Αναγνώστες

Σάββατο, 3 Ιουλίου 2010

ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΑ

του Γιώργη Θ. Πρίντζιπα, συγγραφέα

“Πόλις αρχαιοτάτη και των
γε εν τη εώα πασών αρίστη”
Ιωάννης Ευγενικός




Η Τραπεζούντα βρίσκεται στην άκρη της πιο δύσκολης, της πιο άξενης θαλάσσιας πορείας. Στα νότια παράλια του Εύξεινου Πόντου. Μια δαντελωτή γραμμή π’ αρχίζει από την έξοδο του Βοσπόρου - το πιο όμορφο κομμάτι της γης- και φθάνει ίσαμε την Κολχίδα, στα σημερινά τουρκο-ουκρανικά σύνορα. Βράχοι απότομοι και δάση πυκνά κρατούν μακριά τον εισβολέα κι αποτρέπουν τη θάλασσα να ξεπεράσει τα όρια που της έθεσε ο Ποιητής του κόσμου. «Όριον έθου ο ου παρελεύσεται». Οι Έλληνες ποντοπόροι παραβίασαν το άγνωστο κι έκαναν κατοικήσιμο τον απάτητο τόπο. «Επόλησαν την έρημον». Ηράκλεια, Σινώπη, Σαμψούντα, Οίναιον, Κοτύωρα, Κερασούντα. Στο τέλος η Τραπεζούντα.

Ήταν μεγάλη η τόλμη τους κι ήθελε γνώση της ναυτικής τέχνης για να περάσουν τη φημισμένη για τη μανία της θάλασσα. Είναι γνωστές από τα παλιά ιστορίες ναυτικών που ηττήθηκαν στη μάχη με τα κύματά της. Μόνα λιμάνια, στους δύσκολους καιρούς, ήταν η Σινώπη και μίλια μακριά η Τραπεζούντα. Κι αυτή όχι στο κύριο λιμάνι της, αλλά δυό μίλια πιο ανατολικά στον όρμο του Δαφνούντα, όπου ένας μικρός λόφος κόβει τους δυτικούς ανέμους. Αρκετά πριν την πόλη είναι το ακρωτήρι της Κορδύλης. Εκεί ο αυτοκράτορας της Τραπεζούντας Αλέξιος Γ Μεγάλος Κομνηνός ίδρυσε το μοναστήρι του αγίου Φωκά κι έχτισε φάρο, για να βοηθά τους θαλασσινούς στις νυχτερινές μοναξιές τους. Ήξεραν πως λίγο πιο πέρα, γύρω στη μία ώρα, θα έβλεπαν τον άλλο φάρο, πάνω στη μονή της Αγίας Σοφίας κι αυτό σήμαινε πως έφθαναν στην Τραπεζούντα. Κι αν πάλι ο καιρός δεν το επέτρεπε, υπήρχε και το μικρό λιμανάκι στο χωριό Πλατάνιον, τα Πλάτανα των μεταβυζαντινών χρόνων, δυτικά της πρωτεύουσας.

«Θάλαττα, θάλαττα»

Η πρώτη αναφορά στην Τραπεζούντα, στ’ αρχαία χρόνια, γίνεται από τον Ξενοφώντα, που την χαρακτηρίζει ως αποικία της Σινώπης μαζί με την Κερασούντα και τα Κοτύωρα. Εκεί βγήκαν οι μύριοι, 400 π.Χ., επιστρέφοντας από την Περσία και βρήκαν τη θάλασσα, τον σωτήρα τους. Γι’ αυτό και η χαρά τους ήταν απερίγραπτη. «Θάλαττα, θάλαττα». Και ποιά θάλασσα! Ήταν Φεβρουάριος, καρδιά του χειμώνα, και ο καιρός δεν επέτρεπε τα θαλασσινά ταξίδια, ιδιαίτερα σ’ αυτά τα μέρη, κι έτσι κάθισαν εκεί ένα μήνα φιλοξενούμενοι από τους κατοίκους. Για τα χρόνια εκείνα ήταν πραγματικός άθλος να ξεκινήσουν απ’ τα Κούναξα και ψάχνοντας για τη θάλασσα να διασχίσουν τη Μ. Ασία, ν’ ανέβουν τις Ποντικές Άλπεις - δυό χιλιάδες μέτρα το πιο χαμηλό σημείο- και να βρεθούν στην τότε μικρή πολίχνη. Αργότερα, στο ίδιο σημείο, ανοίχτηκε ρωμαϊκή οδός που έγινε αιτία ν’ αναπτυχθεί και να γίνει η περιώνυμη πόλη. Λίγες οι αναφορές στα κείμενα και κανείς δεν ξέρει πότε χτίστηκε και πόθεν τ’ όνομά της.


Κανείς δεν ξέρει πότε ιδρύθηκε και πόθεν το όνομά της. Ο νομοφύλακας Ιωάννης Ευγενικός, στο εγκώμιό του, το αποδίδει στους λόφους που την περιβάλλουν κι έχουν σχήμα τραπεζοειδές. Ο Παυσανίας μας πληροφορεί ότι το όνομά της το έφεραν μαζί τους οι άποικοι από την ομώνυμη πόλη της Αρκαδίας, που για κάποιο λόγο αναγκάσθηκαν να εγκαταλείψουν. Στον 4ο αιώνα μάλιστα κι άλλοι Αρκάδες μετανάστευσαν στην Τραπεζούντα κι έγιναν δεκτοί με μεγάλη αγάπη από τους παλιούς συμπατριώτες τους.

Ρωμαϊκή περίοδος

Η μεγάλη ανάπτυξη της πόλης άρχισε με τους Ρωμαίους. Μεγάλοι οδοποιοί αυτοί κατασκεύασαν μια θαυμάσια ρωμαϊκή οδό που τρύπησε το τεράστιο ορεινό παραπέτασμα και βγήκε στην κοιλάδα του Πυξίτη (Piscala Dere) κι από εκεί στον Ευφράτη και τα οροπέδια της Μικράς Ασίας. Τώρα πια η πρόσβαση γινόταν πιο εύκολη και το εμπόριο διευκολυνόταν αρκετά μια και είχε δύο δρόμους. Τη θάλασσα και την ξηρά. Η ρωμαϊκή αυτή οδός, ακόμη και σήμερα, είναι ο μοναδικός δρόμος επικοινωνίας των παραλίων με το οροπέδιο, κι έκανε την Τραπεζούντα πόλη-κλειδί σε μια ευρύτατη περιοχή, πρωτεύουσα και μητρόπολη του Πόντου στα χρόνια της δόξας. Ο δρόμος αυτός διευκόλυνε σημαντικά τις μετακινήσεις του ρωμαϊκού στρατού. Κι από τότε όλων των στρατών. Αποτέλεσμα η πόλη και η γύρω της περιοχή ν’ αποκτήσουν τεράστια στρατηγική σημασία για την άμυνα στο πάντοτε ταραγμένο ανατολικό σύνορο. Εμπόριο και στρατός είναι ο καλύτερος συνδυασμός για την ανάπτυξη ενός τόπου.

Στα βυζαντινά χρόνια

Οικονομικά ανθηρή και φημισμένη πόλη ήταν και στο Βυζάντιο. Ιδιαίτερα από τον 5ο αιώνα και μετά. Αυτό μάλιστα που ξέρουμε σαν Τραπεζούντα τότε άρχισε να εισβάλλει στην ιστορία, να γνωρίζει δόξες και πτώσεις τραγικές. Να δημιουργεί μνήμες που κρατούν ίσαμε τις μέρες μας.

Ο 5ος αιώνας ήταν ο πιο καθοριστικός. Η έντονη στρατιωτική παρουσία, η ανάπτυξη του αμυντικού συστήματος των βυζαντινών στο ανατολικό σύνορο από τον Θεοδόσιο Β , τα αμυντικά έργα, παρέχουν ασφάλεια στον πληθυσμό και εξασφαλίζουν την οικονομική του άνοδο. Η Τραπεζούντα συνεχώς μεγαλώνει και το λιμάνι του Δαφνούντα ζωντανεύει. Παράλληλα χτίζονται αποθήκες, στάβλοι, πανδοχεία και το διαμετακομιστικό εμπόριο αναπτύσσεται. Πλούτος, ζωή, κίνηση είναι τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν την πόλη και στον 6ο αιώνα. Τότε όμως η ανακύκληση της ιστορίας μετατρέπει σε θέατρο πολέμου το αρμενικό οροπέδιο και είναι μόνιμα πια τα μεθοριακά επεισόδια. Η ζυγαριά πότε κλίνει απ’ τη μια μεριά και πότε από την άλλη. Ώσπου ο Ηράκλειος, με έδρα την Τραπεζούντα, άρχισε να ξεκαθαρίζει την κατάσταση και να σπρώχνει τους Πέρσες έξω από το ανατολικό σύνορο της αυτοκρατορίας. Έτσι έφτασε το 634. Η χρονιά που οι πρώτοι Άραβες έφιπποι άρχισαν επιθέσεις κατά του στρατού του Ηράκλειου. Η νέα δύναμη που γίνεται μέρα με τη μέρα και πιο απειλητική. Για τριακόσια χρόνια ο φόβος θα είναι συνώνυμος μ’ αυτούς. Τα άκρα χάνονται και πολυάριθμοι πρόσφυγες καταφεύγουν στην Τραπεζούντα, που συνεχίζει να ελέγχει το μοναδικό δρόμο από βορρά προς νότο. Τα γεγονότα κατέδειξαν πόσο αναγκαία ήταν η διοικητική αναδιοργάνωση της ορεινής αυτής περιοχής. Ο Πόντος διαιρέθηκε σε τρία θέματα. Το σπουδαιότερο ήταν το θέμα της Χαλδίας με πρωτεύουσα την Τραπεζούντα. Περιλάμβανε τρία επίσης βάνδα, περιφέρειες. Το βάνδον Τραπεζούντος, το βάνδον Γημωράς και το βάνδον Ματσουκάων. Οι τρεις επαρχίες της Τραπεζούντας που θα τις διατηρήσει και η οθωμανική κυβέρνηση: Τραπεζούντα, Γεμουρά, Ματσούκα.

