Αναγνώστες

Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2012

Γιῶργος Σεφέρης - Ἡ γλῶσσα στὴν ποίησή μας.

Ἐδῶ στὶς χῶρες τοῦ Μεγαλέξαντρου εἴταν ἀναπόφευκτο νὰ θυμηθῶ τὸ θρυλικὸ βασιλέα καὶ τὸ λόγο του, καθὼς τὸν μνημονεύει ἡ περιώνυμη «φυλλάδα»: «τῶν βασιλέων τὰ δῶρα πάντοτε πολλὰ πρέπει νὰ εἶναι». Μοῦ ἐκάματε ἕνα βασιλικὸ δῶρο, σεῖς ποὺ κρατᾶτε τὰ φῶτα τῆς σοφίας σ᾿ αὐτὸ τὸ σύνορο. Εἶναι ἡ μεγαλύτερη τιμὴ ποὺ κάνει ἡ πατρίδα στὸ ἔργο μιᾶς ἀρκετὰ σπαταλημένης ἀνθρώπινης ζωῆς. Θὰ ἦταν ὑπερβολὴ καὶ ἀνακρίβεια ἂν ἐνόμιζα πὼς ἡ τιμὴ ἀνήκει μόνο σ᾿ ἐμένα καὶ ὄχι σ᾿ ὅλους ἐκείνους ποὺ μὲ βοήθησαν νὰ κάμω τὸ πρᾶγμα ποὺ τιμᾶτε. Στὴν ἴδια «φυλλάδα» ὑπάρχει ἕνας ἄλλος λόγος ἀκόμη: Ὅταν ὁ Ἀριστοτέλης ρώτησε τὸν Ἀλέξαντρο : «τὸ μάλαμα καὶ τὸν πλοῦτο ὁποὺ ἐπῆρε ἀπὸ ὅλον τὸν κόσμο ποῦ τὸν ἔχει;», ἐκεῖνος ἀποκρίθηκε: «οἱ ἠγαπημένοι μου συντρόφοι καὶ ὁ λαὸς εἶναι τὸ μάλαμα καὶ ὁ πλοῦτος μου». Οἱ ἠγαπημένοι μου συντρόφοι καὶ ὁ λαός· αὐτοὶ μοῦ ἔδωσαν τὸ πολυτιμότερο ποὺ ἔχω, κι αὐτοὺς τιμᾶτε σήμερα. Σᾶς εὐχαριστῶ.
Ἀρχὲς τοῦ Μάρτη εἴχαμε ἕνα Συμπόσιο στὴν Ἀθήνα γιὰ τὴ γλῶσσα μας σ᾿ ὅλες τὶς ἐκφράσεις τῆς ζωῆς. Μ᾿ ἐνδιέφεραν ἰδιαίτερα οἱ ὁμιλίες ποὺ ἀφοροῦσαν κάθε κλάδο τοῦ ἐπιστητοῦ, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ποίηση. Φοβόμουν ἀλήθεια ὅτι σχετικὴ συζήτηση γύρω ἀπὸ τὴν ἰδιότυπη τούτη ἔκφραση τοῦ ἀνθρώπου θὰ μποροῦσε καὶ συγχύσεις νὰ προκαλέσει καὶ νὰ βλάψει τὸ σκοπὸ τοῦ Συμποσίου. Γιατὶ ἡ ποίηση χρησιμοποιεῖ μιὰν εἰδικὴ λειτουργία τῆς γλώσσας, τὴ συγκινησιακή, αὐτὴν ἀκριβῶς ποὺ δὲ χρειάζεται, θὰ εἴταν μάλιστα βλαβερή, ἂν τὴν χρησιμοποιούσαμε γιὰ νὰ ὑπηρετήσουμε ἄλλες ἐκφράσεις τῆς ζωῆς. Ἔτσι, σὲ μιὰ παρέμβασή μου, εἶπα λίγα λόγια ποὺ εἶναι πιθανὸ νὰ φάνηκαν αἱρετικά. Θὰ ἤθελα ν᾿ ἀναπτύξω περισσότερο τὴν ἰδέα μου σήμερα.
Σὲ διάφορους καιροὺς ζητήθηκε ἀπὸ τὸν ποιητὴ νὰ κάμει μαζὶ μὲ τὴν ποίηση καὶ ποικίλα πράγματα: νὰ εἶναι μάγος, νὰ εἶναι προφήτης, νὰ εἶναι κοινωνικὸς ἀναμορφωτὴς λ.χ. Δὲν εἶναι τὸ θέμα μου νὰ ἐξετάσω τώρα ποιὰ ἄλλα πράγματα πρέπει νὰ κάνει ὁ ποιητής. Θὰ περιοριστῶ στὴν ποίησή του. Κι ἐδῶ νομίζω πὼς ἕνα πρᾶγμα τουλάχιστο εἶναι βέβαιο: ὁ ποιητὴς δὲν ἔχει ἄλλο τρόπο νὰ πράξει παρὰ μὲ τὴ γλῶσσα ποὺ μιλοῦν οἱ ἄνθρωποι ποὺ βρίσκονται γύρω του. Πάνω σ᾿ αὐτὴ τὴ γλῶσσα θὰ ριζώσει καὶ θὰ βλαστήσει ἡ δική του λαλιὰ ποὺ τὸν ἐκφράζει. Μεταχειρίστηκα τὰ ρήματα ριζώνω καὶ βλασταίνω στὴν κυριολεξία τους, μὲ τὴν ἔννοια μιᾶς φυσικῆς λειτουργίας, ποὺ εἶναι ἀντίθετη μὲ τὸ τεχνητὸ ἢ τὸ μηχανικό. Ἂν εἶναι φυτό, ἕνα ποίημα μᾶς ἐνδιαφέρει ὄχι μόνο ἀπὸ τὴ μεριὰ τοῦ καρποῦ, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴ μεριὰ τῆς ρίζας.
Ἔτσι, στὸ ξεκίνημά του, ὁ ποιητὴς βρίσκεται σ᾿ ἕναν κόσμο ποὺ τοῦ παρέχει τὴ γλῶσσα ποὺ θ᾿ ἀρχίσει νὰ χρησιμοποιεῖ. Αὐτὴ τὸν συνδέει μὲ τοὺς ἄλλους, αὐτὴ δίνει σάρκα στὸν καημό του, στὸν πόνο του, στὴ χαρά του· τὴν ἀγαπᾶ, εἶναι ἡ ἀνθρωπιά του. Ὡστόσο, καθὼς προχωρεῖ, προσπαθεῖ νὰ διαλέξει τὶς λέξεις ποὺ ἔχουν τὴ δική του ἁφή, τὸ δικό του βάρος· τὶς ψάχνει ὁλοένα πιὸ βαθιὰ μέσα του. Γυρεύει, καὶ καθὼς γυρεύει αἰσθάνεται πὼς ὁ κόσμος ὅπου ζεῖ τοῦ προσφέρει ἕνα πλῆθος φωνές, ἀλλὰ καμιὰ δὲν εἶναι ἡ δική του. Στὰ νιάτα του εἴταν εὐκολώτερο· μιμοῦνταν ἐκεῖνες ἀπὸ τὶς ξένες φωνὲς ποὺ τοῦ ἄρεσαν περισσότερο. Τώρα νιώθει, παραμερίζοντάς τες, πὼς ὁ ἑαυτός του τείνει νὰ εἶναι ὁλοένα καὶ περισσότερο ἄλαλος, κι ὡστόσο δὲν μπορεῖ νὰ γυρίσει πίσω· νιώθει πὼς πρέπει νὰ περάσει ἀπὸ τὴ δοκιμασία τῆς ἀπόλυτης σιωπῆς γιὰ νὰ βρεῖ στὸ βυθὸ τί εἶναι πραγματικὰ ὁ ἴδιος. Κάθε ἀτόφιος ποιητὴς περνᾷ, νομίζω, τέτοιες κρίσεις· γι᾿ αὐτὸ λέμε πὼς κάθε ποίημα ποὺ γράφουμε εἶναι σὰ νὰ εἴταν τὸ τελευταῖο. Ἀφοῦ ὁ ποιητὴς ἀφομοιώσει τὰ πράγματα ποὺ ἔχει μαζέψει ἡ ἰδιοσυγκρασία του ἀπὸ τὸ γύρω κόσμο, φτάνει στὴ στιγμὴ ποὺ θὰ νιώσει τὸ κενὸ μέσα του, ποὺ θὰ νιώσει ὅτι βρίσκεται στὸ σκοτεινὸ δάσος, ὅπως ἔλεγα κάποτε, στὴ selva oscura, μόνος καὶ ἀβοήθητος· ὅτι πρέπει νὰ τὸ ἐμπιστευτεῖ αὐτὸ τὸ κενό, ἐπὶ ποινῇ θανάτου. Εἶναι ἡ πιὸ δύσκολη στιγμή του, αὐτὸς ὁ ἀγῶνας γιὰ νὰ βρεῖ ἐκείνη τὴ φωνὴ ποὺ ταυτίζεται καὶ σωφιλιάζεται μὲ τὰ πράγματα ποὺ θέλει νὰ δημιουργήσει, ἤ, ἂν θέλουμε, ποὺ δημιουργεῖ τὰ πράγματα ὀνομάζοντάς τα. Τὸ ἀκραῖο ὅριο ὅπου τείνει ὁ ποιητὴς εἶναι νὰ μπορέσει νὰ πεῖ « γεννηθήτω φῶς» καὶ νὰ γίνει φῶς.
Μπορεῖ νὰ φανεῖ ὅτι αὐτὰ ποὺ λέω ἀφοροῦν καὶ ἄλλες λειτουργίες, ποὺ σχετίζονται μ᾿ ὁλόκληρο τὸν ἄνθρωπο. Ἀσφαλῶς τὶς ἀφοροῦν· ὡστόσο θὰ ἤθελα νὰ παρατηρήσω ὅτι τὶς διακρίσεις σ᾿ αὐτὰ τὰ ζητήματα τὶς κάνουμε πάντα ἐπιφανειακὰ καὶ μόλις προχωρήσουμε λίγο, συναντοῦμε ὁλόκληρο τὸν ἄνθρωπο. Ποίηση εἶναι ὁλόκληρος ὁ ἄνθρωπος, καὶ τοῦτο δὲν εἶναι ὁρισμός, εὐτυχῶς.
Ὁ E. M. Forster, ἕνας ἐξαιρετικὰ εὐαίσθητος μυθιστοριογράφος καὶ δοκιμιογράφος, παρατηροῦσε:
«Ὅπως ἀκριβῶς οἱ λέξεις ἔχουν δυὸ λειτουργίες, τὴ μιὰ ποὺ ἀφορᾷ τὴ μετάδοση ἐννοιῶν, καὶ τὴν ἄλλη ποὺ ἀφορᾷ τὴ δημιουργία, ἔτσι ὁ ἀνθρώπινος νοῦς ἔχει δυὸ προσωπικότητες, τὴ μιὰ στὴν ἐπιφάνεια, καὶ τὴν ἄλλη μέσα πιὸ βαθιά. Ἡ ἀπάνω προσωπικότητα ἔχει ὄνομα· ὀνομάζεται Σαμουὴλ Κόλεριδζ, Γουλιέλμος Σαίξπηρ, ἡ Κυρία Χ... Εἶναι εὐσυνείδητη, σβέλτα, καὶ διαφέρει ἁδρὰ καὶ διασκεδαστικὰ ἀπὸ τὶς προσωπικότητες τῶν ἄλλων. Ἡ ἐσώτερη προσωπικότητα εἶναι μία πολὺ παράξενη ὑπόθεση. Ἀπὸ πολλὲς πλευρὲς εἶναι ὁλωσδιόλου ἀκαταλόγιστη. Ὅμως χωρὶς αὐτὴ δὲν ὑπάρχει λογοτεχνία· γιατί ἂν ὁ ἄνθρωπος δὲ ρίξει ἕναν κουβὰ (γιὰ ν᾿ ἀντλήσει) βαθιὰ μέσα σ᾿ αὐτή, δὲν μπορεῖ νὰ δημιουργήσει ἔργο πρώτης ποιότητας. Τὴ χαρακτηρίζει μ᾿ ἕναν τρόπο κάτι τὸ γενικό. Μολονότι βρίσκεται μέσα στὸν Κόλεριδζ, δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ τῆς δώσουμε τ᾿ ὄνομά του. Ἔχει κάτι τὸ κοινό με τὶς βαθύτερες προσωπικότητες τῶν ἄλλων. Καὶ ὁ μυστικὸς θὰ μᾶς βεβαιώσει πὼς αὐτὴ ἡ κοινὴ ἰδιότητα εἶναι ὁ Θεός, καὶ πὼς ἐκεῖ, στοὺς σκοτεινοὺς μυχοὺς τῆς ὕπαρξής μας πλησιάζουμε τὶς πύλες τοῦ θεϊκοῦ» (2).
Εἶναι ἀξιοπρόσεχτο ὅτι ἕνας σημαντικὸς λογοτέχνης, ποὺ δὲν τὸν χαρακτηρίζει ὁ μυστικισμός, καὶ ποὺ δὲν ἔγραψε ποιήματα, μιλᾷ μ᾿ αὐτὰ τὰ λόγια. Μᾶς εἶναι χρήσιμη ἡ παραβολή του. Μολονότι δὲ θὰ χρησιμοποιοῦσα ὁλωσδιόλου ἔτσι τὴ λέξη προσωπικότητα, νομίζω πὼς ἐκφράζει μὲ ἀρκετὴ σαφήνεια αὐτὴ τὴν τόσο σκοτεινὴ λειτουργία τοῦ ποιητῆ. Θὰ ἤθελα μόνο νὰ παρατηρήσω ὅτι κι ἐδῶ ἡ διάκριση γίνεται γιὰ τὴν ἀνάγκη τῆς ἀκριβολογίας καὶ ὅτι οἱ δυὸ αὐτὲς προσωπικότητες ποὺ λέει δὲν εἶναι στεγανὰ χωρισμένες, καὶ ἡ λειτουργία τοῦ ποιητῆ ἀπαρτίζεται ἀπὸ ἕνα ἀδιάκοπο πάει κι ἔλα ἀνάμεσα στὸ ἐσώτερο καὶ τὸ ἐπιφανειακότερο ἐγώ. Τέλος θέλω νὰ ὑπογραμμίσω πὼς ὅταν μιλῶ γιὰ τὴ γλωσσικὴ λειτουργία τοῦ ποιητῆ ἔχω πάντα ὑπ᾿ ὄψη μου αὐτὴ τὴν ἐσώτερη λειτουργία, εἴτε ὅπως προσπάθησα νὰ τὴν ἐκφράσω, εἴτε ὅπως τὴν ἐκφράζει ἡ περικοπὴ ποὺ ἀκούσατε. Τώρα ἂς ἔρθουμε στὰ δικά μας.
Ἔχουμε μίαν ἰδιότροπη ἱστορία· πῶς νὰ τὴν πῶ ἀλλιῶς· ἐμεῖς οἱ σημερινοὶ Ἕλληνες. Ἡ συνέχεια τῆς ἐλεύθερης ἀνάπτυξης τῆς ζωῆς μας κόπηκε ἀπὸ μία «νύκτα αἰώνων». Αὐτὸ εἶναι τὸ χοντρὸ γεγονός· δὲν πρόκοψαν ἁρμονικὰ τὰ διάφορα κλωνάρια τῆς ζωῆς τοῦ σημερινοῦ ἑλληνικοῦ κόσμου. Κι ὅταν ἐλευθερωθήκαμε, ἡ προσπάθεια γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση, καὶ ἡ ἴδια ἡ ἀπελευθέρωση, μᾶς ἔφερε τέτοιες ἀντιδράσεις καὶ προκάλεσε τέτοια φαινόμενα, ποὺ ἀκόμη σήμερα λογαριάζουμε κάποτε πόσα πράγματα τεχνητὰ δημιούργησε τὸ νεογέννητο Ἑλλαδικὸ κράτος. Ἀπὸ αὐτὰ τὰ τεχνητὰ εἶναι καὶ ἡ ροπή μας πρὸς τὴν ἐπιφανειακὴ ρητορεία, αὐτὴ τὴ λοιμική. Ἴσως αὐτὰ νὰ μὴν ἔγιναν τότε ἀπὸ τὸ μηδέν. Εἶναι πολὺ πιθανὸ πὼς εἶχαν καὶ ἄλλα αἴτια. Ὅμως καλλιεργήθηκαν καὶ προστατεύτηκαν ὅσο ποτὲ κάτω ἀπὸ τὸν ἴσκιο τῆς ἐλευθερίας ποὺ μᾶς χάρισαν οἱ καταπληκτικοὶ ἐκεῖνοι ἄνθρωποι τοῦ Εἰκοσιένα. Εἶναι ὀδυνηρὴ ἡ ἀντίθεση ὅταν τ᾿ ἀναλογίζεται κανείς.
Ἐκεῖνα τὰ χρόνια τὰ Ἑφτάνησα προσφέρνουν στὴν Ἑλλάδα δυὸ ποιητές, τὸ Σολωμὸ καὶ τὸν Κάλβο. Θὰ ἤθελα νὰ κοιτάξουμε τὸ παράδειγμά τους.
Ἀπὸ τὰ λίγα ποὺ ἔχω γράψει γιὰ τὴν πολὺ μεγάλη φυσιογνωμία τοῦ Σολωμοῦ πιστεύω νὰ ἔχει φανεῖ πὼς τὰ χάσματα ποὺ μᾶς ἄφησε μ᾿ ἐνδιαφέρουν τὸ ἴδιο ὅσο καὶ τ᾿ ἀποσπάσματά του. Τ᾿ ἀποσπάσματα τοῦ Σολωμοῦ εἶναι δεῖκτες. Δείχνουν ποιὰ καὶ τί λογὴς μπορεῖ νὰ εἶναι ἡ ἀτόφια λαλιὰ τοῦ ἑλληνικοῦ ποιητικοῦ λόγου. Δὲν ξέρω παράδειγμα στὴν παγκόσμια λογοτεχνία ποὺ οἱ σκόρπιοι στίχοι ἑνὸς ποιητὴ νὰ ἔχουν δώσει μία τέτοιαν ἀποκάλυψη. Ὅμως αὐτοὺς τοὺς σκόρπιους στίχους δὲν μποροῦμε ὅ,τι καὶ νὰ κάνουμε, νὰ τοὺς κοιτάξουμε σὰν δημιουργίες τετελεσμένες. Πάντα μὲ κάποιον τρόπο μᾶς σπρώχνουν πρὸς τὶς σιωπὲς ποὺ τοὺς περιβάλλουν: τὰ κενά τους. Κι αὐτὰ τὰ χάσματα μᾶς δείχνουν ὄχι μόνο τὴν τραγῳδία αὐτοῦ τοῦ ἐναγώνιου ἀνθρώπου, ἀλλὰ μᾶς βεβαιώνουν, καθὼς νομίζω, πὼς ὁ ποιητὴς δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ χρησιμοποιήσει τὴ γλῶσσα ποὺ μαζεύει γύρω του. Ἐλπίζω νὰ μὴ νομιστεῖ πὼς ὑποστηρίζω μία φωνογραφικὴ ἐπανάληψη τῆς λαλουμένης· σίγουρα ἡ προσωπικὴ ἐνέργεια τοῦ ποιητῆ πάνω στὴ γλῶσσα εἶναι μεγάλη, σίγουρα τὸ πρῶτο χρέος του εἶναι νὰ κυριαρχήσει τὴ γλῶσσα ποὺ τοῦ δόθηκε, νὰ τὴν ἀναπτύξει καὶ νὰ τὴν κάνει τὸ καλύτερο δυνατὸ ὄργανο τῆς ἔκφρασής του· αὐτῆς τῆς ἔκφρασης ποὺ κάνει εἴτε τὸν παλαιότερο μονοτονικὸ ἢ τὸν ἄλλον τὸν πολυτονικὸ στίχο νὰ μοιάζει πρωτάκουστος. Ἀλλὰ ὁ ποιητὴς δὲν μπορεῖ νὰ ἐφεύρει μία καινούργια γλῶσσα· γιατί θὰ εἶναι ἀρίζωτη, δὲ θὰ πηγαίνει ν᾿ ἀγγίξει τοὺς μυχοὺς τοῦ βαθύτερου ἐγώ του. Ὁ λόγος τοῦ Σολωμοῦ εἶναι καλὰ ριζωμένος, ὅπως δὲν εἶναι λ.χ. στοὺς Σούτσους καὶ στοὺς Ραγκαβῆδες· αὐτοὶ δὲ νιώθουν τὴν ἐπιταγὴ ἐκείνου τοῦ σωφιλιάσματος (πῶς νὰ τὸ πῶ ἀλλιῶς) τῆς γλώσσας μὲ τὴ βαθύτερη ζωή μας. Εἶναι ἐπιφανειακὲς προσωπικότητες, μένουν στὴν ἐπιφάνεια. Ἂς μὴν εἴμαστε ὑπερβολικοὶ στὴν κατηγόρια. Ἂς συλλογιστοῦμε πὼς ἡ ῥοπὴ ποὺ κάνει τοὺς λογίους μας νὰ κινοῦνται συχνὰ στὴν ἐπιφάνεια πρέπει νὰ εἶναι κοντὰ στὰ ὁρμέμφυτά μας· τὴν ξαναβρίσκουμε κάθε τόσο στὰ πιὸ ἀπροσδόκητα σταυροδρόμια, ὡς τὶς μέρες μας. Ὅταν λ.χ. παρουσιάστηκε ἡ αὐτόματη γραφή, υἱοθετήθηκε φυσιολογικὰ αὐτὴ ἡ γλῶσσα ἐπιφανείας· εἴταν, θαρρῶ, ἀναπότρεπτο· χρειαζότανε μία γλῶσσα ποὺ νὰ γλιστρᾷ· καὶ νὰ ξεφεύγει μὲ κάποιον τρόπο· μιὰ γλῶσσα πιὸ ριζωμένη, καὶ γι᾿ αὐτὸ πιὸ βαριά, θὰ διέκοπτε τὴν ὑποσυνείδητη ροὴ ποὺ ἀπαιτοῦσε αὐτὴ ἡ γραφή.
Τώρα ποιὰ εἶναι ἡ γλωσσικὴ παρουσία ποὺ ἔχει γύρω του ὁ Σολωμός; Εἶναι πρῶτα καὶ βαθύτερα ἡ γλῶσσα τῆς μάνας του· τῆς «πληβείας» Ἀγγελικῆς Νίκλη. Ἔπειτα εἶναι τὰ ἰταλικά, πολλὰ ἰταλικὰ ποὺ μαθαίνει ἀπὸ μικρός, καὶ στὴ Ζάκυνθο καὶ στὴν Ἰταλία ὅπου ἐκπαιδεύεται. Τὰ γλωσσικὰ σκιρτήματα ποὺ ἔχει ἐναποθέσει μέσα του τὸ γάλα τῆς μητρός του βρίσκουν, μόλις δοῦν τὸ φῶς, μιὰ μεγάλη μάθηση στὰ ἰταλικά. Σὰν ἀληθινὸς ποιητὴς ξέρει πὼς δὲν μπορεῖ νὰ κάνει τίποτε χωρὶς αὐτὰ τὰ γλωσσικὰ σκιρτήματα. Ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος ἡ ἄσκησή του στὰ μεγάλα ἐργαστήρια τῆς Εὐρώπης τοῦ μαθαίνει ὅτι: «Καλὸ εἶναι νὰ ρίχνει κανεὶς τὶς ρίζες του πάνω σ᾿ αὐτὰ τὰ χνάρια [ἐννοεῖ τὰ κλέφτικα τραγούδια, ὅπως τὰ λέει], δὲν εἶναι ὅμως νὰ σταματᾷ ἐκεῖ· πρέπει νὰ ὑψώνεται κατακόρυφα». Αὐτὰ γράφει στὸν Τερτσέτη ὁ Σολωμός (3). Ἔτσι εἶναι. Ὅμως ὅσο ὑψώνεται κανείς, πρέπει οἱ ρίζες του ν᾿ ἁπλώνουνται σὲ πλατύτερο ἔδαφος. Τὸ ἔδαφός του, τὸ ἑλληνικό, δὲν μπορεῖ νὰ πλατύνει στὴ ζωὴ ἑνὸς μόνου ἀνθρώπου, ὅσο ὁ ἴδιος ὑψώνεται τὸ αἰσθάνεται πιὸ στενό. Δὲ γίνεται ποίηση μόνο μὲ τὶς κορυφές. Γιὰ τοὺς στοχασμούς του, γιὰ τὶς ἐπιστολές του, μεταχειρίζεται τὰ ἰταλικά, ποὺ ξέρει θαυμάσια· στὴν ἴδια γλῶσσα γράφει καὶ στιχουργήματα. Ὅμως ὅλα αὐτὰ δὲν τοῦ προσφέρουν τὸ βάρος τοῦ λόγου, ποὺ ξέρει νὰ τὸν ξεχωρίσει καὶ τὸν γυρεύει ἀκατάπαυστα. Αὐτὸν ποὺ βλέπουμε στὴ Γυναῖκα τῆς Ζάκυνθος ἢ στοὺς καλύτερούς του δεκαπεντασύλλαβους (4). Ἀντίθετα, τὰ ἰταλικὰ ποιήματα τοῦ Σολωμοῦ δὲ δείχνουν παρὰ ἕναν ποιητὴ ποὺ ξέρει καλὰ τὴν τεχνική του. Γι᾿ αὐτὸ λέω πὼς τὰ χάσματά του εἶναι ἕνα μεγάλο δίδαγμα καὶ γιὰ μᾶς τοὺς σημερινούς· δὲν ξέρω καὶ γιὰ πόσες γενεὲς ἀκόμη, ἂν πηγαίνουμε ὅπως πᾶμε. Μᾶς δείχνουν πόσο εἶχαν ὀγκωθεῖ ἐκεῖνα τὰ χρόνια οἱ δυσκολίες τοῦ ποιητῆ ποὺ βρίσκει μίαν ἀκαλλιέργητη γλῶσσα. Τὰ παραδομένα ἑλληνικὰ τοῦ Σολωμοῦ εἶναι μέρος μόνο ἀπὸ τὰ ἑλληνικὰ ποὺ εἶχε ὁ Χορτάτσης ἢ ὁ Κορνάρος κι ὅπου κινήθηκαν μὲ τόση ἄνεση. Αὐτοὶ μποροῦσαν νὰ μὴν ἀρνοῦνται τίποτε ἀπὸ τὴ γλῶσσα ποὺ τοὺς ἔδινε ὁ περίγυρός τους. Μᾶς τὸ δείχνει ἡ εὐκολία τους, ποὺ ἰδωμένη ἀπὸ ἄλλη πλευρὰ μπορεῖ νὰ εἶναι καὶ τὸ μειονέκτημά τους. Ἂν εἴχαμε τὴν παραξενιὰ νὰ φανταστοῦμε τὸ Σολωμὸ νὰ κινεῖται στὴ γλῶσσα του μὲ τὴν ἴδια εὐκολία, θὰ ἔπρεπε σὲ τελευταῖα ἀνάλυση νὰ τὸν φανταστοῦμε πῶς θὰ συμπλήρωνε τὰ χάσματά του μὲ κατωφέρειες γραμμένες ἰταλικά, ὅπως μας δείχνουν, μὲ κάποιο τρόπο, οἱ σάτιρες ἢ τὰ σχεδιάσματά του. Ὁ Σολωμὸς ὁλοένα γυρεύει καὶ ὁλοένα ἀρνεῖται τὴ φυσικὴ κατάστασή του στ᾿ ὄνομα μιᾶς βαθύτερης φύσης, ποὺ καθὼς περνοῦν τὰ χρόνια καὶ ὅσο τὴ γυρεύει πιὸ βαθιά, στενεύει. Ἡ φυσικὴ κατάστασή του εἶναι, μὲ κάποιο τρόπο, διφυής: ἡ μιὰ περιορισμένη, ἀλλὰ συγκλονίζει τὸ βαθύτερο εἶναι του, καὶ ἡ ἄλλη πολὺ πιὸ πλατιά, ἀλλὰ ρηχή, ποὺ ἀπασχολεῖ τὸ «ἀπάνω ἐγώ» τοῦ ἀνθρώπου, καθὼς ἔλεγα. Τὰ δυὸ αὐτὰ στοιχεῖα, στὴν περίπτωσή του, δὲν μποροῦν νὰ ἑνωθοῦν καὶ ν᾿ ἀποτελέσουν ἕνα ὁμοιόμορφο μίγμα. Ἡ ἄρνηση γιὰ τὸν ποιητὴ δὲν εἶναι κακό. Ἀπεναντίας· ὅλοι οἱ ποιητὲς εἶναι φτιαγμένοι ἀπὸ ἀρνήσεις. Ἀλλὰ τὴν ἀντιζυγιάζει μιὰ ἀποφασιστικὴ παραδοχή. Παραδοχή, ὄχι συμβιβασμός. Ἀλίμονο στὸν ποιητὴ ποὺ δὲν παραδέχεται, κάποτε, τὸν ἑαυτό του. Αὐτὴ τὴν παραδοχὴ βλέπω νὰ λιγοστεύει ὁλοένα στὸ Σολωμό. Κι αὐτὴ εἶναι ἡ τραγωδία του ὅπως τὴν αἰσθάνομαι καὶ πάντα μὲ συγκλονίζει.
Φυσικά, ἕνα τέτοιο πρόβλημα δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι γυμνὰ γλωσσικό· δὲν μποροῦμε εὔκολα νὰ τ᾿ ἀπομονώσουμε. Γιατί ἀγγίζει τὴν ἔκφραση ποὺ ὡριμάζει στὰ βάθη τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου, ἐκεῖ ποὺ ἡ αἴσθηση καὶ ὁ νοῦς συναπαντιοῦνται ἀπάνω σὲ μιὰ λέξη καί, ὅπως θὰ λέγαμε, τὴ φορτίζουν. Δὲν εἶναι ξένη, τούτη ἡ δυσεξερεύνητη λειτουργία, ἀπὸ τὸ πρᾶγμα ποὺ θὰ ὀνομάζαμε ρυθμὸ καὶ μᾶς πηγαίνει σὲ μία πανάρχαια τάξη μαγείας. Ὁ ἀφοσιωμένος ἀναγνώστης μπορεῖ νὰ τὴ μελετήσει καὶ σὲ ἄλλους, δικούς μας ἢ ξένους, αὐτὴ τὴ μετατροπὴ τῆς δοσμένης γλώσσας ἀπὸ τὸν ποιητὴ· πῶς πιάνει ἀπάνω του, πῶς τὸν βοηθᾷ ἢ πῶς τὸν βλάπτει.
Ὁ Σολωμὸς εἶχε τὸ πλεονέκτημα ποὺ δὲ νόθεψε τὴ γλῶσσα του ὁ λογιότατος, καθὼς παρατηρεῖ ὁ Λίνος Πολίτης. Εἶχε τὴ διαίσθηση νὰ κλείσει ἀπὸ νωρὶς τὴν πόρτα του στὸ λογιότατο. Αὐτὸ δὲν ἔτυχε στὸν Κάλβο, τὸν ξενιτεμένο, στὴν Ἰταλία ἀπὸ τὰ παιδικά του χρόνια, ποὺ ὀνειρεύουνταν στὴν ἀρχὴ νὰ γίνει Ἰταλὸς ποιητής.
Εἶχα προσπαθήσει σὲ παλαιότερα χρόνια νὰ δείξω τὶς διαλείψεις ποὺ κόμισε στὸν Κάλβο ἕνας ἀποστεγνωτικὸς ἀρχαϊσμός· τὰ σημεῖα ὅπου δίνει τὴν ἐντύπωση πὼς τοῦ ἔχει κοπεῖ ἡ λαλιά, πὼς ἡ ἔξοχη ποιητικὴ φωνή του ἔχει πάθει μία ξαφνικὴ ἀφασία· πὼς μᾶς ἀφήνει στὸ τέλος κι αὐτὸς λαμπρὰ συντρίμματα ποὺ παρασέρνει ἕνας ρωμαλέος ρυθμός, γιὰ νὰ μᾶς θυμίζουν τὴν κακοριζικιά μας. Ἂς μὴν ἐπαναλαμβάνομαι. Ἡ μόνη παρατήρηση ποὺ θέλω νὰ προσθέσω τώρα εἶναι ὅτι διάφοροι μεταγενέστεροι ποιητὲς ἀντὶ νὰ γυρεύουν νὰ διδαχτοῦν ἀπὸ τὰ πράγματα ποὺ ἔβλαψαν τὸν Κάλβο, τὰ νομίζουν ἀντίθετα ὠφέλιμα παραδείγματα. Τὸ ἴδιο κάνουν καὶ μὲ τὸν Καβάφη.
Ὁ Κάλβος ἔχει πάψει πιὰ νὰ γράφει στὴν ἡλικία ποὺ ὁ Καβάφης ψάχνει καὶ παραπατᾷ ἀκόμη ἀνάμεσα σὲ ἐκφράσεις ποὺ εἶναι σκαλοπάτια πρὸς τὸ ὥριμο ἔργο του καὶ στίχους σὰν τοὺς ἀκόλουθους:
Ἡ ἀρχαία τραγῳδία, ἡ ἀρχαία τραγῳδία
εἶναι ἱερὰ κ᾿ εὐρεία ὡς τοῦ σύμπαντος καρδία.
Τὴν ἐγέννησεν εἷς δῆμος, μιὰ πόλις Ἑλληνίς.
Ἀλλ᾿ ευθύς ἐκείνη ἔπτη κ᾿ ἔκτισεν ἐν οὐρανοῖς
τὴν σκηνὴν...
· στίχους ποὺ εἶναι χειρότεροι νομίζω ἀπὸ τοὺς πιὸ ἄδειους στίχους τοῦ Κάλβου. Ἀλλὰ ἡ μοῖρα τοῦ Καβάφη εἶναι διαφορετικὴ ἀπὸ τὴ μοῖρα τοῦ Κάλβου καὶ διαφορετικὰ μᾶς διδάσκει. Ὁ Κάλβος ὕστερα ἀπὸ τὶς «Ὠδές» γυρίζει μία γιὰ πάντα τὴ ράχη του στὴν ποίηση. Ὁ Καβάφης θὰ δουλέψει πολλὰ χρόνια ἀκόμη, ὡς τὸ τέλος τῆς ζωῆς του. Προικισμένος μὲ μίαν ἀσυνήθιστη ἐπιμονὴ ὅλο καὶ ἀρνεῖται κακὲς συνήθειες, κακὲς μαθητεῖες, ὡς τὴν ὥρα ποὺ ὁ ἑαυτός του ἔχει ὁλωσδιόλου καθαριστεῖ καὶ τοῦ ἐπιτρέπει τὴν τελικὴ παραδοχή. Τὸ πιὸ ἀργοπορημένο σημάδι ποὺ ξέρω αὐτῆς τῆς ἀφηρημένης ἔκφρασης, ὄχι τῆς πεζολογικῆς ὅπως λένε, ἀλλὰ ἑνὸς ἀνυπόστατου λυρικοῦ διάκοσμου, τὸ δημοσιεύει στὰ 1916, δηλαδὴ ὅταν ἔχει περάσει τὰ πενῆντα. Λέει:
...Ἐν ἐκτάσει βλέπω νῦν
τοῦ Ἐνδυμίωνος τὴν φημισμένην καλλονήν.
Ἰάσμων κάνιστρα κενοῦν οἱ δοῦλοι μου· κι εὐοίωνοι
ἐπευφημίαι ἐξύπνησαν ἀρχαίων χρόνων ἡδονήν.
Μ᾿ ἐνδιαφέρει τούτη ἡ στιχοποιία, ὄχι μόνο γιατί δείχνει σὲ τί καμώματα μπορεῖ νὰ παραστρατήσει ἕνας καλὸς ποιητής, ἀλλὰ κυρίως γιατὶ μοῦ ξαναθυμίζει, ἀκόμη καὶ μετὰ τὴν Ἰθάκη, πόσο ἔπρεπε νὰ ἐπιμείνει ὁ ποιητὴς αὐτός, γιὰ νὰ ξεχωρίσει τὰ κίβδηλα ἀπὸ τὰ ἀτόφια ποὺ εἶχε μέσα του· γιὰ ν᾿ ἀποφασίσει νὰ δουλέψει ἐπὶ τέλους ὄχι μὲ τὴ γλῶσσα ποὺ τοῦ δίδαξαν ὁ Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος καὶ ἡ σχολή του, ἀλλὰ μ᾿ ἐκείνη ποὺ ἐναπόθεταν μέσα του λαϊκοὶ ἄνθρωποι ἢ μικροαστοὶ τοῦ καφενὲ ἢ τοῦ χρηματιστηρίου, ποὺ συνελάμβανε ὡς ὠτακουστής, πάνω στὴ βράση της· καθὼς ἔλεγε σ᾿ ἕνα φίλο. Δὲν εἶναι ἡ ὥρα νὰ προχωρήσω περισσότερο στὴν ἀνάλυση τῆς ἔκφρασης τοῦ ὠτακουστῆ Καβάφη, ποὺ ἔχει, καθὼς νομίζω, τρία στηρίγματα: τὴν ἀκρίβεια, τὴν εὐκινησία, καὶ τὸ ἐπιμυθιακὸ ἀπόφθεγμα. Αὐτὸ ποὺ τοῦ δίνει ἕνα πλατύτερο ὑπόβαθρο ἐπικοινωνίας. Ὅμως θέλω νὰ συγκρατήσουμε στὴ μνήμη μας πὼς κι ὁ Καβάφης μπόρεσε νὰ μιλήσει καὶ νὰ βρεῖ τὴ φωνή του μὲ τοὺς σπόρους ποὺ ἔπιαναν πραγματικὰ μέσα του κι ὄχι μ᾿ ἀνεμοσκορπίσματα.
Τὰ τρία παραδείγματά μου χρησιμοποιοῦν τρεῖς ποιητικὲς ἰδιοσυγκρασίες πολὺ διαφορετικὲς κι ἐπιμένουν ὄχι στὰ ἀγαθὰ ποὺ μᾶς ἔδωσαν, ἀλλὰ προπάντων στὸν ἀγῶνα τους γιὰ νὰ ὑπερβοῦν στὴν ἔκφρασή τους, τὰ ψεγάδια ποὺ τοὺς πρόσφεραν οἱ κοινωνίες ὅπου ἔζησαν. Γιατί, εἴτε μας ἀρέσει εἴτε ὄχι, δὲν μποροῦμε νὰ φανταστοῦμε πὼς ἔχει τὴν ἄδεια νὰ κατασκευάζει φραστικὲς μηχανὲς ἀσύνδετες μὲ τὴ ζωή. Ὁ ποιητὴς θὰ χρησιμοποιήσει τὴ γλῶσσα ποὺ τοῦ δίνουμε ἐμεῖς οἱ τριγυρινοί του· δὲν μπορεῖ νὰ φύγει ἔξω ἀπὸ τὴν πραγματικότητά του. Καὶ γι᾿ αὐτὴ τὴν πραγματικότητα εἴμαστε ὅλοι συνυπεύθυνοι. Κάποτε, στοὺς ἡρωικοὺς χρόνους τοῦ δημοτικισμοῦ, λέγαμε πὼς θὰ ἔρθει ἕνας Δάντης, ἕνας μεγάλος ποιητὴς νὰ φτιάξει τὴ γλῶσσα. Εἴταν, φοβοῦμαι, ἕνας μεσσιανισμὸς ὑπαγορεμένος ἀπὸ τὴ νωχέλειά μας. Στὸν ἴσκιο του μπορούσαμε νὰ περιμένουμε ἀμέριμνοι. Ἡ δουλειὰ τοῦ ποιητῆ εἶναι νὰ προσπαθήσει νὰ κυριαρχήσει αὐτὴ τὴ γλῶσσα ποὺ τοῦ δίνουμε ἐμεῖς καὶ νὰ τὴν κάνει νὰ μιλήσει στὴν ὑψηλότερη δυνατὴ ἔνταση. Ἀλλὰ δὲν μπορεῖ ν᾿ ἀπομακρυνθεῖ χωρὶς κίνδυνο ἀπὸ τὴν κοινὴ χρήση ποὺ κάνει τὴ γλῶσσα φορέα συναισθημάτων. Κι ἂν εἶναι ἡ γλῶσσα τόσο φθαρμένη ὥστε νὰ μὴν μπορεῖ νὰ σηκώσει ἔνταση, αὐτὸ θὰ πεῖ πῶς καὶ ἡ κοινωνία εἶναι φθαρμένη καὶ δὲν μπορεῖ νὰ θρέψει ποιητές. Ἔτσι ἀκολουθώντας τὸ μονοπάτι τῆς λαλιᾶς μας ἀγγίζουμε γενικότερα ἐλαττώματα. Δὲ θέλω τώρα νὰ παρασυρθῶ ἀπὸ αὐτά. Θέλω ὅμως νὰ προσθέσω πὼς ὁ ποιητὴς, σὰν ἄνθρωπος ποὺ μοιράζεται μία κοινωνία, ἔχει τὸ χρέος νὰ ἐπισημαίνει καὶ νὰ καταδικάζει κάθε ἑστία φθορᾶς τῆς γλώσσας του. Γιατί ξέρει πὼς ἡ φθορὰ θὰ πέσει στὸ τέλος ἀπάνω του καὶ στοὺς ἐπιγόνους του.
Ὁ Θεὸς μᾶς χάρισε μία γλῶσσα ζωντανή, εὔρωστη, πεισματάρα καὶ χαριτωμένη, ποὺ ἀντέχει ἀκόμη, μολονότι ἔχουμε ἐξαπολύσει ὅλα τὰ θεριὰ γιὰ νὰ τὴ φᾶνε· ἔφαγαν ὅσο μπόρεσαν, ἀλλὰ ἀπομένει μαγιά. Ἔτσι θα᾿ λεγα παραφράζοντας τὸν Μακρυγιάννη. Δὲν ξέρω πόσο θὰ βαστάξει ἀκόμη αὐτό. Ἐκεῖνο ποὺ ξέρω εἶναι ὅτι ἡ μαγιὰ λιγοστεύει καὶ δὲ μένει πιὰ καιρὸς γιὰ νὰ μένουμε ἀμέριμνοι. Δὲν εἶναι καινούργια τὰ σημεῖα ποὺ δείχνουν πὼς ἂν συνεχίσουμε τὸν ἴδιο δρόμο, ἂν ἀφεθοῦμε μοιρολατρικὰ στὴ δύναμη τῶν πραγμάτων, θὰ βρεθοῦμε στὸ τέλος μπροστὰ σὲ μιὰ γλῶσσα ἐξευτελισμένη, πολύσπερμη καὶ ἀσπόνδυλη. Αὐτὰ θὰ εἶχα νὰ πῶ στοὺς σημερινοὺς ὠτακουστές, ἂν πραγματικὰ ἔχουν ἀφιερωθεῖ στὴν τέχνη τοῦ λόγου.
Πιστεύω νὰ φάνηκε ἀπὸ ὅσα εἶπα ὡς τώρα ὅτι δὲν ἔχω διάθεση νὰ κηρύξω κανένα δογματισμό. Ὁ Κάλβος καὶ ὁ Καβάφης εἶναι φίλοι μου καὶ δὲν ἔχω τὴ ροπὴ νὰ τοὺς ἀποκηρύξω σὰν κακὰ παραδείγματα. Τὸ ἀντίθετο μοῦ συμβαίνει καὶ γι᾿ αὐτὸ λυποῦμαι βλέποντας, ἀκόμη σήμερα, πόσο λίγο ξέρουμε νὰ διδαχτοῦμε ἀπὸ τὰ ἔργα ποὺ μᾶς ἄφησαν· ἀπὸ τὰ χάσματα τοῦ Σολωμοῦ, ἀπὸ τὶς διαλείψεις τοῦ Κάλβου, ἀπὸ τὸ ἀργοπορημένο καὶ ἐπίπονο ὡρίμασμα τοῦ Καβάφη.
Καὶ τοῦτο: Λέμε κάποτε, ἡ λογοτεχνία κέρδισε πρώτη στὸν ἀγῶνα τοῦ δημοτικισμοῦ, δὲ γράφεται πιὰ σὲ νεκρὰ σχήματα, δὲν τὴν ἐνδιαφέρει τί κάνουν οἱ ἄλλοι. Σ᾿ αὐτὸ θ᾿ ἀπαντοῦσα: Ἡ λογοτεχνία ποὺ ἐνδιαφέρεται μόνο γιὰ τὴ λογοτεχνία εἶναι λίγη. Μιὰ ἐνήλικη λογοτεχνία ἐνδιαφέρεται γιὰ ὅλους τοὺς κλάδους τῆς ζωῆς, κι ὅσο κλείνεται στὸν ἑαυτό της τόσο θὰ μαραζώνει. Ἴσως νὰ νομιστεῖ πὼς μιλῶ γιὰ μάταια στολίδια, ὅπως ὑποτίθεται ἀπὸ τοὺς ζηλωτὲς τῆς ἐπιφανειακῆς σοβαρότητας πὼς εἶναι ἡ τέχνη τοῦ λόγου. Θὰ ἦταν ὡραῖα ἡ ζωὴ ἂν τὰ πράγματα εἴταν ἔτσι. Ὅμως ἡ ἔκφραση τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι ἕνα σύνολο ἀπὸ θορύβους, ἀλλὰ εἶναι δείκτης τῆς ψυχολογικῆς συμπεριφορᾶς μας. Κι ἂν μᾶς δείχνει τὴν ἐπιπολαιότητα, τὴν ἀσυνέπεια ἢ τὴν ἀκρισία, αὐτὸ σημαίνει πὼς ἡ ἐπιπολαιότητα, ἡ ἀσυνέπεια ἢ ἡ ἀκρισία βρίσκουνται βαθύτερα κάπου μέσα μας.
Μιὰ ἐνήλικη λογοτεχνία ἔλεγα. Ἂν ἀφήσουμε κατὰ μέρος παλαιότερα ἔργα ποὺ οἱ πολλοὶ ἀπό μᾶς -ἐννοῶ τοὺς λογοτέχνες- μοιάζουν νὰ τὰ νομίζουν ξεπερασμένα καὶ χωρὶς ὀργανικὴ ἐπιρροὴ στὴ ζωή τους· ἡ σημερινὴ ἑλληνικὴ λογοτεχνία εἶναι ὁ καρπὸς ἑνὸς κράτους ἑκατὸν πενῆντα χρόνων. Μετρώντας μὲ τὰ μέτρα τῆς ζωῆς τῶν λαῶν, ὄχι τῶν ἀνθρώπων, δὲν ξέρω ἂν τὰ λίγα αὐτὰ χρόνια εἶναι ἀρκετὰ γιὰ τὴν ἐνηλικίωσή της. Ὅμως τὸ πρᾶγμα ποὺ θα᾿ πρεπε νὰ μᾶς ἐνδιαφέρει ὅλους εἶναι πόσο ἡ λογοτεχνία αὐτὴ μπορεῖ ν᾿ ἀντισταθεῖ στὸ νόμο τῆς ἀπορρόφησης ἀπὸ ἰσχυρότερες γλῶσσες καὶ λογοτεχνίες.
Κι ἂν μᾶς ἐνδιαφέρει αὐτό, θὰ πρέπει ἀναγκαστικὰ νὰ ποῦμε πὼς δὲν τῆς μένουν διόλου περιθώρια γιὰ νὰ σπαταλᾷ δυνάμεις, ὅπως ὅταν ἀπαρνιέται τὴν παλαιὰ παράδοσή της. Παράδοση δὲ σημαίνει ἀπαρίθμηση καὶ μνεῖες τίτλων, ἀλλὰ ἔργα ποὺ ζοῦν καὶ γονιμοποιοῦν τὴ δημιουργικὴ φαντασία τῶν σημερινῶν ζωντανῶν ἀνθρώπων.
Βρισκόμαστε σ᾿ ἕνα σταυροδρόμι· δὲν εἴμασταν ποτὲ ἀπομονωμένοι· μείναμε πάντα ἀνοιχτοὶ σ᾿ ὅλα τὰ ρεύματα -Ἀνατολὴ καὶ Δύση- καὶ τ᾿ ἀφομοιώναμε θαυμάσια τὶς ὧρες ποὺ λειτουργούσαμε σὰν εὔρωστος ὀργανισμός. Εἴμαστε τώρα μέρος τῆς λογοτεχνίας τῆς Εὐρώπης (ἐννοῶ μὲ τὴν πιὸ πλατιὰ ἔννοια) καὶ συνταραζόμαστε κι ἐμεῖς, δικαιολογημένα ἢ ἀδικαιολόγητα, ἀπὸ διαδοχικὲς κρίσεις, ἀποκαλυπτικὲς ἐφευρέσεις καὶ φόβους, ποὺ δὲν ἀφήνουν τὸν ἀνθρώπινο νοῦ νὰ ἠρεμήσει· σὰν τὴν καλαμιὰ στὸν κάμπο. Μπροστὰ σ᾿ αὐτὰ τί μᾶς μένει γιὰ νὰ βαστάξουμε ἂν ἀπαρνηθοῦμε τὸν ἑαυτό μας; Δὲ μένω τυφλὸς στὰ ψεγάδια μας, ἀλλὰ ἔχω τὴν ἰδιοτροπία νὰ πιστεύω στὸν ἑαυτό μας. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ συγχωρήσετε ποὺ μνημονεύω ἐδῶ προσωπικὲς ἐμπειρίες· δὲν ἔχω ἄλλο πειραματόζωο ἀπὸ ἐμένα. Καὶ ἡ προσωπική μου ἐμπειρία μου δείχνει πὼς τὸ πρᾶγμα ποὺ μὲ βοήθησε, περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο, δὲν εἴταν οἱ ἀφηρημένοι στοχασμοὶ ἑνὸς διανοουμένου, ἀλλὰ ἡ πίστη καὶ ἡ προσήλωσή μου σ᾿ ἕναν κόσμο ζωντανῶν καὶ περασμένων ἀνθρώπων· στὰ ἔργα τους, στὶς φωνές τους, στὸ ρυθμό τους, στὴ δροσιά τους. Αὐτὸς ὁ κόσμος, ὅλος μαζί, μοῦ ἔδωσε τὸ συναίσθημα πὼς δὲν εἶμαι μία ἀδέσποτη μονάδα, ἕνα ἄχερο στ᾿ ἁλῶνι. Μοῦ ἔδωσε τὴ δύναμη νὰ κρατηθῶ ἀνάμεσα στοὺς χαλασμοὺς ποὺ εἴταν τῆς μοίρας μου νὰ ἰδῶ. Κι ἀκόμη μ᾿ ἔκανε νὰ νιώσω, ὅταν ξαναεῖδα τὸ χῶμα ποὺ μὲ γέννησε, πὼς ὁ ἄνθρωπος ἔχει ρίζες, κι ὅταν τὶς κόψουν πονεῖ, βιολογικά, ὅπως ὅταν τὸν ἀκρωτηριάσουν.
Ἐδῶ στοὺς πρόποδες τοῦ Ἁγίου Ὄρους δὲν εἶναι ἴσως ἄτοπο νὰ θυμηθῶ τὴν πόλη ποὺ γοητεύει πάντα τὴ φαντασία μου, ὅταν συλλογίζομαι τὰ χρόνια ποὺ ταξίδευα στὴν ἀραβικὴ ἔρημο· τὴ Σελεύκεια ἐπὶ τοῦ Τίγρη. Εἴταν ἡ τρίτη μεγάλη πολιτεία τοῦ ἀρχαίου κόσμου ἔπειτα ἀπὸ τὴ Ρώμη καὶ τὴν Ἀλεξάνδρεια· ἕνας μεγάλος ἀγωγὸς τῶν ἰδεῶν τῆς Δύσης πρὸς τὴν Ἀνατολὴ καὶ τῆς Ἀνατολῆς πρὸς τὴ Δύση. Πῆγα νὰ ἰδῶ τὴ θέση της καθὼς ἔπεφτε ὁ ἥλιος. Δὲν ἀπομένει ἀπολύτως τίποτε σήμερα. Μόνο τὸ πράσινο στὴν ὄχθη τοῦ ποταμοῦ καὶ ὁ ἦχος μιᾶς φλογέρας. Ὅμως αὐτὸ τὸ τίποτε μοῦ ἔδωσε μία τέτοια εὐρυχωρία. Θὰ αἰσθανόμουν ἄραγε ἔτσι ἂν εἴμουν ὁλότελα μόνος; Ἡ Ἑλλάδα εἶναι στενόχωρη, ἀκοῦμε νὰ παραπονιοῦνται κάποτε· ἄραγε ἀναρωτηθήκαμε πόση στενοχώρια μπορεῖ νὰ ὑπάρξει στὶς σύγχρονες κοσμοπόλεις, ὥς που νὰ βροῦν τὴν κάθαρση τῆς Σελεύκειας ἐπὶ τοῦ Τίγρη;
Κι ὅλα τοῦτα θὰ μποροῦσα νὰ τὰ ὀνομάσω μὲ τὴ λέξη παράδοση, ποὺ τὴν ἀκοῦμε κάποτε ψυχρὰ καὶ μᾶς φαίνεται ὑπόδικη. Ἀλήθεια, ὑπάρχουν ροπὲς ποὺ νομίζουν πὼς ἡ παράδοση μᾶς στρέφει σὲ ἔργα παρωχημένα καὶ ἀνθρώπους παρωχημένους· πὼς εἶναι πρᾶγμα τελειωμένο καὶ ἄχρηστο γιὰ τὶς σημερινές μας ἀνάγκες· πὼς δὲν μπορεῖ νὰ βοηθήσει σὲ τίποτε τὸ σημερινὸ τεχνοκρατικὸ ἄνθρωπο ποὺ γνώρισε φριχτοὺς πολέμους καὶ φριχτότερα στρατόπεδα συγκεντρώσεως· αὐτὸ τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἀμφιταλαντεύεται ἀνάμεσα στὴν κατάσταση τοῦ θηρίου καὶ τὴν κατάσταση τοῦ ἀνδροειδοῦς. Ἡ παράδοση εἶναι λοιπὸν ἕνα περιττὸ βάρος ποὺ πρέπει νὰ ἐξοβελιστεῖ. Μοῦ φαίνεται πὼς αὐτὲς οἱ ροπὲς ἐκπορεύονται ἀπὸ τὴ σύγχρονη ἀπελπισία γιὰ τὴν ἀξία τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι τὰ συμπτώματα ἑνὸς πανικοῦ ποὺ ἐν ὀνόματι τοῦ ἀνθρώπου τείνουν νὰ κατακερματίσουν τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου. Ὅμως τί ἀπομένει ἂν βγάλουμε ἀπὸ τὴ μέση τὸν ἄνθρωπο;
Ἂς ξαναγυρίσουμε καλύτερα στὴν παραβολὴ ποὺ μνημόνευα ἀρχίζοντας. Σ᾿ ἐκείνη τὴν ἐσώτερη προσωπικότητα ποὺ ἔχει κάτι τὸ κοινό με τὶς βαθύτερες προσωπικότητες τῶν ἄλλων, ποὺ βρίσκεται στοὺς σκοτεινοὺς μυχοὺς τῆς ὕπαρξής μας. Χωρὶς ν᾿ ἀντλήσουμε ἀπὸ αὐτὴ δὲν μποροῦμε νὰ δημιουργήσουμε ἔργο πρώτης ποιότητας, μᾶς ἔλεγε ὁ Forster. Ἐκεῖ, στοὺς σκοτεινοὺς μυχοὺς τῆς ὕπαρξής μας, θὰ συναντήσουμε καὶ τὴν παράδοση τοῦ ἀνθρώπου, θὰ πρόσθετα. Ἡ μάθηση εἶναι μέγα ἀγαθό· ἀσφαλῶς χρειάζεται μάθηση πολλὴ γιὰ νὰ γίνει ἕνας ποιητής. Ὅμως ἂν δὲν πᾶνε ὡς ἐκεῖ, κι ἂν δὲν ἀγγίξουν ἐκείνη τὴν καταποντισμένη μνήμη, τ᾿ ἀγαθὰ τῆς μάθησης θὰ μείνουν ἐξωτερικὰ στολίδια χωρὶς ἀξία. Τὸ πρᾶγμα ποὺ προσπαθῶ κι ἐδῶ νὰ ἐκφράσω εἶναι μία λειτουργία ὅπως τὸ ὡρίμασμα ἑνὸς καρποῦ. Εἶναι δύσκολο νὰ τὴν ξεχωρίσει ὁ καθένας αὐτὴ τὴν κίνηση τοῦ χυμοῦ πρὸς τὸ κάρπισμα. Τὸ εὐαίσθητο ἔνστικτό του ποιητῆ μπορεῖ νὰ τὸ νιώσει σὲ στιγμὲς ποὺ εἶναι ἐλεύθερος, καί, ὄντας ἐλεύθερος, κάνει ἐλεύθερους καὶ τοὺς ἄλλους ποὺ τὸν ἀκοῦνε. Οἱ μαντατοφόροι, θὰ ἔλεγα, ποὺ θὰ μπορέσουν νὰ δείξουν στὴν ἀσκημένη ἀκοὴ τοῦ ποιητῆ ὅτι ἕνα ἀντικείμενο ἄγγιξε τὸ βαθύτερο ἐγώ του, εἶναι οἱ λέξεις, αὐτὲς οἱ ἀναδυόμενες, ποὺ ξαναβγαίνουν στὴν ἐπιφάνεια μ᾿ ἕνα ἰδιαίτερο χνούδι, ἕναν ἰδιαίτερο φωτοστέφανο. Μπορεῖ νὰ εἶναι μεγαλοπρεπεῖς ἢ γυμνές, παλλόμενες ἢ ἀθόρυβες, ὅμως ὅλες ἔχουν τὴν ἰδιαίτερη ἁφή τους.
Μαθαίνουμε τὴν τέχνη μας σὲ πολλὰ καὶ διάφορα ἐργαστήρια, εἴτε μέσα εἴτε ἔξω ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα. Πῶς νὰ γίνει ἀλλιῶς; Ὅλοι μας πρέπει νὰ διδαχτοῦμε καὶ νὰ ἐπεξεργαστοῦμε αὐτὸ ποὺ διδαχτήκαμε. Ἀλλὰ ὅ,τι καὶ νὰ κάνουμε, ὅσο καὶ νὰ μᾶς ἀπελπίζουν κάποτε οἱ κακὲς πλευρὲς τῆς πολυμήχανης ἐφευρετικότητάς μας, δὲν μποροῦμε νὰ καταργήσουμε τὸ γεγονὸς ὅτι εἴμαστε ἕνας λαὸς μὲ παλικαρίσια ψυχὴ ποὺ κράτησε τὰ βαθιὰ κοιτάσματα τῆς μνήμης του σὲ καιροὺς ἀκμῆς καὶ σὲ αἰῶνες διωγμῶν καὶ ἄδειων λόγων. Τώρα ποὺ ὁ τριγυρινός μας κόσμος μοιάζει νὰ θέλει νὰ μᾶς κάμει τρόφιμους ἑνὸς οἰκουμενικοῦ πανδοχείου, θὰ τὴν ἀπαρνηθοῦμε ἄραγε αὐτὴ τὴ μνήμη; Θὰ τὸ παραδεχτοῦμε τάχα νὰ γίνουμε ἀπόκληροι; Δὲ γυρεύω μήτε τὸ σταμάτημα, μήτε τὸ γύρισμα πρὸς τὰ πίσω· γυρεύω τὸ νοῦ, τὴν εὐαισθησία καὶ τὸ κουράγιο τῶν ἀνθρώπων ποὺ προχωροῦν ἐμπρός.
Μοῦ ἔτυχε κάποτε νὰ κάνω ἕναν πειραματισμὸ μὲ τοὺς ἀρχαίους συγγραφεῖς μας. Νὰ τοὺς κοιτάξω σὲ διάφορες ὧρες τῆς ἱστορίας, ἀρχίζοντας ἀπὸ τὸν καιρὸ τῶν Ἀλεξανδρινῶν. Συλλογιζόμουν καὶ προσπαθοῦσα νὰ συναισθανθῶ, ὅσο μοῦ εἴταν δυνατό, πόσο ἄλλαζε κάθε φορὰ ἡ παρουσία τους. Κι αὐτὴ ἡ ἀλλαγὴ δὲν εἴταν τόσο ἐξαρτημένη ἀπὸ τὸ πέρασμα τοῦ καιροῦ, ἀλλὰ κυρίως, ἀπὸ τὴ δημιουργικὴ συμπεριφορὰ καὶ ἀπὸ τοὺς τρόπους τῆς εὐαισθησίας σὲ κάθε διαφορετικὴ ἐποχὴ ἢ τόπο. Ὅταν λ.χ. ἕνας «περὶ τὴν κολακείαν πολύς» -καθὼς μᾶς διηγεῖται ὁ Μιχαὴλ Ψελλός- ψιθυρίζει στὴ Σεβαστὴ Σκλήραινα τὴν ἀρχὴ τοῦ περιώνυμου στίχου τῆς Ἰλιάδας γιὰ τὴν Ἑλένη: «οὗ νέμεσις ...», αἰσθάνομαι τὴν παρουσία τοῦ Ὁμήρου πολὺ πιὸ ζωντανὴ στὰ χρόνια ἐκεῖνα, παρὰ στὴν Ἀθήνα τοῦ 1860, ὅπου, μολονότι γίνεται ἄπειρος θόρυβος γι᾿ αὐτούς, εἶναι ἄφαντοι οἱ ἀρχαῖοι.
Τώρα, ἂν προσέξουμε τὴ σημερινὴ συμπεριφορά μας ἐμπρὸς στ᾿ ἀρχαῖα μνημεῖα μας, εἶναι εὔκολο νομίζω νὰ παρατηρήσουμε τὰ συμπτώματα μιᾶς νωχελικῆς αὐτοκολακείας, σὰν ἐκεῖνα ποὺ παράγει ἡ τουριστικὴ βιομηχαία -οἰκονομικὴ ἀνάγκη ἀσφαλῶς- ποὺ ἔχει ὡστόσο τὸ ἴδιο νὰ μοῦ προκαλεῖ ἐφιάλτες, ὅπως λ.χ. ἡ φωταγωγημένη Ἀκρόπολη. Ἡ παρατήρησή μου -περιττὸ νὰ τὸ διευκρινίσω- δὲν μπορεῖ νὰ ἀφορᾷ ἀνθρώπους σὰν τοὺς ἔξοχους μελετητὲς ποὺ τιμοῦν τὸ Πανεπιστήμιό σας ἢ ἀκόμη ἐκείνους, ὅποιοι καὶ νὰ εἶναι, ποὺ αὐτὰ τὰ πράγματα ἀγγίζουν ἄμεσα στὴν εὐαισθησία τους καὶ τοὺς ἀλλοιώνουν. Ἀφορᾷ ἀντιλήψεις ὁλοένα πλατύτερα διαδεδομένες, ἐπίσημες ἢ ἀνεπίσημες, ποὺ στομώνουν κάθε ζωντανὴ αἴσθηση καὶ δὲν μπορεῖ νὰ μὴ φέρουν ἀντιδράσεις· ποὺ προκαλοῦν μία συμπεριφορά, κατὰ βάθος παραπλήσια μὲ τὴν κίβδηλη ἐκείνη τῶν ἀνθρώπων τοῦ 1860. Ἔτσι δὲ μὲ παραξενεύει ἡ ἀποστροφὴ ὁρισμένων νέων συγγραφέων γι᾿ αὐτὰ τὰ πράγματα τῆς κληρονομιᾶς μας. Ἐδῶ θὰ ἔπρεπε νὰ ἔλεγα πολλὰ περισσότερα. Ὅμως εἴτε ἔχουν δίκιο εἴτε ἄδικο, μένει ἀκέραιο τοῦτο: πὼς μιὰ ἐνήλικη λογοτεχνία μετριέται καὶ μὲ τὸν τρόπο ποὺ ἔχει ν᾿ ἀντιμετωπίζει τὶς ξένες λογοτεχνίες, ἀλλὰ προπάντων μὲ τὸν τρόπο ποὺ ἀντιμετωπίζει τὰ δικά της περασμένα· ἄλλωστε τὰ δυὸ τοῦτα πράγματα εἶναι ἀλληλένδετα. Γιατί ὅλα στὸ βάθος καταλήγουν σ᾿ ἕναν κοινὸ τόπο: στὸ ἐρώτημα ἂν μία λογοτεχνία ἔχει εὔρωστους συγγραφεῖς τόσο στὴν ποίηση ὅσο καὶ στὴν πρόζα, μείζονες καὶ ἥσσονες.
Σκοπός μου δὲν εἴταν ν᾿ ἀντιπαραβάλω αἰσθητικὲς θεωρίες ἢ ν᾿ ἀναπτύξω προτιμήσεις. Ξέρω πὼς οἱ ποιητικοὶ τρόποι τρίβουνται καὶ ἀλλάζουν, ὅπως ἀλλάζουν καὶ περνοῦν οἱ ψυχολογικὲς συμπεριφορὲς καὶ οἱ γλωσσικὲς ἐκφράσεις τῶν ἀνθρώπων, ἐκτὸς ἂν εἶναι κανεὶς πολὺ μεγάλος, κι αὐτὸ τ᾿ ἀποφασίζουν, ὄχι μιὰ μόνο γενιά, ἀλλὰ πολλές. Ὅμως ἔμαθα ἐπίσης ὅτι ἂν ἕνας λαὸς δὲν παράγει ἄξιους καὶ ζωντανοὺς ποιητές, ἄξιους καὶ ζωντανοὺς συγγραφεῖς, οἱ παλαιότεροι θ᾿ ἀπομακρύνονται ὁλοένα ὅσο νὰ καταντήσουν ἄδειοι ψιττακισμοί, καὶ ἡ λαλιά του θὰ ἐκφυλίζεται ὅσο νὰ γίνει ἕνα κούφιο πρᾶγμα. Ἂν ἴσως καὶ τὰ χώματά μας πάψουν νὰ γεννοῦν τέτοιους ἀνθρώπους, μπορεῖ νὰ γεμίζουμε ἀκόμη τ᾿ ἀρχαῖα θέατρά μας ὡς τὶς τελευταῖες κερκίδες, μπορεῖ νὰ τὰ κάνουμε ν᾿ ἀντηχοῦν ἀκόμη ἀπὸ θρηνῳδίες ποὺ θὰ μᾶς φαίνουνται ἐξαίρετα σπαραχτικές, ὅμως ἡ ζωντανὴ παρουσία τῶν ἔργων τῆς παράδοσής μας θὰ μᾶς ἀφήνει ὁλοένα πιὸ μακριά· καὶ τὸ χειρότερο, χωρὶς νὰ τὸ καταλαβαίνουμε, γιατὶ ἡ συναίσθησή μας ἀνεπαίσθητα θὰ φυραίνει.
Προσπάθησα νὰ δείξω μόνο λίγες ὄψεις ἑνὸς θέματος δύσκολου, γιατί ξεφεύγει τὶς διακρίσεις, ὑπερβαίνει, θὰ ἔλεγα, τὰ πλαίσια ποὺ ἐπιβάλλει ἡ σαφήνεια. Ὡστόσο μίλησα περισσότερο γιὰ τὴ συνάρτηση τοῦ ποιητικοῦ ἔργου μὲ τὴν πνευματικὴ κατάσταση τοῦ γύρω του κόσμου καὶ τὴ στάθμη τῆς παιδείας ποὺ ἀναπότρεπτα δέχεται. Ἔτσι ἄφησα σχεδὸν ἀνέγγιχτη μίαν ἄλλη ἀξιοπρόσεχτη πλευρά. Αὐτὴ ποὺ θὰ προσπαθοῦσα νὰ κοιτάξω, ξεκινώντας ἀπὸ τὴν ἀκόλουθη φράση ποὺ ἔγραψε ἕνας ἀληθινὸς ποιητής: «Τὰ ἔθνη ἔχουν μεγάλους ἀνθρώπους παρὰ τὴ θέλησή τους. Ὁ μεγάλος ἄνθρωπος εἶναι λοιπὸν νικητὴς ὁλόκληρου τοῦ ἔθνους του». Ἀλλὰ τώρα ἐξάντλησα τὴν κλεψύδρα.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Στὸ Ἀθηναϊκὸ Τεχνολογικὸ Ἰνστιτοῦτο, 5η Μαρτίου 1964 (τρίτη βραδιά, γιὰ τὴ λογοτεχνία). Ἔλεγα λ.χ.: «Τώρα ἔρχομαι στὴν ποίηση. Νομίζω ὅτι ἡ θέση της δὲν εἶναι σ᾿ αὐτὸ τὸ Συμπόσιο. Ἐξηγοῦμαι. Τὴ γλῶσσα τὴ χρησιμοποιοῦμε μὲ δυὸ τρόπους· τὸν ἕναν γιὰ νὰ μεταδίνει ἔννοιες καὶ τὸν ἄλλον γιὰ νὰ μεταδίνει καὶ συναισθήματα, μίαν ἀτμόσφαιρα, ἕνα ὕφος. Μὲ τὴ μετάδοση ἐννοιῶν ἀσχοληθήκαμε ὡς τὰ σήμερα, μὲ τὴν ἄλλη ἀσχολεῖται ἡ ποίηση. Μὲ ἄλλα λόγια, φοβοῦμαι ὅτι συζητώντας γιὰ τὴν ποίηση ἐδῶ θὰ κινδυνεύαμε νὰ κάνουμε σύγχυση τῆς γλώσσας καὶ τοῦ ὕφους. Καὶ ἡ σύγχυση δὲν ὠφελεῖ ποτέ, οὔτε καὶ τώρα. Θὰ κινδυνεύαμε νὰ κρίνουμε τὰ ποιήματα γιὰ τὴ γλωσσική τους μορφή, ἐνῷ θὰ ἔπρεπε νὰ κρίνουμε ἂν εἶναι καλὰ ἢ κακὰ ποιήματα. Κι αὐτὰ ὑποτάσσουνται σὲ ἄλλα κριτήρια ποὺ δὲν εἶναι τῆς σημερινῆς στιγμῆς. Ἂν εἶναι καλὸ τὸ ποίημα θὰ βαστάξει, ἂν εἶναι κακὸ θὰ γίνει σαρίδια. Ἀνατράφηκα στὴν ἀτμόσφαιρα τοῦ δημοτικισμοῦ, καί, ὅταν εἴμουν νέος, καταδίκαζα τοὺς καθαρευουσιάνους ποιητὲς γιὰ τὴ γλῶσσα ποὺ μεταχειρίζουνταν. Τώρα ξέρω ὅτι τοὺς καταδικάζω γιὰ τὸ ὕφος τους, γιὰ τὴν ποιότητά τους. Γι᾿ αὐτοὺς τοὺς λόγους διεκδικῶ καὶ ὑποστηρίζω τὴν ἐλευθερία τοῦ ποιητῆ, ὅπως τὸ ἔκανα πάντα, ξέροντας ἄλλωστε πὼς ὅποιο φραγμὸ κι ἂν τοῦ βάλουμε δὲ θ᾿ ἀντέξει. [...]. Δὲ θὰ ἤθελα νὰ δώσω τὴν ἐντύπωση πὼς μοῦ εἶναι ἀδιάφορο ὅταν βλέπω συχνὰ τὴν ἀμάθεια καὶ τὴν ἔλλειψη ἄσκησης στὰ ποιητικά μας πράγματα. Ἂν εὐχόμουν ἕνα «σχολεῖο ἀφοσιωμένων ποιητῶν» -γιὰ νὰ θυμηθῶ τὸν Ρήγα- θὰ εἴταν ἕνα σχολεῖο ὅπου οἱ μαθητευόμενοι, ἀνάμεσα σὲ πολλὰ ἄλλα (ποὺ παραλείπω γιὰ συντομία καὶ γιὰ νὰ περιοριστῶ στὰ γλωσσικά), θὰ μάθαιναν ἀπ᾿ ἔξω μεγάλα κομμάτια ἀπὸ τοὺς ποιητές μας, ἀρχίζοντας ἀπὸ τὸν Ὅμηρο ὡς τοὺς Βυζαντινοὺς ὑμνογράφους, τὸν Διγενῆ, τὸν Φτωχοπρόδρομο, ἐννοῶ στὸ πρωτότυπο, καὶ παρακάτω ὡς ἐμᾶς. Θὰ μάθαιναν ὅ,τι μᾶς εἶναι γνωστὸ ἀπὸ τὴν ἀρχαία προσῳδία· θὰ ἔκαναν ἀσκήσεις πάνω στοὺς διάφορους τύπους τοῦ δεκαπεντασύλλαβου καὶ σὲ πολὺ αὐστηρὰ στιχουργικὰ θέματα· θὰ δοκίμαζαν τέλος νὰ συμπτύξουν εἰκοσιπέντε στίχους ἑνὸς ποιήματος σὲ τρεῖς. Θ᾿ ἀπόφευγα τὶς σχολικὲς ἀναλύσεις τῶν κειμένων· ἀπεναντίας θὰ χρησιμοποιοῦσα κάθε μέσο γιὰ νὰ τοὺς φέρω στὴν ἀμεσώτερη ἐπαφὴ μὲ τὴν ὑφὴ τῆς γλώσσας αὐτῶν τῶν ποιημάτων. Ἔπειτα θὰ τοὺς ἄφηνα ἐλεύθερους νὰ βροῦν τὸ δρόμο τους. Τώρα βλέπετε, φαντάζομαι, πόσο ὅλα αὐτὰ εἶναι ἔξω ἀπὸ τὸ συμπόσιό μας, καὶ ἴσως νὰ συλλογιζόσαστε πὼς εἶναι καιρὸς νὰ διώξουμε τὸν ποιητὴ ἀπὸ τὴν πολιτεία».
2. Ε. M. Forster, Two Cheers for Democracy, Λονδίνο, Edward Arnold and Co, 1951, σελ. 93.
3. Τὸ γράμμα ἰταλικά. Δὲς Κ. Θ. Δημαρᾶ, Ἱστορία τῆς Νεοελληνικῆς λογοτεχνίας, Νέα ἔκδοση, Ἀθήνα, Ἴκαρος.
4. Θέμα γιὰ πλατύτερη ἐπεξεργασία: Κοιτάζοντας τὰ σῳζόμενα τοῦ Σολωμοῦ, θὰ ἔλεγα: α) Σχετικὰ μὲ τὸ στίχο· ὅτι ἔχει τόνους ἰταλικοὺς ὡς τὸν Κρητικό, ὅπου φαίνεται καθαρὰ ἡ καταβολὴ τοῦ Ἐρωτόκριτου. Ὁ ἦχος ὁ ἀποκλειστικὰ δικός του φαίνεται στὰ ἀποσπάσματα τῶν Ἐλεύθερων Πολιορκημένων καὶ στὸν Πόρφυρα. β) Σχετικὰ μὲ τὴν πρόζα, τὸ πρᾶγμα ποὺ μοῦ δημιουργεῖ περισσότερα ἐρωτήματα εἶναι ἡ Γυναῖκα τῆς Ζάκυνθος, ποὺ πρέπει νὰ ἔπαψε νὰ τὴ δουλεύει τὸ Δεκέμβρη τοῦ 1829, κείμενο ἀπαλλαγμένο καὶ αὐτὸ ἀπὸ ἰταλικοὺς τόνους. Εἶναι πολὺ ἐνδιαφέρον νὰ προσέξει κανεὶς τὴ διαφορὰ ἤχου ἀνάμεσα στὴ Γυναῖκα καὶ στοὺς στίχους ποὺ γράφει τὸν ἴδιο καιρό. Σ᾿ αὐτούς, ἴσως νὰ εἶναι ἡ στιχουργική, στὴν ὁποία ἔχει πολὺ ἀσκηθεῖ ἰταλικά, ποὺ τὸν παρασέρνει. Ὅπως καὶ νἆναι, ἐκεῖνο ποὺ μπορῶ νὰ ἰδῶ εἶναι ὅτι τέτοια κείμενα, ποὺ ὀνομάζω ἑλληνικά, βγαίνουν ἀπὸ τὸ βαθύτερο κοίτασμα τῆς ὕπαρξής του.

Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2012

Ξέρουν πια οι λαοί!




Μια συντονισμένη επίθεση ενάντια σ’ έναν λαό που δεν φταίει σε τίποτα.
Μια ανήθικη σειρά ενεργειών από το διεθνές αλήτικο μεγαλοαστικό τραπεζικό σύστημα που, προκειμένου να σωθεί τι ίδιο, είναι πρόθυμο να καταβαραθρώσει λαούς και χώρες που θέλει να γίνουν απλά τα αθώα θύματα του.
Παρακολουθώ με ενδιαφέρον την διεθνή αλληλεγγύη πια από πολλές χώρες υπέρ της Ελλάδας.
Καταλαβαίνουν οι λαοί ότι σε τίποτα δεν φταίει η Ελλάδα να πληρώσει την εγγενή του καπιταλιστικού συστήματος κρίση.
Θα πρέπει να προσέξουν πολύ οι ύαινες της διεθνούς οικονομίας να μην συμπαρασυρθούν σε μια δίνη που δεν θα μπορούν να ελέγξουν.
Ξέρουν πια οι λαοί!
Κι η Ελλάδα αφού κάποια στιγμή δικάσει όλο αυτό το αληταριό που την ξεπούλησε και από πάνω το παίζουν και εθνοσωτήρες, θα ανασυνταχτεί και θα επιβιώσει.
Όσοι ψηφίζουν το ληστρικό ξεπούλημα της πατρίδας τους θα πρέπει καλά να το σκεφτούν.
Ο τροχός γυρίζει και θα αλλάξουν τα πράγματα μια μέρα.
Ο λαός δεν ξεχνά.
Προσέξτε! Απλά προσέξτε!
Αυτό που κάνετε στην πατρίδα δεν θα μπορέσει κανείς να το ξεχάσει..

Ζαρατούστρα

Ο Ζαρατούστρα
γεννήθηκε το 1738 π.Χ.!
Ο Ζωροάστρης, Ζαρατούστρα (Ζαραθούστρα) ή Ζαρτόστ ήταν θρησκευτικός προφήτης των Περσών
και ιδρυτής της θρησκείας τού Ζωροαστρισμού.
Οι μόνες πηγές, που μας κατατοπίζουν μερικώς, είναι η βίβλος των Περσών, η Αβέστα, και μερικά
συγγράμματα αρχαίων Ελλήνων και Ρωμαίων.
Ζωροάστρης (Zoroastres, Zarathustra, Zartosht). Πέρσης σοφός, ιδρυτής της Θρησκείας του
Ζωροαστρισμού. Σύμφωνα με την παράδοση έζησε τον 13ο π.χ.χ. αιώνα ή κάπου ανάμεσα στα έτη
1.400 με 1.000, ή σύμφωνα με το θρησκευτικό κείμενο «Bundahish» στις αρχές του 6ου αιώνα και
δίδαξε ένα σύστημα σκέψης, το οποίο επηρέασε σε σημαντικό βαθμό τις μεταγενέστερες ιδρυθείσες
Θρησκείες.
Ο Ζωροάστρης, του οποίου το όνομα αναφέρεται από τους Ξάνθο , Πλούταρχο , Πλίνιο τον
Πρεσβύτερο , Διογένη Λαέρτιο και Πλάτωνα , δίδαξε την υποχρέωση των ανθρώπων να επιλέγουν
ανάμεσα στις αντίθετες δυνάμεις του Καλού και του Κακού, αφού πρώτα δέχθηκε την «Φώτιση» από
τον ίδιον τον Θεό Μάσδα σε ηλικία 30 ετών.
Κατά τον Ζωροάστρη, η ανθρώπινη ύπαρξη έχει θεμέλιό της την συμπαντική σύγκρουση της
«Αλήθειας» με το «Ψέμα», και του Φωτός με το Σκοτάδι, η δε ηθική διδασκαλία του συνοψίζεται στο
τρίπτυχο «Humata, Hukhta, Huvarshta» (στα σανσκριτικά «Sumata, Sukta, Suvartana»'), δηλαδή
«Αγαθές Σκέψεις, Αγαθά Λόγια, Αγαθές Πράξεις».
Το τέλος του Ζωροάστρη δεν αναφέρεται στο ιερό βιβλίο της «Αβέστα» . Σύμφωνα πάντως με το
κείμενο «Shahnama», ο Ζωροάστρης σφάχτηκε από επιδρομείς Τουρανούς ενώ ιερουργούσε στο
Ιερό της Balkh.
Αποκατάσταση της αλήθειας
Ο Ζαρατούστρας σύμφωνα με απόκρυφες πηγές της ιερής παράδοσης των Περσών, γεννήθηκε το
έτος 3747 (δηλαδή ο Ζαρατούστρα γεννήθηκε το 1738 π.Χ.! ) πριν εποχής μας, στις 26 Μαρτίου 5
μέρες μετά την εαρινή ισημερία στην πόλη Ουρούμε την οποία γιορτάζουν εν κρυπτώ (θανατική
καταδίκη!) οι Πέρσες μέχρι σήμερα και είχα την τιμή να μου κάνει δώρο αυτές τις πολύτιμες
πληροφορίες ένας φίλος μου Πέρσης στο κέρασμα ενός μικρού συμποσίου (με κέρασε καφέ).
Σε ηλικία 76 χρονών σφάχτηκε στις 26 Δεκεμβρίου στην πόλη Balkh.
Μέχρι σήμερα λειτουργούν ακατάπαυστα περισσότεροι από 20 ναοί της φωτιάς.
Κύριο σημείο της διδασκαλίας του ήταν το «Αγαθές Σκέψεις, Αγαθά Λόγια, Αγαθές Πράξεις» το
οποίο "αποτυπώνεται" στο σύμβολο φορουχάρ το οποίο στο τέλος της ζωής του προσπάθησε να
υιοθετήσει ο Μ. Αλέξανδρος.

Νίκος Σάμιος
21.03.2009

Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2012

ΕΝΑ ΟΝΕΙΡΟ....

ΕΝΑ ΟΝΕΙΡΟ
... μια στιγμη διδαχης, κατ' αλλα... ΣΙΩΠΗ... *


Αποψε το βραδυ ειδα ενα παραξενο ονειρο !

Ειδα τον ΣΙΚΕΛΙΑΝΟ, να κρατα στα δυο του χερια,
τη Συνειδηση της Γης του και της Φυλης του

Ειδα τον ΕΛΥΤΗ, να τραγουδα,
το Ασμα Ηρωικο και Πενθιμο για τον Χαμενο Ανθ/γο της Αλβανιας

Ειδα τον ΡΙΤΣΟ, τον ειδα να κρατα γερα απο το χερι την "αγαπημενη" του,
τη Ρωμιοσυνη
Ειδα και ποιον δεν ειδα !

Ειδα, μεχρι και τον ΕΜΠΕΙΡΙΚΟ ειδα. Τον ειδα ν' απαγγελει,
τη Μεθεξη 'η Ο Αγγελος Σικελιανος ειναι Δικος μας

Κι ολους τους, τους ειδα μαζι μ' αλλους πολλους ποιητες, πληθος τετοιο,
που δε μπορουσα να διακρινω καθαρα τα προσωπα τους,
να 'ναι παρεα με
τον Θεοδωρακη και το Γλεζο,
αναμεσα στο πληθος, τη περασμενη Κυριακη το βραδυ,
να τρεχουν τα ματια ολων απο τα δακρυγονα και,
να μπαινουν στη Βουλη και στην αιθουσα συνεδριασεων και
να... κοιτουν στα ματια,
ολους οσους βρισκονταν καθημενοι στα εδρανα.

Απο το πρωι που ξυπνησα, μεχρι και τωρα που γραφω αυτα τα λογια, το ονειρο αυτο δεν μπορει να φυγει απο τη σκεψη μου.
Και δε μπορεσα ν' αποφυγω τη συγκριση, με τους περισσοτερους συγχρονους, νεους ποιητες, που τσιμουδια δεν εβγαλαν.
Και πως μπορουσαν αλλωστε... οταν, σχεδον, οι πιο πολλοι απ' αυτους, οι πολυγραφοτεροι, οι πολυεκδοθεντες... πολυδιαβασμενοι, υπηρετησαν, ωσαν γνησια παιδια των κομματικων σωληνων, το συστημα απο θεσεις σημαντικες, δημοσιογραφουντες σε "κομματικα" δημοσιογραφικα συγκροτηματα, ως αρχισυντακτες, ρεπορτερς, δ/ντες κρατικων και ιδιωτικων τηλεοπτικων εταιρειων, πολυθεσιτες σε κρατικους οργανισμους 'η ΝΠΔΔ, κι ορισμενοι απ' αυτους, ακομη και σαν υπουργοι, προπαγανδιζοντας τα... κατορθωματα ολων των μεταπολιτευτικων κυβερνησεων, ανεξαρτητα απο ποιο ηταν το κομμα που βρισκοταν στην εξουσια.
Φανταζομαι την οργη που θαχε σημερα ο Ριτσος και ολοι οι αλλοι, αν εβλεπαν τα ονοματα τους, τα ποιηματα τους, τα τραγουδια τους, να... συναυλιζονται, παρεα με τα αχρωμα ποιηματα ολων αυτων των δηθεν ποιητων.

* τον υποτιτλο της αναρτησης δανειστηκα απο : http://roadartist. blogspot.com

Αναρτήθηκε από Χαρ. Αλβερτος στις Τετάρτη, Φεβρουάριος 15, 2012

http://phantom17.blogspot.com/

Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2012

Αντόνι Τάπιες

Αντόνι Τάπιες,
ο ποιητής της ύλης



Έφυγε ο σημαντικότερος εκπρόσωπος του αφηρημένου εξπρεσιονισμού
Αντόνι Τάπιες, “Ερμάρι”. Oτελευταίος κορυφαίος Ισπανός ζωγράφος και από τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες της ευρωπαϊκής πρωτοπορίας κατά το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, ο Αντόνι Τάπιες, έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 88 ετών, στη γενέτειρά του Βαρκελώνη, όπου ζούσε και είχε το ομώνυμο ίδρυμά του. Πολλοί κατατάσσουν τον Τάπιες δίπλα στα μεγάλα ονόματα της τέχνης του προηγούμενου αιώνα, μαζί με τον συμπατριώτη του Πικάσο, τον Νταλί, τον Μιρό κ.ά.
Ο Αντόνι Τάπιες ήταν ένας ποιητής του καμβά. Επλασε τη δόξα του με ταπεινά υλικά, «απόβλητα του πολιτισμού», όπως σπάγκους, σύρματα, κουρέλια, χαρτιά, άχυρα, χώμα. «Η τελειότητα, έλεγε, δεν αναδεικνύεται μόνον από τις υψηλές ιδέες, αλλά θα πρέπει να συμβαδίζει και με μια γήινη σχέση».
Άφησε πίσω του έναν τεράστιο αριθμό έργων, περίπου 8.000, πολλά από τα οποία κοσμούν τις μόνιμες συλλογές ορισμένων από τα μεγαλύτερα μουσεία του κόσμου, όπως το ΜΟΜΑ της Νέας Υόρκης, το Μπομπούρ του Παρισιού, την Τέιτ Γκάλερι του Λονδίνου κ.ά. Ενας μεγάλος αριθμός έργων του βρίσκονται και στο ομώνυμο Ιδρυμα στη Βαρκελώνη, το οποίο ο καλλιτέχνης ίδρυσε το 1984, με σκοπό την προώθηση και τη μελέτη της σύγχρονης τέχνης.
Γεννημένος το 1923, γόνος αστικής οικογένειας της Βαρκελώνης, ο Τάπιες παράτησε τις νομικές σπουδές του για να αφοσιωθεί στην τέχνη. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος του περιοδικού και της ομάδας Ντάου αλ Σελ, ενός πρωτοποριακού κινήματος στη Βαρκελώνη στα τέλη της δεκαετίας του 1940, που συνδύαζε τον υπερρεαλισμό και τον ντανταϊσμό.
Επηρεασμένος από τον Μιρό κυρίως, ανέπτυξε ένα δραματικό ύφος, όπου κυριαρχούν η λιτή, απέριττη εικονογραφία και τα γήινα χρώματα. Οι αφηρημένοι πίνακές του με γρατσουνισμένα ή ξυσμένα χρώματα θυμίζουν άνυδρα ισπανικά τοπία και ανήκουν στα χαρακτηριστικότερα δείγματα της τέχνης του.
Ο Καταλανός καλλιτέχνης ασχολήθηκε ιδιαίτερα, ήδη από το 1947, με τις γραφικές τέχνες, φιλοτεχνώντας σημαντικό αριθμό λευκωμάτων και βιβλίων τέχνης σε συνεργασία με ποιητές και συγγραφείς, όπως με τους Υβ Μπονφουά, Γιόζεφ Μπρόντσκι, Οκτάβιο Παζ, Ζοζέ Σαραμάγκου κ.ά.
Ύστερα από μια πρώτη επιτυχημένη έκθεση έλαβε το 1950 υποτροφία από το γαλλικό κράτος και έφυγε στο Παρίσι για σπουδές. Εκεί συνδέθηκε με εκπροσώπους της αφηρημένης τέχνης, όπως ο Ζαν Φοτριέ και ο Ζαν Ντιμπιφέ. Από το 1953 αρχίζει να ζωγραφίζει, χρησιμοποιώντας μεικτές τεχνικές, προσθέτοντας ξένα υλικά, όπως τσιμεντόσκονη, άμμο στα χρώματά του καθιστώντας τα παχύρρευστα, ενώ προσέθεσε χρησιμοποιημένο χαρτί, κλωστές και κουρέλια στους πίνακές του. Αυτή θεωρείται και η σημαντικότερη προσφορά του στη σύγχρονη τέχνη. Από τις αρχές της δεκαετίας του ’70, εμφανώς επηρεασμένος από το ακμάζον τότε ρεύμα της pop art, αρχίζει να προσθέτει πιο βαριά υλικά και αντικείμενα στα έργα του, όπως κομμάτια επίπλων, αντικαθιστώντας τα πινέλα με τα εργαλεία του μαραγκού και του χτίστη.
Ο Τάπιες είχε ήδη αρχίσει να γίνεται διεθνώς γνωστός από τα τέλη της δεκαετίας του ’50 λαμβάνοντας πληθώρα βραβείων και εκθέτοντας έργα του σε σημαντικές εκθέσεις, όπως στην Μπιενάλε της Βενετίας, όπου και έλαβε το βραβείο UΝΕSCΟ. Τo 2010 ο βασιλιάς Χουάν Κάρλος τού απένειμε τον τίτλο του Μαρκησίου.
Η εμπειρία του Ισπανικού Εμφυλίου πολέμου σημάδεψε ανεξίτηλα την ύπαρξή του και η φρίκη του συχνά αποτυπώνεται στους πίνακές του.
Στις δεκαετίες, του ’60 και ’70, στρατεύθηκε πολιτικά εναντίον της δικτατορίας του Φρανθίσκο Φράνκο, εκφράζοντας έντονα τη διαμαρτυρία του στα έργα του και ήλθε σε άμεση αντιπαράθεση με τις Αρχές. Κι αυτή η εμπειρία «πέρασε» στα έργα του. Επηρεασμένος από τον Υπερρεαλισμό, την ιταλική Άρτε Πόβερα και τον αμερικανικό ΜεταΜινιμαλισμό, ο Τάπιες σύντομα επεξεργάσθηκε και παγίωσε ένα δικό του ύφος, που οι ειδικοί το εντάσσουν μέσα στο ευρύτερο κίνημα του Ινφορμέλ (Αμορφισμού).
Επίσης έγραψε σειρές δοκιμίων για την τέχνη, όπως το «La practica de l’art» (1970), «L’artcontra l’estetica» (1974) κ.ά., το 1984 ίδρυσε το Ιδρυμα Τάπιες για τη μελέτη της σύγχρονης τέχνης και το 1990 ένα μουσείο όπου συγκέντρωσε 8.000 έργα, εκ των οποίων 2.000 δικά του.
Το 1980 το «Ισπανικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης» διοργάνωσε την πρώτη μεγάλη αναδρομική έκθεση έργων του Τάπιες. Από την εποχή εκείνη η κριτική αρχίζει να διακρίνει έντονους δεσμούς με την Αrte Ρovera σε ένα έργο γεμάτο αινιγματικά σύμβολα και σημεία που δύσκολα αποκωδικοποιούνται.

Από: http://www.philenews.com/digital/

Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2012

ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΠΕΣΟΑ




Γίνε πολλαπλός σαν το Σύμπαν

«Μια μέρα ίσως θα καταλάβουν ότι επιτέλεσα όσο κανείς άλλος το εγγενές καθήκον μου να γίνω ο ερμηνευτής ενός μεγάλου μέρους του αιώνα μας. Κι όταν θα το καταλάβουν, θα πρέπει να γράψουν ότι στην εποχή μου δεν με κατάλαβαν, ότι, δυστυχώς, έζησα ανάμεσα στην αδιαφορία και την ψυχρότητα, και ότι ήταν πολύ κρίμα που μου έλαχε αυτό. Κι αυτός που θα το γράψει, θα είναι, την εποχή που θα το γράψει, αυτός που δεν θα καταλάβει, όπως αυτοί που με περιβάλλουν σήμερα, τον αντίστοιχό μου εκείνη τη μελλοντική εποχή. Γιατί οι άνθρωποι μαθαίνουν μόνο για να χρησιμεύσει η γνώση στους προπάππους τους που έχουν ήδη πεθάνει. Μόνο στους νεκρούς ξέρουμε να διδάσκουμε τους αληθινούς κανόνες της ζωής»
Μπερνάρντο Σοάρες

Στις 13 Ιουνίου του 2008 συμπληρώνονται 120 χρόνια από την ημερομηνία γέννησης του Αντόνιο Φερνάντο Νογκέιρα Πεσόα και οι προβλέψεις που φέρουν την υπογραφή, όχι τη δική του, αλλά του Μπερνάρντο Σοάρες, φαίνεται να επαληθεύονται πλήρως. Μέχρι το 1935, χρονιά που πέθανε, το όνομα του Φερνάντο Πεσόα, όπως κι εκείνα των ετερωνύμων του, αν και τάραξαν με τους διάφορους «-ισμούς» τους τα λιμνασμένα ύδατα της πορτογαλικής λογοτεχνίας, δεν είχαν καταφέρει να εισχωρήσουν στο παγκόσμιο προσκήνιο. Ωστόσο από τη δεκαετία του ‘80, η διείσδυση αρχίζει αργά αλλά σταθερά, με την ένθερμη υποστήριξη των ομοτέχνων του, όπως ο Οκτάβιο Πας, ο Μπόρχες, και πιο κοντά στις μέρες μας ο Αντόνιο Ταμπούκι, ο οποίος πέραν των μεταφράσεών του στην ιταλική γλώσσα, τού αφιέρωσε σημαντικό μέρος του συγγραφικού έργου του. Ο Χάρολντ Μπλουμ θα τον συμπεριλάβει στον «Δυτικό κανόνα» του μαζί με τους αδιαμφισβήτητα μεγάλους της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Αν λοιπόν οι σύγχρονοί του δεν τον κατάλαβαν και τον αγνόησαν, οι επόμενες γενιές, μέσω των μεταφράσεων του έργου του στις περισσότερες γλώσσες του πλανήτη, τον αναγνώρισαν, τον κατάλαβαν, και κυρίως τον αγάπησαν ως εκφραστή της δικής τους πραγματικότητας.

Ο Πεσόα είναι ταυτόχρονα ποιητής και μύθος ποιητικός. Έζησε τη ζωή του στα όρια της ανυπαρξίας, δημοσίευσε ελάχιστο μέρος του τεράστιου έργου του, έργο ανολοκλήρωτο και πολλαπλό, το οποίο κληροδότησε στις μέλλουσες γενιές, κλεισμένο στο περίφημο μπαούλο, εξασφαλίζοντας έτσι την υστεροφημία του· υπήρξε ταυτόχρονα κλασικός και μοντέρνος, παγανιστής και μυστικιστής, αλλά, πρωτίστως, δημιουργός συγγραφέων. Δεν είναι ασφαλώς ο μόνος στο παγκόσμιο λογοτεχνικό στερέωμα που καταφεύγει στην επινόηση των άλλων παράλληλων εαυτών: των ετερωνύμων. Ο Κίρκεγκααρντ, ο Ισπανός ποιητής Αντόνιο Ματσάδο και ο Πιραντέλο είναι κάποιοι από τους συντεχνίτες του στη χρήση των προσωπείων. Ωστόσο για τον Πεσόα η χρήση των πολλαπλών persona είναι αναπόσπαστο μέρος του λογοτεχνικού του προγράμματος, της αποστολής που ο ίδιος ανέθεσε στον εαυτό του: να ερμηνεύσει τον αιώνα του. Επεκτείνοντας την εμβληματική διακήρυξη του Ρεμπό: «Εγώ είναι ένας άλλος», το Εγώ γίνεται άλλοι: «Ο καθένας από μας είναι διάφοροι, είναι πολλοί, είναι ένας πολλαπλασιασμός των εαυτών τους». Η συνείδηση διευρύνεται και εντέλει καταλύεται (;) η συνοχή της, οι φωνές πολλαπλασιάζονται, φτάνοντας τον εκκωφαντικό αριθμό των 72, από τις οποίες ξεχωρίζουν τέσσερις ισχυρές λογοτεχνικές προσωπικότητες, η καθεμία με τη δική της βιογραφία και ποιητική. Πολλές ερμηνείες έχουν δοθεί στο φαινόμενο της ετερωνυμίας, οι οποίες επικαλούνται βιογραφικές, ψυχολογικές ή και ψυχιατρικές, φιλοσοφικές, φαινομενολογικές ακόμη και κοινωνικο-ιστορικές αιτιάσεις. Ο Πεσόα στην περίφημη επιστολή που απευθύνει τη χρονιά του θανάτου του στον νεαρό Πορτογάλο λογοτέχνη Καζάις Μοντέιρο, δίνει a posteriori τη δική του ερμηνεία, σκηνοθετώντας την εμφάνιση των ετερωνύμων του στις 14 Μαρτίου 1914, ημέρα απόλυτης δημιουργίας, την οποία αποκαλεί «θριαμβική ημέρα» της ζωής του, όπου οι τέσσερις πρωταγωνιστές φέρονται να γράφουν, απαντώντας ο ένας στον άλλο, μερικές από τις ωραιότερες σελίδες της λογοτεχνίας, θέτοντας σε εφαρμογή την προτροπή του Αλβάρο ντε Κάμπος:

Πολλαπλασιάστηκα, για να με νιώσω,

για να με νιώσω, χρειάστηκε να νιώσω τα πάντα,

ξεχείλισα, χύθηκα έξω από μένα,

γυμνώθηκα, παραδόθηκα

και σε κάθε γωνιά της ψυχής μου υπάρχει ένας βωμός σε διαφορετικό θεό.

Αλβάρο ντε Κάμπος: ο εκκεντρικός μηχανικός

Σύμφωνα πάντα με τον διευθυντή αυτής της ιδιόρρυθμης ορχήστρας, ο Αλβαρο ντε Κάμπος γεννήθηκε στην Ταβίρα στις 15 Οκτωβρίου 1890, σπούδασε μηχανολόγος και στη συνέχεια ναυπηγός-μηχανικός στη Γλασκόβη και ζει στη Λισαβόνα, άνεργος. Σε κάποιες διακοπές ταξίδεψε στην Ανατολή, απ’ όπου εμπνεύστηκε το «Opiarium». Εμαθε τα λατινικά από έναν θείο του από την Μπέιρα που ήταν ιερέας. Ψηλός, λεπτός και με μονόκλ, είναι ο αχώριστος σύντροφος του Πεσόα, μοιράζεται μαζί του τις ίδιες παιδικές αναμνήσεις, την αγγλική παιδεία, περιδιαβαίνει στο πλάι του τη Λισαβόνα και παρεμβαίνει δυναμικά στη σχέση του με την αγαπημένη του Οφέλια, γράφοντάς της εκρηκτικές επιστολές και πηγαίνοντας αντ’ αυτού στις συναντήσεις τους. Μεγαλόσχημος, δηλωμένος οπαδός του Ουίτμαν, υμνητής της τεχνολογίας και του σύγχρονου πολιτισμού, εκφραστής ενός ανεκπλήρωτου ερωτισμού και ενός φαντασιωσικού πανσεξουαλισμού, όπως απεικονίζεται στη μεγάλη ποιητική σύνθεσή του «Θαλασσινή ωδή», κυριεύεται, προϊόντος του χρόνου, από την οδύνη της ύπαρξης, το πάθος της αποτυχίας, τη μανία της ήττας και τη νοσηρή απόλαυσή της. Περιφέρει την αποτυχία της ύπαρξής του, και εντέλει φεύγει από τη ζωή μαζί με τον δημιουργό του, γράφοντας το τελευταίο ποίημά του σαράντα μέρες πριν από το θάνατο του Πεσόα. Είναι ο συγγραφέας της Θαλασσινής ωδής, «του πιο εκκωφαντικού ποιήματος» που έχει γραφτεί ποτέ, κατά τον Αγγλο ποιητή Ρόι Κάμπελ, και του Καταστήματος Ψιλικών, «του ωραιότερου ποιήματος του κόσμου», κατά τον Ταμπούκι, μια συγκλονιστική εποποιία της απόλυτης αποτυχίας.

Αλμπέρτο Καέιρο: ο φύλακας των σκέψεων

Ο Αλμπέρτο Καέιρο γεννήθηκε το 1889 και πέθανε το 1915, φυματικός. Γεννήθηκε στη Λισαβόνα, αλλά έζησε στην εξοχή. Δεν είχε επάγγελμα και σχεδόν καμία παιδεία. Τέλειωσε μόνο το Δημοτικό. Ηταν μεσαίου αναστήματος, ανοιχτόξανθος, με γαλάζια μάτια. Εχασε από πολύ νωρίς τον πατέρα του και τη μητέρα του και ζούσε από κάποια μικρά εισοδήματα, με μια γριά θεία του, αδελφή της γιαγιάς του.

Ως ποιητική ιδιοσυγκρασία είναι, εκ πρώτης όψεως, ο πλέον απομακρυσμένος από τον δημιουργό του, ο οποίος στο πρόσωπό του αναγνωρίζει τον Δάσκαλο όλων. Παγανιστής, πανθεϊστής, το βλέμμα του περιφέρεται στην επιφάνεια των πραγμάτων χωρίς να διεισδύει στο βάθος τους, γιατί το βάθος δεν υπάρχει. Η ποίησή του έχει αποκηρύξει τα χαρακτηριστικά του είδους, τη συγκίνηση, την έμπνευση, τα καλολογικά στοιχεία, το μέτρο, τις εικόνες, και αρέσκεται στην ταυτολογία ή στον διά της αρνήσεως ορισμό των πραγμάτων. Ο φύλακας των κοπαδιών, που δεν είναι κοπάδια αλλά σκέψεις, όπως και τα Ασύνδετα ποιήματά του δηλώνουν την ηρεμία, την ικανοποίηση του ποιητή να υπάρχει φυσικά, ως μέρος του Σύμπαντος, να ζει με τον τρόπο των δέντρων και των φυτών, χωρίς μεταφυσικές αγωνίες. Ωστόσο αυτή η «απλοϊκή» προσέγγιση του «βουκολικού» ποιητή είναι το αποτέλεσμα μιας ασκητικής επίπονης και απολύτως συνειδητής, όπου αποβάλλεται το περιττό, η παιδεία, το ένδυμα, για να μείνει μόνο το «βλέμμα γυμνό σαν ηλιοτρόπιο».

Ρικάρντο Ρέις: κλασικός, επικούρειος, στωικός

Ο Ρικάρντο Ρέις γεννήθηκε το 1887, στο Πόρτο, είναι γιατρός και από το 1919 ζει στη Βραζιλία, όπου εκπατρίστηκε γιατί ήταν φιλομοναρχικός. Είναι λατινιστής, λόγω της μόρφωσης που έλαβε, και αυτοδίδακτος ελληνιστής κατά το ήμισυ. Το σύνολο του έργου του αποτελείται από 250 ωδές, στις οποίες αναγνωρίζει κανείς την προσήλωσή του στους Λατίνους ποιητές, τον Λουκρήτιο, τον Βιργίλιο, τον Προπέρτιο, αλλά κυρίως στον Οράτιο, του οποίου μιμείται τις Ωδές. Ο Ρέις, στον οποίο ο νομπελίστας Πορτογάλος συγγραφέας Ζοζέ Σαραμάγκου θα αφιερώσει ένα μυθιστόρημά του, πρεσβεύει τον απόλυτο μηδενισμό, τον οποίο απολαμβάνει με επικούρεια ηδονή και στωική αταραξία. Καλλιεργεί μια γλώσσα εκλεπτυσμένη, ένα ύφος μιας σπάνιας κομψότητας, μιμούμενος αρχαία μετρικά συστήματα και επαναλαμβάνοντας αδιάκοπα το μάταιο του κόσμου και της ανθρώπινης συνθήκης, την αδυσώπητη ροή του χρόνου και της ζωής.

Μπερνάρντο Σοάρες: βοηθός λογιστής στην πόλη της Λισαβόνας

Ο ημι-ετερώνυμός μου Μπερνάρντο Σοάρες, ο οποίος άλλωστε μοιάζει σε αρκετά σημεία με τον Αλβαρο ντε Κάμπος, εμφανίζεται πάντα όταν είμαι κουρασμένος ή νυστάζω, με αποτέλεσμα να μη λειτουργούν πλήρως η σκέψη μου και ο έλεγχος. Η πρόζα του είναι μια διαρκής περιπλάνηση. Πρόκειται για έναν ημι-ετερώνυμο, γιατί η προσωπικότητά του δεν είναι η δική μου ούτε διαφορετική από τη δική μου, αλλά μέρος της δικής μου. Είμαι εγώ, αν εξαιρέσουμε τον τρόπο σκέψης και το συναίσθημα. Η πρόζα του, αν εξαιρέσουμε την οξύτητα που η σκέψη δίνει στη δική μου, είναι ίδια μ’ αυτήν εδώ, και τα πορτογαλικά του ακριβώς τα ίδια, δηλώνει ο Πεσόα.

