Αναγνώστες

Σάββατο, 23 Ιανουαρίου 2010

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ

Φοινίκη
(Αρριανός Β.14, Β.25, Διόδωρος ΙΖ.39.1-3, 54.1-5, Πλούταρχος Αλέξανδρος 21.7-9, 29.7-9, Κούρτιος 3.13.14-15, 4.1.7-10, 4.5.1-8, 4.8.9, 10.6.11, Ιουστίνος 11.10.2-3, 12.1-4)


Ο Αλέξανδρος όρισε σατράπη της Κοίλης Συρίας τον Μένωνα του Κερδίμμα και του έδωσε για φρουρά το συμμαχικό ιππικό. Μετά προέλασε προς τη Φοινίκη και καθ’ οδόν τον συνάντησε ο Στράτων (Αμπνταστάρτ), ο γιος του βασιλιά της Αράδου (Ρουάντ), του Γηροστράτου, τον οποίο οι Πέρσες είχαν πάρει μαζί τους στο Αιγαίο μαζί με τους υπόλοιπους βασιλείς της Φοινίκης και της Κύπρου, ώστε να εξασφαλίσουν την αποτελεσματική δράση των στόλων τους και την υπακοή των υπηκόων τους. Ο Στράτων του παρέδωσε τις πόλεις Άραδο, Μάραθο (Αμρίτ), Σιγώνα, Μαριάμμη και όλες τις περιοχές που διοικούσε ο Γηρόστρατος. Μέχρι τότε οι Πέρσες κρατούσαν ομήρους τους βασιλείς και τους στόλους και εκβίαζαν τις πόλεις. Τώρα ο Αλέξανδρος κρατούσε ως ομήρους ολόκληρες τις πόλεις και προβλημάτιζε τους βασιλείς και τους στόλους, οι οποίοι σύντομα θα αυτομολούσαν και θα συμμαχούσαν μαζί του.

Σύμφωνα με τον Αρριανό και τον Κούρτιο, όσο βρισκόταν στη Μάραθο δέχθηκε Πέρσες πρέσβεις, οι οποίοι του ζήτησαν να ελευθερώσει τη βασιλική οικογένεια και του επέδωσαν σχετική επιστολή από τον Δαρείο. Ο Διόδωρος δεν προσδιορίζει τον χρόνο ή τον τόπο επίδοσης, ο Πλούταρχος αναφέρει μία μόνο επιστολή με περιεχόμενο ίδιο με αυτό της δεύτερης επιστολής του Δαρείου, ενώ κατά τον Ιουστίνο ο Δαρείος έστειλε την πρώτη επιστολή από τη Βαβυλώνα, προσφέροντας ένα μεγάλο χρηματικό ποσό ως λύτρα για τους οικείους του, αλλά ο Αλέξανδρος απαίτησε όλη την αυτοκρατορία. Αυτή ήταν η πρώτη επίσημη επικοινωνία μεταξύ των δύο αντιπάλων βασιλέων. Ο Δαρείος δεν έκανε καμία προσπάθεια επικοινωνίας νωρίτερα, διότι είχε την πεποίθηση ότι ο νεαρός Αλέξανδρος θα εξουδετερωνόταν είτε από τους ανταπαιτητές του θρόνου μετά το φόνο του Φιλίππου, είτε από τους Έλληνες του Νότου γενικά και ειδικότερα από τους πιστούς του Θηβαίους, είτε από τους πράκτορες και εγκαθέτους του στην Ελλάδα (τους αντιμακεδόνες και φιλοπέρσες πολιτικούς), είτε από τους αξιωματούχους του στον Γρανικό, είτε από τον ικανότατο Μέμνονα τον Ρόδιο ή τέλος από τον ίδιο στην Ισσό. Όμως κανείς δεν αναχαίτισε τον Αλέξανδρο, που συνέχισε να προελαύνει ακάθεκτος. Ο Δαρείος μετά την ήττα του στην Ισσό συνειδητοποίησε ότι απέναντί του είχε ένα σοβαρό και δύσκολο αντίπαλο. Ο Αλέξανδρος όχι μόνο τον καταδίωκε πεισματικά, αλλά τον είχε υποχρεώσει να εγκαταλείψει πίσω του την ασπίδα, τα βασιλικά σύμβολα και την οικογένειά του. Δεν ήταν το καλύτερο, που θα περίμενε κανείς από τον εξηντάχρονο Μεγάλο Βασιλέα της κοσμοκράτειρας Περσίας, όταν αντιμετώπιζε έναν εικοσάχρονο ηγέτη, όχι κράτους, αλλά ενός μεγάλου αριθμού πολιτικών οντοτήτων, οι οποίες ανέστειλαν τις μεταξύ τους εχθρότητες πειθαναγκασμένες προσωρινά σε συστράτευση και ενότητα.

Διπλωματικά βρισκόταν σε δεινή θέση. Ο αντίπαλός του ξεκίνησε από το μείζον, δηλαδή να καταλύσει το περσικό κράτος, και επί ενάμισυ χρόνο προέλαυνε σαρώνοντας τα πάντα. Το τίμημα ενός ενδεχόμενου συμβιβασμού μαζί του ούτως ή άλλως θα ήταν ψηλό και γινόταν ακόμη υψηλότερο, επειδή ο Μέγας Βασιλεύς είχε προσφέρει στον εισβολέα την βασιλική οικογένεια ως ομήρους. Υποχρεώθηκε λοιπόν να ξεχάσει το μεγαλείο της θέσης του και να στείλει στον Αλέξανδρο μία σύντομη και απολογητική επιστολή, όπου παρουσίαζε τους Πέρσες ως θύματα της αδικίας και της επιθετικότητας των Μακεδόνων, για να παρακαλέσει στο τέλος την απελευθέρωση της οικογένειάς του. Σύμφωνα με τον Αρριανό, τον μόνο που παραδίδει δύο επιστολές με το αναμενόμενο διπλωματικό και όχι ρητορικό περιεχόμενο, ο Δαρείος θύμισε στον Αλέξανδρο το σύμφωνο φιλίας και συμμαχίας, που είχαν υπογράψει οι προκάτοχοί τους, Αρταξέρξης ο Ώχος και Φίλιππος ο Β΄, και ισχυρίσθηκε ότι ο Φίλιππος χωρίς να προκληθεί αδίκησε τον Αρσή, που στο μεταξύ είχε διαδεχθεί τον Αρταξέρξη. Διαμαρτυρήθηκε διότι ο Αλέξανδρος, όταν διαδέχθηκε τον Φίλιππο, δεν έστειλε πρέσβεις για να επιβεβαιώσει την ισχύ του αρχικού συμφώνου. Αντίθετα το καταπάτησε, εισέβαλε επικεφαλής του στρατού του στην Ασία, προξένησε πολλά δεινά στους Πέρσες, και τον ανάγκασε να υπερασπισθεί τη χώρα και την πατροπαράδοτη εξουσία του. Απέδωσε σε θέλημα θεού την έκβαση της μάχης στην Ισσό και ζήτησε από τον Αλέξανδρο ως βασιλιάς από βασιλιά να ελευθερώσει την οικογένειά του και να αρχίσουν επίσημες επαφές για εκεχειρία και νέο σύμφωνο φιλίας.

Κατά τον Διόδωρο ο Δαρείος προσέφερε στον Αλέξανδρο 20.000 αργυρά τάλαντα, τη φιλία του και του παραχωρούσε τη Μικρά Ασία ως τον ποταμό Άλυ, δηλαδή σχεδόν όλα τα εδάφη, που είχε ήδη καταλάβει. Επιπλέον ο Διόδωρος είναι ο μοναδικός ιστορικός, που ισχυρίζεται ότι ο Αλέξανδρος παρουσίασε στους εταίρους μία άλλη, πλαστή επιστολή, ώστε εκείνοι να μην κρίνουν ικανοποιητική την (πλαστή) προσφορά του Δαρείου και να την απορρίψουν, εξυπηρετώντας τις προσωπικές φιλοδοξίες του Αλεξάνδρου. Όμως ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι πειστικός. Η δεύτερη προσφορά του Δαρείου και μόνο όσον αφορά στις εδαφικές παραχωρήσεις ήταν ασύγκριτα καλύτερη από την πρώτη, αφού παρέδιδε σε ελληνικό έλεγχο και εκμετάλλευση όλη τη Μικρά Ασία, την ανατολική Μεσόγειο, την ανταγωνίστρια Φοινίκη, την πλουσιότατη Αίγυπτο και την ενδοχώρα της Συρίας. Επιπλέον, όταν έφτασε η δεύτερη προσφορά, απορρίπτοντάς την έπρεπε να προελάσουν σε έδαφος αναπεπταμένο, με ερήμους και υψηλές θερμοκρασίες. Έπρεπε δηλαδή να εκτεθούν σε πολύ μεγαλύτερους κινδύνους, για να κερδίσουν όσα ήδη τους προσέφερε ο Δαρείος. Αν λοιπόν η απόφαση να συνεχίσουν τον πόλεμο ή να συνθηκολογήσουν από θέσεως ισχύος, ήταν συλλογική και ο Αλέξανδρος πράγματι φοβόταν απόφαση αντίθετη προς τις προσωπικές φιλοδοξίες του, η επιστολή του Δαρείου, που θα έπρεπε να πλαστογραφήσει ήταν η δεύτερη και όχι η πρώτη, όπως ισχυρίζεται ο Διόδωρος. Κατά τον Κούρτιο ο Δαρείος προσέφερε ως λύτρα «όσα χρήματα μπορούσε να χωρέσει η Μακεδονία» και μετά ο Αλέξανδρος μπορούσε να επιλέξει αν θα συνέχιζε τον πόλεμο ή θα περιοριζόταν στο μακεδονικό θρόνο και σε συμμαχία με την Περσία, όπως ήταν «το συνετό να πράξει». Ο Ιουστίνος λέει ότι ο Δαρείος προσέφερε «μεγάλο χρηματικό ποσόν» ως λύτρα.

Με τους ίδιους Πέρσες πρέσβεις και τον Θέρσιππο ο Αλέξανδρος έστειλε στο Δαρείο επιστολή, με την οποία απαντούσε αυστηρά στις αιτιάσεις του και επιθετικά στο αίτημά του. Ανέτρεξε στο 522 π.Χ. και του θύμισε ότι οι πρόγονοί του εισέβαλαν απρόκλητα «στη Μακεδονία και την άλλη Ελλάδα» προξενώντας πολλές συμφορές. Τώρα που ήταν Ηγεμών των Ελλήνων εισέβαλε στην Ασία, για να εκδικηθεί εκείνες τις συμφορές. Ξεκαθάριζε εξ αρχής ότι δεν ενεργούσε ως Μακεδόνας βασιλιάς, αλλά ως ηγέτης όλων των ελληνικών εθνών, ακόμη και των Λακεδαιμονίων, και ότι βρισκόταν στην Ασία με τον στρατό του Κοινού Συνεδρίου των Ελλήνων, για να επιβάλει την κοινή απαίτησή τους για εκδίκηση. Δεν του άφηνε δηλαδή περιθώρια για τη συνήθη διχαστική τακτική της περσικής διπλωματίας. Για να μην επιτρέψει δε στον Δαρείο να εμφανίζεται ως θύμα κακής πίστης, στη συνέχεια του παρέθεσε χρονολογικά όλες τις δολιότητες των Περσών κατά των Ελλήνων γενικά και των Μακεδόνων ειδικότερα. «Βοηθήσατε τους Περίνθιους, που αδικούσαν τον πατέρα μου, ενώ ο Ώχος έστειλε στρατό στη Θράκη, που κατείχαμε εμείς. Ο πατέρας μου δολοφονήθηκε σε συνομωσία, που οργανώσατε εσείς, όπως καυχηθήκατε με επιστολές σας σε όλον τον κόσμο. Εσύ ο ίδιος δολοφόνησες τον Αρσή, συνωμοτώντας με τον Βαγώα, και πήρες την εξουσία παράνομα και αντίθετα προς τις συνήθειες των Περσών, δηλαδή αδικώντας τους Πέρσες. Έστειλες στους Έλληνες εχθρικές προς εμένα επιστολές με σκοπό να τους ξεσηκώσεις σε πόλεμο εναντίον μου. Έστειλες ακόμη χρήματα στη Σπάρτη και άλλες ελληνικές πόλεις, αλλά μόνο οι Σπαρτιάτες τα δέχθηκαν. Οι απεσταλμένοι σου κατέστρεψαν τους φίλους μου και επιχείρησαν να διαλύσουν την ειρήνη, που έφερα στους Έλληνες. Εκστράτευσα λοιπόν εναντίον σου, επειδή εσύ ξεκίνησε την έχθρα».

Αφού απέρριψε τις αιτιάσεις του Δαρείου, απάντησε στο αίτημά του με ύφος Μεγάλου Βασιλέως: «Νίκησα πρώτα τους στρατηγούς και τους σατράπες σου και τώρα εσένα. Κατέλαβα τη χώρα με τη θέληση των θεών και, όσοι από τους δικούς σου γλίτωσαν, βρίσκονται κοντά μου με τη θέλησή τους και με τη θέλησή τους πολεμάνε στο πλευρό μου εναντίον σου. Γι’ αυτό πρέπει να με θεωρείς κυρίαρχο ολόκληρης της Ασίας. Αν πάλι φοβάσαι μην πάθεις κάτι από μένα αν έλθεις ο ίδιος, στείλε τα διαπιστευτήριά σου με φίλους σου. Έλα σε μένα και ζήτησε τη μητέρα σου, τη γυναίκα σου, τα παιδιά σου και ότι άλλο θέλεις. Αν με πείσεις θα στα δώσω. Στο εξής, θα απευθύνεσαι στον Βασιλιά της Ασίας και όχι σε ίσο σου, όταν αλληλογραφείς μαζί μου. Όταν χρειάζεσαι κάτι θα το ζητάς από εμένα, τον κύριο όλων των πραγμάτων σου. Αν δεν πράξεις έτσι θα θεωρήσω ότι με αδικείς. Αν πάλι έχεις αντίρρηση για τη βασιλεία της Ασίας, μείνε και αγωνίσου γι' αυτήν και μη φεύγεις, διότι εγώ θα σε καταδιώξω, όπου κι αν βρίσκεσαι».

Ήταν βαρύτατη προσβολή η απαίτηση του Αλεξάνδρου να τον αναγνωρίσει ο Δαρείος ως Βασιλέα Βασιλέων αποδεχόμενος για τον εαυτό του το ρόλο ενός ατιμασμένου υποτελούς βασιλιά. Σε έναν κόσμο όπου οι οικογενειακές σχέσεις και οι συμβολισμοί έπαιζαν καθοριστικό ρόλο, ο Αλέξανδρος διακήρυττε προς όλους ότι ήλεγχε και το περσικό κράτος και τον βασιλικό οίκο των Αχαιμενιδών, ενώ ο Δαρείος ήταν ένας καταδιωκόμενος αποστάτης. Δεν επέβαλλε στον Δαρείο κανέναν όρο εκβιάζοντάς τον με την οικογένειά του, αλλά του έδινε δύο εναλλακτικές λύσεις, για να την πάρει, ή να πολεμήσει ή να παραδοθεί. Φυσικά η δεύτερη δεν είχε καμία αξία, διότι ο Δαρείος μπορούσε να παραδώσει τον εαυτό του, όχι όμως και το κράτος του. Με δεδομένο ότι η ελληνική στρατιά βρισκόταν ακόμη στα παράλια της Μεσογείου και δεν είχε ολοκληρώσει την κατάληψή τους, πολλοί αξιωματούχοι και σατράπες της ενδοχώρας θα αρνούνταν να παραδώσουν την αυτοκρατορία και θα ξεκινούσαν πατριωτικό αγώνα, όπως πράγματι συνέβη αργότερα.

Ο Παρμενίων στο μεταξύ κατέλαβε το θησαυρό του Δαρείου στη Δαμασκό, που αποτελούνταν από 2.600 τάλαντα σε ἐπίσημον ἄργυρον (νομίσματα), άκοπο καθαρό άργυρο βάρους 500 ταλάντων (13,3 τόνους) και 7.000 υποζύγια έμφορτα προσωπικών ειδών. Επίσης συνέλαβε τους πρέσβεις, που είχαν στείλει πριν τη μάχη οι τρεις προηγούμενοι Ηγεμόνες της Ελλάδος. Θεωρούσαν δεδομένη τη νίκη του Δαρείου, που θα σηματοδοτούσε το τέλος της Μακεδονικής Ηγεμονίας, και έσπευδαν να δηλώσουν τη φιλία τους προς τον Μεγάλο Βασιλέα και να του προσφέρουν ανταλλάγματα, ώστε να προτιμήσει το δικό τους κράτος ως νέο Ηγεμόνα της Ελλάδος. Οι Σπαρτιάτες είχαν στείλει τον Ευθυκλή, οι Αθηναίοι τον Ιφικράτη, το γιο του στρατηγού Ιφικράτη και οι Θηβαίοι τον Θεσσαλίσκο του Ισμηνία και τον ολυμπιονίκη Διονυσόδωρο. Ο Αλέξανδρος άφησε ελεύθερους τους δύο Θηβαίους πρέσβεις, αναγνωρίζοντας ότι αφού εκείνος είχε καταστρέψει την πατρίδα τους, εκείνοι είχαν το δικαίωμα να επιζητούν την ανοικοδόμηση και την ανόρθωσή της με κάθε τρόπο. Στον Αθηναίο Ιφικράτη επέβαλε κάτι σαν τιμητική φυλάκιση. Τον κράτησε κοντά του αποδίδοντάς του τιμές από σεβασμό προς τον διάσημο πατέρα του και, όταν πέθανε από κάποια αρρώστεια, έστειλε τα οστά του να ταφούν στην Αθήνα. Ίσως όμως να απέφευγε να έλθει σε άμεση ρήξη με την ισχυρή στη θάλασσα Αθήνα, όπως κι ο Φίλιππος παλαιότερα, πολύ περισσότερο όταν οι Σπαρτιάτες ετοιμάζονταν για πολεμική αναμέτρηση. Λόγω της εξ αρχής δηλωμένης εχθρότητας της πατρίδας του, έθεσε τον Σπαρτιάτη Ευθυκλή υπό περιορισμό, για να τον απελευθερώσει αργότερα, όταν οι νίκες του εδραίωσαν το αίσθημα ασφαλείας.

Ανάμεσα στους συγγενείς των Περσών ευγενών, που είχαν μείνει στη Δαμασκό και συνελήφθησαν από τον Παρμενίωνα, ήταν και η Βαρσίνη. Αυτή ήταν κόρη του Αρτάβαζου, εγγονού Αχαιμενίδη βασιλιά, είχε παντρευτεί αρχικά τον Μέντορα τον Ρόδιο και μετά τον θάνατό του παντρεύτηκε τον αδελφό του Μέμνονα. Όταν συνελήφθη ήταν περίπου 22 ετών, χήρα του Μέμνονα και (σύμφωνα με τον Αριστόβουλο) ο Παρμενίων προέτρεπε τον Αλέξανδρο να συνάψει σχέσεις με αυτήν την ωραία, ευγενούς καταγωγής, με ελληνική παιδεία και σχεδόν συνομήλική του γυναίκα. Τελικά φαίνεται ότι η σχέση αυτή συνήφθη και ως καρπός της αναφέρεται ένας γιος.

Από τη Μάραθο ο Αλέξανδρος προέλασε προς τη Βύβλο (Γκεμπάλ) και τη Σιδώνα (Σάις), που του παραδόθηκαν, και συνέχισε προς την Τύρο. Επειδή ο πόλεμος δεν είχε κριθεί ακόμη, οι Τύριοι αποφάσισαν να μη δεχθούν στην πόλη τους ούτε Πέρσες ούτε Μακεδόνες. Ο Αλέξανδρος απέρριψε και αυτό το αίτημα ουδετερότητας, όπως είχε απορρίψει και εκείνο των Μιλησίων, διότι έπρεπε να καταλάβει όχι μόνο την Τύρο, αλλά ολόκληρη τη Φοινίκη και την Αίγυπτο. Μόνο έτσι θα κατέλυε την κυριαρχία του Περσικού ναυτικού στη Μεσόγειο, δεν θα άφηνε κανένα περσικό θύλακα αντίστασης στα παράλια, θα απέκοπτε την στρατιωτική επικοινωνία των Σπαρτιατών με τους Πέρσες και θα μείωνε τον κίνδυνο να αναλάβουν στρατιωτική δράση οι Αθηναίοι. Υποτάσσοντας τους Τύριους, είτε θα υποχρέωνε σε παράδοση και του Κυπρίους ή θα τους υπέτασσε εύκολα. Αφού εξασφάλιζε την κυριαρχία του στα παράλια της Μεσογείου, θα μπορούσε να απομακρυνθεί από τις ακτές και να βαδίσει απερίσπαστος στο εσωτερικό της Ασίας.

Ο Δαρείος γνώριζε από την απάντηση του Αλεξάνδρου στην πρώτη επιστολή του, ότι η βασιλική οικογένεια δεν αποτελούσε όμηρο, ήλπιζε όμως να αποτελεί ανταλλάξιμο αιχμάλωτο. Η αιχμαλωσία της βασιλικής οικογενείας ήταν δυσβάστακτο βάρος για την αυτοκρατορική Αυλή και τον Μεγάλο Βασιλέα προσωπικά και ήταν δικαιολογημένο να ζητηθεί για δεύτερη φορά η απελευθέρωσή της. Ήταν αυτονόητο ότι αυτή τη φορά το προσφερόμενο αντάλλαγμα έπρεπε να είναι μεγαλύτερο και ίσως να δελέαζε επιτέλους σε συμβιβασμό τον εισβολέα, που κανείς δεν μπόρεσε να αναχαιτίσει και επιπλέον είχε ταπεινώσει και τον ίδιο τον Μεγάλο Βασιλέα. Έτσι ο Δαρείος έστειλε και δεύτερη επιστολή, την οποία κατά τον Αρριανό παρέλαβε ο Αλέξανδρος, όταν πολιορκούσε την Τύρο. Κατά τον Κούρτιο ο Αλέξανδρος παρέλαβε τη δεύτερη επιστολή μετά την άλωση της Τύρου. Κατά τον Διόδωρο ο Δαρείος την έστειλε από τη Βαβυλώνα, όπου κατέφυγε μετά τη μάχη της Ισσού, και πριν την αλλαγή του επωνύμου άρχοντα στην Αθήνα (δηλαδή πριν την 16η Οκτωβρίου 332), χωρίς να προσδιορίζεται ακριβέστερα ο χρόνος ή ο τόπος επίδοσης. Ο Πλούταρχος αναφέρει μία μόνο επιστολή, μετά την επιστροφή του Αλεξάνδρου από την Αίγυπτο στη Φοινίκη με περιεχόμενο ίδιο με αυτό, που οι άλλοι συγγραφείς δίνουν στη δεύτερη. Κατά τον Ιουστίνο ο Δαρείος προσέφερε στον Αλέξανδρο ένα τμήμα της αυτοκρατορίας και μία κόρη του. Επιπλέον, οι δύο Ρωμαίοι ιστορικοί αναφέρουν ότι ο Δαρείος έστειλε στον Αλέξανδρο και μία τρίτη επιστολή, την παραμονή της μάχης των Γαυγαμήλων.

Με τη δεύτερη επιστολή ο Δαρείος προσέφερε στον Αλέξανδρο 10.000 αργυρά τάλαντα κατά τον Αρριανό και τον Πλούταρχο ή 30.000 αργυρά τάλαντα κατά τον Διόδωρο και όλο το τμήμα της χώρας του από τον Ευφράτη μέχρι την Ελληνικήν Θάλασσαν (Αιγαίο Πέλαγος) ως λύτρα για την απελευθέρωση της βασιλικής οικογένειας. Επιπλέον αν παντρευόταν μία κόρη του Δαρείου, θα τον είχε φίλο και σύμμαχο. Ο Παρμενίων είπε στον Αλέξανδρο πως, αν ήταν στη θέση του, θα δεχόταν την προσφορά και θα σταματούσε τον πόλεμο. Ο Αλέξανδρος του απάντησε πως, αν ήταν ο Παρμενίων, πράγματι αυτό θα έκανε, επειδή όμως ήταν ο Αλέξανδρος, την απέρριψε. Και φυσικά δεν χρειάστηκε να καταφύγει ούτε σε πλαστογραφία ούτε σε άλλη απάτη, προκειμένου να πείσει τους Μακεδόνες να εγκρίνουν την προέλαση. Ο λόγος που έγινε δεκτή η απόρριψη της προσφοράς του Δαρείου ήταν προφανής. Οι νίκες δεν είχαν κρίνει το αποτέλεσμα του πολέμου ούτε είχαν υλοποιήσει την απόφαση του Κοινού Συνεδρίου των Ελλήνων.

Στην επιστολή αυτή ο Αλέξανδρος απάντησε με το ίδιο επιτακτικό ύφος όπως και στην προηγούμενη: όλοι οι πόροι του περσικού βασιλείου του ανήκαν και συνεπώς ο Δαρείος δεν μπορούσε να του προσφέρει τίποτα, ούτε καν την κόρη του, διότι αν την ήθελε δεν θα χρειαζόταν τη συγκατάθεση του. Τέλος πρόσταζε το Δαρείο να εμφανισθεί ο ίδιος μπροστά του, αν ήθελε τη φιλανθρωπία του. Με αυτήν την απάντηση ο Αλέξανδρος ξεκαθάριζε ότι η βασιλική οικογένεια δεν ήταν ούτε όμηρος ούτε ανταλλάξιμος κρατούμενος. Ουσιαστικά επαναλάμβανε τη θέση του, ότι στον Πίναρο δεν κέρδισε μόνο τη μάχη, αλλά και το θρόνο της Ασίας, προς τον οποίο προέλαυνε. Είχε τη φιλάνθρωπη διάθεση να παραχωρήσει στο Δαρείο τη θέση υποτελούς βασιλιά, αλλά τον προειδοποιούσε ότι, αν δεν παραδινόταν, τον περίμενε η τύχη των αποστατών, που συλλαμβάνονται.

Με τις δύο επιστολές του ο Αλέξανδρος ήθελε να κάνει απόλυτα σαφές στο Δαρείο ότι οι περσικές αντεπιθέσεις δεν θα έθεταν σε κίνδυνο τη βασιλική οικογένεια. Η σύλληψη και κράτησή της αποτελούσε σοβαρό πλήγμα στο γόητρο και την ψυχολογία του Πέρση βασιλιά, αλλά δεν έπρεπε να αποτελέσει ελαφρυντικό για την επόμενη ήττα του. Έπρεπε να ηττηθεί λόγω της ανεπάρκειάς του και όχι εξ αιτίας αναστρέψιμων παραγόντων, αλλιώς ο αγώνας του Αλεξάνδρου δεν θα τελείωνε ποτέ.


Η πολιορκία της Τύρου
(Αρριανός Β.24., Γ.6., Διόδωρος ΙΖ.40.4-5, ΙΖ.41.1-3, 42.1, 5-6, 43.3-4, 46.4-5, Κούρτιος 4.2.7-8, 15, 5.9, 3.8, 4.15-17, 4.19, Ιώσηπος ΙΑ.325)

Ανέκαθεν οι Τύριοι αντιμετώπιζαν από τους Έλληνες τον σημαντικότερο οικονομικό ανταγωνισμό και η θέση τους δεν θα ήταν καθόλου προνομιούχα σε μία ελληνική αυτοκρατορία. Επιπλέον, όπως και πολλοί άλλοι, πίστευαν ότι τελικά θα νικούσαν οι Πέρσες. Είχαν εμπιστοσύνη στην οχυρή θέση της πόλης τους, διέθεταν πολλές μηχανές και μπορούσαν να κατασκευάσουν ακόμη περισσότερες, διότι είχαν πολλούς μηχανοποιούς. Αποφάσισαν λοιπόν να αντισταθούν αποβλέποντας σε ακόμη πιο διευρυμένα προνόμια από την περσική διοίκηση, που μετά την προσδοκώμενη νίκη της θα αντάμειβε τους πιστούς υποτελείς και θα τιμωρούσε τους καιροσκόπους. Μάλιστα σε μία επίδειξη αλαζονείας, σκότωσαν και πέταξαν έξω από τα τείχη τους κήρυκες, που είχε στείλει ο Αλέξανδρος, για να ζητήσουν την παράδοση της πόλης. Ο Κούρτιος εδώ μάλλον χρησιμοποιεί ρητορική ανακρίβεια, για να σπιλώσει του Τυρίους ως μη σεβόμενους την ασυλία των κηρύκων και να εμφανίσει τη σφαγή, που ακολούθησε την άλωση ως προϊόν δίκαιας αγανάκτησης των Μακεδόνων. Κατά τον Αρριανό το περιστατικό αυτό αφορούσε ναυτικούς, που έρχονταν δια θαλάσσης από τη Σιδώνα.

Απ’ την άλλη πλευρά η κατάκτηση της Τύρου ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για τη συνέχιση της πορείας του Αλεξάνδρου. Οι πόλεις της Καρίας, που εξακολουθούσαν να αντιστέκονται, είχαν περσική διοίκηση, αντίθετα η Τύρος είχε φοινικική διοίκηση, που είτε αποφάσισε να μείνει πιστή στους Πέρσες, είτε να καιροσκοπήσει. Δεν ήταν κάποια περιθωριακή πόλη, που λίγοι την γνώριζαν και κανείς δεν θα ενδιαφερόταν για την τύχη της. Αντίθετα, είχε μεγάλη οικονομική και ναυτική δύναμη, ήταν ο Ηγεμών της Φοινίκης και αν ο Αλέξανδρος την άφηνε ανυπότακτη, θα έδειχνε αδυναμία και θα ενθάρρυνε τους μεν κατακτημένους να εξεγερθούν, τους δε υπό περσική κυριαρχία, να αντισταθούν. Δύο βολικά όνειρα, που είδε ο Αλέξανδρος, βοήθησαν να πεισθούν όλοι οι επιτελείς του και να αρχίσει η πολιορκία της Τύρου.

Η νέα πόλη της Τύρου ήταν χτισμένη πάνω σε ένα νησί σε απόσταση από τη στεριά περί τα 4 στάδια (περίπου 750 μ), είχε δύο λιμάνια και προστατευόταν από ψηλά τείχη. Το τμήμα του στόλου της, που δεν είχε ακολουθήσει τον Φαρνάβαζο στο Αιγαίο, αποτελούνταν από 80 τριήρεις, όσες είχαν όλοι οι υπόλοιποι Φοίνικες μαζί. Οι Μακεδόνες διέθεταν λίγα -κυρίως βοηθητικά- πλοία και δεν μπορούσαν να επιβάλουν ναυτικό αποκλεισμό. Έτσι επέλεξαν να κάνουν πρόσχωση σε έναν ελώδη πορθμό, που ήταν ρηχός στην ακτή και είχε βάθος 3 οργιών (περίπου 5 μ) στην πλευρά του νησιού. Κατεδάφισαν την παλιά πόλη της Τύρου, που βρισκόταν στην ηπειρωτική ακτή, και με τα υλικά της άρχισαν να κατασκευάζουν πρόσχωση πλάτους 2 πλέθρων (περίπου 60 μ), ώστε να φτάσουν μπροστά στα τείχη της νέας πόλης. Για την κατασκευή επιστρατεύθηκε ολόκληρος ο πληθυσμός των γύρω πόλεων και οι εργασίες προχωρούσαν γρήγορα. Ο Αλέξανδρος επέβλεπε προσωπικά τις εργασίες και έκανε δωρεές σε όσους εργάζονταν σκληρότερα. Όσο δούλευαν κοντά στην ακτή, τα πράγματα πήγαιναν ομαλά και οι Τύριοι διασκέδαζαν με τις μακεδονικές «ανοησίες». Όταν όμως η πρόσχωση προχώρησε στα βαθιά και πλησίασε στα τείχη, οι Τύριοι έπαψαν να διασκεδάζουν. Έβαλαν στα μικρότερα πλοία τοξότες, σφενδονήτες, οξυβελείς και λιθοβόλους καταπέλτες κι έπλητταν τους εργαζόμενους στην πρόσχωση προξενώντας απώλειες στο προσωπικό και εμποδίζοντας τις εργασίες.

Τότε οι Μακεδόνες έστησαν δύο ξύλινους πύργους με δερμάτινα παραπετάσματα, που προστάτευαν από τα τοξεύματα τις μηχανές και τους εργαζόμενους και κρατούσαν σε απόσταση τις τριήρεις των Τυρίων. Ως αντίμετρο οι πολυμήχανοι Φοίνικες έφτιαξαν ένα πυρπολικό σκάφος. Φόρτωσαν ένα ιππαγωγό πλοίο με εύφλεκτα υλικά και πολλές δάδες, μόλις βρήκαν κατάλληλο άνεμο, το ρυμούλκησαν με δύο τριήρεις, του έβαλαν φωτιά και το έρριξαν στην πρόσχωση. Οι δύο ξύλινοι πύργοι τυλίχθηκαν στις φλόγες και τα πληρώματα των δύο τριήρων με τα βέλη τους εμπόδιζαν την κατάσβεση. Μερικοί Φοίνικες επιβάται μπήκαν σε μικρές βάρκες, περικύκλωσαν το εργοτάξιο, έσπασαν τον χάρακα, που το περιέβαλλε, και έκαψαν όσες μηχανές γλίτωσαν από το πυρπολικό. Ο Αλέξανδρος διέταξε να αυξήσουν το πλάτος της πρόσχωσης, για να χωράει περισσότερους πύργους, και οι μηχανοποιοί του έφτιαξαν καινούργιες πολεμικές μηχανές.

Είχε φτάσει στη Τύρο μόνο με χερσαίες δυνάμεις και διαπιστώνοντας ότι δεν ήταν εύκολη η πολιορκία της χωρίς ναυτικό, γύρισε στη Σιδώνα με τους υπασπιστές και τους Αγριάνες, για να πάρει τα πλοία του. Εκεί τον συνάντησαν οι βασιλείς της Αράδου και της Βύβλου, που μετά την παράδοση των πόλεών τους αυτομόλησαν από τον περσικό στόλο με τα 80 πλοία τους. Έφτασαν και 3 τριήρεις από τους Σόλους και τον Μαλλό, 10 από τη Λυκία και μία πεντηκόντορος από τη Μακεδονία. Κατέπλευσαν επίσης οι βασιλείς της Κύπρου με 120 πλοία καθώς και 10 τριήρεις από τη Ρόδο με επικεφαλής την Περίπολο (το ροδιακό αντίστοιχο της αθηναϊκής Σαλαμινίας). Το πλούσιο νησί της Ρόδου διέθετε έναν από τους ισχυρότερους ελληνικούς στόλους και είχε κατορθώσει να κάνει την ουδετερότητά της σεβαστή από Έλληνες και Πέρσες. Όμως, τα νέα διεθνή δεδομένα, της επέβαλλαν να επανεξετάσει αν την συνέφερε η ουδετερότητα ή η συμμαχία με τον Αλέξανδρο. Αν είναι ακριβής η πληροφορία του Κούρτιου ότι η Ρόδος παραδόθηκε μετά την άλωση της Τύρου, τότε ο υπό την Περίπολο στολίσκος πρέπει να μετέφερε τους Ρόδιους πρέσβεις, που βολιδοσκόπησαν από κοντά τα πράγματα και τελικά έκαναν τη συμφωνία. Δεν είναι δε καθόλου απίθανο αυτή η αποστολή να μετέφερε και τα δώρα των Ροδίων προς τον Αλέξανδρο.

Τώρα πια όλη η ακτογραμμή της Μεσογείου απ’ το Αιγαίο ως τη Φοινίκη είχε καταληφθεί από τον Αλέξανδρο, οι φοινικικοί στόλοι (εκτός από τον τυριακό) είχαν αυτομολήσει, ο περσικός στόλος στην ανατολική Μεσόγειο έχασε περισσότερα από 200 πλοία και η δύναμή του περιορίσθηκε σε λιγότερο από το μισό. Αντίθετα ο Αλέξανδρος απέκτησε στόλο άνω των 250 πλοίων, εκτός από τον στόλο του Αντίπατρου στο Αιγαίο και του Αμφοτερού στον Ελλήσποντο. Ο αντιπερισπασμός στο Αιγαίο, τον οποίο είχε ξεκινήσει ο Μέμνων, είχε ουσιαστικά αποτύχει, η ανακατάληψη των νησιών (Τενέδου, Λέσβου, Χίου, Κω και Κρήτης) ήταν ζήτημα λίγων μηνών και ο στρατηγικός σχεδιασμό του Αλεξάνδρου «να νικήσει από τη στεριά τον περσικό στόλο» επιβεβαιωνόταν πανηγυρικά. Κάποιοι ασφαλώς θα διαπίστωσαν ότι ο Αλέξανδρος ήξερε να ερμηνεύει σωστά τα θεϊκά σημάδια.

Από την Κύπρο και τη Φοινίκη είχαν μαζευτεί στη Σιδώνα πολλοί μηχανοποιοί, οι οποίοι κατασκεύαζαν ένα μεγάλο αριθμό πολιορκητικών μηχανών. Όσο κατασκευάζονταν οι μηχανές και ετοιμαζόταν ο στόλος, για να τις μεταφέρει στην Τύρο, ο Αλέξανδρος με τους τοξότες και τους Αγριάνες υπέταξε τους Άραβες του Αντιλιβάνου. Κάτι ανάλογο είχε κάνει και στην Κιλικία. Και στις δύο περιπτώσεις το στράτευμα είχε υποχρεωθεί να παραμείνει αδρανές στο κύριο μέτωπο, τότε μέχρι να φτάσει ο Δαρείος στην Κιλικία και τώρα μέχρι να ετοιμαστεί η πρόσχωση και οι πολιορκητικές μηχανές στην Τύρο. Ο Αλέξανδρος άνοιξε και στις δύο περιπτώσεις δευτερεύον μέτωπο με περιορισμένη διάρκεια, για να μην αφήσει ανεκμετάλλευτο το χρόνο και για να δείξει ότι διατηρούσε την πρωτοβουλία των κινήσεων. Επιστρέφοντας από τον Αντιλίβανο στη Σιδώνα βρήκε τον Κλέανδρο του Πολεμοκράτη, που είχε φτάσει από την Πελοπόννησο με 4.000 Έλληνες μισθοφόρους.

Η πρόσχωση πλησίαζε στο νησί της νέας Τύρου, όταν φύσηξε δυνατός άνεμος και κατέστρεψε το μεγαλύτερο μέρος της. Τότε σύμφωνα με τον Διόδωρο οι Μακεδόνες έφεραν «από τα βουνά υπερμεγέθη δένδρα» (προφανώς κέδρους του Λιβάνου) και, όπως ήταν ολόκληρα με τα κλαδιά τους, τα έμπηξαν στα πλάγια της πρόσχωσης, για να την προστατέψουν από την ορμή των κυμάτων. Κατά τον Κούρτιο ο Αλέξανδρος διέταξε να κατασκευάσουν τη δεύτερη προβλήτα με κατεύθυνση προς τον άνεμο, ώστε να μην είναι εκτεθειμένα τα πλευρά της. Οι Τύριοι για να ενισχύσουν την ασφάλειά τους στην πλευρά της πρόσχωσης, μέσα από το τείχος και σε απόσταση 10 πήχεων (περίπου 4,5 μ) από αυτό έχτισαν δεύτερο τείχος και γέμισαν το ενδιάμεσο κενό με πέτρες και χώμα.

Όταν ετοιμάσθηκαν οι μηχανές, ο Αλέξανδρος τις φόρτωσε στα ιππαγωγά πλοία και απέπλευσε για την Τύρο με το στόλο έτοιμο για ναυμαχία. Είχε επιβιβάσει ως επιβάτες, όσους υπασπιστές έκρινε κατάλληλους για μάχη καταστρώματος, και είχε αναλάβει τη διοίκηση του δεξιού (προς την ανοιχτή θάλασσα) τμήματος της παράταξης. Μαζί του είχε όλους τους βασιλείς των Φοινίκων και των Κυπρίων εκτός από τον Πνυταγόρα. Ο Κρατερός και ο Πνυταγόρας είχαν τη διοίκηση του αριστερού τμήματος της παράταξης. Οι Τύριοι ήταν αποφασισμένοι να ναυμαχήσουν, αλλά βλέποντας απέναντί τους όλο τον υπόλοιπο φοινικικό και ολόκληρο τον κυπριακό στόλο, αιφνιδιάστηκαν και υποχώρησαν. Απέσυραν τα πλοία τους στα λιμάνια τους και με τριήρεις έφραξαν τις εισόδους τους. Ο Αλέξανδρος έβγαλε το στόλο του στη παραλία κοντά στην πρόσχωση, στο πιο απάνεμο σημείο.

Την επόμενη μέρα ο Κύπριος ναύαρχος Ανδρόμαχος επιτέθηκε στο λιμάνι της Τύρου, που έβλεπε στη Σιδώνα, και οι Φοίνικες στο άλλο λιμάνι, που έβλεπε στην Αίγυπτο. Αυτοί καθήλωσαν τις τριήρεις των Τυρίων μάσα στα λιμάνια και άλλες τριήρεις προσπάθησαν να αγκυροβολήσουν δίπλα στα τείχη, για να τα προσβάλουν με τις μηχανές που μετέφεραν. Τα τείχη ήταν κατασκευασμένα από μεγάλες πέτρες συγκολλημένες με γύψο και στο σημείο της πρόσχωσης το ύψος τους ήταν 150 πόδια (περίπου 45 μ). Οι Τύριοι είχαν στήσει πύργους στις επάλξεις προς την πρόσχωση, απ’ όπου έβαλλαν απλά βέλη κατά του προσωπικού και πυρφόρα κατά των πλοίων και των μηχανών. Τα μηχανοφόρα πλοία δεν μπορούσαν να πλησιάσουν τα τείχη, διότι οι πολιορκημένοι εκτόξευαν ογκόλιθους, που έπεφταν στη θάλασσα και δημιουργούσαν ένα σύμπλεγμα τεχνητών υφάλων, εμποδίζοντας την προσέγγισή τους. Επιπλέον οι Τύριοι δύτες έκοβαν τα αγκυρόσκοινα των πλοίων, που δεν μπορούσαν να σταθεροποιηθούν, για να χρησιμοποιήσουν τις μηχανές. Τα πλοία του Αλεξάνδρου αναγκάστηκαν να αντικαταστήσουν τα αγκυρόσκοινα με αλυσίδες, αλλά η απομάκρυνση των ογκόλιθων ήταν δύσκολο να γίνει από τα ίδια τα πλοία, τα οποία βάλλονταν συνεχώς. Τελικά τους απομάκρυναν με θηλιές από την πρόσχωση και με τις μηχανές τους εκτόξευαν στα ανοιχτά, ώστε να μην εμποδίζουν. Όπου δεν υπήρχαν ογκόλιθοι στη θάλασσα, τα πλοία του Αλεξάνδρου άρχισαν να πλησιάζουν στα τείχη.

Τότε οι Τύριοι επιτέθηκαν στα Κυπριακά πλοία, που απέκλειαν το λιμάνι προς τη Σιδώνα. Με 3 πεντήρεις, 3 τετρήρεις και 7 τριήρεις έκαναν έξοδο την ώρα του μεσημεριανού συσσιτίου, πέτυχαν στον αιφνιδιασμό και βύθισαν την πεντήρη του βασιλιά Πνυταγόρα και άλλες δύο. Ο Αλέξανδρος, που έτυχε να βρίσκεται στο αγκυροβόλιο, μπήκε σε μία πεντήρη και οδήγησε όσα πλοία επανδρώθηκαν γρηγορότερα κατά των Τυρίων. Αυτοί μόλις τον αντιλήφθηκαν, στράφηκαν προς το λιμάνι, όμως τα περισσότερα πλοία εμβολίσθηκαν και βυθίσθηκαν, μία τριήρης και μία τετρήρης κατελήφθησαν και πολύ λίγα γλίτωσαν. Τα πληρώματα των Τυρίων δεν είχαν απώλειες, διότι εγκατέλειψαν τα πλοία και κατέφυγαν κολυμπώντας στο λιμάνι.

Το ναυτικό των Τυρίων είχε εξουδετερωθεί και οι πολιορκητικές μηχανές άρχισαν να προσβάλλουν το τείχος ταυτόχρονα από την πρόσχωση και από τα μηχανοφόρα πλοία. Τόσο το ανατολικό τμήμα του τείχους (στην πλευρά της πρόσχωσης) όσο και το βόρειο (στην πλευρά της Σιδώνας) αποδείχθηκαν πολύ ισχυρά και οι μηχανές δεν κατάφεραν τίποτα. Σ΄ αυτήν την πολιορκία εκτός από τα συνήθη αντίμετρα χρησιμοποιήθηκαν και κάποια άλλα, χαρακτηριστικά της επινοητικότητας των Τυρίων ή του Διόδωρου και του Κούρτιου. Ο Αλέξανδρος τότε περιέπλευσε το νότιο τμήμα του τείχους, όπου εντόπισε κάποιο λιγότερο ισχυρό σημείο και οι μηχανές κατάφεραν να το κλονίσουν. Όμως παρότι γκρεμίστηκε ένα τμήμα του σε μήκος ενός πλέθρου (περίπου 29,5 μ), οι Τύριοι με έναν καταιγισμό από βέλη απέκρουσαν εύκολα τους Μακεδόνες. Τις επόμενες δύο ημέρες τα μηχανοφόρα δεν μπόρεσαν να πλησιάσουν στα τείχη λόγω του ισχυρού ανέμου και οι Τύριοι πρόλαβαν να ανοικοδομήσουν πρόχειρα το κατεστραμμένο τμήμα. Την τρίτη ημέρα ο άνεμος έπεσε και τα μηχανοφόρα άρχισαν και πάλι να προσβάλλουν το τείχος. Μόλις δημιούργησαν ρήγμα, αποσύρθηκαν και πλησίασαν δύο γεφυροφόρα πλοία. Στο ένα επέβαιναν πεζέταιροι με επικεφαλής τον Κοίνο και στο άλλο υπασπιστές με επικεφαλής τον Άδμητο. Στο γεφυροφόρο των υπασπιστών επέβαινε και ο Αλέξανδρος, που ήθελε να σκαρφαλώσει και ο ίδιος στο τείχος. Μερικές τριήρεις επιτέθηκαν στα λιμάνια, για να εμποδίσουν έξοδο του τυριακού στόλου, και άλλες είχαν αναπτυχθεί γύρω από το τείχος με σφενδονήτες, τοξότες και καταπέλτες. Αυτή τη φορά οι μεν Τύριοι προσβάλλονταν με όλα τα μέσα σε όλο το μήκος της οχύρωσής τους οι δε Μακεδόνες για πρώτη φορά έβρισκαν πρόσβαση στα τείχη. Στο σημείο, όπου πολεμούσε ο Αλέξανδρος, απώθησαν τους υπερασπιστές των τειχών και κατέλαβαν πύργους και μεταπύργια. Από εκεί άρχισαν να προχωρούν προς τα ανάκτορα και την πόλη. Οι Φοίνικες έσπασαν τα κλεῖθρα του νότιου λιμανιού και μπήκαν μέσα. Άλλα εχθρικά πλοία τα κατέστρεψαν με λιθοβόλους καταπέλτες και άλλα ρίχνοντάς τα στη στεριά. Οι Κύπριοι μπήκαν στο λιμάνι προς τη Σιδώνα, που δεν είχε κλεῖθρα, και κατέλαβαν εκείνο το τμήμα της πόλης.

Όταν οι Τύριοι είδαν το τείχος και τα λιμάνια τους να κυριεύονται, υποχώρησαν και ανασυντάχθηκαν για να αμυνθούν στο Αγηνόριο. Ακολούθησε σφαγή, κατά την οποία σκοτώθηκαν περί τις 8.000 Τύριοι κατά τον Αρριανό ή 6.000 κατά τον Κούρτιο. Γλίτωσαν οι άρχοντες, ο βασιλιάς Αζέμλικος και μερικοί Καρχηδόνιοι πρέσβεις, που πρόλαβαν να καταφύγουν στο ναό του Μέλκαρθ (του φοινικικού ανάλογου του Ηρακλή). Στην τελική έφοδο σκοτώθηκε ο υπασπιστής Άδμητος, που πάτησε πρώτος το τείχος, και 20 ακόμη υπασπιστές. Σε όλη τη διάρκεια των επιχειρήσεων αυτών σκοτώθηκαν συνολικά περί τους 400 Μακεδόνες.

Από τις περιγραφές της πολιορκίας προκύπτει ότι το μεγαλύτερο διάστημα της πολιορκίας αναλώθηκε στην κατασκευή της πρόσχωσης, η οποία τελικά δεν χρησίμευσε σε τίποτα, αφού οι πολιορκητικές μηχανές δεν μπόρεσαν να κλονίσουν εκείνο το σημείο του τείχους. Από τη στιγμή, που τέθηκαν υπό τις διαταγές του Αλεξάνδρου οι στόλοι των Φοινίκων και των Κυπρίων, χρειάσθηκαν μόνο λίγες ημέρες, για να αλωθεί η Τύρος. Χωρίς αυτόν το στόλο δεν ήταν δυνατό να προσβληθεί από θαλάσσης το πιο ευπρόσβλητο τμήμα του τείχους και η πολιορκία θα διαρκούσε για άγνωστο διάστημα, μέχρι να εξαντληθούν τα εφόδια των Τυρίων. Ο Αλέξανδρος είχε οργισθεί πολύ με τους Τυρίους και τους τιμώρησε πολύ σκληρά, διότι τον καθήλωσαν επί 7 μήνες και προσέφεραν ανεκτίμητη υπηρεσία στο Δαρείο, ο οποίος στο μεταξύ διενεργούσε μεγάλης κλίμακας επιστράτευση. Όμως η γενναιότητα και η θυσία τους πήγαν χαμένες, διότι παρά την άριστη προπαρασκευή του, ο Δαρείος επρόκειτο να νικηθεί και πάλι.

Η πολιορκία της Τύρου άρχισε τον αττικό μήνα Ποσειδεώνα (δηλαδή μεταξύ 16ης Δεκεμβρίου 333 και 15ης Ιανουαρίου του 332) διήρκεσε 7 μήνες κατά τον Αρριανό και τον Ιώσηπο ή 6 μήνες κατά τον Κούρτιο και αλώθηκε τον μήνα Εκατομβαιώνα (16 Ιουλίου – 15 Αυγούστου του 332 π.Χ.), όταν επώνυμος άρχοντας στην Αθήνα ήταν ο Νικήτας. Αν ο Πλούταρχος είναι ακριβής όταν λέει ότι η άλωση έγινε την τελευταία η μέρα του μήνα, τότε η Τύρος έπεσε περί την 15η Αυγούστου του 332 π.Χ. Μετά την άλωση οι επιζήσαντες τιμωρήθηκαν παραδειγματικά, περίπου 2.000 αιχμάλωτοι απαγχονίσθηκαν ή σταυρώθηκαν στην παραλία και 30.000 γυναικόπαιδα εξανδραποδίσθηκαν. Ο Κούρτιος λέει ότι εν ονόματι του Αγήνορα, του κοινού ιδρυτή των δύο πόλεων, οι Σιδώνιοι φυγάδευσαν με τα πλοία τους περί τους 15.000 Τυρίους. Όμως ο ισχυρισμός δεν φαίνεται να ευσταθεί διότι ο αριθμός είναι πολύ μεγάλος, ώστε να μην έγινε αντιληπτή η φυγάδευση, που οπωσδήποτε θα προκαλούσε την οργή του Αλεξάνδρου προς τους συμμάχους του Σιδωνίους. Αν πράγματι επιβιβάσθηκαν στα σιδωνιακά πλοία Τύριοι, το πιθανότερο είναι να αποτελούσαν το μερίδιο των Σιδωνίων από τα ανδράποδα.
Ο Αλέξανδρος γιόρτασε τη νίκη με θυσίες, γυμνικούς αγώνες και λαμπαδηδρομία. Αφιέρωσε στο ναό του Μελκάρθ τη μηχανή, που γκρέμισε το τείχος, και το ιερό πλοίο του Μελκάρθ, που είχε καταληφθεί κατά την πολιορκία. Στο ιερό πλοίο έγραψε ένα επίγραμμα, αλλά ο Αρριανός το έκρινε ανάξιο μνείας και δεν θέλησε να το καταγράψει.

Η μακεδονική Διοικητική Μέριμνα αντεπεξήλθε με επιτυχία στην πολιορκία της Τύρου. Η σίτιση και υδροδότηση ολόκληρου του στρατού και του νέου μεγάλου στόλου καθώς και των πληθυσμών από τις γύρω πόλεις, που επιστρατεύθηκαν για την επιχωμάτωση, συνιστούσαν ένα τιτάνιο έργο, το σημαντικότερο μέχρι εκείνη τη στιγμή. Αναλαμβάνοντας τη σατραπεία της Συρίας ο Αρίμμας επιφορτιζόταν με ένα νέο πολύ σημαντικό έργο Διοικητικής Μέριμνας, έπρεπε να προετοιμάσει τα αναγκαία για την προέλαση στο εσωτερικό της Ασίας, μετά την κατάκτηση της Αιγύπτου.


Η πολιορκία της Γάζας
(Διόδωρος ΙΖ.48.6-7, Κούρτιος 4.5.11, 6.30, 8.9, Ιώσηπος ΙΑ.302-339)

Θεωρούμε ότι ο Αλέξανδρος συνέχισε την πορεία του προς την Αίγυπτο τον Μεταγειτνιώνα (15 Αυγούστου – 16 Σεπτεμβρίου), αμέσως μόλις αποκατέστησε τη λειτουργία της Τύρου. Όλες οι χώρες των μεσογειακών παραλίων της σημερινής Μέσης Ανατολής εκτός από τη Γάζα, ήταν στα χέρια του. Η Γάζα ήταν η τελευταία πόλη πριν από την έρημο και απείχε από τη θάλασσα 20 στάδια (περίπου 3,7 χμ), περιβαλλόταν από παραθαλάσσιο έλος, ήταν μεγάλη, προσβάσιμη μόνο από ένα παχύ στρώμα άμμου, χτισμένη σε ψηλή πρόσχωση και την προστάτευαν ισχυρά τείχη. Ο διοικητής της, ο ευνούχος Βάτης, θεωρώντας ότι η πόλη του ήταν απόρθητη, είχε κάνει από νωρίς προμήθειες για μακροχρόνια πολιορκία, προσέλαβε Άραβες μισθοφόρους και αρνήθηκε να παραδοθεί.

Η πρόσχωση ήταν τόσο ψηλή, που οι μηχανοποιοί βεβαίωναν τον Αλέξανδρο ότι ήταν αδύνατη η προσβολή των τειχών. Ως την ώρα εκείνη η στρατιά του Αλεξάνδρου προέλαυνε αήττητη, είχε νικήσει τους αντιπάλους από μειονεκτική θέση και είχε αλώσει όλες τις πόλεις, που πολιόρκησε. Η ταχύτητα και η αποτελεσματικότητα της στρατιάς και οι ικανότητες του Αλεξάνδρου τρομοκρατούσαν τους εχθρούς και πειθαρχούσαν τους φίλους. Οι πειθαναγκασμένοι σε ηρεμία Έλληνες και κυρίως οι εξεγερμένοι Σπαρτιάτες δεν έπρεπε να δουν κανένα σημείο αδυναμίας του Αλέξανδρου, ούτε να βρουν συμμάχους και προγεφυρώματα στα πλευρά της στρατιάς του. Ο Αλέξανδρος γνώριζε ότι αν δεν καθυπέτασσε όλα τα παράλια της Ανατολικής Μεσογείου, δεν μπορούσε να προχωρήσει στο εσωτερικό της Ασίας. Το γεγονός ότι η Γάζα ήταν θεωρητικά απόρθητη, θα ενίσχυε τον αντίκτυπο της άλωσής της σε εχθρούς και συμμάχους. Έπρεπε λοιπόν να κυριευθεί! Στο μεταξύ οι Σύνεδροι των Ελλήνων στην Κόρινθο είχαν ψηφίσει να σταλεί 15μελής αντιπροσωπεία, για να μεταφέρει στον Αλέξανδρο χρυσό στεφάνι ως αριστείο από την Ελλάδα και να τον συγχαρεί για τη νίκη στην Ισσό. Η αντιπροσωπεία αυτή τον συνάντησε κατά την πολιορκία της Γάζας.

Οι μηχανικοί επέλεξαν το νότιο τμήμα του τείχους, που φαινόταν πιο ευάλωτο, και κατασκεύασαν ένα ανάχωμα πλάτους 2 σταδίων (περίπου 370 μ) και ύψους 250 ποδών (περίπου 75 μ), ώστε οι μηχανές να ανέβουν σ' αυτό και να μπορούν να προσβάλουν τα τείχη. Επειδή είχε προηγηθεί κάποιο θεϊκό σημάδι και ο μάντης Αρίστανδρος του είπε ότι θα κινδύνευε η ζωή του, ο Αλέξανδρος κρατήθηκε μακριά από τις βολές των υπερασπιστών. Όταν όμως οι Άραβες έκαναν έξοδο, πυρπόλησαν τις μηχανές και απώθησαν τους Μακεδόνες, έτρεξε με τους υπασπιστές και απέτρεψε την καταισχύνη μίας φυγής. Στη φάση αυτή τραυματίσθηκε σοβαρά από βέλος καταπέλτη, που διαπέρασε την ασπίδα και το θώρακά του.

Στο μεταξύ έφτασαν στη Γάζα δια θαλάσσης οι μηχανές, που είχαν εκπορθήσει την Τύρο. Τις ανέβασαν στο ανάχωμα και άρχισαν να κατεδαφίζουν τα τείχη. Παράλληλα με τη δράση των μηχανών, υπέσκαπταν με υπονόμους τα θεμέλια του τείχους, το οποίο γκρεμιζόταν. Οι κινήσεις του μηχανικού καλύπτονταν από καταιγισμό βελών, που προξενούσε απώλειες στους Γαζαίους, οι οποίοι ωστόσο άντεξαν σε τρία επιθετικά κύματα. Λόγω των μεγάλων απωλειών τους και των εκτεταμένων ζημιών στα τείχη, το τέταρτο επιθετικό κύμα τους κατέβαλε εύκολα. Οι Μακεδόνες είχαν πολύ υψηλό φρόνημα, κόμπαζαν για τα κατορθώματά τους και μάλλωναν ποιος θα ανεβεί πρώτος στις κλίμακες. Τελικά πρώτος πάτησε στα τείχη της Γάζας ο εταίρος Νεοπτόλεμος από το γένος των Αιακιδών. Πέρασαν με μεγάλη ευκολία τα τείχη και άνοιγαν διαδοχικά τις πύλες, απ’ όπου όλο και περισσότεροι πολιορκητές εισέβαλλαν στην πόλη. Οι υπερασπιστές της όμως δεν εγκατέλειψαν τον αγώνα. Παρέμειναν όλοι συγκεντρωμένοι, πολέμησαν ηρωικά χωρίς να χαλάσουν τις γραμμές τους και έπεσαν μέχρις ενός, ανεβάζοντας τους πεσόντες σε 10.000. Στη συνέχεια ο Αλέξανδρος εξανδραπόδισε τα γυναικόπαιδα, μετέφερε τους γειτονικούς πληθυσμούς, για να την κατοικήσουν, και τη χρησιμοποίησε ως φρούριο. Η πολιορκία της Γάζας διήρκεσε δύο μήνες, τον Μεταγειτνιώνα (15 Αυγούστου – 16 Σεπτεμβρίου) και τον Βοηδρομιώνα (15 Σεπτεμβρίου – 16 Οκτωβρίου) του 332 π.Χ.

Πρέπει να παρατηρήσουμε ότι για τη διέλευση του Αλεξάνδρου μέσα από το σημερινό κράτος του Ισραήλ ούτε οι Έλληνες ούτε οι Ρωμαίοι ιστορικοί αναφέρουν τίποτα ιδιαίτερο. Μόνο ο Κούρτιος λέει επιγραμματικά ότι οι Σαμαρείτες εξεγέρθηκαν και έκαψαν ζωντανό τον σατράπη της Κοίλης Συρίας, Ανδρόμαχο, τον οποίο ο Αλέξανδρος αντικατέστησε με τον Μένωνα του Κερδίμμα, όταν επέστρεψε ένα χρόνο αργότερα από την Αίγυπτο. Δεν υπάρχει κανένα άλλο στοιχείο για το τι συνέβη στο Ισραήλ, ένδειξη ότι όλα κύλησαν ομαλά για τον Αλέξανδρο κι ενώ οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι δεν βρήκαν καμία αφορμή, για να διογκώσουν ή να εφεύρουν εξ αρχής κάποιο περιστατικό, το έκανε ο Ιώσηπος, ένας εξελληνισμένος Εβραίος.

Λέει λοιπόν ο ιουδαϊκής καταγωγής Ιώσηπος ότι όσο ο Αλέξανδρος πολιορκούσε την Τύρο, έστειλε επιστολή στον αρχιερέα της Ιερουσαλήμ και ζητούσε την υποταγή του, πάνω απ’ όλα όμως του ζητούσε ενισχύσεις και εφόδια για τη στρατιά. Ο αρχιερέας απήντησε ότι δεν είχε πρόθεση να αποστατήσει απ΄ το Δαρείο και απέρριψε τα αιτήματα. Όμως ο διοικητής της Σαμάρειας, που ήταν και σαμαρειτικής καταγωγής, στα πλαίσια των εβραϊκών θρησκευτικο-πολιτικών αντιπαλοτήτων τα αποδέχθηκε χωρίς να του έχουν ζητηθεί. Μετά την άλωση της Γάζας ο Αλέξανδρος προέλασε βόρεια προς την Ιερουσαλήμ και ο ανυπότακτος αρχιερέας έσπευσε επικεφαλής όλου του πληθυσμού της πόλης να τον προϋπαντήσει με μία θρησκευτική υποδοχή πρωτοφανή για αλλοεθνή ηγέτη. Φορούσαν όλοι τις επίσημες ενδυμασίες και στην κίδαρι του αρχιερέα ήταν στερεωμένο το χρυσό έλασμα με το όνομα του θεού του (του Γιαχβέ).

Κανονικά ο Αλέξανδρος θα έπρεπε να τιμωρήσει τους ανυπότακτους ηγέτες της πόλης, αλλά προς μεγάλη κατάπληξη όλων πλησίασε τον αρχιερέα και τον φίλησε, αφού πρώτα προσκύνησε το όνομα του θεού του. Ο Παρμενίων ρώτησε ποιο ήταν το νόημα αυτής της απροσδόκητης συμπεριφοράς και ο Αλέξανδρος του απάντησε ότι δεν προσκύνησε τον αρχιερέα, αλλά τον θεό του. Είπε ακόμη ότι πριν ξεκινήσει την εκστρατεία και ενώ προβληματιζόταν πώς θα υποτάξει την Ασία, στην ιερή πόλη της Μακεδονίας το Δίον είδε σε ενύπνιο τον αρχιερέα με εκείνη ακριβώς την ενδυμασία να του λέει να μη χρονοτριβεί, αλλά να προχωρήσει στην Ασία άφοβα, διότι εκείνος θα του παρέδιδε το κράτος των Περσών. Επειδή λοιπόν ο αρχιερέας ήταν ο πρώτος, τον οποίο συναντούσε με αυτήν την ενδυμασία, ο Αλέξανδρος πείσθηκε ότι ο θεός των Ιουδαίων θα τον οδηγούσε στην εκπλήρωση των σκοπών του.

Επιβάλλεται να σημειώσουμε ότι ήδη μεταξύ 247 και 210 π.Χ. επί Πτολεμαίου Β΄ του Φιλάδελφου είχε αρχίσει η μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης από τα εβραϊκά στα ελληνικά. Πρόκειται για τη γνωστή «μετάφραση των 72», στην οποία συμμετέσχαν 6 λόγιοι από κάθε μία των 12 φυλών του Ισραήλ, κατόπιν αδείας του αρχιερέα της Ιερουσαλήμ, Ελεάζαρ. Τον 1ο μ.Χ. αιώνα, οπότε έζησε ο Ιώσηπος, και παρά τη ρωμαϊκή κατάκτηση η ελληνική γλώσσα ήταν η παγκοσμίως ομιλουμένη ο δε Ιουδαϊσμός είχε τη δυνατότητα να αποκτήσει μέσω αυτής παγκόσμια προβολή. Δεν χωράει λοιπόν αμφιβολία ότι γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο κατασκεύασε το παραπάνω μύθευμα ο θρησκευτικά δραστηριοποιημένος Ιουδαίος συγγραφέας.

αντιγραφή από τον ιστότοπο:
http://www.alexanderofmacedon.info/greek/A1gr.htm

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου