Αναγνώστες

Κυριακή, 24 Απριλίου 2011

Πανω στα Ορια της Γλωσσας

Λίγοι φιλόσοφοι γοήτευσαν όσο ο Λούντβιχ Βιττγκενστάιν. Πατέρας της αναλυτικής φιλοσοφίας, πολέμιος τόσο της μεταφυσικής όσο και του επιστημονισμού, στοχαστής των ορίων της γλώσσας και του νοήματος, θεματοφύλακας της σιωπής και του μυστικού, ο Βιττγκενστάιν εμφανίζεται με πολλά πρόσωπα, αλλά πάντοτε με μια παθιασμένη ακεραιότητα. Τα δύο τόσο ανόμοια αριστουργήματά του, ο Τρακτάτους και οι Φιλοσοφικές Έρευνες, έφεραν διαδοχικές επαναστάσεις στη φιλοσοφική σκηνή και μπόλιασαν τον εικοστό αιώνα με ιδέες και αντιλήψεις που μοιάζουν να μην άφησαν ανεπηρέαστη καμία έκφανση του πολιτισμού μας.



Ίσως η πιο ρηξικέλευθη συνεισφορά της βιττγκενσταϊνιανής σκέψης είναι η αντίληψη πως η φιλοσοφία δεν αποτελεί ένα σώμα θέσεων και θεωριών, αλλά μια δραστηριότητα, μια πρακτική, που στόχο έχει όχι την κατάκτηση ενός μεταφυσικού βάθους, αλλά τη διασάφηση του νοήματος. Αυτή η νέα αντίληψη για το φιλοσοφείν εκφράζεται με τον πιο παραστατικό τρόπο στην ίδια την αφοριστική και κατακερματισμένη γραφή του Βιττγκενστάιν. Η συμπερίληψή του στη σειρά «Στοχασμοί» των εκδόσεων Στιγμή, μια απ’τις ομορφότερες σειρές των ελληνικών γραμμάτων, υπήρξε οπωσδήποτε μια ευτυχέστατη επιλογή· ιδίως όταν αυτή φέρει τη σφραγίδα του Κωστή Κωβαίου. Το ανθολόγιο στοχασμών και αφορισμών που συνέταξε ο Κωβαίος είναι ένα έργο που μπορεί να σταθεί από μόνο του και συνιστά χωρίς καμία αμφιβολία την καλύτερη εισαγωγή στη σκέψη, και κυρίως στο πνεύμα, του Βιττγκενστάιν.



Ο Ραίυ Μονκ είναι γνωστός στην Ελλάδα ως συγγραφέας ενός εκ πρώτης όψεως απρόσμενου, αν και εκ των υστέρων δικαιολογημένου, φιλοσοφικού μπεστ-σέλερ: της βιογραφίας του Βιττγκενστάιν (εκδ. Σκρίπτα). Το νέο του βιβλίο είναι μια εξαιρετικά καλογραμμένη εισαγωγή στη βιττγκενσταϊνιανή φιλοσοφία. Ο Μονκ παρακολουθεί την φιλοσοφική εξέλιξη του Βιττγκενστάιν από τα πρώτα του βήματα στο Καίμπριτζ πλάι στους Ράσελ και Μουρ, μέχρι τη συγγραφή του Τρακτάτους, την δεκαετή του απόσυρση από τη φιλοσοφική ζωή, την επιστροφή του, την αναθεώρηση των συμπερασμάτων της πρώτης περιόδου και την σταδιακή διαδικασία που οδήγησε στις Φιλοσοφικές Έρευνες. Ένα απ’τα σημαντικότερα επιτεύγματα του Μονκ είναι ότι καταφέρνει να δώσει μια ευσύνοπτη περιγραφή των ιδεών του Τρακτάτους, πράγμα σπάνιο. Η πιο πετυχημένη, ωστόσο, στιγμή του βιβλίου είναι τα κεφάλαια που εξετάζουν τα προβλήματα που οδήγησαν τον Βιττγκενστάιν στην αναθεώρηση των θέσεων του Τρακτάτους. Ιδιαίτερο ενδιαφέρουν έχουν οι ουσιαστικές και γόνιμες προσπάθειες που καταβάλλει ο Μονκ να συνδέσει την τεχνική όψη της φιλοσοφίας του Βιττγκενστάιν με το πνεύμα του βιτγκενσταϊνιανού στοχασμού.



Το βιβλίο του Μιλτιάδη Θεοδοσίου βρίσκεται σε διαφορετικό επιπέδο. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια μονογραφία ολκής πάνω στην ερμηνεία της φιλοσοφίας του Βιττγκενστάιν. Αν κάτι εντυπωσιάζει στο βιβλίο του Θεοδοσίου, αυτό δεν είναι τόσο οι εξαιρετικά εμπεριστατωμένες αναλύσεις του, όσο ο σπάνιος συνδυασμός οξύνοιας και πάθους. Προτού παρουσιάσει και αποτιμήσει τη Νέα ή Τολμηρή Ερμηνεία της βιττγκενσταϊνιανής φιλοσοφίας, ο Θεοδοσίου προβαίνει σε μια πολυμέτωπη κριτική της λεγόμενης ορθόδοξης ερμηνείας. Στην ύστερη φιλοσοφία του Βιττγκενστάιν, το νόημα και η ανοησία δεν ορίζονται με βάση απριόρι κριτήρια, όπως συνέβαινε στον Τρακτάτους, αλλά μέσα απ’τη χρήση της γλώσσας στο πλαίσιο πολύμορφων γλωσσικών παιχνιδιών. Δουλειά του φιλοσόφου είναι να περιγράψει αυτά τα γλωσσικά παιχνίδια και τους κανόνες που τα διέπουν. Οι κανόνες αυτοί συγκροτούν αυτό που ο Βιττγκενστάιν ονομάζει γραμματική της γλώσσας. Η φιλοσοφική πρακτική συνίσταται ακριβώς σε μια επισκόπηση της κοινής χρήσης της γλώσσας. Για την ορθόδοξη ερμηνεία, ρόλος του φιλοσόφου είναι να διορθώνει τον συζητητή του υπενθυμίζοντάς του την καθημερινή χρήση των λέξεων, τη χρήση τους «εκτός φιλοσοφίας».



Ο Θεοδοσίου παρατηρεί τις δυσκολίες που αναφύονται από τη στιγμή που ο συζητητής του βιτγκενσταϊνικού φιλοσόφου αρνείται να αποδεχτεί την περιγραφή που δίνει ο φιλόσοφος για την καθημερινή χρήση της γλώσσας. Αυτή η στιγμή της διαφωνίας αποτελεί το επίκεντρο της κριτικής του Θεοδοσίου. Φέρνοντας στο προσκήνιο τον διαπροσωπικό χαρακτήρα της βιττγκενσταϊνιανής φιλοσοφίας, ο Θεοδοσίου ζητά απ’το φιλόσοφο να διαπραγματευτεί με το συζητητή του, να ακολουθήσει το στοχασμό του, αντί να βιαστεί να τον διορθώσει. Ο Θεοδοσίου επιμένει στη στιγμή της ανησυχίας την οποία προκαλεί η μεταφυσική απορία. Ο Βιττγκενστάιν, σύμφωνα με την ερμηνεία του Θεοδοσίου, δεν θέλει να διορθώσει τον συζητητή του, υπενθυμίζοντάς του τα όρια του νοήματος και της ανοησίας, αλλά να συζητήσει μαζί του πάνω στις ρίζες της μεταφυσικής του ανησυχίας και να του προσφέρει μια μέθοδο, εάν την επιθυμεί, για την απαλλαγή από την ανησυχία αυτή.



Μπορούμε να θυμηθούμε πως η έννοια της ανησυχίας έχει βαθειές ρίζες στην ιστορία της φιλοσοφίας. Για τον Ακινάτη η angustia, με την έννοια της αγωνίας, της ανησυχίας και της α-πορίας, αποτελεί κομμάτι της ανθρώπινης κατάστασης. Για τον Χέγκελ πάλι η ανησυχία αποτελεί την ίδια την ουσία του πνεύματος και την κινητήρια δύναμή του. Μια απ’τις σημαντικότερες συμβολές του Θεοδοσίου είναι πως παρουσιάζει έναν Βιττγκενστάιν δίχως την πολεμική περιβολή με την οποία παρουσιάζεται συνήθως και περισσότερο πρόθυμο να συζητήσει με την ιστορία της φιλοσοφίας. Το βιβλίο του αποτελεί αναμφίβολα μια εξαιρετική συμβολή στην ελληνική φιλοσοφική παραγωγή.

(δημοσιεύτηκε στο ένθετο βιβλίου της Καθημερινής, 9 Δεκεμβρίου 2007)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου