιδέα περί αθανασίας της ψυχής είναι καθαρά ορφικές θεωρίες, όπως και οι αντιλήψεις περί της μετά θάνατον ζωής, με τη δικαίωση των αγαθών και τις περιγραφές των βασανιστηρίων των αμαρτωλών. Και οι δύο κηρύττουν έναν ασκητικό τρόπο ζωής, που ταπεινώνει το σώμα και φροντίζει επιμελώς για την αγνότητα της ψυχής, αφού αυτή επιβιώνει μετά θάνατον και είναι η πιο σημαντική στην ύπαρξη του ανθρώπου. Τελικός σκοπός του πιστού και στις δύο πίστεις προς τον οποίον κατατείνουν όλες του οι προσπάθειες, είναι η ένωση με το θείο.




Τα βασικότερα σημεία προσέγγισης μεταξύ Χριστιανισμού και Ορφισμού, είναι αυτό της πίστης σε έναν θεό που πεθαίνει κι ανασταίνεται και εκείνο της σωτηρίας του πιστού ή του μύστη, αναλόγως, μέσω της συμμετοχής του στη θεότητα. Από την άλλη όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Χριστιανισμός έχει μια δική του ιστορία κι ότι είναι κάτι ζωντανό. Έτσι στην ιστορική πορεία του και μάλιστα στους πέντε πρώτους αιώνες ένα πλατύ ρεύμα εννοιών και συμβόλων από τα μυστηριακά ελληνικά θρησκευτικά κινήματα εισήλθε στην Εκκλησία μετασχηματίζοντας τον απλό βιβλικό χριστιανισμό στη μυστηριακή ιερουργία που επιβιώνει στη Βυζαντινή, τη Ρωσική και σε μικρότερο βαθμό τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία.




Ο Ορφισμός και τα προχριστιανικά μυστικιστικά κινήματα θεωρήθηκαν από τους χριστιανούς πατέρες και εκκλησιαστικούς συγγραφείς, όπως λέει ο ιστορικός του 4ου μ.Χ. Ευσέβιος Καισαρείας, μια «ευαγγελική προπαρασκευή», όσο κι αν κάτι τέτοιο φαίνεται παράξενο. Ο Χριστιανισμός έλαβε κάποιες βασικές ιδέες του Ορφισμού δίνοντας τους νέο περιεχόμενο. Έτσι δέχθηκε ως χαρακτηριστικό παράδειγμα όπως προαναφέραμε και την παράσταση του Ορφέα που σαγηνεύει τα άγια ζώα με τους ήχους της λύρας του, ως απεικόνιση του «Καλού Ποιμένος» Ιησού Χριστού. Τελικά όμως διαχώρισε τη θέση του πλήρως καλώντας τους εθνικούς να δεχθούν τη νέα πίστη.




Βιβλιογραφία:



Τσοπάνη Κωνσταντίνου, Ορφισμός και Χριστιανισμός, εκδ. Ιάμβλιχος, Αθήνα 2003
Μπάρκερ Βάλτερ, Μυστηριακές λατρείες της αρχαιότητας, εκδ. Καρδαμίτσας, Αθήνα 1994
Χάρισσον Τζέην Έλλεν, Ορφική φιλοσοφία, εκδ. Ιάμβλιχος, Αθήνα 1995
Χάρισσον Τζέην Έλλεν, , Ορφέας και Ορφικά μυστήρια, εκδ. Ιάμβλιχος, Αθήνα 1995
Μάρευ Τζώρτζ, Τα πέντε στάδια της ελληνικής θρησκείας, εκδ. Ιάμβλιχος, Αθήνα 1996
Ράνερ Ούγκο, Χριστιανικά και ελληνιστικά μυστήρια, εκδ. Ιάμβλιχος, Αθήνα 1994
Κερένυι Κάρλ, Η μυθολογία των Ελλήνων, εκδ. Εστίας, Αθήνα.
Πασσά Ιωάννη, Τα Ορφικά, Αθήνα.

https://ellhnikaxronika.com

Κυριακή, 10 Σεπτεμβρίου 2017

Τίρυνθα / (Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO)



Ιστορικό
Ο χαμηλός λόφος της Τίρυνθας, στο 8ο χιλιόμετρο του δρόμου Αργους-Ναυπλίου, κατοικήθηκε αδιάλειπτα από τη Νεολιθική εποχή μέχρι την ύστερη αρχαιότητα. Κατά τους προϊστορικούς χρόνους ο χώρος ήκμασε κυρίως κατά την πρώιμη και την ύστερη εποχή του Χαλκού. Στη δεύτερη φάση της Πρωτοελλαδικής εποχής (2700-2200 π.Χ.) πρέπει να υπήρχε εδώ ένα σημαντικό κέντρο με πυκνή κατοίκηση και ένα μοναδικής κατασκευής κυκλικό κτήριο, διαμέτρου 27 μ., στην κορυφή του λόφου.
    se250
                                                             Αεροφωτογραφία του Αρχαιολογικού χώρου
 
Κατά την ύστερη εποχή του Χαλκού ο λόφος οχυρώνεται σταδιακά και περιβάλλει μέσα στα «κυκλώπεια» τείχη του το ανακτορικό συγκρότημα καθώς και άλλα κτήρια που χρησιμοποιούνται κυρίως από την άρχουσα τάξη ως λατρευτικοί χώροι, αποθήκες και εργαστήρια αλλά και ως κατοικίες. Κατά τους ιστορικούς χρόνους η Τίρυνθα, παρότι πρέπει να είχε τη μορφή μιας οργανωμένης πολιτικής κοινότητας, δεν μπόρεσε να συναγωνιστεί το Άργος, το οποίο και την κατέστρεψε στο πρώτο μισό του 5ου αιώνα εξορίζοντας τους κατοίκους της.
Ο περιηγητής Παυσανίας που την επισκέφθηκε το 2ο αιώνα μ.Χ. τη βρήκε ερειπωμένη. Κατά τη βυζαντινή εποχή ιδρύεται στην Άνω Ακρόπολη ένας κοιμητηριακός ναός και πιθανά ένας μικρής τάξεως οικισμός στα δυτικά της Ακρόπολης. Το τέλος του ασήμαντου πια οικισμού πρέπει να συνδεθεί με την κατάκτηση του Άργους από τους Τούρκους το 1379 μ.Χ. Στις βενετσιάνικες πηγές η Τίρυνθα αναφέρεται ως Napoli vecchio, ενώ το όνομα Τίρυνθα δίνεται ξανά στην περιοχή στη σύγχρονη εποχή αντικαθιστώντας το σύνηθες όνομα «Παλαιόκαστρο».
    se251
                                                             Άποψη νοτιοδυτικού τμήματος τειχών
 
Οι έρευνες του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου και της Ελληνικής Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, από το 1876 μέχρι σήμερα, έφεραν στο φως μια από τις σημαντικότερες μυκηναϊκές ακροπόλεις και ιχνηλάτησαν τα στάδια του πολιτισμού των προϊστορικών και ιστορικών περιόδων της Αργολίδας. Μετά τους πρωτεργάτες Heinrich Schliemann και Wilhelm Dorpfeld (1884-1885), το χώρο ερεύνησαν στο πρώτο μισό του εικοστού αιώνα οι Georg Karo και Kurt Mόller.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 ο Έφορος Αρχαιοτήτων Αργολίδος Νικόλαος Βερδελής ανέλαβε το έργο της αποκατάστασης της δυτικής πλευράς της οχύρωσης που είχε καταρρεύσει και σκεπαστεί από τα μπάζα των παλαιών ανασκαφών. Μετά το 1967 οι ανασκαφές ανατίθενται και πάλι στο Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο, το οποίο υπό τη Διεύθυνση των Ulf Jantzen, Jφrg Schofer, Klaus Kilian και Joseph Maran συνεχίζει τις έρευνες συμπεριλαμβάνοντας την Κάτω Ακρόπολη και την Κάτω Πόλη. Παράλληλα ανασκαφικές έρευνες διενεργεί η τοπική Εφορεία Αρχαιοτήτων τόσο στον επισκέψιμο αρχαιολογικό χώρο, όσο και στην ευρύτερη περιοχή.
    se252
                                                             Άποψη από την ανατολική οχύρωση της Τίρυνθας

Η αποκάλυψη με τις ανασκαφές ενός μνημείου που προστατεύτηκε για πολλούς αιώνες κάτω από το χώμα και η μακροχρόνια έκθεσή του χωρίς φροντίδα συντήρησης στις καιρικές συνθήκες και στη δράση των επισκεπτών, προξένησε σημαντικές φθορές στον αρχαιολογικό χώρο. Με ενέργειες της Δ΄ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, αρμόδιας περιφερειακής Υπηρεσίας του Υπουργείου Πολιτισμού και την άμεση υποστήριξη της Περιφέρειας Πελοποννήσου, το μνημείο εντάχθηκε στα έργα που χρηματοδοτήθηκαν από το Β΄ και το Γ΄ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης.
 
 
Καθοριστική ήταν και η συμμετοχή του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου που χρηματοδότησε την τελευταία δεκαετία τις μελέτες του γερμανού αρχιτέκτονα Jan Martin Klessing που υλοποιήθηκαν στην Τίρυνθα.
Στο διάστημα αυτό μεγάλος αριθμός συνεργατών (αρχαιολόγοι, σχεδιαστές, ειδικευμένοι και ανειδίκευτοι εργάτες) συμμετείχε στο πρόγραμμα της αναβάθμισης ενός από τους σημαντικότερους αρχαιολογικούς χώρους της Αργολίδας που έχει ενταχθεί στον κατάλογο των μνημείων της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς της Unesco.
Εξάλλου με ευθύνη της Διεύθυνσης Αναστήλωσης Αρχαίων Μνημείων του Υπουργείου Πολιτισμού υλοποιήθηκαν εργασίες διαμόρφωσης του επισκέψιμου αρχαιολογικού χώρου, ο οποίος περιλαμβάνει πλέον οργανωμένες διαδρομές, κτήρια εξυπηρέτησης των επισκεπτών, νέα είσοδο και χώρο στάθμευσης.
         se253
                               Άποψη της Σύραγγας
   

Τα Μνημεία του Χώρου
Δυτικός Προμαχώνας
Ο Δυτικός Προμαχώνας αποτελεί ένα εξαιρετικό επίτευγμα της μυκηναϊκής αρχιτεκτονικής που έχει σαφέστατο αμυντικό χαρακτήρα. Το δυτικό κλιμακοστάσιο προστατεύεται από έναν προμαχώνα που δημιουργεί η δρεπανοειδής επέκταση του τείχους της τρίτης φάσης. Αυτό το τμήμα του τείχους είναι το μοναδικό με καμπύλο περίγραμμα. Το μέγιστο πλάτος του είναι 7 μ. Το καμπύλο τμήμα του τείχους αρχίζει στα νότια στο ύψος της μεγάλης αυλής και καταλήγει στα βόρεια στον πύργο που υπήρχε ήδη στη δεύτερη φάση του τείχους.
    se254
                                                                          Άποψη Δυτικού Προμαχώνα

 
 
 
Οχύρωση Τίρυνθας
Τα τείχη που οριοθετούν την ακρόπολη της Τίρυνθας κατασκευάστηκαν σε τρεις κύριες οικοδομικές φάσειςκαι οχύρωσαν σταδιακά ολόκληρο το λόφο από το νότιο-υψηλότερο προς το βόρειο-χαμηλότερο έξαρμά του. Ως οικοδομικό υλικό χρησιμοποιήθηκε κόκκινος και γκρίζος ασβεστόλιθος που συναντάται άφθονος τόσο στον ίδιο το λόφο όσο και στο λόφο του Προφήτη Ηλία ανατολικά της ακρόπολης.
Το μέγεθος των ογκολίθων που χρησιμοποιήθηκαν κυρίως για τα τείχη της τρίτης φάσης προκάλεσε την απορία και το θαυμασμό ήδη στην αρχαιότητα, γεγονός που αντικατοπτρίζεται άμεσα στο μύθο των κυκλώπων. Οι ογκόλιθοι ζυγίζουν πολλούς τόνους που δικαιολογούν την άποψη του περιηγητή Παυσανία (ΙΙ, 25, 7-9) ότι ούτε ζεύγος ημιόνων δεν ήταν σε θέση να μετακινήσει τον μικρότερο από αυτούς.
 se255
                               Άποψη της Οχύρωσης
 
Κάτω Ακρόπολη
Tο βόρειο και χαμηλότερο έξαρμα του λόφου της Τίρυνθας, η Κάτω Ακρόπολη οχυρώθηκε για πρώτη φορά στις αρχές του 13ου αιώνα π.Χ. (ΥΕ ΙΙΙΒ1). Η οχύρωση αυτή αντικαταστάθηκε κατά την τρίτη οικοδομική φάση του τείχους στα μέσα του 13ου αιώνα (ΥΕ ΙΙΙΒ2) από ένα ισχυρό τείχος πάχους έως και 7 μ. που ακολουθεί το φυσικό περίγραμμα του λόφου και επεκτείνεται στα νότια μέχρι να συναντήσει την οχύρωση της Μέσης και της Άνω Ακρόπολης.
Η Κάτω Ακρόπολη συνδέεται μέσω της βόρειας προέκτασης του διαδρόμου (50) με την Άνω ακρόπολη, έχει όμως και δύο δικές της προσβάσεις. Μια μικρή είσοδο στην καμπή της δυτικής πλευράς του τείχους μεταξύ της μέσης και της κάτω ακρόπολης που έκλεινε με θύρα όπως βεβαιώνουν τα ίχνη από τις στρόφιγγές της στο μονόλιθο κατώφλι, και ένα άνοιγμα στη βόρεια κορυφή του τείχους χωρίς ίχνη για ύπαρξη θύρας. Το άνοιγμα αυτό που προστατεύεται από ένα φυλάκιο στην ανατολική πλευρά του τείχους βρισκόταν πολύ ψηλότερα από το εξωτερικό επίπεδο και η πρόσβαση σε αυτό πρέπει να γινόταν με φορητή ξύλινη κλίμακα. Αντίθετα στην είσοδο της δυτικής πλευράς οδηγεί ανοικτή λίθινη κλίμακα.
Στο δεύτερο μισό του 13ου αιώνα π.Χ., (ΥΕ ΙΙΙΒ2), μετά την ολοκλήρωση της οχύρωσης, αναπτύσσεται μια τεράστια οικοδομική δραστηριότητα, η οποία καταστρέφει με τις επεμβάσεις της τα λείψανα των προγενέστερων μυκηναϊκών περιόδων και της Μεσοελλαδικής εποχής. Η Κάτω ακρόπολη διαμορφώνεται σε άνδηρα και οικοδομείται με ένα ενιαίο σχέδιο. Τα κτήρια παρατάσσονται κατά μήκος των τειχών και χωρίζονται από υπαίθριους διαδρόμους με κατεύθυνση βόρεια-νότια. Ένας κεντρικός δρόμος οδηγούσε από τη βόρεια πύλη στα νότια της Κάτω Ακρόπολης και συνδεόταν με το διάδρομο (50) που οδηγούσε στην Άνω ακρόπολη.
Συνολικά ερευνήθηκαν δέκα κτηριακά συγκροτήματα (κτήρια Ι-Χ), τα οποία χρησίμευσαν ως οικίες αλλά και ως εργαστηριακοί χώροι για την επεξεργασία μετάλλων και πολύτιμων υλικών. Παρόμοιες χρήσεις μαρτυρούνται και για τα δωμάτια μέσα στο τείχος.
   
     se256
                                                             Άποψη μικρού τμήματος της Κάτω Ακρόπολης
 
Γεωμετρικός Ναός
Ανατολικά της θύρας που συνδέει την αυλή 30 με την αυλή του κτηρίου 29 της ανατολικής πτέρυγας του ανακτόρου ερευνήθηκε το 1926 ένας λάκκος-αποθέτης, ο λεγόμενος βόθρος, που περιείχε κυρίως κεραμική και λίγα μεταλλικά αντικείμενα. Τα αρχαιότερα ευρήματα χρονολογούνται στην ύστερη γεωμετρική εποχή και τα νεώτερα γύρω στα 650 π.Χ., η πλειοψηφία ωστόσο των αφιερωμάτων ανήκει χρονολογικά στο τέλος της γεωμετρικής και στην υπογεωμετρική περίοδο. Η ποιότητα των ευρημάτων, μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται οι πήλινες ασπίδες και οι μάσκες που εκτίθενται στο Μουσείο Ναυπλίου, και η διατήρησή τους, τα περισσότερα ευρήματα είναι θραυσμένα πριν την απόρριψή τους και φέρουν ίχνη δευτερογενούς καύσης, συνηγορούν για τον χαρακτηρισμό τους ως αφιερώματα. Είναι πολύ πιθανόν πως ορισμένα απ' αυτά ήταν ανηρτημένα σε ένα ιερό χώρο ενώ άλλα χρησίμευσαν για τελετουργίες πιθανά στο χώρο ενός βωμού. Το εύρημα του βόθρου συνδέθηκε για τους λόγους αυτούς με την μετασκευή του βωμού στο χώρο της μεγάλης αυλής και με το επίμηκες κτήριο που καλύπτει το ανατολικό τμήμα του μεγάλου μεγάρου της μυκηναϊκής εποχής.
Έτσι θεωρήθηκε ότι το κτήριο αυτό είναι ένας ναός των γεωμετρικών χρόνων, που ιδρύθηκε στο χώρο του μυκηναϊκού Μεγάρου και στον οποίον πρέπει να λατρευόταν η θεά Ήρα. Δυστυχώς, η πλήρης αποκάλυψη του κτηρίου αυτού ήδη από την εποχή του Schliemann έχει στερήσει την έρευνα από πολύτιμες ανασκαφικές ενδείξεις που θα μπορούσαν να δώσουν μία οριστική απάντηση στο ακόμη και σήμερα αναπάντητο ερώτημα σχετικά με τη χρήση και τη χρονολόγηση του κτηρίου.
Δρ. Άλκηστις Παπαδημητρίου 
Προϊσταμένη Δ΄ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων
http://www.nafplio.gr/arxaiologikoixoroiseimiamenu/145--unesco.html