Αναγνώστες

Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2016

Το Σουφλί και οι Σουφλιώτες


Είχαν να λένε οι ντόπιοι στα νυχτέργια τους, τα χειμωνιάτικα βράδια, για το τι σκαρφίζονταν οι παλαιότεροι για να ξεφορτωθούν το Τούρκο μέσα από την πολιτεία τους. Εκεί να βλέπεις χάσκαρα και γέλια, σαν διηγόντουσαν σπαρταριστές ιστορίες για φαντάσματα, περδουκλώματα, για καβαλίκες των αγάδων κι ένα σωρό του κόσμου αβανιές, που τους έκαναν να πιστεύουν πως τ’ αερικά και τα δαιμόνια ξεσηκώνονταν ενάντια τους, γιατί ήθελαν λέει τον εξολοθρεμό τους.
Να, γιατί λοιπόν τα χτήματα όλα ένα γύρο, μουριές, σταροχώραφα, περιβόλια, αμπέλια και μποστάνια ήταν ολότελα στα χέρια των ντόπιων Χριστιανών. Που να βρεθεί κανένας αγάς κτηματίας εκεί, ακόμα κι έμπορος; Τους έδιωχνε βλέπεις ο τόπος, που ήταν σαν μια μεγάλη φάρα κι από ένα γεννοκόπι. Αν έβλεπες κανένα φέσι στο κέντρο ή στο σταθμό, ήξερες πως ήταν κάποιος διοικητικός υπάλληλος, στο Τελωνείο ή στη Ρεζύ, ζαμπίτης ή νιζάμης της τοπικής φρουράς και τίποτε άλλο.
Έτσι ξεχώριζε το Σουφλί ανάμεσα σ’ όλη τη Θράκη, σαν κάτι που δεν μπορούσε να το βάλει ο νους σου μέσα στην καρδιά της Τουρκιάς. Ό,τι και να πεις τη χαιρόσουν εκείνη την πολιτεία, που ήταν ολότελα Ρωμέικη, με την ανεξαρτησία και τη λεβεντιά της και ήξερες από πρώτα πως ήταν έτοιμη για ένα φιλότιμο, να σκοτώσει και να σκοτωθεί για τη μεγάλη που λένε Ιδέα. Μα να μη θαρρέψει κανένας πως ήταν και ντιπ ρέμπελοι ή μπόσικοι άνθρωποι, του σχοινιού και του παλουκιού, που δεν το ’χαν για τίποτα να σαπλαντήσουν τον αντικρυνό τους γιατί τους λοξοκοίταξε…
Όχι. Οι άνθρωποι ήταν νοικοκυραίοι. Ντόμπροι και μπεσαλήδες. Κοίταζαν τη δουλειά τους και δεν πείραζαν κανέναν, αν πρώτος αυτός δεν τους πείραζε. Δεν ήταν ντεληφουσέκια, ούτε κοπούκια. Δεν ήταν μ’ άλλα λόγια παλαβοί. Ξύπνιοι ήταν όσο δεν έπαιρνε και πονηροί όσο έπρεπε, για να μην τους ανεβαίνει κανένας στο κεφάλι και τους πάρει τον αέρα….
Φονικά δεν ακούστηκαν ποτέ στον τόπο τους. Σκοτωμοί στις νταβέρνες, πάνω στον καυγά και σούπα-μούπες, όπως δα γίνονται σ’ όλα τα μέρη του κόσμου, όπου υπάρχουν αψόθυμα νιάτα και γρήγορα ανάβουν τα αίματά τους από μια μικρή παραξήγηση, όχι δε θυμόταν ποτέ οι παλιοί έως τότε. Τα καμπανταϊλίκια ήταν για τους άλλους. Αυτοί αν μάλωναν καμιά φορά θα ’ταν για καμιά διαφιλονικούμενη ρίζα μουριάς ή για κανένα καβάκι. Τότε μπορούσαν ν’ αρπάξουν το στυλιάρι ή τον κασμά και να τον φέρουν στην κεφαλή του άλλου.
Ο τόπος ήταν βέβαια φτωχός και το ψωμί έβγαινε δύσκολα. Μα όπως και να το κάνεις, όλοι αναμεταξύ τους ήταν, όπως είπαμε, σαν μια γενιά. Πες αδέλφια, συγγενήδες, πρωτοδευτεροξάδελφα, κουμπάροι, συμπέθεροι, κι αμέσως φίλιωναν. Το αίμα νερό δε γίνεται. Έκοβαν την αμάχη ευτύς σαν τους παίρναγε ο θυμός –το κακό αίμα που τους είχε βαρέσει στο κεφάλι- κι αντάμα τραβούσαν κανένα ποτηράκι ρακί ή να πιουν λίγο μπρούσκο κρασί για να πάει και τούτο με τις καλιακούδες στο κράκουρα και στην οργή…

Κώστας Θρακιώτης
--------------------------------------------------
Ο Κώστας Θρακιώτης, ψευδώνυμο του Θαλή Προδρόμου, γεννήθηκε στην Αλεξανδρούπολη το 1909, σπούδασε φιλολογία, δίδαξε σε σχολή θεάτρου και εργάστηκε στη μέση εκπαίδευση. Πέθανε στις 6 Δεκεμβρίου 1994 στην Αθήνα.
--------------------------------------------------
Στη φωτογραφία βλέπουμε «γαϊδουροκαβαλλαρία» νέων του Σουφλίου στη Δαδιά, αρχές της δεκαετίας το ’30.
--------------------------------------------------
http://voreasmagazin.blogspot.gr/2012/07/blog-post_5560.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου