Αναγνώστες

Κυριακή, 27 Δεκεμβρίου 2009

Νίκος Καζαντζάκης

Νίκος Καζαντζάκης

1883-1957 είναι δύο χρονολογικές αγκύλες που κλείνουν μέσα τους τη ζωή ενός ακούραστου αργάτη της σκέψης, ενός ανθρώπου που πίστεψε στον άνθρωπο, ενός ανθρώπου που πίστεψε ότι η καλοσύνη και η αγάπη δεν είναι θυγατέρες του θεού, μα του ανθρώπου. Ένας άνθρωπος φαινόμενο. Ίσως να μην έχει υπάρξει άλλος, στην ιστορία του πνεύματος, τόσο πολυγραφότατος, με τόση μανία να αναλύσει την ανθρώπινη ουσία και την ανθρώπινη ψυχή. Έχει γράψει θέατρο, δοκίμια, ταξιδιωτικά, μυθιστορήματα και ποίηση. Έχει προσφέρει στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό σοβαρές μεταφράσεις σημαντικών έργων μεγάλων συγγραφέων και φιλοσόφων. Το έργο του είναι τεράστιο, πολύπτυχο και βαθύτατο. Χρειάζεται μια ζωή να διαβαστεί να αναλυθεί και να παρουσιαστεί.

Το έργο του είναι πάντα επίκαιρο, γιατί προσπάθησε να ανιχνεύσει τις σταθερές της ανθρώπινης εσωτερικότητας και το πέτυχε. Έχει μεταφραστεί σχεδόν σ' όλες τις γλώσσες και διαβάζεται απ' όλο τον κόσμο. Θεατρικά του κείμενα έχουν πολλές φορές παρουσιαστεί, ενώ πολλά μυθιστορήματά του έχουν γίνει ταινίες. Με αφορμή τα 40 χρόνια από το θάνατό του, έγιναν εκδηλώσεις προς τιμήν του και συνέδρια πάνω στο έργο του.

Με αφορμή αυτή την επέτειο, κάνουμε μιαν αναφορά στη ζωή και το έργο του, πολύ μικρή αναγκαστικά, γιατί πάρα πολλά μπορούν να ειπωθούν γι' αυτόν το γίγαντα, χρησιμοποιώντας κυρίως τα δικά του λόγια έτσι όπως μας τ' άφησε στα βιβλία του.

Ο Νίκος Καζαντζάκης, γιος της Μαρίας και του Μιχάλη Καζαντζάκη, γεννήθηκε στο Μεγάλο Κάστρο (σημερινό Ηράκλειο) στις 18 Φεβρουαρίου 1883. Ο ίδιος μιλώντας για τους προγόνους του λέει: ΄΄Σκύβω μέσα μου και ανατριχιάζω, οι πρόγονοί μου από τη φύτρα του κυρού, αιμοβόροι, κουρσάροι στη θάλασσα πολέμαρχοι στη στεριά, χωρίς φόβο μήτε ανθρώπου μήτε θεού. Από το σόι της μάνας μου μουντοί, αγαθοί χωριάτες που έσκυβαν ολημερίς στη γης μ' εμπιστοσύνη".




Ο μικρός Νίκος μεγαλώνει κάτω από τη σκιά και το φόβο του σκληροτράχηλου πατέρα του, "'που σπάνια μιλούσε δε γελούσε , δε μάλωνε, κάποτε μονάχα έτριζε τα δόντια του ή έσφιγγε τη γροθιά του κι αν τύχαινε να κρατούσε κανένα πικραμύγδαλο έστριβε τα δάκτυλά του και το έκανε σκόνη." Χαρακτηριστική είναι όμως η οξυδέρκεια και η διαίσθηση του κρητικού πατέρα, καθώς αφόπλισε, άοπλος αυτός, μα μόνο με την ψυχική και σωματική του δύναμη ένα τούρκο ψευτοπαλληκαρά, έδωσε στη γυναίκα το σπαθί του τούρκου λέγοντας "άμα μεγαλώσει ο γιος σου, δώστο του να ξύνει το μολύβι του" .

Ο Νίκος είχε τρία αδέρφια, την Αναστασία την Ελένη και τον Γιώργο. Η Κρήτη ήταν κάτω από τον τούρκικο ζυγό και οι κρητικές επαναστάσεις συνεχείς. Ένα βράδυ που γινόντουσαν εχθροπραξίες μεταξύ κρητικών και τούρκων ο Μιχάλης Καζαντζάκης ή Καπετάν Μιχάλής θέλοντας να φυγαδεύσει την οικογένειά του, έδωσε υπνωτικές σταγόνες στο μικρό Γιώργο για να μην κλαίει, μα το παιδί κοιμήθηκε και δεν ξαναξύπνησε.

Στα 1887 ο Νίκος στέλνεται στο Γαλλικό Κολέγιο της Νάξου, σ' ένα καθολικό μοναστήρι για να γλυτώσει από τους τούρκικους διωγμούς. Μένει τρία χρόνια και μαθαίνει γαλλικά και ιταλικά και έχει την πρώτη του επαφή με το ευρωπαϊκό πνεύμα. Οι ικανότητές του εκτιμούνται και αποφασίζεται από τη μονή να τον στείλουν στο Βατικανό για σπουδές και καριέρα καρδινάλιου. Το μαθαίνει αυτό ο Καπετάν Μιχάλης και απειλεί να κάψει το μοναστήρι αν δεν του δώσουν το γιο του πίσω.

Στην παιδική ηλικία του Ν. Κ τέσσερα είναι τα στοιχεία μέσα στο ζωντανό κόσμο που αφέθηκε για να υπάρξει, που του' δωσαν ένα αναγεννητικό ψυχικό ξύπνημα και όπως φάνηκε του σημάδεψαν όλη του τη ζωή. Ο έναστρος ουρανός, η θάλασσα, η γυναίκα και ο θάνατος. Μεγαλώνοντας τελειώνει το δημοτικό σχολείο και φυτά στο γυμνάσιο Ηρακλείου, ο ίδιος για τη νιότη γράφει, "Την παλιά εκείνη εποχή στο τόπο μας η ήβη ξυπνούσε πολύ αργά, κατακόκκινη από ντροπαλοσύνη και μάχουνταν να κρυφτεί πίσω από λογής-λογής μάσκες". Και αλλού. "Η νιότη ζητάει αθανασία , δεν τη βρίσκει, συμβιβασμό δεν καταδέχεται, κι από περφάνια αρνιέται τα πάντα. Όχι κάθε νιότη, η νιότη η λαβωμένη από την αλήθεια."

Ακόμα , στην "Αναφορά στο Γκρέκο", ένα βιβλίο που βρίσκεται μισό στο μύθο μισό στη πραγματικότητα, ο Ν.Κ. περιγράφει μια ερωτική περιπέτειά του, μέσα σ' ένα εκκλησάκι στη κορφή του Ψηλορείτη, με την Ιρλανδέζα δασκάλα του των αγγλικών. "Μείναμε μόνοι μέσα στο εκκλησάκι, χτισμένο ξερολιθιά, η Ιρλαντέζα κι εγώ, από το ταπεινό τέμπλεο μας κοίταζαν ο Χριστός και η Παρθένα, μα εμείς δεν τους κοιτάζαμε, αντίχτιστοι, αντιπάρθενοι δαιμόνοι είχαν σηκωθεί μέσα μας, άπλωσα το χέρι άρπαξα από σβέρκο την Ιρλαντέζα κι αυτή έσκυψε υποταχτική, αυτό περίμενε, κυλιστήκαμε κάτω στις πλάκες, χάθηκα άνοιξε μια μαύρη καταπακτή και με κατάπιε, όταν άνοιξα τα μάτια ξέκρινα το Χριστό να με κοιτάζει από το τέμπλεο αγριεμένος και η πράσινη σφαίρα που κρατούσε στο δεξό του χέρι κουνιόταν, θαρρείς κ' ετοιμαζόταν να μου τη ρίξει, τρόμαξα, μα με τύλιξε το γυναικείο μπράτσο και ξαναβούλιξα στο χάος"' "Ένα θεριό τυφλό, ασυνάρτητο , που πεινάει και δεν τρώει, που ντρέπεται να φάει που δεν έχει παρά να γνέψει στην ευτυχία που περνάει το δρόμο, και πρόθυμη αυτή να σταθεί και δεν της γνέφει, ανοίγει τη βρύση και αφήνει τον καιρό να τρέχει ανοφέλευτα, ένα θεριό που δεν ξέρει πως είναι θεριό είναι η νιότη".

Αφού τελείωσε το γυμνάσιο, ο Ν.Κ. σπουδάζει νομική στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και παίρνει το δίπλωμά του με άριστα το 1906. Την ίδια χρονιά δημοσιεύεται το πρώτο του βιβλίο, "Όφις και Κρίνο", όπου φαίνεται καθαρά η επίδραση του Danouzzio, ερεθισμένος ερωτισμός, αποθέωση του εκούσιου θανάτου, αισθητική καλλιέργεια και ρομαντική λατρεία του Εγώ. Στα 1908 παρακολουθεί τη διδασκαλία του Andrι Bregson στο Collage de France. Μένει στο Παρίσι και παρακολουθεί μαθήματα νομικής. Με το ψευδώνυμο Πέτρος Ψηλορείτης γράφει τη διατριβή "Ο Φρειδερίκος Νίτσε εν τω Βίω του Δικαίου και της Πολιτείας" και συνάμα αναδεικνύεται διδάκτωρ της Νομικής.


Μυείται σε όλα τα φιλοσοφικά ρεύματα του σύγχρονου ευρωπαϊκού πνεύματος, γνωρίζει από κοντά όλες τις θρησκείες, γιατί αρχίζει να πιστεύει πως η ψυχή είναι η κυρίαρχη ουσία. Αποφασίζει να ταξιδέψει σε όλα τα μέρη του κόσμου, να μελετήσει την ανθρώπινη ψυχή, να πάρει εμπειρίες και να αφήσει το χρόνο να του στρώσει το δρόμο. Μυαλό δημιουργικό, γόνιμο, μνήμη τρομερή, μόνο γι' αυτά που τον ενδιέφεραν, έχει σπέρματα από τον Όμηρο, το Χριστό, το Βούδα, το Νίτσε και το Μπρεκσόν.



Οι σκέψεις του οι μεταφυσικές, η φιλοσοφική του διάθεση, πάντα οι μεγάλοι ποιητές έχουν έντονη φιλοσοφική διάθεση όπως και οι μεγάλοι φιλόσοφοι έχουν δυνατή ποιητική έμπνευση, η γλωσσοπλαστική του ικανότητα, το γλαφυρό γράψιμο, οι εκρηκτικές του λέξεις, οι παραστατικές του παρομοιώσεις θυμίζουν λίγο απ' όλους τους πιο πάνω. Όμως για όλους πάντα ήταν ένας καλός μελετητής, αναλυτής του έργου των και σοβαρός κριτής. Τα κείμενά του γεμάτα πρωτότυπες ιδέες, πλάθουν φαντασμαγορική εικόνα στον αναγνώστη, μαγευτική, υποβλητική γεμάτη αρμονία πειστικότητα και ομορφιά.


Στα 1911 παντρεύεται στο Ηράκλειο τη Γαλάτεια Αλεξίου, μετά από πολύχρονο δεσμό, μα αυτός ο γάμος θα διαλυθεί άδοξα μετά από 15 χρόνια. Αυτά τα χρόνια ο Καζαντζάκης είναι δοσμένος ολοκληρωτικά στις μελέτες και τα ταξίδια του. Γράφει: " Στη ζωή μου οι πιο μεγάλοι ευεργέτες στάθηκαν τα ταξίδια και τα ονείρατα"

Κοντά στα 1914 γνωρίζει τον Άγγελο Σικελιανό, θα τους ενώσει μια βαθιά φιλία και μια κοινή πίστη σε ιδανικά που μόνο ο θάνατος του Σικελιανού μπόρεσε να τις απολιθώσει. Επισκέπτονται μαζί το Άγιο Όρος και σκέπτονται την ίδρυση μιας θρησκείας, πράγμα που δεν έγινε ποτέ. Στα 1919 γίνεται γενικός διευθυντής του Υπουργείου περιθάλψεως και αναλαμβάνει την αποστολή του επαναπατρισμού των Ελλήνων του Καυκάσου. Στα 1924 γνωρίζεται με την Ελένη Σαμίου, που θα γίνει αργότερα η δεύτερη γυναίκα του.

Ο Καζαντζάκης αφού διάβασε και ταξίδεψε σαν τον Οδυσσέα, έγραψε την Ασκητική. Η Ασκητική είναι το μέλι που εύφρανε την ψυχή του. Εκεί μεταξύ άλλων, γράφει: "Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο, καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο, το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε ζωή. ' Ήσυχα, καθαρά κοιτάζω τον κόσμο και λέω, όλα τούτα που θωρώ, γρικώ, γεύουμαι, οσφραίνουμαι και αγγίζω είναι πλάσματα του νου μου. ' Εγώ μονάχα υπάρχω φωνάζει ο νους, μέσα στα κατώγια μου οι πέντε μου ανυφάντρες, δουλεύουν υφαίνουν και ξυφαίνουν τον καιρό και το τόπο, τη χαρά και τη θλίψη, την ύλη και το πνέμα. Δεν δέχουμαι τα σύνορα δεν με χωρούν τα φαινόμενα, πνίγουμε! Ο νους βολεύεται, έχει υπομονή, του αρέσει να παίζει, μα η καρδιά αγριεύει δεν καταδέχεται αυτή να παίξει, πλαντάει και χυμάει να σκίσει το δίχτυ της ανάγκης. ' Δε ζυγιάζω δε μετρώ δε βολεύομαι, ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι. '

'. Νίκησε τον στερνό τον πιο μεγάλο πειρασμό, την ελπίδα. Μέσα στο εφήμερο ραχοκόκαλό μου δυο αιώνια ρεύματα ανεβοκατεβαίνουν, μέσα στα σωθικά μου ένας άντρας και μια γυναίκα αγκαλιάζουνται, αγαπιούνται και μισούνται, παλεύουν. Ο άντρας πλανταμένος φωνάζει: είμαι η σαγίτα που θέλει να σκίσει το στημόνι, να τιναχτεί όξω από τον αργαλειό της ανάγκης, να ξεπεράσω το νόμο να συντρίψω τα κορμιά να νικήσω το θάνατο! Είμαι ο σπόρος ! Και η άλλη βαθιά μαυλιστική φωνή, η γυναικίσια, αποκρίνεται γαληνεμένη και σίγουρη: κάθουμαι διπλοπόδι απάνου στο χώμα, αμολώ τις ρίζες μου βαθιά στα μνήματα, δέχουμαι τον σπόρο ακίνητη και τον θρέφω, είμαι όλη γάλα και ανάγκη και λαχταρώ να γυρίσω πίσω να κατέβω στο ζώο να κατέβω πιο χαμηλά, στο δέντρο, μέσα στις ρίζες και στα χώματα, να μη σαλεύω, κρατώ, σκλαβώνω την πνοή δεν την αφήνω να πετάξει, μισώ τη φλόγα που ανεβαίνει Είμαι η μήτρα! '

'Δεν είμαι καλός , δεν είμαι αγνός, δεν είμαι ήσυχος. Αβάσταχτη είναι η ευτυχία και η δυστυχία μου, είμαι γιομάτος άναρθρες φωνές και σκοτάδι. Δεν είμαι φως, είμαι η νύχτα, μα μια φλόγα λοχίζει ανάμεσα στα σωθικά μου και με τρώει, είμαι η νύχτα που την τρώει το φως. Αγάπα τον κίνδυνο, τι είναι πιο δύσκολο; αυτό θέλω. Να 'σαι ανήσυχος αφχαρίστητος απροσάρμοστος πάντα. Όταν μια συνήθεια καταντάει βολική να τη συντρίβεις.'

' Εγώ δεν είμαι τίποτα, εγώ είμαι ο πίθηκος, αυτός ο άνθρωπος, εγώ είμαι ο άνθρωπος, αυτός ο γιος του ανθρώπου. Μια δύναμη μέσα σου ανώτερή σου διαπερνάει συντρίβοντας το κορμί σου και το νου σου και φωνάζει. Παίξε το τωρινό και το σίγουρο παίξε το για το μελλούμενο και αβέβαιο, μην κρατάς τίποτα για υστερνή, μου αρέσει ο κίντυνος, μπορεί να χαθούμε μπορεί να σωθούμε, μη ρωτάς, απίθωνε κάθε στιγμή στα χέρια του κιντύνου το κόσμο όλο, εγώ ο σπόρος του αγέννητου τρώγω τα σωθικά της ράτσας σου και φωνάζω. '

' Συμπυκνώνω σε μια αστραπόχαρη στιγμή τη σπορά, το φύτρωμα, το άνθισμα, το κάρπισμα και την εξαφάνιση του κάθε δέντρου, ζώου, ανθρώπου, άστρου και θεού. Όλη η γης ένας σπόρος φυτεμένος μέσα στους γύρους του μυαλού μου, ότι αρίφνητα χρόνια πολεμάει μέσα στη σκοτεινή μήτρα της ύλης να ξετυλιχτεί και να καρπίσει μέσα στο κεφάλι μου ξεσπάει σαν μια μικρή βουβή αστραπή. Εγώ και 'συ μονάχα υπάρχουμε, εγώ και 'συ είμαστε ένα, και το ένα τούτο δεν υπάρχει!"

Η Ασκητική είναι μια προσπάθεια συγκέντρωσης όλων των ψυχικών δυνάμεων του ανθρώπου, να κάνει πνεύμα την ύλη και να απαλλαχτεί από το σφιχτό αγκάλιασμα της ύλης, αυτής της ακατάλυτης δύναμης που είναι ζωή και θάνατος, κίνηση και ακινησία, ταυτόχρονα αγώνας ασταμάτητος, δυναμικός, αιματηρός, για την απαλλαγή από κάθε ελπίδα και φόβο και για λευτεριά από κάθε ανάγκη ακόμα και αυτής της λευτεριάς και ανύψωση της ζωής πάνω από το θάνατο σε μεταφυσικά στρώματα σε σφαίρες αδράνειας όχι όμως εξαφάνισης αλλά σιγής αιώνιας στην ποθητή νιρβάνα.

Κάπου στα 1917 ο Καζαντζάκης γνωρίζει τον Ζορμπά, τον Γιώργη Ζορμπά, αυτό είναι το αληθινό του όνομα και όχι Αλέξης όπως στο μυθιστόρημα. Ο Καζαντζάκης βάζει τα χρήματα και ο Ζορμπάς στρατολογεί εργάτες και σύνεργα και φτιάχνουν ένα μεταλλείο λιγνίτη στο Παστροβά της Μάνης. Και οι δυο τους γνωρίζουν πως δεν θα' χε μέλλον, μα αυτό δεν τους ενδιαφέρει.

Το 1943 ο Καζαντζάκης μαθαίνει το θάνατο του φίλου του Γιώργη Ζορμπά. Συντριμμένος από τον πόνο και τη θλίψη, γράφει το πιο εύθυμο μυθιστόρημα που έγραψε ποτέ.. Προλογίζοντάς το γράφει:

"Αν ήθελα να ξεχωρίσω ποιοι άνθρωποι αφήκαν βαθύτερα τα χνάρια τους στην ψυχή μου, ίσως να ξεχώριζα τον Όμηρο, το Βούδα, το Νίτσε, το Μπέρκσονα και τον Ζορμπά. Ο πρώτος στάθηκε για μένα το γαληνό κατάφωτο μάτι, σαν το δίσκο του ήλιου που φωτίζει με απολυτρωτική λάμψη τα πάντα. Ο Βούδας το άπατο κατάμαυρο μάτι όπου πνίγεται και λυτρώνεται ο κόσμος, ο Μπέρκσονας με αλάφρωσε από μερικά άλυτα φιλοσοφικά ρωτήματα που με τυραννούσαν στα πρώτα νιάτα. Ο Νίτσε με πλούτισε με καινούργιες αγωνίες και μ' έμαθε να μετουσιώνω τη δυστυχία, την πίκρα την αβεβαιότητα σε περηφάνια. Και ο Ζορμπάς μ' έμαθε ν' αγαπώ τη ζωή και να μη φοβούμαι το θάνατο.

Ο Ζορμπάς είχε ότι χρειάζεται ένας καλαμαράς για να σωθεί. Την πρωτόγονη ματιά που αδράχνει ψυλάθε σαϊτευτά τη θροφή της, τη δημιουργικιά κάθε πρωί ανανεούμενη αφέλεια να βλέπει ακατάπαυτα για πρώτη φορά τα πάντα και να δίνει παρθενιά στα αιώνια καθημερινά στοιχεία. Αγέρα, θάλασσα, φωτιά, γυναίκα, ψωμί. Τη σιγουράδα του χεριού, τη δροσεράδα της καρδιάς, την παληκαριά να κοροϊδεύει την ίδια του την ψυχή, σαν να 'χε μέσα του μια δύναμη ανώτερη από τη ψυχή και τέλος το άγιο, γάργαρο γέλιο, από βαθιά πληγή, βαθύτερο από το σπλάχνο του ανθρώπου, που ανατινάζουνταν απολυτρωτικό στις κρίσιμες στιγμές από το γέρικο στήθος του Ζορμπά. Ανατιναζόταν και μπορούσε να γκρεμίσει και γκρέμιζε όλους τους φράχτες, ηθική, θρησκεία, πατρίδα που άσκωσε γύρω του, ο κακομοίρης ο φοβιτσιάρης ο άνθρωπος για να κουτσοπορέψει ασφαλισμένα τη ζωούλα.

Όταν συλλογίζουμαι με τι θροφή τόσα χρόνια με τάιζαν τα βιβλία και οι δάσκαλοι για να χορτάσουν μια λιμασμένη ψυχή και τι λιονταρίσιο μυαλό με τάισε ο Ζορμπάς σε λίγους μήνες, δύσκολα μπορώ να βαστάξω την πίκρα μου και την αγανάκτηση. Αν άκουγα τη φωνή του, όχι τη φωνή του την κραυγή του, η ζωή μου θα'χε πάρει αξία θα ζούσα με αίμα και σάρκα και κόκκαλα ότι τώρα χασισοπότικα στοχάζουμαι και ενεργώ με χαρτί και καλαμάρι. Μα δεν τόλμησα, έβλεπα τον Ζορμπά μεσάνυχτα να χορεύει χλιμιντρίζοντας και να μου κράζει να τιναχτώ και 'γώ από το βολικό καβούκι της φρονιμάδας και της συνήθειας και να φύγω για τα μεγάλα τ' αγύριστα ταξίδια μαζί του, και 'μενα ασάλευτος τουρτουρίζοντας. Πολλές φορές έχω ντραπεί στη ζωή μου, γιατί έπιασα την ψυχή μου να μη τολμάει να κάνει ότι η ανώτατη παραφροσύνη, η ουσία της ζωής μου φώναζε να κάνω. Μα ποτέ δεν ντράπηκα για την ψυχή μου τόσο, όσο μπροστά στο Ζορμπά".

"Κι αν είναι θάνατος ετούτος εμείς θα τον κάμουμε χορό, εμείς καρδιά μου ας του δώσουμε το αίμα μας να ζωντανέψει, ας κάνουμε ότι μπορούμε να ζήσει λίγο ακόμα ο εξαίσιος αυτός φαγάς, πιοτής, δουλευταράς, γυναικάς κι αλήτης. Ο χορευτής, ο πολεμιστής, η πιο πλατιά ψυχή, το πιο σίγουρο σώμα η πιο λεύτερη κραυγή που γνώρισα ποτέ στη ζωή μου".

Στα 1946 προτάθηκε στο Ν.Κ. να υποβάλει υποψηφιότητα για το βραβείο Νόμπελ. Στην αρχή αρνήθηκε, ύστερα όμως από πιο ώριμη σκέψη είπε πως μόνο μαζί με τον Άγγελο Σικελιανό θα ήταν σύμφωνος να τους απονεμηθεί το βραβείο. Γι' αυτό το έτος όμως η αίτηση του Καζαντζάκη και του Σικελιανού προς τη Σουηδική Ακαδημία ήταν εκπρόθεσμη. Έτσι χάνουν αυτή την ευκαιρία.

Με μεσολάβηση της φίλης του Μαρίας Βοναπάρτη, η Γερμανίδα βασίλισσα της Ελλάδας, σύμφωνα με πληροφορίες, εμπόδισε την Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία να μην πέσει στο σφάλμα να αναθεματίσει τον Ν.Κ. και το έργο του και έτσι να γίνει γελοία σ' όλο τον θρησκευόμενο κόσμο.

Ο Ν.Κ. θεωρούσε σαν καλύτερο έργο του την Οδύσσεια, είχε εμψυχώσει και ταυτιστεί απόλυτα με τον ήρωά του, τον Οδυσσέα. Το 'γραψε επτά φορές ώσπου να του δώσει την οριστική του μορφή. Αποτελείται από 33333 στίχους, όλους δεκαεπτασύλλαβους. Πρέπει να είχε μεγάλο ταλέντο, μεγάλο πάθος και υπομονή για να μπορέσει να κάνει όλους αυτούς τους στίχους δεκαεπτασύλλαβους, αποδίδοντας πάντοτε υψηλά νοήματα που ξεκινούν όλα από τις βασικές φιλοσοφικές του θεωρίες που αναλύει στην Ασκητική του.

Ο Καζαντζάκης ταξιδεύει έχοντας μέσα στην καρδιά του την Οδύσσεια και στη καρδιά της καρδιάς του την Ασκητική. "Δεν κάνουμε άλλο ταξίδι παρά γύρω από την ψυχή μας ή το πολύ-πολύ μέσα στη ψυχή μας. Δεν βρίσκουμε στην άλλη άκρη του κόσμου, στις πιο παράξενες ξωτικές χώρες παρά την ίδια μας την εικόνα" θα πει στο Βραχόκηπο. Μέσα σε κάθε σελίδα του βραχόκηπου έχει σκορπίσει και μιαν εξομολόγηση, όπως συνήθιζε να κάνει σχεδόν σ' όλα τα έργα του. "Τέλεψα, λέει σ' ένα κινέζο φίλο του επαναστάτη, όλες μου τις θητείες, είμαι ένας λεύτερος άνθρωπος, δεν έχω καμιά ψευδαίσθηση, δεν ελπίζω τίποτα, απέχω από τον αγώνα όχι από ραθυμία ή δειλία, παρά γιατί ξέρω" -ο συνομιλητής του τον ρωτά: "Τι ξέρεις;" - και ο Καζαντζάκης: "Το τέλος όλων των πραγμάτων", και όταν ο κινέζος φανατικός εγκωμιάζει τη δράση, ο Καζαντζάκης συμπληρώνει μέσα του: "Ναι ήξερα όλα αυτά τα συνθήματα, τ' αυτιά μου τα 'χανε χορτάσει, μα είδα πίσω από τα λόγια αυτά την αγυρτεία και το κενό".

Αγωνία, αυτό είναι το κριτήριο που ιδίαζε μέσα στη σκέψη του Καζαντζάκη, αυτό είναι το πιο βαθύ του βίωμα που πάσκισε να εκφράσει σ' όλα του τα βιβλία, όμως χωρίς να μπορέσει ποτέ να αναπάψει την καρδιά του. Γράφει κάπου: "Μυστήριο σκοτεινό και ανυπόταχτο η καρδιά του ανθρώπου, μια στάμνα τρυπημένη με το στόμα πάντα ανοιχτό και όλοι οι ποταμοί της γης να χυθούν μέσα της, απομένει αδειανή και διψασμένη". "Με θαρρούν λόγιο, διανοούμενο, γραφιά και δεν είμαι τίποτα απ' αυτά, τα δάχτυλά μου όταν γράφω δεν μελανώνονται, αιματώνονται. Θαρρώ δεν είμαι παρά τούτο, μια απροσκύνητη ψυχή".


"Μαζεύω τα σύνεργά μου, όραση, ακοή, γεύση, όσφρηση, αφή, μυαλό. Βράδιασε πια, τελεύει το μεροκάματο, γυρίζω σαν το τυφλοπόντικα σπίτι μου, στο χώμα. Όχι γιατί κουράστηκα να δουλεύω, δεν κουράστηκα μα ο ήλιος βασίλεψε." Έτσι αρχίζει ο Ν.Κ. το τελευταίο του έργο, Αναφορά στο Γκρέκο, και είναι η πρώτη φορά που κάνει σοβαρά μνεία στο θάνατο, ο οποίος στην πραγματικότητα δεν του είναι μακριά. Στο Σουηδό φίλο του και φιλέλληνα Borje Knos να τι είχε γράψει σε γράμμα του ο Ν.Κ. στις 12.12.1947. "Δεν φοβούμαι τίποτα, δεν ελπίζω τίποτα, είμαι λεύτερος, είναι η φράση που έχω παραγγείλει να μου χαράξουν πάνω από τον τάφο μου. Να νικήσω την illusion και την ελπίδα χωρίς να με κυριέψει τρόμος, τούτη στάθηκε τα τελευταία είκοσι χρόνια όλη η προσπάθεια της ζωής μου, να κοιτάζω κατάματα την άβυσσο χωρίς να βάνω τα κλάματα, χωρίς να παρακαλώ ή να φοβερίζω, μα ήσυχα γαλήνια διατηρώντας την αξιοπρέπεια του ανθρώπου να βλέπω την άβυσσο και να δουλεύω σαν να ήμουν αθάνατος".

Το τέλος όμως αυτού του εβδομηντατετράχρονου έφηβου, τον περίμενε μέσα σε μια κλινική του Φριβούργου, λιωμένος από έναν τριήμερο πυρετό ασιατικής γρίπης, λέει τα τελευταία του λόγια "Διψώ, διψώ, διψώ". "Τον έχω κιόλας δει δυο φορές σ' αυτή την κατάσταση, θα τον βοηθήσετε να ξεπεράσει και τούτη την αναποδιά; δεν είναι έτσι;" ρωτούσε η Ελένη, η σύντροφός του, τον καθηγητή Χάιλμάγερ. Ο γιατρός το υποσχέθηκε, αλλά ήταν Σάββατο και έφυγε, για να γυρίσει μετά τις δέκα το βράδυ, όταν πια όλα είχαν τελειώσει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου