Αναγνώστες

Τρίτη, 11 Μαρτίου 2014

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης







Ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ὁ καὶ ἅγιος τῶν γραμμάτων μας χαρακτηριζόμενος, γεννήθηκε στὴ Σκιάθο στὶς 3 Μαρτίου τοῦ 1851 καὶ ἦταν γιὸς τοῦ ἱερέα Ἀδαμαντίου Ἐμμανουὴλ καὶ τῆς Ἀγγελικῆς κόρης Ἀλεξ. Μωραϊτίδη. Τέσσερις ἀδελφὲς κι ἕνας ἀδελφὸς θὰ εἶναι ἡ μόνη περιουσία ποὺ θὰ κληρονομήσει ἀπὸ τὴν φτωχὴ οἰκογένειά του. Τελείωσε τὸ δημοτικὸ καὶ τὶς δυὸ πρῶτες τάξεις τοῦ ἑλληνικοῦ σχολείου στὴ Σκιάθο. Φοίτησε σὲ σχολεῖο τῆς Σκοπέλου, τοῦ Πειραιᾶ καὶ τελικὰ πῆρε ἀπολυτήριο Γυμνασίου ἀπὸ τὸ Βαρβάκειο τὸ 1874. Τὸν Σεπτέμβριο τοῦ ἴδιου χρόνου, γράφτηκε στὴ Φιλοσοφικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, ἀπ᾿ ὅπου ὅμως ποτὲ δὲν ἀποφοίτησε, ἐνῷ γράφει τὸ πρῶτο λυρικό του ποίημα γιὰ τὴ μητέρα του. Βγάζει τὰ πρὸς τὸ ζῆν τοῦ πενιχροῦ ὑλικὰ βίου του προγυμνάζοντας μαθητές. Μόνος του θὰ μάθει ἀγγλικὰ καὶ γαλλικὰ στὰ πρῶτα χρόνια τῶν σπουδῶν του. Φίλος καὶ σύντροφός του σ᾿ αὐτὰ τὰ χρόνια ὁ λογοτέχνης ἐξάδελφός του Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης, μετέπειτα Ἀνδρόνικος μοναχός. Ὁ Μωραϊτίδης θὰ τὸν φέρει σὲ ἐπαφὴ μὲ λογοτεχνικοὺς καὶ δημοσιογραφικοὺς κύκλους τῆς ἐποχῆς, κι ὁ Παπαδιαμάντης θ᾿ ἀρχίσει νὰ βλέπει τὰ ἔργα του νὰ δημοσιεύονται στὸν «Ραμπαγᾶ», στὸν «Νεολόγο» τῆς Κωνσταντινουπολεως, στὸ «Μὴ Χάνεσαι» καὶ στὶς ἐφημερίδες «Ἐφημερὶς» καὶ «Ἀκρόπολις». Γρήγορα οἱ συνεργασίες του μὲ περιοδικὰ καὶ ἐφημερίδες θὰ αὐξηθοῦν, ἀλλά, βιοποριστικό του ἐπάγγελμα θὰ γίνει ἡ δημοσιογραφία κι οἱ μεταφράσεις.

Τὸ 1879 δημοσιεύει τὸ μυθιστόρημα «Ἡ μετανάστις» στὴν ἐφημερίδα «Νεολόγος». Τὸ 1882 ἄρχισε νὰ δημοσιεύει τὸ μυθιστόρημά του «Οἱ ἔμποροι τῶν Ἐθνῶν» στὴν ἐφημερίδα «Μὴ χάνεσαι», ἐνῷ παράλληλα ἄρχισε νὰ ἐργάζεται ὡς μεταφραστής. Τὸ 1884 ἄρχισε νὰ δημοσιεύει στὴν «Ἀκρόπολη» τὸ μυθιστόρημά του «Γυφτοπούλα», ὅπου ἀπὸ τὸ 1892 ὡς τὸ 1897 ἐργάζεται ὡς τακτικὸς συνεργάτης. Οἱ προοπτικὲς φαίνονται μεγάλες γιὰ μία ἐπιτυχῆ δημοσιογραφικὴ καὶ λογοτεχνικὴ πορεία στὴν Πρωτεύουσα, ὅμως αὐτὸ δὲν συγκινεῖ τὸν «κοσμοκαλόγερο», τὸν μοναχικὸ καὶ ταπεινὸ Παπαδιαμάντη. Οἱ μόνες ὧρες ποὺ φαίνεται νὰ χαίρεται στὴν Ἀθήνα εἶναι ἐκεῖνες ποὺ περνάει μὲ τοὺς ἁπλοὺς καθημερινοὺς λαϊκοὺς ἀνθρώπους, κι ἐκεῖνες ποὺ ψάλλει στὸν Ἅγιο Ἐλισσαῖο στὸ Μοναστηράκι. Δεξιὸς ψάλτης ὁ Παπαδιαμάντης, ἀριστερὸς ὁ Μωραϊτίδης, κι ἱερέας ὁ προσφάτως ἀνακηρυχθεὶς Ἅγιος Νικόλαος Πλανᾶς, ὁ βιώσας τὴν Ταπείνωση.

Πέρα ἀπὸ τὴν δυσκολία του νὰ προσαρμοστεῖ στὴν πρωτεύουσα, παθαίνει καὶ ρευματισμοὺς στὰ χέρια, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ μὴν μπορεῖ νὰ συνεχίσει τὴ δημοσιογραφική του ἐργασία. Χωρὶς κανέναν οἰκονομικὸ πόρο θὰ ἐπιστρέψει στὴ Σκιάθο ὅπου, ἄρρωστος, θὰ ἀφεθεῖ γιὰ λίγο στὶς φροντίδες τῶν ἀδελφῶν του. Ἀπὸ τὸ 1902 ὡς τὸ 1904 μένει στὴ Σκιάθο ἀπ᾿ ὅπου δημοσιεύει τὴ «Φόνισσα». Στὶς 13 Μαρτίου 1908 γιορτάζεται στὸν «Παρνασσὸ» ἡ 25ετηρίδα του στὰ ἑλληνικὰ γράμματα, ὑπὸ τὴν προστασία τῆς πριγκίπισσας Μαρίας Βοναπάρτη. Ἀμέσως μετὰ ἐπιστρέφει στὴν πατρίδα του ὅπου καὶ μένει ὡς τὸ τέλος τῆς ζωῆς του. Θὰ προειδεῖ τὸν θάνατό του, καὶ τὴν δυσκαταποσία τῶν τελευταίων ὡρῶν του, καὶ θὰ ζητήσει νὰ τὸν κοινωνήσει ὁ ἱερέας τῆς ἐνορίας του δυὸ μέρες πρίν. Κοιμήθηκε τὸ ξημέρωμα τῆς 3ης Ἰανουαρίου τοῦ 1911 ἀπὸ πνευμονία. Ἡ κηδεία του ἔγινε τὴν ἴδια μέρα καὶ τὸν ἐπικήδειο ἐκφώνησε ὁ Γεώργιος Ρήγας. Στὶς 22 Νοεμβρίου 1912 τὸν τάφο του ἐπισκέφτηκε ἡ Μαρία Βοναπάρτη καὶ τὸ 1925 στήθηκε ἡ προτομή του, ἔργο τοῦ Θ. Θωμόπουλου.

Τὸ ἔργο τοῦ Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη, τὸ ὁποῖο εἶναι σήμερα διεθνῶς ἀναγνωρισμένο, ἐπηρεάστηκε ἄμεσα ἀπὸ τὸ νησὶ στὸ ὁποῖο γεννήθηκε καὶ πέθανε, τὸ νησὶ ποὺ ἀγάπησε καὶ ὕμνησε ὅσο κανένας ἄλλος, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους του, τὶς πραγματικὲς ἱστορίες τῶν ὁποίων μετέφερε γράφοντας. Ὑπῆρξε ἕνας ἄριστος μελετητὴς τῆς ἀνθρώπινης ψυχολογίας καὶ τῶν ἠθῶν τῆς ἐποχῆς του. Μὲ τὴν ἀπαράμιλλη καὶ γεμάτη λυρισμὸ πένα του, ἔγραψε χωρὶς ἀμφιβολία τὰ κορυφαῖα ἠθογραφήματα τῆς νεότερης Ἑλλάδας. Ἔτσι, τὸ ὄνομά του μᾶς παραπέμπει στὸ νησί του, ἀλλὰ παράλληλα, στὸ ἄκουσμα τῆς λέξης «Σκιάθος», δὲν μποροῦμε νὰ μὴ σκεφτοῦμε τὸν μεγάλο αὐτὸ λογοτέχνη, ποὺ σφράγισε ἀνεξίτηλα τὸ νησί του, ἀκριβῶς ὅπως αὐτὸ σφράγισε τὸ ἔργο του.




