Αναγνώστες

Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2016

Το άγνωστο Καβείριο των Θηβών


Το ιερό των Καβείρων τοποθετείται 8 χλμ. δυτικά της Θήβας. Ηταν αφιερωμένο σε δύο θεότητες άγνωστης προέλευσης, τον Κάβειρο και τον Παίδα….
Σ’ αυτούς η Δήμητρα αποκάλυψε κάποιες μυστικές τελετές που αποσκοπούσαν την ενίσχυση της παντοειδούς γονιμότητας (καρπών, ζώων, ανθρώπων).
Οι Κάβειροι λατρεύονταν ως προστάτες του αμπελιού και της ευγονίας των ζώων, γι’ αυτό και βρέθηκαν εκεί πάνω από 1400 ζωικές απεικονίσεις ταύρων. Η λατρεία στο ιερό αρχίζει τουλάχιστον από την αρχαϊκή περίοδο (700-500 π.Χ.) και συνεχίζεται αδιάσπαστη ως τα ρωμαϊκά μεταχριστιανικά χρόνια (4ος αιώνας. μ.Χ.). Τυπική είναι ακόμη και η κεραμική του ιερού, κυρίως κάνθαροι, που διακοσμούνται με γκροτέσκες μορφές.
Η εύρεση ωστόσο λιγοστών νεολιθικών οστράκων (6000-3000 π.Χ.) κάτω από το ναό αποδεικνύει μία ακόμη πρωιμότερη κατοίκηση στο χώρο, προτού αυτός μετατραπεί σε θρησκευτικό κέντρο.
Το ιερό αποκαλύφθηκε τυχαία το 1887, όταν μολύβδινα ειδώλια ταύρων που προέρχονταν από την περιοχή βρέθηκαν να πωλούνται στην αγορά της Αθήνας. Η ανασκαφή του Καβειρίου έγινε το 1888-9 από το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο υπό τους P. Wolters, W. Doerpfeld, W. Judeich, H. Winnefeld, F. Winter ενώ η G. Bruns συνέχισε το 1956, 1959, 1962 και 1964 – 6. Μικρή συμπληρωματική ανασκαφή έγινε το 1971.
Στο διάστημα 1993 – 94 έγιναν στερεωτικές εργασίες στον κτιστό περίβολο του θεατρικού κοίλου που κινδύνευε από κατολίσθηση από τα νερά της βροχής.
Iστορικό
Τα σημαντικότερα μνημεία του Καβειρίου είναι:
Ο Ναός, αφιερωμένος στους θεούς Κάβειρους. Πρόκειται για ορθογώνιο οικοδόμημα, του οποίου τα παλαιότερα λείψανα τοποθετούνται στον 6ο αιώνα π.Χ. Τα σημερινά σωζόμενα θεμέλια ανήκουν σε νεότερη φάση του τέλους του 4ου αιώνα π.Χ. Μεταγενέστερες ανακαινίσεις που περιλαμβάνουν προσθήκες στα δυτικά του ναού έγιναν στον 2ο και 1ο αιώνα π.Χ. Ο ναός διέθετε πρόναο και σηκό, καθώς και υπαίθρια αυλή με δύο ορθογώνιους βόθρους για θυσίες. Ολόγυρα είχε περίβολο.
Το Θέατρο, το οποίο κτίστηκε κατά την ελληνιστική περίοδο (3ος-1ος αιώνας π.Χ.) στον ίδιο άξονα με το ναό από την ανατολική του πλευρά. Δεν είχε σκηνή, διέθετε δέκα κερκίδες στο κοίλο και βωμό στο κέντρο της ορχήστρας. Εξυπηρετούσε στην παρακολούθηση των «δρωμένων» που σχετίζονταν με τη μύηση των πιστών.
Η στοά, μακρόστενο οικοδόμημα μήκους 40 μ. στα Ν.Α. του θεάτρου. Εξυπηρετούσε τις λατρευτικές ανάγκες του ιερού. Κτίστηκε περί τα μέσα του 1ου αιώνα π.Χ.
Τα κυκλικά και ελλειψοειδή κτήρια, από τα οποία βρέθηκαν αρκετά σε ολόκληρο το χώρο του ιερού. Διέθεταν βόθρους για τις αιματηρές θυσίες και τους τελετουργικούς καθαρμούς καθώς και κτιστό πάγκο στο εσωτερικό για τους μυούμενους. Το μεγαλύτερο, του τέλους του 5ου αι. π.Χ., βρίσκεται μεταξύ της στοάς και του ναού και ήταν ίσως απλός περίβολος χωρίς στέγη. Αχρηστεύτηκε στις αρχές του 1ου αιώνα π.Χ.
Ο περίβολος, κτιστός, περιέβαλε όλο τον ιερό χώρο με το ναό και την υπαίθρια αυλή μέχρι πριν το 300 π.Χ. Στον 2ο αιώνα π.Χ. επεκτάθηκε ανατολικότερα προκειμένου να συμπεριλάβει και το κοίλο του θεάτρου. [1η Πηγή. 2η Πηγή]
https://ellas2.wordpress.com

Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2016

Τι γιόρταζαν οι Αρχαίοι Έλληνες την περίοδο των Χριστουγέννων; 0


Οι αρχαίοι Έλληνες κατά την χειμερινή τροπή του ήλιου γιόρταζαν την γέννηση του Διονύσου. Ο Διόνυσος αποκαλούταν «σωτήρ» και θείο «βρέφος», το οποίο γεννήθηκε από την παρθένο Σέμελη.

Ήταν ο καλός «Ποιμήν», του οποίου οι ιερείς κρατούν την ποιμενική ράβδο, όπως συνέβαινε και με τον Όσιρη. Τον χειμώνα θρηνούσαν το σκοτωμό του Διονύσου από τους Τιτάνες, αλλά στις 30 Δεκεμβρίου εόρταζαν την αναγέννησή του. Οι γυναίκες-ιέρειες ανέβαιναν στην κορυφή του ιερού βουνού και κρατώντας ένα νεογέννητο βρέφος φώναζαν «ο Διόνυσος ξαναγεννήθηκε. Ο Διόνυσος ζει» , ενώ σε επιγραφή αφιερωμένη στον Διόνυσο αναγράφεται:«Εγώ είμαι που σε προστατεύω και σε οδηγώ, εγώ είμαι το Άλφα και το Ωμέγα».




Αυτή η αρχαία Ελληνική γιορτή, είχε επίσης ταυτιστεί και με την γιορτή του Ηλίου, τον οποίο οι αρχαίοι λαοί είχαν θεοποιήσει. Συγκεκριμένα στους Έλληνες, είχε ταυτιστεί με τον Φωτοφόρο Απόλλωνα του Ηλίου, ο οποίος απεικονιζόταν πάνω στο ιπτάμενο άρμα του να μοιράζει το φως του Ηλίου. Οι αρχαίοι λαοί αναπαριστούσαν την κίνηση του ήλιου με την ζωή ενός ανθρώπου που γεννιόταν κατά την χειμερινή τροπή του ήλιου που μεγάλωνε βαθμιαία καθώς αυξάνονταν και οι ώρες που ο ήλιος φωταγωγούσε την Γη, και πέθαινε ή ανασταίνονταν τον Μάρτιο την ημέρα της Εαρινής Ισημερίας, συμβολίζοντας με αυτόν τον τρόπο την αναγέννηση του φυτικού βασιλείου μέσα από την μήτρα της Γης.

Το χειμερινό Ηλιοστάσιο 22-25 Δεκεμβρίου σημαίνει την αρχή του χειμώνα, και ο Ήλιος αρχίζει βαθμιαία να αυξάνει την ημέρα έως ότου εξισωθεί με την νύχτα, κατά την Ιση-μερία τον Μάρτιο. Τότε ο Ήλιος νικά το σκοτάδι, και έρχεται η άνοιξη, η εποχή της αναγέννησης για την φύση.



Η γιορτή αυτή πέρασε και στην αρχαία Ρώμη με τις δημοφιλείς γιορτές των Σατουρνάλιων, προς τιμήν του Κρόνου τον Δεκέμβριο αλλά και της θεάς Δήμητρας, γι΄ αυτό και έκαναν θυσίες χοίρων για την ευφορία της γης . Τα Σατουρνάλια ήταν από τις σημαντικότερες και ονομάζονταν: « DIES INVICTI SOLIS », δηλαδή «Ημέρα του αήττητου ήλιου». Μια γιορτή που φυσικά την είχαν πάρει απο την γιορτή του Φωτοφόρου Απόλλωνα – Ηλίου!

Στην αρχαία Ρώμη, η γιορτή άρχιζε στις 17 Δεκεμβρίου και διαρκούσε επτά ήμερες. Στην εορτή αυτή αντάλλασσαν δώρα, συνήθως λαμπάδες και στα παιδιά έδιναν πήλινες κούκλες και γλυκά σε σχήμα βρέφους για να θυμίζουν το Κρόνο, που τρώει τα παιδιά του. Σταδιακά λοιπόν τα γενέθλια του θεού Ήλιου μετατράπηκαν σε γενέθλια του Υιού του Θεού. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι οι «εθνικοί» αποκαλούσαν την Πρώτη Ημέρα της εβδομάδας Ημέρα του θεού-Κυρίου Ήλιου, ορολογία την οποία αργότερα χρησιμοποίησαν και οι εκκλησιαστικοί Πατέρες για λόγους σκοπιμότητας ίσως. Κάτι που διασώζεται έως σήμερα στα Αγγλικά ως SUN-DAY, στα Γερμανικά SONN-TAG.

Οι Αιγύπτιοι στις 25 Δεκεμβρίου γιόρταζαν την γέννηση του θεού-ήλιου Όσιρη. Μετά την δολοφονία του ένα δένδρο ξεφύτρωσε στο οποίο ο Ίσις,σε κάθε επέτειο της γέννησης του στις 25 Δεκεμβρίου, άφηνε δώρα γύρω από το δένδρο. Οι Βαβυλώνιοι, και οι Φοίνικες ονόμαζαν το θεό-ήλιο Βαάλ , οι Πέρσες λάτρευαν τη γέννηση του Αήττητου-ήλιου και θεού Μίθρα Βασιλιά, ενώ οι Βραχμάνοι στην γέννηση του ψάλλουν: «Εγέρσου ω βασιλιά του κόσμου, έλα σε μας από τις σκηνές σου».

http://www.newspepper.gr/ti-giortazan-i-archei-ellines-tin-periodo-ton-christougennon/

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2016

Έλυρος


Η  Έλυρος, μία από τις σημαντικότερες αρχαίες πόλεις της νοτιοδυτικής Κρήτης κατά τους ελληνιστικούς και ρωμαϊκούς χρόνους, είναι κτισμένη στον λόφο «Κεφάλα», 500 μέτρα νοτιοδυτικά του οικισμού Ροδοβάνι.  
Η εποχή ίδρυσής της δεν είναι γνωστή. Αναφέρεται ως δωρική πόλη, που διατηρούσε σχέσεις με το ιερό του Απόλλωνα στους Δελφούς. Η σχέση αυτή επιβεβαιώνεται από τον Παυσανία που είδε (τον 2ο αι. μ.Χ.), στο ιερό του Απόλλωνα ανάθημα των Ελυρίων. 
Η Έλυρος θεωρείται η πόλη που γεννήθηκε ο λυρικός ποιητής Θαλήτας ή Θαλής, ο οποίος έζησε γύρω στα μέσα του 7ου αι. π.Χ. Αυτό σημαίνει ότι η πόλη ήταν σε ακμή ήδη από τα μέσα των αρχαϊκών χρόνων. Η μεγάλη όμως ακμή της τοποθετείται στους κλασικούς χρόνους (4ος αι. π.Χ.). Την ισχυρή και ανεξάρτητη θέση της αποδεικνύει το γεγονός ότι είχε κόψει δικό της νόμισμα, με την επιγραφή «ΕΛΥΡΙΟΝ» και με απεικόνιση κεφαλής αίγας και αιχμής βέλους στον εμπροσθότυπο και μέλισσας στον οπισθότυπο. 
Επίνειά της υπήρξαν το λιμάνι της Συίας, ως κύριο, και της Λισού ως εφεδρικό. Αναφέρεται μεταξύ των Κρητικών πόλεων που το 183 π.Χ. υπέγραψαν συμμαχία με τον Ευμένη Β´, βασιλιά της Περγάμου. Κατά τον 3ο αι. π.Χ. υπήρξε μέλος της Ομοσπονδίας των Ορείων, μαζί με τις πόλεις Υρτακίνα, Λισό, Ποικιλασσό και Τάρρα. Η ακμή της πόλης συνεχίζεται και σε όλη τη ρωμαϊκή περίοδο. Κατά την Α’ Βυζαντινή περίοδο υπήρξε έδρα Επισκοπής. Η πόλη καταστράφηκε από τους Σαρακηνούς.      
Ο χώρος στον οποίο εκτείνεται η αρχαία πόλη δεν έχει ανασκαφεί συστηματικά. Διακρίνονται λίγα ερείπια των κλασικών και των ελληνιστικών χρόνων. Το πιο χαρακτηριστικό απ’ αυτά είναι τμήμα της οχύρωσης της πόλης. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς σε ορισμένες περιπτώσεις σώζονται σε μεγάλο ύψος, παρουσιάζουν τα λείψανα δημοσίων οικοδομημάτων και έργων υποδομής της ρωμαϊκής περιόδου, όπως τμήμα του υδραγωγείου, δεξαμενές, οικοδόμημα που ερμηνεύεται πιθανόν ως «θέατρο». Στη βόρεια πλευρά του χώρου, κάτω από την εκκλησία της Παναγίας, βρίσκονται τα ερείπια ανεσκαμμένης παλαιοχριστιανικής βασιλικής. Επίσης σε πλάτωμα του λόφου σώζεται οχυρό της τουρκοκρατίας («κουλές»). Το νεκροταφείο της πόλης εκτείνεται στις νότιες και νοτιοανατολικές υπώρειες του λόφου, όπου έχουν εντοπιστεί τάφοι διαφόρων τύπων (κιβωτιόσχημοι, θαλαμωτοί). 
Από παλιές κατασχέσεις και παραδόσεις κατοίκων της περιοχής προέρχονται πολλά και σημαντικά ευρήματα. Ένα από τα πιο εντυπωσιακά είναι ο φιλόσοφος της Ελύρου, άγαλμα των ρωμαϊκών χρόνων που βρέθηκε στην περιοχή στις αρχές του 20ου αι. και σήμερα εκτίθεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Χανίων.
Η κα Τσίγκου τονίζει «την ιδιαίτερα σημαντική παρουσία και προσφορά του  Πολιτιστικού Συλλόγου της τέως κοινότητας Ροδοβανίου ´Η αρχαία Έλυρος´» σημειώνοντας ότι «ο Σύλλογος αγόρασε και στη συνέχεια δώρισε στο Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού δύο ακίνητα μέσα στον αρχαιολογικό χώρο, προκειμένου να ξεκινήσει η αρχαιολογική έρευνα για την ανάδειξη του χώρου. Το ένα ακίνητο, εμβαδού 2 στρεμμάτων, βρίσκεται στη νότια πλαγιά του λόφου, στην περιοχή του νεκροταφείου της αρχαίας Ελύρου, και το δεύτερο στο χώρο του λεγόμενου ´θεάτρου´. Επίσης στο τελικό στάδιο βρίσκεται και η απαλλοτρίωση τριών ακινήτων στην περιοχή του ´θεάτρου´ της αρχαίας Ελύρου. Και για τα ακίνητα αυτά ο Σύλλογος έχει προσφερθεί να τα αγοράσει απευθείας και να τα δωρίσει στο Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού». 
«Τα τελευταία χρόνια η ΚΕ´ ΕΠΚΑ έχει πραγματοποιήσει ανασκαφικές έρευνες στα απαλλοτριωμένα αγροτεμάχια καθώς και εργασίες καθαρισμού σε διάφορα σημεία του αρχαιολογικού χώρου, με υπεύθυνη την αρχαιολόγο κα Κ. Κυριαζοπούλου. Επίσης από την ΚΕ´ ΕΠΚΑ έχουν γίνει σωστικές ανασκαφές τάφων που έχουν εντοπιστεί στην ευρύτερη περιοχή της Ελύρου, με σημαντικά ευρήματα», επισημαίνει η κα Τσίγκου.
   


ΥΡΟΣ

Έλυρος: Μια από τις κυριότερες πόλεις της αρχαίας Κρήτης
Έλυρος είναι μια μεγάλη αρχαία πόλη που βρίσκεται στα νότια του νομού Χανίων. Από πολλούς ιστορικούς θεωρείται η πιο σημαντική αρχαία πόλη της Νοτιοδυτικής Κρήτης.
Η Έλυρος βρίσκεται βορειοδυτικά της Σούγιας σε απόσταση λίγων χιλιμέτρων, κοντά στο χωριό Ροδοβάνι.

Έλυρος – Μια αρχαία πόλη με μεγάλη ιστορία
Η Έλυρος υπήρξε μία από τις μεγαλύτερες πόλεις στην αρχαία Κρήτη. Κάποιες ιστορικές πηγές αναφέρουν ότι ο πληθυσμός της ήταν περίπου 16.000 κάτοικοι, αλλά στο απώγειό της ο πληθυσμός της έφτασε στους 30.000 κατοίκους.
Επειδή εκείνο τον καιρό το ναυτικό εμπόριο ήταν μια από τις κύριες ασχολίες των μεγάλων πόλεων της Κρήτης, η Έλυρος δεν είχε ένα, αλλά δύο λιμάνια: Το πρώτο λιμάνι ήταν η όμορφη αρχαία πόλη της Λισσού, όπου πολλά, ανεκτίμητης αξίας ευρήματα έχουν ανακαλυφθεί. Το δεύτερο λιμάνι ήταν η αρχαία πόλη της Συίας, που έδωσε το όνομά του στη σημερινή γειτονική Σούγια.
Εκτός από εμπόριο, πολλοί ιστορικοί πιστεύουν ότι στην αρχαία Έλυρο κατασκεύαζαν – και εμπορεύονταν – όπλα, κάτι που συνέβαλε στη στρατιωτική ισχύ και την ευημερία της πόλης. Η Έλυρος ήταν τόσο ακμάζουσα που εξέδιδε δικό της νόμισμα, το οποίο χρησιμοποιούσαν και άλλες γειτονικές πόλεις, όπως η Λυσσός, η Τάρρα και η Υρτακίνα.
Η αρχαία Έλυρος άκμασε από τον 5ο αιώνα π.Χ. Τον 3ο π.Χ. η Έλυρος βρισκόταν σε πόλεμο με την Κυδωνία, τη μεγαλύτερη πόλη-κράτος της περιοχής, που βρίσκεται κοντά στα σημερινά Χανιά.
Η Έλυρος υπήρξε μεγάλη πόλη και κατά τη Ρωμαϊκή και Πρωτοβυζαντινή περίοδο. Καταστράφηκε στα Βυζαντινά χρόνια από τους Άραβες Σαρακηνούς, που έφτασαν σε μεγάλους αριθμούς στην Κρήτη από την Ισπανία.
  
  

Έλυρος – η θρησκευτική ιστορία της πόλης
Στα αρχαία χρόνια στην Έλυρο λατρεύονταν ο θεός Απόλλωνας και οι γιοι του Φυλακίδης και Φίλανδρος. Αξιοσημείωτο είναι ότι τον 3ο αιώνα π.Χ., ενώ η Έλυρος και η Κυδωνία ήταν σε πόλεμο, οι κάτοικοι της Ελύρου έστειλαν στο Μαντείο των Δελφών ένα εντυπωσιακό χάλκινο άγαλμα, που αναπαρίστανε μία γίδα που τάϊζε τους γιους του Απόλλωνα όταν ήταν μικροί.
Στα Ρωμαϊκά χρόνια, η Έλυρος πρέπει να υπήρξε το τοπικό φιλοσοφικό κέντρο, όπως δείχνει ο ‘‘Φιλόσοφος της Ελύρου’’, το Ρωμαϊκό άγαλμα που ανακαλύφθηκε εδώ.
Τέλος, κατά την Πρωτοβυζαντινή περίοδο η Έλυρος ήταν αρκετά μεγάλη ώστε να έχει αρχιεπισκοπική έδρα. Τα ερείπια της αρχιεπισκοπής, που χτίστηκε τον 6ο αιώνα μ.Χ. υπάρχουν ακόμη στο κέντρο της παλιάς πόλης.
Η Έλυρος υπήρξε μια αρχαία πόλη με μεγάλη δύναμη και πλούτο. Για περισσότερα από 1.000 χρόνια ο μεγάλος πληθυσμός της ευημερούσε. Σήμερα, τα ερείπια της πόλης δεν είναι τόσο εντυπωσιακά όσο άλλων αρχαιολογικών χώρων στην Κρήτη, όμως η Έλυρος παραμένει μια από τις πιο αξιόλογες ιστορικές τοποθεσίες και ένα μέρος που αξίζει να επισκεφτείτε όταν είστε στη Νότια Κρήτη στην περιοχή της Σούγιας.

http://www.kambos-village.gr/el/travellers_guide_to_chania/elyros

Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2016

Γνωρίζετε πότε ξεκινήσαμε να γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα;






Τα πρώτα χριστιανικά χρόνια...

η γέννηση του Χριστού δεν αποτελούσε ιδιαίτερη γιορτή και οι χριστιανοί την γιόρταζαν μαζί με τη βάφτιση στις 6 Ιανουαρίου. Μάλιστα σύμφωνα με την παράδοση πρώτος ο Μέγας Βασίλειος στην Καισάρεια της Καππαδοκίας το έτος 376 μ.Χ εκφώνησε την πρώτη ομιλία για τη γιορτή των Χριστουγέννων.


Νωρίτερα πάντως το 354 μ.Χ μετά από πολλές αντιρρήσεις ορίστηκε στη Ρώμη επί Πάπα Ιουλίου Α’ σαν ημέρα γέννησης του Χριστού η 25η Δεκεμβρίου για τον εξής λόγο: Η ημέρα ήταν καθιερωμένη από τους Ρωμαίους σαν ημέρα γέννησης του Περσικού θεού Μίθρα. Οι Ρωμαίοι επιστρέφοντας από πολέμους της Ανατολής έφεραν μαζί τους την λατρεία πολλών θεών. Από τους πιο δημοφιλείς ήταν ο Μίθρας γιατί ήταν ο θεός του φωτός, του Ήλιου που μάχεται και διώχνει το σκοτάδι.


Το Γενέθλιον του είχε συνδυαστεί με τη χειμερινή τροπή του ήλιου που στις 25 Δεκεμβρίου αρχίζει να κερδίζει έδαφος και να στέκεται περισσότερο στο Ουράνιο στερέωμα.
Αυτή ήταν ημέρα χαράς για τους Ρωμαίους διότι έφευγε το σκοτάδι και ερχόταν το φως. Ήταν μέρα τόσο γιορτινή και αγαπητή που καμία προτροπή των πατέρων της Εκκλησίας δε στάθηκε ικανή να ελαττώσει τη συμμετοχή των πρώτων Χριστιανών.
Γι’ αυτό οι πατέρες της Εκκλησίας βρήκαν ένα δοκιμασμένο μέσο, την «υποκατάσταση». Όρισαν δηλαδή την 25η Δεκεμβρίου σαν ημέρα γέννησης του Χριστού, δηλαδή του νέου Ήλιου που έδιωξε τα σκοτάδια της ειδωλολατρίας, από τις ψυχές των ανθρώπων και τις πλημμύρισε με χριστιανικό φως.


Έτσι στις 25 Δεκέμβρη ο ένας Ήλιος υποκατέστησε τον άλλο με αποτέλεσμα η ημερομηνία να οριστεί ως η επίσημη ημερομηνία γέννησης του Χριστού.
Ο εορτασμός της Γεννήσεως στις 25 Δεκεμβρίου πέρασε και από τη Δύση στην Ανατολή γύρω στο 376. Μάλιστα το 386 ο Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος παρότρυνε την εκκλησία της Αντιόχειας να συμφωνήσει στην 25η Δεκεμβρίου ως ημέρα εορτασμού της Γέννησης.


Πολύ αργότερα το 529 ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός απαγόρευσε την εργασία και τα δημόσια έργα κατά τη διάρκεια των Χριστουγέννων και τα ανακήρυξε δημόσια αργία. Ως το 1100, καθώς είχε επεκταθεί η δράση των ιεραποστολών στις παγανιστικές ευρωπαϊκές φυλές, όλα τα έθνη της Ευρώπης γιόρταζαν τα Χριστούγεννα.


Τι πληροφορίες μας δίνουν τα Ευαγγέλια


Στοιχεία που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη κατά προσέγγιση χρονολόγηση της γέννησης του Ιησού προέρχονται από το Ευαγγέλιο του Λουκά και του Ματθαίου:


Τη γέννηση του Ιησού επί αυτοκράτορα Αυγούστου (Λουκ. 2,1), του οποίου η βασιλεία διήρκεσε για μεγάλο χρονικό διάστημα (27 π.Χ. – 14 μ.Χ.)


Τη γέννηση του Ιησού «εν ταις ημέραις Ηρώδου βασιλέως της Ιουδαίας» (Λουκ. 1,5), του οποίου επίσης η βασιλεία στην Ιουδαία ήταν από τις μακρότερες χρονικά (37-4 π.Χ.).


Στις περιγραφές για το άστρο της Βηθλεέμ (Ματθ. 2,2)


Στα γεγονότα της «πρώτης» απογραφής, η οποία «εγένετο ηγεμονεύοντος της Συρίας Κυρηνίου» (Λουκ. 2,2) (12-8 π.Χ. ή 8-6 π.Χ.)


ΠΗΓΗ: dogma.gr

Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2016

Ορέστης κ’ Ηλέκτρα



Παιδιά του Αγαμέμνονα, βασιλιά των Μυκηνών, και της Κλυταιμνήστρας, απόγονοι του Ατρέα, γιου του Πέλοπα. Ολόκληρος ο μύθος πλέκεται γύρω από την κατάρα του οίκου των Ατρειδών. Ο ισχυρότερος και πλουσιότερος βασιλικός οίκος της Ελλάδας σπαράσσεται από εσωτερικές διαμάχες. Το παλάτι των Ατρειδών, εξωτερικά απρόσβλητο από τους κάθε λογής εχθρούς, κρύβει μέσα του το σαράκι που ροκανίζει τα θεμέλιά του. Πίσω από τους τοίχους του βασιλεύει το σκοτάδι, η θλίψη, ο πόνος, το πένθος, το μίσος, η συμφορά.

Η ιστορία των Ατρειδών είναι γεμάτη ανατριχιαστικά εγκλήματα, στυγερούς δολοφόνους, διεφθαρμένες ψυχές, αμαρτωλά, ένοχα πάθη. Οι απόγονοι των Ατρειδών είναι ανίκανοι να ξεφύγουν από την κακοδαιμονία και την τραγική τους μοίρα. Το χυμένο αίμα αθώων ζητά εκδίκηση. Η κατάρα θεών και ανθρώπων κρέμεται φοβερή πάνω από τα κεφάλια των απόγονων του Ατρέα, του Πέλοπα και του Τάνταλου.

Οι θεότητες του σκότους, μανιασμένες, χορεύουν ξέφρενο πολεμικό χορό γύρω από το λαμπρό παλάτι, ενώ οι τριγμοί στα θεμέλιά του προμηνύουν την κατάλυση της δόξας των Ατρειδών που ζυγώνει. Οι θεοί απαιτούν να πληρωθούν οι ύβρεις, το άδικο, η ασέβεια. Το τίμημα όμως της κάθαρσης πρέπει να είναι ακριβό, όσο και το αίμα των αδικοσκοτωμένων. Όταν ο Αγαμέμνονας, ο αρχιστράτηγος των Ελλήνων, ξεκινούσε για το μεγάλο πόλεμο ενάντια στην πολύπαθη πόλη της Τροίας, θυσίασε στο βωμό της θεάς Άρτεμης την πρωτότοκη κόρη του, την Ιφιγένεια, αγνή παρθένα, αφίλητη, μπουμπούκι αμύριστο. Στην Αυλίδα για πρώτη φορά βλέπουμε το μικρό Ορέστη, τρυφερό βλαστάρι, ν’ αποχαιρετά με δάκρυα στα μάτια και βλέμμα γεμάτο απορία την πολυαγαπημένη του αδερφή καθώς εκείνη πορεύεται το δρόμο της θυσίας. Παιδί ακόμη αυτός, καρπός αγίνωτος, δεν μπορεί να νιώσει γιατί οι άνθρωποι έχουν αμάχες, γιατί πολεμούν, γιατί σκοτώνονται, γιατί δολοφονούν άφταιγα παιδιά, γιατί δεν έμαθαν ν’ αγαπούν.

Η Κλυταιμνήστρα, που σαν λιόντισσα πολέμησε για τη ζωή του σκύμνου της, συντριμμένη από το χαμό της ακριβής θυγατέρας, ορκίζεται, φρενιασμένη, εκδίκηση.

“Ακοίμητο μπορεί των σκοτωμένων το αίμα να μένει”. Αυτούς τους στίχους βάζει στο στόμα της ο Αισχύλος κι είναι αυτοί οι στίχοι, η υπόσχεση για την εκδίκηση, που δε θ’ αργήσει, μια εκδίκηση φριχτή, γιατί μόνο τέτοια είναι ικανή να μαλακώσει τον πόνο της σπαραγμένης καρδιάς της χαροκαμένης μάνας.

Και πρώτα σμίγει με τον πιο μισητό αντίπαλο του άντρα της, τον Αίγισθο, το γιο του Θυέστη, η κατάρα του οποίου ήταν η αφορμή για όλες τις συμφορές που βρήκαν το παλάτι των Ατρειδών. Πλαγιάζει στο κρεβάτι του πολέμαρχου μαζί με τον ορκισμένο εχθρό του και γεύεται τον ένοχο έρωτα στην αγκαλιά του σφετεριστή του θρόνου των Μυκηνών. Η Κλυταιμνήστρα αποτελεί το σύμβολο της απιστίας στους αιώνες. Φθονερή μοιχαλίδα, ψυχή σκοτεινή με εγκληματικά ένστικτα, που προξενεί τη φρίκη.

Ο Αγαμέμνονας επιστρέφει νικητής από το Ίλιο, φορτωμένος λάφυρα. Η ώρα της εκδίκησης έφτασε. Με τη συνέργεια του ζηλόφθονου σφετεριστή του θρόνου, η Κλυταιμνήστρα τιμωρεί σκληρά τον Αγαμέμνονα για την ανίερη θυσία στην Άρτεμη. Οι δυο εραστές δολοφονούν φριχτά τον ένδοξο βασιλιά του οίκου των Ατρειδών και μαζί όλους τους συντρόφους του. Ούτε η δυστυχισμένη βασιλοπούλα, η κόρη του Πρίαμου, η Κασσάνδρα, θλιβερό τρόπαιο του νικητή, δε γλίτωσε το φονικό μαχαίρι.

Η εξουσία καταλύεται. Οι δυο φριχτοί φονιάδες, η Κλυταιμνήστρα και ο Αίγισθος, κάθονται στο θρόνο του Άργους. Πένθος και συμφορά βασιλεύουν στο άλλοτε λαμπρό παλάτι των Μυκηνών. Θρηνεί ο λαός τον αδικοσκοτωμένο βασιλιά. Μετά το φόνο, ο μικρός Ορέστης φυγαδεύεται από τη μεγαλύτερη αδερφή του Ηλέκτρα, για να γλιτώσει από το θάνατο. Μαζί με την τροφό του Αρσινόη ή Λαοδάμεια ή Πυθωνίκη, κατέφυγε στην αδερφή του Αγαμέμνονα, γυναίκα του βασιλιά της Φανοτέας Στρόφου, στη Φωκίδα. Εκεί συνδέθηκε με τον ξάδερφό του Πυλάδη με φιλία αχώριστη, αδερφική.

Κατ’ άλλους, η φριχτή μητέρα με τον εραστή της εξόρισαν τον Ορέστη. Στη Φωκίδα έμεινε ο Ορέστης μέχρι την ενηλικίωσή του, ενώ ποτέ δεν έπαψε να επικοινωνεί με την αδερφή του Ηλέκτρα και να σχεδιάζει την εκδίκηση για τον ανόσιο θάνατο του πατέρα τους.

Τα χρόνια περνούν. Η δυστυχία βασιλεύει στο παλάτι των Μυκηνών. Βουνό η οργή του λαού ενάντια στην τυραννική εξουσία. Με τη δύναμη της βίας και των όπλων κυβερνούν οι άδικοι και οι σφετεριστές. Και ο λαός αποζητά τη λύτρωση από την τυραννία. Το αδικοχαμένο αίμα ζητά εκδίκηση.

Η τραγική κόρη, η Ηλέκτρα, μια από τις δραματικότερες γυναικείες παρουσίες της ελληνικής φιλολογίας, θρηνεί ακόμη τον ακριβό πατέρα. Από τη μέρα του φόνου η ζωή της είναι “ζωή δούλας”. Οι συγκρούσεις με την άθλια μητέρα ασταμάτητες. Στέκει εκεί, απέναντί της, με πρόσωπο βουβό, για να θυμίζει στη φριχτή μοιχαλίδα τις αποτρόπαιες πράξεις της, την αιώνια ντροπή της. Φρενιασμένη εκείνη, ξεσπάει την οργή της, με βρισιές και κατάρες, πάνω στην τραγική κόρη. Η Ηλέκτρα όμως υπομένει καρτερικά τη μοίρα της, με μια έγνοια, ένα στόχο, ένα σκοπό: την εκδίκηση. Και περιμένει υπομονετικά την άγια εκείνη ώρα της λύτρωσης και της κάθαρσης.

Με μικρές αποκλίσεις, δίνουν την ίδια εκδοχή του μύθου, ο Αισχύλος και ο Σοφοκλής. Στις “Χοηφόρες” του Αισχύλου ο εξόριστος Ορέστης επιστρέφει στο Άργος για να πάρει εκδίκηση. Σταλμένος από το θεό Απόλλωνα, κομιστής και εκτελεστής θεϊκής εντολής. Οι θεοί απαιτούν την εξόφληση των λογαριασμών. Ο Ορέστης θρηνεί την τραγική μοίρα της γενιάς του. Συναντιέται κρυφά με την Ηλέκτρα και της αποκαλύπτει την ταυτότητά του. Τα δυο αδέρφια σχεδιάζουν το φόνο των δύο παράνομων εραστών, των απαίσιων φονιάδων, των τυράννων. Μόνο με αίμα θα ξεπλυθεί η ντροπή. Η θεία Δίκη οπλίζει το χέρι του Ορέστη. Εκτελώντας τη θεϊκή εντολή, βυθίζει το καλοακονισμένο μαχαίρι στους κόρφους που κάποτε του πρόσφεραν τη ζωή. Η μητροκτονία συγκλονίζει τις φρένες του Ορέστη. Κυνηγημένος από φριχτές τύψεις καταφεύγει ικέτης στο μαντείο των Δελφών, ζητώντας σωτηρία, λύτρωση, εξιλέωση.

