Αναγνώστες

Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2010

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ

Κιλικία - Αναταραχή στα μετώπισθεν του Αλεξάνδρου
(Αρριανός Β.4.-7., Γ.6., Διόδωρος ΙΖ.29.3, 32., Πλούταρχος Αλέξανδρος 19.5, 10, Κούρτιος 3.1.19, 3.4.2, 5, 12, 15, 3.5.2-3, 10, 15, 4.1.37, 3.6.16, 3.7.1, 3.8.2, 3.8.13-17, Ιουστίνος 11.8.3-6, Ηρόδοτος Ζ.146-147, Ξενοφών Κύρου Ανάβασις, Α.IV.1-6)


Πριν τελειώσει η άνοιξη του 333 ο Αλέξανδρος είχε καταλάβει όλη την Καππαδοκία στη δυτική όχθη του Άλυος και μεγάλο μέρος της πέραν του Άλυος ποταμού. Όρισε σατράπη της Καππαδοκίας τον Σαβίκτα και κατευθύνθηκε προς τις Κιλίκιες Πύλες (Γκιουλέκ Μπογκάζ). Δεν υπάρχει καμία σαφής ένδειξη για το δρομολόγιο του Αλεξάνδρου από την Καππαδοκία ως την Κιλικία και το μόνο βέβαιο είναι ότι έπρεπε υποχρεωτικά να περάσει τις Πύλες της Κιλικίας. Λόγω της καταληφθείσης έκτασης στην Καππαδοκία και την εγκατάσταση σατράπη, πρέπει να θεωρήσουμε ως δεδομένο ότι ο Αλέξανδρος κατέλαβε και την πρωτεύουσα της σατραπείας, τα Μάζακα.

Στο μεταξύ ο Μέμνων μόλις ολοκλήρωσε τον αποκλεισμό της Μυτιλήνης από στεριά και θάλασσα, αρρώστησε και πέθανε, αλλά οι Πέρσες δεν εγκατέλειψαν το σχέδιο του αντιπερισπασμού. Τη θέση του εκλιπόντος ναυάρχου ανέλαβαν ο Αυτοφραδάτης και ο Φαρνάβαζος, ο οποίος ως συγγενής του Μέμνονα κληρονόμησε προσωρινά την εξουσία του, μέχρις ότου αποφάσιζε σχετικά ο Δαρείος. Η πολιορκία και ο αποκλεισμός δεν χαλάρωσαν καθόλου, ο στόλος του Κοινού Συνεδρίου των Ελλήνων είχε διαλυθεί προ μηνών, νέος δεν είχε ανασυγκροτηθεί ακόμη και οι Μυτιληναίοι μη έχοντας άλλη διέξοδο υποχρεώθηκαν να συνθηκολογήσουν. Έπρεπε να «γκρεμίσουν τις στήλες», δηλαδή να καταργήσουν τη συμμαχία τους με τον Αλέξανδρο, να αποδεχθούν τους όρους της Ανταλκιδείου Ειρήνης, να διώξουν τους μισθοφόρους του Αλεξάνδρου και να δεχθούν τους εξόριστους φιλοπέρσες πολιτικούς, στους οποίους θα επέστρεφαν τη μισή από την περιουσία που είχαν πριν εξοριστούν. Οι Πέρσες τοποθέτησαν ως φρούραρχο έναν άλλο Ρόδιο, τον Λυκομήδη, ως τύραννο της πόλης τον εξόριστο Διογένη και απέσπασαν χρήματα από τους πλούσιους και το Δήμο των Μυτιληναίων. Μετά την κατάληψη της πόλης ο Φαρνάβαζος με τους ξένους μισθοφόρους έπλευσε νότια, για να τους παραδώσει στον απεσταλμένο του Δαρείου και να παραλάβει τον επίσημο διορισμό του στη θέση του Μέμνονα. Παρέδωσε στον Θυμώνδα του Μέντορα, τους μισθοφόρους τους οποίους χρειαζόταν ο Δαρείος για να αντιμετωπίσει τον Αλέξανδρο, και ως αρχηγός όλου του στόλου και διοικητής των παραλίων της Μεσογείου ενώθηκε με τον Αυτοφραδάτη.

Στο Αιγαίο διαμορφωνόταν πολύ κρίσιμη κατάσταση. Ο περσικός στόλος επεδείκνυε την ισχύ του καταλαμβάνοντας τη Χίο και τη Λέσβο, δύο απ’ τα μεγαλύτερα νησιά, μέλη του Κοινού Συνεδρίου των Ελλήνων, πολύ βαθειά στα μετώπισθεν του Αλεξάνδρου και πολύ κοντά στον Ελλήσποντο και τη Μακεδονία. Ο Ηγεμών της Ελλάδος προέλαυνε στην Μικρά Ασία, αλλά στο Αιγαίο δεν υπήρχε ο συνασπισμένος ελληνικός στόλος, που απαιτούσε η περίσταση. Όλα τα ελληνικά νησιά και παράλια αγωνιούσαν και προετοιμάζονταν για περσική επίθεση και τα περισσότερα νησιά των Κυκλάδων έστειλαν πρέσβεις στον Φαρνάβαζο δηλώνοντας φιλικές προς τους Πέρσες προθέσεις. Για μία ακόμη φορά έβλεπαν ότι δεν μπορούσαν να εμπιστευθούν τους ομοεθνείς τους στην κυρίως Ελλάδα και υποχρεώθηκαν να μηδίσουν. Ο Φαρνάβαζος έστειλε τότε δέκα πλοία υπό τον Δατάμη στις Κυκλάδες, που είχαν δηλώσει πρόθυμες να παραδοθούν, κατέλαβε την Άνδρο και τη Σίφνο, εγκατέστησε φρουρές και επέβαλε πρόστιμα στους κατοίκους.

Ο Αλέξανδρος μόλις τότε αποφάσισε να λάβει μέτρα. Όρισε ναύαρχο τον Ηγέλοχο, του έδωσε 500 τάλαντα και τον διέταξε να συγκροτήσει στόλο, για να απελευθερώσει τη Λέσβο, τη Χίο, την Κω και να φρουρήσει τον Ελλήσποντο, του οποίου την προσωρινή φύλαξη ανέλαβαν οι σύμμαχοι στέλλοντας πλοία των εθνικών τους στόλων. Στον Αντίπατρο έστειλε άλλα 600 τάλαντα, για να συγκροτήσει δεύτερο στόλο, που θα προστάτευε τα ελληνικά παράλια και νησιά από ενδεχόμενη περσική απόβαση.

Παράλληλα ο Φαρνάβαζος κι ο Αυτοφραδάτης με 100 πλοία επιτέθηκαν στην στρατηγικής σημασίας Τένεδο, στην οποία επέβαλαν τους ίδιους όρους, που είχαν επιβάλει και στη Μυτιλήνη. Ο Ηγέλοχος, που είχε διαταγές από τον Αλέξανδρο να συγκροτήσει τον ελλησποντικό στόλο, δεν πρόλαβε τις εξελίξεις στην Τένεδο, αλλά ο Πρωτέας του Ανδρόνικου, που κατά διαταγή του Αντίπατρου συγκέντρωνε μακρές νήες από την Εύβοια και την Πελοπόννησο για να προστατέψει τα νησιά και την υπόλοιπη Ελλάδα, πληροφορήθηκε ότι ο Δατάμης είχε αγκυροβολήσει στη Σίφνο. Ξεκίνησε νύχτα από τη Χαλκίδα και την αυγή βρισκόταν στην Κύθνο, όπου συνέλεξε πληροφορίες για τις κινήσεις και τη δύναμη των Περσών. Το άλλο βράδυ απέπλευσε για τη Σίφνο και την επόμενη αυγή αιφνιδίασε τα φοινικικά πληρώματα και κατέλαβε οκτώ πλοία. Ο Δατάμης με δύο τριήρεις ξέφυγε και ενώθηκε με τον υπόλοιπο στόλο στο βόρειο Αιγαίο.

Από τα 400 πλοία του περσικού στόλου τα 100 χρησιμοποιήθηκαν για την κατάληψη της Τενέδου, που βρίσκεται σε εξαιρετικά στρατηγική θέση και μπορεί να ελέγξει τη ναυσιπλοΐα στον Ελλήσποντο. Η δύναμη αυτή δεν ήταν υπερβολική, διότι η Τένεδος αφενός δεν είχε πρόθεση να παραδοθεί και αφετέρου μικτές ναυτικές δυνάμεις από διάφορα ελληνικά κράτη φρουρούσαν τον Ελλήσποντο. Αντίθετα, τα 10 πλοία, που έστειλαν στις Κυκλάδες, άσχετα από την πρόθεση των νησιών να συνθηκολογήσουν, ήταν οπωσδήποτε μικρή δύναμη και δείχνει ότι οι Πέρσες δεν ήθελαν ή δεν μπορούσαν να ανοίξουν δεύτερο μέτωπο. Ίσως πάλι να πίστευαν ότι ο συντονισμός των ελληνικών ναυτικών δυνάμεων είχε εξαντληθεί στην επιτήρηση του Ελλησπόντου και να μην περίμεναν άλλη κινητοποίηση. Όποιοι κι αν ήταν λοιπόν οι σχεδιασμοί των Περσών, οι κινήσεις τους ήταν τέτοιες, που δεν μπορούμε να χρεώσουμε ανεπάρκεια στον Ηγέλοχο, ούτε να πιστώσουμε ιδιαίτερη αποτελεσματικότητα στον Πρωτέα ή στον Αντίπατρο.

Ο περσικός στόλος αποσπούσε το ένα μετά το άλλο τα στρατηγικά ερείσματα στο Αιγαίο, απειλούσε τον Ελλήσποντο, πλησίαζε τις θρακικές ακτές και σαν να μην έφταναν αυτά, άλλος ένας Μέμνων ήλθε να απειλήσει τη Μακεδονική Ηγεμονία. Ήταν ο στρατηγός του Αλεξάνδρου στη Θράκη, ο οποίος διαθέτοντας σημαντική στρατιωτική ισχύ και τις ανάλογες πολιτικές φιλοδοξίες έκρινε ότι η περίσταση ήταν κατάλληλη, για να δημιουργήσει δικό του βασίλειο. Υποκίνησε λοιπον τους βαρβάρους της ζώνης ευθύνης του, να τον υποστηρίξουν στον αποσχιστικό του αγώνα κατά της κεντρικής Μακεδονικής Διοίκησης, και δημιούργησε κατάσταση τόσο σοβαρή, ώστε ο Αντίπατρος χρειάσθηκε να εισβάλει με όλες του τις δυνάμεις στη Θράκη. Με τους Πέρσες να κυριαρχούν στο Αιγαίο και τον Μακεδόνα στρατηγό να αποστατεί και να στρέφεται κατά της Μακεδονίας, οι Σπαρτιάτες δεν μπορούσαν να ελπίζουν σε καλύτερη ευκαιρία και άρχισαν να κινούνται, για να ανατρέψουν τη Μακεδονική Ηγεμονία και να επιβάλουν Σπαρτιατική Ηγεμονία στην Ελλάδα.

Ενώ συνέβαινα όλα αυτά στα μετώπισθεν, ο Αλέξανδρος συνέχιζε την προέλασή του στη Μικρά Ασία και φθάνοντας μέσω Τυάνων στο στρατόπεδο του Κύρου (Πόζαντι), πληροφορήθηκε ότι οι Κιλίκιες Πύλες, που απείχαν 50 στάδια (περίπου 9 χμ), είχαν ισχυρή φρουρά. Άφησε εκεί τον Παρμενίωνα με τα βαρύτερα οπλισμένα τμήματα και εκείνος την ώρα της πρώτης νυκτερινής βάρδιας επικεφαλής των υπασπιστών, των τοξοτών και των Αγριάνων κινήθηκε κατά της φρουράς. Φαίνεται ότι η τακτική της καμένης γης, που εφάρμοσε ο Αρσάμης, για να ανακόψει την προέλαση του Αλεξάνδρου, είχε κλονίσει το ηθικό των φρουρών. Έτσι, μόλις είδαν ότι τους επιτίθεται ο ίδιος ο Αλέξανδρος, εγκατέλειψαν τις θέσεις τους και τράπηκαν σε φυγή.

Την επόμενη μέρα όλος ο στρατός πέρασε τις Πύλες και μπήκε στην Κιλικία. Ο Αρσάμης, που είχε σωθεί στη μάχη του Γρανικού, αρχικά σκόπευε να υπερασπισθεί την Κιλικία, και γι’ αυτό εφάρμοζε την καμένη γη. Μαθαίνοντας όμως ότι ο Αλέξανδρος πέρασε ανεμπόδιστος τις Πύλες της Κιλικίας, το αποτελεσματικότερο κώλυμα της περιοχής, όπου μετά βίας χωρούσαν 4 ένοπλοι ο ένας δίπλα στον άλλο, και μη έχοντας άλλο τρόπο να τον αποκρούσει, αποφάσισε να εγκαταλείψει την Ταρσό. Οι κάτοικοι φοβήθηκαν ότι ο Αρσάμης θα την λεηλατούσε πριν φύγει, για να μην πέσουν τα εφόδια στα χέρια του Αλεξάνδρου και, επειδή δεν ήταν Πέρσες ώστε να υπομείνουν πατριωτικά την καταστροφή της πόλης τους, αλλά Κίλικες προτίμησαν την ευημερία τους έναντι της πίστης σε έναν κυρίαρχο, που ετοιμαζόταν να αποδράσει. Ήρθαν λοιπόν σε συνεννόηση με τον Αλέξανδρο, ο οποίος έσπευσε προς την πόλη με τους ιππείς και τους ελαφρούς ψιλούς. Τότε ο Αρσάμης, φοβούμενος μην εγκλωβισθεί και συλληφθεί, έφυγε όσο γρηγορότερα μπορούσε αναζητώντας με τις δυνάμεις του Δαρείου και αφήνοντας την Ταρσό σχεδόν ανέπαφη στον Αλέξανδρο. Κατά τον Κούρτιο την Ταρσό κατέλαβε ο Παρμενίων, ωστόσο σύμφωνα με τον Αρριανό και τον Πλούταρχο ο Παρμενίων είχε μείνει στο Στρατόπεδο του Κύρου, ενώ σύμφωνα με τον Ιουστίνο στην Καππαδοκία.

Κατά τα μέσα καλοκαιριού του 333 ο Δαρείος έφευγε από τη Βαβυλώνα κατευθυνόμενος προς την Κιλικία, στην πρωτεύουσα της οποίας έμπαινε ο διεκδικητής της αυτοκρατορίας του. Ο Αλέξανδρος με την είσοδό του στην Ταρσό αρρώστησε είτε από υπερκόπωση, όπως λέει ο Αριστόβουλος, είτε από κρυολόγημα, όταν έπεσε ιδρωμένος στα παγωμένα νερά του ποταμού Κύδνου (Ταρσούς τσάι). Είχε σπασμούς, ψηλό πυρετό, αϋπνίες και όλοι οι γιατροί έλεγαν ότι δεν θα ζούσε. Οι Πέρσες παρακινούσαν τους πάντες να δηλητηριάσουν τον Αλέξανδρο και ήταν γνωστό ότι ο Δαρείος είχε ορίσει αμοιβή 1.000 ταλάντων σε όποιον τον σκότωνε. Είχαν διαδώσει και τη φήμη ότι ο κορυφαίος γιατρός της Αυλής, ο Ακαρνάνας Φίλιππος, είχε δωροδοκηθεί από τον Δαρείο με μεγάλο χρηματικό ποσό και είχε λάβει την υπόσχεση ότι θα έπαιρνε μία από τις δύο κόρες του ως σύζυγο, για να δολοφονήσει τον Αλέξανδρο με δηλητήριο. Αυτές οι φήμες είχαν προκαλέσει την καχυποψία της μακεδονικής Αυλής προς τους γιατρούς, οι οποίοι με τη σειρά τους φοβόντουσαν μήπως κάποιο ιατρικό σφάλμα θεωρηθεί ως απόπειρα δολοφονίας. Οι περσικές μυστικές υπηρεσίες είχαν κατορθώσει μ’ αυτόν τον τρόπο να εξουδετερώσουν το ιατρικό επιτελείο της Αυλής, να εκθέσουν τον Αλέξανδρο σε κάθε ασθένεια και τελικά λίγο έλειψε να πετύχουν το θάνατό του στην ελώδη Ταρσό.

Επειδή ήταν γνωστό ότι ο Δαρείος είχε φύγει από τη Βαβυλώνα και κατευθυνόταν προς την Κιλικία απ’ την οποία κάποιες φήμες τον έφεραν να απέχει μόλις 4 ημέρες, ο Αλέξανδρος είχε ένα απλό δίλημμα: ή να πεθάνει αβοήθητος ή να δοκιμάσει την πίστη του Φιλίππου και αν επιζούσε να αντιμετώπιζε επιτέλους τον Μεγάλο Βασιλέα, του οποίου την εξουσία εποφθαλμιούσε. Επέλεξε το δεύτερο, αφού πρώτα έδειξε στο γιατρό του την αναφορά του Παρμενίωνα με τις σχετικές πληροφορίες της μακεδονικής αντικατασκοπίας. Ο Φίλιππος απέδειξε τις ιατρικές του ικανότητες και την πίστη του στον Αλέξανδρο, αλλά οι Μακεδόνες φοβόντουσαν για τη ζωή του, ήταν πολύ ανήσυχοι κατά τις 3 ημέρες, που πέρασαν μέχρι να φέρει αποτέλεσμα η θεραπεία, και χρειάστηκε να εμφανιστεί μπροστά τους ο Αλέξανδρος για να ηρεμήσουν. Όσο η στρατιά παρέμενε καθηλωμένη στην Κιλικία περιμένοντας την πλήρη ανάρρωση του Αλεξάνδρου, ο περσικός στόλος επιχειρούσε στο Αιγαίο και ο Δαρείος με τη στρατιά του πλησίαζε στους Σώχους.

Έτσι, αμέσως μετά την ανάρρωσή του ο Αλέξανδρος έστειλε στις Αμανικές Πύλες τον Παρμενίωνα με τους Έλληνες και Θράκες μισθοφόρους, το συμμαχικό πεζικό και το θεσσαλικό ιππικό. Αποστολή του Παρμενίωνα ήταν να καταλάβει τις ορεινές διαβάσεις και να αποτρέψει είσοδο του Δαρείου στην Κιλικία, στην περίπτωση που ευσταθούσαν οι φήμες. Ο ίδιος άφησε την Ταρσό και την επόμενη μέρα έφτασε στην Αγχίαλο. Από εκεί πήγε στους Σόλους, εγκαθίδρυσε δημοκρατικό πολίτευμα, τοποθέτησε φρουρά, επέβαλε στους κατοίκους πρόστιμο 200 ασημένιων ταλάντων για τη «φιλοπερσική» τους στάση και πήρε ομήρους, για να εξασφαλίσει την υπακοή τους. Στη συνέχεια ο Αλέξανδρος πήρε τρεις τάξεις Μακεδονικού πεζικού, όλους τους τοξότες και τους Αγριάνες και επιτέθηκε κατά των ορεσίβιων Κιλίκων. Επτά ημέρες αργότερα και αφού τους είχε υποχρεώσει σε συνθηκολόγηση, επέστρεψε στους Σόλους, όπου πληροφορήθηκε ότι ο Πτολεμαίος και ο Άσανδρος νίκησαν τον Οροντοβάτη. Μετά από ένα περίπου χρόνο επιχειρήσεων είχαν καταλάβει την ακρόπολη της Αλικαρνασσού, τη Μύνδο, την Καύνο, τη Θήρα, την Καλλίπολη. Οι απώλειες του εχθρού ήταν 700 πεζοί και 50 ιππείς νεκροί και πάνω από 1.000 αιχμάλωτοι.

Ο Αλέξανδρος είχε ξεπεράσει τον πιο επικίνδυνο σκόπελο του μετώπου. Ο πολύ ικανός και επικίνδυνος Μέμνων δεν υπήρχε πια, ο περσικός στόλος είχε χάσει όλες τις βάσεις της Μικράς Ασίας και ο ένας από τους δύο ελληνικούς στόλους είχε ήδη αποτρέψει κατάληψη των Κυκλάδων από τον περσικό, ο οποίος κρατώντας τη Χίο, τη Λέσβο και την Τένεδο κινδύνευε να εγκλωβιστεί στο Βόρειο Αιγαίο, πριν προλάβει να αποκλείσει τον Ελλήσποντο. Έμενε να ανακαταληφθούν η Κως, η Χίος, η Λέσβος, η Τένεδος, το Τριόπιο, να νικηθεί ο Μέμνων στη Θράκη και να εξουδετερωθεί η εξέγερση των Σπαρτιατών, για να εξασφαλισθούν πλήρως τα μετώπισθεν. Τότε ακριβώς ο Αλέξανδρος για να εμψυχώσει τη στρατιά του, να πείσει για τις δυνατότητές του τους σκεπτικιστές και να πτοήσει τους εχθρούς, έκανε θυσίες, παρέλαση και οργάνωσε λαμπαδηδοδρομία, γυμνικούς (αθλητικούς) και μουσικούς αγώνες.

Εκείνες τις μέρες κάποιος ονόματι Ταυρίσκος έπεισε τον διαχειριστή των οικονομικών της εκστρατείας, Άρπαλο, να το σκάσουν μαζί. Δεν έχουμε λεπτομέρειες, αλλά κρίνοντας από τη μετέπειτα συμπεριφορά του Άρπαλου, πρέπει να θεωρούμε βέβαιο ότι φεύγοντας πήρε μαζί του και κάποιο ποσό από το ταμείο. Ο Αλέξανδρος έδειξε ανοχή στις πράξεις του παιδικού του φίλου, που στο παρελθόν είχε εξοριστεί για χάρη του, και του έστειλε αγγελιαφόρους. Αυτοί τον συνάντησαν κοντά στην Αθήνα, στη Μεγαρίδα, και τον έπεισαν ότι μπορούσε να επιστρέψει χωρίς φόβο.

Στα τέλη Οκτωβρίου με αρχές Νοεμβρίου του 333 ο Αλέξανδρος βρισκόταν στην Ταρσό, απ’ όπου έστειλε τον Φιλώτα με το ιππικό (εκτός από το θεσσαλικό, που το είχε πάρει ο Παρμενίων) στον Πύραμο (Τσεϊχάν), για να καταλάβει τον πόρο του πλάτους 1 σταδίου (184,87μ) ποταμού. Αυτή η πληροφορία του Αρριανού δείχνει ξεκάθαρα ότι η Κιλικία μόνο φαινομενικά είχε υποταχθεί, ότι ο Αλέξανδρος έπρεπε να κινείται με όλες τις προφυλάξεις, που απαιτεί η κίνηση μιάς στρατιάς σε εχθρικό περιβάλλον, και ότι του ήταν αδύνατον να προελάσει παραπέρα πριν κάμψει κάθε αντίσταση. Ο ίδιος ο Αλέξανδρος με το πεζικό και τη βασιλική ίλη πήγε στη Μάγαρσο και μετά στον Μαλλό, όπου κατέστειλε μία εξέγερση των κατοίκων (αυτοί ήταν περισσότερο «φιλοπέρσες» από τους κατοίκους των Σόλων), απέδωσε τιμές ήρωα στον ιδρυτή της πόλης, τον Αμφίλοχο, και ζήτησε να του πληρώνουν το φόρο, που πλήρωναν ως τότε στο Δαρείο, με το αιτιολογικό ο Μαλλός ήταν αποικία των Αργείων και η καταγωγή του Αλεξάνδρου ήταν από το Άργος. Εκεί πληροφορήθηκε ότι ο Δαρείος είχε στρατοπεδεύσει στους Σώχους, μία πόλη της συριακής πεδιάδας, όπου μπορούσε να αναπτύξει άνετα τη στρατιά του και να αξιοποιήσει το μεγάλο της αριθμό. Ο Αλέξανδρος συμπέρανε ότι ο αντίπαλός του είχε επιλέξει το πεδίο της μάχης και την επομένη, μετά από σύντομη σύσκεψη με τους εταίρους, ξεκίνησε για να τον συναντήσει.

Κανείς από τους αρχαίους συγγραφείς δεν ισχυρίζεται ότι ξεκίνησε για τους Σώχους, επειδή έκρινε ότι απέτυχε να παρασύρει το Δαρείο στην Κιλικία, αντίθετα είναι απόλυτα σαφές ότι μόλις τότε τον εντόπισε. Εν τούτοις δεν είναι λίγοι οι μεταγενέστεροι, που κατά καιρούς υποστηρίζουν την καθ’ όλα λογική άποψη ότι ο Αλέξανδρος επέλεξε να αντιμετωπίσει τον Δαρείο στο καταλληλότερο για τις μικρότερες δυνάμεις του σημείο και ότι κατάφερε να τον παρασύρει εκεί, που ήθελε. Πράγματι το έδαφος της Κιλικίας χαρακτηρίζεται από υψώματα, στενές διαβάσεις, ποταμούς και έλη προσφέροντας πολλά κωλύματα κι ευνοώντας έτσι το μικρότερο στράτευμα του Αλεξάνδρου. Πράγματι ο Αλέξανδρος είχε σοβαρούς λόγους, για να παρασύρει τον Δαρείο στην Κιλικία, όμως τέτοια πρόθεση δεν επαληθεύεται από τα καταγεγραμμένα στις αρχαίες πηγές περιστατικά. Άλλωστε ο Αλέξανδρος προέλασε με ολόκληρη τη δύναμή του προς τη Συρία μέσω των παραλιακών διαβάσεων, που θα τον οδηγούσαν απέναντι από στρατόπεδο του Δαρείου στους Σώχους, χωρίς να αφήνει αξιόλογες δυνάμεις πίσω του, απόδειξη ότι δεν περίμενε είσοδο του Δαρείου στην Κιλικία. Όπως κι ο Κύρος ο Νεώτερος, όταν εξεστράτευσε κατά του Αρταξέρξη, ακολούθησε αυτό το δρομολόγιο, διότι απλούστατα αυτή ήταν η αρχαιότερη και σημαντικότερη οδός επικοινωνίας της Ανατολίας με τη Συρία και την Εγγύς Ανατολή. Η θεωρία λοιπόν της παραπλάνησης του Δαρείου δεν τεκμηριώνεται, αντίθετα καταρρίπτεται πλήρως από τον αιφνιδιασμό του Αλεξάνδρου, όταν πληροφορήθηκε ότι ο Δαρείος πλησίαζε τα νώτα του.

Όσοι δέχονται την άποψη ότι ο Αλέξανδρος παρέσυρε το Δαρείο στην Κιλικία, δεν δίνουν καμία πειστική εξήγηση για την αιφνίδια απόφασή του να σπεύσει στην πεδιάδα της Συρίας και να τον συναντήσει, ενώ μέχρι εκείνη τη στιγμή υποτίθεται ότι κατέβαλλε κάθε προσπάθεια, για να τον παρασύρει στις κλεισούρες της Κιλικίας. Επιπλέον ο Αλέξανδρος επεδίωκε πάντοτε την κατά μέτωπο σύγκρουση και ποτέ δεν τον απασχόλησε η μορφολογία του εδάφους, ούτε καν στην πεδιάδα των Γαυγαμήλων, όπου διέτρεξε τους μεγαλύτερους κινδύνους περικύκλωσης από τα ακόμη πιό πολυπληθή περσικά στρατεύματα. Τελικά, η θεωρία του αιφνιδιασμού φαίνεται περισσότερο να επινοήθηκε και να υποστηρίζεται από θαυμαστές του Αλεξάνδρου, που δεν μπορούν να δεχθούν ότι μία τόσο εξέχουσα στρατιωτική φυσιογνωμία ήταν δυνατόν να έκανε ένα τόσο σοβαρό λάθος και να αιφνιδιάσθηκε από έναν ασιάτη.

Η παρουσία του Παρμενίωνα, του δεύτερου τη τάξει αξιωματικού, στις Αμανικές Πύλες επικεφαλής πολύ ισχυρής δύναμης πεζικού και ιππικού δείχνουν από μόνα τους πως η αποστολή τους ήταν να φρουρήσουν τις Άνω και Κάτω Πύλες του Αμανού και να αποτρέψουν ενδεχόμενη είσοδο του Δαρείου στην Κιλικία, όπως άλλωστε δηλώνει με απόλυτη σαφήνεια και ο Αρριανός. Αν σκοπός του Αλεξάνδρου δεν ήταν η αποτροπή τυχόν εισβολής, θα έστελνε έναν πιο χαμηλόβαθμο αξιωματικό με μία μικρή και ευέλικτη δύναμη αναγνώρισης, που στη θέα του Δαρείου (του παραπλανηθέντος θύματος) θα υποχωρούσε σκόπιμα, επιτρέποντάς του να μπει επιτέλους στην παγίδα. Από τις Αμανικές Πύλες ο Παρμενίων φυσικά δεν είχε οπτική επαφή με το περσικό στρατόπεδο. Αν και πρέπει να θεωρούμε λογικό ότι έκανε κάποιες επιχειρήσεις εκκαθάρισης και αναγνώρισης του εδάφους ανατολικά των πυλών, στην πλευρά της Συρίας, κανείς αρχαίος συγγραφέας δεν αναφέρει ότι ο Παρμενίων ενημέρωσε τον Αλέξανδρο για τη θέση του περσικού στρατοπέδου. Αντίθετα, η πληροφορία αυτή φαίνεται να προήλθε από οποιαδήποτε άλλη πηγή εκτός από τα τμήματα αναγνώρισης του Παρμενίωνα. Πάντως είτε είχε εντοπισθεί από τον Παρμενίωνα είτε από κάποιον άλλο, αν όντως είχε καταβληθεί προσπάθεια να παρασυρθεί ο Δαρείος στο εσωτερικό της Κιλικίας, το στρατόπεδο του οπωσδήποτε θα βρισκόταν υπό συνεχή επιτήρηση και ο Δαρείος δεν θα μπορούσε να προελάσει χωρίς να γίνει έγκαιρα αντιληπτός.

Αντίθετα, όλο αυτό το διάστημα ο Αλέξανδρος γνώριζε απλώς ότι ο αντίπαλός του με τη στρατιά του πλησίαζαν, όμως αγνοούσε ότι ο Δαρείος ήδη από τα τέλη Σεπτεμβρίου ή αρχές Οκτωβρίου ήταν στρατοπεδευμένος στους Σώχους, έχοντας επιλέξει ως πεδίο της καθοριστική μάχης την εκεί πεδιάδα. Ο Αλέξανδρος εκτιμούσε πως ο αντίπαλός του θα ακολουθούσε τη λογική και δεν θα επιχειρούσε να μπει με τη στρατιά του στην Κιλικία, περνώντας από τα δύσκολα περάσματα, αλλά θα επέλεγε κάποια συριακή πεδιάδα. Ωστόσο παραπλάνησε άθελά του τους Πέρσες εκκαθαρίζοντας όλες τις εστίες αντίστασης, διότι νόμιζε ότι είχε χρόνο μέχρι την καθοριστική μάχη. Παράλληλα, επειδή είχαν περάσει περίπου 4 μήνες από την είσοδό του στην Κιλικία και δεν μπορούσε να γνωρίζει τον ακριβή χρόνο άφιξης του περσικού στρατού, δεν άφηνε τα πράγματα στην τύχη και ανέθεσε στον μεν Παρμενίωνα να εξασφαλίσει τη στρατιά από το ενδεχόμενο ο Δαρείος ξαφνικά να ενεργήσει αντίθετα προς τις εκτιμήσεις του μακεδονικού επιτελείου, στον δε Φιλώτα να εξασφαλίσει ότι η στρατιά δεν θα αντιμετώπιζε εκπλήξεις από τους εχθρικούς Κίλικες και τους «φιλοπέρσες» Έλληνες κατοίκους.

Τα «φιλοπερσικά» αισθήματα των κατοίκων των Σόλων και η εξέγερση των κατοίκων του Μαλλού είναι χαρακτηριστικά του δυσμενούς κλίματος για τον Αλέξανδρο. Στις δύο αυτές πόλεις (όπως νωρίτερα στη Λάμψακο και στις Κολωνές) έχουμε άλλο ένα ακραίο παράδειγμα σκεπτικισμού των ελληνίδων πόλεων της Ασίας, οι οποίες ασφαλώς δεν έτρεφαν «φιλοπερσικά» αισθήματα, αλλά απλώς δεν μπορούσαν να ξεχάσουν ότι πριν λίγα χρόνια ο τότε Ηγεμών της Ελλάδος, η Σπάρτη, τις είχε παραδώσει αδίστακτα στους Πέρσες. Οι ελληνικές πόλεις της Κιλικίας είχαν λοιπόν σοβαρούς λόγους να αμφισβητούν την αξιοπιστία του Κοινού Συνεδρίου των Ελλήνων, ενώ η διάλυση του συμμαχικού στόλου και οι επιτυχίες του Μέμνωνα στο Αιγαίο δεν πιστοποιούσαν ιδιαίτερες στρατηγικές ικανότητες του Αλεξάνδρου. Επιπλέον, ενάμιση χρόνο μετά την έναρξη της εκστρατείας ο νεαρός Ηγεμών της Ελλάδος αντιμετώπιζε αποσχιστικό κίνημα από ομοεθνή στρατηγό του, οι Σπαρτιάτες διεκδικούσαν την Ηγεμονία της Ελλάδος ανοιχτά πλέον και με περσική υποστήριξη, ενώ ο Μέγας Βασιλεύς προέλαυνε εναντίον του επικεφαλής τεράστιου στρατεύματος. Έτσι, οι Έλληνες της Κιλικίας είχαν σοβαρότερους λόγους από τους Έλληνες του Ελλησπόντου να μην εμπιστεύονται τον Αλέξανδρο. Τέλος, οι ελληνικές πόλεις της Κιλικίας ήταν οι πιο απομακρυσμένες από την κυρίως Ελλάδα και η συμφωνία, που λογικά περίμεναν ότι θα συναφθεί στο τέλος των εχθροπραξιών, ήταν απίθανο να τις άφηνε στην ελληνική πλευρά. Συνεπώς το ένστικτο της επιβίωσης έκανε τους Έλληνες της Κιλικίας να απορρίψουν τόσο έντονα το Πανελλήνιο όραμα του Αλεξάνδρου, ώστε, για να τους κάμψει, χρειάστηκε να επιβάλει πρόστιμο (δηλαδή να στερήσει οικονομικούς πόρους) και να πάρει ομήρους στους Σόλους, ενώ στον Μαλλό, που κράτησε αποφασιστικότερη (πιο «φιλοπερσική») στάση, χρησιμοποίησε στρατιωτική βία. Οι δύο αυτές πόλεις υπέκυψαν μεν στον Αλέξανδρο, άλλα είχαν εξασφαλίσει και το άλλοθί τους, για να μην τους τιμωρήσει ο Δαρείος στη (βέβαιη γι’ αυτούς) περίπτωση, που θα νικούσε.

Πέραν αυτών, ο Δαρείος διέθετε μία στρατιά τέτοιου μεγέθους, ώστε ούτε οι Έλληνες ούτε οι βάρβαροι της περιοχής μπορούσαν να προβλέψουν νίκη του Αλεξάνδρου. Οι βαρβαρικοί πληθυσμοί στα ανατολικά του Αμανού (όπως ρητώς αναφέρει ο Διόδωρος) έσπευδαν να προσφέρουν κάθε διευκόλυνση στο στρατό του βασιλιά τους και μαζί μ’ αυτούς, για να μην εκτεθούν στα μάτια του Πέρση κοσμοκράτορα, τηρούσαν «φιλοπερσική» στάση και οι Έλληνες της Κιλικίας. Ίσως μάλιστα και ο Άρπαλος να λιποτάκτησε, διότι πίστεψε σε επερχόμενη ήττα του Αλεξάνδρου. Με ολόκληρο τον πληθυσμό της Κιλικίας να διάκειται εχθρικά απέναντί τους, ήταν λοιπόν απόλυτα φυσιολογική η αποτυχία των υπηρεσιών του Αλεξάνδρου να συλλέξουν έγκαιρα τις ακριβείς πληροφορίες, που χρειαζόταν το επιτελείο. Πρέπει μάλιστα να επισημάνουμε ότι μόνο στην Κιλικία συνέβη αυτό. Σε καμία άλλη φάση των επιχειρήσεων, ούτε προηγούμενη ούτε επόμενη, δεν βρέθηκε ο Αλέξανδρος με ελλιπείς ή ανακριβείς πληροφορίες.

Στο περσικό στρατόπεδο, ο Αμύντας του Αντιόχου συμβούλεψε τον Δαρείο να παραμείνει στην ανοιχτή πεδιάδα, όπου πλεονεκτούσε, διότι γνώριζε καλά τον τρόπο σκέψης του Αλεξάνδρου και ότι οι φιλοδοξίες του ξεπερνούσαν κατά πολύ τις αποφάσεις του Κοινού Συνεδρίου των Ελλήνων. Η αντίθετη άποψη των Περσών συμβούλων του Δαρείου βασιζόταν στη λογική και ήταν κάθε άλλο παρά ατεκμηρίωτη. Το Κοινό Συνέδριο είχε αποφασίσει την απελευθέρωση των ελληνικών πόλεων της Ασίας και την τιμωρία των Περσών για την εισβολή τους στην Ελλάδα. Ο Αλέξανδρος και οι συμμαχικές δυνάμεις είχαν απελευθερώσει όλες τις ελληνικές πόλεις (είτε αυτές το ήθελα είτε όχι) και είχαν καταλάβει σχεδόν ολόκληρη τη σημερινή Τουρκία. Οι πόλεις της Καρίας, που είχε αφήσει πίσω του στα χέρια των Περσών, συνιστούσαν πολύ μεγαλύτερη απειλή από τους ορεσίβιους Κίλικες ή τους Έλληνες της Κιλικίας. Συνεπώς οι τετράμηνες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στην Κιλικία δεν ήταν απαραίτητες, αν σκόπευε σύντομα να συγκρουστεί κατά μέτωπο με τον Δαρείο. Ήταν όμως απαραίτητες, αν σκόπευε να σταματήσει την προέλαση στην Κιλικία και να χρησιμοποιήσει τον Αμανό, για να κρατήσει μακρυά τους Πέρσες. Τέλος η οικονομική κατάσταση του Αλεξάνδρου μετά βίας του επέτρεπε τη συγκρότηση στόλου και καθιστούσε προβληματική την επέκταση του μετώπου. Ήταν λογικό λοιπόν να πιστέψουν οι Πέρσες, ότι οι εκδικητές του Κοινού Συνεδρίου των Ελλήνων θα σταματούσαν στην Κιλικία οχυρωμένοι πίσω από τον ορεινό όγκο του Αμανού. Ακόμη λογικότερο ήταν να πιστέψουν ότι οι συμμαχικές δυνάμεις θα έστρεφαν την προσοχή τους στο Αιγαίο, για να απελευθερώσουν τους συμμάχους (Χίο, Λέσβο και Τένεδο), που είχε υποτάξει ο περσικός στόλος, και να προστατεύσουν τον Ελλήσποντο καθώς και ότι οι Μακεδόνες θα εξαργύρωναν τις επιτυχίες τους με ισχυροποίηση της Ηγεμονίας τους. Όσον αφορά στην περσική στρατιά, ήταν ήδη στρατοπεδευμένη επί ένα μήνα και παρακολουθούσε αδρανής την απώλεια της Κιλικίας, κάτι που δεν συνέβαλλε στη διατήρηση υψηλού ηθικού. Επιπλέον, ο χειμώνας είχε ήδη μπεί και σε λίγο οι περισσότερες διαβάσεις του Αμανού θα έκλειναν από τα χιόνια, καθηλώνοντας τον Μεγάλο Βασιλέα επί μερικούς μήνες και δημιουργώντας σοβαρά προβλήματα στην διοικητική μέριμνα της στρατιάς του. Ο Δαρείος έπρεπε να αποφασίσει συνεκτιμώντας αφενός τα λογικά επιχειρήματα των συμβούλων του και αφετέρου το ψυχογράφημα του Αλεξάνδρου, όπως του το παρουσίασε ο Αμύντας. Σκεπτόμενος λογικά και μοιραία, πείσθηκε από τους συμβούλους του και ξεκίνησε για την Κιλικία. Στην πραγματικότητα ο Αλέξανδρος χωρίς να το θέλει και χωρίς να το καταλάβει περέσυρε στην Κιλικία τον Δαρείο και (ακριβώς επειδή ούτε το επεδίωξε ούτε το κατάλαβε) τελικά αιφνιδιάσθηκε.

Με βάση τις αναλυτικές τοπογραφικές πληροφορίες του Ξενοφώντα και τις συνοπτικές του Αρριανού μπορούμε να αναπαραστήσουμε το ανά ημέρα χρονικό της ταυτόχρονης προέλασης του Δαρείου και του Αλεξάνδρου ως εξής:

1η ημέρα: Ο Αλέξανδρος βρισκόταν στον Μαλλό, όταν εντοπίσθηκε το στρατόπεδο του Δαρείου. Συγκάλεσε σύσκεψη των εταίρων και αποφάσισαν την άμεση προέλαση και επίθεση εναντίον του.

2η ημέρα: Ο Αλέξανδρος προέλασε από τον Μαλλό προς τον ποταμό Πύραμο, που είχε πλάτος 1 στάδιο (περίπου 185 μ) και του οποίου τον πόρο είχε καταλάβει ο Φιλώτας.

3η ημέρα: Ο Αλέξανδρος παρέλαβε τις δυνάμεις του Φιλώτα και προέλασε προς τις Κάτω ή Παράλιες Αμανικές Πύλες, τις οποίες κατείχε ο Παρμενίων. Το παραλιακό δρομολόγιο, αν και περνούσε μέσα από τρεις πύλες (τις Κάτω Αμανικές, του Ιωνά και της Συρίας) ήταν η βασική οδός επικοινωνίας της Ανατολίας με τη Συρία και την Αίγυπτο. Επίσης, όπως και ο Κύρος ο Νεώτερος 68 χρόνια νωρίτερα, το ακολούθησε διότι η στρατιά του λόγω του μικρότερου μεγέθους της πλεονεκτούσε στα στενά περάσματα, ενώ στο αναπεπταμένο έδαφος πλεονεκτούσε ο Δαρείος. Παρέμενε σε πλεονεκτική θέση σε όλη τη διαδρομή και μέχρι να βγει από τη διάβαση Μπεϊλάν, οπότε μπορούσε να αναπτύξει τη στρατιά του για άμεση εμπλοκή και ενδεχομένως να αιφνιδιάσει τον εχθρό του. Ο Δαρείος προέλασε βόρεια των Σώχων προς τις Άνω Αμανικές Πύλες (Μπαχτσέ), που απείχαν δύο μόνο σταθμούς (πορεία 2 ημερών) και τον οδηγούσαν στο εσωτερικό της Κιλικίας χωρίς να στριμώξει τη στρατιά του ανάμεσα στο βουνό και τη θάλασσα, κάτι που τελικά δεν απέφυγε.

4η ημέρα: Ο Αλέξανδρος παρέλαβε τις δυνάμεις του Παρμενίωνα και άφησε στα περάσματα πίσω του φρουρές μάλλον συμβολικές, αφού αφενός χρειαζόταν όσο ήταν δυνατόν περισσότερους άνδρες για την επικείμενη μάχη και αφετέρου (όπως νόμιζε) ο αντίπαλός του περίμενε αδρανής στη Συρία. Πέρασε τις Κάτω Αμανικές Πύλες και κατέλαβε την Ισσό, την τελευταία πόλη της Κιλικίας, όπου άφησε τους τραυματίες και τους απομάχους. Είναι χαρακτηριστικό ότι δεν τους άφησε σε κάποια από τις προηγούμενες πόλεις, αλλά τους υπέβαλε στην ταλαιπωρία να τον ακολουθήσουν μέσω των πυλών ως την Ισσό. Είδαμε ότι οι Σόλοι και ο Μαλλός, αν και ελληνικές πόλεις δεν είχαν συγκινηθεί από τις διακηρύξεις του Κοινού Συνεδρίου των Ελλήνων και τον ζήλο του Αλεξάνδρου, ενώ δεν γνωρίζουμε αν υπήρξαν και άλλες αντιδράσεις, που δεν έχουν καταγραφεί. Είναι πιθανόν ο Αλέξανδρος να φοβόταν εξέγερση στην Κιλικία και να επέλεξε ως ασφαλέστερη για τους συνακολουθούντες την Ισσό, που βρισκόταν οχυρωμένη ανάμεσα σε δύο πύλες. Οι φρουρές, που είχε αφήσει ο Αλέξανδρος στις Άνω Αμανικές Πύλες εξεπλάγησαν με την απροσδόκητη εμφάνιση του Δαρείου, ο οποίος τις εξουδετέρωσε εύκολα και βρέθηκε πλέον στα νώτα του Αλεξάνδρου.

5η ημέρα: Ο Αλέξανδρος έφτασε στη διάβαση του Ιωνά. Ο Δαρείος πέρασε τις Άνω Πύλες του Αμανού και μπήκε στην Κιλικία.

6η ημέρα: Ο Αλέξανδρος προέλασε προς τις Πύλες της Συρίας και μία καταιγίδα με κρύο, βροχή και σφοδρό άνεμο τον καθήλωσε στη Μυρίανδρο, την πρώτη πόλη της Συρίας. Ο Δαρείος εξουδετέρωσε τις μακεδονικές φρουρές, πέρασε τις Κάτω Αμανικές Πύλες, κατέλαβε την Ισσό και σύμφωνα με τον Αρριανό έδειξε τις προθέσεις του σκοτώνοντας με φρικτά βασανιστήρια τους άρρωστους και τραυματίες, που είχε αφήσει πίσω του ο Αλέξανδρος. Κατά τον Κούρτιο ο Δαρείος τους έκοψε τα χέρια, τους έδειξε το μέγεθος της στρατιάς του και τους έστειλε να ανακοινώσουν όσα είδαν στον Αλέξανδρο. Είναι αδύνατον να μην παρατηρήσουμε ότι ο Ξέρξης κατά την επικείμενη εισβολή του στην Ελλάδα επέδειξε το μέγεθος της στρατιάς του στους συλληφθέντες Έλληνες κατασκόπους και τους έστειλε πίσω, για να πλήξει την ψυχολογία των Ελλήνων. Κατά την προσφιλή του τακτική ο Κούρτιος κατασκεύασε μία δική του ιστορία αναμιγνύοντας τα δύο περιστατικά με τον Ξέρξη και το Δαρείο.

7η ημέρα: ο Δαρείος προέλασε από την Ισσό προς τον ποταμό Πίναρο και οι εμπροσθοφυλακές του κατέλαβαν τις Πύλες (διάβαση του Ιωνά), απωθώντας τις οπισθοφυλακές του Αλεξάνδρου. Είναι χαρακτηριστικό ότι από τη στιγμή, που ο Δαρείος πέρασε τις Άνω Αμανικές Πύλες, και επί τρεις ολόκληρες ημέρες δεν έγινε αντιληπτός από τον Αλέξανδρο, παρά μόνο όταν η οπισθοφυλακή του δέχθηκε επίθεση από την περσική εμπροσθοφυλακή. Κατά τον Κούρτιο τον ενημέρωσαν οι τραυματίες, τους οποίους αφού συνέλαβε και ακρωτηρίασε ο Δαρείος στην Ισσό, τους έστειλε να ενημερώσουν τον Αλέξανδρο για το μέγεθος της περσικής στρατιάς.

Είναι απόλυτα σαφές ότι ο Αλέξανδρος πιστεύοντας ότι ο Δαρείος περίμενε αδρανής στους Σώχους, άρχισε την προέλαση εναντίον του χωρίς τις συνήθεις προφυλάξεις. Έτσι, ο στόλος δεν παρέπλεε τα παράλια, στα οποία προέλαυνε η στρατιά, γι αυτό και δεν έγινε αντιληπτή η εμφάνιση των περσικών στρατευμάτων μόλις κατέλαβαν την Ισσό, δηλαδή την προηγούμενη μέρα. Ο Αλέξανδρος λοιπόν ήταν έτοιμος να περάσει τις Πύλες της Συρίας (διάβαση Μπεϊλάν) και να βγει στη συριακή πεδιάδα, όταν πληροφορήθηκε, ότι ο Δαρείος δεν περίμενε αδρανής, αλλά βρισκόταν πίσω του και τον καταδίωκε κατά πόδας. «Δεν θεώρησε την πληροφορία αξιόπιστη», διότι αφενός ήταν αντίθετη προς τη λογική και αφετέρου ο ίδιος δεν είχε καταβάλει (συνειδητά) καμία προσπάθεια να παρασύρει το Δαρείο στα στενά περάσματα. Ούτε ο Αρριανός ούτε ο Κούρτιος αφήνουν περιθώρια αμφισβήτησης: ο αιφνιδιασμός του Αλεξάνδρου ήταν απόλυτος. Στο διάστημα των τριών ημερών, που ο Δαρείος προήλαυνε στην Κιλικία, δεν έφτασε στον Αλέξανδρο ούτε ένας αγγελιαφόρος να τον ενημερώσει για την προέλαση του αντιπάλου του. Φαίνεται πως οι Πέρσες έκαναν ολοκληρωμένη δουλειά και ή δεν άφηναν επιζώντες είτε αιχμαλώτιζαν όλους τους άνδρες των φρουρών, που εξουδετέρωναν (ενδεχόμενο απίθανο, συνεκτιμώντας τη σφαγή των τραυματιών στην Ισσό). Ο Αλέξανδρος έστειλε λοιπόν για αναγνώριση μία τριακόντορο, η οποία τον ενημέρωσε (είτε με πυρσούς είτε με σημαίες) ότι οι Πέρσες προέλαυναν στο παραλιακό πέρασμα. Ο Δαρείος πράγματι είχε εγκαταλείψει τα πλεονεκτήματα, που προσέφερε στη στρατιά του η ανοιχτή πεδιάδα των Σώχων!

Τότε ο Αλέξανδρος εμψύχωσε τους άνδρες του, που ασφαλώς έμειναν εμβρόντητοι από την αλλόκοτη είδηση και μάλλον θορυβήθηκαν από τον αιφνιδιασμό. Τους τόνισε ότι η σύγκρουση αυτή θα ήταν καθοριστική, διότι ήταν η πρώτη φορά, που θα ηγούνταν των αντιπάλων στρατοπέδων οι ανώτατοι ηγέτες τους. Εάν νικούσαν, θα κυριαρχούσαν στην Ασία και θα τελείωναν οι περισσότερες ταλαιπωρίες τους. Λέγεται ότι τους θύμισε τον Ξενοφώντα και τους Μυρίους του, τονίζοντας πως οι δυνάμεις του Κοινού Συνεδρίου των Ελλήνων ήταν μεγαλύτερες από τους Μυρίους και σε αντίθεση προς εκείνους διέθεταν τοξότες, σφενδονήτες και ακοντιστές. Επιπλέον οι Μύριοι δεν διέθεταν ιππικό, ενώ στις δυνάμεις του Κοινού Συνεδρίου περιλαμβάνονταν τα καλύτερα ιππικά σώματα της Ελλάδας, το μακεδονικό, το θεσσαλικό και το βοιωτικό καθώς και εξαιρετικά βαρβαρικά, όπως το θρακικό. Φέρεται ακόμη να ισχυρίσθηκε ότι τους προστάτευε μία θεϊκή δύναμη, η οποία έσπρωξε το Δαρείο να εγκαταλείψει την ανοικτή πεδιάδα και τα πλεονεκτήματά της και να στριμωχτεί ανάμεσα στο βουνό και τη θάλασσα. Το λάθος του Πέρση βασιλιά ήταν τόσο μεγάλο, ώστε μόνο σε κάποιο θεό, που ήθελε την καταστροφή του, μπορούσε να αποδοθεί. Αν οι αρχαίοι Έλληνες ήταν χριστιανοί, ο Αλέξανδρος θα έλεγε ασφαλώς «μωραίνει Κύριος, όν βούλεται απωλέσαι».

Μετά το δείπνο η στρατιά έκανε μεταβολή και έστρεψε το μέτωπο προς τους Πέρσες. Ο Αλέξανδρος επιτέθηκε με όλες του τις δυνάμεις κατά των Πυλών, τις οποίες είχαν ήδη καταλάβει οι εμπροσθοφυλακές του Δαρείου και γύρω στα μεσάνυχτα κατείχε όλες τις διαβάσεις. Δεν υπήρχαν περιθώρια να υποστεί άλλον αιφνιδιασμό, έτσι έβαλε φρουρές και ανάπαυσε το στρατό επί τόπου, κατάχαμα και όχι σε στρατόπεδο, για να μη χάσει χρόνο.


Η μάχη της Ισσού
(Αρριανός Β.7.-12., Διόδωρος ΙΖ.34, 48.1, Πλούταρχος, Αλέξανδρος 20.8, 13, 21.4, 31.14, Κούρτιος 3.8.1, 3.11.11, 4.1.39, Ξενοφών Κύρου Ανάβασις Α.VIII.22)

Με το πρώτο φως της 8ης ημέρας ο Αλέξανδρος ξεκίνησε την κάθοδο στο δρόμο. Προχωρώντας προς τον ποταμό Πίναρο (Παγιάς), άλλαζε διαρκώς τη διάταξη των δυνάμεών του σύμφωνα με τη μορφολογία του εδάφους. Στην αρχή καθώς προχωρούσε μέσα από τις στενές διαβάσεις, προπορευόταν το πεζικό. Στη συνέχεια και προκειμένου να μην μπορέσουν οι υπέρτερες Περσικές δυνάμεις να τον κυκλώσουν, ανέπτυξε το μέτωπο έτσι, ώστε το αριστερό κέρας του να τελειώνει στη θάλασσα και το δεξί στο βουνό. Στην τελική παράταξη πεζοί και ιππείς βρίσκονταν στην ίδια γραμμή και είχαν μέτωπο ισόμηκες του περσικού.

Στη δεξιά πτέρυγα, κοντά στο βουνό, ήταν το άγημα του πεζικού και οι υπασπιστές υπό τον Νικάνορα του Παρμενίωνα. Δίπλα τους η τάξη του Κοίνου και μετά του Περδίκκα. Στα αριστερά πρώτα η τάξη του Αμύντα, μετά του Πτολεμαίου και μετά του Μελέαγρου. Ο Κρατερός ήταν αρχηγός του πεζικού του αριστερού κέρατος και ο Παρμενίων όλης της δύναμης (πεζών και ιππέων) του αριστερού κέρατος. Η εντολή τους ήταν να μην απομακρυνθούν από τη θάλασσα, διότι τότε ο εχθρός θα έβρισκε διάδρομο, θα τους περικύκλωνε και θα τους συνέτριβε με τον αριθμό του, ο οποίος φυσικά παραδίδεται διαφορετικός από κάθε αρχαία πηγή.

Αρριανός Διόδωρος Πλούταρχος Κούρτιος Ιουστίνος
Β.8 ΙΖ.31.2 Αλέξ.20.10 3.2.4-9 11.9.1
Πέρσες 70.000
Μήδοι 50.000
Βαρκανοί 10.000
Αρμένιοι 40.000
Δέρβικες 40.000
Κάσπιοι 8.000
Λοιπά έθνη 2.000
Έλληνες 30.000 30.000
Κάρδακκες 60.000
ΠΕΖΟΙ >400.000 250.000 400.000

Πέρσες 30.000
Μήδοι 10.000
Βαρκανοί 2.000
Αρμένιοι 7.000
Υρκανοί 6.000
Τόπειροι 1.000
Δέρβικες 2.000
Κάσπιοι 200
Λοιπά έθνη 4.000
ΠΕΖΟΙ 100.000 62.200 100.000

ΣΥΝΟΛΟ 600.000 >500.000 >110.000 312.200 500.000

Σ’ αυτόν τον πίνακα κάνουμε τις εξής παρατηρήσεις:

ο Αρριανός διατηρεί επιφυλάξεις για τον αριθμό, που δίνει

Τόπειροι και Δέρβικες είναι πρόταση μεταγενεστέρων σχολιαστών, για να καλυφθεί η φθορά του κειμένου σ’ εκείνο το σημείο. Η πρόταση αυτή βασίζεται στην παράταξη μάχης του Αρριανού για τα Γαυγάμηλα

Κατά τον Κούρτιο οι 30.000 Έλληνες μισθοφόροι ήταν εκείνοι, που είχε παραδώσει ο Φαρνάβαζος στο Δαρείο

Υρκανοί είναι η ελληνική ονομασία των Βαρκανών. Είναι προφανές ότι η αναφορά δύο φορές του ιδίου λαού αποτελεί λάθος του Κούρτιου και στη θέση των 2.000 Βαρκανών ή των 6.000 Υρκανών βρισκόταν κάποιος άλλος (ίσως γειτονικός τους) λαός

Όταν ο Δαρείος έμαθε ότι πλησίαζε ο Αλέξανδρος με το στρατό του ανεπτυγμένο για μάχη, παρατάχθηκε στο καταλληλότερο σημείο, στην κοιλάδα του Πίναρου. Ο ποταμός με το άσχημο όνομα στον άνω ρου του περνά μέσα από απόκρημνα φαράγγια και στον κάτω ρου του διασχίζει διαγώνια την κοιλάδα, που έχει πλάτος 2.700μ από τη θάλασσα ως τις υπώρειες του βουνού. Περαίωσε στην απέναντι πλευρά του ποταμού 30.000 ιππείς και 20.000 ψιλούς, ως προκάλυψη μέχρι να παρατάξει τον υπόλοιπο στρατό. Απέναντι από τη Μακεδονική φάλαγγα και μπροστά από τους άλλους οπλίτες παρέταξε τους 30.000 Έλληνες μισθοφόρους. Στα δεξιά και στα αριστερά τους, μοίρασε τους 60.000 Κάρδακκες (Κούρδους) οπλίτες.

Η μορφολογία του εδάφους δεν επέτρεπε στον Δαρείο να αναπτύξει καλύτερα τις δυνάμεις του. Στα αριστερά του, απέναντι από τα δεξιά του Αλεξάνδρου και προς το βουνό τοποθέτησε περί τις 20.000 άνδρες. Το βουνό σχημάτιζε εκεί μία εσοχή σαν κόλπο και μετά μία προεξοχή, που τους έφερνε στα νώτα της παράταξης του Αλεξάνδρου. Τους υπόλοιπους ψιλούς και οπλίτες τους τοποθέτησε πίσω από τους Έλληνες και τους Κάρδακκες, έτσι ώστε δεν του ήταν χρήσιμοι. Όταν ο Δαρείος τελείωσε τους ελιγμούς τάξης, επανέφερε τους ιππείς στη βόρεια όχθη. Άφησε τους ψιλούς στη νότια όχθη υπολογίζοντας ότι θα πλευροκοπούσαν τον Αλέξανδρο, όταν θα καθηλωνόταν στο ποτάμι.

Ο Δαρείος παρέταξε τους περισσότερους ιππείς στα δεξιά του, κοντά στη θάλασσα και απέναντι από τον Παρμενίωνα, όπου το έδαφος ήταν πιο κατάλληλο για ιππικό. Τους υπόλοιπους τους παρέταξε αρχικά στα αριστερά του κοντά στο βουνό, βλέποντας όμως ότι λόγω της στενότητας του πεδίου τους αχρήστευε, τους μετακίνησε πάλι προς τα δεξιά. Είναι προφανές ότι όχι μόνο δεν μπορούσε να αναπτύξει τις δυνάμεις του στο επιθυμητό μήκος, αλλά δεν μπορούσε ούτε να τοποθετήσει τα διάφορα τμήματα στις καταλληλότερες θέσεις. Ο ίδιος βρισκόταν στο κέντρο, σύμφωνα με το Περσικό τυπικό, που ήθελε τους Πέρσες βασιλείς να μένουν στο μέσον της παράταξης, για να επικοινωνούν και με τα δύο άκρα εξ ίσου εύκολα και για να έχουν την ίδια κάλυψη και από τις δύο πλευρές τους.

Οι Πέρσες, μόλις ολοκλήρωσαν την παράταξη των δυνάμεών τους, παρέμειναν στις θέσεις τους στις όχθες του ποταμού, που σε πολλά σημεία φτάνουν σε ύψος τα 6-7 μέτρα, ενώ στο σημείο, όπου ο ποταμός βγαίνει από το βουνό, οι όχθες είναι χαμηλές. Εκείνο το σημείο και όσα άλλα ήταν ευπρόσβλητα οι Πέρσες τα οχύρωσαν με χάρακες (ξύλινους φράχτες) . Από αυτή την ενέργεια ο Αλέξανδρος και οι επιτελείς του κατάλαβαν ότι οι Πέρσες είχαν ψυχολογία ηττημένου. Με το να οχυρωθεί πίσω από το ποτάμι και τους χάρακες, ο Δαρείος έβλαψε την ψυχολογία των ανδρών του και ευνόησε αυτήν των δυνάμεων του Αλεξάνδρου. Τελικά είχε συγκεντρώσει τόσο στρατό, είχε διανύσει τόση απόσταση, είχε εισβάλει στην Κιλικία για να επιτεθεί στον Αλέξανδρο, επειδή νόμιζε ότι απέφευγε τη μάχη, και όταν στο τέλος έμαθε ότι ο Αλέξανδρος έκανε μεταβολή και βάδιζε εναντίον του, πήρε θέση άμυνας!

Παρά τις δυσκολίες, που παρουσίαζε η μορφολογία του εδάφους, ο Δαρείος ανέπτυξε τις δυνάμεις του όσο καλύτερα γινόταν. Παρέταξε σε μέτωπο 110.000 οπλίτες, 20.000 ψιλούς και 20.000 ιππείς, δηλαδή μία δύναμη σχεδόν τριπλάσια από εκείνη του Αλεξάνδρου. Το σχέδιό του ήταν να διασπάσει με το ιππικό του το αριστερό κέρας του Αλεξάνδρου, με τους Έλληνες μισθοφόρους να ακινητοποιήσει στο κέντρο τη θωρούμενη ως αήττητη μακεδονική φάλαγγα και με 50.000 οπλίτες (30.000 Κάρδακκες και άλλες 20.000 στο βουνό) και 20.000 ψιλούς να συντρίψει το δεξί κέρας του Αλεξάνδρου.

Επειδή πιο μπροστά η περιοχή πλάταινε, ο Αλέξανδρος τοποθέτησε στη δεξιά πλευρά όπου βρισκόταν και ο ίδιος, σε μέτωπο το ιππικό των εταίρων, των Θεσσαλών και των Μακεδόνων. Τους Πελοποννησίους και τους υπόλοιπους συμμάχους τους έστειλε στα αριστερά, στον Παρμενίωνα. Διαπίστωσε τότε ότι σχεδόν όλο το Περσικό ιππικό βρισκόταν απέναντι από την αριστερή του πλευρά, κοντά στη θάλασσα, όπου εκείνος είχε τάξει μόνο τους Πελοποννησίους και το υπόλοιπο συμμαχικό ιππικό. Μετακίνησε λοιπόν το Θεσσαλικό ιππικό στα αριστερά και η κίνηση αυτή έγινε πίσω από τη φάλαγγα, για να μην γίνει αντιληπτή από τους Πέρσες. Μπροστά και δεξιά από τους ιππείς έβαλε τους πρόδρομους υπό τον Πρωτόμαχο και τους Παίονες υπό τον Αρίστωνα. Μπροστά από τους πεζούς έβαλε τους τοξότες υπό τον Αντίοχο. Τους Αγριάνες υπό τον Άτταλο και μερικούς ιππείς τους τοποθέτησε υπό γωνία κοντά στο βουνό από πίσω τους. Δηλαδή χώρισε τη δεξιά φάλαγγα σε δύο μέτωπα: ένα προς το κύριο σώμα των Περσών και ένα προς το βουνό απέναντι από τα πλευρά του. Στα αριστερά μπροστά από τους πεζούς έταξε τους Κρήτες και Θράκες τοξότες υπό τον Σιτάλκη και μπροστά τους το αριστερό τμήμα του ιππικού. Οι ξένοι μισθοφόροι βρίσκονταν στο τέλος όλης της παράταξης. Όμως η φάλαγγα στα δεξιά εξακολουθούσε να είναι αραιή και οι Πέρσες εύκολα θα την διασπούσαν. Πάλι χωρίς να φαίνεται μετακίνησε δύο ίλες των εταίρων, την Ανθεμουσία (από τον Ανθεμούντα) υπό τον Περοίδα του Μενεσθέα και την Λευγαία υπό τον Παντόρδανο του Κλέανδρου. Μπροστά από το δεξιό τμήμα τοποθέτησε τους τοξότες, μερικούς Αγριάνες και Έλληνες μισθοφόρους επεκτείνοντας έτσι τη φάλαγγα μέχρι το Περσικό κέρας. Οι Πέρσες, όταν το είδαν αυτό, δεν αντέδρασαν. Οι Αγριάνες και λίγοι τοξότες διατάχθηκαν να επιτεθούν και οι Πέρσες υποχώρησαν πιο ψηλά στο βουνό. Έτσι ο Αλέξανδρος πήρε το πρώτο δείγμα της ανεπαρκούς αποφασιστικότητας των περσικών δυνάμεων και έκρινε ότι η διάταξη εκεί ενισχυμένη με 300 ακόμη ιππείς ήταν επαρκής.

Όταν ο Αλέξανδρος ολοκλήρωσε την παράταξη των δυνάμεών του έδωσε διαταγή να προχωρήσουν όλοι μαζί, αργά και με μικρές στάσεις. Καθώς πλησίαζαν την περσική παράταξη, ο Αλέξανδρος περιέτρεχε έφιππος τις γραμμές του και εμψύχωνε τους άνδρες του αναφερόμενος προσωπικά στους γνωστότερους και σημαντικότερους από αυτούς. Παρά την αδημονία των ανδρών να συγκρουστούν με τους Πέρσες, οδηγούσε όλη την παράταξη με σταθερό βηματισμό, για να μην προκληθούν ρήγματα στις γραμμές της από την ταχεία κίνηση.

Μόλις μπήκαν στο βεληνεκές των περσικών τοξευμάτων, δηλαδή μόλις πλησίασαν την περσική παράταξη στα 150 με 200 μέτρα περίπου, η δεξιά πλευρά με επικεφαλής τον Αλέξανδρο μπήκε γρήγορα στο ποτάμι από τις χαμηλές όχθες και συγκρούσθηκε με τους Κάρδακκες, που ήταν οχυρωμένοι πίσω από τους χάρακες. Τους αιφνιδίασαν με την ξαφνική αλλαγή στο ρυθμό κίνησης, περιόρισαν τις απώλειές τους από τα τοξεύματα των ψιλών και επιτάχυναν τη συμπλοκή σώμα με σώμα, όπου υπερτερούσαν. Όμως το κέντρο της παράταξης, όπου βρισκόταν η φάλαγγα, δεν πέτυχε την ίδια ταχύτητα κίνησης με το ιππικό. Οι απόκρημνες όχθες και οι χάρακες δεν τη βοηθούσαν και άρχισε να χάνει τη συνοχή της. Οι Έλληνες μισθοφόροι των Περσών εμπόδιζαν τους Μακεδόνες να βγουν από τον ποταμό, εκμεταλλεύονταν τα ρήγματα της φάλαγγας και της προξενούσαν απώλειες. Η κατάσταση ήταν κρίσιμη και διακυβευόταν η φήμη της μακεδονικής φάλαγγας, που μέχρι τότε θεωρούνταν αήττητη. Σ’ εκείνη τη φάση σκοτώθηκε ο Πτολεμαίος του Σέλευκου και 180 επιφανείς Μακεδόνες. Οι Πέρσες ιππείς στο δεξί κέρας δεν έμειναν στις θέσεις τους, αλλά πέρασαν τον ποταμό και επιτέθηκαν στους Θεσσαλούς ιππείς. Η σύγκρουση ήταν σφοδρή και το περσικό ιππικό έδειξε την αξία του.

Ο Αλέξανδρος μαχόταν στην πρώτη γραμμή και πίεζε, προσπαθώντας να φτάσει τον Δαρείο. Έγινε πεισματική και σκληρή μάχη ανάμεσα στις δύο βασιλικές ακολουθίες, καθώς οι ευγενείς δεν υπολόγιζαν τη ζωή τους, αλλά προσπαθούσαν να προστατεύσουν το δικό τους βασιλιά και να σκοτώσουν τον αντίπαλο. Στο σημείο όπου μάχονταν οι δύο βασιλιάδες με τις ακολουθίες τους έπεσαν νεκροί πολλοί αξιωματούχοι, ενώ ο Αλέξανδρος τραυματίσθηκε από ξίφος στον μηρό. Η σφοδρότερη συμπλοκή έγινε γύρω από το τέθριππο του Δαρείου, τον οποίο προσπαθούσε να φτάσει ο Αλέξανδρος. Οι ίπποι του άρματος δέχονταν αλλεπάλληλα χτυπήματα από τα σώματα των νεκρών, που σωριάζονταν γύρω τους, είχαν τρομοκρατηθεί, τίναζαν τα χαλινάρια και υπήρχε κίνδυνος να παρασύρουν το άρμα του Δαρείου στις γραμμές του Αλεξάνδρου, γι’ αυτό οι ακόλουθοί του έφεραν άλλο τέθριππο, στο οποίο ανέβηκε ο Δαρείος. Αυτή η ενέργεια καθόρισε την έκβαση της μάχης. Η βασιλική φρουρά θεώρησε, ότι ο Μέγας Βασιλεύς έφευγε, και τράπηκε σε φυγή παρασύροντας και τους άλλους ιππείς. Ο Δαρείος βλέποντας τις γραμμές γύρω του να διασπώνται και τους γενναιότερους άντρες του σε σύγχυση, τράπηκε και ο ίδιος σε φυγή.

Το παραπάνω περιστατικό περιγράφεται από τον Διόδωρο, επαναλαμβάνεται από τον Κούρτιο και απεικονίζεται στο γνωστό ψηφιδωτό της Πομπηίας. Μόνο που δεν συνέβη ποτέ! Αποτελεί απλώς μία επική αφήγηση κατάλληλη για τα δευτερεύουσας σημασίας συγγράμματα των δύο αυτών μυθιστορηματικών ιστοριογράφων. Κάποιος άλλος ακόμη πιο δημιουργικός (μυθ)ιστοριογράφος, ο Χάρις από τη Λέσβο, έβαλε τον Αλέξανδρο να μονομαχήσει με τον Δαρείο.

Ο πάντοτε προσεκτικός και ακριβής Αρριανός, που είχε και ο ίδιος εμπειρία περί τα στρατιωτικά, δεν αφήνει περιθώρια για αμφιβολίες. Ο Δαρείος βρισκόταν στο μέσον της γραμμής αντιπαράθεσης και ο Αλέξανδρος στο ένα άκρο της. Ο Αλέξανδρος συνέβαλε προσωπικά στη διάσπαση του αριστερού κέρατος των Περσών, αλλά δεν κινήθηκε εναντίον του ιδίου του Δαρείου. Δεν δημιουργήθηκε σύγχυση, η οποία οδήγησε στη φυγή του, αλλά ο Δαρείος έφυγε από το πεδίο της μάχης, επειδή διασπάσθηκε το αριστερό του κέρας και ο Αλέξανδρος θα έσπευδε σε βοήθεια του πιεζόμενου κέντρου του και τότε θα αναζητούσε τον Δαρείο. Τόσο ο Αλέξανδρος όσο και ο Δαρείος ήταν οι ανώτατοι πολιτικοί και στρατιωτικοί ηγέτες της κάθε πλευράς και είχαν καθήκον να καθοδηγήσουν τα στρατεύματά τους, όχι να εξαρτήσουν την έκβαση ενός τέτοιου πολέμου από το αποτέλεσμα μίας μονομαχίας ανάμεσά τους.

Ο Αλέξανδρος διέρρηξε τις γραμμές των 30.000 Καρδάκκων οπλιτών του αριστερού κέρατος και αμέσως στράφηκε στα αριστερά του, στο κέντρο της περσικής παράταξης, όπου οι Έλληνες μισθοφόροι είχαν καθηλώσει και καταπονούσαν τη μακεδονική φάλαγγα. Πλευροκόπησε τους μισθοφόρους, διέσπασε τις γραμμές τους και τους κατέσφαξε. Οι Πέρσες ιππείς, που είχαν περάσει το ποτάμι και παρά τη 10πλάσια σχεδόν δύναμή τους δεν μπόρεσαν να διασπάσουν τις γραμμές των Θεσσαλών, μόλις πληροφορήθηκαν τη φυγή του Δαρείου και τη σφαγή των μισθοφόρων, τράπηκαν κι αυτοί σε φυγή. Η περσική παράταξη είχε πλέον διασπασθεί και τρεπόταν σε φυγή σε όλη την έκταση του μετώπου της.

Η διάσπαση των περσικών γραμμών έγινε με τέτοια ευκολία και τόσο σύντομα, ώστε κανείς αρχαίος ιστορικός δεν θεώρησε σκόπιμο να δώσει λεπτομέρειες. Ίσως ποτέ να μην υπήρξαν λεπτομέρειες διασταυρωμένης ακρίβειας, πάντως φαίνεται ότι το σχέδιο του Δαρείου ήταν να διασπάσουν τις ελληνικές γραμμές οι Πέρσες ιππείς του δεξιού κέρατος, να καθηλώσουν στο ποτάμι τη φάλαγγα οι Έλληνες μισθοφόροι του κέντρου και να συγκρατήσουν τον Αλέξανδρο οι Κάρδακκες αρκετό χρόνο, ώστε να τον πλευροκοπήσουν οι πολυάριθμοι ψιλοί. Φαίνεται επίσης ότι οι μονάδες του Πέρση βασιλιά κατέρρευσαν διαδοχικά, όπως το ντόμινο, και ότι βασική αιτία ήταν η διάσπαση των γραμμών των Καρδάκκων. Είναι απορίας άξιο, γιατί ο Δαρείος δεν χρησιμοποίησε τους Πέρσες, τους Μήδους ή τους Έλληνες οπλίτες, αλλά προτίμησε να τοποθετήσει τους Κούρδους στο πιο ευάλωτο σημείο της πρώτης γραμμής. Η επιλογή αυτή απετέλεσε την Αχίλλειο πτέρνα της περσικής παράταξης και βαρύνει προσωπικά τον Μεγάλο Βασιλέα.

Κατά τη γενικευμένη και άτακτη φυγή τους οι Πέρσες είχαν περισσότερες απώλειες από ότι στην ίδια τη μάχη. Ο μεγάλος στρατός τους συνωστίσθηκε στα στενά φαράγγια και υπέστη μεγάλες απώλειες, καθώς οι ίπποι ποδοπατούσαν τους πεζούς και αλλόφρονες πεζοί και ιππείς σκότωναν ο ένας τον άλλο, για να ανοίξουν δρόμο μέσα στο πλήθος. Έτσι ο τόπος γύρω από το πεδίο της μάχης γέμισε πτώματα και, όπως αναφέρει ο Πτολεμαίος, κατά την καταδίωξη των Περσών οι δυνάμεις του Αλεξάνδρου πέρασαν ένα φαράγγι πατώντας πάνω στα πτώματα. Αυτό είναι συνεπές με όσα περιγράφονται γενικά και σε καμία περίπτωση δεν λέει ο Πτολεμαίος ότι πέρασαν από το ένα χείλος του φαραγγιού στο άλλο πατώντας πάνω στα πτώματα, που το είχαν γεμίσει. Λέει απλώς ότι διέσχισαν το φαράγγι πατώντας πάνω στα πτώματα, που ήταν σκορπισμένα σε όλο του το μήκος.

Ο Δαρείος διέφευγε με το άρμα του, όσο το έδαφος επέτρεπε την κίνησή του. Μόλις έφτασε σε ένα δύσβατο φαράγγι, εγκατέλειψε το άρμα μαζί με τον κάνδυ, το τόξο και την ασπίδα του (γενόμενος ρίψασπις), για να συνεχίσει τη φυγή του έφιππος. Ο Αλέξανδρος δεν τον καταδίωξε αμέσως, αλλά αφού βοήθησε τη φάλαγγα να νικήσει τους μισθοφόρους, πράγμα που αποδεικνύει την προσήλωσή του στη μάχη και όχι κάποια εμμονή του σε πρόσωπα ή σύμβολα. Έτσι ο Δαρείος είχε αρκετό χρόνο στη διάθεσή του, για να κερδίσει έδαφος. Είναι γνωστό ότι δεν αρέσει στους ίππους να πατούν πάνω σε σώματα, έτσι τα πολυάριθμα πτώματα, που κάλυπταν το έδαφος όπως σημείωσε κι ο Πτολεμαίος, μείωναν την ταχύτητα της καταδίωξης. Τελικά η καταδίωξη των Περσών σταμάτησε και ο Δαρείος διέφυγε τη σύλληψη, επειδή έπεσε η νύχτα.

Η μάχη του ποταμού Πίναρου ή της Ισσού, όπως εσφαλμένα έχει επικρατήσει να λέγεται, έγινε το μήνα Μαιμακτηριώνα (16 Νοεμβρίου – 15 Δεκεμβρίου), μάλλον μέσα στον Νοέμβριο του 333 π.Χ. και οι απώλειες των δύο στρατών είναι ως συνήθως ένα από τα σημεία ασυμφωνίας των αρχαίων πηγών. Οι επιμέρους εκτιμήσεις τους καταγράφονται στον παρακάτω πίνακα:

Αρριανός Διόδωρος Κούρτιος Ιουστίνος
Β.11 ΙΖ.36.6 3.11.27 11.9.10
Πεζοί 300 32 130
Ιππείς 150 150 150
Νεκροί Μακεδόνες 0 450 182 280
Τραυματίες Μακεδόνες 504

Πεζοί 100.000 100.000 100.000 61.000
Ιππείς 10.000 10.000 10.000 10.000
Νεκροί Πέρσες 110.000 110.000 110.000 71.000

Ανάμεσα στους νεκρούς των Περσών ήταν ο Ατιζύης, ο Αρσάμης, και ο Ρεομίθρης, που είχαν πολεμήσει ως ίππαρχοι και στο Γρανικό, καθώς και ο Σαυάκης, ο σατράπης της Αιγύπτου. Η αναλογία πεζών προς ιππείς ήταν 4:1 για τους Πέρσες και 6:1 για τους Μακεδόνες (βάσει των αρχικών 32.000 πεζών και 5.100 ιππέων). Η δυσαναλογία φονευθέντων στη μάχη πεζών προς ιππείς ήταν 10:1 για τους Πέρσες και το πολύ 2:1 για τους Μακεδόνες. Αυτό οφείλεται στο ότι οι Μακεδόνες χρησιμοποίησαν ως βασικό όπλο το ιππικό, το οποίο λογικά υπέστη σημαντικές απώλειες, αντίθετα οι Πέρσες είχαν αναλογικά πολλαπλάσιους νεκρούς μεταξύ των πεζών, διότι αυτοί έμειναν πίσω κατά την φυγή και υπέστησαν τις περισσότερες απώλειες τόσο από το φεύγον περσικό ιππικό όσο και από το επελαύνον μακεδονικό.

Τα περσικά σκευοφόρα, δηλαδή οι οικογένειες των Περσών αξιωματούχων, τα προσωπικά είδη, τα χρήματά τους καθώς και τα περισσότερα χρήματα (προσωπικά είδη γενικά) του Δαρείου βρίσκονταν στη Δαμασκό, την πρωτεύουσα της σατραπείας της Συρίας. Στο περσικό στρατόπεδο ο Δαρείος είχε εγκαταλείψει τη σκηνή, τη μητέρα, τη γυναίκα του (που κατά το ασιατικό έθιμο ήταν και αδελφή του), το μικρό γιο του, δύο κόρες του, λίγες ευγενείς Περσίδες της ακολουθίας και 3.000 τάλαντα. Αυτά τα λάφυρα και οι αιχμάλωτοι προορίζονταν για τον Αλέξανδρο και όχι για διανομή. Επειδή οι άνδρες του προέλαυναν ως απελευθερωτές, επί ενάμισυ χρόνο δεν ήταν δυνατόν να προχωρήσουν σε λεηλασίες, έτσι η αμοιβή τους περιοριζόταν στο μισθό τους και τη γενναιοδωρία του Αλεξάνδρου. Τα μυθικά πλούτη της περσικής αυτοκρατορίας, για τα οποία άλλωστε κατατάχθηκαν, δεν είχε έρθει ακόμη η ώρα να τα γευθούν. Έπρεπε να περιμένουν μέχρι να φτάσει ο Παρμενίων στη Δαμασκό και να καταλάβει τον κύριο όγκο των περσικών σκευοφόρων.

Ο Αλέξανδρος επιστρέφοντας από την άκαρπη καταδίωξη πήγε στη σκηνή του Δαρείου, όπου του είχαν ετοιμάσει το λουτρό. Βλέποντας την πολυτέλεια στη βασιλική σκηνή φέρεται να είπε «αυτό σημαίνει να είσαι βασιλιάς». Η μετέπειτα συμπεριφορά του δείχνει ότι δεν θαμπώθηκε από την ασιατική χλιδή, αλλά μάλλον άρχισε να αντιλαμβάνεται κάποια πολύ χρήσιμα γι’ αυτόν πράγματα. Αργότερα, στην Αίγυπτο, όπου ο ανώτατος άρχων ήταν θεός, φέρεται να κατανόησε πλήρως τον τρόπο διακυβέρνησης, που ίσχυε στην Ανατολή και τον οποίο εφάρμοσε τελικά (και όπως φαίνεται τον είχε εμπνευθεί αρχικά ο Φίλιππος και ο Αλέξανδρος τον είχε εξ αρχής κατά νου). Τότε ήλθε σε επαφή και με την οικογένεια του Δαρείου, αλλά τα παραδιδόμενα περιστατικά έχουν τη θέση τους λίγο πριν τη μάχη των Γαυγαμήλων.

Την επομένη ο Αλέξανδρος έθαψε με πλήρεις στρατιωτικές τιμές τους νεκρούς και, όσους διακρίθηκαν στη μάχη, τους τίμησε με επαίνους και χρηματικά ποσά ανάλογα των έργων τους. Επέτρεψε στη μητέρα και τη σύζυγο του Δαρείου να θάψουν, όσους από τους πεσόντες Πέρσες ήθελαν, και κάλυψε το σχετικό κόστος με τα λαφυραγωγηθέντα ενδύματα και κοσμήματα. Στους κατοίκους των Σόλων χάρισε τα 50 τάλαντα (το υπόλοιπο από το πρόστιμο, που δεν είχαν πληρώσει ακόμη) και ελευθέρωσε τους ομήρους. Η κατοχή της Κιλικίας ήταν πλέον διασφαλισμένη και δεν είχε νόημα να επαναστατήσουν οι κάτοικοί της. Απεναντίας τον εξυπηρετούσε να απαλλάξει από κάθε βάρος και φόβο τις ελληνικές πόλεις. Ακόμη έστειλε τον εταίρο Λεοννάτο στην οικογένεια, που εγκατέλειψε ο Δαρείος, για να τους διαβεβαιώσει ότι δεν τον είχε σκοτώσει, ότι θα τους προσφωνούσε με τους βασιλικούς τους τίτλους και θα τους απέδιδε όλες τις βασιλικές τιμές, διότι δεν πολεμούσε από έχθρα προσωπικά κατά του Δαρείου, αλλά διεκδικούσε την κυριαρχία στην Ασία «σύμφωνα με τους νόμους».

Την επομένη της μάχης ο Δαρείος ασχολήθηκε με την ανασύνταξη των δυνάμεών του. Συγκέντρωσε λίγους από τη βασιλική ακολουθία καθώς και 4.000 Πέρσες και ξένους μισθοφόρους. Μαζί τους κινήθηκε βιαστικά προς τη Θάψακο, ώστε να παρεμβάλει τον Ευφράτη ανάμεσα στον ίδιο και τον Αλέξανδρο. Οι αυτόμολοι, Αμύντας του Αντιόχου, Αριστομήδης από τις Φερές και Βιάνορας από την Ακαρνανία με 8.000 Έλληνες μισθοφόρους καθώς κι ο Θυμώνδας του Μέντορα κατέβηκαν συντεταγμένοι από τα βουνά στην Τρίπολη (Ταραμπολούς) της Φοινίκης. Βρήκαν στα νεώρια τα πλοία, με τα οποία είχαν έλθει από τη Λέσβο, έκαψαν όσα δεν τους χρειάζονταν και με τα υπόλοιπα διέφυγαν μέσω Κύπρου στην Αίγυπτο. Οι υπόλοιποι υποχώρησαν προς Βορρά και υπό τις διαταγές του πρώην σατράπη Αριαράθη (Αριβαράτ) ανακατέλαβαν μέρος της Παφλαγονίας και της Καππαδοκίας. Η Καππαδοκία κατά το μεγαλύτερο μέρος της επρόκειτο να παραμείνει έξω από την ελληνική κυριαρχία μέχρι το θάνατο του Αλεξάνδρου και την επικύρωσή της στον Ευμένη.

Η νίκη του Αλεξάνδρου στον Πίναρο ήταν τακτική και όχι στρατηγική. Η βασική επιδίωξή του ήταν να κυριαρχήσει σε ολόκληρη την Ασία μετά τη νίκη του και δεν υλοποιήθηκε, διότι ο Δαρείος είχε διαφύγει και πήγαινε να οργανώσει την επόμενη γραμμή αμύνης. Η αξία της νίκης του περιοριζόταν τόσο από το γεγονός ότι η περσική αυτοκρατορία δεν είχε μείνει ακέφαλη όσο και από τις συνθήκες της ίδιας της μάχης. Ο Δαρείος είχε το πλεονέκτημα ότι αρχικά καταδίωξε και αιφνιδίασε τον Αλέξανδρο, ενώ η ήττα του μετριαζόταν επειδή μπορούσε να αποδοθεί στο ακατάλληλο πεδίο της μάχης. Αυτά αποτελούσαν σημαντικά ελαφρυντικά για το Δαρείο. Παράλληλα το ύψος των απωλειών δεν έπαιζε ρόλο για τα βασιλικά στρατεύματα των Περσών. Ο Αλέξανδρος λοιπόν δεν είχε καταφέρει καίριο πλήγμα στον εχθρό, ο οποίος διατηρούσε σχεδόν ακέραιο το βασίλειό του, ανεξάντλητη στρατιωτική δύναμη και αμύθητο πλούτο. Ήταν γνωστό σε όλους ότι ο Δαρείος «δεν θα σταματούσε να μάχεται, αν πρώτα δεν έχανε το φρόνημά του». Αυτό απαιτούσε να ηττηθεί σε μάχη, που θα έδειχνε καθαρά ότι οφείλεται σε δικές του αδυναμίες και δεν θα μπορούσε να αποδοθεί σε άλλους παράγοντες, τους οποίους αν ανέστρεφαν οι Πέρσες θα μπορούσαν να ελπίζουν σε νίκη

Ο Αλέξανδρος έπρεπε πλέον να πάρει το απόφαση ότι η περσική αυτοκρατορία χρειαζόταν περισσότερα από μία ήττα, για να πέσει στα χέρια του, και να αρκεστεί στα βραχυπρόθεσμα οφέλη του. Το πρώτο όφελος ήταν η ενίσχυση του ηθικού των ανδρών του, που εξαρχής ήταν ψηλό. Τώρα είχαν κατατροπώσει τον ίδιο το Μεγάλο Βασιλέα, συνέλαβαν την οικογένειά του και πήραν τους θησαυρούς του. Τίποτα δεν μπορούσε να τους σταματήσει και όλοι οι θησαυροί των εχθρών τους περίμεναν να γίνουν δικοί τους. Το δεύτερο όφελος ήταν ότι ο Δαρείος μετά την προσωπική του ήττα, δεν μπορούσε να κατηγορήσει κανέναν υποτελή του ηγεμόνα, αν παραδινόταν. Δεν προβλεπόταν λοιπόν καμία δυσκολία στη Συρία και τη Φοινίκη. Αντίθετα, καταλαμβάνοντας τη Φοινίκη, ο Αλέξανδρος θα υποχρέωνε τους στόλους των Φοινίκων και των ελληνικών πόλεων της Κύπρου να εγκαταλείψουν τους Πέρσες. Το τρίτο όφελος ήταν ο θάνατος του Σαυάκη, που άφηνε ακέφαλη την Αίγυπτο, ίσως τη σημαντικότερη απ΄ όλες τις σατραπείες. Αυτά καθόρισαν την πορεία του Αλεξάνδρου για τους επόμενους μήνες.

Όσο ο Αλέξανδρος ήταν απασχολημένος με την καθυπόταξη της Κιλικίας, ο Φαρνάβαζος και ο Αυτοφραδάτης ναυλοχούσαν στη Χίο. Άφησαν φρουρά εκεί, έστειλαν μερικά πλοία στην Κω και την Αλικαρνασσό και οι ίδιοι με τα 100 καλύτερα πήγαν στη Σίφνο. Εκεί τους συνάντησε με μία τριήρη ο Άγις, ο βασιλιάς της Σπάρτης. Ζητούσε χρήματα, στρατό και στόλο, για να πολεμήσει τους Μακεδόνες. Στη διάρκεια των διαβουλεύσεων πληροφορήθηκαν με μεγάλη έκπληξη την έκβαση της μάχης της Ισσού και ο Φαρνάβαζος με 12 τριήρεις και 1.500 ξένους μισθοφόρους επέστρεψε στη Χίο, για να αποτρέψει εξέγερση των κατοίκων. Ο Άγις έστειλε στο Ταίναρο, στον αδελφό του, τον Αγησίλαο, 30 αργυρά τάλαντα, 10 τριήρεις και οδηγίες από τους Πέρσες. Ο Αγησίλαος έπρεπε να δώσει στους ναύτες ολόκληρο το μισθό τους (οι Πέρσες ποτέ δεν φείσθηκαν χρημάτων) και το συντομότερο δυνατό να καταλάβει την Κρήτη για λογαριασμό των Περσών. Ο Σπαρτιάτης βασιλιάς αρχικά παρέμεινε επιχειρώντας στα νησιά και αργότερα ακολούθησε τον Πέρση ναύαρχο στην Αλικαρνασσό, η οποία ακόμη δεν είχε καταληφθεί ολοκληρωτικά, για να καταστρώσουν κοινό σχέδιο δράσης.

αντιγραφή από τον ιστότοπο:
http://www.alexanderofmacedon.info/greek/A1gr.htm

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου