Αναγνώστες

Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2009

Το μυθολογικό στοιχείο στην ποίηση του Γιάννη Ρίτσου

Το μυθολογικό στοιχείο στην ποίηση του Γιάννη Ρίτσου
Του Βίκτορα Σοκολιούκ



Εξετάζοντας τα πολυάριθμα μυθολογικά στοιχεία στους ποιητικούς κύκλους και τα μεγάλα ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου, ο ερευνητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, η συνειρμική απομάκρυνση του απεικονιζόμενου από τον ποιητή επεισοδίου από το μυθολογικό θέμα, ο τονισμός ότι η ελληνική μυθολογία έχει τη βάση της στην ίδια τη ζωή, η χρησιμοποίηση συμβολισμού πανανθρώπινης σημασίας, οι συνειρμικές γέφυρες από τη σύγχρονη εποχή στη μυθολογία και η δημιουργία στα ποιήματα καταστάσεων που εσωτερικά είναι συγγενικές με τις μυθολογικές, όλα αυτά μαζί εξυπηρετούν με συγκεκριμένο τρόπο τους καλλιτεχνικούς στόχους.

Στις σκέψεις του ποιητή για τη μυθολογία, στην πληθώρα των μυθολογικών λεπτομερειών, μοτίβων και προσώπων, ο αναγνώστης συναντά συνέχεια κάτι πιο σημαντικό που δεν έχει εφήμερο χαρακτήρα και που ανοίγει το δρόμο για τα απόκρυφα μυστικά της ζωής και της ανθρώπινης ύπαρξης. Αιώνια είναι σύμφωνα με τον Ρίτσο η προσμονή της Πηνελόπης (Μαρτυρίες, Σειρά δεύτερη, εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 1974, σ. 39· "Επαναλήψεις", Αθήνα, 1972, σ. 69), τα μητρικά αισθήματα της Νιόβης (Επαναλήψεις, σ. 62), η αγάπη της Αλκμήνης {Επαναλήψεις, σσ. 54, 76), η πορεία των Αργοναυτών προς το σκοπό τους (Μαρτυρίες, Σειρά δεύτερη, σ. 85) κλπ.
Σύμφωνα με τον ποιητή αυτά και πολλά άλλα ανθρώπινα συναισθήματα, βιώματα, αισθήσεις που απεικονίστηκαν στη μυθολογία, εμφανίζονται απαράλλακτα σε διάφορες ιστορικές εποχές σε διάφορες συγκεκριμένες μορφές. Παρά τις «προόδους στα καπέλα, στα ενδύματα, στις ομπρέλες, στα αμάξια, στα βιολοντσέλα, στη μαγειρική, στις φυλακές, στα αερόπλοια» («Χρυσόθεμις», σ. 180), κάποιες θεμελιώδεις αρχές του ανθρώπου παραμένουν χωρίς ουσιαστικές αλλαγές:

Ευτυχώς, - είπε - κάτι τέτοια μας μένουν,
παρηγορητικά, αναλλοίωτα, ενωμένα,
έτσι σαν να 'μαστε αναλλοίωτοι κ' εμείς
(«Απόσταγμα», Επαναλήψεις, σ. 79)

Όπως υποθέτει ο ποιητής, δεν αλλάζουν μόνο τα συναισθήματα και τα βιώματα, αλλά και μερικά σύνολα, συστήματα κοινωνικών φαινομένων και διαπροσωπικών σχέσεων, μερικές καταστάσεις από τη ζωή που το πρότυπο τους υπάρχει μέσα στη μυθολογία:

Κουράστηκα να λέω χρονολογίες - 590,447, 356· -
αλλάζουν οι αριθμοί, και οι άνθρωποι ίδιοι, οι πόλεμοι ίδιοι.
(«Δελφοί», σ. 303)