Ο Σοφοκλής εμφανίζει την Ηλέκτρα δυνατό χαρακτήρα, με θέληση και αποφασιστικότητα, “κόρη σοφή και κόρη αντρειωμένη”. Το πάθος της για εκδίκηση παραμένει άσβεστο. Περιμένει όμως μαρτυρικά την επιστροφή του εκδικητή αδερφού και τότε μαζί ενωμένοι θα τιμωρήσουν τους αδικητές και τους τύραννους και θα αποκαταστήσουν την ηθική τάξη.

Ο Ορέστης επιστρέφει κρυφά μαζί με τον Πυλάδη στο Άργος. Για να ξεγελάσει τους τυράννους, φροντίζει να διαδοθεί ότι σκοτώθηκε στους Πυθικούς αγώνες στους Δελφούς. Απελπισμένη η Ηλέκτρα, το διπλό χαμό. Αποφασίζει μόνη της να χύσει το αίμα των φονιάδων του πατέρα της. Ζητά τη βοήθεια της αδερφής της Χρυσόθεμης, η οποία αρνιέται από δειλία και φόβο να βοηθήσει. Αργότερα ο Ορέστης εμφανίζεται στην Ηλέκτρα και τα δυο αδέρφια μαζί οργανώνουν τη φοβερή εκδίκηση.

Μια άλλη εκδοχή του ίδιου μύθου μας δίνει ο Ευριπίδης. Σύμφωνα μ’ αυτήν η Κλυταιμνήστρα και ο Αίγισθος πάντρεψαν την Ηλέκτρα μ’ ένα γέροντα γεωργό στο Άργος. Ο ευγενικός γέροντας σεβάστηκε την αγνότητα της βασιλοπούλας και της φέρθηκε περισσότερο σαν στοργικός πατέρας παρά σαν σύζυγος. Όταν ο Ορέστης και ο Πυλάδης φτάνουν κρυφά στο Άργος, συναντιούνται τυχαία με τη δυστυχισμένη Ηλέκτρα στο ποτάμι. Ο καλοκάγαθος γεωργός προσκαλεί τους δύο φίλους στο φτωχικό τους καλύβι, όπου τους φιλεύει με το λιγοστό τους φαΐ και την περίσσεια αγάπη και ευγένεια της ψυχής του. Τα δυο αδέρφια αναγνωρίζονται. Η Ηλέκτρα νιώθει και πάλι το πάθος της για εκδίκηση να φουντώνει. Νιώθει δυνατή και αποφασισμένη. Καταστρώνουν μαζί το σχέδιο της εκδίκησης. Ο Ορέστης είναι ο εκτελεστής της θεϊκής επιταγής. Οι θεοί κατευθύνουν το μαχαίρι του Ορέστη πάνω στο στήθος του φονιά Αίγισθου και της μοιχαλίδας.

Μετά το διπλό φόνο τα δύο αδέρφια αισθάνονται το βάρος της αποτρόπαιης πράξης. Τότε οι Διόσκουροι εμφανίζονται και διατάζουν το μητροκτόνο να παρουσιαστεί στον Άρειο Πάγο, για να κριθεί για τις πράξεις του και την Ηλέκτρα να παντρευτεί τον αδερφικό φίλο του Ορέστη, τον Πυλάδη.

Σύμφωνα με το μύθο, από το γάμο της Ηλέκτρας με τον Πυλάδη γεννήθηκαν δυο παιδιά, ο Μέδοντας και ο Στρόφιος. Ο Ορέστης κυνηγημένος από τις Ερινύες, κόρες της Νύχτας και αδερφές των Μοιρών, καταφεύγει στο Μαντείο των Δελφών. Οι Ερινύες προσωποποιούν τη φωνή της συνείδησης, τις τύψεις, την τρικυμία της αμαρτωλής ψυχής. Είναι οι φύλακες της αρμονίας του κόσμου και οι τιμωροί κάθε παράβασης του ανθρώπινου και του θεϊκού νόμου. Οι Έλληνες τις φαντάζονταν φριχτές και αποκρουστικές στην όψη, άκαρδες και ανελέητες.

Ο Απόλλωνας, ο θεός που έδωσε στον Ορέστη την εντολή για το φόνο, δίνει την κάθαρση τον Ορέστη. Οι Ερινύες αρνούνται να δεχτούν το κύρος της κάθαρσης. καταδιώκουν το μητροκτόνο, ο οποίος περιπλανιέται απεγνωσμένος στην Αρκαδία. Με εντολή του Απόλλωνα και με τη συνοδεία του Πομπαίου Ερμή, ο δύστυχος προσπέφτει ικέτης στο ναό της Αθηνάς στην Αθήνα. Οι φοβερές Ερινύες, αδυσώπητες τιμωρήτρες της ανομίας και του κακού, στήνουν γύρω του τον απαίσιο χορό τους. Τότε η Παλλάδα δίνει την εντολή για τη σύσταση Ανώτατου Δικαστηρίου, του Άρειου Πάγου, με τη συμμετοχή Αθηναίων πολιτών. Ο Άρειος Πάγος αναγορεύεται σε θεσμό θεϊκό, φράγμα στην αδικία, τη βία, την αναρχία και η απονομή της Δικαιοσύνης κορυφαία δημοκρατική πράξη.

Η θεά Δίκη προεδρεύει του δικαστηρίου μαζί με τον Δία. Κατήγοροι στη δίκη οι φοβερές Ερινύες, τιμωροί χωρίς οίκτο, ζητούν την τιμωρία του μητροκτόνου. Υπερασπιστές του ο θεϊκός Απόλλωνας και η Παλλάδα, παίζουν αποφασιστικό ρόλο στην εξέλιξη της δίκης. Με την καθοριστική, για το αποτέλεσμα, ψήφο της Αθηνάς, ο Ορέστης απαλλάσσεται όλων των κατηγοριών. Οι Ερινύες μετατρέπονται από την Αθηνά στις Ευμενίδες του Κολωνού και ο Ορέστης, λυτρωμένος πια από τις φοβερές τύψεις, χτίζει βωμό προς τιμή της θεάς Αθηνάς.

Μια διαφορετική εκδοχή για το τέλος του μύθου μας δίνει ο Ευριπίδης. Ο Ορέστης εκτελώντας εντολή του θεού Απόλλωνα, πηγαίνει στη βαρβαρική χώρα των Ταύρων, μαζί με τον αχώριστο φίλο του Πυλάδη, με σκοπό ν’ αρπάξει το άγαλμα της Άρτεμης και να το μεταφέρει στην Αθήνα. Εκπληρώνοντας αυτή την αποστολή, ο Ορέστης θα απαλλασσόταν οριστικά από τις αιμοβόρες Ερινύες. Στο ναό της Άρτεμης, ιέρεια ήταν η Ιφιγένεια. Η θεά θέλοντας να γλιτώσει από την άδικη σφαγή, την άφταιγη κόρη, την άρπαξε μέσα από το θυσιαστήριό της στην Αυλίδα και την οδήγησε στην αφιλόξενη Ταυρίδα. Εκεί επικρατούσε το βαρβαρικό έθιμο να θυσιάζονται στο βωμό της Άρτεμης, όσοι ξένοι συλλαμβάνονταν.

Η Ιφιγένεια, ως ιέρεια του ναού, ήταν υποχρεωμένη να παραβρίσκεται στις αποτρόπαιες αυτές ανθρωποθυσίες. Ο Ορέστης και ο Πυλάδης συλλαμβάνονται από βοσκούς και ο βασιλιάς των Ταύρων Θόας διατάζει τη θανάτωσή τους. Η Ιφιγένεια αναλαμβάνει να εκτελέσει τις προετοιμασίες της ανίερης θυσίας. Λυπάται τους δύο νέους και η θλίψη της γίνεται βαθύτερη όταν πληροφορείται ότι είναι Έλληνες. Χωρίς να γνωρίζει ακόμα την ταυτότητά τους, αποφασίζει να γλιτώσει τον έναν από τους δύο, προκειμένου να μεταφέρει ένα γράμμα της στους δικούς της στο Άργος. Συγκινητική είναι η προσφορά του Πυλάδη να θυσιαστεί για να σωθεί ο αδερφικός του φίλος. Ο Ορέστης αρνιέται αυτή τη θυσία και διαλέγει για κείνον το θάνατο. Η αναγνώριση γίνεται όταν η Ιφιγένεια παραδίνοντας στον Πυλάδη το γράμμα, του δίνει προφορικές οδηγίες.

Με τέχνασμα της Ιφιγένειας και την παρέμβαση της Αθηνάς, οι τρεις νέοι επιβιβάζονται σε ελληνικό πλοίο και μαζί με το ξόανο της Άρτεμης επιστρέφουν στην Αθήνα.

Οριστικά απαλλαγμένος από τις Ερινύες, ο Ορέστης, σύμφωνα με τις διηγήσεις, επέστρεψε στις Μυκήνες και έγινε βασιλιάς, αφού πρώτα σκότωσε τον Αλήτη, γιο του Αίγισθου, που στο μεταξύ είχε ανέβει στο θρόνο. Παντρεύτηκε την Ερμιόνη, κόρη του Μενέλαου, και έγινε αργότερα βασιλιάς της Σπάρτης. Πέθανε από δάγκωμα φιδιού και τάφηκε στην Τεγέα, όπου δειχνόταν ο τάφος του. Αργότερα τα οστά του έκλεψε ο Σπαρτιάτης Λίχας και τα μετέφερε στη Σπάρτη, όπου και τα έθαψαν μπροστά στο ιερό των Μοιρών. Τον Ορέστη διαδέχτηκε ο γιος του Τισαμενός, που βασίλεψε στις Μυκήνες είκοσι δύο χρόνια, ώσπου τον έδιωξαν οι Δωριείς. Ο Ορέστης και η Ηλέκτρα είναι δυο από τους τραγικότερους ήρωες της κλασικής μας λογοτεχνίας. Απόγονοι μιας καταραμένης γενιάς, θύματα και οι ίδιοι της σκληρής μοίρας του βασιλικού οίκου των Ατρειδών γίνονται αιώνια σύμβολα του χρέους και της θυσίας.

https://trekos.wordpress.com/2007/02/19/orestis-electra/?blogsub=confirming#subscribe-blog

Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2016

Κρίμα τα νιάτα τους





Τ​​ο 1966, ακριβώς πριν από πενήντα χρόνια, ο Μάρτιν Χάιντεγκερ, από τους σημαντικότερους φιλοσόφους στην ευρωπαϊκή ιστορία και κορυφαίος του 20ού αιώνα, δήλωνε την αγωνία του, αν μπορεί να υπάρξει πολιτικό σύστημα, και ποιο, ικανό να λειτουργήσει μέσα στον κόσμο που διαμορφώνει η ραγδαία εξελισσόμενη τεχνολογία, αυτονομημένη από τις ανθρώπινες ανάγκες, σαν αυτοσκοπός. «Πάντως το συμβατό με την καινούργια εποχή πολίτευμα δεν μπορεί να είναι η δημοκρατία».


Η δραματική, αγωνιώδης αυτή πρόβλεψη γινόταν, όταν δεν υπήρχαν ακόμα “προσωπικοί υπολογιστές” ούτε κινητά τηλέφωνα και η τηλεόραση ήταν ακόμα στα σπάργανα. Γεννούσε τότε στον Χάιντεγκερ πανικό το γεγονός και μόνο της αυτονομημένης από τις ανθρώπινες ανάγκες παραγωγής, η εξέλιξη των μέσων παραγωγής και της παραγωγής σαν αυτοσκοπός. Ηταν κιόλας φανερό ότι η τεχνολογία των μέσων και ο στόχος της παραγωγής δεν απέβλεπαν πια στην ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών. Οι ανθρώπινες ανάγκες υποτάσσονταν στην προτεραιότητα καταξίωσης της παραγωγής ως αυταξίας, αυτή η προτεραιότητα απαιτούσε και τη συνεχή τεχνολογική εξέλιξη των μέσων παραγωγής.


Ο Χάιντεγκερ διαπίστωνε, στη συνέντευξη του 1966, ότι η εξέλιξη της παραγωγικής τεχνολογίας διαστέλλει τον άνθρωπο από την παραγωγή, «τον ξεριζώνει από τη γη του, ενώ (έλεγε) σύμφωνα με την ανθρώπινη εμπειρία και Ιστορία, όσο εγώ τουλάχιστον γνωρίζω, κάθε τι ουσιαστικό και σημαντικό γεννήθηκε μόνο από το γεγονός ότι ο άνθρωπος είχε μια πατρίδα και ήταν ριζωμένος σε μια παράδοση».


Η παραγωγή ως αυταξία και η αδιάκοπη τεχνολογική εξέλιξη που την υπηρετεί, ταυτίστηκαν αξιωματικά με την «πρόοδο», τον «εκσυγχρονισμό», την προϋπόθεση «καλύτερης ζωής». Οι επιφυλάξεις, ο προβληματισμός, η περίσκεψη στιγματίστηκαν σαν γνωρίσματα «συντηρητισμού», «οπισθοδρομικότητας», στείρας ατολμίας. Ηταν περισσότερο από φανερό ότι, με τη βοήθεια της ραγδαία εξελισσόμενης τεχνολογίας, η παραγωγή, αυτονομημένη από τις ανθρώπινες ανάγκες, υπηρετούσε ιδιωτικά, όχι κοινωνικά, συμφέροντα, αύξανε κατακόρυφα το κέρδος ιδιωτών, ιδιοκτητών των μέσων παραγωγής.


Οταν αυτό φτάσει να συμβαίνει, η δημοκρατία είναι «εκ των πραγμάτων» ή «εξ ορισμού» ανέφικτη.


Παύουν να αποφασίζουν οι πολίτες για τις ανάγκες τους, χάνεται η ίδια η συνείδηση-επίγνωση των αναγκών τους. Για τις ανάγκες των πολιτών αποφασίζουν οι «αγορές». Και οι διαχειριστές των κοινών (οι ακόμα επονομαζόμενοι «πολιτικοί») διεκπεραιώνουν απλώς τα συμφέροντα των αγορών.


Η διορατική πρόγνωση του Χάιντεγκερ επαληθεύεται με πολλήν ευκρίνεια σήμερα. Ισως όχι παντού – υπάρχουν ακόμα κοινωνίες, όπου η παντομίμα της «αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας» σώζει ακόμα τόσες επιφάσεις, ώστε να ξεγελάει όχι μόνο τους αφελείς και τους επιπόλαιους. Πάντως, από τις εμφατικές επαληθεύσεις είναι η περίπτωση της ελλαδικής πολιτείας. Ισως επειδή συνδυάζει την κατάλυση της δημοκρατίας τόσο με την άσκεφτη και ανεξέλεγκτη (γι’ αυτό και ενθουσιώδη) παραδοχή του ηγεμονικού ρόλου της «παραγωγικής» τεχνοκρατίας όσο και με τον μακροχρόνιο βυθισμό στη μειονεξία του μεταπρατισμού και μιμητισμού.


Στο ελλαδικό κράτος σήμερα συντηρούμε όλα τα προσχήματα της δημοκρατίας (λαϊκής κυριαρχίας) χωρίς κανένα πραγματικό αντίκρισμα. Η Βουλή δεν βουλεύεται, παρά μόνο για τις εντυπώσεις, ψηφίζει αποφάσεις που υπαγορεύουν οι δανειστές της χώρας, νομοθετήματα εκατοντάδων σελίδων, που με τον εκβιασμό του «κατεπείγοντος» αφαιρείται από τους βουλευτές έστω και το ενδεχόμενο να ξέρουν (να έχουν διαβάσει) τι ψηφίζουν. Δεν ψηφίζουν αποφάσεις, ψηφίζουν απλώς την παραμονή τους στο κόμμα όπου είναι ενταγμένοι, δηλαδή ψηφίζουν επαγγελματική εξασφάλιση. Η κυβέρνηση δεν κυβερνάει, απλώς διεκπεραιώνει τις αποφάσεις των δανειστών καρυκευμένες με ολίγη σάλτσα «διαπραγματεύσεων», για να συντηρείται το κουκλοθέατρο της τάχα και δημοκρατίας.


Το κράτος επιτροπεύεται πανομοιότυπα, όπως θα επιτροπευόταν και από στρατό ξενικής κατοχής.


Σε κάθε υπουργείο, σε κάθε Τράπεζα, σε κάθε δημόσιο οργανισμό υπάρχει επίτροπος ελεγκτής κάθε λειτουργικής λεπτομέρειας – η κρατική ανεξαρτησία, η αυτοδιάθεση και εθνική αυτονομία έχουν προσφερθεί αντάλλαγμα για την ποδηγέτησή μας, προκειμένου, το συντομότερο (άγνωστο πότε) «να βγούμε στις Αγορές», δηλαδή να παραδοθούμε, με εχέγγυα κάποιας παραγωγικότητας, βορά στους πλανητικά κυρίαρχους, ελεύθερους (που θα πει παντελώς ανεξέλεγκτους) διεθνείς τοκογλύφους. Οι οποίοι έχουν από τώρα απαιτήσει ως υποθήκη ακόμα και το νερό που πίνουμε.


Ενας λαός, όχι με τίτλους ιλιγγιωδών επιτευγμάτων πολιτισμού αλλά μόνο με στοιχειώδες ένστικτο αυτοσυντήρησης, θα είχε δικάσει αμείλικτα τους φυσικούς αυτουργούς της καταστροφής του: όσους υπέγραψαν τον εξωφρενικό υπερδανεισμό της χώρας, για να συντηρήσουν το πελατειακό τους κράτος. Θα είχε διακρίνει την εξόφθαλμη ανικανότητα και τον λοιμώδη εκφαυλισμό ολόκληρου του κομματικού φάσματος και θα είχε βρει τη δημοκρατική οδό για τη συγκρότηση μιας κυβέρνησης επιστρατευμένων ανθρώπων έκτακτης ποιότητας, για να ηγηθεί στον εθνικο-απελευθερωτικό αγώνα αποτίναξης του ζυγού των «μνημονίων».


Δεν μπορούμε να αντιληφθούμε την αναπηρία των κομματαρχών μας: έχουν συνείδηση παίκτη, όχι κοινωνικού ηγήτορα. Παίζουν, όπως σκάκι ή τάβλι, όπου όλη η προσοχή τους είναι στον αντίπαλο: να εξουδετερώσουν κάθε κίνησή του, να μπλοκάρουν τις πρωτοβουλίες του, να τον πτοήσουν με τεχνάσματα, να αποδυναμώσουν ή να αποτρέψουν επιτυχίες του. Στο πεδίο της αντιπαλότητας Τσίπρα - Μητσοτάκη η κοινωνία απουσιάζει ολοκληρωτικά, ο λαός είναι ανύπαρκτος, το ήθος, η πείρα και σοφία της παράδοσης, το θάμβος της γλωσσικής κληρονομιάς, όλα λησμονημένα, παγερώς αδιάφορα. Το μόνο που ενδιαφέρει είναι πώς «να του τη φέρω», πώς «να μη μου τη φέρει», «τι λάθος έκανε να το εκμεταλλευτώ», «πώς να τον παρασύρω για να την πατήσει».


Ισως δεν φταίνε που ιστορικά βυθίζονται στην ντροπή, στιγματισμένοι με τόση ευτέλεια, οι δυο μονομάχοι. Αυτό ξέρουν, αυτό έμαθαν για πολιτική, «παιδιά του σωλήνα» (κομματικού ή οικογενειακού) είναι και οι δυο, μόνο σαν «παίκτες», ταβλαδόροι ή σκακιστές, ξέρουν να κινούνται στην πολιτική, όχι σαν κοινωνικοί ηγήτορες. Κρίμα τα νιάτα τους.


Η ελλαδική φάρσα «δημοκρατίας», αποτυπωμένη θρασύτατα στο πρωθυπουργοκεντρικής απολυταρχίας, παπανδρεϊκό Σύνταγμα του 1985, δεν προβλέπει τον παραμικρό κοινωνικό έλεγχο της εκτελεστικής εξουσίας. Ενας λαός προικισμένος με πολιτισμική δυναμική ικανή να τον διατηρεί ενεργό συντελεστή του ιστορικού γίγνεσθαι, βυθίζεται αδυσώπητα στην ιστορική ανυπαρξία.


Διεθνώς κωμική ατραξιόν και η περί εκλογών κοκορομαχία Τσίπρα - Μητσοτάκη.


http://www.yannaras.gr/krima-ta-niata-tous/


Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2016

ΕΛΕΥΣΙΝΙΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ




Τα διασημότερα από τα αρχαία μυστήρια ήταν τα Ελευσίνια που τελούντο κάθε τέσσερα χρόνια στην πόλη της Ελευσίνας προς τιμήν της Δήμητρας και της κόρης της Περσεφόνης. Οι μυημένοι φημίζοντο σε ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο για την ωραιότητα των φιλοσοφικών τους αντιλήψεων και τα υψήλα κριτήρια ηθίκης που βίωναν στην καθημερινή τους ζώη.


Εξ αιτίας της υπεροχής τους τα Μυστήρια αυτά διεδώθηκαν στη Ρώμη και την Βρετανία, αλλά αργότερα οι τελετές μύησης υποχώρησαν και στις δυο αυτές χώρες. Τα Ελευσίνια Μυστήρια ιδρύθηκαν από τον Εύμολπο σε χρονολογία που χάνεται στα βάθη της αρχαιότητας αλλά μέσω του Πλατωνικού φιλοσοφικού συστήματος οι αρχές τους διατηρήθηκαν μέχρι τις μέρες μας.
Οι τελετές της Ελευσίνας με τις μυστηριακές αναπαραστάσεις των πιο πολύτιμων μυστικών της Φύσης, επισκίασαν και σταδιακά απορρόφησαν πολλές μικρότερες φιλοσοφικές σχολές ενσωματώνοντας στο δικό τους σύστημα οποιαδήποτε πολύτιμη πληροφορία κατείχαν.
Το τελετουργικό των Ελευσινίων ήταν πολύπλοκο και η κατανόησή του απαιτούσε την εις βάθος μελέτη της Ελληνικής Μυθολογίας. Τα Μυστήρια διαιρούντο σε Κατώτερα, (που τελούντο κατά την περίοδο της εαρινής ισημερίας στην πόλη Άγραι) και σε Ανώτερα κατά την φθινοπωρινή ισημερία στην πόλη της Ελευσίνος.


Τα Κατώτερα Μυστήρια


Hταν αφιερωμένα στην Περσεφόνη, και ο Τόμας Τέϋλορ στο βιβλίο του "Ελευσίνια και Βακχικά μυστήρια" συνοψίζει την πρόθεσή τους:
"Τα Κατώτερα Μυστήρια δημιουργήθηκαν από τους αρχαίους θεολόγους,τους ιδρυτές τους, για να σημάνουν με αποκρυφιστικό τροπό την κατάσταση της μη εξαγνισμένης ψυχής που έχει ενδυθεί το γήινο σώμα της και έχει περιβληθεί την υλική φύση."
Ο μύθος που χρησιμοποιείτο στις τελετές των Κατώτερων Μυστηριών είναι της απαγωγής της Περσεφόνης της κόρης της Δήμητρος από τον Πλούτωνα τον άρχοντα του Κάτω Κόσμου. Ενώ η Περσεφόνη μάζευε λουλούδια σε ένα υπέροχο λιβάδι, η γη άνοιξε ξαφνικά και ο σκαιός άρχοντας του θάνατου, οδηγώντας το μεγαλοπρεπές άρμα του αναδύθηκε από τα σκοτεινά βάθη και αρπάζοντάς την, οδήγησε τη θεά, που αγωνιζόταν να ξέφυγει από τα χέρια του, στο υπόγειο παλάτι του όπου την ανάγκασε να γινεί σύντροφος του και βασίλισσά του.
Υπάρχουν πόλλες αμφιβολίες εάν πολλοί από τους μυημένους αντιλαμβάνοντο το μυστικό νόημα αυτής της αλληγορίας, αφού οι περισσότεροι από αυτούς πίστευαν ότι αναφερόταν στις διαδόχες των εποχών. Είναι πολύ δύσκολη η απόκτηση ικανοποιητικών πληροφοριών που σχετίζονται με τα Μυστήρια διότι οι υποψήφιοι δεσμεύοντο με αδιάρρηκτους όρκους να μην αποκαλύψουν ποτέ στους βέβηλους τα μυστικά που τους παρεδίδοντο. Κατά την έναρξη της τελετουργίας μύησεως, ο υποψήφιος πατούσε πάνω στο δέρμα των ζώων που είχαν θυσιαστεί γι'αυτό τον σκοπό και ορκίζονταν ότι ο θάνατος θα σφραγίσει τα χείλη του πριν αποκαλύψει τις ιερές αλήθειες που επρόκειτο να του αποκαλυφθούν.
Μέσα από έμμεσες διόδους ωστόσο, ορισμένα από τα μυστικά διατηρήθηκαν μέχρι σήμερα. Οι διδάχες που παρεδίδοντο στος νεοφώτιστους σε γενικές γραμμές ήταν οι ακόλουθες:
Η ψυχή του ανθρώπου,που στα Ελευσίνια Μυστήρια συμβολιζόταν από την Περσεφόνη, είναι στην ουσία της πνευματική. Η πνευματική κατοικία της βρίσκεται στους ανώτερους κόσμους, όπου απαλλαγμένη από τα δεσμά της υλικής μορφής και των υλικών αντιλήψεων λέγεται ότι είναι αληθίνα ζωντανή και αυτοεκφραζόμενη. Το υλίκο σώμα είναι το "σήμα", ο τάφος της ψυχής, ένα ψευδές και προσωρινό πλάσμα,η πηγή όλων των θλίψεων. Ο Πλάτων περιγράφει το σώμα ως τον τάφο της ψυχής, εννοώντας με αυτό όχι μόνο την ανθρώπινη μορφή, μα και την ανθρώπινη φυσή.
Η κατήφεια και η αθυμία των Κατώτερων Μυστηρίων αναπαριστούσαν την αγωνία της πνευματικής ψυχής που είναι ανίκανη να εκφράσει τον εαυτό της διότι έχει δεχθεί τους περιορισμούς και τις αυταπάτες του ανθρώπινου περιβάλλοντος.
Ο άνθρωπος δεν είναι ούτε καλύτερος ούτε σοφότερος μετά τον θάνατο από ότι στην διάρκεια της ζωής του. Εάν δεν αναδυθεί πάνω από την άγνοια κατά την παραμονή του στη γη, ο άνθρωπος οδηγείται στον αιώνιο θάνατο όπου περιφέρεται για πάντα, κάνοντας τα ίδια λάθη που έκανε και εδώ. Εάν δεν υπερβεί την επιθυμία του για υλικά αποκτήματα εδώ, θα την μεταφέρει στον αόρατο κόσμο,όπου επειδή δεν μπορεί να ικανοποιήσει την επιθυμία, θα συνεχίσει σε ατελείωτη αγωνία. Η "Κόλαση" του Δάντη είναι η συμβολική περιγραφή των βασανιστηρίων, εκείνων που ποτέ δεν ελευθέρωσαν την πνευματική τους φύση από τις αλόγιστες επιθυμίες, τις συνήθειες, τις απόψεις και τους περιορισμούς των Πλουτωνικών προσωπικοτήτων τους. Εκείνων που πότε δεν προσπάθησαν να βελτιώσουν τους εαυτούς τους (και των οποίων οι ψυχές κοιμούνται) κατά την διάρκεια της σωματικής τους ζωής, πέρασαν στον θάνατο του Άδη όπου και κοιμούνται στην αιωνιότητα, όπως κοιμόντουσαν και κατά την διάρκεια της ζωής τους.


Για τους φιλοσόφους των Ελευσινίων η γέννηση στον φυσικό κόσμό είναι ο θάνατος με την πλήρη σημασία της λέξεως και η μοναδική αληθίνη γέννηση είναι αυτή της πνευματικής ψυχής του ανθρώπου που αναδύεται από τον τάφο της σωματικής φύσης. Ο θνητός είναι ένας νεκρός που κοιμάται και αυτό είναι κλειδί για την κατανόηση των Ελευσινίων Μυστηρίων.Ακριβώς όπως ο Νάρκισσος όταν είδε τον εαυτό του στην επιφάνεια του νερού (οι αρχαίοι χρησιμοποιούσαν αυτό το άστατο στοιχείο για να συμβολίσουν την παροδικότητα και το απατηλόν του υλικού σύμπαντος) έχασε τη ζωή του προσπαθώντας ν'αγκαλιάσει μια αντανάκλαση, έτσι και ο άνθρωπος βλέποντας μέσα στον καθρέφτη της Φύσης και δεχόμενος σαν πραγματικό εαυτό του τον "πηλό που βλέπει να αντανακλάται" χάνει την ευκαιρία που του επιτρέπει η σωματική του ζωή να αποκαλύψει τον αόρατο κι αθάνατο εαυτό του. Ένας αρχαίος μύστης είπε κάποτε ότι οι ζωντανοί κυβερνώνται από τους νεκρούς.


Μόνον οι ειδήμονες των Ελευσινιακών αντιλήψεων ζωής μπορούν να αντιληφθούν το νόημα της φράσης αυτής. Σημαίνει ότι η πλειονότητα των ανθρώπων δεν κυβερνώνται από το ζωντανό τους πνεύμα αλλά από την ανόητη (γι'αυτό είναι νεκρή) κτηνώδη προσωπικότητά τους.
Η μετεμψύχωση και η μετενσάρκωση συμπεριλαμβάνονταν στις διδαχές των Μυστηρίων αυτών αλλά κατά κάποιον ασυνήθιστο τρόπο. Πιστεύετο ότι κατά τα μεσάνυχτα οι αόρατοι κόσμοι πλησίαζαν τη γήινη σφαίρα και ότι οι ψυχές που αποκτούν υλική ύπαρξη εισέρχονται την ώρα αυτή. Για τον λόγο αυτόν πολλές από τις Ελευσινιακές τελετουργίες ετελούντο κατά τα μεσάνυχτα. Ορισμένα από αυτά τα κοιμώνενα πνεύματα που απέτυχαν να αφυπνίσουν την υψηλή φύση τους κατά την διάρκεια της επίγειας ζωής τώρα περιφέρονται στους αόρατους κόσμους περιβεβλημένα το σκόταδι που τα ίδια δημιούργησαν.


Οι μύστες της Ελευσίνας αποδοκίμαζαν την αυτοκτονία εξηγώντας ότι υπάρχει ένα βαθύτερο μυστήριο που αφορά αυτό το έγκλημα για το οποίο δεν τους επιτρεπόταν να μιλήσουν, αλλά προειδοποιούσαν τους μαθήτες τους ότι μια απέραντη θλίψη καταλαμβάνει όλους εκείνους που αφαίρεσαν τις ζωές τους.
Αυτή ήταν στην ουσία η διδασκαλία που παρεδίδετο στους μυημένους στα Μικρά Μυστήρια. Καθώς ο βαθμός επεκτεινόταν στις δυστυχίες εκείνων που απέτυχαν να χρησιμοποιήσουν με τον καλύτερο τρόπο τις φιλοσοφικές ευκαιρίες που τους παρουσιάστηκαν, οι αίθουσες της μυήσεως ήταν υπόγειες και ο τρόμος του Άδου απεικονίζετο με ζωντάνια σε ένα πολύπλοκο τελετουργικό δράμα. Αφού περνούσαν επιτυχώς μέσα από τα βασανιστικά περάσματα με τις δοκιμασίες και τους κινδύνους τους, οι υποψήφιοι λάμβαναν τον τιμητικό τιτλό του Μύστη, που σημαίνει εκείνον που είδε μέσα από το πέπλο ή είδε ένα σκοτείνο όραμα. Επίσης σημαίνει πως ο υποψήφιος έφτασε μπροστά στο πέπλο το οποίο πρόκειται να σχιστεί στον υψηλότερο βαθμό. Η σύχρονη λέξη Μύστης που αναφέρεται στον ερευνητή της αλήθειας σύμφωνα με τις επιταγές της καρδιάς κατά μήκος της οδού της πίστεως, πιθανώς προέρχεται από αυτήν την αρχαία λέξη, αφού πίστη είναι η αποδοχή ως αλήθεια της πραγματικότητας καταστάσεων που δεν μπορούν να γίνουν ορατές.


Τα Ανώτερα Μυστήρια


Στα οποία ο υποψήφιος γινόταν δέκτος μόνον αφού είχε εισαχθεί στα κατώτερα και σε πολλές περιπτώσεις ούτε κι αυτό ήταν αρκετό) ήταν αφιερωμένα στη Δήμητρα, την μητέρα της Περσεφόνης, και την παρουσίαζαν περιπλανώμενη ανά τον κόσμο σε αναζήτηση της απαχθείσας Κόρης. Η Δήμητρα έφερε δυο δαυλούς,την διαίσθηση και την αιτία, αρωγούς στην αναζήτηση του χαμένου της παιδιού, της ψυχής. Επιτέλους βρήκε την Περσεφόνη, όχι μακριά από την Ελευσίνα και δίδαξε στον λαό τον τρόπο καλλιέργειας του σίτου, που από τότε της είναι αφιερωμένος. Ίδρυσε επίσης τα Μυστήρια. Η Δήμητρα ζήτησε από τον Πλούτωνα, τον θεό των ψυχών των νεκρών να επιτρέψει στην Περσεφόνη να επιστρέψει κοντά της. Εκείνος αρνήθηκε στην αρχή γιατί η Περσεφόνη έφαγε σπόρους ροδιού κι έτσι έγινε θνητή, δηλαδή γονιμοποιήθηκε σε σώμα θνητό. Στο τέλος όμως συμβιβάστηκε και συμφώνησε να της επιτραπεί να ζει στον ανώτερο κόσμο κατά τα δυο τρίτα της ζωής της και να διαμένει μαζί του το ύπολοιπο ένα τρίτο.
Οι αμύητοι γνώριζαν ότι η Περσεφόνη ήταν η εκδήλωση της ηλιακής ενέργειας η οποία κατά τους χειμερινούς μήνες ζούσε κάτω από τη γη μαζί με τον Πλούτωνα, αλλά το καλοκαίρι επέστρεφε μαζί με τη θεά της παραγωγικότητας. Ενας μύθος λεεί πως τα λουλούδια αγαπούν την Περσεφόνη και κάθε χρόνο όταν εκείνη φεύγει για το σκοτεινό βασίλειο του Πλούτωνα,τα φυτά πεθαίνουν από λύπη. Και ενώ οι βέβηλοι και οι αμύητοι είχαν αυτές τις απόψεις για το συγκεκριμένο θέμα, οι αλήθειες των ελληνικών αλληγοριών παρέμειναν προσεκτικά φυλαγμένες από τους μυημένους που μόνον εκείνοι γνώριζαν το μεγαλείο των σημαντικών αυτών φιλοσοφικών και θρησκευτικών παραλληλισμών.
Τα Ανώτερα Μυστήρια μιλούν με μυστικό τρόπο και με έξοχα οράματα για την χαρά της ψυχής στη ζωή, αλλά και μετά τον θάνατο, όταν εξαγνιστεί από την μόλυνσή της εξαιτίας της υλικής φύσης και ανέλθει σε μια πραγματικότητα που ανήκει στα διανοητικά οράματα. Ακριβώς όπως τα Κατώτερα Μυστήρια διαπραγματεύοντο την εμβρυακή εποχή του ανθρώπου όταν η συνειδητότητα μέσα σε εννέα μέρες (στους εννέα μήνες της εμβρυακής ζωής που αναπαριστώντο στα Μυστήρια που διαρκούσαν εννέα μέρες) κατήρχετο στο βασίλειο της αυταπάτης και ενεδύετο το πέπλο της αναλήθειας, έτσι τα Ανώτερα Μυστήρια διαπραγματεύοντο τις χαρές της πνευματικής αναγεννήσεως και αποκάλυπταν στους μυημένους όχι μόνο την απλούστερη, αλλά και την πιο άμεση μέθοδο της απελευθέρωσης της ανώτερης φύσεώς τους από τους δεσμούς της υλικής άγνοιας.
Όπως ο Προμηθέας ο δεμένος στην κορυφή του Καυκάσου, η ανώτερη φύση του ανθρώπου είναι δέμενη στην ανεπαρκή του προσωπικότητα. Οι εννέα ημέρες της μυήσεως συμβόλιζαν ακόμα τις εννέα σφαίρες μέσω των οποίων η ανθρώπινη ψυχή κατέρχεται κατά την διάρκεια της διαδικασίας ανάληψης της γήινης μορφής της. Σύμφωνα με τον Ομηρικό Ύμνο στην Δήμητρα η θεά δεν ανακάλυψε την νέα κατοικία της Κόρης παρά στο τέλος της περιόδου των εννέα ημερών. Αυτό το μέρος της αλληγορίας που αναφέρεται στις δυο περιόδους κατά την διάρκεια των οποίων η Περσεφόνη πρέπει να μείνει με τον Πλούτωνα και κατόπιν να μπορεί να επισκέπτεται τον ανώτερο κόσμο, προσφέρει υλικό για σκέψη. Είναι πιθανόν ότι οι Ελευσίνιοι συνειδητοποίησαν ότι η ψυχή εγκαταλείπει το σώμα κατά την διάρκεια του ύπνου, ή τουλάχιστον είναι ικανή να το εγκαταλείπει μετά από ειδική εξάσκηση την οποία αναμφισβήτητα ήταν σε θέση να την παραδώσουν. Έτσι η Περσεφόνη παραμένει στο βασίλειο του Πλούτωνα κατά την διάρκεια της αφυπνίσεως αλλά μπορεί να ανέλθει στους πνευματικούς κόσμους κατά τις περιόδους του ύπνου.
Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΣΤΟΝ ΑΔΗ Ο μυημένος διδάσκονταν πώς να διαμεσολαβεί ώστε ο Πλούτων να επιτρέπει στην Περσεφόνη (την μυημένη ψυχή) να ανέρχεται από το σκοτάδι της υλικής του φύσης στο φως της κατανόησης. Όταν κατ'αυτόν τον τρόπο απελευθερωνόταν από τα δεσμά του πηλού και αποκρυσταλλώνονταν οι αντιλήψεις του, ο μυημένος απελευθερωνόταν όχι μόνο κατά την διάρκεια της ζωής του αλλά για ολόκληρη την αιωνιότητα, αφού ποτέ στο εξής δεν επρόκειτο να αποστερηθεί τις ιδιότητες εκείνες της ψυχής οι οποίες μετά τον θάνατο θα αποτελούσαν τα οχήματα για την εκδήλωση και την έκφραση στον αποκαλούμενο ουράνιο κόσμο.
Σε αντίθεση με την αντίληψη του Άδη ως κυβερνήτη του σκότους, οι Θεοί κατοικούσαν στις κορυφές των βουνών με κέντρο τον ΄Ολυμπο, όπου οι δώδεκα θεότητες του Ελληνικού Πανθέου κατοικούσαν μαζί.
Στις μυητικές περιπλανήσεις του ο νεόφυτος εισήρχετο σε αίθουσες ολοένα και πιο λαμπρές για να εικονογραφηθεί έτσι η άνοδος του πνεύμάτος του από τους κατώτερους κόσμους στο βασίλειο του φωτός. Στο απώτατο σημείο των περιπλανήσεων αυτών εισηρχέτο σε μια αίθουσα στο κέντρο της οποίας βρισκόταν το φωτίσμενο άγαλμα της θεάς Δήμητρας. Εκεί και με την παρουσία του ιεροφάντη που περιτριγυριζόταν από ιερείς με λαμπρά ενδύματα, καθοδηγείτο στα υψηλότερα μυστικά των Ελευσινίων Μυστηρίων. Κατά την λήξη της τελέτης αναγορευόταν Επόπτης, λέξη που σημαίνει εκείνον που είδε, που γνώρισε. Για τον λόγο αυτόν μύηση αποκαλείται αυτοψία. Οι Επόπτες παραλάμβαναν ορισμένα ιερά βιβλία πιθανώς κρυπτογραφημένα, μαζί με πέτρινες πλάκες στις οποίες ήταν εγχάρακτες μυστικές οδηγίες.
Από τα διασωθέντα κείμενα μαθαίνουν πως ένα πλήθος παράξενα και μεταφυσικά φαινόμενα συνόδευαν τις τελετές. Πολλοί μυημενοί ισχυρίζονταν ότι είχαν δει τους ίδους τους Θεους. Εάν αυτό ήταν αποτέλεσμα της θρησκευτικής έκστασης ή η συνεργασία των αόρατων δυναμέων με τους ορατούς ιερείς παραμενεί μυστήριο. Ο Απουλήϊος στο έργο του "Μεταμορφώσεις" ή "Ο Χρυσός Όνος" περιγράφει κατά πάσα πιθανότητα την μύηση του στα Ελευσίνια Μυστήρια.
"Άγγιξα τα σύνορα του θανάτου και πατώντας στο κατώφλι του παλατιού της Περσεφόνης επέστρεψα παλεύοντας με όλα τα στοιχεία. Στο μέσον της νυχτός είδα τον ήλιο να λάμπει με ζωηρό φως έφτασα μπροστά στους Θεούς του Άδου και προσκύνησα από κοντά."





Οι γυναίκες και τα παιδιά δεν αποκλείοντο από τα Ελευσίνια Μυστήρια και υπήρξαν χιλιάδες μυημένοι. Όμως οι ανώτερες διδαχές παρεδίδοντο μόνον σε έναν περιορισμένο αριθμό μυημενών οι οποίοι εξ αιτίας της ανώτερης πνευματικότητάς τους,επιδείκνυαν ισχυρή αντιληπτικότητα στις θεμελιώδεις βασικές διδαχές.
Ο Σωκράτης αρνήθηκε να μυηθεί στα Ελευσίνια Μυστήρια, διότι γνωρίζοντας τις αρχές τους χωρίς να είναι μέλος τους, συνειδητοποίησε ότι η συμμετοχή του θα του σφράγιζε το στόμα. Τα Μυστήρια βασίζονταν σε σπουδαίες και αιώνιες αλήθειες και αυτό επιβεβαιώνεται από τον σεβασμό που τους απεδίδετο από τους σημαντικους πνευματικούς ανθρώπους τους αρχαίου κόσμου.
Τα ενδύματα που έφεραν οι υποψήφιοι προς μύηση διατηρούντο για πολλά χρόνια και πίστευαν ότι κατείχαν σχεδόν ιερές ιδιότητες. Όπως ακριβώς η ψυχή δεν έχει ένδυμα άλλο από τη σοφία και την αρετή, έτσι και οι υποψήφιοι, οι οποίοι ως τότε δεν κατείχαν την αληθινή γνώση, παρουσιάζονταν στα Μυστήρια γυμνοί φέροντας στην αρχή το δέρμα ενός ζώου και κατόπιν ένα ειδικά αφιερωμένο ένδυμα για να συμβολίσουν τις φιλοσοφικές διδαχές που δέχθηκαν από τον μυσταγωγό.
ΤΟ ΠΗΓΑΔΙ ΤΗΣ ΠΕΣΡΕΦΟΝΗΣ Κατά την διάρκεια της μύησης ο υποψήφιος περνούσε μέσα από δυο πύλες.
Η πρώτη ήταν κατωφερής, οδηγούσε προς τους κατώτερους κόσμους και συμβόλιζε την γέννήση του στην άγνοια. Η δεύτερη οδηγούσε προς τα άνω σε μια αίθουσα άπλετα φωτισμένη από αόρατες λάμπες και στην οποία βρισκόταν το άγαλμα της Δήμητρας. Η αίθουσα αυτή συμβόλιζε τους ανώτερους κόσμους ή την διαμονή του Φωτός και της Αλήθειας. Ο Στράβων επιβεβαιώνει ότι ο μεγάλος ναός της Ελευσίνας ήταν χωρητικότητας μεταξύ είκοσι και τριάντα χιλιάδων ατόμων. Η ακόλουθη παράγραφος από τον Πορφύριο παρουσιάζει με τον πλέον κατάλληλο τρόπο τον Ελευσινιακό συμβολισμό:
"Ο Θέος είναι μια φωτεινή αρχή, που κατοικεί στο μέσον του λεπτότερου πυρός, παραμένει δια παντός αόρατος για τα μάτια εκείνων που δεν έχουν αναγάγει τους εαυτούς τους πάνω από την υλική ζωή.
Υπ'αυτήν την έννοια, η όψη των διάφανων σωμάτων, όπως το κρύσταλλο, το παριανό μάρμαρο ακόμη και το ελεφαντοστούν, φέρνει στο νου την ιδέα του θεϊκού φωτός, όπως η όψη του χρυσού συνδέεται με την ιδέα της αγνότητας αφού ο χρυσός δεν μπορεί να κηλιδωθεί.
Ορισμένοι θεώρησαν πως ένας μαύρος βράχος συμβόλιζε το αόρατον της θεικής ουσίας.
Για να εκφραστεί η ανώτατη αιτία, η θεότητα αναπαρίστατο με ανθρώπινη μορφή, και απείρου κάλλους, αφού ο Θεός είναι η πηγή της ωραιότητας, διαφορετικών ηλικιών και συμπεριφορών, καθισμένη ή όρθια του ενός ή του άλλου φύλου, σαν παρθένος ή νεαρός άνδρας, σαν σύζυγος ή σαν νύφη, σημειώνοντας έτσι όλες τις μορφές και τις διαβαθμίσεις. Κάθε λαμπρό πράγμα κατά συνέπεια, απεδίδετο στους Θεούς, η σφαίρα και κάθε σφαιρικό σώμα στο σύμπαν, στον ήλιο και στη σέληνη και μερικές φορές στην Τύχη και στην Ελπίδα. Ο κύκλος και κάθε κυκλικό σχήμα στην αιωνιότητα, στις ουράνιες κινήσεις,στους κύκλους και τις ζώνες του ουρανού. Οι τομές των κύκλων στις φάσεις της σέληνης, οι πυραμίδες και οι οβελίσκοι στην αρχή του πυρός και μέσω αυτού στους Ουράνιους Θεούς. Ο κύλινδρος τη γη, ο φαλλός και το τρίγωνο (σύμβολο της μήτρας) ορίζουν την γονιμότητα."


Τα Ελευσίνια Μυστήρια διατηρήθηκαν περισσότερο από όλα τα άλλα Μυστήρια του αρχαίου κόσμου, μέχρι και τον 4ον μ.Χ αιώνα όταν ο Θεοδώσιος (ο επονομαζόμενος Μέγας) εξολόθρευσε βίαια όλους όσους αρνήθηκαν να δεχθούν τον χριστιανισμό.
Γι' άυτή την σπουδαιά φιλοσοφική σχολή ο Κικέρων είπε ότι δίδασκε στους ανθρώπους όχι μόνο πώς να ζουν, αλλά και πώς να πεθαίνουν.







ΔΗΜΗΤΡΑ ΛΙΑΤΣA

Πηγή: http://www.diodos.gr/content/view/188/54/

τέμενος Χαλά Σουλτάν



ΤΕΜΕΝΟΣ ΧΑΛΑ ΣΟΥΛΤΑΝ, ΤΕΚΚΕΣ, ΦΛΑΜΙΝΓΚΟ
Το μουσουλμανικό τέμενος της Χαλά Σουλτάν είναι κτισμένο στη δυτική όχθη της Αλυκής, 6 περίπου χιλιόμετρα δυτικά της Λάρνακας. Αποτελεί τον σημαντικότερο τόπο προσκυνήματος για τους μουσουλμάνους της Κύπρου. Πολλοί Τουρκοκύπριοι το επισκέπτονται μαζικά από τις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου, κατά τις θρησκευτικές εορτές των μουσουλμάνων για προσκύνημα.
ΤΕΜΕΝΟΣ ΧΑΛΑ ΣΟΥΛΤΑΝ, ΤΕΚΚΕΣ
Στο εσωτερικό του Χάλα Σουλτάν Τεκκέ σώζεται τάφος, που σύμφωνα με την παράδοση ανήκει στην Ουμ Χαράμ, συγγενή του προφήτη Μωάμεθ. Η Ουμ Χαράμ, η οποία συνόδευσε το σύζυγό της στην Κύπρο κατά τη διάρκεια μιας αραβικής επιδρομής, σκοτώθηκε επί τόπου πέφτοντας από το άλογό της, μόλις αποβιβάστηκε στο νησί. Ο τάφος είναι σκεπασμένος με υφάσματα και περιβάλλεται από ένα τρίλιθο κατασκεύασμα. Σύμφωνα με την παράδοση ο ένας λίθος αιωρείται.
Το τζαμί κτίστηκε πολύ αργότερα, λίγο πριν το 1787. Η σημερινή μορφή του τεμένους συμπληρώθηκε στα 1816. Πρόσφατα έγιναν εργασίες αποκατάστασης του τεμένους, το οποίο αποτελεί και σήμερα το δημοφιλέστερο προσκύνημα των μουσουλμάνων της Κύπρου.

tekkes
Ποια ήταν η Ουμ Χαράμ;
ΚΑΤΑ ΤΗ διάρκεια της πρώτης μεγάλης αραβικής επιδρομής στην Κύπρο (649μ.Χ.), από τον εμίρη της Συρίας Μωαβία, τοποθετείται το επεισόδιο του θανάτου της «αγίας γυναίκας», της ινσαρίας (=βοηθού) του προφήτη Μωάμεθ. Η προβολή, εκ μέρους των Αράβων, του γεγονότος του θανάτου, αλλά κυρίως της ταφής της Ουμ Χαράμ στην Κύπρο, συνέτεινε ώστε το τέμενος Χαλά Σουλτάν, που κτίστηκε στο χώρο όπου κι ετάφη, να θεωρείται ένας από τους ιερότερους χώρους των μουσουλμάνων.
Υπάρχει η λανθασμένη εντύπωση ότι η Ουμ Χαράμ ήταν συγγενής ή νονά ή παραμάνα του προφήτη Μωάμεθ. Η εσφαλμένη αυτή άποψη πολλών παλαιότερων συγγραφέων προέκυψε λόγω των στενών της σχέσεων με τον προφήτη και συγγενείας της όχι προς τον ίδιο αλλά προς τον πιστό του γραμματέα και υπηρέτη. Το πλήρες όνομά της ήταν Ουμ Χαράμ Μιλχάν Χαλίτ Ζαΐτ Χαράμ Γιενούπ. Ήταν κόρη του Μιλχάν Ανσαρί κι αδελφή της Ουμ Σουλεΐμ. Η τελευταία ήταν μητέρα του Ανάς Ιμπντ Μαλίκ, του πιστού υπηρέτη και γραμματέα του Μωάμεθ. Ο Μωάμεθ αγαπούσε και εκτιμούσε πολύ την Ουμ Χαράμ, την οποία επισκεπτόταν συχνά στο σπίτι της στη Μέκκα. Η αγία γυναίκα, όπως χαρακτηρίστηκε η Ουμ Χαράμ, ήταν από τους πρώτους πιστούς στο Μωάμεθ και μια από τους ανθρώπους που τον βοήθησαν στις πρώτες του δραστηριότητες και στη φυγή του από τη Μέκκα στη Μεδίνα το Σεπτέμβριο του 622. Η Ουμ Χαράμ είχε παντρευτεί πρώτα τον Αμρ μπιν Κέις που είχε πολεμήσει στο Βαδρ το 623 και στο Οχώδ, όπου και σκοτώθηκε. Σε δεύτερο γάμο παντρεύτηκε τον Ουβάδα Ιμπντ-ας-Σαμίτ, τον οποίο και ακολούθησε στην εκστρατεία του Μωαβία στην Κύπρο, το έτος 27 από Εγίρας (=649).
Γενικά, δίνεται η εικόνα ότι ο θάνατος της Ουμ Χαράμ στην Κύπρο ήταν ένα τυχαίο περιστατικό, όμως οι πραγματικές συνθήκες του θανάτου της παραμένουν αδιευκρίνιστες. Σύμφωνα με μια εκδοχή, η γυναίκα αυτή έπεσε από το μουλάρι της, έσπασε το λαιμό της, και πέθανε. Όπως και να έχει, το τέμενος Χαλά Σουλτάν στη δυτική όχθη της αλυκής της Λάρνακας, σε μια πράγματι ειδυλλιακή τοποθεσία, θεωρείται ως ο τάφος της αγίας γυναίκας που τιμάται ιδιαίτερα από τους μουσουλμάνους (σε παλαιότερες εποχές τα παραπλέοντα οθωμανικά καράβια χαιρετούσαν με κανονιοβολισμούς).
Πηγη simerini.com

ΤΕΜΕΝΟΣ ΧΑΛΑ ΣΟΥΛΤΑΝ, ΤΕΚΚΕΣ

Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2016

Εκκλησία Αγίου Λαζάρου, Λάρνακα







Η εκκλησία του Αγίου Λαζάρου είναι κτισμένη στην παραλιακή ζώνη της πόλης της Λάρνακος και αποτελεί το λατρευτικό κέντρο του Αγίου Λαζάρου στην Κύπρο. Η σχέση του αγίου με το νησί υπήρξε στενή. Μετά την έγερσή του κατέφυγε στην Κύπρο όπου συναντήθηκε με τους Αποστόλους Παύλο και Βαρνάβα, οι οποίοι τον χειροτόνησαν επίσκοπο Κιτίου. Οι πηγές αναφέρουν ότι τάφηκε σε μαρμάρινη λάρνακα η οποία έφερε την επιγραφή «Λάζαρος ó τετραήμερος καί φίλος τοũ Χριστοũ». Με εντολή του αυτοκράτορα Λέοντος Στ, τα λείψανα του αγίου μεταφέρθηκαν από το Κίτιο στην Κωνσταντινούπολη. Κατά την παράδοση η ανέγερση του ναού εντάσσεται στην ίδια περίοδο (αρχές 10ου αιώνα), και πραγματοποιήθηκε με αυτοκρατορική χορηγία ως αντάλλαγμα της μεταφοράς του λειψάνου στην Κωνσταντινούπολη. 

Ο ναός του Αγίου Λαζάρου, μαζί με το οχυρωμένο λιμάνι και το φράγκικο κάστρο, αποτελούσαν κατά τους μεσαιωνικούς και νεότερους χρόνους τα μεγαλοπρεπέστερα κτίρια της Λάρνακος. Μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα ο ναός περιβαλλόταν από κελλιά τα οποία ενοικίαζαν έμποροι, ταξιδιώτες και τεχνίτες. Με τα χρόνια, η εκκλησία αποτέλεσε τον πολεοδομικό πυρήνα, περιμετρικά του οποίου αναπτύχθηκαν οι συνοικίες του λιμανιού της πόλης.


Εκκλησία Αγίου Λαζάρου, Λάρνακα
Εκκλησία Αγίου Λαζάρου, Λάρνακα

Οι ανασκαφικές έρευνες που έγιναν στον χώρο του ναού απεκάλυψαν τα κατάλοιπα δύο πρωιμότερων εκκλησιών, πάνω από τα οποία κτίστηκε η σημερινή. Οι ανασκαφές στον περίβολο και στο εσωτερικό του ναού απεκάλυψαν μαρμάρινες σαρκοφάγους και κιβωτιόσχημους τάφους, μερικοί εκ των οποίων φαίνονται στην κρύπτη της εκκλησίας. Σύμφωνα με περιηγητικά κείμενα του 16ου αιώνα, ένα όρυγμα που βρισκόταν κάτω από το Ιερό λατρευόταν ως ο τάφος του Αγίου Λαζάρου και αποτελούσε πανορθόδοξο προσκύνημα.

Ο αρχιτεκτονικός τύπος του ναού ανήκει στην κατηγορία του σύνθετου σταυροειδούς εγγεγραμμένου με τρούλο. Κατά το 15ο-16ο αιώνα ένα γοτθικό προστώο προστέθηκε κατά μήκος του νότιου τοίχου του ναού. Ενδέχεται την ίδια περίοδο ο ναός να μετατράπηκε σε καθολικό μοναστήρι και ο χώρος του προαυλίου του σε κοιμητήριο. Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας ο ναός μετατράπηκε σε ισλαμικό τέμενος και το 1589 πουλήθηκε στην ορθόδοξη κοινότητα έναντι 3.000 άσπρων. Μέχρι το 1784 ο ναός χρησιμοποιείτο και από τους καθολικούς, οι οποίοι λειτουργούσαν στο ναό μόνο δύο μέρες το χρόνο. Το κωδωνοστάσιο του ναού είναι κτίσμα του 1857 με νεογοτθικά και νεοκλασσικά στοιχεία. Μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα σώζονταν στο εσωτερικό του ναού σπαράγματα τοιχογραφιών.


Εκκλησία Αγίου Λαζάρου, Λάρνακα
Εκκλησία Αγίου Λαζάρου, Λάρνακα

Σήμερα, κάποια από τα κελλιά της υπόστυλης πτέρυγας που σώζεται στα νότια του ναού, λειτουργούν ως μουσείο στο οποίο εκτίθενται εκκλησιαστικά κειμήλια από το ναό του Αγίου Λαζάρου, φορητές εικόνες, παλαίτυπα και σταυροί. Το πρόσκτισμα που διατηρείται στη δυτική πλευρά του ναού λειτουργούσε από το 1858 μέχρι το 1910 ως αλληλοδιδακτικό σχολείο, ενώ σήμερα χρησιμοποιείται ως χώρος εκδηλώσεων.

http://www.mcw.gov.cy/mcw/DA/DA.nsf/0/6E9D607D77BC7ECFC2257199002E8FDF?OpenDocument



Ο ΑΓΙΟΣ ΛΑΖΑΡΟΣ – Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΤΟΥ ΣΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑ

Λάρνακα, το αρχαίο Κίτιο. Μια από τις πιο ωραίες και αρχαίες εκκλησίες της Κύπρου στολίζει την πόλη αυτή του φιλοσόφου Ζήνωνα, τη Λάρνακα: είναι η εκκλησία του αγίου Λαζάρου, του φίλου του Χριστού, κτισμένη πάνω από τον τάφο του αγίου, ο οποίος διετέλεσε, κατά την παράδοση, πρώτος Επίσκοπος Κιτίου. Για λίγα σχετικά και κατατοπιστικά λόγια ας κάνουμε μια μικρή αναδρομή στο παρελθόν.
Ο άγιος Λάζαρος, (Ελεάζαρ στα εβραϊκά) ήταν Εβραίος και καταγόταν από τη Βηθανία, μια κώμη τρία περίπου χιλιόμετρα στ’ ανατολικά της Ιερουσαλήμ. Είναι γνωστός ως «τετραήμερος και φίλος του Χριστού»: «τετραήμερος» από το γεγονός της ανάστασης του από το Χριστό τέσσερις μέρες μετά το θάνατο και την ταφή του. «φίλος του Χριστού» γιατί έτσι τον αποκαλεί η Αγία Γραφή , επισημαίνοντας τους φιλικούς δεσμούς του Κυρίου με όλη την οικογένεια: «Ηγάπα [ο Χριστός] την Μάρθαν και την αδελφήν αυτής [Μαρίαν] και τον [αδελφόν αυτών]Λάζαρον», μας πληροφορεί ο ευαγγελιστής Ιωάννης.
Πολλές φορές ο Χριστός φιλοξενήθηκε στο σπίτι τους . Κατά τη διάρκεια της τελευταίας πορείας Του από τη Γαλιλαία προς τα Ιεροσόλυμα, όπου πήγαινε για να σταυρωθεί «υπέρ της του κόσμου ζωής», κι ενώ ακόμα βρισκόταν μακριά, οι δύο αδελφές τον ειδοποίησαν ότι ο αδελφός τους, άρρωστος βαριά, πέθαινε: «Κύριε , ίδε ον φιλείς ασθενεί». Κι ο Κύριος, που δήλωσε πως αυτή η ασθένεια «ούκ έστι προς θάνατον αλλ’ υπέρ της δόξης του θεού», καθυστέρησε δύο μέρες κι ύστερα ξεκίνησε για τη Βηθανία, όπου έφθασε τέσσερις μέρες μετά την ταφή του Λαζάρου. Συγκινημένος στάθηκε μπροστά στο μνήμα και – σαν Κύριος της ζωής και του θανάτου – τον επανέφερε στη ζωή παρ’ όλον ότι ήταν «τεταρταίος» και «ήδη ώζε»
Αργότερα ο Λάζαρος αναγκάστηκε να ζητήσει καταφύγιο στο Κίτιο της Κύπρου, φεύγοντας την επιβουλή των αρχιερέων και φαρισαίων που ζητούσαν να τον σκοτώσουν:
«Εβουλεύσαντο δε οι αρχιερείς ίνα και τον Λάζαρον αποκτείνωσιν, ότι πολλοί δι’ αυτόν υπήγον των Ιουδαίων και επίστευον εις τον Ιησούν». (Οι αρχιερείς τότε απεφάσισαν να θανατώσουν και τον Λάζαρον, διότι εξ αιτίας του πολλοί από τους Ιουδαίους έφευγαν και πίστευαν εις τον Ιησούν).
Πιθανότερος χρόνος φυγής του θεωρείται το 33 μ.Χ., και, συγκεκριμένα, ο καιρός του διωγμού που ξέσπασε μετά το λιθοβολισμό του πρωτομάρτυρος Στεφάνου, οπότε πολλοί χριστιανοί της Ιουδαίας «διασπαρέντες από της θλίψεως της γενομένης επί Στεφάνω, διήλθον έως Φοινίκης και Κύπρου και Αντιοχείας»
Κατά την παράδοση της Εκκλησίας ο Λάζαρος ήταν τριάντα ετών το 33 μ.Χ. όταν ο Χριστός τον ανέστησε εκ νεκρών . Έζησε δε άλλα τριάντα χρόνια στο Κίτιο και απέθανε γύρω στο 63 μ.Χ. σε ηλικία εξήντα ετών. Εδώ λοιπόν τον βρήκαν οι Απόστολοι Παύλος και Βαρνάβας, όταν ήλθαν στην Κύπρο το 45 μ.Χ. και τον χειροτόνησαν πρώτο Επίσκοπο Κιτίου. Εποίμανε το ποίμνιό του για δεκαοχτώ χρόνια (45-63 μ.Χ.), οπότε πέθανε για δεύτερη φορά και ετάφη στο Κίτιο, εκεί όπου σήμερα υψώνεται ο βυζαντινός ναός του.
Δεν γνωρίζουμε λεπτομέρειες από τη ζωή του ως Επισκόπου στο Κίτιο γιατί δεν διασώθηκαν ή δεν υπήρξαν σχετικές γραπτές πηγές. Το έργο του όμως, όπως κι εκείνο των άλλων Επισκόπων της Κύπρου του πρώτου αιώνα, δεν θα πρέπει να ήταν καθόλου εύκολο λόγω της δύναμης που είχαν οι δυο αντίθετες προς το Χριστιανισμό δυνάμεις: η ειδωλολατρεία από την μια, που, εξ αιτίας της λατρείας της Αφροδίτης, ήταν πολύ δημοφιλής στην Κύπρο. και ο αντιχριστιανικός φανατισμός της εδώ πολυάριθμης και ισχυρής Ιουδαϊκής κοινότητας, από την άλλη, η οποία αντιδρούσε και αντενεργούσε με κάθε τρόπο στο έργο των Χριστιανών. Η Εκκλησία της Κύπρου χρειάστηκε να παλέψει σκληρά για πολύ καιρό ακόμα έως ότου εδραιωθεί.
line
Ο ναός του αγίου στη Λάρνακα ήταν από πολύ παλιά γνωστός στο χριστιανικό κόσμο και αποτελούσε, μέχρι και τα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα, απαραίτητο συμπλήρωμα στο προσκύνημα των Αγίων Τόπων. Εκτός αυτού πολλές θεραπείες και άλλα θαύματα επιτελούνταν εδώ με τη χάρη του, όπως μας πληροφορεί στις εντυπώσεις του παλιός ξένος περιηγητής, ο Pietro Della Valle, Ρωμαίος ευγενής, που επισκέφθηκε τη Λάρνακα και το ναό στα 1614 και 1626: όπως αναφέρει, στις επιφυλάξεις του για το αν πρόκειται πράγματι για τον Λάζαρο το φίλο του Χριστού, του δόθηκε η απάντηση ότι «η αλήθεια αυτή αποδεικνύεται από τα θαύματα που ο άγιος επιτελεί στο ναό καθημερινά, θεραπείες κ.ά.». Θα πρέπει λοιπόν να αποτελούσε μεγάλο προσκύνημα, όχι μόνο για ντόπιους μα και για ξένους προσκυνητές.
Η σημασία του σαν ιερό προσκύνημα επαυξήθηκε σήμερα, μετά την ανεύρεση, στις 23 Νοεμβρίου 1972 (κατά τη διάρκεια εργασιών ανακαίνισης του ναού), μέρους των λειψάνων του αγίου βαθιά κάτω από την αγία Τράπεζα, μέσα σε μαρμάρινη λάρνακα.
Όπως είναι γνωστό το λείψανο του αγίου είχε πρωτοβρεθεί το 890 μ.Χ. στον τάφο του, μέσα στο μικρό ναό, που υπήρχε την εποχή εκείνη και μέσα σε μαρμάρινη λάρνακα στην οποία ήταν χαραγμένα (όχι όμως στα ελληνικά) τα εξης: «Λάζαρος ο τετραήμερος και φίλος του Χριστού». Ο τότε αυτοκράτορας του Βυζαντίου Λέων ΣΤ΄ ο Σοφός, σύμφωνα με τη συνήθεια που επικρατούσε, μετέφερε το ιερό λείψανο στην Κωνσταντινούπολη και σ’ αντάλλαγμα έστειλε χρήματα και τεχνίτες για να κτίσουν το ναό που βλέπουμε σήμερα. Είναι όμως αδιανόητο να δεχτούμε ότι οι τότε Κιτιείς είχαν δώσει ολόκληρο το λείψανο χωρίς να κρατήσουν ένα μικρό μέρος για την πόλη τους . Γι΄ αυτό το γεγονός ότι σήμερα βρέθηκε στον τάφο μέρος μόνο λειψάνου και όχι ολόκληρο λείψανο, αποτελεί μια ισχυρή ένδειξη για την αυθεντικότητά του.
Τη μεταφορά αυτή του ιερού σκήνους από το Κίτιο στην Κωνσταντινούπολη αποθανάτισε ο τότε Επίσκοπος Καισαρείας Αρέθας σε δύο πανηγυρικές ομιλίες, που έγραψε γι’ αυτόν ακριβώς το σκοπό. Στην πρώτη εκθειάζει το γεγονός της αφίξεως του λειψάνου στην Κωνσταντινούπολη από την Κύπρο, ενώ στη δεύτερη περιγράφει λεπτομερώς την πομπή που σχηματίστηκε από τον αυτοκράτορα για τη μεταφορά του λειψάνου από την Χρυσούπολη στο ναό της Αγίας Σοφίας. Ο Λέων ΣΤ΄, εκτός από το ναό που έκτισε στο Κίτιο επ’ ονόματι του αγίου Λαζάρου, έκτισε και δεύτερο στην Κωνσταντινούπολη προς τιμή του αγίου. Κατά παράδοση ο εκάστοτε αυτοκράτορας παρευρίσκετο στη λειτουργία κατά το Σάββατο του Λαζάρου σ ΄αυτή την εκκλησία. Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους το 1204, οι Σταυροφόροι, εκτός από τους άλλους θησαυρούς που μετέφεραν στη Δύση, μετέφεραν και το λείψανο του αγίου στη Μασσαλία, απ’ όπου όμως αργότερα χάθηκε. Εκμεταλλευθέντες μάλιστα οι Φράγκοι το γεγονός αυτό καλλιέργησαν παλαιότερα, για λόγους θρησκευτικούς και εθνικιστικούς, τη φήμη ότι εκεί και όχι αλλού έζησε ο Λάζαρος σαν επίσκοπος.
Η περίφημη αυτή αρχαία εκκλησία του αγίου Λαζάρου, κτισμένη όπως αναφέρθηκε, πάνω στον τάφο του, είναι ότι πολυτιμότερο έχει να επιδείξει η Λάρνακα. Ποιος να μπει μέσα και να μη κατανυγεί! Ένα πρωτοχριστιανικό μεγαλείο τη χαρακτηρίζει, ένα «δωρικό» μεγαλείο, που σε εντυπωσιάζει και σε συναρπάζει. Μα και το περίφημο εικονοστάσι της που, με τα ξυλόγλυπτα αριστουργήματά του, μοιάζει με τεράστια χρυσοκέντητη δανδέλλα, ποιος να το αντικρίσει και να μη νοιώσει κατάνυξη και θαυμασμό! Αναρίθμητες μορφές στολίζουν τα εκτεταμένα πλάτη και ύψη του: μορφές πάγκαλες, πανάγιες, μορφές «μυστικές» γεμάτες «ειρήνη του Θεού που υπερέχει πάντα νούν», μορφές αγίων που σε κάθε λειτουργία κι εσπερινό λες και κατεβάζουν τον ουρανό στη γη. Μοιάζει, αληθινά, το πανώριο εικονοστάσι με «νοητό στερέωμα» κι οι εικόνες του «αστέρες πολύφωτοι» – αληθινός πίνακας «πανηγύρεως πρωτοτόκων εν ουρανοίς απογεγραμμένων» – (Εβρ. Ιβ’23), πίνακας που θυμίζει τόσο ζωντανά τον κόσμο του «επέκεινα»!
Η εκκλησία του αγίου Λαζάρου είναι μια από τις τρεις εκκλησίες με τρεις τρούλους που υπάρχουν στην Κύπρο. Οι τρεις αυτές εκκλησίες (η ερειπωμένη εκκλησία που κτίστηκε στο διάδρομο που οδηγεί από τη βασιλική του αγίου Επιφανίου στο βαπτιστήριό της, η εκκλησία του Απ. Βαρνάβα και αυτή του αγίου Λαζάρου) διαφέρουν από τις άλλες πολύτρουλλες εκκλησίες της Κύπρου και αποτελούν ιδιαίτερο τύπο, στον οποίο συνδυάζονται τρεις συνεπτυγμένοι εγγεγραμμένοι σταυροειδείς με τρούλο.
Κτίστηκε στα τέλη του 9ου αιώνα, γύρω στο 890 μ.Χ., από τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου Λέοντα Στ’ το Σοφό. Κτισμένη εξ ολοκλήρου από πέτρα, είναι τρίκλιτη, με τους τρεις τρούλους στο μεσαίο κλίτος. Οι τρεις τρούλοι είναι σήμερα κομμένοι. Κατερρίφθησαν τον καιρό της Τουρκοκρατίας όταν, κατά την παράδοση, Τούρκος αξιωματούχος διέταξε την κατεδάφιση τους επειδή, μπαίνοντας στο λιμάνι της Λάρνακας, προσευχήθηκε εκλαμβάνοντάς τους σαν θόλους τουρκικού τεμένους. Σύμφωνα με άλλη άποψη, καταστράφηκαν από σεισμό, άγνωστο πότε.Το 1734 όταν επισκέφθηκε την εκκλησία ο Ρώσσος μοναχός Βασίλι Μπάρσκυ, ήταν ήδη κατεσραμμένοι.
Στα τέλη της Φραγκοκρατίας κτίστηκε η στοά, που βλέπουμε στη νότια πλευρά του ναού. Το 1857 κτίστηκε το σημερινό καμπαναριό. Μέχρι τότε ο ναός εστερείτο λιθόκτιστου κωδωνοστασίου γι’ αυτό και οι καμπάνες ήταν τοποθετημένες πάνω σε ξύλινο βάθρο. Είναι γνωστό ότι οι Τούρκοι, από το 1571 που κατέλαβαν την Κύπρο, μέχρι τα μέσα σχεδόν του 19ου αιώνα, δεν επέτρεπαν την ύπαρξη καμπαναριών ούτε τη χρήση καμπάνων στις χριστιανικές εκκλησίες. Μόλις το 1856 το επέτρεψαν, ύστερα από απαίτηση της ορθόδοξης χριστιανικής Ρωσσίας, αλλά μόνο κατόπιν βεζυρικής άδειας. Στη Λευκωσία μόλις το 1858 επετράπη να στηθεί μια και μόνη καμπάνα στον ι. Ναό Φανερωμένης. Στη Λάρνακα, αντίθετα, ο ναός του αγίου Λαζάρου είχε καμπάνες πολύ πριν το 1856, γενόμενες σιωπηρά ανεκτές από τους Τούρκους κι αυτό γιατί οι Λαρνακείς είχαν πολύ μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων λόγω της υπάρξεως των Προξενείων και μεγάλης ευρωπαϊκής παροικίας στην πόλη τους. Κατά την περίοδο όμως της Φραγκοκρατίας, ο ναός θα πρέπει να είχε άλλο εξ ίσου επιβλητικό καμπαναριό, αν κρίνουμε από παλιά σχέδια της Λάρνακας που δημοσίευσαν στην Ευρώπη περιηγητές των περασμένων αιώνων και όπου ο άγιος Λάζαρος διακρίνεται με τους τρούλους του ακέραιους και με ψηλό καμπαναριό. Τούτο θα πρέπει να κατεδαφίστηκε αργότερα από τους Τούρκους. Επειδή οι Βυζαντινοί δεν έκτιζαν ψηλά καμπαναριά, υποθέτουμε ότι τούτο θα είχε κτισθεί κατά την εποχή της Φραγκοκρατίας, κατά το πρότυπο των ψηλών ιταλικών καμπαναριών. (Την ιταλική αυτή επίδραση τη βλέπουμε ακόμα και σήμερα στα καμπαναριά όλων των παλαιών εκκλησιών της Λάρνακας).
P7040030c
Τα παράθυρα του ναού ήταν, παλαιότερα, στενόμακρα και άφηναν λίγο μόνο εξωτερικό φως να εισχωρεί στο εσωτερικό αυτό εξ άλλου επέβαλλε και η βυζαντινή εκκλησιαστική αρχιτεκτονική, που επεδίωκε το κατανυκτικό ημίφως στο εσωτερικό των ναών. Γενικά η αρχιτεκτονική του ναού, σπάνιου αρχαίου ρυθμού, φαίνεται ότι εντυπωσίαζε τους ξένους, αν κρίνουμε από τις εντυπώσεις ενός άλλου περιηγητού, του Alexander Drummond, Άγγλου Πρόξενου στο Χαλέπι της Συρίας, που επισκέφθηκε την Κύπρο το 1745 και ο οποίος γράφει τα εξής: «Στην πόλη των Αλυκών (όπως ήταν τότε γνωστή στους ευρωπαίους η Λάρνακα), υπάρχει εκκλησία αφιερωμένη στον άγιο Λάζαρο. H αρχιτεκτονική είναι τέτοια που ποτέ δεν έχω ξαναδεί «. Αλλά και ο προαναφερθείς Pietro Della Valle (1614-1626), περιγράφει το ναό σαν «αρχαίο, με ωραιότατη αρχιτεκτονική διαρρύθμιση».
Το ξυλόγλυπτο εικονοστάσι, εξαιρετικής τέχνης, θεωρείται ένα από τα ωραιότερα στην Κύπρο και είναι (όπως και το εξ ίσου θαυμάσιο εικονοστάσι του ναού του Τρυπιώτη στη Λευκωσία), έργο του δόκιμου λεπτουργού Χατζησάββα Ταλιαδώρου, που καταγόταν από την ενορία Τρυπιώτη. Η κατασκευή του άρχισε το 1773 και τελείωσε το 1782. Λίγο αργότερα, το 1793-1797 επιχρυσώθηκε και συμπληρώθηκε η αγιογράφησή του από το ζωγράφο Μιχαήλ Προσκυνητή ή Χατζημιχαήλ και τους συνεργάτες του. Το εικονοστάσι κοσμούν συνολικά 120 εικόνες θαυμάσιας τέχνης: 13 μεγάλες στην κάτω σειρά και 60 μικρότερες πάνω (σε δύο σειρές από 30 εικόνες η καθεμμία), 25 στη βημόθυρα των τριών πυλών του ιερού και 4 στο σύμπλεγμα του Εσταυρωμένου στην κορυφή με συμβολική παράστασή του «πελεκάνου» στη βάση του σταυρού. Οι υπόλοιπες είναι 16 μικρές κυκλικές εικόνες στο ήμισυ του ύψους του εικονοστασίου και 2 στην κορυφή.
Αριστούργημα ξυλογλυπτικής τέχνης αποτελεί επίσης η αγία Τράπεζα, έργο κι αυτό του 1773, καθώς και ο δεσποτικός θρόνος, πάνω στον οποίο υπάρχει εικόνα του αγίου Λαζάρου ως Επισκόπου με ημερομηνία 1734.
Μέσα στο ναό φυλάσσονται και οι εξής πολύτιμες και αρχαίες εικόνες, που ίσως να ανήκαν σε παλαιότερο εικονοστάσι: μια του αγίου Λαζάρου ως Επισκόπου, φέροντος «πολυσταύριον φελόνιον», (μέσα 16ου αιώνα), και μια της Αναστάσεως του Λαζάρου, εξ ίσου παλαιά, βυζαντινής λαϊκής τεχνοτροπίας. Αξιοσημείωτες είναι τέλος και τέσσερις άλλες μεγάλες εικόνες που, τοποθετημένες σε ξυλόγλυπτα τέμπλα, κοσμούν τους τέσσερις πεσσούς του κεντρικού θόλου: της Παναγίας με ρωσσικό διάκοσμο, της αναστάσεως του Λαζάρου, του αγίου Νικολάου και του αγίου Γεωργίου με σκηνές από το βίο του περιμετρικά της κεντρικής παραστάσεως, έργο του 1717 του Ιακώβου Μόσκου του Κρητός.
Φαίνεται ότι, παλαιότερα, ολόκληρος ο ναός ήταν αγιογραφημένος, γιατί μέχρι τον περασμένο αιώνα σώζονταν μερικές τοιχογραφίες στους πεσσούς του κεντρικού θόλου. Οι τοιχογραφίες του ναού καταστράφηκαν απο άγνωστη αιτία κατά την πολύκαιρη διάρκεια ύπαρξης του ναού ή κατ’ άλλη εκδοχή πρέπει να καταστράφηκαν, πιθανότατα, από την πολλή υγρασία που επικρατεί στην περιοχή της Λάρνακας και ειδικότερα της ενορίας Σκάλας, όπου το υψόμετρο ελάχιστα διαφέρει εκείνου της θάλασσας. (Μέχρι τα μέσα του περασμένου αιώνα μάλιστα οι περιοχές νοτιοδυτικά του ναού μέχρι την Αλυκή αποτελούσαν λιμνώδεις εκτάσεις, γνωστές σαν «λίμνες τ’ άι Λαζάρου»).
line
Στα πολύ παλιά χρόνια, όταν η περιοχή Σκάλας ήταν ακόμα σχεδόν ακατοίκητη και η πόλη περιοριζόταν μόνο στην παλιά Λάρνακα, ο άγιος Λάζαρος, μονήρης όπως ήταν, λειτουργούσε σαν μοναστήρι. Τον καιρό της Φραγκοκρατίας μετατράπηκε σε μοναστήρι Βενεδικτίνων (καθολικών) μοναχών.
Όταν οι Τούρκοι κατέλαβαν την Κύπρο το 1570, κατακράτησαν το ναό (όπως έκαμαν για όλες τις εκκλησίες, που κατείχαν οι Λατίνοι) μέχρι το 1589, οπότε τον εξαγόρασε η ορθόδοξη εκκλησία για 3,000 «άσπρα» αργυρά νομίσματα. Συγχρόνως δόθηκε και στους Λατίνους το δικαίωμα να λειτουργούν δύο φορές το χρόνο στη βόρεια κόγχη του ιερού: την ημέρα του αγίου Λαζάρου και την ημέρα της Μαρίας της Μαγδαληνής, μετατραπέντος του αριστερού κλίτους του ναού (από τη βόρεια κόγχη του ιερού μέχρι τη βόρεια είσοδο του ναού) σε παρεκκλήσιο των Λατίνων. Το δικαίωμα τους αυτό καταργήθηκε το 1794 κατόπιν ενεργειών του αρχιεπισκόπου Χρυσάνθου (1767-1810) και του Κιτίου Μελετίου Α’ (1776-1797), επειδή οι Λατίνοι, εκμεταλλευόμενοι αυτό ήγειραν αξιώσεις συνιδιοκτησίας επί του ναού. Πάνω στη βόρεια είσοδο του ναού υπάρχει ακόμη ο λατινικός πεντάσταυρος και στη βόρεια κόγχη του ιερού διατηρείται ακόμη το λατινικό «αλτάριον», που μαρτυρούν το πέρασμα αυτό των Λατίνων από το ναό.
Όταν, από τις αρχές του 18ου αιώνα, η περιοχή Σκάλας άρχισε να αναπτύσσεται και να ολοκληρώνεται σαν δεύτερη πόλη κοντά στη παλιά Λάρνακα, ο άγιος Λάζαρος έγινε ο ενοριακός ναός ολόκληρης της νέας πόλης Σκάλας. Μέχρι όμως τα μέσα του 19ου αιώνα εξακολουθεί να ονομάζεται «μοναστήρι» (όπως βλέπουμε στα σχετικά έγγραφα της εποχής), ενώ είχε προ πολλού παύσει να είναι τέτοιο. Οι οντάδες του γύρω-γύρω, το μοναστηριακό τυπικό που διατήρησε, οι πολλές ακολουθίες και το πολυπληθές ιερατικό προσωπικό, που είχε, εξακολουθούσαν να του προσδίδουν όψη μοναστηριού.
Αυτά τα γύρω του ναού δωμάτια, περίπου είκοσι παλαιότερα, χρησίμευαν στους προηγούμενους αιώνες και σαν ξενώνας στον οποίο διέμεναν περαστικοί ξένοι, προσκυνητές, χατζήδες, εμπορευόμενοι κ.α. Στο βορειοδυτικό τμήμα του περιβόλου υπάρχει μικρό κοιμητήριο Διαμαρτυρομένων με ωραίους μαρμαρόγλυπτους τάφους, στο οποίο είναι θαμμένοι Ευρωπαίοι έμποροι, ναυτικοί, Άγγλοι πρόξενοι και Αμερικάνοι ιεραπόστολοι που πέθαναν στη Λάρνακα.
Σαν το μοναδικό θρησκευτικό κέντρο της Σκάλας (της μιας δηλαδή από τις δύο δίδυμες τότε πόλεις ), είχε 4-5 ιερείς (εκτός από τον ή τους διακόνους). Οι ιεροτελεστίες στο ναό αυτό γίνονταν πάντα με κάποια επισημότητα και μεγαλοπρέπεια. Από υπάρχουσες ενδείξεις συμπεραίνουμε ότι στα μέσα του περασμένου αιώνα γίνονταν δύο λειτουργίες κάθε Κυριακή και σε μερικές μεγάλες γιορτές.
line
DSC_4256
Ο ναός του αγίου Λαζάρου δέθηκε κατά τρόπο μοναδικό με τη ζωή των πολιτών της Σκάλας – Λάρνακας. Ας μας επιτραπεί εδώ μια ιστορική παρένθεση: Οι παλαιότερα ξεχωριστές αυτές πόλεις ιδρύθηκαν το Μεσαίωνα στη θέση και πάνω στα ερείπια του αρχαίου Κιτίου. Στην αρχή, επί Φραγκοκρατίας – Ενετοκρατίας, μόνο η Λάρνακα υπήρχε σαν πόλη, σε απόσταση ενός μιλίου από την ακτή, γνωστή στους Ευρωπαίους με το όνομα Salines (Αλυκές), ενώ η Σκάλα, γνωστή στους Ευρωπαίους με το όνομα Marina περιοριζόταν σε λιμενικές αποθήκες και ένα μικρό συνοικισμό κοντά στη θάλασσα και γύρω από το ναό του αγίου Λαζάρου και το μικρό μεσαιωνικό καστρο, για τις ανάγκες του λιμανιού και την εκμετάλλευση της Αλυκής, (το αλάτι της οποίας, παραγόμενο τότε σε πολύ πιο μεγάλες ποσότητες από τις σημερινές, ήταν περιζήτητο στην Ευρώπη λόγω της εξαιρετικής του ποιότητας). Όταν τον 15ον αιώνα το λιμάνι της μεσαιωνικής Αμμοχώστου παρήκμασε, άρχισε να αναπτύσσεται το της Λάρνακας, σε σημείο που για πέντε αιώνες (15ος μέχρι τέλους 19ου) να είναι ένα από τα εμπορικότερα λιμάνια της Ανατολικής Μεσογείου, ένα από τα σπουδαιότερα κέντρα του τότε διαμετακομιστικού εμπορίου μεταξύ Ευρώπης και Μέσης Ανατολής. Γι’ αυτό διάφορα τότε κράτη της Ευρώπης (Γαλλία, Αγγλία Αυστρία, Νεάπολις, Βενετία, Ραγούζα, Σικελία, Ισπανία, Ρωσσία, Ελλάς, Ολλανδία κ.α) εγκαθίδρυσαν στη Λάρνακα παροικίες τους και Προξενεία. Με τη σπουδαιότητα αυτή που άρχισε ν’ αποκτά το λιμάνι της και τη ζωηρή κίνηση πλοίων που παρετηρείτο, ο μέχρι τότε ασήμαντος παραθαλάσσιος συνοικισμός άρχισε ν’ αναπτύσσεται, ιδίως από τα τέλη του 17ου – αρχές του 18ου αιώνα και να σχηματίζει σιγά-σιγά μια νέα πόλη, τη Σκάλα. Στο δεύτερο ήμισυ του 18ου αιώνα ήταν ήδη μια ολοκληρωμένη πολιτεία δίπλα στη Λάρνακα, με έντονα εξευρωπαϊσμένη ζωή λόγω της παρουσίας εκατοντάδων Ευρωπαίων (εμπόρων, Προξένων κ.α.) που είχαν εγκατασταθεί μόνιμα στις δύο δίδυμες πόλεις. Έτσι, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, η πόλη Σκάλα-Λάρνακα αποτελούσε τη βιτρίνα της Κύπρου και το σημείο επαφής της με το εξωτερικό, μια ακτίνα φωτός και πολιτισμού στους σκοτεινούς εκείνους χρόνους της σκλαβιάς. Αν η Λευκωσία ήταν η διοικητική πρωτεύουσα της Κύπρου, η Λάρνακα ήταν η διπλωματική και εμπορική της πρωτεύουσα, που μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα εξακολουθούσε να κρατά τα πρωτεία της κοινωνικής, μορφωτικής, πολιτιστικής, εμπορικής κλπ, ζωής του νησιού. Μετά όμως τη μεταφορά των Προξενείων στη Λευκωσία και την ανάπτυξη των λιμένων Αμμοχώστου και Λεμεσού, η Λάρνακα πέρασε σε δεύτερη μοίρα κι έχασε την παλιά της αίγλη και σπουδαιότητα.
Ο ναός του αγίου Λαζάρου δέθηκε τόσο στενά με τη ζωή της πόλης, ώστε η ιστορία του ν’ αποτελεί ιστορία και της ίδιας της πόλης. Από τον 18ο μέχρι τα μέσα σχεδόν του 20ου αιώνα – ήταν το θρησκευτικό, εθνικό, φιλανθρωπικό και εκπαιδευτικό κέντρο της πόλης, ο άξονας γύρω από τον οποίο περιστρεφόταν η θρησκευτικοκοινωνική ζωή της. Γράφει χαρακτηριστικά ο ιστοριοδίφης Ν.Γ. Κυριαζής στο βιβλίο του «Η πόλης της Λάρνακας υπό το φως ιστορικών εγγράφων»: «Εκ των ελαχίστων εν Κύπρω ναών, όσοι επέσυραν την προσοχήν και απησχόλησαν την ιστορία, ο ναός του αγίου Λαζάρου αναμφιβόλως υπάρχει ο καταλαβών εξέχουσαν θέσιν εις την ενοριακήν ναογραφίαν της Κύπρου» και «Ολίγοι ναοί έχουσι να επιδείξωσι την του αγίου Λαζάρου πολυσχιδή και κοινωφελή δράσιν. Ίδρυσε και συνετήρησε Σχολεία, εμερίμνησε δια Νοσοκομεία και Νεκροταφείον, εβοήθησε πτωχούς, εγένετο φρουρός και θεματοφύλαξ των συμφερόντων των πολιτών, προστάτης και παραστάτης παντός έχοντος ανάγκην, εκπρόσωπος ισχυρός και συνετός της πόλεως και των συμφερόντων της…»
Τα του ναού διευθύνονταν από Επιτροπή η οποία μέχρι το 1854 οριζόταν αριστίνδην, ενώ από το 1854 και μετά εκλέγεται από τους ενοριάτες. Σχετικές πληροφορίες για πρόσωπα και δραστηριότητες της Επιτροπής έχουμε από το 1734 ενώ για τους προηγούμενους χρόνους στερούμεθα στοιχείων. Η Επιτροπή του ναού εθεωρείτο στα χρόνια εκείνα της Τουρκοκρατίας και Επιτροπή ολόκληρης της κοινότητας Σκάλας και σ’ αυτήν προσέφευγαν οι πολίτες για πάσης φύσεως υποθέσεις των. Σεβαστή από όλους, πρόβαλλε σαν εκπρόσωπος της θελήσεως της κοινότητας και καθίστατο υπολογίσιμη δύναμη στις σκέψεις και τις αποφάσεις των τότε Τουρκικών αρχών.
Στον τομέα της Παιδείας η συμβολή του ναού του αγίου Λαζάρου υπήρξε πραγματικά μοναδική. Στη Σκάλα-Λάρνακα λειτουργούσαν από τις αρχές του 19ου αιώνα σχολεία, τα οποία όμως ήσαν ιδιωτικά και στα οποία μόνο λίγοι εύποροι μπορούσαν να φοιτήσουν. Γι΄ αυτό ο ναός μερίμνησε για την ίδρυση δημοσίων Σχολείων, τα οποία συντηρούσε, μαζί με τη μονή αγίου Γεωργίου του Κοντού, μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του αιώνα μας.
Συγκεκριμένα και χάρη της ιστορίας αξίζει να σημειωθεί ότι εδώ στη Λάρνακα είχε ιδρυθεί το 1733 η πρώτη στην Κύπρο μετά την Τουρκική κατάκτηση Σχολή με πρώτο δάσκαλο τον διάκονο Φιλόθεο. Στις αρχές του 19ου αιώνα ακολουθεί η ίδρυση και άλλων ιδιωτικών σχολείων. Το 1822 ιδρύθηκε η Ελληνική Σχολή ή Σχολαρχείο, στο οποίο δίδαξαν ονομαστοί καθηγητές, όπως οι Δημ. Θεμιστοκλέους (1822-48), Αθ. Σακελλάριος (1849-53), Χρύσανθος Ιωαννίδης (1860-80), Νικόλαος Λανίτης (1880-96), Σίμος Μενάρδος (1896-7) κ.α. Το 1830 ιδρύθηκε το Αλληλοδιδακτικό Λάρνακας. Ο ναός του Αγίου Λαζάρου μερίμνησε ώστε η ιδιωτική εκπαίδευση να καταστεί δημόσια, ιδρύοντας δημόσια σχολεία τα οποία και συντηρούσε, μαζί με την ι. Μονή Αγίου Γεωργίου Κοντού, μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του αιώνα μας. Συγκεκριμένα , το 1857 ίδρυσε στον περίβολο, πίσω από την εκκλησία, το «Δημόσιον Αλληλοδιδακτικόν Σχολείον» (το κτίριο του οποίου διατηρείται μέχρι σήμερα με τη σχετική επιγραφή στην πρόσοψη), το οποίον υπήρξε η επί κοινοτικής βάσεως συνέχεια του παλιού Αλληλοδιδακτικού Σκάλας. (Το κτίριο αυτό εχρησιμοποιείτο μέχρι το 1910, οπότε η Σχολή στεγάστηκε αλλού σαν Αρρεναγωγείο Σκάλας). Το 1859 ιδρύθηκε το Παρθεναγωγείο Σκάλας και λίγο μετά το Παρθεναγωγείο Λάρνακας, ενώ η Ελληνική Σχολή ή Σχολαρχείο μετατρεπόταν κι αυτό σε δημόσιο. Έτσι, στα μέσα του περασμένου αιώνα, η εκπαίδευση από ιδιωτική μετετράπη σε δημόσια, χάριν στις ενέργειες της Εκκλησιαστικής Επιτροπής του Αγίου Λαζάρου. Χάριν πάλιν της ιστορίας σημειώνουμε ότι το 1898 η Ελληνική Σχολή μετετράπη σε Ημιγυμνάσιο και, τελικά, το 1911, στο γνωστό Παγκύπριο Εμπορικό Λύκειο Λάρνακας (και νύν Παγκύπριο Λύκειο Λάρνακας) που ακτινοβολούσε σ΄ όλη την Κύπρο για δεκαετίες.
Παρόμοια ήταν η μέριμνα του ναού στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και τις πρώτες δεκαετίες της Αγγλοκρατίας στον τομέα της φιλανθρωπίας και κοινωνικής πρόνοιας, ελλείψει φιλανθρωπικών σωματείων και κρατικής μέριμνας.
Τέλος πρέπει να σημειωθεί ότι, όταν Πρόεδρος της Επιτροπής ήταν ο ιστοριοδίφης Ν. Γ. Κυριαζής (1922-24 και 1927-28), ιδρύθηκε και «Μουσείον Αγίου Λαζάρου «, το οποίο στεγαζόταν στον περίβολο του ναού, στο κτίριο του Αλληλοδιδακτικού Σχολείου και περιλάμβανε δεκάδες βυζαντινών εικόνων που πρέπει να ανήκαν σε παλαιότερο εικονοστάσι, καθώς και άλλα εκκλησιαστικά αντικείμενα. Τα κειμήλια αυτά μεταφέρθηκαν αργότερα, δυστυχώς, στο μεσαιωνικό κάστρο της τουρκικής συνοικίας Σκάλας, στο οποίο στεγάσθηκε το τότε το Επαρχιακό Μουσείο Λάρνακας, με συνέπεια να πέσουν στα χέρια των Τούρκων, κατά την Τουρκοκυπριακή ανταρσία του 1963, και να χαθούν. Το μουσείο έχει επανασυσταθεί και λειτουργεί στη νοτιοανατολική στοά του περίβολου του ναού από το 1990.
Σήμερα με την ανάληψη από το κράτος όλων των τομέων κοινωνικής δραστηριότητας, ο ρόλος του ναού περιορίστηκε στη θρησκευτική ζωή της πόλης. Οι μεγάλες καμπάνες που στολίζουν το τιτάνιο καμπαναριό, στέλλουν, σχεδόν καθημερινά, τη γλυκιά μελωδία τους στα πέρατα της πόλης. Ο γνωστός ήχος τους αποτελεί χαρακτηριστικό και οικείο ήχο για τους Λαρνακείς, που έσμιξε με την καθημερινή τους ζωή, ένα ήχο που για ολόκληρες γενιές τώρα μας καλεί στις λειτουργίες και τους εσπερινούς, σε κατανυκτικές ακολουθίες, σε γάμους και σε κηδείες, σε επίσημες δοξολογίες αλλά και στις ταπεινές παρακλήσεις.
Τελειώνοντας την ιστορική τούτη αναδρομή, ας ευχηθούμε ο άγιος Λάζαρος, ο και πολιούχος της Λάρνακας, να φυλάττει την πόλη του από κάθε κακό και να πρεσβεύει για τους πιστούς. Αλλά κι εμείς πρέπει να συνειδητοποιήσουμε τι θησαυρό διαθέτει η πόλη μας και να προσπαθήσουμε να ξαναγίνει η χιλιόχρονη εκκλησία με τον αγιασμένο τάφο τόπος πανορθοδόξου προσκυνήματος. Ιδίως στο τριήμερο, που αρχίζει την παραμονή της γιορτής του αγίου με το μεγάλο εσπερινό και συνεχίζεται την επαύριο, «Σάββατο του Λαζάρου», με πανηγυρική λειτουργία το πρωί και μεγάλη λιτανεία στους δρόμους της πόλης το απόγευμα και τελειώνει την Κυριακή των Βαίων με πανηγυρική πάλι λειτουργία. Τέτοιες μέρες οι πιστοί της Λάρνακας νοιώθουν πιο κοντά στους Αγίους Τόπους, ζουν πιο έντονα τις παραμονές του θείου Πάθους και τα ένδοξα προεόρτια της Αναστάσεως, σε μια δεύτερη μα πραγματική «Βηθανία», κοντά στο μνήμα του αγαπημένου φίλου του Χριστού.

line

ΛΑΪΚΕΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ

Το πέρασμα του αγίου Λαζάρου από το Κίτιο συνδέθηκε με διάφορες παραδόσεις. Σύμφωνα με μια τέτοια παράδοση, στα τριάντα αυτά χρόνια που έζησε μετά την ανάστασή του, δεν γέλασε ποτέ -εκτός από μια φορά , όταν είδε κάποιον να κλέβει ένα πήλινο δοχείο, οπότε χαμογέλασε λέγοντας: «ο πηλός κλέβει τον πηλό»-συγκλονισμένος από το θέαμα των αλυτρώτων ψυχών, που είδε στον άδη κατά την εκεί τετραήμερη παραμονή του. (Δεν είχε λάβει ακόμα χώραν η λυτρωτική θυσία του Χριστού πάνω στο σταυρό και η Ανάστασή Του, η οποία και ελύτρωσε τον άνθρωπο από τα δεσμά του άδη και της αιώνιας καταδίκης).
Μια άλλη παράδοση συνδέει το πέρασμα του αγίου από το Κίτιο-Λάρνακα με τις εκεί πλησίον ευρισκόμενες Αλυκές. Η παράδοση αυτή θέλει τις Αλυκές την εποχή εκείνη απέραντο αμπέλι . Διψασμένος οδοιπόρος ο άγιος, κάποια μέρα, ζήτησε από τον ιδιοκτήτη λίγο σταφύλι για να ξεδιψάσει. Εκείνος αρνήθηκε κι όταν ο άγιος του έδειξε ένα καλάθι που φαινόταν να είναι γεμάτο σταφύλι, εκείνος απάντησε ότι περιέχει άλας. Τότε ο άγιος, για να τιμωρήσει την κακία και υποκρισία των ανθρώπων εκείνων, μετέτρεψε δια θαύματος το απέραντο αμπέλι σε λίμνη άλατος.
Εκτός από αυτά, υπάρχει και παράδοση περί επισκέψεως της Υπεραγίας Θεοτόκου στην Κύπρο και ειδικά στο Κίτιο, για συνάντηση του Λαζάρου. Η παράδοση αυτή , αγιορείτικης προελεύσεως, αναφέρει ότι ο Λάζαρος εθλίβετο πολύ που δεν έβλεπε τη Μητέρα του Κυρίου. Γι αυτό, ύστερα από σχετική συνεννόηση, έστειλε πλοίο στην Παλαιστίνη και την παρέλαβε μαζί με τον ευαγγελιστή Ιωάννη και άλλους μαθητές, για να τους φέρει στην Κύπρο. Πριν φθάσουν όμως εδώ μεγάλη τρικυμία και ενάντιος άνεμος τους παρέσυρε μέχρι το βόρειο Αιγαίο, στις ακτές του όρους Άθω (δηλαδή του Αγίου Όρους). Εκεί η Παναγία, μετέστρεψε στη χριστιανική πίστη τους ειδωλολάτρες κατοίκους και ζήτησε από τον Υιόν Της σκέπη και προστασία για όσους θα ασκούνται χριστιανικά στο όρος τούτο. Επειτα αναχώρησε και έφθασε, επί τέλους, στην Κύπρο, στο Κίτιο, όπου συνάντησε το Λάζαρο, στον οποίο έφερε δώρο επισκοπικό ωμοφόριο και επιμανίκια, τα οποία είχε κάμει με τα ίδιά της τα χέρια. Και αφού ευλόγησε την κατά Κίτιον Εκκλησία επέστρεψε στα Ιεροσόλυμα.
Είναι τόσο ισχυρή και τόσο διαδεδομένη σ’ ολόκληρο τον Ορθόδοξο κόσμο, μηδέ της Ρωσσίας εξαιρουμένης, η παράδοση για την έλευση και χειροτονία του αγίου Λαζάρου στο Κίτιο, ώστε η έλλειψη σχετικών γραπτών πηγών του πρώτου αιώνα να μην αναιρεί, πιστεύομε, την πραγματικότητά της. Βοώσαν παράδοσιν αποτελεί εξ’ άλλου και ο αρχαίος ναός του αγίου, κτισμένος πάνω στον κατά παράδοση τάφο του.
Κατά το Σάββατο του Λαζάρου υπήρχε παλαιότερα στη Λάρνακα – όπως και σε πλείστα άλλα μέρη της Κύπρου – το έθιμο να περιέρχονται τα παιδιά, κατά ομάδες, τα σπίτια και να τραγουδούν το άσμα του Λαζάρου ή κάλαντα του Λαζάρου. Το έθιμο αυτό αποκτούσε ιδιαίτερη σημασία στην ενορία Σκάλας (Αγίου Λαζάρου), όπου γινόταν ολόκληρη ιεροτελεστία με αναπαράσταση της εγέρσεως του αγίου. Περιγραφή του εθίμου, όπως γινόταν στα τέλη του περασμένου αιώνα, έχει ως εξής:
΄΄Οι επίτροποι και οι διάκονοι του ναού έντυναν ένα αγόρι της περιοχής, το Λαζαρόπαιδο, με κίτρινες μαργαρίτες που είχαν πλεχθεί ειδικά για τη γιορτή. Ο μητροπολίτης με τους ιερείς και τους πιστούς περίμεναν στο μεγάλο δωμάτιο υποδοχής, τραγουδώντας πένθιμα άσματα με τη συνοδεία πένθιμης μουσικής. Το Λαζαρόπαιδο έπεφτε στη συνέχεια σε ένα στρώμα από λουλούδια και φύλλα, τριαντάφυλλα, ανθούς πορτοκαλιάς και ροδιάς, κλαδιά δάφνης, μυρσίνης και φοινικιάς. Ο πρωτοπαπάς διάβαζε το ευαγγέλιο και όταν έφθανε στη φράση «Λάζαρε δεύρο έξω» ύψωνε τη φωνή του, όπως αναφέρεται ότι είχε κάμει κι ο Χριστός. Ενώ ακουγόταν αυτή η φράση, οι ιερείς κι οι διάκονοι τοποθετούσαν το σταυρό στο κεφάλι του παιδιού, το θυμιάτιζαν και το ράντιζαν με κλαδιά μυρσίνης βουτηγμένα σε αγίασμα. Ο υποτιθέμενος νεκρός Λάζαρος τότε «αναστηνόταν». Το Λαζαρόπαιδο σηκωνόταν, οι γυναίκες το ράντιζαν με ροδόσταγμο, το έραιναν με ροδοπέταλα κι έβαζαν στο στόμα του γλυκό, μια γουλιά κρασί και μια μπουκιά ψωμί. Τότε οι φλογέρες , τα βιολιά και τα λαγούτα, μαζί με την εκκλησιαστική χορωδία, άρχιζαν ένα χαρμόσυνο ύμνο τον οποίο τραγουδούσε μαζί και η κοινότητα. Όποιος πλησίαζε, φώναζε δυνατά : «Ο Λάζαρος αναστήθηκε…». Κατόπιν οι Σκαλιώτες, (Λαρνακιώτες) που αποτελούσαν την επιτροπή για τη γιορτή, άρχιζαν να μοιράζουν κόλλυβα, φαγητά ποτά, γλυκίσματα και ψωμιά. Πρόσφεραν επίσης κουμανταρία (το περίφημο γλυκό κυπριακό κρασί) και ζιβανία (τσίπουρο). Συγχρόνως ράντιζαν τον κόσμο με ροδόσταγμο από ασημένιες μυροχόες (μερρέχες) και θυμιάτιζαν για το βάσκανο μάτι. Έτσι τελείωνε η ιεροτελεστία στην αυλή της εκκλησίας του Αγίου Λαζάρου. Κατόπιν η επιτροπή για την γιορτή κι ολόκληρη η «πομπή του Λαζάρου», με αναμμένα κεριά, πήγαιναν μέχρις αργά τη νύχτα στα σπίτια όπου υπήρχαν αυτοσχέδια «στρώματα του Λαζάρου», στολισμένα με λουλούδια και κλαδιά. Στα σπίτια κερνούσαν τους επιτρόπους και τους ιερείς, προσφέροντάς τους γλυκά , ψωμιά, τσιγάρα, χρήματα κ.ά. Η διαδρομή της λιτανείας αυτής ήταν καθορισμένη.΄΄

Ιερομ. Σωφρόνιος Γ. Μιχαηλίδης
Λάρνακα – Κύπρος