Αναγνώστες

Παρασκευή, 30 Μαΐου 2014

Οδυσσέας Ελύτης Το ερωτικό πένθος ανάμεσα στις λέξεις του




Πολλές φορές ακούγοντας ή διαβάζοντας την ερωτική ποίηση του Ελύτη, σχημάτισα κάποιες απόψεις που θα ήθελα κάποτε να τις συστηματοποιήσω και να τις παρουσιάσω. Μου δίνεται τώρα η ευκαιρία να τις εκθέσω συντομευμένες και χωρίς οργάνωση, μόνο και μόνο για να τις εξωτερικεύσω και να τις αντιμετωπίσω για πρώτη φορά αντικειμενικά σημειωμένες στο χαρτί.

Η θεωρία μου ξεκινάει από την αίσθηση του πένθους που νιώθω να υπάρχει στην έκφραση του αισθήματος στα περισσότερα ελυτικά ποιήματα, είτε άμεσα είτε έμμεσα ερωτικά. Το πένθος, βέβαια, είναι στενά και αυτονόητα δεμένο με τον έρωτα, εφόσον ο αποχωρισμός από το αγαπημένο πρόσωπο είναι ακριβώς εκείνος που γεννά το άλγος και τη θλίψη όπου συνήθως ριζώνει ο ερωτικός καημός. Αποχωρισμός πρόσκαιρος ή αποχωρισμός παντοτινός. Η εφήμερη στέρηση ή η οριστική απώλεια του αγαπημένου προσώπου γεννά το πένθος. Σαν να πρόκειται για κάποιον οιωνεί νεκρό που, αυτός ή αυτή που αγαπάει, πενθεί.

Ό,τι μου γέννησε την περιέργεια να σκεφτώ αυτό το δίπολο έρωτα-πένθους στον Ελύτη από μιαν άλλη σκοπιά, ήταν η ποιότητα αυτού του πένθους, το είδος της απώλειας που βιώνει ο ποιητής όταν χάνει το ερωτικό αντικείμενο - την ωραία γυναίκα ή το άγουρο κορίτσι.

Υποστηρίζω πως η απώλεια γι' αυτόν δεν είναι οιωνεί απώλεια. Απομάκρυνση, χωρισμός, αποξένωση, διάψευση, απογοήτευση, προδοσία. Είναι κυριολεκτικά θάνατος. Θάνατος βιολογικός. Η αγαπημένη στον Ελύτη δεν φεύγει, πεθαίνει στ' αλήθεια. Το πένθος δεν είναι μεταφορικό, είναι πραγματικό. Και το ερωτικό αίσθημα, όσο διαρκεί η σχέση, το διαπερνά το άγχος αυτής της φυσικής διακοπής, το σταμάτημα της ζωής, είτε του εραστή είτε της ερωμένης.

Θεωρούμε το Μονόγραμμα ένα από τα δυο-τρία ωραιότερα ερωτικά ποιήματα που γράφτηκαν στα Γράμματά μας. Το διαβάζουμε ανέμελα και το αφιερώνουμε τρυφερά. Στη μνήμη μας μένουν οι στίχοι του, αποτυπώσεις ειδυλλίων που ταυτίστηκαν με αισθήσεις στα ελληνικά νησιά. Και δεν προσέχουμε ποτέ τη «φιλοσοφία» του ερωτισμού σε αυτό το ποίημα, το σκηνογραφικό πλαίσιο της γραφής του, το συναίσθημα που το διαπερνάει απ' άκρη σ' άκρη.

Πρόκειται για ποίημα υποβλητικού Πένθους. Αρχίζει με τη λέξη Πενθώ. Προηγείται ένα προανάκρουσμα θρήνου του ποιητή μες στον Παράδεισο. Αν το μετατρέπαμε σε αφήγηση θα μιλούσαμε για τον ποιητή που μες στον παράδεισο της ποίησής του πενθεί την απώλεια της Αγαπημένης, πεθαμένος ο ίδιος πια. Σε κάποιο κορυφαίο σημείο η εικόνα γίνεται βαθιά επικήδεια. Αγγελοι με κεριά και νεκρώσιμους ψαλμούς, δάκρυα των Αγίων, καμπάνες, η ώρα του θανάτου του εραστή που δεν θέλει με τίποτα ν' αποχωριστεί την Αγαπημένη, που λίγο πριν, νεκρή Οφηλία, φοράει το λευκό νυφικό αντί για σάβανο. Ολόκληρη η σύνθεση, αν και πάλλεται από ευτυχισμένα στιγμιότυπα ερωτικής πλήρωσης, υπονομεύεται από το άγχος της οριστικής απώλειας και της πένθιμης λύπης. [Πολλές φορές διαβάζοντας το Μονόγραμμα η πένθιμη όψη του έρωτα και η μεταφυσική σύλληψη της γυναίκας, αλλά και, τεχνικά, η ιδιαίτερη χρήση της παθιασμένης επανάληψης («μ' ακούς;»), όπως κι ένα κλίμα μεσημεριάτικου σκοταδιού (αλλιώτικου απ' αυτό του Σεφέρη, πιο διάφανου και γι' αυτό πιο μυστηριακού, βγαλμένου από τον σπαραγμό της έλλειψης του αγαπημένου προσώπου (ή κορμιού) που έγινε μόνο χρώμα και φως), μου ανακάλεσαν πολλές φορές τον Κλωντέλ στον «Κλήρο του μεσημεριού», μια σχέση κατά τη γνώμη μου όχι απίθανη αφού ο Ελύτης είχε δει και θαυμάσει στο Παρίσι την περίφημη παράσταση του Μπαρρώ - σχέση που θ' άξιζε κάποτε να μελετηθεί].

Σ' ένα άλλο ποίημα, ο έρωτας και το πένθος εμφανίζονται πιο «κρυπτικά», ή πιο αλχημικά μεταμορφωμένα. Για χρόνια ακούμε την περίφημη Μαρίνα των Βράχων και τη χαιρόμαστε σαν έναν ηλιόλουστο ύμνο ερωτικής λατρείας κάποιου θαλασσινού κοριτσιού. Ο πρώτος στίχος «Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη», ένα πετυχημένο ρητό που εφαρμόζει τέλεια ακόμη και σε διαφημιστικές καμπάνιες για κάποια αισθησιακή απόλαυση. Τα χείλη του κοριτσιού με την άρμη του σάλιου και τον σάλο του πόθου που ανακαλεί τον ρόχθο της ταραγμένης θάλασσας. Από τις πιο υψηλές στιγμές του ερωτικού λυρισμού μας. Ποιος μας λέει, όμως, ότι ο στίχος αυτός είναι μόνο μεταφορικός. Και δεν είναι και κυριολεκτικός. Αν τον εννοήσουμε ακριβώς όπως διατυπώνεται, η σημασία του ίσως να μην είναι καθόλου μεταφορική. Το κορίτσι έχει το ίδιο μια γεύση τρικυμίας στα χείλη. Και μάλιστα γεύση πικρή. Εχει δηλαδή γευτεί τη θάλασσα, έχει δοκιμάσει στο στόμα του την τρικυμία. Ολοι οι στίχοι που έπονται είναι στίχοι ανάμνησης. Στίχοι ελεγειακής νοσταλγίας. Στο φινάλε, η ηρωίδα αποχαιρετάει το αίνιγμά της στους κινδύνους των βράχων, δίχως χτες και αύριο. Οσα προηγήθηκαν, ως εικόνες μυστηριακής περιπλάνησης σ' ένα ερωτικό χρυσό καλοκαίρι, θα οδηγηθούν σ' έναν τελικό αποχαιρετισμό, εκεί, στο απόκρημνο της οριστικής λήθης, πάνω στα βράχια τα σημαδεμένα από τη θύελλα. Η καθαρολογική γραφή του ποιήματος και η μετουσίωση των εικόνων, αφήνουν μετέωρη και αμφιρρέπουσα τη νοηματική συμπεριφορά του λόγου. Το ποίημα θα μπορούσε, βέβαια, ν' αναφέρεται σε μια καλοκαιρινή ερωτική περιπέτεια που ο Σεπτέμβρης με την πρώτη σταγόνα της βροχής έσβησε τη φλόγα της, κι η αγαπημένη έμεινε στους βράχους σαν μια σειρήνα ν' αποχαιρετάει τον εραστή που τον παίρνει το καράβι της επιστροφής. Γιατί όμως να μην αναφέρεται και σε μια καλοκαιρινή ερωτική ανάμνηση από μια περιπέτεια του καιρού της αθωότητας μ' ένα κορίτσι που γεύτηκε την τρικυμία, πέφτοντας από τα βράχια και πεθαίνοντας μέσα στη δίνη ενός φοβερού πνιγμού; Κι όλο το ποίημα να είναι μόνο το χαρμόσυνο μνημόσυνο μιας ύπαρξης που δεν πρόλαβε να ζήσει και γι' αυτό έμεινε, χωρίς χτες και χωρίς αύριο, ενσωματωμένο στις πολύχρωμες εικόνες του θέρους; Λαμπερό, αλλά παρ' όλα αυτά στοιχειωμένο...

Ο Ελύτης είναι ποιητής πολύ πιο ιδιόρρυθμος απ' ό,τι φανερώνει η ευθύτητα του κόσμου και του οράματός του, τα κλισέ που συνηθίσαμε να τον συνοδεύουν. Κάπου άλλωστε τ' ομολογεί κι ο ίδιος πως «σαν ένας άλλος κι όχι εγώ μες στη ζωή πορεύτηκα», εννοώντας την κάλυψη της αληθινής του ζωής κάτω από μια άλλη ζωή (την ποιητική ) εξίσου, ή και περισσότερο, αληθινή μέσα στην πλασματικότητά της. Αν ο Ρεμπώ θέλησε να μεταλλάξει μέσω της αλχημείας του λόγου το απλό σε σιβυλλικό, ο Ελύτης νομίζω πως έκανε ακριβώς το αντίθετο: μετέτρεψε το βαθύ σε διάφανο, το βαρύ σε ανάλαφρο, το δυσνόητο σε αυταπόδεικτο. Από μια αντίδραση στην τάση της ρομαντικής και μεταρομαντικής ποίησης να εκφράζει το σκότος της ψυχής και τον ζόφο της ύπαρξης και να τοποθετεί τον ποιητή στη θέση του αιωνίως περιθωριακού και ηττημένου. Παντού μέσα στο έργο του διατυμπανίζεται αυτή η αντιδραστική στάση του. Η εμμονή στο ανάποδο του ρομαντικού πεσσιμισμού. Κάτι που θα μπορούσε να δεχτεί ακόμα και ψυχαναλυτικές ερμηνείες. Αυτό, όμως, διόλου δεν σημαίνει ότι το μαύρο της υπαρξιακής μελαγχολίας χωρίς ψευδαισθήσεις, και ιδιαίτερα ο Θάνατος, σε σχέση με τον Ερωτα, δεν υπάρχουν στο έργο του κρυμμένα κάτω από παραπλανητικές φαντασμαγορίες. Ο Ελύτης αρχίζει από εκεί όπου η απόγνωση έχει φτάσει ώς την ύστατη ένταση του μαύρου, οπότε μοιραία αναπηδά το λευκό σαν σωτήριο ελιξίριο. Οπως κάθε μεγάλος ποιητής, σε όλη του τη ζωή μηχανεύτηκε ένα τέχνασμα παγίδευσης του Χρόνου. Κι ο Χρόνος πώς παγιδεύεται; Αν τον βάλεις μπροστά σ' ένα αίνιγμα με τόσες λύσεις όσες και οι μέρες που έχει το Απειρο. Και το αίνιγμα του Ελύτη είναι η αμεσότητα και η ανεπιτήδευτη αθωότητα, που τα διαβάζεις σαν ευρηματικές αλλά πεντακάθαρες διατυπώσεις και απροβλημάτιστος τα προσπερνάς, νομίζοντας πως τα ένιωσες αφού εισέπραξες τόσο εύκολα τη στιλπνή επιφάνειά τους, ενώ κρύβουν μυστικά και παγίδες, αρκετές ώστε η κάθε γενιά να πρέπει να τις ανιχνεύει, να τις ερμηνεύει, ή και ανίδεη να τις απολαμβάνει εσαεί. Ισως και γι' αυτό, η ποίησή του, ακόμη και τώρα που η φύση δεν «μιλάει» πια ως θέμα, εξακολουθεί να συναρπάζει με μια διαφορετική γοητεία. Γιατί κάτω από την αστραφτερή της επίφαση, την αισιόδοξη και θετική, καραδοκούν οι κώδικες του πένθους και του θανάτου, της άλλης μελαγχολίας που διαρκώς τροφοδοτεί το φως του με μια μαγνητική ενέργεια ακαταμάχητη. Οπως η μαύρη κοπριά που θρέφει το ακτινοβόλο ηλιοτρόπιο.
Εστρεψα κατά πάνω μου τον θάνατο σαν υπερμέγεθες ηλιοτρόπιο. Εδώ μεταστοιχειώνεται ο και με φως και με θάνατον κυκλοδίωκτος ήλιος του Κάλβου. Αλλά κι εξορκίζεται η απεγνωσμένη καρυωτακική κραυγή: Κι αυτός ο ήλιος, θάνατος μέσα στους θανάτους!

Κλείνοντας, θυμάμαι ένα από τα πιο γνωστά τραγούδια που έγραψε. Κι εκεί ακριβώς βρίσκω την απερίφραστη εικόνα ταύτισης του ερωτικού με το νεκρώσιμο πένθος, που ως τώρα μόνο υποπτεύτηκα στα «σοβαρά» του ποιήματα:

Γιατί στο σπίτι που αγρυπνώ
η αγάπη μου πεθαίνει
Και μες στα δάκρυα την κοιτώ
- που μόλις ανασαίνει

http://www.e-poema.eu/dokimio.php?id=384

Πέμπτη, 29 Μαΐου 2014

Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης



Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία μόνο κατ' όνομα υπήρχε τις παραμονές της Άλωσης. Ήταν περιορισμένη, κυρίως, στην περιοχή γύρω από την Κωνσταντινούπολη και σε κάποιες σκόρπιες περιοχές, όπως το Δεσποτάτο του Μυστρά. Οι θρησκευτικές έριδες, οι εμφύλιες διαμάχες, οι σταυροφορίες, η επικράτηση του φεουδαρχισμού και η εμφάνιση πολλών και επικίνδυνων εχθρών στα σύνορά της είχαν καταστήσει την πάλαι ποτέ Αυτοκρατορία ένα «φάντασμα» του ένδοξου παρελθόντος της.
Το Βυζάντιο σε εκείνη την κρίσιμη στιγμή της ιστορίας του με την οθωμανική λαίλαπα προ των πυλών του, δεν μπορούσε να ελπίζει παρά μόνο στη βοήθεια της καθολικής Ευρώπης, η οποία όμως ήταν μισητή στους κατοίκους της Κωνσταντινούλης. Η ύπαρξη «Ενωτικών» και «Ανθενωτικών» δίχαζε τους Βυζαντινούς. Ωστόσο, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος έκανε μια απέλπιδα προσπάθεια, στέλνοντας πρεσβεία στον πάπα Νικόλαο Ε' για να ζητήσει βοήθεια. Ο Πάπας έβαλε και πάλι ως όρο την Ένωση των Εκκλησιών, αλλά αποδέχθηκε το αίτημα του αυτοκράτορα να στείλει στην Κωνσταντινούπολη ιερείς, προκειμένου να πείσουν τον λαό για την αναγκαιότητα της Ένωσης.
Οι απεσταλμένοι του Πάπα, καρδινάλιος Ισίδωρος και ο αρχιεπίσκοπος Μυτιλήνης Λεονάρδος, λειτούργησαν στην Αγία Σοφία, προκαλώντας την αντίδραση του κόσμου, που ξεχύθηκε στους δρόμους και γέμισε τις εκκλησίες, όπου λειτουργούσαν οι ανθενωτικοί με επικεφαλής τον μετέπειτα πατριάρχη Γεννάδιο Σχολάριο. Το σύνθημα που κυριαρχούσε ήταν «Την γαρ Λατίνων ούτε βοήθειαν ούτε την ένωσιν χρήζομεν. Απέστω αφ' ημών η των αζύμων λατρεία».
Το μίσος για τους Λατίνους δεν απέρρεε μόνο από δογματικούς λόγους. Η λαϊκή ψυχή δεν είχε ξεχάσει τη βαρβαρότητα που επέδειξαν οι Σταυροφόροι στην Πρώτη Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204, ενώ αντιδρούσε στην οικονομική διείσδυση της Βενετίας και της Γένουας, που είχε φέρει στα πρόθυρα εξαθλίωσης τους κατοίκους της Αυτοκρατορίας, αλλά και στην καταπίεση των ορθοδόξων στις περιοχές, όπου κυριαρχούσαν οι καθολικοί.
Αντίθετα, οι Οθωμανοί φαίνεται ότι συμπεριφέρονταν καλύτερα προς τους χριστιανούς. Πολλοί χριστιανοί είχαν υψηλές θέσεις στην οθωμανική διοίκηση, ακόμη και στο στράτευμα, ενώ κυριαρχούσαν στο εμπόριο. Οι χωρικοί πλήρωναν λιγότερους φόρους και ζούσαν με ασφάλεια. Έτσι, στην Κωνσταντινούπολη είχε σχηματισθεί μία μερίδα που διέκειτο ευνοϊκά προς τους Οθωμανούς. Την παράταξη αυτή εξέφραζε ο Λουκάς Νοταράς με τη φράση «Κρειττότερον εστίν ειδέναι εν μέση τη πόλει φακιόλιον βασιλεύον Τούρκων ή καλύπτραν λατινικήν».
Από τις αρχές του 1453 ο Μωάμεθ προετοιμαζόταν για την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης. Με έδρα την Ανδριανούπολη συγκρότησε στρατό 150.000 ανδρών και ναυτικό 400 πλοίων. Ξεχώριζε το πυροβολικό του, που ήταν ό,τι πιο σύγχρονο για εκείνη την εποχή και ιδιαίτερα το τεράστιο πολιορκητικό κανόνι, που είχαν φτιάξει Σάξωνες τεχνίτες. Στις 7 Απριλίου, ο σουλτάνος έστησε τη σκηνή του μπροστά από την Πύλη του Αγίου Ρωμανού και κήρυξε επίσημα την πολιορκία της Κωνσταντινούπολης.
Ο αγώνας ήταν άνισος για τους Βυζαντινούς, που είχαν να αντιπαρατάξουν μόλις 7.000 άνδρες, οι 2000 από τους οποίους μισθοφόροι, κυρίως Ενετοί και Γενουάτες, ενώ στην Πόλη είχαν απομείνει περίπου 50.000 κάτοικοι με προβλήματα επισιτισμού. Η Βασιλεύουσα περιβαλλόταν από ξηράς με διπλό τείχος και τάφρο. Το τείχος αυτό, που επί 1000 χρόνια είχε βοηθήσει την Κωνσταντινούπολη να αποκρούσει νικηφόρα όλες τις επιθέσεις των εχθρών της, τώρα ήταν έρμαιο του πυροβολικού του σουλτάνου, που από τις 12 Απριλίου άρχισε καθημερινούς κανονιοβολισμούς.
Οι Τούρκοι προσπάθησαν πολλές φορές να σπάσουν την αλυσίδα που έφραζε τον Κεράτιο κόλπο και προστάτευε την ανατολική πλευρά της Κωνσταντινούπολης. Στις 20 Απριλίου ένας στολίσκος με εφόδια υπό τον πλοίαρχο Φλαντανελλά κατορθώνει να διασπάσει τον τουρκικό κλοιό μετά από φοβερή ναυμαχία και να εισέλθει στον Κεράτιο, αναπτερώνοντας τις ελπίδες των πολιορκούμενων.
Ο Μωάμεθ κατάλαβε αμέσως ότι μόνο το πυροβολικό του δεν έφθανε για την εκπόρθηση της Πόλης, εφόσον παρέμεινε απρόσβλητος ο Κεράτιος. Με τη βοήθεια ενός ιταλού μηχανικού κατασκεύασε δίολκο και τη νύχτα της 21ης προς την 22α Απριλίου, 70 περίπου πλοία σύρθηκαν από τον Βόσπορο προς τον Κεράτιο. Η κατάσταση για τους πολιορκούμενους έγινε πλέον απελπιστική, καθώς έπρεπε να αποσπάσουν δυνάμεις από τα τείχη για να προστατεύσουν την Πόλη από την πλευρά του Κεράτιου, όπου δεν υπήρχαν τείχη.
Η τελική έφοδος των Οθωμανών έγινε το πρωί της 29ης Μαΐου 1453. Κατά χιλιάδες οι στρατιώτες του Μωάμεθ εφόρμησαν στη σχεδόν ανυπεράσπιστη πόλη και την κατέλαβαν μέσα σε λίγες ώρες. Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, που νωρίτερα απέκρουσε με υπερηφάνεια τις προτάσεις συνθηκολόγησης του Μωάμεθ, έπεσε ηρωικά μαχόμενος. Αφού έσφαξαν τους υπερασπιστές της Πόλης, οι Οθωμανοί Τούρκοι προέβησαν σε εκτεταμένες λεηλασίες και εξανδραποδισμούς. Το βράδυ, ο Μωάμεθ ο Πορθητής εισήλθε πανηγυρικά στην Αγία Σοφία και προσευχήθηκε στον Αλλάχ «αναβάς επί της Αγίας Τραπέζης», όπως αναφέρουν οι χρονικογράφοι της εποχής.


ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/articles/145#ixzz337i4WSKY

Τρίτη, 27 Μαΐου 2014

Φρυκτωρίες: το αρχαιότερο οργανωμένο δίκτυο επικοινωνίας




Σύμφωνα με τον Αισχύλο, φρυκτωρίες ονομάζονταν οι φωτιές που χρησιμοποιούσαν οι"γνώστες", για να αναγγείλουν μία είδηση. Τις φωτιές αυτές τις άναβαν στις κορφές των βουνών και των λόφων, για να μεταδίνουν ειδήσεις, κάτι που θεωρείται ως σύστημα οπτικής επικοινωνίας...

Οι φρυκτωρίες, προέρχονται από την λέξη «Φρυκτός» = ψημένος, καβουρδισμένος, ο δαυλός ή ο πυρσός που φλέγεται, για να κάνουν σήματα και έτσι να μεταδώσουν τις πληροφορίες-ειδήσεις.

Αρχική - Ριζική λέξη : φρύγω < αρχ. φρύγω. Ετυμολογία: [<αρχ. φρυκτωρία < φρυκτωρός] φρύξη, φρυγμός, φρυκτός, φρυκτωρία, φρύγανο, φρυγανιά, φρυγανιέρα, φρυγανίζω, φρυγάνισμα.

Είναι σύνθετη και αποτελείται από τη λέξη φρυκτός που σημαίνει πυρσός και ώρα που σημαίνει φροντίδα, δηλαδή πρόκειται για οπτικό τηλέγραφο, καθώς είναι συστηματική μέθοδος μετάδοσης προσυμφωνημένων μηνυμάτων με χρήση φωτιάς.

Αλλά και ο Ηρόδοτος (Η΄ 98) αναφέρει ότι το ταχυδρομικό σύστημα των Περσών λεγότανε «αγγαρήιον», επειδή εξυπηρετιόταν από «αγγάραυς», δηλαδή, έφιππους αγγελιοφόρους. Από δω και η ετυμολογία της λέξης «αγγαρεία» (υποχρεωτική εργασία χωρίς ιδιαίτερη αμοιβή, καταναγκαστική κατά κάποιο τρόπο) και παράγεται από την αρχαία περσική λέξη “agar”=έφιππος αγγελιοφόρος· (ταχυδρόμος-γραμματοκομιστής).


«Τοῦτο το δρόμημα τῶν ἵππων καλέουσι Πέρσαι ἀγγαρήιον»

Πληροφορίες γι αυτό τον τρόπο επικοινωνίας έχουμε από τον Όμηρο στην Ιλιάδα, τον Απολλώνιο το Ρόδιο στα Αργοναυτικά, τον Αισχύλο στο δράμα Αγαμέμνων, τον Ηρόδοτο, τον Θουκυδίδη, τον Ευριπίδη, τον Αριστοφάνη, τον Σέξτο τον Εμπειρικό και τον Αναξίμανδρο.

Σύμφωνα με τον Αισχύλο, όταν το 1184 π.Χ. καταλαμβάνεται η Τροία, ο βασιλιάς των Μυκηνών Αγαμέμνων πληροφορεί τη σύζυγο του Κλυταιμνήστρα με δίκτυο από φωτιές με την παρακάτω σειρά:

Τροία - Ίδη - Έρμαιο Λήμνου - Άθως Αγίου Όρους - Μάκιστο Εύβοιας - Μεσσάπιο της Βοιωτίας - Κιθαιρώνας - Αιγίπλαγκτο - Αραχναίο - Παλάτι των Μυκηνών (βλέπε χάρτη Ελλάδος).

Η απόσταση που καλύφθηκε υπερβαίνει τα 600 χιλιόμετρα. Είναι το πρώτο και αρχαιότερο οργανωμένο δίκτυο επικοινωνίας για το οποίο υπάρχει γραπτή μαρτυρία (Αισχύλου Αγαμέμνων, στίχοι 263-304).

Η έρευνα έχει φέρει στο φως εκτεταμένο δίκτυο φρυκτωριών στην ηπειρωτική αλλά και στη νησιωτική Ελλάδα. Τα δίκτυα λειτούργησαν για πολλούς αιώνες. Στην περίοδο της Βυζαντινής αυτοκρατορίας έχουμε τις καμινοβιγλατορίες και το περίφημο"Ωρονόμιο" του Λέοντα του Φιλοσόφου.

Επαμεινώνδας Βλαχογιώργος
mythiki-anazitisi
logiosermis

Παρασκευή, 23 Μαΐου 2014

Ένα φυσικό γιατρικό με πολλές ιδιότητες το σπαθόλαδο..









Αναγνωρισμένο για τις πολλές του ιδιότητες

Αποτέλεσε το περίφημο ίαμα των αρχαίων Σπαρτιατών, με το οποίο θεράπευαν τις πληγές τους μετά τις μάχες, ενώ το πρότειναν οι θεραπευτές της εποχής για την αντιμετώπιση της κατάθλιψης και του έλκους στομάχου. Αναγνωρισμένο για τις πολλές του ιδιότητες, το σπαθόλαδο κατάφερε να διατηρηθεί ως «απαραίτητο γιατρικό», από αρχαιοτάτων χρόνων έως σήμερα, παρά το γεγονός ότι δεν είναι ευρέως γνωστό πού μπορεί να το βρει κανείς ή πώς να το παρασκευάσει.

Στην περιφέρεια, πολλοί είναι εκείνοι που το φτιάχνουν μόνοι τους. Στις αρχές Μαΐου και για περίπου έναν μήνα ανθίζει το σπαθόχορτο, ένα από τα σημαντικότερα λουλούδια της ελληνικής πανίδας. Το φυτό αυτό διακρίνεται, όχι μόνο για το έντονο κίτρινο χρώμα του, αλλά και για τις πολλές θεραπευτικές του ιδιότητες - αντισηπτικές, αντιοξειδωτικές, αντιφλεγμονώδεις, στυπτικές και επουλωτικές. Βοηθά δε σημαντικά, όπως λέγεται, στην αντιμετώπιση της ισχιαλγίας, των ρευματικών πόνων και των πόνων των αρθρώσεων κι έχει άριστες επουλωτικές ιδιότητες (συνίσταται για την επούλωση πληγών, μωλώπων και εγκαυμάτων πρώτου βαθμού).

Το σπαθόχορτο ή το βαλσαμόχορτο, όπως το γνωρίζει αρκετός κόσμος, αποτελεί το κύριο συστατικό του σπαθόλαδου που, σύμφωνα με τον Διοσκουρίδη, είχε και ιδιότητες αντικαταθλιπτικού. Στις ΗΠΑ, όπου καταγράφει υψηλές πωλήσεις, ύστερα από σχετκό πρόγραμμα του ABC News, τον Ιούνιο του 1997, το σπαθόλαδο αποτέλεσε το εναλλακτικό «πρόζακ» για την ήπια και μέτρια κατάθλιψη. Στη Γερμανία το σπαθόλαδο, που χρησιμοποιείται ως αντισπασμωδικό αλλά και για την αντιμετώπιση αϋπνιών, αποτελεί συχνά συνταγογραφούμενο από τους γιατρούς φάρμακο κατά της μελαγχολίας.

Μεταξύ άλλων περιέχει υπερικίνη και ψευδο-υπερικίνη, φλαβονοειδή (16% στα φύλλα), ξανθόνες, φαινολικά οξέα, αιθέρια έλαια (0,13% σε ολόκληρο το φυτό). Οι αναλγητικές ιδιότητες του βοτάνου είχε ειπωθεί πρώτα ότι οφείλονταν στις ουσίες hypericin, pseudohypericin και στα φλαβονοειδή, αλλά σύμφωνα με πρόσφατες φαρμακολογικές και κλινικές μελέτες τα αποτελέσματα επικεντρώνονται σε μια κυρίως δραστική ουσία του, τη hyperforin. Στην ομοιοπαθητική χρησιμοποιείται κυρίως σε νευραλγίες και τραυματισμούς νεύρων και γενικά συμπτωματολογία που ξεκινά από τραυματισμούς νεύρων, όπως απώλεια μαλλιών, κατάθλιψη και νευραλγία.

Το συγκεκριμένο φυτό κατά την περίοδο της ωρίμανσής του στους ορεινούς - κυρίως - όγκους μαζεύεται από τους παραγωγούς και με τη φυσική μέθοδο της ζύμωσης παρασκευάζεται το σπαθόλαδο, χωρίς καμία προσθήκη συντηρητικών ή άλλων ουσιών. Το λάδι με το οποίο γίνεται η μείξη πρέπει να είναι εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο με χαμηλή οξύτητα, έτσι ώστε κατά τη διάρκεια της ζύμωσης και όσο διαρκεί η έκθεσή του στο ήλιο να μην ανεβάσει την οξύτητά του, αλλά κυρίως να αποκτήσει ένα ιδιαίτερα βαθύ κόκκινο χρώμα.

Σήμερα αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα φυτικά και φυσικά προϊόντα που υποβοηθούν την υγεία του ανθρώπου. Ισχιαλγίες, πληγές, εγκαύματα, μώλωπες, στομαχικές διαταραχές, γαστρεντερίτιδες, ελαφράς μορφής έλκη, στομαχόπονοι, πόνοι των αρθρώσεων, αντιφλεγμονώδεις, αντισηπτικές, αντιοξειδωτικές και πολλές ακόμη ιδιότητες το κατατάσσουν μεταξύ των πιο ωφέλιμων για τον άνθρωπο βοτανολογικών σκευασμάτων.

Επίσης, με το σπαθόλαδο γίνονται επαλείψεις ή ελαφρές εντριβές στο μέρος που πονά ή μπορούμε ακόμη να εφαρμόσουμε τοπικά επιθέματα με διαποτισμένη γάζα. Επίσης, είναι ιδανικό για κάθε θεραπευτικό ή χαλαρωτικό μασάζ - μπορεί να εμπλουτισθεί με αιθέρια έλαια ανάλογα. Ωστόσο, μπορεί να χρησιμοποιηθεί και πόσιμο, καθώς συνιστάται ιδιαιτέρως για τις κολίτιδες, την επώδυνη πέψη και τις ξινίλες του στομάχου.

«Κατ' αρχάς, το σπαθόχορτο το μαζεύουμε τον Μάιο και στις αρχές Ιουνίου σε παραθαλάσσιες περιοχές και όσο περνάει ο καιρός - μέχρι και το τέλος Ιουλίου - το βρίσκουμε στα ορεινά μέρη της Ελλάδας. Μαζεύουμε τα άνθη του και τα βάζουμε σε ένα γυάλινο βάζο, ενώ το μυστικό σε αυτή την περίπτωση είναι να βάλουμε ένα πολύ καλό ελαιόλαδο. Συνήθως έξτρα παρθένο ελαιόλαδο με χαμηλή οξύτητα ή αγουρέλαιο, που η οξύτητά του είναι κοντά στο 0% είναι το καλύτερο λάδι που μπορούμε να βάλουμε» αναφέρει στο ΑΠΕ - ΜΠΕ ο βοτανολόγος Αλκιβιάδης Γρηγοριάδης.

«Κατόπιν - προσθέτει - το βάζουμε στον ήλιο και μέσα σε περίπου 40 ημέρες γίνεται το σπαθόλαδο. Καλό είναι, τα πρώτα εικοσιτετράωρα να μην το βγάλουμε κατευθείαν στον ήλιο, αλλά να το έχουμε σε φωτεινό μέρος. Τονίζω ότι όλο το μυστικό είναι στο ελαιόλαδο. Υπάρχουν πολλά σπαθόλαδα, κυρίως αυτά που έρχονται από το εξωτερικό, αλλά αυτά είναι με σπορέλαια που κάθε άλλο παρά έντονο κόκκινο χρώμα έχουν. Φυσικά, ένας που γνωρίζει από σπαθόλαδα, το αντιλαμβάνεται εύκολα αποκλειστικά από το χρώμα, γιατί αν δεν είναι καλό το ελαιόλαδο, αυτό γίνεται καφέ. Οι καταναλωτές θα πρέπει να είναι προσεκτικοί, γιατί αν το πάρουν σε πλαστικό μπουκαλάκι, είναι επικίνδυνο, αφού το σπαθόλαδο έχει την ιδιότητα να τραβάει όλα τα χημικά του πλαστικού μπουκαλιού».

Σε ό,τι αφορά τις ιδιότητες του σπαθόλαδου, ο κ. Γρηγοριάδησς επισημαίνει πως «αποτελεί μιας πρώτης τάξης αντισηπτικό και επουλωτικό, ενώ βοηθά στις παλινδρομήσεις και στο έλκος στομάχου». Επίσης, σύμφωνα με τον ίδιο, αν προστεθεί σε κεραλοιφή, τότε γίνεται πολύ αποτελεσματικό και στις κατακλύσεις.

«Τα αποτελέσματα είναι γνωστά από τα παλιά χρόνια, αφού οι πολεμιστές τα χρησιμοποιούσαν κατά τη διάρκεια των πολέμων. Το ευχάριστο είναι ότι γίνεται αποδεκτό σε μεγάλο βαθμό ακόμη και από την ιατρική κοινωνία» επισημαίνει.

Το σπαθόλαδο κρατάει περίπου δύο χρόνια από τη στιγμή που θα παραχθεί, ενώ το καλύτερο είναι να καταναλωθεί μέσα σε έναν χρόνο. «Καλό είναι να καταναλώνετε σύντομα και να μην το κρατάμε για μεγάλο χρονικό διάστημα. Σήμερα, ο κόσμος έχει στραφεί προς τα βότανα και τα προϊόντα προς αυτή την κατεύθυνση. Και δεν είναι τυχαία, αφού βλέπει ότι δίνει λύσεις στα προβλήματά του. Ακόμη και στα μικρά παιδιά, σε περιπτώσεις συγκάματος, μπορεί να χρησιμοποιηθεί στη θέση μιας κρέμας, ενώ βοηθάει και η καθημερινή επάλειψη στο πρόσωπο για να κερδίζει κάποιος χρόνια νεότητας!» αναφέρει χαρακτηριστικά ο κ. Γρηγοριάδης συνιστώντας μας να καταναλώνουμε μια κουταλιά σπαθόλαδο το πρωί.

Πέμπτη, 22 Μαΐου 2014

ΤΟ ΩΡΑΙΟ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ



(σκέψεις για την υπόθεση της ποίησης)
Τι είναι ποίηση… Το ερώτημα εξελίσσεται αντί άλλης απάντησης σε διστακτικές φράσεις, ανεπαρκείς εξηγήσεις ή απροσδιόριστες παλιλλογίες. Το ενδιαφέρον είναι ότι μύστες, μυημένοι, γνώστες και μη γνώστες, τέλος πάντων οι δημιουργοί όσο και οι αναγνώστες, συμφωνούν πως η ποίηση είναι «το τελευταίο μας άλλοθι». Τη φράση την κλέβω -φανερά- από την Παυλίνα Παμπούδη. Ετσι, επειδή την ποίηση δεν καταφέρνει κανείς να την αντιγράφει ή να την προσεταιρίζεται… Κι ακόμη, η ποίηση είναι, αλληγορικά, ο ήλιος που κανένας Ικαρος δεν θα προσεγγίσει γιατί οι φτερούγες του θα λιώνουν αναπόφευκτα καθώς πλησιάζει. Είναι πεφρασμένη νοητική λειτουργία. Είναι, γιατί όχι, ένα μεταφυσικής υπόστασης δράμα με θεατές, πρωταγωνιστές και κομπάρσους που εναλλάσσονται στο κοίλον και τη σκηνή.
Οι επιδράσεις μου… Είναι αντικατοπτρισμοί των προσδοκιών μου. Ήτοι, κάθε ποιητής διαβάζει εκλεκτικά ομοτέχνους του. Συνήθως κάποιοι, οι περισσότεροι μάλλον, αναφέρουν ως επιδραστικούς τους ποιητές που διάβασαν αρχικά ή δοκίμασαν να δημιουργήσουν ακολουθώντας τον ποιητικό τρόπο, τη «φωνή» τους. Ωστόσο, οι επιδράσεις για τον ποιητή αναδύονται κι αναδεύονται από κάθε διάβασμα, λέξη, ανάσα ή απορρέουσα συγκίνηση ανάμεσα σε στίχους. Είναι μια διαρκής διαδικασία. Εάν ο Eugenio Montale ή ο Octavio Paz με προσελκύουν στην περιπέτεια της ποίησής τους, κι εάν ήδη θεωρώ «πατέρες» μου τον Κορνάρο, τον Σολωμό, τον Ελύτη, άλλο τόσο θαυμάζω την κρυστάλλινη, χαμηλότονη ποίηση του Σταμάτη Πολενάκη, την πειθαρχημένη λακωνικότητα της Δάφνης Νικήτα, την ορμητικότητα του φίλου μου Γιάννη Αντιόχου, την επάρκεια βιώματος του Γιάννη Ευθυμιάδη.
Βιβλίο-σταθμός… Μου αρέσει η «Αμοργός» του Νίκου Γκάτσου. Ολοκληρωμένη συλλογή, βρίθουσα συμβολισμούς, εικόνες και τέρατα της ελληνικής εμπειρίας. Ζηλεύω. Θα ήθελα να την είχα εμπνευστεί τη δική του Αμοργό. Όπως επίσης μου αρέσει η ποιητική ηθική του κυρ Νίκου: δεν εξέδωσε άλλο βιβλίο κατόπιν. Είχε πει όλα όσα χρειαζόταν ο ίδιος να πει. Χωρίς περιττά, χωρίς παλινωδίες. Ετούτο σπανίζει, όντως...
Ποίηση=τροφοδοσία… Η ποιητική δημιουργία και η ευαισθησία είναι έννοιες συνυφασμένες. Ο ποιητής γεννιέται και (συνειδητοποιεί σύντομα πως) τρέφεται με το όραμα της γραφής, της περιγραφής και της σύνθεσης. Η αλληλένδετη σχέση αποδίδει – βεβαίως, δεν ξέρω σε ποιον βαθμό για τον κάθε άνθρωπο, ποιητή ή μη ποιητή. Πάντως, στην περίπτωσή μου, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, η συγγραφική διαδικασία είναι ερωτική πράξη, μεθυστική και τελεολογική.
Η σύγχρονη γραφή ποίησης… Τη βιώνουμε όλοι, ο καθένας ξεχωριστά και όλοι από κοινού. Θα συμφωνήσουν όλοι με την άποψη πως η ποίηση, ως πνευματικό corpus της σήμερον, ενδυναμώνει, αποκτά ενδιαφέρον και σίγουρα δημιουργεί προσδοκίες. Η συγχρονία συνεπάγεται τη διαχρονία, ωστόσο: κάποιοι θα επιβάλλουν τομές, μερικές τάσεις θα αποδειχθούν ισχνές ή αδιέξοδες, κάθε τι που συζητιέται σήμερα θα αποτελέσει αντικείμενο φιλολογικής, ενδελεχούς εξέτασης στο εγγύς μέλλον.
Το Διαδίκτυο στη ζωή των ποιητών… Εάν ο Γουτεμβέργιος ζούσε σήμερα, είναι σίγουρο ότι θα επέλεγε να γράφει στην τελευταία έκδοση του Word και να στέλνει συνεργασίες σε ηλεκτρονικά περιοδικά. Αλίμονο, το χαρτί παραμένει στη συνείδηση του δημιουργού όσο και του αναγνώστη. Σε κάθε περίπτωση, το καλό ποιητικό κείμενο θα διαδοθεί, θα κριθεί και θα τοποθετηθεί στη βαθμίδα που του αρμόζει. Είναι αστείο ν’ ακούς απόψεις εσχάτως -και δη από υποτιθέμενους έγκυρους συγγραφείς- όπως ότι το Διαδίκτυο αποτελεί θάνατο της λογοτεχνίας ή, ακόμη, την επιμονή κάποιων να αρνούνται οποιαδήποτε τεχνολογική εξέλιξη εφόσον, πασιφανώς, προϋποτίθεται αξιωματικά ότι προάγεται η επικοινωνία, η διάδοση και η προβολή της συγγραφής. Το Διαδίκτυο είναι ήδη εδώ. Οσοι δεν το αντιλαμβάνονται, χαμηλώνουν στα όρια της γραφικότητας.
Τα ηλεκτρονικά περιοδικά εν γένει… Όπως τα έντυπα, αναλόγως τα ηλεκτρονικά περιοδικά, εξυπηρετούν την ανάγκη διάδοσης, αξιολόγησης, προβολής και προώθησης της λογοτεχνίας. Πρόκειται για διαφορετικά δεδομένα, δηλαδή το τυπωμένο χαρτί έναντι των εκατομμυρίων pixel σε μια οθόνη, που ωστόσο αλληλοσυμπληρώνονται. Τα μειονεκτήματα, εκατέρωθεν, δεν μειώνουν την αξία και την προσδοκιμότητα της κάθε φόρμας.
Το (.poema..) ειδικότερα… Το περιοδικό δημιουργήθηκε από την ανάγκη θέσης και πρότασης ως προς τη σύγχρονη ποιητική δημιουργία. Είναι ακόμη η ανάγκη αντικατοπτρισμού των αισθητικών επιλογών της ομάδας που υπογράφει αυτή τη συλλογική προσπάθεια. Οι φιλοδοξίες της συντακτικής ομάδας είναι πολλές, ενίοτε προκλητικές μα και υλοποιήσιμες. Ολοι συμμετέχουν με την ιδιότητά τους (ποιητές, μεταφραστές, πανεπιστημιακοί, κριτικοί) και με μοναδικό γνώμονα την ανιδιοτελή σχέση τους με την ποιητική δημιουργία. Φυσικά, το περιοδικό επικεντρώνεται στους νεότερους δημιουργούς, «λοξοκοιτάζει» ωφέλιμα προς τις προηγούμενες γενιές, επιδιώκει να συνάπτει σχέσεις μεταξύ παρελθόντος-παρόντος. Εννοείται πως ο υπογράφων έχει τον τελικό έλεγχο για το τι και το πώς στις ηλεκτρονικές σελίδες του (.poema..), μα όλοι ανεξαιρέτως στη συντακτική ομάδα δρουν ξεχωριστά και με διαφορετικές αρμοδιότητες ο καθένας. Σημειωτέον ότι η συντακτική ομάδα δεν έχει συναντηθεί εν συνόλω ούτε μία φορά, σ’ αυτά τα τρία χρόνια. Λογικό είναι, αφού τα μέλη της ζουν σε διαφορετικά σημεία του ορίζοντα. Εξάλλου, το περιοδικό μεν δηλώνει ευρωπαϊκό ήδη με την κατάληξη της ηλεκτρονικής του ταυτότητας (.eu), υπογράφεται δε με κυρίαρχη την ελληνική γλώσσα και, όντως, κυκλοφορεί στο Διαδίκτυο μέσω Ολλανδίας…


Βασίλης Ρούβαλης



Τετάρτη, 21 Μαΐου 2014

Δημήτριος ο Φαληρεύς


Δημήτριος ο Φαληρεύς






Η παιδεία του ήταν ιδιαιτέρως επιμελημένη και υπήρξε μαθητής του Αριστοτέλη και του διαδόχου του στην Περιπατητική Σχολή, του Θεόφραστου από την Ερεσό. Κοντά στους δυο φιλοσόφους απέκτησε βαθιά μόρφωση, ενώ συνέγραψε πλείστα συγγράμματα, τα οποία όμως δεν διασώζονται σήμερα. Όσον αφορά στο πολιτικό επίπεδο υπήρξε οπαδός της αντιμακεδονικής μερίδας, η οποία είχε ταχθεί κατά του Αντιπάτρου, ενώ όπως θα αποδειχτεί αργότερα θα αναπτύξει πολύπλευρη δραστηριότητα στα εσωτερικά ζητήματα της Αθήνας, όπου θα διακριθεί ως νομοθέτης και διαχειριστής.


Ακόμη, φημιζόταν για την ρητορική του δεινότητα, ενώ πηγές αναφέρουν ότι ήταν εκείνος που εισήγαγε το ασιατικό ύφος στην τέχνη της ρητορείας. Η ικανότητα του αυτή ήταν η αιτία απόκτησης μεγάλης επιρροής στην Αθήνα, με αποτέλεσμα να διοριστεί από τον βασιλιά Κάσσανδρο ως «επιστάτης» των Αθηναίων πολιτών. Έτσι, εκλέχθηκε επιμελητής της πόλης και η διακυβέρνηση του διήρκησε δέκα συναπτά έτη (317 π.Χ. – 307 π.Χ.), όπου υπηρέτησε επάξια την πόλη και τον λαό. Έδειξε έντονη δραστηριότητα στον οικονομικό και τον νομοθετικό τομέα, επιτυγχάνοντας με τις ρυθμίσεις του την αύξηση των εσόδων της Αθήνας, αλλά και την μεταμόρφωση της, μέσω των καλαίσθητων διακοσμήσεων του. Συγκεκριμένα, ανέβασε τις ετήσιες προσόδους της πόλης σε 1.200 τάλαντα, ενώ θέσπισε νόμους για την περιστολή της πολυτελούς και έκλυτης διαβίωσης.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασαν οι νόμοι του για τον περιορισμό της χλιδής, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα την απαγόρευση της κατασκευής μεγαλόπρεπων ταφικών μνημείων. Λιτές επιτύμβιες στήλες αντικατέστησαν τις πλούσια διακοσμημένες, μαρμάρινες ληκύθους και τα εντυπωσιακά ανάγλυφα με σκηνές αποχαιρετισμού, με αποτέλεσμα το τέλος της αττικής τέχνης των νεκρικών μνημείων. O νόμος αυτός και άλλοι ανάλογοι του Δημητρίου του Φαληρέως διατηρήθηκαν ενεργοί επί αιώνες, γεγονός που αποδεικνύει ότι είχαν την υποστήριξη της δημόσιας κοινής γνώμης, καθώς ο λαός είχε κουραστεί από την προκλητική επίδειξη πλούτου των ισχυρών της πόλης. Στο σημείο αυτό ιστορικές πηγές μας πληροφορούν ότι οι Αθηναίοι ως ένδειξη αναγνώρισης της προσφοράς του, έστησαν προς τιμήν του 360 ανδριάντες, έναν για κάθε μέρα του έτους, οι περισσότεροι από τους οποίους τον απεικόνιζαν έφιππο ή πάνω σε άρμα.


Δημήτριος ο Πολιορκητής αργυρό τετράδραχμο.

Ωστόσο, μετά την κατάληψη της Αθήνας από τον Δημήτριο Α’ τον Πολιορκητή (307 π.Χ.) και την απόβαση του στον Πειραιά, η πολιτική του σταδιοδρομία του Δημήτριου λήγει. Αν και ο ίδιος κατείχε την Μουνιχία, δηλαδή τον σημερινό λόφο της Καστέλας του Πειραιά και συγκεκριμένα την κορυφή και την ανατολική πλαγιά με τον προ αυτού όρμο, αλλά και σημαντική στρατιωτική δύναμη, τράπηκε σε φυγή στη Θήβα και από εκεί κατέφυγε στην Αίγυπτο, για να γλιτώσει την θανατική ποινή που του επέβαλαν οι Αθηναίοι. Αμέσως μετά την πτώση του οι Αθηναίοι έσπευσαν να καταστρέψουν τους ανδριάντες του, από τους οποίους άλλους έριξαν στη θάλασσα, άλλους πούλησαν και άλλους έκοψαν για να κατασκευάσουν αγγεία, τις λεγόμενες «αμίδες».

Ο φιλόσοφος στην Αίγυπτο συνάντησε την θερμή υποδοχή του βασιλιά Πτολεμαίου του Σωτήρα, ο οποίος του απέδωσε μεγάλες τιμές. Βλέποντας ο Δημήτριος τις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις που επέφερε η ραγδαία επέλαση των μακεδονικών φαλαγγών στις αχανείς εκτάσεις της Περσικής Αυτοκρατορίας, έπλασε ένα όνειρο που είχε σχέση με την ανάδειξη του ελληνικού πνεύματος σε παγκόσμια κλίμακα, καταφέρνοντας να πείσει με τις προτροπές του τον Πτολεμαίο να δημιουργήσει στην Αλεξάνδρεια σχολή και βιβλιοθήκη, όπου θα συγκεντρώνονταν όλα τα βιβλία του τότε γνωστού κόσμου. Τότε ακριβώς, ο βασιλιάς της Αιγύπτου του ανέθεσετην ίδρυση της Βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας. Με αυτό τον τρόπο, ο Δημήτριος έθεσε τα θεμέλια της γραμματικής και της κριτικής φιλολογίας, ενώ με τις συμβουλές του συνείσφερε στην μετάφραση των ιερογλυφικών χρονικών της Αιγύπτου και άλλων απόκρυφων βιβλίων.

Ο Φαληρεύς, έχοντας θητεύσει επιτηρητής της Αθήνας, γνώριζε από κοντά τη λειτουργία και τη σύνθεση της Ακαδημίας του Πλάτωνα και του Λυκείου του Αριστοτέλη, ενώ πιθανολογείται ότι είχε διδαχθεί από τον ίδιο το φιλόσοφο τον τρόπο οργάνωσης μιας βιβλιοθήκης. Το όνειρο του Δημητρίου άρχισε να υλοποιείται περί το 300 π.Χ. με την ανέγερση του «Μουσείου», του πρώτου πανεπιστημίου στον κόσμο. Το«Μουσείο» ήταν σχολή που δημιουργήθηκε σύμφωνα με τα πρότυπα των δύο αθηναϊκών σχολών και ονομάστηκε έτσι επειδή ήταν αφιερωμένο στις Εννέα Μούσες, τις προστάτιδες των τεχνών και των επιστημών.Ο Δημήτριος με το δημιουργικό του πνεύμα αντιλήφθηκε ότι για να υπάρξει πρόοδος στον τομέα της γνώσης, δεν χρειάζεται μόνο η σύνθεση μιας σχολής με διαπρεπή μυαλά, αλλά και η καταγραφή και συγκέντρωση των ερευνών σε ένα μέρος.

Το ύφος του ήταν φιλοσοφικό, αναμιγμένο με «ρητορικήν ευτονίαν», αλλά ασυνήθιστα γλυκερό στους δέκα Αττικούς Ρήτορες. Επιπροσθέτως, ο Διογένης Λαέρτιος μας παραδίδει έναν κατάλογο των συγγραμμάτων του Δημήτριου, ο οποίος περιέχει 45 τίτλους, και στον οποίο περιλαμβάνονται έργα ρητορικά, πολιτικά, φιλοσοφικά, αλλά και γραμματικού και φιλολογικού περιεχομένου. Ειδικότερα, το έργο του με τίτλο «Περί της Δεκαετίας», περιείχε τον απολογισμό της δράση του όταν ήταν επιμελητής της πόλης των Αθηνών. Επιπλέον, ένα άλλο σύγγραμμα του είναι γνωστό με τον τίτλο«Σωκράτης». Όσον αφορά στην πολιτική νομοθεσία, ανήκουν τα έργα του «Περί της Αθήνησι Νομοθεσίας» και «Περί των Αθήνησι Πολιτειών». Ακόμη, είχε προβεί στην συγγραφή και άλλων έργων, με περιεχόμενο τεχνοκρατικό και φιλολογικό, μερικά εκ των οποίων είναι το «Περί Ρητορικής», το «Περί Ηλιάδος» και το «Περί Οδύσσειας». Ένα ακόμη σύγγραμμα του φέρει τον τίτλο «Αισωπίων», ενώ λέγεται ότι είχε συνθέσει και παιάνες για τον θεό Σάραπι, λόγω του ότι είχε ανακτήσει τη χαμένη του όραση έπειτα από δεήσεις στον θεό αυτό.

Τέλος, όταν διαδέχτηκε τον θρόνο ο Πτολεμαίος ο Φιλάδελφος, ο Δημήτριος έχασε την βασιλική εύνοια, γιατί είχε συμβουλέψει τον Σωτήρα να προτιμήσει ως διάδοχο του τον Πτολεμαίο τον Κεραυνό. Αναφορικά με τον θάνατο του Φαληρέως, οι αρχαίες πηγές αναφέρουν δυο εκδοχές, είτε ότι πέθανε στη φυλακή, είτε εξόριστος στην Άνω Αίγυπτο, από δάγκωμα δηλητηριώδους φιδιού το 280 π.Χ. Αξίζει να σημειωθεί ότι με τον θάνατο του επήλθε το τέλος της φυσικής ρητορείας, ενώ ανοίχτηκε η εποχή ενός ρητορικού είδους που ήταν περισσότερο τεχνητό και επιδεικτικό. [antepithesi.gr,
autochthonesellhnes.blogspot.gr]

Κυριακή, 18 Μαΐου 2014

Η ΠΙΚΡΗ ΑΛΗΘΕΙΑ ΔΙΑ ΣΤΟΜΑΤΟΣ ΒΑΣΙΛΗ ΡΑΦΑΗΛΙΔΗ




Βασίλης Ραφαηλίδης

(1934-2000)

" Ας μάθουμε επιτέλους να λέμε τα πράγματα με τ' όνομά τους και να μην παραποιούμε την ιστορία μας. Ο ελληνικός λαός, στην πλειοψηφία του, αγάπησε το Μεταξά. Όπως και οι Ιταλοί που αγάπησαν το Μουσολίνι, όπως και ο Γερμανοί που αγάπησαν το Χίτλερ, όπως και οι Ισπανοί που αγάπησαν το Φράνκο. Ο φασισμός είναι λαϊκισμός- και κάθε λαϊκισμός είναι φασισμός κατά βάσιν και κατ' ουσίαν.

Ο φασισμός δεν αγαπά το μεγάλο κεφάλαιο (εκτός από το πάρα πολύ μεγάλο που τον γεννάει) και λατρεύει το μικρομεσαίο. Ο φασισμός είναι κοινωνικό καθεστώς σπέσιαλ για μικροαστούς. Όχι για αστούς, ούτε για προλετάριους. Οι αστοί και οι προλετάριοι βρέθηκαν αντίπαλοί του εξ αρχής. Και δεδομένου ότι στη λεγόμενη αστική κοινωνία δεν κυριαρχούν οι αστοί αλλά οι μικροαστοί, δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς την απήχηση που είχαν στο λαό τα φασιστικά καθεστώτα.

Άλλωστε, οι στολές, οι παρελάσεις, οι λαμπαδηδρομίες, τα κολοσσιαία θεάματα αρένας, τα συνθήματα, το προγονικό μεγαλείο απ' το οποίο ο χάλιας μικροαστός αντλεί δύναμη για να υποφέρει την ασημαντότητά του, όλα αυτά τα εκμεταλλεύτηκαν τέλεια όλοι οι φασίστες δικτάτορες. Και τα πλήθη ουρλιάζουν "ζήτω! Είσαι ο μπαμπάς μας"! Ο χάλιας μικροαστός πάντα έχει ανάγκη από έναν σούπερ πατέρα του έθνους, που να τον προστατεύει απ' τους παμφάγους καπιταλιστές, αλλά και από τους κομμουνιστές που απειλούν το όνειρό του για ένα πέρασμα στην "ανώτερη τάξη".

Κάθε μικροαστός ονειρεύεται τον αστό που ζεσταίνει μέσα του, που τον μεγαλώνει στο θερμοκήπιο της μεγάλης ελπίδας για ένα πέρασμα στην "ανώτερη τάξη". Κάθε ψιλικατζής ονειρεύεται ένα σούπερ μάρκετ. Και επειδή το όνειρο για μερικούς πραγματοποιείται, όλοι οι χάχες πιστεύουν πως θα βγει αληθινό και γι αυτούς. Δεν έχει σημασία που οι περισσότεροι πεθαίνουν φτωχοί. Σημασία έχει που ο καπιταλισμός τους επιτρέπει να ονειρεύονται το δικό τους πλούτο. Και ο φασισμός, που είναι η ακραία μορφή καπιταλισμού, είναι μια εγγύηση για τη διατήρηση του ονείρου για ένα πέρασμα στην "ανώτερη τάξη".

Το Φολκσβάγκεν ( το Λαϊκό Όχημα) είναι δημιούργημα του Χίτλερ. Αλλά υπάρχει ακόμα. Και ο αγκυλωτός σταυρός (η σβάστικα), αυτό το εκπληχτικής ψυχολογικής αποτελεσματικότητας λαϊκό σύμβολο, που δίνει φτερά στο σταυρό και τον κάνει να γυρίζει και να αλέθει, θα δώσει και στο χριστιανισμό τη δυναμική που του λείπει. Τώρα πια δεν είναι αμαρτία να σκοτώνει ο καλός χριστιανός. Και ο Μεταξάς, όπως και ο Μουσολίνι άλλωστε, ξέρουν καλά τι κάνουν όταν υιοθετούν σα σύμβολο το διπλό πέλεκυ. Που κόβει κεφάλια και από τα δεξιά και από τ' αριστερά.

Κάτω απ' αυτές τις ιδιάζουσες στο φασισμό συνθήκες ψυχολογίας της μάζας, και με το πρόσθετο πραγματικό κίνητρο της απειλής της περιουσίας απ' τον καταχτητή που, βέβαια, δεν καταχτά μια χώρα για να κάνει περίπατο υπό το σεληνόφως στις ακρογιαλιές αλλά για να επωφεληθεί υλικά, δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί οι Έλληνες έτρεξαν με τέτοια προθυμία στο μέτωπο και πολέμησαν τόσο καλά τους Ιταλούς.

Όχι όμως και τους Γερμανούς. Που είχαν ισχυρότερα σύμβολα, ισχυρότερα κίνητρα και κυρίως ισχυρότερη μικροαστική τάξη απ' αυτή των μεσογειακών λαών. Που ακόμα και τον πόλεμο τον αντιλαμβάνονται σαν λαϊκή γιορτή ."

Απόσπασμα από το βιβλίο του Βασίλη Ραφαηλίδη, Ιστορία (κωμικοτραγική) του νεοελληνικού κράτους, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου.

(Κεφάλαιο 15. Ο ελληνοϊταλικός Πόλεμος (της Αλβανίας) σελ. 153-154)


Σάββατο, 17 Μαΐου 2014

Η απαράμιλλη ομορφιά της Ισλανδίας μέσα από 37 υπέροχες φωτογραφίες


Στην πιό αραιοκατοικημένη χώρα της Ευρώπης (3 κάτοικοι ανά τ.χ., έναντι 81 της Ελλάδας και 466 της Ολλανδίας) μπορεί να θαυμάσει κανείς μερικά από τα μεγαλοπρεπέστερα φυσικά τοπία, όπως παγετώνες, παγετωνικές λίμνες, φιόρδ (θαλασσοποταμούς), ενεργά ηφαίστεια και θερμοπίδακες, ηφαιστειακές υποαρκτικές ερήμους και μεγάλες εκτάσεις άγριας φύσης.
Και βέβαια δεν χωρούν όλα αυτά σε λίγα megabytes της Οικολογικής Επιθεώρησης, ας προσπαθήσουμε όμως, ξεφυλλίζοντας ένα μικρό φωτογραφικό λεύκωμα, να φανταστούμε ότι ανασαίνουμε για λίγο τον παγωμένο αρκτικό άνεμο της Ισλανδίας, που φέρνει αραιά και που μυρωδιές από χορτάρι, πρόβατα και θειάφι...
Ιστορία
Πρώτη μαρτυρία για την Ισλανδία θεωρείται αυτή του Έλληνα ναυτικού Πυθέα, που έζησε στη Μασσαλία και επισκέφθηκε ο ίδιος το νησί, μεταξύ 332-310 π.Χ.. Έγραψε ότι έφθασε στη νήσο Θούλη μετά από 6 μέρες πλου βόρεια από τη Βρετανία, κοντά σε μια παγωμένη θάλασσα. Εκεί ο ήλιος το καλοκαίρι έμενε πάνω από τον ορίζοντα σχεδόν όλη τη νύχτα. Οι μαρτυρίες του Πυθέα θεωρήθηκαν φανταστικές στην εποχή τους, κι έτσι χάθηκε το μεγαλύτερο μέρος από τις ταξιδιωτικές αφηγήσεις του...
Τον 8ο αι. έφθασαν στην Ισλανδία με δερμάτινες βάρκες Ιρλανδοί μοναχοί. Ίχνη της εγκατάστασής τους σώζονται στη νότια κυρίως ακτή. Οι Βίκιγκ έπλευσαν με τα ελαφρά πλοία τους τον 9ο αιώνα από τη Δυτική κυρίως Νορβηγία, αλλά και από άλλες εγκαταστάσεις τους, όπως από την Ιρλανδία, και εγκαταστάθηκαν στο νησί. Για 300 περίπου χρόνια η χώρα ήταν ανεξάρτητη, αναπτύσσοντας μάλιστα την πρώτη δημοκρατία στη σύγχρονη Δυτική Ευρώπη. Το 1262 όμως υποτάχτηκε στη Νορβηγία και το 1397 στη Δανία.
Η Ισλανδία απέκτησε πλήρη ανεξαρτησία από τη Δανία μόλις το 1944.
Έχει γίνει μια το καλύτερο μέρος για τους φωτογράφους που αναζητούν να συλλάβουν την ακατέργαστη, μυστικιστική δύναμη της φυσικής βόρειας ομορφιάς της.
Η τραχύτητα και οι έντονες αντιθέσεις που υπάρχουν στο τοπίο της Ισλανδίαςτην καθιστά ακαταμάχητη για τους φωτογράφους. Υαλώδεις πλημμυρισμένες περιοχές, καταρράκτες, πανύψηλα βουνά, τα φιόρδ και ακόμη και έρημοι της ηφαιστειακής τέφρας μπορούν όλα να βρεθούν σε σχετική εγγύτητα μεταξύ τους.
Ο μικρός πληθυσμός της (περίπου 325.000) σημαίνει επίσης ότι η πλειοψηφία των φυσικών θαυμάτων της παραμένει σχεδόν ανέγγιχτη ή πλήρως, δίνοντας στους φωτογράφους την ευκαιρία να συλλάβουν έναν κόσμο που φαίνεται άδειος και με σχεδόν εξωγήινο χαρακτήρα. Και λόγω της βόρειας θέσης του, οι επιχειρούντες νύχτα φωτογράφοι μπορούν να συλλάβουν τις εικόνες από το μυστικιστικό καιπανέμορφο βόρειο σέλας που χορεύει πάνω από ένα Ισλανδικό ηφαίστειο ή παγετώνα.
Η Ισλανδία είναι και στις δύο γεωλογικές και ιστορικές πτυχές, μια σχετικά νέα χώρα. Η βίαιη γεωλογική αναστάτωση της είναι οφείλεται λόγω της θέσης της στη μεσοωκεάνια ράχη του Ατλαντικού, η οποία σηματοδοτεί το σημείο διαχωρισμού της Ευρασιατικής τεκτονικής πλάκας και της πλάκας της Βόρειας Αμερικής. Πιστεύεται ότι η Ισλανδία σχηματίστηκε μόνο 16 έως 18.000.000 χρόνια πριν.
Οι εκρήξεις των ηφαιστείων της Ισλανδίας έχουν επηρεάσει την πορεία των ανθρώπινων γεγονότων σε όλη την ιστορία. Το 1783, η έκρηξη του Laki προκάλεσε εκτεταμένες καταστροφές σε όλη την Ευρώπη, ακόμη προκάλεσε λιμό στην Αίγυπτο και διέκοψε τους μουσώνες στη Βόρεια Αφρική και την Ινδία. Το 2010, η έκρηξη του ηφαιστείου της Eyjafjallajökull απέστειλε σύννεφα τέφρας σε όλη την Ευρώπη, καθηλώνοντας χιλιάδες πτήσεις.
Για κάθε φωτογράφο που ενδιαφέρεται για τη λήψη εικόνων από το εκπληκτικό φυσικό τοπίο γεμάτο με ωμή δύναμη, η Ισλανδία είναι ένα απόλυτο μέρος που πρέπει να το δει.

http://www.apocalypsejohn.com/

Βρισηίδα


Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
«Η Βρισηίς οδηγείται στον Αγαμέμνονα από τους Ταλθύβιο και Ευρυβάτη.» Τοιχογραφία του Τιέπολοστη Villa Valmarana της Βιτσέντζα (1757).
Στην ελληνική μυθολογία η Βρισηίδα (Βρισηίς) ήταν κόρη του Βρισέως, βασιλιά των Λελέγων ή ιερέα της πόλεως Λυρνησσού, από τον οποίο πήρε αυτό το προσωνύμιο.

Ο μύθος

Το πραγματικό της όνομα ήταν Ιπποδάμεια ή Αστυνόμη. Ο Βρισέας ήταν αδελφός του Χρύση, πατέρα της Χρυσηίδας. Η Λυρνησσός κυριεύθηκε και καταστράφηκε από τον Αχιλλέα, ο οποίος τότε σκότωσε τον σύζυγο της Βρισηίδας, Μύνητα, και τα τρία αδέλφια της, και πήρε την ίδια αιχμάλωτη. Για να την παρηγορήσει ο Πάτροκλος, της υποσχέθηκε να την παντρέψει με τον απαγωγέα της, του οποίου έγινε η ευνοούμενη και αγαπημένη σκλάβα. Αργότερα, όταν η συνέλευση των πολιορκητών στονΤρωικό Πόλεμο υποχρέωσε τον Αγαμέμνονα, ύστερα από συμβουλή του μάντη Κάλχα, να επιστρέψει τη σκλάβα του, Χρυσηίδα, στον πατέρα της, ο Αγαμέμνων ζήτησε ως αντάλλαγμα τη Βρισηίδα. Απέστειλε τους αγγελιαφόρους του, τον Ταλθύβιο και τον Ευρυβάτη, και πήραν τη Βρισηίδα από τον Αχιλλέα. Μετά από αυτό, ο Αχιλλέας θύμωσε και αρνήθηκε να πολεμήσει. Αυτός ο θυμός («μήνις») του Αχιλλέα αποτελεί το θέμα του έπους Ιλιάδα του Ομήρου, όπως γράφουν και οι πρώτοι δύο στίχοι του διάσημου αυτού έργου.
Η αποχή του Αχιλλέα στοίχισε την υποχώρηση των Ελλήνων στη μάχη και τον θάνατο του φίλου του, Πατρόκλου. Ο Αγαμέμνονας αναγκάσθηκε τελικώς να επιστρέψει τη Βρισηίδα, άθικτη όπως ορκιζόταν, και ο Αχιλλέας ξαναμπήκε στη μάχη.
Λίγο νεότερες παραδόσεις εμφανίζουν τη Βρισηίδα ως μία ψηλή καστανή γυναίκα με λαμπερό βλέμμα, σμιχτά φρύδια και καλοντυμένη. Ο Παυσανίας αναφέρει ότι στους Δελφούς υπήρχε εικόνα της, έργο του Πολυγνώτου.
Υπάρχει μία σύγχυση στη μεσαιωνική λογοτεχνία για το πρόσωπο αυτό, που σε πολλά ιπποτικά μυθιστορήματα αναφέρεται ως Briseida και κόρη του Κάλχα, η οποία αγαπά και αγαπιέται από τον πρίγκιπα Τρωίλο και μετά από τον Διομήδη. Αργότερα αυτή η μορφή συγχέεται με τη Χρυσηίδα, για να καταλήξουμε στο «Τρωίλος και Κρεσίντα» (Χρυσηίδα) του Σαίξπηρ.