Αναγνώστες

Τρίτη, 21 Οκτωβρίου 2014

Αρχίλοχος




Ἐλάχιστα γνωρίζουμε γιὰ τὴ ζωὴ τοῦ Ἀρχίλοχου, κι αὐτὰ ἀβέβαια. Ἡ γέννησή του τοποθετεῖται γύρω στὸ 680 π.Χ. Καταγόταν ἀπὸ τὴν Πάρο. Ὁ πατέρας του, κάποιος Τελεσικλῆς, ἦτανἀριστοκράτης καὶ ἡ μητέρα του Ἐνιπῶ, δούλα. Ὁ παππούς του, ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ πατέρα του, φέρεται σὰν ἀποικιστὴς τῆς Θάσου καὶ κομιστὴς τῆς λατρείας τῆς Δήμητρας. Ὁ Ἀρχίλοχος πέρασε τὴ ζωή του μέσα στὴ φτώχεια. Ἐργάστηκε σὰν μισθοφόρος,συμμετέχοντας στὶς ἐπιδρομές ποὺ συντάραξαν τὸν ἑλλαδικὸ χῶρο, στὴ διάρκεια τοῦ 7ου π.Χ. αἰώνα. Πολέμησε στην Ιωνία, στη Θράκη, στη Μακεδονική Τορώνη και στην Εύβοια.
Φαίνεται πῶς προσπάθησε νὰ δημιουργήσει οἰκογένεια μὲ κάποια Νεοβούλη, ἀλλὰ ὁ Λυκάμβης, πατέρας τῆς νύφης, ἀθέτησε τὴν ὑπόσχεσή του. Σύμφωνα μὲ τὴν ἀρχαία παράδοση, ὁ ποιητὴς ἀντέδρασε διασύροντας τὸν ἄπιστο πεθερό. Ἡ δύναμη τῶν σκωπτικῶν στίχων του ἦταν τόσο μεγάλη, ὥστε ὁ Λυκάμβης καὶ οἱ δύο του κόρες αὐτοκτόνησαν. Πιθανῶς ἀποπλάνησε καὶ τὴν ἀδελφὴ τῆς Νεοβούλης.
Ἐπινόησε τὸν ἴαμβο καὶ τὴν ἐπωδό, ἐπιφέροντας σημαντικὲς τεχνικὲς ἀλλαγὲς στὸ ἡρωϊκὸ ποιητικὸ ἰδίωμα ποὺ κυριαρχοῦσε μέχρι ἐκείνη τὴν ἐποχὴ. Εἶναι προφανὲς πὼς ὁ πατρικὸς ἄξονας τῆς καλλιτεχνικῆς προσωπικότητάς του εἶναι ὁ Ὅμηρος. Ο Αρχίλοχος είναι ο πρώτος Ευρωπαίος ποιητής που έστρεψε την ποίηση στον εσωτερικό άνθρωπο, στο «εδώ» και στο «τώρα», αποσπώντας την από τις ατέρμονες περιπλανήσεις του έπους στη μυθική παράδοση και στις ευκλεείς πράξεις των ηρώων. Είναι ο πρώτος ποιητής που κατόρθωσε να αποδεσμευθεί από την τεράστια ποιητική κληρονομία του επικού κόσμου, ενώ βρισκόταν άμεσα κάτω από την επίδραση του –χρονικά και ποιητικά.
Με τον Αρχίλοχο έχουμε την πρώτη αποφασιστική τομή στην αρχαία ποίηση. Ο ποιητής ερμηνεύει την ανθρώπινη μοίρα, που είναι και προσωπική του μοίρα, και βλέπει τις λεπτομέρειες που συνιστούν την πολύμοχθη ζωή του ανθρώπου. Η ζωή και η ποίηση του Αρχίλοχου είναι αναπόσπαστα συνυφασμένες. Οι στίχοι απηχούν και εκφράζουν βιώματα της προσωπικής ζωής του και των περιπετειών του. 
Στην ποίηση του ομιλεί με ειλικρίνεια, χωρίς επιφυλάξεις και χωρίς να υπολογίζει την καλή γνώμη του κόσμου και την υστεροφημία. Χλευάζει και σκώπτει, επικρίνει και αποδοκιμάζει και κινείται πέρα και έξω από σκοπιμότητες και συμβατικότητες. Σὰν ἄνθρωπος ἦταν παρορμητικὸς, ἀθυρόστομος καὶ ἐκδικητικὸς. Ἄγνωστο πότε, τὸν σκότωσε κάποιος Καλλώνδης ἢ Κόρακας, σὲ μάχη μὲ τοὺς Ναξίους. Μαρτυρεῖται πὼς ὁ φονιᾶς δὲν ἔγινε δεκτὸς ἀπὸ τὴν Πυθία.
Από το ακρωτηριασμένο έργο του Αρχίλοχου μπορούμε να σχηματίσουμε μια εικόνα για τον ποιητή. Είναι κρίμα που δεν μας σώθηκαν περισσότεροι στίχοι. Αυτοί που έχουμε, και που μας επιτρέπουν μια άνετη πρόσβαση στο έργο του, μόλις που ξεπερνούν τους 200. Από τα άλλα αποσπάσματα έχουμε μόνο σπαράγματα στίχων, λέξεις ή μικρές φράσεις. Τα τελευταία χρόνια, τα παπυρικά ευρήματα μας χάρισαν αρκετά αποσπάσματα, τα περισσότερα όμως σε απελπιστική κατάσταση.

Ακολουθούν ορισμένα αποσπάσματα του έργου του σε μετάφραση του Γ. Μπλανά, από τον "Μικρό Απόπλου"
Τα έχουμε χωρίσει σε "Αντρικά" (όπου κυριαρχούν οι εμπειρείες του σαν μισθοφόρου)
και "Γυναικεία" οπου το θέμα δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ...ερωτικό, αν και ...είναι.

ΑΝΤΡΕΣ...

Οὔτε ἡ ἀσπίδα μου ξέρω ποῦ βρίσκεται, οὔτε ἐγώ.

Μιὰ ἐπικράτεια φωτιᾶς ἡ σοδειὰ τῶν καραβιῶν
κι ἀγκάθι κατάκαρδο ἡ θέα τῶν ἐχθρῶν.
Σβήνει ὁ καρπὸς τοῦ ζωντανοῦ κάτω ἀπ᾽ τὸν ἥλιο
κι ὅμως θάρρος δὲ λείπει ἀπ' αὐτοὺς ποὺ ἀδημονοῦν
τὸν αἱμοβόρο κορεσμό τους καταπάνω στοὺς Ναξίους.
Τί θὰ κερδίσουν; Ἕνα τραῦμα γιὰ πατρίδα,
ἐκεῖ ποὺ θά 'πρεπε νὰ σφύζουν γῆ σὰν ἄντρες;
Ἄν μποροῦσαν οἱ λαοὶ νὰ μοιραστοῦν τὴν ἴδια συγκατάβαση,
δὲ θὰ ἔσερναν καθένας τὴν ἀνάπηρη γενιά του,
δὲ θὰ κούτσαιναν καθένας τὴν πληγή του.
Πῶς νὰ μὴν πνίγεται ἡ ψυχή μου ἀσφυκτικὰ βαθιά της;
Οἱ νεκροὶ εἶναι πάντα νεκροί.
Δὲν ἔχει νόημα ὅλο αὐτὸ τὸ μακελειό.

Δουλειά μου: ὁ πόλεμος
καὶ ἡ ποίηση ἐπίσης.

Ἄντε λοιπόν! Τράβα τὸ γρήγορο ποτήρι,
σάλταρε στὸ καράβι,
πήδα στὸ ἀμπάρι, πέσε πάνω στὰ βαρέλια
καὶ κρασοκύλησέ τα.
Τάπα μὴ μείνει! Δὲ μᾶς βλέπω
τὴ βάρδια αὐτὴ ξενέρωτοι νὰ τὴν περνᾶμε.

Ἕνα κοντάρι ἔχω ὅλο κι ὅλο.
Κερδίζω τὸ ψωμί μου,
ἐξασφαλίζω τὸ κρασί μου
(Ἰσμαρικό, ἄς σημειωθεῖ)
καὶ κρατιέμαι ὅταν μεθάω.

Ὅσο γιὰ τὴν ἀσπίδα, ἐκεῖνο τὸ ἔργο τέχνης
ποὺ ἀναγκάστηκα ν' ἀφήσω ἀνάμεσα στοὺς θάμνους,
σίγουρα κάποιος Σάιος θὰ τὴν ἀπολαμβάνει.
Δὲν πάει στὸ διάβολο· ἀφοῦ κατάφερα καὶ γλύτωσα,
μὲ τὴν ἀσπίδα τώρα θ' ἀσχολοῦμαι;
Ἁρπάζω ἀργότερα μιὰν ἴδια - γιὰ νὰ μὴν πῶ καλύτερη.

Δὲν κλαίω τοὺς Μαγνησίους·
οἱ Θάσιοι νὰ δεῖς τὶ ἔχουν νὰ πάθουν.

Ἄν φρόντιζε ὁ Ἥφαιστος νὰ τοῦ ἐξασφαλίσει
ροῦχα πεντακάθαρα, ἀπ' τὴν κορφὴ μέχρι τὰ νύχια,
θὰ ἦταν ὄμορφος νεκρός: φλογόλευκος.

Στιχουργημένες ταλαιπωρίες ἤ ἐλεύθερες ἀπολαύσεις;
Τὸ ἴδιο μοῦ κάνει.

Ἔχασα τὸν ἔλεγχο· ὅμως ἄν δὲν κάνω λάθος,
δὲ γλίστρησα μόνος σ' αὐτὴ τὴν ἐκτροπή.

Στὸ τέλος θὰ μὲ ποῦν καὶ μισθοφόρο σα να ήμουν από την Καρία.

Ὅσο πολεμάει ὁ μισθοφόρος, Γλαῦκε,
καλύτερος φίλος δὲν ὑπάρχει.

Ἄφησε τοὺς θεοὺς νὰ κάνουν τὴ δουλειά τους.
Κάποιοι θὰ πέσουμε καὶ πάνω ποὺ θ' ἀρχίσουμε
νὰ συνηθίζουμε χῶμα, θὰ μᾶς σηκώσουν.
Ἄλλοι θὰ προσέξουμε ποῦ πατᾶμε
καὶ θὰ βρεθοῦμε νὰ παλεύουμε
γιὰ λίγη σκόνη μὲ τὴν πείνα καὶ τὴν τρέλα.

Πέσαμε πάνω τους καὶ τοὺς λιανίσαμε:
χίλιοι ἄντρες ὁλομόναχοι
ἐνάντια σὲ ἑπτὰ ὁλόκληρα κουφάρια.

Ἕνα πράγμα ξέρω καλά: νὰ ἐπιστρέφω ἀνοιχτὲς
τὶς πληγὲς ποὺ μοῦ ἀνοίγουν.

Καθὼς ξερνοῦσαν πάνω μας τὰ δόρατά τους, ὁ ἀρχηγὸς
ἐρέθιζε τὸ θράσος τους, φτύνοντας προσβολὲς καὶ κομπασμούς·
ὅμως ἡ Ἀθηνᾶ γονάτισε τὴν προστυχιά τους,
σημαίνοντας τὴν ἀντεπίθεσή μας.
Δὲν ἦταν οἱ Αἰολεῖς, λοιπόν, ποὺ ἔχτιζαν στὴν ἄμμο,
ἀλλὰ οἱ Ἴωνες. Συντρίφτηκε ὁ πύργος
ποὺ εἶχαν ἱδρώσει οἱ Κάρες πέτρα-πέτρα.
Ἐμεῖς χορέψαμε, ἄγνωστοι πολεμιστὲς πιασμένοι χέρι-χέρι,
στὸ νικηφόρο σύνθημα Λεσβίων φορμιγκτῶν.
Ὁ Δίας ἄστραψε πάνω τὴν Ὀλύμπια χαρά του,
κι ἐκείνοι ἀπέμειναν ὅ,τι δὲ θὰ κατεῖχαν πιά:
κατάκοποι, ἀπρόσμενα ἀκυρωμένοι, ἀναγκασμένοι
σὲ μιὰν ἀγρύπνια ποὺ ἀποροῦσε λίγο φῶς.


ΓΥΝΑΙΚΕΣ....

“Φύγε καλύτερα. Ἡ ἐλευθερία τολμάει μόνο ὅσα τολμᾶς”
μοῦ ἔλεγε. “Ὅμως ἄν ἡ καρδιά σου ἐπείγεται μιὰν εὔκολη νίκη,
κάποια σφαδάζει γάμο: εὐάλωτη παρθένα, ἐκτεθειμένη
σὲ τέλεια ἐμφάνιση· συνθηκολόγησέ την.
Κι ἐγὼ τῆς ἀπαντοῦσα: “Κόρη τῆς Ἀμφιμέδουσας
(Τὶ γυναίκα κι αὐτή·
χάρες ποὺ βλέπει ἡ γῆ κατάτυφλά της!)
στὸ δρόμο γιὰ τὸν ἔρωτα, δὲν εἶναι λίγες οἱ ἀπολαύσεις.
Ὅλο καὶ κάποιος θ' ἀρκεστεῖ στὸ παραλίγο.
Ἡ νύχτα ἔρχεται βαθιά της μὲ σκοτεινὲς ἀποφάσεις.
Ἔχουμε καιρὸ: ἐσύ, ἐγὼ κι ἕνας θεὸς συμφωνημένος.
Ἔστω, θὰ κάνω ὅ,τι μοῦ πεῖς. Τόσο σὲ θέλω.
Ἄσε τὴ στέγη νὰ ἐπινοεῖ ξαφνικὲς φυγὲς
καὶ τὴν πόρτα νὰ λαχανιάζει ἀργοπορημένα χτυπήματα.
Πάντα ὑπάρχει κάποιος κάμπος ἀνθισμένος.
Κατάλαβέ με, μωρό μου.
Ὅσο γιὰ τὴ Νεοβούλη, ἀνήκει στὴν παρακμή της.
Μάδησε ἡ παρθενιά της, μαράθηκε ἡ γλύκα της.
Ἀκόρεστο θηλυκό: φύτρωσε ἀπότομα
καὶ δὲ χόρταινε ν' ἀνθίζει.
Παράτα την!
Δὲν πρόκειται
νὰ παντρευτῶ τ' ἀνέκδοτα τῶν φίλων μου.
Ἐσένα θέλω: γυναίκα λεία στὸν τρόπο της.
Ἡ ἄλλη μπορεῖ νὰ κατεργάζεται ἀφοσίωση
στὰ πλήθη τῶν χειριστῶν της.
Ἔλα λοιπόν, πρὶν καταντήσει τὸ πάθος μου τυφλὴ ἀποβολή.”
Τὴν ὥρα ποὺ ὁ μανδύας μου τὴ βύθιζε σὲ κεῖνο
τὸ πανδαιμόνιο τῶν ἀνθισμένων λουλουδιῶν,
ὁ τρυφερὸς λαιμός της σπαρταροῦσε σὰν τρομαγμένο ἐλάφι
στὴν ἐπικίνδυνη ἀγκαλιά μου. Ἄγγιξα τὰ στήθη της.
Λίγο πιὸ κάτω, θρόιζε μιὰ ἥβη ἀνεξερεύνητη.
Προχώρησα μὲ χάδια μουδιασμένα καὶ ξαφνικά,
ξέσπασα ὁλόλευκος σὲ ξέφωτο ξανθό.