Η παραγωγική ανάπλαση των μυθολογικών καταστάσεων, στα ποιήματα στο επίπεδο της σύγχρονης εποχής, μοιάζει να εικονογραφεί αυτή τη θέση. Όπως κάποτε η Δήμητρα αναζητούσε την Περσεφόνη, η γριά από το ποίημα «Ανασκαφές, Ι» (Διάδρομος και Σκάλα, εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 1973, σ. 91) αναζητά την κόρη της Άννα. Για να υπογραμμιστεί ακόμη περισσότερο το αιώνιο της κατάστασης, ο ποιητής δείχνει πως η σύγχρονη γριά μητέρα προσπαθεί να αναζητήσει την κόρη της στον τόπο των ανασκαφών (θα έλεγε κανείς στην ιστορία). Σε άλλο ποίημα της ίδιας συλλογής υπάρχει μια άλλη "αιώνια" κατάσταση:

Κι αυτός, ασάλευτος,
δεμένος στον τροχό, με την ιδέα πως ταξιδεύει τάχα,
νιώθοντας τον αγέρα να χτενίζει προς τα πίσω τα μαλλιά του,
παρατηρώντας τους συντρόφους του, πετυχημένα μεταμφιεσμένους σε πολυάσχολους ναύτες, να τραβούν ανύπαρχτα κουπιά, να βουλώνουν τ' αυτιά τους με κερί, ενώ οι Σειρήνες είχαν πεθάνει εδώ και τρεις χιλιάδες τουλάχιστον χρόνια.
(«Η σκάλα»)

Εδώ, όπως και σε όλη τη μυθολογική ποίηση του Ρίτσου, συναντάμε μία σειρά περιεκτικές φόρμες που δεν έχουν κοινωνικό και χρονικό προσδιορισμό, στις οποίες αντανακλάστηκαν τα περισσότερο θεμελιακά χαρακτηριστικά της ανθρώπινης κατανόησης του κόσμου, της προσωπικής και κοινωνικής του συμπεριφοράς. Αυτές τις φόρμες θα τις ονομάζουμε μυθολογικά μοντέλα.

Δεν είναι δύσκολο να προσέξουμε ότι στα πλαίσια των μυθολογικών μοντέλων ο Ρίτσος ξεχωρίζει μερικές σταθερές ιδιαιτερότητες της ανθρώπινης αντίληψης του κόσμου, καθώς επίσης και κάποιες μοναδικές καταστάσεις από τη ζωή. Σχετικά με αυτό ξεχωρίζουμε μέσα στα μυθολογικά μοντέλα τους μυθολογικούς τύπους και τους μυθολογικούς ρόλους.

Με το μυθολογικό τύπο εννοούμε τις γενικές μορφές σκέψης, φαντασίας, βιωμάτων, τα κοινά συναισθήματα, τις ηθικές έννοιες κλπ. Με το μυθολογικό ρόλο εννοούμε τον τύπο της κοινωνικής συμπεριφοράς, τη συγκεκριμένη παραλλαγή επίλυσης της κατάστασης μιας κοινωνικοψυχολογικής σύγκρουσης που περιέχεται στο μύθο. Ο μυθολογικός ρόλος, ως συνήθως, προϋποθέτει το πρόβλημα της εκλογής.

Έχοντας σαν στόχο την ποιητική έρευνα «του οξύτατου και βαθύτατου και αποφασιστικού προβλήματος, του δυσμετάβλητου της ανθρώπινης ύπαρξης, της φύσης του ανθρώπου και της σχέσης του με τις κοινωνικές συνθήκες» («Περί Μαγιακόβσκη», "Μελετήματα", εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 1974, σ. 29), ο ποιητής επιδιώκει να "παρουσιάσει" τα πιο "αντικειμενικά" μυθολογικά μοντέλα. Μ' αυτό το σκοπό συνδυάζει συχνά στα ποιήματα του στοιχεία της ελληνικής μυθολογίας και της χριστιανικής θρησκείας:

»Τη νύχτα, πλάι στις ροδοδάφνες, - έλεγε -

περπατούν ο Χριστός με τον Απόλλωνα [...].
Ο Απόλλωνας σωπαίνει.
Ο Χριστός σωπαίνει. Ο Ευρώτας κυλάει».


(«Κυκλική δόξα». Ποιήματα, εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 1972, τόμ. 3, σ. 76)

*Ο τόσο πρόωρα χαμένος ελληνιστής λογοτέχνης Βίκτωρ Σοκολιούκ, υπήρξε από τους σημαντικότερους μεταφραστές νεοελληνικής λογοτεχνίας στα ρωσικά αλλά και από τους μελετητές του έργου του Γιάννη Ρίτσου.


Ο ποιητής κάθε Πρωτομαγιάς....
Παρότι πέρασε τόσος καιρός από το θάνατο του Γιάννη Ρίτσου, στα 1990, το έργο του πορεύεται, όπως όλα τα έργα των δημιουργών που ταξιδεύουν ασυνόδευτα από τη φυσική παρουσία τους. Ο χρόνος που χρειάζεται για να διαγνωσθεί, εκ του ασφαλούς, κατά πόσο το έργο του Ρίτσου θα αντέξει στο χρόνο, είναι ακόμα μακρύς. Ίσως θα πρέπει να «ξεχαστεί» κι άλλο μέχρι να «ανακαλυφθεί» ξανά. Ίσως άλλοι, απρόβλεπτοι παράγοντες, να συμβάλουν προς τη μια ή προς την άλλη εξέλιξη. Ίσως, τέλος, η αδιαμφισβήτητη αξία του να το κάνει, ώστε να ξεπεράσει τη συνωμοσία σιωπής που εξυφαίνεται γύρω του.

Η αναφορά στη λέξη συνωμοσία γίνεται συνειδητά, και όχι για να κάνουμε κυνήγι μαγισσών. Μα, δεν μπορούμε και να παραβλέψουμε τις αιτίες. Πως οι φίλοι και οι εχθροί τον θεωρούν κομμουνιστή, πράγμα που τους κάνει να τον αντιμετωπίζουν εξαρχής με μια ετικέτα, η οποία λειτουργεί αλλιώς στην κάθε πλευρά. Και πως το έργο του έχει μεγάλη έκταση. Που δεν αποτρέπει τον αφοσιωμένο λάτρη της ποίησής του. Όλους τους υπόλοιπους, όμως;

Ο Γιάννης Ρίτσος δεν προσήλθε στην Αριστερά με τις αποσκευές της συμβατικότητας. Συντάχθηκε με το κομμουνιστικό κίνημα στην εξαιρετικά δύσκολη δεκαετία του '30, αφού πριν, στα σανατόρια απ' τα οποία πέρασε (ως άπορος, αυτός, το πρώην αρχοντόπουλο), σπούδασε τις μαρξιστικές ιδέες και συγχρωτίστηκε με τους επαναστατημένους της εποχής.

Ο Γ. Ρίτσος εξεγειρόταν σε όλη του τη ζωή κατά της αδικίας, με το γόνιμο τρόπο του ανυπότακτου. Ήταν εναντίον της εξουσίας, όσο κι αν του στοίχισε αυτό. Πιστός στην κομμουνιστική ιδεολογία του και ασυμβίβαστος, αρνούνταν ό,τι καταστρέφει και υποβαθμίζει τη ζωή και υπηρετούσε ό,τι την έκανε να αξίζει.

Η ανιδιοτέλεια της ποίησής του.....
Σε καιρούς που το πρόσωπο της Επανάστασης προβάλλει μερικές φορές χαρακωμένο, ίσως οι επαναστατικές του δημιουργίες να μη συνεγείρουν όπως παλιά. Κι όμως. Πάντοτε, υπάρχει το δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης. Αυτό που παρουσιάζει την ανθρώπινη αγωνία του ποιητή. Την ωραιότητα της πίστης του. Την ανιδιοτέλειά του. Την ποιητική του. Πιστεύει κανείς ή όχι στα οράματα του Γιάννη Ρίτσου, αρκεί η συναίσθηση ότι ο κόσμος του ήταν ένας κόσμος, για τον οποίο «γίνεσαι ικανός να πεθάνεις», όπως σημείωνε ο Τάσος Λειβαδίτης, για να συγκινηθείς. Κι εν πάση περιπτώσει, η δημιουργία του είναι πολυσήμαντη, δεν περιστρέφεται όλη γύρω από έναν άξονα.

Οι αστοί - με ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις, όπως του Παντελή Πρεβελάκη - δεν του συγχώρησαν ποτέ την ιδεολογική και πολιτική ένταξή του. Αυτή είναι η πρώτη εμμονή τους. Δεν του συγχωρούν και σήμερα ότι δεν είχε αμφιβολίες και, ταυτοχρόνως, ότι «στράτευσε» μέρος της ποιητικής του δραστηριότητας στις αξίες της Επανάστασης. Δεν αντιμετωπίζουν το έργο του στην ολότητά του.

Δέχονται έναν Ρίτσο διαφορετικό από αυτόν που είναι στην πραγματικότητα. Παραλείπουν να ασχοληθούν με το όλον του έργου του (οι φωτεινές εξαιρέσεις υπάρχουν, αλλά δεν είναι, αριθμητικά, αντάξιες ενός τέτοιου έργου). Ανακρίβεια;

Θυμήθηκε κανείς, πως πέρσι, την Πρωτομαγιά, συμπληρώθηκαν τα ενενήντα χρόνια από τη γέννηση του ποιητή; Θα θυμηθεί κάποιος ότι φέτος, την Πρωτομαγιά ακριβώς, συμπληρώνονται 91, κι ας μην είναι στρογγυλή η επέτειος; Ας το σκεφτεί τουλάχιστον ο καθένας από μας και ας του αποδώσει τις τιμές που του αξίζουν, με το να βυθιστεί, έστω και για λίγο, στο «σώμα» της ποίησής του.

Η «οφειλή» των συντρόφων του...
Δε θα έλεγε κανείς πως και οι σύντροφοι ξέρουν καλά το έργο του. Πως είναι σε θέση να το υπερασπίσουν, να το προασπίσουν, να το διαδώσουν, όπως του αξίζει. Όσο ο ποιητής βρισκόταν ανάμεσά μας, συγκινούνταν πολύ να τον γνωρίζουν με τις δυο του ιδιότητες και μόνο (του συντρόφου και του ποιητή), κι ας μην το ξέρουνε καλά καλά - γιατί τον αποδέχονται - αν και η αποδοχή αυτή ήταν πλήρης. Τώρα, όμως; Φτάνει αυτό; Δεν ήρθε ο καιρός να σκύψουμε και πάλι στο έργο του, να το μελετήσουμε, να το κατανοήσουμε, να μας συνεγείρει;

Η δεύτερη εμμονή των αστών είναι και η πλέον διαδεδομένη. «Έγραφε πολλά», ακούς. Και υπονοούν ότι η ποσότητα δε συμβαδίζει με την ποιότητα. Κι ακόμα: «δεν έσκιζε», επιμένουν, κι ας ξέρουν - και οφείλουν όσοι μιλούν γι' αυτό να ξέρουν - ότι έσκισε, κι έκαψε δεκάδες έργων και εκατοντάδες σελίδων.

Ο Ρίτσος σμίλεψε την ασπίδα της ποίησης («ωραία ασπίδα, πιο ωραία ακόμα κι απ' του Αχιλλέα») πιο πολύ από τη μέθη της δημιουργίας. Η ποίηση για εκείνον ήταν πράξη έρωτα, απαραίτητη τροφός, συνοδός, σύντροφος. Έγραφε «από ανάγκη», μένοντας πολύ συχνά ξάγρυπνος, πεινασμένος, διψασμένος, δουλεύοντας δέκα, δώδεκα και μερικές φορές δεκαοκτώ και είκοσι ώρες το εικοσιτετράωρο. Περηφανευόταν αυτός «ο πολυγράφος, ο ακόρεστος» για την παραγωγή του, φέρνοντας πάντοτε παράδειγμα τον Σοφοκλή, τον Αισχύλο και τον Ευριπίδη. Αγαπούσε πολύ ωστόσο και τον Καβάφη, με τα 154 μόλις ποιήματα.

Ποιητής ήταν και όταν δεν έγραφε. Παρατηρούσε, σε θέση μάχης πάντα και ποτέ σε θέση ανάπαυσης, μήπως και χάσει το απειροελάχιστο χρώμα από τα πράγματα. Έκανε ατέρμονες αγώνες δρόμου για να αιχμαλωτίσει τη στιγμή, λαχταρούσε μη και δεν την αθανατίσει. Μέσω της ποίησης, προσελάμβανε τα πάντα, μέσω αυτής ήθελε και να τα μοιράζεται («το πιο βαρύ φορτίο είναι το φως που δεν μπορούμε να το δώσουμε»).

Ήταν, λοιπόν, όλα τα ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου ισάξια; Κανείς δεν το ισχυρίζεται αυτό. Όμως, όλα είναι απαραίτητα για να συγκροτήσουμε σωστά το σώμα της Ποιητικής του. Να δούμε τις κάμψεις και τις ανόδους της. Να παρατηρήσουμε τις αλλαγές και τις στροφές που κάνει. Κι αν τέλος πάντων για τον αμύητο αναγνώστη χρειάζεται ίσως μια ανθολογία (καλό θα έκανε στο έργο του ποιητή μια σοβαρή ανθολόγηση ή και περισσότερες, από ανθρώπους όμως που ασχολούνται χρόνια με αυτό), για τον μελετητή δεν είναι απαραίτητη. Αν δεν ξέρεις το όλον, δεν μπορείς να ασχοληθείς με το μέρος.

Παρηγορητής του κόσμου
Ο Γιάννης Ρίτσος, αυτός ο «απαρηγόρητος παρηγορητής του κόσμου», πρόσφερε παραμυθία σε πολλούς από μας αμέτρητες φορές. Κι όσο κι αν είναι δυστύχημα που στα τελευταία χρόνια όλο και σπανιότερα διαβάζουμε κάτι για τον ποιητή (με την έννοια ότι όσα γράφονται συνήθως βοηθούν στην εκ νέου ανακάλυψη ή και στην καλύτερη γνωριμία), έρχονται πολλές νέες γενιές, που πιστεύουν στον Έρωτα και στην Επανάσταση και που «δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό».

Όταν φτάνεις να αισθάνεσαι την ανάγκη πως πρέπει «να λες: ουρανός. Κι ας μην είναι», τότε ο Γιάννης Ρίτσος είναι έτοιμος να μπει στην ψυχή σου. Και, δεν μπορεί, κάπου θα συναντηθείτε.

Θα συναντηθείτε στις δύσκολες κορφές και στα μονοπάτια του αγώνα, εκεί όπου έδωσε τις ωραιότερες μάχες για να επικρατήσει το Δίκιο. Θα συναντηθείτε στην καθημερινότητα, που πάντα την αντιμετώπιζε σαν κάτι το ξεχωριστό. Θα διασταυρωθούν οι σκέψεις σας για τον Κόσμο, για τα Πράγματα, για την Ελευθερία. Θα συγκινηθείτε με τις επιλογές του, με τα μεγαλοφυή του πετάγματα, με τις σταθερές του και με τις αμφιβολίες του. Θα συμφωνήσετε μαζί του, πως εκείνο «που επιζεί του θανάτου σου είναι αυτό που στερήθηκες στη ζωή σου» («Γραφή Τυφλού»). Θα επαναλάβετε με πείσμα: «Ζωή - ένα τραύμα στην ανυπαρξία» («Πέτρες - Επαναλήψεις - Κιγκλίδωμα»). Και θα θαυμάσετε τον τρόπο, με τον οποίο τα έλεγε όλα. Ενδεικτικό μονάχα, το ποίημα «Πραγματικά χέρια» από τη «Γραφή Τυφλού», γραμμένο μέσα στη χούντα:




«Αυτός που χάθηκε ανεξήγητα ένα απόγευμα (ίσως/ και να τον πήραν) είχε αφήσει στο τραπέζι της κουζίνας/ τα μάλλινα γάντια του σα δυο κομμένα χέρια/ αναίμακτα, αδιαμαρτύρητα, γαλήνια, ή μάλλον/ σαν τα ίδια του τα χέρια, λίγο πρησμένα, γεμισμένα/ με το χλιαρόν αέρα μιας πανάρχαιης υπομονής. Εκεί,/ ανάμεσα στα χαλαρά, μάλλινα δάχτυλα,/ βάζουμε πότε - πότε μια φέτα ψωμί, ένα λουλούδι/ ή το ποτήρι του κρασιού μας, ξέροντας καθησυχαστικά/ ότι στα γάντια τουλάχιστον δεν μπαίνουν χειροπέδες».

Στα δικά του χέρια πάντως, όσες φορές κι αν τις φόρεσαν, ήταν σαν να μην υπήρχαν. Συνέχισε να γράφει όπως αισθανόταν, με την ωραία βεβαιότητα: «αυτό το χαμόγελο κι αυτόν τον ουρανό, δεν μπορούν να μας τα πάρουν». Και ποτέ δεν μπόρεσαν.

( Το κείμενο αυτό της Αντιγόνης Καρατάσου, δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ριζοσπάστης» στις 29-4-2000)


Η μεγάλη στροφή στην ελληνική ποίηση...
Όταν το 1963 ο Μίκης Θεοδωράκης μελοποιεί Γιάννη Ρίτσο και εκδίδει τον "Επιτάφιο", μια σελίδα της ιστορίας έχει γυρίσει. Ένα στοίχημα ξεκινάει και, αν δεν μεσολαβούσε η Δικτατορία, θα κερδιζόταν νωρίτερα από το '74. Γιατί ο Μίκης συνεχίζει ακάθεκτος: 1964 "Άξιον Εστί" (Οδυσσέας Ελύτης), 1966 "Μικρές Κυκλάδες" (Οδυσσέας Ελύτης) αλλά και "Ρωμιοσύνη" (Γιάννης Ρίτσος). Τέσσερα χρόνια αργότερα και στο εξωτερικό πια θα συνεχίσει τη μελοποίηση ποιητικών κειμένων με την "Κατάσταση Πολιορκίας" (Ρένα Χατζηδάκη) και το "Πνευματικό Εμβατήριο" (Άγγελος Σικελιανός), για να ακολουθήσουν το 1973 τα "18 Λιανοτράγουδα της πικρής Πατρίδας" (Γιάννης Ρίτσος) και το 1974 ο "Ήλιος κι ο Χρόνος" (Γιώργος Σεφέρης).

Δύο χρόνια μετά το Θεοδωράκη, το 1965, ο Μάνος Χατζιδάκις κυκλοφορεί το δίσκο "Ματωμένος Γάμος ­ Παραμύθι χωρίς όνομα", με τραγούδια από τα έργα των Λόρκα και Καμπανέλλη αντίστοιχα, σε στίχους του ποιητή και σταθερού συνεργάτη του Νίκου Γκάτσου το πρώτο, και του ίδιου του συγγραφέα το δεύτερο. Το παιχνίδι με την ποίηση ο Χατζιδάκις θα το κερδίσει πανηγυρικά το 1972 με το "Μεγάλο Ερωτικό", ένα δίσκο-σταθμό στην ελληνική δισκογραφία και από άποψη μουσικής φόρμας και λόγω του σπουδαίου λόγου που ενεδύθη το μέλος: Καβάφης, Ελύτης, Μυρτιώτισσα, Σολωμός, Λόρκα ­πάλι σε μετάφραση Γκάτσου­ Σολομών κ.ά.

Το παράδειγμά τους θα ακολουθήσει το 1969 ο Γιάννης Μαρκόπουλος ("Ήλιος ο Πρώτος", ποίηση Οδυσσέα Ελύτη), ενώ ο νεοαφιχθείς από τη Γαλλία Γιάννης Σπανός θα εκδώσει τις τρεις "Ανθολογίες" του (1967, 1968 και 1975 κατά σειρά), γνωρίζοντας μεγάλη επιτυχία με την Τρίτη. Το 1975 θα εκδώσει και ο Δήμος Μούτσης την "Τετραλογία" του σε ποίηση Σεφέρη, Καβάφη κ.ά., ένα δίσκο-τομή για την εποχή, κυρίως ως προς τις μουσικές φόρμες που δοκιμάζει ο συνθέτης, ενώ τέσσερα χρόνια αργότερα ο Θάνος Μικρούτσικος θα βάλει στα χείλη όλων τον παραγνωρισμένο τότε Νίκο Καββαδία με τον κλασικό πλέον "Σταυρό του Νότου".

Αυτό που συνέβη τότε ήταν πολύ τολμηρό. Μιλάμε για μια εποχή που τα τραγούδια τραγουδιόνταν, στις ταβέρνες, στις παρέες, στους δρόμους, στα μπαλκόνια. Φυσικά, το "Άξιον Εστί" ή ο "Μεγάλος Ερωτικός" ουδέποτε τραγουδήθηκαν εκεί ­δεν ήταν, άλλωστε, ο φυσικός τους χώρος­ ούτε γνώρισαν την επιτυχία που τους επεφυλάχθη δέκα-δεκαπέντε χρόνια μετά την πρώτη έκδοσή τους. Ωστόσο, υπέδειξαν μια αισθητική εντελώς διαφορετική από την κρατούσα και απέδειξαν ότι το τραγούδι μπορεί να είναι μια τρίλεπτη υπόθεση μεγάλης σημασίας. Αλλά όλα αυτά ο πολύς κόσμος τα κατάλαβε και τα τίμησε αργότερα.


Η σχέση του Γιάννη Ρίτσου με το Καρλόβασι Σάμου.....
Ο Γιάννης Ρίτσος, ο μεγάλος ποιητής του Ελληνισμού, είχε ιδιαίτερη σχέση με το Καρλόβασι της Σάμου, η οποία αρχίζει το 1954, όταν παντρεύεται την καρλοβασίτισσα γιατρό κυρία Γαρουφαλίτσα, το γένος Γεωργιάδου. Τον επόμενο χρόνο γεννιέται εκεί η κόρη του, Έρη.

Η οικογένεια Ρίτσου εγκαθίσταται στο Καρλόβασι και ο ποιητής ζει μεγάλα χρονικά διαστήματα στην πόλη. Το 1968 βρίσκεται στο Καρλόβασι σε κατ' οίκον περιορισμό. Μετά το 1974, οι επισκέψεις του είναι συχνές και η σχέση που αναπτύσσει με το Καρλόβασι γίνεται πιο στενή. Το 1982 ανακηρύσσεται επίτιμος δημότης του Δήμου Καρλοβασίων.

Όλοι οι Καρλοβασίτες τον θυμούνται να κάθεται τα απογεύματα στην παραλία θαυμάζοντας το ηλιοβασίλεμα.

Από τις πιο αγαπημένες του ασχολίες ήταν να ζωγραφίζει πέτρες και αντικείμενα σε πηλό στο αγγειοπλαστείο του Βασίλη Κοντορούδα. Πολλά απο τα ποιήματά του είναι γραμμένα στο Καρλόβασι. Στην ποιητική του συλλογή "Χρονικό", (1957), απεικονίζεται εμμέσως πλήν σαφώς το Καρλόβασι της δεκαετίας του 1950.

Η πρώτη του αναφορά στη Σάμο (1955)
Έχω ένα πουκάμισο
απ' τα φώτα των νερών
έχω ένα χρυσό σακκάκι
απ' το λιόγερμα της Σάμος
έχω μια δόξα
απ' τα πρώτα σου χαμόγελα.

Και μια από τις τελευταίες του (1979)
Βαθύ Καρλοβασίτικο φεγγάρι
πάνω απ' τις κραυγές των εραστών βατράχων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου