Αναγνώστες

Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2010

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ ΣΤΗΝ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΣΙΑ

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ ΣΤΗΝ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΣΙΑ

Το Βραγχιδών άστυ - Η σύλληψη του Βήσσου
(Αρριανός Γ.29-30, Δ.7, Διόδωρος ΙΖ.83.7-κ.ε. & περιεχόμενα ΙΖ.β.ιθ-κ, Πλούταρχος Αλέξανδρος 43.6, Κούρτιος 7.5, Ιουστίνος 12.5.10-11)

Αφού τακτοποίησε τα θέματα άμεσης προτεραιότητας στη Βακτρία, διέταξε τη σύλληψη του σατράπη της Αρείας, Αρσάκη, και την αντικατάστασή του από τον εταίρο Στασάνορα, διότι έλαβε πληροφορίες, που τον έφεραν ως ύποπτο στάσης. Είχε αρχίσει το καλοκαίρι του 329, όταν ο Αλέξανδρος συνεχίζοντας την καταδίωξη του Βήσσου προέλασε από τα Βάκτρα προς τον Ώξο, που «εκβάλλει στις Υρκανικές ακτές της Κασπίας». Μέχρι πριν μερικές δεκαετίες το δρομολόγιο οδηγούσε από τα Βάκτρα κατευθείαν βόρεια προς τον κυριότερο πόρο, μία λίμνη που σχημάτιζε ο Ώξος στη θέση της σημερινής Τερμέζ, και δεν ήταν καθόλου άνετο. «Τα πόδια μας φλέγονταν από την πυρακτωμένη άμμο, ο άνεμος από τους πυρωμένους και μετακινούμενους αμμόλοφους χτυπούσε σαν φλόγα τα πρόσωπά μας. Οι κάνες των όπλων μας είχαν πυρώσει τόσο, ώστε δεν μπορούσαμε να τις αγγίξουμε, το νερό του Αμού Ντάρυα έφτανε τον Ιούλιο τους 28ο Κελσίου…Η λεπτή άμμος εισχωρούσε παντού και σε συνδυασμό με τη ζέστη και την ξηρασία προκαλούσε δίψα, που δεν έσβηνε εύκολα…». Η στρατιά του Αλεξάνδρου αντιμετώπισε ό,τι και οι ταξιδιώτες του 1911, που έκαναν αυτήν την περιγραφή, ό,τι δηλαδή αντιμετωπίζει και σήμερα όποιος ακολουθεί την ίδια διαδρομή. Ο καυτός ήλιος πυρώνει την άμμο, που αντανακλά τη ζέστη και θολώνει την ατμόσφαιρα δημιουργώντας αντικατοπτρισμούς. Ο άνεμος μεταφέρει ολόκληρους αμμόλοφους μέσα σε λίγες ώρες και το δρομολόγιο δεν είναι ποτέ σταθερό. Σε όλη τη διαδρομή δεν υπάρχει καμία πηγή νερού και οι αντιξοότητες απαιτούν από τους σημερινούς ταξιδιώτες να κινούνται σε ομάδες τουλάχιστον δύο αξιόπιστων τετρακίνητων οχημάτων με πλήρη εξοπλισμό για αποκόλληση και ρυμούλκηση.

Η στρατιά ξεκίνησε νύχτα, για να προλάβει το σφυροκόπημα του ήλιου, όπως είχε κάνει νωρίτερα στη Λιβυκή έρημο και όπως έκανε σε όλες τις ανάλογες περιπτώσεις. Σύντομα τα αποθέματα του νερού εξαντλήθηκαν και άρχισαν να καταναλώνουν κρασί, που φυσικά χειροτέρεψε την κατάσταση. Κατά το απόγευμα της επομένης και μετά από μία ακόμη εξαιρετικά σύντονη πορεία, ο προπομπός υπό τον Αλέξανδρο έφτασε στον ποταμό και άναψε πυρσούς στα υψώματα, για να καθοδηγείται η υπόλοιπη στρατιά, που είχε μείνει πίσω, διεσπαρμένη σε μεγάλη απόσταση, άτακτη και σε κακή κατάσταση. Μόλις οι άντρες του προπομπού ανέκτησαν τις δυνάμεις τους, άρχισαν να μεταφέρουν νερό στους συντρόφους τους, που είχαν καταρρεύσει από εξάντληση και δίψα. Οι εξαντλημένοι κατάπιναν το νερό με βουλιμία και με αποτέλεσμα πολλοί να πνιγούν από αναρρόφηση. Εδώ είναι αδύνατο να μην παρατηρήσουμε ότι η παραπάνω περιγραφή του Κούρτιου για τον πνιγμό μοιάζει εκπληκτικά με την ανάλογη του Αρριανού στη Γεδρωσία, για την οποία ο Κούρτιος είναι παράδοξα σύντομος. Ο Κούρτιος κλείνει την περιγραφή των προβλημάτων λέγοντας ότι εξ αιτίας της αναρρόφησης ο Αλέξανδρος έχασε «περισσότερους άντρες απ’ όσους σε οποιαδήποτε μάχη», δηλαδή σύμφωνα με τα δικά του στοιχεία, πάνω από 300, τους οποίους δίνει ως μακεδονικές απώλειες στη μάχη των Γαυγαμήλων. Ανάλογη πληροφορία φαίνεται ότι περιελάμβανε κι ο Διόδωρος, αφού στα περιεχόμενα του ΙΖ βιβλίου του διαβάζουμε ότι «ο Αλέξανδρος έχασε πολλούς στρατιώτες στην άνυδρη έρημο». Ο Αρριανός λέει λακωνικά ότι οι κακουχίες σκότωσαν αρκετούς ίππους, χωρίς να κάνει καμία απολύτως μνεία για νεκρούς στρατιώτες.

Παρά τις τρομερές αντιξοότητες, που παρουσιάζει το συγκεκριμένο δρομολόγιο, η όλη απόσταση είναι μικρότερη από 80χμ (λιγότερο από 3 σταθμούς) και, σύμφωνα με τον Κούρτιο, ο μεν προπομπός με τα πιο ταχυκίνητα τμήματα χρειάσθηκε λιγότερες από 24 ώρες όλη δε η στρατιά χρειάστηκε περίπου μιάμιση μέρα, για να φτάσει στις όχθες του Ώξου. Με δεδομένο ότι κάθε στρατιωτικό τμήμα μπορούσε να μεταφέρει νερό για 4 ημέρες, προβληματίζει πολύ η αναφορά του Κούρτιου ότι σε λιγότερο από 24 ώρες είχαν εξαντληθεί τα αποθέματα του νερού και ο προβληματισμός μας γίνεται εντονότερος, αν λάβουμε υπόψιν ότι η ίδια στρατιά διέσχισε με ευκολία σε 6 ή 7 ημέρες την έρημο του Σινά, που δεν είναι λιγότερο επικίνδυνη. Για να τεκμηριώσουμε κάπως τις πληροφορίες για μεγάλες απώλειες προσωπικού, πρέπει να δεχθούμε ότι στα Βάκτρα δεν μπόρεσαν να εξασφαλίσουν επαρκή ποσότητα νερού. Τότε όμως ο Αλέξανδρος θα είχε ακολουθήσει τη συνήθη τακτική του: θα προχωρούσε στην απηνή καταδίωξη με τα ελαφρύτερα και πιο ταχυκίνητα τμήματα και κάποιο από τα προπορευόμενα τμήματα θα είχε επιφορτισθεί με τη μεταφορά νερού από τον Ώξο στα βαρύτερα τμήματα, που θα ακολουθούσαν με τη κανονική τους ταχύτητα. Επίσης, αν το δρομολόγιο ήταν πράγματι θανατηφόρο, οι Μακεδόνες θα έπρεπε να είχαν συναντήσει τις ανάλογες απώλειες που θα είχαν αφήσει πίσω του οι δυνάμεις του Βήσσου, ο οποίος είχε προηγηθεί και φυσικά βιαζόταν τουλάχιστον όσο κι ο Αλέξανδρος. Τέλος, ο Αλέξανδρος επρόκειτο αργότερα να χρησιμοποιήσει αρκετές φορές το ίδιο δρομολόγιο και προς τις δύο κατευθύνσεις, χωρίς ποτέ ξανά κανείς ιστορικός να καταγράψει ανάλογες απώλειες. Οι πληροφορίες λοιπόν του Κούρτιου και του Διόδωρου ισχύουν, μόνο αν υποθέσουμε ότι ο Αλέξανδρος εγκατέλειψε την επιμέλεια στους σχεδιασμούς, που τον διέκρινε πάντοτε, και μπήκε σε ένα επικίνδυνο δρομολόγιο με ολόκληρη τη στρατιά και χωρίς την απαραίτητη ποσότητα νερού.

Ενώ η στρατιά ετοιμαζόταν να περάσει τον Ώξο, ο Αλέξανδρος αποστράτευσε και έστειλε στις πατρίδες τους, όσους Μακεδόνες είχαν χάσει τη μαχητική τους ικανότητα λόγω τραυματισμών ή ασθενειών, καθώς και τους Θεσσαλούς, που είχαν παραμείνει εθελοντικά. Δεν θα μπορούσε να πράξει διαφορετικά, αν είχαν αρχίσει να αυθαδιάζουν κι αυτοί, και φυσικά δεν μπορούσε να τους εντάξει στο ατάκτων τάγμα χωρίς να του απαιτήσουν εξηγήσεις τα θεσσαλικά κράτη προέλευσής τους ή ακόμη χειρότερα το Κοινό των Θεσσαλών. Το ότι δεν αποστράτευσε άλλους Έλληνες δείχνει ότι στα Εκβάτανα είχε αποστρατεύσει όλους όσους ανήκαν στις αρχικές δυνάμεις του Κοινού Συνεδρίου. Όσοι λοιποί Έλληνες ακολουθούσαν εκείνη τη στιγμή, είχαν στρατολογηθεί σε μεταγενέστερο χρόνο και δεν υπήρχε λόγος αποστράτευσής τους. Κατά τον Κούρτιο η αποστρατεία έγινε αμέσως μετά τη διάβαση του Ώξου, όπου ο Αλέξανδρος αποστράτευσε 900 και έδωσε ως εφάπαξ 2 τάλαντα σε κάθε ιππέα και 3.000 δηνάρια σε κάθε πεζό. Πρέπει ακόμη να επισημάνουμε ότι δεν καταγράφονται ανάλογες αποστρατείες των Ιλλυριών, των Παιόνων και των Θρακών, που ξεκίνησαν από την Ευρώπη μαζί με τους Έλληνες. Κάτι τέτοιο δεν το επέτρεψε η χαρακτηριστική περιφρόνηση προς τους βαρβάρους των Ελλήνων ιστορικών, στους οποίους βασίσθηκαν και οι Ρωμαίοι. Πάντως το σημαντικό είναι ότι και ο Αρριανός και ο Κούρτιος τοποθετούν την αποστρατεία στις όχθες του ποταμού κι αυτό ενισχύει τη βεβαιότητα ότι το δρομολόγιο από τα Βάκτρα ως τον Ώξο δεν ήταν θανατηφόρο.

Η διάβαση του Ώξου δεν ήταν καθόλου εύκολη, διότι ο Βήσσος είχε πυρπολήσει όλα τα πορθμεία, το πλάτος του ποταμού ήταν γύρω στα 6 στάδια (περίπου 1 χμ) και το βάθος του πολύ μεγάλο, ο βυθός αμμώδης και το ρεύμα τόσο ορμητικό, ώστε παρέσερνε τους πασσάλους που έμπηγαν. Η έλλειψη ξύλου για γεφύρωση δυσκόλευε ακόμη περισσότερο τα πράγματα και θα καθυστερούσαν πολύ, αν αποφάσιζαν να μεταφέρουν ξυλεία από αλλού. Έτσι ο Αλέξανδρος διέταξε τους άνδρες του να γεμίσουν τα δερμάτινα αντίσκηνά τους με ξερά φρύγανα, να τα δέσουν μεταξύ τους και να φτιάξουν ασκοσχεδίες, για να περάσουν απέναντι. Μετά από 5 ημέρες όλη η στρατιά είχε περαιωθεί στη βόρεια όχθη του Ώξου.

Λίγο μετά τη διέλευση του ποταμού παρουσιάσθηκαν πρέσβεις από μία μικρή πόλη, της οποία οι κάτοικοι ήταν Έλληνες δίγλωσσοι (στα ελληνικά και στα βαρβαρικά), αν και τα ελληνικά τους δεν ήταν πολύ καλά. Τους προϋπάντησαν με μεγάλη χαρά και τους κάλεσαν στην πόλη τους, για να τους την παραδώσουν μαζί με τον ναό του Διδυμαίου Απόλλωνα στη νότια όχθη του Ώξου. Ο Αλέξανδρος δεν πρέπει να χάρηκε καθόλου, όταν έμαθε ότι οι άνθρωποι αυτοί ήταν οι απόγονοι των Βραγχιδών. Οι Βραγχίδες υπήρξαν θερμοί συνεργάτες των Περσών και μετά την ήττα του στην Ελλάδα, ο Ξέρξης για να τους προστατεύσει από την εκδίκηση των Μιλησίων, τους είχε μετεγκαταστήσει σ’ εκείνη την περιοχή. Ο Αλέξανδρος είχε ανακηρυχθεί από το Κοινό Συνέδριο των Ελλήνων στρατηγός αυτοκράτωρ, υποσχόμενος να πάρει εκδίκηση για τα δεινά, που προξένησε πριν 151 χρόνια ο Ξέρξης, και στα πλαίσια αυτής εκδίκησης κατέστρεψε την Περσέπολη και εξανδραπόδισε τους κατοίκους της. Τώρα, στα βάθη της Ασίας έπεσε πάνω στους απογόνους των στενότερων συνεργατών του Ξέρξη. Ασφαλώς θυμόταν ότι ένα από τα επιχειρήματα, που προέβαλαν οι γείτονες των Θηβαίων, όταν ζητούσαν την καταστροφή της πόλης ήταν η συνεργασία της με τους Πέρσες. Ανέκαθεν, οι απηνέστεροι εχθροί και σκληρότεροι τιμωροί των Ελλήνων, που πρόδιδαν την Ελλάδα, ήταν οι ίδιοι οι συμπολίτες τους. Ήταν λοιπόν προφανές το πώς έπρεπε να αντιμετωπίσει αυτούς τους ανθρώπους. Βέβαια οι Βραγχίδες παραδόθηκαν με μεγάλη προθυμία, αλλά πόσο σημαντική μπορούσε να είναι αυτή η λεπτομέρεια;

Ωστόσο, για να αποφύγει τυχόν επιπλοκές, ο Αλέξανδρος ανέθεσε τη λήψη απόφασης στους Μιλησίους συμμάχους, των οποίων η άποψη βάρυνε περισσότερο λόγω της κοινής καταγωγής με τους Βραγχίδες. Οι Μιλήσιοι άρχισαν μία μακρά συζήτηση χωρίς να καταλήγουν σε απόφαση και ο Αλέξανδρος εκνευρισμένος ξαναπήρε το θέμα πάνω του, διότι εκείνη τη στιγμή προείχε η σύλληψη του Βήσσου και όχι η τύχη μιάς χούφτας προδοτών. Την επομένη λοιπόν μπήκε στο Βραγχιδών άστυ επικεφαλής λίγων ανδρών και, ενώ γινόταν δεκτός με ενθουσιασμό, η φάλαγγα περικύκλωσε την πόλη και η σφαγή άρχισε. Ούτε η κοινή γλώσσα ούτε οι ικεσίες των άοπλων Βραγχιδών μπόρεσαν να τους σώσουν από την αγριότητα των Μακεδόνων. Οι κάτοικοι σφαγιάσθηκαν μέχρις ενός, τα τείχη κατεδαφίσθηκαν, τα δέντρα και τα ιερά άλση ξεριζώθηκαν και γενικά κάθε ίχνος της πόλης των προδοτών εξαλείφθηκε.

Η παραπάνω περιγραφή είναι του Κούρτιου και ο μοναδικός άλλος σωζόμενος ιστορικός, που φαίνεται ότι ανέφερε το ίδιο περιστατικό είναι ο Διόδωρος. Το βιβλίο του έχει χάσμα σ’ εκείνο το σημείο, ωστόσο η περιγραφή του δεν μπορεί να διέφερε πολύ από του Κούρτιου, αφού στα περιεχόμενα διαβάζουμε ότι «ο Αλέξανδρος εξολόθρευσε ως προδότες των Ελλήνων τους Βραγχίδες, τους οποίους οι Πέρσες είχαν μετεγκαταστήσει στις εσχατιές της αυτοκρατορίας τους». Είναι απόλυτα λογικό η τιμωρία των προδοτών να είναι σκληρότερη από την τιμωρία των εχθρών, ωστόσο γεννάται το ερώτημα αν το περιστατικό αυτό συνέβη πράγματι. Οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν ότι στο Ντιλμπεργκίν Τεπέ, καθ’ οδόν από το Μπάλκ προς το Κιλίφ, νότια του Αμού Ντάρυα στο σημερινό Αφγανιστάν, λατρευόταν ο Διδυμαίος Απόλλων σε μία ακμάζουσα πόλη με ελληνικούς ναούς. Στο Ταλασκάν Τεπέ, βόρεια του Αμού Ντάρυα και κοντά στην Τερμέζ του σημερινού Ουζμπεκιστάν, ανακαλύφθηκαν αμφορείς με τη σφραγίδα των Βραγχιδών, υπολείμματα καταπελτικών βελών, πεσσοί σφενδόνης και κανένα ίχνος ζωής μεταγενέστερο της επιδρομής, που κατέστρεψε την πόλη. Αρκούν όμως αυτά τα ευρήματα, για να δεχθούμε ότι πράγματι επιβεβαιώνεται ο Κούρτιος; Οι πολλοί μελετητές, που τον αμφισβητούν και θεωρούν το περιστατικό ως ένα από τα εφευρήματά του, ίσως δεν κάνουν λάθος, έστω κι αν δεν γνώριζαν ή δεν θέλησαν να λάβουν υπόψιν τους τα αρχαιολογικά ευρήματα. Αφού οι άπειρες ελληνικές επιγραφές των Μακεδόνων, τόσο στη Μακεδονία όσο και στις χώρες που κατέκτησαν, δεν πείθουν όλους τους μελετητές ότι οι Μακεδόνες ήταν ένα από τα πολλά ελληνικά έθνη, γιατί να πεισθούν όλοι από μία επιγραφή εδώ και μία σφραγίδα μερικά χιλιόμετρα πιο μακρυά ότι το Βραγχιδών άστυ ήταν εκεί και ότι αφανίσθηκε από τον Αλέξανδρο το καλοκαίρι του 329;

Πίσω στα της εκστρατείας. Ένα χρόνο νωρίτερα ο Βήσσος είχε ηγηθεί πραξικοπήματος, είχε δολοφονήσει τον Μεγάλο Βασιλέα και είχε αναλάβει την ηγεσία της πατριωτικής αντίστασης, αλλά αντί να πολεμήσει στη Βακτρία, όπου τον ευνοούσε η γεωγραφική διαμόρφωση, ο βαρύς χειμώνας και το κύρος, που είχε στους κατοίκους ως σατράπης, άρχισε μία φυγή όμοια με εκείνη του Δαρείου. Είχε καταστεί προφανές ότι δεν ήταν το κατάλληλο πρόσωπο για την ηγεσία της αντίστασης και οι Πέρσες πατριώτες έπρεπε να απαλλαγούν από έναν ακόμη ακατάλληλο ηγέτη. Δεν θέλησαν να τον δολοφονήσουν, για να μη δώσουν αρνητική εικόνα, που θα απέτρεπε άλλους αξιωματούχους να συσπειρωθούν γύρω τους, και προτίμησαν να εμφανίσουν τον Βήσσο ως έναν δειλό και ανίκανο ηγέτη, που τελικά θα έπεφτε στα χέρια του εχθρού. Άλλωστε ο Βήσσος δεν διέθετε κανένα από τα θεσμικά ή κληρονομικά χαρακτηριστικά του Δαρείου, που καθιστούσαν απαγορευτική την εν ζωή σύλληψή του από τον εχθρό. Έτσι έστειλαν αγγελιοφόρους στον Αλέξανδρο, που μόλις είχε περάσει τον Ώξο, δηλώνοντας πρόθυμοι να του παραδώσουν το Βήσσο, αν τους έστελνε λίγο στρατό. Ο Αλέξανδρος μείωσε την ταχύτητα προέλασης, για να ξεκουράσει το στρατό του, και έστειλε τον Πτολεμαίο του Λάγου με τρεις ιππαρχίες εταίρων, όλους τους ιππακοντιστές, την τάξη πεζών του Φιλώτα, μία χιλιαρχία υπασπιστών, όλους τους Αγριάνες και τους μισούς τοξότες. Ήταν αναγκαίο να στείλει τόσο μεγάλη δύναμη για λόγους ασφαλείας, αφού η εξόντωση του Ανάξιππου και των ιππακοντιστών του στην Αρεία ήταν πολύ πρόσφατος. Επιπλέον μία μεγάλη δύναμη κατάλληλα καθοδηγημένη δεν θα άφηνε περιθώρια αντίδρασης στον Βήσσο. Ο Σπιταμένης και ο Δαταφέρνης προφασίστηκαν ότι από ντροπή για την πράξη τους δεν θα περίμεναν τον Πτολεμαίο. Στην πραγματικότητα δεν ήθελαν να γίνει πρόδηλη η προδοσία και συνεργασία τους με τον εχθρό και φυσικά δεν ήθελαν να συλληφθούν ή να παραδοθούν, αντίθετα σκόπευαν να αναλάβουν εκείνοι την ηγεσία της αντίστασης. Ενώ ο Αρριανός κι ο Κούρτιος περιγράφουν τα της σύλληψης του Βήσσου σχεδόν παρομοίως, δίνουν διαφορετικές πληροφορίες για τους Σπιταμένη και Δαταφέρνη. Ο μεν Αρριανός λέει ότι δεν παραδόθηκαν, ο δε Κούρτιος ότι παραδόθηκαν και εντάχθηκαν στις δυνάμεις του Αλεξάνδρου.

Ο Πτολεμαίος ανέλαβε μία εξαιρετικά σύντονη πορεία και σε 4 ημέρες διένυσε 10 σταθμούς (απόσταση, που αντιστοιχούσε σε πορεία 10 ημερών). Με τους ιππείς του περικύκλωσε το οχυρωμένο χωριό, όπου κρυβόταν ο Βήσσος, και με κήρυκες δήλωσε στους κατοίκους ότι δεν θα τους πείραζε, αν του τον παρέδιδαν. Εκείνοι τον παρέδωσαν και ο Πτολεμαίος με αγγελιαφόρο ρώτησε τον Αλέξανδρο τι να τον κάνει. Ο Αλέξανδρος είχε αποφασίσει να καθίσει στον υφιστάμενο θρόνο, να κυβερνήσει με τον υφιστάμενο τρόπο και σε καμία περίπτωση δεν ήθελε να διασαλευθεί η έννομη τάξη της αχαιμενιδικής αυτοκρατορίας. Ο Βήσσος πάλι συνέλαβε και σκότωσε το βασιλιά, στον οποίο είχε ορκιστεί πίστη. Ήταν λοιπόν ένας δόλιος πραξικοπηματίας, που έπρεπε να τιμωτηθεί παραδειγματικά. Έτσι, ο Αλέξανδρος διέταξε τον Πτολεμαίο να του φορέσει κλοιό και να τον δέσει γυμνό στη δεξιά πλευρά του δρόμου, που ακολουθούσε το κυρίως τμήμα του στρατού.

Όταν ο Αλέξανδρος πλησίασε, κατέβηκε από το άρμα του και τον ρώτησε, γιατί στασίασε, φυλάκισε και τελικά δολοφόνησε τον βασιλιά, που ήταν ταυτόχρονα συγγενής και ευεργέτης του. Ο Βήσσος απάντησε ότι η απόφαση δεν ήταν μόνο δική του, αλλά συλλογική. Ομολόγησε δηλαδή ότι ήταν ο ηγέτης πραξικοπήματος και ακριβώς ως πραξικοπηματίας αντιμετωπίστηκε. Εάν ο Αλέξανδρος του αναγνώριζε έντιμες προθέσεις και δικαιολογημένες επιδιώξεις, θα έδινε σε όλους το μήνυμα ότι θεωρεί την εναντίον του αντίσταση ως πατριωτική πράξη, ενώ μέχρι εκείνη τη στιγμή οι Πέρσες αυλικοί, που συγκεντρώνονταν γύρω από τον Αλέξανδρο αφενός δεν είχαν άλλη πολιτική στέγη και αφετέρου βλέποντας το σεβασμό του προς το νεκρό βασιλιά τους, τη μνήμη του, την οικογένειά του, την Αυλή του και τον τρόπο διακυβέρνησής του, διευκολύνονταν να τον αποδεχθούν ως τον νέο ηγέτη τους και διάδοχο του αχαιμενιδικού θρόνου. Γι’ αυτό ο Αλέξανδρος είδε μόνον ότι ο Βήσσος προσπάθησε να σφετεριστεί το θρόνο, τον οποίο διεκδικούσε και ο ίδιος «σύμφωνα με τους νόμους». Έτσι, διέταξε να μαστιγώσουν το Βήσσο, ενώ ένας κήρυκας ανακοίνωνε τις εις βάρος του κατηγορίες, και μετά τον έστειλε στα Βάκτρα, για να εκτελεστεί. Αυτή είναι η εκδοχή του ίδιου του Πτολεμαίου και φυσικά δεν είναι η μοναδική.

Κατά τον Αριστόβουλο, τον Βήσσο παρέδωσαν στον Πτολεμαίο γυμνό και δεμένο με κλοιό οι άνθρωποι του Σπιταμένη και του Δαταφέρνη. Κατά τον Διόδωρο ο Βήσσος διαπληκτίστηκε με κάποιον συνεργάτη του, ονόματι Βαγωδάρα, και πάνω στον θυμό του προσπάθησε να τον σκοτώσει. Ο Βαγωδάρας κατέφυγε στον Αλέξανδρο και οι υπόλοιποι αξιωματούχοι, που είχαν παραμείνει με τον Βήσσο, όταν είδαν τις τιμές και τις περιποιήσεις του Αλεξάνδρου προς τον Βαγωδάρα, αποφάσισαν να αυτομολήσουν και παρέδωσαν τον Βήσσο στον Αλέξανδρο. Ο Πλούταρχος δεν διευκρινίζει τα της σύλληψης, λέει μόνο ότι ο Αλέξανδρος σκότωσε τον Βήσσο, δένοντάς τα πόδια του στις κορυφές δύο ψηλών δένδρων, που τα είχε λυγίσει και μετά τα άφησε ελεύθερα. Στην εκδοχή του Κούρτιου, ο Σπιταμένης παρέδωσε αυτοπροσώπως τον Βήσσο σιδηροδέσμιο και γυμνό, όταν ο Αλέξανδρος έφτασε στον Ιαξάρτη. Τότε ο Αλέξανδρος διέταξε τον αδελφό του Δαρείου να τον σταυρώσει, να του κόψει τη μύτη και τα αυτιά και να τον τοξεύσει, χωρίς να τον σκοτώσει, διότι σκόπευε να τον εκτελέσει αργότερα, στο σημείο, όπου είχε δολοφονήσει τον Δαρείο. Ο Ιουστίνος δεν διευκρινίζει ποιοι παρέδωσαν σιδηροδέσμιο τον Βήσσο στον Αλέξανδρο, πριν εκείνος τον παραδώσει στον αδελφό του Δαρείου, για να τον βασανίσει.


Σογδιανή
(Αρριανός Γ.30, Δ.3, Ζ.16, Πλούταρχος Αλέξανδρος 45.6, Κούρτιος 7.6.16-23, 7.7.2-4, 8.13, 29-30)

Οι κακουχίες του χειμώνα κατά τη διάβαση του Παροπάμισου και κατά την προέλαση από τα Βάκτρα μέχρι τον Ώξο το καλοκαίρι του 329 π.Χ. είχαν σκοτώσει πολλούς από τους ίππους της στρατιάς. Ο Αλέξανδρος αναπλήρωσε τις απώλειές τους με ίππους της περιοχής και προέλασε προς την πρωτεύουσα της Σογδιανής, τα Μαράκανδα (Μερού-Κάντ = πόλη του ιερού πυρός, περίπου 2χμ βορείως της σημερινής Σαμάρ-Κάντ = πόλη του Σαμάρ). Από εκεί προχώρησε προς τον Ιαξάρτη (Συρ Ντάρια), το βορειότερο σύνορο της περσικής αυτοκρατορίας. Κοντά στον Ιαξάρτη μερικοί Μακεδόνες, που είχαν διασκορπιστεί για να συλλέξουν τρόφιμα, δέχθηκαν επίθεση από περίπου 30.000 βαρβάρους και σφαγιάσθηκαν. Η βαρβαρική αυτή δύναμη, σχεδόν όση διέθετε ο Αλέξανδρος όταν άρχισε την εκστρατεία, ήταν ένα προμήνυμα για τα προβλήματα που θα επακολουθούσαν.

Ο Αλέξανδρος τους καταδίωξε με τους ελαφρύτερα οπλισμένους στρατιώτες και οι βάρβαροι υποχώρησαν σε ένα βουνό τραχύ, απόκρημνο και δυσπρόσιτο. Απέκρουσαν πολλές επιθέσεις και αντεπιτέθηκαν αρκετές φορές, φέρνοντας σε δύσκολη θέση τους Μακεδόνες. Στις επιχειρήσεις αυτές ένα βέλος προξένησε διαμπερές τραύμα στην κνήμη του Αλεξάνδρου κι έσπασε ένα κομμάτι της περόνης. Τελικά όμως η περιοχή κατελήφθη και οι περισσότεροι επαναστάτες σφαγιάσθηκαν ή αυτοκτόνησαν πηδώντας στους γκρεμούς. Από τις αρχικές 30.000 επέζησαν λιγότεροι από 8.000, δίνοντας ένα σαφέστατο μήνυμα στους σκληροτράχηλους και πολεμικούς Σογδιανούς: για τους επαναστάτες δεν υπήρχε ούτε καταφύγιο ούτε έλεος.

Λίγες μέρες αργότερα παρουσιάσθηκαν στον Αλέξανδρο πρέσβεις από το μεγαλύτερο έθνος των Σκυθών «της Ευρώπης». Στην πραγματικότητα αυτοί οι Σκύθες δεν κατοικούσαν στην Ευρώπη, αλλά πέρα από τον Τάναϊ (δηλαδή τον Ιαξάρτη, τον σημερινό Συρ Ντάρυα) κι επειδή οι αρχαίοι συγγραφείς συγχέουν τον Ιαξάρτη (Συρ Ντάρυα) με τον Τάναϊ (Ντόν), ο οποίος ήταν το όριο μεταξύ Ευρώπης και Ασίας, θεώρησαν ότι ο Αλέξανδρος είχε φτάσει σε οριογραμμή Ευρώπης και Ασίας. Παραδόξως ο Αρριανός κάνει λόγο για τον ποταμό Τάναϊ (Ντον), αν και γνωρίζει ότι εκβάλλει στον Εύξεινο Πόντο, όπως γνωρίζει από τον Αριστόβουλο ότι οι ντόπιοι ονόμαζαν Ορξάντη τον ποταμό, που συνάντησε ο Αλέξανδρος. Γνωρίζει ότι πρόκειται για δύο διαφορετικούς ποταμούς και ότι ο συγκεκριμένος δεν ήταν ο Ντον, παρά ταύτα τον ονομάζει Τάναϊ, ενώ σε άλλο σημείο τον αναφέρει ως Ιαξάρτη. Αντίθετα ο Κούρτιος δεν έχει καμία αμφιβολία ότι ο ποταμός εκείνος ήταν ο σημερινός Ντον. Τελικά, αυτός που μπέρδεψε τους αρχαίους ιστορικούς, ίσως να ήταν ο Αλέξανδρος με ένα από τα χαρακτηριστικά γεωγραφικά του σφάλματα, αφού νόμιζε ότι ο Ιαξάρτης ήταν ο Τάναϊς. Κάποιο λοιπόν από τα φύλα των Σκυθών, που ζούσαν βορείως του Ιαξάρτη, πληροφορούμενο τη σαρωτική επέλαση του Αλεξάνδρου, αποφάσισε να γίνει σύμμαχος και όχι στόχος, γι’ αυτό έστειλε πρέσβεις. Όταν αυτοί επέστρεφαν, ο Αλέξανδρος έστειλε μαζί τους μερικούς εταίρους δήθεν για να συνάψει φιλία. Στην πραγματικότητα τους έστελνε να συγκεντρώσουν πληροφορίες για τη χώρα, το λαό, την πολεμική οργάνωση και τον εξοπλισμό τους.

Ο Αλέξανδρος αποφάσισε να χτίσει στις όχθες του Ιαξάρτη μία ακόμη πόλη, με σκοπό να την καταστήσει οικονομικό, πολιτικό και στρατιωτικό κέντρο της περιοχής. Για το λόγο αυτό κάλεσε τους Σογδιανούς οπλαρχηγούς και ηγεμόνες σε σύσκεψη στη μεγαλύτερη πόλη της σατραπείας, τα Ζαρίασπα. Η Σογδιανή και η Βακτρία φαίνεται να αποτελούσαν μία σατραπεία και ο Αλέξανδρος τη στιγμή εκείνη πρέπει να βρισκόταν στα Μαράκανδα, αν και δεν υπάρχει καμία σχετική πληροφορία. Είναι λογικότερο τα διοικητικά θέματα να τα αποφάσισε στην πρωτεύουσα και δεν υπάρχει λόγος να υποθέσουμε ότι βρισκόταν ακόμη στον Ιαξάρτη.

Όμως οι Σογδιανοί πείσθηκαν από τους Σπιταμένη και Δαταφέρνη ότι ο Αλέξανδρος ήθελε να τους συγκεντρώσει, για να τους εξοντώσει ευκολότερα, και επαναστάτησαν. Αν δεχθούμε την άποψη του Κούρτιου, ότι οι δύο Πέρσες στρατηγοί είχαν τεθεί στις υπηρεσίες του Αλεξάνδρου, η ενέργεια αυτή προκύπτει ως αιφνίδια και αδικαιολόγητη αποστασία. Αντίθετα, φαίνεται λογικότερη η άποψη του Αρριανού, ότι πρόδωσαν το Βήσσο για να αναλάβουν οι ίδιοι την ηγεσία της αντίστασης. Στη στάση πήραν μέρος οι περισσότεροι Σογδιανοί και μερικοί Βάκτριοι, εξόντωσαν τις μακεδονικές φρουρές και κατέλαβαν επτά πόλεις και φρούρια.

Ο Αλέξανδρος διέταξε τους πεζούς να κατασκευάσουν έναν συγκεκριμένο αριθμό από πολιορκητικές κλίμακες ανά λόχο και κατευθύνθηκε αμέσως προς την πρώτη εξεγερμένη πόλη, την Γάζα, που ήταν το κέντρο του ανεφοδιασμού της περιοχής (γάζα στα περσικά σημαίνει θησαυρός). Οι περισσότεροι επαναστάτες είχαν οχυρωθεί στην Κυρούπολη (Κουρκάθ), που την είχε χτίσει ο Κύρος, ο ιδρυτής της Αχαιμενιδικής αυτοκρατορίας, και ήταν η μεγαλύτερη και καλύτερα οχυρωμένη πόλη της περιοχής. Εναντίον της έστειλε τον Κρατερό με διαταγές να στρατοπεδεύσει κοντά της, να σκάψει περιμετρικά της τάφρο, να την περιβάλει με χάρακα και να συναρμολογήσει, όσες πολεμικές μηχανές χρειαζόταν. Η αποστολή του ήταν να εγκλωβίσει τους επαναστάτες στα τείχη της Κυρούπολης, ώστε να μην μπορούν να στείλουν ενισχύσεις στις πόλεις, που θα χτυπούσε ο Αλέξανδρος.

Ο Αλέξανδρος επιτέθηκε στη Γάζα αμέσως μόλις έφτασε και χωρίς προετοιμασία. Σφενδονήτες, τοξότες, ακοντιστές και μηχανές αποδεκάτιζαν τους επαναστάτες με καταιγισμό τοξευμάτων, ενώ οι πεζοί ανέβαιναν με τις κλίμακες στο χωμάτινο και χαμηλό τείχος. Η Γάζα δεν μπόρεσε να προβάλει αξιόλογη αντίσταση και έπεσε γρήγορα. Οι άντρες σφαγιάσθηκαν, τα γυναικόπαιδα εξανδραποδίστηκαν και η πόλη λεηλατήθηκε. Μετά προέλασε προς τη δεύτερη πόλη, που είχε την τύχη της Γάζας. Την επόμενη μέρα χτύπησε την τρίτη πόλη, που κι αυτή έπεσε με την πρώτη έφοδο και είχε την τύχη των δύο προηγουμένων. Μετά έστειλε τους ιππείς στις επόμενες δύο επαναστατημένες πόλεις, ενώ εκείνος ακολουθούσε επικεφαλής των πεζών. Πίστευε ότι οι υπερασπιστές τους αντιλαμβανόμενοι την άλωση της προηγούμενης, θα τρέπονταν σε φυγή και αποστολή του ιππικού ήταν να αποτρέψει αυτό το ενδεχόμενο. Πράγματι οι επαναστάτες βλέποντας τους καπνούς από την αλωμένη πόλη και παίρνοντας την επιβεβαίωση της άλωσης από κάποιους, που πρόλαβαν να φύγουν έγκαιρα, εγκατέλειψαν μαζικά τις πόλεις και τράπηκαν σε φυγή. Έπεσαν όμως πάνω στο συγκεντρωμένο ιππικό του Αλεξάνδρου και οι περισσότεροι σφαγιάσθηκαν.

Την τρίτη ημέρα προέλασε προς την έκτη επαναστατημένη πόλη, την Κυρούπολη, την οποία είχε περικυκλώσει ο Κρατερός. Εκεί αντιμετώπισε πολύ αξιόλογη αντίσταση, διότι η πόλη ήταν χτισμένη και οχυρωμένη από τον Κύρο και επιπλέον εκεί είχε καταφύγει το μεγαλύτερο και πλέον αξιόμαχο τμήμα των επαναστατών. Ξεκίνησε την πολιορκία και στα πιο πρόσφορα σημεία του τείχους τοποθέτησε τις πολιορκητικές μηχανές. Είδε όμως ότι ένας στεγνός ξεροπόταμος, που τη διέσχιζε, άφηνε άνοιγμα στα τείχη και καθώς οι υπερασπιστές των τειχών ήταν απασχολημένοι στα σημεία, που προσέβαλλαν οι μηχανές, ο Αλέξανδρος επικεφαλής των σωματοφυλάκων, των τοξοτών, των υπασπιστών και των Αγριάνων, μπήκε από το πέρασμα αυτό στην πόλη και άνοιξε κάποιες πύλες, από τις οποίες εισέβαλε το υπόλοιπο στράτευμα. Οι επαναστάτες συνειδητοποίησαν ότι η πόλη τους είχε πέσει, αλλά δεν πτοήθηκαν και συνέχισαν να μάχονται με γενναιότητα. Ο Αλέξανδρος δέχθηκε σοβαρά πλήγματα από πέτρες στο κεφάλι και τον αυχένα, ο Κρατερός πληγώθηκε από βέλος, ενώ τραυματίσθηκαν και πολλοί άλλοι Μακεδόνες αξιωματικοί. Στη συμπλοκή αυτή από τους 15.000 επαναστάτες οι 8.000 περίπου σκοτώθηκαν κατά την κατάληψη της πόλης. Οι υπόλοιποι οχυρώθηκαν στην ακρόπολη, για να παραδοθούν την επομένη λόγω έλλειψης νερού.

Από τους πρωταγωνιστήσαντες ιστορικούς έχουμε διαφορετικές διηγήσεις για το τι συνέβη στην έβδομη επαναστατημένη πόλη. Ο Αριστόβουλος λέει ότι έπεσε μετά από έφοδο και ότι οι υπερασπιστές της σφαγιάστηκαν μέχρις ενός. Ο Πτολεμαίος λέει ότι οι πολιορκημένοι συνθηκολόγησαν και ο Αλέξανδρος τους απομάκρυνε από την περιοχή αιχμάλωτους και σιδηροδέσμιους, για να αποσοβήσει τον κίνδυνο νέας επανάστασης. Ο, τι και να συνέβη σ’ αυτήν την πόλη, το γεγονός είναι ότι οι Σογδιανοί ημινομάδες είχαν προβάλει πολύ σκληρότερη αντίσταση από τον τακτικό αυτοκρατορικό στρατό. Ακριβώς επειδή ήταν ημινομάδες, δεν είχαν ενιαία διοίκηση, ώστε ο Αλέξανδρος να τους ελέγξει μέσω αυτής, όπως έκανε στις υπόλοιπες σατραπείες. Έπρεπε λοιπόν να εξοντώσει κάθε επαναστατικό στοιχείο, για να τρομοκρατήσει και να υποτάξει τους υπόλοιπους.

από τον ιστότοπο:
http://www.alexanderofmacedon.info/greek/A1gr.htm

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου