Αναγνώστες

Σάββατο, 13 Νοεμβρίου 2010

Γάιος Ιούλιος Καίσαρας, 100-44π.Χ. (Gaius Julius Caesar)


Γάιος Ιούλιος Καίσαρας, 100-44π.Χ. (Gaius Julius Caesar)


Στα Σούβουρα, σε μια πυκνοκατοικημένη και αρκετά λαϊκή συνοικία της Ρώμης, δυτικά του Φόρουμ, περίπου στην περιοχή της σημερινής Via Cavour, ήταν το σπίτι στο οποίο γεννήθηκε στις 13 Ιουλίου το 100 π.Χ. ο Γάιος Ιούλιος Καίσαρας. Γάιος ήταν το όνομα του πατέρα του, που του είχε δοθεί σύμφωνα με τη ρωμαϊκή συνήθεια να παίρνει το παιδί το όνομα του πατέρα του. Ιούλιος ήταν το επώνυμό του, μιας και καταγόταν από το γένος των Ιουλίων. Καίσαρ ήταν το παρωνύμιό του, που το πήρε εξαιτίας του εξαιρετικού τρόπου με τον οποίο ήρθε στον κόσμο, δηλαδή με τομή (λατινικά καίσους) στην κοιλιά της μητέρας του. Από τον Καίσαρα, λοιπόν, έμεινε η τομή αυτή γνωστή ως καισαρική.

Βέβαια, η σημασία του ονόματος αυτού είναι αμφίβολη. Ένας Ρωμαίος συγγραφέας αναφέρει: «Οι καλύτεροι σοφοί και ειδικοί παραδέχονται ότι ο πρώτος που είχε αυτό το όνομα το απέκτησε σκοτώνοντας σε μια μάχη έναν ελέφαντα, που στην καρχηδονική γλώσσα λεγόταν καίσαρ. Η οικογένειά του άνηκε στους πατρικίους, στους παλαιούς ευγενείς, και μάλιστα από τους πιο επιφανείς της εποχής. Ο Καίσαρας ισχυριζόταν ότι από την πλευρά του πατέρα του καταγόταν από τον Ίουλο ή Ασκάνιο, γιο του Αινεία και της Κρέουσας.

Ο Αινείας θεωρούνταν γιος της Αφροδίτης, και κατά συνέπεια ο Καίσαρας ήταν εγγονός της. Για το λόγο αυτό απεικόνιζε στα νομίσματα, στη σφραγίδα και τα όπλα του την Αφροδίτη. Έχτισε, μάλιστα, στο Φόρουμ και ναό προς τιμήν της (Venus Genetrix). Από τη μητέρα του καταγόταν από τον Άνκο Μάρκιο, τον 4ο από τους μυθικούς βασιλιάδες της Ρώμης, και έκανε ότι περνούσε από το χέρι του για να διευρύνει και να ενισχύσει το μύθο της θεϊκής καταγωγής του. Η αλήθεια είναι ότι οι πατρικοί πρόγονοί του δεν ήταν εξέχουσες φυσιογνωμίες, απλώς είχαν διακριθεί για τους επιτυχημένους γάμους τους. Ο πατέρας τους είχε φτάσει ως το αξίωμα του Πραίτορος, διετέλεσε διοικητής Ασιατικής επαρχίας και είχε τεθεί επικεφαλής μιας εξέγερσης γεωργών αποίκων στο Κιρκαίο.

Έτυχε επιμελημένης ανατροφής, σύμφωνα με τις παραδόσεις των οικογενειών των Πατρικίων. Έμαθε ανάγνωση και γραφή τόσο στα Λατινικά όσο και στα Ελληνικά (μέσω μιας παλιάς μετάφρασης της «Οδύσσειας» του Λίβιου Ανδρόνικου, καθώς και από το πρωτότυπο) και μελέτησε τα αριστουργήματα της λογοτεχνίας και των δύο αυτών γλωσσών. Στα δέκα του χρόνια είχε δάσκαλο τον Μάριο Αντώνιο Γνίφο. Με τον τρόπο αυτό απέκτησε τις βάσεις της Ρητορικής τέχνης, που ήταν απαραίτητη για έναν πολιτικό, καθώς επίσης και της ποίησης, την οποία χρησιμοποίησε αργότερα. Επισκεπτόταν τακτικά το Φόρουμ, άκουγε προσεκτικά τους μεγάλους ρήτορες της εποχής του και ήταν συνήθως παρών στις αποφάσεις και συνομιλίες των μεγάλων νομομαθών, για να εισδύει στα κύρια προβλήματα του δικαίου.

Τα χρόνια της νεότητάς του τέλειωσαν όταν φόρεσε την ανδρική τήβεννο, η οποία συμβόλιζε τη μετάβαση από την εφηβική στην ανδρική ηλικία. Το 84 π.Χ πέθανε ο πατέρας του από ξαφνικό θάνατο. Το γεγονός αυτό έδωσε στον Καίσαρα την πλήρη ανεξαρτησία του. Τον ίδιο χρόνο διέλυσε έναν αρραβώνα με την Κοσσουτία, που προερχόταν απο την τάξη των Ιππέων και παντρεύτηκε την κόρη του Κίννα, άσπονδου εχθρού του δικτάτορα Σύλλα, την Κορνηλία. Στο γάμο αυτό οδηγήθηκε για πολιτικούς σκοπούς. Η σύσφιξη των σχέσεων μεταξύ της οικογένειάς του και των αρχηγών της δημοκρατικής παράταξης έγινε μεγαλύτερη. Όμως την γυναίκα του, όπως και την κόρη του Ιουλία, τις αγαπούσε ιδιαίτερα. Για πρώτη φορά εμφανίζεται στη ζωή του η εναρμόνιση προσωπικών συναισθημάτων και πολιτικών σκοπών.

Ήταν πάντα οπαδός των δημοκρατικών, σε αντίθεση με τους άλλους της εποχής του, που συνήθιζαν συχνά πυκνά να αλλάζουν τις πολιτικές τους πεποιθήσεις. Αυτό όμως δεν το έκανε για ιδεολογικούς λόγους, όπως ο Κάτωνας, αλλά γιατί ήξερε πολύ καλά τι σημαίνει για έναν πολιτικό η εμπιστοσύνη του λαού. Πάντοτε ενεργούσε κρυφά. Στο δρόμο του για την εξουσία εμπόδιά του στάθηκαν η Γερουσία και ο Πομπήιος. Η πρώτη δημόσια Υπηρεσία που ανέλαβε ήταν το αξίωμα του αρχιερέως του Διός. Ένα αξίωμα που δεν έδινε δύναμη, αλλά πολύ κύρος και ταίριαζε σε έναν απόγονο της Αφροδίτης. Οι Αρχιερείς ήταν υπεύθυνοι για τη διατήρηση των δικαστικών και θρησκευτικών παραδόσεων της πόλης. Ασκούσαν τον έλεγχο της δημόσιας και ιδιωτικής λατρείας και πρότειναν τρόπους διεκπεραίωσης των θρησκευτικών υποχρεώσεων. Ήταν ακόμα θεματοφύλακες των τύπων της προσευχής και του δικαιώματος του γάμου, συνέθεταν τον πίνακα των ετήσιων αρχόντων και τα χρονικά των συμβάντων. Οι ιερείς κατοικούσαν στη «Βασιλική», το παλαιό παλάτι, και φορούσαν την ιερατική τήβεννο.

Όλα αυτά αποτελούσαν μέρος της αγωγής του Καίσαρα. Έτσι ο Καίσαρας έφθασε στο σημείο που τον οδήγησαν η θέληση, τα χαρίσματά του, η συνείδηση για το καθήκον, καθώς και οι απαιτήσεις της εποχής. Ήταν 54 χρονών και είχε πίσω του πάνω από τρεις δεκαετίες πολιτικής δραστηριότητας, που τον είχαν οδηγήσει στο σκοπό του. Βέβαια όχι μέσα από έναν άκαμπτο και προσχεδιασμένο δρόμο, αλλά με το όραμα του σκοπού του πάντα μπρος στα μάτια του και με μεγάλη πίστη στην ύπαρξή του, δημιουργώντας συνεχώς καινούρια μέσα και καινούριους δρόμους. Η προσωπικότητά του ήταν μοναδικά πολύπλευρη κι ενεργητική. Ήταν πολιτικός, νομοθέτης, νομικός, ρήτορας, ιστορικός συγγραφέας, ποιητής, έγραψε ένα έργο γραμματικής, ασχολήθηκε με τα μαθηματικά, τα τεχνικά, την αρχιτεκτονική και πάντα είχε δίπλα του τους κατάλληλους ανθρώπους που θα τον βοηθούσαν. Μπορούσε να υπαγορεύει έφιππος έξι διαφορετικά γράμματα συγχρόνως στους γραφείς που ακολουθούσαν γύρω του σε φορεία.

Κοντά σε αυτό το χάρισμα είχε μια δυναμικότητα που απαιτούσε το ύψιστο από τον ίδιο και από τους άλλους, και η οποία εμφανιζόταν κάθε φορά στην ταχύτητα της δράσης του και πιο πολύ στις στρατιωτικές του κινήσεις. Η μικρή του ανάγκη για ύπνο του επέτρεπε να εξοικονομεί χρόνο ταξιδεύοντας νύχτα στο αμάξι ή σε φορείο. Αυτές οι ιδιότητες είχαν σαν προϋπόθεση ένα σώμα που άντεχε στα πάντα.Ο Καίσαρας ήταν ψηλός κι αδύνατος, με ζωηρά μαύρα μάτια. Τα χαρακτηριστικά του είχαν συχνά γλυκύτητα και καλοσύνη. Το σώμα του ήταν γυμνασμένο και το διατηρούσε σε καλή κατάσταση εξασκώντας το καθημερινά. Ήταν εγκρατής, πράγμα που τον βοηθούσε να μένει υγιής, και από την άλλη, χωρίς να χαλάει το κέφι του, απέφευγε τις καταχρήσεις στο οινόπνευμα. Πρόσεχε πάντοτε το παρουσιαστικό του, τόσο όσο ήταν νέος όσο και αργότερα.

Είχε μια έμφυτη τάση για τελειότητα, πράγμα που αποδεικνύεται από το γεγονός ότι όταν κάποτε έχτισε μια βίλα που δεν ήταν ακριβώς όπως την ήθελε, την γκρέμισε και την έχτισε πάλι από την αρχή. Εξαιτίας αυτής του της τάσης πίστευε ότι, για να εκπληρώσει το καθήκον του, έπρεπε να γίνει αρχηγός του κράτους. Η γοητεία του ήταν μεγάλη και πήγαζε από έμφυτη ευγένεια, που προερχόταν από τα βάθη της καρδιάς του. Η τέχνη του Καίσαρα στη μεταχείριση των ανθρώπων φαίνεται ολοκάθαρα στις σχέσεις του με τους στρατιώτες του. Η μεγαλοφυΐα της στρατηγικής του και ο δεσμός του με τους στρατιώτες του είχαν σαν αποτέλεσμα μια εξουσία που έφερνε στα χέρια του ακόμη και τον τελευταίο στρατιώτη. Μετά από μια ήττα ενθάρρυνε ψυχολογικά τους στρατιώτες του. Από την άλλη, τους επέπληττε, τους τιμωρούσε, τους ανέλυε τα πράγματα ανοιχτά και ξεκάθαρα, και στο τέλος τους έπειθε ότι μπορούσαν να αποφύγουν την ήττα κι ότι μπορούσαν να διορθώσουν τα πράγματα.

Ποτέ δεν προσπάθησε να δώσει θάρρος στους στρατιώτες του κρύβοντάς τους την πραγματικότητα και λέγοντας ψέματα. Γενικά πίστευε ότι μόνο μέσω της ειλικρίνειας επιτυγχάνεται η εμπιστοσύνη ανάμεσα σε αυτόν και τους στρατιώτες του. Πάντοτε πολεμούσε μαζί τους κι όχι μόνο όταν υπήρχε περίπτωση ανάγκης. Δεν παρέλειπε να εκπαιδεύει ο ίδιος μερικές φορές τους στρατιώτες του και να ασχολείται πολλές φορές με τον καθένα ξεχωριστά.. Πάντα ήταν έτοιμος να αναγνωρίσει γενναίες υπηρεσίες, δίνοντας πολύτιμα όπλα και παράσημα. Με παρόμοιο τρόπο κέρδιζε και το λαό, ιδιαίτερα στην αρχή της πολιτικής του δραστηριότητας. Ένας άνδρας με τέτοια ακτινοβολία έκανε εντύπωση στις γυναίκες. Τα ερωτικά του κατορθώματα ακούγονταν παντού. Μετά το θάνατο του πατέρα του ενισχύθηκε ακόμα περισσότερο η σχέση του με τη μητέρα του και την αδερφή του. Οι άνδρες που είχαν στη νεότητά τους μια καλή και αγαπημένη μητέρα ψάχνουν στη ζωή τους να βρουν την ολοκλήρωση στις πιο διαφορετικές μορφές της στο πρόσωπο της γυναίκας. Αυτό συνέβη και με τον Καίσαρα. Η ωραιότερη, ίσως, πλευρά του χαρακτήρα του γίνεται εμφανής στη σχέση του με τους εχθρούς του.

Προσπάθησε να συνεννοηθεί, δείχνοντας διάθεση συμβιβασμού και επιείκεια σε όσους πήγαν με το μέρος του Πομπήιου. Το ίδιο υπεύθυνος αισθανόταν τόσο για τους Ρωμαίους που τον υποστήριζαν όσο και για όσους ήταν αντίθετοι με αυτόν. Η ζωή του είναι γεμάτη από αποδείξεις της μεγαλοψυχίας του (π.χ. αμνήστευση των αιχμαλώτων στο Κορφίνιο) όχι μόνο σε θέματα που αφορούσαν την πολιτική, αλλά και σε άσχετες περιπτώσεις (π.χ. σταματούσε τις μονομαχίες λίγο πριν ο νικημένος να δεχθεί το χαριστικό χτύπημα κ.α.). Παρόλα αυτά, μπορούσε να παραμερίσει τη μεγαλοψυχία του και να προβάλλει σκληρότητα, όπου αυτό ήταν αναγκαίο και κυρίως σε θέματα πολιτικής. Εντέλει, όμως, αυτή του την αρετή την πλήρωσε με την ίδια του τη ζωή, καθώς εκείνοι που είχαν δεχτεί την αμνηστία και τη μεγαλοψυχία του αποτέλεσαν και το μεγαλύτερο μέρος όσων συντέλεσαν στη δολοφονία του. Οι οργισμένοι οπαδοί του είπαν, μετά το θάνατο του, ότι καταστράφηκε από τη μεγαλοψυχία του κι ότι, αν δεν την είχε δείξει, δε θα του συνέβαινε κάτι τέτοιο (Νικόλαος της Δαμασκού). Συνοπτικά, μπορούμε να πούμε ότι ο Ιούλιος Καίσαρας ήταν μια μεγαλειώδης και πολύπλευρη προσωπικότητα της εποχής του. Είχε την ικανότητα να εκτιμά σωστά κάθε στιγμή, ανεξάρτητα από συμβατικότητες.

Μεγάλος στρατηγός, γοητευτικός και καλοσυνάτος με τους φίλους, διαλλακτικός με τους εχθρούς, ευγενικός με όλους, θαυμάσιος ρήτορας και εκτός των άλλων δημιουργός τρομερών σχεδίων που ωφέλησαν το κράτος. Τελικά, σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, θα μπορούσε να ήταν αληθινά γιος της Αφροδίτης!

Από: http://biographies.nea-acropoli.gr/

Παρασκευή, 12 Νοεμβρίου 2010

Άγγελος Σικελιανός

Άγγελος Σικελιανός


Ο Άγγελος Σικελιανός γεννήθηκε στη Λευκάδα το 1884. Αφού τελείωσε το γυμνάσιο ήρθε στην Αθήνα να σπουδάσει νομικά και όρμησε σαν σίφουνας στους λογοτεχνικούς κύκλους με την μεγάλη του μόρφωση , με την τέλεια στιχουργική του και με το επιβλητικό του παράστημα. Γνωρίζεται με την Αμερικανίδα αρχαιολόγο Εύα Πάλμερ που μοιράζεται τις ιδέες του για την αρχαιότητα και το αρχαίο ελληνικό πνεύμα. Ο γάμος τους θα του προσφέρει την οικονομική άνεση ώστε να αφοσιωθεί στη ποίηση και τους οραματισμούς του. Ταξιδεύει στη έρημο σαχάρα και απομονώνεται για να γράψει το πρώτο ολοκληρωμένο έργο του τον "Αλαφροΐσκιωτο" που εκδίδεται το 1907 και προκαλεί αίσθηση. Μοιράζει το χρόνο του ανάμεσα στην ποίηση ,στα ταξίδια και σε διαλέξεις για την αρχαία Ελλάδα που τόσο λατρεύει

Το 1927 και το 1930 οργάνωσαν με την γυναίκα του τις δελφικές γιορτές στα πλαίσια της ιδέας τους για την αναβίωση των πανανθρώπινων ιδανικών της αρχαίας Ελλάδας και της αναβίωσης των αρχαίων ελληνικών πνευματικών κέντρων . Θέλησαν να γίνουν οι Δελφοί ένα παγκόσμιο πολιτιστικό κέντρο συναδέλφωσης . Στο αρχαίο θεάτρου των Δελφών έγιναν για πρώτη φορά παραστάσεις αρχαίου δράματος στην σύγχρονη εποχή.


Συμπαραστάτης των νέων καλλιτεχνών, πληθωρική και έντονη προσωπικότητα εμπνέεται από δύο ιδανικά , από την αρχαιότητα και τον χριστιανισμό.

Δεινός ρήτορας ξεσηκώνει και δημιουργεί ενθουσιασμό. Στην κηδεία του Παλαμά γράφει ένα ποιήμα σαν επικήδειο και το απαγγέλλει πάνω από τη σωρό του ποιητή δονώντας τη λαοθάλασσα που είχε συγκεντρωθεί (Πρακτικά η κηδεία του Παλαμά ήταν η μεγαλύτερη αντικατοχική συγκέντρωση μαζί με τη συγκέντρωση διαδήλωση ενάντια στην πολιτική επιστράτευση και το κάψιμο των καταλόγων του υπουργείου εργασίας των Ελλήνων που θα πήγαιναν στη Γερμανία).


" Ηχήστε, οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,

δονήστε σύγκορμη τη χώρα, πέρα ως πέρα...

Βογγήστε, τύμπανα πολέμου... οι φοβερές σημαίες,

ξεδιπλωθείτε στον αέρα!

Σ' αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα!"

Σε αντίστοιχο επικήδειο στην κηδεία του Μαλακάση στη Μητρόπολη των Αθηνών λίγες μέρες νωρίτερα, οι παρευρισκόμενοι είχαν ξεσπάσει σε χειροκροτήματα. Δικαιωματικά τον κατατάσσω στους μεγαλύτερους Έλληνες ποιητές. Πέθανε το 1951 μετά από προβλήματα με τη καρδιά του που τον τυραννούσαν πολλά χρόνια και θάφτηκε στους Δελφούς σύμφωνα με την επιθυμία του.

Δευτέρα, 8 Νοεμβρίου 2010

Στρατής Μυριβήλης (1892-1969)


Γεννήθηκε στη Συκαμιά της Λέσβου στις 30 Ιουνίου 1892, όπου και έζησε ως το 1969. Κατά τα πρώτα του σχολικά χρόνια αδιαφορούσε για τα μαθήματα και δεν άντεχε την πειθαρχία του σχολείου. Παρόλα αυτά στο Γυμνάσιο η λογοτεχνία κίνησε έντονα το ενδιαφέρον του. Η Λέσβος εκείνη την εποχή γνώριζε μεγάλη πνευματική άνθηση και ο Μυριβήλης ήρθε σε επαφή με τους πνευματικούς κύκλους του νησιού και άρχισε να συνεργάζεται με εφημερίδες και περιοδικά. Παράλληλα, επειδή αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες, εργαζόταν ως δάσκαλος. Το 1912 μετακόμισε στην Αθήνα, όπου γράφτηκε στην Φιλοσοφική και τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών ενώ παράλληλα εργαζόταν ως συντάκτης σε διάφορες εφημερίδες. Την ίδια χρονιά κατατάχθηκε στον στρατό ως εθελοντής και πολέμησε στους Βαλκανικούς πολέμους, στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο και στη Μικρασιατική εκστρατεία. Μετά την Μικρασιατική καταστροφή επέστρεψε στη Λέσβο όπου και παρέμεινε ως το 1932. Εκεί ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία και τη λογοτεχνία. Επίσης εξέδιδε δύο εφημερίδες, την "Καμπάνα" (1923-1924) και τον "Ταχυδρόμο" (μέχρι την εγκατάστασή του στην Αθήνα το 1932. Συνέχισε να συνεργάζεται με διάφορες εφημερίδες ("Η Καθημερινή", "Ακρόπολις", "Η Πρωία"), περιοδικά ("Νέα Εστία", "Το Ναυτικό μας", "Στρατιωτικά Νέα") και τον Ραδιοφωνικό Σταθμό Αθηνών. Παράλληλα, από το 1938 ως το 1955 εργαζόταν στη βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων. Το 1940 τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο πεζογραφίας για τη συλλογή διηγημάτων Το γαλάζιο βιβλίο και το 1958 έγινε Ακαδημαϊκός.


Κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 ο Στρατής Μυριβήλης μαζί με άλλους Έλληνες λογίους προσυπέγραψε την Έκκληση των Ελλήνων Διανοουμένων προς τους Διανοούμενους ολόκληρου του Κόσμου με την οποία αφενός μεν καυτηριάζονταν η κακόβουλη ιταλική επίθεση, αφετέρου δε, διέγειρε την παγκόσμια κοινή γνώμη σε επανάσταση συνειδήσεων για κοινό νέο πνευματικό Μαραθώνα.

Αργότερα τάχθηκε με ζήλο εναντίον των κομμουνιστών, φθάνοντας σε σημείο να πλειοδοτεί για τις εκτελέσεις και τον βασανισμό αριστερών στον εμφύλιο πόλεμο. Πέθανε στην Αθήνα, στις 19 Ιουλίου 1969, από βρογχοπνευμονία.

Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα το 1915, με τα διηγήματα Κόκκινες ιστορίες. Η πρώτη περίοδος του έργου του είναι εμπνευσμένη από το παρόν ή το άμεσο παρελθόν, τη ζωή στη Μυτιλήνη και κυρίως τις εμπειρίες του από τον πόλεμο. Αποκορύφωση της έκφρασης του αντιπολεμικού πνεύματος είναι το μυθιστόρημα Η ζωή εν τάφω (1924) . Αυτή η περίοδος ολοκληρώνεται το 1932 με το μυθιστόρημα Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια.


Κατά τη δεύτερη περίοδο στράφηκε στο παρελθόν και τις αναμνήσεις από την παιδική του ηλικία. Τα έργα της περιόδου είναι οι νουβέλες Ο Βασίλης ο Αρβανίτης (1943), Τα παγανά (1945), Ο Παν (1946), το μυθιστόρημα Η Παναγιά η Γοργόνα (1949) και οι συλλογές διηγημάτων Το πράσινο βιβλίο (1935), Το γαλάζιο βιβλίο (1939), Το κόκκινο βιβλίο (1952) και Το βυσσινί βιβλίο (1959).

Συλλογές διηγημάτων


Κόκκινες ιστορίες, 1915

Διηγήματα, 1928

Το πράσινο βιβλίο, 1936

Το γαλάζιο βιβλίο, 1939

Το κόκκινο βιβλίο, 1952

Το βυσινί βιβλίο, 1959

Μυθιστορήματα

Η ζωή εν τάφω, 1924 α' έκδοση, 1930 β' έκδοση με διαφοροποιήσεις και προσθήκες

Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια, 1932

Η Παναγιά η Γοργόνα (δημοσιεύτηκε με τίτλο Η Παναγιά η Ψαροπούλα το 1939 σε συνέχειες. Στη συνέχεια αποσπάσματά του δημοσιεύτηκαν σε εφημερίδες και οριστικά εκδόθηκε το 1949).

Το Μυθιστόρημα των Τεσσάρων (μαζί με τους Καραγάτση, Τερζάκη, Βενέζη), 1958.

Νουβέλες

Ο Βασίλης ο Αρβανίτης (πρώτη μορφή 1934, δεύτερη μορφή περιλαμβάνεται στο Γαλάζιο Βιβλίο, και οριστική μορφή το 1943/44)

Τα παγανά, 1945

Ο Παν, 1946

Σάββατο, 6 Νοεμβρίου 2010

Πωλ Γκωγκέν


Ο Πωλ Γκωγκέν (Eugène Henri Paul Gauguin, Παρίσι, 7 Ιουνίου 1848 – Νήσοι Μαρκησίες, 9 Μαΐου 1903) ήταν σημαντικός Γάλλος ζωγράφος, εκπρόσωπος του ρεύματος του μετα-ιμπρεσιονισμού και έντονα πειραματικός καλλιτέχνης που επηρέασε τα ρεύματα της μοντέρνας τέχνης.




Θεωρείται σήμερα ένας από τους μείζονες ζωγράφους όλων των εποχών.
Ο Γκωγκέν, με καταγωγή από Ισπανούς αποίκους στη Λατινική Αμερική, γεννήθηκε στο Παρίσι αλλά πέρασε τα παιδικά του χρόνια στη Λίμα (Περού). Σπούδασε στην Ορλεάνη της Γαλλίας και αμέσως μετά ταξίδεψε ανά τον κόσμο με εμπορικά πλοία και αργότερα με το Γαλλικό Ναυτικό για ένα διάστημα περίπου έξι ετών. Επέστρεψε στη Γαλλία το 1870, όπου και εργάστηκε ως βοηθός χρηματιστή. Παράλληλα με αυτή την ιδιότητά του, ο Γκωγκέν περνούσε μέρος του χρόνου του ζωγραφίζοντας με τον Καμίλ Πισαρό και τον Σεζάν. Αν και οι πρώτες προσπάθειές του ήταν αδέξιες, σημείωσε σταδιακά αξιοσημείωτη πρόοδο. Μέχρι το 1886 ο Γκωγκέν βρίσκονταν σε επαφή με τους ιμπρεσιονιστές καλλιτέχνες και συμμετείχε με έργα του στις εκθέσεις τους τα έτη 1876, 1880, 1881, 1882 και 1886.




Το 1884 μετακόμισε με την οικογένειά του στην Κοπεγχάγη, όπου προσπάθησε να ακολουθήσει — χωρίς επιτυχία — επαγγελματική σταδιοδρομία στις επιχειρήσεις. Τελικά, επέστρεψε στο Παρίσι το 1885, αφήνοντας την οικογένειά του στη Δανία και αποφασισμένος να αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στην ζωγραφική. Χωρίς επαρκείς πόρους επιβίωσης, η σύζυγος και τα παιδιά του επέστρεψαν στην οικογένειά της.



Την περίοδο 1886–1891, ο Γκωγκέν έζησε κυρίως στην περιοχή της Βρετάνης, όπου ζούσαν επίσης αρκετοί πειραματικοί ζωγράφοι που εντάσσονται συχνά στη λεγόμενη «Σχολή της Pont-Aven». Επηρεασμένος από τον ζωγράφο Εμίλ Μπερνάρ, ο Γκωγκέν μετάβαλε σημαντικά το ύφος της ζωγραφικής του. Τα κύρια χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ζωγραφικής του έγιναν η χρήση μεγάλων επιφανειών και έντονων χρωμάτων. Ο Γκωγκέν δήλωνε πλέον απογοητευμένος από τον ιμπρεσιονισμό και στράφηκε περισσότερο στην αφρικανική τέχνη και την τέχνη της Ασίας. Παράλληλα, ήρθε σε επαφή με το έργο του Βίνσεντ βαν Γκογκ, περίπου το 1888, το οποίο και αναγνώρισε ως ιδιαίτερα σημαντικό. Με τον βαν Γκογκ συνδέθηκε φιλικά και τον επισκέφθηκε για ένα διάστημα δύο μηνών στην Αρλ. Τόσο ο Γκωγκέν όσο και ο βαν Γκογκ έπασχαν από κατάθλιψη και η συγκατοίκησή τους κατέληξε σε έντονη διαμάχη, με τελική συνέπεια ο βαν Γκογκ να κόψει μέρος του αριστερού αυτιού του, αφού προηγουμένως είχε απειλήσει να σκοτώσει τον Γκωγκέν..



Σε κακή ψυχολογική κατάσταση, ο Γκωγκέν εγκατέλειψε την Ευρώπη το 1891, για να ταξιδέψει στην Πολυνησία. Αρχικά εγκαταστάθηκε στην Ταϊτή και αργότερα στις νήσους Μαρκησίες (Μαρκέσας ή νήσοι Μαρκησίας). Εκεί πέρασε σχεδόν όλη την υπόλοιπη ζωή του, πραγματοποιώντας μόνον μία μόνον επίσκεψη στην Γαλλία. Τα έργα της περιόδου αυτής θεωρούνται ίσως τα καλύτερα δείγματα της δουλειάς του και ξεχωρίζουν για τον έντονο συμβολισμό τους και τον πολλές φορές θρησκευτικό χαρακτήρα τους, εμφανώς επηρεασμένος από τον πολιτισμό των ιθαγενών της Πολυνησίας. Το σύνολο του έργου του Γκωγκέν, και κυρίως οι πειραματισμοί του γύρω από τη χρήση των χρωμάτων, θεωρείται πως επηρέασαν σημαντικά τα καλλιτεχνικά ρεύματα του 20ού αιώνα και ειδικότερα τον φωβισμό.

Πηγή:http://el.wikipedia