Άγιος Θεόδωρος Γαβράς

Τότε ήταν που άρχισε η μεγάλη ακμή. Η πόλη δίνει μια και ξεχωρίζει από όλες τις άλλες γύρω της. Από την εποχή εκείνη σώζεται η θαυμάσια βασιλική της αγίας Άννας. Η μοναδική βυζαντινή εκκλησιά που λειτούργησε ίσαμε το 1923. Χτίστηκε το 883-884, επί Βασιλείου Α Μακεδόνος, από τον πρωτοσπαθάριο Αλέξιο. Στην πόλη εδρεύουν οι διοικητές του θέματος που ονομάζονται δούκες, που αντιμάχονται πολλές φορές κι αυτή την βασιλεύουσα και βρίσκονται σε διαρκή πόλεμο με τους Άραβες. Ένας απ’ αυτούς θα ξεχωρίσει σε ηρωισμό και θα φθάσει ίσαμε το μαρτύριο. Ο άγιος μάρτυρας Θεόδωρος ο Γαβράς, το κλέος της Εκκλησίας. Είχαν προηγηθεί το μαύρο 1071, η ήττα του Ματζικέρτ, η αιχμαλωσία του αυτοκράτορα Ρωμανού Δ Διογένη, οι δυναστικές έριδες, η κατάκτηση ολάκερης της μικρασιατικής ενδοχώρας, η απώλεια χιλιάδων χριστιανών, οι εξισλαμισμοί και η καταστροφή πόλεων και υπαίθρου. Την ίδια χρονιά οι Σελτζούκοι κατέλαβαν τη Θεοδοσιούπολη και σε τρία χρόνια παραβίασαν το οχυρό σύνορο των Ποντικών Άλπεων και φτάσανε στην Τραπεζούντα. Το όνειρο του Ισλάμ για την κατάκτηση της πόλης παρά λίγο θα γινόταν πραγματικότητα, αν ο δούκας της Χαλδίας Θεόδωρος Γαβράς δεν οργάνωνε την άμυνά της. Χωρίς βοήθεια, εξοπλίζοντας μόνο τον πληθυσμό, κατόρθωσε να τους απωθήσει πέρα από το οροπέδιο και για είκοσι δύο χρόνια να τους κρατήσει εκεί.

Η νίκη αυτή και η αδυναμία της Κωνσταντινούπολης να προστατεύσει την περιοχή, έκανε τον Γαβρά να επιδιώξει την αυτονομία του από την κεντρική διοίκηση. Το 1098, όμως, μετά από ενέδρα, οι Σελτζούκοι κατάφεραν να τον συλλάβουν. Τον μετέφεραν στη Θεοδοσιούπολη και τον υπέβαλαν σε φρικτά βασανιστήρια. Ήταν η εκδίκησή του για τις συνεχείς νίκες του και την προσβολή στην παντοδυναμία τους. Τότε εφαρμόσανε μια τακτική που θα γίνει καθεστώς στις σχέσεις των μουσουλμάνων με τους χριστιανούς: τον εξισλαμισμό. Το έκαναν και με τον Γαβρά. Κι όταν αυτός αρνήθηκε κι επέμεινε στην άρνησή του, οι Σελτζούκοι προχώρησαν στην τελική πράξη. Στον αποκεφαλισμό του. Ήταν ο πρώτος νεομάρτυρας. Από τότε ο άγιος Θεόδωρος Γαβράς έμεινε στη συνείδηση των Ρωμιών ως ο προστάτης εν πολέμω της πόλης τους.

Η αυτοκρατορία Τραπεζούντος

Το επόμενο στάσιμο στην αδιάκοπη ροή της Ιστορίας ήταν στην αρχή του 13ου αιώνα, όταν ιδρύθηκε η αυτοκρατορία Τραπεζούντος. Η ανάγκη μόνη να πολεμά, να αυτοαμύνεται και να μην στηρίζεται στη βοήθεια από την κεντρική διοίκηση του κράτους, την Κωνσταντινούπολη, της έδωσε εκ των πραγμάτων de facto αυτονομία και προετοίμασε την ίδρυση δικού της κράτους. Στις αρχές του 13ου αιώνα, μέσα στη δίνη των εμφυλίων πολέμων που ταλάνιζαν την αυτοκρατορία, οι εγγονοί του τραγικού αυτοκράτορα Ανδρόνικου Α , του τελευταίου Κομνηνού, Αλέξιος και Δαυίδ, με τη βοήθεια ιβηρικών στρατευμάτων της θείας τους Θάμαρ η Ταμάρας, κατέλαβαν τον Πόντο. Η κίνησή τους ήταν αποτέλεσμα των κεντρόφυγων τάσεων που αναπτύχθηκαν στην Κωνσταντινούπολη της δυναστείας των Αγγέλων, δηλαδή της παρακμής, και στόχευε στη διατήρηση σε ενέργεια των νομίμων δικαιωμάτων τους στον θρόνο της Βασιλεύουσας. Το 1204, μετά την κατάληψη της βασιλεύουσας από τους σταυροφόρους της Δ Σταυροφορίας, ίδρυσαν τη δική τους αυτοκρατορία με έδρα την Τραπεζούντα. Αυτοκράτορας έγινε ο Αλέξιος Α (1204-1222) που, για να διακρίνεται από τους άλλους Κομνηνούς της Κωνσταντινούπολης, ονομάστηκε Μεγάλος Κομνηνός. Ο Δαυίδ, με τη σειρά του, κατέλαβε την περιοχή της Πελαγονίας μέχρι την Ηράκλεια και την προσάρτησε στην Τραπεζούντα. Ο δρόμος για την διεκδίκηση της βασιλεύουσας ήταν ανοιχτός.

Ανοιχτό δρόμο για την Πόλη φρόντισαν να έχουν και τα άλλα ελληνικά κράτη που γεννήθηκαν μετά την πτώση του Βυζαντίου, το Δεσποτάτο της Ηπείρου και η αυτοκρατορία της Νίκαιας. Η τελευταία μάλιστα θεωρούσε τον εαυτό της συνέχεια του κράτους και απαιτούσε οι άλλοι δυό να μην το ξεχνούν. Φρόντιζε μάλιστα κατά καιρούς να τους το θυμίζει. Όπως το 1214 που ο Θεόδωρος Λάσκαρης νίκησε τον Δαυίδ και έφτασε μέχρι τη Σινώπη. Θα κατελάμβανε και την Τραπεζούντα, επιδιώκοντας την ενοποίηση των δύο ελληνικών κρατών, αν ο Αλέξιος δεν ζητούσε τη βοήθεια των Σελτζούκων που έσπευσαν να καταλάβουν τη Σινώπη και να μπουν ανάμεσά τους. Οι Τούρκοι έσωσαν τη μικρή αυτοκρατορία και για άλλη μια φορά έγιναν διαιτητές σε ελληνικές διαμάχες.

Η αυτοκρατορία της Τραπεζούντας έχασε τα κωνσταντινουπολιτικά της όνειρα, παρέμεινε όμως ένα ελληνικό κράτος με ζώσα την αυτοκρατορική παράδοση. Γι’ αυτό και ο αυτοκράτορας Τραπεζούντος ονομαζόταν ίσαμε το 1261 «πιστός βασιλεύς και αυτοκράτωρ Ρωμαίων», κατά μίμηση του ομολόγου του στην Κωνσταντινούπολη. Μετά το 1261, όταν πια ο Μανουήλ Παλαιολόγος από τη Νίκαια είχε αποκαταστήσει την αυτοκρατορική εξουσία στην πρωτεύουσα του Βυζαντίου, ο αυτοκράτορας Τραπεζούντος ονομάσθηκε «πιστός βασιλεύς και αυτοκράτωρ πάσης Ανατολής, Ιβήρων και Περατείας ο Μέγας Κομνηνός». Με τον τίτλο αυτόν όχι μόνο δεν διασπούσε την ενότητα του Γένους, αλλά και δήλωνε ότι η Τραπεζούντα συνέχιζε την αυτοκρατορική παράδοση στην Ανατολή. Ακριβώς όπως έκανε η Κωνσταντινούπολη στη Δύση. Γι’ αυτό και το έμβλημά της ήταν ο μονοκέφαλος Αετός, σύμβολο της κυριαρχίας της στην Ανατολή, σε αντίθεση με τον Δικέφαλο Αετό της Κωνσταντινούπολης που υποστασίαζε τα παγκόσμια όνειρα της αποκαταστημένης βυζαντινής αυτοκρατορίας.

Η αυτοκρατορία της Τραπεζούντας είχε πάντοτε συνείδηση της κωνσταντινουπολιτικής καταγωγής της. Κι αυτό φαίνεται στην κρατική και ανακτορική οργάνωσή της που ακολούθησε ακριβώς την παράδοση και την πρακτική του Βυζαντίου. Οι θεσμοί που εφαρμόσθηκαν εκεί είναι ακριβές αντίγραφο των θεσμών που υπήρχαν, στη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή, στην αυτοκρατορία, ιδιαίτερα στη διοίκηση του κράτους. Για την Τραπεζούντα, παρά τις εχθρικές φάσεις που πέρασαν κατά καιρούς οι μεταξύ τους σχέσεις, η Κωνσταντινούπολη παραμένει το κέντρο του Γένους και το χαμό της θα τον θρηνήσει πικρά ο ποντιακός Ελληνισμός, όπως φαίνεται από τους Θρήνους, τους Θρύλους και τις Παραδόσεις που παράχθηκαν στον Πόντο μετά την Άλωση.

Η αυτοκρατορία των Μεγάλων Κομνηνών έμεινε κράτος ελληνικό, στα άκρα του ελληνισμού. Ταυτόχρονα ήταν κέντρο του ποντιακού ελληνισμού χωρίς να παύει να ζει το έντονο ενδιαφέρον της για τον οικουμενικό ελληνισμό και την οικουμενική Ορθοδοξία. Τούτο γίνεται φανερό από την δραστηριότητα των αυτοκρατόρων της, που φρόντιζαν να εκδηλώνουν το ενδιαφέρον τους και εκτός Τραπεζούντας. Όπως έκανε το 1341 η αυτοκράτειρα Άννα Κομνηνή η επιλεγόμενη Αναχουτλού, κόρη του Αλέξιου Β , που ανακαίνισε τη μονή του αγίου Ευθυμίου στα Ιεροσόλυμα, και επίσης όπως έκανε ο Αλέξιος Γ (1349-1390) που ίδρυσε τη μονή Διονυσίου στο Άγιον Όρος, μετά από παράκληση του οσίου Διονυσίου και του αδελφού του Θεοδοσίου, μητροπολίτη Τραπεζούντος.

Εμπορικό-Οικονομικό κέντρο

Η προθυμία με την οποία έσπευσαν οι αυτοκράτορες να χρηματοδοτήσουν τέτοια δαπανηρά έργα και η κληροδοσία τους προς αυτά, ιδίως του Αλεξίου Γ , μαρτυρεί την οικονομική ευρωστία του κράτους που ήταν κέντρο του διαμετακομιστικού εμπορίου στην Ανατολή. Πραγματικά η γεωγραφική θέση της Τραπεζούντας, η γειτνίασή της με διαφόρους λαούς και η εμπορική της οργάνωση, έδωσαν μεγάλη οικονομική άνοδο στο κράτος και κυρίως στην πόλη της Τραπεζούντας. Εκεί συνέρεαν έμποροι από τη Μεσοποταμία, την Περσία, τις Ινδίες, ενώ το λιμάνι της, όπως και το λιμάνι του Δαφνούντα, συνδέθηκε γρήγορα με τη Μεσόγειο και τη Δύση. Στα μέσα μάλιστα του 13ου αιώνα η Μασσαλία συνήψε εμπορική συμφωνία με την Τραπεζούντα και μετά ακολούθησαν η Γένουα και η Βενετία που οργάνωσαν εμπορικά πρακτορεία στην πόλη με τεράστιες αποθήκες. Ακόμη το πλήθος των εμπόρων Ελλήνων, Βενετών, Γενουατών, Κιρκασίων, Λαζών, Περσών, Τούρκων, Ιβήρων κ.α., της έδιναν την όψη οικουμενικής πόλης και κέντρου των εθνών. Το αποτέλεσμα ήταν να μετατραπεί η Τραπεζούντα σε διεθνή πόλη και τα οικονομικά της να έχουν πολύ μεγάλη άνθηση. Χαρακτηριστικά ο Βησσαρίωνας την ονόμασε «κοινόν εργαστήριον η εμπόριον της οικουμένης απάσης».

Η παρουσία βέβαια των ευρωπαίων εμπόρων, και κυρίως των Γενουατών, δεν ήταν χωρίς προβλήματα. Γι α?τό και δημιουργούνται, κατά καιρούς, έντονα επεισόδια και ένοπλες συρράξεις, όπως έγινε το 1418 και το 1425, επί Αλεξίου Δ , όταν οι Τραπεζούντιοι έδωσαν καλό μάθημα στην αυθάδεια των Γενουατών. Κατέλαβαν τις αποθήκες τους και τιμώρησαν παραδειγματικά τους αίτιους. Από τότε έπαυσαν οι Ευρωπαίοι να κινούνται με τη γνωστή φραγκική υπεροψία και οι Τραπεζούντιοι επέβαλαν φόρους που αύξησαν τα έσοδά τους.

Η έντονη εμπορική και οικονομική δραστηριότητα έγινε πόλος έλξης και των κωνσταντινοπολιτών, που αντιμετωπίζουν μεγάλα οικονομικά προβλήματα. Μάλιστα στα 1341 έπεσε πανώλης στην Τραπεζούντα που για πολλά χρόνια αποδεκάτιζε τους κατοίκους. Οι θάνατοι ήταν πολλοί και σε μια πόλη με τόση οικονομική δραστηριότητα φυσική συνέπεια θα ήταν να επέλθει ύφεση με απρόβλεπτα αποτελέσματα. Κι όμως αυτό δεν έγινε, μια και τη θέση όσων έχαναν τη ζωή τους, έπαιρναν μετανάστες από την Κωνσταντινούπολη και τις άλλες περιοχές που στις πιο πολλές περιπτώσεις ήταν έμποροι η μέλη μεγάλων οικογενειών με οικονομική δύναμη. Η παρουσία τους βοήθησε την ανάπτυξη περαιτέρω του εμπορίου, αλλά έγινε αιτία στον πολιτικό τομέα να προκληθούν αντιπαλότητες, πολλές των οποίων κατέληξαν σε εμφύλιες συρράξεις μεταξύ της ντόπιας αριστοκρατίας και των κωνσταντινουπολιτών που διεκδίκησαν την ηγεμονία στη μικρή αυτοκρατορία του Πόντου. Μερικές απ’ αυτές απείλησαν και την ίδια την ύπαρξή της που σώθηκε την τελευταία στιγμή, μια και οι εξωτερικές επιβουλές, που δεν ήταν και λίγες, λειτουργούσαν πάντα συσπειρωτικά στον γνήσιας ελληνικής νοοτροπίας λαό.

Η οικονομική δύναμη, ακόμη, έδωσε τη δυνατότητα στην Τραπεζούντα να διατηρεί ισχυρό στρατό που τον είχε μεγάλη ανάγκη για την εξασφάλιση της ακεραιότητάς της. Νησίδα στον ισλαμικό περίγυρο ήταν αναγκασμένη να διεξάγει μακρούς αγώνες εναντίον Τούρκων, Μογγόλων, Τουρκομάνων. Αναρίθμητες ήταν οι επιθέσεις που δέχθηκε κυρίως από τους Τούρκους, ιδιαίτερα από τους εμίρηδες της Άμιδας και της Κασταμονής, που είχαν ως εθνικό όνειρο την κατάκτησή της. Έτσι, μέσα σ’ αυτό το διεθνές περιβάλλον, η πολιτική των αυτοκρατόρων της, πολλοί των οποίων ήταν ικανότατοι, ήταν η επιδίωξη δύο στόχων: της οικονομικής ανόδου και της εδαφικής ακεραιότητας. Και οι δύο αυτοί στόχοι τους έγιναν αιτία πολέμου μια και τα δύο αυτά επιτεύγματα αποτελούσαν και την πρόκληση των εχθρών της μικρής αυτοκρατορίας.

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος που την απείλησε ήταν το 1224, επί αυτοκράτορα Ανδρόνικου Α . Οι Σελτζούκοι του Ικονίου, με επικεφαλής τον γιο του σουλτάνου, τον Μενελίκ, επιτέθηκαν κατά της πόλης. Ποτέ μέχρι τότε οι κάτοικοί της δεν είχαν αντικρίσει φοβερότερο θέαμα. Άρχισαν αμέσως να κυκλοφορούν διάφορες φήμες και να προκαλείται μεγάλος πανικός. Μερικοί έφυγαν για να σωθούν. Ανάμεσά τους και οι άρχοντες. Έμεινε μόνος ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος και ο λαός. Αμέσως εξόπλισε όλους τους πολίτες και τους ζήτησε να βοηθήσουν τον στρατό. Μόνος εκπόνησε ένα έξυπνο σχέδιο άμυνας και όταν οι Τούρκοι επιτέθηκαν υπέστησαν τεράστια φθορά. Και σαν να μην έφθανε αυτό, ο Ανδρόνικος ηγήθηκε σε μια αντεπίθεση, διέλυσε τους εισβολείς και έπιασε αιχμάλωτο και τον Μενελίκ. Ο ιστορικός του Πόντου και γλωσσολόγος Άνθιμος Α. Παπαδόπουλος υποστηρίζει ότι η μάχη εκείνη ήταν ένα από τα μεγάλα στρατιωτικά κατορθώματα του βυζαντινού ελληνισμού. Όταν ησύχασαν τα πράγματα γύρισαν οι άρχοντες στην πόλη. Νόμισαν πως θα γίνουν δεκτοί όπως πρώτα. Ο αυτοκράτορας όμως κάλεσε τον λαό και ενώπιόν του τους εξευτέλισε και τους ανάγκασε να φύγουν απ’ την Τραπεζούντα.

Μετά βρήκε αφορμή που οι Τούρκοι της Σινώπης κούρσευσαν ένα πλοίο του, που εξόκειλε σε μια ακτή, επιτέθηκε στην πόλη, νίκησε τους Σελτζούκους και την κυρίευσε. Βλέποντας όμως πως δεν είχε τη δύναμη να την κρατήσει, προκειμένου να βάλει σε περιπέτεια την αυτοκρατορία του, δέχθηκε να πάρει πίσω το πλοίο και να επιστρέψει στην Τραπεζούντα. Ο ψυχισμός των Ελλήνων ήταν στα ύψη.

Οι Τούρκοι όμως δεν ξέχασαν και μετά έναν αιώνα θέλησαν να πάρουν εκδίκηση. Ήταν το 1324, η χρονιά που πάλι κινδύνευσαν οι Έλληνες. Τώρα η απειλή ήλθε από τη θάλασσα. Οι Τούρκοι από τη Σινώπη, που στο μεταξύ είχαν γίνει φοβεροί πειρατές στον Εύξεινο, βρήκαν ευκαιρία και έκαναν απόβαση έξω από την πόλη, στα προάστια που τα κατέστρεψαν. Θα έμπαιναν και στην πόλη, αν ο αυτοκράτορας Αλέξιος Β δέν κατάφερνε να τους αποκρούσει. Τότε φάνηκε η αδυναμία στην οχύρωσή της. Γι’ αυτό ο Αλέξιος, που είχε πολλές οργανωτικές ικανότητες, οχύρωσε και την παραλία και μάλιστα έκανε και ναύσταθμο στο ακρωτήριο της Κορδύλης, δεκαεπτά χιλιόμετρα από την Τραπεζούντα, για ν’ αποκτήσει ευελιξία ο στόλος του. Αργότερα, ο εγγονός του Αλέξιος Γ , μέσα απ’ τα τείχη, έκανε το μοναστήρι του αγίου Φωκά, για να ενισχύσει την άμυνα, μια και οι καλόγεροι ήταν και ακρίτες.

Οι πόλεμοι με τους Τούρκους συνεχίζονταν κι έπαιρναν όλο και αγριότερη μορφή. Τώρα τα σκήπτρα είχαν πάρει οι Οθωμανοί που επιδίωκαν να ενοποιήσουν, κάτω από τη δύναμή τους όλο τον Πόντο και τη Μικρά Ασία κι η Τραπεζούντα ήταν το μεγάλο εμπόδιο. Το όραμα για το ισλάμ εξακολουθούσε να είναι η κατάκτηση της μικρής αυτοκρατορίας που έστεκε στα πόδια του. Οι προσπάθειες όμως ήταν όλες αποτυχημένες. Οι Έλληνες έβγαιναν πάντα οι νικητές.

Η Άλωση

Τα πράγματα άρχισαν να δυσκολεύουν μετά το 1451, όταν πέθανε ο οθωμανός σουλτάνος Μουράτ Β καί τον διαδέχθηκε ο νεαρός γιος του Μεχμέτ Β , που έμεινε γνωστός ως Πορθητής. Όλοι γνώριζαν τις ικανότητες του νέου σουλτάνου και έβλεπαν να έρχεται αναπότρεπτη η καταστροφή. Η ιστορία έκανε μια από τις συνηθισμένες της στροφές.

Για λίγο στην Ανατολή τα πράγματα τράβηξαν τη γνωστή ροή τους. Ο Μεχμέτ είχε ν’ ασχοληθεί με τη Βασιλεύουσα. Για τους άλλους Έλληνες δεν είχε καιρό. Τότε ο διορατικός αυτοκράτορας της Τραπεζούντας Ιωάννης Δ , ο επιλεγόμενος Καλογιάννης, ετοιμάστηκε για τα χειρότερα τόσο στον στρατιωτικό, όσο και στον διπλωματικό τομέα. Κι όταν έπεσε η Βασιλεύουσα κι η πόλη του γέμισε από πρόσφυγες, ένιωσε πια την ανάσα του Πορθητή να τον καίει. Αρχίζει επαφές με τους ηγεμόνες των γειτονικών μικρών μουσουλμανικών κρατών και με τους Βενετούς κι αυτό ανησυχεί ιδιαίτερα τον Μεχμέτ, που διαβλέπει εν σπέρματι μια προσπάθεια για την αναβίωση του Βυζαντίου. Δεν ξεχνά πως ο Ιωάννης κατάγεται από τη μεγάλη βυζαντινή οικογένεια των Κομνηνών και πως είναι φυσικό να ζει με τον πόθο για την ανάσταση του Γένους του. Έτσι θορυβημένος για τις κινήσεις του, αλλά απασχολημένος με τα Βαλκάνια, διατάζει το 1456 τον διοικητή της Αμάσειας Χιτίρ πασά να επιτεθεί κατά της Τραπεζούντας. Για να σωθεί η πόλη, ο Ιωάννης συνάπτει συνθήκη ειρήνης με το Χιτίρ, που ίσως φοβάται να περάσει τα τείχη, γιατί τους Έλληνες μαστίζει, για άλλη μια φορά, η πανώλης, και γίνεται η Τραπεζούντα υποτελής στον Πορθητή. Η αρχή του τέλους.

Στα 1458 πεθαίνει, μετά από δώδεκα μαρτυρικά χρόνια βασιλείας, ο αυτοκράτορας Ιωάννης Δ καί τον διαδέχεται ο αδελφός του Δαυίδ. Ο τελευταίος Έλληνας αυτοκράτορας στην Ανατολή. Συνεχίζει την πολιτική του Ιωάννη κι έρχεται σ’ επαφές με τον Πάπα Πίο Β -με προτροπή του Βησσαρίωνα- τους Βενετούς, τους Ούγγρους κ. α. Η επιθανάτια αγωνία δεν είναι καλός σύμβουλος. Τις κινήσεις του τις μαθαίνει ο Πορθητής κι εκνευρίζεται. Αποφασίζει να τελειώσει με την Τραπεζούντα. Έτσι το 1460 ξεκινά την εκστρατεία του και το 1461, Ιούλιο μήνα, ξεκινά την πολιορκία που κρατά ένα μήνα. Ο Δαυίδ έχει στη
διάθεσή του 20.000 στρατό και 30 πλοία. Κι όμως δεν τόλμησε να δοκιμάσει. Προτίμησε ν’ ακούσει τις συμβουλές του Γεώργιου Αμιρούτζη και να παραδώσει την πόλη. Ίσως απέβλεπε στην εφαρμογή της τζιμμά, της συνθήκης υποταγής που « υποχρέωνε» τον σουλτάνο να σεβαστεί το δικαίωμα ζωής των κατακτημένων. Απατήθηκε. Ο Μεχμέτ μπήκε στην πόλη νικητής και τροπαιούχος στις 15 Αυγούστου. Προηγουμένως υπέγραψε συμφωνία με τον Δαυίδ να σεβαστεί τη ζωή του ίδιου και των κατοίκων. Δεν τήρησε κανένα όρο. Εκείνες τις μέρες η πόλη πνίγηκε στο αίμα. Ο Δαυίδ με την οικογένειά του και τους ευγενείς πήγαν στην Κωνσταντινούπολη. Αργότερα εγκαταστάθηκαν στις Σέρρες και το 1463 εκτελέσθηκε στην Αδριανούπολη μαζί με τους γιους του αρνούμενος την αλλαξοπιστία. Στην Τραπεζούντα η ζωή έχασε κάθε αξία. Τα μνημεία καταστράφηκαν, οι εκκλησιές έγιναν τζαμιά, οι νέοι στρατολογήθηκαν στα τάγματα των γενιτσάρων.

Η πτώση και του τελευταίου ελεύθερου ελληνικού χώρου έκανε την Ανατολή ταυτόσημη με την οθωμανική αυτοκρατορία και τον Εύξεινο Πόντο κλειστή μουσουλμανική θάλασσα. Και οι δύο περιοχές θα ζήσουν πλέον στο περιθώριο της Ιστορίας. Ο Ελληνισμός, αφού ξεπεράσει το ταρακούνημα της μεγάλης αλλαγής, θα περάσει σε νέα περίοδο σταυροαναστάσιμης δόξας και θα ζήσει με την προσδοκία της λύτρωσης και το παράδειγμα του αυτοκράτορα Δαυίδ Μεγάλου Κομνηνού. Κρυφά κι ανομολόγητα θα μεταδώσει από γενιά σε γενιά την ορθοδοξία και τον ανεκτίμητο θησαυρό της γλώσσας, μέσα από την υμνολογία της Εκκλησίας, τα ακριτικά κατορθώματα και τα τραγούδια του Γένους


Από: http://img.pathfinder.gr/clubs/files/61118/2.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου