Αναγνώστες

Σάββατο, 28 Ιουλίου 2012

Κάτω από μια επικίνδυνη διακυβέρνηση


Κάτω από μια επικίνδυνη διακυβέρνηση – οι άμεσοι κίνδυνοι για την Ελλάδα και η απάντηση στο μεγάλο δίλημμα

Μόλις ένας μήνας πέρασε από τις εκλογές και ο ελληνικός λαός βλέπει ήδη με θλίψη να συνεχίζονται ‘λες και δεν έγιναν εκλογές- δύο πραγματικότητες που δείχνουν πόσο χαμηλό είναι το επίπεδο διακυβέρνησης της χώρας: η μια είναι η πλήρης απουσία κάθε προγράμματος αντιμετώπισης της κρίσης και η πλήρης εγκατάλειψη των προεκλογικών εξαγγελιών, η άλλη ειναι η σταθερή συνέχιση της ποδηγέτησης του ελληνικού λαού από το Μεγάλο Δουκάτο με τους έλληνες τσάτσους του προς τον πιο βαθύ γκρεμό που υπάρχει: προς μια έξοδο από το ευρώ με ελεγχόμενη από τους δανειστές πτώχευση.

Οι προγραμματικές δηλώσεις των τριών κομμάτων που κυβερνούν τη χώρα δείχνουν καθαρά και ξάστερα: (α) καμιά πρόθεση αναδιαπραγμάτευσης των επονείδιστων δανειακών συμβάσεων (των «Μνημονίων»), (β) κανένα πρόγραμμα οικονομικής ανάπτυξης (δεν μιλάμε για ποιοτική κοινωνική ανάπτυξη, γιατί ο όρος είναι άγνωστος από πολλά χρόνια) και (γ) καμιά πρόθεση, καμιά γνώση και

κανένα σχέδιο για την περίφημη αναδιάρθρωση και αναδιοργάνωση του διαλυμένου κρατικού μηχανισμού. Ένα πρόγραμμα μονάχα υπάρχει σίγουρο -αυτό που υπήρχε εξαρχής: η εκποίηση των δεκάδων χιλιάδων μονάδων της δημόσιας περιουσίας και των πηγών του δημόσιου πλούτου. Το πιο απλό και το πιο εύκολο για μια ανίκανη κυβέρνηση, το πιο κερδοφόρο για τη βουλιμία του δανειστή και το πιο επιζήμιο για το φτωχό οφειλέτη. Το πρόγραμμα αυτό, που ήδη εκτελείται, δεν είναι, βέβαια, πρόγραμμα ανάπτυξης ή ανάκαμψης, αλλά καταστροφής της χώρας.

Εν όψει αυτής της κατάστασης, θα ήθελα να επισημάνω δύο τεράστιους κινδύνους που έχουν ήδη δρομολογηθεί και απειλούν για πολλές γενιές την υπόσταση της Ελλάδας:

1ος κίνδυνος: Η απώλεια της δημόσιας περιουσίας και των πηγών του εθνικού πλούτου.

Όπως επανειλημμένα έχομε καταγγείλει, με τη δανειακή σύμβαση της 10ης Μαΐου 2010 έχει δεσμευτεί το σύνολο της δημόσιας περιουσίας υπέρ των δανειστών, η δε ελληνική κυβέρνηση έχει παραιτηθεί από κάθε δικαίωμα να αρνηθεί τη μεταβίβαση κρατικού περιουσιακού στοιχείου που έχει ζωτική σημασία για την κυριαρχία και την επιβίωση της χώρας μας (άρθρα 4 και 17 §5 της Σύμβασης Δανειακής Διευκόλυνσης), καθώς και από την προστασία που μας παρέχουν το διεθνές δίκαιο και το δίκαιο της ΕΕ (με την υπαγωγή μας στο αγγλικό δίκαιο, άρθρο 14). Οι ίδιες δεσμεύσεις έγιναν δεκτές και με το Μνημόνιο Β΄ [άρθρα 5 (1) (2), 15 (1) (2) (3) (4)].

Το Μνημόνιο Β΄ περιλαμβάνει, μάλιστα, και ρητό όρο (με το Μνημόνιο Α΄ απαγορευόταν έμμεσα) που απαγορεύει στην Ελλάδα, από τώρα και στο μέλλον, να δεσμευτεί η ίδια και να δεσμεύσει τα περιουσιακά της στοιχεία απέναντι σε τρίτα πρόσωπα και κράτη! (Πλήρης κατάλυση της κυριαρχίας κράτους).

Η υλοποίηση αυτής της πρωτοφανούς δέσμευσης και ο τρόπος εκποίησης της δημόσιας περιουσίας έχει θεσμοθετηθεί από τη Βουλή των Ελλήνων με τον επίσης πρωτοφανή στη σύγχρονη ιστορία των κρατών νόμο υποτέλειας (τον «Εφαρμοστικό» ν. 3986/1.7.2011). Υπενθυμίζω σε σκίτσο τις ρυθμίσεις του νόμου αυτού που ίδρυσε τη διαβόητη Εταιρεία-Ταμείο για την εκποίηση:

Κάθε εταιρεία της υπόδειξης ή της εμπιστοσύνης των δανειστών θα επιλέγει το περιουσιακό στοιχείο που θέλει να πάρει για εκμετάλλευση – το περιουσιακό στοιχείο θα μεταβιβάζεται αμέσως στο «Ταμείο», χωρίς δικαίωμα επιστροφής – το «Ταμείο» με ειδικό συμβούλιο θα εκτιμά (χωρίς διαφάνεια) της αξία του περιουσιακού στοιχείου – σ’ αυτή την τιμή, χωρίς διεθνή διαγωνισμό, θα μεταβιβάζεται αφορολόγητα και ατελώς στην εταιρεία επιλογής των δανειστών – η μεταβίβαση θα είναι οριστική (πώληση) ή μακροχρόνια (συνήθως 70-99 έτη) για εκμετάλλευση – όλα τα (τεράστια) έξοδα λειτουργίας του Ταμείου και διαχείρισης του περιουσιακού στοιχείου που μεταβιβάζεται κάθε φορά βαρύνουν το ελληνικό κράτος - τα ποσά των εσόδων θα κατατίθενται στο «Ταμείο» από την εταιρεία εκμετάλλευσης ή αγοράς, τα οποία σε προθεσμία ολίγων ημερών (10 ημερών!) θα τα μεταβιβάζει υποχρεωτικά στους δανειστές, χωρίς να επιτρέπεται να εισέλθει ούτε ένα ευρώ στο ταμείο του ελληνικού κράτους. Η εικόνα είναι σαφής … Η «ιδιώτικοποίηση» των 80.000 περιουσιακών στοιχείων του κράτους (που ανέφερε κυριακάτικη εφημερίδα) και πολλών άλλων που δεν αποκαλύπτονται, καθώς και οι πραγματικοί στόχοι των δραστηριοτήτων της Ομάδας Ράιχενμπαχ εντάσσονται σ’ αυτό το σύστημα «αξιοποίησης» της ελληνικής δημόσιας περιουσίας.

2ος Κίνδυνος: Η επιβολή ελεγχόμενης (από τους δανειστές) χρεοκοπίας.

Έχομε ξαναγράψει ότι η ελεγχόμενη από τους δανειστές χρεοκοπία είναι πολύ χειρότερη από την ανεξέλεγκτη πλήρη χρεοκοπία και η χείριστη από όλες τις λύσεις. Γιατί; Για τους εξής λόγους: Διότι στην ανεξέλεγκτη χρεοκοπία, μπαίνοντας η χώρα σε κατάσταση ανάγκης, η παρούσα γενιά υφίσταται, αναμφίβολα, μεγάλες οικονομικές θυσίες (όπως, για παράδειγμα στη δεκαετία του 1950), αλλά: η χώρα δε χάνει την κυριαρχία της, δε χάνει τη δημόσια περιουσία της και τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της, απελευθερώνεται νόμιμα από τα δεσμά των δανειακών της υποχρεώσεων, αποδεσμεύεται από την απαγόρευση να ασκεί πολιτική προστασίας της οικονομίας της και δεν υποθηκεύονται οι επόμενες γενιές. Μπορεί μόνη της η Ελλάδα, με τα πλεονεκτήματα μιας πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής, να ανακάμψει.

Αντίθετα, στην ελεγχόμενη από τους δανειστές χρεοκοπία, στην οποία μας οδηγούν η ακραία νεοφιλελεύθερη πολιτική της ΕΕ με ηγέτη τη Κα Μέρκελ και η συγκυβέρνηση των τριών κομμάτων, σημαίνει τα έξης:

Έξοδο από το ευρώ. Επειδή δεν μπορούν να το κάμουν θεσμικά, ούτε είναι εύκολη η άσκηση πολιτικής και οικονομικής βίας, θα εξασφαλίσουν τη συναίνεση της κυβέρνησης, ώστε να βγει η Ελλάδα… «με τη θέλησή της».

Ελεγχόμενη ισοτιμία δραχμής, ώστε : ο ελληνικός λαός να χάσει μεγάλο μέρος των χρημάτων του, οι δανειστές να διασφαλίσουν τα δάνεια και τη δημόσια περιουσία της Ελλάδας και να συνεχιστεί η ύφεση στο διηνεκές σκληρότερη, για να μας ελέγχουν.

Εκποίηση της δημόσιας περιουσίας, με τις ρυθμίσεις που περιγράψαμε πιο πάνω, για πολλές γενιές.

Τον πλήρη αφελληνισμό της ελληνικής οικονομίας με τη μεταβίβασή του ελέγχου της στο πολυεθνικό επίπεδο

Τη φυγή ή την υποδούλωση του ανθρώπινου δυναμικού των επόμενων γενιών.

Για να αποφευχθούν και οι δύο παραπάνω καταστροφικοί για την Ελλάδα κίνδυνοι, καθώς και η πλήρης και ανεξέλεγκτη χρεοκοπία, μια μόνο σωστή και σύμφωνη με το διεθνές δίκαιο λύση υπάρχει: η κήρυξη της χώρας σε κατάσταση οικονομικής ανάγκης, η οποία θα συνοδεύεται: (α) με στάση πληρωμών (με την έννοια της αναστολής), (β) με εφαρμογή από την κυβέρνηση της χώρας των νόμιμων μέτρων που επιβάλλει η κατάσταση οικονομικής ανάγκης (π.χ. προστασία ελληνικής παραγωγής και καταναλωτή) και (γ) με επαναδιαπραγμάτευση των δανειακών συμβάσεων και επαναφορά τους στη διεθνή και ευρωπαϊκή νομιμότητα τόσο ως προς το ύψος του ποσού των δανείων (στο ύψος του μη «επαχθούς χρέους), όσο και ως προς τη νομιμότητα των όρων δανεισμού.

Εάν οι δανειστές αρνούνται αυτή τη διαπραγμάτευση, τότε μένει ως λύση: η επίσης σύμφωνη με το διεθνές δίκαιο μονομερής καταγγελία των ούτως ή άλλως παράνομων και ανίσχυρων- δανειακών συμβάσεων (των λεγόμενων «Μνημονίων»). Η λύση αυτή απαιτεί, ασφαλώς, πολιτική βούληση και αποφασιστικότητα άσκησης πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής και, προ παντός, ικανή και ισχυρή πολιτική ηγεσία.

Προτείνονται διάφορες λύσεις μείωσης του χρέους και οικονομικής πολιτικής. Πολλές από αυτές είναι σωστές. Για την Ελλάδα, όμως, με το διαλυμένο κράτος, την κατεστραμμένη οικονομία και την κατάσταση της πολιτικής της υποτέλειας, αποτελούν ημίμετρα. Αυτό που δεν ακούγεται καθόλου με το όνομά του είναι η διαπραγμάτευση με κατάργηση των τριών όρων που καταλύουν τη κυριαρχία του κράτους: (α) της ολοκληρωτικής δέσμευσης της δημόσιας περιουσίας και της εξωτερικής οικονομικής πολιτικής, (β) της παραίτησης από τα δικαιώματα της εθνικής κυριαρχίας και (γ) της υπαγωγής μας στο αγγλικό δίκαιο που σημαίνει: αντίστοιχη παραίτηση από την προστασία του διεθνούς δικαίου. Οι όροι αυτοί, αν και ανίσχυροι, εφαρμόζονται καθημερινά από τους δανειστές μας και κυρίως από την κυβέρνηση μας. Αν δε καταργηθούν και στις συμβάσεις και στην πράξη, κάθε υπόσχεση για αναδιαπραγμάτευση είναι απάτη.

Πρέπει να συνειδητοποιήσομε ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε ένα σημείο όπου δεν έχει να διαλέξει μεταξύ άμεσης οικονομικής ανάκαμψης και πτώχευσης. Έχει να διαλέξει μεταξύ δύο δρόμων που της δείχνει η Ιστορία: το δρόμο μεγάλων θυσιών της παρούσας γενιάς, αλλά με διάσωση των επόμενων γενιών και της κυριαρχίας της και το δρόμο της καταστροφής και της υποτέλειας με θυσία και της παρούσας και των επόμενων γενιών. Η Ιστορία επιβάλλει τον πρώτο δρόμο. Οι Έλληνες πρέπει να διαλέξουν.

Όλοι βλέπομε πως το Μεγάλο Τσελιγκάτο, με τη σκληρή γκλίτσα του βοσκού του και με τις κραυγές τρόμου των άγριων τσοπανόσκυλών του, μας ποδηγετεί. Τον εξευτελισμό του κοπαδιού τον ζούμε καθημερινά. Την ασφυξία του μαντριού τη νιώθουμε όλοι οι Έλληνες. Η ασφυξία γίνεται αποπνιχτική, γιατί, δυστυχώς για τη δημοκρατία, τα ΜΜΕ στρατεύθηκαν ως τσοπανόσκυλα στις γραμμές του Τσελιγκάτου. Θα πρέπει, όμως, να πάψομε να ακούμε τις κραυγές τους και να πιστέψομε ότι μπορούμε να πηδήξομε την μάντρα. Και, όπως όλοι οι λαοί πάντοτε, σίγουρα μπορούμε!



* Ο Γιώργος Κασιμάτης είναι ομ. Καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών
Το άρθρο αυτό δημοσιεύθηκε στη εφημερίδα Το Παρόν της Κυριακής, 22.7.12


Παρασκευή, 27 Ιουλίου 2012

Όταν έκλαψε ο Νίτσε,

Όταν έκλαψε ο Νίτσε,

Ίρβιν Γιάλομ


Συναρπαστική όσο και την πρώτη φορά -πριν από 6-7 χρόνια- η δεύτερή μου ανάγνωση του βιβλίου αυτού, βιβλίου που σημάδεψε τη λογοτεχνική πορεία του ψυχοθεραπευτή Ίρβιν Γιάλομ (είναι το πρώτο του μυθιστόρημα), με φόντο την εποχή που γεννήθηκε η ψυχανάλυση· ένα είδος «ψυχαναλυτικού μυθιστορήματος», που τον καθιέρωσε ως έναν από τους πρωτοπόρους του είδους.

Η πρώτη δυνατή εντύπωση προέρχεται από τον τίτλο, «Όταν έκλαψε ο Νίτσε»: η φράση προετοιμάζει τον αναγνώστη για την επικείμενη «σύγκρουση» συναισθήματος και Λόγου. Και όντως, με πολύ έντεχνο τρόπο παρακολουθούμε τη διαλεκτική σχέση ανάμεσα στις δυο αυτές συνιστώσες της προσωπικότητας μέσα από το συσχετισμό δυο έντονα δυναμικών προσώπων: του Μπρόιερ (του γνωστού ψυχοθεραπευτή, συνεργάτη του Φρόυντ και εισηγητή της μεθόδου της ύπνωσης), με το μεγάλο φιλόσοφο Φρήντριχ Νίτσε. Τα δυο πρόσωπα, όπως σπεύδει να ξεκαθαρίσει ο συγγραφέας, δεν έχουν ποτέ συναντηθεί. Πρόκειται δηλαδή για ένα «παιχνίδι», ένα πνευματικό πείραμα, με όλη τη γοητεία και το ρίσκο που κρύβουν αυτού του είδους τα παιχνίδια. Κατά τ’ άλλα, τα βασικότερα γεγονότα της ζωής τους, όπως αποδίδονται στο βιβλίο, είναι πραγματικά, όπως και τα πρόσωπα που τα περιστοιχίζουν: η ασθενής του Μπρόιερ Άννα Ο.[1], η Λού Σαλομέ (η μοιραία αδίσταχτη γυναίκα που αναστατώνει τη μοναξιά του Νίτσε), ο Πώλ Ρε με τον οποίο ο Νίτσε και η Σαλομέ συνιστούν ένα ιδιόμορφο τρίγωνο, η παράξενη και καταπιεστική αδελφή του Νίτσε. Ακόμα και οι περισσότερες επιστολές είναι πραγματικές, όπως φυσικά και τ’ αποσπάσματα του φιλόσοφου. Ο συγγραφέας έχει την εντιμότητα να ξεκαθαρίσει λεπτομερώς ποια είναι τα πραγματικά στοιχεία στα οποία θεμελίωσε τη μυθοπλασία του. Γιατί φυσικά οι διάλογοι και ο συσχετισμός των δυο ηρώων, δηλαδή η βασική πλοκή, ανήκουν στο χώρο της μυθιστορηματικής φαντασίας. Όπως και η ουσία, δηλαδή η «συνάντηση» της φιλοσοφίας του Νίτσε με τη γέννηση της ψυχοθεραπείας δεν είναι παρά ένα παιχνίδι πνευματικό. Ωστόσο πολύ «αληθινό», εφόσον υπάρχουν βαθιά κανάλια επικοινωνίας ανάμεσα σ’ αυτές τις δυο πνευματικές προσωπικότητες.

Η δεύτερη δυνατή εντύπωση προέρχεται από την ανάγνωση ήδη των πρώτων σελίδων. Ο αναγνώστης αιφνιδιάζεται από τον τρόπο με τον οποίο ταυτίζεται με τα πρόσωπα (συγκεκριμένα με τον Μπρόιερ, που δίνει τη βασική «οπτική γωνία») και νιώθει κι ο ίδιος αρχικά περιέργεια, και στη συνέχεια αγωνία σχετικά με την υγεία του Νίτσε. Γιατί αυτός είναι ο αντικειμενικός σκοπός της συνάντησης του Μπρόιερ με τον Νίτσε: η θεραπεία των προβλημάτων υγείας που εμφανίζει ο Νίτσε στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του (σοβαρές ημικρανίες, ανορεξία, γαστρικές διαταραχές κ.α., που θα τον οδηγήσουν στη βαριά άνοια της γενικής παράλυσης από την οποία έπασχε τα 11 τελευταία χρόνια της ζωής του). Ο συγγραφέας όμως δε βάζει τον περήφανο Νίτσε να ζητήσει ιατρική βοήθεια: αυτό αποτελεί αίτημα της Λού Σαλομέ, κρυφά από τον ίδιο το Νίτσε, η οποία είναι ενήμερη για τις θεαματικές επιτυχημένες –μέσω ύπνωσης- θεραπείες του Μπρόιερ και τον θερμποπαρακαλεί να δώσει τον καλύτερο εαυτό του για να σώσει το φιλόσοφο. Το έργο του Μπρόιερ είναι πολύ δύσκολο, δεδομένης της …ξεροκεφαλιάς του Νίτσε, αλλά γοητεύεται από την θρασύτατη, παράτολμη και χειραφετημένη Λού, και αφοσιώνεται στην αποστολή του με ζήλο.



Οι αντιστάσεις του Νίτσε



Ο Νίτσε δέχεται, μετά από σκηνοθετημένη επέμβαση φίλων, να κάνει μια πρώτη επίσκεψη ως ασθενής στον Μπρόιερ. Η συνάντηση των δυο μεγάλων μορφών του 19ου αι., έστω και φανταστική, προκαλεί το πνεύμα. Αλλά οι αντιστάσεις του Νίτσε είναι απίστευτες και η εξυπνάδα του εφευρίσκει τρόπους να αρνηθεί τη θεραπεία. Στην επισήμανση του Μπρόιερ ότι η ευεξία του σώματος δεν διαχωρίζεται από την κοινωνική και ψυχολογική ευεξία, ο Νίτσε περιγράφει με αξιοπρόσεκτη ακρίβεια τα σωματικά συμπτώματά του (117 μέρες το χρόνο βρίσκεται σε πλήρη αναπηρία και σχεδόν 200 σε μερική ανικανότητα!), αποφεύγοντας όμως προσεκτικά να μιλήσει για τη μελαγχολία, την απόγνωσή του, τα ψυχικά γεγονότα. Ο Μπρόιερ ακολουθεί διάφορες στρατηγικές για να αναγκάσει τον Νίτσε να ανοιχτεί, αλλά το μόνο που καταφέρνει να του αποσπάσει είναι το ότι έχει δείξει υπερβολική εμπιστοσύνη στους ανθρώπους κι ότι έχει προδοθεί τρεις φορές. Κάθε του άνοιγμα όμως σηματοδοτεί νέα απομάκρυνση (Φρόυντ: απ’ ό,τι φαίνεται η εξουσία παρεμβαίνει και παρεμποδίζει το πλησίασμα. Μπρόιερ: Ναι, ναι έχεις δίκιο Ζιγκ. Αυτό σημαίνει ότι ο Νίτσε θα ερμηνεύσει οποιαδήποτε έκφραση θετικών συναισθημάτων ως απόπειρα επιβολής εξουσίας. Έτσι γίνεται σχεδόν αδύνατο να τον πλησιάσεις. Νιώθουμε μίσος προς αυτούς που βλέπουν τα μυστικά μας και μας συλλαμβάνουν να έχουμε τρυφερά αισθήματα. Αυτό που χρειαζόμαστε εκείνη τη στιγμή δεν είναι συμπόνια, αλλά να ξανακερδίσουμε την εξουσία πάνω στα ίδια μας τα συναισθήματα). Το παιχνίδι εξουσίας που βρίσκεται εξ ορισμού πίσω από τον γιατρό και τον ασθενή φαίνεται να τον τρομάζει.

Ο Μπρόιερ μπορεί να υποθέσει από τα λεγόμενα της Λου ότι υπήρχε μια έντονη και προδοτική σχέση με τη Λου και τον Πωλ Ρε. Δε μπορεί όμως να αποκαλύψει τη συνάντησή του με τη Λου και να δημιουργήσει άλλη μια σχέση προδοσίας (ο Νίτσε δε γνωρίζει για την επαφή Λου και Μπρόιερ). Ο Νίτσε από την άλλη, βρίσκει έξυπνους τρόπους να υπερασπιστεί την απόγνωσή του. Είναι ένας ασθενής που δηλώνει ότι …έχει ανάγκη την ασθένειά του, επιβεβαιώνοντας την άποψη ότι πολλές φορές «επιλέγουμε την ασθένειά μας»:

(σελ. 147:

-Αν έχω όφελος απ’ αυτήν την αθλιότητα; Εσείς λέτε ότι οι κρίσεις προκαλούνται από την ψυχική πίεση, αλλά καμιά φορά ισχύει το αντίθετο- οι κρίσεις διώχνουν την πίεση. Η δουλειά μού προκαλεί μεγάλη ψυχική επιβάρυνση. Απαιτεί να έρχομαι πρόσωπο με πρόσωπο με τη σκοτεινή πλευρά της ύπαρξης, και η κρίση της ημικρανίας, όσο φρικτή κι αν είναι, μπορεί να είναι ένας καθαρτικός σπασμός, που μου επιτρέπει να συνεχίσω.

(…)Έχω όφελος από τη κακή μου όραση. Εδώ και χρόνια δε μπορώ να διαβάσω τις σκέψεις άλλων διανοητών. Γράφω με αίμα, κι η καλύτερη αλήθεια είναι η αιματηρή αλήθεια!

Ο Νίτσε αποσβολώνει τον Μπρόιερ απαριθμώντας κι άλλες ωφέλειες από την αρρώστια του (ότι αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη άχαρη πανεπιστημιακή καριέρα, ότι απαλλάχτηκε από το στρατό, όπου σκεφτόταν κάποτε να σταδιοδρομήσει, ότι απαλλάχτηκε από το σεξουαλικό πόθο) καταλήγοντας στο συγκλονιστικό:

Η αρρώστια μου μ’ έφερε επίσης πρόσωπο με πρόσωπο με την πραγματικότητα του θανάτου. Το φάσμα του επερχόμενου θανάτου ήταν μεγάλο κέρδος: δούλευα χωρίς ανάπαυση γιατί φοβόμουν ότι θα πέθαινα πριν τελειώσω αυτά που πρέπει να γράψω. Η γεύση του θανάτου στο στόμα μου μού έδινε προοπτική και θάρρος. Το θάρρος να είμαι ο εαυτός μου, αυτό είναι το σημαντικό.

(…) Θα έπρεπε να ευλογώ την αρρώστια μου, να την ευλογώ πραγματικά. (…) Θυμάστε την Τετάρτη, τη γρανιτένια μου πρόταση: «Γίνε αυτός που είσαι;» σήμερα θα σας πω τη δεύτερη γρανιτένια μου πρόταση: «Ό, τι δε με σκοτώνει με κάνει πιο δυνατό». Γι’ αυτό, το ξαναλέω, «Η αρρώστια μου είναι ευλογία».

Οι γρίφοι που βάζει ως εμπόδιο ο Νίτσε στον Μπρόιερ προκαλούν το πνεύμα του τελευταίου:

-Ένας άνθρωπος επιλέγει ακούσια την αρρώστια, επιλέγοντας έναν τρόπο ζωής που δημιουργεί πιέσεις. Όταν αυτές οι πιέσεις μεγαλώνουν ή χρονίζουν αρκετά, θέτουν με τη σειρά τους σε κίνηση κάποιο ευαίσθητο σύστημα οργάνων- στην περίπτωση της ημικρανίας, το αγγειακό σύστημα. Άρα, όπως βλέπετε, μιλώ για έμμεση επιλογή. Δεν προτιμάμε, ούτε επιλέγουμε, με τη στενή έννοια, μια πάθηση. Επιλέγουμε, όπως, την ψυχική πίεση, -και η ψυχική πίεση είναι αυτή που επιλέγει την αρρώστια!

Η ψυχική πίεση, επομένως είναι ο εχθρός μας, και ο ρόλος μου, ως γιατρού σας, είναι να σας βοηθήσω να μειώσετε τις πιέσεις στη ζωή σας.



Πάθος για την αλήθεια



Παρόλη την πανοπλία με την οποία έχει θωρακίσει τον εαυτό του και την απροθυμία του να υποβληθεί σε θεραπεία- κι ακόμα περισσότερο να μιλήσει για τις ψυχικές του πιέσεις- το πάθος του Νίτσε για την αλήθεια (η πλάνη δεν είναι τύφλωση, η πλάνη είναι αναδρία) τον οδηγεί να απευθύνει με αξιοθαύμαστο κουράγιο τρία «θανατερά» ερωτήματα στον Μπρόιερ:

-Το πρώτο είναι: θα τυφλωθώ; Το δεύτερο: θα έχω αυτές τις κρίσεις για πάντα; Και τέλος η πιο δύσκολη ερώτηση: μήπως έχω μια προοδευτική πάθηση του εγκεφάλου, απ’ την οποία θα πεθάνω νέος, όπως ο πατέρας μου, και που θα με οδηγήσει στην παράλυση, ή ακόμα χειρότερα, στην τρέλα ή την άνοια;

Ο Μπρόιερ σέβεται την ανάγκη για γνώση της αλήθειας του Νίτσε και του απαντά με ειλικρίνεια. Ακολουθεί ένας πολύ ενδιαφέρων διάλογος για τη λεπτή θέση του γιατρού απέναντι στη σκληρή αλήθεια που επιφυλάσσεται απέναντι σε κάποιους ασθενείς και το δικαίωμα να γνωρίζουν ή να μη γνωρίζουν τον επικείμενο θάνατό τους. Απ’ αυτόν το διάλογο αντιγράφω τα πιο καίρια σημεία:

· (Μ) Υπάρχουν ασθενείς και καταστάσεις όπου ο καλός γιατρός οφείλει, για χάρη του ασθενούς, να αποκρύψει την αλήθεια.

· (Ν) Αλλά ποιος έχει το δικαίωμα να πάρει αυτήν την απόφαση για τον άλλον; Αυτή η στάση το μόνο που πετυχαίνει είναι να παραβιάζει την αυτονομία του ασθενούς.

· Μερικές φορές έχω άχαρο καθήκον, να παραμείνω σιωπηλός και να υποφέρω εγώ για τον ασθενή και για την οικογένειά του.

· Μα γιατρέ, αυτό το καθήκον καταργεί ένα πιο ουσιαστικό καθήκον: το καθήκον που έχει κάθε άνθρωπος προς τον εαυτό του να ανακαλύψει την αλήθεια (πρβλ. «Πόση αλήθεια μπορώ να αντέξω;)

· Είναι καθήκον μου άραγε να επιβάλω στους άλλους μια αλήθεια που δεν επιθυμούν να γνωρίζουν;

· Ποιος μπορεί να καθορίσει τι δεν επιθυμεί ο άλλος να γνωρίσει;

· Πρέπει να γίνω εγώ σκληρός και να του πω όσα δε θέλει να ξέρει;

· Μερικές φορές ο δάσκαλος πρέπει να είναι σκληρός. Οι άνθρωποι πρέπει να παίρνουν σκληρά μηνύματα, γιατί η ζωή είναι σκληρή κι ο θάνατος είναι σκληρός.

· Και πρέπει να στερήσω εγώ απ’ τους ανθρώπους τη δυνατότητα να επιλέξουν πώς θέλουν ν’ αντιμετωπίσουν το θάνατό τους; Ποιος μου δίνει το δικαίωμα, ποιος μου δίνει την εξουσία να παίξω αυτόν το ρόλο; Λέτε ότι ο δάσκαλος πρέπει να είναι σκληρός. Ίσως. Αλλά ο σκοπός του γιατρού είναι να μειώσει το άγχος και να ενισχύσει την ικανότητα του σώματος να γίνει καλά. (…)Όταν έφευγα το πρωί, ο άρρωστός μου μού είπε: «Αφήνομαι στα χέρια του θεού». Ποιος μπορεί να τολμήσει να μου πει ότι δεν είναι κι αυτό μια μορφή αλήθειας;

· Στην αλήθεια φτάνει κανείς μέσα από τη δυσπιστία και τον σκεπτικισμό, όχι μέσα από μια παιδική ευχή να ήταν τα πράγματα κάπως! Η ευχή του ασθενούς σας ν’ αφεθεί στα χέρια του θεού δεν είναι μια αλήθεια. Είναι απλώς η ευχή ενός παιδιού- και τίποτα παραπάνω!

· Γιατί τόσο πάθος, τόση ευλάβεια για την αλήθεια; Πώς θα βοηθήσει η αλήθεια τον άρρωστό μου;

· Δεν είναι η αλήθεια ιερή, ιερή είναι η αναζήτηση της αλήθειας του καθενός μας! μπορεί να υπάρχει πιο ιερή πράξη από την αυτοαναζήτηση; Μια από τις πάγιες φράσεις μου είναι: «Γίνε αυτός που είσαι». Και πώς μπορεί κανείς ν’ ανακαλύψει ποιος είναι και τι είναι χωρίς την αλήθεια;

· Η αλήθεια του αρρώστου μου όμως είναι ότι έχει πολύ λίγο χρόνο ζωής μπροστά του. Πρέπει να του προσφέρω εγώ αυτή την αυτογνωσία;

· Η αληθινή εκλογή, η πλήρης επιλογή μόνο κάτω απ’ τον ήλιο της αλήθειας μπορεί ν’ ανθίσει. Πώς αλλιώς μπορεί να γίνει; Αν δε γνωρίζει πως πεθαίνει, τότε πώς μπορεί ο ασθενής σας ν’ αποφασίσει πώς να πεθάνει;

· Πώς να πεθάνει, καθηγητά Νίτσε;

· Ναι, πρέπει ν’ αποφασίσει πώς θ’ αντιμετωπίσει το θάνατο: να μιλήσει σε άλλους, να δώσει συμβουλές, να πει τα πράγματα που φύλαγε για να τα πει πριν το θάνατό του, να αποχαιρετήσει τους άλλους, ή να μείνει μόνος, να κλάψει, να περιφρονήσει το θάνατο, να τον καταραστεί, να του πει ευχαριστώ.



Οι αντιστάσεις του Νίτσε προκειμένου να μην υποβληθεί σε ψυχοθεραπεία είναι ισχυρές, αλλά έχει ήδη σαγηνεύσει τον Μπρόιερ. Του δείχνει δρόμους που θυμίζουν τις αρχές στις οποίες στηρίχτηκε η ψυχαναλυτική θεωρία, ή έτσι τουλάχιστον μας το παρουσιάζεο ο Γιάλομ (π.χ. Νίτσε: Η ψυχή δε λειτουργεί ως μονάδα. Κάποια μέρη του νου μας μπορεί να λειτουργούν ανεξάρτητα από τα άλλα. Ίσως εγώ και το σώμα μου να έχουν οργανώσει μια συνωμοσία πίσω από την πλάτη του ίδιου μου του νου. Ο νους αγαπάει, όπως ξέρετε, τους δαιδάλους και τις κρύπτες. (…) Ίσως οι συνειδητές νοητικές αναπαραστάσεις να είναι μεταγενέστερες σκέψεις- ιδέες που τις σκεφτήκαμε μετά την πράξη, για να μας παρέχουν την ψευδαίσθηση της δύναμης και του ελέγχου). Είναι φανερό ότι υπάρχει «σύμπτωση πνευμάτων»:

Σελ. 120:

(Μπρόιερ): Και με τι τόλμη έλεγε ο Νίτσε κάποια πράγματα! Φαντάσου! Να λέει ότι η ελπίδα είναι το μεγαλύτερο κακό! Ότι ο Θεός πέθανε! Ότι η αλήθεια είναι ένα σφάλμα, χωρίς το οποίο δεν μπορούμε να ζήσουμε! Ότι ο εχθρός της αλήθειας δεν είναι το ψέμα αλλά η πεποίθηση! Ότι η τελική ανταμοιβή των νεκρών είναι ότι δε θα ξαναπεθάνουν! Ότι οι γιατροί δεν έχουν το δικαίωμα να στερούν από έναν άνθρωπο τον ίδιο του το θάνατο! Αμαρτωλές σκέψεις!

Είχε αντικρούσει σε όλες το Νίτσε. Στα ψέματα όμως: βαθιά μέσα του ήξερε ότι ο Νίτσε είχε δίκιο.

Έτσι κάνει τα αδύνατα δυνατά για να μη χαθεί η επαφή. Όταν ο Νίτσε προβάλλει οικονομικές δυσκολίες, προσφέρει δωρεάν θεραπεία∙ όμως ο Νίτσε αρνείται φυσικά και αποδεικνύει ότι είναι …σκληρό καρύδι:

-Επιτρέψτε μου να σας θέσω μια ευθεία ερώτηση, δόκτωρ Μπρόιερ. Ποιο είναι το δικό σας κίνητρο στο θεραπευτικό αυτό εγχείρημα;

Ο διάλογος που ακολουθεί απελπίζει τον Μπρόιερ. Φτάνει στο σημείο να παραδεχτεί ότι ο Νίτσε είναι ανυπόφορος (αυτή η τελευταία δήλωση, αυτή η φαντασίωση, ότι επιθυμώ να σας αποδυναμώσω, ότι η δύναμή μου τρέφεται από τη δική σας, είναι τελείως ανόητη!/κρίνοντας από τα ατυχή προβλήματα που είχατε στις φιλίες σας, κάνετε αλλόκοτα λάθη!/δε μπορείτε να δείτε καθαρά), και φυσικά αυτή η συμπεριφορά διώχνει το Νίτσε. Ώσπου μετά από κάποιες μέρες γίνεται κάτι απρόοπτο: μια πολύ ισχυρή κρίση της ασθένειας του Νίτσε (αμφοτερόπλευρη σπαστική ημικρανία) φέρνει τον Μπρόιερ στο προσκέφαλό του. Μετά από ώρες αναισθησίας, μέσα στα ουρλιαχτά και τα βογκητά τα χείλη του Νίτσε κινούνταν μουρμουρίζοντας κάτι ακατάληπτο. (…) Το μουρμουρητό του συνεχιζόταν, λίγο πιο δυνατό, λίγο πιο καθαρό. Ξανά ο Μπρόιερ έσκυψε το αυτί του κοντά στα χείλη του Νίτσε. Τώρα μπορούσε να ξεχωρίσει τα λόγια, αν και στην αρχή δεν πίστευε στα αυτιά του. Ο Νίτσε έλεγε: «Βοήθα με, βόηθα με, βόηθα με, βόηθα με!». Παρόλο όμως που το περιστατικό τους ξανάφερε κοντά, πάλι ο Νίτσε αρνείται σθεναρά τη θεραπεία που του προσφέρει δελεαστικά ο Μπρόιερ.



Αντιστροφή ρόλων



Πρέπει να τον πείσω ότι με βοηθάει-

ενώ εγώ, αργά και ανεπαίσθητα, θα ανταλλάσσω ρόλο μαζί του,

ώσπου να γίνει αυτός ο ασθενής

Κι εγώ να ξαναγίνω ο γιατρός



Το πρόβλημα ταλανίζει τον Μπρόιερ (εκείνον τον άνθρωπο που μου άγγιξε το χέρι, πώς να τον βρω; Θα υπάρχει κάποιος τρόπος). Κι επιτέλους βρίσκει τη λύση:

- (Μ) Σας ζητώ να με θεραπεύσετε από την απόγνωση.

- (Ν)Τι είδους απόγνωση; Δε βλέπω καμιά απόγνωση.

Η ανταλλαγή που προτείνει ο Μπρόιερ είναι να λειτουργεί ο ίδιος ως γιατρός για τα σωματικά συμπτώματα του Νίτσε, ενώ παράλληλα ο Νίτσε θα λειτουργήσει ως γιατρός για την ψυχή, για το πνεύμα του Μπρόιερ.. (Μπρόιερ: Θέλω να με συμβουλεύσετε. Θέλω να μου δείξετε πώς να υπομένω μια ζωή απόγνωσης. (…) Σώστε εμένα λοιπόν! Κάντε το πείραμα πάνω μου! Είμαι το τέλειο υποκείμενο. Έχω σκοτώσει το θεό. Δεν πιστεύω στο υπερφυσικό και πνίγομαι στο μηδενισμό. Δεν ξέρω γιατί να ζω. Δεν ξέρω πώς να ζω!)

Ξεγυμνώνοντας τον εαυτό του, ο Μπρόιερ ελπίζει ότι θα ενθαρρύνει τον Νίτσε να προβεί σε προσωπικές εξομολογήσεις, πεισμένος ότι το «ξεφόρτωμα» ή, αλλιώς, το «καθάρισμα της καμινάδας» θεραπεύει την ψυχική ασθένεια. Ο Νίτσε φυσικά αιφνιδιάζεται αλλά εδώ οι αντιστάσεις του είναι μηδαμινές (δε μπορώ να θεραπεύσω την απόγνωση, δ. Μπρόιερ. Η απόγνωση είναι το αντίτιμο που πληρώνει κανείς για την αυτοσυνείδηση). Σύντομα ωστόσο παίρνει σοβαρά το ρόλο του και προετοιμάζει ερωτήματα και στρατηγικές για να μάθει τον Μπρόιερ να αντιμετωπίζει την απόγνωση. Καταρτίζουν μαζί έναν κατάλογο από τα προβλήματα του Μπρόιερ (ιδέα που δεν αρέσει στον τελευταίο): γενικευμένη έλλειψη χαράς, κατακλυσμός από αλλότριες σκέψεις, απέχθεια για τον εαυτό, φόβος των γηρατειών, φόβος θανάτου, τάση προς αυτοκτονία. Η προσέγγιση είναι λογική αρχικά, ο Νίτσε θεωρεί θεμελιώδες το πρόβλημα φόβου του θανάτου, δευτερογενές την εισβολή ακατανόητων σκέψεων κλπ.

Σιγά σιγά ο Μπρόιερ ελευθερώνει τις κρυφές σκέψεις (φερειπείν ν’ αποδράσει από τη σύμβαση της οικογενειακής ζωής) και τις απόκρυφες επιθυμίες του (να εγκαταλείψει την οικογένεια και να φύγει με την Άννα Ο.) στο Νίτσε, ο οποίος τις αντιμετωπίζει σα δευτερογενή προβλήματα. Τον προτρέπει να σκεφτεί το παρακάτω ερώτημα: «αν δεν κάνατε αυτές τις αλλότριες σκέψεις τι θα σκεφτόσασταν;», για να καταλήξουν, μετά από θυελλώδεις διαλόγους στο ότι η ύπαρξή του αναλωνόταν σε ασημαντότητες, ότι οι μεγάλες λεωφόροι του μυαλού του, που ήταν φτιαγμένες για ευγενείς ιδέες, έκλεισαν από τα σκουπίδια. Τέλος, ότι το πρόβλημα δεν είναι η δυσφορία, το πρόβλημα είναι ότι νιώθει δυσφορία για λάθος πράγμα!

Η αμφίδρομη σχέση των δυο ηρώων αλληλοσυμπληρώνει τη σκέψη τους. Ο Νίτσε σκέφτεται ότι ίσως δεν έχει σημασία η καταγωγή των συμπτωμάτων αλλά το νόημά τους. Στο ερώτημα π.χ. για το ποια είναι η σημασία της εμμονής του με την ασθενή (Βέρθα το πραγματικό της όνομα), ο Μπρόιερ απαντά:

- Η Βέρθα είναι ο κίνδυνος. Πριν απ’ αυτή ζούσα μέσα στα πλαίσια. Σήμερα με γοητεύουν τα όρια αυτών των πλαισίων. Σκέφτομαι ν’ απορρίψω τη μέχρι τώρα ζωή μου, να θυσιάσω την καριέρα μου, να μοιχεύσω, να χάσω την οικογένειά μου, να μεταναστεύσω, να ξαναρχίσω τη ζωή μου με τη Βέρθα.

- Κάτι σε δελεάζει σ’ αυτή την επικίνδυνη σχοινοβασία στην κόψη του ξυραφιού;

- Δε μπορώ ν’ απαντήσω σ’ αυτό. Δε μ’ αρέσει ο κίνδυνος!

- Ίσως, Γιόζεφ, να είναι επικίνδυνο να ζεις με ασφάλεια. Επικίνδυνο και θανάσιμα ανιαρό.

- Αυτό είναι επομένως το νόημα της Βέρθας; Να ξεφύγω από μια επικίνδυνα ανιαρή ζωή; Μήπως η Βέρθα είναι η επιθυμία μου για ελευθερία – η απόδρασή μου απ’ την παγίδα του χρόνου;

- Εσύ το ξέρεις, Γιόζεφ! Ο σωστός εχθρός είναι η σημασία που βρίσκεται πίσω από την εμμονή σου.



Κάθαρση



Να πεθαίνεις τη σωστή στιγμή!

Ζήσε όταν ζεις! Ο θάνατος χάνει τη φρίκη του αν κάποιος πεθαίνει έχοντας εξαντλήσεις τη ζωή του! Αν ο άνθρωπος δε ζει τη σωστή στιγμή, τότε δε μπορεί να πεθάνει τη σωστή στιγμή.

Ακόμα, Γιόζεφ, αποφεύγεις την ερώτησή μου. Έζησες τη ζωή σου; Ή σε έζησε εκείνη;\την επέλεξες; Ή σε επέλεξε εκείνη; Την αγάπησες; Ή μετάνιωσες γι’ αυτήν; Την κατανάλωσες; Μήπως στέκεσαι εκεί πέρα αβοήθητος πενθώντας τη ζωή που ποτέ δεν έζησες;



Ο συγγραφέας, ο Γιάλομ, βρίσκει την κατάλληλη ευκαιρία για να ξεδιπλώσει ο Νίτσε τη θεωρία του περί αιώνιας επανάληψης:

- Η αιώνια επανάληψη σημαίνει ότι κάθε φορά που επιλέγεις μια πράξη θα την επιλέγεις αιώνια. Και όλη η αβίωτη ζωή θα μένει να φουσκώνει μέσα σου, αβίωτη για όλη την αιωνιότητα. Κι η αδιόρατη φωνή της συνείδησής σου θα σου διαμαρτύρεται αιώνια.(…) Αυτή η στιγμή υπάρχει για πάντα και συ, μονάχος σου, είσαι το μόνο σου ακροατήριο. Αυτή η ιδέα σ’ αρέσει ή τη σιχαίνεσαι;

- Τη σιχαίνομαι! Σχεδόν ούρλιαξε ο Μπρόιερ. Να ζω για πάντα με την αίσθηση ότι δεν έχω ζήσει, δεν έχω γευτεί την ελευθερία- αυτή η ιδέα με γεμίζει τρόμο.

- Τότε, πίεσε ο Νίτσε, ζήσε με τέτοιο τρόπο που να σου αρέσει η ιδέα!



Αυτή η –τελευταία πριν την «κάθαρση»- συνάντηση αποκάλυψε τόσες εντάσεις, που κι ο ίδιος ο Νίτσε αναρωτιέται μήπως έδωσε στον Μπρόιερ πιο δυνατή σκέψη απ’ ό, τι άντεχε. Η αιώνια επανάληψη είναι πανίσχυρο σφυρί. Τσακίζει αυτούς που δεν είναι έτοιμοι γι’ αυτό.



Είναι η κορύφωση της πνευματικής συν-πόρευσης των δύο ηρώων. «Ασθενής» είναι πλέον ο Μπρόιερ ο οποίος, έχει πια βάλει στην άκρη το ρόλο του ως γιατρού, και ακολουθώντας τις υποδείξεις του Νίτσε αποτολμά μια κατάδυση στον εαυτό του, στις εμμονές, τα πάθη και τις αδυναμίες του, μ’ έναν εξαιρετικά πρωτότυπο τρόπο. Βρήκε έναν τρόπο να ζήσει μια αμετάκλητη απόφαση χωρίς να την κάνει αμετάκλητη. Ο αναγνώστης βιώνει μια τεράστια έκπληξη αρκετών σελίδων για να παρακολουθήσει, μετά από δυο μέρες τον Μπρόιερ να επισκέπτεται, λυτρωμένος πια, τον Νίτσε ανακοινώνοντας ότι έχει συνέλθει εντελώς.

Ο Νίτσε με τη σειρά του εκπλήσσεται και ζητά επίμονα το μηχανισμό με τον οποίο επιτεύχτηκε αυτό. Μέσα του πνίγονται τα δικά του πάθη που δεν είχε την τόλμη να φανερώσει, κι αντίστοιχα, θαυμάζει τον Μπρόιερ. Η απογύμνωση του τελευταίου βοηθά στο να εκθέσει κι ο Νίτσε τις δικές του προσωπικές εμμονές, αλλά αυτό που σπάει τελείως τη συναισθηματική πανοπλία του είναι η αποκάλυψη- επιτέλους- του Μπρόιερ ότι η συνάντησή τους ήταν προσχεδιασμένη. Ότι γνωρίζει τη Λου, ότι έχει διαβάσει τις επιστολές του. Ένταση, οργή, απόγνωση διαδέχονται η μια την άλλη. Μιλούν μετατρέποντας το συναίσθημα σε λόγο, μιλούν για την ανάγκη της εμμονής σε μια γυναίκα-ιδέα, για τις ιδιωτικές σημασίες που έχουν προσάψει στα πρόσωπα. Ανακαλύπτουν μαζί ότι όσο τους «χρησιμοποίησαν» οι άλλοι, άλλο τόσο τους «χρησιμοποίησαν» και αυτοί οι ίδιοι. Και όλοι είναι ανίκανοι να δουν την αλήθεια του άλλου.



Είναι παράξενο, αλλά ακριβώς τη στιγμή που, για πρώτη φορά στη ζωή μου, αποκαλύπτω τη μοναξιά μου σε όλο της το βάθος, σε όλη της την απόγνωση- την ίδια ακριβώς στιγμή, η μοναξιά διαλύεται! Τη στιγμή που σου είπα ότι ποτέ δε μ’ έχουν αγγίξει, ήταν η πρώτη στιγμή που επέτρεπα στον εαυτό μου να τον αγγίξουν. Τη μια εκπληκτική στιγμή, σαν κάποιο γιγάντιο εσωτερικό παγόβουνο να ράγισε ξαφνικά και να’ γινε κομμάτια.



Ήταν τότε που έκλαψε ο Νίτσε…



[1] Η περίπτωση της Άννας Ο. αποτέλεσε το πρώτο περιστατικό που ανέφεραν ο Φρόυντ και ο Μπρόιερ στις Μελέτες για την Υστερία, το βιβλίο τους που εγκαινίασε την ψυχαναλυτική επανάσταση.


Σάββατο, 21 Ιουλίου 2012

Η ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΙΝΟ ΤΗΣ-





Εκατοντάδες οι ποιητικές συλλογές που εκδίδονται κάθε χρόνο στη χώρα μας. Οι εκδοτικοί οίκοι αποφεύγουν την έκδοσή τους. Τα βιβλιοπωλεία τις σνομπάρουν. Αυτές, όμως, ανθούν, παρά τις αντιξοότητες. Τίποτα δεν μπορεί ν’ ανακόψει τον φρενήρη ρυθμό με τον οποίο εκδίδονται, αφού οι ποιητές μας δεν φαίνονται να ορρωδούν μπροστά σε τίποτα, προτιμώντας να τις εκδίδουν «ιδίοις αναλώμασιν» ( η συντριπτική πλειοψηφία τους κυριολεκτικά από το υστέρημά τους ) και να τις μοιράζουν μεταξύ τους, παρά να τις αφήνουν βορά στη μανία των τρωκτικών, που όμως, είναι ζήτημα αν κι αυτά ακόμα θα καταδέχονταν να τις προσέξουν, καθώς είναι σίγουρο ότι προτιμούν να χορτάσουν την πείνα τους με τους τόνους των απορριμμάτων της καταναλωτικής πολυπραγμοσύνης μας...
Μέσα σ’ αυτόν, λοιπόν, τον εκδοτικό ορυμαγδό, που να βρει ο δύστυχος αναγνώστης τον χρόνο, την ευκαιρία και τη διάθεση να παρακολουθήσει τα απειράριθμα προϊόντα της σύγχρονης ποίησης και αυτό που περισσότερο μας ενδιαφέρει, πώς να μπορέσει να ερευνήσει και να ανακαλύψει τις γνήσιες ποιητικές φωνές, που ασφυκτιούν, καθώς μοχτούν να υψωθούν πάνω από τους σωρούς του τυπωμένου χαρτιού, για να μεταφέρουν μιαν ανάσα δροσιάς σε ψυχές, εξουθενωμένες από τις τραυματικές εμπειρίες μιας πεζής και άνυδρης καθημερινότητας;

Τέτοια, όμως, εμπόδια θεωρούνται ανυπέρβλητα μόνο από ένα κοινό αναγνώστη, αυτόν δηλαδή, που αγοράζει μερικά βιβλία τον χρόνο από συνήθεια, από απλή περιέργεια, από κοινωνική ή ακόμα και από επαγγελματική υποχρέωση, για να είναι «μέσα στα πράγματα». Ο αναγνώστης αυτού του είδους δεν έχει να αντιμετωπίσει καμιά δυσκολία επιλογής. Χωρίς αμφιταλαντεύσεις θα σπεύσει να προμηθευτεί εκείνα τα βιβλία, που θα «ακουστούν» περισσότερο, είτε γιατί θα γίνουν σίριαλ στην τηλεόραση, είτε γιατί θα γράψουν γι’ αυτά οι εφημερίδες και τα περιοδικά πλατιάς κατανάλωσης, επειδή έχουν εκδοθεί από μεγάλους γνωστούς εκδοτικούς οίκους, με τους οποίους τα έντυπα αυτά συνδέονται με πολυποίκιλους τρόπους «διαπλεκομμένων συμφερόντων». Και φυσικά μέσα στα βιβλία αυτά πιθανόν να περιλαμβάνονται κι ένα – δυο ποιητικές συλλογές. Τέτοιοι, όμως, αναγνώστες δεν μπορούν να υπολογίζονται σοβαρά. Η ποίηση δεν έχει ανάγκη από απλούς περιστασιακούς αναγνώστες. Γιατί έχει φανατικούς πιστούς. Σ’ αυτούς ακουμπά. Σ’ αυτούς υπολογίζει και αυτοί είναι, που δεν θα λογαριάσουν κόπο και που δεν θα φοβηθούν τον όγκο του τυπωμένου χαρτιού, προκειμένου να την ανακαλύψουν και να την απολαύσουν μ’ αληθινό πάθος αμαρτωλού έρωτα, σε πείσμα όσων την περιφρονούν, τη μειώνουν, ακόμα κι έντεχνα τη δυσφημούν, σαν έκφραση τάχα τάσεων και ροπών, υποκειμένων στην αποκλειστική αρμοδιότητα ψυχαναλυτικών ερευνών. Οι φανατικοί αυτοί πιστοί της ποίησης δεν είναι ίσως πολλοί. Δεν είναι όμως και αμελητέοι. Είναι κάποιοι, που προσπαθούν να αντιδράσουν στο καθημερινό τσαλάκωμα της ανθρώπινης ευαισθησίας τους από την πνευματοκτόνα βιοτική μέριμνα. Διαθέτοντας πείσμα μονομανούς ερευνητή και εκλεπτυσμένο αισθητικό κριτήριο, γυρεύουν με δίψα την αληθινή ποίηση και όταν επιτέλους τη συναντήσουν και πραγματοποιήσουν μαζί της, όσα ταξίδια πόθησαν, που δεν χωρά ο νους, δεν θα την κρατήσουν μυστική για αποκλειστική τους χρήση κι ευχαρίστηση, αλλά θα σπεύσουν να την καταστήσουν γνωστή και σε άλλους ενδιαφερόμενους, σαν τους ερευνητές που ανακαλύπτουν κάτι πολύ σπουδαίο κι έτσι από στόμα σε στόμα η αληθινή ποίηση, σαν είδηση σπουδαία και πολύτιμη, μπορεί να αγκαλιάσει σιγά – σιγά ολόκληρο το έτσι κι αλλιώς περιορισμένο κοινό της. Τέτοιους αναγνώστες θέλει να διαθέτει και τέτοιους συνήθως διαθέτει η ποίηση και μ’ αυτόν τον τρόπο η πλειονότητά τους ενεργεί. Αυτό οι άξιοι ποιητές το ξέρουν ή απλά το υποψιάζονται. Και σε χέρια τέτοιων αναγνωστών επιθυμούν να πέφτουν τα βιβλία τους. Γιατί αυτοί οι φανατικοί πιστοί της ποίησης είναι και οι άσφαλτοι κριτές της όποιας αξίας τους, αφού η κρίση τους είναι προϊόν σοβαρής εμπειρίας, μεγάλης εσωτερικής καλλιέργειας και πλούσιου συναισθηματικού κόσμου, ενώ υπαγορεύεται επιπλέον από ειλικρίνεια και αφιλοκέρδεια. Αν ένα ποιητικό βιβλίο έχει κατορθώσει να μιλήσει στην ψυχή αυτών των δύσκολων και απαιτητικών ανθρώπων, τότε σίγουρα κρύβει μέσα στις σελίδες του αληθινούς ποιητικούς θησαυρούς. Αν όχι, τότε συνήθως δεν αξίζει. Όση προβολή κι αν γίνει σε ένα τέτοιο ασήμαντο βιβλίο, όσο κι αν γίνει μπορετό σε πρώτη φάση αυτό να διακινηθεί σε μεγάλο αριθμό αναγνωστών, που παραπλανήθηκαν από τεχνητό θόρυβο, το αποτέλεσμα θα είναι προσωρινό, το ασήμαντο βιβλίο θα προσκρούσει τελικά στην αντίσταση του καλλιεργημένου κοινού και μετ’ ου πολύ θα περιπέσει στη λήθη και στην ανυποληψία. Γιατί και στην περίπτωση των ποιητικών βιβλίων ισχύει ό, τι ισχύει και με τα λόγια του ψεύτη πολιτικού: Μπορεί να ξεγελούν λίγους για πάντα και πολλούς για λίγο, όχι όμως και όλους για πάντα. Οι πιστοί της γνήσιας ποίησης δεν ξεγελιούνται εύκολα κι αν τελικά ξεγελαστούν, θα είναι προσωρινά. Στο χρηματιστήριο της καρδιάς τους είναι οι αληθινές αξίες που μένουν σταθερές. (*)
-------------------

(*) Πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Νέα Σκέψη», τευχ. 403, Γενάρης 1999, σελ. 37.
 
Από: http://poihsh-logotexnia.blogspot.gr/2012/07/blog-post_8276.html#more

Παρασκευή, 20 Ιουλίου 2012

Οι κρεμαστοί κήποι της Βαβυλώνας





Φρούτα και λουλούδια... Καταρράκτες... Κήποι που κρέμονται από τα πεζούλια παλατιών... Εξωτικά ζώα... Αυτό είναι η εικόνα των Κρεμαστών Κήπων της Βαβυλώνας στο μυαλό των περισσότερων ανθρώπων. Όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, είναι πολύ πιθανό τελικά αυτοί οι κήποι να υπήρξαν μόνο στο μυαλό και την φαντασία των αρχαίων Ελλήνων ιστορικών! Οι κρεμαστοί κήποι της Βαβυλώνας κατέπληξαν πολλούς ταξιδιώτες και ιστορικούς στους αρχαίους χρόνους. Αν και δεν υπάρχουν πλέον, η ιδέα ενός τέτοιου θαυμάσιου άθλου της εφαρμοσμένης μηχανικής συναρπάζει τους ανθρώπους ακόμα και σήμερα.


Το βασίλειο των Βαβυλωνίων άκμασε για πρώτη φορά κάτω από την ηγεσία του διάσημου βασιλιά, Χαμουραμπί (1792-1750 π.Χ.). Ήταν πια η εποχή της δυναστείας των Νεοβαβυλωνίων όταν ο Μεσοποτάμιος αυτός πολιτισμός έφθασε στην τελευταία δόξα του. Ο Χαλδαίος στρατηγός Ναβοπολάσσαρ ιδρύει μια νέα δυναστεία. Ο γιος του, ο περίφημος βασιλιάς Ναβουχοδονόσορ (604-562 π.Χ.) που κυβέρνησε την Βαβυλώνα για 43 χρόνια θεωρείται ότι είναι αυτός που έκτισε τους θρυλικούς κρεμαστούς κήπους. Λέγεται ότι οι κήποι χτίστηκαν από τον Ναβουχοδονόσορ για να ευχαριστήσει την σύζυγό του Αμυιτις. Η Αμυιτις ήταν κόρη του βασιλιά της Μηδίας την οποία ο Ναβουχοδονόσορ παντρεύτηκε για να δημιουργήσει συμμαχία μεταξύ των δύο εθνών. Η Αμυίτις προέρχονταν από μια καταπράσινη χώρα με ψηλά βουνά και τραχύ έδαφος. Η ηλιοκαμένη και επίπεδη έκταση της Μεσοποταμίας της δημιούργησε κατάθλιψη. Ο βασιλιάς για να την ευχαριστήσει αποφάσισε να αναπαραστήσει την πατρίδα της με την οικοδόμηση ενός τεχνητού βουνού με τους κήπους σε πεζούλια και ταράτσες.

Οι πιθανότατα βασιλικοί κήποι περιγράφονται έτσι από μεταγενέστερους συγγραφείς και αρχαιολόγους, από τις αποκαλύψεις των οποίων αντλήθηκαν και οι πληροφορίες που οδήγησαν στην κατάταξη των κρεμαστών κήπων της Βαβυλώνας ανάμεσα στα Επτά Θαύματα του αρχαίου κόσμου.

Η ύπαρξη του μνημείου αυτού ουσιαστικά δεν αποδείχθηκε ποτέ. Ενώ οι αναλυτικότερες περιγραφές των κήπων προέρχονται από τους Έλληνες ιστορικούς όπως ο Διόδωρος ο Σικελός και ο Βέροσος, τα βαβυλωνιακά αρχεία δεν δίνουν στοιχεία πάνω σ' αυτό το θέμα. Στην πόλη της Βαβυλώνας, έχουν ανακαλυφθεί επιγραφές και πλάκες από τον καιρό του Ναβουχοδονόσορ με περιγραφές του παλατιού του, της πόλης της Βαβυλώνας και των τειχών της. Ωστόσο δεν ανακαλύφθηκε ούτε μία πλάκα όπου να αναγράφεται κάποια μορφή πιστοποίησης του σχεδιασμού και της δημιουργίας των μεγαλειωδών, και ασυνήθιστων αυτών κήπων. Ακόμη ούτε και οι ιστορικοί που δίνουν τις λεπτομερείς περιγραφές των κρεμαστών κήπων τους είδαν ποτέ.

Οι σύγχρονοι ιστορικοί υποστηρίζουν ότι όταν έφθασαν οι στρατιώτες του Αλεξάνδρου στο εύφορο έδαφος της Μεσοποταμίας και είδαν Βαβυλώνα εντυπωσιάστηκαν. Όταν επέστρεψαν αργότερα στην τραχιά πατρίδα τους, είχαν πολλές ιστορίες να πουν για τους καταπληκτικούς κήπους και τα φοινικόδεντρα στη Μεσοποταμία, για το παλάτι του Ναβουχοδονόσορ, για τον πύργο της Βαβέλ..... Και ήταν η φαντασία των ποιητών και των αρχαίων ιστορικών που συνδύασαν όλα αυτά τα στοιχεία για να παραγάγουν μαζί ένα από τα επτά θαύματα του κόσμου.

Η θέση που βρίσκονταν οι κήποι τοποθετείται στην ανατολική όχθη του ποταμού Εφράτη, περίπου 50 χλμ νότια της Βαγδάτης, στο Ιράκ. Οι περιγραφές που συγκεντρώνονται για τους κήπους, μας βοηθούν να σχηματίσουμε την εξής εικόνα γι’ αυτούς: Οικοδομήματα σε κατακόρυφα ανηφορικά επίπεδα, σαν βουνά από σφυρηλατημένη πέτρα, φυτεμένα με όλων των ειδών δένδρα και φυτά. Επιπλέον σε ειδικό μέρος αυτών υπήρχε ένας βοτανικός παράδεισος ειδικά για τις ανάγκες της διατροφής της βασίλισσας που καταγόταν από την Μηδία, είχε πάθος με το παραδοσιακό διαιτολόγιο της πατρίδας της.

Γύρω στο 50 π.Χ. ο Διόδωρος ο Σικελός έγραψε ότι αυτοί οι πολυεπίπεδοι κήποι στηρίζονταν σε μια σύνθετη κατασκευή από χοντρούς τούβλινους τοίχους, πέτρινα υποστυλώματα και δοκούς από κορμούς φοινικόδεντρων σε πυκνή διάταξη. Για να στεγανοποιηθούν οι δοκοί, καλύπτονταν με πλέγματα από καλάμια και πίσσα, καθώς και δύο στρώσεις εφυαλωμένων οπτόπλινθων. Το πότισμα γινόταν με νερό από τον γειτονικό Ευφράτη. Το εκπληκτικό αποτέλεσμα ήταν μια δροσερή, υγρή κι ευωδιαστή όαση, φτιαγμένη για θεούς.

Οι κήποι είχαν εξωτικά ανθισμένα φυτά τα οποία ο Ναβουχοδονόσορ εισήγαγε από τα ξένες χώρες. Μεταξύ των φυτών αυτό πιθανόν να είχε συμπεριλάβει "τον κέδρο, το κυπαρίσσι, την σμύρνα, τον γουνίπερο, την αμυγδαλιά, τη χουρμαδιά, τον έβενο, την ελιά, τη βαλανιδιά, terebinth, την καρυδιά, την τρεμεντίνα, την μελιά, το έλατο, το στρίχνο, την ιτιά, τη ροδιά, τη δαμασκηνιά, την αχλαδιά, την κυδωνιά, την συκιά και το αμπέλι."

Οι λεπτομερείς περιγραφές των κήπων προέρχονται από τις αρχαίες ελληνικές πηγές, συμπεριλαμβανομένων των γραφών του Έλληνα γεωγράφου Στράβωνα και του Φίλωνα του Βυζαντίου. Εδώ είναι μερικά αποσπάσματα από τις αναφορές τους:

"Ο κήπος είναι τετραγωνισμένος, και κάθε πλευρά είναι τέσσερα πλίθρα μακριά. Αποτελείται από τους θολωτούς υπόγειους θαλάμους που βρίσκονται στα σταθερά θεμέλια που έχουν σχήμα κύβου... Η ανάβαση στις ταράτσες και στα πεζούλια γίνεται από ένα κλιμακοστάσιο... "

"Στους κρεμαστούς κήπους καλλιεργούνται φυτά επάνω από το επίγειο επίπεδο, και οι ρίζες των δέντρων ριζώνουν μέσα σε υψωμένα πεζούλια παρά στη γη. Ολόκληρη η μάζα υποστηρίζεται από πέτρινες στήλες ... Τα ρεύματα του νερού σχηματίζονται από την ανυψωμένη ροή των πηγών, χύνονται προς τα κάτω δημιουργώντας κανάλια... Αυτά τα νερά απλώνονται σ' ολόκληρο τον κήπο και ποτίζουν τις ρίζες των φυτών, κρατώντας όλη την περιοχή υγρή. Ως εκ τούτου η χλόη είναι μόνιμα πράσινη και τα φύλλα των δέντρων αυξάνονται σταθερά πάνω στα λυγερά κλαδιά... Αυτό είναι ένα έργο τέχνης της βασιλικής πολυτέλειας και το πιο εντυπωσιακό χαρακτηριστικό γνώρισμά του είναι ότι όλη αυτή η τεχνητή καλλιέργεια κρέμεται επάνω από τα κεφάλια των θεατών".

"Στην πλευρά των σκαλοπατιών υπάρχουν μηχανές ύδατος, με τη βοήθεια των οποίων τα πρόσωπα, που διορίζονται ρητώς για το σκοπό αυτό, είναι συνεχώς απασχολημένα στην αύξηση του ύδατος από τον Εφράτη στον κήπο..."

Με αυτά τα λόγια ο Στράβων πιθανώς αγγίζει αυτό που ήταν και το πιο καταπληκτικό μέρος του κήπου. Στην Βαβυλώνα έβρεχε σπάνια και ο κήπος για να διατηρηθεί ζωντανός θα έπρεπε να ποτίζεται με νερό από τον κοντινό ποταμό Εφράτη. Αυτό σήμαινε ότι χρειάζονταν υπερυψωμένες πηγές νερού από τις οποίες το νερό με κατάκλιση θα διοχετευόταν σε όλα τα πεζούλια και σε όλα τα επίπεδα. Αυτό έγινε πιθανώς με τη βοήθεια μιας "αντλίας αλυσίδων." Μια αντλία αλυσίδων είναι δύο μεγάλοι τροχοί, ο ένας σε ψηλότερο επίπεδο από τον άλλο, που συνδέονται με μια αλυσίδα. Στις αλυσίδες κρέμονταν κάδοι. Κάτω από το σημείο που βρίσκονταν ο κάτω τροχός υπήρχε μια δεξαμενή νερού.

Καθώς γύριζαν οι τροχοί, οι κάδοι βυθίζονταν στη λίμνη και έπαιρναν το νερό μεταφέροντάς το ανοδικά σε ένα ψηλότερο επίπεδο και διοχετεύοντάς το σε μια υπερυψωμένη δεξαμενή. Η αλυσίδα έφερνε έπειτα τους κενούς κάδους πίσω κάτω για να ξαναγεμίσουν. Από την επάνω δεξαμενή με ένα δίκτυο καναλιών το νερό διοχετεύονταν με κατάκλιση σε όλο τον κήπο. Ο κάτω τροχός ήταν συνδεμένος με έναν άξονα και μία λαβή. Από τη στροφή της λαβής οι σκλάβοι παρείχαν την ισχύ να τρέξουν το μηχάνημα.

Οι ιστορικοί έχουν εξετάσει εάν στους κρεμαστούς κήπους χρησιμοποιήθηκε υδροπονία σαν τρόπος καλλιέργειας των φυτών. Υδροπονία σημαίνει ότι οι θρεπτικές ουσίες προστίθενται στο νερό που στροβιλίζεται γύρω από τις ρίζες των φυτών. Κανένα χώμα δεν χρησιμοποιείται σε ένα υδροπονικό σύστημα Μπορούμε λοιπόν να υποθέσουμε ότι η υδροπονία εφαρμόστηκε για πρώτη φορά εδώ αφού οι πρώτες γραπτές αναφορές σε υδροπονική καλλιέργεια αφορούν τους κρεμαστούς κήπους της Βαβυλώνας,

Πόσο μεγάλοι ήταν οι όμως αυτοί οι κήποι; Ο Διόδωρος μας λέει ότι είχαν περίπου 400 πόδια φάρδος, 400 πόδια μήκος και περισσότερο από 80 πόδια ύψος. Άλλες γραφές δείχνουν ότι το ύψος ήταν ίσο με τους εξωτερικούς τοίχους της πόλης. Τοίχους που ο Ηρόδοτος τους περιέγραψε να έχουν ύψος 320 πόδια. Αν και ο ίδιος ο Ηρόδοτος δεν έχει καμία αναφορά στους κήπους.

Αυτό ήταν μια από τις ερωτήσεις που εμφανίστηκαν στο γερμανικό αρχαιολόγο Robert Koldewey το 1899. Για τους αιώνες πριν από αυτόν η αρχαία πόλη της Βαβυλώνας δεν ήταν παρά ένα ανάχωμα των λασπωδών συντριμμιών. Εν τούτοις αντίθετα από πολλές αρχαίες θέσεις, η θέση της πόλης ήταν γνωστή, τίποτα ορατό δεν παρέμεινε της αρχιτεκτονικής του.

Φτάσαμε στον εικοστό αιώνα, όταν πια μερικά από τα μυστήρια που περιβάλλουν τους κρεμαστούς κήπους αποκαλύφθηκαν. Οι αρχαιολόγοι αγωνίζονται ακόμα να συλλέξουν αρκετά στοιχεία πριν φθάνουν στα τελικά συμπεράσματα για τη θέση των κήπων, του συστήματος θέρμανσης, αερισμού και κλιματισμού, και άρδευσής τους, και της αληθινής εμφάνισής τους. Μερικοί πρόσφατοι ερευνητές σε μια λιγότερο αξιόπιστη θεωρία, υποθέτουν ότι οι κρεμαστοί κήποι χτίστηκαν από την βασίλισσα των Ασσυρίων Σεμίραμι (810π.Χ) κατά την διάρκεια της πενταετούς βασιλείας της. και όχι από τον Ναβουχοδονόσορ τον ΙΙ (περίπου 100 έτη νωρίτερα).

Οι πιο πρόσφατες αρχαιολογικές ανασκαφές στην αρχαία πόλη της Βαβυλώνας στο Ιράκ αποκάλυψαν τα θεμέλια οικοδομής του παλατιού. Άλλα ευρήματα περιλαμβάνουν το θολωτό κτήριο με τους παχείς τοίχους και ένα αρδευτικό σύστημα αρκετά κοντά στο νότιο παλάτι. Μια ομάδα αρχαιολόγων ερεύνησε την περιοχή του νότιου παλατιού και υποστήριξε ότι αναπαράστησε το θολωτό κτήριο καθώς και τους κρεμαστούς κήπους. Εντούτοις, ο Έλληνας ιστορικός Στράβων είχε δηλώσει ότι οι κήποι βρίσκονταν κοντά στον ποταμό Εφράτη. Ωστόσο άλλοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι η περιοχή είναι επίσης μακριά από τον Εφράτη για να στηριχθεί αυτή η θεωρία δεδομένου ότι το θολωτό κτήριο είναι μερικές εκατοντάδες μέτρα μακριά από τις όχθες. Αυτοί αναπαράστησαν την περιοχή του παλατιού και εντόπισαν τους κήπους στην περιοχή που εκτείνεται από τον ποταμό προς στο παλάτι. Στις όχθες του ποταμού πρόσφατα ανακαλύφθηκαν πυκνοί ογκώδεις τοίχοι 25 μ, που μπορεί να οικοδομήθηκαν για να συγκρατήσουν πεζούλια σαν αυτά που περιγράφονται στις αρχαίες ελληνικές αναφορές.

Οπουδήποτε κι αν ήταν η θέση των κήπων, μπορούμε μόνο να αναρωτηθούμε εάν η βασίλισσα Αμυίτις ήταν ευτυχής με το φανταστικό παρόν της, ή εάν συνέχισε να νοσταλγεί τα πράσινα βουνά της πατρίδας της. Ακόμα κι αν η Αμυίτις δεν ξεπέρασε ποτέ τη νοσταλγία για την πατρίδα της, ο Ναβουχοδονόσορ και οι άνθρωποι του αρχαίου κόσμου, που έζησαν αυτήν την καταπληκτική εμπειρία των κρεμαστών κήπων, ωφελήθηκαν όλοι από την καταθλιπτική φύση της.

Μιχάλης Πολίτης



Κυριακή, 15 Ιουλίου 2012

e. e. cummings


Έντουαρντ Έστλιν Κάμινγκς

14 Οκτωβρίου 1894 – 3 Σεπτεμβρίου 1962

Πηγή



O Έντουαρντ Έστλιν Κάμινγκς γνωστός ως ee cummings υπήρξε ποιητής, ζωγράφος, δοκιμιογράφος, συγγραφέας και θεατρικός συγγραφέας από τις ΗΠΑ με ένα μεγάλο έργο που περιλαμβάνει περισσότερα από 900 ποιήματα, θεατρικά έργα, δοκίμια, σχέδια, πίνακες και δύο μυθιστορήματα. Θεωρείται πρωτεργάτης της μοντέρνας ποίησης και ως τέτοιος είναι ιδιαίτερα δημοφιλής μέχρι σήμερα.



Ο Κάμινγκς συνήθιζε να γράφει το όνομά του με πεζά γράμματα χωρίς διαστήματα και τελείες πράγμα το οποίο, σύμφωνα με τη τελευταία σύζυγό του, είχε επισημοποιήσει κιόλας. Βιογράφοι και μελετητές του έργου του αναφέρουν ότι αυτό το έκανε ως ένδειξη ταπεινότητας ενώ δεν υπαγόρευε στους άλλους να γράφουν το όνομά του με τον ίδιο τρόπο.



Γεννήθηκε στη Μασαχουσέτη το 1894, γιος του Έντουαρντ και της Ρεβέκκας. Ο πατέρας του ήταν καθηγητής κοινωνιολογίας και πολιτικών επιστημών στο Χάρβαρντ και στενά συνδεδεμένος με το γιο του. Ο Έστλιν αναφέρεται ότι έγραφε ποίηση από τα δέκα του χρόνια ταλέντο για το οποίο τον ενθάρρυνε ο πατέρας του. Το τέταρτο μέλος της οικογένειας ήταν η αδελφή Ελίζαμπεθ, έξι χρόνια μικρότερή του.



Φοίτησε στο Κέιμπριτζ όπου έμαθε και την λατινική γλώσσα. Τα πρώτα του ποιήματα μάλιστα δημοσιεύθηκαν στην Επιθεώρηση του Κολεγίου. Συνέχισε τις σπουδές του στο Χάρβαρντ (1911-1916) όπου εκπόνησε και μεταπτυχιακό στην αγγλική και στις κλασικές σπουδές. Και σε αυτό το Πανεπιστήμιο βρήκε την ευκαιρία να δημοσιεύσει ποιήματά του, στη μηνιαία έκδοση, ενώ μαζί με τον Τζον Πάσος και τον Φόστερ Ντέιμον έστησαν και μια εφημερίδα.



Έχοντας σπουδάσει ελληνικά και λατινικά τον βλέπουμε να χρησιμοποιεί συχνά εκφράσεις και λέξεις από τις γλώσσες αυτές σε διάφορα έργα του όπως για παράδειγμα στις ποιητικές συλλογές ΧΑΙΡΕ, Άνθρωπος και Puella Mea (κορίτσι μου). Αυτό το τελευταίο αποτελεί μάλιστα και το μεγαλύτερο σε έκταση ποίημά του. Στο τέλος των σπουδών του στο Χάρβαρντ είναι ήδη επηρεασμένος από τον Έζρα Πάουντ και τη Γερτρούδη Στάιν.



Με την έναρξη του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου στρατολογήθηκε ως οδηγός ασθενοφόρων, συνυπηρετώντας με τον φίλο του Πάσος. Τότε ήταν που γνώρισε και αγάπησε το Παρίσι, παραμένοντας στην πόλη επί πέντε εβδομάδες. Τον Σεπτέμβρη του 1917 συνελήφθη και παραπέμφθηκε, μαζί με τον Σλάτερ Μπράουν, με την κατηγορία της κατασκοπείας ίσως επειδή οι απόψεις και των δύο ήταν ενάντια στον πόλεμο. Κρατήθηκε 3,5 μήνες σε ένα στρατόπεδο στη Νορμανδία, τις εμπειρίες από το οποίο αποτυπώνει στο έργο του «Θεόρατο δωμάτιο», το οποίο εκθειάστηκε από τον Σκοτ Φιτζέραλντ. Τελικά ο Κάμινγκς αφέθηκε ελεύθερος τον Δεκέμβρη μετά από τις πολιτικές παρεμβάσεις του πατέρα του. Επιστρέφοντας στις ΗΠΑ, την Πρωτοτοχρονιά του 1918, συνέχισε να υπηρετεί στο στρατό μέχρι τον Νοέμβρη.



Την πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο «Οκτώ ποιητές από το Χάρβαρντ» τη δημοσίευσε το 1920 ενώ το 1921 επέστρεψε στο Παρίσι όπου παρέμεινε για δύο χρόνια. Αμέσως μετά μετακινήθηκε στη Νέα Υόρκη αλλά μέχρι το 1930 επισκεπτόταν συχνά την «πόλη του φωτός» γνωρίζοντας πολλούς ανθρώπους από το χώρο των γραμμάτων και των τεχνών μεταξύ των οποίων και ο Πάμπλο Πικάσο. Την περίοδο 1924-1927 εργαζόταν ως δοκιμιογράφος και παρουσιαστής προσωπικοτήτων στον περιοδικό «Vanity Fair».



Το 1926 ο πατέρας του σκοτώθηκε σε τροχαίο, από το οποίο σώθηκε η μητέρα του. Το δυστύχημα περιγράφηκε σε έξι συνολικά διαλέξεις στο Χάρβαρντ από τον ίδιο τον Κάμινγκς μεταξύ των ετών 1952-1953 με πολύ έντονο ρεαλισμό. Ο θάνατος του πατέρα του, έπληξε τον ποιητή με αποτελέσματα ορατά και στο έργο του. Τότε ξεκινά να γράφει συστηματικά ποίηση, για να υμνήσει τον πατέρα του, όπως δήλωνε ο ίδιος. Ο Κάμινγκς γεννημένος και μεγαλωμένος σε μονιστική οικογένεια πολύ συχνά, ειδικά μετά την απώλεια του πατέρα του, όταν αρθρογραφούσε έκανε ιδιαίτερη αναφορά στο Θεό.



Το 1931 ταξίδεψε στη Σοβιετική Ένωση καταγράφοντας τις εμπειρίες του στο Eime που εκδόθηκε 2 χρόνια αργότερα.



Ο Κάμινγκς παντρεύτηκε τρεις φορές. Η πρώτη του γυναίκα ήταν η Ελέιν Ορ που γνώρισε ως ήδη σύζυγο του συμφοιτητή του στο Χάρβαρντ Σκότφιλντ Θάγιερ. Απέκτησαν μαζί μία κόρη, την Νάνσι, το 1919 ενώ παντρεύτηκαν μετά το διαζύγιο της Ελέιν (1924) για να χωρίσουν εννέα μήνες αργότερα όταν εκείνη έφυγε με έναν Ιρλανδό τραπεζίτη για τη χώρα του παίρνοντας μαζί και την κόρη τους. Ο Κάμινγκς παρά τη συμφωνία της τρίμηνης παραμονής της Νάνσι μαζί του δεν κατάφερε να συναντήσει την κόρη του πριν το 1946, λόγω άρνησης της Ελέιν να τηρήσει τη δικαστική απόφαση. Ο δεύτερος γάμος του Κάμινγκς τελέσθηκε την πρωτομαγιά του 1929 με την Αν Μπάρτον. Και ο γάμος αυτός διαλύθηκε νωρίς, τρία χρόνια αργότερα, με διαζύγιο στο Μεξικό το οποίο αναγνωρίσθηκε στις ΗΠΑ το 1934. Ωστόσο το 1932, αμέσως μετά το «διαζύγιο» ο Κάμμινγκς γνωρίσθηκε με τη Μάριον Μορχάουζ, φωτογράφο και φωτομοντέλο με την οποία παρά την ασάφεια που υπάρχει σχετικά με την επισημοποίηση της σχέσης τους, έζησαν μαζί μέχρι το θάνατό του.



Πέθανε στις 3 Σεπτεμβρίου 1962 στο Νιου Χαμσάιρ από αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο και τάφηκε στη Βοστώνη. Δίπλα του, λίγα χρόνια αργότερα (1969), τάφηκε για να τον συντροφεύει και η αγαπημένη του Μάριον.



Η ποίηση του Κάμινγκς χαρακτηρίζεται από ερωτισμό, ρομαντισμό, συχνά και από σάτιρα, ενώ τα θέματά του έχουν να κάνουν ακόμη και με τη φύση και τις σχέσεις των ανθρώπων. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των ποιημάτων του όμως είναι η σύνταξη και η εκτενής ανάπτυξη ορισμένων λέξεων ή φράσεων. Σε πολλά ποιήματά του παρόλο που απουσιάζουν πλήρως τα σημεία στίξης, η ιδιαιτερότητα εστιάζεται στη σύνταξη. Ως ζωγράφος, κατανόησε τη σημασία της συνολικής παρουσίασης ενός έργου με αποτέλεσμα συχνά να «χρωματίζει μία εικόνα» με ποιήματα.



Εμείς σήμερα, παρουσιάζουμε ένα απόσπασμα από ποίημα του ee cummings μεταφρασμένο από τον αγαπητό μας Χάρη Βλαβιανό που ομολογουμένως έχει κάνει μια σπουδαία μεταφραστική δουλειά και σε αυτόν τον ποιητή. Οκτώ στίχοι οι οποίοι έχουν περάσει πλέον στις σοφές κουβέντες.



όταν ο θεός αποφάσισε να δημιουργήσει

τα πάντα πήρε μια

ανάσα μεγαλύτερη και από τσίρκου μπάντα

και έτσι άρχισαν τα πάντα



όταν ο άνθρωπος αποφάσισε να καταστραφεί

το ήταν χώρισε

απ' το θα και βρίσκοντας μόνο το γιατί

το συνέθλιψε στο επειδή



Πηγή: Edward Estlin Cummings, 33χ3χ33, Αθήνα, Νεφέλη, 2004, Μετάφραση, εισαγωγή: Χάρης Βλαβιανός



Παραθέτουμε όμως και ένα ποίημα του στην αγγλική για όσους μπορούν και θέλουν να τον απολαύσουν στη δική του γλώσσα





Το πορτρέτο της Μάριον από τον ee cummings

Πηγή



I Carry Your Heart with Me



I carry your heart with me

(I carry it in my heart)

I am never without it

(anywhere I go you go, my dear; and whatever is done by

only me is your doing, my darling)

I fear no fate

(for you are my fate, my sweet)

I want no world

(for beautiful you are my world, my true)

and it's you are whatever a moon has always meant

and whatever a sun will always sing is you

here is the deepest secret nobody knows

(here is the root of the root and the bud of the bud

and the sky of the sky of a tree called life; which grows

higher than soul can hope or mind can hide)

and this is the wonder that's keeping the stars apart

I carry your heart (I carry it in my heart)

my mind is

a big hunk of irrevocable nothing

which touch and taste and smell

and hearing and sight

keep hitting and chipping with sharp fatal tools

in an agony of sensual chisels

I perform squirms of

chrome and execute strides of cobalt

nevertheless I feel that

I cleverly am being altered

that I slightly am

becoming something a little different,

in fact myself

Hereupon helpless

I utter lilac shrieks and scarlet bellowings.

By e.e. Cummings



Hope is killing me Copyright (c) Julie R. Neidlinger

Tags: cummings, αδιέξοδα, sadness

Μάταια...

20 Ιαν 2009

17 Σχόλια

Είσαι κουρασμένος,

(νομίζω)

από τον αέναο γρίφο της επιβίωσης και της πράξης

Και έτσι είμαι και εγώ.



Έλα μαζί μου, τότε,

και θα το αφήσουμε μακριά και μακριά

(Μόνο εσύ και εγώ, κατάλαβε!)



Έχεις παίξει,

(νομίζω)

και έσπασες τα παιχνίδια που αγαπούσες περισσότερο,

και είσαι λίγο κουρασμένος τώρα

Κουρασμένος από πράγματα που σπάζουν, και

απλά κουρασμένος.

Έτσι είμαι και εγώ..



Αλλά έρχομαι με ένα όνειρο στα μάτια μου απόψε,

και χτυπώ με ένα ρόδο στη μάταιη πύλη της καρδιάς σου

Άνοιξέ μου!

Γιατί θα σου δείξω τα μέρη που κανένας δε ξέρει,

και, εάν θέλεις,

τους ιδανικούς τόπους του Ύπνου.



Ω, έλα μαζί μου!

Θα σου φυσήξω εκείνη τη θαυμάσια φυσαλίδα, το φεγγάρι,

που επιπλέει για πάντα και μια ημέρα

Θα σου τραγουδήσω το τραγούδι του Υάκινθου

Από τα αστέρια που προσδοκώ

Θα προσπαθήσω τα πράα βήματα του ονείρου,

έως ότου βρω το μοναδικό Λουλούδι,

που θα κρατήσει (νομίζω) τη μικρή σου καρδιά

ενώ το φεγγάρι θα βγαίνει από τη θάλασσα.



e.e. cummings





Ο Κάμμινγκς (1894-1962) δεν συγκαταλέγεται στην πρώτη σειρά των μοντερνιστών ποιητών, που μονοπωλείται συνήθως από τον Έλιοτ, τον Πάουντ και τον ύστερο Γέητς, και ολοκληρώνεται με τον Στήβενς, τον Γουίλλιαμς και τη Μουρ. Βρίσκεται όμως στην αιχμή του μοντερνιστικού πειραματισμού, ενώ είναι και άφθαστος λυρικός και σατιρικός συγγραφέας.





Παρότι ελάχιστα γνωστός στη χώρα µας, ο E.E. Cummings συγκαταλέγεται ανάµεσα στους σηµαντικότερους αµερικανούς ποιητές του 20ού αιώνα και θεωρείται ένας από τους πρωτοπόρους του µοντερνιστικού κινήµατος. Ο Πάουντ τον θεωρούσε ως τον "µείζονα λυρικό της γενιάς του", σηµειώνοντας ότι ο Cummings έχει γράψει µερικά από τα ωραιότερα και δραστικότερα ερωτικά ποιήµατα της δυτικής λογοτεχνίας. Δεν είναι τυχαίο ότι στη γνωστή ταινία του "Η Χάνα και οι αδερφές της", ο Γούντυ Άλλεν βάζει τον Μάικλ Κέην να χαρίζει στην αγαπηµένη του τα άπαντα αυτού του "κατ’ εξοχήν ερωτικού ποιητή"!Τριαντατρία ποιήµατα, τρία δοκίµια και τριαντατρείς αφορισµοί του Cummings -που απέδιδε µεγάλη σηµασία στη συµβολική των αριθµών-, έχουν συγκεντρωθεί σ’ αυτό τον εξαιρετικά κοµψό, δίγλωσσο τόµο σε µετάφραση και επιµέλεια του ποιητή Χάρη Βλαβιανού.

"Ποιητής είναι κάποιος που αισθάνεται, και που εκφράζει τα συναισθήµατά του µε λέξεις. Αυτό µπορεί να ακούγεται εύκολο. Δεν είναι. Πολλοί νοµίζουν ή πιστεύουν ή ξέρουν ότι αισθάνονται - αλλά αυτό είναι νοµίζω ή ξέρω ή πιστεύω• όχι αισθάνοµαι. Και η ποίηση είναι αισθάνοµαι - όχι ξέρω ή πιστεύω ή νοµίζω. Σχεδόν οποιοσδήποτε µπορεί να µάθει να νοµίζει ή να πιστεύει ή να ξέρει, αλλά ούτε ένας δεν µπορεί να µάθει να αισθάνεται. Γιατί; Επειδή, όποτε νοµίζεις ή πιστεύεις ή ξέρεις, είσαι κάποιος άλλος: αλλά τη στιγµή που αισθάνεσαι, δεν είσαι παρά µόνο ο εαυτός σου.Το να µην είσαι παρά µόνο ο εαυτός σου -σ έναν κόσµο που πασχίζει µέρα-νύχτα, να σε κάνει τον οποιονδήποτε άλλο- σηµαίνει να δώσεις τη σκληρότερη µάχη που ένας άνθρωπος µπορεί να δώσει• και µη σταµατήσεις ποτέ να τη δίνεις. (...)

(Απόσπασµα από το δοκίµιο "Συµβουλή σε νεότερους ποιητές" που δηµοσιεύεται στον παραπάνω τόµο.)





ΚΡΙΤΙΚΗ



Η υπογραφή του θυμίζει ιντερνετική διεύθυνση και τα ποιήματά του διαβάζονται σαν να γράφτηκαν χθες. Ο ίδιος, ωστόσο, γεννήθηκε το 1894 και πέθανε το 1962, σε ηλικία 68 ετών, έχοντας αφιερώσει ολόκληρη τη ζωή του στην ποίηση. Επιμένοντας να σχηματίζει πάντα με πεζά γράμματα το όνομά του και ακολουθώντας το πανίσχυρο ρεύμα του μοντερνισμού των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα, όπως το διαμόρφωσαν ο Τ. Σ. Ελιοτ, ο Εζρα Πάουντ, ο Ουάλας Στίβενς, αλλά και ο ίδιος, ο ε. ε. κάμινγκς (e.e. cummings) ελάχιστα έχει συζητηθεί και μεταφραστεί στην Ελλάδα. Και τούτο, παρά το πολύστροφο πνεύμα του και τις πολλαπλές του επιδόσεις, που συγκεράζουν τον υψηλό μορφολογικό πειραματισμό, το βαθύ λυρισμό και την άγρια, χωρίς τον παραμικρό δισταγμό σάτιρα. Από αυτή την άποψη αποτελεί ευτύχημα που κρατάμε σήμερα στα χέρια μας τη μετάφραση του Χάρη Βλαβιανού, ο οποίος μας παραδίδει όχι μόνο ποιήματα, αλλά και σύντομα δοκίμια ή γνωμικά θραύσματα του ε.ε. κάμινγκς, συνοδευμένα από μιαν εμπεριστατωμένη όσο και πυκνή εισαγωγή στο έργο του -εισαγωγή που μας διευκολύνει τα μάλα να κάνουμε μια πολύ καλή πρώτη γνωριμία μαζί του.



Η μαγεία του έρωτα



Η αγάπη σε όλες τις μορφές της (σεξουαλική ή ρομαντική και ιδανική) είναι το θέμα που διάλεξε να τονίσει και να φωτίσει στον ε.ε. κάμινγκς ο Βλαβιανός. Κάτι, βέβαια, που ούτε από δική του έμπνευση έπραξε ούτε τυχαία. Η αγάπη είναι ένα από τα κυρίαρχα μοτίβα του Αμερικανού ποιητή και επηρεάζει από την αρχή ώς το τέλος (και με έναν εντελώς χαρακτηριστικό τρόπο) τη δουλειά του. Κόβοντας αιφνιδιαστικά στη μέση το στίχο του, διασπώντας απρόσμενα τις εικόνες του, ξεκινώντας τις φράσεις του από τη μέση ή αφήνοντάς τες από σκοπού ανολοκλήρωτες, συσκοτίζοντας απότομα το νόηματά του, εναλλάσσοντας κάθε τόσο την ελευθερόστιχη φόρμα του με την παραδοσιακή ρίμα και επιφυλάσσοντας σε όλες τις περιπτώσεις μιαν ανοιχτή σε ποικίλες ερμηνείες έκβαση για το μύθο του, ο ε.ε. κάμινγκς οδηγείται πάντα στο ίδιο πράγμα: κυκλώνει από τους πιο διαφορετικούς δρόμους την αγάπη, για να καταφέρει εν κατακλείδι να αποστάξει το άπαν της ουσίας της. Τι ακριβώς, όμως, είναι η αγάπη για τον ε.ε. κάμινγκς; Μα, περίπου τα πάντα. Είναι η μαγεία της νύχτας καθώς κατεβαίνει να τυλίξει με τον πέπλο της τους ερωτευμένους. Είναι το περπάτημα ενός κοριτσιού στους δρόμους μιας πολύβουης και άξενης πολιτείας. Είναι οι σπασμοί του κορμιού στην πρώτη ή στην πολλοστή επαφή με τον άλλο. Είναι η απολυτότητα με την οποία μπορεί να αγκαλιαστούν δύο συγκλονισμένες από τον πόθο και την επιθυμία υπάρξεις. Είναι, τέλος, η δυνατότητα της εκτέλεσης ενός ανείπωτου θαύματος, που έρχεται να απογειώσει τη ζωή πάνω στην πιο δύσκολη και σκοτεινή της ώρα.

Ας μη φανταστούμε πάντως πως ο ε.ε. κάμινγκς στήνει το κύκλωμα της αγάπης άνευ όρων. Το ποιητικό του φρόνημα δεν είναι η απροϋπόθετη αισιοδοξία, ούτε η εν γένει πίστη στις θετικές δυνάμεις της ψυχής, που θα επιδοθούν από μόνες τους και ανεμπόδιστα στο αγαθοποιό τους έργο. Και κάτι τέτοιο το αποδεικνύει αμέσως η απειλητική παρουσία του θανάτου σε πολλά από τα ποιήματα του. Ενας θάνατος ψυχρός σαν λεπίδα, αλλά και βεβαιότερος ως προοπτική από οτιδήποτε άλλο στον κόσμο -ένας θάνατος που ούτως ή άλλως και με κάθε τρόπο θα καταβροχθίσει και θα κατασπαράξει κάποια στιγμή (νωρίτερα ή αργότερα) τα πάντα. Εδώ, όμως, σε αυτήν τόσο βαριά, καταθλιπτική και αδιέξοδη καμπή ο ποιητής θα περάσει γι άλλη μια φορά στην αγάπη και θα δείξει το βάρος της ως λυτρωτικού μηχανισμού από κάθε είδους δεινό -ακόμα κι αν το δεινό είναι ο θάνατος, ακόμα κι αν ο μηχανισμός της λύτρωσης δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο από μιαν εξαιρετικά υψηλής ευαισθησίας μνήμη: «Σε πείσμα κάθε πράγματος / που αναπνέει και κινείται, αφού ο Ολεθρος / (με λευκά μακρύτατα χέρια / συγυρίζοντας κάθε πτυχή) / θα λειάνει εντελώς τα μυαλά μας / - προτού αφήσω την κάμαρά μου / γυρίζω, και (σκύβοντας / μέσα από το πρωί) φιλάω / αυτό το μαξιλάρι, αγαπημένη μου / όπου τα κεφάλια μας έζησαν και υπήρξαν».

Το ξέρουμε όλοι καλά πως όταν είναι να διαβάσουμε έναν ξένο ποιητή όλη τη δουλειά, προκειμένου να τον καταλάβουμε, να τον εννοήσουμε και, πρωτίστως, να τον συναισθανθούμε την αναλαμβάνει η μετάφραση: η μετάφραση είναι που θα μιλήσει για τα πιο εσωτερικά και ανύποπτα χαρακτηριστικά του, η μετάφραση είναι που θα αναδείξει τις γλωσσικές και τις εικονοποιητικές του ικανότητες, η μετάφραση είναι που είτε θα μας βάλει χωρίς αναστολές και προστριβές στον κόσμο του είτε θα μας πετάξει από το πρώτο λεπτό έξω και θα μας αποκλείσει μια για πάντα από τα σύμβολα και τα σημαδεμένα υλικά του. Η μετάφραση του Βλαβιανού παραπέμπει χωρίς τον παραμικρό ενδοιασμό στην πρώτη περίπτωση και η δίγλωσση έκδοση βοηθάει όσους έχουν επαφή με τα αγγλικά να το πιστοποιήσουν αμέσως. Ακρίβεια, πλαστικότητα, εφευρετικότητα, παιγνιώδης διάθεση και σωστός όσο και ιδιαίτερα εκφραστικός γλωσσικός χρωματισμός αποτελούν τα εκ των ων ουκ άνευ στοιχεία της. Ας προσθέσω εδώ την ευχέρεια ανταπόκρισης σε ποικίλα περίπλοκα προβλήματα, την άνεση της ισότιμης κίνησης ανάμεσα σε πολύ διαφορετικές ποιητικές καταστάσεις, καθώς και τη φραστική καθαρότητα και στιλπνότητα.



ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 18/02/2005







ΤΖΑΖ

. e. cu Εισαγωγή στα «Ποιήματα» του e mmings

Γιάννης Λειβαδάς:

Εισαγωγή στα «Ποιήματα» του e. e. cummings

Ηριδανός 2007



Ο έντουαρντ έστλιν κάμμινγκς όντας ένας από τους πιο ανένδοτους και κατηγορηματικούς ποιητές, και ανάμεσα στους πλέον προσδιοριστικούς για τη νεότερη παγκόσμια ποίηση, κατάφερε με περίφημο τρόπο να παρεκκλίνει από τον κόσμο της πλασματικής δημιουργίας, που τον περασμένο αιώνα λίγο έλειψε να οδηγήσει στην πλήρη κατάρρευση της γραφής. Ο κάμμινγκς λοιπόν συγκαταλέγεται επίσης ανάμεσα στους αυθεντικούς διασώστες της μοντέρνας ποίησης, και ήταν ο μοναδικός ποιητής που έγραφε το όνομά του με μικρά γράμματα.

Γεννήθηκε στις 14 Οκτωβρίου του 1894 στο Κέιμπριτζ της Μασαχουσέτης. Το 1911 ξεκίνησε τις σπουδές του στο Χάρβαρντ με ειδίκευση στην ελληνική και σε άλλες γλώσσες. Παράλληλα ασχολήθηκε σοβαρά με τη ζωγραφική. Συνδέθηκε φιλικά εφ’ όρου ζωής με τον Τζον Ντος Πάσσος. Το 1917 μετά την αποφοίτησή του μετακόμισε στη Νέα Υόρκη και εργάστηκε στον εκδοτικό οίκο Collier & Son. Τον Απρίλιο του ίδιου έτους κατατάχθηκε εθελοντικά στο μέτωπο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου σαν τραυματιοφορέας και μεταφέρθηκε στη Γαλλία. Εκεί γνωρίστηκε με τον Ουίλλιαμ Σλέητερ Μπράουν ο οποίος θα παρέμενε ο πιο στενός του φίλος ως το τέλος της ζωής του. Στις 21 Σεπτεμβρίου ο Μπράουν συνελήφθη μαζί με τον κάμμινγκς με την κατηγορία της κατασκοπίας, λόγω των έντονα περιγραφικών και απανωτών επιστολών του πρώτου στις ΗΠΑ. Φυλακίστηκαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης στο La Ferte Mace όπου υπέστησαν επώδυνες ανακριτικές μεθόδους. Τελικά αφέθηκαν ελεύθεροι στις 19 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους ύστερα από παραινέσεις της οικογένειας του κάμμινγκς.

Το 1920 επέστρεψε στη Νέα Υόρκη και σύντομα κατατάχθηκε ξανά στον στρατό, μα απολύθηκε αυτόματα λόγω της ανακωχής. Τον Σεπτέμβριο ολοκλήρωσε το «The Enormous Room», ένα πεζό με θέμα τις εμπειρίες του στις γαλλικές φυλακές. Το 1921 ταξίδεψε μαζί με τον Πάσσος στην Πορτογαλία, ύστερα στο Παρίσι, όπου κι εγκαταστάθηκε για τα δύο επόμενα χρόνια. Εκεί συνδέθηκε φιλικά με τον Χαρτ Κρέην, τον Έζρα Πάουντ κ.ά. Από το 1922 ως το 1961 ο κάμμινγκς ταξίδεψε σε χώρες όπως η Ελλάδα (εις διπλούν), το Μεξικό, η Τυνησία, η Ιταλία, και η Ρωσία. Παντρεύτηκε δύο φορές, δέχτηκε λογοτεχνικά βραβεία, έκανε αρκετές εκθέσεις ζωγραφικής και εξέδωσε πολλές ποιητικές συλλογές με αξιοσημείωτη επιτυχία. Το 1962 εγκαταστάθηκε μόνιμα στο οικογενειακό του αγρόκτημα. Στις 3 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους ο κάμμινγκς πέθανε από εγκεφαλική αιμορραγία.

Την εποχή του θανάτου του ο κάμμινγκς ήταν από τους πιο πολυδιαβασμένους ποιητές της Αμερικής. Στην εποχή μας η ποίησή του εξακολουθεί να γίνεται ανάρπαστη κι εκείνος να παραμένει μπροστάρης.

Ο κάμμινγκς είναι συνώνυμος του πειραματικού πνεύματος και της ποιητικής τόλμης• με τόση ένταση ώστε ακόμη και η ενασχόληση μαζί του να προσδίδει αυτομάτως μία αίσθηση κύρους (από κείνη που σκοτώνει). Μα πώς να επωφεληθεί κανείς από έναν τέτοιο ποιητή που ευθύς εξαρχής τοποθετεί τον μεταφραστή και τον αναγνώστη στην θέση εκείνου που πάει να συλλέξει τον υδράργυρο με απόχη; Φαίνεται πως στο όριο της απόδοσης του ύφους και της γλώσσας μπορεί να καταφέρει κανείς κάτι, μα τίποτε περισσότερο. Κι αυτό γιατί ο κάμμινγκς έχει κάθε του στίχο να παρωθεί επικίνδυνα την ποίηση. Εκείνοι λοιπόν που θεωρούν την ποίηση δίαιτα ή κοιναισθησία να κάνουν πίσω. Ετούτο αποδεικνύουν οι τρομεροί του στίχοι. Στη χειραφέτηση τα παίζεις όλα, κι αυτός είναι ο μοναδικός τρόπος για να κερδίσεις λίγο παραπάνω από το τίποτα.

Αν κάποιος έχει επιληφθεί τις μελωδίες του Θελόνιους Μονκ, έχει νιώσει εκείνη την εκτοπιστική γιγάντωση των πινάκων του Ντε Κούνινγκ κι έχει μονιάσει με την ιδέα πως τα πράγματα θα είναι πάντοτε μπροστά από μας, θα νιώσει κάπως πιο άνετα μέσα στους στίχους του κάμμινγκς.

Οι επιλογές των ποιημάτων έγιναν από την έκδοση των απάντων του, «Complete Poems 1904-1962» (Liveright 1994), λαμβάνοντας υπόψη τις επιλογές ποιημάτων που έκανε ο ίδιος το 1960, για την έκδοση «Selected Poems» που κυκλοφόρησε στη σειρά «The Penguin Poets».

Η ποίηση του κάμμινγκς είναι μία απαρακώλυτη, αυτεξούσια είδηση, παραπάνω απ’ όσο περιμένει κανείς εγγυημένη. Ο κάμμινγκς ήταν η φωνή από τα ερείπια της σύγκρουσης, ο τηλεβόας της πραγματικότητας που επινόησε η αδιάψευστη αλλοίωση. Γι’ αυτόν κάθε εισαγωγή είναι μάλλον περιττή. Ας πάρουμε λοιπόν μια γεύση από την ποίηση ενός υπέροχου απ-ανθρώπου.





ΞΕΧΑΣΜΕΝΩΝ ΑΠΟΣΚΕΥΩΝ

19.1.08

Ε.Ε.Cummings - P. Valery





Ας υποθέσουμε πως η ζωή είναι ένας γέρος με λουλούδια στο κεφάλι. Ο νεαρός θάνατος κάθεται σε ένα καφέ χαμογελώντας. Κρατά ένα νόμισμα ανάμεσα στο δείκτη και στον αντίχειρά του. Σε Σένα λέω: " άραγε θα αγοράσει λουλούδια;". Και ο θάνατος είναι νεαρός, η ζωή φοράει βελουτέ παντελόνια, η ζωή παραπαίει, η ζωή έχει γενιάδα... Λέω σε Σένα που σωπαίνεις " Βλέπεις τη ζωή; Είναι εκεί κι εδώ ή εκείνο ή αυτό ή τίποτα ή ένας γέροντας 3/3 κοιμισμένος. στο κεφάλι του λουλούδια που πάντα φωνάζει σε κανέναν κάτι για "les roses les bluets"... Ναι θα αγοράσει αυτός; " Και η Αγάπη μου απάντησε αργά : "Έτσι νομίζω, όμως νομίζω πως βλέπω κάποιον άλλον... Υπάρχει μια κυρία που το όνομά της είναι Επέκεινα... κάθεται δίπλα στον νεαρό θάνατο... είναι λεπτή... Της αρέσουν τα λουλούδια.... "

(1925)



" Ας είναι η καρδιά μου πάντα ανοιχτή στα μικρά πουλιά που είναι τα μυστικά της ζωής. Ό,τι κι αν τραγουδούν είναι καλύτερο από το να γνωρίζεις... Κι αν οι άνθρωποι δεν θέλουν να τ'ακούσουν οι άνθρωποι είναι γέροι .Ας περιδιαβαίνει το μυαλό μου πεινασμένο και άφοβο και διψασμένο κι εύπλαστο Ακόμα κι αν είναι Κυριακή ας έχω άδικο, γιατί όποτε οι άνθρωποι έχουν δίκιο δεν είναι νέοι. Κι ας μην κάνω εγώ τίποτα χρήσιμο... Κι ας αγαπώ Εσένα περισσότερο κι από αληθινά... Δεν έχει υπάρξει ποτέ κάποιος τόσο ανόητος που να μην μπορεί να τραβήξει όλον τον ουρανό πάνω του μ'ένα χαμόγελο ."



Αρχαία Ελληνικά νομίσματα







               




Ο Αριστοτέλης στα "πολιτικά" του αναφέρει: "πολύ πριν γίνει χρήση του νομίσματος ως μέσου ανταλλαγής οι αρχέγονες κοινότητες αντάλλασσαν μεταξύ τους τα απολύτως χρήσιμα στην ζωή, χωρίς κανένα ενδιάμεσο και αργότερα μεταπήδησαν στο στάδιο των χρηματικών συναλλαγών. Κατόπιν οι άνθρωποι συμφώνησαν για τις συναλλαγές τους να δίδουν και να λαμβάνουν αμοιβαία ένα πράγμα, κοινής όμως ανάγκης στη ζωή όπως τον σίδηρο και τον άργυρο".

Οι πρώτες συναλλαγές γίνονταν με την ανταλλαγή ειδών. Αυτή η μέθοδος συναλλαγών ονομάζεται αντιπραγματισμός. Μπορούσε, για παράδειγμα, κάποιος να πάρει ψάρια και σε αντάλλαγμα να δώσει λαχανικά. Το σύστημα αυτό είχε πολλά μειονεκτήματα γιατί έπρεπε οι συναλλασσόμενοι να έχουν κάποιο προϊόν που να ήταν χρήσιμο για τον άλλο και η αξία του να ήταν αντίστοιχη με αυτό που τους προσφερόταν.

Η καταμέτρηση της περιουσίας ενός ανθρώπου γινόταν με βάση τον αριθμό των βοσκημάτων του, με βάση, δηλαδή, τον αριθμό των κεφαλιών που διέθετε. [έτσι λοιπόν και οι πολύ γνωστοί όροι capital : περιουσία , κεφάλαιο και καπιταλισμός προέρχονται από τη λατινική λέξη capita = κεφάλι] Με την εξάπλωση του εμπορίου και, γενικότερα, με την πρόοδο του πολιτισμού και ο παραπάνω τρόπος συναλλαγών αποδείχθηκε ανεπαρκής. Η μετακίνηση των βοσκημάτων σε μακρινές αποστάσεις, οι διάφορες ασθένειες, συχνά, τα αποδεκάτιζαν. Έπρεπε, λοιπόν να αναζητηθεί ένα νέο μέσο ανταλλαγής, αναλλοίωτο στο χρόνο, εύχρηστο, με σταθερή αξία.

Το μέσο αυτό δεν ήταν άλλο από τα μέταλλα. Γιατί επιλέχτηκαν τα μέταλλα για τον σκοπό αυτό; παρ' ότι την οικονομία την αντιπροσώπευαν τα ζώα, κυρίως τα βόδια, τα μέταλλα είχαν σημαντικά πλεονεκτήματα. Μεταφέρονταν εύκολα, υπήρχε η δυνατότητα να διαιρεθούν σε κομμάτια μικρότερης αξίας και κυρίως δεν φθείρονταν με την πάροδο του χρόνου.

Τα μέταλλα της προνομισματικής περιόδου που χρησιμοποιήθηκαν για τις συναλλαγές ήταν ακατέργαστα, κομμάτια δηλαδή χαλκού ή σιδήρου που σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να είχαν κάποιο αποτύπωμα, σαν προσθήκη των κατόχων τους. Τα πρώτα αυτά μέταλλα ζυγίζονταν κάθε φορά που χρειαζόταν να γίνει μια συναλλαγή για να επιβεβαιωθεί το βάρος τους και να καθαριστεί έτσι η ανταλλακτική αξία τους. Αργότερα άρχισαν να σφραγίζονται και η σφραγίδα αυτή ήταν η εγγύηση της εκδίδουσας αρχής ή του εμπόρου ότι το μέταλλο έφερε το σωστό βάρος.

Αν ρίξουμε μια ματιά σε ευρήματα ανασκαφών θα δούμε ότι σε διάφορες περιοχές του κόσμου η χρήση και η κυκλοφορία των μετάλλων ως χρήμα ήταν γνωστή. Στις Ινδίες ανακαλύφτηκαν ράβδοι χαλκού με αποτυπώματα της τρίτης χιλιετηρίδας. Τα ευρήματα αυτά αποτελούν το πιο παλιό δείγμα χρήσης μετάλλων ως νόμισμα. Οι Χίττες την δεύτερη χιλιετηρίδα και οι Δωριείς τον 12ο π.χ. αιώνα χρησιμοποίησαν τον σίδηρο για την ίδια χρήση, στην Κύπρο τον ίδιο αιώνα βρέθηκαν ράβδοι χρυσού. Ανάλογα ευρήματα έχουμε σε μυκηναϊκούς τάφους, στον μινωικό πολιτισμό, στους φοίνικες και τους εβραίους επικρατούσε το ίδιο σύστημα. Στην κίνα από το 2100 π.χ. μέταλλα όπως ο χρυσός και ο άργυρος χρησιμοποιήθηκαν ως χρήμα.

Βέβαια η μορφή των μετάλλων ως χρήμα δεν ήταν μόνο σε σχήμα ράβδων, όπως ανέφερα πιο πάνω, αλλά το ρόλο του χρήματος μπορούσε να παίξει μια άμορφη μάζα μετάλλου, ένας μεταλλικός κρίκος, μέταλλα σε σχήμα δοράς βοδιού (τάλαντα), διάφορα διαμορφωμένα σχήματα μετάλλων, όπλα, πέλεκυς, κ.α.

Αντικείμενα που δεν ήταν μεταλλικά αλλά ήταν σε κάποιες περιοχές του κόσμου αποδεκτά ως χρήμα, χρησιμοποιήθηκαν για τις συναλλαγές. Χαρακτηριστικά αναφέρω τα κοχύλια καούρι, ράβδους αλατιού, δέρματα ζώων, κ.α.

Τα πρώτα νομίσματα

Ο Αθηναίος Φιλόχορος, αποδίδει την εφεύρεση του νομίσματος στον Θησέα. Οι νομισματολόγοι του 19ου αιώνα απέδιδαν την εφεύρεση του νομίσματος στον βασιλιά του Άργους Φείδωνα ή στην Κυμαία Δημοδίκη, σύζυγο του βασιλιά Μίδα, ή στον Εριχθόνιο και τον Λύκο από την Αθήνα, ή στους Λύδιους και τους Νάξιους. Όλα αυτές οι απόψεις ανατράπηκαν ύστερα από ανασκαφές που έγιναν στον ναό της Άρτεμης στην Έφεσο, όπως θα δούμε στην συνέχεια.

Ο Ηρόδοτος λέει: "Πρώτοι δε Λύδιοι νομίσματα χρυσού και αργυρού κοψάμενοι εχρήσαντο".

Οι πιο πολλοί ερευνητές των αρχών του 20ου αιώνα τοποθετούσαν την εφεύρεση της νομισματοκοπίας γύρω στα 700 π.χ. στην Λυδία της Μικρά Ασίας. Μετά από νέες έρευνες που ακολούθησαν, επανεκτιμήθηκε ότι η εμφάνιση του νομίσματος τοποθετείτε στα τέλη του 7ου π.χ. αιώνα. Παρ' όλα αυτά δεν μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε ότι και αυτή η ημερομηνία είναι η σωστή.

Τα πρώτα νομίσματα δεν ήταν χρονολογημένα, αλλά δεν υπάρχουν και γραπτές μαρτυρίες για αυτά. Πώς λοιπόν οι ερευνητές έβγαλαν τα συμπεράσματα που αναφέρουμε πιο πάνω; Η απάντηση βρίσκετε σε κάποιες Βρετανικές ανασκαφές που έγιναν στα 1904, από τον δόκτωρ Δ. Χόγκαρθ, στον ναό της Άρτεμης στην Έφεσο. Εκεί ανακαλύφθηκε ένας θησαυρός από 93 νομίσματα από ήλεκτρο και 7 ασφράγιστοι βώλοι αργύρου, τα οποία και αποτελούν τα πιο παλιά ευρήματα νομίσματος με την μορφή κερματοφώρου τεμαχίου. Ο ναός της Άρτεμης θεμελιώθηκε, κατά την βασιλεία του Κροίσου, γύρω στο 560 π.χ. Όμως τα νομίσματα βρέθηκαν σε ένα παλαιότερο στρώμα γης, από αυτό του ναού. Κάποιες στάχτες που βρέθηκαν εκεί, χρονολογήθηκαν γύρω στα 652 π.χ. Έτσι βγήκε το συμπέρασμα ότι, το παλαιότερο από τα νομίσματα του θησαυρού, έπρεπε να χρονολογηθεί κατά την βασιλεία του Γύγη (685 - 652 π.χ.) ή και πρότερα. Ο Γύγης, ήταν ο ιδρυτής μίας δυναστείας που είχε σαν έμβλημα τον λέοντα. Το σύμβολο του λέοντα εμφανίζετε στα νομίσματα της Λυδίας κατά την βασιλεία του Κροίσου. Επίσης κάποια από αυτά φέρουν με Λυδική γραφή το όνομα Αλυάττης. Ο Αλυάττης, ήταν ο πατέρας του βασιλιά Κροίσου και κυβέρνησε από το 615 έως το 560 π.χ.

Σήμερα οι ερευνητές αμφιβάλουν για την χρονολόγηση της στάχτης που βρέθηκε στον ναό της Άρτεμης, η οποία μπορεί να μην είναι προγενέστερη του ναού, αλλά να προέρχεται από τις τελετές της θεμελίωσης του ναού και συνεπώς και η χρονολόγηση των νομισμάτων να τοποθετείτε τότε. Όπως καταλαβαίνετε οι ημερομηνίες της κυκλοφορίας των πρώτων νομισμάτων συνεχίζουν να αποτελούν αντικείμενο έρευνας και δεν μπορούμε με ασφάλεια να στηριζόμαστε στα μέχρι τώρα συμπεράσματα. Τα
νομίσματα από ήλεκτρο, της Ιωνίας χρονολογούνται περίπου στην ίδια περίοδο με αυτά της Λυδίας.

Συνοψίζοντας λοιπόν, τα πρώτα νομίσματα με την μορφή κερματοφώρου τεμαχίου εμφανίσθηκαν στην Ιωνία και τη Λυδία της μικρά Ασίας το β΄ μισό του 7ου αιώνα π.χ. και ήταν από ήλεκτρο ( φυσικό κράμα χρυσού και αργύρου από τις όχθες του πακτωλού και του έρμου ποταμού). Επάνω στο νόμισμα ήταν αποτυπωμένο το σύμβολο της πόλης ή του άρχοντα που το έκοψε από την μία πλευρά του , ενώ από την άλλη υπήρχε αποτυπωμένο ένα έγκυλο τετράγωνο, ή ορθογώνιο.

Στα μισά του 6ου αιώνα το νόμισμα κάνει την εμφάνιση του και στην ηπειρωτική Ελλάδα με πρωτοπόρο την Αίγινα. Οι πραγματικοί πρόδρομοι του νομίσματος για τον ελλαδικό χώρο είναι οι σιδερένιοι οβελοί, οι οποίοι ήταν όμοιοι με τους μαγειρικούς οβελούς, δηλαδή τις σούβλες. Αποδίδονται στον βασιλιά του Άργους Φείδωνα. Είχαν πάχος τέτοιο ώστε κάθε χέρι να μπορεί να κρατήσει έξι συγχρόνως. Από τη λέξη <δράττω> προήλθε και η λέξη δραχμή. Από την λέξη οβελός, προήλθε και η λέξη οβολός η υποδιαίρεση δηλαδή της δραχμής.

Ο Φείδων περίπου το 570 π.χ. έκοψε στην Αίγινα τα πρώτα νομίσματα τα οποία έφεραν σαν παράσταση στον επροσθότυπο μια θαλάσσια χελώνα. Πιθανόν λόγο της μεγάλης θαλάσσιας εμπορικής δραστηριότητας που είχε η περιοχή. Όσο για τους σιδερένιους οβελούς πού μέχρι τότε χρησίμευαν σαν νόμισμα ο Φείδων τους αφιέρωσε στη Ήρα. Ο Αριστοτέλης αναφέρει :

"ότι τον καιρό του έβλεπε κανείς στον ναό της Ήρας του Άργους μετάλλινους οβελίσκους, που ο βασιλεύς Φείδων αφιέρωσε άλλοτε. Δεν ήσαν παρά δείγματα πού χρησίμευαν για την ανταλλαγή, πριν αντικατασταθούν από τα αργυρά νομίσματα, τις χελώνες. Ο Φείδων τα εκρέμασε στο τοίχωμα, σαν ιερά λείψανα, προς μαρτυρίαν σεβασμού και εθίμων". Οι οβελοί αυτοί σήμερα βρίσκονται στο νομισματικό μουσείο των Αθηνών.

Αργότερα ακολούθησαν το παράδειγμα της Αίγινας και άλλες πόλεις όπως η Κόρινθος με τους πόλους της (φτερωτά άλογα). Η Αθήνα έκοψε νομίσματα γύρω στο 615 π.χ., με κάποια καθυστέρηση δηλαδή σε σχέση με τις άλλες πόλεις.

Η λέξη νόμισμα έχει την ίδια ετυμολογική ρίζα με τη λέξη νόμος, πράγμα που σημαίνει ότι τα νομίσματα αναγνωρίζονταν ως προϊόν κοινωνικών συμβάσεων με δεδομένες αξίες στις συναλλαγές.

Στον αιώνα μας, η έρευνα, αντιμετώπισε τα αρχαία Ελληνικά νομίσματα, περισσότερο ως ιστορικές και αρχαιολογικές πηγές, μια και για πολλά έργα της αρχαιότητας που δεν διασώζονται σήμερα, έχουμε εικόνα για την μορφή τους μέσα από τις απεικονίσεις τους στα νομίσματα.


Από:  http://coinsmania.gr/cm/ancient/ancient/ancient1.htm


στον αρχαίο Ελληνικό κόσμο






--------------------------------------------------------------------------------







Η ιστορία του νομίσματος



Το χρήμα χρησιμοποιείται σε όλες τις εποχές προς όλες τις κατευθύνσεις και για όλους τους σκοπούς. Η από­κτησή του υπήρξε εδώ και πολλούς αιώνες μία από τις κύριες επιδιώξεις των ανθρώπων. Τα νομίσματα αποτελούν μια βασική μονάδα μέτρησης του χρήματος. Τα νομίσματα άλλαξαν, μεταβλήθηκαν, προσαρμόστηκαν στις εκάστοτε αλλαγές που προκάλεσαν ή προκλήθηκαν από διαφορετικές αιτίες παρακολουθώντας κοινωνικές, οικονομικές και ιστορικές συνθήκες.



Τα πρώτα νομίσματα κατασκευάστηκαν στη Μ. Ασία από ήλεκτρο, κράμα χρυσού και αργύρου, στα τέλη του 7ου π.Χ. αιώνα. Το πολύτιμο μέταλλο έδινε την αξία, το μικρό σχήμα το έκανε εύκολο στη μεταφορά, το σύμβολο της κάθε εκδί­δουσας αρχής, που προστέθηκε αργότερα, έδινε την εγγύηση για το βάρος και την αυθεντικότητά του.





Αργυρή δραχμή Άργους (370-350 π.χ.)

Οι ελληνικές πόλεις διέδωσαν την χρήση του νομίσματος από την Ισπανία μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα. Χρησιμοποίησαν τα σύμβολά τους, ήρωες, θεούς, ζώα, φυτά κ.λπ., για να σηματοδοτήσουν τα νομίσματα. Έκοψαν νομίσματα κυρίως σε άρ­γυρο, καθώς αυτό ήταν το πολύτιμο μέταλλο στο οποίο είχαν ευκολότερη πρόσβαση. Στα τέλη του 5ου και κυρίως τον 4ο π.Χ. αιώνα κυκλοφόρησαν και χάλκινα νομίσματα για τις μικρές καθημερινές συναλλαγές.



Ο βασιλιάς Φίλιππος Β’ διέδωσε τη χρήση των χρυσών νομισμάτων, καθώς είχε πρόσβαση στα μεταλλεία χρυσού του Παγγαίου. Μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου Γ’ άρχισαν να απεικονίζονται ηγεμόνες και βασιλείς της κάθε περιοχής στα νομίσματα. Η παράσταση του ηγεμόνα αυτοκράτορα γίνεται το βασικό θέμα της εικονογραφίας στα ρωμαϊκά αυτοκρατορικά νομίσματα από τον 1ο π.Χ. έως τον 4ο μ.Χ. αιώνα.



Τα ρωμαϊκά νομίσματα διαδόθηκαν σε όλο το γνωστό κόσμο και κόπηκαν σε χρυσό, άργυρο και χαλκό. Στα βυζαντινά νομίσματα εκτός από τον αυτοκράτορα προστέθηκε και η απεικόνιση του θείου, ο Χριστός, το χέρι του Θεού, η Θεοτόκος, χριστιανικά σύμβολα, έγιναν παραστάσεις στην κύρια όψη του νομίσματος. Ένας Θεός και ένας αυτοκράτορας, η αντίληψη του βυζαντινού για τον κόσμο απεικονίστηκαν στα νο­μίσματα.



Ο βυζαντινός χρυσός σόλιδος επικράτησε από τον 4ο έως τον 11ο αιώνα στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και πολύ πέρα απ’ αυτήν. Στη Δυτική Ευρώπη, νομίσματα χρυσά ακολούθησαν τα πρότυπα των ρωμαϊκών και βυζαντινών νομισμάτων. Από το 13ο έως και το 15ο αιώνα, το βενετσιάνικο νόμισμα θα επικρατήσει σ’ αυτήν την περιοχή. Στην Ευρώπη, τα χρυσά φιορίνια της Φλωρεντίας θα αποτελέσουν τη βάση των εμπορικών συναλλαγών στη διάρκεια του 14ου αιώνα.



Από το 15ο αιώνα στο Νέο Κόσμο που διαμορφώνεται με τις ανακαλύψεις, τα νέα κοιτάσματα και την άνθηση του εμπορίου εκδίδονται αργυρά και αργότερα χρυσά μεγάλα νομίσματα τα οποία θα κατακλύσουν τον κόσμο. Ισπανικά και αργότερα αυστροουγγρικά τάληρα θα κατακτήσουν τις αγορές και οι άλλες περιφερειακές δυνάμεις θα αναγκαστούν να προσαρμοστούν στο σύστημα του ταλήρου.



Μετά τη γαλλική επανάσταση καθιερώθηκε πρώτα στη Γαλλία και στη συνέχεια σε μεγάλο μέρος του κόσμου το δεκαδικό σύστημα. Από το 19ο αιώνα διαδίδεται η χρήση των χαρτονομισμάτων. Σταματά η σχέση του νομίσματος με το πολύτιμο μέταλλο από το οποίο είναι κατασκευασμένο. Η κυκλοφορία των χαρτονομισμάτων ήταν μέχρι πρόσφατα εξαρτημένη από την επάρκεια χρυσού. Το τέλος αυτής της αντιστοιχίας σε πολύτιμο μέταλλο, είχε ως αποτέλεσμα να αλλάξει η διεθνής οικονομία, και να σηματοδοτήσει την παγκόσμια κυριαρχία του άυλου χρήματος.







Πριν από το νόμισμα







Πριν από το νόμισμα, η ανταλλαγή προϊόντων, ο αντιπραγματισμός, υπήρξε η πιο διαδεδομένη πρακτική εξα­σφάλισης των βασικών αναγκών των ανθρώπων. Ο αντιπραγματισμός είναι πολύ παλιός και με κάποια έννοια, μερικά στοι­χεία του μοιάζουν να υπάρχουν και μέσα στη φύση, στα φυτά, έντομα και ζώα όπου ανταλλάσσονται υπηρεσίες και πόροι για την εξασφάλιση της επιβίωσης των ειδών και τη διατήρηση της ισορροπίας του περιβάλλοντος.



Οι συναλλαγές σε είδος διευκόλυναν τις πρώτες κοινωνίες των ανθρώπων στην επιβίωσή τους. Γεωργικά προϊόντα διατροφής, δέρματα, ζώα, κοχύλια ήταν τα αποδεκτά μέσα συναλλαγής. Το πιο πολύτιμο ήταν το πιο σπάνιο. Ανάλογα με την αφθονία, τη χρησιμότη­τα και το ρόλο του κάθε προϊόντος σε κάθε κοινωνία προσδιοριζόταν και η τιμή του. Με την εγκατάσταση του ανθρώπου σε μόνιμη κατοικία, η οικονομία έγινε γεωργοκτηνοτροφική. Ως μέσο συναλλαγής χρησιμο­ποιήθηκαν κυρίως τα ζώα. Στην Ιλιάδα τα χάλκινα όπλα του Διομή­δη αναφέρονται ως εννεάβοια (αξίζουν 9 βόδια) ενώ τα χρυσά του Γλαύκου εκατόμβοια.



Ο πλούσιος λεγόταν πολυβούτης (που διαθέ­τει πολλά βόδια), ο ακτήμων αβούτης. Ακόμα και σήμερα, αυτό απο­τυπώνεται σε πολλές γλώσσες του κόσμου. Λατινικά caput σημαίνει κεφαλή βοσκήματος και από κει προέρχεται η λέξη κεφάλαιο (capital) και καπιταλισμός. Pecus σημαίνει τα θρέμματα, τα βοσκήματα και από κει προέρχεται ο όρος pecunia (περιουσία, χρήματα).



Τον τρόπο αυτών των συναλλαγών που δεν μπορούμε να τον ανιχνεύ­σουμε με ασφάλεια στις προϊστορικές κοινωνίες, μπορούμε να τον παρακολουθηθούμε καλύτερα σε κοινωνίες νεώτερες όπως της Αφρικής, της Ωκεανίας κ.λπ. όπου μέχρι πρόσφατα ήταν σε χρήση.



Στις σύγχρονες κοινωνίες το φαινόμενο επανεμφανίζεται, όταν διαμορφώνονται ειδικές συνθήκες, όπως στη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου οι ανταλλαγές με τσιγάρα και λάδι. Επίσης παρουσιάζονται σε μικρή κλίμακα, ανταλλαγές αντικειμένων και αγαθών, μέσω των αγγελιών στις εφημερίδες και στο διαδίκτυο οι οποίες καθιστούν τη ζωή των πολιτών ευκολότερη.



Με την ανακάλυψη και τη διάδοση των μετάλλων, ένα νέο μέσο συναλλαγής προστέθηκε παράλληλα με τα ζώα. Η χρήση του μετάλλου στις εμπορικές συναλλαγές μαρτυρείται από τα τέλη της 3ης χιλιετίας π.Χ. στη Μεσοποταμία. Επιγραφές αναφέρουν νόμους, πληρωμές, συμβόλαια τα οποία πραγματοποιούνταν με βάση ζυγισμέ­νο άργυρο, μερικές φορές σε συνδυασμό με κριθάρι ή άλλα σιτηρά. Καθώς πρόκειται για τις πρώτες γραπτές πηγές που έχουμε, συνδέεται έτσι και η γραφή με την καταμέτρηση των αγαθών και των εμπο­ρικών συναλλαγών.



Με την πάροδο του χρόνου, το μέταλλο επικράτησε στις συναλλαγές και σε άλλες περιοχές. Στην Αίγυπτο, στο τέλος της 2ης χιλιετίας αναφέρονται μέταλλα ζυγισμένα με σταθερά σταθμά για τον υπολογι­σμό της αξίας μιας ομάδας προϊόντων. Και εδώ ήταν δυνατόν οι πληρωμές να υπολογιστούν σε χαλκό (1 ντέμπεν =91 γρ.) και να πραγμα­τοποιηθούν ή σε χαλκό ή σε συνδυασμό με άλλα προϊόντα.



Αν και η Αίγυπτος δε διέθετε άργυρο, ήταν δυνατόν να γίνουν αγορές και με πολύτιμα μέταλλα όπως χρυσό και άργυρο. Έχουν βρεθεί θησαυροί με ράβδους, δαχτυλίδια, σύρμα κ.λπ. από αυτά τα πολύτιμα μέταλλα.



Τα μέταλλα, άργυρος, χρυσός, αλλά και σίδηρος και χαλκός, χρησιμοποιήθηκαν σε κομμάτια ακατέργαστα, σε ράβδους, ορθογώνια σχήματα, με τη μορφή λεπτού σύρματος ή ακόμα και ολόκληρα μεταλλικά χρη­στικά αντικείμενα, όπως τρίποδες, λέβητες, πελέκεις: σκεύη – νομίσμα­τα όπως τα ονόμασε ο Γάλλος ιστορικός και νομισματολόγος Theodore Reinach.



Οι ιδιότητες του μετάλλου κάλυπταν βασικές αδυναμίες του προηγούμενου συστήματος ανταλλαγής προϊόντων. Τα μέταλλα ήταν ανθεκτικότερα, λιγότερο ογκώδη, διαιρούνταν σε κομμάτια μικρότερης αξίας, μεταφέρονταν πιο εύκολα και δεν φθείρονταν. Η αξία τους ήταν ανάλογη με το βάρος τους και υπολογιζόταν με το ζύγισμα.









Τάλαντα που βρέθηκαν στις Μυκήνες, χρησιμοποιήθηκαν κατά το 16ο - 14ο π. Χ.





Στον Ελλαδικό χώρο από τη 2η χιλιετία π.Χ. φαίνεται να χρησιμο­ποιούνται ως μέσο συναλλαγής τα τάλαντα, δηλαδή πλάκες μετάλ­λου που το σχήμα τους, για πολλούς μελετητές, αναπαράγει αυτό της τεντωμένης δοράς βοδιού και για άλλους ήταν πιο πρακτικό στη μετα­φορά. Τάλαντα έχουν βρεθεί σε διάφορες περιοχές της Μεσογειακής λεκάνης, στα νότια παράλια της Μ. Ασίας, στη Σαρδηνία, στην Κύπρο, στις Μυκήνες, στην Κύμη, στην Κρήτη και σε άλλα νησιά του Αιγαίου.







Τα πρώτα νομίσματα













Οβελός (Φείδων, 7ος αι. π.χ.)

Στα τέλη του 8ου και τις αρχές του 7ου π.Χ. αιώνα, ένα ακόμα χρηστικό αντικεί­μενο, ο σιδερένιος οβελός (σούβλα ψησίμα­τος) χρησιμοποιήθηκε ως μέσο συναλλαγής. Έξι οβελοί, όσοι δηλαδή χωράει να κρατή­σει η παλάμη του ανθρώπου, είχαν αξία μιας δραχμής (δράττομαι = κρατώ, δράξ = παλάμη > δραχμή).



* [Η χρήση των οβελών. Ο οβελός ως μέσο συναλλαγής, αποδίδεται από ορισμένους μελετητές στο βασιλιά του Άργους Φείδωνα. Αυτός ήταν που καθιέρωσε τη χρήση του μετάλλου ως νομίσματος με τη μορφή οβελών.



Η χρήση των οβελών ήταν ευρύτατα διαδεδομένη για πρακτικούς λόγους και γι' αυτό επικράτησαν αμέσως και ως μέσο συναλλαγής. Ήταν ταυτόχρονα όργανα με χρήση πρακτική, αφού χρησίμευαν για το ψήσιμο των ζώων, αλλά και νομισματική, εφόσον αναπλήρωναν με επιτυχία τα προηγούμενα μέσα συναλλαγής. Το πάχος κάθε οβελού ήταν τόσο λεπτό, ώστε στο ένα του χέρι ήταν δυνατό να κρατήσει κανείς 6 οβελούς συγχρόνως. Από το «δράττω - δραξ» (= αδράχνω, πιάνω, κρατώ) προήλθε και η λέξη «δραχμή», που εξακολούθησε επί τόσους αιώνες να είναι η νομισματική μονάδα των Ελλήνων.



Στο νομισματικό μουσείο της Αθήνας φυλάσσεται το περίφημο αφιέρωμα οβελών του βασιλιά του Άργους Φείδωνα, όπως πιστεύουν ορισμένοι ερευνητές, προς τη θεά Ήρα. Οι οβελοί αυτοί βρέθηκαν κατά τη διάρκεια των αμερικανικών ανασκαφών στο ιερό του αρχαίου Ηραίου του Άργους το 1894. Παρόμοιοι οβελοί έχουν βρεθεί και σε δυο αρχαίους τάφους μέσα στην πόλη του Άργους και φυλάσσονται στο αρχαιολογικό μουσείο της πόλης. Η χρήση των οβελών ως μέ­σων συναλλαγής συνεχίστηκε και στους επόμενους αιώνες, ενώ ο όρος δραχμή επιβίωσε ως την εποχή μας].



Ο Αριστοτέλης αναφέρει : ”ότι τον καιρό του έβλεπε κανείς στον ναό της Ήρας του Άργους μετάλλινους οβελίσκους, που ο βασιλεύς Φείδων αφιέρωσε άλλοτε. Δεν ήσαν παρά δείγματα πού χρησίμευαν για την ανταλλαγή, πριν αντικατασταθούν από τα αργυρά νομίσματα, τις χελώνες. Ο Φείδων τα εκρέμασε στο τοίχωμα, σαν ιερά λείψανα, προς μαρτυρίαν σεβασμού και εθίμων”.





Η επινόηση του νομίσματος ήταν θέμα χρόνου. Η εμπειρία του μετάλλου στις συναλλαγές και η τυποποίησή του σε διάφορα σχήματα οδήγησαν εύκολα στο νόμισμα. Το μικρό του μέγεθος επέτρεπε την εύκολη μεταφορά του. Σφραγισμένο από την υπεύθυνη αρχή, η αξία του ήταν συγκεκριμένη και δεν υπήρχε πια η ανά­γκη του ζυγίσματος. Η γενικευμένη χρή­ση όμως του νομίσματος διαδόθηκε αρ­γά.



Τα πρώτα νομίσματα κόπηκαν στο βα­σίλειο της Λυδίας και στις ελληνικές πό­λεις της Μικράς Ασίας, στην Ιωνία, περι­οχές αναπτυγμένες εμπορικά και οικονο­μικά, στα τέλη του 7ου π.Χ. αιώνα. Το υλι­κό τους ήταν ο ήλεκτρος, κράμα χρυσού και αργύρου. Το σχήμα τους ήταν ωοει­δές και στη μία πλευρά είχαν ακανόνι­στα βαθουλώματα.



Το «θησαυρό» που βρέθηκε στα θεμέ­λια του ναού της Αρτέμιδος στην Έφεσο το 1904/5 αποτελούσαν νομίσματα από ήλεκτρο, αλλά και κοσμήματα και άλλα πολύτιμα αντικείμενα. Ο θησαυρός περιείχε νομίσματα από πόλεις της Λυδίας αλλά και ελληνικές των παραλίων της Μικράς Ασίας. Η απόκρυψη θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε μεταξύ 600-560 π.Χ. Το εύρημα αυτό βοήθησε στη χρονολόγηση των πρώτων νομισμάτων. Τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου γρήγορα έκοψαν ανάλογα νομίσματα.





Τα νομίσματα των ελληνικών πόλεων – κρατών







Αίγινα – Κόρινθος – Αθήνα







Στον αρχαίο ελληνικό κόσμο τα νομίσματα εκδίδονταν από τις πόλεις-κράτη. Αυτές, ανεξάρτητα από την έκταση και τη δύνα­μή τους, είχαν αυτόνομη οικονομία και διαφορετικό νόμισμα η κάθε μία, που ξεχώριζε από τους τύπους του. Η κάθε πόλη απεικόνιζε στα νομίσματά της παραστάσεις οικείες στους πολίτες της, που προέρχονταν από την ιστορία της, τη μυθολογία της, τα χαρα­κτηριστικά προϊόντα της. Έκοβαν κυρίως αργυρά νομίσματα, λιγότερα χρυσά και από τον 4ο αι. π.Χ. πολλά χαλκά. Πολύ σπάνια χρησιμοποιούσαν το σίδηρο και άλλα κράματα. Η Αίγινα, η Κόρινθος και η Αθήνα έκοψαν τα πρώτα αργυρά ελληνικά νομίσματα και διέδωσαν τη χρήση του νομίσματος στον υπό­λοιπο τότε γνωστό κόσμο.



Η Αίγινα πρώτη, λίγο πριν από τα μέσα του 6ου αι. π.Χ., εξέδωσε στατήρες με παράσταση θαλάσσιας χελώνας στην πρόσθια όψη και έγκοιλο, μοιρασμένο σε ακανόνιστα διάχωρα, στην άλλη. Τα νομί­σματα* της Αίγινας -γνωστά ως χελώναι- κυκλοφόρησαν στις περισ­σότερες περιοχές του Ελλαδικού χώρου. Βρέθηκαν όμως και στην Περσία, την Αίγυπτο και την Κάτω Ιταλία. Η αντικατάσταση της θαλάσσιας χελώνας από τη χερσαία και η χάραξη των αρχικών της πόλης αποτελούν τα χαρακτηριστικά της αλλαγής που συντελέστη­κε το 446 π.Χ., λίγο πριν από τον Πελοποννησιακό πόλεμο, και σηματοδοτεί το τέλος της κυριαρχίας της Αίγινας στη θάλασσα.



* [Σημείωση βιβλιοθήκης: Στο Πάριο χρονικό αναφέρονται τα εξής: ΑΦ’ ΟΥ Φ[ΕΙ]ΔΩΝ Ο ΑΡΓΕΙΟΣ ΕΔΗΜΕΥΣ[Ε ΤΑ] ΜΕΤ[ΡΑ ΚΑΙ ΣΤ]ΑΘΜΑ ΚΑΤΕΣΚΕΥΑΣΕ ΚΑΙ ΝΟΜΙΣΜΑ ΑΡΓΥΡΟΥΝ ΕΝ ΑΙΓΙΝΗι ΕΠΟΙΗΣΕΝ, ΕΝΔΕΚΑΤΟΣ ΩΝ ΑΦ’ ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ, ΕΤΗ ΓΗΔΔΔΙ, ΒΑΣΙΛΕΥΟΝΤΟΣ ΑΘΗΝΩΝ [ΦΕΡΕΚΛ]ΕΙΟΥΣ….. = σε νέα ελληνική: Όταν ο Φείδων ο Αργείος κοινοποίησε τα μέτρα και σταθμά κατασκεύασε αργυρό νόμισμα που το έφτιαξε στην Αίγινα, έγινε 11ος από τον Ηρακλή, έτος ΓΗΔΔΔΙ = 631, όταν ο Φερέκλειος βασίλευε στην Αθήνα].









Αργυρός στατήρας Αίγινας (480 π.χ.)





Η Κόρινθος επίσης έκοψε στατήρες στα μέσα περίπου του 6ου αι. π.Χ., που αντα­νακλούν την εμπορική και οικονομική της ανάπτυξη. Η κυκλοφορία των πρώτων Κορινθιακών στατήρων ήταν τοπικά περιορι­σμένη, η ανεύρεσή τους όμως σε «θη­σαυρούς» στις αποικίες της στη Μεγάλη Ελλάδα δηλώνει τη μεγάλη τους διάδοση.





Αργυρό τρίδραχμον Κορίνθου, περ. 390 π.Χ.

Η νομισματική παραγωγή της Κορίνθου, ύστερα από κάμψη που σημείωσε την περίοδο του Πελοποννησιακού πολέμου – λόγω έλλειψης της πρώτης ύλης, του αρ­γύρου, που προμηθευόταν από την Αθή­να – παρουσίασε θεαματική αύξηση στις αρχές του 4ου αι. π.Χ. Οι τύποι των κοριν­θιακών νομισμάτων εμπνέονται από τη μυθολογία και την τοπική ιστορία: ο Πήγα­σος, το φτερωτό άλογο που δάμασε ο κο­ρίνθιος ήρωας Βελλερεφόντης με τη βοή­θεια της θεάς Αθηνάς, αποτυπώνεται στην πρόσθια όψη τους — σ’ αυτόν αναφέρεται και η αρχαία ονομασία τους: πώλοι (που­λάρια).



Γύρω στα τέλη του 6ου αι. π.Χ., καθιερώνεται η κεφαλή της Αθηνάς Χαλινίτιδος στην οπίσθια όψη. Τους ίδιους τύ­πους παρουσιάζουν και τα νομίσματα ορισμένων αποικιών της Κορίνθου, κατά τον 5ο και 4ο αι. π.Χ., όπως η Λευκάδα, η Αμβρακία κ.ά.



Η Αθήνα ύστερα από τις πρώτες της νομισματικές απόπειρες, τα λεγόμενα εραλδικά νομίσματα (Wappenmunzen), από τα τέλη του 6ου αι. π.Χ. εγκαινίασε την έκδοση των αργυρών τετραδράχμων. Τα νομίσματα αυτά είναι τα πρώτα που εξαπλώθηκαν και διαδόθηκαν στον αρχαίο κόσμο, στον οποίο έγιναν γνωστά ως «γλαύκες», από την παράσταση της κουκουβάγιας στην οπίσθια όψη τους. Στην πρόσθια εικονίζεται η κεφαλή της θεάς Αθηνάς, προστάτιδας της πόλης. Με τις παραστάσεις αυτές εκδίδονταν τα αθηναϊκά νομίσματα μέχρι τον 1ο αι. π.Χ., οπότε χρονολογούνται τα τελευταία τετράδραχμα «νέας τεχνοτροπίας». Το διεθνές αυτό νόμισμα απομιμήθηκαν, λόγω της δύναμής του, στην Αίγυπτο, την Παλαιστίνη, την Αραβία, τη Βαβυλωνία, την Λυκία και αλλού.



Η νομισματοκοπία των Αθηνών







Από τον 6ο αιώνα π.Χ. έως τον 3ο αιώνα μ.Χ. η Αθήνα έκοψε νομίσματα κυρίως σε άργυρο, αργότερα και σε χαλκό, ενώ σε δυο περιστάσεις εκτάκτου ανάγκης εξέδωσε και χρυσά νομίσματα. Το αργυρά αθηναϊκά τετράδραχμα κυκλοφόρησαν από την Ιταλία έως το Αφγανιστάν και ήταν ένα από τα ισχυρότερα και μακρο­βιότερα νομίσματα του αρχαίου ελληνικού κόσμου. Οι πρώτες νομισματικές εκδόσεις των Αθηνών, από τα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ. κ.ε., απεικονίζουν διάφορα θέματα, όπως γλαύκα, ίππο, ταυροκεφαλή, τροχό, γοργόνειο κ.ά. Τα νομίσμα­τα αυτά ονομάστηκαν «εραλδικά» (Wappenmunzen) καθώς παλαιότεροι μελετητές θεώρησαν ότι έφεραν εμβλήματα αριστοκρατικών οικογενειών της Αθήνας. Πιθανότερο είναι όμως η θεματολογία να σχετίζεται με θρη­σκευτικές και αθλητικές δραστηριότητες όπως οι γιορτές των Παναθηναίων.









Αργυρό τετράδραχμον Αθηνών (440 - 420 π.χ.)





Με την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας παγιώ­θηκαν οι παραστάσεις των αθη­ναϊκών νομισμάτων. Για τους επόμενους πέντε αιώνες η πλειονότητα των αττικών κοπών φέρει την κεφαλή της θεάς Αθη­νάς, προστάτιδας της πόλης, και στην άλλη όψη τη γλαύκα, το ιερό σύμβολο της θεάς, με την επιγραφή ΑΘΕ, τα αρ­χικά γράμματα της λέξης Αθηναίων. Από επιγραφές και πηγές σώζονται απο­σπασματικές πληροφορίες για τιμές και μισθούς στην αρχαία Αθήνα.



Στα τέλη του 5ου αι. π.Χ. ένας ξυλουργός ή λιθοτεχνίτης έπαιρνε για εργασία στο Ερέχθειο μία αργυρή δραχμή την ημέρα. Την ίδια εποχή το ημερομί­σθιο ενός στρατιώτη ή ναύτη κυμαινόταν από τρεις οβολούς έως έξι οβολούς (που ισούνταν με μία δραχμή). Αργότερα, λίγο πριν από το 330 π.Χ. ένας αττικός μέδιμνος σιταριού (δηλ. περίπου52,18 λίτρα ή40,38 κιλά) στην Αθήνα κόστιζε πέντε δραχμές.













Αργυρό τετράδραχμον Αθηνών (β΄ όψη)





Η εκμετάλλευση των αργυροφόρων κοιτασμάτων των μεταλλείων του Λαυρίου στην Αττική θα δώσει σημαντικό πλεονέκτημα στην Αθήνα για να προωθήσει τη νομισματική της παραγωγή. Τα αργυρά αθηναϊκά τετράδραχμα θα κυκλοφορήσουν ευρύτατα στον κλασικό κόσμο και θα γνωρίσουν λόγω της αποδοχής τους πολλές απομι­μήσεις, ιδίως στο χώρο της Ανατολής τον 4ο αιώνα π.Χ. (Λυκία, Παλαιστίνη, Αίγυπτος κ.ά.). Η τύχη της πόλης συχνά αντικατο­πτρίζεται στα νομίσματά της, με χαρακτηριστική περίπτωση αυτή της έκδοσης κερμάτων με αργυρό περίβλημα και χάλ­κινο πυρήνα. Πρόκειται για τα πονηρά χαλκία που ανα­φέρει ο Αριστοφάνης και τα οποία συνιστούν μια κοπή εκτάκτου ανάγκης στο τέλος του Πελοποννησιακού Πο­λέμου (406/5 π.Χ.).



Σε άλλη περίσταση πάλι, γύρω στο 295 π.Χ., ο τύραννος Λαχάρης θα αναγκαστεί μέσα στην πολιορκημένη πόλη να απογυμνώσει το χρυσελεφάντινο άγαλμα της θεάς και να προβεί στην κοπή χρυσών νομισμάτων, για την πληρωμή μισθοφόρων. Το 2ο αιώνα π.Χ. το αθηναϊκό νόμισμα θα γνωρίσει μία δεύ­τερη ακμή με μια νέα σειρά αργυρών νομισμάτων πρόκειται για τα λεγόμενα τετράδραχμα «Νέας Τεχνοτροπίας». Τα συγκεκρι­μένα νομίσματα παρουσιάζουν τη γλαύκα πάνω σε αμφορέα, ενώ την όλη παράσταση περιβάλλει στεφάνι ελιάς — στοιχείο που έδωσε και τη χαρακτηριστική ονομασία στεφανηφόρα που απαντά σε πλήθος επιγραφών.



Με την παραχώρηση της Δήλου από τους Ρωμαίους το 166 π.Χ. η Αθήνα θα αποκτήσει ένα σημαντικό λιμάνι, το οποίο θα της επιτρέψει να διαδώσει πάλι τη νομισματοκοπία της και να εξυπη­ρετήσει τόσο τα δικά της όσο και τα ρωμαϊκά συμφέροντα. Η αθηναϊκή νομισματική παραγωγή παρουσιάζει ποικιλία υποδιαιρέ­σεων όπως τετράδραχμα, δραχμές, τριώβολα, οβολούς, ημιωβόλια κ.λπ., γεγονός που δείχνει την προσπάθεια εκχρηματισμού της αττι­κής κοινωνίας και στις καθημερινές συναλλαγές. Στο πνεύμα των καιρών, ανάλογη πρακτική συνιστά και η κοπή χάλκινων νομισμάτων, από τον 4ο αιώνα π.Χ. κ.ε., με πληθώρα νέων εικονογραφικών τύπων.







Δεκάδραχμον Αθηνών







Το αθηναϊκό δεκάδραχμο είναι από τα σπα­νιότερα νομίσματα του αρχαίου κόσμου. Τα βαριά αυτά νομίσματα ζύγιζαν περίπου 43 γραμμάρια και ισοδυναμούσαν με 10 αθη­ναϊκές δραχμές. Ξεχωρίζουν από τη χαρα­κτηριστική πίσω πλευρά τους όπου η γλαύκα εικονίζεται μετωπική. Η Αθήνα σε μια μόνο περίσταση προχώρη­σε στην έκδοση δεκαδράχμων. Τα νομίσμα­τα αυτά είχαν συνδεθεί αρχικά από τους μελετητές με την ανακάλυψη μιας νέας φλέβας αργύρου στο Λαύ­ριο (483 π.Χ.) ή με τους Περσικούς Πολέμους ως επινίκια κοπή (479 π.Χ.). Η νεώτερη έρευνα κατέδειξε ότι τα δεκάδραχμα συνι­στούν σειρά ενταγμένη στην αθηναϊκή νομισματική παραγωγή και η οποία πρέπει να χρονολογηθεί υστερότερα.



Η κοπή πιθανότατα εκδόθηκε μετά από τη μεγάλη νίκη του Κίμωνα στον Ευρυμέδοντα Ποταμό (466 π.Χ.) και εκτός από μάλλον αναμνηστικό χαρακτήρα είχε και κάποια διάρκεια στον χρόνο. Μέχρι πριν από λίγα χρόνια υπήρχαν μόλις ένδεκα αθηναϊκά δεκά­δραχμα· ακόμη και σήμερα η σπανιότητα των συγκεκριμένων νομισμάτων παραμένει μεγάλη καθώς τα γνωστά τεμάχια είναι γύρω στα σαράντα. Το 1999 με την ευγενική χορηγία ενός ανώνυμου δωρητή το Νομισματικό Μουσείο κατόρθω­σε να αποκτήσει ένα σπανιότατο λαμπρό δείγμα της αθηναϊκής νομισματοκοπίας. Πέραν της αίσιας επιστροφής του στην εκδότρια πόλη —και έδρα του Μουσείου ταυτοχρόνως— το πολύτιμο απόκτημα έχει επιπλέον ιδιάζουσα σημασία, καθώς η πίσω πλευρά του με τη γλαύκα αποτέλεσε από τις αρχές του 20ού αιώνα πηγή έμπνευσης για το έμβλημα του Νομισματικού Μουσείου.







Τα νομίσματα των ελληνικών αποικιών στην Κάτω Ιταλία και τη Σικελία







Οι ελληνικές αποικίες στην Κάτω Ιταλία άρχισαν να κόβουν νομίσματα μετά τα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ. Οι πρώτες κοπές χαρακτηρίζονται από την ιδιάζουσα κοιλόκυρτη τεχνική χάραξης των τύπων. Στα νομί­σματα αυτά παρατηρούμε ότι η σχεδόν όμοια παράσταση και των δυο όψεων προ­βάλλει έκτυπη στην πρόσθια και πρόστυπη στην οπίσθια όψη. Η ιδιόρυθμη αυτή νομισματοκοπία γνώρισε μεγάλη άνθηση στο τε­λευταίο τέταρτο του 6ου αιώνα και υιοθετήθηκε από όλα τα κατωιταλικά νομισματοκο­πεία.



Όταν εγκαταλείπεται η κοιλόκυρτη τεχνική, οι κοπές χαρακτηρίζονται από μεγα­λύτερη ποικιλία εικονογραφικών τύπων. Η εικονογραφία αυτή δεν ξεφεύγει από τη φιλο­σοφία των πρώτων ιταλικών νομισμάτων: αναφέρεται άλλοτε στην πηγή πλούτου και άλλοτε στην προστάτιδα θεότητα της εκδότριας πόλης. Χαρακτηριστι­κό παράδειγμα της πρώτης κατηγο­ρίας αποτελούν οι στατήρες του Μεταποντίου, μίας από τις αποικίες των Αχαιών, όπου απεικονίζεται το στάχυ. Η δεύτερη περίπτωση πα­ρουσιάζεται στις κοπές της σπαρτια­τικής αποικίας του Τάραντα, όπου απεικονίζεται ένας έφηβος πάνω σε δελφίνι. Πρόκειται κατά μία ερμη­νεία για τον Φάλανθο, τον ιδρυτή της πόλεως για τον οποίο υπάρχει η παράδοση ότι διασώθηκε στη ράχη ενός δελφινιού.









Αργυρό δεκάδραχμον Συρακουσών, περ. 395 π.Χ.





Άλλη άποψη ταυτί­ζει τη μορφή με τον οικιστή ήρωα Τάραντα, που ήταν γιος του Πο­σειδώνα. Οι αποικίες στη Σικελία άρχισαν να κόβουν νομίσματα από το β’ μι­σό του 6ου αιώνα π.Χ. Οι Συρα­κούσες, αποικία της Κορίνθου, ήταν η πιο σημαντική πόλη του νησιού με σπουδαία νομισματοκοπία. Η πρόσθια όψη των τετραδράχμων των Συρακουσών φέρει τέθριππο άρμα και Νίκη που υπερίπταται, ενώ την άλλη όψη των κοπών αυτών κοσμεί η κεφαλή της τοπικής νύμφης Αρέθουσας. Οι νομισματικοί τύποι των Συρακουσών επη­ρέασαν και άλλες σικελικές πόλεις, όπως για παράδειγμα τα τετράδραχμα της Μεσσήνης και της Γέλας.



Στη Σικελία εργάσθηκαν πολλοί σημαντικοί χαράκτες σφραγίδων κοπής νομισμάτων. Αυτό είναι εμφανές στα ίδια τα νομίσματα, καθώς ορισμένα που εκδόθηκαν κατά τον ύστερο 5ο και πρώιμο 4ο αιώνα π.Χ. θεωρούνται από τα πιο εντυπωσιακά του αρχαίου κόσμου από άποψη αισθητικής. Επιπλέον, οι ίδιοι οι χαράκτες αρχίζουν να υπογράφουν υπερήφανοι για τα έργα τους από το τελευταίο τέταρτο του 5ου αιώνα π.Χ. και εξής. Συγκριτικά, ανάμεσα στο πλήθος των νομισμάτων που κόπηκαν στους αρχαίους χρόνους και που είναι δυνατόν να θεωρηθούν αριστουργήματα μικροτεχνίας, ελάχιστα είναι εκείνα που αναγράφουν το όνομα του καλλιτέχνη, αφού οι χαράκτες κρατούσαν την ανωνυμία.



Εξαίρετο παράδειγμα της καινοτομίας αυτής βλέπουμε σε ένα δεκάδραχμο των Συρακουσών, στην οπίσθια όψη του οποίου, κάτω από το λαιμό της Αρέθουσας διαβάζουμε το όνομα του φημισμένου χαράκτη Ευαίνετου. Η επίδραση των μεγάλων χαρακτών της Σικελίας διαδόθηκε σε πολλές κοπές περιοχών της μητροπολιτικής Ελλάδας (Θεσσαλία, Αμφίπολη, Ρόδος κ.ά.) και της νότιας Μικράς Ασίας (Λυκία, Κιλικία).