Οἱ Σκιαθίτες, τὸ 1200 μ.Χ. περίπου ἐγκατέλειψαν τὴν ἀρχαία πόλι (ὅπου νῦν τὸ Λιμάνι τῆς Σκιάθου) καὶ ἔκτισαν ὀχυρὸ στὸ βορειότατον ἄκρον τοῦ Νησιοῦ, γιὰ νὰ προστατευθοῦν ἀπὸ τοὺς πειρατές, ποὺ λυμαίνονταν τὸ Αἰγαῖον πέλαγος.

Ἡ ἀπόστασις ἀπὸ τὴν πόλιν τῆς Σκιάθου εἶναι 3 ὧρες μὲ τὰ πόδια, 1,30’ ὥρα μὲ καραβάκι καὶ 30’ μὲ αὐτοκίνητο.

Ἦτο ἐκ φύσεως ὀχυρὸς καὶ ἀπόρθητος ὁ τόπος, ἐξαιρετικὰ ἀπόκρημνος ἀπὸ ὅλες τὶς πλευρὲς του. Κατεσκευάσθη μία –καὶ μόνον- πρόσβασις στὸν νότιον αὐχένα, τὸν πρὸς τὴν ξηράν, ὑψηλόν, πετρόκτιστον μονοπάτι, τὸ ὁποῖον ὅμως διεκόπτετο εἰς ἕνα κρίσιμον σημεῖον κι ἐδημιουργοῦσε χᾶσμα 10 περίπου μέτρων. Αὐτὸ τὸ χᾶσμα τὸ ὑπερέβαινον οἱ Σκιαθίτες μὲ ξυλίνην γέφυραν, ἡ ὁποία ἀπεσύρετο τὴν νύκτα ἀλλὰ καὶ σὲ ἐπικίνδυνες περιστάσεις πρὸς τὸ ἐσωτερικὸν τοῦ Κάστρου. Ὑπῆρχε δὲ ἐκτὸς τούτου καὶ περιτείχισμα μὲ ἐπάλξεις πρὸς τὴν πλευράν αὐτὴν καὶ πύλην τοῦ Κάστρου, μὲ τὴν ἀπαραίτητον «ζεματίστραν» ἄνωθεν αὐτῆς. Ἀρίστην περιγραφὴν τοῦ Κάστρου δίδει ὁ Παπαδιαμάντης στὸ διήγημα «Ὁ φτωχὸς Ἅγιος».

Ἀπὸ τὴν ἵδρυσίν του τὸ Κάστρο αὐτό, μέχρι τὸ 1453 τὸ ἐξουσίαζαν οἱ Βυζαντινοί. Στὴ συνέχεια τὸ παρέλαβαν οἱ Ἑνετοὶ μέχρι τὸ 1538 (85 χρόνια), καὶ κατόπιν οἱ Τοῦρκοι μέχρι τὸ 1821 (283 χρόνια). Ἐγκατελείφθη τὸ 1829, καθὼς οἱ κάτοικοι ἐγύρισαν στὴν πόλιν τῆς Σκιάθου, στὸ Λιμάνι. Ὁ Παπαδιαμάντης ἔζησε σ᾿ αὐτὴν τὴν πόλιν, ὅπου καὶ δεικνύεται τὸ σπίτι του, Μουσεῖον ἤδη.

Ἐπισκευάσθηκε τὸ Κάστρο στὰ 1619. Τὰ ἀρχοντόσπιτα τοῦ Κάστρου ἦταν ἀνάμεσα στοὺς Ναοὺς· Χριστὸς (Γεννήσεως), Παναγία Πρέκλα καὶ Ἅγιος Νικόλαος. (πρβλ. ἀναφορὰν στὸ διήγημα «τὰ μαῦρα κούτσουρα»). Ἐκεῖ, στὴν Ἀρχοντογειτονιά, ὑπῆρχαν καὶ οἱ ἀπαραίτητες δεξαμενὲς γιὰ νερό.

Τὸ Νεκροταφεῖον εὑρίσκετο ἐκτὸς τοῦ φρουρίου, κοντὰ στὸ ἐκκλησάκι τοῦ Τιμίου Προδρόμου (ἀφιερωμένο στὴν Ἀποτομήν, 29 Αὐγούστου).

Ὀνομαστὸς Ἑνετὸς διοικητὴς Βιτσάντζο Μπάφο, πολὺ σκληρός. Τὸ 1518 οἱ κάτοικοι ξεσηκώθηκαν ἐναντίον του μὲ ἀρχηγὸν τὸν γέροντα ὀρθόδοξο Ἐπίσκοπο τοῦ νησιοῦ.

Τὸ 1538, ποὺ ἐπολιουρκοῦσε τὸ Κάστρον ὁ Μπαρμπαρόσα μὲ 80 τοὐλάχιστον πλοῖα, κάποιοι Σκιαθίτες σκότωσαν τὸν Ἑνετὸν διοικητὴν Ἱερώνυμον Μέμο καὶ παρέδωσαν τὸ κάστρο στοὺς Τούρκους, ἐλπίζοντας νὰ καλυτερεύσῃ ἡ τύχη τους. Ἔπεσαν ὅμως ἔξω, γιατὶ ὁ Μπαρμπαρόσα τοὺς ἀπεκεφάλισε καὶ πῆρε παρα-πολλοὺς αἰχμαλώτους.

Ἀργότερα πάλι, τὸ 1655, οἱ Ἑνετοὶ λεηλάτησαν τὸ νησὶ καὶ τὸ 1660 τὸ κατέλαβαν (προσωρινῶς) μὲ τὸν Φραγκίσκον Μοροζίνη καὶ ἔδειξαν στοὺς Σκιαθίτες μεγάλην σκληρότητα.

Τὸ 1771 συνέβη μία παράδοξος κατάληψις καὶ λεηλασία τοῦ Κάστρου ἀπὸ τὸν λήσταρχον Γιώργην Τζόγκανον, ὁ ὁποῖος μὲ 60 συντρόφους του ἀνέβηκε –ἀπίστευτον- ἀπό τὴν βορεινὴν πλευρὰν τοῦ βράχου, τὴν ἄκρως κρημνώδη, καὶ κυρίευσε τὸ Κάστρο καὶ τὸ λεηλάτησε. Τότε κατεστράφη καὶ τὸ Ἀρχεῖον τῆς Καγκελαρίας τοῦ νησιοῦ καὶ χάθηκαν ὅλα τὰ στοιχεῖα τῆς μεσαιωνικῆς ἱστορίας του.

Στὰ χρόνια τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως πολλὲς καταπιέσεις καὶ ζημίες δοκίμασαν οἱ Καστρινοὶ ἀπὸ τοὺς Λιάπηδες. Τελικὰ 14 Ἰουλίου τὸ 1826, ὁ τσάμης Καρατάσος μὲ τοὺς Λιάπηδες κυρίευσαν τὸ ὀχυρό καὶ τὸ λεηλάτησαν.

Ὁ Χριστὸς –ἡ Γέννηση– ἦταν ἡ Μητρόπολη. Τρεῖς Ἐνορίες ὑπῆρχαν: τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Ἁγίου Νικολάου καὶ τῆς Ἁγίας Μαρίνας. Οἱ Ναοὶ αὐτοὶ διατηροῦνται σήμερα, καθὼς καὶ ἕνας ἀκόμη πλησίον τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ἀφιερωμένος στὸν Ἅγιο Βασίλειο. Ἐννοεῖται ὅτι τὸ Κάστρο ἦταν γεμᾶτο μὲ διάσπαρτους ναΐσκους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔφθαναν τοὺς 30.

Τζαμὶ (χωρὶς μιναρὲ) ὑπῆρχε καὶ δεικνύεται, καὶ πλάϊ του τὸ τουρκικὸ διοικητήριο (ἐρειπωμένον τώρα). Μέσα στὸ Κάστρο ὑπῆρχε πάντα ἕνας Τοῦρκος, ποὺ ἐπώπτευε καὶ μάζευε τοὺς φόρους. Ἀπέναντι ἀπὸ τὸ Τζαμὶ ἔχει ἀναπαλαιωθῆ μιὰ τυπικὴ οἰκία καστρινῆς οἰκογενείας, ἰσόγεια, λιτή, φτωχική. Υπολογίζονται ὄχι παραπάνω ἀπό 300 τέτοια σπίτια στὸν χῶρο τοῦ Κάστρου γιὰ τοὺς ὄχι πάνω ἀπὸ 1000 (ἢ βίᾳ 1200) κατοίκους του.

Παρὰ τὴν εἴσοδον τοῦ Κάστρου ὑπῆρχε πλάτωμα, ὀνομαζόμενον «Κιόσκι», ὅπου ἐσύχναζαν οἱ προεστοὶ καὶ συνωμιλοῦσαν ἐπὶ τῆς ἐπικαιρότητος. (βλ. διήγημα «Τὰ μαῦρα κούτσουρα»).

Στὸ ἄκρον τοῦ βράχου, ποὺ εἶναι τὸ βορειότερον καὶ τὸ ὑψηλότερον σημεῖον, ὑπῆρχε (καὶ σώζεται) κανόνι, τὸ ὁποῖον ὠνομάζετο, «τὸ κανόνι τῆς ἀναγκιᾶς» (τῆς ἐκτάκτου ἀνάγκης). Περισσότερον συμβολικὸν καὶ γιὰ νὰ εἰδοποιῆ, παρὰ γιὰ νὰ ἐπιφέρη ἀποτέλεσμα ἀμύνης καὶ προστασίας στὸ Κάστρον. Τὸ ὑψηλότερον αὐτὸ σημεῖον, ὅπου σήμερα κυματίζει πλήρης χάριτος καὶ παρρησίας ἡ ἑλληνικὴ σημαία, ὠνομάζετο «Μπαρμπεράκι», καὶ τὸ κτυποῦν μὲ ἰδιαιτέραν ἰσχὺν ὅλοι οἱ ἄνεμοι!

Ἡ Παναγία ἡ Κατευοδώτρα, ἦταν Ναὸς πάνω σὲ βράχο ψηλὰ πάνω ἀπὸ τὸ λιμάνι, Ἀνατολικὰ τοῦ Κάστρου, καὶ ὠνομάζετο ἔτσι, διότι κατευώδωνε τοὺς ἄνδρες ποὺ ξεκινοῦσαν γιὰ ταξίδι. Μετὰ τὸν προσωπικὸν ἀποχαιρετισμόν, οἱ γυναῖκες καὶ τὰ παιδιὰ καὶ οἱ συγγενεῖς τῶν ναυτικῶν ἀνέβαιναν σ᾿αὐτὸν τὸν Ναόν, ὁ ὁποῖος εἶχε πανοραμικὴ θέα πρὸς τὴν θάλασσαν καὶ κατευώδωναν τοὺς ἀναχωροῦντας, κουνοῦσαν τὰ μαντήλια, ἔψαλλαν Παρακλήσεις.. Σήμερα φαίνεται τὸ ἐρείπιον τοῦ Ναοῦ, σὲ ράχην ἀκριβῶς πάνω ἀπὸ τὴν θάλασσαν, τὸ ὁποῖον ὅμως ἔχει κατολισθήσει περίπου 200 μέτρα χαμηλότερα ἀπὸ τὴν πρώτην του θέσιν, καὶ ἔχει πάρει κλίσιν πρὸς κατάρρευσιν. Παναγία Κατευοδώτρα ἔκτισαν οἱ νεώτεροι Σκιαθίτες στὸ ἀεροδρόμιο, στὸ τέρμα τοῦ ἀεροδιαδρόμου, γιὰ νὰ κατευοδώνη αὐτούς, ποὺ μὲ νέα μέσα πλέον ἔρχονται καὶ φεύγουν στὸ Κολλυβάδικο Νησί.

4 Μαρτίου 1851- Ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης γεννιέται στὴ Σκιάθο.

1874 - (Σεπτέμβριος ) Τελειώνει τὸ Γυμνάσιον. (Ὀκτώβριος) Ἐγγράφεται στὴ Φιλοσοφικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν.

1875 - Ἐγγράφεται στὸ β´ ἔτος τῆς σχολῆς, ὅμως δὲν θὰ πάρει ποτὲ πτυχίο.

1879 - Δημοσιεύεται τὸ πρῶτο του μυθιστόρημα Ἡ Μετανάστις.

1881 - Δέησις. Ἡ Ἔκπτωτος Ψυχή.

1882 - Δουλεύει ὡς μεταφραστὴς στὴν Ἐφημερίδα Ἄστυ τοῦ Κορομηλά. Θέλει νὰ δώσει ἐξετάσεις γιὰ καθηγητὴς γαλλικῶν. Οἱ Ἔμποροι τῶν Ἐθνῶν.

1884 - Συνεργάζεται στὴν ἐφημερίδα Ἀκρόπολις τοῦ Γαβριηλίδη. Ἡ Γυφτοπούλα.

1885 - Χρῆστος Μηλιόνης.

1887 - Συχνάζει στὶς ἀγρυπνίες τοῦ Προφήτου Ἐλισσαίου. Γράφει Τὸ Χριστόψωμο, τὸ πρῶτο του διήγημα.

1888 - Ἡ Χήρα Παπαδιά. Ἡ Τελευταία Βαπτιστική. Ἡ Ὑπηρέτρια.

1889 - Ὁ Σημαδιακός. Ἡ Σταχτομαζώχτρα.

1890 - Ἐξοχικὴ Λαμπρή. Ἡ Χτυπημένη.

1891 - Ἡ Κοιμάμενη Βασιλοπούλα. Ἡ Μαυρομαντηλού. Ὁ Φτωχὸς Ἅγιος. Ὁ Ἀμερικάνος καὶ ἄλλα.

1892 - Στὸ Χριστὸ στὸ Κάστρο. Ὁλόγυρα στὴ Λίμνη καὶ ἄλλα.

1893 - Ὁ Τυφλοσύρτης. Ναυαγίων Ναυάγια. Λαμπριάτικος Ψάλτης. Βαρδιάνος στὰ Σπόρκα. Τῆς Κοκώνας τὸ σπίτι.

1894 - Ἡ Νοσταλγός. Ἡ Γλυκοφιλοῦσα. Πατέρα στὸ σπίτι.

1895 - Πεθαίνει ὁ πατέρας του. Ὁ Ἔρωτας στὰ Χιόνια.

1896 - Ἅγια καὶ Πεθαμένα. Τὰ Χριστούγεννα τοῦ Τεμπέλη. Ἔρως-Ἥρως καὶ ἄλλα.

1897 - Θὰ ξεκινήσει μιὰ μακρόχρονη διαμονὴ στὴ Σκιάθο.

1899 -T᾿ἀγνάντεμα. Τὸ Ἐνιαύσιον Θύμα. Ἁμαρτίας Φάντασμα καὶ ἄλλα.

1900 - Τὰ Δαιμόνια στὸ ρέμμα. Οἱ Μάγισσες. Ὄνειρο στὸ Κύμα. Ἡ Φαρμακολύτρια καὶ ἄλλα.

1901 - Ὑπὸ τὴν Βασιλικὴν Δρῦν. Πόσις καὶ Δάμαρ. Ἡ Τύχη ἀπ᾿ τὴν Ἀμέρικα. Ἡ Χολεριασμένη.

1902 - Δημοσιεύει ἀγγελία γιὰ μιὰ πεντάτομη ἐπιλεκτικὴ ἔκδοση τῶν διηγημάτων του. Στρίγγλα Μάνα. Ἡ Θητεία τῆς Πεθερᾶς.

1903 - Ἡ Φόνισσα. Ὁ Κοσμολαίτης. Τὰ Κρούσματα. Οἱ Κουκλοπαντρειὲς καὶ ἄλλα.

1904 - Ἐπιστρέφει στὴν Ἀθήνα. Ἡ Φωνὴ τοῦ Δράκου. Τὰ δύο κούτσουρα. Ἡ Στοιχειωμένη Κάμαρα.

1905 - Πεθαίνει ὁ ἀδελφός του. Ἀγάπη στὸν Κρεμνό. Γυμνὴ Πλέουσα. Ἡ Ἄκληρη. Ὁ Πεντάρφανος καὶ ἄλλα.

1906 - Ρεμβασμὸς τοῦ Δεκαπενταύγουστου. Τὸ Ψοφίμι. Οἱ Δύο Δράκοι. Ἄνθος τοῦ Γιαλοῦ. Τὸ Κρυφὸ Μανδράκι καὶ ἄλλα.

1907 - Περιμένει μάταια νὰ τυπωθοῦν τὰ ἔργα του στὴ Βιβλιοθήκη Μαρασλῆ. Μὲ τὸν Πεζόβολο. Τὸ Καμίνι. Φορτωμένα Κόκκαλα. Τὰ ρόδιν᾿ ἀκρογιάλια. Νεκράνθεμα καὶ ἄλλα.

1908 - Φεύγει στὴ Σκιάθο γιὰ πάντα. Τὸ Μοιρολόγι τῆς Φώκιας. Τραγούδια τοῦ Θεοῦ. Τὰ Καλαμπούρια ἑνὸς Δασκάλου καὶ ἄλλα.

1909 - Ἡ Πιτρόπισσα. Τὰ Δύο Τέρατα. Ἡ Πεποικιλμένη καὶ ἄλλα.

1910 - Νεκρὸς Ταξιδιώτης. Ὁ Ἀνάκατος. Τὸ Γράμμα στὴν Ἀμερική. Ἔρημο Μνῆμα. Ὁ Ἀντίκτυπος τοῦ Νοῦ.

3 Ἰαν. 1911 - Πεθαίνει στὴ Σκιάθο.


http://www.papadiamantis.org/34-cv/47-cv-full


Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Ενας μποέμ κοσμοκαλόγερος

100 χρόνια από τον θάνατο και 160 από τη γέννηση του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη
<b>Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης</b><br> Ενας μποέμ  κοσμοκαλόγερος
78
εκτύπωση  

O Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης υπήρξε μια τραγική προσωπικότητα της νεότερης Ελλάδας με τόσο πολλές όψεις που ακόμη τον ανακαλύπτουμε. Εζησε μόνος, απένταρος, πιστός στην τέχνη, αδιάφορος για τα χρήματα και την κοινωνική ένταξη, μοίρασε τη ζωή ανάμεσα στα καπηλειά και στις εκκλησίες, σχεδόν ρακένδυτος, υπήρξε πάντα ένας αποσυνάγωγος τεχνίτης της γλώσσας και της αφήγησης. Ενας έλληνας μποέμ.

Γεννήθηκε στις 4 Μαρτίου 1851 σε ένα νησί που φημίζεται για τη φυσική καλλονή του και τους ψαράδες του, τη Σκιάθο. Ηταν το τέταρτο παιδί του ζεύγους Αδαμαντίου και Γκιουλιώς (Αγγελικής) Εμμανουήλ. Το επώνυμο Παπαδιαμάντης προέρχεται από το όνομα του πατέρα του που ήταν και παπάς.

Τα παιδικά του χρόνια ήταν ανέμελα στο νησί και θα τα ανακαλέσει πολλές φορές νοσταλγικά στα κείμενά του. Ως το 1860 φοίτησε στο δημοτικό σχολείο Σκιάθου, όπου έμαθε τα βασικά- ανάγνωση, γραφή, μαθηματικά-, του άρεσε όμως, από ό,τι λένε, πιο πολύ να ζωγραφίζει. Στα παιχνίδια του είχε συντροφιά ανάμεσα στους άλλους τον ξάδελφό του, μετέπειτα καλό συγγραφέα Αλέξανδρο Μωραϊτίδη και τον Νικόλαο Διανέλλο, μετέπειτα μοναχό Νήφωνα, ο οποίος θα είναι για χρόνια ο «κολλητός» του. Θα πάνε μαζί στο Αγιον Ορος, θα κατοικήσουν (μέχρι παρεξηγήσεως) για λίγο στο ίδιο διαμέρισμα, ώσπου ο Νήφωνας να παντρευτεί και να φύγει για να μείνει στο Χαρβάτι.

Ανθρωπος των καπηλειών και των τρωγλών 
Ο πατέρας του θα τον στείλει στην Αθήνα για να σπουδάσει Θεολογία, αλλά αυτός θα κάνει στροφή την τελευταία στιγμή και θα γραφτεί στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Θα απογοητευθεί γρήγορα από το στείρο κλίμα και θα τα παρατήσει. Μελετά μόνος του αγγλικά και γαλλικά και παραδίδει μαθήματα. Φυτοζωεί κυριολεκτικά.

Το 1878 γνωρίζεται με τον εκδότη της «Ακρόπολης» Βλάση Γαβριηλίδη που θα τον παρακινήσει να δημοσιεύσει το πρώτο του μυθιστόρημα με τίτλο «Η μετανάστις» στην εφημερίδα «Νεολόγος» Κωνσταντινουπόλεως. Θα ακολουθήσει το 1882 το δεύτερο μυθιστόρημά του με τίτλο «Οι έμποροι των εθνών» δημοσιευμένο στο «Μη χάνεσαι». Δημοσιεύει συνεχώς, γίνεται πια γνωστός στους λογοτεχνικούς κύκλους, αν και αποφεύγει να συγχρωτίζεται με αυτούς. Οσο ζούσε δεν είδε ποτέ δημοσιευμένο δικό του βιβλίο, αλλά αυτό δεν εμπόδισε το έργο του να αποτελεί τη βασικότερη παρακαταθήκη για τους έλληνες πεζογράφους: Δ. Χατζής, Γ. Ιωάννου, Αλ. Κοτζιάς, Χρ. Μηλιώνης, Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλος, Θ. Βαλτινός, Μένης Κουμανταρέας...

Είναι μια γραφική φιγούρα της Αθήνας. Ο συγκαιρινός του Μιλτιάδης Μαλακάσης τον περιγράφει ως «μια σιλουέταμε ακατάστατα γενάκια, απεριποίητη περιβολή, λασπωμένα ή κατασκονισμένα υποδήματα,ξεθωριασμένο ημίψηλο,με μια παπαδίστικη κάννα με ασημένια λαβή, μαύρο κορδόνι γύρω από μια ασιδέρωτη λουρίδα,ένα είδος κολάρου,συγκρατώντας με τα χέρια του ένα πανωφόρι που του έπεφτε λίγο μεγάλο», το οποίο ήταν γνωστό ότι του το είχε στείλει από το Λονδίνο ο Αλέξανδρος Πάλλης. Ο Δ. Χατζόπουλος τον χαρακτηρίζει ιδιόρρυθμο, εκκεντρικό, μποέμ, άνθρωπο των καπηλειών και των τρωγλών, και τον παρομοιάζει με τον φιλόσοφο Μένιππο, τον πνευματώδη Λουκιανό, τον παρατηρητικό Ντίκενς, τον ψυχολόγο Τουργκένιεφ. Ο ίδιος όταν το μάθει θα πει: «Δεν μοιάζω με κανέναν,είμαι ο εαυτός μου». Συχνάζει στο μπακάλικο του Καχριμάνη στου Ψυρρή, αλλά και στη μικρή εκκλησία του Αγίου Ελισαίου, όπου ψάλλει μαζί με τον ξάδελφό του Αλέξανδρο Μωραΐτίδη.

Το 1906 αρχίζει να συχνάζει στη Δεξαμενή Κολωνακίου. Κάθεται στο πιο φτηνό από τα δύο καφενεία, αυτό του Μπαρμπα-Γιάννη, όπου ο καφές είχε μία δεκάρα. Αγοραφοβικός, μακριά από όλους τους πελάτες, σταύρωνε τα χέρια στο στήθος, έγερνε το κεφάλι και ονειροπολούσε. Εκεί τον φωτογράφισε ο Παύλος Νιρβάνας, σε αυτή τη φωτογραφία που τον έχουμε ως σήμερα.

Γράφει και μεταφράζει συνέχεια για να μπορεί να ζει. Το 1909 θα γυρίσει στο νησί του. Θα αρρωστήσει και θα πεθάνει το βράδυ της 2ας προς 3η Ιανουαρίου 1911. Εζησε μοναχικός, ανέραστος, πάσχων.

Η διαμάχη για το έργο του 
Ο Παπαδιαμάντης, αν και οι παλαιότεροι κριτικοί (Παλαμάς, Ξενόπουλος κ.ά.) θα εξυμνήσουν το έργο του, δεν θα τύχει της ίδιας αποδοχής από τους νεότερους. Η σχολή των Κ.Θ. Δημαρά και Π. Μουλλά θα μειώσει την αξία του, καθώς θα θεωρήσει ότι πρόκειται για λαογραφικά ηθικά κείμενα χωρίς ιδιαίτερη λογοτεχνική αξία, ενώ του προσάπτει προχειρότητα και αναχρονιστικές τάσεις στη γλώσσα. Από την άλλη σκοπιά, οι αμύντορες της Ορθοδοξίας τον θεωρούν εκπρόσωπό τους, μη αναγνωρίζοντας καμία άλλη πτυχή στο έργο του. Η γλώσσα του Παπαδιαμάντη δίχασε επίσης την κριτική. Ο Κ. Χατζόπουλος και ο Α. Τερζάκης τη βρήκαν σχολαστική και προβληματική, ενώ τη θαύμασαν ο Τ. Αγρας, ο Ελύτης, ο Ζ. Λορεντζάτος κ.ά. Νεότεροι μελετητές αλλά και συγγραφείς που τον αγαπούν έχουν αναδείξει πλείστες όσες όψεις του συγγραφέα. Ανέδειξαν τον κοινωνικό Παπαδιαμάντη, αυτόν που στηλιτεύει την αδικία, τους πολιτικάντηδες, την παραδοσιακή θέση της γυναίκας που την «πουλάνε» μέσω του γάμου, είναι υπέρ του πολιτικού γάμου κ.ά. Τον χιουμορίστα Παπαδιαμάντη, με την ειρωνεία και τον σαρκασμό για να υποβάλλει σε οξύτατη κριτική πολλές καταστάσεις της εποχής. Τον ερωτικό Παπαδιαμάντη, με τις ποιητικές, αισθησιακές εικόνες των αβάσταχτων ερώτων. Τον ποιητή Παπαδιαμάντη, με τη μαγεία των λέξεων και των φράσεων που χρησιμοποιεί. Ελπίζουμε ότι εφέτος γιορτάζοντας τα 100 χρόνια από τον θάνατό του θα έχουμε την ευκαιρία να δούμε τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη ολόπλευρα, να γοητευτούμε από τα κείμενά του, να τον τοποθετήσουμε ολόπλευρα στη λογοτεχνική εικόνα της χώρας μας. 

http://www.tovima.gr/society/article/?aid=375691


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου