Αναγνώστες

Παρασκευή, 31 Μαρτίου 2017

Ζοζέ Σαραμάγκου: Περί τυφλότητας





Από τον Γιάννη Γεράσιμο

«Αν μπορείς να κοιτάξεις, δες! Αν μπορείς να δεις, παρατήρησε!»

Πότε μία κοινωνία βυθίζεται στο σκοτάδι της τυφλότητας και αδυνατεί να αντικρίσει τον κόσμο γύρω της και τον ίδιο της τον εαυτό? Πότε ένας άνθρωπος σταματάει να βλέπει τον άλλο ως άνθρωπο και οδηγείται στο σκοτάδι του κόσμου των ενστίκτων της επιβίωσης και της εσωτερικής απομόνωσης και αλλοτρίωσης;

Η πολιτική αλληγορία ως μέσο αναμέτρησης με τα αδιέξοδα και την κρίση αξιών της πορτογαλικής κοινωνίας αλλά και του σύγχρονου δυτικού κόσμου υπήρξε ήδη εξαρχής στο επίκεντρο της γραφής του μεγάλου Πορτογάλου νομπελίστα λογοτέχνη Ζοζέ Σαραμάγκου. Γεννημένος το 1922 στο χωριό Αζινιάγκα της Πορτογαλίας ο Σαραμάγκου αναγκάστηκε από πολύ μικρή ηλικία να εγκαταλείψει το σχολείο και να εργαστεί ως μηχανικός αυτοκινήτων και ως δημοσιογράφος προτού αφιερωθεί πλήρως στη λογοτεχνία στα 50 του χρόνια όντας ουσιαστικά αυτοδίδακτος ως συγγραφέας.

Ενεργό μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Πορτογαλίας θα καταγγείλει συχνά σε ομιλίες του τις πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και θα επιχειρήσει μέσα από το έργο του να αναδείξει τις κοινωνικές αδικίες και ανισότητες και να θέσει ερωτήματα που θα τάραζαν τον φαινομενικά ήσυχο κόσμο των επιφανειακών βεβαιοτήτων της εποχής του και θα αποτύπωναν την κρίση αξιών και τα αδιέξοδα της πορτογαλικής κοινωνίας.

Συγγραφέας 30 τουλάχιστον βιβλίων με παγκόσμια απήχηση και υπερασπιστής του πολιτισμού και των γραμμάτων υπήρξε συνιδρυτής το 1992 του «Εθνικού Μετώπου για την Προάσπιση του πολιτισμού» και πρόεδρος της Γενικής Συνέλευσης της Πορτογαλικής κοινωνίας συγγραφέων την περίοδο 1987- 1994. Ο Ζοζέ Σαραμάγκου θα περάσει τα τελευταία χρόνια της ζωής του στο Λανθαρότε των Κανάριων Νήσων λόγω της απόφασης της πορτογαλικής κυβέρνησης να αποσύρει την υποψηφιότητα του για το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας λόγω του βιβλίου του (Το κατά Ιησούν Ευαγγέλιο) που θεωρήθηκε από την πορτογαλική κυβέρνηση ως βλάσφημο. Για το σύνολο του έργου του τιμήθηκε με νόμπελ λογοτεχνίας το 1998.

Στο έργο του «Περί Τυφλότητας», σε ένα μυθιστόρημα που καταφέρνει να διαπεράσει τα όρια της λογοτεχνίας του φανταστικού αναγόμενο σε φιλοσοφική πραγματεία και σε ενδελεχή υπαρξιακή διερεύνηση της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης και των κοινωνικών συμπεριφορών και σχέσεων εξουσίας, μια ολόκληρη κοινωνία οδηγείται σταδιακά στο σκοτάδι της τυφλότητας όταν ένας οδηγός περιμένοντας μέσα στο αμάξι του ένα φανάρι να ανάψει πράσινο χάνει ξαφνικά την όρασή του και ο ιός αρχίζει να μεταδίδεται πολύ γρήγορα σε όλη την πόλη. Άμεσα ξεσπά επιδημία και οι ασθενείς μεταφέρονται σ’ ένα εγκαταλελειμμένο νοσοκομείο με εντολή της κυβέρνησης, ενώ τα κρούσματα συνεχίζουν διαρκώς να αυξάνονται.

Ο στρατός που φυλάει το παλιό νοσοκομείο πυροβολεί όποιον προσπαθώντας να ξεφύγει από τις αυστηρές συνθήκες επιτήρησης φτάνει στην έξοδο. Το ερώτημα που βασανίζει τους πρωταγωνιστές του έργου αφορά τη φύση της τυφλότητας: τι είναι αυτή η περίεργη ασθένεια και από πού προήλθε; Είναι στη φύση του ανθρώπου ή μπορεί κάποιος να θεραπευτεί; Υπάρχει πιθανότητα λύτρωσης και ίασης; Μπορούν να ξεφύγουν από μια μοίρα εγκλωβισμού, εσωτερικής απομόνωσης και ταυτόχρονα επίμονου και σκληρού αγώνα επιβίωσης που τους οδηγεί σταδιακά να χάνουν την ανθρώπινη ιδιότητα τους; Εντός των ορίων του κτιρίου, όσο πληθαίνουν οι τυφλοί, διαδραματίζονται παιχνίδια εξουσίας, υποταγής και χειραγώγησης.

Το «Περί τυφλότητας» μέσα από τη μέθοδο της πολιτικής αλληγορίας καταφέρνει να διεισδύσει βαθιά μέσα στον ανθρώπινο ψυχισμό και να αναδείξει τη βαθύτερη αδυναμία του ανθρώπου να αντικρίσει τον κόσμο γύρω του και να αποδώσει πραγματική αξία ως συνθήκη επιβίωσης στην ανθρώπινη επικοινωνία και συνεργασία σε έναν κόσμο που εγκλωβίζεται σε συνθήκες αυστηρούς κυβερνητικής επιτήρησης και ενός σκληρού αγώνα επιβίωσης που καταφέρνει να στρέψει τον ένα εναντίον του άλλου σε μια διαρκή προσπάθεια εκμετάλλευσης και χειραγώγησης.

Το κεντρικό ερώτημα του έργου αυτού του Σαραμάγκου αφορά την ικανότητα της κοινωνίας να αντικρίσει τον εαυτό της και του ανθρώπου να στραφεί ξανά προς τον άλλο άνθρωπο σε μία σύγχρονη κοινωνία που στηρίζεται σε έναν τυφλό αγώνα επιβίωσης και προσπάθειας εκμετάλλευσης στο όνομα του κέρδους. Τι είναι όμως πραγματικά αυτή η τυφλότητα που βυθίζει μια ολόκληρη κοινωνία στο σκοτάδι;

Ο Ζοζέ Σαραμάγκου στην ομιλία του για την απονομή του βραβείου νομπέλ λογοτεχνίας θα πει: «με το Περί τυφλότητας ήθελα να θυμίσω σε όσους μπορεί να το διαβάσουν ότι διαστρέφουμε την ίδια την έννοια του ορθού λόγου όταν εξευτελίζουμε την ανθρώπινη ζωή, ότι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια προσβάλλεται κάθε μέρα από τους ισχυρούς αυτού του κόσμου, ότι το παγκόσμιο ψέμα έχει αντικαταστήσει τις περισσότερες (και διαφορετικές) αλήθειες (που βιώνουν οι πολίτες στην καθημερινή τους ζωή), ότι ο άνθρωπος σταματάει να σέβεται τον ίδιο του τον εαυτό, όταν χάνει το σεβασμό των συνανθρώπων του.

Τότε σα να προσπαθούσα να εξορκίσω τα τέρατα που γεννούσε η τυφλότητα της λογικής, άρχισα να γράφω τις πιο απλές απ’ όλες τις ιστορίες: ένας άνθρωπος ψάχνει για έναν άλλο άνθρωπο συνειδητοποιώντας ότι στη ζωή δεν είναι τίποτα άλλο περισσότερο σημαντικό από την επικοινωνία με τον άλλο άνθρωπο».

Και είναι ακριβώς η στιγμή που ο άνθρωπος εγκλωβιζόμενος στον τεχνητό κόσμο των κίβδηλων και εφήμερων ιδανικών της λάμψης του ατομικού κέρδους και της ασφάλειας των βεβαιοτήτων που οι πολιτικά και οικονομικά κυρίαρχοι προβάλλουν ως μοναδική αλήθεια χάνει την εικόνα του άλλου ανθρώπου και οδηγείται στο σκοτάδι της τύφλωσης. «Γιατί τυφλωθήκαμε, Δεν ξέρω, ίσως μια μέρα να καταφέρουμε να μάθουμε το λόγο. Θέλεις να σου πω αυτό που νομίζω, Λέγε, Νομίζω ότι δεν τυφλωθήκαμε, νομίζω ότι είμαστε τυφλοί. Τυφλοί άνθρωποι που μπορούν να δουν. Τυφλοί άνθρωποι που μπορούν να δουν, αλλά δε βλέπουν».

Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο ένθετο του Νόστιμον Ήμαρ στον Δρόμο της Αριστεράς, την Παρασκευή 24.3.2017

Παρασκευή, 24 Μαρτίου 2017

Δημήτρης Λιαντίνης: Η 25η Μαρτίου







Γιορτάζει σήμερα η πατρίδα. Γιορτάζει τη μεγάλη γιορτή. Μέσα από τη γη, τη φτωχή και ακριβοχώματη γη, τινάζεται και ανεβαίνει στο φως, πλεγμένη και πνιγμένη στο αστερόφωτο ποτάμι της αφθαρσίας η μορφή της φυλής μας. Η φυλή μας που την έθρεψαν τα οράματα, τη στεφάνωνε κάθε φορά η αιματόχρωμη μαρμαρυγή της δύσης και τη λίκνιζε πάλι με χρόνια και καιρούς η ανάσταση και η ανατολή.

Γιορτάζει σήμερα η πατρίδα. Παιχνιδίζει μέσα στην αγκαλιά και τη μοσκοβόλια της ελληνικής άνοιξης η δόξα με το θρήνο, η ελπίδα και η σφαγή και η θυσία. Ανασαλεύουν και ροδαμίζουν στις βραγιές και τα διάσελα μαρμαρωμένοι και αχάλαστοι πόθοι.

Μορφές και σκιές και γιγάντια βήματα, ήρωες και διδάχοι και ψάλτες, βουερή λιτανεία και πομπή. Τινάζουν τις πλάκες των τάφων και εγείρονται, ξεφράζουν τις μπασιές και την έξοδο της γαλήνιας κοιλάδας που μέσα αναπαύονται και ορμάνε στην απάνου γης. Αντρειωμένο χορό ορδινιάζουν και τραγούδι βαθυνόητα πλημμυρίζει τη χώρα. Αστράφτει βαθιά στον ορίζοντα και ακούγεται αλάργα ο κρότος και ο βόγγος. Οργάνων κλαγγή, θριάμβου αντάρα, λαβωμένου κατάρα, πολέμαρχου διαταγή.

Είναι το 21. Ο Φλέσσας στο Μανιάκι, ο Διάκος στο Ζητούνι, στο Καρπενήσι ο Μάρκος, και στ’ αγιωργιού τη γιορτή και τη χάρη τής καλόγριας ο γιος που ξεψυχάει. Είναι η φουστανέλα και το αρματολίκι. Ο Σαμουήλης στο Κούγκι, ο Κατσαντώνης στο σφυρί και στο αμόνι, η Φροσύνη στη λίμνη, η Μπουμπουλίνα στα κύματα, ο Δυσσέας στη φυλακή. Είναι το Μεσολόγγι. Το ψηλό αλωνάκι με το πικραμένο και ανάρματο Σουλιώτη, η πείνα η γύμνια η ζωή που μαραίνεται στην αθάνατη φρεσκάδα της άνοιξης.

Αγαπητοί μου μαθηταί, ελληνόπουλα: Πριν από 150 χρόνια ελευθερώθηκε η πατρίδα από τη σκλαβιά. Μια φοβερή σκλαβιά γιομάτη φρίκη και τρομάρα. Όλη η πατρίδα μας τότε έμοιαζε με σκοτεινή, θλιμμένη και αγέλαστη νύχτα. Αν ζούσαμε θα ακούγαμε παντού ένα πνιχτό, πικρό παραπονεμένο μοιρολόι. Οι πρόγονοί μας, οι παππούδες μας δεν είχαν τίποτα δικό τους. Ούτε σπίτια, ούτε χωράφια, ούτε παιδιά, ούτε σχολεία, ούτε νόμους. Όλα ανήκαν στους Τούρκους, τους κατακτητές και τους τυράννους.

Έσφαζαν, σκότωναν, έκαιγαν, φυλάκιζαν, έκοβαν δέντρα, γκρέμιζαν τα βουνά και στέρευαν τα ποτάμια. Νόμιζε κανείς ότι του Θεού η κατάρα είχε απλωθεί στη γαλάζια πατρίδα μας. Αυτή η δυστυχία βάσταξε 400 ολόκληρα χρόνια. Οσόπου ένα πρωί ξεσηκώθηκε ο λαός μας, άρπαξε όπλα, δρεπάνια, ξύλα, σίδερα και ό,τι άλλο είχε, σήκωσε τα μάτια ψηλά στον ουρανό, καταπρόσωπα στου Θεού το θρόνο και ξεστόμισε ένα φοβερό όρκο: Ή να διώξουν τον τύραννο ή να πεθάνουν όλοι. Έτσι άρχισε ο σηκωμός. Ο μεγάλος αγώνας. Χύθηκε τότε ποτάμι το αίμα, κι ύστερα από χρόνια πολλά έριξαν οι πρόγονοί μας τους τυράννους στη θάλασσα και ελευθέρωσαν τη χώρα από τα θεριά.

Από τότε λάμπει ο ήλιος, λουλουδίζει η άνοιξη, γερανίζουν τα κύματα, κελαηδούν τα πουλιά στα ρέματα και κάθε Απρίλη γιορτάζουμε την Ανάσταση του Χριστού. Ελεύθεροι πια, τιμημένοι και περήφανοι. Δίκαια λοιπόν σήμερα στρέφουμε τη μνήμη, τη σκέψη μας πίσω στο μεγάλο και σημαδιακό κείνο σταθμό της ιστορίας μας να τιμήσουμε και να δοξάσουμε τους σεμνούς αγωνιστές, που άλλαξαν την πορεία και τη μοίρα της φυλής μας. Να τους δοξάσουμε και να τους τιμήσουμε και να τους δώσουμε την υπόσχεση ότι ακολουθούμε τα βήματά τους και τον αιώνιο δρόμο, που ασάλευτοι εκείνοι από τότε μας δείχνουν.

 [Ομιλία στο Γυμνάσιο Μολάων την 25η Μαρτίου του 1970. liantinis.gr, μέσωhellinon.net, από εδώ]

Κυριακή, 19 Μαρτίου 2017

"Ο ΚΡΗΤΙΚΟΣ" του Δ. Σολωμού με το βλέμμα του Δ.Λιαντίνη







Ο Δημήτρης Λιαντίνης για τον « Κρητικό» του Δ. Σολωμού. Από το εξαιρετικό βιβλίο του
«Χάσμα σεισμού, ο φιλοσοφικός Σολωμός »


Στα 1833, στην κορυφή της ζωής του, ο Σολωμός έχει τελειώσει με όλες τις μεγάλες συλλήψεις, που έμειναν ατελείωτα έργα. Εκείνη τη χρονιά της ισορροπίας των άνω και των κάτω μάς έδωκε τον Παρθενώνα του Βράχου του, τον Κρητικό.



Ο Σολωμός στον Κρητικό χάραξε την εικόνα της ζωής, του πνεύματος, και της τέχνης, ιστορώντας τη συγκεκριμένη στιγμή, το στίγμα του στερεοποιημένου χρόνου, που το δημιουργεί η αγωνία του θνητού και η γαλήνη του αθάνατου. Τον ήχο του παρελθόντος τον θερίζει το βλέμμα του μέλλοντος:


Γιατί άκουγα τα μάτια της μέσα στα σωθικά μου
Που ετρέμαν και δεν μ΄άφηναν να βγάλω τη μιλιά μου


Η φεγγαροντυμένη είναι το πλάσμα του φωτός της νύχτας, που γεννιέται και πατάει στην κόψη των κυμάτων.
Η ποίηση γίνεται Θεά της αλήθειας και Σώτειρα του χρόνου:




Ξυπνώ φρενίτης, κάθομαι, κι ο νους μου κινδυνεύει,
Και βάνω την παλάμη μου, κι αμέσως γαληνεύει.



Εκεί που ο άνθρωπος πάει να καταποντιστεί στην άβυσσο της υπαρκτικής αγωνίας του, τον παραπαίρνει ξαφνικά ρεύμα ανέλπιστης γαλήνης κι αντί τρελός γίνεται αλαφροΐσκιωτος.



Μήτε όταν εκροτούσαμε, πετώντας τα θηκάρια, Μάχη στενή με τους πολλούς ολίγα παλληκάρια. Μήτε όταν τον Μπόμπο- Ισούφ και τα άλλους δυό βαρούσα σύρριζα στη Λαβύρινθο, π΄αλαίμαργα πατούσα.


Σκέψεις συναρτημένες με τα «δασικά μονοπάτια» του Heidegger ( Holzwege). Στην κυριολεκτική του σημασία δηλώνει δρόμους που διανοίγονται στο δάσος για την ξύλευση, ενώ στην κοινή, μεταφορική του χρήση σημαίνει την έλλειψη διόδου και προοπτικής, την απατηλή οδό, το αδιέξοδο. Σε σημείωμά του στην αρχή του τόμου, ο Χάιντεγκερ λαμβάνει αποστάσεις από αυτήν τη μεταφορική σημασία και επεξηγεί τη δική του χρήση, αναφέροντας μεταξύ άλλων: «Στο δάσος [Holz] υπάρχουν δρόμοι που συνήθως χάνονται στη βλάστηση, καταλήγοντας απότομα σε αδιέξοδα. Ονομάζονται Holzwege. Ο καθένας τους οδεύει χωριστά, αλλά μέσα στο ίδιο δάσος. Συχνά δίνεται η εντύπωση ότι ο ένας μοιάζει με τον άλλο. Πρόκειται όμως για απλή εντύπωση. Υλοτόμοι και δασοφύλακες γνωρίζουν τους δρόμους. Γνωρίζουν τι σημαίνει να βρίσκεται κανείς πάνω σε έναν Holzweg».
Στενωποί, και αδιέξοδα μας παραπέμπουν στον μυθικό Δαίδαλο ∙ στο χρέος του ανθρώπου να πολεμάει τη «στενή μάχη» , τη σκοτεινή Λαβύρινθο, για να βγει στο φως , στην έξοδο, στην ηθική και πνευματική ολοκλήρωση


Ο Σολωμός, αν και είδε το χάσμα της φύσης, που πάντα θα υπάρχει θαυμαστό, και το χάος της ιστορίας, που τώρα πλησιάζει τερατώδες, έμεινε ο ποιητής της αισιοδοξίας όσο κανένας έλληνας και λίγοι ευρωπαίοι. Αμέτε και κυττάξτε ένα πρωινό του Ιουλίου τη μαρμαρόσπαρτη Δήλο, πώς δηλοί. Αστράφτει στον ήλιο σαν τα αξόνια και τα μάτια του Απόλλωνα. Και μυρίζει στη θάλασσα σαν τα δάση και τα μαλλιά της Αρτέμιδας. Δύναμη που κρύβεται στο μουσικό όργανο του Σολωμού:


Τα κύματα έσχιζα μ’αυτό, τ’ άγρια και μυρωδάτα.


Ο Σολωμός έζησε ισχυρός και ερημίτης σε μια ώρα αρχής και ανυδρίας. Εν τούτοις αυτή η φυλετική ώρα ήταν μεγάλη. Γιατί μέσα από τον καύσωνα και τη λιγονεριά ο λαός του εξέρχοταν βλοσυρός «εκ γης δουλείας». Σ’αυτή την έρημο ήταν ταγμένος να τον οδηγήσει και να τον νομοθετήσει, έστω και χωρίς να το ξέρει συνειδητά.(...)

Και πιο κάτω:


Μόλις είν’ έτσι δυνατός ο Έρωτας και ο Χάρος.




Με τον έρωτα και το θάνατο ιστοριέται η ιδέα της πανεπίσκοπης εξουσίας, που ενσαρκώνεται στην απέραντη λειτουργία της ύλης. Η ισοδυναμία των αντιπάλων οδηγεί σε μια σύρραξη, στην οποία νικητής αναδείχνεται ο ηττημένος, κατά τον τρόπο που στην τακτική του πολέμου η υποχώρηση ημπορεί να κυκλώνει και η επίθεση να εγκλωβίζεται. Η πορεία του λουλουδιού προς την άνθιση είναι σύγκαιρα κίνηση προς το μαρασμό. Το τέλος της ακμής συμπίπτει με την αρχή της παρακμής. Το νόημα της μεταβολής αναπαύεται σ’ ένα ελάχιστο «μόλις», που αποτελεί το κλειδί του απείρου, το δείκτη δηλαδή της αύξησης και της μείωσης στην ενιαία κίνηση του όντος.


Αυτό το «μόλις», που δεν είναι άλλο από το «ωυτό»* της ηρακλείτειας οδού, που γυροφέρνει μόνιμα στη μουσική σκέψη του ποιητή και εκφράζεται σταθερά στο στίχο του Κρητικού.
Στην Ηθική οι έννοιες του Είναι και του Μηδενός συμβολίζονται στις παραστάσεις του αγαθού και του κακού, τα οποία καθαυτά και μονωμένα έχουν τη σημασία μιας πέτρας στο βυθό του Ειρηνικού, που κανείς δεν είδε και ποτέ δεν θα ιδεί. Το νόημα αυτών των δύο δυνάμεων ευρίσκεται μόνο στην ασίγαστη αμάχη, που ανοίγει την άπειρη διάσταση της ηθικής απάνου στο ελάχιστο «μόλις» της απόφασης. Το όσιο και το ανόσιο είναι μπλεγμένα καθώς το νερό και το χώμα στο κορμί του δέντρου. Αυτή την αποτρόπαιη βούληση του όντος ο Σολωμός την παρασταίνει πολύ σημαδιακά.


Ο Λάμπρος θα δώσει λόγο για τις ανομίες του τη Λαμπρή:


Χείλη με χείλη τότε εκολληθήκαν
Όσα εδώσαν φιλιά, τόσα μαχαίρια
Στού δυστυχή τα φυλλοκάρδια εμπήκαν.


Η κράση δηλαδή του Μηδενός και του Είναι στην απερινόητη διάσταση του οντολογικού στίγματος, ερμηνεύεται με τη Στιγμή, στην οποία δίνει μορφή το φως της αστραπής.


Άστραψε φως κι εγνώρισεν ο νιός τον εαυτό του.


Ημπορεί ο άνθρωπος να εντάξει τη ζωή του στα όρια αυτής της στιγμής;


Να ανοίξει τη στιγμή σε διάσταση ή να πυκνώσει τη διάσταση σε στιγμή;


Να στίξει τη ζωή του ή να χρονώσει τη στιγμή του;


Ένας σολωμικός στίχος αναγνωρίζει αυτή τη δυνατότητα:


Κι έζησε ζωή ατέλειωτη σε μια στιγμή.



ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ


*«Άδης καί Διόνυσος έν’ καί ωυτό» (Ο Άδης, ο θάνατος, και ο Διόνυσος, ο έρωτας, είναι το ίδιο πράγμα.). Ο Εμπεδοκλής είπε ακριβώς το ίδιο με τη φιλότητα και το νείκος, η φιλότης, ο έρωτας, το νείκος, φιλονικία, έρις, διάλυση, καταστροφή, απάνω σ’ αυτές τις δύο δυνάμεις, συντελείται όλο το δράμα του σύμπαντος.


http://fotodendro.blogspot.gr/search/label/%CE%9F%20%CE%9B%CE%99%CE%91%CE%9D%CE%A4%CE%99%CE%9D%CE%97%CE%A3%20%CE%93%CE%99%CE%91%20%CE%A4%CE%9F%CE%9D%20%CE%9A%CE%A1%CE%97%CE%A4%CE%99%CE%9A%CE%9F

Τετάρτη, 15 Μαρτίου 2017

“Ακόμα και σε άκρως «ποιητικές» εποχές, οι γνήσιοι ποιητές ήταν απόκληροι”


Συνέντευξη στην Ελένη Γκίκα //


Με φιλοδοξία του να ενώσει τον Σολωμό με τον Καβάφη, ξεκίνησε να γράφει ποίηση, βραβεύτηκε και ξαναβραβεύτηκε, αγαπήθηκε σαν ποιητής. Με ό,τι κι αν καταπιάστηκε ο Στρατής Πασχάλης, θέατρο, μεταφράσεις, παιδικό, παιδική ποίηση, σεμινάρια ποίησης τώρα στον Ιανό, ένα παραμένει ωστόσο: Ποιητής.
Η Ποίηση είναι πάντοτε το ζητούμενο, πέρα από μόδες, φωνές, εποχές γιατί «Η ποίηση έχει και δεν έχει σχέση με τις εποχές. Ακόμα και σε άκρως «ποιητικές» εποχές, οι γνήσιοι ποιητές ήταν απόκληροι. Γι’ αυτό κι εμένα δεν με ενδιαφέρει καθόλου η σημερινή υποχώρηση του ενδιαφέροντος για την ποίηση. Έχει  συμβεί το ίδιο και στο παρελθόν. Πάντα όμως θα υπάρχουν κάποιοι πρόθυμοι να συναντηθούν μαζί της, ακόμα και σήμερα που η τεχνολογική σκληρότητα σκοτώνει κάθε ευαισθησία, κάθε απόχρωση. Δεν πειράζει. Ο Πλωτίνος έγραφε τις αγγελικές Εννεάδες ενώ γύρω οργίαζε η Ρωμαϊκή παρακμή….»


-Κύριε Πασχάλη, πότε πρωτογράψατε ποίηση; Πρώτο σας βιβλίο η “Ανακτορία” το 1977, σας απασχολούσαν τα ίδια θέματα πάντα, από τότε έως αυτήν εδώ την εποχή;
Ξεκίνησα να γράφω το 1973, μετά από μια τυχαία ανάγνωση στίχων του Σολωμού. Δεν συμβιβάστηκα ποτέ με την ιδέα μιας ποίησης που εκφράζει «βιώματα». Τα βιώματα τα είδα πάντα σαν ενεργειακό υλικό. Σαν καύσιμο, όχι σαν επίκεντρο. Εκείνο που με τράβηξε ήταν η δυνατότητα να φτιάξω μικρά κείμενα από στίχους που δημιουργούν έναν μαγικό «αντικειμενικό» κόσμο πάνω στη σελίδα, και που αυτός ο κόσμος αιφνιδιάζει τον αναγνώστη και τον παρασύρει σε άγνωστες περιοχές, περιοχές της εικόνας και της ονειρικής γλώσσας. Η δική μου ποίηση πάντως δεν είναι μονολιθική. Πρέπει να διαβάσει κανείς όλα μου τα βιβλία για να με καταλάβει, γιατί χαρακτηριστικό μου είναι η αλλαγή. Όσο κι αν τα βασικά γνωρίσματα παραμένουν ίδια, κάθε φορά νιώθω την ανάγκη να πειραματίζομαι με διαφορετικά υλικά. Φιλοδοξία μου όταν άρχισα να γράφω ήταν να ενώσω τον Σολωμό με τον Καβάφη, τις δύο εκ διαμέτρου αντίθετες Σχολές της ελληνικής ποίησης, σε ένα μείγμα. Δεν ξέρω αν το πέτυχα, πάντως νιώθω κάποιες φορές πως ακόμα αυτό προσπαθώ.
          Επίσης, πίστευα πάντα και πιστεύω πως ο ποιητής που εκφράζει μια εποχή μπορεί να μην είναι αυτός που την εκφράζει υπηρετώντας τη θεματική της. Οι καταραμένοι ποιητές στη Γαλλία του 19ου αιώνα ήταν μια περιθωριακή μειονότητα. Ποιος περίμενε πως θα εκφράσουν τόσες γενιές από τότε μέχρι σήμερα. Στην εποχή τους δέσποζαν εντελώς άλλοι ποιητές συγχρονισμένοι με το γούστο της μόδας… Επειδή με ρωτάτε για το σήμερα θα έλεγα πως πράγματι ο κόσμος έχει αλλάξει δραματικά, όμως το αίτημα σήμερα νιώθω πως είναι να ειπωθούν όλα σαν να μην ειπώθηκαν ποτέ. Το αντίθετο απ’ αυτό που ίσως θα υποστήριζε η σημερινή διακειμενική αντίληψη της λογοτεχνίας. Όλες αυτές οι σκέψεις με απασχολούν σ’ ένα βιβλίο που πρόκειται να εκδοθεί σε λίγο καιρό με τίτλο «Ποίηση σε μικρόψυχους καιρούς» από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης.

-Στο μεταξύ, «Ανασκαφή», «Βυσσινιές στο σκοτάδι», «Άνθη του νερού», η μεγάλη ποιητική σύνθεση «Μιχαήλ», «Κωμωδία», «Κοιτάζοντας δάση», «Εποχή παραδείσου» (βραβείο ποίησης περιοδικού «Διαβάζω» 2009), η συγκεντρωτική έκδοση «Στίχοι ενός άλλου: ποιήματα 1977-2002», τι έχει αλλάξει από την πρώτη ως την τελευταία ποιητική συλλογή όσον αφορά τη φόρμα, την αναζήτηση ή την συλλογιστική;
Όπως σας είπα, κάθε φορά το ερέθισμα, ο κόσμος, τα υλικά, η εμπειρία είναι διαφορετικά, αλλά πάντα η ουσία μου είναι ίδια. Λόγου χάρη, στην ποίησή μου υπάρχει και η φύση και η πόλη, και η διάνοια και ο λυρισμός, και η μυστικοπάθεια και η λογική διαφάνεια… Αυτό βέβαια δεν το έκανα εσκεμμένα. Έτσι προκύπτει. Καμιά φορά αισθάνομαι πως ενώ έχω ακόμα και «κατηγορηθεί» ότι γράφω σα να μην άλλαξε τίποτα στον σύγχρονο κόσμο, με την ίδια «γαλήνη» που έγραφε κι ένας  λυρικός άλλης εποχής, ωστόσο η ποίησή μου παρουσιάζει έναν διαρκή και ανήσυχο πειραματισμό. Αφού κάθε συλλογή είναι κάπως σχιζοφρενικά διαφορετική από την προηγούμενη. Ένα μπορώ να πω με σιγουριά : Δεν μου αρέσουν οι μόδες. Ίσως γι’ αυτό ψάχνω την αυθεντικότητα ακόμα και μέσα στην αυτό-αμφισβήτηση και την ανατροπή κάθε δικής μου βεβαιότητας, παραμένοντας ωστόσο κλασικός και ευθύς. Ακόμα κι όταν γίνομαι σιβυλλικός. Αυτό νομίζω είναι μία ελληνική αρετή που την επιδιώκω.
         
-Έχει γραφτεί «Η έκφρασή του χαρακτηρίζεται από μουσικότητα, έντονη μεταφυσική ανησυχία, μυστικιστική υποβολή αλλά και από αμεσότητα και εμμονή στο γνήσιο και το συγκεκριμένο», η ποίηση, η δημιουργία είναι ο προσωπικός μας γρίφος και η προσωπική μας εμμονή; Το ίδιο ψάχνουμε γράφοντας μια ζωή;
Την ποίηση ψάχνουμε.  Η ποίηση είναι πάντα το ζητούμενο. Γιατί δεν αρκεί κανείς να γράφει καλούς στίχους, να πείθει, να έχει αναγνώστες, να βραβεύεται. Θα πρέπει να είναι πολύ κουτός για να νομίζει πως έτσι έχει «καπαρώσει» την ποίηση. Πάντα υπάρχει ένα ποσοστό μέσα μας αβεβαιότητας και ανάγκης να καταπιαστούμε πάλι μαζί της περικυκλώνοντάς την. Το αν εν τέλει την είχαμε αγγίξει, κι είχαμε κάτι διασώσει από αυτήν, δυστυχώς θα κριθεί όταν δεν θα υπάρχουμε. Γιατί βλέπετε είναι άλλο η δεξιότητα στην ποιητική τέχνη, κι άλλο η ειδική αυτή ποιότητα που κάνει μια έκφραση να είναι μοναδική και καταλυτική ποίηση για πάντα. Και δυστυχώς, μόνο αυτή μένει…. Και δυστυχώς αυτό πάντα ζητάμε χωρίς να’ μαστε ποτέ βέβαιοι πως το κατακτήσαμε.

-Η ενασχόλησή σας με το θέατρο έχει αλλάξει κάτι στο ύφος σας όσον αφορά την ποίηση ή την συλλογιστική;
Όχι, καθόλου. Η ενασχόλησή μου με το θέατρο με βοηθά να εκτονώνω τη δημιουργική μου ενέργεια και να νιώθω υγιής κάνοντας κάτι που έχει άμεση απήχηση και λειτουργικότητα. Άλλωστε, τα θεατρικά κείμενά μου, ακόμα και την καθαρή πρόζα, επιμένω να τα μπολιάζω με την ποιητική πνοή.
Το θέατρο άλλωστε είναι άμεσα δεμένο με τον ποιητικό λόγο, εφόσον από τον ποιητικό λόγο ξεκίνησε.


-Έχετε βραβευτεί όχι μόνο για την ποίησή σας (Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Ποιητή Μαρίας Ράλλη, Βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών, Βραβείο Διαβάζω) αλλά και για τις μεταφράσεις σας (Κρατικό Βραβείο Μετάφρασης, Βραβείο Μεταφρασμένης Ποίησης Άρης Αλεξάνδρου), η Μετάφραση είναι μια διαρκής σπουδή;
Η μετάφραση είναι μια άλλη τέχνη, ερμηνευτική. Μια τέχνη συνυφασμένη με την άσκηση. Θεωρώ μεγάλο προσόν να έχει ένας ποιητής, ένας συγγραφέας, ασχοληθεί με τη μετάφραση. Μαθαίνει πράγματα, και κυρίως, «διαβάζει» πολύ βαθιά το έργο που μεταφράζει. Γιατί η μετάφραση είναι κατ’ ουσία η πιο ουσιαστική ανάγνωση. Άρα και η πιο καλή μαθητεία.

-Μεταφράζεται η ποίηση, κύριε Πασχάλη; Και κατά πόσο το μεταφραστικό αποτέλεσμα ανήκει στον ποιητή ή στον μεταφραστή;
Οι γνώστες της γαλλικής λογοτεχνίας όταν αρθρώνουν το όνομα Πόε σκέπτονται αμέσως τον Μπωντλαίρ, τον Μαλλαρμέ. Όταν λένε Σαίξπηρ ο νους τους πάει αυτόματα στον Ζιντ.. Όταν μιλάνε για την Ορέστεια αυτόματα έρχεται στα χείλη τους ο Κλωντέλ. Τους ποιητές-μεταφραστές δηλαδή που ασχολήθηκαν με τους συγκεκριμένους ξένους συγγραφείς. Όπως κι εμείς, που όταν μιλάμε για τον Έλιοτ, ο Σεφέρης μπλέκεται μοιραία στην κουβέντα, κι όταν αναφερόμαστε στον Λόρκα, ο Γκάτσος είναι αναγκαστικά παρών. Νομίζω πως αυτό απαντά στο ερώτημά σας. Το αποτέλεσμα είναι παιδί και των δύο , και του ποιητή και του μεταφραστή, αλλά ανήκει μόνο στον εαυτό του, όπως κάθε αληθινό έργο τέχνης που γίνεται στο τέλος ανώνυμο. Νομίζω πως αυτό για τη μετάφραση ισχύει πιο πολύ απ’ ό,τι για την πρωτότυπη τέχνη.

-Θα πρέπει κάποιος να είναι ποιητής για να μεταφράσει ποίηση;
Όχι απαραίτητα. Μπορεί να είναι εραστής της ποίησης, ή λανθάνων ποιητής που βρήκε τον τρόπο να γράψει ποίηση…. Υπάρχουν εξαιρετικές μεταφράσεις ανθρώπων που δεν είναι ποιητές.


-Η παιδική ποίηση είναι σπάνια, παλιά, ή πολύ αυστηρή. «Το ασημένιο ρομποτάκι με το κόκκινο φωτάκι» ήταν μια όαση, τι πρέπει κανείς να προσέξει κάνοντας ποίηση παιδική;
Το «Ρομποτάκι» ήταν μια αθώα χειρονομία, πολύ πηγαία, όταν η Μαρία Ναυπλιώτου μου πρότεινε πριν χρόνια να μετάσχω στην προσπάθεια της ομάδας Το Διαφορετικό παιδί. Μου έδωσαν το θέμα, κι εγώ έγινα σαν παιδί και είπα με στίχους ένα παραμύθι με θετικό μήνυμα. Δεν νομίζω πως υπάρχει συνταγή. Το ίδιο έκανα και στο θέατρο. Έγραψα πριν μερικά χρόνια μια έμμετρη διασκευή του παραμυθιού των αδερφών Γκριμ «Οι τρεις βασιλοπούλες που λιώναν τα γοβάκια τους», έτσι, σα να έβγαινε από μέσα μου ένα ποτάμι. Δεν υπάρχει συνταγή. Νομίζω πως τα παιδιά δεν είναι διαφορετικά από τους μεγάλους. Εγώ τα αντιμετωπίζω με την ίδια σοβαρότητα. Και με την ίδια ευθύνη. Τα παιδιά καταλαβαίνουν περισσότερα απ’ ό,τι εμείς. Είναι ξεκάθαρα και άμεσα. Δεν διστάζουν να δείξουν ότι βαριούνται. Και δεν τους αρέσει η ψευτιά και η πόζα. Εμείς νομίζω πως θα’ ναι καλό να τους καλλιεργούμε το καλό γούστο, τον γλωσσικό πλούτο και την ουσιαστική γνώση. Για να γίνουν ελεύθεροι άνθρωποι.

-«Ο άνθρωπος του λεωφορείου» ποιος είναι; Και πώς αποφασίζει να γράψει μυθιστόρημα ένας ποιητής;
Ο άνθρωπος του λεωφορείου είναι ο τυχαίος καθημερινός άγνωστος που μας προσπερνά και δεν θα τον ξαναδούμε ποτέ στη ζωή μας. Από νέος είχα προσέξει πως τέτοιοι άνθρωποι σε κρίσιμες στιγμές στέκονται απέναντί μας με την πιο μεγάλη αλήθεια τους, σε αντίθεση με άλλους, γνωστούς, κολλητούς, συγγενείς, συνεργάτες που παίζουνε μόνο ρόλους. Έτσι, κατέληξα πως οι αληθινοί άγγελοι της ζωής μας είναι αυτοί οι άγνωστοι που μας περιβάλλουν χαμένοι στο πλήθος.  Έτοιμοι να μας σώσουν ή να ενεργήσουν πάνω μας μ’ έναν τρόπο συγκλονιστικό. Έτσι, με αυτή τη σκέψη, άρχισα να γράφω ένα αφήγημα, αποτυπώνοντας εμπειρίες εξωτερικές και εσωτερικές. Ιστορίες τυχαίων συναντήσεων με αγνώστους, παράλληλα με μια υποτυπώδη «δράση» που αφορά τον κύκλο των καλλιτεχνών-λογοτεχνών και τα «παιχνίδια» τους, μέσα στο πλαίσιο της τότε παγκοσμιοποιημένης ευημερίας της δεκαετίας του’ 90-2000, με τις αποχρώσεις ενός ανατέλλοντος φασισμού που σήμερα τον βλέπουμε πια εντελώς ξεκάθαρα. Όλα συμπλέκονται σε μια ασφυκτική περιοχή χωρίς διέξοδο, σαν ημερολογιακό χρονικό, δοκίμιο, «ποιητική τέχνη», ταξιδιωτικές εντυπώσεις, χρονογράφημα…. Η φαντασία παίζει τον κυριότερο ρόλο… Ο ήρωας της ιστορίας όμως, μολονότι αφηγούμαι σε πρώτο πρόσωπο, δεν είμαι εγώ. Αυτός είναι και ο βασικός, αινιγματικός χαρακτήρας. Το παράξενο είναι πως ό,τι φαίνεται ρεαλιστικό σε αυτό το αφήγημα είναι τελείως φανταστικό, ενώ αυτό που μοιάζει παράδοξο και ονειρικό είναι πραγματικότητα.
Πολλοί ποιητές έχουν γράψει αφηγήματα, μυθιστορήματα. Γνώμη μου είναι πως η καθαρότητα των ειδών είναι μια εμμονή της γενιάς του ‘ 30, κάπως ξεπερασμένη σήμερα. Ένας ποιητής πρέπει να τολμά και το πεζογράφημα. Γιατί μόνο έτσι καταπολεμά τον ναρκισσισμό και τον αυτισμό του «ποιητικισμού».


-Έχετε ανθολογήσει Καραγάτση και Παπαδιαμάντη, υπήρξαν δική σας επιλογή;
Όχι, ήταν παραγγελίες. Έκανα πρώτα τις «Ιστορίες αμαρτίες κι αγιοσύνης», μια συλλογή διηγημάτων του Καραγάτση, που την τιτλοφόρησα έτσι γιατί παρατήρησα πως η συναίρεση αυτών των δύο στοιχείων χαρακτηρίζουν τον κόσμο των διηγημάτων του.  Αμέσως έγινε ευπώλητο. Αυτό προκάλεσε την παραγγελία για τη δεύτερη ανθολογία. Με αφορμή το έτος Παπαδιαμάντη, τα «Σκοτεινά παραμύθια», μια επιλογή αφηγημάτων του μεγάλου Σκιαθίτη όπου κυριαρχεί το μυστήριο, η νύχτα, η δεισιδαιμονία, ο φόβος, ο θρύλος, η κατάνυξη, η ποίηση. Είχε απήχηση και αυτή. Το περίεργο είναι πως η πρώτη ανθολογία και η θεματική της (αγιοσύνη, αμαρτία) έχουν ως επίκεντρο ένα διήγημα του Καραγάτση για τον Παπαδιαμάντη. Λες και η πρώτη ανθολογία γέννησε τη δεύτερη, όμως αυτό δεν ήταν σκόπιμο αλλά τυχαίο…

-Οι αγαπημένοι σας μετά από τόσες μεταφράσεις, ποιοι είναι; Αλλάζουν τα γούστα μας αναλόγως με τα χρόνια και την εποχή; Υπάρχουν δημιουργοί που θεωρείτε ότι είναι συγγενικοί;
Ο Ρακίνας και ο Ρεμπώ είναι οι δύο ποιητές που τελικά νομίζω πως συνδέονται μοιραία με τη δουλειά μου. Παραδόξως είναι οι δύο αντίποδες της Γαλλικής ποίησης, όπως ο Σολωμός και ο Καβάφης για μας. Κι εγώ τους μετέφρασα και τους δύο. Ίσως αυτή η σύνδεση των δύο άκρων, που σας είπα και πιο πάνω, να με κυνηγά διαρκώς, δεν ξέρω…. Συγγενικοί με μένα ; Μπορεί. Ο Ρεμπώ σίγουρα με επηρέασε. Ο Ρακίνας μου άσκησε πάντα μια έλξη γιατί εκφράζει το ακατόρθωτο. Όχι τόσο γιατί είναι περίπλοκος αλλά γιατί είναι τόσο απλός και όμως τόσο αδύνατο να τον διασώσεις ως γλωσσική αύρα. Σαν μια κορυφή που κανείς δεν έχει ποτέ κατακτήσει.

-Το θέατρο τι έχει που δεν το έχει ούτε η ποίηση ούτε η πεζογραφία;
Τη συλλογικότητα. Το θέατρο το γράφεις μόνος, αλλά το ποιείς με άλλους. Εγώ μέχρι τώρα δεν έγραψα καθαρό θέατρο σαν διανοούμενος συγγραφέας. Έγραψα μέσα στη συνθήκη της παραγγελίας και της ανάγκης. Κι αντίθετα με τις λόγιες καταβολές μου, έκανα ακόμα και λαϊκό θέαμα. Αυτό είναι πολύ γοητευτικό. Επίσης, είναι μια τέχνη που , ό,τι και να πούνε οι ειδικοί, εν τέλει κρίνεται από το κοινό. Ενώ η ποίηση δεν μπορεί να έχει αυτή την άμεση επίδραση. Είναι πιο εξαρτημένη από τους διαμεσολαβητές.
Λόγου χάρη, η πρόσφατη εμπειρία μου με τη «Μεγάλη Χίμαιρα» είναι η πιο χαρακτηριστική. Όταν μου την πρότεινε ο Δημήτρης Τάρλοου, ξεκίνησα με πολύ φόβο… Είχα φτιάξει μερικές σκηνές, σχεδόν αυτοσχέδιες με ό,τι έβρισκα μπροστά μου, γιατί όπως θα ξέρετε το μυθιστόρημα αυτό δεν έχει ούτε δράση ούτε διαλόγους. Είναι μονόλογος σε πλάγιο λόγο. Ενώ ο Τάρλοου ήθελε ένα κανονικό κινηματογραφικό και θεατρικό έργο. Όταν είδε τις πρώτες σκηνές ενθουσιάστηκε. Κι αυτό μου έδωσε το έναυσμα να γίνω πιο τολμηρός. Δηλαδή πιο πιστός στο αυθεντικό αίσθημά μου. Χωρίς συμπλέγματα, άρχισα να φτιάχνω ένα κανονικό μελόδραμα, με αρκετά στοιχεία που αντλούσα από τη δική μου γλώσσα και εμπειρία, προσέχοντας όμως να μην προδώσω το σκοτεινό ψυχαναλυτικό βάθος που έχει ακούσια και το αφήγημα. Ήθελα η χιμαιρική μαγεία του κινηματογραφικού σεναρίου να έρχεται σε έντονη αντίθεση με το νατουραλισμό της σκηνικής πράξης. Δεν ήθελα με κανένα τρόπο η «λογοτεχνικότητα» να υπονομεύσει την γνήσια ποίηση των αντιθετικών εικόνων του «θεατρικού» σινεμά και του «κινηματογραφικού» θεάτρου. Είχα ανακαλύψει ένα σκηνικό στυλ, αφάνταστα ενδιαφέρον. Πολύ διακριτικά μπόλιασα το εγχείρημα με κάτι από τον γαλλικό κλασικισμό που ερχόταν και αυτό σε αντίθεση με το ρεαλισμό και τη «γραφικότητα» της ελληνικής ζωής του τότε.
Είχα την απόλυτη πεποίθηση ότι οι ειδικοί θα στέκονταν κάπως σκεπτικοί απέναντι στο εγχείρημα ενώ το κοινό θα ενθουσιαζόταν. Όπως και έγινε τελικά. Η τόσο μεγάλη επιτυχία δικαίωσε τη δουλειά μας εντελώς άμεσα, εντελώς ειλικρινά. Νομίζω πως το θέατρο είναι μια τέχνη όπου το κοινό είναι τελικά ο μόνος κριτής.

-Ποια είναι «Τα εικονίσματα» σήμερα;
Θα σας απαντήσω με ένα καίριο απόσπασμα από μια κριτική που γράφτηκε για τα «Εικονίσματα» και που αληθινά με εντυπωσίασε με την ακρίβειά της: «Τα Εικονίσματα δεν είναι παρά τα απαρνημένα ή αρνημένα κατηγορήματα, ο χρόνος και ο μη χρόνος, το διακείμενο που σπονδυλώνεται σε ποιητική ιδέα και ταυτοχρόνως αποσαθρώνεται και ματαιώνεται οριστικά, οι ψευδαισθήσεις και οι μη ψευδαισθήσεις, οι έννοιες και οι μη έννοιες, το ορατό και το μη ορατό. «Τα εικονίσματα» είναι οι όψεις αντιθέτων εννοιών και ζευγών σε μια προσπάθεια καθολικής, πραγματικής, εικονικής και εικαστικής αναπαράστασης του κόσμου, και γι΄αυτό ποιητικής… » (Ζαχαρίας Κατσακός, περιοδικό Κουκούτσι, τεύχος 9, Χειμ.’13-Άν. ’14.)

-Και ποια η σχέση της ποίησης με τη δική μας εποχή;
Η ποίηση έχει και δεν έχει σχέση με τις εποχές. Ακόμα και σε άκρως «ποιητικές» εποχές, οι γνήσιοι ποιητές ήταν απόκληροι. Γι’ αυτό κι εμένα δεν με ενδιαφέρει καθόλου η σημερινή υποχώρηση του ενδιαφέροντος για την ποίηση. Έχει  συμβεί το ίδιο και στο παρελθόν. Πάντα όμως θα υπάρχουν κάποιοι πρόθυμοι να συναντηθούν μαζί της, ακόμα και σήμερα που η τεχνολογική σκληρότητα σκοτώνει κάθε ευαισθησία, κάθε απόχρωση. Δεν πειράζει. Ο Πλωτίνος έγραφε τις αγγελικές Εννεάδες ενώ γύρω οργίαζε η Ρωμαϊκή παρακμή….

-Κύριε Πασχάλη, τι είναι η έμπνευση; Το ποίημα μας βρίσκει ή το βρίσκουμε εμείς;
Με κίνδυνο να φανώ πολύ ιδεαλιστής θα σας πω ότι «το ποίημα προϋπάρχει». Μας επιλέγει ως δέκτες. Και μας καλεί να του δώσουμε σάρκα και οστά.


-Εν τέλει, γεννιέται ή γίνεται ο ποιητής;
Γεννιέται. Αλλά και γίνεται, με την έννοια ότι προχωρεί και εξελίσσεται. Σκεφτείτε τον Καβάφη. Βρήκε τον εαυτό του μετά τα σαράντα. Μέχρι τότε ήταν «ατάλαντος».

-Η ποίηση είναι κάτι που μπορεί να διδαχτεί;
Η ποίηση δεν διδάσκεται. Απλώς, η ποιητική τέχνη έχει μυστικά και μονοπάτια που μπορείς να τα ανακαλύψεις συζητώντας με κάποιον που ασχολείται κι εκείνος με την ποίηση και που τον εμπιστεύεσαι. Γι’ αυτό κι εμένα δεν μου αρέσει ο όρος διδάσκω, αλλά συναντώ. Πάντως, εργαστήρια δημιουργικής γραφής της λογοτεχνίας γίνονται σε όλον τον κόσμο. Και σε αρκετές χώρες γίνονται σε πανεπιστημιακό επίπεδο.
Προσωπικά, αυτά τα σεμινάρια τα θεωρώ και τρόπους συμπληρωματικής επιμόρφωσης. 

-Σε ποιους απευθύνονται τα σεμινάρια στον Ιανό «Πρώτο βήμα στην ποίηση»;
Στον καθένα που έχει κάνει κάποιες απόπειρες να γράψει και θέλει να προχωρήσει …..Ή που διαβάζει ποίηση και θέλει να αποπειραθεί συντροφιά με άλλους καλοπροαίρετους συμμάχους…

-Τι οφείλει να γνωρίζει κάποιος προτού ασχοληθεί με την ποίηση αλλά και εφόσον ήδη ασχοληθεί;
-Να έχει διαβάσει ποίηση. Καλή ποίηση. Αυτό είναι κάτι πολύ βασικό. Εκτός κι αν έχει έμφυτο το χάρισμα και δεν χρειάζεται καμιά γνώση. Αλλ’ αυτό είναι πάρα πολύ σπάνιο.

-Άλλος τρόπος γραφής ταιριάζει στον καθένα μας και πώς μπορεί να αποκαλυφθεί ή να αναδυθεί;
Αυτό προσπαθώ στα σεμινάρια. Να βοηθήσω τον καθένα να βρει τον τρόπο γραφής που του πηγαίνει. Το ύφος του δηλαδή. Δεν υπάρχει μέθοδος γι’ αυτό. Απλώς είσαι ανοιχτός, δεν προσπαθείς να μεταδώσεις συνταγές και δεν μιλάς με προκαταλήψεις. Απλώς προσπαθείς να επεξεργαστείς το κάθε ύφος και να το οδηγήσεις εκεί που βλέπεις ότι θέλει να οδηγηθεί. Αυτό είναι όλη μου η προσπάθεια.


-Κύριε Πασχάλη, διδάσκοντας δημιουργική γραφή, είχατε εκπλήξεις;
Φυσικά. Πολλοί άνθρωποι που έρχονται στις συναντήσεις δεν δείχνουν εξαρχής την εντυπωσιακή πρόοδο που θα σημειώσουν στη εξέλιξη των σεμιναρίων…. Κάτι άλλο που στο τελευταίο σεμινάριο συνέβη και δεν το περίμενα ήταν η πραγμάτωση μιας επιθυμίας που είχα πάντα: να γράψω μαζί με άλλους ένα «συλλογικό» ποίημα. Κι αυτό το πετύχαμε μέσα από έναν πολύ ιδιαίτερο και γόνιμο πειραματισμό…

-Μπορεί να είναι «Εποχή παραδείσου» ή και να γίνει η δική μας εποχή;
Αυτός ο τίτλος είναι διφορούμενος. Ειρωνικός. Όπως και η εποχή μας που είναι πράγματι μια «εποχή παραδείσου». Ποτέ άλλοτε ο άνθρωπος δεν είχε τόσες δυνατότητες κάλυψης των περισσότερων αναγκών του. Αρκεί όμως μόνο αυτό για μια ουσιαστική πληρότητα που ν’ απαντά στα βαθιά ερωτήματά μας; Το βιβλίο μου έμμεσα το υπαινίσσεται. Ο «παράδεισός» μας είναι ένας εφιαλτικός παράδεισος που έχει φτάσει στα όριά του…. Στη Γαλλία, όπου μεταφράστηκε, η κριτική διέκρινε και επεσήμανε αυτή την υπαρξιακή και μεταφυσική αγωνία που εκφράζεται σαν μια παθιασμένη σύγχρονη αναζήτηση  λυτρωτικής λήθης ….. Στην Ελλάδα, μολονότι επαινέθηκε και βραβεύθηκε, δεν ξέρω πόσο έγινε αισθητή αυτή η πλευρά του.
 http://fractalart.gr/stratis-paschalis/