Αναγνώστες

Παρασκευή, 26 Αυγούστου 2011

Μάτση Χατζηλαζάρου (1914-1987)

Η υπερρεαλίστρια ποιήτρια Μάτση Χατζηλαζάρου (1914-1987) παρουσιάζεται συχνά στις ιστορίες της νεοελληνικής λογοτεχνίας ως πρώτη σύζυγος του Ανδρέα Εμπειρίκου (1901-1975).

Η Μάτση Χατζηλαζάρου, φωτογραφημένη από τον Ανδρέα Εμπειρίκο, σε μια εκδρομή τους, στο Ναύπλιο του 1939 Οι μεγάλες αδικίες δεν γίνονται πάντα από επιλογή. Είναι κάποιες φορές που περνάνε και από τη στενωπό των παρεξηγήσεων. Ενα τέτοιο «θύμα» φιλολογικής παρεξήγησης υπήρξε η βαφτισμένη Μαρία-Λουκία, όπως ήταν το πλήρες όνομα της Χατζηλαζάρου. Η περίπτωσή της ανήκει στις ανεξάρτητες γυναίκες μιας άλλης εποχής και όλων των εποχών, οι οποίες από θέση και ιδιοσυγκρασία επιλέγουν την πρωτοπορία στη ζωή και την τέχνη. Είναι η γυναίκα στην οποία απευθύνεται ο εμπειρίκειος στίχος «Ιούς, Μανιούς ίσως και Aqua Marina».

Αυτός ο στίχος τιτλοφορεί και την περιπετειώδη βιογραφία «…Ιούς, Μανιούς ίσως και Aqua Marina. Μάτση Χατζηλαζάρου: Η πρώτη Ελληνίδα υπερρεαλίστρια», που κυκλοφορεί σήμερα από τον «Τόπο». Εχει τη μορφή λευκώματος, με ανέκδοτο φωτογραφικό και εικονογραφικό υλικό, που το υπογράφει ο Χρήστος Δανιήλ, επίτιμος διδάκτορας και διδάσκων στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο και στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο.

Η φωνή της να απαγγέλλει ακούγεται σε δυσεύρετη ηχογράφηση, στον ιστότοπο: www.toposbooks.gr.

Η Μάτση Χατζηλαζάρου είχε θυελλώδη προσωπική ζωή. Παντρεύτηκε με το βαυαρικής καταγωγής Καρλ Σούρμαν, το γεωπόνο κήπων Σπύρο Τσαούση και με τον ποιητή και ψυχαναλυτή Ανδρέα Εμπειρίκο. Συνδέθηκε ερωτικά με τον ποιητή Ανδρέα Καμπά, το ζωγράφο Χαβιέρ Βιλατό, ανιψιό του Πάμπλο Πικάσο, και το φιλόσοφο Κορνήλιο Καστοριάδη. Την ίδια στιγμή, το καλό της μυαλό και η ποιητική της ευφυΐα την καθιστούσαν ισότιμη συνομιλήτρια με τους Γιουρσενάρ, Πικάσο, Ελύτη, Αξελό, Παπατσώνη, Κρανάκη. Ο Μάνος Χατζιδάκις την προσφωνούσε «Η θρυλική Μάτση των Ονείρων».

«Υπήρξε η πρώτη Ελληνίδα ποιήτρια που συνέθεσε ποιήματα, ακολουθώντας το νεωτερικό ποιητικό κλίμα της Γενιάς του Τριάντα. Κάνοντας πράξη την ελευθερία της έκφρασης, που ευαγγελίζεται ο υπερρεαλισμός και υιοθετώντας τη συνειρμική γραφή, καταθέτει τον δικό της έντονα προσωπικό, ιδιότυπο μεταϋπερρεαλιστικό ποιητικό λόγο», αποτιμά τη λογοτεχνική της προσφορά ο Χρήστος Δανιήλ.

Η πρώτη της ποιητική συλλογή «Μάης, Ιούνης και Νοέμβρης» κυκλοφορεί, το 1944, από τον «Ικαρο», με το ψευδώνυμο Μάτση Ανδρέου. Ακολούθησαν, με καθυστέρηση, τα βιβλία «Ερως Μελαχρινός» (1979), «9 του Σεπτέμβρη τού 1980» (1984) και «Το δίχως άλλο – Αντίστροφη Αφιέρωση – Dedicace a rebours» (1985). Το σύνολο του έργου της «Ποιήματα 1944-1985» τυπώθηκε το 1989 («Ικαρος»). Η ποίησή της διαθέτει αμεσότητα και ελευθερία και μιλάει κυρίως για τον έρωτα, χωρίς ενοχές και «φθηνά» σεξουαλικά υπονοούμενα.

ΒΑΣΙΛΗΣ Κ. ΚΑΛΑΜΑΡΑΣ

ΜΑΡΙΝΑ ΑΜΠΡΑΜΟΒΙΤΣ









Η Μαρίνα Αμπράμοβιτς στο MoMA, το Μάιο του 2010.

Η Μαρίνα Αμπράμοβιτς (Марина Абрамовић), γεννημένη στις 30 Νοεμβρίου 1946 στο Βελιγράδι, είναι εικαστική καλλιτέχνης σερβικής καταγωγής. Σήμερα εργάζεται κατά κύριο λόγο στη Νέα Υόρκη. Δραστηριοποιείται στην Performance Art, σε μια ακροβατική του σώματος και της ψυχής, από τα μέσα της δεκαετίας του 1970. Είναι γνωστή για τις παραστάσεις της οι οποίες ερευνούν την σχέση μεταξύ καλλιτέχνη και κοινού, σε μια προσπάθεια να «ελευθερωθούν» και οι δύο, μα κυρίως για την έκθεσή της χωρίς όρια σε κινδύνους χάριν της τέχνης που εκπροσωπεί. Όπως την ορίζει η ίδια, η performance art είναι η μεταφορά της αλήθειας επί σκηνής και όχι μια παράσταση θεατρικού τύπου. Έχοντας αναδείξει ως τέχνη την απελευθέρωση από τα όριά τους, του σώματος και της ψυχής, εκπαιδεύει σήμερα ομάδες που θα συνεχίσουν την τέχνη αυτή

Βιογραφικά στοιχείαΗ Αμπράμοβιτς γεννήθηκε στο Βελιγράδι της Γιουγκοσλαβίας το 1946. Οι γονείς της ήταν παρτιζάνοι κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, με τον πατέρα της Βότζα (Воја Абрамовић) να θεωρείται ήρωας μετά τον πόλεμο, ενώ η μητέρα της διατέλεσε διευθύντρια του Μουσείου Επανάστασης και Τεχνών στο Βελιγράδι. Συγγένεια είχε και με το πατριάρχη Βαρνάβα της Σερβίας.

ΣπουδέςΣπούδασε στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Βελιγραδίου μεταξύ του 1965 και του 1970, ενώ ακολούθησε μεταπτυχιακές σπουδές στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Ζάγκρεμπ (1972). Από το 1973 έως το 1975, δίδαξε στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Νόβι Σαντ, ενώ παρουσίασε και τις πρώτες της παραστάσεις.

Γάμος και χωρισμός, αποδημία
Το 1971 παντρεύτηκε τον Σέρβο καλλιτέχνη Neša Paripović, με τον οποίο χώρισε το 1976. Τότε εγκατέλειψε τη Γιουγκοσλαβία και μετακόμισε στο Άμστερνταμ.

Καλλιτεχνική πορεία
Στο Άμστερνταμ γνώρισε τον Δυτικογερμανό καλλιτέχνη Uwe Laysiepen, γνωστότερο ως Ulay, με τον οποίο συνεργάστηκαν για περίπου μια δεκαετία, σχηματίζοντας ένα καλλιτεχνικό δίδυμο γνωστό με το όνομα «το άλλο», συμπεριφερόμενοι ως «ένα σώμα με δύο κεφάλια». Στις παραστάσεις τους μελετούσαν ακραίες καταστάσεις και τις σχέσεις των σωμάτων τους με τον χώρο. Από τις πιο γνωστές τους παραστάσεις, αλλά και ταυτόχρονα η τελευταία τους ήταν αυτή το 1988, όταν οι δύο τους αποφάσισαν να διασχίσουν το Σινικό Τείχος, ξεκινώντας ο καθένας από τις 2 διαφορετικές του άκρες μέχρι να συναντηθούν κάπου στη μέση. Ο Ulay ξεκίνησε από την περιοχή της ερήμου Γκόμπι ενώ η Αμπράμοβιτς από την περιοχή της Κίτρινης Θάλασσας και όταν μετά από 2500 χιλιόμετρα συναντήθηκαν είπαν «αντίο» και χώρισαν.

Το 2005 παρουσίασε στη Νέα Υόρκη το Seven Easy Pieces στο μουσείο Guggenheim. Για 7 συνεχόμενες νύχτες παρουσίασε τα έργα παλαιότερων εικαστικών καλλιτεχνών από την δεκαετία του '60 και του '70, ένα παλαιότερο δικό της και ένα καινούριο δικό της έργο. Την άνοιξη του 2010 το MoMA διοργάνωσε μια μεγάλη αναδρομική έκθεση του έργου της Αμπράμοβιτς, την μεγαλύτερη που είχε μέχρι τότε διοργανώσει το μουσείο της Νέας Υόρκης πάνω στην performance art. Η Αμπράμοβιτς τότε εκτέλεσε την παράσταση «Ο Καλλιτέχνης είναι Παρών», κατά την οποία για 736 ώρες και 30 λεπτά καθόταν σιωπηλή και ακίνητη πίσω από ένα τραπέζι στο αίθριο του μουσείου. Το κοινό μπορούσε να καθίσει απέναντί της και να κάνει ότι θέλει. Η παράσταση αυτή προσέλκυσε και την προσοχή αρκετών διασημοτήτων, ενώ αποτέλεσε πηγή για τη δημιουργία ενός ντοκιμαντέρ με τον τίτλο «Marina».

Το ξεπέρασμα των ορίων του σώματος και κυρίως της «ψυχής»
Η Μαρίνα Αμπράμοβιτς χαρακτηρίζεται ως «ελεύθερη» και «απεριόριστη». Κάνοντας τέχνη αφήνει τον εαυτό της να εκτεθεί σε παράτολμες φυσικές και ψυχολογικές δοκιμασίες. Δε διστάζει, παρά τους τραυματισμούς, να συνεχίζει να καρφώνει τη λάμα ενός μαχαιριού, που κρατά με το ένα της χέρι, ανάμεσα στα δάχτυλα του άλλου της χεριού, του οποίου την παλάμη ακουμπά στο, λευκό, πάτωμα. Τραβά γέρνοντας, με το βάρος της, ένα τόξο που τη χορδή του τεντώνει ο παρτενέρ της με οπλισμένο ένα βέλος που τη στοχεύει και αν εκείνος κουραστεί και αφήσει τη χορδή, η ίδια θα διαπεραστεί από το βέλος. Σε παράσταση στη Γερμανία[εκκρεμεί παραπομπή] (Rhythm 0, 1974) είχε ξαπλώσει σε τραπέζι έχοντας αφήσει τοποθετημένα δίπλα της αντικείμενα όπως ένα πιστόλι, προφυλακτικά, υπνωτικά χάπια, σχοινιά κλπ και δίπλα υπήρχε αναρτημένη πινακίδα όπου αναγραφόταν πως οι επισκέπτες της έκθεσης μπορούσαν να της κάνουν οτιδήποτε με τα αντικείμενα αυτά, χωρίς να επωμισθούν καμία ευθύνη. Κάποιος προσπάθησε να την πυροβολήσει στο κεφάλι, άλλος προσπάθησε να τη βιάσει (και στις δύο περιπτώσεις τους σταμάτησε τελικά κάποιος από το πλήθος), της έδωσαν υπνωτικά χάπια, της έσκισαν το πουκάμισο να ανοίξει, της έκοψαν τα μαλλιά κλπ.

Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2011

Ερασμική προφορά



Ερασμική προφορά καλείται η προφορά της ελληνικής και της λατινικής γλώσσας που εισηγήθηκε ο Έρασμος, αντί της «παρεφθαρμένης» βυζαντινής προφοράς (pronunciatio depravata) που χρησιμοποιούνταν ως τότε από τους Ευρωπαίους. Η νέα προφορά άρχισε να χρησιμοποιείται το 1558 σε μια προσπάθεια να αποκαταστήσει –μερικώς τουλάχιστον– τη γνήσια προφορά της Αρχαίας Ελληνικής, η οποία ήταν αρκετά διαφορετική από τον τρόπο με τον οποίο προφέρεται σήμερα η Νεοελληνική γλώσσα.

Ο Έρασμος, ή Erasmus Desiderius (το πραγματικό του όνομα είναι Geert Geerts), έμεινε στην ιστορία ως φιλόλογος, θεολόγος και μεγάλος ουμανιστής, σε μια περίοδο που το αίτημα για τη διαφύλαξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ελευθερίας της ανθρώπινης σκέψης είχε μόλις αρχίσει να διατυπώνεται. Γεννήθηκε στο Ρότερνταμ γύρω στο 1466 και πέθανε στη Βασιλεία της Ελβετίας το 1536. Σπούδασε στην Γαλλία, την Ιταλία και την Αγγλία, ενώ διορίστηκε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Το 1492 χειροτονήθηκε ιερέας και το 1505 αναγορεύθηκε διδάκτωρ της Θεολογίας στο Πανεπιστήμιο του Τορίνο. Υπήρξε πολυγραφότατος, με τεράστια αλληλογραφία, διακεκριμένος για τη γλαφυρότητα, την πολυμάθεια, τη ευφυία και, ιδιαίτερα, για την καυστικότητά του. Το έργο του διαπνέεται στο σύνολό του από αρχές όπως ο φιλειρηνισμός, η αναμόρφωση των θεσμών, η ανοχή στις ανθρώπινες ιδέες, η ενοποίηση του ευρωπαϊκού πολιτισμού.

Η θεωρία περί ερασμικής –και όχι ερασμιακής, όπως έχει καθιερωθεί να λέγεται– προφοράς κατατέθηκε από τον Έρασμο στο έργο Διάλογος περί της ορθής προφοράς του λατινικού και του ελληνικού λόγου (De recta latini graecique sermonis pronunciatione, Βασιλεία, 1528). Στηριζόμενος στις ιδέες που είχαν αναπτύξει νωρίτερα άλλοι λόγιοι, ο Έρασμος υποστήριξε ότι η προφορά ορισμένων φωνηέντων και συμφώνων ήταν διαφορετική κατά την κλασική περίοδο απ’ ό,τι στα μεταγενέστερα χρόνια και εισηγήθηκε ο ίδιος μια προφορά της αρχαίας ελληνικής, κατά την οποία όλα τα διπλά φωνήεντα διαβάζονται αυτοτελώς, π.χ. αυ=αϋ, ει=εϊ κτλ. Στήριξε την πρόταση του σε ένα σύνολο από επιχειρήματα, ξεκινώντας από το ότι οι ελληνικές λέξεις που υιοθετήθηκαν από την λατινική γλώσσα γράφονταν διαφορετικά απ’ ότι προφέρονταν από τους σύγχρονούς του Έλληνες, γεγονός που προϋποθέτει διαφορά ανάμεσα στην αρχαία και τη νέα ελληνική προφορά. Εξάλλου, πέρα από τις ορθογραφικές δυσκολίες που γεννά η νεοελληνική προφορά, τι λόγο θα είχαν οι Έλληνες κατά την αρχαιότητα να χρησιμοποιούν τόσα διαφορετικά σημεία για το συμβολισμό του ίδιου φθόγγου;

Ο ίδιος ο Έρασμος δεν χρησιμοποίησε την προφορά που πήρε το όνομά του, ούτε φαίνεται να εισηγήθηκε ποτέ την πρακτική εφαρμογή της, ωστόσο ο αντίκτυπος της ερασμικής πρότασης υπήρξε μεγάλος, στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, και προκάλεσε θετικές και αρνητικές αντιδράσεις. Η στροφή των δυτικών στην κλασική Ελλάδα και η περιφρόνηση προς τη βυζαντινή λόγια παράδοση, σε συνδυασμό με τη διάδοση του καλβινισμού, ο οποίος αποδέχθηκε τις απόψεις του Ολλανδού λογίου, συνέβαλαν τελικά στην καθιέρωση της ερασμικής προφοράς, η οποία χρησιμοποιείται με διάφορες αποκλίσεις σε όλες σχεδόν τις χώρες της Ευρώπης και της Αμερικής. Με την ανάπτυξη του κινήματος του φιλελληνισμού το 19ο αιώνα και την ανασυγκρότηση του ελληνικού κράτους, υπήρξε σαφής προτίμηση στον τρόπο με τον οποίο προφέρουν οι Νεοέλληνες και τα αρχαία ελληνικά, ενώ στα ίδια πλαίσια επιβλήθηκε στις ελληνικές συνειδήσεις και ο εξελληνισμός των ξένων ονομάτων, π.χ. Σαιξπήρος αντί Shakespeare, και Γοίθιος αντί Goethe

Τρίτη, 23 Αυγούστου 2011

ΣΥΛΒΙΑ ΠΛΑΘ

Θεωρείται μια από τις μεγαλύτερες ποιήτριες του 20ου αιώνα. Εκείνη, όμως, μάλλον δεν θα το συνειδητοποίησε ποτέ. Όπως ποτέ της δεν θα μπορούσε να διανοηθεί ότι η ζωή της θα διαβαζότανε κάποτε σαν αστυνομικό μυθιστόρημα. Ότι ο γρίφος της αυτοκτονίας της θα λυνότανε μόνο μέσα από την ποίησή της. Ότι γράφοντας ποίηση <ήξερε>.
Η Σύλβια Πλαθ που γεννήθηκε στη Βοστόνη στις 27 Οκτωβρίου 1932, ήθελε να γίνει μεγάλη συγγραφέας αλλά αναγκαζόταν να γράφει ποιήματα σε εφημερίδες για να τα φέρει βόλτα, παντρεύτηκε τον ποιητή Τεντ Χιούστον αλλά την χώρισε για την Ασια, κι απόκτησε απ' αυτόν δύο παιδιά, στις 11 Φεβρουαρίου 1963 αυτοκτόνησε στο σπίτι της στο Λονδίνο, βάζοντας το κεφάλι της στο φούρνο του γκαζιού. Αφού προηγουμένως είχε καθαρίσει όλο το σπίτι, είχε ετοιμάσει το πρόγευμα των παιδιών και είχε καλύψει τις χαραμάδες στις εσωτερικές πόρτες με βρεγμένα πανιά για να προστατεύσει τα παιδιά από το γκάζι.
Δεκαεννιά χρόνια μετά, το 1982, <Τα ημερολόγια της Σύλβια Πλαθ> με επιμέλεια Φράνσις Μακ Κάλοου και Σύμβουλο Επιμέλειας του Τεντ Χιουζ θα εκδοθούν στις ΗΠΑ και η <Συλλογή ποιημάτων> της θα κερδίσει το βραβείο Πούλιτζερ.
Και η μεγάλη μεταθανάτια ποιητική καριέρα της αμερικανίδας ποιήτριας Σύλβια Πλαθ, αρχίζει: Ποίηση, ο θρυλικός πια <Γυάλινος κώδων> με το πραγματικό της όνομα, ημερολόγια, βιογραφίες, επιστολές…
<Αν η Σύλβια Πλαθ ήταν ήδη αντικείμενο λατρείας το Φεβρουάριο του 1963, η αυτοκτονία της θα δημιουργούσε τεράστια αναταραχή>- σημειώνει χρόνια μετά ο βιογράφος της Ronald Hayman. <Φωτογραφίες του Χιουζ και της Άσιας θα εμφανίζονταν στις εφημερίδες, και οι δημοσιογράφοι θα εισχωρούσαν σε όλα τα άλυτα μυστήρια. Αφησε αποχαιρετιστήριο γράμμα; Τι έγραφε; Για ποιόν άντρα είχε φορέσει τα καλά της το τελευταίο βράδυ της ζωής της; Ηταν αλήθεια ότι στο γείσο του τζακιού βρέθηκε μια κούκλα με καρφίτσες καρφωμένες πάνω της; Τι απέγινε το Morris estate wagon, το αυτοκίνητό της; Ηταν αλήθεια ότι κάποιος το είδε πάλι στο δρόμο της τη νύχτα της αυτοκτονίας; Η γειτόνισσα που το είδε, ή νόμισε ότι το είχε δει, θα είχε γίνει η βασική μάρτυρας. Γιατί η Ορέλια Πλαθ αποποιήθηκε το δικαίωμά της να δει το τελευταίο γράμμα που της έγραψε η κόρη της; Τι ήταν αυτό που ο Τεντ Χιουζ δεν ήθελε να δει; Ποιος ήταν ο άντρας με το σκούρο κοστούμι στην ανάκριση;>
Ερωτηματικά που προσθέτουν μυστήριο στο μυστήριο κι έρχονται φέτος στα καθ' ημάς μέσα από ένα βιβλίο αποκαλυπτικό και γοητευτικό. Με όλη αυτή τη μαύρη σαγήνη που έχουν όλες οι ποιητικές και αυτοκαταστροφικές φύσεις.
<Ο θάνατος και η ζωή της Σύλβια Πλαθ> ο τίτλος του. Και Ronald Hayman, ο συγγραφέας. Εκδοτικός οίκος του, οι εκδόσεις <Μελάνι>.
<Δεν υπάρχει περίπτωση να βγει στην επιφάνεια όλη η αλήθεια σχετικά με μια αυτοκτονία. Ακόμα και το μακροσκελέστερο αποχαιρετιστήριο γράμμα παρουσιάζει μόνο ένα μέρος των πιέσεων και όσων απασχόλησαν τον αυτόχειρα και καθόρισαν το κίνητρο. Καμία πράξη αυτοχειρίας δεν έχει καταγραφεί καλύτερα από αυτήν της Σύλβιας Πλαθ. Ημερολόγια, γράμματα, ποιήματα, διηγήματα και το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημά της <Ο γυάλινος κώδωνας>, όπου περιγράφει γεγονότα πριν και μετά την απόπειρα αυτοκτονίας που έκανε στα είκοσι χρόνια της (δέκα χρόνια πριν από το 1963, όταν αφαίρεσε τελικά τη ζωή της). Η Σύλβια Πλαθ γράφει με αντικειμενικότητα, με ακρίβεια και με μια γοητευτική στεγνή αποστασιοποίηση για το πώς και το γιατί οι σκέψεις της στριφογύριζαν αδιάκοπα στο θάνατο. Χρειαζόμαστε άραγε περισσότερες βιογραφικές πληροφορίες από όσες μας παρέχει η ίδια στην ποίηση και στα πεζά της;> αναρωτιέται στον πρόλογο της πρώτης έκδοσης, ο βιογράφος. Ενώ στον πρόλογο της δεύτερης, επισημαίνει:
<Δεν υπάρχει μεταθανάτια ζωή τόσο επεισοδιακή όσο αυτής της Σύλβιας Πλαθ. Όταν η Σύλβια πέθανε, σε ηλικία τριάντα ετών, το όνομά της ήταν σχεδόν άγνωστο. Το μυθιστόρημά της <Ο γυάλινος κώδωνας> είχε εκδοθεί με ψευδώνυμο, και η αυτοκτονία της παρέμεινε μυστική, ώσπου η είδηση διέρρευσε στο Τρίτο Πρόγραμμα του BBC. Δυο χρόνια μετά το θάνατό της, εκδόθηκε το <Αριελ> και, δεκαοκτώ χρόνια αργότερα, η <Συλλογή ποιημάτων> που της χάρισε το Βραβείο Πούλιτζερ>.
Ωστόσο απαιτήθηκαν ακόμα σαράντα χρόνια για ν' αποκτήσει τον επίσημο βιογράφο της. Αφού κυκλοφόρησαν μετά τον θάνατο του Χιουζ και τα <Γράμματα γενεθλίων> του Χιουζ, και διέρρευσε, επί τέλους, ο ισχυρισμός του στο τραπέζι μετά την κηδεία: <Ηταν ένας αγώνας μέχρι θανάτου. Ενας από τους δύο έπρεπε να πεθάνει>. Και έγινε γνωστή, τέλος, η πληροφορία: <το βράδυ μετά την κηδεία, ταμπούρλα ακούστηκαν σ' ένα πάρτι που έγινε στο διαμέρισμα όπου η Σύλβια είχε την ίδια κιόλας μέρα αφαιρέσει τη ζωή της>.
Κι, όμως, όλα ξεκίνησαν με τις καλύτερες προδιαγραφές.
Εξαιρετική μαθήτρια και φοιτήτρια, το 1947 η Σύλβια πηγαίνει στο Γυμνάσιο Γκαμάλιελ Μπράντφορντ, όπου συγκαταλέγεται ανάμεσα στους είκοσι καλύτερους μαθητές. Το 1949 είναι ήδη συντάκτρια στο The Bradford και γράφει μια στήλη για το The Townsman. Το 1950 παίρνει μέρος στη σχολική παράσταση του έργου <Ο θαυμαστός κύριος Κράιτον> του Τζ. Μ. Μπάρι και γράφει διηγήματα για περιοδικά. Το διήγημα <Και το Καλοκαίρι δεν θα ξανάρθει> δημοσιεύεται στο Seventeen και το διήγημα <Πικρές φράουλες> στο Christian Science Monitor. Το ίδιο έτος κερδίζει υποτροφία για το Κολέγιο Σμιθ, στο Νόρθαμπτον της Μασαχουσέτης. Το 1952 το βραβευμένο διήγημά της <Κυριακή στους Μίντον> δημοσιεύεται στο περιοδικό Mademoiselle.
Ητανε μόλις είκοσι χρονών.
Αλλά αυτό καθόλου δεν θα την εμποδίσει τον αμέσως επόμενο χρόνο από το να κάνει την πρώτη απόπειρα αυτοκτονίας. Με χάπια. Τη βρίσκουν στο κελάρι και την πηγαίνουν στο Γενικό Νοσοκομείο της Μασαχουσέτης, και από κει, στη ψυχιατρική πτέρυγα. Τέσσερα χρόνια μετά, θα γνωρίσει τον ποιητή Τεντ Χιούζ σε ένα πάρτι στο Κέιμπριζτ. Σε τέσσερις μήνες θα παντρευτούν και θα εγκατασταθούν στο Λονδίνο.
Το 1960 θα γεννήσει το πρώτο τους παιδί, τη Φρίντα Ρεμπέκα. Το 1961 θα γράψει τον <Γυάλινο Κώδωνα>, το μυθιστόρημα που θα της χαρίσει κυριολεκτικά την αθανασία. Δεν είναι τίποτε άλλο παρά το χρονικό μιας αποτυχημένης απόπειρας αυτοκτονίας και η νοσηλεία της στη ψυχιατρική κλινική. Τα ηλεκτροσόκ.
Το 1962 θα γεννήσει τον γιο τους, τον Νικόλα Φάραρ και θα γράφει εντατικά ποίηση. Ένα ατύχημα με το αυτοκίνητο που θα έχει την ίδια χρονιά, θα το παρουσιάσει η ίδια σαν απόπειρα αυτοκτονίας.
Το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς μαθαίνει τη σχέση του Τεντ Χιουζ με την Ασια Ουέλβιλ. Και δύο μήνες αργότερα, χωρίζουν.
Τον Σεπτέμβριο επιστρέφει στο Ντέβον δίχως τον Χιουζ. Γράφει τα τελευταία είκοσι έξι ποιήματα και τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς μετακομίζει. Σε ένα μικρό διαμέρισμα στην οδό Φίτζροι 23, στο Λονδίνο. Ετοιμάζει το <Αριελ> μια συλλογή με σαράντα ένα ποιήματα. Τον Ιανουάριο του 1963 εκδίδει τον <Γυάλινο κώδωνα> με ψευδώνυμο και στις 11 Φεβρουαρίου, <φεύγει- για- πάντα>.
Η Σύλβια διέθετε μπόλικα υπνωτικά χάπια για να σκοτωθεί, όμως επιλέγει να πεθάνει από δηλητηρίαση με γκάζι.
<Την νύχτα της αυτοκτονίας της, ήθελε να προστατεύσει τα παιδιά της από το γκάζι>, γράφει στη βιογραφία της ο Ronald Hayman. <Ανοιξε το παράθυρο του δωματίου τους, αφήνοντας ψωμί και τις κούπες με το γάλα τους δίπλα στις ψηλές κούνιες τους, μολονότι ο Νικ ήταν μόλις δεκατριών μηνών και, άρα, πολύ μικρός για να φάει μόνος του. Υστερα, παράχωσε πετσέτες και πανιά κάτω από την πόρτα του υπνοδωματίου και της κουζίνας, και στερέωσε κολλητική ταινία στις γωνιές της πόρτας. Όλα αυτά έγιναν σχολαστικά. Ηταν φανερό ότι τούτη η απόπειρα αυτοκτονίας δεν είχε σκοπό να αποτύχει. Κόλλησε ένα σημείωμα πάνω στην κούνια που βρισκόταν στο δωμάτιο δίπλα στην κουζίνα: «Παρακαλώ, καλέστε τον δόκτορα Χόρντερ», και δίπλα έγραψε τον αριθμό του τηλεφώνου του. Ηξερε τον αριθμό του τηλεφώνου του. Ηξερε ότι το πρωί θα ερχόταν η νοσοκόμα, αλλά τα περισσότερα στοιχεία μαρτυρούν ότι δεν ήθελε να σωθεί, και είναι απίθανο να μην υπολόγισε καλά το χρόνο που θα χρειαζόταν για να πεθάνει από το γκάζι. Δίπλωσε ένα πανί για να ακουμπά το κεφάλι της, άνοιξε όλους τους διακόπτες του γκαζιού κι έχωσε το κεφάλι της στο φούρνο>.
Τους τελευταίους μήνες αισθανότανε <μια καρδιά να χτυπά στο στομάχι> της διαρκώς. Τα παιδιά είχαν γρίπη. Εκείνη ήταν φτωχή. Και ήταν κρύος ο χειμώνας. Τον Χιουζ, τής τον είχε πάρει <Εκείνη>, η Άσια. Αισθανόταν ότι δεν είχε πια άλλη επιλογή.
Εξι χρόνια μετά, και η Άσια αυτοκτονεί.
Μονάχα ο μύθος της Σύλβια Πλαθ θα σωθεί. Και μια ποίηση σπαρταριστή και υγιής, να αποδεικνύει ότι μπορεί μια καταθλιπτική να είναι ταυτόχρονα και ποιητική ιδιοφυία.
Αλλά <η Σύλβια απεχθανόταν τη μοναξιά του πρωινού, απεχθανόταν να τρώει μόνη το βραστό αβγό της. Όμως ο άντρας που γύρευε δεν υπήρχε>.
Και <Η Σύλβια είχε ανάγκη ν' αγαπά κάποιον γιατί είχε ανάγκη ν' αγαπηθεί, και η σκέψη της αποτυχίας προσέγγιζε τη σκέψη της αυτοκτονίας. Εμοιαζε με λαγό μες στη νύχτα που, τρομοκρατημένος απ' τα φώτα ενός αυτοκινήτου, κινδύνευε να ριχτεί στις ρόδες του. Ενιωθε την απεγνωσμένη ανάγκη για αγάπη, ακόμα κι όταν δεν ήταν παρά ένα τέχνασμα να υποκαταστήσει τους γονείς της, οι οποίοι αποδείχθηκε ότι δεν ήταν ούτε θεοί ούτε παντογνώστες. Απ' την άλλη, όμως, δεν είχε ούτε καν τη συντροφικότητα που μπορούσε να έχει στο Σμιθ αν προσπαθούσε να κάνει φιλίες με τα κορίτσια… Κάθε μέρα, η Σύλβια πλησίαζε όλο και περισσότερο στο θάνατο…>
<Αγαπητέ γιατρέ: Νιώθω πολύ άρρωστη. Εχω μια καρδιά στο στομάχι μου που πάλλεται και κοροιδεύει>….

ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ <Ο ΚΥΡ- ΠΑΝΙΚΟΣ>
<Φαινόμενο, σύμβολο, ιδιοφυία, μύθος. Γυναίκα ποιήτρια με έργο αιχμηρό, σπαραχτικό και ονειρικό. Γυναίκα στοιχειωμένη από την ίδια της τη δημιουργικότητα, κατοικημένη από την ερμητική της αποστολή, αυτήν του να «μολύνει» με αίσθηση τον κόσμο. Και η «Βίβλος των Ονείρων» της, μετά θάνατον εκδοθείσα, να ζωοποιεί το άψυχο σώμα που ανασταίνει το ίδιο το όνειρο. Τραγικό, αλήθεια, να μεταγράφει ο θάνατος τη ζωή, αποκρυπτογραφώντας τον αναχωρητικό δρόμο του ποιητή. Έναν δρόμο που, με πλήρη συνειδητότητα, ο ποιητής καλείται να επιλέξει, προκειμένου να γνωρίσει τον ίδιο του τον εαυτό>. (Γιάννης Αντιόχου, από το επίμετρο στο <Ο Κυρ- Πανικός και η Βίβλος των ονείρων>, Εκδ. <Μελάνι>)
<Η αιωνιότητα μου φέρνει πλήξη, Ποτέ δεν τη θέλησα>.
<Ο,τι αγαπώ είναι Το έμβολο σε κίνηση>.
Εγραφε. Παρ' όλα αυτά την κέρδισε, όμως, την αιωνιότητα. Όπως κέρδισε και το μεγάλο στοίχημα, τελικά, της αυτογνωσίας. Κανένας δεν ήξερε τόσο καλά τον <φόβο> του και τον <θάνατο>. Κανένας δεν έκανε έτσι τόσο πολύ τολμηρά <συγγενή του> τον <κυρ- Πανικό>:
<Μόνο το Φόβο πρέπει να αγαπάς τον ίδιο τον Φόβο. Η αγάπη για το Φόβο είναι η αρχή της σοφίας. Μόνο το Φόβο πρέπει να αγαπάς τον ίδιο τον Φόβο. Είθε Φόβος και Φόβος και Φόβος να είναι πανταχού παρών>. Εγραφε.
<Εχω την περίεργη συνήθεια να ξεχωρίζω τους ανθρώπους που έρχονται από τα όνειρά τους. Κατά τη γνώμη μου, τα όνειρά τους τούς κάνουν πιο ξεχωριστούς από οποιοδήποτε όνομα>.
Και γνώριζε τόσο μα τόσο καλά. <Τον κυρ- Πανικό> και <Την Βίβλο των ονείρων>.
<Η Σύλβια Πλαθ είχε νοσηλευτεί σε ψυχιατρική κλινική, αλλά είχε εργαστεί επίσης, σε ανάλογο ίδρυμα και είναι εμφανές πως οι αναμνήσεις και οι σημειώσεις της καθοδήγησαν και σε αυτή την περίπτωση την πένα της>. Γράφει η μεταφράστρια του βιβλίου <Ο κυρ- Πανικός και η Βίβλος των Ονείρων> Μυρσίνη Γκανά: <Ο φοβερός θεός της τρέλας, που πρωταγωνιστεί στο ομώνυμο διήγημα, αποκαλείται από την Πλαθ στα αγγλικά Johnny Panic. Ένα όνομα κοινό, οικείο, σε μορφή υποκοριστικού (Johnny) έρχεται να εξευμενίσει τη μανία του πανικού, του τρόμου που σκορπάει γύρω του. Η απόδοσή του στα ελληνικά ως κυρ- Πανικού προσπαθεί ακριβώς να μεταφέρει αυτό το αίσθημα οικειότητας αλλά και σεβασμού προς κάποιον που γνωρίζουμε καλά, συναντάμε καθημερινά, δεν θέλουμε ή δεν πρέπει να τα βάλουμε μαζί του>.
<Αγαπητέ γιατρέ: Νιώθω πολύ άρρωστη. Εχω μια καρδιά στο στομάχι μου στομάχι μου που πάλλεται και κοροιδεύει. Ξαφνικά οι απλές τελετουργίες της ημέρας αρνούνται να προχωρήσουν, σαν πεισματάρικο άλογο. Γίνεται αδύνατο να κοιτάξω ανθρώπους στα μάτια: μπορεί να ξεχειλίσει και πάλι η σαπίλα; Ποιος ξέρεις. Οι συζητήσεις περί ανέμων και υδάτων γίνονται ανυπόφορες. Η εχθρότητα αυξάνεται, επίσης. Αυτό το επικίνδυνο, θανάσιμο δηλητήριο που προέρχεται από μια άρρωστη καρδιά. Αρρωστο μυαλό επίσης. Η εικόνα της ταυτότητας, την οποία παλεύουμε κάθε μέρα να αποτυπώσουμε στον ουδέτερο ή εχθρικό κόσμο, καταρρέει εκ των έσω>… Εγραφε με τόση γενναιότητα και οξυδέρκεια την Δευτέρα στις 20 Φεβρουαρίου του 1956.
Δεκαεφτά χρόνια αργότερα, <ο κυρ- Πανικός> θα την γονατίσει.
Δεκαεννιά χρόνια αργότερα, ο Θεός της Ποίησης θα της χαρίσει το Πούλιτζερ. Όμως εκείνη δεν θα μπορούσε ποτέ, τότε, και να το φανταστεί! <Ολη τη νύχτα ονειρευόμουν την καταστροφή,/ ολοκληρωτική καταστροφή>.
Γιατί η Σύλβια Πλαθ ήταν ολόκληρη ένα σώμα: <Διαφορετικά, αν η ποίησή της δεν ήταν σωματική, δεν θα ήταν μεγαλοφυής και όσο κι αν η ίδια η ποιήτρια έπλασε τον προσωπικό της μύθο με την αυτοχειρία της, το έργο της δεν θα επιβίωνε>.
Μια ποίηση που αποδείκνυε και αποδεικνύει διαρκώς, ότι η δημιουργός ήταν προαποφασισμένη να συναντήσει το θάνατο:
<Η γυναίκα έχει τελειοποιηθεί. Το νεκρό Κορμί της ντυμένο με το χαμόγελο της εκπλήρωσης, Η ψευδαίσθηση μιας Ελληνικής αναγκαιότητας Ρέει στις πτυχές της τηβέννου της. Τα εκτεθειμένα της Πόδια φαίνονται να λένε: Ως εδώ φτάσαμε, αρκεί>.
Το έγραψε στις 5 Φεβρουαρίου του 1963. Έξι μέρες πριν από το θάνατό της. Η Σύλβια γνώριζε. Η Σύλβια Πλαθ είχε σχέδιο.
Ετσι, η 11η Φεβρουαρίου του 1963, ήταν μια μέρα λίγο πιο σκοτεινή, λίγο πιο καταθλιπτική, λίγο πιο βαριά απ' τις συνηθισμένες. Και η Σύλβια Πλαθ δεν μπόρεσε να την αντέξει.


ΜΙΚΡΟ ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ:
Η Σύλβια Πλαθ γεννήθηκε στη Βοστόνη στις 27 Οκτωβρίου 1932.
Την περίοδο 1842 - 1950 γράφει τα πρώτα της ποιήματα.
Το 1953 επισκέπτεται τη Νέα Υόρκη ως έκτακτη συντάκτρια του περιοδικού Mademoiselle και την ίδια εποχή αποπειράται να αυτοκτονήσει. Σώζεται και κλίνεται σε ψυχιατρική κλινική.
Το 1955 αποφοιτά από το Smith College με έπαινο και συνεχίζει τις σπουδές της στο Κέμπριτζ με υποτροφία.
Στις 16 Ιουνίου 1856 παντρεύεται τον άγγλο ποιητή Τεντ Χιουζ.
Την 1η Απριλίου 1960 γεννιέται η κόρη της Φρίντα Ρεμπέκα.
Στις 17 Ιανουαρίου 1962 γεννιέται ο γιος της Νίκολας Φάραρ. Την ίδια χρονιά η Πλαθ και ο Χιουζ χωρίζουν.
Τον Ιανουάριο του 1962 εκδίδει τον <Γυάλινο Κώδωνα> με το ψευδώνυμο Victoria Lycas. Στις 11 Φεβρουαρίου αυτοκτονεί.
Το 1971 εκδίδεται το .
Το 1971 εκδίδονται οι ποιητικές συλλογές της .
Το 1975 εκδίδεται η αλληλογραφία με τη μητέρα της.
Το 1976 εκδίδονται τα πεζά της με επιμέλεια του Τεντ Χιουζ.
Το 1981 εκδίδονται τα άπαντα των ποιημάτων της με επιμέλεια του Τεντ Χιουζ. Το βιβλίο κερδίζει το Βραβείο Πούλιτζερ για την ποίηση.
Το 1982 εκδίδονται τα ημερολόγιά της.
Το 1999 μετά τον θάνατο του Τεντ Χιουζ εκδίδονται τα πλήρη ημερολόγια της Σύλβια Πλαθ.


ΕΡΓΑ ΤΗΣ Σ.Π.
<Ο Κολοσσός> (Λονδίνο 1960, Νέα Υόρκη 1962)
<Ο γυάλινος κώδωνας> (Λονδίνο (με το ψευδώνυμο Βικτόρια Λούκας) 1963, (με το δικό της όνομα) 1966. Νέα Υόρκη 1971)
<Άριελ> (Λονδίνο 1965, Νέα Υόρκη 1971)
(Στην άλλη όχθη) (Λονδίνο 1971, Νέα Υόρκη 1971)
<Χειμωνιάτικα δέντρα> (Λονδίνο 1971, Νέα Υόρκη 1971)
<Γράμματα στην πατρίδα. Αλληλογραφία 1950- '63>, επιμέλεια με σχόλια της Ορέλια Σόμπερ Πλαθ (Λονδίνο 1975, Νέα Υόρκη 1975)
<Το κόκκινο βιβλίο< (Λονδίνο 1976, Νέα Υόρκη 1976) <Ο κυρ- Πανικός και η Βίβλος των Ονείρων και άλλα πεζά> (Λονδίνο 1977, Νέα Υόρκη 1980)
<Ποιητική συλλογή>, επιμέλεια Τεντ Χιουζ (Λονδίνο 1981, Νέα Υόρκη 1982)
<Τα ημερολόγια της Σύλβιας Πλαθ>, επιμέλεια Φράνσις Μακ Κάλοου και Τεντ Χιουζ (Νέα Υόρκη 1982)
<Τα ημερολόγια της Σύλβιας Πλαθ 1950- 1962>, επιμέλεια Κάρεν Β. Κούκιλ (Λονδίνο 2000)
Στα ελληνικά κυκλοφορούν:
<Ο γυάλινος κώδων> (εκδόσεις <Αίολος>)
<Ποιήματα> (εκδόσεις <Κέδρος>, μετάφραση: Κατερίνα Ηλιοπούλου)
<Ο κυρ- Πανικός και η Βίβλος των Ονείρων και άλλες ιστορίες> (εκδόσεις <Μελάνι>, μετάφραση: Μυρσίνη Γκανά)
<Ο θάνατος και η ζωή της Σύλβιας Πλαθ> (εκδόσεις <Μελάνι>, μετάφραση: Εφη Φρυδά)
Και τα παιδικά:
<Το κοστούμι δεν με μέλει> (εκδόσεις <Πατάκη>) και
<Η κουζίνα της κυρίας Τσέρι> (εκδόσεις <Μεταίχμιο>).


Ελένη Γκίκα
18/12/2005

Από: http://www.lexima.gr

Κυριακή, 21 Αυγούστου 2011

Κέλτες

Οι Κέλτες, -Keltori, όπως ονόμαζαν οι ίδιοι τον εαυτό τους, δηλαδή «οι κρυμμένοι»- η ιστορία και ο πολιτισμός τους υπήρξαν μία από τις περισσότερο 'κακοποιημένες' όψεις της ιστορικής και αρχαιολογικής επιστήμης. Είναι πολλές οι 'πολιτικά ορθές' θεωρίες που επινοήθηκαν προκειμένου να θεμελιώσουν σε θεωρητική βάση εθνικιστικές και θρησκευτικές διεκδικήσεις σε σημείο που είναι συχνά δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς το αληθινό από το επιθυμητό, ιδιαίτερα σε ο,τι αφορά στην κελτική θρησκεία και τον Δρυϊδισμό.

Ένα μεγάλο μέρος όσων είναι σήμερα αποδεκτά ως κελτική ιστορία συνθέτουν ένα σύγχρονο μύθο, δημιουργία του 18ου αιώνα, ως βάση πολλών σύγχρονων εθνικιστικών και θρησκευτικών κινημάτων. H προσαρμογή φανταστικών στοιχείων αδικεί την μεγαλοπρέπεια ενός μονολιθικού πολιτισμού που όχι μόνον εξαπλώθηκε σε όλη την Ευρώπη, αλλά πέρασε τις επιδράσεις και τις επιρροές του και στην ασιατική ήπειρο.

Παρόλο που τα περισσότερα κείμενα δίνουν έμφαση μόνον στην πολιτισμική σχέση Ευρώπης και κλασικού πολιτισμού, η αρχαιολογική μαρτυρία υποδεικνύει ότι το πολιτισμικό πρόσωπο της Ευρώπης κατά την ιστορική περίοδο κυριαρχήθηκε από μια ενιαία πολιτισμική ομάδα, μια ισχυρή, πολιτισμικά διαφοροποιημένη ομάδα λαών, τους Κέλτες. Από την έναρξη ήδη του μεσαίωνα, οι Κέλτες χτυπήθηκαν από δύο ισχυρούς πολιτισμούς, τον Ρωμαϊκό νότια και τον Γερμανικό, -γέννημα του κελτικού πολιτισμού- Βόρεια. Κατά την περίοδο της κλασικής Ελλάδας (που αντιστοιχεί χρονολογικά στον πολιτισμό Λα Τεν της κεντρικής Ευρώπης) έως τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες, το μεγαλύτερο τμήμα της ευρωπαϊκής ηπείρου ζούσε υπό την σκιά αυτού του πολιτισμού, που παρά τις διαφοροποιημένες μορφές του, χαρακτηριζόταν πάντα από ενοποιημένη πολιτισμική δράση.

Αυτός ο μονολιθικός πολιτισμός που εξαπλώθηκε από την Ιρλανδία έως τη Μικρά Ασία (οι Γαλάτες της Καινής Διαθήκης). Οι Κέλτες κυριολεκτικά κατάπιαν την Ρώμη το 390 π.Χ. ενώ επέδραμαν και κατέλαβαν αρκετές πόλεις της ελλαδικής επικράτειας το 280 π.Χ. Προφορικός πολιτισμός ο Κελτικός κατά την κλασική περίοδο δεν άφησε πίσω του γραπτές μαρτυρίες. Οι αναφορές μας -αρνητικές και προκατειλημμένες ως επί το πλείστον- προέρχονται από Έλληνες και Ρωμαίους συγγραφείς.

Από αυτόν τον μεγάλο πολιτισμό προέκυψαν πολλές από τις πολιτισμικές μορφές, ιδέες και αξίες της μεσαιωνικής Ευρώπης. Όχι μόνο θεωρούσε τον κελτικό κόσμο στην ακμή του 'χρυσό αιώνα' η Ευρώπη, αλλά επίσης ζούσε βάσει κοινωνικών δομών και απόψεων που αντλούσαν την καταγωγή τους τόσο από τους Κέλτες, όπως επίσης από τους Ρωμαίους και τους Έλληνες. Η περίοδος της κελτικής κυριαρχίας στην Ευρώπη άρχισε να περιορίζεται στους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες με την επέκταση της Ρώμης, τις μεταναστεύσεις των Γερμανών και την αθρόα εισροή των Ούννων από την ασιατική ήπειρο. Την εποχή που έπεσε η Ρώμη στα χέρια των Γότθων οι Κέλτες είχαν απωθηθεί βόρεια, στην Αγγλία, την Ουαλία και την Ιρλανδία και αργότερα στη Σκωτία και την ΒΑ ακτή της Γαλλίας.

Οι Κέλτες αγνοήθηκαν από τους συγγραφείς της παγκόσμιας ιστορίας, αν και σήμερα σταδιακά η αρχαιολογική και η ιστορική έρευνα μας υποχρεώνει να αναγνωρίσουμε πως ο κελτικός τρόπος ζωής, οι κελτικοί θεσμοί και η κελτική άποψη για τον κόσμο κυριάρχησαν για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα στον γερμανικό και κλασικό πολιτισμό. Τα περισσότερα εξ όσων γνωρίζουμε για τον τρόπο ζωής των Κελτών προέρχονται από την Ιρλανδία -τον μεγαλύτερο σε πληθυσμό από τους κελτικούς λαούς. Γραπτές μαρτυρίες υπάρχουν για τους Γαλάτες της κεντρικής και δυτικής Ευρώπης από ρωμαϊκές γραπτές μαρτυρίες, αναξιόπιστες στο βαθμό που εκπροσωπούσαν την πολιτική άποψη της Ρώμης.

Φαίνεται πως οι πρώιμες κελτικές κοινωνίες ήταν οργανωμένες γύρω από τις πoλεμικές δραστηριότητες -μια δομή που χαρακτηρίζει όλους τους πολιτισμούς που βρίσκονται σε διαδικασία μετανάστευσης, όπως οι Ούννοι και αργότερα οι Γερμανοί. Αν και οι κλασικοί Έλληνες και Ρωμαίοι συγγραφείς θεωρούσαν τους Κέλτες βίαους φρενοβλαβείς, η πολεμική τους δραστηριότητα δεν ήταν μια οργανωμένη διαδικασία εδαφικών κατακτήσεων. Ανάμεσα στους Κέλτες η πολεμική δραστηριότητα ήταν μάλλον μια "αθλητική δραστηριότητα" και εστιαζόταν σε επιδρομές και κυνήγια. Στην Ιρλανδία, ο θεσμός του φιάννα απευθυνόταν σε νέους αριστοκράτες πολεμιστές που εγκατέλειπαν την φυλετική τους περιοχή για κάποιον χρονικό διάστημα, προκειμένου να επιδοθούν σε επιδρομές και κυνήγι, αναγκαίο συστατικό της τελετής ενηλικίωσής τους και διαμόρφωσης κοινωνικού status. Όταν οι Κέλτες ήλθαν σε επαφή με τους Ρωμαίους, άλλαξαν και τον τρόπο πολεμικής τους οργάνωσης, έτσι ώστε να είναι ικανοί να αμύνονται ενάντια σε μεγαλύτερο αριθμητικά στρατό.

Ωστόσο, φαίνεται πως οι ομάδες επίθεσής τους ήταν εκείνες που οδήγησαν τους κλασικούς συγγραφείς στον χαρακτηρισμό "φρενοβλαβείς". Η κελτική μέθοδος επίθεσης ήταν καταρχήν η κατά μέτωπο παράταξη εμπρός στον εχθρικό στρατό. Κατόπιν οι πολεμιστές άρχισαν να ουρλιάζουν και να χτυπούν τα ξίφη και τα δόρατά τους στις ασπίδες τους. Εντέλει άρχιζαν να τρέχουν κατευθείαν προς τον αντίπαλο φωνάζοντας σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής, προκειμένου να τρομάξουν την αντίπαλη παράταξη και να την εξαναγκάσουν σε οπισθοχώρηση. Αν η εχθρική παράταξη παρέμενε αδιάσπαστη, οι ομάδες οπισθοχωρούσαν στην αρχική τους θέση και άρχιζαν την διαδικασία από την αρχή.

Η κελτική κοινωνία ήταν ιεραρχικά δομημένη σε τάξεις. Τις φυλές κυβερνούσαν βασιλείς και οι πολιτικοί θεσμοί τους διακρίνονταν για την πλαστικότητά τους. Σύμφωνα με ρωμαϊκές και ιρλανδικές πηγές, η κελτική κοινωνία διαιρείτο σε τρεις ομάδες: μια πολεμική αριστοκρατία, μια τάξη διανοητών στην οποία περιλαμβάνονταν οι δρυίδες, οι ποιητές και οι δικαστές, και μια τρίτη στην οποία περιλαμβάνονταν όλοι οι άλλοι.


Οι δομικές μονάδες της κελτικής κοινωνίας ήταν η φυλή και η συγγένεια. Η εθνική ταυτότητα καθοριζόταν από ευρύτερη φυλετική ομάδα που ονομαζόταν τουάθ ("too-awth") που σημαίνει στα Ιρλανδικά ("λαός") αλλά στηριζόταν στην μικρότερη οργανωτική ομάδα συγγένειας, την πατριά που ονομαζόταν κενέντλ (ke-na-dl), ή "kindred" (συγγένεια) στα Ιρλανδικά. Η πατριά ήταν εκείνη που παρείχε την ταυτότητα και την προστασία. Καθώς ήταν καθήκον της πατριάς να προστατεύει τα άτομα, τα εγκλήματα κατά του ατόμου δικάζονταν ενώπιον όλης της πατριάς. Ένας από τους προεξέχοντες θεσμούς μεταξύ των Κελτών ήταν η διαμάχες αίματος (βεντέτες) στις οποίες η δολοφονία ή η προσβολή ενάντια σε ένα άτομο απαιτούσε από ολόκληρη την πατριά να ζητήσει βίαια την τιμωρία. Τέτοιου είδους διαμάχες αποφεύγονταν εν μέρει από τον θεσμό των επαγγελματιών μεσολαβητών. Τουλάχιστον στην Ιρλανδία, μια επαγγελματική κάστα δικηγόρων, αποκαλούμενη μπρίθεμ (brithem), μεσολαβούσε στις διαφωνίες για τους ακριβείς όρους επανόρθωσης της προσβεβλημένης πατριάς.

Στην κελτική κοινωνία, αν και περιστρεφόταν γύρω από μια αριστοκρατία πολεμιστών, η θέση των γυναικών ήταν αρκετά υψηλή. Στις πρώιμες περιόδους οι γυναίκες συμμετείχαν και στις εχθροπραξίες και στην ιερατική βασιλεία. Παρόλο που αργότερα οι Κέλτες υιοθέτησαν το πατριαρχικό πρότυπο, διατήρησαν στη μυθολογία και τη λογοτεχνία τους τη μνήμη γυναικών που αναδείχθηκαν ως ηγέτιδες και πολεμίστριες.

Η κελτική κοινωνία βασίστηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου στον βουκολισμό και την ανατροφή βοοειδών ή προβάτων. Απ’ ό,τι φαίνεται υπήρξε γεωργική εκμετάλλευση στον κελτικό κόσμο, αλλά όχι σημαντική. Η σημασία των βοοειδών και της ποιμενικής ζωής δημιούργησε έναν μοναδικό θεσμό στην κελτική, ιδιαίτερα την ιρλανδική, ζωή, τις επιδρομές για την αρπαγή ζώων, δηλαδή την ζωοκλοπή. Η κλοπή των βοοειδών μιας άλλης ομάδας ήταν ουσιαστικά αποδεικτικό σημείο θάρρους και γενναιότητας μιας ομάδας νέων πολεμιστών. Ο μεγαλύτερος επιζών ιρλανδικός μύθος, η Επιδρομή του Κούλεϊ (Táin Bó Cualingne), επικεντρώνεται σε μια τέτοια μυθοποιημένη επιδρομή.


Δεν υπήρξε καμία αστικοποίηση οποιουδήποτε είδους ανάμεσα στους Κέλτες, ως την ρωμαϊκή διακυβέρνηση. Στην Ιρλανδία, η αστικοποίηση δεν εμφανίστηκε μέχρι τις δανικές και νορβηγικές εισβολές και η κοινωνία βασιζόταν κυρίως στο ανταλλακτικό εμπόριο. Η κελτική οικονομία ακολούθησε πιθανώς στην οικονομική αρχή των περισσότερων φυλετικών οικονομιών, την αμοιβαιότητα. Σε μια οικονομία αμοιβαιότητας τα αγαθά και άλλες υπηρεσίες δεν ανταλλάσσονται για άλλα αγαθά, αλλά δίνονται από άτομα σε άλλα άτομα με αμοιβαίες σχέσεις συγγένειας και υποχρεώσεων.


Από το δέκατο ένατο αιώνα και μετά, η κελτική θρησκεία άσκησε καθώς φαίνεται σημαντική γοητεία στους σύγχρονους Ευρωπαίους και τους ευρωπαιογενείς πολιτισμούς. Ειδικότερα στις τελευταίες δεκαετίες έχει παρατηρηθεί το φαινόμενο της αύξησης του ενδιαφέροντος όχι μόνο για την κελτική θρησκεία, αλλά και για τις θρησκευτικές πρακτικές που προέρχονται εν μέρει από κελτικές πηγές. Παρ' όλο το ενδιαφέρον, όμως, δε γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα για την κελτική θρησκεία και τις πρακτικές της. Οι μόνες πηγές για τις κελτικές θρησκευτικές πρακτικές γράφτηκαν από Ρωμαίους και Έλληνες, οι οποίοι θεωρούσαν τους Κέλτες ως κάτι περισσότερο από τα ζώα, και από ύστερους Κέλτες συγγραφείς στην Ιρλανδία και την Ουαλία, που έγραφαν όμως από μια συγκεκριμένη χριστιανική οπτική γωνία.


Για να το θέσουμε απλά, αν και οι Κέλτες είχαν έναν πλούσιο και κυρίαρχο θρησκευτικό πολιτισμό, εμφανή στην τέχνη τους, αυτός ο πολιτισμός έχει χαθεί από την ανθρώπινη μνήμη. Υπάρχει εν δυνάμει στην συλλογική μνήμη και αργά, πολύ αργά και επίπονα αναπλάθεται βάσει των αρχαιολογικών και φιλολογικών μαρτυριών κομμάτι-κομμάτι. Εμπόδιο σε αυτή τη διαδικασία αποκατάστασης είναι ανάγκη χρήσης των συμβολικών αρχετύπων της κελτικής τέχνης για την αιτιολόγηση εθνικών μύθων και εθνικιστικών στόχων.

Μπορούμε, όμως, να έχουμε μια μερική εικόνα για την κελτική θρησκεία βασισμένη στους συχνά εχθρικούς απολογισμούς των κλασικών συγγραφέων. Οι Κέλτες ήταν πολυθεϊστές. Οι θεοί τους φαίνεται πως προήλθαν από τις πιό πρωτόγονες, ινδοευρωπαϊκές πηγές στις οποίες στηρίχτηκαν οι πολυθεϊστικές θρησκείες της Ελλάδας, της Περσίας και της Ινδίας. Οι Ρωμαίοι, προσπαθώντας να ερμηνεύσουν το κελτικό πάνθεο, το συνέδεσαν με τους ρωμαϊκούς θεούς, όπως και οι εκρωμαϊσμένοι Γαλάτες –έτσι δεν γνωρίζουμε τον ακριβή κελτικό χαρακτήρα αυτών των θεοτήτων και των ιδιοτήτων τους. Οι σύγχρονες νεοπαγανιστικές αποδόσεις του συγκεκριμένου πάνθεου είναι λίγο-πολύ αποτέλεσμα συγκρητισμού.

Σημαντικό στοιχείο παραμένει για την κελτική θρησκεία το θέμα της τριάδας. Οι κελτικοί θεοί παρουσιάζονται σε τριάδες και η κελτική λογική για την αντίληψη των θεοτήτων επικεντρώνεται σε τριάδες. Αναμφίβολα, τούτη η τριαδική λογική επέδρασε ευμενώς για την πρόσληψη του Χριστιανισμού από τα βορειοευρωπαϊκά πολιτισμικά μοντέλα.

Είναι σχεδόν σίγουρο ότι ο υλικός κόσμος των Κελτών διαχεόταν με τον κόσμο των θεών που ήταν και ευεργετικός και επιβλαβής. Ορισμένες περιοχές θεωρούνταν περισσότερο φορτισμένες με την έννοια της θεότητας από άλλες, ειδικά λίμνες, λίμνες και μικρά άλση, ζωτικοί χώροι των κεντρικών τελετουργικών δραστηριοτήτων της κελτικής ζωής. Οι Κέλτες ήταν μη-αστικοποιημένοι και, σύμφωνα με τις ρωμαϊκές πηγές, η κελτική ιεροπραξία δεν περιελάμβανε ναούς ή κτηριακές δομές. Η κελτική τελετουργική ζωή επικεντρωνόταν κυρίως στο φυσικό περιβάλλον.

Οι ιεροπραξίες τελούνταν από μια ειδική ιερατική τάξη, τους αποκαλούμενους από τους Ρωμαίους "δρυίδες". Η λέξη δρυίδης προέρχεται πιθανώς από ανάλογη γαλατική λέξη. Αν και πολλά έχουν γραφτεί για τους δρυίδες και την κελτική τελετουργία, δε γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα ουσιαστικό. Ως ειδική κάστα, οι δρυίδες εκτελούσαν πολλές από τις λειτουργίες που θα αποκαλούσαμε σήμερα «ιερατικές», συμπεριλαμβανομένων των τελετουργιών και των θυσιών, αλλά και λειτουργίες που αφορούσαν την «εκπαίδευση» και τον «νόμο». Αυτές οι τελετουργίες και πρακτικές τηρούνταν πιθανώς μυστικές -μια παράδοση κοινή μεταξύ των πρώτων ινδοευρωπαϊκών λαών- κάτι που μας βοηθά να καταλάβουμε γιατί ο κλασικός κόσμος δεν γνώριζε ουσιαστικά τίποτα για αυτές. Το μόνο που αναφέρουν οι κλασικές πηγές, είναι ότι οι δρυίδες τελούσαν «βαρβαρικά» ή «φρικτά» τελετουργικά στις λίμνες και τα άλση. Υπάρχει μάλιστα συναίνεση μεταξύ των Ελλήνων και των Ρωμαίων ότι αυτά τα τελετουργικά περιελαβαναν ανθρωποθυσίες. Υπάρχουν στοιχεία ανθρωποθυσιών μεταξύ των Κελτών, αλλά η ανθρωποθυσία δεν φαίνεται πως ήταν η επικρατούσα πρακτική.


Σύμφωνα με τον Ιούλιο Καίσαρα, που δίνει και την μακροσκελέστερη περιγραφή των δρυϊδών, επίκεντρο της κελτικής πεποίθησης ήταν η μετενσάρκωση των ψυχών από το ένα σώμα στο άλλο με στόχο την τελειοποίηση. Το γεγονός ότι οι Κέλτες πίστευαν στην μεταθανάτια ζωή, επιβεβαιώνεται από την αρχαιολογική μαρτυρία, καθώς πολλά από τα αντικείμενα καθημερινής χρήσης θάβονταν εν είδει κτερισμάτων μαζί με τους νεκρούς.


Χρυσός στατήρας του ΒερκινγκέτοριξΟι πρώτοι Κέλτες που συνδέθηκαν με τον κλασικό κόσμο ήταν οι Γαλάτες, που ήλεγχαν την περιοχή που εκτείνεται από τη Γαλλία στην Ελβετία. Ήταν οι Γαλάτες που κατάπιαν τη Ρώμη και και ένα μέρος της Ελλάδας. Ήταν επίσης οι Γαλάτες που μετανάστευσαν στη Μικρά Ασία για να ιδρύσουν τον ανεξάρτητο Γαλατικό πολιτισμό τους. Με εισβολές και μεταναστεύσεις πέρασαν στην Ισπανία, διέσχισαν αργότερα τις Άλπεις στην Ιταλία και εγκαταστάθηκαν μόνιμα νότια των Άλπεων, σε μια επικράτεια που οι Ρωμαίοι ονόμασαν κατόπιν, εντεύθεν των Άλπεων Γαλατία.

Οι Γαλάτες ήταν φυλετική και γεωργική κοινωνία, αντίθετα από τους άλλους κελτικούς λαούς. Κυβερνούνταν από βασιλείς, η δικαιοδοσία των οποίων απλωνόταν συνήθως σε μικρές μόνον περιοχές. Περιστασιακά κάποιος ισχυρός βασιλιάς κέρδιζε την πίστη και την υποταγή διάφορων ήσσονων βασιλέων ως μονάρχης, αλλά γενικά οι Γαλάτες σε όλη την Ευρώπη διαμόρφωναν μάλλον μια εθνική συνέχεια παρά ενιαίο έθνος.


Η εθνική ταυτότητα στους πρώιμους Γαλάτες ήταν πολύ ρευστή και βασιζόταν κυρίως σε μικρές ομάδες συγγένειας, τις πατριές, μια θεμελιώδη εθνική ταυτότητα που συχνά αντικαθίστατο από την ευρύτερη φυλετική ταυτότητα. Οι κύριες πολιτικές δομές της βασιλείας στους Γαλάτες, άλλωστε, οργανώθηκαν γύρω από αυτή την φυλετική εθνική ταυτότητα. Ως επί το πλείστον, ωστόσο, οι Γαλάτες μάλλον δεν διέθεταν εκείνη την μεγαλύτερη εθνική ταυτότητα που ένωνε τον γαλατικό κόσμο σε μια ενιαία πολιτιστική ομάδα –ο όρος «Γαλάτες» ως εθνική ομάδα επινοήθηκε κυρίως από τους Ρωμαίους και τους Έλληνες και ίσχυε για όλες τις διαφορετικές φυλές που εξαπλώθηκαν στις περιοχές της βόρειας Ευρώπης. Οι Γαλάτες είχαν την αίσθηση μιας τοπικής εθνικότητας και οι κλασικές πηγές πιστοποιούν ότι υπήρχαν δέκα έξι διακριτά τοπικά έθνη Γαλατών. Αυτές οι τοπικές ομάδες διαιρούνταν σε pagi, δηλαδή στρατιωτικές μονάδες που αποτελούνταν από εθελοντές στρατιώτες.


Δύο κελτικές φυλές, οι Κίμβροι και οι Τεύτονες (εθνικός προσδιορισμός για τους Γερμανούς που προέρχεται από την κελτική ρίζα για τη λέξη «λαός»), μετανάστευσαν ανατολικά και εγκαταστάθηκαν στη Γερμανία. Το κέντρο της κελτικής επέκτασης, ωστόσο, ήταν η Γαλατία, η επικράτεια της οποία εκτεινόταν βόρεια των Άλπεων, στην Γαλλία και το Βέλγιο,καθώς και σε τμήμα της Ισπανίας. Η πλέον πρώιμη αφήγηση για τους Γαλάτες προέρχεται από τον Ιούλιο Καίσαρα. Στην ιστορία της στρατιωτικής εισβολής του πρώτα στην Γαλατία και κατόπιν στον μακρινό Βορρά, έως τη Μεγάλη Βρετανία, ο Καίσαρας περιέγραψε τα φυλετικά και περιφερειακά χαρακτηριστικά των Γαλατών, ορισμένα από τα οποία φαίνονται να αφορούν γηγενή ευρωπαϊκά φύλα μη κελτικής προέλευσης.


Η γαλατική κοινωνία, όπως και όλες οι κελτικές κοινωνίες, διαιρείτο σε ένα άκαμπτο σύστημα τάξεων. Σύμφωνα με τον Ιούλιο Καίσαρα, οι τρεις τάξεις της γαλατικής κοινωνίας ήταν οι δρυίδες, οι ιππείς και ο λαός. Οι δρυίδες ήταν οι μορφωμένοι μεταξύ των Γαλατών και κατείχαν την υψηλότερη κοινωνική θέση, ακριβώς όπως η τάξη των Μπραχμάνων κατείχε την υψηλότερη κοινωνική θέση μεταξύ των Ινδών. Οι δρυίδες, των Γαλατών, όπως και σε άλλους κελτικούς λαούς ήταν αρμόδιοι για την πολιτιστική και θρησκευτική γνώση, καθώς επίσης και για τις τελετουργικές ιεροπραξίες. Οι δρυίδες, φημισμένοι για την σοφία τους σε διάφορους τομείς, κατείχαν όχι μόνον θρησκευτική αλλά και κοινωνική δύναμη, που ενδεχομένως σε ύστερες φάσεις εξελίχθηκε σε πολιτική. Το ισχυρότερο εργαλείο που κατείχαν ήταν η δύναμη της αποκοπής. Όταν ο δρυίδης απέκοπτε το μέλος κάποιας φυλής, εκείνο ήταν υποχρεωμένο να ξεκόψει από τις ρίζες του και να απομακρυνθεί από τη φυλή.


Η χύτρα (Cauldron) Gundestrup. Εθνικό μουσείο Δανίας. Courtesy Malene Thyssen.Ο κελτικός πολιτισμός συνολικά θεωρούμενος χρειάζεται προσεκτική εξέταση σε κάθε διακριτή του έκφανσή του, προκειμένου να αναδειχθεί ο πλούτος της καλλιτεχνικής του έκφρασης. Η ανάλυση της κελτικής εικονογραφίας μπορεί να εισάγει σε μερικές από τις οπτικές έννοιες που δέσμευσαν τους Κέλτες καλλιτέχνες. Ορισμένα ενοποιημένα θέματα χαρακτήριζαν τις περισσότερες, αν όχι όλες, τις κελτικές τέχνες.



Στην κελτική τέχνη η οφαλμαπάτη και η μεταμόρφωση είναι κοινός τόπος: το μάτι εξαπατάται στη θέα διάφορων ζώων ή προσώπων. Εάν το αντικείμενο περιστραφεί, τα σχέδια μεταμορφώνονται, αποκαλύπτοντας άλλα θέματα. Η γεωμετρία και οι αριθμοί είναι το σταθερό θεμέλιο της κελτικής τέχνης, ενώ ο κύκλος και ο αριθμός 3 είναι ιδιαίτερα σημαντικοί. Κάτω από όλη αυτή την τέχνη υποκρύπτεται είναι μια βαθιά εκτίμηση της δυνατότητας διαμόρφωσης της κελτικής αισθητικής για τις φυσικές μορφές -φύλλα, ζώα και πρόσωπα.


Η κελτική εικονογραφία ερευνά τα ζώα και τους θεούς που ενοικούν στην τέχνη και τη λογοτεχνία του συνόλου των κελτικών πολιτισμών. Η τριπλότητα, το τριπλό μοτίβο, βρίσκεται σχεδόν σε όλα τα κελτικά συμφραζόμενα και είναι μια από τις «καθολικότερες» εικονογραφικές συμβάσεις. Η μητέρα θεά και τα πνεύματα cucullati εμφανίζονται συχνά ως τριάδα. Πολλοί από τους θεούς και τους ήρωες της κελτικής μυθολογίας είχαν τη δυνατότητα της μεταμόρφωσης. Αλλάζαν τη μορφή τους από ανθρώπινη σε ζωική, μια ικανότητα που επέκτεινε τη δύναμη του θεού ή του ήρωα. Τα πουλιά ήταν ιδιαίτερα ισχυρά, δεδομένου ότι κινούνταν μεταξύ ουρανού και γης. Τα φίδια, επίσης, καθώς κινούνταν μεταξύ της γης και των περιοχών του κάτω κόσμου. Θεοί όπως ο Κερνούνος, μία από τις σχετικά άγνωστες προρωμαϊκές θεότητες, ήταν κυρίαρχοι αναμφισβήτητα εξαιτίας της ένωσής τους με ζώα όπως τα ελάφια, οι κάπροι και τα φίδια. Η Επόνα, μία άλλη προρωμαϊκή θεότητα συνδέεται έντονα με τα άλογα και τα σκυλιά που, αναμφίβολα λόγω της σημασίας τους για την κελτική ζωή, την έκαναν μία από τις δημοφιλέστερες και σημαντικότερες θεότητες του κελτικού πάνθεου. Η μεταμόρφωση, η ένωση και η ενίσχυση είναι κεντρικά θέματα στο ρεπερτόριο της κελτικής εικονογραφίας.


Η κοινωνική θέση και η προστασία ως κεντρικά θέματα σχετίζονται με τύπους αντικειμένων που πιστοποιούσαν την κοινωνική θέση του Κέλτη σε αυτόν και τον άλλο κόσμο. Η ανταλλαγή δώρων και η υποχρέωση ήταν κομβικά σημεία στις κελτικές πολιτικές ιεραρχίες, που απαιτούσαν σημαντικές ποσότητες πρώτης ύλης για να μετασχηματιστούν σε σύμβολακοινωνικής δύναμης. Από τα πρώτα τέχνεργα που βρέθηκαν σε πρώιμους τάφους του πολιτισμού Λα Τεν, όπως τα μεγάλα και ογκώδη περισφύρια, ως τις ύστερες ιρλανδικές πόρπες, το κόσμημα δεν εξυπηρετούσε μόνον διακοσμητικούς σκοπούς. Ιδιαίτερα διακοσμημένα θηκάρια που βρέθηκαν στον ποταμό Μπαν ήταν αναμφισβήτητα αναθηματικές προσφορές, που υποχρέωναν τη θεότητα να προστατεύσει ή να θεραπεύσει εκείνον που έκανε την προσφορά. Το περιλαίμιο ήταν το κατ' εξοχήν κελτικό σύμβολο, ακόμα και για την ελληνιστική μνημειακή γλυπτική. Στην ελληνική, ρωμαϊκή και κελτική τέχνη είναι το μοτίβο που προσδιορίζει τον κάτοχό του ως Κέλτη, όχι Ρωμαίο ή Έλληνα. Πολυτελή τέχνεργα όπως οι καθρέφτες, αν και σπάνιοι στην ήπειρωτική Ευρώπη, θέτουν ένα ενδιαφέρον ερώτημα για το πώς τα χρησιμοποιούσαν οι κάτοχοί τους. Χρησιμοποιούνταν για επίδειξη, για οικιακή χρήση, σαν κτερίσματα ή όλα αυτά μαζί;


Αν και εμφανίστηκαν αργά στην κελτική ιστορία, οι λίθοι των Πικτών παραμένουν μυστήριο, δεδομένου ότι τα σύμβολά τους δεν έχουν ακόμη επαρκώς αποκρυπτογραφηθεί. Ο αριθμός και το πλούσιο εικονογραφικό τους λεξιλόγιο, όμως, υποδεικνύει ότι ήταν ισχυρά σημαινόμενα των φιλοδοξιών των κατόχων τους.


Οι υψηλοί λίθινοι σταυροί αντιπροσωπεύουν το μεγαλύτερο σώμα μνημειακής γλυπτικής μεταξύ της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και των ιταλικών πόλεων-κρατών της Αναγέννησης. Αν και οι ημερομηνίες των σταυρών είναι αμφισβητούμενες και δύσκολο να επισημανθούν, οι μελετητές γενικά συμφωνούν ότι χρονολογούνται από τις αρχές του 8ου έως τον 12ο αιώνα, με τον ένατο και τον δέκατο να θεωρούνται χρονικές περίοδοι μεγάλης παραγωγικής ακμής. Το πιθανότερο είναι πως οι πρόγονοι των λίθινων είναι ξύλινοι σταυροί, αν και δεν υπάρχουν τα αρχαιολογικά ευρήματα που να το επιβεβαιώνουν, καθώς το ξύλο αποσυντίθεται πολύ γρήγορα σε σχέση με τα άλλα υλικά σε αερόβιο περιβάλλον. Επιπλέον, οι πρώιμες γραπτές μαρτυρίες για τους σταυρούς δεν κάνουν συχνά διάκριση μεταξύ των λίθινων και ξύλινων σταυρών. Λαξευμένοι σε τοπικά πετρώματα οι πρώιμοι επιζόντες μεσαιωνικοί σταυροί ομαδοποιούνται γενικά σε δύο κατηγορίες: εκείνους με τις αφηγηματικές σκηνές και εκείνους με την αφηρημένη διακόσμηση. Ορισμένοι, όπως ο σταυρός του Castledermot, έχουν και διακοσμητικά και αφηγηματικά πλαίσια.

Από: http://el.wikipedia/.

Τσίπουρο





Τσίπουρο = Ελληνικό παραδοσιακό απόσταγμα στέμφυλων σταφυλής.
Τσίπουρο ή ρακί (το). Στην Κρήτη ονομάζεται τσικουδιά ή ρακή (η).
Το τσίπουρο είναι απόσταγμα από στέμφυλα (ή στράφυλα ή τσίπουρα) δηλαδή από τα ράκη των σταφυλιών που μένουν μετά το πάτημα και την εξαγωγή του μούστου για την παραγωγή κρασιού. Τα στέμφυλα για να μας δώσουν αλκοολούχο απόσταγμα θα πρέπει αφενός να μην έχουν αποστραγγιστεί εντελώς (τα στέμφυλα από μηχανόπρεσσες περιέχουν ελάχιστο μούστο και δεν κάνουν) και αφετέρου να έχουν υποστεί αλκοολική ζύμωση ώστε τα σάκχαρα του εναπομένοντος μούστου να μετατραπούν σε αλκοόλη.Με άλλα λόγια πρέπει να μείνουν για κάποιες μέρες σε δοχείο.
Η αρχαιολογική σκαπάνη ανακάλυψε γίγαρτα (κουκούτσια) σταφυλής, σε Ελληνικό σπήλαιο, χρονολογημένα στο 12.000 π.χ.
Αυτό σημαίνει πως εκείνη την εποχή, η άμπελος ήταν γνωστή και τα προιόντα της προς χρήση. Από τις γραπτές αναφορές του Όμηρου στην Ιλιάδα, την Οδύσσεια, του Αριστοτέλη στα φυσικά και μετεωρολογικά, του Αθηναγόρα, του Πλούταρχου, του Αριστοφάνη, του Θεόκριτου, του Αρριανού και των άλλων επιφανών αρχαίων Ελλήνων, μαθαίνουμε τις λέξεις που χρησιμοποιούσαν για την άμπελο και τα παράγωγά της.
Αμπελος η άμπελος όμφαξ, -όμφακος, η άωρος σταφυλή (άγουρη ρώγα σταφυλιού) ραξ, -ραγός, η ρώγα σταφυλής βότρυς, -βότρυος, η σταφυλή σίραιον, -νέος οίνος βραζόμενος, μούστος βρασμένος, (τουρκ. ''πετμέζι') Το τσίπουρο είναι ένα παραδοσιακό απόσταγμα στέμφυλων σταφυλής. Το προιόν προς απόσταξη είναι τα στέμφυλα, δηλαδή οι ( ράγες βότρυος) οι ρώγες του σταφυλιού που τις έχουμε θραύσει, συνθλίψει, (εραίσει, εκ του ρήγνυμι), τα ράκη όπως λέμε στην Κρήτη, τα grapes όπως λένε στις λατινογενείς γλώσσες, τα τσίπουρα, όπως λέμε σε όλη την Ελλάδα. Οι ρώγες που συνθλίψαμε με τον χυμό τους, που περιμένουν να ζυμωθούν, να μετατρέψουν τα σάκχαρά τους σε οινόπνευμα, λεγονταν ''τρύξ''. Με την βοήθεια του οξυγόνου και μυκήτων σιγά σιγά θα σαπίσουν, θα γίνουν σαπρές.

Στο λεξικό του ΑΝΕΣΤΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ διαβάζουμε.
''Τρυξ, γεν. τρυγός, - νέος οίνος μη υποστάς την ζύμωσιν και μη στραγγισθείς, οίνος μετά της τρυγός, γλεύκος αδιήθητον''.
''Σαπρός, α,ον. σάπιος, α, ον. (εκ του σήπω).
Τώρα πως οι δύο λέξεις ''ΤΡΥΞ'' και ''ΣΑΠΡΑ'' παράγουν την λέξη τσίπουρο, ας μας απαντήσουν οι ειδήμονες και ειδικότερα οι γλωσσολόγοι. Είναι γνωστό σε όλους μας πως από την εποχή των γηγενών Ελλήνων Πελασγών, ο οίνος ήταν υψηλόβαθμος και είχε ανάγκη αραίωσης με νερό, για να απολαύσουν αυτόν στα συμπόσια.
Είναι επίσης γνωστό πως χρησιμοποιούσαν διάφορα βότανα αναμεμιγμένα με κρασί, για συντηρητικούς και φαρμακευτικούς σκοπούς. Ο ρητινίτης οίνος κοινώς "ρετσίνα'', για την καλύτερη συντήρηση του οίνου και ως διουρητικός, ενάντια σε κεφαλαλγίες, δυσεντερία, υδρωπικία.
Ο ροίτης, οίνος με ρόδια, ως διουρητικόν, ευστόμαχον, ενάντια σε πυρετούς.
Ο μυρτίτης, οίνος με μαύρα μύρτα, ως στυπτικό, ευστόμαχο, κατά του μαυρίσματος των μαλλιών.
Ο μελιτίτης, ο μανδραγορίτης, ο κυδωνίτης, ο σαπρίας, ο κεδρίτης και άλλοι πολλοί.
Αρκούνταν οι θνητοί εκείνης της εποχής με το κρασί και τις διάφορες αναμίξεις-προσμίξεις που κάνανε για διατροφικούς και φαρμακευτικούς σκοπούς; Ναί μας λένε κάποιοι, Οχι μας λένε κάποιοι άλλοι.

Ο Αθήναιος στον στίχο 31Ε, μας πληροφορεί.

''εχρώντο δε οι αρχαίοι και πόματι τινί έξ αρωμάτων κατασκευαζομένω, ό εκάλουν τρίμμα.''
τρίμμα = πόμα (ποτό) μετ΄αρωμάτων ή είδος μυττωτού (έδεσμα). (λεξικό Ανέστη Κωνσταντινίδου) κάτι σαν το δικό μας τσίπουρο με κρόκο. Κάτι σαν εκείνα τα πόματα που φτιάχναν οι γιαγιάδες μας με τσίπουρο και κράνα, με τσιπουρο και βύσσινα, με τσίπουρο και μούρα και ότι άλλο παρείχε παρέχει και θα παρέχει η Ελληνική γή μας.
( αν αντέξουμε στις βαρβαρικές επιθέσεις των βιοτεχνολόγων και μεταλαγμένων, πολυεθνικών και μή.)
Κάτι σαν εκείνο το ποτό που ήπιε ο περιηγητής Πουκεβίλ στην περιοχή κάτω από τον Όλυμπο, στον Τύρναβο, ονόματι ''μποράντζα'' και αναφώνησε "θεσπέσιο!!"


''αμβροσίην υπό ρίνα εκάστω θήκε φέρουσα ηδύ μάλα πνείουσαν, όλεσσε δε κήτεος οδμήν.''(ΟΔ.Δ445)
''Ως άρα φωνήσασα θεά παρέθηκε τράπεζαν αμβροσίης πλήσασα, κέρασσε δε νέκταρ ερυθρόν.(ΟΔ.Ε93)
Ο Τάνταλος, γιός του Διός και της Πλουτώς, σύζυγος της Διώνης, βασιλιάς της Φρυγίας, ήταν ο αγαπημένος των θεών του Ολύμπου. Συμμετείχε στα γεύματα - συμπόσια αυτών, τρώγοντας και πίνοντας αμβροσία και νέκταρ.
Κρυφά από τους θεούς έδωσε στούς θνητούς αμβροσία - νέκταρ και την γνώση παρασκευής και χρήσης.
Οι θεοί τον τιμώρησαν σε αιώνια πείνα και δίψα.

Ο Θεόκριτος σ'ένα βουκολικό ποίημα (στίχους 106,107,108)
''Κύπρι Διωναία, τυ μεν αθανάταν από θνατάς, ανθρώπων ως μύθος,
εποίησας Βερενίκαν, αμβροσίαν ες στήθος αποστάξασα γυναικός''

Για το πότε ακριβώς ξεκίνησαν οι άνθρωποι να αποστάζουν δεν γνωρίζουμε.
Από τα μετεωρολογικά του Αριστοτέλη μαθαίνουμε πως αποστάζοντας θαλασσινό νερό έπαιρναν πόσιμο.
Φάρμακα και καλλυντικά παρασκεύαζαν επίσης με απόσταξη. Φιλόσοφοι, φυσιοδίφες και αργότερα οι αλχημιστές παρατηρώντας την φύση, πειραματίζονταν με διάφορα υλικά, ψάχνοντας για το ελιξίριο της ζωής.
Στη διάθεσή τους είχαν τον πηλό, τον χαλκό, τα προϊόντα της γαίας, την γνώση την περιέργεια και την έμπνευση.
Ο Ησίοδος τον έβδομο αιώνα π.χ μας πληροφορεί για απόσταξη υδραργύρου σε άμβυκα.
Πάλι στα μετεωρολογικά του Αριστοτέλη έχουμε αναφορές για την συμπεριφορά του γάλακτος, του μελιού και του γλυκού οίνου εν βρασμώ. Ο Μέγας Αλέξανδρος ως τέταρτος Διόνυσος, κατακτώντας και εκπολιτίζοντας τους λαούς στο πέρασμά του, μετέφερε όλη εκείνη την Αριστοτελική γνώση, στις πόλεις που ίδρυε.
Ο άμβυκας και η απόσταξη ήταν κομμάτι εκείνης της γνώσης, αφού δάσκαλός του ήταν ο Αριστοτέλης.
Κατά τους Ρωμαϊκούς και Μεσαιωνικούς χρόνους, οι μεταφράσεις των Ελληνικών συγγραμμάτων, με ότι απέμεινε από την καταστροφή της βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας, δίνουν τις τεχνολογικές βάσεις για την περαιτέρω ανάπτυξη της τέχνης της απόσταξης.
ΠΕΡΙΟΔΟΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΟΛΟΓΙΑΣ
Α. Επική περίοδος. περιλαμβάνει Ομηρικούς ύμνους, τα ποιήματα του Ησίοδου, την Οδύσσεια και την Ιλιάδα.
Β.800 π.χ - 550 π.χ. περίοδος των Λυρικών, Ελεγειακών και Ιαμβικών ποιητών κυρίως στην Μικρά Ασία.
Γ. 550 π.χ - 510 π.χ. περίοδος Πεισιστράτου, οι πρώτοι ιστορικοί και η αρχή της τραγωδίας στην Αττική.
Δ. 510 π.χ - 470 π.χ. περίοδος Πινδάρου, των Τραγικών ποιητών, περίοδος των Περσικών.
Ε. 470 π.χ - 431 π.χ. περίοδος Ηροδότου, Ιπποκράτους και της ηγεμονίας των Αθηναίων.
ΣΤ. 431 π.χ - 403 π.χ. περίοδος Περικλέους, Θουκυδίδου και Πελοποννησιακού πολέμου.
Ζ. 403 π.χ - 336 π.χ περίοδος Λυσίου, Πλάτωνος, Ξενοφώντος, Δημοσθένους, της ηγεμονίας των Σπαρτιατών, Θηβαίων και Φιλίππου.
Η. 336 π.χ - Ρωμαικούς χρόνους. περίοδος Αριστοτέλους, Θεοφράστου, Θεοκρίτου, Απολλωνίου Ρόδιου, κλπ.
Θ. Ρωμαικοί χρόνοι. περίοδος Πολυβίου, Φίλωνος, Λουκιανού και των σοφιστών.

νέκταρ, αρος. - το ποτό των θεών
αποστάζω=αφίνω τι να πίπτει κατά σταγόνας, διυλίζω,΄΄λαμπικάρω΄΄

λαμπτήρ,ηρος=εκ του λάμπω, κυρίως εσχάρα εφ' ής ετίθετο τεμάχια πίτυος(δαδίου)
ή άλλου ξύλου προς φωτισμόν (Οδ.Σ307)ουχί μόνον.
...λάμπω, λαμπρός, λαμπυρίς,λαμπικάρω,ο-λυμπ-ος,alembic

άμβιξ,ικος=έκπωμα, ποτήριον.άμβικας=χύτρα, κάδος,σκέπασμα αποστακτικού λέβητος, ΄΄λαμπίκου''(Διοσκ.5.110)
ομφαλός=κοινώς 'αφαλός' , κεντρικόν σημείον,δικλίς ή πώμα δι'ού εκλείετο ο εξαγωγός βαλανείου.
(Ελλ.και Λατ. ρίζα της λέξης ομφ-αλός φαίνεται να είναι amb ή ambh)
(στοιχεία από λεξικό Ανέστη Κωνσταντινίδου 1901,1902,1904,1906)

...έστιν γαρ ατμίς η υπό θερμού
καυστικού εις αέρα καί πνεύμα
έκκρισις εξ υγρού διαντική...
(Αριστ.μετεωρ.Δ)

...τα μεν γαρ μαλακτά, τα δε θυμιατά
και ψύξει γεγενημένα...
(Αριστ.μετεωρ.Δ)

...οίνος δ' ο μεν γλυκύς θυμιάται.
...(μικράν δ' έχει θυμίασιν' διό
ανίησιν φλόγα).
(Αριστ.μετεωρ.Δ)

Σάββατο, 20 Αυγούστου 2011

Ποιον ενδιαφέρει η ποίηση σήμερα;



N. ΒΑΓΕΝΑΣ

«Ποιον αφορά η ποίηση σήμερα;»· ήταν το θέμα που έθεσε προς δημόσια συζήτηση, πρόσφατα, στη Στοά του Βιβλίου ο διευθυντής του περιοδικού Ποίηση Χάρης Βλαβιανός με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα χρόνων από την έκδοσή του. Προσλαμβάνοντας το ερώτημα με την έννοια του «ποιον ενδιαφέρει η ποίηση σήμερα;» θα προσπαθήσω να διατυπώσω κάποιες σκέψεις.
H ποίηση ενδιαφέρει σήμερα μικρότερο αναλογικά αριθμό ανθρώπων απ' ό,τι σε κάθε άλλη εποχή. Από εκείνους που διαβάζουν λογοτεχνία ενδιαφέρει τους λιγότερους - για την ακρίβεια πολύ λίγους. Το αποδεικνύουν αυτό οι πωλήσεις ποιητικών βιβλίων, που είναι συντριπτικά μικρότερες από εκείνες των βιβλίων πεζογραφίας, και ο ελάχιστος χώρος που διατίθεται για την παρουσίαση των ποιητικών βιβλίων (και της ποίησης γενικότερα) σε σύγκριση με εκείνον που δίνεται για την πεζογραφία στις σελίδες βιβλίου των εφημερίδων και των ευρείας κυκλοφορίας περιοδικών. Αλλά η ποίηση ενδιαφέρει σήμερα, παρά τα θρυλούμενα περί του αντιθέτου, και τους λιγότερους από εκείνους που γράφουν λογοτεχνία.
Γιατί συμβαίνει αυτό; Συμβαίνει γιατί ένα μεγάλο μέρος - το μεγαλύτερο - από εκείνα που εξέφραζε σε παλαιότερες εποχές η ποίηση εκφράζεται σήμερα με άλλους λογοτεχνικούς τρόπους.
* H διάσπαση του λογοτεχνικού λόγου
Στην αρχαϊκή εποχή η ποίηση ήταν όλη η λογοτεχνία. Εκτελούσε - θα λέγαμε με τους όρους των νεότερων εποχών - και χρέη διηγήματος, μυθιστορήματος και θεατρικού έργου (ακόμη και δοκιμίου). Με τη σταδιακή όμως - από την αρχαία εποχή ως το τέλος του 19ου αιώνα - αυτονόμηση του αφηγηματικού και του δραματικού στοιχείου σε ιδιαίτερα λογοτεχνικά είδη, η ποίηση περιορίστηκε (παρά τις κατά καιρούς προσπάθειες αναζωπύρωσης αυτών των στοιχείων) κυρίως στο λυρικό μέρος της - με την ευρύτερη βέβαια (με τη σημερινή) έννοια του λυρισμού: εκείνη που περιέχει και τη διαπλοκή του λυρικού στοιχείου με το δραματικό και το αφηγηματικό.
Επειδή η διάσπαση του λογοτεχνικού λόγου σε λογοτεχνικά είδη και οι διακυμάνσεις των ειδολογικών προτιμήσεων από εποχή σε εποχή αντανακλούν τις αναζητήσεις της εκάστοτε κοινωνικής πραγματικότητας, το περιορισμένο σήμερα ενδιαφέρον για την ποίηση φαίνεται εκ πρώτης όψεως παράδοξο. Γιατί θα περίμενε κανείς να συνέβαινε το αντίθετο. Σε μιαν εποχή όπως η δική μας, η οποία δεν ευνοεί - όπως μας λένε - τις μεγάλες αφηγήσεις αλλά αρέσκεται στις μικρές εξιστορήσεις, στις εκφράσεις που υπαγορεύονται από ατομικούς περισσότερο παρά από κοινούς μύθους και οραματισμούς, θα περίμενε κανείς αυτό που ονομάζουμε σήμερα ποίηση, ο λυρικός λόγος, που είναι το πεδίο της καλλιέργειας προσωπικών περισσότερο παρά συλλογικών συναισθημάτων - δηλαδή των μικρών εξιστορήσεων -, να είναι το περισσότερο προτιμώμενο από τα λογοτεχνικά είδη.
Ομως δεν συμβαίνει αυτό. Το προτιμώμενο σήμερα λογοτεχνικό είδος είναι εκείνο που θα περίμενε κανείς λιγότερο, η πεζογραφία· για την ακρίβεια, το μυθιστόρημα, δηλαδή το είδος που προσφέρεται περισσότερο απ' ό,τι κάθε άλλο στις μεγάλες αφηγήσεις. Ακριβέστερα: είναι το μεγάλο σε έκταση μυθιστόρημα, που είναι ογκώδες ακριβώς γιατί επιχειρεί να αναπτύξει μεγάλες αφηγήσεις, μεγάλες με την έννοια όχι μόνο της έκτασης αλλά και του οράματος (κυρίως του οράματος), δηλαδή με τη μεταμοντέρνα έννοια του όρου.
* H επιθυμία της ακεραίωσης
Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει, πιστεύω, δύο πράγματα. Πρώτον, ότι μπορεί η εποχή μας να χαρακτηρίζεται από το πνεύμα του μεταμοντέρνου, από αυτό που περιγράφεται ως διάβρωση του υποκειμένου και της ταυτότητας, ως διάλυση των συνεκτικών οραμάτων, με λίγα λόγια από την κυριαρχία του απόλυτου σχετικισμού, όμως η ψυχή της, που βρίσκεται βαθύτερα απ' ό,τι το πνεύμα της, ποθεί την ακεραίωση, την επανασύνδεση του προσώπου με κάτι που το υπερβαίνει, την επαναμάγευση που προσφέρει ο συλλογικός μύθος ή το κοινωνικό όραμα. Σημαίνει ακόμη - αυτό είναι το δεύτερο - ότι επειδή η λογοτεχνία εκφράζει τα βάθη της ψυχής του ανθρώπου και επειδή η επιθυμία της ακεραίωσης είναι ένα αίσθημα διαρκές, διαχρονικό και αδιάπτωτο (είναι το βασικό αίσθημα που εκφράζει η λογοτεχνία, και ο λόγος ύπαρξής της), η ανάγκη αυτό το αίσθημα να εκφραστεί είναι σήμερα ισχυρότερη από ποτέ. Και όταν ένα αίσθημα είναι πολύ ισχυρό, επιλέγει εκείνο το λογοτεχνικό είδος το οποίο στη συγκεκριμένη εποχή μπορεί να το διατυπώσει καθαρότερα· όχι αναγκαστικά βαθύτερα ή διεισδυτικότερα, αλλά παραστατικότερα. Από την αρχαία εποχή ως τις αρχές του 20ού αιώνα το είδος αυτό ήταν η ποίηση. Σήμερα είναι το μυθιστόρημα.
Ομως η ποίηση που γράφεται σήμερα ενδιαφέρει το αναγνωστικό κοινό της λογοτεχνίας λιγότερο όχι μόνο απ' όσο το ενδιαφέρει το μυθιστόρημα αλλά και απ' όσο το ενδιέφερε η ποίηση στο πρώτο μισό του περασμένου αιώνα. Το ενδιαφέρει λιγότερο, γιατί είναι λιγότερο ενδιαφέρουσα από την ποίηση που γραφόταν εκείνο τον καιρό, που ήταν η περίοδος της εμφάνισης και ανόδου του Μοντερνισμού. Και είναι λιγότερο ενδιαφέρουσα γιατί, διαφορετικά από την περίοδο εκείνη, σήμερα βρισκόμαστε όχι στην αρχή αλλά στο τέλος μιας ποιητικής εποχής. H εποχή εκείνη παρήγαγε μεγάλα ποιητικά έργα όχι μόνο γιατί είχε σημαντικούς, μεγάλους ποιητές - σημαντικοί ποιητές υπάρχουν και σήμερα - αλλά και γιατί οι λογοτεχνικές της συνθήκες ευνοούσαν τη δημιουργία μεγάλων έργων. Την ευνοούσαν γιατί ήταν εποχή μεγάλων, ριζοσπαστικών ποιητικών αλλαγών, από εκείνες που συμβαίνουν σπάνια, όταν έχουν συσσωρευτεί όλα εκείνα τα στοιχεία που επιβάλλουν την αλλαγή του λογοτεχνικού παραδείγματος. H φορά αυτών των στοιχείων ωθεί και από μόνη της τους ποιητές στην αναζήτηση νέων εκφραστικών τρόπων, τους βοηθάει να ελευθερώσουν μέσα τους ποιητικές δυνάμεις που διαφορετικά ίσως παρέμεναν λανθάνουσες.
* H κρίση του ελεύθερου στίχου
Απεναντίας οι ποιητικές συνθήκες σήμερα δεν είναι ευνοϊκές για τους ποιητές. Ο ποιητικός λόγος, καθώς ο ελεύθερος στίχος έχει, όπως όλα δείχνουν, εξαντλήσει τις δυνατότητές του - πράγμα που ήταν αναπόφευκτο -, βρίσκεται σε κρίση. Είναι αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε κρίση του ελεύθερου στίχου. Οι κύριες έξοδοι από αυτή την κρίση είναι αδιέξοδες ποιητικά: είτε οδηγούν τον ελεύθερο στίχο στην πρόζα, δηλαδή τον βγάζουν έξω από την ποίηση, είτε τον πηγαίνουν πίσω στις έμμετρες μορφές, δηλαδή στο παρελθόν. Θέλω να πω: διαφορετικά απ' ό,τι στις αρχές του περασμένου αιώνα, όπου η έξοδος από την τότε κρίση - την κρίση της έμμετρης προσωδίας που οδήγησε στον ελεύθερο στίχο - ήταν ευδιάκριτη και ως εκ τούτου κοινή, στη σημερινή κρίση δεν είναι ορατή μια κεντρική, δηλαδή μια εκ βάθρων ανανεωτική, έξοδος. Υπάρχουν μόνο εδώ κι εκεί ορισμένα λιγότερο αδιέξοδα σημεία, και αυτά δυσδιάκριτα, κάποιο από τα οποία θα πρέπει να ανακαλύψει κανείς για να μπορέσει ν' ανοίξει ένα μονοπάτι, μια δική του, προσωπική έξοδο προς μια πραγματική επαναμάγευση του ποιητικού λόγου.

Ο κ. Νάσος Βαγενάς είναι καθηγητής της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.


* Το άρθρο είχε δημοσιευθεί στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ (18-05-2003) και αναδημοσιεύεται αυτούσιο με την άδεια του Νάσου Βαγενά.

Από: http://www.lexima.gr/lxm/read-530.html


Ο ΟΜΗΡΟΣ ΚΙ Ο ΚΡΟΝΟΣ


Στις δύσκολες στιγμές ο ανθρώπινος νους ζητά από κάπου να πιαστεί. Και τότε, με έκπληξη περισσότερο παρά με ευχαρίστηση, εμείς οι Έλληνες διαπιστώνουμε ότι ένα από τα λίγα κοινά πράγματα από τα οποία οι «ξένοι» αποζητούν ενστι­κτωδώς να πιαστούν, είναι οι αρχαίοι προγονοί μας και η σκέψη τους.

Κείμενα και απόψεις που είχαν γραφεί ή εκφρασθεί σε ανύποπτες στιγμές αποκτούν αίφνης έναν ιδιαίτε­ρο φωτισμό, καθώς επιδιώκουν να στήσουν γέφυρες με το ζοφερό παρόν. Αυτό, όμως, που για τους άλλους είναι προσπάθεια λύτρωσης για μας δεν μπο­ρεί, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας, παρά να είναι απορία για το πώς μας βλέπουν κάποιοι και οδύνη για το πόσο λίγο ανταποκρινόμαστε σ’ αυτήν την εικόνα.

Το δέσιμο και η προσπάθεια διατηρήστε ζωντανής της επαφής με το ελληνικό πνεύμα δεν είναι μόνο πολιτιστικό, ή στενότερα ακαδημαϊκό, αίτημα. Είναι και βαθύτατα πολιτικό. Σε μια τέτοια οπτική, «οι Έλληνες» ενσαρκώνουν τις αξίες για τις οποίες οι αν­θρωπότητα - και πάντως σίγουρα η Δύση έχει κάθε λόγο να είναι υπερήφανη, άρα η διαπίστωση της συρρίκνωσης της επιρροής τους στον σημερινό κόσμο ισοδυναμεί με επικίνδυνη οπισθοχώρηση. Αυτή την αφετηριακή σκέψη αντιπαραβάλλουν δύο Αμε­ρικανοί καθηγητές της κλασικής φιλολογίας, με την εμπειρική παρατήρηση ότι οι έτσι νοούμενοι «Έλληνες» είναι σης μέρες μας όλο και λιγότερο γνωστοί και δημοφιλείς. Με τρόπο μάλιστα, μετρήσιμο: στον τεράστιο όγκο κειμένων γύρω από τους αρχαίους (16.168 άρθρα μόνο νια μια συγκεκριμένη χρονιά) αντιστοιχεί μια πολύ κακή ποιότητα σχο­λίων, ένα συνεχώς μειούμενο φοιτητικό ενδιαφέ­ρον κι ένα ολοένα απομακρυνόμενο από τις κλασι­κές κατευθύνσεις πρόγραμμα πανεπιστημιακών σπουδών. Οι παρατηρήσεις αυτές, που αφορούν κατ’ αρχήν την Αμερική, ισχύουν φαντάζομαι νια όλο τον κόσμο και σε κάθε περίπτωση για την Ελλάδα. Η ταύτιση του αρχαιοελληνικού πνεύματος με ένα ο­λιστικό ήθος ανεξιθρησκείας, διαλόγου, κριτικής και ορθολογικής στάσης, πουθενά ίσως αλλού από όπου στη χώρα που το γέννησε δεν διαψεύδεται σε τέτοιον βαθμό από μια πραγματικότητα κλειστών ορι­ζόντων, στρουθοκαμηλισμού, χρησιθηρίας και πολι­τισμικής ένδειας. Για τους άντρες και τις γυναίκες που θαυμάζουν, οι Αμερικανοί καθηγητές λένε ότι «σκέφτονται και ενεργούν σαν Έλληνες», κάτι που δεν μπορεί παρά να μας οδηγήσει ν' αναρωτηθούμε πού πήγαν σήμερα τέτοιου είδους Έλληνες.

Πιο πολύ λοιπόν από τις εξηγήσεις που δίνονται στο βιβλίο για το «ανυπέρβλητο της ελληνικής σκέψης» (μέσα από συχνά συναρπαστικές αναφορές στην Αντιγόνη, την Ιλιάδα και την Οδύσσεια), πιο πολύ κι από τους λόγους για τους οποίους στις μέρες μας, κατά τους συγγραφείς, «σκοτώθηκε ο Όμηρος» (ιδεοληπτικός μοντερνισμός, θεωρητική αερολογία, ισοπεδωτική πολυ-πολιτισμικότητα, τρόπος διδασκαλίας των αρχαίων και γενικότερη εκπαιδευτική δομή), την προσοχή του Έλληνα αναγνώστη φοβούμαι πως αποσπά αυτό που ποτέ δεν λέγεται - ίσως γιατί οι συγγραφείς δεν το ξέρουν ή δεν τολμούν να το πιστέ­ψουν, κι όμως καλύπτει, ως αίσθηση, τα πάντα. Πώς τα καταφέραμε εμείς οι ίδιοι οι απόγονοι των αρχαίων, οι κάτοικοι του τόπου και συνεχιστές της σκέψης τους, να έχουμε τόσο ριζικά διαρρήξει σε ό­λες σχεδόν τις εκφάνσεις της σύγχρονης ζωής μας (πολιτικής, κοινωνικής, πολιτιστικής, γλωσσικής, προσωπικής) το νήμα με τα στοιχεία που αποτελούν τον πυρήνα της αρχαιοελληνικής κληρονομιάς: τη σημασία της «πόλεως», τη διάκριση καλού - κακού, τη συνύπαρξη και ομοθυμία λόγου και πράξης, την αναζήτηση της αλήθειας, τη δικαίωση του μέτρου;

Μάταια οι ελληνιστές μας προτρέπουν τους φοιτητές τους, στα πλαίσια ενός εν πολλοίς ουτοπικού προγράμματος για την έξοδο από το φαύλο κύκλο, να επισκέπτονται την Ελλάδα, αν θέλουν να νιώσουν το πνεύμα της. Το πνεύμα αυτό θα μπορούσαμε να τους πληροφορήσουμε, με ίσα ποσοστά σκληρότητας κι απόδοσης δικαιοσύνης, δεν κατοικεί πια εδώ. Ή μήπως δεν είναι έτσι; Ή, μήπως, ειδικά για τους ξένους που επισκέπτονται τη χώρα μας, το πνεύμα αυτό είναι ακόμα απτό ή τουλάχιστον, χάρις στη ζωογόνο αφέλεια του μη αυτόχθονα και την αυθυποβολή του ανθρώπου που αγαπά, είναι ακόμα αισθητό; Γιατί πώς αλλιώς να εξηγηθεί η αμείωτη έλξη που συνεχίζει να ασκεί σε έναν ορισμένου είδους προϊδεασμένο επι­σκέπτη το ελληνικό τοπίο και η ταύτισή του με έναν πνευματικό τόπο; Το συναίσθημα που προκαλεί η α­νάγνωση της εντύπωσης του ξένου ταξιδιώτη από μια πατρίδα που αγαπάμε αλλά που καθημερινά μας πλη­γώνει —«αναψυχή, ειρήνη και φως» - χαρίζει στην αρ­χή κάποια ανάταση, αλλά σύντομα παίρνει το πάνω χέρι η πίκρα. Η δοκιμασία αυτογνωσίας που πέρασε στην Ελλάδα της δεκαετίας του '60 και του '70 ο Άγγλος λόγιος και περιηγητής κλασικός φιλόλογος και ιερωμένος αρχαιολόγος και ποιητής Πήτερ Λήβι είναι συγκινητική, αλλά και σαν απόμακρη για τον σημερινό Έλληνα αναγνώστη. Φυσικά το νιώθεις - κι ας το ξεχάσαμε εμείς - πως στον τόπο μας «όλη η πραγματικότητα είναι ιστορική». Φυσικά είναι αλή­θεια – κι ας μην το είχαμε παρατηρήσει - πως στην Ελ­λάδα «ο ουρανός δεν είναι μπλε χρώμα, αλλά μπλε φως». Φυσικά ισχύει ότι «τα καλύτερα ελληνικά γρα­πτά είναι αγνά σαν χυμός λεμονιού»-το πρόβλημα εί­ναι πως είναι ακόμα πιο δυσεύρετα. Φυσικά, υπάρχει - σιωπηλός ωστόσο - ο τύπος του «καλού Έλληνα», όπως τον λέω εγώ, ο σημερινός Γιώργης Παυλόπουλος (δυσκολότερα θα βρεις τον σημερινό Γκάτσο), ο ποιητής φίλος του Σεφέρη τη μέρα που δημοσίευσε το πρώτο του βιβλίο, ο Σεφέρης πέθανε. Η Μαρώ έκοψε τα ωραία της μαλλιά και τα πέταξε στον τάφο του»), με το ζεστό χαμόγελο, την εξυπνάδα του φωτισμένη από τη μετριοφροσύνη και τη φιλία του εγγυημένη για μια ζωή. Όμως, αυτές είναι στιγμές σπάνιες πια, όχι αιχμές του συλλογικού βίου, δώρα της τύχης χαμένα στον άμορφο σωρό των καθημερινών μας εμπειριών. Μόλις έπεσε η χούντα, ο Λήβι, σαν δείγμα αγάπης για τον τόπο που είχε ξαναβρεί την ελευθερία του, αλλά και έρωτα για τον άνθρωπο που θα συντρόφευε από 'δώ και πέρα τη ζωή του, ξαναταξίδεψε, με τα πό­δια, έως τον Λόφο του Κρόνου, αυτό το καταπληκτι­κό μέρος με τα πεύκα, πάνω από την Ολυμπία. Ελά­χιστοι από εμάς που τον διαβάζουμε σήμερα γνωρί­ζαμε καν την ύπαρξη αυτού του λόφου. Ο δικός μας Κρόνος έχει πια φάει τα παιδιά του.





Σάββατο, 6 Αυγούστου 2011

Οι πρώτοι θεοί

 



Οι πρώτοι θεοί

Στην αρχή κάθε παραμυθιού και κάθε αλήθειας, για τη δημιουργία του σύμπαντος, ήταν πάντα το Χάος, έτσι και στη γέννηση του αρχαίου ελληνικού κόσμου, το Χάος θεοποιήθηκε. Από το Χάος λοιπόν, γεννήθηκε αρχικά το 'Ερεβος και η Νύχτα που είχαν παιδιά τον Αιθέρα και την Ημέρα.
Ωστόσο η Νύχτα η σκοτεινή, γέννησε τον Θάνατο, τον 'Ύπνο, τα 'Όνειρα, τις Μοίρες κι ακόμα τις Εσπερίδες και την Έριδα. Μετά, η Γη, η πλατιά και στερεή, γίνεται η βάση και η έδρα, απ' όπου πηγάζει κάθε ζωή. Ο Ουρανός που την περιέβαλε ήταν με την απεραντοσύνη του ο πιο μεγάλος θεός στην αρχή του κόσμου.
Τιτάνες
Η Γη υπήρξε η μεγάλη πρωταγωνίστρια της κοσμογονίας. Ενώθηκε με τον Ουρανό και έφτιαξαν το πρώτο θεϊκό ζευγάρι. Από την ένωση αυτή γεννήθηκαν οι Τιτάνες:
Ο πρωτότοκος Ωκεανός και η Τηθύς που με την ένωσή τους έδωσαν τους Ποταμούς και τις Ωκεανίδες.
Ο Υπερίωνας και η Θεία, ταίριασμα που έδωσε τον 'Ήλιο, τη Σελήνη και η Ηώ (Αυγή).
Ο Κοίος και η Φοίβη, που από το γάμο τους γεννήθηκε η Λητώ και η Αστερία.
Ο Κρείος που παντρεύτηκε την Ευρυβία (κόρη της Γης από τον Πόντο) και απόχτησαν τον Αστραίο, τον Πάλλαντα και τον Πέρση.
Ο Ιαπέτος, που έσμιξε με την Ωκεανιδα Κλυμένη (κόρη του Ωκεανού και της Τηθύος ) και γέννησαν τον Άτλαντα, τον Μενοίτιο, τον Προμηθέα και τον Επιμηθέα.
Τέλος, ο Κρόνος και η Ρέα, ο Τιτάνας και η Τιτανιοα που η ένωσή τους έμελλε να φέρει στον κόσμο τους μελλοντικούς κυρίαρχους του.
Από το ζευγάρι αυτό γεννήθηκαν η Δήμητρα, η Εστία η 'Ήρα και ο Άδης, ο Ποσειδώνας και ο Δίας, που αργότερα μοιράστηκαν την εξουσία και κυβέρνησαν τον κόσμο:
Ο Δίας τον Ουρανό και τη Γη, ο Ποσειδώνας τη θάλασσα και ο Άδης (Πλούτωνας) τον Κάτω Κόσμο.
Ο Αιθέρας, ο γιος της Νύχτας και του Ερέβους ήταν η προσωποποίηση της λεπτής και λαμπρής αέριας ύλης, ζωντανής και θεϊκής, που οι αρχαίοι πίστευαν ότι υπάρχει και αιωρείται πάνω στον αέρα που περιβάλλει τη Γη.
Η Ασία μια κόρη του Ωκεανού και της Τηθύος έδωσε το όνομά της στη γνωστή ήπειρο. Η Ασία ταυτίζεται ή συγχέεται με την Κλυμένη. Από το γόμο της με τον τιτάνα Ιαπετό, γέννησε τον 'Άτλαντα, τον Προμηθέα, τον Επιμηθέα και τον Μενοίτιο.
'Αλλα παιδιά της Γης. Εκτός από τις τιτανίδες που αναφέραμε στα θεϊκά ζευγάρια, η Γη απόκτησε ακόμα τη Θέτιδα και τη Μνημοσύνη. Οι Κύκλωπες και οι Εκατόγχειρες ήταν τα τερατώδη παιδιά που γέννησε πολύ αργότερα, ενώ σαν γιος της αναφέρεται ο πανίσχυρος Ανταίος, από τον Ποσειδώνα.
Στην αρχή, Ουρανός και Γη ήταν ενωμένοι, όμως μετά χώρισαν. Μετά τον ακρωτηριασμό του Ουρανού από το φοβερό παιδί του τον Κρόνο, η Γ η ενώθηκε με τον Πόντο και η ένωση αυτή έφερε στον κόσμο τον Θαύμαντα, τον Φόρκη, την Κητώ, την Ευρυβία και τον Νηρέα.
Ο Θαύμαντας έσμιξε με την Ωκεανίδα Ηλέκτρα και γέννησαν την Ίριδα και τις φοβερές Άρπυιες (Αελλώ, Ωκυπέτη, Κελαινώ).
Ο Φόρκης και η Κητώ έδωσαν με το ταίριασμά τους Τις δυο Γραίες που ήταν γριές εκ γενετής και Τις τρομερές γοργόνες, Σθεννώ, Ευρυάλη και Μέδουσα. Ο Νηρέας ενώθηκε με την Ωκεανιδα Δωριδα και απόχτησε 50 κόρες, τις Νηρηίδες.

Ο Κρόνος και η Ρέα

Ο Κρόνος που ανήκει στην πρώτη θεϊκή γενιά, ήταν ο μόνος γιος της Γ ης που τη βοήθησε να εκδικηθεί τον πατέρα του τον Ουρανό. Αφού τον ακρωτηρίασε κόβοντάς του τα γεννητικά του όργανα, πήρε τη θέση του και έριξε στα Τάρταρα τα αδέρφια του τους Εκατόγχειρες και τους Κύκλωπες, που άλλοτε ήταν φυλακισμένοι από τον πατέρα τους.
'Έπειτα, παντρεύτηκε την αδερφή του Ρέα, αλλά δεν ήθελε να ζήσει κανένα από τα παιδιά που γεννούσε. Οι γονείς του του είχαν πει, πως κάποιο από αυτά θα του έπαιρνε την εξουσία. Μόλις γεννιόντουσαν τα παιδιά, τα έτρωγε αμέσως. Είχε καταβροχθίσει με τη σειρά την Εστία, τη Δήμητρα, την 'Ήρα, τον Πλούτωνα (Άδη) και τον Ποσειδώνα.
Τότε η Ρέα, μόλις έμεινε έγκυος τον Δία, πήγε στην Κρήτη και τον γέννησε κρυφά. Άφησε το μωρό να το μεγαλώσει η Ωκεανίδα Μήτιδα και στον Κρόνο έδωσε μια πέτρα τυλιγμένη στις φασκιές, την οποία αμέσως καταβρόχθισε, νομίζοντας πως είναι το νεογέννητο. 'Έτσι διασώθηκε ο Δίας.

Νηρηίδες

Ο Ωκεανός είχε πενήντα εγγονές, ίσως να έφταναν και Τις εκατό, κατά άλλη άποψη, κόρες του Νηρέα και της Δωρίδας που προσωποποιούσαν τα κύματα της θάλασσας. Οι Νηρηίδες αυτές, ζούσαν στο βυθό της θάλασσας, στο παλάτι του πατέρα τους και περνούσαν τη μέρα τους κολυμπώντας και παίζοντας με δελφίνια, ή καθισμένες σε χρυσούς θρόνους τραγουδώντας και υφαίνοντας. Οι πιο γνωστές από αυτές είναι η Αμφιτρίτη, η Θέτιδα (η μελλοντική μητέρα του ήρωα Αχιλλέα), η Ψαμάθεια (μητέρα του Αιακού) και η Γαλάτεια.

Τετάρτη, 3 Αυγούστου 2011

Αρχαία Σπαρτιατικά Έθιμα και Παραδόσεις (Ι)

Συστατικό στοιχείο της ζωής της Σπαρτιατικής κοινωνίας, υπήρξε η λιτότητα. Χαρακτηριστικό γνώρισμα αυτής, αποτελούσαν τα φιδίτια ή συσσίτια. Επρόκειτο για κοινά γεύματα που κατ' ουσία αποτελούσαν συνεστιάσεις στρατοπέδου, ένας θεσμός πολιτικοστρατιωτικός ο οποίος στόχευε στην τόνωση των δεσμών μεταξύ των Λακώνων. Ο λιτός βίος, σφυρηλάτησε το σωματικό αλλά πρώτιστα το ψυχικό σθένος των Σπαρτιατών, επιτυγχάνοντας τη σκληραγώγησή τους.

Σύμφωνα με τον Πλούταρχο (Λυκούργος, 12. 3) τα κοινά γεύματα επιβάρυναν έκαστο των πολιτών, στη δωρική δε διάλεκτο ονομάζονταν "ανδρεία" διότι απευθύνονταν αποκλειστικά στον ελεύθερο άρρενα πληθυσμό. Τα συσσίτια διεξάγονταν με την προσφορά του "μέλανος ζωμού", η δε συμμετοχή τους σ' αυτά ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για την απονομή σε έναν Λάκωνα πολιτικών δικαιωμάτων, όπως θα δούμε και παρακάτω. Η λιτότητα ήταν ένα στοιχείο σύμφυτο προς τους Δωριείς, η οποία κυριαρχούσε σε όλες ανεξαιρέτως τις εκφάνσεις του δημόσιου αλλά και του ιδιωτικού βίου των Λακεδαιμονίων. Οι κατοικίες των Λακώνων ήταν λιτές, καθώς κατασκευάζονταν με ένα μόνο πέλεκυ και ένα πριόνι.

Η χλιδή ήταν άγνωστη στη σπαρτιατική κοινωνία και ως εκ τούτου δεν υφίστατο και διαφθορά.

Οι γυναίκες δεν επιτρεπόταν να έχουν κοσμήματα, ενώ επίσης η κραιπάλη αποτελούσε φαινόμενο ενάντιο προς τα λακωνικά ήθη.

Εν γένει οι Λάκωνες ήταν λιτοί, τόσο στη ζωή όσο και στον θάνατο. Οι νεκροί θάβονταν μέσα στην πόλη, αλλά η επίδειξη υπέρμετρης λύπης και οιμωγών, δεν ήταν επιτρεπτή. Ο νεκρός θαβόταν τυλιγμένος σε έναν κόκκινο μανδύα, με λίγα φύλλα ελιάς, χωρίς συνοδεία άλλων αντικειμένων.

Οι ιερείς και οι ιέρειες που σκοτώνονταν κατά την διάρκεια πολέμου, δικαιούνταν την αναγραφή των ονομάτων τους επί των μνημάτων.

Μοναδική εξαίρεση γινόταν για τους βασιλείς, οι οποίοι κηδεύονταν με τιμές ηρώων, εν μέσω υπερβολικού πένθους.

Η αποστολή του ανδρός στην Λακωνική Πολιτεία ήταν να εκπαιδευθεί κατά τρόπο ώστε να γίνει ένας καλός στρατιώτης, της δε γυναίκας να ανταποκριθεί στον φυσικό της προορισμό, εκπληρώνοντας τα καθήκοντα της καλής μητέρας, της τροφού νέων οι οποίοι θα αναδεικνύονταν σε καλούς και σε άξιους στρατιώτες.

Βασική αντίληψη των Λακεδαιμονίων ήταν ότι ο Σπαρτιάτης ανήκει στην Πολιτεία, η οποία και είναι υπεύθυνη για την διαπαιδαγώγηση και εν γένει για την εκπαίδευσή του.



Η ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ



Ο Νόμος στην Αρχαία Σπάρτη, ίσταται υπεράνω όλων, προσδιορίζοντας με σαφήνεια τα καθήκοντα, τις υποχρεώσεις αλλά και τα δικαιώματα των Λακεδαιμονίων.

Η αυστηρότητα των Νόμων εναρμονίζεται προς το λιτό και αυστηρό πρότυπο ζωής το οποίο η Λακωνική Πολιτεία εμφορεί στα μέλη της, διαμορφώνοντας μία κοινωνία υποδειγματικών πολιτών και συνάμα αφοσιωμένων στρατιωτών.

Η σπαρτιατική νομοθεσία εδράζεται στους κανόνες του Λυκούργου, ο οποίος, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη ( «Απολογία» Fr 533 και «Πολιτικά» 1270 b) έζησε και νομοθέτησε κατά την περίοδο τελέσεως της πρώτης Ολυμπιάδας (777 π.Χ.). Από κοινού με τους βασιλείς Ίφιτο των Ηλείων και Κλεισθένη των Πισατών, ο Λυκούργος καθιερώνει την Ολυμπιακή εκεχειρία, την κατάπαυση δηλαδή των εχθροπραξιών, κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Λυκούργος δεν ήταν ένας απλός άνθρωπος, αλλά μία Θεϊκή μορφή, ενώ κατ' άλλους αποτελούσε διαβιβαστή των Θεϊκών εντολών. Κατά τον Πίνδαρο (514-438), οι Νόμοι της Σπάρτης δόθηκαν στον Λυκούργο από τον Πύθιο Απόλλωνα. Σχετική προς αυτή την παράδοση, αποτελεί η ρήση του δελφικού μαντείου "Θεοφιλής και Θεός μάλλον ή άνθρωπος" αποδίδοντας την κυρίαρχη αντίληψη περί του Λυκούργου.

Το νομοθετικό έργο που εισήγαγε, οδήγησε την Σπάρτη στην Ευνομία, γι' αυτό και οι συμπολίτες του τον τίμησαν δεόντως, ανεγείροντας του μάλιστα και Ναό ("τω δε Λυκούργω τελευτήσαντι ιερόν εισάμενοι σέβονται μεγάλως"). Οι ημέρες αποδόσεως τιμών προς τον Λυκούργο ονομάσθηκαν "Λυκουργίδες".

Κυρίαρχο γνώρισμα του νομοθετικού έργου του, είναι ότι δεν εισήγαγε στην πόλη πληθώρα νόμων, αλλά θεσμών, με το σκεπτικό ότι οι νόμοι είναι ευμετάβλητοι, ενώ οι θεσμοί, συνιστώντας παραδόσεις, θα αποτελέσουν συνήθειες που θα καταστούν σύμφυτες προς τη ζωή των Λακώνων και θα εδραιωθούν αιώνια.

Στα νομοθετήματά του εντάσσεται ο αναδασμός της γης καθώς και η κατάργηση των χρυσών και αργυρών νομισμάτων, έχοντας επίγνωση του γεγονότος ότι αυτά αποτελούν αντικείμενο διενέξεων, καθώς και ότι ο πολύς πλούτος και η υπερβολική φτώχεια, αποτελούν το μέγιστο των νοσημάτων μίας Πολιτείας.

Πραγματικά, η αντίληψη αυτή του Λυκούργου δικαιώθηκε από το γεγονός ότι μόλις ο Λύσανδρος απεκατέστησε την χρήση των πολυτίμων μετάλλων, το μεγαλείο της Σπάρτης σαρώθηκε, καθώς κυριάρχησε πλέον η απληστία και συνακόλουθα η διαφθορά.

Η όλη φιλοσοφία του αποσκοπούσε να καταστήσει τη Σπάρτη πεδίο εφαρμογής μίας αντιλήψεως στη φύση της απλής, αλλά πρακτικής.



ΠΟΛΙΤΕΣ



Οι Λάκωνες που έφεραν την ιδιότητα του πολίτη, κατοικούσαν σε πέντε κώμες, οι οποίες συγκροτούσαν την Λακωνική Πολιτεία: Αμύκλαι, Κόνουρα, Λίμναι, Μεσόα και Πιτάνα. Ο υπόλοιπος πληθυσμός ήταν κατανεμημένος σε εκατό "πολίσματα", αποτελώντας τους περιοίκους.

Οι Λάκωνες δεν επιδίδονταν σε αγροτικές και γενικότερα σε βιοποριστικές εργασίες, αλλά γυμνάζονταν ώστε να βρίσκονται σε ετοιμοπόλεμη κατάσταση. Ενίοτε, όπως βεβαιώνει ο Ξενοφών («Ελληνικά» 6.5.28), η Πολιτεία ανακήρυσσε ελεύθερο έναν είλωτα, όταν αυτός είχε πολεμήσει για τους σκοπούς της Σπάρτης και είχε επιδείξει στο πεδίο της μάχης γενναιότητα.

Στη Λακωνική Πολιτεία, προέχει το θάρρος και η Τιμή. Η απονομή των πολιτικών δικαιωμάτων σε έναν Σπαρτιάτη δεν γίνεται αυτοδικαίως. Αντίθετα, πρέπει ο Σπαρτιάτης να αποδείξει με το ήθος και τη γενικότερη στάση ζωής του ότι είναι άξιος να τα κατέχει.

Για την απόκτηση των δικαιωμάτων που πολίτη, ο νεαρός σπαρτιάτης έπρεπε να διέλθει με επιτυχία μία εκπαιδευτική διαδικασία και επιπλέον όφειλε να εναρμονίζεται με τον λακωνικό τρόπο ζωής.Κατά τη νεανική του ηλικία, ο Λάκων ήταν υποχρεωμένος να αποτελεί μέλος ενός "συσσιτίου", επιδεικνύοντας παράλληλα το επιβεβλημένο θάρρος σε κάθε πολεμική εκστρατεία.

Μέσα από αυτές τις δοκιμασίες, ο σπαρτιάτης κατανοούσε ότι τα δικαιώματα απορρέουν από ανάλογης εκτάσεως υποχρεώσεις.

Έχοντας επίγνωση των προνομίων και των καθηκόντων του, λειτουργούσε πλέον ως ισορροπημένος πολίτης, έχοντας πραγματική επίγνωση της αποστολής του πολίτη, οπότε και ο τίτλος αυτός είχε ουσιαστικό περιεχόμενο, μη παρεχόμενος ασυλλόγιστα σε κάθε αλλότριο.

Η επίδειξη δειλίας στη μάχη, αποτελούσε τη χείριστη ατιμωτική πράξη. 0ι ριψάσπιδές αποκλείονταν από τη Λακωνική Πολιτεία, στερούμενοι παράλληλα του δικαιώματος να διεκδικήσουν κάποιο αξίωμα, ενώ όπως μαρτυρεί ο Πλούταρχος (Αγησίλαος, 30.3-4), ουδείς παραχωρούσε την κόρη του για γάμο με έναν ατιμασμένο. Ωστόσο, ακόμη και γι' αυτούς, η Πολιτεία είχε προνοήσει, παρέχοντάς τους μία ευκαιρία για εξιλέωση.

Η αποκάθαρσή τους μπορούσε να συντελεσθεί, εφ' όσον επιδείκνυαν σε κάποια μεταγενέστερη πολεμική σύρραξη γενναιότητα και στρατιωτικό ήθος.



ΣΠΑΡΤΙΑΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ



Ο Σπαρτιάτης, από της γεννήσεώς του μέχρι και τη στιγμή του θανάτου, ήταν ταγμένος να υπηρετεί την Πολιτεία. Με γνώμονα αυτή την αρχή, η αγωγή την οποία λάμβανε αποσκοπούσε στην προετοιμασία του γι' αυτόν τον σκοπό. Όταν ένα αγόρι ερχόταν στη ζωή, ο πατέρας του είχε την υποχρέωση να το στείλει για επιθεώρηση. Τα γηραιότερα μέλη της φυλής, διαπίστωναν την ευρωστία και την αρτιμέλεια του παιδιού, επιτρέποντας στους γονείς του να το αναθρέψουν. Σε εναντία περίπτωση, το εγκατέλειπαν στον Καιάδα, επαφιέμενο στην τύχη. Το βάραθρο στο οποίο εγκαταλείπονταν τα μη αρτιμελή νεογέννητα, στον Ταΰγετο, λεγόταν "Αποθέτες". Πρέπει δε να διευκρινιστεί ότι δεν θανατώνονταν, απλώς εγκαταλείπονταν ώστε είτε να πεθάνουν από έλλειψη φροντίδας, είτε να τα βρει κάποιος και να τα αναθρέψει, εκτός όμως του λακωνικού γένους.

Η επιθεώρηση των νεογέννητων, γινόταν σε έναν χώρο ο οποίος ονομαζόταν "Λέσχη". Επρόκειτο για την περιοχή όπου οι Σπαρτιάτες συγκεντρώνονταν προκειμένου να επιδοθούν στις στρατιωτικές και αθλητικές τους ενασχολήσεις. Η συγκατάθεση των επιθεωρούντων, ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για την ένταξη ενός παιδιού στη λακωνική φυλή. Όπως αναφέρει ο Πλούταρχος (Αγησίλαος, 12), ουδείς γονέας δεν εδικαιούτο να αναθρέψει το παιδί του, εάν δεν υπήρχε προηγουμένως έγκριση της Πολιτείας.

Εφ' όσον το αγόρι αποδεικνυόταν ότι ήταν αρτιμελές, οι γονείς το ανέτρεφαν έως τα επτά του έτη. Ακολούθως εντασσόταν σε ένα σύστημα δημοσίας εκπαιδεύσεως, η οποία ήταν γνωστή ως "Αγωγή". Έκτοτε, τα παιδιά ζούσαν σε ομάδες, οι οποίες διαρθρώνονταν σε ίλες και αγέλες και "βούες". Στην ηλικία των είκοσι ετών, η εκπαίδευση κορυφωνόταν και οι νέοι αποκαλούνταν πλέον "είρενες".

Η σκληρή και συνεχής εκγύμναση, η λιτή διατροφή και ο λιτός ιματισμός, η διδαχή της καρτερικότητας και του σεβασμού, αποτελούσαν συστατικά στοιχεία της "αγωγής" των Λακώνων. Οι στόχοι της εκπαιδευτικής αυτής διαδικασίας δεν ήταν αμιγώς στρατιωτικοί, αλλά και ευρύτερα κοινωνικοί. Οι νέοι Σπαρτιάτες επιδίδονταν στην απόκτηση των αρετών, στην εμπέδωση δηλαδή της "αιδούς" (του σεβασμού) αλλά και της "πειθούς", δηλαδή της υπακοής. Για την εμπέδωση της αγωγής, η Πολιτεία είχε ορίσει υπευθύνους οι οποίοι ονομάζονταν "Παιδονόμοι" και ασκούσαν ηθοπλαστικό, μορφωτικό και εποπτικό έργο επί των παίδων. Το αξίωμα αυτό καταλάμβαναν άτομα διακεκριμένα από ηθικής, πνευματικής και σωματικής απόψεως.

Οι παιδονόμοι στο έργο που καλούνταν να επιτελέσουν, επικουρούνταν από τους "μαστιγοφόρους", οι οποίοι ασκούσαν ρόλο φυλάκων και ελεγκτών της συμπεριφοράς των εκπαιδευομένων νέων. Σημαντικό ρόλο επίσης διαδραμάτιζαν οι είρενες, οι οποίοι ασκούσαν καθήκοντα βοηθού παιδονόμου. Ο αρχηγός όλων των ομάδων, μεριμνούσε για την στρατιωτική αγωγή, τις σωματικές ασκήσεις, τον χορό, τη μουσική και τη γραφή των νέων, εν ολίγοις μεριμνούσε για την σωματική, πνευματική και ηθική τους διάπλαση, με γνώμονα τις επιταγές της Πολιτείας.

Κάθε ίλη νέων, επέλεγε ως αρχηγό της τον, κατά γενική παραδοχή, άριστο μεταξύ των εκπαιδευομένων, ο οποίος επιφορτιζόταν με το έργο της οργανώσεως των αγώνων και των συσσιτίων. Προεξάρχουσα θέση στην ιεραρχία, έναντι των παιδονόμων, των μαστιγοφόρων και των ειρένων, κατείχαν οι Άρχοντες, οι οποίοι ήταν πολίτες Σπαρτιάτες, άνω των τριάντα ετών, με αντικείμενο των καθηκόντων τους την άσκηση γενικής εποπτείας και διοικητικού ελέγχου. Η νωχελικότητα, η φυγοπονία και η επίδειξη αδιαφορίας προς την πατρίδα, ήταν φαινόμενα άγνωστα στην αρχαία Σπάρτη, τα οποία και εάν ακόμη ενέσκηπταν, αντιμετωπίζονταν εν τη γενέσει τους με την στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων του αμφισβητία.

Ένα μέτρο το οποίο εδραζόταν σε μία βάση απολύτως λογική, σύμφωνα με την οποία δεν ήταν ηθικό και δίκαιο να αποφαίνεται περί των ζητημάτων της Πολιτείας, κάποιος ο οποίος εμπράκτως την υπονομεύει ή στην καλύτερα των περιπτώσεων αδιαφορεί για την τύχη αυτής. Αξίζει να σημειωθεί ότι η πόλη της Σπάρτης πάντοτε παρέμενε ατείχιστη, και αυτό προκειμένου να μην εφησυχάζονται οι πολίτες της, και να μην παραμελούν τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις και το έργο της εκγυμνάσεως. Ο νέος εκείνος ο οποίος θα έφευγε από την Πολιτεία δίχως να έχει εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις και επέστρεφε αργότερα, θα αντιμετώπιζε την θανατική ποινή.

Στην Αρχαία Σπάρτη, η αγωνιστική αντίληψη της ζωής έβρισκε την αποθέωσή της μέσα από την αντίληψη ότι η υπηρεσία και η προσφορά προς την Πατρίδα, έχει ισόβια διάρκεια και δεν εξαντλείται σε μία τυπική θητεία, όπως συμβαίνει σήμερα. Οι άρρενες υποχρεούνταν να επιδίδονται σε στρατιωτική αγωγή, και να τίθενται σε στρατιωτική υπηρεσία έως και τα 60 τους έτη. Μέχρι αυτή την ηλικία, είχαν καθήκον να γυμνάζονται, και γενικά να τελούν σε καλή φυσική κατάσταση και ετοιμότητα, πρόθυμοι να αγωνισθούν "υπέρ βωμών και εστιών" μόλις κληθούν υπό τα όπλα. Τον πυρήνα του σπαρτιατικού στρατού, αποτελούσαν οι άρρενες μεταξύ 20 και 30 ετών. Από κάθε ομάδα, επιλέγονταν τρεις από αυτούς, στους οποίους και απονέμετο ο τίτλος του "υπαγρέτου". Καθένας από αυτούς, είχε το δικαίωμα να επιλέξει εκατό άνδρες, τους οποίους και έθετε υπό τις διαταγές του.

Έτσι συγκροτήθηκε ένα σώμα από τριακόσιους άνδρες, οι οποίοι αποτελούσαν την επίλεκτη δύναμη της στρατιωτικής μηχανής της Σπάρτης. Κατά τον 4ο π.Χ. αιώνα, το σώμα αυτό ήταν και έφιππο. Αυτό ακριβώς το σώμα του Λακωνικού στρατού, έμεινε θρυλικό στην ιστορική μνήμη με την επωνυμία "Οι Τριακόσιοι", όταν υπό την αρχηγία του Βασιλιά Λεωνίδα, αντιτάχθηκαν στα περσικά στίφη, και μαζί με 700 Θεσπιείς, πολέμησαν "υπέρ βωμών και εστιών" και έπεσαν μέχρις εσχάτου, στην μάχη των Θερμοπυλών.

Χαραλαμπόπουλος στο "Απολλώνειο Φως", Ιανουάριος - Φεβρουάριος 1998