Είτε πρόκειται για μια έμμεση ομολογία του επινοήματος της ετερωνυμίας είτε γιατί ο Μπερνάρντο Σοάρες δεν είναι μόνον αίμα από το αίμα του και σάρκα από τη σάρκα του, αλλά το ίδιο του το αίμα και η σάρκα, ο Φερνάντο Πεσόα δίνει στον αποκαλούμενο ημι-ετερώνυμο την υπόσταση μάλλον του μυθιστορηματικού προσώπου, η εικόνα του διαμορφώνεται μέσα από τις σελίδες του βιβλίου του, είναι ταυτόχρονα ο ήρωας και ο αφηγητής, τα ιδιαίτερα φυσιογνωμικά του χαρακτηριστικά δεν δηλώνονται αλλά σχηματίζονται προοδευτικά, η μορφή του είναι τελικά πιο ολοκληρωμένη από εκείνη των άλλων ετερωνύμων. Βοηθός λογιστής το επάγγελμα, κάτοικος της Λισαβόνας, ο Μπερνάρντο Σοάρες εργάζεται σ’ έναν εμπορικό οίκο που βρίσκεται στη Ρούα ντος Ντοραδόρες, στο ιστορικό κι εμπορικό κέντρο της πορτογαλικής πρωτεύουσας, την Μπάισα, που σημαίνει Κάτω Πόλη, καθότι την Ανω Πόλη της Λισαβόνας συνιστούν τα υψώματά της, οι λόφοι της, απ’ όπου συχνά ο ακαταπόνητος αυτός διαβάτης ατενίζει το Καστέλο Σάο Ζορζ, τον ποταμό Τάγο και τον ουρανό της ατλαντικής αυτής πόλης. Έχει για αφεντικό του τον υφασματέμπορο Βάσκες, προϊστάμενό του τον λογιστή Μορέιρα, και συνάδελφό του τον εμπορικό αντιπρόσωπο Μπόρζες, όπως όλοι τους απαθανατίζονται στη φωτογραφία του γραφείου. Ζει σ’ ένα επιπλωμένο δωμάτιο στον ίδιο δρόμο, στη Ρούα ντος Ντοραδόρες, παίρνει τα γεύματά του σ’ ένα μαγέρικο στον ίδιο δρόμο, που όπως δηλώνει «περιέχει για μένα όλο το νόημα των πραγμάτων, τη λύση όλων των αινιγμάτων», και όταν δεν εκτελεί λογιστικές πράξεις, καταγράφει τις εντυπώσεις του και τους στοχασμούς του στο Βιβλίο της ανησυχίας, συνθέτοντας ένα από τα σημαντικότερα βιβλία του 20ού αιώνα.

Με τον Μπερνάρντο Σοάρες ο Πεσόα επανασυνδέεται με τις λογοτεχνικές συμβάσεις και τον κανόνα, τις ευρέως αποδεκτές έννοιες, του συγγραφέα, της αυτοβιογραφίας και του λογοτεχνικού ήρωα. Η πόλη της Λισαβόνας, η ζωή του βοηθού λογιστή συνιστούν μια αντανάκλαση μέσα από τον παραμορφωτικό φακό της λογοτεχνίας της ζωής του ίδιου του Πεσόα.

Και ο Φερνάντο Πεσόα;

Ο ποιητής που φέρει τη βιογραφία του ίδιου του Φερνάντο Πεσόα και υπογράφει με το όνομά του, επιτρέπει στον εαυτό του μια μεγαλύτερη ποικιλία θεματολογίας, ύφους και τεχνοτροπίας. Είναι ταυτόχρονα ο ελεγειακός ποιητής της Συλλογής τραγουδιών, ο επικός ποιητής του Μηνύματος, ο ποιητής των English Poems, ο ανεξάντλητος δοκιμιογράφος στην πορτογαλική αλλά και στην αγγλική γλώσσα, που σχολιάζει την επικαιρότητα της εποχής του, λογοτεχνική αλλά και πολιτική και κοινωνική, και γράφει για όλα τα θέματα, από τη λογιστική ώς τη θεολογία, και ο γνωστικιστής, ο οπαδός της μαγείας και του αποκρυφισμού. Είναι ο ιδρυτής του μοντερνιστικού περιοδικού Orfeu, ο συγγραφέας της μυστηριώδους Ωρας του Διαβόλου, του ανατρεπτικού διηγήματος του Αναρχικού Τραπεζίτη, του θεατρικού στατικού δράματος Ο ναυτικός, προάγγελου του Περιμένοντας τον Γκοντό του Μπέκετ, και της «υποκειμενικής τραγωδίας» του ανολοκλήρωτου αλλά εξαίρετου Φάουστ. Αλλά πρωτίστως είναι ο ποιητής που ορίζει την τέχνη του λέγοντας: «Προσποίηση είναι του ποιητή η τέχνη».

Η «ξανακερδισμένη» ενότητα

Η εκουσίως κατακερματισμένη αυτή δημιουργία, οι δημιουργοί με τις διαφορετικές αισθητήριες κεραίες και, κατά συνέπεια, προσεγγίσεις του κόσμου, με τη διαφορετική φιλοσοφία και αισθητική, είναι παραπόταμοι που πηγάζουν από την ίδια εσωτερική λίμνη της συνείδησης, την οποία στη συνέχεια αποποιούνται, κυλώντας σε διαφορετικές κοίτες, για να εκβάλλουν στον μεγάλο ωκεανό του μυστηρίου της ανθρώπινης ύπαρξης. Στην πορεία τους προσπάθησαν να κατανοήσουν, να ορίσουν, να απαντήσουν στα ίδια θεμελιώδη ερωτήματα: τι είναι ζωή, θάνατος, άνθρωπος, Θεός, Σύμπαν, σύμβολο, ψυχή, τέχνη, αισθάνομαι, έρωτας, με τρόπους διαφορετικούς, με όλα τα μέσα που διαθέτουν η ανθρώπινη συνείδηση και γνώση. Η προγραμματική διακήρυξη της πολλαπλής ενότητας γίνεται διά στόματος του Αλβαρο ντε Κάμπος:



Όσο πιο πολύ αισθανθώ, όσο πιο πολύ αισθανθώ σαν διαφορετικά πρόσωπα,

όσες πιο πολλές προσωπικότητες αποκτήσω,

όσο πιο έντονα, πιο στριγκά τις αποκτήσω,

όσο πιο ταυτόχρονα αισθανθώ μ’ όλες αυτές,

όσο πιο ομοιότροπα διαφορετικός, ανομοιότυπα προσεκτικός,

υπάρξω, αισθανθώ, ζήσω, είμαι,

τόσο πιο πολύ θα αποκτήσω τη συνολική ύπαρξη του Σύμπαντος,

τόσο πιο πλήρης θα ‘μαι σ’ολόκληρη την έκταση του Διαστήματος,

τόσο πιο όμοιος με το Θεό, όποιος και να ‘ναι,

γιατί, όποιος και να ‘ναι, ασφαλώς είναι το Άπαν,

κι έξω απ’ Αυτόν έχει μόνο Αυτόν, και το Άπαν γι’ αυτόν είναι λίγο.

Μαρία Παπαδήμα

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ –
13/06/2008 (Ελευθεροτυπία, από ένα πάρα πολύ ενδιαφέρον αφιέρωμα για τα 120 χρόνια από τη γέννηση του Φερνάντο Πεσόα)

Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2012

'' ΄Εφυγε'' η Wislawa Szymborska




Βραβείο Nobel Λογοτεχνίας 1996
Η παρουσία γυναικών στη σύγχρονη Πολωνική ποίηση έχει
μια πολύ μεγάλη βαρύτητα . Δεν θα μπορούσε κανείς να φαντα-
στεί πλήρη την εικόνα της χώρας χωρίς τη δική της παρουσία .
Και τώρα μια σεμνή αθόρυβη μα ξεχωριστή σε πνεύμα και
ανθρώπινη ευαισθησία ποιήτρια , η Wislawa Szymborska χαρίζει
στην Πολωνία το Nobel Λογοτεχνίας . Η τιμή είναι μεγάλη
όταν ο πρόεδρος της Σουηδικής Ακαδημίας την αποκαλεί << Σύγ- χρονο Μότσαρτ της ποίησης >>.
Εκείνη απλή και απέριττη στο σπίτι της . Στην Κρακοβία , δέχεται
με μεγάλη σεμνότητα που την χαρακτήριζε πάντα την απρόσμενη
είδηση για την τιμητική διάκριση του έργου της την ώρα του
λιτού της δείπνου .
Γεννήθηκε στο Kornik το 1923 . Σπούδασε κοινωνιολογία και
φιλολογία στο πανεπιστήμιο Jagellonica της Κρακοβίας , όπου
γράφτηκε αμέσως μετά την απελευθέρωση ( 1945 ) . Τον ίδιο
χρόνο ακριβώς δημοσιεύει το πρώτο ποίημά της με τίτλο
<< SZUKAM SLOWA >> ( Αναζητώ την λέξη ) σε περιοδικό
της Κρακοβίας .
Η πρώτη ποιητική της συλλογή μρ τίτλο << DLATEGO ZYJEMY >>
παρουσιάζεται το 1952 , ακολουθούν και άλλες . Το 1957 η
ποιητική συλλογή της << WOLANIE DO YETI >> ( Επίκληση του
Γέτι ) θεωρήθηκε από τους κριτικούς ως το ουσιώδες πέρασμα
μέσα στην ποίησή της .
Για πρώτη φορά ήλθα σε επαφή με την ποίηση της Szym-
borska τον Νοέμβρη του 1991 , όταν προσκεκλημένη στο Διε-
θνές Φεστιβάλ Ποίησης του Pozna γνώρισα τηέξοχη Ιταλίδα
κριτικό και ποιήτρια Irene Conti η οποία είχε μεταφράσει στα
Ιταλικά πολλούς Πολωνούς ποιητές και ποιήτριες και μου χά-
ρισε ένα βιβλίο της με μεταφρασμένες στα Ιταλικά , Πολωνίδες
ποιήτριες . Επιστρέφοντας στην Αθήνα μελέτησα και μετέφρασα
πολλές απ' αυτές που η γραφή τους μίλησε στη καρδιά και το
μυαλό μου . Τα ποιήματα της Wislawa Szymborska ήταν ανά-
μεσα σ' αυτά .
Ποίηση απλή και με βαθειά νοήματα , κάθε λέξη έχει την
βαρύτητά της , ποίηση πυκνή , ευαίσθητη και εγκεφαλική συγ-
χρόνως . Ποίηση μεταφυσική με μια φαντασία που δεν την
απομακρύνει από τα υπαρξιακά προβλήματα .
Οι στίχοι της χαρακτηρίζονται από μια επικοινωνία , από μια
καταπληκτική απλότητα , την χαριτωμένη έκφραση , το χιούμορ
και την ειρωνία και συγχρόνως ανήκουν στα πιο φιλόδοξα σε
διανοητικό επίπεδο φανόμενα της πολωνικής ποίησης .
Ο Jerzy Kwiatkowski , ένας σπουδαίος κριτικός έγραψε το
1970 : << Αυτό που φαίνεται πιο σημαντικό στην ποίηση της Szymborska είναι η μεταφυσική φαντασία της , η άνεση με την οποία αυτή κινείται στον υποθετικό κόσμο , από αρνητική θέση στην ιδεατή πραγματικότητα . Η μεταφυσική φαντασία της ποιήτριας είναι στενά συνδεδεμένη με την προβληματισμένη ύπαρξη θεωρούμενη με ένα τρόπο βαθύ προσωπικό και πολύ ανθρώπινο ( ....) Στην Szymborska μοιάζει να είναι ένας κανόνας : ότι ο σοβαρός φιλοσοφικός προβληματισμός κρύβεται πίσω από μια απλή πραγκόσμια συγκίνηση καταπιεσμένη γενικά πίσω από μια απλή κατάσταση ζωής >>
Η ευαίσθητη ποιήτρια και κριτικός Irena Conti θα γράψει
για την Szymborska :<< Η διακριτικότητα , η επιφυλακτικότητα των αισθημάτων >> , η μετριοπάθεια στην έκφραση είναι παρόντα
ακόμα και στις πιο δραματικές δημιουργίες της , στις οποίες
δίχως πίκρα και κραυγαλέα τραγικότητα παραμένει πάντα πίσω
από τις λέξεις η ειρωνική στάση της δημιουργού .
Μια παρατηρητικότητα πολύ βαθειά και οξυδερκής , η ακριβής
περιγραφή μιας ξεχωριστής παγκόσμιας ύπαρξης δεν παραμένει
σε αντίφαση με την απόσταση προς τα πράγματα , τόσο χαρά-
κτηριστική στην ποίηση της Szymborska . Τουτέστιν με την
αποψή της για τον κόσμο πάνω στη γη >> .
Η Szymborska δεν έχει παρουσιάσει μεγάλο ποιητικό έργο -
12 ποιητικές συλλογές - είναι ολιγογράφος αλλά η γραφή της
είναι εξαιρετικά πυκνή . Επίσης έχει γράψει θαυμάσιες κριττικές
και αξιόλογες μεταφράσεις γάλλων ποιητών .
Ποιηματά της έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά , Ιταλικά ,
Σουηδικά και Γερμανικά .

Α. Τσελέντη

Από: http://eirinigalinou.blogspot.com/



Τίποτα δεν είναι δώρο

Τίποτα δεν είναι δώρο, όλα βασίζονται στο δάνειο.
Πνίγομαι στα χρέη ως στ’ αυτιά μου.
Θα πρέπει να πληρώσω για τον εαυτό μου
με τον εαυτό μου,
να παραιτηθώ απ’ τη ζωή μου για τη ζωή μου.

Να πως έχουν κανονίσει τη συμφωνία:
μπορώ να επανακτήσω την καρδιά,
το συκώτι επίσης
και το κάθε μου δάχτυλο στο χέρι και στο πόδι.

Πολύ αργά για ν’ ακυρώσω τους όρους,
τα χρέη μου θα ξεπληρωθούν
και θα με γδύσουν απ’ το δέρμα μου
ή, για την ακρίβεια, θα με γδάρουν.

Κυκλοφορώ στον πλανήτη μας
σ’ έναν συνωστισμό από άλλους χρεώστες.
Μερικοί είναι σαμαρωμένοι το φορτίο
της εξόφλησης για τις φτερούγες τους.

Άλλοι, θέλοντας και μη,
έχουν να δώσουν λογαριασμό
για το κάθε φύλλο τους.

Κάθε ιστός μέσα μας βρίσκεται
στη στήλη της χρέωσης.
Ούτε ένα πλοκάμι ή ένα βλαστάρι
πρόκειται να διατηρηθεί.

Η απογραφή, μ’ άπειρες λεπτομέρειες,
υποδηλώνει ότι θ’ απομείνουμε
όχι μόνο μ’ άδεια χέρια
αλλά ακόμα και χωρίς χέρια.

Δεν μπορώ να θυμηθώ
που, πότε και γιατί
επέτρεψα σε κάποιον ν’ ανοίξει
αυτόν τον λογαριασμό στ’ όνομα μου.

Αποκαλούμε τη διαμαρτυρία για όλ’ αυτά
ψυχή.
Και είναι το μόνο κονδύλι
που απουσιάζει απ’ τη λίστα.





A Few Words on the Soul

We have a soul at times.
No one’s got it non-stop,
for keeps.

Day after day,
year after year
may pass without it.

Sometimes
it will settle for awhile
only in childhood’s fears and raptures.
Sometimes only in astonishment
that we are old.

It rarely lends a hand
in uphill tasks,
like moving furniture,
or lifting luggage,
or going miles in shoes that pinch.

It usually steps out
whenever meat needs chopping
or forms have to be filled.

For every thousand conversations
it participates in one,
if even that,
since it prefers silence.

Just when our body goes from ache to pain,
it slips off-duty.

It’s picky:
it doesn’t like seeing us in crowds,
our hustling for a dubious advantage
and creaky machinations make it sick.

Joy and sorrow
aren’t two different feelings for it.
It attends us
only when the two are joined.

We can count on it
when we’re sure of nothing
and curious about everything.