Αναγνώστες

Κυριακή, 20 Απριλίου 2014

Γιώργος Σαραντάρης






“Μὴ συσχηματίζεσθαι τῷ αἰῶνι τούτῳ,
ἀλλὰ μεταμορφοῦσθαι τῇ ἀνακαινώσει
τοῦ νοὸς ὑμῶν”
(ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ 12,2)

Στις αρχές της δεκαετίας του 1930, εμφανίζεται στις φιλολογικές συντροφιές και τους πνευματικούς κύκλους της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης αργότερα, ένας νέος, η συνεισφορά του οποίου στα ελληνικά γράμματα υπήρξε ανακαινιστική και η σκέψη του συνετέλεσε στον προσδιορισμό της έννοιας της ελληνικότητας και στην οριοθέτηση του νέου ελληνισμού ως προς την αρχαιότητα, τον χριστιανισμό, τη νεοελληνική λαϊκή παράδοση και τη σχέση του με την Ευρώπη.

Ο ποιητής, φιλόσοφος και κριτικός της λογοτεχνίας Γιώργος Σαραντάρης, γεννήθηκε στις 20 Απριλίου του 1908 στην Κωνσταντινούπολη και μεγάλωσε στην Ιταλία όπου η οικογένειά του με καταγωγή από την Πελοπόννησο είχε εγκατασταθεί λόγω των εμπορικών της δραστηριοτήτων. Σπούδασε νομικά στα πανεπιστήμια της Μπολόνια και της Ματσεράτα, ενώ από πολύ νέος ασχολήθηκε με την ποίηση και τη φιλοσοφία.

Από το 1931, οπότε και μεταβαίνει στην Αθήνα προκειμένου να εκπληρώσει τη στρατιωτική του θητεία, θα εγκατασταθεί μόνιμα στην Ελλάδα και θα αρχίσει την πάλη του, σε μια πνευματική περιπέτεια ανάλογη με του Σολωμού, για να καθυποτάξει την ελληνική γλώσσα, μια γλώσσα “κατ’ εξοχήν πλατωνική”, καθώς όπως έλεγε “η πατρίδα του ποιητή είναι η γλώσσα [...] οφείλει να επιστρέψει στην πατρίδα για ν’ αποδώσει στο έργο το ύφος που του αρμόζει, κείνη τη γραμμή που αποκαλύπτει «αλήθεια» τον πρόσκαιρο κόπο του ανθρώπου. Ήθος του ποιητή είναι η γλώσσα ˙ αυτή εμπεριέχει το έθνος (που για μας αντιπροσωπεύει ό,τι «η Πατρίδα κ’ η Πίστις» για το Σολωμό), και στο έθνος τόσο ο ποιητής όσο ο πολίτης πιστεύουνε”.

Θα φτάσει μέχρι την άποψη ότι “μονάχα ελληνιστί η ποίηση μπορεί χωρίς φόβο να καταπιάνεται με ιδέες, να θίγει και να μη μολύνει ό,τι καθαρό έχει ο ανθρώπινος λόγος”. Συμμετέχει στην πνευματική ζωή του τόπου, τυπικά στα πλαίσια της λεγόμενης γενιάς του τριάντα, ουσιαστικά όμως ακολουθώντας μια ξεχωριστή προσωπική διαδρομή και αφήνοντας πλούσιο έργο. Πέρα από τις πέντε ποιητικές συλλογές, τα τρία φιλοσοφικά δοκίμια και αρκετές δημοσιεύσεις σε εφημερίδες και περιοδικά, μεγάλο μέρος του έργου του εκδόθηκε μετά το θάνατό του, ενώ μέχρι σήμερα μέρος του έργου του παραμένει ανέκδοτο και τα πρωτόλειά του είναι γραμμένα στα ιταλικά.

Συνδέθηκε με τον ιδεοκρατικό φιλοσοφικό όμιλο του Τσάτσου και του Κανελλόπουλου, με την ομάδα του Συκουτρή και του Δημοσθένη Δανιηλίδη, με τα ελληνικά γράμματα του Ανδρέα Καραντώνη. Στο αρχείο του έχουν βρεθεί επιστολές και επιστολόχαρτα του Εθνικού Παμφοιτητικού Συλλόγου, χωρίς όμως άλλη ένδειξη ενδεχόμενης περαιτέρω σχέσης του με την εθνικιστική οργάνωση. Στενή σχέση είχε επίσης με τον Ν.Γ. Πεντζίκη, τη Μελισσάνθη και τη Ζωή Καρέλη.

Είναι εκείνος που ανέδειξε και επηρέασε τον Ελύτη, “ο αιρετικός της ύλης αλλ’ ομόθρησκος των αετών”, όπως τον χαρακτήρισε ο τελευταίος σε ποίημα αφιερωμένο στη μνήμη του. Ο “ηλιοπότης” Ελύτης με τη λατρεία του ελληνικού φωτός, δεν πηγάζει απευθείας απ’ τον Περικλή Γιαννόπουλο, αλλά διαθλάται μέσα απ’ την επιρροή του Σαραντάρη.

Ο Σαραντάρης με ευρεία ευρωπαϊκή παιδεία, ανανέωσε την ελληνική ποίηση, που έμενε μέχρι τότε προσκολλημένη στα “κλαψοπούλια του καρυωτακισμού”, όπως έλεγε ο Καραντώνης, και επηρεασμένος από τον Ουγκαρέττι και τον ιταλικό ερμητισμό, με μικρά ελευθερόστιχα ποιήματα, προσάρμοσε τον μοντερνισμό με την ποιητική παράδοση του δημοτικού τραγουδιού και του Σολωμού. Η ποίησή του εκφράζει τη φιλοσοφία της χαράς, τη δοξολογία του φωτός, την αισιοδοξία.

Η φιλοσοφική σκέψη του είναι υποστασιακή και άμεσα κοινωνική. Επηρεασμένος από τον Πλάτωνα, τον χριστιανικό υπαρξισμό του Κίρκεγκορ, αλλά και τον Νίτσε, τονΤζιοβάνι Τζεντίλε και τον Ντοστογιέφσκι, διακηρύσσει την πίστη του στην αιωνιότητα της ύπαρξης του ανθρώπου και τη δυνατότητα να φτάσει στο απόλυτο. Πρόκειται για τη μετάβαση από το άτομο στον άνθρωπο, μέσω της μελέτης του θανάτου και της προσπέλασης του Θεού – Ανθρώπου. Άλλος άξονας της σκέψης του είναι ο αντιδυτικισμός:

“Η φιλοσοφία της Ευρώπης είναι φτωχή και ανεπαρκής για την τωρινή νεότητα ακριβώς γιατί σα φιλοσοφία δε νίκησε το φόβο του θανάτου”, θα πει και θα τονίσει την ανεπάρκεια του δυτικού πολιτισμού.

Κεντρική θέση που αφορά την αυτοσυνειδησία του νέου ελληνισμού είναι αυτή ακριβώς η άτεγκτη αντιδυτική στάση. Χωρίς να προβάλλει κάποιο ασκητικό ιδεώδες ή κάποιο πρότυπο αναχωρητισμού, με κατάφαση στη ζωή και στην πλησμονή του έρωτα, ο Σαραντάρης αντιτάχθηκε στον “ηδονισμό”, μια έννοια που περιέκλειε τον υλιστικό προσανατολισμό της ζωής, τον ατομισμό και τον κερματισμό – διάσπαση του ανθρωπίνου προσώπου, τη γνωσιοκρατία και τον εμπειρικό σχετικισμό.

Οραματιζόταν μια υπερβατική συγκρότηση της κοινωνίας: “Η ομιλία μου στους διπλανούς μου, όταν πηγάζει από κείνο τον εαυτό μου που πιστεύει στη ζωή, είναι ειλικρινής, είναι γνήσιο προϊόν της αιωνιότητάς μου, δεν επηρεάζεται απ’ το χώρο και απ’ το χρόνο˙ και όταν μια τέτοια ομιλία γεννάει τη συνεννόηση των ατόμων, γεννάει δηλαδή την κοινωνία, τότε η κοινωνία δεν επηρεάζεται απ’ το χώρο και απ’ το χρόνο, μια παρόμοια κοινωνία μπορεί ήσυχα να σκεφτεί το θάνατο, μπορεί με παρρησία, που δεν αποκλείει την ταπεινότητα, ν’ ατενίσει το Θεό”.

Εκτιμούσε ιδιαίτερα τον Περικλη Γιαννόπουλο που στάθηκε “ο πιο θερμός, ο πιο ενθουσιώδης κι ο πιο πειστικός υποστηρικτής της ανωτερότητας της ελληνικής φυλής” και ο οποίος “πιο γνήσια από κάθε άλλο νεοέλληνα στον αιώνα μας αντιμετώπιζε θεωρητικά το πρόβλημα του νεοελληνισμού. Προπάντων η αντιευρωπαϊκή του θέση, μ όλο το βάρος της ευθύνης που σηκώνει, θα σταματήσει την προσοχή και της δικής μας και των γενεών που θα έρθουν όταν από τη βάση ατενίζεται ο προορισμό τους έθνους”. Της ίδιας ποιότητας ήταν η γνώμη του και για τον Σπυρίδωνα Ζαμπέλιο.

Ο χριστιανικός μυστικισμός του δεν εκφράζει τον ιδεολογικοποιημένο“ελληνοχριστιανισμό”. Παρατηρεί ιστορικά την συνύπαρξη των δύο παραδόσεων, αλλά εκείνο που τον απασχολεί είναι ατόφια η μεταφυσική πρόταση της ανατολικής εκκλησίας, χωρίς τα συμπαρομαρτούντα εθνικά – φολκλορικά στοιχεία.

Ξεκάθαρα είχε εκφραστεί για τις παρακμιακές ιδεολογίες: “Υφίσταται ένας θάνατος που εισέρχεται στη θεωρία μας του κόσμου, και με την παρουσία του μπορεί να γεμίσει τη συνολική πραγματικότητα ενός ανθρώπου αυτός ο θάνατος διευθύνει στο θάνατο όχι έναν μόνο άνθρωπο αλλά μια κοινότητα ανθρώπων ˙ και για τούτο είναι ο πιο επικίνδυνος. Είναι ο πιο περίτεχνα καμουφλαρισμένος θάνατος. Στα χρόνια μας ορισμένοι πολιτικοί τείνουν κιόλας να πιστέψουν πως αυτός είναι ο μοναδικός εχτρός ενός ανθρώπου κ’ ενός λαού, και όσο πάει τούτη η πίστη θα γίνει σαφέστερη πιο αποκλειστική κ’ ευρύτερα θα διαδοθεί ανάμεσα στους υγιείς ανθρώπους.

Ο μαρξισμός, ο φροϋντισμός είναι θεωρίες που θυσιάζουν τον άνθρωπο στο θάνατο, και δεν το γνωρίζουν ˙ είναι διαστροφές που γεννήθηκαν από έναν αχαλίνωτο ηδονισμό ˙ στην επιφάνεια χαρίζουν το μίσος στο βάθος την πεποίθηση του θανάτου η ηδονή του θανάτου, του θανάτου όλου του κόσμου, τις διατρέχει. Γι ‘ αυτό η πίστη μας στην ύπαρξη οφείλει να γίνει κοσμοθεωρία γιατί δεν αρκεί ν’ αναγκάσεις στη σιωπή τους ανθρώπους προορισμένους στο θάνατο, αλλά και τις θεωρίες τους, τις τόσο φλύαρες, πρέπει να εξουδετερώσεις και ύστερα ν’ αντικαταστήσεις”.

Σαφείς ήταν και οι επαναστατικές ιδέες του: “Όποιος θέλει να μάθει στους άλλους να επαναστατήσουν πρέπει πρώτα ο ίδιος να επαναστατήσει μέσα του και να επαναστατήσει μέσα του σημαίνει ν’ απαρνηθεί τον παλαιό του εαυτό, να φέρει στο φως μια εικόνα του εαυτού του, που ο ίδιος με συνείδηση, με φροντίδα που δεν αναπαύεται, θα έχει δουλέψει. Τούτο αποτελεί την «τέχνη» του ανώτερου πολιτικού, τούτο θα έπρεπε να είναι και το χρέος που αποδέχεται ο κάθε άνθρωπος που θέλει να μορφώσει το βίο του.

Εμείς δεν ξέρω αν είμαστε ανίκανοι, βέβαια είμαστε «ακατάλληλοι» για επανάσταση. Δηλαδή, στρέψαμε το νου μας αλλού, μακρυά απ’ το σοβαρό ανθρώπινο προορισμό, τόσο μακρυά που τώρα μοιάζει να εξασκεί πάνω μας μια περίεργη γοητεία κι αυτή ακόμα η κατάντια μας…

Το έργο του πολιτικού είναι η διαμόρφωση της συνείδησης του πλήθους. Αλλά πώς γίνεται τούτο; Βέβαια η εξήγηση δεν είναι εύκολη και μπορεί μάλιστα κανείς να υποστηρίξει πως δεν υπάρχει μια a priori διατύπωση του έργου του πολιτικού, όπως άλλωστε συμβαίνει και για το έργο όποιου πνευματικού ανθρώπου. Πάντα απαραίτητη προϋπόθεση είναι η καλλιτεχνική διάθεση, η προς «τα έξω», προς τους ανθρώπους, προς τη μάζα στροφή μιας πλαστικής ενέργειας, που πρώτα εφαρμόσαμε για τον εαυτό μας για τον εσωτερικό μας κόσμο”.

Ο Σαραντάρης και ο Φασισμός

Ο συγκαιρινός του Σαραντάρη, μαρξιστής ποιητής και κριτικός Νίκος Κάλας είχε αναφέρει σε συνέντευξή του: “Εγώ ήμουν πολύ εναντίον του Σαραντάρη, έβλεπα ότι ήταν πολύ εξαρτημένος από το φασισμό. Άκουσα τελευταία τον Μάριο Βίττι στο Παρίσι, σε μια ομιλία του για την ελληνική ποίηση, να λέει ότι ο Σαραντάρης «είχε τη λόξα να θαυμάζει τον Μουσολίνι». Δεν ήταν λόξα καθόλου, ήταν απολύτως μέσα στην ιδεολογία του”. Ο Κάλας, που όπως φαίνεται από τη συνέχεια της συνέντευξης δυσανασχετούσε με την κατακύρωση του έργου του Σαραντάρη στις συνειδήσεις του πνευματικού κόσμου, είχε και έναν φιλολογικό διαξιφισμό με τον τελευταίο, ενόσω εκείνος ζούσε, στον τύπο της εποχής, που τον κατηγορούσε για μίμηση του ύφους του Ουνγκαρέττι (είναι γνωστές οι σχέσεις του ιταλού ποιητή με το Φασιστικό καθεστώς).

Σε άρθρο που δημοσιεύτηκε το 1935 ο Σαραντάρης υποστηρίζει την ιδέα της λεγόμενης οργανικής κοινωνίας: “Εμείς εγκαταλείπουμε σήμερα την αντίληψη που η Γαλλική Επανάσταση κι ο αγγλικός φιλελευθερισμός χάρισαν άλλοτε στην Ευρώπη, τον πολίτη ελεύθερο απ’ τη στιγμή που εξεπλήρωσε ορισμένα λιγοστά καθήκοντα προς την Πολιτεία. […] Γιατί για μας δεν αποτελούν ελευθερία οι άναρχες πράξεις του καθημερινού βίου και μήτε ελευθερία αποτελεί η ηδονική ύπαρξη του ατόμου που αυτάρεσκα αποχωρίζεται της Πολιτείας.

Σήμερα εμείς είμεθα ή πάμε να γίνουμε αντιατομιστές, γιατί νιώθουμε πως το άτομο δεν ζει, δεν είναι βολετό να ζήσει έξω από εκείνο, που άλλοτε τοποθετούσε σαν περιβάλλον, σαν σύνολο, και που δεν είναι άλλο παρά το ίδιο το άτομο στην ιδανική του μορφή, όταν όλο το γεμίζει η συμβολή της δικής του αυτούσιας δημιουργίας, η Πολιτεία.

Η αφηρημένη ισότητα ανάμεσα στους πολίτες και η αταξική κοινωνία είναι είδωλα και δεν ανταποκρίνονται σε τίποτα το πραγματικό…

Άτομο και πολιτεία γνωσιολογικά ταυτίζονται, αλλά μια τέτοια ταύτιση είναι δυσκολοπλησίαστη στους πολλούς, δυσκολοπλησίαστη και στους άξιους ακόμη. Για να μη χάσουν οι πολλοί το δρόμο της αληθινής δημιουργίας, για να μη σκορπιστούνε τόσες γόνιμες δυνάμεις, χρειάζεται κείνο που ο Γ. Σορέλ, με μιαν αντίληψη τόσο διάφορη απ’ τη δική μας, ονόμαζε «μύθο». Ποιος θα μας δώσει το μύθο της νέας εποχής. Οι θεωρητικοί του φασισμού στην Ιταλία, κείνοι του εθνικοσοσιαλισμού στη Γερμανία με τέτοιο έργο καταπιάστηκαν. Τέτοια η βαθύτερη σημασία του αγώνα κατά των Εβραίων, ή του οράματος της Αρχαίας Ρώμης, όταν με περισσότερη αταραξία με περισσότερο ευρωπαϊσμό εξετάσει κανείς τα πράματα.

Γιατί η ιστορία προοδεύει εμπειρικά, δηλαδή αισθηματικά. Άτομο και Πολιτεία για να μην παραμείνουν σχήματα πρέπει να βρουν γόνιμο έδαφος, την ιδέα εκείνη που, πλησιέστερη στη γη και στο πλήθος, θα γίνει αίμα και σάρκα της καινούργιας θέλησης της ιστορίας”.

Ωστόσο τον Ιανουάριο του 1940 σημειώνει: “Ο πόλεμος του 1914- 1918 […] χάρισε στους λαούς της Δύσης […] ορισμένες πολιτειακές μεταρρυθμίσεις.

Οι πολιτειακές μεταρρυθμίσεις που έκανε η Δύση ανάμεσα στον πόλεμο του ʼ14 – ʼ18,και στον καινούργιο πόλεμο, στάθηκαν κατά τελευταία ανάλυση, μια προσπάθεια αντίδρασης στην υλιστική νοοτροπία που διέπει το φιλελευθερισμό και το σοσιαλισμό του περασμένου αιώνα και των αρχών του αιώνα μας ∙ προσπάθεια που, χωρίς για τούτο να χρειάζεται πολλή τόλμη, μπορούμε να πούμε κιόλας πως απέτυχε, εφόσον δε μπόρεσε να εμποδίσει το ξέσπασμα του καινούργιου ευρωπαϊκού πολέμου.

Ο γερμανικός εθνικοσοσιαλισμός και ο ιταλικός φασισμός κάτι εδίδαξαν όσο αφορά την απλούστευση της πολιτειακής μηχανής ενός κράτους που έχει ευρωπαική παράδοση · δεν έκαναν όμως βήμα για να ταυτίσουν τη μοίρα τους, δε λέω με μια ανθρωπότητα χριστιανική, αλλά μήτε με μια Ευρώπη χριστιανική.

Όσο για τη Γαλλία μου φαίνεται πως έδωκε ένα είδος όρκου με τη Γαλλική Επανάσταση”.

Επίσης, σε επιστολή του μετά την έναρξη του πολέμου, αναφέρει: “Τα ευρωπαϊκά γεγονότα μας περισφίγγουν ολοένα περισσότερο. Θεατές ενός περίεργου παιχνιδιού όπου μας φαίνεται πως κανείς δεν ξέρει όλα τα χαρτιά που κρατάει στο χέρι, αναμένουμε την σειρά μας να παίξουμε καρτερούμε να μας καλέσουν. Αλλά δεν μας τραβάει η καρδιά να βοηθήσουμε μήτε τον ένα μήτε τον άλλο των συμπαιχτών, ίσως γιατί καταλαβαίνουμε πως κανείς απ’ τους δυο δεν παίζει την υπόστασή του για την υπόθεση της δικαιοσύνης, ίσως γιατί νιώθουμε πως το πιο σοβαρό παιχνίδι δεν παίζεται ακόμα”.

Ο θάνατός του

“Όταν όμως νιώσεις την αναγκαιότητα της θυσίας σαν μόνο τρόπο επιτυχίας της ύπαρξης του Ανθρώπου, τότε ο ηρωισμός θα σου φανεί, όπως είναι, ο λογικός και αναπότρεπτος βίος του συνειδητού ατόμου τού ηθικού εγώ”. Με αυτή τη φράση ως προπομπό, ο Σαραντάρης θα στρατευτεί στην πρώτη γραμμή του μετώπου με το ξέσπασμα του ελληνοϊταλικού πολέμου. Οι μαρτυρίες των συστρατιωτών του είναι συγκλονιστικές.

Ο ποιητής με την ασθενική κράση και το αδύναμο σώμα, φέρεται να παραπαίει στα βουνά της Ηπείρου έχοντας χάσει τα χοντρά μυωπικά γυαλιά του και μην μπορώντας να ακολουθήσει την υπόλοιπη φάλαγγα. Οι κακουχίες του μετώπου δρουν επιβαρυντικά και είναι καταλυτικές για την υγεία του. Μεταφέρεται σε κλινική των Αθηνών προσβεβλημένος από τύφο και χάνει τη ζωή του στις 25 Φεβρουαρίου του 1941. “Ο ουρανός θα μιλήσει για μας / Όταν εμείς θα πιούμε το τραγούδι του θανάτου”, έλεγε, και αυτός ο ουρανός, “η ζεστή μας πατρίδα”, τον πήρε κοντά του:

Μόλις θα φέξει ο άνεμος
Θα φύγουμε
Δίχως φωνές και θόρυβο
Δίχως τραγούδια ανιαρά
Με μόνη μια μονάκριβη αγάπη
Για κάτι ήλιους που θα μας θυμούνται
Για κάτι όνειρα που δε σαπίζουν

Επίλογος

Ο Γιώργος Σαραντάρης είναι ένας απ’ τους πιο σημαντικούς διανοουμένους του ελληνικού εθνικοκοινωνισμού, παρ’ όλα αυτά μένει ακόμα άγνωστος και λησμονημένος. Η αριστερή κριτική δεν μπόρεσε ποτέ να προσλάβει τον καθ’ ολοκληρίαν μεταφυσικό χαρακτήρα του έργου του, καθώς επίσης και η φιλελεύθερη αστική διανόηση. Για τούτο και έμεινε έως σήμερα παραγνωρισμένος και παραγκωνισμένος, με εξαίρεση τις γλυκερές αφηγήσεις για την τίμια ζωή του και τον τραγικό του θάνατο, αλλά και την εμμονή του στον χριστιανικό μυστικισμό από μέρος της ορθόδοξης διανόησης.

Είναι παράξενο που ένας δυτικοτραφής όπως ο Σαραντάρης, ανακαλύπτει και ξαναγυρίζει στην “ελληνικότητα” και την “παράδοση”, σε αντίθεση με τους Έλληνες διανοουμένους που στρέφονται προς την Δύση για να αυτοκαθοριστούν ιδεολογικά.

Όλος ο Σαραντάρης είναι “πολιτικός” κατά την έννοια ότι η πολιτική αναφέρεται στο κοινωνικό γεγονός που προσδιορίζει και καθορίζει τις σχέσεις των προσώπων σε μια συνεστημένη κοινωνία, της κοινωνίας νοουμένης ακριβως ως κοινωνούμενης εμπειρίας αρμοσμένης στην αναζήτηση της αλήθειας. Η ατομική αρετή ή απαξία έχει αντίκρισμα στην συλλογικότητα και δεν αυτονομείται.

Ο Σαραντάρης υιοθετεί τις αρχές που θεμελιώνουν τις “παραδοσιακές κοινωνίες”και δόθηκαν αρχετυπικά από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη. Έχει έρθει η ώρα, 70 περίπου χρόνια από τον θάνατό του, να τον ανακαλύψουμε, να τον εντάξουμε στην πνευματική μας εφόπλιση και να τον αναβιβάσουμε στην θέση που του αρμόζει. Εμείς, οι φίλοι του της “άλλης χαράς”.

του Άγγελου Δημητρίου

Βιβλιογραφία: 1) ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ, ΕΡΓΑ 1, ΒΙΚΕΛΑΙΑ ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ, ΗΡΑΚΛΕΙΟ 2001. 2) ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ, ΕΡΓΑ 2 , ΒΙΚΕΛΑΙΑ ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ, ΗΡΑΚΛΕΙΟ 2006. 3) ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ, ΟΙ ΓΝΩΡΙΜΙΕΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΙΑ, Σημειώσεις για τις Αναμνήσεις που δε θα γράψω ποτέ, μετάφραση: ΖΗΣΙΜΟΣ ΛΟΡΕΝΤΖΑΤΟΣ, ΤΟ ΡΟΔΑΚΙΟ. 4) ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ, Γιατί τον είχαμε λησμονήσει – Μια ανθολόγηση από το σύνολο του έργου του, Επιμέλεια: Μ. Γ. Μερακλής, τυπωθήτω 2002. 5) Ολυμπία Καράγιωργα, Γιώργος Σαραντάρης Ο ΜΕΛΛΟΥΜΕΝΟΣ, Δίαυλος 1995. 6) ΖΗΣΙΜΟΣ ΛΟΡΕΝΤΖΑΤΟΣ, ΔΙΟΣΚΟΥΡΟΙ, 1. ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ 2. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ, ΔΟΜΟΣ 1997 . 7) Γιώργος Σαραντάρης, Ποιήματα, ΖΗΤΡΟΣ 1998. 8) Γιώργος Ν. Παπαθανασόπουλος, Γιώργος Σαραντάρης ο άνθρωπος, ο ποιητής, ο διανοούμενος, ΕΚΠΛΗΞΗ 2011. 9) Σωτήρης Γουνελάς, Ο ΠΟΙΗΤΙΚΟΣ ΟΡΑΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗ, ΙΝΔΙΚΤΟΣ 2006. 10) Περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, Τεύχος 1811, Μάιος 2008. 11) Περιοδικό Οδός Πανός, Τεύχος 144, Απρίλιος-Ιούνιος 2009. 12)Περιοδικό Μανδραγόρας, Τεύχος 48. 13) Περιοδικό Λέξη, Τεύχος 6, Ιούλιος – Αύγουστος 1981. 14) Λίνου Πολίτη, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ, ΜΙΕΤ 1980.15) Οδυσσέας Ελύτης, ΠΟΙΗΣΗ, ΙΚΑΡΟΣ 2002. 16) Mario Vitti, Η γενιά του ’30 – Ιδεολογία και μορφή, ΕΡΜΗΣ 1995
17) Mario Vitti, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, ΟΔΥΣΣΕΑΣ 2003. 18)Αλέξανδρος Αργυρίου, Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας. 19) Παγκόσμιο βιογραφικό λεξικό, λ. Γιώργος Σαραντάρης, Εκδοτική Αθηνών. 20) Τηλεοπτική εκπομπή ΕΠΟΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ αφιερωμένη στον ΓΙΩΡΓΟ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗ, έρευνα – σενάριο – σκήνοθεσία ΤΑΣΟΣ ΨΑΡΡΑΣ, 2010 ΕΤ 1. [ideapolis.info]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου