Αναγνώστες

Παρασκευή, 30 Μαρτίου 2012

εαρινή ισημερία.




Πρωτοχρονιά και Ανάσταση μαζί!

Η μεγάλη γιορτή της Εαρινής Ισημερίας είναι το σημείο αναφοράς των πολιτισμένων κοινωνιών. Αρχικά ο εορτασμός σχετίζονταν με την έλευση του νέου έτους όπου για τις κοινωνίες των Γηγενών ξεκινούσες από την Εαρινή Ισημερία.

Παρά τις προσπάθειες ξεριζωμού των εθίμων από τους νομάδες κατακτητές, η εορτή της Εαρινής ισημερίας διατηρήθηκε ως σήμερα ως “Ανάσταση”.

Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να σημειώσουμε την αλλαγή που έγινε για τον εορτασμό του νέου έτους , με την καθιέρωση του νέου ημερολογίου.
Οι εορτές του νέου έτους στις «παγανιστικές κοινωνίες», εορτάζονταν έως τότε από την 25η Μαρτίου έως την 1η Απριλίου, με την εαρινή ισημερία, καθώς η εποχή αυτή χαρακτηρίζει την αναγέννηση της φύσης. Οι Ρωμαίοι συνέχισαν να εορτάζουν τον Μάρτιο το νέο έτος, αλλά το 154 π.χ και με τις αλλαγές των ημερολογίων, υιοθετήθηκε ως ημέρα εορτής του νέου έτους η 1η του Ιανουαρίου. Η αλλαγή αυτή της ημερομηνίας ήταν δύσκολο να γίνει αποδεκτή από τον κόσμο και αυτό διότι η 1η Ιανουαρίου δεν συνέπεφτε με κάποια ιδιαίτερη αγροτική ή άλλη παράδοση. Ο Ιανουάριος ονομάστηκε έτσι εξαιτίας του Θεού Ιανού ο οποίος είχε δύο πρόσωπα το ένα κοίταγε το παρελθόν και το άλλο το μέλλον.
Το 525 μ. χ η Χριστιανική εκκλησία καταδικάζει ανάμεσα σε άλλα το έθιμο της πρωτοχρονιάς ως «ειδωλολατρικό», κάτι που ίσχυε έως τον μεσαίωνα. Ο Ιανουάριος καθιερώθηκε ως αρχή του έτους στον Δυτικό κόσμο μετά το 1500 μ. Χ.

Το έθιμο του «πρωταπριλιάτικου ψέματος», έχει τις ρίζες του σύμφωνα με την επικρατέστερη εκδοχή στην αλλαγή του ημερολογίου. Πιο συγκεκριμένα το «πρωταπριλιάτικο ψέμα» το οφείλουμε όπως πιστεύεται στους Γάλλους και συγκεκριμένα στον βασιλιά Κάρολο τον 9ο. Επί της βασιλείας του (1564), και με την αντικατάσταση υιοθέτηση του Ιουλιανού ημερολογίου με το Γρηγοριανό, αποφασίστηκε η πρώτη
ημέρα του χρόνου που έως τότε εορταζόταν την 1η Απριλίου, να εορτάζεται την 1η Ιανουαρίου. (Κάτι που είχε αρχίσει όπως είδαμε παραπάνω από το 45 π.χ. ) Πολλοί όμως δεν δέχθηκαν την αλλαγή αυτή της ημερομηνίας του εορτασμού κυρίως οι άνθρωποι της υπαίθρου , συνεχίζοντας να εορτάζουν ως ημέρα αλλαγή του έτους και να στέλνουν δώρα την πρώτη του Απρίλη. Αυτό προκάλεσε τον χλευασμό των αστών αποκαλώντας τους «παλαιομοδίτες», στέλνοντας τους δώρα και προσκλήσεις σε ανύπαρκτες γιορτές. Το έθιμο της «κοροϊδίας» μεταφέρθηκε και στην Αγγλία του 18ου αιώνα και από κει στην Αμερική και τον υπόλοιπο κόσμο. Έτσι το έθιμο της πρωταπριλιάς καθιερώθηκε σ’ όλο τον κόσμο ως μια ευκαιρία για φάρσες και ψέματα. Το Γρηγοριανό ημερολόγιο έχει και αυτό τις ατέλειες του, (υπάρχει η απώλεια μιας ημέρας κάθε 2.500 χρόνια) γι’ αυτό και προτάθηκαν διάφορες μεταρρυθμίσεις.

Η πρωτοχρονιά δεν κατάφερε ποτέ να ξεριζωθεί από τις ψυχές των ανθρώπων και μεταλλάχθηκε σε Ανάσταση. Ανάσταση της φύσης, αναγέννηση, Ελπίδα.

Το μεγαλύτερο μέρος των πασχαλινών παραδόσεων συναντιέται σε διάφορες αρχαίες τελετουργίες εξιλασμού, που συνδέονται με την αρχή της άνοιξης. Στην υπογράμμιση του χαρακτήρα αυτού συμβάλλει και η περίοδος της Σαρακοστής που προηγείται του Πάσχα κατά την οποία-ιδιαίτερα κατά τους περασμένους αιώνες-η εγκράτεια αποκτούσε φανερή σημασία εξαγνισμού(μ’αυτό μπορεί να συνδεθεί και η αρκετά διαδεδομένη συνήθεια του “σιγυρίσματος του σπιτιού για το Πάσχα”.

Στις πασχαλινές παραδόσεις υπάρχουν δυο στοιχεία στα οποία από τους πιο απομακρυσμένους χρόνους αποδίδονται εξαγνιστικές δυνάμεις, το νερό και η φωτιά. Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία κ.λ.π.), συνηθίζεται να ραντίζουν τους ανθρώπους και τα σπίτια, τη στιγμή που χτυπούν οι καμπάνες, θεωρώντας ότι εκείνη τη στιγμή το νερό ευλογείται και ότι λαβαίνει ειδικές προστατευτικές και θεραπευτικές ιδιότητες. Εξίσου διαδεδομένη και σπουδαία, μεταξύ των πασχαλινών παραδόσεων, είναι η χρήση της φωτιάς, που άλλοτε ευλογούσαν τελετουργικά το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου. Σε πολλά μέρη συνηθίζουν να ανάβουν μεγάλες φωτιές στα γύρω υψώματα του οικισμού με σκοπό να πετύχουν καλή συγκομιδή. Επίσης στις στάχτες που διατηρούνται ολόκληρο το χρόνο, αποδίδονται αποτροπιαστικές δυνάμεις. Από αρχαιότερα ειδωλολατρικά έθιμα προέρχεται και η χρήση των κόκκινων αβγών, που θεωρούνταν σύμβολο ζωής, και έγιναν δεκτά από τον πρωτοεμφανιζόμενο χριστιανισμό ως σύμβολο της Ανάστασης. Πολύ πιο πρόσφατο-από το πρώτο μισό του περασμένου αιώνα και ίσως γερμανικής προέλευσης-είναι ωστόσο το έθιμο των ζαχαρένιων και σοκολατένιων αβγών που περιέχουν υλικά. Το περιστέρι και προπάντων το αρνί είναι, αντίθετα, βιβλικής προέλευσης, αλλά είναι φανερό ότι στην ανανεωμένη χριστιανική παράδοση γίνονται κυρίως σύμβολα αγνότητας και εισέρχονται γι’αυτό στο πλαίσιο των συνηθειών και πρακτικών εξαγνισμού.


Από: ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ..

Σάββατο, 24 Μαρτίου 2012

ΦΥΓΗ





Αυτοί οι στίχοι συχνά-πυκνά με στοιχείωνουν.. έρχονται σε στιγμές και επαναλαμβάνονται στο μυαλό μου...

Ι
Αἰσθάνομαι τὴν πραγματικότητα μὲ σωματικὸ πόνο. Γύρω δὲν ὑπάρχει
ἀτμόσφαιρα, ἀλλὰ τείχη ποὺ στενεύουν διαρκῶς περισσότερο, τέλματα
στὰ ὁποῖα βυθίζομαι ὁλοένα. Ἀναρχοῦμαι ἀπὸ τὶς αἰσθήσεις μου.
Ἡ παραμικρότερη ὑπόθεση γίνεται τώρα σωστὴ περιπέτεια. Γιὰ νὰ πῶ
μία κοινὴ φράση, πρέπει νὰ τὴ διανοηθῶ σ᾿ ὅλη της τὴν ἔκταση, στὴν
ἱστορική της θέση, στὶς αἰτίες καὶ τὰ ἀποτελέσματά της. Ἀλγεβρικὲς
ἐξισώσεις τὰ βήματά μου.

"Είμαι ένας απατεώνας"

Ο Πάμπλο Πικάσο αποκάλυψε: "Είμαι ένας απατεώνας"
Ο επιφανής ζωγράφος Πάμπλο Πικάσο σε σενέντευξή του στο συγγραφέα Τζιοβάνι Παπίνι είπε:
«Στην τέχνη, ο λαός δεν αναζητά πλέον ανακούφιση και εξύψωση.
Αλλά οι λεπτεπίλεπτοι, οι πλούσιοι, οι αργόσχολοι, αναζητούν το καινούργιο, το παράδοξο, το πρωτότυπο, το ασυνήθιστο, το σκανδαλώδες.
Και εγώ, από τον κυβισμό και έπειτα, ικανοποίησα τους σοφούς και τους κριτικούς με όλες τις ευμετάβλητες σαχλαμάρες που μου έρχονται στο κεφάλι, και όσο λιγότερο με καταλάβαιναν τόσο περισσότερο με θαύμαζαν.
Με το να διασκεδάζω με αυτά τα παιχνίδια, αυτές τις κουταμάρες, αυτές τις σπαζοκεφαλιές, έγινα διάσημος και μάλιστα πολύ γρήγορα.
Και η διασημότης για ένα ζωγράφο σημαίνει πωλήσεις,κέρδη, περιουσία, πλούτη.
Και σήμερα -όπως ξέρεις- είμαι διάσημος, είμαι πλούσιος.
Αλλά όταν βρίσκομαι μόνος με τον εαυτό μου, δεν έχω το κουράγιο να θεωρούμαι καλλιτέχνης με τη μεγάλη και την παλιά σημασία της λέξεως.
Αυτοί ήσαν μεγάλοι ζωγράφοι, ο Τζιότο, ο Ρέμπραντ, ο Τισιανός, ο Γκόγια.
Δεν είμαι παρά ένας κοινός σαλτιμπάγκος, που κατάλαβε το πνεύμα των καιρών του και εξήντλησε όσο καλύτερα μπορούσε τη βλακεία, τη ματαιοδοξία, τη φιλοχρηματία των συγχρόνων του.
Είναι πικρή η εξομολόγηση μου, πιο βλαβερή απ' όσο φαίνεται, αλλά έχει τη χάρη να είναι ειλικρινής».

(«Δημοσιογραφική» τεύχος Μαρτίου 1999, διά περισσότερα εις «Βήμα» 14-3-1999)

Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2012

Σε αναζήτηση της ποιητικής ισοδυναμίας

Η κάθε λέξη είναι μια έξοδος
για μια συνάντηση, πολλές φορές ματαιωμένη,
και τότε είναι μια λέξη αληθινή, σαν επιμένει στη συνάντηση.

Γ. Ρίτσος, «Παρενθέσεις»

Η επιλογή της λέξης στην ποίηση είναι αυτοσκοπός. Αν στην καθημερινή γλωσσική επικοινωνία η λέξη είναι απλός διάμεσος, όχημα, αχθοφόρος του νοήματος, στην ποιητική πράξη χάνει τη διαφάνειά της, ανακτά την αρχική της πύκνωση, γίνεται ψηλαφητή, απτή, αιχμηρή, προβάλλει τις αντιστάσεις της. Eδώ η λέξη λειτουργεί περισσότερο ως δείκτης μιας βιογλωσσικής εμπειρίας, μιας ιδιαίτερης και αγωνιώδους σχέσης με τη γλώσσα: ο ποιητής, γλωσσοτεχνίτης, ανακωδικοποιεί τον κόσμο, δοκιμάζει συνεχώς τις αντοχές και τις δυνατότητες των γλωσσικών εργαλείων του, νομοθετεί ενίοτε στα όρια της γραμματικής και συντακτικής αυθαιρεσίας, αναζητώντας με πάθος την ενάργεια, την καίρια έκφραση, την ακριβόλογη διατύπωση της ευαισθησίας του. Εν ολίγοις, οι λέξεις αποτελούν το ιδιαίτερο βασίλειο του ποιητή και διαμορφώνουν σταδιακά την ηθική της γραφής του. Ίσως, λοιπόν, επειδή γνωρίζει καλά την πάλη, τον παιδεμό για την κατάκτηση της ζητούμενης λέξης, έχει την απαίτηση από τον μεταφραστή που θα μετακενώσει το κείμενό του σε μιαν άλλη γλώσσα να κάνει το αντίστοιχο ταξίδι, να υποβληθεί στην ίδια δοκιμασία προκειμένου οι κοινόχρηστες λέξεις να γίνουν πράγματα, μοναδικά χειροτεχνήματα του λόγου· και όταν συμβαίνει να εμπλέκεται ο ίδιος στη μεταφραστική διαδικασία, υποτάσσει τις δικές του εμμονές, πειθαρχεί στις ευρετικές αυθαιρεσίες του πρωτοτύπου, επιχειρεί να τις διασώσει όσο και όπως μπορεί, σέβεται δηλαδή τον γλωσσικό κόσμο του ομοτέχνου και αγωνιά να βρει την πλήρη, ει δυνατόν, ισοδυναμία του στον νέο κώδικα. Η πιστότητα στο πρωτότυπο με αυτούς τους όρους είναι το πρώτο μέλημα του μεταφραστή.
Ο Γιάννης Ρίτσος, ως ποιητής και μεταφραστής, δεν εξαιρείται από αυτόν τον κανόνα. Παρά την πληθωρική παραγωγή του, είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε πόσο τον παίδευε ακόμη και το ελάχιστο ποίημα, ο κάθε στίχος, και πόσο επεδίωκε να κρατήσει την παραμικρή απόχρωση της ξένης φωνής, όταν μετέφραζε· γνωρίζουμε, για παράδειγμα, στις συνεταιρικές μεταφράσεις του με τον Άρη Αλεξάνδρου από τα ρωσικά πόσο επέμενε στον γλωσσικό βηματισμό, λέξη προς λέξη, από το πρωτότυπο στην απόδοσή του, και πάλι και πάλι, τρίβοντας συνεχώς τις λέξεις έως ότου πετύχει τον ποιητικό σπινθήρα. Aπό την αλληλογραφία του με τον Άρη Αλεξάνδρου και την Καίτη Δρόσου (Τροχιές σε διασταύρωση, Άγρα, 2008) απομονώνουμε ορισμένα σημεία, δηλωτικά ακριβώς της σημασίας που απέδιδε ο Ρίτσος στη μεταφραστική πιστότητα.

1. Ο Αλεξάνδρου τού έχει στείλει από το Παρίσι δείγμα των γαλλόφωνων ποιημάτων του (τη «Lucidité» και άλλα επτά).1 Ο Ρίτσος, στην απαντητική επιστολή του από την Αθήνα (12. VII. 71),2 αυτοσχεδιάζει επιχειρώντας να αποδώσει στα ελληνικά τη δυσκολία ενός στίχου: «Cela m’insupportait». To μεταφράζει παιγνιωδώς: «Αυτό με ανυπόφερε». Είναι σαφές ότι προσπαθεί να κρατήσει την ισοδυναμία στη μετάβαση από τη μια γλώσσα στην άλλη, το ρήμα να αποδοθεί με ρήμα, έστω και αν καταστρατηγηθούν οι κανόνες της ελληνικής γραμματικής και σύνταξης –όπως, άλλωστε το κάνει και ο Αλεξάνδρου στο πρωτότυπο ποίημά του. Το «λάθος» οφείλει να τηρηθεί ως ξενότητα και στη μεταφραστική εκδοχή, η κυριολεξία να μείνει αλώβητη.

2. Σε επόμενο γράμμα του από τη Σάμο στην Καίτη και στον ΄Αρη (26. XI. 71), σχολιάζοντας την αγγλική μετάφραση της συλλογής του Χειρονομίες (Gestures) που μόλις είχε φτάσει στα χέρια του, επισημαίνει την απογοήτευσή του για την απώλεια μιας λέξης (ενός επιθέτου) στη μεταγλώττιση του ποιήματος «Αβέβαιες αποφάσεις»:

Κ’ εκείνο το βαθύ, κοίλο φεγγάρι λάμπει ψηλά πάνω απ’ το Τελωνείο,
κατοικημένο ολόκληρο από μιαν ακραία, ζεσταμένη ματαιότητα.

The deep, concave moon shines over the Customs
inhabited by an extreme futility.

«Όπως βλέπετε, μου φάγανε μια κύρια για μένα λέξη. “ζεσταμένη”, που χρωματίζει ιδιαίτερα τη λέξη “ματαιότητα”».3 Eίναι και πάλι προφανές ότι ο ποιητής επιζητεί τις λιγότερες δυνατές απώλειες στη διαδικασία της μετάφρασης. Τίποτε δεν είναι τυχαίο στη γλωσσική κατασκευή ενός ποιήματος· πρόκειται για λειτουργικό σύστημα το οποίο απαιτεί και το ελάχιστο συστατικό του στοιχείο, ακόμη και το σημείο στίξης, για να τεθεί σε κίνηση στην έτερη γλώσσα.

3. Στο προλογικό της κείμενο η Καίτη Δρόσου αναθυμάται τη δυσφορία του Ρίτσου σε παλαιότερα χρόνια (μάλλον το 1959), όταν μόλις είχε παραλάβει μια ρωσική ανθολογία ποιημάτων του και, μη γνωρίζοντας ρωσικά, ζήτησε από τον Αλεξάνδρου να του κάνει μια πρόχειρη κατά λέξη μετάφραση. Αγανακτισμένος με τις μεταφραστικές αυθαιρεσίες που αλλοίωναν εμφανώς την ποιητική του πρόθεση, ξέσπασε: «Τί διαβάζεις; να λέει του Άρη, τί βιβλίο κρατάς στα χέρια σου, αυτοί οι στίχοι που μας αραδιάζεις δεν είναι δικοί μου, δεν τους έγραψα εγώ».4

Εντάσσοντας όσα προηγήθηκαν σε μια μεταφραστική τυπολογία, ο επαρκής αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι ο Ρίτσος τάσσεται αναφανδόν υπέρ της κατά λέξη μετάφρασης, της αναζήτησης μιας λεκτικής ισοδυναμίας, μιας ισορροπίας (ή μάλλον σχοινοβασίας) ανάμεσα στο ιδιόφωνο και το αλλόφωνο, που δεν καταργεί τις ιδιαιτερότητές τους, αλλά τις διατηρεί, τις αναδεικνύει, τις προβάλλει. Για την καίρια λέξη στη διαδικασία της δημιουργίας αλλά και της αναδημιουργίας (της μετάφρασης) ας κρατήσουμε την εύστοχη διατύπωση του ποιητή:

Η λέξη με είχε
με βρήκε
με είπε.
Κι εγώ
μονάχα «ευχαριστώ».
Στη λέξη
μια λέξη.
Ο κόσμος.5


_________________________________

1 Tα εννέα, συνολικά, γαλλόφωνα ποιήματα του Άρη Αλεξάνδρου με τίτλο Εxercices de rédaction βρίσκονται τώρα στη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα (1941-1974), Ύψιλον, ³1991. Το επίμαχο σημείο που ερεθίζει τη μεταφραστική περιέργεια του Ρίτσου εντάσσεται στο ποίημα «Esthète»: [...] Mettez une pièce d’un franc / sur le rail. Quand le train passera / la monnaie sera vide, sans face sans pile / c’est ça que je veux dire... les roues dans la prison / cela m’insupportait. / Non, j’ai commis une faute. Excusez-moi / je parle très mal le français. / Il fallait dire / cela m’ était insupportable.

2 Γιάννης Ρίτσος. Τροχιές σε διασταύρωση. Επιστολικά δελτάρια της εξορίας και γράμματα στην Καίτη Δρόσου και τον Άρη Αλεξάνδρου, Άγρα, 2008, σελ. 273.

3 Αυτ., σελ. 295. Τις Χειρονομίες (που συγκεντρώνουν ανέκδοτα ποιήματα του Ρίτσου, γραμμένα στο στρατόπεδο της Λέρου και στη Σάμο) έχει μεταφράσει στα αγγλικά ο Νίκος Στάγκος: Gestures, Cape Goliard Press, London, 1971.

4 Αυτ., σελ. 20.

5 Γ. Ρίτσος, Χάρτινα ΙΙ.

Από:
http://www.apiliotis.gr/ArticlesList.aspx?C=160&A=164

Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2012

Παλληκαρίδης Ευαγόρας




Ευαγόρας Παλληκαρίδης

Σαν σήμερα στις 14/3/1957 απαγχονίστηκε από τους άγγλους κατακτητές ο 17 χρονος μαθητής, ο ήρωας και ποιητής Ευαγόρας Παλληκαρίδης, το απίστευτο μεγαλείο του οποίου περιγράφεται στο πιο κάτω κείμενο.
Ο αγώνας της ΕΟΚΑ 1955-1959 είναι γεμάτος από ασύλληπτα μεγαλεία ψυχής και ανδρείας που σπάνια συναντάς σε αγώνες λαών για την κατάκτηση της ελευθερίας. Και όμως αυτός ο μυθικός αγώνας, αυτές οι θυσίες αμούστακων παλικαριών πήγαν δυστυχώς χαμένες. Πήγαν χαμένες γιατί όλοι εμείς σταθήκαμε ανάξιοι και θλιβεροί απόγονοι αυτών των παλικαριών, γιατί αναδείξαμε και διατηρήσαμε στην εξουσία κάποια ελεεινά υποκείμενα που έχουν το θράσος να θέλουν να αποκαλούνται σύγχρονοι πολιτικοί.
Ανεχθήκαμε και δεν τιμωρήσαμε κάποια ανθρωπόμορφα κοπρόσκυλλα που άνοιξαν τις κερκόπορτες της ελληνικότατης Κύπρου μας στις ορδές του Αττίλα το 1974 και ολοκλήρωσαν το καταστροφικό τους έργο με την απάτη του Χρηματιστήριο το 1999. Σήμερα τα ίδια ελεεινά κοπρόσκυλλα μαζί με την υπόλοιπη πολιτική ηγεσία ερίζουν πάνω από το πτώμα της Κύπρου για να κατασπαράξουν ότι επέμεινε από αυτό.
Δεξιοί και αδέξιοι, και κεντρώοι καιροσκόποι πολιτικάντηδες έχουν το θράσος να ζητούν από τον ανώριμο πολικά λαό ξανά την εξουσία για να τριτώσουν το κακό και να μας αποτελειώσουν. Αντί να τιμούν τους ήρωες του αγώνα 1955-1959 και της προδοσίας του 1974 με πράξεις και έργα, έχουν γεμίσει την Κύπρο με ανδριάντες, προτομές και μνημεία και περιφέρονται κάθε Κυριακή στις εκκλησιές για να καπηλεύονται με κενά περιεχομένου συνθήματα και ομιλίες την θυσία των παλληκαριών τόσο της ΕΟΚΑ όσο και της τουρκικής εισβολής
Σαν άνθρωπος που έχασε πατέρα και θείο στον αγώνα της ΕΟΚΑ έχω πάρει όρκο ότι δεν θα σταματήσω ποτέ να πολεμώ το ελεεινό πολιτικό κατεστημένο που έφερε την πατρίδα μου στο χείλος της καταστροφής. Στις διάφορες απειλές που εκτοξεύουν περιοδικά εναντίον μου, μια είναι η απάντηση που δίνω και θα συνεχίσω να δίνω. ‘’Αν οι δικοί μου έδωσαν την ζωή τους πολεμώντας τους εξωτερικούς εχθρούς της Κύπρου, εγώ δεν θα διστάσω να θυσιάσω την ζωή μου, αν χρειαστεί, πολεμώντας τους εσωτερικούς εχθρούς της Κύπρου, τους διεφθαρμένους και ανίκανους πολιτικούς που δυστυχώς απεδείχθησαν πολύ χειρότεροι από τους εξωτερικούς εχθρούς της Κύπρου μας’’.
Ανόητοι και άθλιοι πολιτικοί, δεν δικαιούστε να τιμάτε τούς ήρωες μας γιατί απλά τους προδώσατε. Δεν χρειαζόμαστε άλλους ήρωες ούτε άλλους ανδριάντες και μνημεία για να περιφέρεστε και να μας αραδιάζετε τις ίδιες παπαριές.
Μνημείο αυτογνωσίας χρειαζόμαστε και λιγότερους άθλιους πολιτικούς
Όμηρος Αλεξάνδρου
Ευαγόρας Παλληκαρίδης
‘’Ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης γεννήθηκε στην Τσάδα της Πάφου, στις 28 Φεβρουαρίου 1938. Ήταν το τέταρτο παιδί της οικογένειας του Μιλτιάδη. Στην οικογένεια του Ευαγόρα ανήκει – δεύτερος ξάδερφος – και ο Στέλιος Μαυρομμάτης.
Πέρασε τις 6 τάξεις του Δημοτικού σχολείου με άριστα. Την 1η Απριλίου 1956, ο Ευαγόρας πρωταγωνιστεί σε διάφορες διαδηλώσεις κατά των Άγγλων. Συγκεκριμένα, στις 2 Ιουνίου θα γινόταν η στέψη της βασίλισσας Ελισάβετ. Στην Αγγλία και σε όλες τις αποικίες γίνονταν προετοιμασίες για το μεγάλο γεγονός. Στην Πάφο στο «Ιακώβιο Γυμναστήριο» αναρτάται η αγγλική σημαία, γεγονός που εξοργίζει τους μαθητές. Παραμονή της στέψης, οι μαθητές της Πάφου και οι φοιτητές του Λιασιδίου Κολεγίου οργάνωσαν διαδήλωση με αίτημα να υποσταλεί η αγγλική σημαία και να εκκενωθεί το γήπεδό τους από στρατιώτες και αστυνομικούς. Ο 15χρονος τότε Ευαγόρας αναρριχάται στον ιστό, κατεβάζει και σκίζει την αγγλική σημαία: το γεγονός αυτό έδωσε το έναυσμα για επέκταση των διαδηλώσεων.
Οι μαθητές και το πλήθος συγκρούονται με την αστυνομία, η οποία ενισχύεται από Τούρκους. Ο διοικητής στέλνει διαταγή να αποσυρθούν οι αστυνομικοί, γιατί δεν έπρεπε η στέψη της βασίλισσα να αμαυρωθεί με αίμα. Έτσι οι μαθητές παρέσυραν ό,τι είχε σχέση με τους εορτασμούς για την στέψη. Η Πάφος έγινε το μόνο μέρος όπου δεν γιορτάστηκε η στέψη. Ο Ευαγόρας συνελήφθη, αλλά αφέθηκε ελεύθερος λόγω της μικρής του ηλικίας.
Σε ηλικία 17 χρόνων, ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης εγκατέλειψε το σχολείο και εντάχθηκε στις αντάρτικες ομάδες της ΕΟΚΑ. Στις 17 Νοεμβρίου 1955 οι μαθητές του Γυμνασίου συγκεντρώθηκαν και προετοίμαζαν μια διαδήλωση από τις γνωστές που οργάνωνε η ΑΝΕ (Άλκιμος Νεολαία ΕΟΚΑ) ως αντιπερισπασμό. Οι στρατιώτες είχαν διαταγή να πυροβολήσουν αδιάκριτα τους διαδηλωτές. Ο Ευαγόρας συλλαμβάνεται και οδηγείται στο δικαστήριο με την κατηγορία ότι συμμετείχε παράνομα σε οχλαγωγίες. Ο Ευαγόρας δεν παραδέχτηκε την κατηγορία και η δίκη αναβλήθηκε για τις 6 Δεκεμβρίου. Ήταν η αρχή του τέλους. Μια μέρα πριν τη δίκη, μπαίνει κρυφά στο σχολείο και αφήνει στην έδρα ένα σημείωμα:
Παλιοί συμμαθηταί, Αυτή την ώρα κάποιος λείπει ανάμεσά σας, κάποιος που φεύγει αναζητώντας λίγο ελεύθερο αέρα, κάποιος που μπορεί να μη τον ξαναδείτε παρά μόνο νεκρό. Μην κλάψετε στον τάφο του, Δεν κάνει να τον κλαίτε. Λίγα λουλούδια του Μαγιού σκορπάτε του στον τάφο. Του φτάνει αυτό ΜΟΝΑΧΑ.
Θα πάρω μιαν ανηφοριά θα πάρω μονοπάτια
να βρω τα σκαλοπάτια που παν στη Λευτεριά.
Θ΄ αφήσω αδέλφια συγγενείς, τη μάνα, τον πατέρα
μεσ΄ τα λαγκάδια πέρα και στις βουνοπλαγιές.
Ψάχνοντας για τη Λευτεριά θα ΄χω παρέα μόνη
κατάλευκο το χιόνι, βουνά και ρεματιές.
Τώρα κι αν είναι χειμωνιά, θα ΄ρθει το καλοκαίρι
Τη Λευτεριά να φέρει σε πόλεις και χωριά.
Θα πάρω μιαν ανηφοριά θα πάρω μονοπάτια
να βρω τα σκαλοπάτια που παν στη Λευτεριά.
Τα σκαλοπάτια θ΄ ανεβώ, θα μπω σ΄ ενα παλάτι,
το ξέρω θαν απάτη, δεν θαν αληθινό.
Μεσ΄ το παλάτι θα γυρνώ ώσπου να βρω τον θρόνο,
βασίλισσα μια μόνο να κάθεται σ΄ αυτό.
Κόρη πανώρια θα της πω, άνοιξε τα φτερά σου
και πάρε με κοντά σου, μονάχα αυτό ζητώ.
Γειά σας παλιοί συμμαθηται. Τα τελευταία λόγια τα γράφω σήμερα για σας. Κι όποιος θελήσει για να βρει ένα χαμένο αδελφό, ένα παλιό του φίλο, ας πάρει μιαν ανηφοριά ας πάρει μονοπάτια να βρει τα σκαλοπάτια που παν στη Λευτεριά. Με την ελευθερία μαζί, μπορεί να βρει και μένα. Αν ζω, θα μ΄ βρει εκεί.
Ευαγόρας Παλληκαρίδης
Στις 18 Δεκεμβρίου 1956 μαζί με άλλους 2 συναγωνιστές του μετέφεραν όπλα και τρόφιμα από την Λυσό. Ξαφνικά βρέθηκαν αντιμέτωποι με αγγλική περίπολο. Οι 2 συναγωνιστές του Ευαγόρα κατάφεραν να διαφύγουν, αλλά ο ίδιος συνελήφθη. Στην κατοχή του είχε ένα πυροβόλο Μπρέν γρασαρισμένο. Ήταν συνεπώς ανέτοιμο για να χρησιμοποιηθεί. Επίσης κουβαλούσε 3 γεμιστήρες γεμάτες.
Κατηγορήθηκε για κατοχή και διακίνηση οπλισμού και μεταφέρθηκε στη Λευκωσία και η δίκη ορίζεται για τις 25 Φεβρουαρίου. Στη δίκη του ο Παλλικαρίδης δεν άφησε περιθώρια στους δικηγόρους του να τον υπερασπιστούν, αφού παρά τις αντιρρήσεις τους παραδέχθηκε την ενοχή του:
Γνωρίζω ότι θα με κρεμάσετε. Ό,τι έκαμα το έκαμα ως Έλλην Κύπριος όστις ζητεί την Ελευθερίαν του. Τίποτα άλλο.
Την επόμενη μέρα της καταδίκης του Παλληκαρίδη, οι μαθητές του Γυμνασίου Πάφου απείχαν από τα μαθήματά του σε ένδειξη διαμαρτυρίας και έστειλαν τηλεγράφημα στον Χάρτιγκ, με το οποίο του ζητούσαν να απονεμηθεί χάρη στον Ευαγόρα. Όλος ο κόσμος αρχίζει μια προσπάθεια να σώσει τον νεαρό μαθητή. Η Ελληνική κυβέρνηση προσπαθεί να αποτρέψει την εκτέλεσή του. Η Κυπριακή αδελφότητα Αθηνών ζητά προσωπική παρέμβαση του βασιλιά Παύλου. Η Βουλή των Ελλήνων στέλνει τηλεγραφήματα προς την Βουλή των Κοινοτήτων και τα Ηνωμένα Έθνη. Ο Αρχιεπίσκοπος Δωρόθεος, ο Χωρεπίσκοπος Σαλαμίνος Γεννάδιος, ο δήμαρχος Λευκωσίας κ. Δέρδης, 40 Εργατικοί Άγγλοι βουλευτές, συντεχνίες, ο Αρχιεπίσκοπος Νοτίου Αφρικής Νικόδημος, ο Αμερικανός Γερουσιαστής Fulton, απλοί πολίτες προσπαθούν αν ματαιώσουν αυτή την εκτέλεση. Ο Χάρτιγκ όμως και η Αγγλική διπλωματία απορρίπτει την απονομή χάριτος.
Ο Ευαγόρας στο τελευταίο γράμμα του δηλώνει:
Θ΄ ακολουθήσω με θάρρος τη μοίρα μου. Ίσως αυτό να ναι το τελευταίο μου γράμμα. Μα πάλι δεν πειράζει. Δεν λυπάμαι για τίποτα. Ας χάσω το κάθε τι. Μια φορά κανείς πεθαίνει. Θα βαδίσω χαρούμενος στην τελευταία μου κατοικία. Τι σήμερα τι αύριο; Όλοι πεθαίνουν μια μέρα. Είναι καλό πράγμα να πεθαίνει κανείς για την Ελλάδα. Ώρα 7:30. Η πιο όμορφη μέρα της ζωής μου. Η πιο όμορφη ώρα. Μη ρωτάτε γιατί.
Απαγχονίστηκε στις 13 Μαρτίου 1957, σε ηλικία μόλις 18 ετών. Ήταν ο νεαρότερος αλλά και ο τελευταίος αγωνιστής που απαγχονίστηκε από τους Άγγλους.
Ο τάφος του βρίσκεται στα Φυλακισμένα Μνήματα στη Λευκωσία.


Στοιχεία προσώπου
ΟΝΟΜΑ Παλληκαρίδης Ευαγόρας
ΑΛΛΑ ΟΝΟΜΑΤΑ
ΜΙΚΡΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗΚύπριος αγωνιστής
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΓΕΝΝΗΣΗΣ28 Φεβρουαρίου
ΕΤΟΣ ΓΕΝΝΗΣΗΣ1938
ΤΟΠΟΣ ΓΕΝΝΗΣΗΣΤσάδα Πάφου
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΘΑΝΑΤΟΥ13 Μαρτίου
ΕΤΟΣ ΘΑΝΑΤΟΥ1957
ΤΟΠΟΣ ΘΑΝΑΤΟΥΛευκωσία’’

Η Σιωπή των δακρύων γιατί τα δάκρυα ποτίζουν εύφορα τον κήπο της ζωής




Η Σιωπή των δακρύων γιατί τα δάκρυα ποτίζουν εύφορα τον κήπο της ζωής

Μα είχα πολύ καιρό να τον δω

Εξ άλλου για μένα ήταν πάντα μια μυστική φιγούρα Η γνωριμία μαζί του σχεδόν ποτέ δεν ολοκληρώθηκε κι έτσι μάλλον έγινε μυθική μέσα στα χρόνια .Εκείνος εξέπεμπε μια υγεία νεανική. Τουλάχιστον το σώμα σε αυτή την νεανική ηλικία τον καταχωρούσε. Μέχρι που διάβασα ένα γραπτό του κι εκεί στάθηκα εκστατική και έβαλα κλάματα, γοερά. Γιατί δεν μπορούσα να χωρέσω τούτα τα λόγια σε τούτο το σώμα. Στο βλέμμα ναι, ίσως αν κοιτούσα βαθειά. Αλλά δεν κοιτούσα βαθειά, ίσως για να μην βυθιστώ δεν ξερω..δεν κοιτούσα όμως. Τελικά όσο και να ήταν το βύθισμα του γραπτού -και ήταν ένα βύθισμα σε δρόμους που κι εγώ η ιδία κάπως είχα περπατήσει η ήθελα να περπατήσω- τελικά μου φαινόταν λυτρωτικό. Κι έμεινα για καιρό και χάιδευα αυτό το πονεμένο βιβλίο και κουβαλούσα μαζί μου το σκούρο του εξώφυλλο και έλεγα «Μα πως μπορεί να φτιάξει ένα αγόρι με τέτοιο δέρμα ένα γραφτό με τόσες γρατζουνιές» «Είδες;» μου είπε περιπαίχτηκα πιο πολύ τονίζοντας τους τόνους της σεμνότητας που ήταν το μόνιμο ρούχο του.

Κάτι θαυμαστικό νομίζω τόλμησα τότε να ψελλίσω βιαστικά αλλά εκείνος καταπραϋντικά χαμογέλασε και η πνοή που βγήκε από αυτό το χαμόγελο φώτισε τη στιγμή, κι εγώ απλά χάιδεψα κρυφά μέσα στη τσάντα το σκούρο εξωφυλλο.. και ήταν να σαν χάιδευα την ομορφιά…Τι είναι αυτό με τα βιβλία που έχεις διαβάσει και τα κουβαλάς μαζί σου για καιρό για παρεα.. δεν κατάφερα να το εξηγήσω. Αυτό το βιβλίο ήταν ένα από αυτά.. πάντως .

Χαμογέλασα λοιπόν, αλλά δάκρυσα από χαρά και το χέρι μου έφυγε από το βιβλίο για να μαζέψει το δάκρυ και μετά το έφερα στο στόμα μου, να δω τη γεύση είχε εκείνο το δάκρυ της χαράς και ήταν γλυκό και αναπαύτηκα .



Λοιπόν είχα καιρό να τον δω, συνήθως μιλούσαμε βιαστικά ποτέ δεν βουτούσαμε στην πηγή της αθωότητας, όμως διεκπεραιώναμε με συνέπεια και αφοσίωση κάθε επαγγελματική εκκρεμότητα. Εκεί στο περιθώριο κάποιων σύντομων συναντήσεων, σε κάτι περιπάτους με γρήγορο βήμα, στον ρυθμό που επέτρεπε ο διαθέσιμος χρόνος που είχαμε να διανύσουμε, από την μια ευθύνη στην άλλη.
Η διάπλατη απορία κυριαρχούσε. Πως γίνεται να βρίσκονται τόσα κοινά σε μια τόσο μεγάλη απόσταση. Κάνεις δεν φαίνεται να ήθελε να απαντήσει σε αυτό.

Έτυχε μια μέρα με αφορμή μια δουλειά που δεν υλοποιήθηκε ποτέ ακόμη -γιατί κάνεις δεν βρήκε τον απαραίτητο χρόνο - έτυχε τότε να μιλήσουμε για τις σωματικές πνοές και έτσι διαπιστώσαμε κι άλλες πορείες κοινές, μα τις προσπεράσαμε γρήγορα και με χαμόγελα συνένοχα και στο ημερολόγιο γράψαμε κάτι να δρομολογηθεί.. Δεν δρομολογήθηκε ,έτσι ήρθαν τα πράγματα, αλλά κάνεις δεν νοιάστηκε και πολύ.

Μέσα στο καιρό που περνούσε όμως, όλο και κατοικούσε η έννοια του πρόσωπου και χαρασσόταν στη μνήμη ως μια έννοια κλειδί.

Και αυτή ήταν η ευεργεσία της μνήμης. Είναι μέσα στη φύση του κάλου να θέλει το άνοιγμα και την επικοινωνία.

Και ξάφνου εμφανίστηκε στη ζωή μου από το πουθενά μια εξέλιξη αναπάντεχη από εκείνες που ταράζουν την ύπαρξη. Και τότε ο μακρινός εκείνος φίλος εμφανίστηκε διακριτικά με λεπτότητα δήλωσε παρουσία .

Θυμήθηκα τότε με γαληνή κάτι προηγούμενα λόγια του «Μερικές φορές ανεπαίσθητες μετατοπίσεις χρειάζονται για να νιώσεις αυτή την ευδαιμονία του να υπάρχεις – και του να υπάρχεις μόνο για μια φορά.» είχε πει παλιότερα.

Εκείνη όμως τη στιγμή που μου έλειπε το κουράγιο.

«Δεν εμπιστεύομαι τα δάκρυα μου» του απάντησα. «Εχουν τη δική τους απρόβλεπτη ροη τούτο τον καιρό. Και πως θα μιλάμε ενώ εγώ θα κλαίω; εξ άλλου δεν με έχεις δει να κλαίω «

Συμφώνησε.

«Όποτε θες είμαι εδώ πρότεινε»

Ο άνθρωπος στον άνθρωπο βρίσκει ανάπαυση. Και μια μέρα ενώ είχε περάσει καιρός μου είπε.

«Σε είδα σε ένα όνειρο»

« Καλό ήταν;» ρώτησα

«Ξέρω εγώ καλό ήταν μάλλον. Κλαίγαμε μαζί σε μια αγκαλιά» είπε.

Κοίτα να δεις πάλι αυτό το δάκρυ μου, μόνο του χύθηκε από τα μάτια και έφτασε στο στόμα κι ήταν γλυκό και το κατάπια .

Και περνούσαν οι μέρες και μια μέρα ανέβηκα στο κουράγιο και είπα να βρεθούμε και φόρεσα φανταχτερά χαμόγελα κι εκεί που βρεθήκαμε αφηγηθήκαμε για τα χρόνια που έχουν περάσει κι έχουν κουβαλήσει πόνους και χάρες ,για τις πρόσφατες μέρες που κουβάλησαν φόβο μα και για τα δάκρυα που αυτή τη φορά τα είχαμε αποφύγει με τόση αυτοσυγκράτηση .

Για πρώτη φορά μιλούσαμε με τον χρόνο σύμμαχο, ανοιχτά και είχαμε ανοίξει τους δρόμους της μοιρασιάς.

Τυχαία πρόσεξα ότι εκείνη τη μέρα φορούσαμε και οι δυο μωβ χρώμα.. Είναι το χρώμα της ίασης, της θεραπείας .Hπιο και ταπεινό σε κάποια απόχρωση του μπορεί να περάσει απαρατήρητο, όμως και με αυτό στο ψίθυρο του αποκαθιστά στα πράγματα στη φυσική τους δόνηση, τα συντονίζει ας πούμε με τη φυσική τους μνήμη της ομορφιάς.


Και μετά έπρεπε να φύγουμε. Και αποχαιρετισθήκαμε σε μια γωνιά κάτω από τα δέντρα και εκεί αγκαλιαστήκαμε

"Για ποιό λόγο κλαίγαμε στο όνειρο ;" ρώτησα

"Δεν ξέρω "είπε

«Μα δεν γνωριζόμαστε καλά, έχουμε πει τόσα λίγα πως είναι δυνατόν να κλαίμε μαζί σε μια αγκαλιά;’ ρώτησα

¨Έχουμε πει τις λέξεις κλειδιά» είπε το αγόρι με τη βεβαιότητα που βγάζει το αντρικό ηχόχρωμα.

Να λοιπόν που σε εκείνη την αγκαλιά εγώ πάλι δάκρυσα και αυτή τη φορά δεν το έκρυψα.

" Να που τελικά δάκρυσα!" είπα σχεδόν με χαρά. Σαν να λέω τα κατάφερα!

"Τα δάκρυα είναι καλά" είπε…

«Να τα ξαναπούμε» είπε «και σε ευχαριστώ» είπε και χάθηκε στη βοή του δρόμου

Όχι δεν χάθηκε αυτή τη φορά ήταν πιο εκεί από πάντα, είχε γίνει φίλος καρδιακός. Σαν άγγελος είχε εμφανιστεί τώρα που πιο πολύ από ποτέ ήθελα την παρέα των αγγέλων. Όσο απομακρυνόταν, τόσο πιο κοντά μου ερχόταν και αναπαυόμασταν ο ένας στην ψυχή του άλλου και μας είχε ενώσει η ροή των δακρύων, όχι όπως στο όνειρο του αλλά όπως στη ζωή τα δάκρυα ταΐζουν με την εύφορη ροή τους τη γη κι εκείνη ανθίζει του καρπούς της φιλίας .

Το πιο πολύτιμο που έχουμε να θησαυρίσουμε. Τον ευγνωμονώ .

"Να πίνεις πολύ νερό" του είπα "εγώ πίνω πολύ κάθε μέρα και έτσι έχω μια εύφορη πηγή δακρύων»

Μου υποσχέθηκε ότι θα πίνει πολύ νερό.

Έφυγε.

Ξέρω ότι πίνει πια πολύ νερό.

Δεν ξέρω αν δακρύζει. Δεν είναι αυτό στις λέξεις κλειδιά που μοιραζόμαστε. Όμως το νερό είναι σε αυτές.

Εξ άλλου λένε ότι δεν ταιριάζει στα αγόρια να κλαίνε…

Είμαι χαρούμενη που βρήκα έναν φίλο που μπορώ να μοιράζομαι τα δάκρυα μου έστω στις αγκαλιές του ονείρου

Αλλά και τις αγκαλιές της ζωής


«Όταν κλαις χωρίς λόγο, μόνο τότε έχεις καταλάβει το νόημα της ζωής» μου θυμίσε ότι είχε πει ο Σιοράν


Λουκία Ρικάκη Ιούνιος 2011