Βλέπεις ἐκείνη τὴ συκιὰ στὸ βράχο;
Μὲ πόση ἄνεση ταΐζει τόσες κουροῦνες!
Μιὰ ποὺ τὸ 'φερε ὁ λόγος: φιλόξενο πλάσμα ἡ Πασιφίλη.

Φουσκώνει ὁ μανδύας σου τὴν ἱστορία
τῶν συναναστροφῶν σου, ἄθλιο θηλυκό.
Ὁ σκαπανέας Ἱππώνακτας τὴν ξέρει ἀπ' ἔξω κι ἀνακατωτά.
Τὸ ἴδιο κι ὁ Ἀρίφαντος. Τὶ τύχη!
Δὲν ἔπιασε τὸν κλέφτη νὰ βρωμολογάει κλοπή. Τὴν ὥρα
ποὺ προσπαθοῦσε ν' ἀποκρούσει τὸν κανατὰ Αἰσχυλίδη,
σὲ ἀπάλλαξε ὁ Ἱππώνακτας ἀπὸ τὴν παρθενιά σου
καὶ τέρμα οἱ κουβέντες.

Ἔβγαλε τὸ ἱερὸ μαντήλι ἀπ' τὰ μαλλιὰ της
ἡ Ἀλκιβίη, τὸ ἀφιέρωσε στὴν Ἥρα
κι ἔτρεξε ἥσυχη νὰ δαπανήσει τὴν παρθενιά της.

Κρατοῦσε ἕνα τρυφερὸ κλαδὶ μυρτιᾶς
κι ἕνα ὡραῖο τριαντάφυλλο.
Τῆς ἄρεσε: χαμογελοῦσε. Τὰ μαλλιά της
ἔσταζαν νύχτα πίσω της.

Γάμο ξεκίνησα, μπουρδέλο ἄνοιξα μαζί σου.
Ἔγινα ἡ πιὸ διάσημη νταντὰ
στὴ συντεχνία τῶν παράνομων μαμῶν σου.

Ἦρθε στὸ κέφι καὶ κατέβαζε τὴν μπίρα
μονοκοπανιὰ σὰν Θράκας.
Στὸ τέλος, ξεχύλισε σὰν Φρύγας
κι ἔπεσε ξερὴ σὰν θηλυκό.

Ξέρω μιὰν ἄλλη θεραπεία γι' αὐτὸ τὸ πρήξιμο.

Μύριζες μπαγιάτικο ἐραστὴ καὶ σὲ ἀέρισα
ἑφτὰ ὁλόκληρα χρόνια μὲ τὴν ἀφοσίωσή μου.
Ὕστερα ζωντάνεψες· ἄρχισες νὰ ἔχεις ἄποψη.
Ἔλειψα κι ἔκανες τὸ σπίτι μπουρδέλο.
Τώρα ντύνεσαι τὸν παλιό σου ἑαυτὸ
καὶ χάνεσαι, ὅταν νυχτώνει συνουσία.

Ποιός ἄντρας θὰ σὲ πάρει;
Βρὲς κανένα βάτραχο ἀπὸ τὴ Σέριφο
κι ὅταν χορτάσεις δίψα, γαμήσου·
κι ἄν δὲ χορτάσεις, ἄντε γαμήσου!

Ὁ χρόνος, ἡ σκληρὴ δουλειὰ καὶ ἡ ὑπομονὴ
ὁλόκληρες περιουσίες καταθέτουν
στῆς πουτάνας τὸ μουνί.
(Πολλά δ' εἰς πόρνης γυναικὸς ἐρρυΐσκετ' ἔντερον
τὰ χρόνῳ μακρῷ πόνῳ τε συλλεγέντα χρήματα)


http://cantfus.blogspot.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου