Αναγνώστες

Παρασκευή, 30 Απριλίου 2010

ΤΑ ΕΘΝΗ ΤΩΝ ΚΡΗΤΩΝ

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ, ΤΟ ΟΝΟΜΑ

ΚΑΙ ΤΑ ΕΘΝΗ ΤΩΝ ΚΡΗΤΩΝ


1. ΟΙ ΑΠΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΕΘΝΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ: ΟΙ ΕΤΕΟΚΡΗΤΕΣ, ΟΙ ΚΥΔΩΝΕΣ, ΟΙ ΑΧΑΙΟΙ, ΟΙ ΠΕΛΑΣΓΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΔΩΡΙΕΙΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ


Ο Όμηρος (Οδύσσεια, ραψωδία τ 178 – 183) αναφέρει ότι η Κρήτη μετά τα Τρωικά είχε αναρίθμητο κόσμο και 90 πόλεις (στην Ιλιάδα Β 645 – 652 αναφέρεται ότι η Κρήτη είχε 100 πόλεις) με πρωτεύουσα την Κνωσό, των οποίων οι κάτοικοι ήσαν άλλοι Κύδωνες, άλλοι Ετεοκρήτες, άλλοι Αχαιοί, άλλοι Δωριείς και άλλοι Πελασγοί.

«Υπάρχει κάποια χώρα Κρήτη, στη μέση του γυαλιστερού Πόντου, ωραία και γόνιμη, που βρέχεται από θάλασσα. Σ’ αυτή υπάρχουν πολλοί άνθρωποι, αναρίθμητοι και ενενήντα πόλεις. Μιλούνε ανάμεικτη γλώσσα. Σ’ αυτή τη χώρα κατοικούν Αχαιοί, οι Κύδωνες, οι Ετεοκρήτες οι μεγαλόκαρδοι, κάποιοι από τους μακροτρίχηδες ή στα τρία χωρισμένους Δωριείς και οι θεϊκοί Πελασγοί. Σ’ αυτούς πρωτεύουσα είναι η Κνωσός, μεγάλη πόλη, όπου βασίλευε ο Μίνωας, ο ισχυρός, αγαπητός φίλος του Δία, ο πατέρας του δικού μου πατέρα, του μεγαλόψυχου Δευκαλίωνα, ο Δευκαλίωνας είναι αυτός που γέννησε εμένα (τον Αίθωνα) και το βασιλιά Ιδομενέα. Αλλά αυτός με τα κοίλα (πολεμικά) πλοία στην Τροία αναχώρησε μαζί με τους Ατρείδες, κι εγώ ονομάζομαι Αίθων, μικρότερος στην ηλικία.» (Οδύσσεια, ραψωδία τ 178 – 183)

Από τους ως άνω κατοίκους της Κρήτης, σύμφωνα με τους άλλους αρχαίους συγγραφείς, οι Ετεόκρητες ήσαν αυτόχθονες και άλλοι επήλυδες, δηλαδή μετανάστες, έποικοι. Ειδικότερα και σύμφωνα πάντα με τους αρχαίους συγγραφείς (Ηρόδοτο, Στράβωνα, Διόδωρο κ.α.):

1) Οι Ετεοκρήτες ήσαν οι αρχαιότεροι κάτοικοι της Κρήτης, των οποίων ο βασιλιάς με το όνομα «Κρήτας» είχε ανακαλύψει πάρα πολλά και πολύ σημαντικά για τους ανθρώπους πράγματα. Πρώτοι αυτοί συγκέντρωσαν λέει τα πρόβατα σε κοπάδια και εξημέρωσαν τα υπόλοιπα είδη ζώων. Επίσης ανακάλυψαν τη μελισσοκομία, την τέχνη του τόξου και του κυνηγίου, τη συναναστροφή και τη συμβίωση μεταξύ των ανθρώπων, αλλά ήταν και οι πρώτοι που δίδαξαν την ομόνοια και κάποια ευταξία στην κοινωνική ζωή. Ανακάλυψαν επίσης τα ξίφη, τα κράνη και τους πολεμικούς χορούς.

«Οι κάτοικοι, λοιπόν, της Κρήτης λένε πως οι αρχαιότεροι κάτοικοι στο νησί ήταν αυτόχθονες, οι λεγόμενοι Ετεοκρήτες, των οποίων ο βασιλιάς, Κρής (Κρήτας) το όνομα, ανακάλυψε πολλά και πολύ σημαντικά πράγματα στο νησί που είχαν τη δυνατότητα να ωφελήσουν την κοινωνική ζωή των ανθρώπων…. ….. Πρώτοι, λοιπόν, απ’ όσους μνημονεύονται από την παράδοση, κατοίκησαν στην περιοχή της Ίδης στην Κρήτη οι Ιδαίοι Δάκτυλοι, όπως ονομάστηκαν...(Διόδωρος 5,64)

Οι Ετεοκρήτες σε σχέση με τους άλλους μεταγενέστερους κατοίκους της Κρήτης θεωρούνταν αυτόχθονες και γι αυτό και καλούνταν έτσι, δηλαδή «Ετεοκρήτες» = οι πρώτοι, οι γνήσιοι Κρήτες. Ήσαν απόγονοι των καλούμενων «Κουρητών» και κείνοι των καλούμενων «Ιδαίων Δακτύλων». Οι Ιδαίοι Δάκτυλοι, που ονομάζονταν έτσι, επειδή κατοικούσαν στους Δακτύλους (πρόποδες ή κορφές) της οροσειράς Ίδη ή Ιδαία όρη της Κρήτης, κατ’ άλλους ήσαν άποικοι που είχαν έρθει στην Κρήτη από τη Φρυγία (= η Τρωάδα) της Μ. Ασίας προκειμένου να επικουρήσουν (απ΄όπου και η ονομασία Κουρήτες) στη γέννηση και ανατροφή του Δία και μετά παρέμειναν και κατ’ άλλους ήσαν ντόπιοι Κρητικοί που μερικοί από αυτούς μετοίκησαν στη Φρυγία της Μ. Ασίας, καθώς και σε άλλα μέρη και γι αυτό υπάρχει οροσειρά Ίδη και στην Κρήτη και στη Μ. Ασία.

2) Μετά τον κατακλυσμό του Δευκαλίωνα η Κρήτη παθαίνει μεγάλη ερήμωση και ήρθαν και κατοίκησαν εκεί και άλλα φύλα, οι Κύδωνες, οι Αχαιοί, οι Δωριείς και οι Πελασγοί της Κρήτης.

Ειδικότερα όταν ήταν βασιλιάς των Ετεοκρητών ο Κρηθέας, κατέπλευσε στο νησί ο Τέκταμος, ο οποίος ήταν γιος του Δώρου και κείνος γιος του Έλληνα από το Πελασγικό Άργος (= η Θεσσαλία) μαζί με Δωριείς, Αχαιούς και Πελασγούς κι έγινε βασιλιάς του νησιού, νυμφευόμενος την κόρη του βασιλιά των Ετεοκρήτων Κρηθέα.

«Ο Τέκταμος του Δώρου, του γιου του Έλληνα που ήταν γιος του Δευκαλίωνα, κατέπλευσε στην Κρήτη μαζί με Αιολείς και Πελασγούς κι έγινε βασιλιάς του νησιού, παντρεύτηκε την κόρη του Κρηθέα κι απόκτησε τον Αστέριο..». (Διόδωρος, 4, 60)

«Αφού διευκρινίσαμε όλα αυτά, απομένει να μιλήσουμε για τα έθνη τα οποία ήρθαν σε επιμειξία με τους Κρήτες. Ότι οι πρώτοι κάτοικοι του νησιού ήταν οι ονομαζόμενοι Ετεοκρήτες, που θεωρούνται αυτόχθονες, το είπαμε πιο πριν. Μετά από αυτούς και πολλές γενιές αργότερα, Πελασγοί, που περιπλανιόνταν ένεκα συνεχών εκστρατειών και μεταναστεύσεων, έφτασαν στην Κρήτη και εγκαταστάθηκαν σε ένα μέρος του νησιού. Τρίτο ήταν, λένε, το γένος των Δωριέων που έφτασε στο νησί με αρχηγό τον Τέκταμο, το γιο του Δώρου. το μεγαλύτερο μέρος ετούτου του λαού συγκεντρώθηκε, λένε, από την περιοχή του Ολύμπου, αλλά ένα μέρος του ήταν από τους Αχαιούς της Λακωνίας, επειδή ο Δώρος είχε τη βάση εξόρμησης στην περιοχή του Μαλέα. Τέταρτο γένος που ανακατεύθηκε με τους κατοίκους της Κρήτης ήταν, λένε, ένα συνονθύλευμα βαρβάρων που με τα χρόνια εξομοιώθηκαν στη γλώσσα με τους Έλληνες κατοίκους. Μετά απ΄αυτά, επικράτησαν ο Μίνωας και ο Ραδάμανθυς και συνένωσαν τα έθνη του νησιού σε ενιαίο σύνολο...» ( Διόδωρος, 5, 80)

Πριν από τον κατακλυσμό του Δευκαλίωνα στην Κρήτη κατοικούσαν οι Ετεοκρήτες, στο Πελασγικό Άργος (= η Θεσσαλία, όπου υπήρχε η πόλη Ελλάδα και γι αυτό και οι κάτοικοι της περιοχής αυτής λέγονταν και Έλληνες) οι Πελασγοί (φύλα των οποίων ήσαν και οι Αιολείς, οι Δωριείς, οι Ίωνες και οι Αχαιοί), στη Μακεδονία οι Μακεδόνες, στη Μαγνησία οι Μάγνητες κ.α. Μετά τον κατακλυσμό του Δευκαλίωνα κάποιες φυλές από το Πελασγικόν Άργος με αρχηγό το Δώρο - απ΄ όπου και η ονομασία «Δωριείς» - φεύγουν και πάνε στις πλαγιές της Όσας και του Ολύμπου, στην περιοχή που αρχικά λέγονταν Δωρίδα και σήμερα «Εσταιώτιδα». Από εκεί ένα μέρος από τις φυλές αυτές με αρχηγό τον Τέκταμο ή Τεκταφο φεύγει πριν από τον Τρωικό πόλεμο και πάει στην Κρήτη, όπου μετά ενοποιήθηκε (έγινε οικειοθελώς επί βασιλείας Μίνωα) με τους Ετεόκρητες και τα υπόλοιπα φύλα που υπήρχαν εκεί. Οι υπόλοιποι Δωριείς έφυγαν 80 χρόνια μετά από τον Τρωικό πόλεμο, οδηγούμενοι από τους Ηρακλείδες, και πήγαν στην Πελοπόννησο όπου δια των όπλων ενοποιήθηκαν με τα τοπικά φύλα και έγιναν γνωστοί με το όνομα Σπαρτιάτες.

Σύμφωνα με το Στράβωνα οι Κύδωνες ήσαν αυτόχθονες Κρήτες και σύμφωνα με τους Παυσανία, Πλάτωνα κ.α. ήσαν επήλυδες, δηλαδή μετανάστες που είχαν έρθει στο νησί από την Αρκαδία – Γορτυνία της Πελοποννήσου (εξ ου και η Γόρτυνα της Κρήτης) και με αρχηγούς τους γιους: Κύδωνα, Γόρτυ και Κατρέα του Τεγεάτη βασιλιά Λυκάονα έκτισαν τις πόλεις που φέρουν το όνομά τους: Κυδωνία, Γόρτυνα και Κατρέα, κάτι που είναι και η πραγματική αλήθεια, αφού αυτό απεικονίζεται και στα νομίσματά των πόλεων αυτών.

«Η γλώσσα (των Κρητών) είναι «μεμειγμένη» (ανακατεμένη) και κατά τον ποιητή (Όμηρο): «εν δ’ Ετεοκρήτες μεγαλήτορες, εν δ’ Κύδωνες, Δωριέες τε τριχαϊκες δίοι τε Πελασγοί». Κατά τον Στάφυλο, ανατολικά της Κρήτης ζούνε οι Δωριείς, στα δυτικά οι Κύδωνες και στα νότια οι Ετεοκρήτες, με οικισμό τους τον Πράσο, όπου βρίσκεται το ιερό του Δικταίου Δία. Οι υπόλοιποι είναι πιο δυνατοί και κατέχουν τις πεδιάδες. Είναι εμφανές ότι Ετεοκρήτες και Κύδωνες είναι αυτόχθονες, ενώ οι άλλοι Επήλυδες (μετανάστες). Ο Άνδρων λέει ότι οι Επήλυδες Κρήτες ήρθαν από τη Θεσσαλία, από την περιοχή που παλιά λεγόταν Δωρίδα και σήμερα Εσταιώτιδα. (Στράβων, Ι, ΙV 6 – 7)

«Λέγουσι δε και όσοι Τεγεάτου των παίδων ελείποντο μετοικήσαι σφας εκουσίως ες Κρήτην, Κύδωνα και Αρχήδιον και Γόρτυνα’ και τούτων φασιν ονομασθήναι τας πόλεις Κυδωνίαν και Γόρτυνά τε και Κατρέα. Κρήτες δε ουχ ομολογούντες τῳ Τεγεατών λόγῳ Κύ́δωνα μὲν Ακακαλλίδος θυγατρός Μίνω καὶ Ερμού, Κατρέα δε φασιν εί̃ναι Μίνω, τον δε Γό́ρτυνα Ραδαμάνθυος. ες δε αυτόν Ραδάμανθυν Ομήρου μεν εστιν εν Πρωτέως προς Μενέλαον λόγοις ως ες τὸ πεδίον ή́ξοι Μενέλαος τὸ Ηλυσιον, πρότερον δε ετι Ραδάμανθυν ενταυθα ηκειν: Κιναίθων δε εν τοις έπεσιν εποίησεν <ως> Ραδάμανθυς μεν Ηφαίστου, Ήφαιστος δε είη Ταλω, Ταλων δε είναι Κρητος παιδα. οι μεν δη Ελλήνων λόγοι διάφοροι τα πλέονα καὶ ουχ ή́κιστα επι τοις γενεσίν εισι..» (Παυσανίας Αρκαδικά, VIII, 53, 4 - 6).

«Όσο για τους υπόλοιπους Έλληνες, φαντάζομαι οι Πελοποννήσιοι θα γίνουν πρόθυμα δεκτοί. Όπως είπες πριν από λίγο υπάρχουν ανάμεσά μας πολλοί Αργίτες, αλλά και οι Γορτύνιοι, η πιο φημισμένη φυλή, αφού είναι μετανάστες από την ονομαστή Γόρτυνα της Πελοποννήσου…» (Πλάτων Νόμοι Δ, 708)


Σημειώνεται ότι:

1) Όταν πήγαν οι Αχαιοί, οι Δωριείς και οι Πελασγοί της Κρήτης στο νησί και βρήκαν εκεί τους Ετεόκρητες δεν υπήρχε ακόμη ο διαχωρισμός σε «Έλληνες» και «βάρβαρους», αφού αυτό έγινε μετά τα τρωικά, σύμφωνα με τους Θουκυδίδη (Α, 3 -9), Ηρόδοτο (Α 54 – 57 κ.α.), Ησίοδο (Κατάλογος γυναικών) κ.α. Σύμφωνα επίσης με τους Θουκυδίδη, Εκαταίο Μιλήσιο κ.α., πριν από τα Τρωικά δεν υπήρχαν μόνιμοι κάτοικοι στην Ελλάδα παρά μόνο διάφορα φύλα, με μεγαλύτερο το Πελασγικό, που ζούσαν μεταναστευτικά για εξεύρεση πηγών διατροφής μια και μέχρι τότε δεν υπήρχε η γεωργία.

2) Οι Ετεοκρήτες και οι Κύδωνες ήσαν φυλετικά το αυτό με τους Δωριείς, Αχαιούς και Πελασγούς, αφού:

Α) Ο Όμηρο αναφέρει ότι και οι Ετεόκρητες είχαν πάει με τον μέρος των Αχαιών ή Πανελλήλων στον πόλεμο της Τροίας, πόλεμος που έγινε ανάμεσα στους Ευρωπαίους και τους Ασιάτες.

Β) Ο Διόδωρος (5,80) αναφέρει ότι και οι Ετεοκρήτες ήσαν Έλληνες και όχι βάρβαροι, πρβ . «τέταρτο γένος που ανακατεύθηκε με τους κατοίκους της Κρήτης: Ετεόκρητες, Πελασγούς και Δωριείς-Αχαιούς ήταν, λένε, ένα συνονθύλευμα βαρβάρων που με τα χρόνια εξομοιώθηκαν στη γλώσσα με τους Έλληνες κατοίκους». Αν οι Ετεοκρήτες δεν ήταν Έλληνες, ο Διόδωρος δεν θα έλεγε ότι ο Μίνωας ένωσε τους Ετεόκρητες, Κύδωνες, Δωριείς και Αχαιούς μαζί με ένα συνονθύλευμα βαρβάρων σε ενιαίο σύνολο.

Γ) Ο Ηρόδοτος, ο Πλάτωνας (Μενέξενος), ο Ισοκράτης (Παναθηναϊκός, Ελένης Εγκόσμιο κ.α.) κ.α. αναφέρουν ότι βαρβαρικής καταγωγής απ΄ όσους έμεναν στην Ελλάδα πριν από τον Τρωικό πόλεμο ήσαν μόνο οι Δαναοί και οι Καδμείοι ή Θηβαίοι (οι οποίοι είχαν έρθει λέει στην Ελλάδα από την Αίγυπτο ), καθώς και οι Πέλοπες, που είχαν έρθει λέει στην Ελλάδα από τη Φρυγία.

Δ) Η μόνη διαφορά που είχαν οι Ετεοκρήτες από τους Δωριείς και Αχαιούς ήταν ότι οι πρώτοι ήσαν αυτόχθονες στην Κρήτη και οι άλλοι επήλυδες, δηλαδή είχαν πάει το νησί από τη Θεσσαλία μετά από τους Ετεόκρητες. Κάτι όπως είχε συμβεί και με τους Δωριείς Σπαρτιάτες, που και αυτοί είχαν πάει στην Πελοπόννησο από τη Δωρίδα.

3) Ο Απολλώνιος Ρόδιος (Αργοναυτικά Α 1125 – 1135) αναφέρει ότι οι Ιδαίοι Δάκτυλοι ήσαν αυτόχθονες, ντόπιοι, γιοι του Δία και της νύμφης Αγχιάλης, τους οποίους γέννησε η Αγχιάλη σε σπήλαιο της Δίκτης. Αντίθετα ο Διόδωρος Σικελιώτης (3, 61) αναφέρει ότι σύμφωνα με το μύθο των Ατλάντιων της Λιβύης οι Ιδαίοι Δάκτυλοι ήσαν γιοι του Δία και της νύμφης Ιδαίας (η νύμφη Ιδαία ήταν αυτή που για χάρη της ο Δίας ονόμασε την Κρήτη Ιδαία), που όμως οι Κρήτες δε συμφωνούν λέει μ’ αυτό:

«Όταν γεννήθηκε ο Δίας, η Ρέα ανέθεσε τη φύλαξη του παιδιού στους Δακτύλους της Ίδης, οι οποίοι λέγονταν και Κουρήτες και είχαν έρθει από την Ίδη της Κρήτης. Αυτοί ήσαν ο Ηρακλής, ο Παιώνιος, ο Επιμήδης, ο Ίδας και ο Ιάσιος. Ο Ηρακλής που ήταν και μεγαλύτερος έβαλε τους αδελφούς του, κάνοντας ένα αστείο, να τρέξουν σε αγώνα και στεφάνωσε το νικητή με κλαδί αγριελιάς, που την είχαν τόσο άφθονη, ώστε στοίβαζαν φρεσκοκομμένα φύλλα και τα έστρωναν, για να κοιμούνται..» (Παυσανίας «Ηλιακά», Α, 5 - 8 )

«Λένε πως ονομάστηκαν Ιδαίοι Δάκτυλοι οι πρώτοι κάτοικοι στους πρόποδες της Ίδης. Πόδες λέγονται οι πρόποδες και κορυφές, οι μύτες των βουνών. Οι διάφορες κορυφές της Ίδης, που ήταν όλες αφιερωμένες στη μητέρα των θεών (τη Ρέα), λέγονταν Δάκτυλοι. Ο Σοφοκλής θεωρεί πως οι πρώτοι πέντε ήσαν αρσενικοί. Εφηύραν το σίδερο και το κατεργάστηκαν πρώτοι, καθώς και πολλά ακόμη χρήσιμα στη ζωή πράγματα. Πέντε ήταν και οι αδελφές τους. Από τον αριθμό τους ονομάστηκαν Δάκτυλοι. Άλλοι τους λένε αλλιώς, ενώνοντας τα δύσκολα με τα δύσκολα και θέτουν διάφορα ονόματα: Κέλμη, Δαμνασέα, Ηρακλή και Ακμονα. Αλλοι τους θεωρούν εντόπιους από την Ίδη, άλλοι αποίκους. Πάντως συμφωνούν ότι αυτοί πρώτοι δούλεψαν το σίδερο στην Ίδη. Όλοι τους θεωρούν μάγους και υπηρέτες της Μητέρας των θεών που έφτασαν να ζουν στην Φρυγία, στην Ίδη. Λένε την Τρωάδα Φρυγία, επειδή Φρύγες επικράτησαν στην περιοχή, αφού ζούσαν και κοντά, τότε που αλώθηκε η Τροία. Υπονοούν μάλιστα πως απόγονοι των Ιδαίων Δακτύλων είναι οι Κουρήτες και οι Κορυβάντες. Οι πρώτοι εκατό που γεννήθηκαν στην Κρήτη ονομάστηκαν Ιδαίοι Δάκτυλοι. Απόγονοί τους αναφέρονται εννέα Κουρήτες. Ο καθένας τους έκανε δέκα παιδιά, τους Ιδαίους Δακτύλους…» (Στράβων, Γεωγραφικά Ι, C 473, ΙΙΙ, 22)

4) Ο Ηρόδοτος (Ζ , 169 - 171) αναφέρει ότι η Κρήτη ερημώθηκε δυο φορές. Μια πριν από το Μίνωα (ο Μίνωας βασίλευε το 1470 π.Χ..) και μια μετά το Μίνωα. Τα αίτια που ερημώθηκε η Κρήτη πριν από το Μίνωα (δηλαδή την που δεν είχαν πάει ακόμη στο νησί οι επήλυδες Κρήτες) δεν τα αναφέρει ο Ηρόδοτος. Ωστόσο, αφού ο Τέκταμος έζησε μετά τον κατακλυσμό του Δευκαλίωνα, άρα τα αίτια της ερήμωσης αυτής της Κρήτης ήταν ο εν λόγω κατακλυσμός. Ο κατακλυσμός του Δευκαλίωνα (που ταυτίζεται με αυτόν του Νώε στους Εβραίους), σύμφωνα με το Πάριο χρονικό (είναι μεγάλες πλάκες μαρμάρου Πάρου όπου οι αρχαίοι σημείωναν τις κύριες ημερομηνίες), έγινε το έτος 1265 πριν από το Διόγνητο = το έτος 1529 π.Χ.. Ειδικότερα ο Ηρόδοτος, σχετικά με τις γενιές των Κρητών, αναφέρει επακριβώς τα εξής (μτφ από τις εκδόσεις «Κάκτος»):

«Σύμφωνα με την ιστορία των Πραισίων, όταν ερημώθηκε η Κρήτη, άνθρωποι διαφόρων εθνικοτήτων, αλλά κυρίως Έλληνες ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στην Κρήτη. Έπειτα στην Τρίτη γενιά μετά το θάνατο του Μίνωα, ξέσπασε ο Τρωικός πόλεμος, στον οποίο οι Κρήτες αποδείχτηκαν από τους καλύτερους πολεμιστές που είχε στη διάθεσή του ο Μενέλαος. Επιστρέφοντας, όμως, στην πατρίδα τους, η ανταμοιβή τους για τις υπηρεσίες που πρόσφεραν ήταν πείνα και πανούκλα που έπληξε ανθρώπους και ζώα, σε τέτοιο βαθμό, ώστε η Κρήτη ερημώθηκε για δεύτερη φορά από τον πληθυσμό της. Έτσι, οι σημερινοί Κρήτες, μαζί με όσους απέμειναν από τους προηγούμενους κατοίκους της, είναι η Τρίτη γενιά που ζει στο νησί.….» (Ηρόδοτος Ζ , 169 - 171)

5) Στην Κρήτη πήγαν δυο φορές Δωριείς. Η πρώτη φορά ήταν πριν από το Μίνωα (ο Μίνωας βασίλευε το 1470 π.Χ.) με αρχηγό τον Τέκταμο (= παππούς του Μίνωα). Η δεύτερη φορά ήταν μετά από τα Τρωικά και συγκεκριμένα κατά την καλούμενη Κάθοδος των Δωριέων με τους Ηρακλείδες. Η κάθοδος αυτή έγινε 80 χρόνια μετά τα τρωικά, ήτοι κάπου το 1120 π.Χ. Τότε έφυγε ναυτικό των Δωριέων από τη Λακωνία και πήγε και ελευθέρωσε τη Λύκτο της Κρήτης, την οποία είχαν καταλάβει οι Κνώσιοι και έτσι έκτοτε η Λύκτος έγινε οικιοθελώς αποικία και σπουδαίο κέντρο Δωρισμού (των Λακεδαιμονίων ή άλλως Σπαρτιατών) στην Κρήτη.

6) Ο Όμηρος( Οδύσσεια 290 – 295) μιλά μόνο για Κύδωνες και όχι για πόλη Κυδωνία, πρβ:

«Εκεί, αφού χώρισαν τα πλοία, κάποια από αυτά πήγαν στην Κρήτη,

όπου κατοικούσαν οι Κύδωνες στις όχθες του Ιάρδανου.

Εκεί υψώνεται στη θάλασσα ένας βράχος γλιστερός και απόκρημνος,

στην άκρη της Γόρτυνας, στη μέση του σκοτεινού Πελάγους,

όπου ο Νοτιάς φέρνει φουσκωμένα κύματα προς τη Φαιστό,

το δυτικό ακρωτήρι, και μικρός βράχος εμποδίζει το μεγάλο κύμα» (Οδύσσεια 290 – 295)

Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι η πόλη της Κυδωνίας κτίστηκε από τους Σάμιους, μόνο που εκεί έμειναν μόνο πέντε χρόνια, γιατί μετά διώχτηκαν από τους Κρήτες, πρβ: «Αυτοί δε οι Σάμιοι την Κυδωνία στην Κρήτη έκτισαν, όχι γι αυτό το σκοπό πηγαίνοντας στην Κρήτη, αλλά, διώχνοντας του Ζακυνθινούς από το νησί. Έμειναν δε εκεί και ευδαιμόνησαν επί πέντε έτη, και έφτιαξαν τα εβρισκόμενα στην Κυδωνία ιερά και το ναό της Δίκτυννας. Τον έκτο όμως χρόνο οι Αιγινήτες σε ναυμαχία τους νίκησαν μαζί με άλλους Κρήτες. (Ηρόδοτος, Γ, 44 και 59).


2. Ο ΜΙΝΩΑΣ ΕΝΩΝΕΙ ΤΑ ΕΘΝΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΚΑΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΕΙ ΤΗΝ ΠΕΡΙΦΗΜΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΚΑΙ ΘΑΛΑΣΣΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΚΡΗΤΩΝ

Όταν πέθανε ο Τέκταμος τη βασιλεία των Δωριέων της Κρήτης πήρε ο γιος του Αστέριος, ο οποίος, επειδή η γυναίκα του δε του έκανε γιο, τη χώρισε και πήγε και έκλεψε από τη Φοινίκη την κόρη του βασιλιά της Τύρου Αγήνορα, την πανέμορφη Ευρώπη, κάτι που ήταν και μια από τις αιτίες που έγινε αργότερα ο Τρωικός πόλεμος.

Όταν πέθανε ο Αστέριος, συνεπλάκησαν οι γιοι του, ο Μίνωας και ο Σαρπηδόνας, για το ποιος θα πάρει τη βασιλεία. Νίκησε ο Μίνωας και έδιωξε το Σαρπηδόνα με τους στασιαστές του και αυτοί κυνηγημένοι κατέφυγαν στη Λυκία της Μ. Ασίας όπου έκτισαν τη πόλη Μίλητο σε ανάμνηση της Κρητικιάς πόλης Μίλατος,

Όταν ο Μίνωας έγινε βασιλιάς (βασίλευε το έτος 1470 π.Χ., σύμφωνα με το Πάριο χρονικό) με τη βοήθεια του αδελφού του Ραδάμανθυ ένωσαν σε ένα ενιαίο σύνολο, σε μια πολιτεία, όλα τα έθνη και όλες τις πόλεις της Κρήτης με έδρα την Κνωσό. Παράλληλα συγκρότησαν για πρώτη φορά στον κόσμο πολεμικό ναυτικό με το οποίο έδιωξαν από τα νησιά του Αιγαίου (τις Κυκλάδες κ.α.) τους διαμένοντες εκεί ληστές και πειρατές Κάρες και Φοίνικες και τα οικεί με μόνιμους κατοίκους που έφερε από την Κρήτη.

Οι Κυκλάδες μέχρι τότε κατοικούνταν μόνο από ληστές και πειρατές, επειδή και μέχρι τότε δεν είχε ακόμη αναπτυχθεί η ναυτιλία και η γεωργία, οπότε στα νησιά αυτά δεν μπορούσαν να ζήσουν μόνιμοι κάτοικοι.



Νόμισμα Κνωσού, 3ος αι. π.Χ., με το Μίνωα, τον πρώτο Έλληνα θαλασσοκράτορα και νομοθέτη (Μουσείο Ηρακλείου).

Αποτέλεσμα του πολεμικού ναυτικού που ίδρυσε ο Μίνωας ήταν λέει από τη μια ο ίδιος να γίνει θαλασσοκράτορας και από την άλλη να ελευθερωθούν οι θαλάσσιοι διάδρομοι και έτσι οι Έλληνες να μπορέσουν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους, να ασχοληθούν με ναυτικές εργασίες, να πλουτίσουν, να αποκτήσουν πόλεις (μόνιμη κατοικία που πρώτα δεν τους άφηναν οι ληστρικά και πειρατικά διαβιούντες Κάρες και Φοίνικες) κ.τ.λ..

Αποτέλεσμα τω σωστών θεσμών που θέσπισαν για πρώτη φορά στον κόσμο ο Μίνωας με τον αδελφό του Ραδάμανθυ ήταν λέει να δημιουργηθεί ο πρώτος στον κόσμο πολιτισμός, ο καλούμενος σήμερα Μινωικός πολιτισμός, τον οποίο στη συνέχεια αντέγραψαν οι υπόλοιποι Έλληνες, πρώτα οι Σπαρτιάτες και μετά οι Αθηναίοι, καθώς και οι Ρωμαίοι και έτσι εκπολιτίστηκαν (Περισσότερα βλέπε «Μινωικός Πολιτισμός».). Όλα αυτά ήταν λέει και η αιτία για την οποία ο Μίνωας με το Ραδάμανθυ υμνούνταν από όλους τους Έλληνες ή για τα οποία θεοποιήθηκαν, δηλαδή ανακηρύχθηκαν από τους Έλληνες ισόθεοι, γιοι του θεού Δία και κριτές στον Αδη (δηλαδή κάτι όπως έγινε και με το Μ. Κωνσταντίνο, τον Μ. Αλέξανδρο κ.α.).

“Στην ιστορία έχει γραφτεί πως ο Μίνωας ήταν έξοχος νομοθέτης, πρώτος που κυριάρχησε στις θάλασσες. Χώρισε το νησί στα τρία και σε κάθε μέρος έχτισε πόλη, την Κνωσό……. Κατά τον Έφορο, ο Μίνωας θαύμαζε κάποιο παλαιό, το Ραδάμανθυ, που είχε ίδιο όνομα με τον αδελφό του. Αυτός πρώτος αναφέρεται ότι εκπολίτισε το νησί με νόμους και κτίσεις πόλεων και συντάγματα, υποστηρίζοντας ότι φέρνει από τον ίδιο το Δία τους νόμους του…… Για την Κρήτη λέγεται ότι στα αρχαία χρόνια είχε καλή διακυβέρνηση και οι καλύτεροι από τους Έλληνες τη θαύμαζαν. Ανάμεσά στους πρώτους ήταν οι Λακεδαιμόνιοι, όπως ομολογούν ο Πλάτωνας στους Νόμους και ο Έφορος που περίγραψε το πολίτευμά τους στο έργο Ευρώπη.… (Στράβων «Γεωγραφικά» Ι’, C 476 – 478)

«Μετά απ΄αυτά, επικράτησαν ο Μίνωας και ο Ραδάμανθυς και συνένωσαν τα έθνη του νησιού σε ενιαίο σύνολο...» ( Διόδωρος, 5, 80)

«Ο Μίνως, εξ όσων κατά παράδοσιν γνωρίζομεν, πρώτος απέκτησε πολεμικόν ναυτικόν, και εκυριάρχησεν επί του μεγαλυτέρου μέρους της θαλάσσης, η οποία ονομάζεται σήμερον Ελληνική. Κατακτήσας τας Κυκλάδας νήσους, ίδρυσεν αποικίας εις τας περισσοτέρας από αυτάς, αφού εξεδίωξε τους ληστές Κάρας και εγκατέστησε τους υιούς του ως κυβερνήτας. «.Αλλ' ακόμη περισσότερον επεδίδοντο εις την πειρατείαν οι νησιώται Κάρες και Φοίνικες, οι οποίοι είχαν κατοικήσει τας περισσοτέρας από τας νήσους,……. Αλλ' αφότου συνεκροτήθη το πολεμικόν ναυτικόν του Μίνωος, αι δια θαλάσσης συγκοινωνίαι έγιναν ασφαλέστεροι, αφ' ενός μεν διότι οι κακοποιοί των νήσων αυτών εξεδιώχθησαν υπ' αυτού, κατά την εποχήν ακριβώς που προέβη εις εποικισμόν των περισσοτέρων, εξ αλλού δε διότι οι κάτοικοι των παραλίων ήρχισαν ήδη ν' αποκτούν μεγαλυτέρας περιουσίας και να έχουν μονιμωτέραν κατοικίαν, και μερικοί μάλιστα, όπως ήτο φυσικόν δι' ανθρώπους, των οποίων ηύξανε καθημερινώς ο πλούτος, και με τείχη περιέβαλλαν τας πόλεις των».( Θουκυδίδης Α, 4 - 8).

«Την εποχή που τα νησιά των Κυκλάδων ήταν ακόμη έρημα, ο Μίνωας, βασιλιάς της Κρήτης, με μεγάλες ναυτικές και πεζικές δυνάμεις, ήταν θαλασσοκράτορας και έστελνε πολλές αποικίες από την Κρήτη, έτσι κατοίκησε τα περισσότερα νησιά των Κυκλάδων, ενώ ταυτόχρονα κατέλαβε και αρκετά μεγάλη παραθαλάσσια περιοχή της Ασίας … Όλα αυτά έγινα πριν τα Τρωικά. Μετά την άλωση της Τροίας, αναπτύχθηκαν περισσότερο οι Κάρες και έγιναν θαλασσοκράτορες, επικράτησαν στις Κυκλάδες και άλλες τις πήραν δικές τους κι έδιωξαν τους Κρήτες που τις κατοικούσαν, ενώ σε άλλες εγκαταστάθηκαν μαζί με τους προκατόχους τους Κρήτες. Αργότερα που αυξήθηκε η δύναμη των Ελλήνων, συνέβη να κατοικηθούν από αυτούς τα περισσότερα νησιά των Κυκλάδων και να εκδιωχθούν οι βάρβαροι…» (Διόδωρος Σικελιώτης, 5, 84)

« Για τους παλαιότερους αγώνες που έγιναν για την ελευθερία των Ελλήνων ……... Πρώτα-πρώτα τις Κυκλάδες, για τις οποίες έγιναν πολλές επιχειρήσεις από την εποχή που βασιλιάς της Κρήτης ήταν ο Μίνωας, τελευταίοι τις κατέλαβαν οι Κάρες. Οι πρόγονοί μας, αφού τους έδιωξαν, δεν τόλμησαν να οικειοποιηθούν τη χώρα τους, αλλά έστειλαν φτωχότερους Έλληνες να κατοικήσουν εκεί…(Ισοκράτης Παναθηναϊκός, 43-44)

«Οι δε Λύκιοι εκ Κρήτης κατάγονται (γιατί την Κρήτη ολόκληρη, στα παλιά χρόνια την είχαν οι βάρβαροι). Όταν όμως στην Κρήτη συνεπλάκησαν τα παιδιά της Ευρώπης, ο Μίνωας με το Σαρπηδόνα, για το ποιος θα γίνει βασιλιάς, επεκράτησε ο Μίνωας και έδιωξε το Σαρπηδόνα με τους στασιαστές του και αυτοί κυνηγημένοι κατέφυγαν στην Ασία, στο μέρος που ονομάζεται γη της Μιλυάδας …» (Ηρόδοτος Α, 172 - 173)


3. Ο ΤΡΩΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΔΙΑΧΩΡΙΖΕΙ ΣΤΟΝ ΑΡΧΑΙΟ ΚΟΣΜΟ ΣΕ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ

Ο Όμηρος (Ιλιάδα) και οι άλλοι αρχαίοι συγγραφείς αναφέρουν ότι τρεις γενιές μετά το θάνατο του Μίνωα (ο εγγονός του Μίνωα, ο Ιδομενέας, έλαβε μέρος στον πόλεμο αυτό) έγινε ο Τρωικός πόλεμος. Κατά τον πόλεμο αυτό, που, σύμφωνα με το Πάριο χρονικό, έγινε από το 1228 - 1218 π.Χ., ο αρχαίος γνωστός κόσμος μοιράστηκε στα δυο. Από τη μια η δύση, οι καλούμενοι Δαναοί ή Αργείοι ή Αχαιοί ή Πανέλληνες, δηλαδή οι πόλεις-κράτη Μυκήνες, Σπάρτη, Αθήνα, Κνωσός κλπ, που μετά τον εν λόγω πόλεμο ονομάστηκαν Έλληνες, και από την άλλη η Ανατολή, οι Τρώες, οι Κάρες, οι Φοίνικες κ.α, που μετά τον εν λόγω πόλεμο οι νικητές Έλληνες τους ονόμασαν βάρβαρους

Ειδικότερα ο Θουκυδίδης (Α 3 – 9) αναφέρει ότι αρχικά στην Ελλάδα δεν υπήρχαν μόνιμοι κάτοικοι παρά μόνο διάφορα φύλα με πολυπληθέστερο το Πελασγικό, που ζούσαν μεταναστευτικά (τελευταία μετακίνηση φύλου στην Ελλάδα ήταν λέει η καλούμενη «Κάθοδος των Δωριέων με τους Ηρακλείδες», η οποία έγινε 80 χρόνια μετά τα Τρωικά (ήτοι κάπου το 1100 π.Χ.) για εξεύρεση πηγών διατροφής, μιας και μέχρι τότε δεν υπήρχε ακόμη η γεωργία, ενώ η πιο ισχυρή ομάδα όπου πήγαινε έδιωχνε αυτή που εύρισκε εκεί, για να εκμεταλλευτεί αυτή το χώρο. Αναφέρει επίσης ότι μέχρι τα τρωικά δεν υπήρχε ο διαχωρισμός σε Έλληνες και βάρβαρους, άλλως θα το ανέφερε ο Όμηρος και η εκστρατεία στην Τροία ήταν η πρώτη κοινή συνεργασία των Ελλήνων. Για τον ίδιο «Έλληνες» στα Τρωικά λέγονταν μόνο όσοι κατάγονταν από την περιοχή της Φθίας και είχαν ως αρχηγό τους τον Αχιλλέα και μετά τα Τρωικά όλοι εκείνοι που μίλαγαν την ίδια γλώσσα με την εν λόγω περιοχή, επειδή η περιοχή αυτή επί βασιλιά Έλληνα είχε καταστεί πάρα πολύ ισχυρή και έτσι όλοι αυτοί που μίλαγαν την ίδια γλώσσα είχαν όφελος να λένε ότι και αυτοί είναι Έλληνες.

Πράγματι στον Όμηρο με το όνομα «Ελλάδα» λέγεται μόνο μια πόλη-περιοχή στο Πελασγικό Άργος (= η Θεσσαλία), η οποία μαζί με τη Φθία ανήκαν στο Κράτος του Πηλέα και με το όνομα «Μυρμιδόνες και Αχαιοί και Έλληνες» μόνο οι στρατιώτες εκείνοι που κατάγονταν από τις πόλεις-περιοχές Ελλάδα και Φθία και είχαν ως αρχηγό τους τον Αχιλλέα. Από εκεί και κατ’ επέκταση «Πανέλληνες» καλούνταν όλοι οι εκστρατεύσαντες.

Ο Πλάτωνας (Μενέξενος), ο Ισοκράτης (Παναθηναϊκός, Ελένης Εγκώμιο) κ.α. αναφέρουν ότι τα αίτια για τα οποία οι Έλληνες εκστράτευσαν εναντίον της Τροίας ήταν το ότι οι βάρβαροι λαοί της Ασίας (στην αρχή οι Φοίνικες, οι Δαναοί και οι Πέλοπες και μετά οι Τρώες) έρχονταν στην Ελλάδα και έκλεβαν είτε τις γυναίκες είτε τα εδάφη των Ελλήνων με συνέπεια η Ελλάδα να δεινοπαθεί και να μην προκόβει. Τελευταία τους κλοπή ήταν αυτή της ωραία Ελένης, της γυναίκας του βασιλιά της Σπάρτης Μενέλαου, από τους Τρώες.

Σημειώνεται ότι:

1) Ο Όμηρος (Ιλιάδα Β 402 – 405 και Β 645 – 652) αναφέρει ότι στον πόλεμο της Τροίας οι Κρήτες (τα κρητικά φύλα: Ετεοκρήτες, Κύδωνες, Δωριείς, Αχαιοί και Πελασγοί) με αρχηγό τον εγγονό του Μίνωα, τον Ιδομενέα, πήγαν με το μέρος των Αργείων ή Αχαιών ή Δαναών. Έτσι μετά από τον πόλεμο αυτό ονομάστηκαν και αυτοί Έλληνες, αφού έτσι ονομάστηκαν μετά τον πόλεμο αυτό όλοι εκείνοι που είχαν εκστρατεύσει στην Τροία από την Αυλίδα, σύμφωνα με τον Ησίοδο (Κατάλογος Γυναικών).

2) Ο Ηρόδοτος (Α, 2 - 5) αναφέρει ότι οι λόγιοι των Περσών του είχαν πει ότι οι Έλληνες δεν έπρεπε να είχαν κάνει τον πόλεμο εναντίον της Τροίας, επειδή και εκείνοι είχαν κλέψει γυναίκες από τους βάρβαρους, όπως την πριγκίπισσα Ευρώπη (τη μάνα του Μίνωα).

(Περισσότερα βλέπε στο βιβλίο:

«ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ, Α. Κρασανάκη)

4. Η ΕΘΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΚΡΗΤΩΝ

ΟΙ ΕΤΕΟΚΡΗΤΕΣ, Ο ΜΙΝΩΑΣ

ΚΑΙ ΟΙ ΜΙΝΩΙΤΕΣ ΗΣΑΝ ΕΛΛΗΝΕΣ

Ο Όμηρος (Ιλιάδα Β 402 – 405 και Β 645 – 652) αναφέρει από τη μια ότι στον πόλεμο της Τροίας και οι εκατό πόλεις της Κρήτης: Κνωσός, Γόρτυνα, Λύκτος κλπ ή τα Κρητικά φύλα: Κύδωνες, Ετεόκρητες, Αχαιοί, Δωριείς και Πελασγοί πήγαν με το μέρος των Αχαιών ή Δαναών ή Αργείων ή Πανελλήνων και από την άλλη ότι οι Κρήτες στον πόλεμο της Τροίας είχαν ως αρχηγό τους τον Ιδομενέα, που ήταν αφενός εγγονός του Μίνωα και αφετέρου ένας από τους Γενικούς αρχηγούς των Παναχαιών ή Πανελλήνων: «…δε γέροντας αριστήας Παναχαιών, Νέστορα μεν πρώτιστα και Ιδομενέα άνακτα…» (Ιλιάδα, Β 402 – 405). Επομένως ο Μίνωας και οι κάτοικοι της Κρήτης επί Μίνωα (οι Κύδωνες, οι Ετεοκρήτες, οι Αχαιοί κ.τ.λ.) ήταν μέρος των Παναχαιών ή Πανελλήνων, άρα Έλληνες. Πέραν αυτών οι άλλοι αρχαίοι συγγραφείς λένε ξεκάθαρα ότι ο Μίνωας και οι Μινωίτες ήσαν Έλληνες, πρβ:

«Οι δε τα μυθώδη πάντα περιαιρούντες εκ της ιστορίας πεπλάσθαι φασίν υπό του Νόμα τον περί της Ηγερίας λόγον, ίνα ράον αυτώ προσέχωσιν οι τα θεία δεδιότες και προθύμως δέχωνται τούς υπ´ αυτού τιθεμένους νόμους, ως παρά θεών κομιζομένους. Λαβείν δε αυτόν την τούτων μίμησιν αποφαίνουσιν εκ των Ελληνικών παραδειγμάτων ζηλωτήν γενόμενον της τε Μίνω του Κρητός και της Λυκούργου του Λακεδαιμονίου σοφίας· (ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΑΛΙΚΑΡΝΑΣΕΩΣ ΡΩΜΑΙΚΗΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ Λόγος Β’ LXI. 1-2)

«Ο Μίνωας, που ήταν ο μεγαλύτερος των αδελφών, έγινε βασιλιάς του νησιού και ίδρυσε σ’ αυτό αρκετές πόλεις, με γνωστότερες την Κνωσό, Φαιστό και Κυδωνία. Ο ίδιος θέσπισε και αρκετούς νόμους για τους Κρήτες, προσποιούμενος ότι τους έλαβε από τον πατέρα του το Δία με τον οποίο συνομιλούσε μέσα σε κάποια σπηλιά. Απέκτησε, επίσης, μεγάλη ναυτική δύναμη, κυρίευσε τα περισσότερα νησιά κι έγινε ο πρώτος Έλληνας θαλασσοκράτορας…». (Διόδωρος Σικελιώτης 5, 78 και 79)

«Της Καρπάθου πρώτοι κάτοικοι ήσαν κάποιοι από εκείνους που εκστράτευσαν μαζί με το Μίνωα, την εποχή που έγινε ο πρώτος Έλληνας θαλασσοκράτορας… (Την δε Κάρπαθον πρώτοι μεν ώκησαν των μετά Μίνω τινές συστρατευσάντων, καθ’ όν χρόνο εθαλασσοκράτησε πρώτος των Ελλήνων…, Διόδωρος Σικελιώτης, 5 54)

«. Και τούτου οι Κρήτες τον ταύρον ες την γην πέμψαι σφίσι Ποσειδώνα φασίν ότι Θαλάσσης άρχων Μίνως της Ελληνικής ουδενός Ποσειδώνα ήγεν άλλου Θεού μάλλον εν τιμή, κομιθέναι μεν δη ταύρον τούτον φασιν ες Πελοπόννησον εκ Κρήτης και Ηρακλέι των δώδεκα καλουμένων…. ».. (Παυσανίας, Ελλάδος περιήγησις, «Αττικά, 27,7)

«Ο Πολυκράτης είναι ο πρώτος που ξέρουμε από τους Έλληνες, ο οποίος έβαλε στο νου του να κυριαρχήσει στη θάλασσα, εκτός από το Μίνωα από την Κνωσό και από κανένα άλλο ίσως που κυριάρχησε στη θάλασσα πριν από εκείνον» (Ηρόδοτος Γ 121)

«Πρώτος, λένε, που έπεισε το λαό να χρησιμοποιεί γραπτούς νόμους ήταν ο Μνεύης. Αυτός λοιπόν προσποιήθηκε πως του έδωσε τους νόμους ο Ερμής, με τη διαβεβαίωση πως θα φέρουν μεγάλα καλά στη ζωή των ανθρώπων, όπως ακριβώς έκανε, λένε, στους Έλληνες ο Μίνωας στην Κρήτη και ο Λυκούργος στους Λακεδαιμονίους, που ο ένας είπε ότι πήρε τους νόμους από το Δία και ο άλλος από τον Απόλλωνα.». (Διόδωρος Σικελιώτης, Βίβλος 1, 94)

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Αυτοί λοιπόν, οι Κρήτες, έχουν τους πιο παλιούς νόμους απ’ όλους τους Έλληνες; («Ουκούν ούτοι, οι Κρήτες, παλαιοτάτοις νόμοις χρώνται των Ελλήνων»)

ΕΤΑΙΡΟΣ: Ναι.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Ξέρεις ποιοι ήταν οι άξιοι βασιλείς τους; Ο Μίνωας και ο Ραδάμανθυς, γιοι του Δία και της Ευρώπης’ δικοί τους είναι οι νόμοι. (Πλάτωνα «Μίνως», 318 b – 321)

Θα ‘πρεπε να πεις: Ξένε, δεν είναι τυχαίο που οι νόμοι της Κρήτης έχουν τόσο μεγάλη φήμη σε ολόκληρο τον Ελληνικό κόσμο. (Ω ξένε, εχρην ειπειν, οι Κρητών νόμοι ουκ εισίν μάτην διαφερόντως εν πάσιν ευδόκιμοι τοις Έλλησιν) Είναι νόμοι δίκαιοι, που προσφέρουν ευτυχία σε όσους τους ακολουθούν, Δίνουν δηλαδή όλα τα αγαθά, τα οποία ανήκουν σε δυο κατηγορίες, ανθρώπινα και θεία.… (Πλάτωνα, Νόμοι, 625 - 631)

Σημειώνεται επίσης ότι:

1) Ο Διόδωρος (5,80) αναφέρει ότι και οι Ετεοκρήτες ήσαν Έλληνες και όχι βάρβαροι, πρβ . «τέταρτο γένος που ανακατεύθηκε με τους κατοίκους της Κρήτης: Ετεόκρητες, Πελασγούς, Δωριείς και Αχαιούς ήταν, λένε, ένα συνονθύλευμα βαρβάρων που με τα χρόνια εξομοιώθηκαν στη γλώσσα με τους Έλληνες κατοίκους». Αν οι Ετεοκρήτες δεν ήταν Έλληνες, ο Διόδωρος δεν θα έλεγε ότι ο Μίνωας ένωσε τους Ετεόκρητες, Κύδωνες, Δωριείς και Αχαιούς μαζί με ένα συνονθύλευμα βαρβάρων σε ενιαίο σύνολο.

2) Ο Παυσανίας αποκαλεί το Μίνωα άρχοντα της Ελληνικής θάλασσας ( = το Αιγαίο ή σωστότερα το Αρχιπέλαγος ) και τον εγγονό του, τον Ιδομενέα, Αχαιό και Έλληνα, όταν περιγράφει τα αφιερώματα στο ναό της Ολυμπίας, πρβ:

«Υπάρχουν κοινά αφιερώματα όλων των Αχαιών (στο ναό της Ολυμπίας) και παριστάνουν όλους αυτούς που πήραν μέρος στην κλήρωση για τη μονομαχία με τον Έκτορα, όταν αυτός προκάλεσε όποιον Έλληνα ήθελε να συμμετάσχει μαζί του. Είναι στημένα κοντά στο μεγάλο ναό …. Και απέναντι σε απ αυτά, σε διαφορετικό βάθρο, βρίσκεται ο ανδριάντας του Νέστορα… Εκείνος με τον πετεινό στην ασπίδα είναι ο Ιδομενέας, απόγονος του Μίνωα.(Παυσανίας Ηλιακά Α 25, 8-9)

«. Και τούτου οι Κρήτες τον ταύρον ες την γην πέμψαι σφίσι Ποσειδώνα φασίν ότι Θαλάσσης άρχων Μίνως της Ελληνικής ουδενός Ποσειδώνα ήγεν άλλου Θεού μάλλον εν τιμή, κομιθέναι μεν δη ταύρον τούτον φασιν ες Πελοπόννησον εκ Κρήτης και Ηρακλέι των δώδεκα καλουμένων…. ».. (Παυσανίας, Ελλάδος περιήγησις, «Αττικά, 27,7),

3) Ο Αριστοτέλης (Πολιτικά 1, 1271, 10) λέει ότι η Κρήτη ήταν επόμενο, προορισμένο να κυριαρχήσει στους Έλληνες, επειδή βρίσκεται σε ευνοϊκή θέση, σε μια θάλασσα που στις τριγύρω παραλίες της έχουν εγκατασταθεί όλοι οι Έλληνες και επομένως, θέλει να πει ο Αριστοτέλης, οι Έλληνες βοήθησαν τους Κρήτες και το Μίνωα ως Έλληνες να αναπτυχθεί και συνάμα να κατακτήσει και βαρβαρικά μέρη:

«δοκεί δ η νήσος και προς την αρχήν την Ελληνικήν πεφυκέναι και κείσθαι καλως, πάσῃ γαρ επίκειται τῃ θαλάττῃ, σχεδόν των Ελλήνων ιδρυμένων περί την θάλατταν πάντων’ απέχει γαρ τη με της Πελοποννήσου μικρόν, τη δε της Ασίας του περί Τριόπιον τόπου και Ρόδου, διο και την της θαλάττης αρχήν κατέσχεν ο Μίνως, και τας νήσους τας μεν εχειρώσατο τας δ’ ώκισεν, τέλος επιθέμενος τη Σικελία τον βίον ετελεύτησεν εκεί περί Καμικόν…» (Αριστοτέλους Πολιτικά Β 1271, 10),

5. ΟΙ ΟΝΟΜΑΣΙΕΣ ΙΔΑΙΑ ΚΑΙ ΚΡΗΤΗ

Ο ΛΙΒΥΟΣ ΚΑΙ Ο ΚΡΗΤΙΚΟΣ ΔΙΑΣ

ΚΑΙ ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΙΔΑΙΑ & ΚΡΗΤΗ

Ο Διόδωρος Σικελιώτης, σχετικά με τα ονόματα της Κρήτης, αναφέρει ότι σύμφωνα με το μύθο των Ατλάντιων της Λιβύης (= Αφρικής), μύθο όμως που δεν αποδέχονται λέει οι Κρήτες, υπήρχαν δυο θεοί με το όνομα Δίας. Από αυτούς ο προγενέστερος ήταν ντόπιος Κρητικός, αδελφός του Ουρανού (γιος της Ρέας και του Κρόνου), ο οποίος όταν έγινε βασιλιάς της νήσου ονόμασε το νησί «Ιδαία» από τη γυναίκα του Ιδαία και θάφτηκε εκεί μετά τον θάνατό του. Ο μεταγενέστερος Δίας ήταν λέει Λίβυος (Αφρικανός), γιος της Ρέας και του Άμμωνα ( αδελφού του Κρόνου, πρώην συζύγου της Ρέας), ο οποίος μετά την ήττα του από τον Κρόνο για τη βασιλεία, διέφυγε από τη Λιβύη (Αφρική) στην Κρήτη όπου νυμφεύτηκε την κόρη ενός από τους Κουρήτες που βασίλευαν εκεί τότε, ανέλαβε την εξουσία του τόπου και το νησί που μέχρι τότε ονομαζόταν Ιδαία το μετονόμασε Κρήτη από το όνομα της γυναίκα του, πρβ:

Ι. Ο ΜΥΘΟΣ ΤΩΝ ΛΙΒΥΩΝ

<<Ο Κρόνος , σύμφωνα με τον μύθο, που ήταν αδελφός του Άτλαντα και διακρινόταν για την ασέβειά και την πλεονεξία του. Παντρεύτηκε την αδελφή του Ρέα από την οποία απέκτησε το Δία, που προσονομάστηκε Ολύμπιος (σ.σ.από το όνομα του επιμελητή του, όπως λέει σε άλλο σημείο, βίβλος 3, 73). Είχε υπάρξει, όμως, και άλλος Δίας, αδελφός του Ουρανού, που βασίλευσε στην Κρήτη, υπολειπόμενου κατά πολύ σε δόξα από το μεταγενέστερο. Αυτός, λοιπόν, βασίλευσε σε ολόκληρο τον κόσμο, ενώ ο προγενέστερος, που ήταν κύριος μόνο του προαναφερθέντος νησιού, απέκτησε δέκα γιους, τους ονομαζόμενους Κουρήτες. Ονόμασε, επίσης, το νησί από τη γυναίκα του Ιδαία και θάφτηκε εκεί μετά τον θάνατό του, ενώ ο τόπος που δέχτηκε τη σωρό του επιδεικνύεται μέχρι την εποχή μας. Οι Κρήτες όμως δε συμφωνούν και θα πούμε τον μύθο όπως τον λένε αυτοί, όταν θα μιλήσουμε για την Κρήτη….>> (Διόδωρος Σικελιώτης, βίβλος 3, 61)

<<Λέει πως ο Άμμωνας, βασιλιάς σ’ αυτό το μέρος της Λιβύης (= Αφρικής) παντρεύτηκε την κόρη του Ουρανού, την ονομαζόμενη Ρέα, που ήταν αδελφή του Κρόνου και των υπόλοιπων Τιτάνων. Μια φορά που επισκέπτονταν το βασίλειό του συνάντησε κοντά στα λεγόμενα Κεραύνεια όρη μια παρθένα ξεχωριστής ομορφιάς της οποίας το όνομα ήταν Αμάλθεια. Καθώς την ερωτεύθηκε κι έσμιξε μαζί της απόκτησε από αυτήν γιο, το Διόνυσο, έτσι ανέδειξε την Αμάλθεια κυρία της γύρω περιοχής, της οποίας το σχήμα έμοιαζε με κέρατο βοδιού και γι αυτό ονομάστηκε «Κέρας Εσπέρου». Η περιοχή, ένεκα της ποιότητας του εδάφους, είναι γεμάτη με όλες τις ποικιλίες της αμπέλου και των υπόλοιπων δέντρων που βγάζουν ήμερους καρπούς. Όταν η προαναφερθείσα γυναίκα ανέλαβε την εξουσία εκείνης της χώρας, η χώρα ονομάστηκε «Κέρας Αμαλθείας». Γι αυτό και οι μεταγενέστεροι άνθρωποι, ένεκα της παραπάνω αιτίας, την καλύτερη γη που βγάζει κάθε είδους καρπούς την προσαγορεύουν «κέρας Αμαλθείας» ….>> (Διόδωρος, βίβλος 3, 68)

<<… Καθώς διαδόθηκε η αξία και η φήμη του (Άμμωνα), λέγεται πως η Ρέα οργίστηκε με τον Άμμωνα και τον εγκατέλειψε κι έφυγε για τα αδέλφια της τους Τιτάνες, όπου παντρεύτηκε τον αδελφό της τον Κρόνο. Αυτός πεισμένος από τη Ρέα, εκστράτευσε με τους Τιτάνες εναντίον του Άμμωνα. Στη μάχη που δόθηκε ο Κρόνος κέρδισε την υπεροχή, ενώ ο Άμμωνας πιεζόμενος από σιτοδεία κατέφυγε στην Κρήτη, όπου, αφού παντρεύτηκε την Κρήτη, κόρη ενός από τους Κουρήτες που βασίλευαν εκεί τότε, ανέλαβε την εξουσία του τόπου και το νησί που μέχρι τότε ονομαζόταν Ιδαία το μετονόμασε Κρήτη από τη γυναίκα του…>> (Διόδωρος, βίβλος 3, 71)

<<… Σύμφωνα με τη παράδοση το κεφάλι του Άμμωνα είχε το σχήμα κεφαλής κριαριού, γιατί τέτοιο παράσημο είχε το κράνος που φορούσε στις εκστρατείες του. Υπάρχουν, όμως, κι εκείνοι που διηγούνται το μύθο ότι πραγματικά ο θεός Άμμων είχε κερατάκια δεξιά και αριστερά στους κροτάφους του, γι αυτό και ο Διόνυσος (στα αιγυπτιακά, λέει σε άλλο μέρος ο Διόδωρος, λέγεται Όσιρις) ως γιος του είχε την ίδια όψη με τον πατέρα του κι έτσι παραδόθηκε στις επόμενες γενεές των ανθρώπων τούτος ο θεός να έχει κέρατα…>> (Διόδωρος, βίβλος 3, 73)

ΙΙ. Ο ΜΥΘΟΣ ΤΩΝ ΚΡΗΤΩΝ

«Οι Κρήτες, λοιπόν, διηγούνται το μύθο πως τον καιρό που οι Κουρήτες ήταν νέοι υπήρχαν οι λεγόμενοι Τιτάνες. Αυτοί κατοικούσαν στην περιοχή της Κνωσού, εκεί όπου και τώρα δείχνουν θεμέλια του οίκου της Ρέας και άλσος κυπαρισσιών αφιερωμένο στη θεά από τα πολύ παλιά χρόνια. Οι Τιτάνες ήταν έξι άντρες και πέντε γυναίκες τον αριθμό, για τους οποίους άλλοι μυθολογούν ότι ήταν παιδιά του Ουρανού και της Γης και άλλοι λένε πως πατέρας τους ήταν ένας Κουρήτης και η μητέρα τους η Τιταία από την οποία και πήραν το όνομά τους. Αγόρια ήταν ο Κρόνος, ο Υπερίωνας και ο Κρίος, στη συνέχεια ο Ιαπετός και ο Κριός και τελευταίος ο Ωκεανός, ενώ αδελφές τους ήταν η Ρέα, η Θέμις και η Μνημοσύνη, καθώς και η Φοίβη και η Τηθύς. Όλοι τους έγιναν εφευρέτες κάποιων αγαθών για την ανθρωπότητα και λόγω της ευεργεσίας τους δέχτηκαν τιμές και έμεινε η μνήμη τους αιώνια. Ο Κρόνος που ήταν ο μεγαλύτερος στην ηλικία έγινε βασιλιάς και τους ανθρώπους που είχε υπό υπηκόους τους έβγαλε από την αγριότητα και τους έκανε να ζουν πολιτισμένα, γι αυτό και η αποδοχή που έτυχε από τους ανθρώπους ήταν μεγάλη, καθώς επισκέφτηκε πολλά μέρη της οικουμένης…..» (Διόδωρος Βιβλιοθήκη Ιστορική 5,66)

<<Σχετικά, όμως, με τη γέννηση και τη βασιλεία του Δία, υπάρχουν διαφωνίες. Άλλοι λένε πως μετά τη μετάσταση του Κρόνου από τους ανθρώπους στους θεούς το διαδέχθηκε στη βασιλεία (ο Δίας), χωρίς να υποτάξει με βία τον πατέρα του (Κρόνο), αλλά λαμβάνοντας το αξίωμα νόμιμα και δίκαια, ενώ άλλοι παραδίδουν το μύθο ότι δόθηκε χρησμός στον Κρόνο, σχετικά με τη γέννηση του Δία ότι ο γιος που θα γεννήσει θα του πάει αποσπάσει βίαια τη βασιλεία. Έτσι ο Κρόνος αφάνιζε κάθε φορά τα παιδιά του που γεννιόνταν. Η Ρέα αγανάκτησε, αλλά μη μπορώντας να αλλάξει την απόφαση του άντρα της, όταν γέννησε το Δία , τον έκρυψε στην ονομαζόμενη Ίδη και τον έδωσε κρυφά να τον αναθρέψουν οι Κουρήτες που κατοικούσαν πλησίον στο βουνό της Ίδης. Εκείνοι τον πήγαν σε κάποιο σπήλαιο και τον παρέδωσαν στις Νύμφες, με την εντολή να τον περιποιούνται με τη μεγαλύτερη φροντίδα. Οι Νύμφες ανακατεύοντας μέλι και γάλα έθρεψαν το παιδί και το τάιζαν από το μαστό της αίγας που ονομαζόταν Αμάλθεια. Πολλά σημάδια της γέννησης και της διατροφής του θεού παραμένουν μέχρι σήμερα στο νησί. Λένε, για παράδειγμα, πως καθώς τον μετέφεραν νήπιο οι Κουρήτες έπεσε ο ομφαλός του κοντά στο ποτάμι που ονομάζεται Τρίτωνας και πως από κείνο το γεγονός έγινε ιερός τούτος ο τόπος και ονομάστηκε ομφαλός (αφαλός), καθώς και το γύρω πεδίο ονομάστηκε «ομφάλειον». Κατά δε την Ίδη, όπου συνέβηκε να ανατραφεί ο θεός, έγινε ιερή και το σπήλαιο μέσα στο οποίο διατράφηκε, όσο και τα γύρω λιβάδια που είναι στην κορυφή του όρους αφιερώθηκαν σε εκείνον. Το πιο καταπληκτικό, που αναφέρουν, όμως, οι μύθοι είναι εκείνο με τις μέλισσες και δεν πρέπει να το παραλείψουμε, γιατί λένε πως θέλοντας ο θεός να διαφυλαχθεί η ανάμνησή της στενής σχέσης που είχε μ’ αυτές, άλλαξε το χρώμα τους και το έκανε να μοιάζει με χαλκό που χρυσίζει και καθώς ο τόπος βρίσκεται σε πολύ μεγάλο υψόμετρο και οι άνεμοι που φυσούνε είναι δυνατοί και το χιόνι που πέφτει πολύ, έκανε τις μέλισσες να είναι ανεπηρέαστες και απρόσβλητες, μια και ζούνε σε τόπους όπου οι χειμώνες είναι βαρείς. Όσο για την αίγα (Αμάλθεια) που τον ανέθρεψε, ο Δίας της απένειμε μεν και άλλες τιμές, αλλά πήρε από αυτήν την επωνυμία Αιγίοχος. Όταν έφτασε στην ηλικία της άνδρωσης, λένε πως πρώτα ίδρυσε μια πόλη στην περιοχή της Δίκτης, όπου σύμφωνα με το μύθο που λένε έλαβε χώρα η γέννησή του, η πόλη τούτη εγκαταλείφθηκε τα κατοπινά χρόνια, αλλά σώζονται ακόμη βάσεις θεμελίων της…: «…ανδρωθέντα δ’ αυτόν φασί πρώτον πόλιν κτίσθαι περί την Δίκτα, όπου και την γένεσην αυτού μυθολογούσιν»…>> (Διόδωρος Βιβλιοθήκη Ιστορική 5, 70)

Σημειώνεται ότι:

1) Παρατηρώντας το εδάφιο 5, 70 του Διόδωρου βλέπουμε ότι αρχικά λέει «όταν η Ρέα γέννησε το Δία στην ονομαζόμενη Ίδη» («τον Δία τεκούσαν εν τη προσαγορευομένη Ίδη…») και στο τέλος «όταν ο Δίας μεγάλωσε, έκτισε μια πόλη στη Δίκτη όπου (συγκεκριμένα) μυθολογείται η γέννησή του» («πόλιν κτίσαι περί την Δίκταν, όπου και την γένεσιν αυτου γενέσθαι»). Επομένως η ονομασία Ίδη είναι άλλη ονομασία του όρους της Δίκτης ή σωστότερα β) Με το όνομα «‘Ιδη» λέγονταν η οροσειρά της Κρήτης στην οποία βρίσκεται το βουνό «η Δίκτη», όπου όπου και (συγκεκριμένα) έλαβε χώρα η γέννησή του Δία. (Περισσότερα βλέπε στο βιβλίο «Ο Κρηταγενής Δίας», Α. Κρασανακη)

1) Από τα ως άνω λεγόμενα του Διόδωρου γίνεται φανερό ότι: α) Παλιά η Κρήτη λεγόταν και με το όνομα Ιδαία και γι αυτό και τα: Ιδομενέας, Ιδαία όρη = τα Κρητικά όρη, Ιδαίος Ηρακλής = ο Κρητικός Ηρακλής κλπ..

2) Όπως σήμερα υπάρχουν διαφορετικά δόγματα (βλέπε π.χ. Καθολικούς και Ορθόδοξους) έτσι υπήρχαν και παλιά. Η θρησκεία του Δία για τους Έλληνες ήταν δημιούργημα Κρητικό και την αποδέχονταν οι περισσότερες ελληνικές πόλεις-κράτη (Μακεδονία, Αθήνα, Σπάρτη κλπ). Η Θρησκεία του Λίβυου ή άλλως Άμμωνα Δία ήταν δημιούργημα των Λίβυων και την αποδέχονταν οι Αιγύπτιοι, οι Κάρες, οι Φοίνικες κ.α. Ωστόσο και μερικοί Έλληνες λάτρευαν το Λίβυο Δία, κάτι ως γίνεται σήμερα με κάποιους καθολικούς Έλληνες στα Δωδεκάνησα.

3) Υπενθυμίζεται ότι στην Ελληνική μυθολογία, η Αμάλθεια είναι αίγα(γρος) και όχι γυναίκα όπως λέει ο μύθος των Ατλάντιων. Ομοίως το κέρας της Αμάλθειας είναι το κέρατο της αίγας Αμάλθειας που όποιος το είχε του έφερνε ευτυχία και όχι το κέρατο του θεού Άμμωνα, όπως λέει ο μύθος των Ατλάντιων. Ομοίως ο Όλυμπος (απ΄ όπου και Ολύμπιος) είναι βουνό, όπου κατοικούσαν οι θεοί μετά τη μετάστασή τους, και όχι επιμελητής, όπως λέει ο μύθος των Ατλάντιων κ.α.

Η ΟΝΟΜΑΣΙΑ

Κ(ΟΥ)ΡΗΤΕΣ - ΚΡΗΤΕΣ

Οι πρώτοι κάτοικοι της Κρήτης, όπως είδαμε πιο πριν, ονομάζονταν «Ιδαίοι» (Δάκτυλοι)», επειδή κατοικούσαν στους Δακτύλους (= οι πρόποδες ή οι κορφές) της οροσειράς Ίδη ή Ιδαία όρη της Κρήτης και «Κουρήτες», επειδή επικούρησαν στη γέννηση και ανατροφή του Δία στο βουνό Δίκτη της οροσειράς Ίδη ή Ιδαία όρη της Κρήτης. Επομένως, αφού οι κάτοικοι της Κρήτης λέγονταν αρχικά «Ιδαίοι Δάκτυλοι ή «Κουρήτες» και μετά «Κρήτες», άρα το όνομα «Κρήτες» προήλθει από σύντμηση του ονόματος «Κ(ου)ρήτες» > Κρήτες, κάτι που:

Α) Πιστοποιείται και από το ότι η ονομασία της Κρήτης και των Κρητών στην Παλαιά Διαθήκη, λέγεται χωρίς σύντμηση, δηλαδή: Κερετιμ – Κερεθαίοι ή Χερεαίοι = η Κρήτη και οι Κρηταίοι.

Β) Υπονοείται στους μύθους. Ο Διόδωρος βίβλος 3, 71) αναφέρει ότι η Κρήτη ονομάζονταν αρχικά Ιδαία και ο Δίας την μετονόμασε σε Κρήτη προς χάρη της γυναίκα τους Κρήτης, που ήταν και κόρη ενός των Κουρήτων. Ο Αρριανός (Βιθυνιακά) και Eustath. ad Dionys. 498, p310,29 Αρριανός (70Μ) αναφέρει ότι η Κρήτη ονομάστηκε έτσι από το βασιλιά Κρήτα: «δέ φησί Κρής, ού Κρήτη επώνυμος, ο τόν Δία κρύψας εν όρει Δικταίω, ότε Κρόνος εμάστευεν εθέλων αφανίσαι αυτόν. Τον βασιλιά Κρήτη αναφέρει και ο Διόδωρος.

Ετυμολογικά η ονομασία «Κουρήτες» παράγεται από το θέμα των λέξεων: «κούρος» (κούρος = ο γιος, ο νέος, ο διατρεφόμενος και Κούρος = ο Δίας, σε νεανική ηλικία, ως γιος του Κρόνου ), «κούρη ή κόρη» (= η νέα, το κορίτσι), οι οποίες είναι συγγενείς λέξεις με τις: κορός > χορός, (επι)-κουρώ, (νεω)κόρος, (επί)κουρος, κείρω > κούρος, κουρέας κ.α. Στα λατινικά: couro,ae = επιμελούμαι, φροντίζω τινός, couro,onis = o κύρης, ceres,eris = τρέφειν, πληρούμαι, χορταίνω…. Στην Κρητική διάλεκτο κοράσια = τα παιδιά της Κρήτης, «Κουρήτες» = κουραδιάρηδες = οι κουροτρόφοι, οι άνθρωποι που διαθέτουν κουράδι (= το κοπάδι) = αυτοί διέθεσαν την αίγαγρο Αμάλθεια για να βυζαίνει ο Δίας.

ΟΙ ΟΝΟΜΑΣΙΕΣ

CRETA, CRETE ΚΑΙ CANDIA

Οι Λατίνοι (Ρωμαίοι κ.α.) ονόμαζαν την Κρήτη, όπως και οι Έλληνες, δηλαδή: Creta,ae ή Crete,es = Κρήτη,ης απ΄ όπου και στα αγγλικά Crete, cretan = Κρήτη, Κρητικός. Στα λατινικά επίσης: Cress,etis και Cressa,ae, = Κρής και Κρήσσα, cretaeus,a,um = Cresssius,a,um = Κρητικός, ιά,ό. Cretensis,e = Κρητικός, cretis,idis = Κρήσσα,.. Η Κρήτη από τους Βενετούς ονομάζονταν candia, που ετυμολογιά σχετίζεται με τα: candeo,ui,ere = λευκανθίζω, λευκαίνω, λευκός, λευκαυγής…., canditus marmor = λευκό μάρμαρο, candido, candidezza, candore…. κ.α. Αυτό επειδή η ονομασία Candia είναι συνώνυμη της ονομασίας creta,ae = η κρητίς (ή κρηπίς), δηλαδή o γύψος, η λευκή γη, το ψιμμύθιον, κεραμική γη…., πρβ και: Cressius nota = σημείωση δια κρητίδος, cretosus = Κρητικώδης, αργιλώδης, ο λευκός, cretula = το λευκό χρώμα. … Το λατινικό «creta» και το βενετσιάνικο «candia» = η νήσος Κρήτη ή η κρητίς (άργιλος ή γύψος) προήλθε από το Κρήτη, κάτι ως και τα Μαγνησία > μαγνήτης, Κίμωλος > κιμωλία… Παράβαλε και «Λευκά όρη = η δυτική οροσειρά της Κρήτης.

Σημειώνεται ότι:

1) Το όνομα «Ιδαία» είναι ουσιαστικό από το επίθετο «ιδαίος,α,ο» και κείνο από το ουσιαστικό «η Ίδη» = η οροσειρά «Ιδαία όρη», που, σύμφωνα με τους σημερινούς λεξικογράφους, σημαίνει τα σύδενδρα όρη (από το «ίδα ή ιδη» = το δέντρο ή το ξύλο), κάτι όμως μη βεβαιωμένο. Το όνομα «Ίδη ή Ιδαία όρη» πρέπει να σχετίζεται με τις λέξεις «ΔΕΟΣ» > ΔΕΥΣ – ΖΕΥΣ και το δέος > θέος και θεός, Δέος = το αίσθημα που προκαλείται από τη θέα.

2) Στην Παλαιά Διαθήκη, σύμφωνα με την μετάφραση των Εβδομήντα και του Ν. Βάμβα, οι Κρήτες άποικοι στην Παλαιστίνη λέγονταν πότε «Κρήτες» και πότε «Κερετιείμ ή Χερεθαίοι» και όχι Φιλισταίοι ή Καφθοριείς, όπως λένε μερικοί. Καφθορ και Καφθοριείμ είναι η Καπαδοκία και οι Καππαδόκες, ενώ οι Φιλισταίοι ήταν ένας εβραϊκός λαός που το μόνο κοινό που είχε με τους Κρήτες ήταν το ότι και αυτοί ήσαν αλλόθρησκοι και μισθοφόροι.


Από το βιβλίο:
Η ΑΥΘΕΝΤΙΚΗ ΚΡΗΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ
ΕΡΕΥΝΑ – ΜΕΛΕΡΤΗ
Α. Γ. ΚΡΑΣΑΝΑΚΗΣ






Πέμπτη, 29 Απριλίου 2010

Ίωνες

Οι Ίωνες ήταν μια από τις τέσσερις ελληνικές φυλές που, σύμφωνα με την μυθολογία, αφού ήρθε στην Ελλάδα έχοντας αρχηγό τον Ξούθο, κατοίκησε στην Αττική και πήρε το όνομά της από τον Ίωνα, το γιο του Ξούθου. Με το πέρασμα όμως του καιρού οι Ίωνες απλώθηκαν και κατοίκησαν στη βορινή και δυτική παραλία της Πελοποννήσου, στην περιοχή των Μεγάρων και την Εύβοια.

Γύρω στα 2.000 π.Χ., η ιωνική φυλή εγκαταστάθηκε και στα παράλια της Μικράς Ασίας, στην περιοχή ανάμεσα στον Έρμο και το Μαίανδρο ποταμό και σχημάτισε μια δοξασμένη δημοκρατία που την αποτελούσαν δώδεκα από τις διασημότερες πόλεις της Μ. Ασίας, η Φώκαια, Ερυθρές, Κλαζομενές, Τέως, Λέβεδος, Κολοφών, Έφεσος, Μίλητος, Μυών, Πριήνη, Χίος και Σάμος. Σ' αυτές προστέθηκε αργότερα και η αιολική πόλη Σμύρνη.




Η ιωνική αυτή δημοκρατία τελούσε κάθε χρόνο θρησκευτικές και πολιτικές γιορτές, Πανιώνιες, όπως λέγονταν, στο ιερό του Ελικώνιου Ποσειδώνα κοντά στη Μυκάλη. Ακόμα, τελούσε και συνελεύσεις των αντιπροσώπων των πόλεών της στο ιερό του Απόλλωνα στο νησί Δήλος. Η δημοκρατία των Ιώνων, παρόλο που γνώρισε πολυάριθμες επιδρομές και κατακτήσεις από τον Κροίσο, Κύρο, Δαρείο, Πέρσες και Ρωμαίους, ανάπτυξε έναν εξαιρετικό πολιτισμό σ' όλους τους τομείς ανεξάρτητα από την ανθρώπινη δραστηριότητα και ανάδειξε μεγάλους άντρες, που πολλά πρόσφεραν στην Ελλάδα, όπως τον Όμηρο, τον Ιπποκράτη, το Ζεύξι, τον Παράσιο, τους Ίωνες φιλόσοφους και άλλους.

Ιωνία

Η Ιωνία ήταν αρχαιότατη ελληνική χώρα στα παράλια της Μικράς Ασίας, ανάμεσα στους ποταμούς Έρμο, Κάυστρο και Μαίανδρο. Οι πρώτοι της κάτοικοι ήταν οι Κάρες και μετά απ' αυτούς, οι Λέλεγες, οι Λυδοί, οι Φρύγες, οι Μαίονες καθώς και διάφορες άλλες πελασγικές φυλές.

Στην Ιωνία ανήκαν και τα νησιά Σάμος, Χίος και Ικαρία. Οι πόλεις της Ιωνίας είχαν φτάσει γύρω στα 2000 π.Χ. σε μεγάλη ακμή. Τότε οι 12 απ' αυτές, οι μεγαλύτερες, ενώθηκαν σ' ένα είδος ομοσπονδίας, την περίφημη ιωνική δημοκρατία ή ιωνική δωδεκάπολη που έγινε πασίγνωστη και διατηρήθηκε λαμπρή και ακμαία για πολλούς αιώνες. Τα λαμπρότερα κέντρα πολιτισμού ήταν η Έφεσος και η Μίλητος, αλλά η Σμύρνη, που ήταν αιολική και προστέθηκε αργότερα στη δωδεκάπολη, κατόρθωσε να πάρει τα πρωτεία και να γίνει η μεγαλύτερη από όλες.

Μέχρι τον 7ο π.Χ. αιώνα, η Ιωνία και οι κάτοικοί της ζούσαν ήρεμοι κι ευτυχισμένοι απολαμβάνοντας τα πλούτη και τα αγαθά που τους χάριζαν οι εύφορες κοιλάδες τους. Τότε εμφανίστηκαν οι Κιμμέριοι, που με τις επιδρομές τους προκάλεσαν τρομερές καταστροφές. Λίγο αργότερα, η Ιωνία υποτάχτηκε στους Λυδούς και μετά στους Πέρσες. Παρόλ' αυτά, πολλές φορές οι Ίωνες επαναστάτησαν για ν' αποτινάξουν το ζυγό, αλλά όταν οι Πέρσες κυρίεψαν τη Μίλητο, στις αρχές του 5ου π.χ. αιώνα, όλη η Ιωνία υποδουλώθηκε οριστικά στους Πέρσες. Αυτοί έκαψαν τους ναούς των Ιώνων, κατεδάφισαν τα τείχη τους και όσους από τους κατοίκους δεν κατέσφαξαν, τους πήραν δούλους.

Η Ιωνία βρήκε την ελευθερία της στα χρόνια των περσικών πολέμων. Αργότερα υποτάχτηκε στους Ρωμαίους και κατόπιν στους Βυζαντινούς και αποτέλεσε την επαρχία ή θέμα της Σάμου.

Στο 13ο αιώνα καταλήφτηκε από τους Σελτζούκους και μετά από τους Τούρκους. Στα χρόνια της μικρασιατικής καταστροφής (1922 Αύγουστος), ο ελληνικός πληθυσμός της Ιωνίας, που το μεγαλύτερο μέρος του κατασφάχτηκε από τους Τούρκους, αναγκάστηκε να ξεριζωθεί από τα χώματα των πατέρων του και να εγκατασταθεί σε διάφορα μέρη της Ελλάδας.

Κυριακή, 25 Απριλίου 2010

Πελασγοί

Πελασγοί


Με το όνομα Πελασγοί οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς αποκαλούσαν, συγκεχυμένα, διάφορους πληθυσμούς, ιδιαίτερα αυτούς που θεωρούσαν "προελληνικούς". Κάποιοι, κυρίως μεταγενέστεροι, το χρησιμοποιούν όμως και για να περιγράψουν ελληνικούς πληθυσμούς. Σύγχρονοι ιστορικοί, αρχαιολόγοι και γλωσσολόγοι έχουν προσπαθήσει να συνδέσουν τους "Πελασγούς", έναν όρο με μάλλον ασαφές περιεχόμενο, με διάφορους υλικούς πολιτισμούς, γλωσσολογικές ομάδες κ.λ.π. αλλά πρόκειται περί άλυτου "προβλήματος". Οι συνεχείς επεξεργασίες των ελληνικών παραδόσεων και μύθων καθιστούν δύσκολο το διαχωρισμό σαφών "αναμνήσεων ιστορικών γεγονότων" και μυθοπλασίας όσον αφορά τις πληροφορίες που δίνουν οι αρχαίοι συγγραφείς για τους Πελασγούς.[1]

Περιοχές όπως η Θεσσαλία και η Αττική θεωρούνταν παραδοσιακά ως περιοχές στις οποίες κατοικούσαν Πελασγοί. Γενάρχης των Πελασγών αναφέρεται ο Πελασγός. Με τ' όνομά του συνδέθηκαν πολυάριθμοι θρύλοι και παραδόσεις.


Περί των Πελασγών έχουν αφήσει μαρτυρίες πολλοί αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς από τους μυθικούς χρόνους. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται οι: Ησίοδος, Όμηρος, Έφορος, Στράβων, Σκύμνος, Ηρόδοτος, Μενεκράτης, Παυσανίας, Θουκυδίδης, Ευριπίδης, Αισχύλος, Διονύσιος ο Αλικαρνασεύς, Αντικλείδης, καθώς και ο Πλάτων.

Ξεκινώντας από την Ελληνική Μυθολογία, ο Ησίοδος παραδίδει την παράδοση ότι πρώτος κάτοικος της Αρκαδίας ήταν ο Πελασγός, ο δε Έφορος ότι όλοι οι Πελασγοί είναι αρκαδικής καταγωγής, σημείο που αναφέρει ο Στράβων [2]. Ο δε Παυσανίας συμπληρώνει πως την εποχή που βασίλευε ο Πελασγός, όλη η Πελοπόννησος λεγόταν Πελασγία ή Αχαϊκόν Άργος. Ο δε Διονύσιος Αλικαρνασσεύς διατρανώνει: "των Πελασγών το γένος εκ Πελοποννήσου το αρχαίον" (Ι 17). Αλλά και ο Ευριπίδης στο έργο του "Αρχέλαος" αναφέρει πως "όταν ο Δαναός ήλθε στο Άργος κι έκτισε την πόλη του Ινάχου, και ενώ οι κάτοικοι λέγονταν "Πελασγιώται" εκείνος τους όρισε με νόμο αυτοί σε όλη την αρχαία Ελλάδα να λέγονται Δαναοί". Επίσης, ο Ηρόδοτος σημειώνει πως "όσο καιρό οι Ίωνες κατοικούσαν στη Πελοπόννησο στη περιοχή της σημερινής Αχαΐας, πριν ακόμη να έλθουν ο Δαναός και ο Ξούθος ονομάζονταν Πελασγοί Αιγιαλείς και που έλαβαν τελικά το όνομα Ίωνες από τον Ίωνα του Ξούθου"[3]. Τέλος, ο Στράβων αναφέρει ότι ο Αισχύλος στις "Ικέτιδες", καθώς και στις "Δαναΐδες" αναφέρεται στη καταγωγή των Πελασγών από το Άργος (Ε κεφ. Β).

Ο Ηρόδοτος αναφέρει την ύπαρξη Πελασγικού έθνους στην Αττική[4] και συμπληρώνει πως όταν ο Κροίσος θέλησε να μάθει ποιοι Έλληνες είναι οι πιο ισχυροί, βρήκε πως πρώτοι ήταν οι Λακεδαιμόνιοι και μετά οι Αθηναίοι, οι πρώτοι από τη φυλή των Δωριέων και οι δεύτεροι από των Ιώνων. "Πράγματι αυτοί οι λαοί ήσαν οι πλέον εξέχοντες, οι δεύτεροι μεν καταγωγής Πελασγικής, οι πρώτοι δε καταγωγής ελληνικής"*.

Για τους Πελασγούς στην Θεσσαλία αναφέρεται ο Στράβων, ο οποίος και αποκαλεί όλη τη Θεσσαλία Πελασγικόν Άργος και συγκεκριμένα: "τη Θεσσαλία μεταξύ των εκβολών του Πηνειού και των Θερμοπυλών μέχρι της ορεινής χώρας σε όλη την έκταση της Πίνδου, αφού οι Πελασγοί ήταν κυρίαρχοι των τόπων αυτών" και ιδιαίτερα πως είχαν επεκταθεί "προπάντων μεταξύ των Αιολέων που ήταν ανά τη Θεσσαλία."[5]

Σημειώνεται όμως ότι και κατά τους ιστορικούς χρόνους, το νότιο τμήμα της Θεσσαλίας μεταξύ Λάρισας και Φερών διατηρούσε το όνομα Πελασγιώτις.

Στην Ιλιάδα, αναφέρεται στην προσευχή του Αχιλλέα ο Ζευς, ο οποίος προσφωνείται βασιλιάς της Δωδώνης και των Πελασγών. [6]

Η Ήπειρος και ιδιαίτερα η Δωδώνη αποτελούσε το κέντρο των Πελασγών. Ο Στράβων μνημονεύει τον Ησίοδο, ο οποίος είχε αποκαλέσει τη Δωδώνη ως το Πελασγών έδρανο (fr.225). Εδώ υπήρχε και το μέγα ιερό του Δωδωναίου Διός, το περίφημο ομώνυμο μαντείο καθώς και ένα από τα αρχαιότερα θέατρα του ελλαδικού χώρου.

Χαρακτηριστική είναι η αναφορά του Αισχύλου στο έργο Ικέτιδες (250), όπου ο Βασιλεύς Πελασγός αναφέρει: "Του γηγενούς Παλαίχθονος είμαι εγώ γιος, ο Πελασγός, που κυβερνώ τη χώρα. Και αφού είμαι ο βασιλιάς επόμενο είναι να πάρουν από μένα τ΄ όνομά τους οι Πελασγοί που κατοικούν τη χώρα. Όλη αυτή που τη διασχίζει ο αγνός Στρυμόνας στη δυτική πλευρά του. Και τη χώρα των Περραιβών ακόμη εξουσιάζω και όσα μέρη είναι πέρα από την Πίνδο και της Δωδώνης τα βουνά. Τα σύνορά μου ορίζει η θάλασσα"[7].

Κατά τον Ηρόδοτο, "τη Σαμοθράκη κατοικούσαν παλαιότερα Πελασγοί". [8]. Από τους Πελασγούς προέρχονται τα Καβείρια μυστήρια.

Ο Ηρόδοτος, αναφερόμενος στον 5ο αιώνα π.Χ., σημειώνει τόσο για την Ίμβρο όσο και για τη Λήμνο, ότι την εποχή εκείνη και τα δύο αυτά νησιά τα κατοικούσαν ακόμα οι Πελασγοί[9].

Και η Λέσβος κατά τον Στράβωνα, (Ε κεφ.Β), λέγονταν Πελασγία, που σαφώς σημαίνει ότι κατοικείτο από Πελασγούς.

Κατά την Περσική εκστρατεία, ο Ηρόδοτος αναφέρει πως οι Κυκλάδες πρόσφεραν 17 πλοία συμπληρώνοντας ότι "και αυτοί ήταν λαός Πελασγικός που αργότερα όμως ονομάσθηκαν Ίωνες" [10].

Για τους Πελασγούς στην Κρήτη παραδίδεται από τον Όμηρο, στην Οδύσσεια (Τ 175) η παρουσία των "δίων Πελασγών". [11]

Ο Ηρόδοτος αναφέρει πως στον Ελλήσποντο πελασγικές εγκαταστάσεις υπήρχαν στις περιοχές Πλακία και Σκυλάκη και πως οι Πελασγοί αυτοί του Ελλησπόντου προέρχονταν από την Αττική[12].

Ο Όμηρος στην Ιλιάδα χαρακτηρίζει τους γείτονες των Κιλίκων της Τρωάδας Πελασγούς και συγκεκριμένα αναφέρει πως "ο Ιππόθοος οδηγούσε τα φύλα των κονταρομάχων Πελασγών αυτών που κατοικούσαν στην εύφορη Λάρισσα[13]. Ο δε Μεκράτης ο Ελαΐτης θεωρεί τους Πελασγούς κατοίκους όλης της Ιωνικής παραλίας: "την παραλίαν την νυν Ιωνικήν πάσαν από Μυκάλης αρξαμένην υπό Πελασγών οικείσθαι πρότερον". Ακόμη όμως και ο Ηρόδοτος επισημαίνει για τους Αιολείς πως "στους παλαιότερους χρόνους και αυτοί λέγονταν Πελασγοί".

Και για την Κύπρο ο Ηρόδοτος αναφέρει πως είχαν μεταναστεύσει εκεί Πελασγοί από την Αθήνα, τη Σαλαμίνα, την Κύθνο και από την Αρκαδία[14]. Μάλιστα ο Βασιλεύς της Τεγέας, Αγήνωρ, ήταν ο ιδρυτής της Πάφου. Η δε κυπριακή διάλεκτος ομοιάζει με την αρκαδική, εξ ου και γίνεται λόγος για την αρκαδοκυπριακή διάλεκτο ή Νότια Αχαϊκή, διάλεκτο των αρχαίων ελληνικών. Επίσης κατά την παράδοση, ο Αιακίδης Τεύκρος με μερικούς Τρώες αιχμαλώτους ήταν εκείνος που έκτισε τη Σαλαμίνα της Κύπρου.

Ο Αθηναίος Αντικλείδης, Αλεξανδρινός ιστορικός, παραδίδει κατά μαρτυρία του Στράβωνα (E κεφ.B) πως οι Πελασγοί εκείνοι που ζούσαν στη Μακεδονία και στην Αττική ήταν εκείνοι που κατοίκησαν και στα γύρω από την Ίμβρο και τη Λήμνο μέρη και πως μερικοί απ' αυτούς υπό τον Λύδο τον Τυρρηνό μετανάστευσαν στην Ιταλία, που απετέλεσαν και στη συνέχεια το έθνος των Τυρρηνών ή Ετρούσκων.

ΑΙΟΛΙΔΑ

ΑΙΟΛΙΔΑ
ονομάζεται το τμήμα των δυτικών Μικρασιατικών παραλίων ανάμεσα στη Νότια Τρωάδα και τη Σμύρνη, όπου κατά τον πρώτο ελληνικό αποικισμό (11ος-10ος αιώνας π.Χ.) εγκαταστάθηκαν Θεσσαλοί και Βοιωτοί άποικοι, που ανήκαν στην Αιολική φυλή. Οι Αιολείς ήταν μία από τις τέσσερις φυλές στις οποίες διαιρούσαν το ελληνικό έθνος οι αρχαίοι (οι άλλες ήταν οι Ίωνες, οι Αχαιοί και οι Δωριείς). Τα πρωτοαιολικά φύλα, περί το 2000 π.Χ., κατέλαβαν τη Θεσσαλία, όπου διαμόρφωσαν την αιολική διάλεκτο και τις ιδιαίτερες λατρείες τους, τις οποίες και μετέφεραν το 10ο αιώνα π.Χ. νοτιότερα και στα μικρασιατικά παράλια.

Στην Αιολίδα περιλαμβάνονταν επίσης η Τένεδος, όπου βρισκόταν η πόλη Αιολίς με το ιερό του Σμινθέως Απόλλωνος, και η Λέσβος, στην οποία στάθμευσαν οι Αιολείς πριν από τον αποικισμό τους στη Μικρά Ασία και ίδρυσαν τις πόλεις Μυτιλήνη, Πυρρά, Μήθυμνα, Αρίσβη, 'Αντισσα και Ερεσό. Η Μικρασιατική Αιολίδα διακρινόταν στη βόρεια και τη νότια περιοχή. Κατά τον Στράβωνα (XIII, 582), η αποικία των Αιολέων στο βόρειο τμήμα της Μικρός Ασίας ήταν τέσσερις γενιές αρχαιότερη της ιωνικής και εκτεινόταν από «την Κυζικηνή έως τον Κώκο ποταμό και ακόμη μακρύτερα έως τον Έρμο».
Σε αυτήν υπήρχαν οι παράλιες πόλεις 'Ασσος, Γάργαρα και 'Ανταδρος και οι μεσογειακές Κεβρή, Σκήψις, Νεάνδρειακαι Πιτύεια. Η νότια περιοχή -που αποτελούσε και την κυρίως Αιολίδα-περιλάμβανε την παραλία μεταξύ του ποταμού Έρμου και του Λεκτού ακρωτηρίου. Σε αυτήν ανήκε έως τον 7ο αιώνα π.Χ. καιη Σμύρνη, οπότε πέρασε στους Ίωνες και έτσι νοτιότερη πόλη απέμεινε η Κύμη, που ονομάστηκε Φρικωνίς από το όρος Φρίκος της Λοκρίδας, που ήταν και η μητρόπολη των αποίκων-κατοίκων της. 'Αλλες πόλεις της νότιας αιολικής δωδεκάπολης ήταν το Νέον Τείχος, η Τήμνος, η Κίλλα, το Νότιον, η Αιγιρόεσσα, η Πιτάνη, οι Αιγαίες, η Μύρινα και η Γρύνεια, όπου βρισκόταν και το κοινό των Αιολέων: ο ναός του Απόλλωνα. Μετά από πολύμοχθους αγώνες, οι Αιολείς κατόρθωσαν να υπερισχύσουν των ντόπιων κατοίκων και να αξιοποιήσουν γεωργικά τη χώρα. Από νωρίς, όμως, άρχισαν να υφίστανται ενοχλήσεις από τους Φρύγες και τους Λυδούς, που τους υπέταξαν επί βασιλείας του Κροίσου (563-549 π.Χ.}, ενώ το 546 π.Χ., μετά την ήττα του Κροίσου από τον Κύρο, πέρασαν στους Πέρσες.Έτσι, κατά τους Μηδικούς πολέμους, οι Αιολείς αναγκάστηκαν να ακολουθήσουν με 60 πλοία τον Ξέρξη στην εκστρατεία κατά της Ελλάδας. Το 479 π.Χ., όμως, μετά τη ναυμαχία της Μυκάλης, ανέκτησαν την ελευθερία τους και έγιναν μέλη της Αθηναϊκής συμμαχίας. Μετά το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου (404 π.Χ.), η Αιολίδα υπήχθη στην κυριαρχία των Λακεδαιμονίων, οι οποίοι εγκαθίδρυσαν στις πόλεις της ολιγαρχικά πολιτεύματα, και με την Ανταλκίδειο ειρήνη (387π.Χ.) πέρασε στους Πέρσες. Οι Αιολείς συνέβαλαν αποφασιστικά στην ανάπτυξη του ελληνικού πνευματικού πολιτισμού. Κάποτε μάλιστα υπήρξε και μία θεωρία ότι τα έπη
του Ομήρου αρχικά συντέθηκαν στην αιολική διάλεκτο και στη συνέχεια μεταφέρθηκαν στην ιωνική. Βεβαίως, σήμερα αυτή η υπόθεση δεν ευσταθεί γλωσσολογικά, πάντως αναμφισβήτητα στην ομηρική γλώσσα υπάρχουν πολλές αιολικές επιδράσεις. Αιολικής καταγωγής υπήρξε και ο δημιουργός του διδακτικού έπους Ησίοδος, ο οποίος αναφέρει ότι ο πατέρας του Δια μετοίκησε από την Αιολίδα Κύμη στην 'Ασκρη της Βοιωτίας.Ωστόσο, η πιο σημαντική προσφορά των Αιολέων ήταν η ανάπτυξη και η καλλιέργεια της μελικής ποίησης και της μουσικής.

Κυριακή, 18 Απριλίου 2010

Η Μακεδονία

Η Μακεδονία
είναι γεωγραφική και ιστορική περιοχή της βαλκανικής χερσονήσου στην νοτιοανατολική Ευρώπη. Τα σύγχρονα γεωγραφικά της όρια, εμβαδού περίπου 67.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων, τέθηκαν σε χαρτογραφική βάση προς το τέλος του 19ου αιώνα κατά την τελική πτώση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας παρά το ότι η περιοχή δεν προσφέρεται ως μία ενιαία γεωγραφική οντότητα (βλέπε, H.R. Wilkinson 1951 και αγγλική βικι). Χονδρικά τα λεγόμενα όρια της Μακεδονίας είναι βόρεια μέχρι την πόλη των Σκοπίων, ανατολικά την οροσειρά της Ροδόπης και την κοιλάδα του Νέστου, νότια την κοιλάδα των Τεμπών, και δυτικά τον ορεινό όγκο της Πίνδου. Η περιοχή περιλαμβάνει τις κοίτες (από τα δυτικά προς τα ανατολικά) των Αλιάκμονα, Βαρδάρη/Αξιού και του Στρυμώνα ποταμών (εκ των οποίων ο Βαρδάρης καταλαμβάνει μακράν την μεγαλύτερη έκταση) και τις πεδιάδες γύρω από την Θεσσαλονίκη και τις Σέρρες.

Η περιοχή μοιράζεται ανάμεσα στην Ελλάδα με το 52,4% της περιοχής και το 52,9% πληθυσμού, (μοιράζεται ανάμεσα στις τρεις Περιφέρειες της Κεντρικής Μακεδονίας, Δυτικής Μακεδονίας, και Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης), την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας με το 38%, και την Βουλγαρία με περιπου το 10%, στην περιοχή του Μπλαγκόεβγκραντ. Το Ελληνικό κομμάτι ή διαμέρισμα της Μακεδονίας αναφέρεται κάποτε (αποκλειστικά από τους μη Έλληνες) σαν "Ελληνική Μακεδονία" ή "Μακεδονία του Αιγαίου", η ΠΓΔΜ ως "Μακεδονία του Βαρδάρη" ή "Νότιoς Σερβία", και το βουλγαρικό κομμάτι ως "Μακεδονία του Πίριν" και ως περιοχή τoυ Μπλαγκόεβγκραντ.

Η Μακεδονία σήμερα αποτελεί γεωγραφικό διαμέρισμα, το μεγαλύτερο σε έκταση, της Ελληνικής επικράτειας οριζόμενο προς Β. από τα σύνορα με την Π.Γ.Δ.Μ. (F.Y.R.O.M.), και Βουλγαρία, προς Ν. από τη Θεσσαλία και Αιγαίο Πέλαγος, προς Α. από τη Δυτική Θράκη και Δ. από την Ήπειρο και Αλβανία.


Ειδικότερα τα σύνορα του διαμερίσματος αυτού είναι: Νότια το Αιγαίο Πέλαγος, από τις εκβολές του ποταμού Νέστου, στη δυτική πλευρά της Θράκης, έως τη παραλία Αιγάνης, κοντά στο Πλαταμώνα, στη βόρεια πλευρά της Θεσσαλίας. Στη συνέχεια προς Ν. σύνορα του διαμερίσματος είναι οι νομοί Λαρίσης και Τρικάλων της Θεσσαλίας ως και ένα τμήμα της Ηπείρου έως τη κορυφή Μαυροβούνι της Πίνδου. Δυτικά δε είναι η Ήπειρος από τη κορυφή Μαυροβούνι ως τη λίμνη Μεγάλη Πρέσπα. Και προς Β. είναι τα σύνορα της Π.Γ.Δ.Μ. (F.Y.R.O.M.) σε μήκος 244 χλμ. και συνέχεια τα σύνορα της Βουλγαρίας με ίσο περίπου μήκος. Τέλος Α. είναι ο Νομός Ξάνθης της Θράκης, με φυσική διαχωριστική γραμμή κατά το μεγαλύτερο μέρος με τον ποταμό Νέστο. Η συνολική έκταση της Μακεδονίας φθάνει τα 34.231 τετρ.χλμ.


Εθνική κατανομή στα Βαλκάνια και την Μικρά Ασία το 1923 από το Historical Atlas του William R. Shepherd, New York (ο χάρτης δεν περιλαμβάνει την ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας του 1923).Οι γεωγραφικές συντεταγμένες της Μακεδονίας στα όρια αυτά είναι: Πλάτος (φ) 39° 50’ Βόρειο ως και 41° 32’ Β, Μήκος (λ) 20° 47’ Ανατολικό και 24° 47’ Α. Οι μέσες συντεταγμένες είναι (φ) 40° 30’ Β και (λ) 23° 00’ Α. που συμπίπτουν με τη θέση του χωρίου Νέο Ρύσιο στο Νομό Θεσσαλονίκης. Τα δύο από τα τρία «τριεθνή» σημεία των Ελληνικών συνόρων βρίσκονται στα Μακεδονικά σύνορα, το ένα εντός της λίμνης Μεγάλη Πρέσπα, νότια της νησίδας Μάλι Γκραντ ή Αχίλλειον, το δε άλλο επί κορυφής του όρους Μπέλλες (Κερκίνη) με υψόμετρο 1.883 μ. (το τρίτο βρίσκεται στα σύνορα της Θράκης).

Το όνομά της Μακεδονίας προέρχεται από την Ελληνική μυθολογία, που πέρασε στη κυρίως αρχαία ιστορία και που πρώτος την κατέγραψε ο Ηρόδοτος (Ε 17).

Ο Όμηρος φαίνεται να αγνοεί το όνομα «Μακεδονία» και «Μακεδόνες». Γι΄ αυτόν οι πολεμιστές από τη χώρα που αρδεύει ο Αξιός είναι οι Παίονες και χώρα τους η Παιονία (Ιλιάδα Β’ 848, Π’ 287 και Φ’ 152). Πιθανά αυτό να μαρτυρά ότι η τότε Μακεδονία ήταν ηπειρωτική χώρα μακράν του Αξιού και δεν είχε λόγους συμμετοχής σε ναυτικές εκστρατείες.

Ο "πατέρας" της Ιστορίας, ο Ηρόδοτος, ονομάζει Μακεδονία την πέρα της Πρασιάδας λίμνης και του Δυσώδους όρους χώρα (Ε 18) που ορίζεται προς Ν. από τον Πηνειό και τον Όλυμπο (Ζ’ 173), άλλως «Μακεδονίς» (Ζ 127). Οι κάτοικοι αυτής, Μακεδόνες (Ε 18) ή Μακεδνόν έθνος (Α 56, Η 43) ήταν Ελληνικό φύλο και μάλιστα, ήταν κατ΄ εκείνον Δωρικό γένος που κατοικούσε πρώτα στη Φθιώτιδα επί Δευκαλίωνα, παρά την Όσσα και τον Όλυμπο επί Δώρου και που τελικά εκδιώχθηκε από τους Καδμείους και κατέφυγε στη Πίνδο (Α 56).

Στην Ελληνική μυθολογία υπάρχουν τρεις παραδόσεις για το όνομα της Μακεδονίας:

1.Aπό τον γενάρχη Μακεδόνα το γιο του Αιόλου (Ελιαν . απόσπ. 46).
2.Από τον Μακεδόνα τον γιο του Λυκάονα (Βασιλέα της Ημαθίας), πατέρα της Πίνδου και
3.Το όνομα οφείλεται στον Μακεδόνα τον γιο του Δία και της Θυίας, κόρης του Δευκαλίωνα που απέκτησε τα τέκνα Άμαθον και Πίερον από το όνομα του οποίου ονομάστηκαν τα Πιέρια όρη.(Ησιόδου απόσπ. XXVI).
[Επεξεργασία] Βασιλείς της Μακεδονίας
Κύρια άρθρα: Βασιλείς της Μακεδονίας και Μακεδονικό βασίλειο

Το αστέρι της Βεργίνας είναι ένα ιστορικό ελληνικό σύμβολο της Μακεδονικής Βασιλικής Δυναστείας του Φιλίππου Β' και του Μεγάλου Αλεξάνδρου.[Επεξεργασία] Προϊστορική περίοδος
Είναι αδύνατος ο προσδιορισμός της αρχής αυτής της περιόδου που μπορεί να είναι από τον 12ο αιώνα π.Χ. Κάποια σαφή όμως στοιχεία προσδιορισμού υπάρχουν για τον 8ο αιώνα ενώ ακριβή ιστορικά στοιχεία υπάρχουν από τον 6ο π.Χ αιώνα, αρχή της ιστορικής περιόδου.

[Επεξεργασία] Προϊστορική περίοδος (8ος – 6ος π.Χ. αι.).
1. Μακεδών (Γενάρχης). Γιος του Αιόλου ή του Βασιλέως της Αιγύπτου Οσίριδος. (Διοδ. Ι. 18, 20). Ή Μακεδών ή Μάκεδνος (Γενάρχης). Γιος του Βασιλέως της Αρκαδίας Λυκάονος (γιου του Πελασγού) (Απολλοδ. ΙΙΙ 8, 1). Ή Μακεδών (γενάρχης). Γιος του Διός και της Θυίας, κόρης του Δευκαλίωνα. (Στεφ. Βυζάντιος εις λ. Μακεδονία). Εκ των παραπάνω συνάγεται ότι ο γενάρχης του βασιλικού οίκου της Μακεδονίας ήταν Αργείος Ηρακλείδης στη καταγωγή. Οι παραδόσεις αυτές βρίσκονται σε πλήρη αρμονία με τη μαρτυρία του Ηροδότου ότι το Μακεδονικό έθνος ήταν Ελληνικό φύλο και μάλιστα Δωρικό, που μετακινούμενο από τη Εστιαιώτιδα της Θεσσαλίας (αρχικά) κατοίκησε στις παρυφές της Πίνδου.

2. Κάρανος (8ος π.Χ. αι.). Γενάρχης, ιδρυτής της βασιλικής Μακεδονικής δυναστείας του πρώτου κράτους με πρωτεύουσα τις Αιγές (σημ. πόλη Έδεσσα), (πάντα κατά τον Θεόπομπο που μάλλον εξ αυτού επαναλαμβάνει και μαρτυρεί ο Διόδωρος). Απόγονος του Ηρακλείδη Τημένου, Βασιλέως της Αργολίδας, που εκστράτευσε από το Άργος και καταλαμβάνοντας τη περιοχή ΒΑ της Πίνδου θεμελίωσε πρώτος τη δυναστεία. Σ΄ αυτή, τη κατά παράδοση καταγωγή από τον Ηρακλή πάντες οι μετά ταύτα Βασιλείς στήριξαν τη προέλευσή τους. Διάδοχοι του Κάρανου ήταν ο Κοίνος και ο Θουρίμας.

Η δυναστεία του Κάρανου βασίλευσε 72 έτη.

3. Κατ' άλλους γενάρχης και θεμελιωτής του βασιλικού οίκου της Μακεδονίας ήταν ο Αργέας (εξ ου και καλούνταν Αργεάδες τα μέλη της μακεδονικής δυναστείας) που φθάνοντας από το Άργος παρά τις πηγές του Αλιάκμονα εγκαταστάθηκε στην Ημαθία.

4. Τέλος θεμελιωτής του Μακεδονικού κράτους κατά την παράδοση του Ηρόδοτου (Η’ 137 κ επ.) (και που ήταν η πλέον επικρατούσα) ήταν ο εξ Άργους Ηρακλείδης Περδίκκας απόγονος του Τημένου. Σαφής και η περί αυτού μαρτυρία του Θουκυδίδη (ΙΙ 99 και V 80)

Δυναστεία των Αργεάδων
Περδίκκας (729-678 π.Χ.) ή 700 π.Χ.
Αργαίος Α' (; - μέχρι 640)
Φίλιππος Α' (621-588) ή 640-602
Αέρωπος Α' (602-576)
Αλκέτας Α' (576-547)
Αμύντας Α' (547 ή 540-498)



Πρώτη ιστορική περίοδος

Φίλιππος Β'. Ο πάτερας του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
Προτομή του Πτολεμαίου του Σωτήρα στο Μουσείο του ΛούβρουΠερίοδος (498 - 359)

Αλέξανδρος Α' ο Φιλέλληνας, (498-454). Γιος του Αμύντας Α'.
Αλκέτας Β' (454-448). Γιος του Αλέξανδρου Α.
Φίλιππος - Περδίκας Α' (448-436). Αδέλφια του Αλκέτα Β
Περδίκκας Β' (436-413). νεότερος γιος Αλέξανδρου Α
Αρχέλαος (413-399). Γιος του Περδίκκα Β
Δεκαετής αναρχία (399-389)

Ορέστης (399-396). Ανήλικος γιος του Αρχέλαου.
Αέροπος Β' (396-392). Δυναστεία των Λυγκιστών.
Αμύντας Β' (ο μικρός) (392-390)
Παυσανίας (390-389). Γιος του Αερόπου Β'.
Τέλος της δεκαετούς πολιτειακής αναρχίας.

Αμύντας Γ' (389-383). Γιος του Αρριδαίου, της Δυναστείας των Λυγκιστών.
Αργαίος Β' (383-381). Αδελφός του Παυσανία(;).
Αμύντας Γ' (381-369)
Αλέξανδρος Β' (369-368). Πρωτότοκος γιος του Αμύντα Γ.
Ευριδίκη (Βασιλομήτωρ)- Πτολεμαίος (ο Αλωρίτης) (Επίτροπος διαδόχων) (368-365)
Περδίκας Γ' (365-359). Γιος του Αμύντα Γ
[Επεξεργασία] Δεύτερη ιστορική περίοδος
Περίοδος (359-323 π.Χ.)

Φίλιππος Β' 359-336
Αλέξανδρος Γ ο Μέγας. 336-323
[Επεξεργασία] Τρίτη ιστορική περίοδος
Φίλιππος Γ ο Αριδαίος (323-317) (ετεροθαλής αδελφός Μ. Αλεξάνδρου)
Αλέξανδρος Δ (323-311) με αντιβασιλείς τους Αντίπατρο μέχρι 319, Πολυσπέρχοντα μέχρι 316, Κάσσανδρο μέχρι 311.
Κάσσανδρος (311-297) - (ή 306-297) Γιος του Αντίπατρου
Αντίπατρος Α (297-295) Γιος του Κάσσανδρου
Αλέξανδρος Ε (297-295) Γιος του Κάσσανδρου
Δημήτριος Α ο πολιορκητής (295-287)
Λυσίμαχος (287-276)
Πτολεμαίος Κεραυνός (276)
Μελέαργος 276 (2 μήνες)
Αντίπατρος Β 276 (45 ημέρες) Γιος του Φιλίππου αδελφού του Κάσσανδρου.
Μικρό Πολιτειακό κενό - Σωσθένης, στρατηγός Μακεδονίας.



Δυναστεία των Αντιγονιδών
Αντίγονος Β ο γονατάς (276-239) - Γιος του Δημητρίου του Πολιορκητή
Δημήτριος Β ο καλός (239-229) - Γιος του Αντίγονου Β
Αντίγονος Γ ο Δώσωνας (229-220) - Ξάδελφος του Δημητρίου Β - Επίτροπος Διαδόχου Φιλίππου.
Φίλιππος Ε (220-179) Γιος του Δημητρίου Β
Περσέας (179-168). - Γιος του Φιλίππου Ε.

Αξιοσημείωτη τυγχάνει, για οποιονδήποτε ερευνητή, η δυσκολία που φαίνεται πως αντιμετώπιζαν από την αρχαία ακόμη εποχή οι τότε αρχαίοι συγγραφείς ώστε να αποδώσουν ορθά τα γεωγραφικά όρια αυτού του Βασιλείου, που από τα κείμενά τους δείχνουν πως ή δεν τα γνώριζαν (αμφίβολο) ή δεν προλάβαιναν (τις αλλαγές) ή και να συγχέανε τα γεωγραφικά όρια με εκείνα τα πολιτικά (μετά από επιχειρήσεις). Και η παρατήρηση αυτή δυστυχώς διαπιστώνεται (ίσως να διαιωνίζεται) μέχρι και σήμερα.

Έτσι καθίσταται αναγκαίο ως μοναδικός τρόπος εξαγωγής ασφαλών συμπερασμάτων αφενός μεν η παράθεση γνωμών των αρχαίων ιστορικών και αφετέρου η παρακολούθηση της ανάπτυξης του Βασιλείου της Μακεδονίας από τις επιχειρήσεις του εκάστου Βασιλέως, και τις υπαγωγές της χώρας στις επόμενες περιόδους παράλληλα με τις εκάστοτε ονομασίες της, μέχρι σήμερα .

Άξιο προσοχής ακόμη σημείο είναι ότι οι Χώρες στην αρχαιότητα ονομάζονταν από το όνομα των κατοίκων τους και όχι οι κάτοικοι από το όνομα της χώρας που έμεναν, το δε όνομά τους προήρχετο από το όνομα του Ιδρυτή ή Γενάρχη του έθνους των.

Θέσεις Ιστορικών

Ηρόδοτος : Ο Ηρόδοτος θεωρούσε το βόρειο όριο μεταξύ της Μακεδονίδος και της Βοττιαίας την συνένωση των ποταμών Λουδία και Αλιάκμονα :
(7.127) «...μέχρι Λυδίεώ τε ποταμού και Αλιάκμονος , οι ουρίζουσι γην την Βοττιαιίδα τε και Μακεδονίδα , ες τωυτό ρέεθρον ύδωρ συμμίσγοντες.» Από την περιγραφή του Ηροδότου πρέπει να υποθέσουμε ότι στα χρόνια του ο Αλιάκμονας προχωρούσε βορειότερα μέχρι το Λουδία και ενωμένοι οι δύο ποταμοί χύναν τα νερά τους στο Θερμαϊκό. Έτσι η «Μακεδονίς γη»του Ηροδότου περιλαμβάνει τους σημερινούς νομούς Πιερίας και Ημαθίας.

Θουκυδίδης: Ο Θουκύδίδης που ζούσε πριν τη κατάληψη της Οδομαντικής και της Ηδωνίδας υπό του Φιλίππου θεωρούσε ανατολικό όριο τον Στρυμώνα ποταμό.
Στράβων: (Εστίν ουν Ελλάς και η Μακεδονία) O Στράβων θέτει ως δυτικό όριο της Μακεδονίας τον Πυλώνα, σταθμός της Εγνατίας οδού στο λαιμό του όρους παρά την ανατολική όχθη της Λυχνίτιδας λίμνης που συνδέει τα βόρεια της Πίνδου με το μεσημβρινό κλάδο του Σκάρδου), διακρίνοντας και τη Μακεδονία της Ιλλυρίας (Ζ'323). Ανατολικό όριο ακολουθεί τον Θουκυδίδη θεωρώντας τον Στρυμώνα (Β 99). Ως νότιο δε όριο θέτει περίεργα αντί των φυσικών ορίων (Πηνειός, Όλυμπος, Καμβούνια, Πίνδος) την από Θεσσαλονίκης προς Δυρράχιο Εγνατία οδό (!) αποκόπτοντας έτσι μέγα τμήμα και μάλιστα το αρχαιότερο της Μακεδονίας.
Κλαύδιος Πτολεμαίος: Ο Πτολεμαίος θέτει ως βόρεια όρια το Δυρράχιο και τους Στόβους, ως ανατολικά τον Νέστο και ως νότια την Οίτη και τον Μαλιακό κόλπο, υπάγοντας έτσι στη Μακεδονία όλη τη Θεσσαλία και τη Φθιώτιδα. (Πτολ. Γ' 13).
Τίβος Λίβιος (Ρωμαίος): Ο Τίβος Λίβιος προσεγγίζοντας ίσως περισσότερο παντός άλλου αναφέρει: "Quanta Macedonia esset, Macedones quoque ignorabant" (XLV 30) (Πόση είναι η Μακεδονία, και αυτοί ακόμη οι Μακεδόνες αγνοούσαν).
Desdevises du Dezert: Ούτος ονομάζει Μακεδονία ολόκληρη τη περιοχή από Αδριατικό μέχρι τη Ροδόπη και από του Σκάρδου μέχρι το Πηνειό.
Μ. Δήμιτσας: Έναντι του προηγουμένου περιορίζει τα βόρεια και δυτικά όρια και ενώ παραδέχεται τα λοιπά ως ακριβή περιλαμβάνει στη Μακεδονία και αυτή την Ιλλυρία λόγω των πολλών εκεί αποκιών της.
1. Βασίλειο επί Περδίκκα Α: Μακεδονικό Βασίλειο της Ημαθίας αποτελούμενο από έξι επαρχίες: Ημαθία, Πιερία, Βοττιαία, Μυγδονία, Εορδαία και Αλμωπία.

2. Βασίλειο επί Αλεξάνδρου Α: Όλες οι παραπάνω συν τις ανατολικές προσαρτήσεις: Κρηστωνία, Βισαλτία, Ελιμία ή Ελιμιώτις, Ορεστίδα (Ορεστίς) και η Λυγκηστίδα (Λυγκηστίς ή Λύγκος)

3. Βασίλειο επί Φιλίππου: Το σύνολο των παραπάνω συν τις βόρειες και ανατολικές επιπλέον προσαρτήσεις: (βόρειες) Πελαγονία, Παιονία, (ανατολικές) Σιντική, Οδομαντική Ηδωνίδα (Ηδωνίς) και (νότια μία) Χαλκιδική.

Έτσι τα σαφή εξωτερικά όρια των παραπάνω επαρχιών σαφώς και δίδουν τα όρια της Μακεδονίας που ήταν: Προς Ν. το Αιγαίο από Νέστου μέχρι Πηνειού και ορέων Όλυμπος, Τιτάριο και Καμβούνια, (χώριζαν από τη Θεσσαλία τις επαρχίες Πιερίας και Ελιμίας). Προς Δ. η βόρεια οροσειρά της Πίνδου δηλαδή τα όρη Τύμφη, και Βόϊο (Γράμμος) που χώριζαν τις μακεδ. Επαρχίες Ελιμία και Ορεστίδα από την Ήπειρο, στη συνέχεια το όρος Πετρίνο παρά της Λυγνιδού λίμνης (Αχρίδας) και το όρος Τούρια που χώριζαν τις μακεδ. Επαρχίες Λυγκιστίδα και Πελαγονία από την Ιλλυρία. Προς Β. η περιβάλλουσα τους Στόβους οροσειρά στη συμβολή του Εριγώνα και Αξιού, η οροσειρά αυτή συνδέει το όρος Βάβουνα με το δυτικό κλάδο του Μεσάπιου όρους και που χώριζαν τις μακεδ. Επαρχίες Πελαγονία , νότια Παιονία και Σιντική από τη κυρίως Παιονία και τη Θρακική περιοχή των Μαίδων. Τέλος προς Α. το όρος Όρβηλος και ο ποταμός Νέστος που χώριζαν από της Θράκης τις Επαρχίες Σιντική, Οδομαντική και Ηδωνίδα.

Η Μακεδονία είναι χώρα πολύμορφη με ψηλά όρη που περιβάλουν εκτεταμένες πεδιάδες και αρκετούς ποταμούς που μερικοί πηγάζουν στις γειτονικές χώρες. Με μια γρήγορη ματιά στο ανάγλυφο του χώρου της εύκολα διαπιστώνεται ότι κύριο χαρακτηριστικό της Μακεδονίας είναι ο συσσωρευμένος ορεινός όγκος στα δυτικά που απλώνει προς την ανατολή ένα μακρότατο βραχίονα με αλλεπάλληλες οροσειρές που επιστέφουν από βορά όλη τη χώρα έως τη Θράκη κατά μήκος των βορείων συνόρων. Οι οροσειρές αυτές κόπτονται σε δύο ομάδες από τη βαθειά κοιλάδα του Αξιού (στο κέντρο της Μακεδονίας). Συνάμα σημαντικοί ποταμοί οι μεγαλύτεροι της Ελλάδας διασχίζουν τη γη αυτή που με τις υπάρχουσες αρκετές λίμνες παρέχουν το γενικό εκείνο μορφολογικό πλαίσιο που επιτρέπει τη διαίρεση του χώρου σε ακριβώς τρία χωριστά τμήματα την Δυτική Μακεδονία (εξαιρετικά ορεινή με σημαντικά οροπέδια), τη Κεντρική Μακεδονία (με τις εκτεταμένες πεδιάδες) και την Ανατολική Μακεδονία (με τα εύφορα λεκανοπέδια που περικλείονται σε λοφοσειρές).

Στη Δυτική Μακεδονία, δύο παράλληλες οροσειρές, από Β προς Ν (διακλάδωση του Σκόρδου) με κύριο όρος το Πέτρινο(ή Γκαλιτσίκα) {Βορειοδυτικό όριο), χωρίζουν τις λεκάνες των λιμνών Μεγάλης και Μικρής Βρυγηίδας (ή Πρέσπες) από της Αχρίδας (Λυχνίτιδας), της δε προς Α. οροσειράς ο Βαρνούς (ή Περιστέρι), το Βέρνο ή Βίτσι, Σινιάτσικο ή Άσκιο, το Μπούρινο και το Βέρμιο. Ανατολικά το Καϊμακτσαλάν που στο Ελληνικό έδαφος ονομάζεται Βόρας, η Τζένα και το Πάικο. Μια νότια διακλάδωση αποτελούν τα Καμβούνια και τα Πιέρια που συνδέονται με τα Θεσσαλικά όρη Χάσια, Αντιχάσια και Όλυμπο. Ανάμεσα στις αλλεπάλληλες αυτές οροσειρές το οροπέδιο της Πτολεμαΐδας που συνεχίζει προς Β με της Φλώρινας και του Μοναστηρίου και προς Ν με της Κοζάνης και της Καστοριάς. Επίσης ανάμεσα στις οροσειρές αυτές κυλούν τα χειμαρρώδη νερά τους μικροί ποταμοί που τρέφουν καταλήγοντες στον Αλιάκμονα η κοιλάδα του οποίου αποτελούσε άλλοτε κόλπο που καλύφθηκε από τις προσχώσεις. (Πολλοί πιστεύουν ότι υπολείμματα εκείνου του κόλπου είναι η λίμνη της Καστοριάς).

Στη Κεντρική Μακεδονία παρουσιάζεται μια εντελώς διαφορετική όψη με μια σειρά από πεδιάδες που στεφανώνονται από οροσειρές. Κορμός αυτής είναι η κοιλάδα του Αξιού, ανάμεσα στα όρη Βέρμιο δυτικά, Κρούσια και Κερδύλλια ανατολικά τη Κερκίνη (ή Μπέλες) βορεινά και νότια τη Χαλκιδική, η ευφορώτερη της χώρας. Η Χαλκιδική τραχεία προέκταση της Κεντρικής Μακεδονίας, αποτελεί τη μεγαλύτερη χερσόνησο της Ελλάδας, με έκταση 3.281 τετρ. χλμ. μεταξύ Θερμαϊκού - Στρυμονικού κόλπου και που χωρίζεται με δύο λίμνες τη Βόλβη ή των Μπεσικίων ανατολικά και τη Κορώνεια ή του Λαγκαδά δυτικά που καταλήγει εισχωρούσα στο Αίγαίο ως Τρίαινα του Ποσειδώνα σε τρεις παράλληλες μικρότερες χερσονήσους της Κασσάνδρας ή Παλλήνης (δυτ.), της Σιθωνίας ή του Λόγκου και της Ακτής ή Άθω ή Αγίου Όρους (ανατ.) με αντίστοιχα ακρωτήρια το Ποσείδαιο, το Δρέπανο και το Νυμφαίο ή Ακρόθωο και επιμέρους κόλπους της Κασσάνδρας και του Αγ. Όρους ή Σιγγιτικός. Η Χαλκιδική στην οποία δεσπόζει η ορεινή τριάδα Χωρτιάτης Χολομόντας και Στρατονικό με σπουδαιότερο χείμαρρο τον Ρήχειο είναι η πλουσιότερη μεταλλευτική περιοχή της Ελλάδας.

Στην Ανατολική Μακεδονία, αν ο ποταμός Αξιός κόβει στα δύο την βόρεια στεφάνη της Μακεδονίας χωρίζοντάς την σε Δυτική και Κεντρική Μακεδονία, ο ποταμός Στρυμών κόβει την ανατολική στεφάνη και χωρίζει έτσι την Κεντρική από την Ανατολική Μακεδονία που απλώνεται μέχρι τον Νέστο ποταμό φυσικό όριο με τη Θράκη. Ανάμεσα στους δύο αυτούς ποταμούς η Ανατολική Μακεδονία καλύπτεται από μια σειρά οροσειρών με ενδιάμεσες εύφορες κοιλάδες. Οι οροσειρές αυτές αρχίζουν από τα στενά της Κούλας που τα διασχίζει μεν ο Στρυμών αλλά και η εθνική οδός Θεσσαλονίκης – Σερρών – Σόφιας. Την ανατολική πλευρά των στενών αποτελούν οι προσβάσεις του όρους Άγκιστρο ή Τσιγγέλι απέναντι του Μπέλλες. Κατόπιν το όρος Όρβηλος (που είναι συνέχεια των Βουλγαρικών ορεινών όγκων του Πιρίν) με τη ψηλότερη κορφή του στο ελληνικό έδαφος την Αλή-Μπουντούς. Συνέχεια προς Ν τα όρη Βροντούς, Μενοίκιο και Α. το Φαλακρό και η Λεκάνη. Και ενώ όλα συνδέονται μεταξύ τους σε ενιαίο όγκο της οροσειράς της Ροδόπης όπου και ο κύριος κορμός της είναι εντός της Βουλγαρίας, περιέργως το Παγγαίο ορθώνεται τελείως απομονωμένο προς Ν με συντροφιά ένα μικρότερο όρος το Σύμβολο ή Σύμβουλο.

Η Βόρεια Μακεδονία, η οποία αποτελεί την ΠΓΔΜ είναι κυρίως ορεινή, αλλά αποτελείται απο πολλές λίμνες με μεγαλύτερη την λίμνη Αχρίδα, την οποία μοιράζεται με την Αλβανία.

Κυριότεροι ποταμοί της Μακεδονίας είναι οι Αξιός, Αλιάκμονας, Στρυμών, Γαλλικός, Λουδίας και Νέστος. Η Μακεδονία δεν είναι χώρα των λιμνών αλλά αν αναλογισθεί κανείς ότι από το σύνολο των 23 ελληνικών λιμνών, εκτός τις 6 λιμνοθάλασσες συνολικής επιφάνειας 734 τετρ. χλμ. οι 10 βρίσκονται στη Μακεδονία με μια λιμναία έκταση 191 τ. χλμ. τότε ασφαλώς, για την Ελλάδα, μάλλον είναι χώρα των λιμνών.

Οι λίμνες της Μακεδονίας[1], διακρίνονται σε ορεινές και πεδινές. Ορεινές (κύριες) είναι: Η μεγάλη Βρυγηίς (853/288(37)/50) – η μέγιστη των Βαλκανίων και η βαθύτερη επί ελληνικού τμήματος της Ελλάδας, και η μικρή Βρυγηίς (-/44/-) (ή Πρέσπες), η Βεγορρίτιδα ( ή Βεγορίτις ή του Οστρόβου) {540/68/65) - με τρεις επιμέρους μικρότερες των Πετρών, τη Χειμαδίτιδα και την Ζάχαρη, της Δοϊράνης (–/43(17)/8) και η Ορεστιάς (ή Καστοριάς) 620/30/10. Πεδινές είναι: η άλλοτε Γιαννιτσών[2], της Άρτζανης και του Αματόβου που τείνουν να αποξηραθν, η Κερκίνη, η Κορώνεια (ή του Λαγκαδά ή του Αγ.Βασιλείου) (55/57/15) και η Βόλβη 50/73/20.

Η Μακεδονία παρουσιάζει πολλές μεταλλικές πηγές με αξιόλογη χημική σύσταση και θεραπευτικές ιδιότητες. Κυριότερες εξ αυτών κατά νομό είναι:

1.Πηγές Λαγκαδά: 18 χλμ. από Θεσσαλονίκη, τρεις στην ομώνυμη περιοχή, θερμ. 37-39° Με σύσταση ανά 1χγρ = 0,58 γρ. υδρανθρακικά άλατα ασβεστίου, μαγνησίου, νατρίου και χλωριούχα νατρίου και καλίου καλύπτοντας όλους τους όρους λουτρόπολης.

2.Πηγές Σέδες: 15χλμ. από Θεσσαλονίκη, τέσσερις, με στοιχεία όπως των πηγών του Λαγκαδά.

3.Πηγές Γιάννες: (Κιλκίς) τρεις, θερμ. 18-21°. Σύσταση 1λίτρο = 0,58γρ ανθαρακικό οξύ και κύρια συστατικά τα αυτά των πηγών Λαγκαδά, προτείνεται κατά στομαχικών παθήσεων.

4.Πηγές ( Λουτρά Λουτροχωρίου ή Μπάνια ) στο Λουτροχώρι νομού Πέλλης, μεταξύ Έδεσσας και Βέρoιας, με θειούχα ύδατα.

5.Πηγές Χαλκιδικής: Θερμά ύδατα που αναβλύζουν παρά τη θέση Τελκιλή.

6.Πηγές Δουμπιών: (Χαλκιδική) όμοιας σύστασης με πηγές Γιάννες.

7.Πηγές ( Λουτρά Λουτρακίου ή Ποζάρ ) στο Λουτράκι νομού Πέλλης, αναβλύζουν σε θερμ. 41°.

8.Πηγές Σιδηροκάστρου: Βόρεια του Σιδηροκάστρου αναβλύζουν σε θερμ. 44,5°. Πολύ γνωστές κατά τη Βυζαντινή περίοδο.

9.Πηγές Νιγρίτας (Επαρχία Βισαλτίας, νομού Σερρών): 4χλμ από Σέρρες. Αναβλύζουν σε θερμ. 55° Μεγάλης περιεκτικότητας αλάτων, τυγχάνουν ευρείας κατανάλωσης.

10.Πηγές Έξω-Σου (Ξυνό νερό) στο 165ο χλμ. Θεσσαλονίκης- Μοναστηρίου, όμοιες με εκείνες του Λαγκαδά και

11.Πηγές Ελευθερών, ΝΔ της Καβάλας, ύδατα οξυανθρακικά, θεωρούνται ιαματικά κατά ψαμμίασης, λιθίασης, στομαχικών νοσημάτων κλπ.

ΜΑΚΕΔΟΝΕΣ

ΜΑΚΕΔΟΝΕΣ

«Είμαι Έλλην το καυχώμαι, ξέρω την καταγωγή μου, η ελληνική ψυχή μου ελευθέρα πάντα ζει».

Οι απλοί αυτοί στίχοι του τραγουδιού, που μαθαίναμε τον καιρό της χρυσής παιδική; μας ηλικίας στο σχολείο, τονίζουν μια αδιάσειστη αλήθεια: «ότι εμείς οι κατοικούντες στις βόρειες ακριτικές περιοχές του Ελληνισμού, οι γηγενείς Μακεδόνες, είμαστε Έλληνες, γνήσιοι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων Μακεδόνων».

Οι Μακεδόνες αισθάνονταν τους εαυτούς τους πάντοτε Έλληνες, ομιλούσαν ελληνιστί και δεν είχαν αποβάλλει ποτε' τον σύνδεσμο τους με τον ελληνικό πολιτισμό, τονίζει ο ΗΟΡΜΑΝ.

Την ελληνική του καταγωγή, βροντοφώναξε με περηφάνεια στους δύσπιστους Αθηναίους - γραφεί ο Ηρόδοτος - ο βασιλιάς της Μακεδονίας Αλέξανδρος ο πρώτος, το έτος 479 π.Χ., όταν εισήλθε τη νύχτα κρυφά στο στρατόπεδο τους, στις Πλαταιε'ς, για ν' αποκαλύψει τα σχέδια των Περσών και να τους χαρίσει τη νίκη. «Αυτός γε γαρ Έλλην το γένος ειμί τωρχαίον, είπε, και αντ' ελεύθερης δεδουλωμένην ουκ εθέλοιμι οράν την Ελλάδα». Και κρίθηκε τότε «Ως Έλλην των Πάνυ Ελλήνων» και στερέωσε την ιδέα της κοινής καταγωγής των Ελλήνων και Μακεδόνων με τη συμμετοχή του το 476 π.Χ. στους Ολυμπιακούς αγώνες, όπου μόνο Έλληνες έπαιρναν μέρος.

Δύο χιλιάδες τετρακόσια χρόνια περίπου αργότερα, τον καιρό του Μακεδόνι­κου Αγώνα, ένοπλος αγράμματος Μακεδόνας χωρικός, που μιλούσε το μιξόγλωσσο ιδίωμα, το αποκαλούμενο σήμερα από τους σκοπιανούς «μακεδόνικη γλώσσα» έδωσε μ' άλλο τρόπο την αποστομωτική απάντηση σε ξένο ανταποκριτή, όταν τον ερώτησε: «Σε ποιά εθνότητα ανήκεις και για ποιόν πολεμάς; - «Σχάψε τη γη και θα βρεις αρχαία" Αν δεν είναι ελληνικά, τότε κι εγώ δεν είμαι Έλλην. Γι' αντήν την πατρίδα πολεμώ. Την Ελλάδα», είπε ο Μακεδόνας με περηφάνεια και με μάτια που έβγαζαν σπίθες.

Δεν υπάρχει λοιπόν καμμιά αμφιβολία και κανένα δίλημμα μέσα μας· Ποιοι είμαστε εμείς οι Μακεδόνες. Είμαστε γνήσιοι Έλληνες από το γένος το αρχαίο ελληνικό των ορεισίβιων Μακεδόνων, που ξεκινώντας από τα Μακεδόνικα βουνά στα πανάρχαια χρόνια, γέμισε την πριν έρημη χώρα με νέο γένος ηρώων και την κατέστησε γόνιμη και αποδοτική. Γενάρχης και γνήσιος φυλετικός ήρωας του σθένους και της ανεξάντλητης δύναμης του Μακεδόνικου Ελληνισμού ήταν ο Ηρακλής και πολλά ήσαν τα ιερά κέντρα της λατρείας του στη μακεδόνικη γη.

Οι αρχαιότητες μας είναι οι φθεγγόμενοι λίθοι. Είναι οι αψευδείς μάρτυρες και πολύτιμη παρακαταθήκη της ε'νδοξης ιστορικής και πολιτιστικής πορείας των Ελλήνων προγόνων και αδιάψευστη απόδειξη της συνέχειας του Μακεδόνικου Ελληνισμού σε κάθε πολιτεία και χωριό απ' άκρο σ' άκρο της Μακεδονίας. Ερείπια
ακροπόλεων και βυζαντινών κάστρων, επιγραφές και νομίσματα, τάφοι με πλούσια κτερίσματα, γλυπτά και ανάγλυφα όλων των εποχών, νεολιθικοί οικισμοί, βυζαντινά μοναστήρια, ναοί βυζαντινοί και των χρόνων της τουρκοκρατίας κι αρχοντικά της λαϊκής αρχιτεκτονικής βρίσκονται σ' όλη την Μακεδόνικη γη, που τάχθηκε από τη μοίρα προμαχώνας στα σύνορα τα βορινά, στον παντοτινό αγώνα κατά των επιδρομέων υπέρ της ασφάλειας όλων των άλλων Ελλήνων.

50 ακροπόλεις και βυζαντινά κάστρα και 150 αρχαίοι οικισμοί έχουν επισημανθεί στη γη μόνο της Ελίμειας, που περικλείεται σήμερα στα όρια των Νομών Κοζάνης και Γρεβενών κι είναι απειράριθμοι οι αρχαιοελληνικοί χώροι στην υπόλοιπη Δυτική κι ολόκληρη την άλλη Μακεδονία.

223 ελληνικές επιγραφές μαρμάρινες κατέγραψε από την περιοχή της αρχαίας Άνω Μακεδονίας, της σημερινής Δυτικής Μακεδονίας, το έτος 1985 το Εθνικό Κέντρο Ερευνών, 1400 αρχαιοελληνικές επιγραφές αναφέρει 0 Μαργαρίτης Δήμιτσας από όλο το χώρο της Μακεδονίας, το έτος 1896, στο περισπούδαστο βιβλίο του «Η Μακεδονία εν λίθοις φθεγγομένοις και μνημείοις σωζομένοις». Και 2.000 άρματα φορτωμένα με αριστουργήματα της τέχνης των Μακεδόνων έσερνε πίσω του μαζί με 250 Μακεδόνες αιχμαλώτους ευγενείς, ο Παύλος Αιμίλιος, κατακτητής της Μακεδονίας το 167 π,Χ. για να κοσμήσει τη θριαμβευτική είσοδο του επί τριήμερο στη Ρώμη, γράφει ο Κλεάνθης Νικολαϊδης στο βιβλίο του «Η ιστορία του Ελληνισμού με βάσιν και Κέντρον την Μακεδονίαν» το έτος 1923. Κι είναι απει­ράριθμα ακόμα εκείνα που οι βαρβαρικές επιδρομές και η τουρκική κατάκτηση εξαφάνισαν αλλά και όσα στοργικά κρύβει στα σπλάχνα της η μητέρα γη, περιμένοντας την αρχαιολογική σκαπάνη να τα φέρει στο φως για ν' αποδείξουν το μεγαλείο του μακεδόνικου ελληνισμού. Οι τυχαίες αποκαλύψεις της Βεργίνας, της Πέλλας, της Έδεσσας, του Δίου, του Δερβενίου, της Σίνδου, της Χαλκιδικής κι όλης της άλλης Μακεδονίας και στις περιοχές του Νομού Κοζάνης, μετά το 1983, στη Μαυροπηγή, στην Ποντοκώμη, στην Κοιλάδα, στη Σπηλιά, στην Ανω Κώμη, στους Πύργους, στο Μπουφάρι Βοΐου, στον Πολύμυλο, στις νεολιθικές τούμπες του Σαρί γκιόλ και στην τεχνητή λίμνη του Αλιάκμονα, στα Σέρβια και ειδικά στην Αιανή, απέδειξαν κι αποδεικνύουν συνεχούς το υψηλό βιοτικό και πολιτιστικό επίπεδο των Μακεδόνων από τη Μυκηναϊκή ακόμη εποχή του πολιτισμού. Είναι ένας πολιτι­σμός, που είναι κοινός και εφάμιλλος με τον πολιτισμό των άλλων νοτίων Ελλήνων, γεγονός που μαρτυρεί την ενότητα τοιν πανελλήνων από την προϊστορική ακόμη εποχή.

Πέραν όμως από τις αρχαιότητες και τα μνημεία τα βυζαντινά και της εποχής των χρόνων της τουρκοκρατίας, οι γηγενείς κάτοικοι της Μακεδονίας, ποτισμένοι με την ανθρωπιά της αρχαίας ελληνικής σκέψης και την περηφάνεια των Μακεδόνων δημιούργησαν μια σταθερή, ηθική και πολιτιστική βάση, που στάθηκε ο γρανιτένιος κι αλήθητος προσανατολισμός στο σκληρό αγώνα για την εθνική επιβίωση και ειδικά στα χρόνια της τουρκοκρατίας, που επιχειρήθηκε ο αφελληνισμός. Έτσι ο λαός αυτός στα 523 χρόνια της τουρκικής βαρβαρότητας επέδειξε ελληνικές αρετές, γαλουχήθηκε με την ελπίδα της αναστάσεως του Γένους κι αγωνίστηκε με το ένα χέρι στ' αλέτρι και την αξίνα και με το άλλο το όπλο και το σπαθί, στην προσπάθεια του να επιβιώσει και ν' αποκτήσει την εθνική του ανεξαρτησία. Κι έλαβε μέρος σ' όλους τους αγώνες, τόσον κατά τους προεπαναστατικούς χρόνους με τους κλέφτες κι αρματολούς, όσο και στις εξεγέρσεις τον 1821, του 1854, του 1878, και στην περίοδο του Μακεδόνικου Αγώνα, που στην πραγματικότητα άρχισε από το 1870 με τη δημιουργία της Βουλγαρικής Εξαρχίας και από το 1876 με τα ένοπλα μακεδόνικα κλεφταρματσλικά σώματα, τα οποία κράτησαν άσβεοτη τη φλόγα της ελευθερίας κι αλώβητη κι αμόλυντη την ελληνική ψυχή, ώστε οτην εποχή του 1904 -1908 με την εξόρμηση των οργανωμένων ανταρτικών σωμάτων να σωθεί η Μακε­δονία και να παραδοθεί ελεύθερη οτην αγκαλιά της μητέρας πατρίδος τον Οκτώ­βριο του 1912 με τους Βαλκανικούς πολέμους.

Οι συνεκτικοί δεσμοί, που κράτησαν ενωμένο ψυχικά το λαό κι αδιάφθορη την εθνική συνείδηση του ήταν η κοινή πίστη, τα κοινά ήί)η και έθιμα, οι θρύλοι, οι παραδόσεις, οι παροιμίες, οι γιορτές και τα πανηγύρια και η οργανωμένη κοινωνική ζωή. Κι αν μερικοί Έλληνες από τις καταπιέσεις και τις άλλες ανάγκες των συνθηκών της ζωής βρέθηκαν στη δύσκολη θέση να αλλάξουν τη γλώσσα τους και να μιλήσουν το μιξόγλωσσο ιδίωμα, ανάμεικτο από ελληνικές, τουρκικές, αρβανίτικες και σλαβικές λέξεις, όπως και οι τουρκόφωνοι και βλαχόφωνοι σ' άλλες περιοχές, οι συνεκτικοί δεσμοί και η κοινή πολιτιστική τους ταυτότητα ήσαν τα στοιχεία εκείνα που διατήρησαν αμόλυντη την εθνική τους συνείδηση ώστε να δίδει προς κάθε κατεύθυνση ο κάθε Μακεδόνας χωρικός την περήφανη απάντηση: «Σκάψε τη γη και θα βρεις αρχαία. Αν αντά όεν είναι ίλληνικά, τότε κι εγώ όεν είμαι Έλληνας».

Με την ανταλλαγή των πληθυσμών, όσοι από τους κατοίκους των παραμεθόριων περιοχών της Μακεδονίας είχαν σλαυϊκή συνείδηση και καταγωγή έφυγαν για Βουλγαρία. Οι υπόλοιποι κάτοικοι της Μακεδονίας ανεξάρτητα από τα γλωσσικά ιδιώματα, έχοντας ελληνική εθνική συνείδηση και καταγωγή, παρέμειναν στις εστίες τους, κοντά στις παραμεθόριες περιοχές. Τα ήθη κι έθιμα τους, καθάρια ελληνικά, και τα τραγούδια τους εξυμνούν τα κατορθώματα των Μακεδονομάχων, ντόπιων κι από την νότια Ελλάδα, με πρώτον τον Παύλο Μελά, στον αγώνα κατά των Κομιτατζήδων.

Έτσι. η θεωρία του Φαλμυράύερ κατέπεσε, γιατί αποδείχθηκε περίτρανα ότι οι Μακεδόνες και οι άλλοι Έλληνες δεν ήσαν Σλαύοι ομιλούντες ελληνικά, αλλά γνήσιοι Έλληνες απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων, όπως μαρτυρούν τα ήθη κι έθιμα τους και η πολιτιστική τους ταυτότητα, που έχει τις ρίζες της οτην αρχαιοελληνική σκέψη.

Ήρθε όμως ο Τίτο το 1944. αντί των Βουλγάρων Κομιτατζήδων, και γέννησε το τέρας που ονομάστηκε «Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας» με πρωτεύουσα τα Σκόπια, αναγνωρίζοντας τους Μακεδόνες ως ιδιαίτερη εθνότητα. Κι ανεζήτησε τους υπηκόους του ψευδοκράτους του, τόσον στις περιοχές της Βουλγαρίας, που εγκατέλειψε πια τη Μεγάλη Ιδέα, όσον και στην ελληνική Μακεδονία, προπα­γανδίζοντας συνεχώς και παραποιοητας την ιστορική αλήθεια.

Κι ασφαλώς με το ψέμα και κυρίως με την εξαγορά, αφού το χρήμα μπορεί να διαφθείρει, βρήκε εξωμότες στις ξένες χώρες να στηρίξει την προπαγάνδα του σε βάρος της ελληνικής Μακεδονίας και να εξυπηρετήσει τα επεκτατικά του σχέδια.

Έως εδώ την ευθύνη την έχουν ο Τίτο, οι Σκσπιανοί. οι εξωμότες της Αυστραλί­ας και του Καναδά κι όλοι εκείνοι οι ξένοι, που πληρώνονται με πολύ χρήμα να βγάλουν εγκυκλοπαίδειες, να συσκοτίζουν την αλήθεια και να παραπλανούν τους Ευρςοπαίους και τους άλλους λαοΰς του κόσμου, προβάλλοντας το ψέμα νια την ενίσχυση και την ισχυροποίηση του μύθου της Μακεδόνικης Εθνότητας.

Εμείς όμως οι Έλληνες, ως άτομα, στο χώρο που ζούμε, και ως Κράτος, μέσα στην ελληνική επικράτεια κι έξω απ' αυτήν, τι κάναμε για την ενημέρωση του λαού και την διαφώτιση των Κυβερνήσεων και των λαών του κόσμου σχετικά με τα ψεύδη των γειτόνιον μας και τα απαράγραπτα δίκαια μας;

Σ* αυτή την πείσμονη σλαβική επιβουλή, που εκδηλώθηκε αρχικά από το 1986 ακόμη με τη διακήρυξη των πανολα βιοτικών ιδεών στο συνέδριο της Μόσχας, εμείς οαν κράτος αντιτάξαμε πάντοτε μια περίεργη διστακτικότητα. Μια διστακτικότητα επικίνδυνη για την εθνική μας υπόσταση, που συνεχίστηκε, τόοο μετά την απελευ­θέρωση της Ελλάδος από τον τουρκικό ζυγό όσο και μετά το τέλος του 2ου παγκοσμίου πολέμου, που δημιουργήθηκε ξανά το ζήτημα αυτό αφήνοντας το λαό τελείως απληροφόρητο.

Κι ενώ στο εξωτερικό η ελληνική διπλωματία συνεχώς μετά το 1950 δραστηριο­ποιείται κι αγωνίζεται, όσο αγωνίζεται να καταρρίψει το μύθο της μακεδόνικης εθνότητας, εδώ, «ένδον των τειχών» τι γίνεται;

Περί άλλων μεριμνούμε και τυρβάζουμε. Για την ευμάρεια μας, την διασκέδαση μας, την καλοζωία μας, τις διαμαρτυρίες μας Ελλήνων κατά Ελλήνων, τα ψηφίσματα μας για τα δικαιώματα των λαών του κόσμου. Και για τα εθνικά μας θέματα που καίνε; Δεν νοιάζεται πια κανένας Έλληνας πολίτης. Όλοι αδιαφορούμε από φόβο μη χαρακτηρισθούμε κινδυνολόγοι, σωβινιστε'ς, εχθροί των λαών και της ειρήνης, αναχρονιστικοί.

Αλήθεια που βρισκόμαστε και που πάμε; Το καθετί ελληνικό το απαρνούμαστε, ώστε να χάνεται και αντικαθίσταται με το ξένο. Απαρνούμαστε την παράδοση, το καθετί παλιό για ν' απολαύσουμε το νέο χωρίς διάκριση. Απαρνούμαστε όλα εκείνα τα στοιχεία του πολιτισμού που συνθέτουν το βίο και την ιστορία του ελληνισμού. Χάνουμε την εθνική μας ταυτότητα, κάτω από το βαρύ πέλμα του βιομηχανικού πολιτισμού, που μαζοποιεί και ισοπεδώνει τους λαούς εκείνους, που δεν έχουν εθνική μνήμη.

Πόσα από τα σπουδάζοντα Ελληνόπουλα σήμερα γνωρίζουν κάτι για την Μακε­δονία, τους αγώνες της τους εθνικούς, τον αξεπέραστο πολιτισμό της, που τον διέδωσαν σ' όλη την Οικουμένη Μακεδόνες;

Πόσοι γνωρίζουν αυτό το ανύπαρκτο, πλην όμως υπαρκτό και αυτό πρόβλημα της επιβουλής κατά της εθνικής μας υποστάσεως και ανεξαρτησίας;

Πόσο και με ποιο τρόπο φρόντισε η ελληνική πολιτεία τους λίγους αυτούς τραυματισμένους γλωσσικά Έλληνες τοιν παραμεθορίων περιοχών ώστε να κάμει το βίο τους, όχι ανθόσπαρτο αλλά κάπως ανθρωπινότερο για να τονώσει με το ενδιαφέρον της την εθνική συνείδηση και να τους κάμει αλύγιστους φρουρούς στα σύνορα τα βορινά, πρόμαχους της ασφάλειας όλων των Ελλήνων, όπως ήταν τον καιρό της τουρκοκρατίας και του Μακεδόνικου Αγώνα, που οι κομιτατζήδες τους αποκαλούσαν «Γραικομάνους» κι έφευγαν τρομοκρατημένοι και μόνο στο άκουσμα τους;
Και πώς σήμερα, οι απόγονοι αυτών των Γραικομάνων, από δεύτερη και Τρίτη γενεά, γίνονται στις ξένες χώρες προπαγανδιστές των Σκοπιανών επιδιώξεων;

Σπασμωδικά δυστυχώς αντιμετωπίστηκε το ανύπαρκτο αυτό πρόβλημα ανέκα­θεν από την ελληνική πολιτεία στο εσωτερικό μας μέτωπο και δόθηκε η ευκαιρία στους Σλαύους να το κάμουν υπαρκτό, με τη συμπεριφορά όλων μας.

Κι αντί να διδάξουμε στα παιδιά μας στα σχολεία και μ' όλα τα μέσα της μαζι­κής ενημέρωσης «Τι εστί ελληνική πατρίδα», ποια είναι τα σύμβολα της. ποια είναι η τοπική μας ιστορία και η ιστορία της ευρύτερης περιοχής, αντί να καλλιεργήσου­με την εθνική συνείδηση των Ελλήνων, σε συνδυασμό με την αγάπη και τη φιλία μεταξύ των λαών της γης, εμείς τα φοβούμαστε αυτά και τ' αποφεύγουμε για να μη μας πουν καθυστερημένους κι όχι προοδευτικούς και αντί όλων αυτών τι κάνουμε-για ν' αντιμετωπίσουμε την προπαγάνδα των Σκοπίων και τον ελλοχεΰοντα κίνδυνο:

Ασβεστώνουμε τις αγιογραφίες των παλιών εκκλησιών, που επί αιώνες θέρμαι­ναν την ψυχή του σκλαβωμένου γένους και θέριεψαν την αποσταμένη ελπίδα, γιατί νομίζουμε ότι έτσι εξαφανίζουμε τα αποδεικτικά στοιχεία της κατά φαντασίαν επίδρασης των Σλάβων στο Μακεδόνικο Ελληνισμό, αφού από άγνοια, αφέλεια και αγραμματοσύνη, θεωρούμε ότι οι επιγραφές στους Αγίους δεν είναι Ελληνικές αλλά σλαβικής γραφής. Κι ακόμη αν δεν καταστρέφουμε τις εικόνες, σβήνουμε τις επιγραφές και επάνω σ' αυτές γράφουμε νέες, δήθεν ελληνικές, ή γκρεμίζουμε τα ιερά μας, τις θολόκτιστες εκκλησίες της τουρκοκρατίας και στη θέση τους χτίζουμε τους όγκους από μπετόν, μ' αποτέλεσμα να εξαφανίζεται κάθε αποδεικτικό στοι­χείο, που μαρτυρεί την ελληνικότητα του τόπου αυτοΰ. Κι αυτό γίνεται δυστυχώς σε χωριά, που υπήρξαν φρούρια του Ελληνισμού στα χρόνια της τουρκοκρατίας και του Μακεδόνικου Αγώνα. Γκρεμίζουμε όλη την αρχιτεκτονική μας κληρονομιά, αλλοιώνουμε την εθνική μας φυσιογνωμία, δίδουμε λαβή στους ξένους ότι φοβού­μαστε την αλήθεια, ενώ δεν την γνωρίζουμε και τρέχουμε τουρίστες στην ελληνικότατη Αχρίδα. στο Κρούσοβο, το Μοναστήρι και αλλού για να θαυμάσουμε τ' αρχοντικά, τις εκκλησίες και τα μοναστήρια, που στη μεγάλη άγνοια της άγνοιας μας θεωρούμε πολιτιστική κληρονομιά των Σλάβων; Ξεχνούμε τους χορούς και τους σκοπούς του τόπου μας και σε παραδοσιακές γιορτές ή οργανωμένες εκδηλώσεις φέρνουμε συγκροτήματα γιουγκοσλάβικα, με κρατικές δαπάνες, κι αφού εκτελέ­σουν το πρόγραμμα τους, αφήνουμε επί μια και περισσότερη εβδομάδα να γυρίζουν τα χωριά μας στο όνομα του Ξένιου Δία. να σπέρνουν την προπαγάνδα τους «περί μακεδόνικης Εθνότητας».

Ποιος λοιπόν, φταίει αν το ανύπαρκτο αυτό ζήτημα, με τη συμπεριφορά μας το κάνουμε υπαρκτό;

Η αφέλεια μας κι η άγνοια μας κι όχι μόνον οι ξένοι, στους οποίους τα φορτώνουμε όλα για να καλύπτουμε τις δικές μας ευθύνες.

Τι πρέπει να γίνει;

Η απάντηση βγαίνει μόνη της: Να συνειδητοποιήσει ο κάθε ένας, πολίτες και πολιτεία, το χρέος προς τον τόπο.

Τα μνημεία μας, τα ήθη και τα έθιμα μας, η κοινωνική ζωή και οι εκδηλώσεις της, ο ελληνικός τρόπος ζωής κι όλα εκείνα τα στοιχεία της τέχνης και του λόγου, που αποτελούν την εθνική πολιτιστική μας κληρονομιά, πρέπει να είναι η τιμή και η περηφάνεια μας και η ταυτότητα της φυλής και της καταγωγής μας στην Ευρώπη των Εθνών. Είναι όλα αυτά οι φθεγγόμενοι λίθοι, που διδάσκουν πάντοτε. Όλα εκείνα τα οποία δεν μαθαίνετε παρά των υμετέρων διδασκάλων» τονίζει ο Μαρ­γαρίτης Δήμιτσας από το 1896 ακόμη.

Να συνειδητοποιήσουν όλοι οι Έλληνες πρώτα, ότι υπάρχει μια χώρα πλούσια από τη φύση της, την ιστορία, τον πολιτιομό της τον πανάρχαιο ελληνικό, η Μακεδονία.

Κι αυτή η όμορφη χώρα. η γη της επαγγελίας, είναι η υψηλή σκοπιά της Ελλάδος από όπου διαδόθηκε το φως του πολιτισμού στα πέρατα της οικουμένης με τους πεζεταίρους του Μεγαλέξανδρου.

Πουλημένοι συγγραφείς, πλαστογράφοι ιστορικοί και πολιτικοί συμφεροντολό-γοι, δημιούργησαν τον μύθο της Σλαυικής Μακεδονίας, Εμείς δεν έχομεν ανάγκη πλαστογραφήσεως της ιστορίας οαν τους πλαστογράφους των Σκοπίων. που θέλουν τον Ορφέα, το Μεγαλέξανδρο και τον Αριστοτέλη ως δικούς τουζ. Αψευδείς μάρτυρες και θερμοί κήρυκες της ελληνικότητας της Μακεδονίας είναι τα ψυχρά και άψυχα λιθάρια, τα μνημεία τέχνης και λόγου όλων των εποχών, τα οποία με στεντορεία φωνή διακηρύττουν, ότι η Μακεδονία μας «είναι οστούν τα οστά της Ελλάδος και σάρκα ΐκ της σαρκός της, καρδία και θεμέλιον τον Ελληνισμού».

Όλα αυτά είναι μάρτυρες της αδιάκοπης πορείας του Ελληνισμού, είναι η φωνή των νεκρών της χώρας αυτής «πούναι του Σλαύου τ' όραμα και του Ρωμιού η λα­χτάρα», είναι η βοή των ζώντων.

Χρέος όλων να τα διατηρήσουμε και να τα προστατεύσουμε.

Η ιστορία το επιτάσσει, η πατρίδα θα μας ευγνωμονεί.



Πηγή : Το παρακάτω κείμενο είναι ομιλία που έγινε στην εκδήλωση για τη Μακεδονία, την οποία οργάνωσε το κέντρο Μεσογειακών Σπουδών στο Κοβαντάρειο το Νοέμβριο του 1990. - Σιαμπανοπούλου Κωνσταντίνου.

Σάββατο, 17 Απριλίου 2010

Αιολείς

Ίωνες και Αιολείς

Οι Ίωνες υπήρξαν μια από τις λαμπρότερες πτέρυγες του Ελληνισμού.

Από τους Ίωνες προήλθαν και οι Αθηναίοι, που τα έργα τους εφώτισαν όλην την ανθρωπότητα.

Οι κυρίως Ίωνες, κρατούντες στα μικρασιατικά παράλια, ακτινοβολούσαν τηn λάμψι τους προς ανατολάς, αλλά και προς όλα τα σημεία της ανθρωπότητας.

΄Εδωσαν, υψηλή αρχιτεκτονική, γλυπτική, φιλοσοφία, ποίησιν, ιστορία, μαθηματικά, αστρονομία, και γενικά, γράμματα και τέχνες.

Οι κορυφαίοι Έλληνες αρχιτέκτονες, γλύπτες ποιητές και επιστήμονες, ήσαν Ίωνες. Θεωρώντας και τους Αθηναίους Ιωνικής καταγωγής, μαζί με τον Όμηρο και τους κυρίως Ίωνες σοφούς και μαθηματικούς, καταλήγει κανείς στο συμπέρασμα ότι οι Ίωνες αποτελούσαν την αριστοκρατία των Ελλήνων, αλλά και την βάσι του ελληνικού θαύματος.



Οι Αιολείς εξάλλου, ήσαν ένα από τα τέσσερα κύρια πελασγικά φύλα, τα οποία έφθασαν μέχρι των ιστορικών χρόνων. Τ' άλλα τρία ήσαν: οι Αχαιοί, οι Δωριείς και οι Ίωνες.

Κατά τους ιστορικούς πλέον χρόνους όλοι ελέγοντο Έλληνες, είχαν κοινήν εθνική συνείδησι κι εδρούσαν από κοινού.

Οι Αιολείς είχαν το προβάδισμα των μετακινήσεων, εν σχέσει με τα άλλα φύλα κι η παρουσία τους υπήρξεν εντονωτάτη στην Πελοπόννησο, στην Μικράν Ασίαν, στην Μεγάλην Ελλάδα και γενικώς, στον Ελληνικό χώρο. Η πολιτιστική τους ακμή ήτο πρώιμη, αλλά και εξαιρετική. Είχαν επίσης ένα είδος πρωτοπορίας στην αρχιτεκτονική, στις τέχνες και στα γράμματα. Όμως, με την πάροδο του χρόνου, οι κτίσεις τους σιγά σιγά εσυρρικνώνοντο. Εν τούτοις διετηρήθησαν αδιαφοροποίητοι, στην Αιολική Γη, την περιοχή της Σμύρνης δηλαδή, μέχρι και των νεωτάτων ιστορικών χρόνων.

Οι Αιολείς ήσαν λαός φιλόξενος, φιλειρηνικός και υπερήφανος, με ροπή προς τις καλές τέχνες.

Όντες άκρως ευγενικοί, απερροφώντο ήρεμα και αθόρυβα από τα άλλα ισχυρότερα αδελφά φύλα, με τα οποία είχαν συγχρωτισμό. Εν τούτοις, κατώρθωσαν να επιβιώσουν ως "Αιολείς" στην μικρασιατική χερσόνησο, μέχρι και της εποχής των περσικών πολέμων και περισσότερο. Συνεπορεύοντο δε, στις δύσκολες στιγμές τους, πάντα με τους Ίωνες.

Γενικώς οι Αιολείς, εκτός της λαμπρής αποικιστικής τους δραστηριότητος, ήσαν οι κορυφαίοι εκπρόσωποι της "Καλλιτεχνικής Ελλάδος".