Τα νομίσματα των ελληνικών αποικιών στη Μ. Ασία, την Προποντίδα και τον Εύξεινο Πόντο







Ο χώρος της Μικράς Ασίας απο­τέλεσε το γενέθλιο λίκνο του νομίσματος κατά τον ύστερο 7ο αι­ώνα π.Χ. και οι εκεί ελληνικές πόλεις παρήγαγαν στο πέρασμα των αιώ­νων μερικά από τα πλέον εξαιρετικά δείγματα νομισματοκοπίας. Τα πρώ­τα νομίσματα κόπηκαν σε ήλεκτρο. Σύντομα η πρακτική αυτή εγκαταλεί­φθηκε κατά τη διάρκεια του 6ου αιώ­να και παγιώθηκε η χρήση του αργύ­ρου, με εξαίρεση τις πόλεις της Κυζίκου, της Λαμψάκου, της Φωκαίας, της Μυτιλήνης και της Χίου που συ­νέχισαν και αργότερα να εκδίδουν νομίσματα ηλέκτρου.





Αργυρό τρετράδραχμον Εφέσου, περ. 370-350 π.Χ.

Η νομισματοκοπία της Εφέσου συν­δέεται με τη λατρεία της Αρτέμιδος, της θεάς που κατεξοχήν λατρευόταν στην πόλη. Η μέλισσα, συχνή απει­κόνιση στην πρόσθια όψη των εφεσιακών νομισμάτων, ήταν σύμβολο της αρχαίας ασιατικής θεότητας της φύσης, την οποία οι Ίωνες ταύτισαν με την Άρτεμη. Έμβλημα της θεάς του κυνηγιού επίσης αποτελεί το ελά­φι, που εικονίζεται συνήθως στην άλ­λη όψη, ενώ ο φοίνικας δηλώνει το δέντρο κάτω από το οποίο σύμφωνα με τον μύθο γεννήθηκε η θεά.



Η ιωνική Φώκαια είναι γνωστή από πρώιμες κοπές της που φέ­ρουν ως εμπροσθότυπο μία φώ­κια, το λαλούν σύμβολον (εικονι­στική απόδοση του ονόματος) της πόλεως. Γρήγορα εξελίχθηκε σε σημαντικό νομισματοκοπείο, όπου για δύο περίπου αιώνες (6ο – 4ος αιώνας π.Χ.) επικράτησε η έκδοση μικρών κερμάτων από ήλεκτρο, ίσων με το 1/6 (έκτη) του στατήρα που φέρει κεφαλή νύμφης. Από τη νομισματική παραγωγή της Φωκαίας αξίζει να μνημονευθεί η περίσταση της εμπορικής σύμπρα­ξης με τη γειτονική Μυτιλήνη, όταν γύρω στα 394-390 π.Χ. απο­φασίστηκε η κοπή νομισμάτων εκ περιτροπής και η από κοινού λήψη μέτρων κατά των παραχαρακτών.



Η Κύζικος, αποικία της Μιλήτου στην Προποντίδα, εξέδιδε επί μακρόν στατήρες και υποδιαιρέσεις από ήλεκτρο. Χαρακτηριστικό εικονογραφικό στοιχείο που συνοδεύει την παράσταση της πρόσθιας πλευράς αποτελεί ο θύννος, το ψάρι γνωστό σήμερα ως τόνος. Συχνά ο τόνος λειτουργεί ως γραμμή εδάφους, όπως για παράδειγμα σε κυζικηνό νόμισμα όπου παριστάνεται Ηρακλής· παρομοίως σε κυζικηνές κοπές που φέρουν κεφαλή Αθηνάς, ο τόνος εμφανίζεται στο σημείο τομής του λαιμού. Η εμβληματική παρουσία του ψαριού αυτού συνδέεται με τη θέση της πόλης που συνιστούσε πέρασμα για αγέλες τόνων και συνακόλουθα καίριο σημείο για την αλίευση και την εμπορία ενός ιδιαίτερα προσοδοφόρου είδους διατροφής.



Η πόλη Ιστρία ή Ίστρος είχε ιδρυ­θεί κοντά στο δέλτα του Δούναβη από Μιλησίους αποίκους γύρω στο 625 π.Χ. Τα νομίσματα της πόλεως φέρουν στην πίσω πλευρά θαλάσ­σιο αετό πάνω σε δελφίνι. Την πρό­σθια όψη των εκδόσεων της Ιστρίας, κοσμούν δυο εκφραστικά ανδρι­κά κεφάλια, τοποθετημένα σε αντί­θετο άξονα: ίσως αποδίδουν τους Διοσκούρους, η λατρεία των οποίων ήταν διαδεδομένη στα παράλια του Ευξείνου. Κατά μια άλλη ερμηνεία οι δυο αντίρροπες κεφαλές συμβολίζουν τα δυο αντίθετα στόμια του Δούναβη, για τον οποίο πιστευόταν για μια περίοδο ότι εξέβαλλε τόσο στη Μαύρη Θάλασσα όσο και στην Αδριατική.



Η Ολβία, άλλη μια μιλησιακή αποικία, ιδρύθηκε γύρω στο 600 π.Χ. σε καίριο σημείο των παραλίων της σημερινής Ουκρανίας. Η πόλη ήταν για αιώνες σημαντικό εμπορικό κέντρο, γεγονός που εναρμο­νίζεται με την ευδαιμονία που υπονοεί το όνομά της. Η νομισματι­κή παραγωγή της Ολβίας παρουσιάζει ιδιοτυπίες. Τον 5ο αιώνα π.Χ. οι Ολβιοπολίτες εξέδωσαν δελφινόσχημα χάλκινα νομίσματα. Έχει προταθεί η σύνδεση του δελφινιού ως συμβόλου με την τοπι­κή λατρεία του Απόλλωνος, αλλά η ερμηνεία της συγκεκριμένης νομισματικής σειράς παραμένει υπό συζήτηση. Κατά τον ύστερο 5ο και 4ο αιώνα π.Χ. η πόλη επιδόθηκε στην έκδοση χάλκινων χυτών νομισμάτων μεγάλου βάρους, πριν προχωρήσει στην κοπή παιστών νομισμάτων, δηλ. κερμάτων προερχόμενων από χτύπημα μεταξύ σφραγίδων (παιστά).



Άποικοι από τη Μίλητο είχαν ιδρύσει και το Παντικάπαιον στις αρχές του 6ου αιώνα π.Χ. Κατέχοντας στρατηγική θέση στη χερσόνησο της Κριμαίας η πόλη αυτή θα ακμάσει στο διάβα των αιώνων. Οι χρυσοί στατήρες του Παντικαπαίου χρονολογούνται από τα μέσα του 4ου αιώνα και αποτελούν έξοχα δείγματα μικρογλυφίας. Στην πρόσθια όψη τους παριστάνεται η κεφαλή του Πάνα, του θεού που ήταν άμεσα συνδεδεμένος με το όνομα της πόλης, ενώ την άλλη πλευρά κοσμεί γρύπας.





Τα νομίσματα των βασιλέων: Φίλιππος Β’









Αργυρό τετράδραχμον Φιλίππου Β, 355-349 π.Χ.

Μια νέα εποχή στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική δομή του αρχαίου κόσμου σηματοδοτήθηκε με το Φίλιππο Β’, βασιλιά της Μακεδονίας. Από το 359 ως το 336 π.Χ. κατόρθωσε να επεκτείνει τα όρια του κράτους του και να το καταστήσει τη σπουδαιότερη δύναμη στον ελλαδικό χώρο. Έχοντας τον έλεγχο μεταλλείων στη Μακεδονία και τη Θράκη, ιδι­αίτερα τα μεταλλεία χρυσού και αργύρου στην περιοχή του Παγ­γαίου, ο Φίλιππος ήταν σε θέση να εκδόσει νομίσματα σε μεγαλύ­τερες ποσότητες από ότι όλοι οι προκάτοχοί του και να ξεπεράσει τα έσοδα κάθε ελληνικής πόλης – κράτους, με εξαίρεση ίσως την Αθή­να.



Ο Φίλιππος εξέδωσε νομίσματα και στα τρία μέταλλα, το χρυσό, τον άργυρο και το χαλκό. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του συστήματός του ήταν ότι για τα νομίσματα από πολύ­τιμο μέταλλο ακολουθήθηκαν δυο διαφορετικοί σταθμητικοί κανόνες. Ο άργυρος κοβόταν καθόλη τη δι­άρκεια της βασιλείας του Φιλίππου ακολουθώντας ένα τοπικό σταθμητικό κανόνα, τον οποίο εφάρμοζαν για τις αργυρές νομισματοκοπίες τους το Κοινό των Χαλκιδέων με έδρα την Όλυνθο, η Άκανθος στην ανατολική ακτή της Χαλκιδικής, και η Αμφίπολη κοντά στις εκβολές του Στρυμόνα, όπου το τετράδραχμο είχε θεωρητι­κό βάρος 14,52 γραμ.









Αργυρό τετράδραχμον Δημητρίου Πολιορκητή Μακεδονίας (301-295 π.χ.)

Ως εμπροσθότυπος των αργυρών τετραδράχμων, επιλέχθηκε —για πρώτη φορά στα νομίσματα των βασιλέων της Μακεδονίας— το κεφάλι του Δία. Για την άλλη όψη επιλέχθηκαν δυο τύποι: ο έφιππος άνδρας, που σύμφωνα με κάποιες απόψεις είναι ο ίδιος ο Φίλιππος, και ο νεαρός ιππέας που κρατά κλαδί φοίνικα, και αποτελεί αναφορά στη νίκη του αλόγου του Φιλίππου στην Ολυ­μπιάδα του 356 π.Χ.



Η κοπή του χρυσού άρχισε γύρω στα 345 π.Χ., σύμφωνα με τον αττικό σταθμητικό κανόνα, όπου ο στατήρας είχε θεωρητικό βάρος 8,54 γραμμάρια. Στην πρόσθια όψη των στατήρων απεικονίζεται το κεφάλι του θεού Απόλλωνα, ενώ η παράσταση της πίσω πλευράς, ένα άρμα που το σέρνουν δυο άλογα, σχετίζεται με ανάλογη νίκη του Φιλίππου στους Ολυμπιακούς αγώνες.



Νομίσματα με τους τύπους και το όνομα του Φιλίππου συνέχισαν να εκδίδονται και μετά το θάνατό του το 336 π.Χ. και κυκλοφόρη­σαν ευρέως στον ελλαδικό χώρο, τη Μικρά Ασία και τα Βαλκάνια. Οι χρυσοί στατήρες και τα αργυρά τετράδραχμα, που διείσδυσαν στην Ευρώπη μέσω των Βαλ­κανίων, έγιναν σταδιακά αντικείμενο μίμησης από τους κελτικούς λαούς κατά μήκος του Δούναβη και οι απομιμήσεις αυτές επηρέα­σαν με τη σειρά τους τα νομίσματα της Γαλατίας και της Βρετανίας κατά τον 1ο αιώνα π.Χ.







Μέγας Αλέξανδρος







Ο Μέγας Αλέξανδρος βασίλεψε από το 336 ως το 323 π.Χ. Συνέχισε το έργο του πατέρα του Φιλίππου Β’ και δημιούργησε μια τεράστια αυτοκρατο­ρία, που εκτεινόταν από τη Μακεδονία μέχρι τα βάθη της Ανατολής. Η ρευστοποίηση μέρους από τα αμύθητα πλούτη των Αχαιμενιδών, που περιήλθαν στην κατοχή του, επέφερε σημαντικές αλλαγές στις οικονομικές συνήθειες του ελληνικού κόσμου.



Ο Αλέξανδρος εφάρμοσε ενιαία νομισματική πολιτική στο αχανές κράτος. Επέβαλε την έκδοση των ίδιων τύπων από πολλά συγχρόνως νομισματοκοπεία ενώ για τα νομίσματά του σε ευγενή μέταλλα ακολούθησε τον αθη­ναϊκό σταθμητικό κανόνα που ήταν ευρύτατα αποδεκτός την εποχή εκείνη. Εντυπωσιακές ποσότητες αργυρών και χρυσών αλεξάνδρειων κοπών κατέκλυσαν τις αγορές της Ανατολικής Μεσογείου, και σε αυτό συνέβαλε και η επιστροφή των παλαιμάχων και των μισθοφόρων του Αλεξάνδρου στις πατρίδες τους.









Αργυρό τετράδραχμον Αλεξάνδρου Γ΄, 323-320 π.Χ. (μεταθανάτια κοπή).





Στην πρόσθια όψη των χρυσών στατήρων, απεικονίζεται η κεφαλή της θεάς Αθηνάς με κορινθιακό κράνος, πιθανόν εμπνευσμένη από το κολοσσιαίο χάλκινο άγαλμα της Αθηνάς Προμάχου του Φειδία στην Ακρόπολη. Η οπίσθια όψη αυτών των νομισμάτων φέρει την καθαρά συμβολική παράσταση της Νίκης και προβάλει την ιδέα ότι η Νίκη αποτελεί μια από τις ιδιότητες του Μακεδόνα βασιλιά.



Το κεφάλι του Ηρακλή, μυθικού προγόνου του βασιλικού οίκου της Μακεδονίας, επιλέγεται ως εμπροσθότυπος των αργυρών και χάλ­κινων κοπών. Ο Δίας καθισμένος σε θρόνο να κρατά αετό και σκή­πτρο απεικονίζεται στις αργυρές κοπές, όπως τετράδραχμα, δραχ­μές αλλά και δεκάδραχμα. Οι συγκεκριμένοι τύποι είχαν γενική παραδοχή από τους Έλληνες. Ταυτόχρονα ήταν αποδεκτοί και από τους λαούς της Ανατολής οι οποίοι έβλεπαν σε αυτούς τους δικούς τους θεούς, όπως τον Βάαλ στη μορφή του Διός και τον Μελκάρτ ή τον Γκιλγκαμές στο πρόσωπο του Ηρακλή.



Νομίσματα με τους τύπους και το όνομα του Αλεξάνδρου συνέχισαν να παράγονται και να κυκλοφορούν μετά το θάνατο του βασιλιά από τους Διαδόχους, τους Επιγόνους και πολλές πόλεις μέχρι και το 2ο αιώνα π.Χ. Ενδεικτικό της αποδοχής των αργυρών νομισμάτων του είναι το γεγονός ότι πλήθος απομιμήσεών τους εκδόθηκαν από διάφορους λαούς και ηγεμόνες στις παρυφές του ελληνιστικού κόσμου.







Συμμαχικά και Κοινά νομίσματα







Στη διάρκεια της ελληνικής αρχαιότητας συνάφθηκαν διάφορες στρατιωτικές συμμαχίες πόλεων ή εθνών, προ­κειμένου να αντιμετωπίσουν συλλογικά ένα προβλεπόμενο κίνδυνο (π.χ. Α’ Αθηναϊκή Συμμαχία) ή να απαλλαγούν από άλλης μορφής υποτέλεια, όπως η αθηναϊκή ηγεμονία, που προά­σπιζε τα αθηναϊκά κυρίως συμφέροντα με δυσβάστακτο για τους λοιπούς Έλληνες τρόπο. Σε ορισμένες περιπτώσεις το κοινό νόμι­σμα αποτελούσε μέρος της ενιαίας τακτικής της συμμαχίας. Επίσης ιδρύθηκαν Συμπολιτείες και Κοινά, πολιτικό-στρατιωτικές και πολιτειακές ενώσεις των πόλεων σε διάφορες περιοχές, που μεταξύ των άλλων κοινής αποδοχής δεσμεύσεων, ήταν η έκδοση κοινού νομίσματος. Οι κοπές αυτές χαρακτηρίζονταν από περιορι­σμένη και τοπική κυκλοφορία.



Ευβοϊκή Συμπολιτεία. Συστάθηκε και ανέπτυξε τοπικό ρόλο τον 4ο αιώνα π.Χ. Καταρχάς υπό την επιρροή της Θήβας εντάχθηκε στο μέτωπο εναντίον των Αθηναίων και στη συνέχεια, σε ρήξη πλέον με τη Θήβα, οδηγήθη­κε σε προσωρινή προσέγγιση με την Αθήνα. Οι νομισματικές εκδόσεις της Ευβοϊκής Συμπολιτείας έχουν ως κύριες παραστάσεις την κεφαλή της νύμφης Εύβοιας και το μοσχάρι, το οποίο αποτελούσε τη σπουδαιότερη πηγή πλούτου του τόπου, καθιστό ή όρθιο. Οι παραστά­σεις αυτές εναλλάσσονται στις δύο όψεις των νομισμά­των, ενώ το βάρος τους ακολουθεί αρχικά τον αιγινιτικό, στη συνέχεια τον αττικό σταθμητικό κανόνα, ανάλογα με τη σφαίρα επιρροής στην οποία βρισκόταν η Συμπολιτεία.



Κοινόν των Βοιωτών. Υπήρχε ήδη από τον 6ο αιώνα π.Χ. Η περίοδος της μεγαλύτερης ανάπτυξης του συμπίπτει με κείνη της θηβαϊκής ηγεμονίας, 378-362 π.Χ. Στην πρόσθια όψη των στατήρων κυριαρχεί η παράσταση της βοιωτικής ασπίδας, το εθνικό έμβλημα των Βοιωτών. Στην άλλη συνα­ντάται ποικιλία παραστάσεων, συνήθως αυτή του κρατήρα.



Δελφική Αμφικτυονία. (336/5-334 π.Χ.) Ο θρησκευτικός αυτός οργανισμός περιελάμβανε δώδεκα αντιπροσώπους ελληνικών πό­λεων, που ανέλαβαν την ευθύνη του ιερού για πολύ μικρό χρονικό διάστημα, αμέσως μετά το θάνατο του Φιλίππου Β’ της Μακεδο­νίας. Εξέδωσε ξεχωριστής ποιότητας αργυρά νομίσματα, στατήρες και δραχμές. Η κεφαλή της Δήμητρας, πεπλοφόρου και με στεφάνι από στάχυα, εικονίζεται στην πρόσθια όψη των στατήρων ενώ στην άλλη, ο Απόλλων, η κυρίαρχη θεότητα των Δελφών, καθισμένος στον ομφαλό της γης, στηρίζεται στη λύρα του.





Αργυρό τριώβολον Αιτωλών, 323-300/290 π.Χ.

Κοινόν των Αιτωλών. Τέλη 4ου – μέ­σα 2ου αιώνα π.Χ. Απέκτησε αξιόλο­γη υπόσταση και δράση κυρίως ύστε­ρα από την ανάδειξη των Αιτωλών σε υπολογίσιμη πολιτική δύναμη της κεν­τρικής Ελλάδας τον 3ο αιώνα π.Χ. Από τις νομισματικές εκδόσεις της Αιτωλικής Συμπολιτείας, τα τριώβολα (ημίδραχμα) κόπηκαν σε εξαιρετικά μεγάλες ποσότητες ιδίως στις τελευ­ταίες δεκαετίες της ύπαρξής της, εξυπηρετώντας την κάλυψη ασταμά­τητων στρατιωτικών αναγκών. Στην πρόσθια όψη τους απεικονίζεται το κεφάλι της Αταλάντης με καυσία (κά­λυμμα κεφαλιού) και στην άλλη ο Κα­λυδώνιος κάπρος που τρέχει προς τα δεξιά. Στο κυνήγι του άγριου αυ­τού ζώου πρωταγωνίστησε η μυθική ηρωίδα Αταλάντη με τα βέλη της, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, που αποδόθηκε και στις παραστά­σεις των νομισμάτων.



Κοινόν των Ακαρνάνων. Έδρασε από τον 4ο αι. π.Χ. μέχρι το 167 π.Χ., ως αντίποδας του Κοινού των Αιτωλών, ασθενέστερος αλλά υπολογίσιμος. Στην πρόσθια όψη των στατήρων, που εξέδω­σε το Κοινό, κυριαρχεί η παράσταση του ανθρωπόμορφου ταύρου, προσωποποίηση του ποτάμιου θεού Αχελώου. Η προάσπιση του ποταμού, πηγής ζωής και ανάπτυξης της Ακαρνανίας, και της δια­τήρησης του ελέγχου του ως φυσικού συνόρου, υπήρ­ξε η πρωταρχική μέριμνα των Ακαρνάνων, στον συνε­χή ανταγωνισμό τους με τους Αιτωλούς. Στην οπίσθια όψη των στατήρων εικονίζεται καθιστός ο Απόλλων Άκτιος.



Κοινόν Ηπειρωτών (234/3-168 π.Χ.) Η δράση του συμπίπτει με τα κρίσιμα χρόνια της ιδιόμορφης και καταλυτικής εμφάνισης των Ρωμαίων στον ελλαδικό χώρο, 234/3-168 π.Χ. Η νομισματοκοπία του Κοινού, στατήρες και δραχμές κυρίως, αναπτύσσεται στις τε­λευταίες δεκαετίες του, ξεκινώντας πριν από το 180 π.Χ., ενώ τη μεγαλύτερη ακμή της παρουσιάζει το τελευταίο διάστημα, ειδικά τις παραμονές της τελικής αναμέτρησης με τους Ρωμαίους, το 168 π.Χ., που επεφύλασσε το βάναυσο τέλος της Ηπείρου. Οι συ­ζευγμένες κεφαλές του Δωδωναίου Δία με στεφάνι από φύλλα δρυός και της νύμφης Διώνης, στην πρόσθια όψη των στατήρων, θυμίζουν τη σύνθεση στα νομίσματα της Πτολεμαϊκής δυναστείας. Σε μια σύγχρονη περίπου πτολεμαϊκή κοπή εικονίζονται ενωμένες οι κεφαλές του Σαράπιδος και της Ίσιδος. Στην οπίσθια όψη απο­δίδεται επιτιθέμενος ταύρος, μέσα σε στεφάνι δρυός.



Κοινόν των Θεσσαλών. Ιδρύθηκε τον 2ο αιώνα π.Χ. και λειτούρ­γησε υπό ρωμαϊκή κηδεμονία μέχρι την εποχή του Αυγούστου. Στην πλούσια νομισματοκοπία του δεσπόζουν οι αργυροί στατή­ρες, με την κεφαλή του δαφνοστεφανωμένου Δία στην πρόσθια όψη και στην άλλη τον αγαλματικό τύπο της Αθηνάς Ιτωνίας.



Αχαϊκή Συμπολιτεία (τέλη 3ου-2ος αι­ώνας π.Χ.). Μια από τις σπουδαιότερες συμμαχίες της ελληνιστικής περιόδου, συγκροτήθηκε προς τα τέλη του 3ου αιώνα π.Χ. και σύντομα ήλεγχε πολιτικά όλη την Πελοπόννησο. Μετά τις πρώτες εκδόσεις αργυρών τριωβόλων (ημιδράχμων) που είχαν κοινούς τύπους, κεφαλή Δία δαφνοστεφανωμένου στην εμπρό­σθια όψη και στην άλλη το μονόγραμμα ΑΧ της συμμαχίας μέσα σε στεφάνι, οι πόλεις-μέλη χάραξαν ενδεικτικά σύμβο­λα και μονογραφήματα, που δήλωναν την ταυτότητά τους. Τα νομίσματα αυτά χρησίμευαν για την πληρωμή του σιτηρέσιου των στρατιωτών αλλά και για άλλες συν­αλλαγές, όπως οι εμπορικές.







Τεχνική κατασκευής







Οι σφραγίδες- μήτρες ήταν κατασκευασμένες από ορείχαλκο, σίδηρο ή μπρούντζο. Μια μήτρα μπορούσε να παράγει από 10.000 έως 30.000 νομίσματα. Ειδικοί τεχνίτες χάρασσαν τις μή­τρες για την τύπωση των νομισμάτων.



Η κατασκευή του αρχαίου νομίσματος γινόταν σε ειδικά κρατικά εργαστήρια, τα νομισματοκοπεία. Οι μεγαλύτερες πόλεις διέθεταν οργανωμένες εγκαταστάσεις. Στην ανασκαφή της αρχαίας Αγο­ράς της Αθήνας εντοπίστηκε και νομισματοκοπείο, που λειτουρ­γούσε από τα τέλη του 5ου αιώνα έως και τα χρόνια του Αυγούστου (27 π.Χ. – 14 μ.Χ.).









Σφραγίδα - μήτρα με την παράσταση της γλαύκας και τα σύμβολα της πόλης των Αθηνών για την αποτύπωση παράστασης στο νόμισμα.





Η τεχνική κατασκευής ξεκινούσε με τον καθαρισμό και με το λιώ­σιμο του μετάλλου. Όταν το μέταλλο με τη θέρμανση αποκτούσε υγρή μορφή το έχυναν σε καλούπια για να πάρει κυκλικό σχήμα, ή σχημάτιζαν ράβδους από τις οποίες έκοβαν κυκλικές πλάκες. Οι κυκλικές αυτές πλάκες μετάλλου, ακόμα και σήμερα, ονομάζονται πέταλα. Η αποτύπωση των παραστάσεων γινόταν με την τοποθέτη­ση των πετάλων ανάμεσα σε δυο σφραγίδες-μήτρες. Με την πίεση που προκαλούσε το χτύπημα ενός σφυριού στις σφραγίδες οι παρα­στάσεις αποτυπωνόταν στο πέταλο. Όταν το «πέταλο» ήταν παχύ, συνήθως θερμαινόταν πριν να χτυπηθεί. Η τεχνική αυτή κατασκευής νομισμάτων χρησιμοποιήθηκε έως και το 17ο αιώνα, οπότε γενικεύ­τηκε η χρήση των μηχανών.



Η πλειονότητα των αρχαίων πόλεων έκοψε αργυρά νομίσματα. Χρυσά νομίσματα κόπηκαν σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ή σε μεγα­λύτερο αριθμό από πόλεις που διέθεταν την πρώτη ύλη. Η χρήση τους γενικεύτηκε με το Φίλιππο Β’ και το γιο του Αλέξανδρο. Χαλκός χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά τον 4ο αιώνα, κυρίως για τις υποδιαιρέσεις κατώτερης αξίας. Καθοριστικός παράγοντας για την επιλογή του μετάλλου των νομισμάτων ήταν η ύπαρξη μεταλλευμά­των σε κάθε περιοχή. Δεν είναι πάντα γνωστό από που προμηθευ­όταν η κάθε πόλη μέταλλο για τα νομίσματά της. Η Αθήνα έπαιρνε άργυρο από το κοντινό της Λαύριο.



Τα αρχαία ελληνικά νομίσματα ήταν αποκλειστικά χρηστικά αντικείμενα. Οι Έλληνες όμως φρόντιζαν πολύ για την τελειότητα της κατασκευής τους και απέδωσαν καλλιτεχνικά τις παραστάσεις. Κάποιες φορές οι χαράκτες έγραφαν το όνομά τους επάνω στα νομίσματα.







Χρήση και κυκλοφορία του νομίσματος στον αρχαίο ελληνικό κόσμο







Η χρήση των νομισμάτων στις συναλλαγές και τις πληρωμές δημόσιου και ιδιωτικού χαρακτήρα από τα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ., τα καθιέρωσε σταδιακά ως την επικρατέστερη μορφή χρήματος στον αρχαίο ελληνικό κόσμο. Πόλεις – κράτη και ηγεμόνες εξέδωσαν τα δικά τους νομίσματα για να εδραιώσουν την αυτονομία τους, για να διευκολύνουν τις οικονομικές συναλλαγές τους και για να επω­φεληθούν από την ίδια τη διαδικασία της κοπής, κερδίζοντας σε μέ­ταλλο.



Ο αργυρός στατήρας, όπως προσδιοριζόταν στον κάθε σταθμητικό κανόνα, και το τετράδραχμο ήταν τα βασικά νομίσματα για κρατικές συναλλαγές ή για μεγάλης κλίμακας πληρωμές. Αντίθετα, για τις κα­θημερινές συναλλαγές χρησιμοποιούνταν οι μικρότερες αργυρές υποδιαιρέσεις, οι οποίες όμως δεν ήταν ιδιαίτερα πρακτικές λόγω του μικρού μεγέθους τους. Αυτό οδήγησε, ήδη από το β’ μισό του 5ου αιώνα π.Χ., στη σταδιακή αντικατάστασή τους από μεγαλύτερου μεγέθους νομίσματα σε χαλκό, αρκετά πιο φθηνό μέταλλο από τον άργυρο.



Για την έκδοση νομισμάτων σε πολύτιμο μέταλλο χρησιμο­ποιήθηκε, εκτός από τον άργυρο και το χαλκό, ο ήλεκτρος και ο χρυσός. Κατά κανόνα, η κοπή χρυσών νομισμάτων στον Ελλαδικό χώρο είναι σπάνια μέχρι και τα μέσα περίπου του 4ου αιώνα π.Χ., επειδή η αξία του χρυσού ήταν πολύ μεγαλύτερη σε σχέση με τον άργυρο. Για αυτό το λόγο φυλασσόταν για περιόδους ανάγκης ή για σημαντικές πληρωμές.



Συνήθως τα ελληνικά κράτη επέβαλλαν τη χρήση των εκδόσεών τους μέσα στην εδαφική περιοχή τους, χωρίς να αποκλείουν ανα­γκαστικά την κυκλοφορία κοπών άλλων εκδοτριών αρχών, και ενίο­τε έπαιρναν άμεσα μέτρα για να το πετύχουν. Σε πολλές περιπτώσεις η νομισματική παραγωγή δεν ήταν συστη­ματική και μεταξύ των εκδόσεων μεσολαβούσαν μεγάλα χρονικά διαστήματα. Ο αριθμός των νομισμάτων που εκδίδονταν είχε άμεση σχέση με τα μέταλλα που διέθεταν οι εκδίδουσες αρχές και το εύ­ρος των κερματικών συναλλαγών. Από τη διοχέτευσή τους στην αγορά, μέσω διαφόρων κρατικών πληρωμών, και της ανακύκλωσής τους, μέσω της κάθε είδους φορολογίας, παρεμβαλλόταν η κυκλο­φορία τους.



Χρήσιμες πληροφορίες για τη νομισματική κυκλοφορία αλλά και την οικονομία των διαφόρων περιοχών του ελληνικού κόσμου πα­ρέχουν τα νομίσματα, που ανακαλύπτονται τυχαία ή κατά τη διάρ­κεια των ανασκαφών, μεμονωμένα ή ως θησαυροί. Ιδιαίτερα οι θησαυροί, τα νομίσματα δηλαδή που αποκρύφθηκαν ή απωλέσθηκαν ως σύνολα στο παρελθόν, αποτελούν σημαντική πηγή και για τη χρονολόγηση των νομισμάτων.







«Θησαυρός» Από την Ακρόπολη Αθηνών, 1886







Ο «θησαυρός» από 62 αργυρά νομίσματα ήρθε στο φως κατά τη διάρκεια των ανασκαφών του 1886 στο βράχο της Ακρόπολης. Βρέθηκε κοντά στο Ερέχθειο, σε στρώμα που συμπεριλάμβανε μαρμάρινες αναθηματικές κόρες, κομμάτια επιγραφών και πήλινα αντικείμενα. Πρόκειται για το στρώμα καταστροφής, που σχετίζεται με την πυρκαγιά που προκάλεσαν οι Πέρσες στα μνημεία του ιερού βράχου, όταν κατέλαβαν την Αθήνα το 480 π.Χ. Το εύρημα περιλαμβάνει μόνον αθηναϊκές κοπές. Ένα τμήμα του είναι οι μικρές υποδιαιρέσεις, όπως οβολοί με τον τύπο του τρο­χού, που ανήκουν στα χρόνια της διακυβέρνησης της πόλης από την οικογένεια των Πεισιστρατιδών (560-510 π.Χ.).



Τα περισσό­τερα όμως νομίσματα είναι πρώιμες γλαύκες, δηλαδή τετράδραχμα με την κεφαλή της Αθηνάς στην πρόσθια όψη και τη γλαύκα στην άλλη. Το κακότεχνο της κατασκευής των συγκεκριμένων νομι­σμάτων πιθανόν να οφείλεται στη μαζική παραγωγή τους που χρονολογείται τη δεκαετία του 480 π.Χ., λίγα χρόνια πριν την εισβολή των Περσών. Την περίοδο αυτή οι Αθηναίοι εξέδωσαν μεγάλη ποσότητα νομισμάτων για να ναυπηγήσουν και να συντηρήσουν ισχυρό στόλο από τριήρεις.



Ο «θησαυρός» ίσως να ήταν μια προσφορά σε κάποιο από τα ιερά της Ακρόπολης. Η έκφραση ευλάβειας προς το θείο συχνά συν­δέθηκε με την εξαγορά της ευμένειας του θεού με την προσφορά υλικών αγαθών, με αποτέλεσμα στα ιερά να συγκεντρώνονται πλούσια αναθήματα. Η συγκέντρωση μεγάλου πλούτου από τα ιερά είχε σαν επακόλουθο την ανάπτυξη έντονης οικονομικής δραστη­ριότητας σε αυτούς τους χώρους, όπως για παράδειγμα την κατάθεση χρημάτων προς φύλαξη αλλά και τη λήψη δανείων.







«Θησαυρός» Από την Όλυνθο Χαλκιδικής, 1931







Ο «θησαυρός» εντοπίστηκε σε οικία της Ολύνθου στη Χαλκιδική κατά τη διάρκεια εκτεταμένων ανασκαφών στον αρχαίο οικισμό. Αποτελείται από 34 αργυρά νομίσματα, από τα οποία 33 είναι τετράδραχμα της Χαλκιδικής Συμμαχίας και ένα τετράδραχμο της Ακάνθου, πόλης στην ανατολική Χαλκιδική.



Πρόκειται για ένα ποσό 136 δραχμών, αρκετά σημαντικό αν αναλογιστούμε ότι την εποχή αυτή η τιμή πώλησης ενός ακινήτου ξεκινούσε από τις 280 δραχμές. Η Όλυνθος ήταν η πρωτεύουσα της Χαλκιδικής Συμμαχίας, η οποία από τα τέλη του 5ου και το πρώτο μισό του 4ου αιώνα π.Χ., αποτέλεσε ι­σχυρή πολιτική, στρατι­ωτική και οικονομική δύ­ναμη στο βορειοελλαδι­κό χώρο. Η σπουδαιότη­τα της Συμμαχίας αντα­νακλάται και στην πλού­σια νομισματική της πα­ραγωγή. Η δαφνοστεφανωμένη κεφαλή του Απόλ­λωνα στην πρόσθια και η κιθάρα του θεού στην οπίσθια όψη των νομισμάτων των Χαλκιδέων, θεωρούνται από τις αριστοτεχνικότερες παραστάσεις της αρχαίας σφραγιστικής. Οι Χαλκιδείς αντιστάθηκαν με σθένος στα σχέδια του Φίλιππου Β’, βασιλιά της Μακεδονίας, για επέκταση του βασιλείου του.



Η Συμμαχία διαλύθηκε το 348 π.Χ., όταν ο μακε­δόνας βασιλιάς κατέλαβε ύστερα από πολιορκία την Όλυνθο και σε επίδειξη ισχύος κατέστρεψε την πόλη και εξανδραπόδισε τους κατοίκους της. Με αυτό το γεγονός πολύ πιθανόν να συνδέεται και η απόκρυψη του «θησαυρού». Ο κάτοχος των νομισμάτων απέκρυ­ψε στο μαγειρείο της οικίας του ό,τι πιο πολύτιμο είχε στα χέρια του, με την προσδοκία μετά την πάροδο του κινδύνου να αναζητή­σει το «θησαυρό» του.







«Θησαυρός» Από την Αρχαία Κόρινθο, 1930







Ο «θησαυρός» βρέθηκε σε μια κοιλότητα του εδάφους κάτω από το δάπεδο της βόρειας στοάς στην Αγορά της αρχαίας Κορίνθου. Αποτελείται από ένα χρυσό περιδέραιο και 51 χρυσούς στατήρες — 41 του Φιλίππου Β’ και 10 του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Τα νομί­σματα του Φιλίππου προέρχονται από τα νομισματοκοπεία της Πέλ­λας και της Αμφίπολης, ενώ του Αλεξάνδρου από τα νομισματοκο­πεία της Αμφίπολης, της Μιλήτου, της Ταρσού, της Σαλαμίνας στην Κύπρο και της Σιδώνας.









Χρυσοί στατήρες Φιλίππου Β΄ και Αλεξάνδρου Γ΄ από το θησαυρό της Αρχαίας Κορίνθου.





Η ανεύρεση εκδόσεων των μακεδόνων βασιλέων στην Κόρινθο πιθανόν να σχετίζεται με την παρουσία των μακεδονικών στρατευμάτων στην Πελοπόννησο μετά το 338 π.Χ. και την εγκατά­σταση φρουράς για τον έλεγχο του Ισθμού. Ο «θησαυρός» πρέπει να αποκρύφθηκε μετά το 330 π.Χ., όταν ο Αλέξανδρος είχε πλέον καταλύσει την Περσική αυτοκρατορία και επέκτεινε τα όρια του κρά­τους του προς τα βάθη της Ανατολής. Εκείνη την εποχή καθιερώθηκε η συστηματική έκδοση και η ευρύ­τερη χρήση του χρυσού νομίσματος στον ελληνικό κόσμο.



Η έντονη εκμετάλλευση των μεταλλείων χρυ­σού στη Μακεδονία από τον Φίλιππο Β’ και η πρόσ­βαση του Αλεξάνδρου στα πλούσια αποθέματα της αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών επέτρεψε την κοπή χρυσών νομισμάτων σε μεγάλες ποσότητες που κατέ­κλυσαν τις αγορές. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μει­ωθεί η αναλογία του χρυσού προς τον άργυρο από 1:13 σε 1:10. Έτσι, ο κάθε χρυσός στατήρας του «αντιστοιχούσε σε 20 αργυρές δραχμές, όσο περίπου ήταν ο μηνιαίος μισθός ενός πεζού στρατιώτη.







«Θησαυρός» από τη Μύρινα Καρδίτσας, 1970







Ο «θησαυρός», τυχαίο εύρημα που εντοπίσθηκε μέσα σε μελαμβαφή όλπη, αποτελείται από 149 στατήρες Αίγινας. Απ’ αυτούς οι 131 έχουν την παράσταση της θαλάσσιας χελώνας, και τοποθετούνται χρονολογικά στον πρώιμο 5ο αιώνα π.Χ. Οι υπόλοιποι 18 στατήρες ανήκουν στον τύπο της χερσαίας χελώνας, που υιοθετήθηκε μετά την απώλεια της ανεξαρτησίας του νησιού, το 457 π.Χ.



Η απόκρυψη του «θησαυρού» χρονολογείται γύρω στο 440 π.Χ. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα υστερόσημα, σφραγίσματα μεταγενέστερα με τα οποία επαναφέρει στην κυκλοφορία τα κέρματα η ίδια εκδίδουσα αρχή ή κάποια άλλη, επίσημη ή όχι, και συναντώνται τόσο στους πρώιμους όσο και στους οψιμό­τερους στατήρες του «θησαυρού».



Φαίνεται πως σχετίζονται με τη σταδιακή έλλειψη αυτού του είδους νομισμάτων από τις συναλλαγές, που με τη σειρά της οφείλεται στην κάμψη της νομισματικής παραγωγής της Αίγινας. Πάντως στην περιοχή της Θεσσαλίας, μολονότι είχαν ήδη κυκλοφορήσει οι πρώτες τοπικές αργυρές κοπές, ακολουθώντας και αυτές τον αιγινητικό νομισματικό σταθμητικό κανόνα, η επίμονη προτίμηση του νομίσματος της Αίγινας στις συναλλαγές και τους αποθησαυρισμούς απηχεί τον διεθνή χαρακτήρα του.







Νομίσματα από το Κωρύκειον Άντρον







Το Κωρύκειον Άντρον στις πλαγιές του Παρνασσού, όχι μακριά από το πανελλήνιο ιερό του Απόλλωνα στους Δελφούς, υπήρξε στην αρχαιότητα τό­πος λατρείας του Πάνα και των Νυμφών. Οι ανασκαφές στο εσωτερικό του σπη­λαίου αποκάλυψαν πλήθος τεχνουργη­μάτων, όπως πήλινα ειδώλια, αγαλματί­δια, αγγεία και νομίσματα, κατάλοιπα της λατρευτικής δραστηριότητας στο ιερό. Τα περισσότερα από τα εκατό νομίσματα που περισυλλέγησαν, είναι χάλκινα και χρονολογούνται στον 4ο και 3ο αιώνα π.Χ. Τα 2/5 των νομισμάτων εκδόθηκαν από νομισματοκοπεία γειτονικά με το Κω­ρύκειον Αντρον, όπως των Φωκέων, των Λοκρών και των Αιτωλών.



Τα υπόλοιπα προέρχονται από περισ­σότερο απομακρυσμένες περιοχές, όπως τη Θεσσαλία, την Ατ­τική, την Πελοπόννησο, την Κέρκυρα, τη Λευκάδα, τη Μακεδονία και τη Μ. Ασία. Τα νομισματικά ευρήματα μαρτυρούν για την ποι­κίλη προέλευση των προσκυνητών του ιερού. Η καθιέρωση των χάλκινων νομισμάτων στο μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού κόσμου από τον 4ο αιώνα π.Χ. έπαιξε σημαντικό ρόλο στην καθη­μερινή ζωή καθώς αποσκοπούσε στη διευκόλυνση των συναλλα­γών τοπικού χαρακτήρα και στην εξοικονόμηση πολύτιμου μετάλλου με την αντικατάσταση αργυρών κοπών. Σε αντίθεση με τα νομίσματα από ευγενή μέταλλα, οι χάλκινες κοπές χρησι­μοποιούνταν από όλα τα κοινωνικά στρώματα, και κυρίως από όσους συμμετείχαν στις πανηγύρεις, τις αγορές, τα δικα­στήρια, τους ταξιδιώτες. Συνεπώς, η κυκλοφορία και η γεω­γραφική εξάπλωση του χάλκινου νομίσματος είναι περισσότερο αντιπροσωπευτική της διακίνησης των ανθρώπων.







Ιδεολογία και συμβολισμός







Τα νομίσματα ήταν αντικείμενα ευρείας χρήσης. Στην επιφάνειά τους αποτυπώνονταν θέματα χαρακτηριστικά της πόλης και εύκο­λα αναγνωρίσιμα από τους πολίτες. Με αυτή την έννοια, στην παρά­σταση και στην επιγραφή των νομισμάτων, συμπυκνώνονταν τα σύμ­βολα της κάθε ανεξάρτητης πόλης – κράτους και αργότερα του κάθε ηγεμόνα.



Μυθολογικές παραστάσεις και Θεοί





Αργυρός στατήρ Κορίνθου, περ. 340-325 π.χ.

Στα νομίσματα των πόλεων απεικονίζονται θέματα από την αρχαία ελληνική μυθολογία και τη θρησκεία. Πρόκειται για μύθους που τις περισσότερες φορές αφορούν στην τοπική ιστορία της πόλης (καταγωγή, τοπικοί ήρωες, προέλευση του ονόματος, ιδρυτές), κάνοντας έτσι και τα νομίσματα περισσότερο ανα­γνωρίσιμα. Το φτερωτό άλογο Πήγασος, ξεπήδησε από τη Μέδουσα Γοργώ, όταν την αποκεφάλισε ο Περσέας. Η Αθηνά Χαλινίτις, έδωσε στο μυθικό ήρωα Βελλερεφόντη τα χαλινάρια για να τον δαμάσει στην Κόρινθο, δίπλα στην πηγή Πειρήνη, σύμφωνα με το μύθο. Το δίπτυχο Πήγασος-Αθηνά είναι ο κύριος τύπος των κορινθιακών νομισμάτων από τον 6ο αιώνα π.Χ. έως το τέλος της κορινθιακής νομισματοκοπίας τον 3ο αιώνα μ.Χ.



Χλωρίδα – Πανίδα



Από τις πιο αγαπητές νομισματικές παραστάσεις είναι αυτές που προέρχονται από το βασίλειο των ζώων και των φυτών. Τις περισσό­τερες φορές επιλέχθηκαν γιατί ήταν τα κύρια προϊόντα μιας πόλης ή γιατί συνδέονταν με το όνομά της. Ζώα της ξηράς και της θάλασσας, αμφίβια και ερπετά, πτηνά και έντομα, δέντρα, φύλλα, καρποί, φρού­τα και κάθε λογής φυτά, κοσμούν νομίσματα διαφόρων πόλεων.



Στα τετράδραχμα της Εφέσου, η μέλισσα συνδέεται με τη λατρεία της Αρτέμιδος, αφού οι ιέρειές της ήταν γνωστές ως «μέλισσαι». Σταθερός νομισματικός τύπος της Κυρήνης υπήρξε η παράσταση του φυτού σιλφίου, χάρη στο εμπόριο του οποίου η πόλη όφειλε την πλεονεκτική της θέση ανάμεσα στις ελληνικές αποικίες της Αφρικής.



Το σίλφιον δεν υπάρχει πια ως φυτικό είδος και παραδίδεται από τους αρχαίους συγγραφείς Θεόφραστο και Διοσκουρίδη ως φάρ­μακο για όλες τις ασθένειες. Ο Πλίνιος αναφέρει ότι στην εποχή του βρέθηκε μόνο ένα φυτό σιλφίου, το οποίο πρόσφεραν στον αυτοκράτορα Νέρωνα ως το τελευταίο δείγμα αυτού του πασίγνωστου τότε είδους. Το σέλινο που αποδίδεται φυσιοκρατικά, στην πρό­σθια όψη των αργυρών αλλά και των χάλκινων νομισμάτων του Σελινούντος στη Σικελία, λειτουργούσε και ως «λαλούν σύμβολο» της πόλης. Η παράσταση του φυτού με την ίδια ονομασία με την πόλη, κάνει άμεσα ανα­γνωρίσιμο το νόμισμα και αυτή είναι μια πρακτική που ακολού­θησαν πολλές πόλεις.



Γλυπτά



Πολλές φορές στα νομίσματα απεικονίστηκαν γλυπτά έργα που ήταν ονομαστά στην αρχαιότητα και η φήμη τους διατηρήθηκε με το πέρασμα του χρόνου. Οι χαράκτες της αρχαϊκής και της κλασικής εποχής απέφυγαν, κατά κανόνα, να αντιγράψουν σύγχρονα γλυπτά έργα και προτίμησαν να διατηρήσουν μια αυτονομία στην τέχνη τους. Οι χαράκτες όμως της ελληνιστικής και της ρωμαϊκής εποχής πολύ συχνά αντέγραψαν έργα της κλασικής εποχής, αποτυπώνοντας το μεγαλείο της δημιουργίας των προκατόχων τους.









Αργυρή δραχμή Επιδαύρου (πρώτο τέταρτο 3ου αιώνα π.χ.)





Τα νομίσματα αυτά έγιναν έτσι πολύτιμοι μάρτυρες για έργα που δεν σώζονται και βοήθησαν στην αναπαράστασή τους από τη νεώτερη έρευνα. Στα νομίσματα της Επιδαύρου, απεικονίζεται ο τύπος του χρυσελε­φάντινου αγάλματος του Ασκληπιού, θεού της ιατρικής, καθιστού με σκήπτρο και φίδι. Βρισκόταν στην Επίδαυρο, έδρα της λατρείας του Ασκληπιού και ήταν φημισμένο έργο του γλύπτη Θρασυμήδη από την Πάρο. Πρόκειται για σπάνια περίπτωση κατά την οποία το νόμισμα και το γλυπτό ανήκουν στην ίδια εποχή.







Πορτραίτα



Οι ηγεμόνες των ελληνιστικών βασιλείων τόλμησαν να απεικονί­σουν τα πορτραίτα τους στα νομίσματά τους, μια συνήθεια που είχαν ξεκινήσει ήδη από τα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ. οι σατράπες της υπό περσική κατοχή Ανατολής. Αυτή η τακτική, που στα ρωμαϊ­κά χρόνια έγινε κανόνας, εξυπηρετούσε διάφορους σκοπούς.



Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά με τα οποία επέλεγε να αποδοθεί ο κάθε ηγεμόνας, δηλαδή το διάδημα, απλή ταινία ή με κέρατα, η δορά ελέφαντα, το ακτινωτό στέμμα, το κράνος, του προσέδιδαν μεγα­λύτερη αίγλη ως σύμβολα εξουσίας ή θεοποίησης και τον συνέδε­αν στις συνειδήσεις των λαών τους με συγκεκριμένα πρότυπα. Οι εικονιστικές αυτές κεφαλές μετέφεραν και διέδιδαν την εικόνα του βασιλέα, ηγεμόνα ή μονάρχη και την έκαναν γνωστή, προπαγανδί­ζοντας τη δύναμή του, σε συνδυασμό και με τις μεγαλεπήβολες επιγραφές στα νομίσματα που έκοψαν.



Από τεχνικής απόψεως τα πορτραίτα, στην αρχή ιδεαλιστικά, στη συνέχεια ρεαλιστικά, άλλες φορές είναι στατικά και δείχνουν περιο­ρισμένα στην κυκλική επιφάνεια των νομισμάτων και άλλες φορές διακρίνονται από δυναμισμό και ελευθεριότητα, που προδίδουν τη δύναμη και την τόλμη του χαράκτη τους.



Γυναικεία πορτραίτα απα­ντούν κατεξοχήν στα νομίσματα του βασιλείου της Αιγύπτου. Στους χρυσούς στατήρες, που εξέδωσαν οι ελληνικές πόλεις περί το 196 π.Χ., προκειμένου να τιμήσουν τον ρωμαίο στρατηγό Τίτο Φλαμινίνο, για την νίκη του εναντίον του Φιλίππου Ε’ στις Κυνός Κεφαλές (197 π.Χ.), αποτυπώθηκε ένα ρεαλιστικό πορτραίτο του. Αποτελεί ταυτοχρόνως ένα από τα τελευταία του είδους του ελληνιστικό πορτραίτο σε ευρωπαϊκό έδαφος και το πρώτο ρωμαϊκό. Το πορτραίτο του βασιλιά Ευκρατίδη Α’ της Βακτρίας αποδίδεται με κράνος και ψηλό λοφίο, κέρατο και αυτί βοδιού, στοιχεία που εμπλουτίζουν τη φυσιοκρατική εικόνα του.







Οικοδομήματα



Πολλές ελληνικές πόλεις απεικόνισαν στην οπίσθια όψη των νομισμάτων τους οικοδομήματα και αρχιτεκτονικά σύνολα. Σ’ αυτά συγκαταλέγονται ναοί και ιερά διαφόρων αρχιτεκτονικών τύπων, που πολλές φορές αποδίδονται προοπτικά ή άλλες με στοιχεία του περιβάλλοντος χώρου και συνήθως συνοδεύονται από το λατρευτικό άγαλμα του θεού, στο εσωτερικό τους. Στις περιπτώσεις των σύνθετων οικοδομημάτων και των αρχιτεκτονικών συμπλεγμάτων από δυο ή περισσότερους ναούς οι χαράκτες εκμεταλλεύτηκαν με άριστο τρόπο την μικρή μεταλλική επιφάνεια των νομισμάτων.



Στο ίδιο εικονογραφικό θέμα ανήκουν παραστάσεις με τείχη πόλεων, πύλες και αψίδες, βωμούς, γέφυρες, αλλά και λιμάνια με νεώρια, φάροι, καθώς και ειδικές κατασκευές με συγκεκριμένη χρήση. Στην πίσω πλευρά χάλκινου νομίσματος της Αλεξάνδρειας απεικονίζεται ο Φάρος της πόλης, ένα από τα επτά θαύματα της αρχαιότητας, η φήμη του οποίου είναι γνωστή ως τις μέρες μας. Ήταν έργο του έλληνα αρχιτέκτονα Σωστράτου και παραγγέλθηκε από τον Πτολεμαίο Β’ (286-246 π.Χ.).







Κείμενα των: Δέσποινας Ευγενίδου, Ευαγγελίας Αποστόλου, Γιάννη Στόγια, Παναγιώτη Τσελέκα, Μαίρης Φουντουλή, Ευτέρπης Ράλλη, * Αλέξη Τότσικα.







Πηγές





--------------------------------------------------------------------------------



Υπουργείο Πολιτισμού – Νομισματικό Μουσείο, «Η Ιστορία του Νομίσματος», Αθήνα, χ.χ.

Αλέξης Τότσικας, «η δραχμή μας», Ιστόραμα, 2002.

Ιστορία των νομισμάτων, «Ήτοι εγχειρίδιον ελληνικής νομισματικής / Barclay V. Head», μεταφρασθέν εκ της αγγλικής και συμπληρωθέν υπό Ιωάννου Ν. Σβορώνου, πίνακες Α΄-ΛΕ΄, Εν Αθήναις, Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου, 1898.

Αδαμάντιος Γ. Κρασανάκης, «Νομισματική Ιστορία και τα Αρχαία Νομίσματα Κρήτης». Αθήνα, 2003.